Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού’

Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807. Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Όπως είναι γνωστό, στα χρόνια της τουρκοκρατίας ίσχυε στην Πελοπόννησο το διανεμητικό σύστημα φορολογίας. Κατ’ αυτό, οι επαρχίες και οι κοινότητες έπρεπε να καταβάλουν το ποσό που αναλογούσε σ’ αυτές σύμφωνα με τον καταλογισμό που έκανε το κράτος. Στην πρωτεύουσα του πασαλικίου, την Τριπολιτσά, οι εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των Ελλήνων μοραγιάνηδων, συνέτασσαν κάθε έτος το «Κοινόν κατάστιχον του Μορέως», βάσει του οποίου κάθε επαρχία συνέτασσε το δικό της φορολογικό κατάστιχο και το έστελνε στην Τριπολιτσά για να το επικυρώσει ο αρμόδιος καδής. Το κατάστιχο αυτό χρησίμευε και στον απολογισμό που έκανε κάθε δημογεροντία σε επαρχιακή συνέλευση, με την παρουσία του βοεβόδα και του καδή, προς απαλλαγή των προεστών από τις ευθύνες της διαχείρισης.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Ορισμένα κατάστιχα επαρχιακών συνελεύσεων της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Καρύταινας (1819-1820) και της Πάτρας (1819) έχουν ήδη δημοσιευθεί. Υπάρχει όμως και ένα ανέκδοτο κατάστιχο της δημογεροντίας του Άργους των ετών 1806-1807, το οποίο παρουσιάζει ικανό ενδιαφέρον λόγω της έκτασής του και του πλήθους των αναγραφών και εν γένει των καταγεγραμμένων στοιχείων. Φυλάσσεται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και περιλαμβάνεται στο αρχείο του Ρήγα Παλαμήδη. Το πώς βρέθηκε το έγγραφο αυτό στο αρχείο του ανωτέρω δεν είναι δύσκολο να εξηγηθεί, αν λάβουμε υπόψη μας ότι αυτός είχε χρηματίσει κοινός γραμματικός της πελοποννησιακής «γερουσίας» και υπηρετούσε κοντά στον δραγομάνο της Πελοποννήσου. Φαίνεται πως για κάποιο λόγο είχε τεθεί υπόψη του και το κράτησε στο αρχείο του.

Το κατάστιχο αποτελείται από 7 ημίκλαστες κόλλες διαστάσεων 28,5 x 38 εκ. μ., δηλ. από 28 σελίδες χωρίς αρίθμηση, οι οποίες απαρτίζουν τεύχος που συγκρατείται στη ράχη με κλωστή. Άγραφες είναι μόνο οι σελίδες 18 και 25. Η γραφή είναι επιμελημένη και διορθώσεις υπάρχουν μόνο σε ορισμένους αριθμούς-ποσά.

Στην πρώτη σελίδα υπάρχει η εξής επιγραφή: «δευτέρι του αναγνώστη ντοροβίνη. 1806: μαρτίου 9». Συμπεραίνουμε ότι ο αναφερόμενος Αναγνώστης Ντοροβίνης υπήρξε συντάκτης του καταστίχου και αποτελούσε εκτελεστικό μέλος της επαρχιακής δημογεροντίας Άργους. Προφανώς ήταν ο σεντούκ εμίνης  (τουρκ. sendik emin-i), ο οποίος ήταν επιφορτισμένος με τη σύνταξη των καταστίχων και των φορολογικών καταλόγων της επαρχίας του, καθώς και την φύλαξη των ποσών που συγκεντρώνονταν για τις τουρκικές αρχές. Γνωστοί, ύστερα από αυτόν  σεντούκ εμίνηδες της ίδιας επαρχίας ήσαν οι Αναγνώστης Γκελμπερής και Νικ. Ζεγκίνης. Όπως σημειώνει ο περιηγητής W. M. Leake (1805) ο μουκατάς (δικαίωμα είσπραξης προσόδων) του Άργους ανήκε σε μία από τις αδελφές του σουλτάνου, η οποία είχε αναθέσει την είσπραξή του σε Έλληνες.

Το κατάστιχο είναι διαιρεμένο σε δύο μέρη. Το α’ μέρος περιλαμβάνει αναγραφές για τα «έξοδα της εξαμηνιαίας του μουαρεμίου» (9η Μαρτίου έως 8η Σεπτεμβρίου του έτους 1806 [σσ. 2-7]) και το τύπωμα, δηλαδή η διανομή και η είσπραξη των φόρων κατά χωριό (σσ. 8-9). Ακολουθούν οι αναγραφές «της εξαμηνίας του ρετζεπίου» (9 Σεπτ. 2006 – 25 φεβρ. 1807 [σσ. 10-15]) με το αντίστοιχο τύπωμα (σσ. 16-17). Το β΄μέρος περιλαμβάνει αναγραφές του έτους 1807 (26 Φεβρ. – 29 Ιουνίου) [σσ. 19-24] και στο τέλος (σσ. 26-27) καταχωρίζεται συγκεντρωτικός πίνακας δοσοληψιών των προαναφερθέντων ετών. Έχουμε δηλαδή αναγραφές για τρία εξάμηνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικό κατάστιχο της δημογεροντίας Άργους των ετών 1806-1807

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η εκσυγχρονιστική πολιτική του Τρικούπη και το Άργος. Βασίλειος Τσιλιμίγκρας, Φιλόλογος – Σχολικός Σύμβουλος. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Αν για την Ευρώπη το τέλος του 18ου αιώνα και το πρώτο μισό του 19ου είναι η εποχή των επαναστάσεων και το δεύτερο μισό του ίδιου αιώνα η εποχή του κεφαλαίου και της δημιουργίας των αυτοκρατοριών, γεγονός που κάνει ιδιαίτερα συναρπαστικό τον αιώνα αυτό [1], για την Ελλάδα του 19ου αιώνα η επανάσταση του 1821, η απελευθέρωση, η προσπάθεια συγκρότησης οργανωμένου κράτους και το πείραμα του αστικού εκσυγχρονισμού του Τρικούπη είναι βασικοί σταθμοί της πορείας της ελληνικής κοινωνίας που αποδεικνύουν ότι, και αν ακόμη δεν ακολουθεί τον ευρωπαϊκό πολιτικο-κοινωνικό και οικονομικό βηματισμό, οραματίζεται και επιχειρεί. [2] Σ’ αυτό το ιστορικό πλαίσιο ενός αιώνα που αρχίζει για την Ελλάδα με επανάσταση και λήγει με ήττα (1897), που είναι μια από τις καθοριστικές παραμέτρους και προάγγελος μιας στρατιωτικής εκσυγχρονιστικής επανάστασης (1909), ο μελετητής της εποχής του Τρικούπη ίσως εκτιμήσει ως πρώιμη την απόπειρά του, σε σχέση με το  επίπεδο της ελληνικής κοινωνίας γενικά και της  πολιτικοοικονομικής δομής της ειδικότερα.

Ο φωτογράφος Σόλωνας Βάθης, φωτογραφίζει τον Τρικούπη στο ατελιέ του στο Παρίσι.

Η πολιτική εκσυγχρονισμού του Τρικούπη ή ο νεωτερισμός του είναι ένα ενδιαφέρον και θεμελιακό ζήτημα για την πορεία της ελληνικής κοινωνίας και πρόκληση ταυτόχρονα για την κατανόηση της πολυπλοκότητας της Νεοελληνικής  Ιστορίας. Ο Σπύρος Τζόκας, στο βιβλίο του Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, παρουσιάζοντας  τη ζωή και το έργο του Τρικούπη διαπιστώνει τα εξής:

«Η προσωπικότητα του Μεσολογγίτη πολιτικού είναι άρρηκτα δεμένη με μια από τις πολυτάραχες περιόδους της νεοελληνικής Ιστορίας, της οποίας οι εξελίξεις, οι αντιφάσεις, οι πρόοδοι και τα πισωγυρίσματα χρήζουν ευρύτερης και συστηματικότερης έρευνας, ώστε να απαντηθούν ερωτήματα που διαρκώς προκύπτουν». [3] 

Αν ο πόλεμος είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα, φαίνεται ότι η πολιτική και η κοινωνική της εφαρμογή είναι μια «αιματηρή» σύγκρουση πολλών επιπέδων και δραματικών επιλογών. Σ’ αυτό το χώρο των πολιτικών επιλογών και συγκεκριμένα του Τρικουπικού εκσυγχρονισμού, [4] ο ρόλος της τοπικής κοινωνίας υπήρξε καθοριστικός. Η λειτουργία του πολιτικού συστήματος στη βάση της κοινωνικής δομής, δηλαδή στη μικρή πόλη και την κοινότητα, παρέχει τη δυνατότητα ασφαλέστερης, πρωτογενούς και αυθεντικής προσέγγισης των διαμορφούμενων πολιτικών σχέσεων, και μάλιστα στη συγκεκριμένη και χρονική περίοδο, αλλά και της υποδοχής των θεσμικών παρεμβάσεων μέσα από τα δίκτυα εξουσίας και οικονομικής και κοινωνικής δράσης. Το γεγονός αυτό δεν απλοποιεί τα πράγματα αλλά περιορίζει το πεδίο ανάλυσης και ίσως βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των εξελίξεων.

Με αφετηρία αυτές τις παρατηρήσεις θα επιχειρήσω  να προσδιορίσω σαφέστερα το θέμα μου προβάλλοντας το εξής βασικό ερώτημα: Η ολομέτωπη, ουσιαστικά, πολιτική αντίδραση του Άργους [5] απέναντι στον Τρικουπικό εκσυγχρονισμό, σημαίνει ότι ο Αργειακός λαός απέρριψε το εγχείρημα του εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής κοινωνίας ή ότι η εγγράμματη τοπική  ελίτ, η κρατική αστική ομάδα και τα υπολείμματα των προεστών αντιδρούν απόλυτα και έντονα στην προσπάθεια κοινωνικής αναβάθμισης και οικονομικής προόδου, δίνοντας ουσιαστικά μια ψεύτικη εικόνα για τη στάση του μεγαλύτερου τμήματος της αγροτικής κοινωνίας του Άργους, το οποίο εξαρτημένο και υπανάπτυκτο ακολουθεί την πορεία που του υποδεικνύεται ή που φαινομενικά του επιβάλλεται;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως θα φανεί στη συνέχεια, μπορεί να είναι διπλή. Στην πρώτη ανάγνωση των στοιχείων φαίνεται ότι η Αργειακή κοινωνία κινείται σε αντίθετη κατεύθυνση με τη θεσμοθετούμενη κοινωνική, πολιτική και οικονομική αστική εξέλιξη [6] παρά το ότι εκφράζει, μέσω του τύπου, αιτήματα εκσυγχρονιστικά. Μια δεύτερη, όμως, ανάγνωση μπορεί να αναδείξει τη διαφορετική, έστω και λόγω διαίσθησης, αντίδραση της πλειοψηφίας του Αργειακού λαού, ο οποίος δεν μπορεί να εκφραστεί, τουλάχιστον, μέσω του τύπου και των μηχανισμών εξουσίας αλλά διαφαίνεται η στάση του σε διάφορες ευκαιρίες πολιτικών  επιλογών.

Προσπαθώντας, λοιπόν, να καταγράψουμε και να ερμηνεύσουμε τη στάση της κοινωνίας του Άργους απέναντι στο εκσυγχρονιστικό όραμα του Τρικούπη μελετήσαμε τις τοπικές εφημερίδες. Άλλες πηγές δεν εντοπίστηκαν. Αυτή η μοναδικότητα του είδους των πηγών δημιουργεί ερωτηματικά για τη δυνατότητα ουσιαστικής κατανόησης των πολύπλοκων διεργασιών και σχέσεων, σκοπιμοτήτων και συμφερόντων που συνυπάρχουν και  οδηγούν στην τελική διαμόρφωση της πρώτης σελίδας της εφημερίδας. Όμως, η προσεκτική προσέγγιση μπορεί να βοηθήσει στην αρκετά ικανοποιητική κατανόηση των παρεχομένων πληροφοριών. [7]

Θεόδωρος Δηλιγιάννης (1824 ή 1820-1905). Πέντε φορές Πρωθυπουργός της Ελλάδας.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα και να προσδιορίσουμε την πραγματική στάση της Αργειακής κοινωνίας είναι αναγκαίο να επισημάνουμε τα βασικά χαρακτηριστικά του Τρικουπικού εκσυγχρονισμού και του Δηλιγιαννικού εθνικισμού, τα οποία συνοπτικά και συμβολικά αποτυπώνονται και στην επιλογή των ονομάτων των αντίστοιχων κομμάτων, Νεωτερικόν το κόμμα του Τρικούπη και Εθνικόν το κόμμα του Δηλιγιάννη. Η ονομασία επομένως απηχεί και τις πολιτικές επιλογές του κάθε κόμματος.

Ο νεωτερισμός του Τρικούπη συνίσταται στη διάκριση των εξουσιών και στην ανάπτυξη της ιδιωτικής κοινωνίας μέχρι την αυτονόμησή της ενώ για τον Δηλιγιάννη εθνική ήταν αυτή καθαυτή η ανάπτυξη του ανάμικτου κρατικοινωνικού συστήματος μέσα στο οποίο έδρευαν και τα ιδιωτικά συμφέροντα. Η αντίθεση αυτή και η ύπαρξη των δύο κομμάτων συγκροτεί την αρχή του νεοελληνικού δικομματισμού. Και τα δύο κόμματα επεδίωκαν να αντιπαρατεθούν στο επίπεδο του χειρισμού και της αξιοποίησης  της κρατικής μηχανής. Ο εκσυγχρονισμός με όλες τις προεκτάσεις του αποτελούσε λειτουργική προϋπόθεση για την εθνική ανόρθωση και από αφηρημένο δεοντολογικό σχήμα γίνεται αντικείμενο ανταγωνισμού [8].

Στην περίοδο από το 1875 και μετά παρουσιάζεται μια αισθητή αλλαγή των κυρίαρχων κοινωνικών  και οικονομικών δομών της χώρας. Η ένταση του ρυθμού αστικοποίησης αυξάνεται, η εμπορευματοποίηση της αγροτικής παραγωγής έχει ήδη συντελεστεί και ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας γίνεται πιο περίπλοκος και νέα κυρίαρχα κοινωνικά  στρώματα αρχίζουν να συγκροτούνται που δεν ενδιαφέρονται τόσο για την κρατική εξουσία όσο για τη δυνατότητα οικονομικής δραστηριοποίησης με τη λήψη μέτρων που θα ευνοούσαν την προώθηση των συμφερόντων τους (Βιομήχανοι, Σταφιδέμποροι, Χρηματιστές). Ο ρόλος του κράτους είναι κυρίαρχος στη διαδικασία της  απόσπασης υπερπροϊόντος από τους εργαζόμενους με σκοπό τη δημιουργία νέων κυρίαρχων κοινωνικών στρωμάτων [9].

Ο Τρικούπης εκφράζοντας αυτά τα νέα κοινωνικά στρώματα και τον πόθο για οικονομική ανάπτυξη εξυπηρετεί το μεγάλο ιδιωτικό κεφάλαιο στην πορεία προς την αστικοποίηση και τον εξευρωπαϊσμό των κοινωνικών σχέσεων. Βασικά αιτήματα που προβάλλει είναι η συγκρότηση κράτους δικαίου, ο εξορθολογισμός της διοίκησης με τον καθορισμό των προσόντων των δημοσίων υπαλλήλων, ώστε να περιοριστεί η ευνοιοκρατία, η ανάπτυξη της οικονομίας και ενίσχυση της γεωργίας, η βελτίωση της άμυνας και της υποδομής κατά κύριο λόγο του συγκοινωνιακού δικτύου. Αυτό θα το πετύχαινε με την οργανωτική αναδιάρθρωση, τη βελτίωση των οικονομικών του κράτους, την αύξηση των φόρων, τη σύναψη δανείων και την παροχή κινήτρων για επενδύσεις. Ο Τρικούπης αποβλέπει στο μοντέλο της αγγλικής κοινωνίας, στην ενίσχυση της οικονομίας και αποδυνάμωση της πολιτικής εξουσίας.

Αντίθετα ο Δηλιγιάννης στοχεύει στην ισχυρή πολιτική εξουσία που θα ελέγχει την οικονομία, προβάλλει την κοινωνική δικαιοσύνη, τη μείωση των φόρων, τη διατήρηση του κράτους ως προνομιακού χώρου πελατειακών εξυπηρετήσεων, την απέχθεια του στο χρηματιστικό κεφάλαιο και την οικονομική ανάπτυξη με βάση τις παραδοσιακές παραγωγικές δραστηριότητες. Στους κόλπους του κόμματός του είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι δυσαρεστημένοι από κάθε κοινωνικό στρώμα. Ουσιαστικά ο Δηλιγιάννης εξέφραζε τη δυσαρέσκεια εναντίον του Τρικούπη.

 

Άργος

 

Μέσα σ’ αυτό το αντιφατικό και συγκρουσιακό πολιτικό  τοπίο, όπου κάθε φορά που ο Τρικούπης παίρνει την εξουσία και θεσμοθετεί, ακολουθεί ο Δηλιγιάννης που καταργεί τα νομοθετήματα και ακυρώνει τις κρατικές λειτουργίες, ποιά είναι η στάση της Αργειακής κοινής γνώμης αλλά και του Αργειακού τύπου που, όπως φαίνεται, είναι η αποκλειστική πηγή πληροφοριών για την εποχή εκείνη;

Το κλίμα που επικρατεί σε σχέση με την πολιτική Τρικούπη είναι ιδιαίτερα αρνητικά φορτισμένο λόγω της εμπάθειας και του φανατισμού ο οποίος κυριαρχεί. Το κύριο σώμα των τοπικών εφημερίδων (Άργος, Αργολίς, Δαναός, Αγαμέμνων) τοποθετείται αρνητικά απέναντι στην πολιτική Τρικούπη, χωρίς να λείπουν και αντικειμενικές τοποθετήσεις είτε πραγματικές είτε τεχνητές. [10] Στον αντίποδα η εφημερίδα Ερασίνος υπερασπίζεται την πολιτική Τρικούπη αποφεύγοντας γενικά την υιοθέτηση σκληρού και υβριστικού λόγου χωρίς να αποκλείεται κάποια φορά και αυτό στη δίνη της πολιτικής αντιπαράθεσης. [11]

 

Αγαμέμνων

 

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το γεγονός ότι το αίτημα του εκσυγχρονισμού κυριαρχεί στον τοπικό τύπο γύρω στο 1875. Η εφημερίδα  Αργολίς σε άρθρο της με τίτλο « Ο Κυρίαρχος Λαός» στηλιτεύει την εκμετάλλευση του λαού και τη δραματική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει. Η απόγνωση των πολιτών είναι χαρακτηριστική αλλά και η απαίτηση για εκσυγχρονισμό και εξυγίανση της πολιτικής και οικονομικής ζωής επιτακτική ακόμη και από εκείνους  οι οποίοι στη συνέχεια θα γίνουν οι σκληρότεροι επικριτές του Τρικούπη. [12]

Η άνοδος του Τρικούπη στην εξουσία με κυβέρνηση «διαβατική », δηλαδή μεταβατική, ύστερα από πρόσκληση του βασιλιά Γεωργίου του Α΄ και σε αντίθεση με την αρχή της δεδηλωμένης που θεσμοθετήθηκε το 1875, αντιμετωπίζεται από τον τοπικό τύπο θετικά χωρίς να παραλείπεται η επισήμανση της ανακολουθίας του Τρικούπη σε σχέση με τις διακηρύξεις του (Το άρθρο του Τις πταίει;). Παράγοντας που προσδιορίζει τις πολιτικές εξελίξεις είναι ο βασιλιάς ο οποίος, ταυτόχρονα, είναι και «ο θεματοφύλακας του έθνους και η καταφυγή στις δύσκολες στιγμές». Η ανάγκη χειραγώγησης της κυβέρνησης Τρικούπη από τους πολιτευόμενους και τον τύπο είναι η βασική πρόταση για την επιτυχία της. Ταυτόχρονα εκτιμάται ως θετική η διενέργεια των εκλογών του 1875 από την κυβέρνηση Τρικούπη κατά τρόπο τίμιο και συνταγματικό (Αργολίς, 3-9-1875). [13]

Η ανάληψη της εξουσίας από τον Τρικούπη το 1880 και η κατάργηση, στο επτάμηνο διάστημα της άσκησης της εξουσίας,  του φόρου της δεκάτης,  φαίνεται να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες των γεωργών και των κτηνοτρόφων. [14] Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτη η περίπτωση κτηνοτρόφου από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα) της Αργολίδας. Σε επίσκεψη του Τρικούπη στο Ναύπλιο (Ιούλιος του 1880) θα του εκφράσει τις ευχαριστίες του για την κατάργηση του φόρου της δεκάτης: «Είσαι ο πρωθυπουργός; Ο θεός να σε πολυχρονάη. Σ’ ευχαριστούμε πολύ που μας έσωσες από τα κονάκια και από το φόρο της δεκάτης .Έκαμες μυστήριο. Όλοι οι χωρικοί ανάπτουν κερί στο όνομά σου». Ας σημειωθεί ότι η εφημερίδα που αναφέρει το περιστατικό αντιπολιτεύεται έντονα τον Τρικούπη. [15] Το περιστατικό αυτό, αν και είναι από τα ελάχιστα που αναφέρονται και κάνουν θετική αποτίμηση της πολιτικής του Τρικούπη, νομίζω ότι αποκαλύπτει το θετικό αντίκτυπο που είχε η κατάργηση του φόρου της δεκάτης και  η πολιτική Τρικούπη στον απλό γεωργό και κτηνοτρόφο και γενικότερα στον  απλό πολίτη που δεινοπαθούσε έντονα, μέχρι τότε, από τους ενοικιαστές των φόρων, οι οποίοι  τον εκμεταλλεύονταν άπληστα.

 

Αργολίς

 

Η επομένη περίοδος (3-3-1882 μέχρι 19-4-1885) είναι η περίοδος των πρώτων σημαντικών μέτρων που παίρνει ο Τρικούπης, τα οποία αφορούν την αξιοποίηση των φυσικών πόρων, την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού και οδικού δικτύου, τη δημιουργία έργων υποδομής αλλά και επιβολής νέων φόρων (καπνού, τσιγαρόχαρτου, πετρελαίου, ειδών πολυτελείας) και την επιδίωξη προσέλκυσης κεφαλαίων από το εσωτερικό και το εξωτερικό. Επίσης ο Τρικούπης επιδιώκει διασφάλιση της δημόσιας τάξης (νόμοι για τη δίωξη της ληστείας, της ζωοκλοπής, την πάταξη της φοροδιαφυγής, την αναδιοργάνωση της δημόσιας αστυνομίας και της αγροφυλακής), την αναδιοργάνωση του στρατού, την αναμόρφωση του δημοσιονομικού και διοικητικού μηχανισμού και την εκβιομηχάνιση της χώρας.

Σ’ αυτά τα μέτρα η κοινή γνώμη του Άργους φαίνεται να τοποθετείται αρνητικά. Καταγγέλλεται το νέο νομισματικό σύστημα εξαιτίας του οποίου υποτιμήθηκε η δραχμή κατά 12%, με το οποίο επιδιώχθηκε η ενοποίηση του νομισματικού συστήματος (κυρίως όμως ωφελήθηκε, προσωρινά τουλάχιστον η Εθνική Τράπεζα). Επίσης, η επιβολή φόρων και ιδιαίτερα στον καπνό και τα άλλα είδη πρώτης ανάγκης αντιμετωπίζεται με έντονη αντίδραση ( τουλάχιστον φραστική). Συγκεκριμένα καταγγέλλεται ο Πρωθυπουργός της χώρας και οι βουλευτές (Αργολίς 26-11-1882):

 

Κύριοι αντιπρόσωποι του Έθνους, σείς ιδίως οίτινες αποτελείτε την πλειοψηφίαν της Βουλής, την δουλικήν  ακολουθούσαν τω άρματι του δεσποτικοτέρου των πρωθυπουργών, εξ όσων είδεν η νεοτέρα Ελλάς, γνωρίζετε τι κάμνετε , πού φέρεσθε και που ωθείτε το έθνος;… ο κ. Τρικούπης ήλθεν άλλοτε εις τα πράγματα με πρόγραμμα  αυστηροτάτων οικονομιών, δι ών εδημοκόπει και κατήργει δημοσίας θέσεις περιττάς και σήμερον, σήμερον , ότε λέγει, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων κατέπνιξε το έθνος εν τη σπατάλη και τη ασωτεία, εξογκώσας τα δημόσια έξοδα με εκατοντάδες στρατιωτικών προβιβασμών, με παμπληθείς δημοσίας θέσεις…» και καταλήγει η εφημερίδα: « Αντιπρόσωποι του έθνους αποκρούσατε ανδρικώς τους νέους φόρους. Ο λαός γογγύζει. Η φορολογία απορροφά την ικμάδα των μόχθων του. Ευσπλαχνισθήτε την αθλιότητά του και οπισθοχωρήσατε. Άλλως, ατενίσατε μετά δέους και φρίκης το μέλλον.

 

Στην εντεινόμενη αντίθεση προς την πολιτική Τρικούπη η επίκληση στο λαό είναι έντονη και συνεχής:

 

Δυστυχώς Ελληνικέ λαέ ιδού οσημέραι φθίνεις. Ιδού σε αναμένει φοβερά χρεωκοπία… έως πότε θα κύπτης τον αυχένα ενώπιον του Δημάρχου, του Βουλευτού και άλλου πολιτικού κομματαρχίσκου… αναγνώρισον λαέ την δύναμίν σου, συνισταμένην εις την πολύτιμόν Σου ψήφον. Πάταξον δι’ αυτής τους βεβήλους μνηστήρας, και δός την ωραίαν νύμφην εις αχράντους και χρηστούς, ίνα διατηρήσωσι ταύτην αγνήν παρθένον. [16]

 

Οι καταγγελίες επεκτείνονται από την πολιτική διαφθορά και την άδικη εκμετάλλευση του πολίτη μέχρι την καταδίωξή του από τους εισπράκτορες των φόρων και τους χωροφύλακες. Η εφημερίδα  Δαναός τις παραμονές των εκλογών και της ήττας του Τρικούπη ( 19-4/ 1-5-1885) σε άρθρο της με τίτλο Εθνικός Αγών αποφαίνεται ότι η «Η δυστυχία του λαού δεν έχει όρια» και απευθυνόμενη στο λαό τονίζει ότι «Πρέπει το αχρείον, το φαύλον, το πλουτοκρατικόν, το φορολόγον, το μονοπωλικόν, το σατραπικόν, το τυραννικόν, το καταχθόνιον, το προδοτικόν, το ανήθικον, το επάρατον, το δυσεπάρατον σύστημα Τρικούπη, πρέπει να πέση οικτρόν οικτρώς οικτρότατα. Πρέπει να σφαιροβοληθή πανταχόθεν στις κάλπες μετά φανατικής αγανακτήσεως υπό του λαού και από το οικοδόμημά του, το οποίον έκτισε με τους ιδρώτας του πτωχού Λαού, λίθος επί λίθου να μη μείνει και αυτά τα ερείπια να απολεσθώσιν » [17].

Με την ίδια ένταση οι κατηγορίες θα συνεχισθούν και στη δεύτερη μεγάλη περίοδο της Τρικουπικής διακυβέρνησης (1887-1890). Οι καταγγελίες πληθαίνουν με αίτημα την κυριαρχία του νόμου που έχει διασαλευθεί από την κυριαρχία του χωροφύλακα και του εισπράκτορα των χρηματιστηριακών παιχνιδιών, τους διορισμούς χωρίς να υπάρχουν ανάγκες στο δημόσιο, την καταστροφή του εμπορίου και την επιβουλή στην απονομή της δικαιοσύνης. [18] Παρά την ανανέωση της λαϊκής εντολής οι κατηγορίες θα συνεχισθούν και θα επεκταθούν μέχρι και αυτή της εθνικής προδοσίας στο Κρητικό ζήτημα, το 1889. (Ο Τρικούπης αρνήθηκε την παροχή βοήθειας στους Κρήτες όχι χωρίς αιτιολογία, που όμως δε θεωρήθηκε  επαρκής). [19] Με τη στάση αυτή του τύπου επιχειρείται η  απαξίωση της πολιτικής του Τρικούπη σε όλους τους τομείς που ανέπτυξε δραστηριότητα και κατά συνέπεια η συνολική απόρριψή της. [20]

Στην αρνητική και αντιδραστική αυτή στάση της πλειοψηφίας του τοπικού τύπου απέναντι στην πολιτική Τρικούπη θα πρέπει να προστεθεί και η απογοήτευση που εκφράζεται και για την πολιτική Δηλιγιάννη στη διάρκεια των διαφόρων περιόδων που άσκησε τη εξουσία. Ιδιαίτερα μάλιστα επικριτικά στέκονται στην αποτυχία της προσπάθειας να εισαχθεί σε δίκη ο Τρικούπης με την πρόταση για  σύσταση εξεταστικής επιτροπής (1892) η οποία τελικά  καταψηφίσθηκε και από τον ίδιο το Δηλιγιάννη. [21]

Οι επικρίσεις, επίσης, δεν αφήνουν στο απυρόβλητο και το βασιλιά, ο οποίος θεωρείται υπεύθυνος για την πτώση του Δηλιγιάννη το 1892. Η κύρια ευθύνη, όμως, αποδίδεται στον ίδιο τον  Τρικούπη που καθοδηγεί το βασιλιά, στην προσπάθεια που επιχειρεί ο τοπικός τύπος, για να διασφαλιστεί, τουλάχιστον,  ο βασιλιάς από τη φθορά στα μάτια της κοινής γνώμης, εφ’ όσον χαρακτηρίζεται ο αναμορφωτής της ελληνικής κοινωνίας ενώ οι αντιπρόσωποι του λαού, οι βουλευτές, είναι «τα σεσηπότα μέλη της κοινωνίας» (Αγαμέμνων 25-4-1893) [22].Το αποκορύφωμα της κατάκρισης εναντίον του Τρικούπη και των βουλευτών που τον στηρίζουν θα προκύψει μετά την χρεωκοπία του 1893. [23]

Με βάση, λοιπόν, τα γεγονότα που εκτέθηκαν, η αρνητική στάση της  Αργειακής κοινωνίας απέναντι στην πολιτική του Τρικούπη, φαινομενικά τουλάχιστον, έχει καθολικό χαρακτήρα. Την επίθεση κατά του Τρικούπη φαίνεται ότι κατευθύνει η πνευματική, οικονομική και κρατικοδίαιτη ελίτ του Άργους που θεωρεί ότι η εκσυγχρονιστική αντίληψη   και πρακτική του  αποτελεί άμεση και άκρως επικίνδυνη κατάσταση για τη δυνατότητα διαχείρισης της εξουσίας εκ μέρους της και της κυριαρχικής της λειτουργίας, έστω και σε τοπικό επίπεδο. [24] Εκμεταλλευόμενη την οικονομική και διοικητική κυριαρχία της, επικαλείται τις συνέπειες της πολιτικής Τρικούπη σε βάρος του λαού, αξιοποιώντας τη λαϊκιστική τάση, προκειμένου να διαμορφώσει την κοινή γνώμη εναντίον της πολιτικής αυτής, χωρίς να μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι δεν υπάρχουν βάσιμες και σοβαρές αιτιάσεις για την πολιτική Τρικούπη, ιδίως απέναντι στα χαμηλά κοινωνικά στρώματα.

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Αν εξετάσουμε, όμως, προσεκτικά και κάποια άλλα  γεγονότα, μαζί με  το επεισόδιο του χωρικού από το Μπερμπάτι (Πρόσυμνα), που προαναφέρθηκε, μπορούμε να διατυπώσουμε και μια διαφορετική σκέψη. Οι εκλογές της 16-4-1895 κατά τις οποίες συντρίβεται το κόμμα του Τρικούπη, στην περιοχή του Άργους θα δώσουν τελείως διαφορετικά αποτελέσματα από τα αναμενόμενα, δηλαδή θα υπερισχύσουν  οι υποψήφιοι του Τρικουπικού κόμματος σε βάρος των Δηλιγιαννικών, ώστε να εκπλαγεί η εφημερίδα Αγαμέμνων, η οποία ήταν  σφοδρός πολέμιος της εκσυγχρονιστικής πολιτικής και προσωπικά του ίδιου Τρικούπη. Σε  άρθρο  της  με   τίτλο «Έλληνες ή Ιουδαίοι» επισημαίνει:

 

Κατασυνετρίβη τελείως, ψήψω Λαϊκή, ο εργάτης της χρεωκοπίας και της ατιμώσεως του Έθνους, αλλ’ εκ της πτώσεώς ταύτης ουδείς εχάρη πλήν των εν Μεσολογγίω αντιπάλων αυτού, άπας ο άλλος Λαός επικρογέλασεν έχων υπ’ όψει του αφ’ ενός την αξίαν του ανδρός εκμηδενισθέντος πολιτικώς, και αφ’ ετέρου τον βόρβορον δι’ ού περιεκαλύφθη πάσα αρετή του εκ της ολεθρίας συναλλαγής… μάλλον δε πιστεύομεν ότι νέαν τακτικήν πολιτικής θα μετέλθη ο πολιτευτής ούτος όν θεωρούμεν λίαν επικίνδυνον ως αντιπολιτευόμενον…

 

Επιπλέον,  για τα τοπικά εκλογικά αποτελέσματα η εφημερίδα σημειώνει:

 

Είναι απίστευτον αλλ’ εν τούτοις είναι αληθές ότι η επαρχία Άργους ασπάζεται και μέχρι σήμερον το πολιτικόν πρόγραμμα του κ. Τρικούπη. Τούτο δε απεδείχθη εκ της γενομένης ψηφοφορίας καθ’ ήν πρώτος επιτυχών βουλευτής  εξελέγη ο κ. Ιωάννης Ζωγράφος ταγματάρχης… Ημείς έχοντες υπ’ όψει τον εν ταις άλλαις επαρχίαις του κράτους εκδηλωθέντα μετά την παραίτησιν της Κυβερνήσεως του κ. Τρικούπη πανδηλιγιαννισμόν, ακούοντες δε καθ’ εκάστην παράπονα παρά των συμπολιτών ημών δια την καταθλιπτικήν και δυσβάστακτον φορολογίαν, ήτις δια των νόμων του κ. Τρικούπη είχεν επιβληθεί αυτοίς, επιστεύομεν ότι και η ημετέρα επαρχία φίλα εφρόνει τω κ. Θ. Π. Δηλιγιάννη. Αλλά μας διέψευσαν τα πράγματα και ιδού η Επαρχία Άργους κατά την 16 Απριλίου απέδειξεν ό,τι και κατά το έτος 1885, ότε ανάδειξεν πρώτον επιτυχόντα βουλευτήν τον αΐδιμον Γεώργιον Τσώκρην φίλον τυγχάνοντα του κ. Τρικούπη μετά του αειμνήστου Αγγέλου Γεωργαντά εκλαμβανομένου ως Τρικουπικού. Και τότε η Επαρχία Άργους ανέδειξεν έναν μόνον βουλευτήν Δηλιγιαννικόν. [25]

 

Αξίζει να επισημανθεί ότι από μια εφημερίδα που μάχεται φανατικά εναντίον του Τρικούπη διατυπώνεται καθαρά η άποψη ότι ο λαός του Άργους και το 1885 αλλά και το 1895 ακολουθεί την πολιτική Τρικούπη άσχετα από τις όποιες μετακινήσεις υποψηφίων βουλευτών προς την πλευρά του Τρικούπη για λόγους καθαρά προσωπικών συμφερόντων. Το γεγονός αυτό  φαίνεται να πιστοποιεί τη διαφορά  απόψεων του εκλογικού σώματος και της τοπικής πολιτικής, κοινωνικής αλλά και δημοσιογραφικής ελίτ.

 

Δαναός

 

Αυτές οι εξελίξεις, αν συνδυασθούν με μια προγενέστερη επίσκεψη του Δηλιγιάννη στο Άργος (Μάρτιος του 1885) και τις αντιφατικές πληροφορίες της αντιπολιτευόμενης εφημερίδας Δαναός και των εκπροσώπων του Τρικουπικού κόμματος, Τσόκρη και Γεωργαντά, δείχνουν ότι η λαϊκή βάση του κόμματος του Τρικούπη είναι αρκετά ισχυρή και επηρεάζει την τοπική κοινωνία. Η εκλογή  για μια ολόκληρη οκταετία ως δημάρχου, στο Άργος, (1884-1891) του Καλμούχου, ο οποίος στηρίζει την νεωτεριστική πολιτική του Τρικούπη έρχεται να επιβεβαιώσει ακόμη περισσότερο την παραπάνω άποψη. [26]

Ολοκληρώνοντας, λοιπόν,  την εισήγησή μου αυτή νομίζω ότι έγινε  σαφές πως παρά τη φαινομενική μέσω του  τύπου αντίδραση της κοινωνίας του Άργους, τα χαμηλά κοινωνικά στρώματα, αν όχι συνειδητά, πάντως διαισθητικά και έμπρακτα με την επιλογή τρικουπικών βουλευτών και Δημάρχου, [27] ακυρώνουν τη φαινομενολογία των τοπικών πολιτικών πραγμάτων και δημιουργούν προς διερεύνηση το εξής ερώτημα: Μέσα από ποιους μηχανισμούς και διαδικασίες διαμορφώθηκε αυτή η αρκετά σημαντική  φιλοτρικουπική τάση σε μια κοινωνία συντηρητική και πολιορκούμενη από μια δημόσια και συνεχή, μετωπική και επιθετική πρακτική της τοπικής ηγετικής εγγράμματης  ομάδας;

 

Υποσημειώσεις


[1] Πολύ σημαντικά, για τις περιόδους που αναφέραμε,  και ιδιαίτερα κατατοπιστικά για την κατανόηση των ιστορικών γεγονότων που θα επηρεάσουν την παγκόσμια εξέλιξη είναι τα βιβλία του E.J.Hobsbawm: Η εποχή των επαναστάσεων1789-1948,εκδ. ΜΙΕΤ,Αθήνα 1990  – Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994 –  Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.

[2] Να επισημανθεί ότι, αυτό που επιχειρεί ο Τρικούπης μετά το 1880, ήδη στην Ευρώπη ήταν μια πραγματικότητα που οδηγούσε σε νέες θεμελιακές εξελίξεις. Ο E.J. Hobsbawm στο βιβλίο του  Η εποχή του κεφαλαίου1848-1875, σελ.16, σημειώνει : «Η περίοδος από το 1789 ως το 1848 σφραγίστηκε από μια διττή επανάσταση: τον βιομηχανικό μετασχηματισμό, που εγκαινιάστηκε και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε στη Βρετανία, και τον πολιτικό μετασχηματισμό, που συνδέθηκε με τη Γαλλία και ως έναν μεγάλο βαθμό περιορίστηκε σ’ αυτήν. Και οι δύο αυτές επαναστάσεις σήμαιναν το θρίαμβο μιας καινούριας κοινωνίας, αλλά αν θα ήταν η κοινωνία του θριαμβευτή φιλελεύθερου καπιταλισμού, « του αστού κατακτητή», όπως έλεγε ένας γάλλος ιστορικός, ήταν πιο άδηλο για τους συγχρόνους από όσο για μας σήμερα». Επομένως, ο Τρικούπης αναλάμβανε ένα δυσβάστακτo  χρέος, δηλαδή να εκσυγχρονίσει οικονομικά και πολιτικά την Ελλάδα χωρίς βίαιους κραδασμούς, επιδίωξη ακόμη δυσκολότερη. Να προστεθεί, επίσης, ότι το εγχείρημα του Τρικούπη ξεκινούσε τη στιγμή που, σύμφωνα με όσα γράφει ο Hobsbawm στο βιβλίο του, Η εποχή των αυτοκρατοριών1875-1914,σελ. 26-27, «… το βασικό μοτίβο αυτής της περιόδου,…, είναι η πορεία της κοινωνίας και του κόσμου του αστικού φιλελευθερισμού προς ό,τι έχει ονομαστεί ο « περίεργος θάνατός » του καθώς φτάνει στο απόγειό του, θύμα των αντιφάσεων που περιέκλειε η πρόοδός του».              

[3] Σπύρου Τζόκα, Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, Οδοιπορικό στον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999, σελ.11. Στη σελίδα 15 καταγράφονται οι εξελίξεις στην Ευρώπη την περίοδο αυτή αλλά και στην Ελλάδα ειδικά: « Στην Ελλάδα  εμφανίζονται με καθυστέρηση φαινόμενα δομικών μετασχηματισμών, διαδικασίες εκμηχάνισης, αστικοποίηση. Οι παραδοσιακές οικονομικές και κοινωνικές δομές αρχίζουν να κλυδωνίζονται και να δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μετατροπής  του κοινωνικού-οικονομικού σχηματισμού της χώρας και του καπιταλιστικού μετασχηματισμού της. Το εσωτερικό πλαίσιο της χώρας  φαίνεται να διαφοροποιείται σε σύγκριση με εκείνο των προηγουμένων πενήντα χρόνων».       

[4] Ό.π., σελ.16. Ο Σ. Τζόκας προσδιορίζοντας τον εκσυγχρονιστικό χαρακτήρα της πολιτικής Τρικούπη αναφέρει: «Ο Χαρίλαος Τρικούπης έρχεται να εκφράσει πολιτικά τη δυναμική αυτή, το αίτημα της αστικής τάξης για δομικού χαρακτήρα μεταρρυθμίσεις. Προσπαθεί να αναδιοργανώσει και να εκσυγχρονίσει το κράτος, να δημιουργήσει τις βασικές προϋποθέσεις για τη διευκόλυνση της οικονομικής δραστηριότητας, να στηρίξει και να προωθήσει τα πρώτα βήματα της εκβιομηχάνισης. Ο Χαρίλαος Τρικούπης υπήρξε οπαδός του κοινοβουλευτισμού, επικριτής του Στέμματος, του παλαιοκομματικού πολιτικού συστήματος , που όχι μόνο δεν αντιστοιχούσε, αλλά και παρεμπόδιζε τις συντελούμενες κοινωνικο-οικονομικές διαδικασίες».      

[5] Δημήτρη Χαραλάμπη, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Η εξωθεσμική συναίνεση στο ελληνικό πολιτικό σύστημα πολιτικό, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1984, σελ.19-38. Στο κεφάλαιο αυτό με τίτλο Τα συγκροτησιακά στοιχεία του πολιτικού κατά το 19ο αιώνα , ο συγγραφέας κάνει ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις για τον τρόπο διαμόρφωσης  του δημοκρατικού κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα, στοιχείο που επιτρέπει την κατανόηση και την ερμηνεία της οργάνωσης των πολιτικών ισορροπιών, της χρήσης της κρατικής εξουσίας και συνεπώς της αντίδρασης που συναντά ο Τρικούπης στην πολιτική του. Τονίζει ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος στην Ελλάδα  με βάση την καθολική ψηφοφορία και την αρχή της δεδηλωμένης ,που συνιστούν και το σύγχρονο χαρακτήρα του, γίνεται πραγματικότητα πολύ αργότερα στις βιομηχανικές χώρες. Όμως το σύστημα αυτό στερείται « από τον τυπικό δυϊσμό της κοινωνικής θέσμισης του Κοινωνικού συμβολαίου… Δεν αποτελεί το τελικό προϊόν κοινωνικών αγώνων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές ελίτ, οι προεστοί, οι τοπικοί προύχοντες, επέβαλαν την πολιτική και κοινωνική τους κυριαρχία, επέβαλαν  την παρουσία τους μέσα στο κράτος, και διαμόρφωσαν την άρθρωση του νεοελληνικού κράτους » (σελ.26). Επίσης εκτιμά ότι η δημοκρατική διακυβέρνηση είναι αποτέλεσμα αντιπαραθέσεων κορυφής, δηλαδή των τοπικών ηγεμονικών ομάδων και της κρατικής εξουσίας στην οποία επιβλήθηκε η καθολική ψηφοφορία και το κοινοβουλευτικό σύστημα. Αποτέλεσμα αυτού του γεγονότος, κατά τον συγγραφέα, ήταν η επιβολή της κοινωνικής εξουσίας μιας κοινωνικής ομάδας στις υπόλοιπες. Η βάση αυτού του μηχανισμού κυριαρχίας είναι το λεγόμενο πελατειακό σύστημα, δηλαδή η σχέση πατρωνείας- πελατείας, η οποία εξασφαλίζει την απαραίτητη κοινωνική-εκλογική υποστήριξη η οποία μετατρέπεται σε πολιτική και κοινωνική εξουσία. Έτσι εξασφαλίζεται ο έλεγχος των μαζών , αναιρείται η έννοια του ελεύθερου πολίτη και προωθείται η χειραγώγηση των μαζών μέσα από την ανασφάλεια που δημιουργεί και την ευκαιριακή επιδίωξη υποταγής  τους στην εκάστοτε εξουσία που φαίνεται να υπόσχεται την ικανοποίηση των ατομικών τους επιδιώξεων. Ο πολίτης-πελάτης είναι χρήσιμος μόνο για την εξασφάλιση της ψήφου του στις εκλογές. Οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα μπορεί να θεωρηθεί ύποπτη και επικίνδυνη.(σελ. 34). Με βάση αυτή την ανάλυση θα μπορούσε να τεθεί το εξής ερώτημα για την πολιτική Τρικούπη: Μήπως ο Χ. Τρικούπης, ενώ υιοθετεί τον τρόπο επιβολής του δικαιώματος της καθολικής ψηφοφορίας και του κοινοβουλευτισμού, επιχειρώντας να πλήξει την πελατειακή σχέση ως μηχανισμό κυριαρχίας αντιφάσκει και  γι’ αυτό αντιμετωπίζει τη δίνη και την οργή των ομάδων που κυριαρχούν με το πελατειακό σύστημα εξουδετερώνοντας οποιαδήποτε επιθυμία των μαζών να εκσυγχρονιστεί το κράτος και  να απαλλαγούν από τους πάτρωνες;

[6]  Ό. π. σελ. 38-39.Παρακολουθώντας την ερμηνεία του Δ. Χαραλάμπη, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η τοπική κοινωνία του Άργους φαίνεται να προσλαμβάνει ή να της παρουσιάζουν την προσπάθεια μεταρρύθμισης ως προσπάθεια περιορισμού των δικαιωμάτων της. Ο συγγραφέας τονίζει ότι το πελατειακό σύστημα αναπαράγει ένα εξουσιαστικό μοντέλο που όχι μόνο δεν είναι προϊόν κοινωνικής συμφωνίας αλλά αντίθετα ακυρώνει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, γεγονός που μεταθέτει  « τις διαδικασίες  συναίνεσης  στο διαπροσωπικό – εξωθεσμικό πλαίσιο ». Αυτό έχει ως άμεσο αποτέλεσμα να συμβεί το εξής γεγονός : «ο περιορισμός του κοινοβουλευτικού συστήματος στο διαδικαστικό του μέρος και η περιθωριοποίηση των δικαιωμάτων, αρχικά των ατομικών και ουσιαστικά των πολιτικών, εφ’ όσον  τα πολιτικά δικαιώματα δεν λειτουργούν στο πλαίσιο της θεσμικής κοινωνικής ισορροπίας, αλλά μέσα από διαπροσωπικές ρυθμίσεις επικρότησης και αναπαραγωγής της κοινωνικής επιβολής».

[7] Οι εφημερίδες που μελετήθηκαν είναι οι εξής:

  1. Αγαμέμνων, Εφημερίς πολιτική και δικαστική,( εβδομαδιαία, 14-7-1888 έως 20-12-1905).
  2. Αργολίς, Εφημερίς του Λαού,(εβδομαδιαία, φ. 100-438, 4-9-1869 έως 27-11-1893).
  3. Άργος (εβδομαδιαία, φ. 1-61, 24-5-1885 έως 21-12-1888).
  4. Δαναός, Εφημερίς του Λαού,( εβδομαδιαία, φ.1-59, 7-4-1883 έως 4-4-1885).
  5. Δαναός, Εφημερίς του ομωνύμου συλλόγου,( εβδομαδιαία, φ. 1-154, 25-12-1895 έως 12-5- 1905).
  6. Ερασίνος,Εφημερίς πολιτική και των ειδήσεων,( εβδομαδιαία, 2-5-1885 έως 11-9-1885).
  7. Ευθύνη, εφημερίς πολιτική, φιλολογική και των ειδήσεων, (εβδομαδιαία, έχουν σωθεί δύο φύλλα του Ιουλίου (29-7) και Αυγούστου (πιθανώς 7-8) του 1883).

[8] Κωνσταντίνου Βεργόπουλου, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ. 22-24 ( 22-39 ).

[9] Κωνσταντίνου Τσουκαλά, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη 1882-1895» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ. 8-14 ( 22-39 ). Σύμφωνα με την άποψη του Κ. Τσουκαλά η βαθμιαία εμφάνιση των νέων κυρίαρχων στρωμάτων στην ελληνική κοινωνία και η αποκρυστάλλωσή τους στη δεκαετία 1870-1880 μεταβάλλουν πολύ αργά την παραδοσιακή δομή της κοινωνίας. Ταυτόχρονα ο ρόλος του κράτους κινείται στην κατεύθυνση της εκλογίκευσης της κρατικής πολιτικής. Τέλος « Η άνοδος του Χαριλάου Τρικούπη συμπίπτει με την πρώτη σύμπηξη αστικών στρωμάτων που λειτουργούσαν  έξω από τον κρατικό μηχανισμό και που αντιπαραθέτονταν προς την  κυρίαρχη κρατική αστική τάξη ». (σελ.14). Αυτή η άποψη  νομίζω ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως βάση για την ερμηνεία της  στάσης της Αργειακής κοινωνίας  απέναντι στην πολιτική Τρικούπη.

[10] Χαρακτηριστικές είναι οι ακόλουθες εκτιμήσεις των αντιτρικουπικών εφημερίδων: Αργολίς,φ.382, 26-11-1882.Με αφορμή τους  νέους φόρους,  η εφημερίδα σημειώνει: «Ο κ. Τρικούπης ήλθεν άλλοτε εις τα πράγματα με πρόγραμμα αυστηροτάτων οικονομιών , δι’ων εδημοκόπει, και κατήργει δημοσίας θέσεις περιττάς και σήμερον, σήμερον, ότε λέγει, ότι έχομεν ανάγκην χρημάτων, κατέπνιξεν το Έθνος εν τη σπατάλη και ασωτεία, εξογκώσας τα δημόσια έξοδα με εκατοντάδας στρατιωτικών προβιβασμών, με παμπληθείς νέας δημοσίας θέσεις…». Αγαμέμνων,φ.46, 22-11-1891. Με αφορμή το νέο προϋπολογισμό που έχει υποβάλει στη βουλή η κυβέρνηση Δηλιγιάννη, επιχειρείται  σύγκριση της οικονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης Δηλιγιάννη και της προηγουμένης κυβέρνησης Τρικούπη, με συντριπτική σε βάρος του Τρικούπη κριτική. «Κατά τας ερριζωμένας ιδέας των Επαρχιών, το Υπουργείον Δηληγιάννη, προελθόν εκ των σπλάγχνων του Λαού, εκτελεί ευσυνειδήτως τας υποχρεώσεις του, εφ’ όσον είναι δυνατόν ανθρωπίνως, τα δε συμβαίνοντα λάθη, αι περί την υπηρεσίαν ανωμαλίαι και των δυσαρεστημένων τα παράπονα, ταύτα, ως συνήθη και αναπόφευκτα είναι μηδαμινά απέναντι του γενικού καλού. Έχομεν τάξιν, οικονομίαν, δικαιοσύνην, καταχρήσεις δεν ακούονται, τα εγκλήματα περιεστάλησαν, το δε μέγιστον, έχομεν τον κόπανον εκείνον κατά της κεφαλής του Τρικούπη, την είσπραξιν εσόδων κατά δέκα εκατομμύρια πλέον των περυσινών, εξ ου και τοις τυφλοίς δήλον, ότι η Τρικουπική διαχείρισις ήτο φαύλος και αρπακτική, άγουσα εις χρεωκοπίαν, ενώ σήμερον επικρατεί φειδώ, προσοχή, τιμή και καθήκον, η δε ετοιμόρροπος πίστις του Έθνους διεσώθη». Ο Δηλιγιάννης είχε ένα χρόνο στην εξουσία(14-10-1890), είχε επιβάλλει σκληρή λιτότητα και είχε συγκρουσθεί με τους κεφαλαιούχους γεγονός που θα οδηγήσει στην παύση του (18-2-1892).Αξίζει να αναφερθεί ότι  η εφημερίδα  Αργολίς στις 24 Μαίου του 1875, προβάλλοντας το αίτημα της αναγέννησης εκτιμά ότι «Ο Τρικούπης εν τοσούτω  είναι μια δοκιμή προς λύσιν του ζητήματος της συνταγματικής διοικήσεως του ελλην. Λαού. Και όνομα επίσημον εν τη ιστορία της νέας Ελλάδος κέκτηται και προσωπικήν αξίαν έξοχον. Επέτυχε δε  εν γένει και εις το προσωπικόν των συναδέλφων του…Ενί λόγω το σημερινόν υπουργείον συγκροτείται από τιμίους και ικανούς άνδρας· εξέδοτο πρόγραμμα, όπερ, αν εφαρμόση, ως πιστεύομεν, θα σώση την τιμήν αυτού ενώπιον του έθνους. Αλλ’ άρα γε θα δυνηθώσι να υπερνικήσωσι τον πειρασμόν  της αυτοσυντηρήσεως;».  

[11]  Η εφημερίδα  Δαναός, φ.30, 21-3-1884,  με αφορμή την αποχώρηση της αντιπολίτευσης από τη Βουλή στις 10 Μαρτίου 1884, κάνει διάφορες υποθέσεις για την ενέργεια αυτή  καταλογίζοντας την ευθύνη στην κυβέρνηση Τρικούπη. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πρέπει να διεκυβεύοντο μεγάλα και ιερά του λαού συμφέροντα, τις οίδε τίνες φορολογικαί αλύσεις να εχαλκεύοντο εις το Τρικουπικόν εργοστάσιον δια τον δυστυχή φορολογούμενον, να υπενομεύοντο οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, να διεκωμωδείτο το Σύνταγμα, η αυθαιρεσία, η σατραπεία, να ήγειρε θρασύ το μαστίγιον αυτής και εντός του κοινοβουλίου και το μεγαλείον της εθνικής αντιπροσωπείας να ώχετο απιόν και χειρίστη εξουδένωσις να ημαύρωσε την αίγλην αυτής, πρέπει να συνέβαινον μεγάλα και σοβαρότατα πράγματα και να επέκειντο πολιτικοί κίνδυνοι και συμφοραί, δια να προβή η αντιπολίτευσις εις το διάβημα τούτο της αποχωρήσεως».

[12] Αργολίς, φ. 242, 2-2-1875. Στο κύριο άρθρο της με τίτλο « Ο κυρίαρχος λαός»  η εφημερίδα καταγγέλλει ως «μια των σκληροτέρων ειρωνιών» τον τίτλο της κυριαρχίας του λαού και τονίζει:

« Αλλά και εν ονόματι του κυριάρχου λαού αι αντιπολιτεύσεις εξεπόρθησαν πάντοτε την εξουσίαν. Οι αγύρται εύρον στάδιον ευζωΐας και δόξης· τα αγνά αισθήματα εξητμίσθησαν κα αι ελπίδες αι φαιδραί και οι ιεροί εθνικοί πόθοι απεμαράνθησαν και  εσφαγιάσθησαν». Ακολουθεί εκτεταμένη παρουσίαση και της οδυνηρής  κατάστασης  της ελληνικής υπαίθρου και της  πολιτικής που ακολούθησαν οι μέχρι τότε κυβερνήτες στους διάφορους τομείς και  καταλήγει θέτοντας το αίτημα της εθνικής αναγέννησης από τον ίδιο το λαό: «Διότι φρονούμεν, ότι η ηθικοπολιτική του έθνους αναγέννησις θέλει επέλθει ουχί εκ των άνω, ελέω θεού και κυβερνώντων, αλλ’ εκ των σπλάγχνων αυτού του λαού, δια της βαθμιαίας αυτού μορφώσεως και αναπτύξεως». Οι διαπιστώσεις της εφημερίδας, που ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, είναι ενδεικτικό στοιχείο ότι η ανάγκη εκσυγχρονισμού ομολογείται και από αυτούς οι οποίοι δε θα συμμερίζονταν την πολιτική Τρικούπη. Την ανάγκη να αλλάξει η κατάσταση υιοθετούσε  και ο λαός ως άμεση προτεραιότητα. Μετά την ανάληψη της Πρωθυπουργίας από το Χαρίλαο Τρικούπη ( 27-4-1875), ύστερα από πρόταση του Γεωργίου με σκοπό να διεξάγει εκλογές, η ίδια εφημερίδα σε άρθρο της (φ. 248, 24-5-1875) με τίτλο «Πολιτική επιθεώρηση», αφού εκτιμά ότι η κυβέρνηση ( Ο Τρικούπης  τον Ιούνιο του 1874 είχε δημοσιεύσει το γνωστό άρθρο του «Τις Πταίει;» με το οποίο απαιτούσε την εφαρμογή της αρχής της «δεδηλωμένης » και το δικομματικό σύστημα) έχει τίμιους και ικανούς υπουργούς και έχει παρουσιάσει  κυβερνητικό πρόγραμμα, θέτει το ερώτημα κατά πόσο θα μπορέσει να αποφύγει τον πειρασμό της αυτοσυντήρησης και καταλήγει ότι θα περιμένει να δει την πολιτική Τρικούπη, πριν τον κατακρίνει, γεγονός που σηματοδοτεί ανεκτικότητα που κατά την άποψή μας έχει σχέση και με την ευρύτερη απήχηση που συναντά η περίπτωση Τρικούπη στον ελληνικό λαό: «Η Αργολίς θεωρεί καθήκον αυτής να μη αντιστρατευθεί εκ προοιμίων κατά της νέας κυβερνήσεως· όπως και αν έχουν τα πράγματα, ο κ. Τρικούπης είνε έτι ακηλίδωτος και δημόσιος ανήρ, απολαύων εν Ελλάδι τιμής και αγάπης. Πριν ή τον ίδωμεν πολιτευόμενον δεν είνε θεμιτόν να τον κατακρίνωμεν… Εν τούτοις ας αναμείνωμεν τα πράγματα. Ευχόμεθα δε και ελπίζομεν, ότι θέλουσι δικαιωθεί οι πόθοι και αι εκ του κ. Τρικούπη προσδοκίαι του έθνους. Ο δε Θεός βοηθός!».        

[13] Αργολίς,φ. 254, 30-9-1875. Στο κύριο άρθρο της με τίτλο « Η ΝΕΑ ΒΟΥΛΗ» επισημαίνει ότι η κυβέρνηση Τρικούπη έκανε τίμιες εκλογές και ικανοποίησε το λαό ο οποίος  είδε να πραγματοποιούνται οι ελπίδες των « φιλελευθέρων πατριωτών», εφ’ όσον συνετρίβησαν οι καταπατητές του συντάγματος. Ταυτόχρονα θεωρεί αναγκαία την τήρηση του συντάγματος και την πολιτική αναμόρφωση μέσα από συγκεκριμένες πράξεις. Τέλος προσδιορίζει το πλαίσιο των αναγκών που έχει το έθνος: « …το έθνος έχει πρωτίστην ανάγκην και δικαιούται να ίδη μίαν κυβέρνησιν στερεάν, μόνιμον, κοινοβουλευτικήν και αγαθήν, την τάξιν βασιλεύουσαν, τους φόρους  του συνταγματικώς και τιμίως εισπραττομένους, και το κοινοβούλιόν του σωφρονούν και φιλόπατρι.», δηλαδή παρά την αντιπολιτευτική στάση που γενικώς τηρεί η εφημερίδα απέναντι στον Τρικούπη, κάνει θετική αποτίμηση για τις εκλογές και θέτει ταυτόχρονα τις βασικές απαιτήσεις ενός ευνομούμενου κράτους στη συγκεκριμένη περίοδο, δηλ. την ύπαρξη σταθερών κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων, την τάξη, τη δίκαιη φορολογία αλλά και την τίμια αξιοποίησή της καθώς τη σωφροσύνη και σύνεση του Κοινοβουλίου.

[14] Θεόδωρου Σακελλαρόπουλου, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη-Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922,εκδ.Εξάντας, Αθήνα 1991.Ο συγγραφέας εκτιμά ότι μέχρι το 1880 η πολιτική εξουσία  ήταν διστακτική στην ανάληψη πρωτοβουλιών εκσυγχρονισμού του φορολογικού συστήματος και μάλιστα  στην κατάργηση του φόρου της δεκάτης,  εξαιτίας του κινδύνου μείωσης των εσόδων του κράτους και της δυσπιστίας του λαού στους νέους φοροεισπρακτικούς μηχανισμούς που προτείνονταν. Για την κατάργηση τελικά του φόρου της δεκάτης διατυπώνει τις εξής εκτιμήσεις: « Η κατάργηση της Δεκάτης το 1880 συνδέθηκε τελικά με την τρίτη γενιά των εκσυγχρονιστικών πολιτικών και ιδίως με το όνομα του Χ. Τρικούπη. Η φορολογική μεταρρύθμιση που έλαβε  χώρα, δεν εισήγαγε, ωστόσο, την φορολογία της καθαρής προσόδου. Ο νέος φόρος των αροτριώντων κτηνών διατηρήθηκε για 40 ολόκληρα χρόνια, έως το1919.Το κράτος συνέχιζε έτσι να επιβαρύνει τη συνολική ακαθάριστη παραγωγή, καθώς φορολογούσε το κεφάλαιο και τα όργανα της εργασίας, δηλαδή τα ζώα που χρησιμοποιούνταν ως άροτρα καθώς και μηχανικά άροτρα. Τα αντικίνητρα για την ανάπτυξη της Γεωργίας όχι μόνο δεν εξαλείφονταν αλλά πολλαπλασιάζονταν καθώς τεχνικές τελειοποιήσεις και εντατική καλλιέργεια γίνονταν πλέον απαγορευτικές. Ωστόσο το νέο φορολογικό σύστημα περιείχε μία σημαντική καινοτομία. Καταργούσε το σύστημα ενοικίασης και οδηγούσε στον παραμερισμό του ενοικιαστικού στρώματος…» (σελ.302). Η τελευταία παρατήρηση για την κατάργηση των ενοικιαστών φόρων φαίνεται ότι για τις λαϊκές τάξεις είχε ιδιαίτερη σημασία, εφ’ όσον αυτές υφίσταντο την οδυνηρή αφαίμαξη και εκμετάλλευση.

[15] Αργολίς, φ. 337,15-7-1880. Πρόκειται για την επίσκεψη Τρικούπη στο Ναύπλιο μαζί με τον υπουργό Στρατιωτικών Καραϊσκάκη με σκοπό την «επίσκεψιν των Στρατιωτικών καταστημάτων ». 

[16] Δαναός, φ.7, 8-6-1883. Το κύριο άρθρο έχει τίτλο «Ελληνικέ Λαέ» και έχει ως αφορμή τις επικείμενες δημοτικές εκλογές (3-7-1883). Στο άρθρο αυτό γίνεται επίκληση προς το λαό να αξιοποιήσει σωστά την ψήφο του μπροστά στην επικείμενη χρεοκοπία και την καθημερινή δυστυχία. Στο ίδιο μοτίβο είναι και το άρθρο της ίδιας εφημερίδας στις 15-6-1883.

[17] Δαναός, φ.55,10-3-1885. Με το σύνθημα « Κάτω ο Τρικούπης- Ζήτω η Αντιπολίτευσις » η εφημερίδα  χαρακτηρίζοντας  ως εθνικό αγώνα τις επικείμενες εκλογές,  κάνει σφοδρότατη επίθεση εναντίον του Τρικούπη τον οποίο θεωρεί υπεύθυνο για τη δυστυχία του λαού. Επιχειρεί, επίσης, να δικαιολογήσει τη διάλυση της Βουλής από το Βασιλιά ως αποτέλεσμα εξαπάτησης του από τους Τρικουπικούς και θεωρεί ότι με τις εκλογές τίθεται θέμα ζωής ή θανάτου: « Ή θα κερδήση η αντιπολίτευσις τας εκλογάς και θα ελευθερωθώμεν από την αγριωτέραν τυραννίαν των φόρων, της εφεδρείας, των μονοπωλείων και της αισχράς διοικήσεως, ή θα κερδήση ο Τρικούπης  και τότε άμωμοι εν οδώ αλληλούϊα…». Στο επόμενο φύλλο της εφημερίδας (16-3-1885) δημοσιεύεται  άρθρο με τίτλο «Γρηγορείτε». Σ’ αυτό γίνεται επίκληση προς πολίτες να ενδιαφερθούν για τις επικείμενες εκλογές «διότι είνε μέγας και έκτακτος ο αγών της εκλογής αυτής». Είναι χαρακτηριστικός ο φανατισμός και η εμπάθεια με την οποία απευθύνεται η εφημερίδα προς τους πολίτες αλλά και ο εκφοβισμός που επιχειρεί: «Ανοίξατε τους οφθαλμούς και προσέξατε, έντιμοι πολίται, πάσης τάξεως, Σεις ιδίως οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι επαγγελματίαι εν γένει, οι εργατικοί! Εις Σας έχει στρέψει όλην την επιβουλήν του και την μοχθηρίαν του ο Τρικούπης. Όλα τα  κοινωνικά επαγγέλματα θα τα κάμη μονοπώλιον της Κυβερνήσεως, δια να εισπράξη και νέους φόρους και κάμη την Ελλάδα Έθνος υπαλλήλων, τυχοδιωκτών και επαιτών. Η κυβέρνησις έγινε καπνοπώλης, πετρελαιέμπορος και σπιρτοπώλης. Αύριο θα γίνει παντοπώλης, φαρμακοπώλης , ξυλοπώλης, κηροπώλης και δεν θα αφήση καμμίαν εργασίαν δια τον εργατικόν λαόν ελευθέραν. Τι θα γίνουν τότε οι πτωχοί πληθυσμοί, οι οποίοι ζώσι με τον ιδρώτα του προσώπου των;…Πτωχέ εργάτα, όστις όλην την ημέραν ιδρώνεις αίμα δια να κερδίσεις το ψωμί Σου, νομίζεις, ότι τους μέλει τους Τρικουπικούς, αν Συ αύριον θα πεινάς; Αυτοί είνε πλούσιοι και δεν θα σε λυπηθούν ποτέ. Πρέπει να πέση ο Τρικούπης δια να ελευθερωθεί το Έθνος… Ο Τρικούπης ωθεί το έθνος εις την άβυσσον. Δάνεια και φόρους, φόρους και δάνεια πάντοτε ο αλιτήριος… Αλλ’ οι φρόνιμοι και φιλότιμοι πολίται αυτοί πρέπει να βάλουν τον λίθον του αναθέματος κατά του εθνοκαταράτου συστήματος του Τρικούπη δια να προληφθή η εθνική καταστροφή…Συμπολίται, μη αδιαφορήτε. Τρέξατε, εργασθήτε, φιλοτιμηθήτε! Αγωνισθήτε ανδρείως εις τον εκλογικόν αγώνα και εν έστω το ιερόν σύνθημα όλων μικρών και μεγάλων, Μαύρον εις τους Τρικουπικούς!».        

[18] Αγαμέμνων,φ.32, 5-8-1889. Η εφημερίδα επιχειρεί να παρουσιάσει το μέγεθος της διαφθοράς που υπάρχει στο κράτος και την ευθύνη που έχει, κατά την άποψή της, ο Τρικούπης. Επιλέγει να αναφερθεί σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής και της κρατικής δράσης καταγράφοντας, με αναμφισβήτητες υπερβολές και κομματική εμπάθεια, ποικίλα παραδείγματα , τα οποία, κατά την άποψή της, καταδεικνύουν την αλήθεια και δικαιολογούν τη σκληρή αντιπολιτευτική της δράση. «Εις μάτην εδημοσιεύθη και δι’ αριθμών κατεδείχθη ότι εκ του τελευταίου δανείου και εξ άλλων γνωστών και αγνώστων προελεύσεων, η Α.Μ. ο βασιλεύς ημών ωφελήθη αδίκως, εις βάρος του δυστυχούς Έθνους, δεκάδας εκατομμυρίων. καταφοράται η Κυβέρνησις ημών διαπράττουσα εκτεταμένας καταχρήσεις δια της φάμπρικας των δανείων, των προμηθειών, της κατασκευής πλοίων, των σιδηροδρόμων, των δημοσίων έργων , των μονοπωλείων, των λαθρεμπορίων και των τοιούτων, και μόλις ενίοτε δια των κραυγών της αντιπολιτεύσεως κατορθούται η διάσωσις εκατομμυρίων, ως εις τον σιδηρόδρομον Πειραιώς- Λαρίσης ολίγον έλειψεν να συμβή. Εισαγγελείς Εφετών και Πρόεδροι ανωτέρων Δικαστηρίων κατηγορούνται δια εγκλήματα σοβαρά, Ειρηνοδίκαι  δε  και δημόσιοι κατήγοροι, δέρονται δημοσία υπό των αδικουμένων πολιτών, Νομάρχαι περιφέρονται μεθ’ οπλισμένων κακούργων και απολυμένων οφειλετών του δημοσίου προς ψηφοθηρίαν …Δήμαρχοι και πάλιν δήμαρχοι και πάλιν δήμαρχοι, Τρικουπικοί εννοείται, εκτρέπονται εις μυθώδεις τυραννίας των αντιθέτων συνδημοτών των και εις καταχρήσεις ρητώς ονομαζομένας εν ταις στήλαις των εφημερίδων,…Καθηγηταί και διδάσκαλοι αισχρουργούντες και κρύφα φεύγοντες,   εξ αγραμματοσύνης ή εμπαθείας αδικούντες τους μαθητάς, περιάγουσιν αυτούς εις τοσούτον απογνώσεως, ώστε αυτοκτονούν, βιαιοπραγούν και σχίζουν τα πρωτόκολλα των εξετάσεων, ενώ αλλαχού οι πολίται παραβιάζουν τα δημόσια καταστήματα και εξαφανίζουν τα βιβλία των μεταγραφών και των υποθηκών…αξιωματικοί απελευθερούν τους καταδίκους, χωροφύλακες και αστυνομικοί κλητήρες επιτίθενται εις τας οδούς κατ’ εντίμων γυναικών. Καθημερινώς φόνοι και μαχαιρώματα και κλοπαί και πτωχεύσεις και παραχωρήσεις και επί πάσιν αι ατελεύτηται αυτοκτονίαι ως επί το πλείστον Πελοποννησίων και μηδενός φίλου της κυβερνήσεως, αναγκαίον αποτέλεσμα της αφορήτου διοικήσεως και της χειροτέρας κοινωνικής καταστάσεως, ήτις επήλθεν εκ της δολιωτέρας και δηλητηριωδεστέρας των πληγών, εκ των τρομερών τουτέστιν δανείων τα οποία επί μακρόν χρόνον θα κατατρύχουν τους μεταγενεστέρους , ως κληρονομική φθίσις».

[19] Ο.π. Γίνεται σκληρή κριτική στη στάση του Τρικούπη απέναντι στην Κρητική επανάσταση, χαρακτηρίζεται ο ίδιος «Κρητικοκτόνος» και αποδίδεται η στάση αυτή στην προσπάθεια να διασωθεί η κυβέρνηση: «…Να εκλείψη παν  Κρητικόν ζήτημα, να καταπνιγή πάσα περί Κρήτης Φωνή! η Κυβέρνησις  μόνον να σωθή… Ζήτω ο… Τρικούπης !!!».

[20] Αγαμέμνων, φ. 33, 19-8-1889.Καταγγέλλεται  εκ νέου ο Τρικούπης και επισημαίνεται ο κίνδυνος της κατάργησης της Νομοπεριφέρειας η οποία, όμως, χαρακτηρίζεται ως παράλογος. Πρόκειται για εκλογική ρύθμιση  η οποία είχε καταστή νόμος του κράτους (ΑΤΣΑ΄και ΑΤΣΒ΄του 1886).Ο Γιώργος Χ. Σωτηρέλης, στο βιβλίο του Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909, Ιδεολογία και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991, παρουσιάζει τη σημασία των εκλογικών μεταρρυθμίσεων του 1885 που έγιναν νόμοι του κράτους το 1886. Στη σελ. 242 σημειώνει για τις εκλογικές μεταρρυθμίσεις: «Τότε ο Χαρ. Τρικούπης, στο πλαίσιο της ευρύτερης προσπάθειας για εκσυγχρονισμό της λειτουργίας του πολιτεύματος, επεχείρησε τη τροποποίηση όλων των στοιχείων της εκλογικής γεωγραφίας της ψήφου προτείνοντας με δύο νομοσχέδια…τις ακόλουθες μεταρρυθμίσεις: την διεύρυνση της εκλογικής περιφέρειας στα όρια του νομού, την καθιέρωση του θέσει «εκλογικού πληθυσμού» -του αριθμού δηλαδή των εγγεγραμένων στους  εκλογικούς καταλόγους- ως βάσης για τον προσδιορισμό των εκλεκτέων κάθε εκλογικής περιφέρειας ( αντί του «νομίμου πληθυσμού »), την μείωση του συνολικού αριθμού των εκλεκτέων βουλευτών στο κατώτατο συνταγματικό όριο(150), τον περιορισμό του αριθμού των εκλεκτέων βουλευτών από τις προνομιούχες εκλογικές περιφέρειες και, τέλος , την τροποποίηση του εκλογικού μέτρου και τον υπολογισμό του αριθμού των εκλεκτέων κατά περιφέρεια (νομό)βουλευτών με τη μέθοδο του «αναλογισμού». Να σημειωθεί ότι η εφημερίδα χαρακτηρίζει παράλογη  τη νομοπεριφέρεια, γιατί, όπως φαίνεται, με τη ρύθμιση αυτή  επιχειρείται η ανεξαρτησία του βουλευτή απέναντι στην εκλογική πελατεία. Ο Τρικούπης αιτιολογώντας στο κοινοβούλιο τη μεταρρύθμιση αυτή έλεγε: «Προτείνομεν εύρυνσην της εκλογικής περιφερείας ως καθιστώσαν τον βουλευτήν μάλλον ανεξάρτητον απέναντι των εκλογέων αυτού, ως καθιστώσαν την εκλογήν μάλλον συναφή προς την ιδέαν παρά προς το  πρόσωπον… Η ευρύτης της περιφερείας είναι αναγκαία και δια λόγους έτι της διοικήσεως…».(243) Είναι χαρακτηριστική, επίσης, της αντίληψης του Δηλιγιάννη η  τοποθέτησή του απέναντι στα νομοσχέδια αυτά τα οποία θεωρεί ότι ανατρέπουν βασικές διατάξεις του συντάγματος και τονίζει, ερωτώντας, την προσωπική σχέση βουλευτή και ψηφοφόρου: «Τι άλλο είναι συνήθως η εκλογή ουχί μόνο εν Ελλάδι, αλλά και αλλαχού, παρά η προς τον εκλεγόμενον έκφρασις της εμπιστοσύνης του εκλέγοντος;[…]Ή θέλετε να ρίψητε τους εκλογείς της Ελλάδος εις την άγνοιαν και εις το σκότος, να μην έχωσιν ουδεμίαν πεποίθησιν, να είναι στάχεις υπό ανέμου σαλευόμενοι, και να γίνωσιν έρμαιον ή του πρώτου δημαγωγού είτε του τελευταίου αστυνομικού κλητήρος ή χωροφύλακος;» (σελ.245-246).Από τις αναφορές αυτές είναι σαφές ότι υπάρχει πλήρης διάσταση και εξηγείται γιατί  η εγγράμματη και οικονομική ελίτ  της πόλης του Άργους αντιδρά και σ’ αυτό το μέτρο.  Αντιλαμβάνεται ότι πλήττεται έτσι το σύστημα της εξάρτησης και του ελέγχου των πολιτών. Ο Γ. Χ. Σωτηρέλλης κάνοντας κριτική αποτίμηση των προτάσεων επισημαίνει : «Στο στόχαστρο των εκσυγχρονιστών βρισκόταν ιδίως η καταπολέμηση του «ρουσφετιού» και της «συναλλαγής»,  η αποδυνάμωση  του  ρόλου  των   τοπικών  κομματαρχίσκων » και  ο  περιορισμός  των «επεμβάσεων των βουλευτών εις την διοίκησιν ». Αυτές οι επιδιώξεις, βέβαια, είχαν προοδευτικό χαρακτήρα και απέβλεπαν στην διασφάλιση της γνησιότητας της εκλογικής βούλησης και την εύρυθμη λειτουργία της διοίκησης».(249).

[21] Αγαμέμνων, φ. 42, 1-1-1891. Η εφημερίδα με αφορμή τη διέλευση του Δηλιγιάννη από το Άργος επικροτεί την υποδοχή που του έγινε με την εξής αιτιολογία: «Ναι. Τω απέδωσαν ταύτα, ως ηγέτη της τέως Αντιπολιτεύσεως, ευγνωμοσύνης ένεκεν, διότι έν τε τη Βουλή, και περιοδεία κατεπολέμησε το ειδεχθές και επάρατον Τρικουπικόν σύστημα. Ναι. Τω απέδωσαν ταύτα, διότι παννύχως ηγωνίσατο κατά των ληστρικών και λωποδυτικών Νομοσχεδίων περί Σπαρτάλη, Ατμοπλοϊκής Εταιρίας, κ.λ.π. Ναι.Τω απέδωσαν ταύτα, διότι κατέδειξεν τον ξενόφρονα, και τον άπιστον κ. Τρικούπην, προδότην της πολυπαθούς Κρήτης, ψευδόμενον καθ’ εκάστην εις το πολυθρύλητον ισοζύγιον· καταχραστήν του δημοσίου θησαυρού, είς τε την παργγελίαν των πλοίων, προμήθειαν χόρτου, ίππων, κ.λ.π. καταστροφέα της Δικαιοσύνης και τέλος, διότι ανδρικώς έλεξεν, ότι των ανομημάτων τούτων θα δώση ευθύνας ο κ. Τρικούπης εν καιρώ, οπότε ετέρα αίθουσα τον περιμένει». Έτσι η εφημερίδα υπενθυμίζει την υπόσχεση για παραπομπή του Τρικούπη σε ειδικό Δικαστήριο και επισημαίνει ότι « Η ελαχίστη βραδύτης περί της εις δίκην εισαγωγής του απαισίου κ. Τρικούπη…πιθανόν ν’ ανοίξη χάσμα τι μεταξύ Έθνους και της Κυβερνήσεως, εξ ού να σαλευθώσι τα θεμέλια αυτής…». Δύο χρόνια αργότερα η ίδια εφημερίδα               (Αγαμέμνων, φ. 56, 1-1-1893) κάνοντας ανασκόπηση του περασμένου χρόνου επισημαίνει ότι ό Δηλιγιάννης, όταν ήταν στην αντιπολίτευση,  είχε δηλώσει ότι θα οδηγούσε τον Τρικούπη σε ειδικό δικαστήριο με συγκεκριμένες κατηγορίες. Πράγματι, όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση διατύπωσε κατηγορίες εναντίον του Τρικούπη, για να παραπεμφθεί σε δίκη.  Κατόπιν, όμως , επειδή, φαίνεται ότι και ο ίδιος δε συμμεριζόταν τις κατηγορίες ή σύμφωνα με άλλη άποψη που παραθέτει η εφημερίδα, επειδή «ο Βασιλεύς παρέπεισε τον κ. Δηληγιάννην να μη επιμείνη εις τας κατ’ αυτού κατηγορίας επί τω λόγω ότι αν παρεπέμπετο είς πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδος εις το ειδικόν Δικαστήριον δια καταχρήσεις θα εδυσφημίζετο η Ελλάς εν τη Ευρώπη και θα επιρρονύετο παρ’ αυτή η σημασία της λέξεως Grecos», απάλλαξε τον Τρικούπη από τις κατηγορίες: «… άλλ’ ο κ. Δηληγιάννης τις οίδε ένεκεν τίνων λόγων ανέκρουσε πρύμναν είτα και φανείς , ως αυτός είπεν, μεγάθυμος, απήλλαξε τον κ. Τρικούπην των διατυπωθεισών κατ’ αυτού κατηγοριών ψηφίσας εν τη Βουλή υπέρ της αθωότητός του». Η εφημερίδα θεωρεί ότι αυτό υπήρξε και μια από τις αιτίες για την παραίτηση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη.   

[22] Αγαμέμνων,φ.64, 25-4-1893. Η εφημερίδα στο κύριο άρθρο της με τίτλο «Λαός και Βασιλεύς»  εκτιμά ότι «Το μέγα εθνικόν οικοδόμημα μετά ψυχικού άλγους ορώμεν καταρρέον τους δε εργάτας της καταστροφής μετ’ επιμονής πειρωμένους εισέτι να κατεδαφίσωσι και τα εναπολειπόμενα λείψανα του Εθνικού κτιρίου και να εξαφανίσωσιν εκ του προσώπου της γής παν ό,τι εσεβάσθησαν τόσοι βάρβαροι κατακτηταί κατ’ ακατανόητον της τύχης βούλησιν επ’ αυτού». Υπεύθυνους για την κατάσταση αυτή θεωρεί τους Κυβερνήτας και τους ολέθριους πολιτευτάς . Εκτιμά ότι πλέον «Το ζήτημα δεν εγείρεται μεταξύ Λαού και εντολοδόχων του, διότι ούτοι ως απεδείχθη είναι τα μάλλον σεσηπότα μέλη της κοινωνίας μας , οίτινες δια τας προς την πατρίδα προδοτικάς των υπηρεσίας είναι άξιοι μόνον κοινής περιφρονήσεως , αλλά μεταξύ Λαού και Βασιλέως». Θεωρεί ότι ο Βασιλιάς από το σύνταγμα έχει το δικαίωμα να βασιλεύει και να κυβερνά , ότι δε φέρει καμία ευθύνη για τον Τρικούπη, αφού είναι επιλογή του Λαού, και ότι για να αντιμετωπιστεί η δραματική κατάσταση η λύση θα προκύψει από τη συνεργασία του Λαού με το Βασιλιά που, προφανώς, πρέπει να ασκήσει την εξουσία του.

[23] Η εφημερίδα Αγαμέμνων με σειρά άρθρων της, πριν από τις 10 Δεκεμβρίου του 1893, (φ.84, 12-11-1893, Ας κινηθώμεν, φ.82 14-11-1893,Ομόνοια, φ.83, 28-11-1893,Πολιτική Εξαχρείωσις ) ημέρα κατά την οποία ο Χ. Τρικούπης υποχρεώθηκε να αναγνωρίσει από το βήμα της  Βουλής ότι η πτώχευση ήταν πραγματικότητα ως προς τις πληρωμές στο εξωτερικό, επισημαίνει τον κίνδυνο της χρεοκοπίας, χαρακτηρίζει τον Τρικούπη χρεωκόπο και Εφιάλτη, επισείει τον κίνδυνο λαϊκής εξέγερσης,  εκτιμά ότι ο Βασιλιάς θα συμμορφωθεί με τη θέληση του λαού, ζητεί από την αντιπολίτευση ομόνοια, γεγονός που υποδηλώνει εσωτερικές τριβές,  και έντονη προσπάθεια να εκδιωχθεί ο Τρικούπης, πράγμα που ο Λαός θα εκτιμήσει και θα ανταμείψει όσους αγωνιστούν γι’ αυτό. Μετά την πτώχευση η εφημερίδα (φ. 85, 19-12-1893, Θα εισακουσθώμεν;) προτείνει τη διενέργεια εκλογών για αντιμετώπιση της κατάστασης. Σημειώνει χαρακτηριστικά στο παραπάνω άρθρο: «Είναι καιρός νομίζωμεν να προληφθώσι πάντα τα επακόλουθα εκ της επεμβάσεως της Ευρώπης εις τα της χώρας ημών και τα εκ των Λαϊκών εξεγέρσεων, να δοθή το δικαίωμα προς το αγανακτούν πλήθος δια την τοιαύτην οικτράν κατάστασιν των πραγμάτων της χώρας να εκλέξη νέους αντιπροσώπους αυτού προς διακανόνησιν του οικονομικού ζητήματος και ούτω ενώ αφ’ ενός θα ανατεθεί εις τον Λαόν η τοιαύτη βαρεία ευθύνη για το μέλλον της χώρας ημών, αφ’ ετέρου εκ της απασχολήσεως ταύτης δια των νέων εκλογών θα αποσοβηθεί πας κίνδυνος εκ της συσσώμου εξεγέρσεως αυτού…».   

[24] Σ. Τζόκα , ο. π., σελ 15-19.Εκτός των άλλων, ο συγγραφέας σημειώνει ότι ο Τρικούπης υπονομεύθηκε από τον κοτζαμπασισμό, τον παλαιοκομματισμό, τη δημαγωγία ,το λαϊκισμό, το καθεστώς των ημετέρων και την πατρωνεία, επειδή φαινόταν άμεσος ο κίνδυνος  κατάρρευσης του παλαιού πολιτικού κατεστημένου.

[25] Αγαμέμνων, φ.120, 5-5-1895. Στο φύλλο αυτό εκτός από την  έντονη έκπληξη για το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα στην Αργολίδα , δηλαδή την υπεροχή των Τρικουπικών, παρουσιάζονται και τα τελικά αποτελέσματα των επιτυχόντων υποψηφίων:  Ιωάννης Ζωγράφος  3395 –  Ν. Φαρμακόπουλος  3310 –   Ανδ. Καραντζάς  3299.

[26] Δαναός, φ. 57, 21-3-1885. Στο φύλλο αυτό παρουσιάζεται η άφιξη Δηλιγιάννη εν όψει των βουλευτικών εκλογών και η μεγαλειώδης , κατά την εκτίμηση της εφημερίδας,  υποδοχή που του έγινε. Στο επόμενο όμως φύλλο της ίδιας εφημερίδας ( 30-3-1885) υπάρχει άρθρό ιδιαίτερα σκληρό με τον τίτλο Καταδίκη των Υβριστών του Άργους στο οποίο με ιδιαίτερα βαρείς χαρακτηρισμούς κατακρίνονται οι Τρικουπικοί  υποψήφιοι Τσόκρης και Γεωργαντάς, διότι προκάλεσαν την αποστολή   τηλεγραφήματος από Αργείους οπαδούς του Τρικούπη ( Α. Παιδάκης, Γιατρός, Ι. Λαγοδημόπουλος, Δικηγόρος, Επ. Καλλιάρχης Δικηγόρος , Γεώργιος Λύγδας, Δικηγόρος, κ.α.)  στις Τρικουπικές εφημερίδες των Αθηνών (Ώρα, Παλλιγγενεσία, Ακρόπολις, Εφημερίς, Χρόνος των Αθηνών). Με το τηλεγράφημα αυτό έδωσαν μια τελείως διαφορετική και καθόλου ευχάριστη εικόνα για την επίσκεψη του Δηλιγιάννη στο Άργος, ο οποίος φαίνεται να αποδοκιμάστηκε, σύμφωνα με τους συντάκτες του τηλεγραφήματος, και να έφυγε εσπευσμένα από την πόλη. Η εφημερίδα εγκαλεί όλους αυτούς διότι , όπως σημειώνει «…δεν ήτον δυνατόν να φαντασθώμεν, ότι οι υπουργικοί υποψήφιοι Τσόκρης και Γεωργαντάς ήθελον τόσον απομωρανθή εκ του φατριαστικού πάθους των, ώστε να υβρίσωσι και να διαπομπεύσωσιν εις τον έξω κόσμον την πατρίδα μας, ωσεί κατωκείτο αύτη από ζώα τετράποδα!».   

[27] Αγαμέμνων, έκτακτον φύλλον, 5-7-1891.

 

Βιβλιογραφία


 

Εφημερίδες

  1. Αγαμέμνων
  2. Αργολίς,
  3. Άργος
  4. Δαναός
  5. Δαναός, Εφημερίς του ομωνύμου συλλόγου
  6. Ερασίνος,
  7. Ευθύνη

Δημοσιευμένες δευτερογενείς πηγές

  • Βεργόπουλος  Κωνσταντίνος, «Τα δύο κόμματα», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ, σελ.22-39.
  • Hobsbawm E.J. : Η εποχή των επαναστάσεων1789-1948, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1990 – Η εποχή του κεφαλαίου 1848-1875, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1994 – Η εποχή των αυτοκρατοριών 1875-1914, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000.
  • Σακελλαρόπουλος Θεόδωρος, Θεσμικός Μετασχηματισμός και Οικονομική Ανάπτυξη- Κράτος και Οικονομία στην Ελλάδα 1830-1922,  εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1991.
  • Σωτηρέλης Γιώργος Χ.,  Σύνταγμα  και  εκλογές  στην Ελλάδα  1864 -1909, Ιδεολογία Και πράξη της καθολικής ψηφοφορίας, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1991.
  • Τσουκαλάς Κωνσταντίνος, «Η ανορθωτική προσπάθεια του Χαριλάου Τρικούπη 1882-1895» Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήναι 1975, τόμος  ΙΔ,  σελ. 22-39.
  • Τζόκας Σπύρος, Ο Χαρίλαος Τρικούπης και η συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους, Οδοιπορικό στον 19ο αιώνα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα 1999.
  • Χαραλάμπης Δημήτρης, Πελατειακές σχέσεις και λαϊκισμός, Η εξωθεσμική συναίνεση στο  ελληνικό  πολιτικό  σύστημα  πολιτικό, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 1984.

 

Βασίλης Τσιλιμίγκρας

Φιλόλογος – Σχολικός Σύμβουλος

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα, ως αφορμή του εμφυλίου πολέμου. Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης, Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ι. Εισαγωγή

 

Χαρακτηριστικό γνώρισμα του Δικαίου είναι ότι δεν ανέχεται την ανεύθυνη άσκηση της εξουσίας. Από τον κανόνα αυτό δεν εξαιρείται ούτε ο ανεύθυνος ανώτατος άρχων· και για τις πράξεις η παραλείψεις του, κάποιος πάντοτε ευθύνεται. Οι υπουργοί υπέχουν ποινική [1] και αστική ευθύνη, εκ μόνου του συμπτωματικού γεγονότος, ότι σε δεδομένη στιγμή άσκησαν υπουργικά καθήκοντα.

 Η υπουργική ευθύνη καθιερώθηκε στην Ελλάδα, από το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου, το οποίο όριζε, ότι: Οι υπουργοί είναι υποκείμενοι εις ευθύνην καθώς και ο Γενικός Γραμματεύς του Εκτελεστικού:  α. Αν εναντίον τι πράξωσι της εθνικής ασφαλείας, της ιδιοκτησίας και της ατομικής ελευθερίας. β. Αν παραβώσι τούς καθεστώτας Νομους, υπογράφοντες η ενεργούντες διαταγήν του Εκτελεστικού, ασύμφωνον με αυτούς· γ. Αν υποπέσωσιν εις κατάχρησιν των δημοσίων χρημάτων, τα οποία εμπιστεύονται εις αυτούς.

Υποβαλλομένης κατηγορίας, κατά υπουργού, διοριζόταν εννεαμελής επιτροπή, η οποία εξέταζε τη βασιμότητά της. Στη συνέχεια η Βουλή, με την πλειοψηφία των 4/5 κήρυσσε τον κατηγορούμενο έκπτωτο του αξιώματός του και τον παρέπεμπε να δικασθεί στο Γενικόν της Ελλάδος Κριτήριον. Τα ίδια επανέλαβε το 1823 το Σύνταγμα της Β’ Εθνοσυνελεύσεως του Άστρους (ο Νόμος της Επιδαύρου).

Η ρύθμιση δεν ήταν ορθή, διότι μόλις εδίδετο άδεια καταδιώξεως, επιβαλλόταν και η ποινή. Και μάλιστα η αυστηρότατη ποινή της εκπτώσεως, προτού καταδικασθεί ο υπουργός. Και η έκπτωση, ως ποινή, επιβάρυνε τη θέση του στο δικαστήριο, αφού είναι η ατιμωτέρα ποινή για πολιτικό άνδρα.

 

ΙΙ. Έλληνες εναντίον Ελλήνων

 

Βάσει αυτών των διατάξεων,  παραπέμφθηκαν το φθινόπωρο του 1823, δύο Υπουργοί της Κυβερνήσεως· ο Χαράλαμπος Περρούκας και ο Ανδρέας Μεταξάς (1790-1860), καθώς και οι Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1770-1848) και Σωτήριος Χαραλάμπης (1760-1826), τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους.

 

Α. Η καθαίρεση του Χαράλαμπου Περρούκα

 

 «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

 

Μετά  τις επιτυχίες των δύο πρώτων ετών κατά των Τούρκων, το κύρος των στρατιωτικών αυξήθηκε εις βάρος των πολιτικών. Εν τω μεταξύ, τα ποσά που είχαν συγκεντρωθεί είχαν δαπανηθεί για τον εφοδιασμό του στρατού. Η φορολογία της δεκάτης δεν απέδωσε, όπως και το αναγκαστικό δάνειο του Μαρτίου 1822. Συνεπεία όλων αυτών, άρχισε ο ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτικών, που είχαν επικρατήσει στην Α’ Εθνοσυνέλευση, και των στρατιωτικών, που θεωρούσαν ότι είχαν παραγκωνισθεί, στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Τον Φεβρουάριο του 1823 συνέρχεται η Β’ Εθνική Συνέλευση στο Άστρος.

Η πρόταση της Συνελεύσεως, περί εκποιήσεως μέρους των εθνικών κτημάτων, δημιούργησε το σπέρμα του εμφύλιου πολέμου. Κατά το Σύνταγμα, το Βουλευτικό αποφάσιζε για δάνεια και για την εκποίηση των εθνικών κτημάτων «αναλόγου με την χρείαν».

Οι πρόκριτοι και οι κοτζαμπάσηδες, ως πλούσιοι, επεδίωκαν την εκποίηση, γιατί αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση των εθνικών κτημάτων, ενώ οι στρατιωτικοί, ως αγρότες στη συντριπτική τους πλειοψηφία, ζητούσαν τη διανομή των εθνικών γαιών. Από τη σύνθεση των δύο σωμάτων, ήταν φανερό ότι το μεν Εκτελεστικό εξέφραζε τούς στρατιωτικούς και την Πελοπόννησο, το δε Βουλευτικό τούς πολιτικούς και την Ύδρα, κεφαλή της ναυτικής δύναμης, η οποία ενίσχυε τούς πολιτικούς και απέβλεπε να εισέλθει στην κυβέρνηση.

Η αντιπαράθεση των δύο πολιτικών σωμάτων εντεινόταν, εν όψει της επικείμενης άφιξης του Λόρδου Βύρωνος, ως απεσταλμένου του φιλελληνικού κομιτάτου του Λονδίνου και του δανεισμού από την Αγγλία. Και τούτο, διότι όποιος ήλεγχε το Εκτελεστικό, θα ήταν και ο επίσημος συνομιλητής με τον Βύρωνα· αλλά και όταν εδίδετο το δάνειο θα ενισχυόταν από αυτό. Πληροφορημένος γι’ αυτά ο Διονύσιος Σολωμός, γράφοντας τον Ύμνο εις την Ελευθερία, εκλιπαρεί  τούς Έλληνες να επιδείξουν ομόνοια.

Ο Κολοκοτρώνης παραιτείται από την αντιπροεδρία του Εκτελεστικού στις 13 Οκτωβρίου 1823, και προσφέρεται να υπηρετήσει ως απλός στρατιώτης. Όμως, η παραίτησή του δεν δίδεται στη δημοσιότητα. Το Βουλευτικό, από τη Σαλαμίνα, όπου είχε καταφύγει για ασφάλεια, έρχεται στο Άργος, προσκαλώντας και το Εκτελεστικό να έλθει εδώ από το Ναύπλιο.

Στις 10 Νοεμβρίου, άρχισαν οι συνεδριάσεις του Βουλευτικού, με προδιαγεγραμμένο σχέδιο κατά του Εκτελεστικού. Μετά από δύο ημέρες, (12 Νοεμβρίου) συζητήθηκε το θέμα, για την προκήρυξη του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα, περί μονοπωλίου του άλατος, και αποφασίσθηκε να κληθεί σε απολογία ο υπουργός.

Ο Χαράλαμπος Περρούκας (; -1824) καταγόταν από επιφανή οικογένεια του Άργους, η οποία το 1798 ίδρυσε το πρώτο σχολείο στην πόλη του. Ο ίδιος ήταν μεγαλέμπορος και διατηρούσε κατάστημα στην Πάτρα και στο Άργος. Με την κήρυξη της Επαναστάσεως, οι Τούρκοι κατέστρεψαν το εδώ κατάστημα του. Τον Ιούνιο του 1823, κατηγορήθηκε ότι δημιουργούσε φατρίες στο Άργος και εστάλη παραγγελία στο υπουργείο Εσωτερικών να τον συνετίσει.

Ο Περρούκας είχε εκδόσει προκήρυξη περί μονοπωλίου του άλατος, επειδή ήταν επείγουσα η ανάγκη να βρει χρήματα να πληρώσει τον Νικηταρά, για τα τρόφιμα που έστειλε στον Ανδρούτσο, όταν του ανατέθηκε η εκστρατεία στην Εύβοια. Εκδίδοντας την προκήρυξη, χωρίς την προηγούμενη απόφαση του Βουλευτικού, αυθαιρέτησε, και «το ανομοθέτητον ως νομοθετημένον απεφάσισε».

Το Βουλευτικό δεν ήταν διατεθειμένο να ψηφίζει εισηγήσεις των υπουργών, διότι νόμιζε, ότι, ψηφίζοντας τις προτάσεις των υπουργών, εξυπηρετούνταν το Εκτελεστικό, ακόμη και στην περίπτωση, που υπήρχε πραγματική ανάγκη. Εφ’ όσον η κυβέρνηση δεν ήλεγχε την Βουλή, μοιραία ήταν η σύγκρουση των δύο εξουσιών.

Στις 13 Νοεμβρίου συγκροτήθηκε η προβλεπόμενη από το Σύνταγμα του Άστρους, εννεαμελής επιτροπή και κλήθηκε στο Άργος ο  Περρούκας να απολογηθεί, διότι «παρενόμησε εκδούς προκήρυξιν περί μονοπωλίου άλατος, μη προηγουμένου νόμου». Εκείνος, με επιστολή του από το Ναύπλιο, δήλωσε ειρωνικά αδυναμία να μεταβεί, διότι μόλις είχε επιστρέψει από την Καρύταινα και «ευρισκόμενος από τον κόπον της οδοιπορίας ολίγον ανύμπορος ο δούλος σας, εμποδίσθην κατά το παρόν, έχων προ οφθαλμών μετ’ ολίγον να εκτελέσω το προσταττόμενον».

Το Βουλευτικό στις 24 Νοεμβρίου ενέκρινε ομοφώνως την πρόταση της Επιτροπής «καθ’ ην γίνεται υπεύθυνος και έκπτωτος του υπουργήματός του και ως απλούς πολίτης να κριθή οπού ανήκει». Με διακήρυξή του προς το Πανελλήνιον γνωστοποιεί σε κάθε Έλληνα ότι είναι ελεύθερος να αγοράζη και πωλή το τόσον αναγκαίον άλας εις τον λαόν.

 

 Β. Η παραπομπή του Ανδρέα Μεταξά και έντεκα βουλευτών

 

«πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι»

 

Μεταξάς Π. Ανδρέας

Εν τω μεταξύ, το Βουλευτικό παρέπεμψε το μέλος του Εκτελεστικού Ανδρέα Μεταξά, διότι «αφήσας δια μερικά πράγματα τα κοινά της πατρίδος … με την απουσίαν του ενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως». Η νέκρωση των εργασιών οφειλόταν στο ότι ο Μεταξάς, όπως και ο Περρούκας, είχε μεταβεί στην Καρύταινα μαζί με τον Κολοκοτρώνη για να αποτρέψουν τον εμφύλιο πόλεμο, που υπέβοσκε. Από την απουσία δε του Μεταξά απέμειναν μόνο δύο μέλη του Εκτελεστικού (ο Πετρόμπεης και ο Χαραλάμπης) και δεν υπήρχε απαρτία.

Το Βουλευτικό αγνόησε τις εξηγήσεις του Εκτελεστικού και συγκρότησε Επιτροπή, η οποία την ημέρα που καθαιρέθηκε ο Περρούκας, διαβίβασε αναφορά προς το Βουλευτικόν, κατά την οποία «…. εύρομεν διαπράξαντα τον κύριον Μεταξάν ουχί έγκλημα προσβάλλον τον νόμον, αλλ’ έγκλημα καθοσιώσεως, …. ανατρέπον τα θεμέλια του Οργανικού Νομου,….. γενόμενος ου μόνον παραβάτης, αλλά καθαιρέτης του νόμου, ώστε ουδέ απολογίαν επιδέχεται το αμάρτημα…».

Την επομένη (25 Νοεμβρίου), το Βουλευτικό κήρυξε έκπτωτο τον Μεταξά, με ψήφους έξι έναντι τριών, διότι «έπραξε έγκλημα καθοσιώσεως και εφάνη καθαιρέτης του οργανικού Νομου, και αφήσας τον χώρον απενέκρωσε τας εργασίας της Διοικήσεως και διέλυσε το Εκτελεστικόν Σώμα, πορευθείς όπου τα καθήκοντά του δεν τον διορίζουσι». Αντικαταστάτης του Μεταξά στο Εκτελεστικό «εξελέγη παμψηφεί» ο Κωλέττης. Η καταδικαστική απόφαση ήταν προειλημμένη, διότι προτού συγκροτηθούν οι επιτροπές για τις υποθέσεις Περρούκα και Μεταξά είχε κληθεί ο Κωλέττης να αντικαταστήσει τον Μεταξά.

Ταυτόχρονα με την παραπομπή του Μεταξά, το Βουλευτικό, με άλλο έγγραφό του παρέπεμψε και τούς βουλευτές, οι οποίοι «ως λιποτακτήσαντες και εναντίον της τάξεως μακράν του Βουλευτικού Σωματος καθήμενοι εν Ναυπλίω», δεν έρχονταν στο Άργος. Με μία ψήφο κατά, οι βουλευτές κηρύχθηκαν έκπτωτοι και αποφασίσθηκε να ζητηθεί από τις επαρχίες τους να στείλουν άλλους αντιπροσώπους.

 

 Γ. Ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος

 

Η καθαίρεση από το Βουλευτικό του Χαράλαμπου Περρούκα, με την κατηγορία της υπερβάσεως καθηκόντων, ήταν η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Εμφύλιος Πόλεμος μεταξύ Εκτελεστικού και Βουλευτικού.

Δημήτριος Τσώκρης

Οι στρατιωτικοί υπερασπίζονται το Εκτελεστικό. Ο Κολοκοτρώνης διατάσσει τον γιο του Πάνο να διαλύσει το Βουλευτικό. Στις 26 Νοεμβρίου 1823, ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Νικηταράς και ο Τσώκρης, μαζί με 200 στρατιώτες, έρχονται στο Άργος, κτυπούν τη φρουρά του Βουλευτικού και εισβάλλουν στην αίθουσα συνεδριάσεως. Ο Πάνος διαμαρτύρεται, γιατί το Βουλευτικό εμποδίζει το Εκτελεστικό να εκποιήσει εθνικά φθαρτά κτήματα του Ναυπλίου, για να πληρώσει τούς στρατιωτικούς, ενώ αντίθετα εκποιεί και πληρώνει τούς μισθούς των ναυτικών  της Ύδρας και Σπετσών. Λογομαχεί με τον Λόντο, εκτρέπονται σε ύβρεις και ο Πάνος μαζί με τούς συν αυτώ διαλύουν το Βουλευτικό, βιαιοπραγούν κατά των βουλευτών και λεηλατούν τα σπίτια τους. Ο Πάνος παίρνει μαζί του τα Αρχεία, τα οποία παραδίδει, με τη βοήθεια του Μακρυγιάννη, στον πολιτάρχη του Άργους Θ. Ζαχαρόπουλο, γυναικάδελφο του Νικηταρά.

Ο Κολοκοτρώνης τελικά υποχωρεί, αναγνωρίζει την κυβέρνηση Κουντουριώτη, η οποία, εν όψει των κινδύνων, του χορηγεί αμνηστία στις 28 Απριλίου 1824 και αποτρέπονται προσωρινά οι περαιτέρω εμφύλιες εχθροπραξίες.

Εν τω μεταξύ, συνήφθη το πρώτο αγγλικό δάνειο (800.000 λίρες) με εγγύηση τα εθνικά κτήματα. Δυστυχώς, μετά από λίγο θα επακολουθούσε ο Β’ Εμφύλιος Πόλεμος, με μήλον της έριδος τη διαχείριση του αγγλικού δανείου και αιτία την αντιζηλία μεταξύ Πελοποννησίων αφ’ ενός και Ρουμελιωτών και νησιωτών αφ’ ετέρου.

 

 Δ. Η καθαίρεση των Πετρόμπεη και Σωτ. Χαραλάμπη

 

Οι αποφάσεις του Βουλευτικού θεωρήθηκαν αυθαίρετες και άκυρες στο Ναύπλιο, εν όψει ότι δεν υπήρχε απαρτία. Το Βουλευτικό (εκτός των 10 βουλευτών που έμειναν με το Εκτελεστικό) κατέφυγε στις 3 Δεκεμβρίου στο Κρανίδι, για να έχει την προστασία της Ύδρας. Από εκεί, κατήργησε το Εκτελεστικό και διόρισε νέο Εκτελεστικό με πρόεδρο τον Γ. Κουντουριώτη. Δημιουργούνται δύο κυβερνήσεις· μία το Παλαιό Εκτελεστικό, η κυβέρνηση της Τριπολιτσάς και άλλη το Νέο Εκτελεστικό η κυβέρνηση του Κρανιδίου.

Το Βουλευτικό κατήγγειλε στον λαό τη βιαία διάλυσή του και τη κυβέρνηση της Τριπολιτσάς, διότι αδιαφορούσε «ως προς τα καθήκοντα του νόμου, οποιασδηποτούν και αν είησαν ποιότητος και βαθμού» και της επέρριψε την ευθύνη για τα γεγονότα του Άργους. Στη συνέχεια, όρισε Επιτροπή, για να δικάσει τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και τον Σωτήρη Χαραλάμπη. Η Επιτροπή υπέβαλε στις 19 Δεκεμβρίου 1823 το κατηγορητήριο, που περιελάμβανε δεκατρείς κατηγορίες. Μεταξύ αυτών ήταν ότι ενώ κηρύχθηκαν έκπτωτοι οι Περρούκας και Μεταξάς αυτοί εξακολουθούσαν να ασκούν τα καθήκοντά τους.

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης απηύθυνε έκκληση προς το Βουλευτικό, για συμβιβασμό, όπως και προς τον Καποδίστρια, προσκαλώντας τον να αναλάβει τα ηνία της Ελλάδος, αλλά ο τελευταίος, δεν θεώρησε σοβαρή την πρόταση, διότι προερχόταν μόνο από μία πολιτική μερίδα, που την αντιμαχόταν η άλλη.

Στις 5 Ιανουαρίου 1824, η Βουλή ομοφώνως κατεδίκασε αναπολόγητους και καθαίρεσε, τούς Πετρόμπεη και Χαραλάμπη, αφού προηγουμένως απέτυχε τελευταία μεσολαβητική προσπάθεια του Χρυσοσπάθη, απεσταλμένου Πετρόμπεη, για συμβιβασμό. Οι Κολοκοτρώνης, Μαυρομιχάλης, Χαραλάμπης και ο επίσκοπος Μεθώνης Γρηγόριος, ζήτησαν στις 21 Φεβρουαρίου πάλι, τη μεσολάβηση του Ανδρέα Ζαΐμη, για συμβιβασμό και ο Κωνσταντίνος Μεταξάς έκανε διάβημα για συνδιαλλαγή. Συναντήθηκε με τον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα και επανέλαβε πρόταση του Δημ. Υψηλάντη για συμβιβασμό. Πρότεινε να ανατεθεί η προεδρία του Βουλευτικού στον Πετρόμπεη, να αναγνωρισθεί ο Χαραλάμπης μέλος του Εκτελεστικού, να αμνηστευθούν όσοι ακολούθησαν τον Πετρόμπεη στην Τριπολιτσά και να επανέλθουν στο Βουλευτικό. Η κυβέρνηση του Κρανιδίου δεν έστερξε, διότι επεδίωκε τη διάλυση της κυβερνήσεως της Τριπολιτσάς. Έτσι άρχισε ο αποκλεισμός του Ναυπλίου τον Μάρτιο του 1824, για να συνεχισθεί ο εμφύλιος, με μια μικρή θερινή ανάπαυλα, επί δύο χρόνια. Όλη η Πελοπόννησος ταράσσεται από φονικές συμπλοκές. Ο εμφύλιος φουντώνει και θα λήξει με την πτώση του Μεσολογγίου μετά από δύο χρόνια.

Κι’ όμως! Το 1823, η Τουρκία βρισκόταν σε δυσχερή θέση, από αντικειμενικούς λόγους.  Είχε υποχρεωθεί να πολεμήσει κατά της Περσίας, στέλνοντας ισχυρή δύναμη στα σύνορα, ο πόλεμος κατά του Αλή πασά στην Ήπειρο είχε κάμψει την οικονομία της και μια πυρκαγιά στην Κωνσταντινούπολη είχε καταστρέψει αποθήκες πολεμικού υλικού. Ο υπουργός Εξωτερικών της Αγγλίας Γ. Κάννιγκ (1770-1827) αναγνώρισε την εθνικοαπελευθερωτική φύση της Επαναστάσεως και οι Τούρκοι αποσύρθηκαν από τα φρούρια της Χαλκίδας και της Καρύστου, καθώς επίσης, μετά τον θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη στο Κεφαλόβρυσο του Καρπενησίου (8 Αυγ. 1823), απέτυχαν να καταλάβουν το Αιτωλικό. Αντί να εκμεταλλευθούμε τη δυσμενή θέση του Σουλτάνου, οδηγηθήκαμε στη διχόνοια και σε έναν υπερδιετή εμφύλιο πόλεμο. Ελάττωμα, που αφήνουμε να εκδηλωθεί σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές, όπως συνέβη αργότερα κατά τούς δύο Παγκοσμίους πολέμους, τον 20ο αιώνα. Τα αίτια της διχόνοιας θεωρείται ότι ήσαν κυρίως πολιτικά και δευτερευόντως κοινωνικά. Έχει σημειωθεί (Π.  Κανελλόπουλος), δυστυχώς, προσφυώς, ότι «Η Δοξα στην ελληνική ιστορία, δεν περπάτησε ποτέ μονάχη. Την παίρνει από πίσω, πάντοτε, αργά η γρήγορα, η διχόνοια, ο διχασμός».

 

Υποσημείωση


 

[1] βλ. εκτενέστερα Ευρ. Μπέσιλα-Βήκα,  Ο θεσμός της ποινικής ευθύνης των υπουργών στο Ελληνικό και Συγκριτικό Συνταγματικό δίκαιο, (διδ. δ.), 1985, Νικ. Σοϊλεντάκης, Υπουργοί στο Εδικό δικαστήριο (1821-2000), εκδ. Παπαζήση, 2005.

 

Νικόλαος Π. Σοϊλεντάκης,

Δρ Νομικής – Πρόεδρος Εφετών Διοικητικών Δικαστηρίων.

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Το χρονογράφημα στο Άργος του 19ου αιώνα (1883-1889). Παναγιώτης Ν. Ξηντάρας, Φιλόλογος. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

Ο αρχικός υπεσχημένος τίτλος της ανακοίνωσης «Το χρονογράφημα στο Άργος του 19ου αιώνα (1883-1889)», στο έγγραφο πρόγραμμα του συνεδρίου, συμπληρώνεται ως εξής: «Το χρονογράφημα ως επιστολή, ως είδηση, ως αρθρομαχία και λιβελογράφημα στο Άργος του 19ου αιώνα». Μπορεί, όμως, όπως έδειξε η έρευνα, να εναλλάσσεται, κατά κειμενικά είδη, με αντίστροφη μορφή: «Η είδηση, η επιστολή, η αρθρομαχία και το λιβελογράφημα ως χρονογράφημα», για να δηλώσει τις συνδηλώσεις των τεσσάρων πρώτων δημοσιογραφικών ειδών, τα οποία προσεγγίζουν το πέμπτο, δηλαδή το χρονογράφημα και το διασταυρώνουν.

Εφημερίδες

Το κειμενικό αυτό είδος αναπτύχθηκε, ιδιαίτερα, στα τέλη του 19ου και  στο πρώτο τέταρτο του 20ου αιώνα, κυρίως στον αθηναϊκό τύπο. Αλλά μέχρι σήμερα δεν έχει τύχει της δέουσας επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας.

Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι να φέρει σε φως, αν το δημοσιογραφικό και συνάμα λογοτεχνικό είδος του χρονογραφήματος καλλιεργήθηκε από τον επαρχιακό τύπο του Άργους κατά το 19ο αιώνα. Tο «είδος αυτό του έντεχνου λόγου με λογοτεχνική χροιά», που παρουσιάστηκε πρώτη φορά στη Γαλλία, πριν αρχίσει η Γαλλική Επανάσταση, στην Ελλάδα το εισήγαγε ο Κωνσταντίνος Πωπ το 1848. Επομένως, ο παραπάνω σκοπός  εξειδικεύεται στα ακόλουθα ερευνητικά ερωτήματα:

 

  1. Είναι γνωστό το χρονογράφημα στο Άργος;
  2. Οι λέξεις χρονογράφημα, χρονογραφώ, χρονογράφος απαντούν στις αργειακές εφημερίδες;
  3. Ποιες αργειακές εφημερίδες δημοσιεύουν τέτοια κείμενα και κατά ποια χρονική συχνότητα;
  4. Ποια είναι τα θέματα που απασχολούν τους χρονογραφούντες και από ποιο χώρο τα αντλούν;
  5. Είναι ειδικευμένοι χρονογράφοι που ασχολούνται, αποκλειστικά, με αυτό το είδος ή δημοσιογράφοι που, παρεμπιπτόντως, χρονογραφούν; ή, ακόμη, είναι απλοί συνεργάτες των αργειακών εφημερίδων;
  6. Ποια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συγκεκριμένων χρονογραφημάτων και ποια στοιχεία τους προκαλούν τη χρονογραφική τέρψη ή απλώς δίνουν το στίγμα του χρονογραφήματος, χωρίς ιδιαιτερότητες σημαντικές;
  7. Ποια η σκοπιμότητα του κειμενικού αυτού είδους; θέλει να πληροφορήσει, να παρέμβει, να στηλιτεύσει, να κοινωνιολογήσει, να ερωτολογήσει, να φυσιολογήσει, να υπερασπιστεί, να αμυνθεί;
  8. Ποιοι οι χρονογραφικοί του ήρωες; είναι πλαστά πρόσωπα κειμενικά; είναι πραγματικά από την κοινωνία του Άργους; ποια τα επιμέρους στοιχεία τους; (φύλο, ηλικία, γνώσεις, οικογενειακή κατάσταση).
  9. Σε ποια μορφή γλώσσας είναι γραμμένα; αρχαΐζουσα, καθαρεύουσα, δημοτική, μικτή;
  10. Οι δημοσιογράφοι του Άργους έχουν επαφή με τις αθηναϊκές εφημερίδες; επηρεάζονται από αυτές; εκτιμώνται από τον αθηναϊκό δημοσιογραφικό κόσμο;
  11. Χαρακτηρίζονται οι στήλες με μόνιμο υπέρτιτλο ως χρονογραφήματα ή με άλλες ονομασίες ή είναι άτιτλα κείμενα;
  12. Η θεματολογία των χρονογράφων απεικονίζει τη φυσιογνωμία του Άργους ή είναι γενικότερου ενδιαφέροντος, χωρίς να αποτυπώνεται η τοπική ιδιαιτερότητα;

Σ’ αυτά τα ερωτήματα και, πιθανόν, σε άλλα παραπληρωματικά, θα προσπαθήσει η ανακοίνωση – στηριζόμενη στην εργοκεντρική μέθοδο και στην ανάλυση περιεχομένου – να δώσει απαντήσεις από τις διασωζόμενες εφημερίδες της πόλης του Άργους κατά το 19ο αιώνα, ώστε να φωτίσει το έντεχνο αυτό κειμενικό είδος, που κινείται μεταξύ δημοσιογραφίας και λογοτεχνίας, κλίνοντας άλλοτε προς τον πρώτο άξονα και άλλοτε προς το δεύτερο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το χρονογράφημα στο Άργος του 19ου αιώνα (1883-1889)

 

Read Full Post »

 Η Μη-Φιλελεύθερη Δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας – Αριστείδης Ν. Χατζής


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Φιλοξενούμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα»  την ομιλία του κ. Αριστείδη Ν. Χατζή στο διεθνές συνέδριο «Ancient Greece and the Modern World: The Influence of Greek Thought on Philosophy, Science and Technology» που πραγματοποιήθηκε στην Αρχαία Ολυμπία τον Αύγουστο του 2016, με τίτλο:

 

«Η Μη-Φιλελεύθερη Δημοκρατία της Αρχαίας Αθήνας»

 

Στην αρχαία Αθήνα οφείλουμε το δημοκρατικό πολίτευμα, την αρχή της πλειοψηφίας (ως τον δημοκρατικό τρόπο λήψης αποφάσεων) αλλά επίσης και τη θεσμική κατοχύρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Στην αρχαία Αθήνα όμως παρατηρείται για πρώτη φορά το φαινόμενο του λαϊκισμού. Επιπλέον η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν υπήρξε ποτέ Κράτος Δικαίου. Η δύναμη του Δήμου ήταν σχεδόν ανεξέλεγκτη, δεν υπήρχαν συνταγματικές εγγυήσεις, θεσμικοί έλεγχοι και ισορροπίες και δεν αναγνωρίζονταν ατομικά δικαιώματα. Αρκούσε μια απλή πλειοψηφία πολιτών στην Εκκλησία του Δήμου ή λαϊκών δικαστών για να παραβιαστούν όλες οι αρχές που συνδέουμε σήμερα με το Κράτος Δικαίου. Η έννοια της ελευθερίας στην αρχαιότητα ήταν πολύ διαφορετική από τη σύγχρονη – που την οφείλουμε στον διαφωτισμό και τις μεγάλες επαναστάσεις από το 1776 μέχρι το 1848. Η σύγχρονη αντίληψη οδήγησε στο μοντέλο της κυρίαρχης σήμερα φιλελεύθερης δημοκρατίας. Θα συζητήσουμε το θέμα με αναφορά σε διάσημα ιστορικά επεισόδια και δίκες. Όπως θα δούμε όμως (με αναφορά σε τρία σημαντικά κείμενα) οι φιλελεύθερες ιδέες της ατομικότητας, της ανοχής και του κράτους δικαίου πρωτοεμφανίστηκαν στην αρχαία αθηναϊκή γραμματεία. Οι ιδέες αυτές ήταν πρωτότυπες για την εποχή τους αλλά ταυτόχρονα περιθωριακές, δεν επηρέασαν τους θεσμούς αλλά συνεχίζουν να εντυπωσιάζουν μέχρι και σήμερα.

  1. Αρχαία και Σύγχρονη Ελευθερία

Benjamin Constant (Μπενζαμέν Κονστάν, 1767-1830), πολιτικός και συγγραφέας, ένθερμος φιλελεύθερος από τις αρχές του 19ου αιώνα.

Στις 13 Φεβρουαρίου του 1819, τριάντα χρόνια μετά το ξέσπασμα της Γαλλικής Επανάστασης και τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Παλινόρθωση των Βουρβόνων, ο Benjamin Constant, από τους κορυφαίους φιλελεύθερους διανοούμενους της εποχής, εκφώνησε έναν από τους σημαντικότερους λόγους στην ιστορία της πολιτικής σκέψης.

Ο Constant ήταν 52 ετών, βετεράνος πολιτικός και συγγραφέας αλλά και μια προσωπικότητα που ενέπνεε κύρος στη γαλλική κοινωνία. Η διάλεξη δόθηκε στο Athénée Royal, υπό τον τίτλο: «Η ελευθερία των Αρχαίων εν συγκρίσει προς εκείνην των Νεωτέρων» (De la libertι des Anciens comparιe à celle des Modernes). Για σχεδόν 150 χρόνια παρέμεινε ξεχασμένη μέχρι που ανασύρθηκε από την αφάνεια από σύγχρονους μελετητές.

Το βασικό επιχείρημα του Constant είναι πολύ απλό: η Αθήνα ήταν δημοκρατία αλλά όχι φιλελεύθερη δημοκρατία. Αν και ήταν η καλύτερη αρχαία δημοκρατία, δεν θα μπορούσε να συγκριθεί με τις πλέον προοδευτικές δημοκρατίες των αρχών του 19ου αιώνα. Ο λόγος βέβαια ήταν ότι αν και οι Αθηναίοι πολίτες ήταν ελεύθεροι, δεν ήταν όμως τόσο ελεύθεροι όσο τα άτομα στις σύγχρονες φιλελεύθερες συνταγματικές δημοκρατίες.

Αλλά ας δούμε πρώτα τι σημαίνει ο όρος «φιλελεύθερη δημοκρατία».

James Madison (Τζέιμς Μάντισον, 1751-1836), τέταρτος Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής.

Η Δημοκρατία είναι στην πραγματικότητα ένας τρόπος να λαμβάνονται συλλογικές α-ποφάσεις. Ο δημοκρατικός τρόπος λήψης συλλογικής απόφασης βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας. Όταν υπάρχει κάποια διαφωνία (και στη γνήσια δημοκρατία υπάρχουν πάντα διαφωνίες) η απόφαση από την πλειοψηφία εξασφαλίζει την πολιτική νομιμοποίηση γιατί φαίνεται, και είναι ένας δίκαιος τρόπος και επιπλέον ο πιο συμβατός με την ελευθερία. Η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, που βασίζεται στην αρχή της πλειοψηφίας, ισοδυναμεί με τη λεγόμενη «δημοκρατική αρχή», μια αρχή που ανακάλυψαν οι αρχαίοι Αθηναίοι.

Όμως, αναρωτιέται κανείς, είναι πολιτικά επιθυμητό να αποφασίζει η πλειοψηφία για τα πάντα; Όχι βέβαια. Διότι υπάρχει μια περιοχή όπου τα άτομα θα πρέπει να αφήνονται ελεύθερα να αποφασίζουν για τους εαυτούς τους, ακόμα και όταν οι αποφάσεις τους θα επηρεάσουν το σύνολο της κοινωνίας. Αυτή η περιοχή περιχαρακώνεται και προστατεύεται από τα ατομικά δικαιώματα. Είναι μια περιοχή προσωπικής ελευθερίας όπου η κοινωνία, η πλειοψηφία, η κυβέρνηση, δεν μπορούν να επέμβουν. Ποια είναι η έκταση αυτής της περιοχής; Εξαρτάται από το πόση ελευθερία έχει παραχωρήσει στα άτομα η κοινωνία. Ας ονομάσουμε αυτήν την αρχή «φιλελεύθερη». Η φιλελεύθερη αρχή κατοχυρώθηκε θεσμικά για πρώτη φορά από τον James Madison στο Αμερικανικό Σύνταγμα του 1787 και ιδίως στις Τροποποιήσεις (Bill of Rights) που ακολούθησαν δύο χρόνια αργότερα.

Επομένως, σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία υπάρχει μια αυστηρά προσωπική περιοχή που την προστατεύουν τα αρνητικά δικαιώματα. Αυτή η περιοχή πρέπει να προστατεύεται όχι μόνο από μια αυταρχική κυβέρνηση αλλά ακόμα και από τη δημοκρατική πλειοψηφία. Την προστασία θα πρέπει να την εγγυάται το Κράτος Δικαίου και το πιο ισχυρό θεσμικό του όπλο: το Σύνταγμα. Μια κοινωνία όπου ο λαός καλείται τακτικά να εκφράσει τις αξίες, τις προτιμήσεις και τις επιλογές του μέσω της ψήφου και όπου το Κράτος Δικαίου εγγυάται μια εκτεταμένη περιοχή προσωπικής ελευθερίας, είναι μια φιλελεύθερη κοινωνία. Τα άτομα σ’ αυτήν την κοινωνία ελέγχουν τη ζωή τους, είναι προσωπικά αυτόνομα. Η ευημερία τους συνδέεται με τις ατομικές προτιμήσεις τους. Δεν καθορίζεται από την κοινωνία, μια πλειοψηφία ή μια επιτροπή ειδικών. Η ευημερία επιτυγχάνεται από την ικανοποίηση των ατομικών προτιμήσεων μέσω επιλογών και συμβάσεων.

John Stuart Mill (Τζον Στιούαρτ Μιλ 1806-1873). Βρετανός φιλόσοφος, πολιτικός και οικονομολόγος.

Για να καταλάβουμε καλά την αντίθεση της δημοκρατικής με τη φιλελεύθερη αρχή, ας δούμε πώς ο John Stuart Mill υπερασπίζεται το σημαντικότερο ατομικό δικαίωμα: «Ας υποθέσουμε ότι ολόκληρη η ανθρωπότητα, με τη μοναδική εξαίρεση ενός ατόμου, έχει την ίδια άποψη πάνω σ’ ένα θέμα, ενώ το μοναδικό αυτό άτομο έχει αντίθετη άποψη από την υπόλοιπη ανθρωπότητα στο ίδιο θέμα. Ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση η ανθρωπότητα δεν δικαιολογείται να αναγκάσει αυτό το μοναδικό άτομο να σωπάσει, περισσότερο απ’ ότι αυτό το άτομο δικαιολογείται, αν είχε τη δύναμη, να αναγκάσει την ανθρωπότητα να σωπάσει αυτή.» (On Liberty, 1859, II.1).

Η Αθήνα ήταν δημοκρατία, αλλά όχι φιλελεύθερη. Οι Αθηναίοι ανακάλυψαν την αρχή της πλειοψηφίας αλλά όχι τα ατομικά δικαιώματα. Επιπλέον, πολύ δύσκολα θα χαρακτήριζε κάποιος την Αθηναϊκή Πολιτεία, Κράτος Δικαίου. Διότι στο Κράτος Δικαίου, όπως ο Αριστοτέλης το όρισε, ο νόμος είναι πάνω από τους ανθρώπους, ακόμα και τις πλειοψηφίες: «τὸν ἄρα νόμον ἄρχειν αἱρετώτερον μᾶλλον ἢ τῶν πολιτῶν ἕνα τινά, κατὰ τὸν αὐτὸν δὲ λόγον τοῦτον, κἂν εἴ τινας ἄρχειν βέλτιον, τούτους καταστατέον νομοφύλακας καὶ ὑπηρέτας τοῖς νόμοις» (Πολιτικά 3.1287a). Στην αρχαία Αθήνα όμως ο λαός, ο Δήμος, ήταν πολιτικά κυρίαρχος και τίποτα δεν μπορούσε να περιορίσει την εξουσία του. Δεν υπήρχε Σύνταγμα, οι νόμοι μπορούσαν να καταργηθούν ή να αχρηστευθούν ανά πάσα στιγμή από μια περιστασιακή πλειοψηφία και δεν υπήρχε σύστημα θεσμικών ελέγχων και ισορροπιών. Η Αθήνα ήταν μια μη-φιλελεύθερη δημοκρατία.

Αλλά ας δούμε ποιο είναι ακριβώς το επιχείρημα του Constant. Για τον Γάλλο διανοούμενο η ελευθερία στην αρχαία Ελλάδα:

 

συνίστατο στη συλλογική αλλά έμμεση άσκηση πολλών όψεων μιας ακέραιης κυριαρχίας· στη δημόσια διαβούλευση για ζητήματα πολέμου και ειρήνης· στη σύναψη συμμαχιών με ξένους· στην ψήφιση νόμων· στην έκδοση αποφάσεων· στον έλεγχο των δαπανών, των πράξεων και της διαχείρισης των αρχόντων, στην έγκληση των τελευταίων, στην απαγγελία κατηγοριών, στην καταδίκη ή στην αθώωσή τους. Αλλά εάν αυτή υπήρξε η αντίληψή τους για την ελευθερία, θεωρούσαν ταυτόχρονα ότι η τελευταία είναι συμβατή με την πλήρη υποταγή του ατόμου στην αυθεντία του συνόλου. Δεν απαντάται σε αυτούς καμία από τις απολαύσεις που, όπως είδαμε, αποτελούν τμήμα της ελευθερίας των συγχρόνων. Κάθε εκδήλωση της ιδιωτικής ζωής επιτηρείται αυστηρά. Καμία βαρύτητα δεν αποδίδεται στην ατομική ανεξαρτησία, ούτε στη σχέση της με την έκφραση γνώμης, το επάγγελμα και προπάντων τη θρησκεία. Η δυνατότητα να επιλέγει κανείς τη θρησκεία του, την οποία εμείς θεωρούμε ως πολύτιμο δικαίωμα, θα εθεωρείτο από τους αρχαίους εγκληματική και βλάσφημη. Η αυθεντία του κοινωνικού σώματος παρεμβάλλεται και φιμώνει τη βούληση των ατόμων σε ζητήματα που εμείς θεωρούμε τα πλέον ασήμαντα. […] Έτσι στους αρχαίους, το άτομο, αν και σχεδόν πάντα κυρίαρχο στα δημόσια πράγματα, κατέχει θέση δούλου στο πλαίσιο των ιδιωτικών του σχέσεων. Ως πολίτης αποφασίζει για τον πόλεμο και την ειρήνη· ως ιδιώτης περιορίζεται, παρακολουθείται και καταπιέζεται σε όλες του τις κινήσεις. Ως μέρος του συλλογικού σώματος ανακρίνει, καθαιρεί, καταδικάζει, ζημιώνει οικονομικά, εξορίζει και καταδικάζει σε θάνατο τους άρχοντες ή τους ανωτέρους του. Όταν, όμως, υποτάσσεται στο συλλογικό σώμα, μπορεί με τη σειρά του να χάσει τη θέση του, να στερηθεί των προνομίων του, να εξορισθεί και να θανατωθεί από τη διακριτική βούληση του συνόλου στο οποίο ανήκει.

 

Στο σημείο αυτό ο Constant κάνει μια σημαντική διάκριση. Η αρχαία Αθήνα δεν είχε το ίδιο είδος δημοκρατίας με τις υπόλοιπες πόλεις-κράτη. Η Αθήνα ήταν ειδική περίπτωση. Οι Αθηναίοι απολάμβαναν μεγαλύτερη ελευθερία από τους άλλους Έλληνες και η δημοκρατία τους είχε ομοιότητες με εκείνες των σύγχρονων φιλελεύθερων δημοκρατιών:

 

Υπήρχε στην αρχαιότητα μια Πολιτεία, όπου η υποταγή της ατομικότητας στο συλλογικό σώμα δεν ήταν τόσο απόλυτη όσο την περιέγραψα. Η Πολιτεία αυτή υπήρξε η ενδοξότερη όλων. Μαντεύετε βέβαια ότι πρόκειται να μιλήσω για την Αθήνα. […] [Α]πό όλα τα αρχαία κράτη, η Αθήνα είναι αυτή που μοιάζει περισσότερο με τα σύγχρονα. […] Το παράδειγμα της [Αθήνας], θα μπορούσε να μου αντιτάξει κανείς, προκειμένου να αντικρούσει ορισμένες παραδοχές μου. Ωστόσο, το παράδειγμα αυτό πρόκειται αντιθέτως να τις επιβεβαιώσει. Η Αθήνα, όπως έχω ήδη επισημάνει, υπήρξε η πλέον εμπορική από τις ελληνικές Πολιτείες, και παραχωρούσε στους πολίτες της απείρως μεγαλύτερη ατομική ελευθερία από ό,τι η Ρώμη και η Σπάρτη. Εάν μπορούσα να υπεισέλθω σε ιστορικές λεπτομέρειες, θα σας έδειχνα ότι το εμπόριο στάθηκε εκεί αφορμή για την εξάλειψη πολλών διαφορών που διακρίνουν τους αρχαίους από τους σύγχρονους λαούς. Το πνεύμα των εμπόρων της Αθήνας ήταν όμοιο με εκείνο των σύγχρονων. […] Παρατηρείστε, ακόμα, πόσο τα έθιμά τους μοιάζουν με τα δικά μας. […] Ως προς τις σχέσεις τους με τους ξένους, παρατηρούμε ότι επεκτείνουν τα πολιτικά δικαιώματα σε οποιονδήποτε μετοικεί στην πόλη τους με την οικογένειά του και ασκεί κάποιο επάγγελμα ή επιτήδευμα. Τέλος, εντυπωσιαζόμαστε από την υπερβολική αγάπη τους για την ατομική ανεξαρτησία.

 

Όμως, αν και η Αθήνα είχε το πολίτευμα με τη μεγαλύτερη ελευθερία στην αρχαία Ελλάδα, δεν θα μπορούσαμε να την χαρακτηρίσουμε φιλελεύθερη δημοκρατία. Η «πλήρης υποταγή του ατόμου στην αυθεντία του συνόλου» παρατηρείται και εκεί:

Εντούτοις, αρκετές από τις συνθήκες που καθόριζαν το χαρακτήρα των αρχαίων εθνών ίσχυαν και στην Αθήνα. Καθώς υπήρχε ένας πληθυσμός δούλων και περιορισμένα εδαφικά όρια, συναντούμε και εκεί κάποια χαρακτηριστικά της ιδιαίτερης ελευθερίας των αρχαίων. Ο λαός νομοθετεί, ελέγχει τη διαγωγή των αρχόντων, υποχρεώνει τον Περικλή να λογοδοτήσει και καταδικάζει σε θάνατο όλους τους στρατηγούς που ήταν επικεφαλής στη ναυμαχία των Αργινουσών. Ταυτόχρονα εφαρμόζεται ο οστρακισμός, αυτή η νόμιμη αυθαιρεσία που εξαίρεται από όλους τους νομοθέτες της εποχής. Ο ανωτέρω θεσμός, που φαίνεται σε μας εξοργιστικά άδικος, και έτσι πρέπει, αποδεικνύει ότι στην Αθήνα το άτομο παρέμεινε περισσότερο υποταγμένο στην υπεροχή του κοινωνικού σώματος από όσο είναι σε οποιοδήποτε ελεύθερο ευρωπαϊκό κράτος σήμερα. […] Ο οστρακισμός στην Αθήνα εδραζόταν στην υπόθεση ότι η κοινωνία ασκεί απόλυτη εξουσία τα μέλη της. Με αυτή τη λογική θα μπορούσε να δικαιολογηθεί.

 

Προφανώς ο Constant έδωσε, ορθώς, μεγάλη σημασία στο θεσμό του οστρακισμού. Ο θεσμός είναι ασύμβατος με τη φιλελεύθερη δημοκρατία. Τον ενοχλούσε όμως τόσο επειδή ενίσχυε το επιχείρημά του ή επειδή και ο ίδιος είχε ζήσει τόσα χρόνια στην εξορία, διωγμένος από σχεδόν όλες τις αυταρχικές Γαλλικές κυβερνήσεις, ακόμα και τις επαναστατικές; Υπάρχουν άλλα παραδείγματα της μη-φιλελεύθερης φύσης της Αθηναϊκής δημοκρατίας και ενδείξεις απουσίας του Κράτους Δικαίου; Θα παρουσιάσουμε κάποια από αυτά στο τρίτο μέρος αφού συζητήσουμε πρώτα με συντομία τη φύση και την κατευθυντήρια αρχή της Αθηναϊκής Δημοκρατίας.

  1. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία και η Λαϊκή Κυριαρχία

Ο Αριστοτέλης με το δάσκαλό του Πλάτωνα στην Ακαδημία, λεπτομέρεια από το έργο «Η σχολή των Αθηνών», νωπογραφία του Ραφαήλ.

Δεν πρόκειται να αφηγηθώ την ιστορία της ανάπτυξης των δημοκρατικών θεσμών της Αθήνας ούτε πρόκειται να τους περιγράψω. Η βιβλιογραφία (παλαιότερη και πρόσφατη) για την Αθηναϊκή δημοκρατία είναι πλούσια και υψηλής ποιότητας, δεδομένων των περιορισμών που έχουμε στο να καταγράψουμε ένα είδος πολιτικής οργάνωσης που, από πολλές απόψεις, απέχει τόσο πολύ από το δικό μας. Ωστόσο, πρέπει να ξεκαθαρίσω κάποια θέματα και να δώσω ιδιαίτερη έμφαση σε ορισμένα χαρακτηριστικά του Αθηναϊκού συστήματος διακυβέρνησης.

Θα ξεκινήσω με κάτι που σπανίως τονίζεται όταν περιγράφεται η Αθηναϊκή δημοκρατία: η έννοια της δημοκρατίας δεν αναπτύχθηκε θεωρητικώς παράλληλα με τη θεσμική εξέλιξη της Αθηναϊκής δημοκρατίας. Η δημοκρατική θεωρία ήταν σε εμβρυϊκή κατάσταση τον πέμπτο αιώνα π.Χ. Φυσικά μπορούμε να βρούμε μερικές ιδέες που ανέπτυξαν φιλόσοφοι (όπως ο Πλάτωνας) και θεατρικοί συγγραφείς (όπως ο Αισχύλος) ενώ δεν πρέπει να υποβαθμίσουμε τη σημασία του «Επιτάφιου» του Περικλή, ενός από τα σημαντικότερα πολιτικά κείμενα στην ανθρώπινη ιστορία. Αλλά, δεν έχουμε συστηματική (δημοκρατική) πολιτική θεωρία πριν τον Αριστοτέλη.

Από την άλλη πλευρά, η θεσμική εξέλιξη για τουλάχιστον 250 χρόνια (από τις μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα έως το τέλος της Αθηναϊκής ανεξαρτησίας όταν ο Μέγας Αλέξανδρος κατοχύρωνε την εξουσία του στη Νότια Ελλάδα) ήταν ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Ήταν ριζοσπαστική, καινοτόμος και περίπλοκη. Την ίδια στιγμή, όμως, δεν ήταν πάντα σταθερή και βασισμένη σε αρχές. Ακόμη και έναν αιώνα μετά τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, ο μέσος Αθηναίος είχε μια μάλλον ασαφή ιδέα για το τι σήμαινε Δημοκρατία. Οι καθημερινοί άνθρωποι στην Αθήνα, αλλά και οι διανοούμενοι, ταύτιζαν τη δημοκρατία με ένα σύνολο θεσμών που καθιέρωναν τη λαϊκή κυριαρχία. Αλλά για πολλούς από αυτούς, η δημοκρατία δεν ήταν παρά η εξουσία του όχλου αφού οι αμόρφωτοι αγρότες, εργάτες, μικροέμποροι και ναύτες αποτελούσαν πάντοτε την πλειοψηφία. Μια πλειοψηφία που πολύ συχνά έπεφτε θύμα των δημαγωγών, των καιροσκόπων και των σωβινιστών. Παρά την έλλειψη ορισμού, η δημοκρατία ήταν πολύ δημοφιλής στην Αθήνα. Ακόμη και οι εχθροί της προσποιούνταν ότι ήταν δημοκράτες. Οι μεταρρυθμίσεις των Τριάκοντα Τυράννων ονομάζονταν «δημοκρατικές» καθώς την ίδια στιγμή το σκληρό, αυταρχικό καθεστώς εκτελούσε 1.500 επιφανείς δημοκρατικούς.

Γι’ αυτόν τον λόγο ήταν απαραίτητη μια επιπλέον θεσμική εξέλιξη: μια νομική ερμηνεία του όρου δημοκρατία. Αυτή η εξέλιξη ήρθε κάπως αργά. Το 337 π.Χ., κυριολεκτικά στο τέλος του βίου της Αθηναϊκής δημοκρατίας, ο Νόμος του Ευκράτη, ταύτισε τη Δημοκρατία με τη Λαϊκή Κυριαρχία για πρώτη φορά στην ιστορία των θεσμών: ἐάν τις ἐπαναστῇ τῷ δήμῳ ἐπὶ τυραννίδι ἢ τὴν τυραννίδα συνκαταστήσῃ ἢ τὸν δῆμον τὸν Ἀθηναίων ἢ τὴν δημοκρατίαν τὴν Ἀθήνησιν καταλύσῃ, ὃς ἂν τὸν τούτων τι ποιήσαντα ἀποκτείνῃ, ὅσιος ἔστω·

Η πρωτότυπη ιδέα σε αυτό το διάταγμα ήταν το γεγονός ότι το έννομο αγαθό δεν ήταν πλέον (όπως στη προηγούμενη νομοθεσία προστασίας του Πολιτεύματος) η ασαφής έννοια της Δημοκρατίας, αλλά η πιο πολιτικά απτή έννοια της Λαϊκής Κυριαρχίας. Ο Δήμος ήταν η μοναδική πηγή πολιτικής εξουσίας και πολιτικής νομιμοποίησης. Το διάταγμα χαράχτηκε πάνω σε μια μαρμάρινη στήλη, η κορωνίδα της οποίας απεικόνιζε τη Δημοκρατία να στεφανώνει τον καθήμενο μπροστά της Δήμο. Ο πολιτικός συμβολισμός ήταν περισσότερο από ξεκάθαρος.

Στην εκπνοή της, η αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία ήταν μια γνήσια δημοκρατία, ένα πολιτικό σύστημα που παραχωρούσε κυριολεκτικά απόλυτη εξουσία στο λαό. Παραχωρούσε όμως στο λαό και το δικαίωμα να καταχραστεί αυτή την εξουσία, απόλυτα.

  1. Δημοκρατία Δίχως Ατομικά Δικαιώματα

Οι Αθηναίοι πολίτες είχαν δικαιώματα, αλλά αυτά τα δικαιώματα ήταν πολιτικά, όχι ατομικά. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι πολίτες είχαν το δικαίωμα να συμμετέχουν στην πολιτική, να εκλέγουν και να εκλέγονται. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είχαν ένα μερίδιο στην Αθηναϊκή πολιτική κοινότητα – όχι όλοι οι κάτοικοι της Αττικής, φυσικά, αλλά μονάχα ένα 10-12% του συνολικού της πληθυσμού (οι ελεύθεροι, ενήλικοι άντρες, Αθηναίοι πολίτες γεννημένοι στην Αθήνα, αναλογούσαν σε 30.000 από τους 250.000 κατοίκους της Αθήνας του 5ου αιώνα).

Ωστόσο, αυτά τα δικαιώματα δεν ανήκαν στους πολίτες με τον τρόπο που τα ατομικά δικαιώματα είναι συνδεδεμένα με το άτομο σήμερα. Οι Αθηναίοι πολίτες δεν ήταν «άτομα» (ο ατομικισμός δεν είχε επινοηθεί) αλλά τμήματα ενός οργανικού συνόλου. Η «ατομικιστική» συμπεριφορά εξομοιωνόταν με εγωισμό και δεν ήταν ανεκτή από το πολιτικό σύστημα – ο οστρακισμός ήταν η δικλείδα ασφαλείας. Ήταν επίσης κατακριτέα από τη φιλοσοφία και την ποίηση. Όσοι ήρωες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας εμφάνιζαν ανησυχητικά ατομικιστικές τάσεις, κατηγορούνταν για ύβρη και το τέλος τους ήταν προκαθορισμένο.

Τα ατομικά δικαιώματα δεν μπορούσαν να επινοηθούν σε ένα τέτοιο περιβάλλον. Ο Αριστοτέλης έχει περιγράψει τα όρια του ατόμου στην πρώιμη θεωρία του για το κοινωνικό συμβόλαιο, η οποία θυμίζει αρκετά τη θεωρία που θα υποστηρίξει ο Thomas Hobbes, 2 χιλιετίες αργότερα. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να επιβιώσει ως ένα απομονωμένο άτομο γιατί είναι από τη φύση του κοινωνικό ζώο. Η Πόλις προηγείται του ατόμου εκ φύσεως, καθώς το άτομο δεν μπορεί να υπάρχει εκτός της κοινωνίας. Όχι μόνο επειδή δεν είναι αυτάρκης αλλά και διότι δεν μπορεί να υφίσταται ως κάτι ξεχωριστό από την κοινωνία. Και εφόσον δεν μπορεί να είναι ένας θεός, είναι προφανώς ένα κτήνος.

Κατά την ορολογία του Constant: το άτομο δεν ήταν μονάχα υπόδουλο στην κυριαρχία του κοινωνικού συνόλου – ήταν αφύσικο γι’ αυτό να γίνει αντιληπτό ως κάτι ανεξάρτητο του κοινωνικού συνόλου. Αυτή ήταν η συμβατική αντίληψη στην αρχαία Ελλάδα, ακόμα και στη δημοκρατική Αθήνα. Τα ατομικά δικαιώματα, με την έννοια των δικαιωμάτων που περιορίζουν την πολιτική κοινότητα, ήταν επομένως κάτι το αδιανόητο.

  1. Δημοκρατία Χωρίς Κράτος Δικαίου

Άγαλμα του Σωκράτη στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία δεν ήταν μια συνταγματική δημοκρατία. Η Αθήνα δεν είχε σύνταγμα. Έτσι η εξουσία δεν μπορούσε να περιοριστεί. Υπήρχαν βεβαίως νόμοι που προέβλεπαν διάφορες διαδικασίες. Ωστόσο, αυτές οι διαδικασίες θα μπορούσαν να αλλάξουν μάλλον εύκολα, αν το επιθυμούσε μια προσωρινή πλειοψηφία. Η αναδρομικότητα δεν ήταν συνηθισμένη αλλά δεν ήταν και ξένη στο Αθηναϊκό νομικό σύστημα. Δεν υπήρχαν δικαστές αλλά λαϊκοί ένορκοι. Στην πραγματικότητα, οι δίκες στην Αθήνα ήταν λιγότερο δίκες και περισσότερο συνεδριάσεις ενός πολιτικού σώματος με 501 μέλη. Θα ήταν δύσκολο και για τον ικανότερο δικηγόρο να παρουσιάσει στοιχεία και να χρησιμοποιήσει ορθολογικά επιχειρήματα σε ένα τέτοιο σώμα. Αλλά δεν υπήρχαν καν δικηγόροι. Οι κατηγορούμενοι έπρεπε να υπερασπιστούν τους εαυτούς τους με τη βοήθεια μιας αγόρευσης, που είχε προετοιμάσει γι’ αυτούς ένας επαγγελματίας λογογράφος. Το αθηναϊκό ήταν ξεκάθαρα ένα πολιτικό σύστημα στο οποίο κυριαρχούσαν οι άνθρωποι και όχι οι νόμοι.

Δεν επιθυμούμε να υποτιμήσουμε τον προοδευτικό, για την εποχή του, χαρακτήρα αυτού του πολιτικού συστήματος. Οι Αθηναίοι είχαν περισσότερες ασφαλιστικές δικλείδες να τους προστατεύουν από την αυθαίρετη εξουσία από οποιοδήποτε άλλο έθνος στον πλανήτη. Επιπλέον, αισθάνονταν ελεύθεροι και ανεξάρτητοι. Αλλά αυτό ήταν, έως έναν βαθμό, μια ψευδαίσθηση. Υπάρχουν πολλές δίκες που βοηθούν να το κατανοήσουμε.

Ένα διάσημο παράδειγμα είναι η δίκη των στρατηγών μετά από τη (νικηφόρο για τους Αθηναίους) ναυμαχία στις Αργινούσες. Σε 6 από τους 8 στρατηγούς ασκήθηκε δίωξη (οι υπόλοιποι δύο επέλεξαν την αυτοεξορία) επειδή απέτυχαν να διασώσουν όσους επέζησαν από τις βυθισμένες τριήρεις μετά από μια άγρια καταιγίδα. Οι έξι στρατηγοί καταδικάστηκαν σε θάνατο έπειτα από μια ιδιαίτερα προβληματική δίκη (ένα μείγμα πολιτικών ελιγμών και συναισθηματικών εξάρσεων), παρά τις προσπάθειες πολλών αξιωματούχων να επιβάλουν τον νόμο και να εξασφαλίσουν μια δίκαιη δίκη. Απέτυχαν παταγωδώς. Ένας από αυτούς τους νομοταγείς αξιωματούχους ήταν ο Σωκράτης, ο οποίος ήταν «επιστάτης» (Πρόεδρος του δικαστηρίου), το μοναδικό δημόσιο αξίωμα που κατείχε στη ζωή του.

Η αποτυχία να προστατεύσουν τα «δικαιώματα» των κατηγορουμένων στη δίκη των Αργινουσών και η παράκαμψη του νόμου για πολιτικούς σκοπούς, οδήγησε τελικά στη δίωξη του ίδιου του Σωκράτη. Ο πραγματικός κατήγορος δεν ήταν ο Άνυτος αλλά το ίδιο το Δημοκρατικό Κόμμα. Ο Άνυτος ήταν ένας διαβόητος νεόπλουτος πολιτικός, ο οποίος έγινε δημοφιλής (παρά το αμφιλεγόμενο παρελθόν του) όταν συμμετείχε ενεργά στην ανατροπή των Τριάκοντα Τυράννων. Ο ίδιος ενσάρκωνε την απέχθεια που διατηρούσαν τα μέλη του Δημοκρατικού Κόμματος για την κριτική του Σωκράτη στον κανόνα της πλειοψηφίας, στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας και τη δημοκρατική διακυβέρνηση. Η κριτική του Σωκράτη δεν απαξίωνε απαραίτητα τη δημοκρατία. Αλλά ήταν αμφιλεγόμενη ειδικά σε ένα σημείο: ο Σωκράτης ήταν οπαδός του κράτους δικαίου, του περιορισμού δηλαδή της (δημοκρατικής) εξουσίας.

Για τον Σωκράτη οι νόμοι δεν ήταν απλώς «λέξεις χωρίς τα ξίφη». Ο Σωκράτης αυτό που πίστευε το υποστήριζε με τη διδασκαλία και τις επιλογές του. Ίσως στο πιο διάσημο απόσπασμα στην πολιτική φιλοσοφία, εξηγεί το γιατί (Πλάτων, Κρίτων 50a-c):

ἐλθόντες οἱ νόμοι καὶ τὸ κοινὸν τῆς πόλεως ἐπιστάντες ἔροιντο· “εἰπέ μοι, ὦ Σώκρατες, τί ἐν νῷ ἔχεις ποιεῖν; ἄλλο τι ἢ τούτῳ τῷ ἔργῳ ᾧ ἐπιχειρεῖς διανοῇ τούς τε νόμους ἡμᾶς ἀπολέσαι καὶ σύμπασαν τὴν πόλιν τὸ σὸν μέρος; ἢ δοκεῖ σοι οἷόν τε ἔτι ἐκείνην τὴν πόλιν εἶναι καὶ μὴ ἀνατετράφθαι, ἐν ᾗ ἂν αἱ γενόμεναι δίκαι μηδὲν ἰσχύωσιν ἀλλὰ ὑπὸ ἰδιωτῶν ἄκυροί τε γίγνωνται καὶ διαφθείρωνται;”

Η δίωξη και η καταδίκη του Σωκράτη προκάλεσε τέτοιο σοκ στους μαθητές του που οδήγησε ουσιαστικά στη γένεση της πολιτικής φιλοσοφίας. Ο αντίκτυπος αυτού του σοκ συναντάται όχι μόνο στον Αριστοτέλη αλλά θα τον ανακαλύψουμε ακόμα και στα πρακτικά της Συντακτικής Συνέλευσης που ψήφισε το Αμερικανικό Σύνταγμα του 1787.

Παρά τη διαβόητη κληρονομιά που άφησε η δίκη του Σωκράτη, υπάρχει κι άλλη μια δίκη, μια πολιτική δίκη, που αποτελεί ένα ακόμα καλύτερο παράδειγμα. Είναι η υπόθεση του χρυσού στεφάνου, που δόθηκε παράνομα ως βραβείο στον Δημοσθένη μετά από πρόταση του Κτησιφώντα, πολιτικού συμμάχου του Δημοσθένη, το 330 π.Χ. Ο Αισχίνης, που ήταν πολιτικός αντίπαλος του Δημοσθένη, αποφάσισε να μηνύσει τον Κτησιφώντα (υπονομεύοντας τον Δημοσθένη ταυτόχρονα) καθώς η απονομή του συγκεκριμένου βραβείου ήταν παράνομη εφόσον ο Δημοσθένης ήταν ακόμη αξιωματούχος και η τελετή έλαβε χώρα στα Διονύσια! Είναι ξεκάθαρο ότι ο Κτησιφώντας παραβίασε τον νόμο με την πρότασή του. Ο Αισχίνης περίμενε 6 χρόνια μέχρι να βρει την κατάλληλη ευκαιρία για να μηνύσει τον Κτησιφώντα, το 336 π.Χ. Στην πολύ καλά οργανωμένη και δομημένη με επιχειρήματα αγόρευσή του (Κατά Κτησιφώντα), ο Αισχίνης παρουσίασε την παραβατικότητα της πρότασης βασισμένος σε γεγονότα και στον γραπτό νόμο της πόλης. Σε ένα περίφημο απόσπασμα διακηρύσσει ότι η Αθηναϊκή Δημοκρατία είναι κράτος δικαίου. Και εξηγεί στους ενόρκους γιατί αυτό είναι τόσο σημαντικό (Aeschin. 3 6):

 

Εὖ γὰρ ἴστε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, ὅτι τρεῖς εἰσὶ πολιτεῖαι παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις, τυραννὶς καὶ ὀλιγαρχία καὶ δημοκρατία: διοικοῦνται δ᾽ αἱ μὲν τυραννίδες καὶ ὀλιγαρχίαι τοῖς τρόποις τῶν ἐφεστηκότων, αἱ δὲ πόλεις αἱ δημοκρατούμεναι τοῖς νόμοις τοῖς κειμένοις. Μηδεὶς οὖν ὑμῶν τοῦτ᾽ ἀγνοείτω, ἀλλὰ σαφῶς ἕκαστος ἐπιστάσθω, ὅτι ὅταν εἰσίῃ εἰς δικαστήριον γραφὴν παρανόμων δικάσων, ἐν ταύτῃ τῇ ἡμέρα μέλλει τὴν ψῆφον φέρειν περὶ τῆς ἑαυτοῦ παρρησίας. Διόπερ καὶ ὁ νομοθέτης τοῦτο πρῶτον ἔταξεν ἐν τῷ τῶν δικαστῶν ὅρκῳ, “ψηφιοῦμαι κατὰ τοὺς νόμους,” ἐκεῖνό γε εὖ εἰδώς, ὅτι ἂν διατηρηθῶσιν οἱ νόμοι τῇ πόλει, σῴζεται καὶ ἡ δημοκρατία.

 

Ορισμένοι μελετητές αναφέρουν αυτό το απόσπασμα ως απόδειξη ότι η Αθηναϊκή Δη-μοκρατία ήταν τελικά ένα κράτος δικαίου. Όμως αυτό το κείμενο δεν περιέχει μια περιγραφή αλλά ένα επιχείρημα – ένα επιχείρημα στο οποίο οι δικαστές έδωσαν ελάχιστη σημασία.

Παρά την εξαιρετική του ομιλία, δεν μπόρεσε να πείσει περισσότερο από το 1/5 των ενόρκων. Όλοι οι υπόλοιποι μαγεύτηκαν από την ομιλία του Δημοσθένη. Ο Δημοσθένης δεν ασχολήθηκε πολύ με νομικά επιχειρήματα. Δεν απάντησε σχεδόν καθόλου στα επιχειρήματα του Αισχίνη. Έδωσε απλώς έναν από τους σπουδαιότερους πολιτικούς λόγους στην ιστορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανακοινώνει από την αρχή ότι τα επιχειρήματά του θα είναι αμιγώς πολιτικά:

 

Kακοήθης δ᾽ ὤν, Αἰσχίνη, τοῦτο παντελῶς εὔηθες ᾠήθης, τοὺς περὶ τῶν πεπραγμένων καὶ πεπολιτευμένων λόγους ἀφέντα με πρὸς τὰς λοιδορίας τὰς παρὰ σοῦ τρέψεσθαι. Οὐ δὴ ποιήσω τοῦτο: οὐχ οὕτω τετύφωμαι: ἀλλ᾽ ὑπὲρ μὲν τῶν πεπολιτευμένων ἃ κατεψεύδου καὶ διέβαλλες ἐξετάσω, τῆς δὲ πομπείας ταύτης τῆς ἀνέδην γεγενημένης, ὕστερον, ἂν βουλομένοις ᾖ τουτοισί, μνησθήσομαι.

 

Η ολέθρια ήττα του Αισχίνη αποτελεί και εμβληματική ήττα για την ιδέα του κράτους δικαίου.

  1. Μια Φαντασιακή Ανοιχτή Κοινωνία

Η Αθήνα δεν υπήρξε ποτέ κράτος δικαίου. Τα ατομικά δικαιώματα δεν αναγνωρίζονταν. Ήταν μια μη-φιλελεύθερη δημοκρατία. Ο Benjamin Constant είχε δίκιο όταν τόνιζε τις διαφορές με τις σύγχρονες δημοκρατίες. Παρ’ όλα αυτά, η Αθήνα δεν ήταν οποιαδήποτε δημοκρατία. Οι Αθηναϊκοί δημοκρατικοί θεσμοί ήταν υψηλής θεσμικής ποιότητας και η ατμόσφαιρα της ελευθερίας κυρίαρχη. Δεν μπορούμε παρά να διακρίνουμε σε πολιτικά και νομικά κείμενα, όπως αυτά το Αισχύνη ή του Πλάτωνα, ότι οι Αθηναίοι διανοούμενοι επιθυμούσαν κάτι παραπάνω. Θα αναφερθώ εν συντομία σε τρία κείμενα: μια τραγωδία, μια κωμωδία και έναν πολιτικό λόγο. Μοιράζονται (αντιστοίχως) την ίδια διαισθητική διορατικότητα για το κράτος δικαίου, για τον ατομικισμό, για μια ανεκτική, φιλελεύθερη κοινωνία.

Στις Ευμενίδες η θεά Αθηνά ιδρύει τον Άρειο Πάγο με μια διακήρυξη η οποία είναι εντυπωσιακή, διότι υπόσχεται έναν από τους πυλώνες του κράτους δικαίου: αμερόληπτη δικαιοσύνη που δεσμεύεται μόνο από τους νόμους (Aesch. Eum. 470-490):

Φόνων δικαστὰς ὁρκίους αἱρουμένη

θεσμὸν τὸν εἰς ἅπαντ᾽ ἐγὼ θήσω χρόνον.

Ὑμεῖς δὲ μαρτύριά τε καὶ τεκμήρια

καλεῖσθ᾽, ἀρωγὰ τῆς δίκης ὁρκώματα:

Κρίνασα δ᾽ ἀστῶν τῶν ἐμῶν τὰ βέλτατα

ἥξω, διαιρεῖν τοῦτο πρᾶγμ᾽ ἐτητύμως,

ὅρκον πορόντας μηδὲν ἔκδικον φράσειν.

 

O πρωταγωνιστής του Αριστοφάνη στους Αχαρνείς είναι ένας Αθηναίος πολίτης που αποφασίζει να συνάψει ιδιωτική ειρήνη με τη Σπάρτη! Ο Αριστοφάνης έγραψε το θεατρικό κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, ενώ τον καταδίωκε πολιτικά και δικαστικά ο Κλέων, ένας φιλοπόλεμος δημαγωγός. Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ο Δικαιόπολις, ο πρωταγωνιστής, αποφασίζει να συμπεριφερθεί ως ένα αυτόνομο άτομο, απογοητευμένος από τη συλλογική λήψη αποφάσεων (στην Εκκλησία του Δήμου), αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με το κοινωνικό στίγμα, την απαξίωση, αλλά και την εχθρότητα των συμπατριωτών του.

Χορός

Τοῦτ᾽ ἐρωτᾷς; ἀναίσχυντος εἶ καὶ βδελυρὸς

ὦ προδότα τῆς πατρίδος, ὅστις ἡμῶν μόνος

σπεισάμενος εἶτα δύνασαι πρὸς ἔμ᾽ ἀποβλέπειν.

Δικαιόπολις

Ἀντὶ δ᾽ ὧν ἐσπεισάμην οὐκ ἴστε. μἀλλα᾽ ἀκούσατε.

Χορός

Σοῦ γ᾽ ἀκούσωμεν; ἀπολεῖ: κατά σε χώσομεν τοῖς λίθοις.

Καταφέρνει να τους πείσει με την υπενθύμιση των ανήθικων ενεργειών της Αθηναϊκής δημοκρατίας (Aristoph. Ach. 496) κι έπειτα, η πρώτη πράξη του (αφού γελοιοποιεί το Λάμαχο, έναν πολεμοχαρή στρατηγό που θεωρούνταν ήρωας πολέμου), είναι να εγκαθιδρύσει μια ιδιωτική αγορά – μια αγορά όπου το εμπόριο είναι ανοιχτό ακόμα και για τους πολίτες των εχθρικών πόλεων!

Δικαιόπολις

Ἐγὼ δὲ κηρύττω γε Πελοποννησίοις

ἅπασι καὶ Μεγαρεῦσι καὶ Βοιωτίοις

πωλεῖν ἀγοράζειν

 

Η ατομικιστική συμπεριφορά του Δικαιόπολη δικαιώνεται και οι συμπολίτες του την αναγνωρίζουν χρησιμοποιώντας μάλιστα τη λέξη «ευδαιμονία» (Aristoph. Ach. 836):

Χορός

Εὐδαιμονεῖ γ᾽ ἅνθρωπος. οὐκ ἤκουσας οἷ προβαίνει

τὸ πρᾶγμα τοῦ βουλεύματος; καρπώσεται γὰρ ἁνὴρ

ἐν τἀγορᾷ καθήμενος.

Τέλος, ο ίδιος ο Περικλής, στον «Επιτάφιο» περιγράφει την Αθήνα ως μια ανεκτική φιλελεύθερη δημοκρατία, σε ένα αξιοσημείωτο χωρίο (Thuc. 2.37): Ἐλευθέρως δὲ τά τε πρὸς τὸ κοινὸν πολιτεύομεν καὶ ἐς τὴν πρὸς ἀλλήλους τῶν καθ᾽ ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων ὑποψίαν, οὐ δι᾽ ὀργῆς τὸν πέλας, εἰ καθ᾽ ἡδονήν τι δρᾷ, ἔχοντες, οὐδὲ ἀζημίους μέν, λυπηρὰς δὲ τῇ ὄψει ἀχθηδόνας προστιθέμενοι.

Δεν υπάρχει κανένα ιστορικό στοιχείο που να βεβαιώνει ότι η Αθήνα ήταν μια τέτοια κοινωνία, μια ανοιχτή κοινωνία όπως σε μια σύγχρονη φιλελεύθερη δημοκρατία. Προφανώς ο Περικλής υπερβάλει, ή μάλλον πιθανότερο είναι ότι ο Θουκυδίδης άφησε τη φαντασία του να οργιάσει όταν περιέγραψε την Αθηναϊκή Δημοκρατία. Η διορατικότητά του, όπως και η ενόραση των δύο ποιητών, είναι ζωντανή απόδειξη μιας υψηλής ποιότητας πνευματική ζωή, η οποία μπορεί να μην αντικατοπτρίστηκε πάντα σε θεσμούς ή στην καθημερινή ζωή, όμως ενέπνευσε και ακόμα εμπνέει τις ιδέες της ελευθερίας.

 

Αριστείδης Ν. Χατζής

Καθηγητής Φιλοσοφίας Δικαίου & Θεωρίας Θεσμών, Τμήμα Ιστορίας & Φιλοσοφίας της Επιστήμης, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία: τέσσερα δεφτέρια του 1811 και του 1817/1818. Γεώργιος Β. Νικολάου – Διδάκτωρ ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα παρατηρείται στην Πελοπόννησο μία μεγάλη αύξηση των έκτακτων φορολογικών επιβαρύνσεων (avariz) που πλήττουν, περισσότερο, τον χριστιανικό πληθυσμό. Τα αρχειακά τεκμήρια που παρουσιάζουμε και μελετούμε στη συνέχεια μάς δίνουν πολύ διαφωτιστικές πληροφορίες γι’ αυτό το θέμα. Η αύξηση αυτή οφείλεται αφενός στις διαρκώς αυξανόμενες και πιεστικές οικονομικές ανάγκες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, εξαιτίας κυρίως των πολέμων – η Αναστασία Κυρκίνη-Κούτουλα αναφέρθηκε στην ανακοινώσή της στις επιπτώσεις του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812 στην Πελοπόννησο – και αφετέρου σε ενδογενείς αδυναμίες και δυσλειτουργίες της οθωμανικής διοίκησης, σε περιφερειακό ιδίως επίπεδο, αλλά και στην δυσκολία προσαρμογής της Αυτοκρατορίας στις εξελίξεις και αλλαγές που γίνονταν τότε στη Δ. Ευρώπη παρά τις σημαντικές μεταρρυθμίσεις που επεχείρησε ο σουλτάνος Σελήμ Γ’  την περίοδο αυτή.

Η αρχή του δευτεριού της εξαμηνίας του μουχαρεμιού του 1817/18.

Οφείλονται, επίσης, και σε καταχρήσεις από την πλευρά τόσο των οργάνων της τουρκικής διοίκησης του Μοριά, όσο και των μουσουλμάνων (ayan) και των χριστιανών (κοτσαμπάσηδων) προεστών, τις οποίες είχε κατακρίνει πριν από δύο δεκαετίες, με δριμύτητα, ο πελοποννησιακής καταγωγής και πολύ καλός γνώστης των πραγμάτων Οθωμανός αξιωματούχος Πενάχ εφέντης. Τα πολλά για το χριστιανικό πληθυσμό δοσίματα και οι δυσβάσταχτοι έκτακτοι φόροι προκαλούν αποδιαρθρωτικές συμπεριφορές στο εσωτερικό των κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να ανταποκριθούν στις πολλαπλές οικονομικές απαιτήσεις της περιφερειακής διοίκησης. Γι’ αυτό, συχνό ήταν το φαινόμενο της καταχρέωσης των χριστιανικών κοινοτήτων που ανάγκαζε, μερικές φορές, τα μέλη τους να εγκαταλείψουν τα χωριά τους ενώ, άλλοτε, αυτά μετέπιπταν στην κατηγορία των τσιφλικιών (çiftliks)· γεγονότα που παρατηρούνται και στις περιοχές Αργολίδας-Ναυπλίας, όπως δείχνουν αρχειακές μαρτυρίες που δημοσιεύθηκαν πρόσφατα.

Η ανακοίνωση βασίζεται σε δύο κατάστιχα (δεφτέρια) εξόδων, δοσιμάτων και κοινοτικών δαπανών του πολύτιμου για την ιστορία της περιοχής Άργους, και γενικά όλης της Πελοποννήσου, αρχείου Περρούκα, που απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία και σε δύο άλλα παρόμοια κατάστιχα των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Επιλέξαμε να παρουσιάσουμε τις πληροφορίες που μας δίνουν τα δεφτέρια του 1811 και του 1817/18, ώστε να έχουμε ένα δείγμα από τις δύο τελευταίες προεπαναστατικές πενταετίες. Είναι αυτονόητο ότι για να σχηματίσουμε μία ολοκληρωμένη εικόνα όλων των φορολογικών υποχρεώσεων των κατοίκων του καζά η βιλαετιού Άργους κατά την προεπαναστατική περίοδο θα χρειαζόταν να μελετήσουμε όχι μόνο όλα τα κατάστιχα του Αρχείου Περρούκα αλλά και τα κατάστιχα φόρων της κεντρικής διοίκησης, δεδομένου ότι αυτά τα δεφτέρια περιέχουν τις δαπάνες και τις εισφορές των κοινοτήτων σε περιφερειακό μόνο επίπεδο, δηλαδή στον καζά Άργους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Φορολογικές επιβαρύνσεις και δαπάνες του καζά Άργους κατά την τελευταία προεπαναστατική δεκαετία

Read Full Post »

«Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών». Ιωάννης Νεραντζής – Δρ. ιστορίας. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

[…] Ο αββάς Fourmont, ασύδοτος χάρη στο σουλτανικό φιρμάνι και τη διπλωματική κάλυψη, θα επιδοθεί στη συστηματική καταστροφή των αρχαίων μνημείων του ελλαδικού χώρου, προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή που του ανέθεσε ο βασιλικός του αυθέντης και να συγκεντρώσει αρχαιότητες. Στην Αθήνα έφθασε λίγο πριν από τη Μεγάλη Εβδομάδα του 1729. Εκεί στην Αθήνα αρχίζει η καταστροφή των ενεπίγραφων μνημείων. Ύστερα από πεντάμηνη παραμονή στην Αθήνα ο Fourmont θα συνεχίσει την περιοδεία του στον Μωριά, μ’ όλο που η πανώλη απλωνόταν παντού και προκαλούσε μεγάλο θανατικό, έπειτα, το ταξίδι ήταν επικίνδυνο και εξ αιτίας των ληστοσυμμοριών, γι’ αυτό τη συνοδεία του Γάλλου αββά αποτελούσαν, εκτός από τον ανιψιό του, ένας δραγουμάνος, ένας γενίτσαρος, τρεις υπηρέτες και πέντε άλογα. Προχώρησε ως την καρδιά της Πελοποννήσου (Μαντινεία, Καρύταινα). Στην Αρκαδία όμως έβραζε η πανώλης κι’ αναγκάστηκε να γυρίσει στην Αργολίδα.

Ενεργεί ανασκαφές στο Άργος και την Ερμιόνη. Εν τέλει ο Fourmont θα διασχίσει ολόκληρο τον Μωριά, από τον Αργολικό ως το Ιόνιο και από τον Κορινθιακό ως τη Μάνη· [Αρχαία και παλαιά] βιβλία δεν βρήκε πουθενά για να αγοράσει. Όμως η τελευταία φάση των αρχαιοθηρικών περιηγήσεων του Fourmont υπήρξε καταστροφική. Γκρέμισε και αφάνισε τα αρχαιολογικά μνημεία που είχαν απομείνει στην Πελοπόννησο. Ενεργούσε ανασκαφές στους αρχαιολογικούς χώρους και θρυμμάτιζε τα μάρμαρα που έρχονταν στο φως. Στη Σπάρτη η καταστροφή ήταν προμελετημένη και πήρε μεγάλη έκταση. Από την εποχή των Γότθων είχε να αντιμετωπίσει η Ελλάδα τέτοια βαρβαρότητα. Ο Fourmont όμως είναι περήφανος για τους βανδαλισμούς του. Με υπεροψία περιγράφει το καταστροφικό έργο του στο γράμμα της 10 Απριλίου 1730 προς τον φίλο του Freret:

«Τα ισοπέδωσα, τα ξεθεμελίωσα όλα. Από τη μεγάλη αυτή πολιτεία, [δηλ. τη Σπάρτη], δεν απόμεινε πια λίθος επί λίθου. (…). Έψαξα να βρω τις αρχαίες πολιτείες αυτής της χώρας και κατέστρεψα μερικές. Ανάμεσα σ’ αυτές την Ερμιόνη, την Τίρυνθα, την Τροιζήνα, τη μισή Ακρόπολη του Άργους, τη Φλιούντα, τη Φενεό και αφού ταξίδεψα στη Μάνη, όσο βέβαια επέτρεπε η φρόνηση, είμαι απασχολημένος εδώ και έξι βδομάδες με την ολοκληρωτική καταστροφή της Σπάρτης. (…). Η Σπάρτη είναι η πέμπτη πολιτεία του Μωριά που ξεθεμελιώθηκε. Η Ερμιόνη και η Τροιζήνα είχαν την ίδια τύχη. Δεν μου γλύτωσαν ούτε το Άργος ούτε η Φλιούντα. (…). Τώρα είμαι απασχολημένος με την καταστροφή του ναού του Απόλλωνα στις Αμύκλες. (…). Θα καταστρέψω κι’ άλλους ναούς αν μ’ αφήσουν. (…)».

 

Η πεδιάδα του Άργους με καταγεγραμμένες τις πόλεις και τα χωριά. Ο Fourmont έψαχνε αρχαιότητες και ελληνικά χειρόγραφα για να τα μεταφέρει στη βιβλιοθήκη των ανακτόρων. Στο κέντρο τοποθετεί την πυραμίδα του Ελληνικού.

 

Την ίδια ημέρα (10 Απριλίου 1730) γράφει στον Sevin ότι εξασφάλισε τη συμπαράσταση των Τούρκων και των Εβραίων στο καταστροφικό του, όσο και φιλόδοξο, έργο του να εξαφανίσει όλα τα μνημεία, αλλά ευτυχώς ανεκλήθη στη Γαλλία και τελικώς μπαρκάρει στις 23 Απριλίου 1730 στ’ Ανάπλι και επιστρέφει στη Γαλλία μέσω Κρήτης. Η περιήγησή του στην Ελλάδα κράτησε δεκαέξι μήνες…

Chateaubriand – Έργο του Γάλλου ζωγράφου Anne-Louis Girodet de Roussy-Trioson (1767- 1824) 1808.

[…] Στο Άργος φιλοξενήθηκε και ο Γάλλος αριστοκράτης Francois-Rene de Chateaubriand, στο σπίτι του εκ Ζακύνθου και μονίμως εγκατεστημένου στο Άργος γιατρού και λόγιου Διονυσίου Αβραμιώτη. Όταν ξεκίνησε για το ταξίδι του στην Ελλάδα, το 1806, και με τελικό προορισμό την Παλαιστίνη, ο Γάλλος φιλοβασιλικός ευγενής ήταν 38 χρόνων, συνομήλικος με τον Ναπολέοντα. Φευγαλέα η παρουσία του στην Ελλάδα. Η περιήγηση του Chateaubriand στην Ελλάδα άρχισε από τη Μεθώνη στις 10 Αυγούστου 1806. Έμεινε στην Ελλάδα δέκα εννέα μέρες, από τις οποίες τις επτά άρρωστος από θέρμες σ’ ένα αρβανιτοχώρι της Αττικής, μοιρασμένες ανάμεσα στην Αττική και την Πελοπόννησο. Ωστόσο ο Chateaubriand κατόρθωσε με τους ερεθισμούς των 13 ημερών στην Ελλάδα να καλύψει έναν ολόκληρο τόμο από το τρίτομο περίφημο «Οδοιπορικό» του.

Ζούσε μόνιμα στο Άργος ο λόγιος γιατρός Διονύσιος Αβραμιώτης όταν έλαβε συστατική επιστολή του δραγουμάνου του γαλλικού προξενείου της Κορώνης Fornetti να φιλοξενήσει και να ξεναγήσει τον Chateaubriand που φθάνει στο Άργος στις 20 Αυγούστου.

Πραγματικά ο Έλληνας γιατρός του Άργους, κατοπινός κατήγορος του Chateaubriand, υποδέχτηκε τον Γάλλο λογοτέχνη και τον ξενάγησε. Ούτε μία μέρα δεν κράτησε η παραμονή του Chateaubriand στο Άργος· ο Αβραμιώτης τον συνόδεψε μόνο στο φρούριο της Λάρισας.

«[Ο Αβραμιώτης] γύρισε τη συζήτηση γύρω από το Άργος. Μίλησε στον περιηγητή για τη Λάρισα, για τον Ίναχο, για τις Μυκήνες, για την Τίρυνθα, για το Ναύπλιο, αρχαίους και ένδοξους τόπους, αλλά ο Chateaubriand είχε το νου του στο φευγιό. Να ετοιμάσετε τα άλογα». Έπρεπε να φύγει χαράματα. Ο γιατρός τον συμβούλεψε να δη το θέατρο.

– Το είδα όταν ερχόμουν στο Άργος, απάντησε ο ξένος.

– Παρατηρήσατε τις κερκίδες που έχουν ανοιχτεί στο βράχο;

– Όχι, όχι, δεν πλησίασα. Το είδα από μακριά, από τον δρόμο. Δεν μ’ ενδιαφέρουν άλλωστε τέτοιες λεπτομέρειες».

 

Οι Πύργοι του φρουρίου Λάρισσα του Άργους – Πανοραμική άποψη της αργολικής πεδιάδας, χαλκογραφία. William Gell, 1810.

 

Τον έπεισε τελικά να ανεβούν στην ακρόπολη του Άργους, τη Λάρισα. Ενθουσιάστηκε από τη θέα. Του μίλησε ο γιατρός για τις αρχαιότητες, για τα λείψανα των μνημείων, για το χρέος του σοφού ταξιδιώτη να ερευνήσει, να φωτίσει.

«Μου απάντησε ότι δεν είναι πλασμένος για τέτοιες δουλικές μελέτες, ότι του ήταν αρκετή μία ματιά από εκείνο το ύψωμα για να ξυπνήσει στη μνήμη του τις γελαστές εικόνες του μύθου και της ιστορίας».

Ο Chateaubriand έδειχνε συνέπεια και ειλικρίνεια. Απορούσε ο λόγιος Ζακυθινός γιατρός. Τέτοιος περιηγητής δεν είχε ξαναβρεθεί στην Ελλάδα.

« – Αγαπητέ μου κύριε, δεν μοιάζετε διόλου με τους άλλους ταξιδιώτες, που δεν λογαριάζουν κόπους, κινδύνους, έξοδα για να δουν τα αρχαία λείψανα και να με συμπαθάτε που θα σας πω ότι αυτή η οδοιπορία που κάνατε εδώ δεν θα σας χρησιμέψει σε τίποτα. Το πολύ-πολύ να σας χαρίσει τίποτα θέρμες που θα σας βασανίσουν τον χειμώνα». Ο Chateaubriand θα συνεχίσει το γοργό ταξίδι του προς την Αθήνα…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Άργος του 19ου αιώνα με το μάτι των Ξένων Περιηγητών και Ταξιδιωτών

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Τα Συνταγματικά γεγονότα του Άργους 1821-1831. Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη, Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης – Πάντειο Πανεπιστήμιο. Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.


  

Η συμβολή του Άργους για την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους απο την τουρκική κυριαρχία είναι ξεχωριστή, έξίσου όμως ξεχωριστή είναι η συμβολή του Άργους στη διαμόρφωση της πολιτικής και συνταγματικής ιστορίας της Ελλάδας.

Στον περιορισμένο χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, ακροθιγώς μόνο θα αναφερθώ στα σημαντικότερα πολιτικά και συνταγματικά γεγονότα του Άργους λαμβάνοντας ύπόψη και τα θέματα των άλλων ομιλητών της ίδιας ένότητας.

Τα σημαντικότερα συνταγματικού κυρίως ενδιαφέροντος γεγονότα, θα μπορούσαμε να τα εστιάσουμε σε τρία που διαδραματίζονται από το 1821 έως το 1832.

1. Η Σύγκληση της Πελοποννησιακης Γερουσίας

 

Το πρώτο σημαντικό γεγονός είναι η σύγκληση στο Άργος της Πελοποννησιακής Συνελεύσεως το Νοέμβριο του 1821. Ήδη η συγκρότηση της Συνελεύσεως αύτη καθ’ εαυτή είχε προβλήματα, αφού ο Υψηλάντης επιθυμούσε τη συγκέντρωση αντιπροσώπων από όλες τις περιοχές της Ελλάδος με σκοπό τη συγκρότηση Εθνικής Συνελεύσεως, ενώ τελικά ύστερα από ενέργειες του Μαυροκορδάτου, πήρε τον χαρακτήρα Τοπικής Πελοποννησιακής Συνελεύσεως [1].  Αλλά έριδες δημιουργήθηκαν και ως προς τον τρόπο εκλογής των πληρεξουσίων, αφού η ρήξη μεταξύ Υψηλάντη και προκρίτων φαινόταν μάλλον οριστική, ενώ συγκεχυμένη παρουσιαζόταν η κατάσταση στις διάφορες περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς για τον τρόπο εκλογής των αντιπροσώπων που θα μετείχαν στην Εθνική Συνέλευση.

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

Η Συνέλευση που ξεκίνησε τις έργασίες της την 1η Δεκεμβρίου του 1821 ονομάσθηκε «Πελοποννησιακή Γερουσία». Ως Πρόεδρό της όρισε τον Δημήτριο Υψηλάντη τιμητικά, αφού την επομένη της έναρξης των έργασιων έφυγε για την πολιορκία της Κορίνθου «βαρυνθείς τας αδιακόπους φατριατικας έριδας», όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο ιστορικός [2], συνοδευόμενος απο τον Κολοκοτρώνη, τον Μαυρομιχάλη, άλλους οπλαρχηγούς και τμήμα στρατού.

Την πρώτη ήμέρα των έργασιων της «Πελοποννησιακής Γερουσίας» ψηφίστηκε διακήρυξη με τον τίτλο «Προλεγόμενα», που ονομάστηκε έτσι, επειδή είχε προταχθεί στον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», ο οποίος ψηφίστηκε στη συνέχεια.

Στη διακήρυξη αύτή που οι άντιφάσεις και οι εκούσιες ανακρίβειές της προκαλούν κατάπληξη, ένας σκοπος φαίνεται: να λησμονηθεί η συμβολή της οικογένειας Ύψηλάντη στον Αγώνα, να λησμονηθεί η Φιλική Εταιρεία, να αποδοθεί η έπανάσταση της Ελλάδος σε ειδικα γεγονότα, όπως οι σφαγές των έλληνικων πληθυσμών στην Τουρκία και η θανάτωση του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε’, ένω αύτα δεν ήταν οι αιτίες αλλα τα αποτελέσματα της επανάστασης.

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, λιθογραφία.

Η Συνέλευση του Άργους ψήφισε τον «Οργανισμό της Πελοποννησιακής Γερουσίας», που ύπογράφηκε τελικα απο όλους τους πληρεξουσίους της Πελοποννήσου στις 27 Δεκεμβρίου 1821 και έχει τον τίτλο «Οργανισμος περί Προσωρινής Διοικήσεως». Τον ύπέγραψαν και ο Υψηλάντης και ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης, παρα τις βασικές τους έπιφυλάξεις στην αρχή και τη δυσαρέσκεια τους, βέβαιοι ίσως ότι η Συνέλευση της Έπιδαύρου, που είχε αρχίσει τις έργασίες της θα γινόταν το κυρίαρχο σωμα, που θα παραμέριζε και θα έπισκίαζε κάθε Τοπικο Οργανισμό.

Ο Οργανισμός φέρνει έντονη τη σφραγίδα του Μαυροκορδάτου και του Νέγρη, οι οποίοι χωρίς να συμμετέχουν στις συζητήσεις, είχαν αναλάβει τη φροντίδα της νομοθεσίας απο τον ίδιο τον Υψηλάντη.

Ο Οργανισμός αύτος διαιρείται σε τέσσερα κύρια κεφάλαια, το πρώτο απο τα οποία, αναφέρεται στον τρόπο έκλογής των εφόρων των χωριών, στα καθήκοντα και στα δικαιώματά τους. Το δεύτερο κεφάλαιο, ορίζει τα σχετικά με την έμμεση εκλογή των εφόρων των επαρχιών, τη θητεία και τα καθήκοντά τους. Στο τρίτο κεφάλαιο γίνεται λεπτομερώς λόγος για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Πελοποννησιακής Γερουσίας, ενώ το τέταρτο κεφάλαιο ρυθμίζει στρατιωτικά ζητήματα και έχει τον υπότιτλο «Περί των στρατηγών και καπιτάνων». Οι στρατηγοί της Πελο ποννήσου θα εκλέγονται από τη Γερουσία. Κάθε επαρχία θα είχε τους καπετάνιους της που θα εξέλεγε η Γερουσία και θα ήταν υποχρεωμένοι στις εκστρατείες να ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Τέλος, η εκλογή του αρχιστρατήγου, μόνο για την Πελοπόννησο, θα γινόταν από τη Γερουσία, τους στρατηγούς και τους καπετάνιους και την εκλογή τους θα επικύρωνε η Εθνική Βουλή. Ο αρχιστράτηγος δεν μπορούσε να εκστρατεύσει χωρίς την έγκριση της Γερουσίας και της Βουλής. Οι καπετάνιοι θα ήταν ύποχρεωμένοι στις εκστρατείες ν’ ακολουθούν τον στρατηγό που θα τους όριζε η Γερουσία.

Με τον Οργανισμό αυτόν, η επιβολή των προκρίτων ήταν απόλυτη και οι στρατιωτικοί υποτάσσονταν ουσιαστικά στη Γερουσία. Το ολιγαρχικό σύστημα της εξουσίας ήταν πλήρες, αφού πλήρης ήταν και η εκμηδένιση των καπετανάτων [3].

 

2. Η Σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Δεύτερο χρονολογικά σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος ήταν η σύγκληση της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως, που παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον και για την οποία εκτενώς θα άναφερθεί άλλος ομιλητής.

Επιγραμματικά μόνο θα αναφερθώ σε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Η Δ’ Εθνική Συνέλευση άρχισε τις εργασίες της στις 11 Ιουλίου του 1829 στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους παρουσία και του Καποδίστρια, ο οποίος προέβη σε εκτενή απολογισμό των κυβερνητικών πεπραγμένων προς την Εθνοσυνέλευση, δικαιολογώντας τις πρωτοβουλίες του για την αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας.

Το σπουδαιότερο έργο της Δ’ Εθνικής Συνελεύσεως του Άργους υπήρξε η έγκριση 13 ψηφισμάτων, που αναφέρονται κυρίως στην οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης του κράτους. Η Συνέλευση βέβαια δεν έκανε τίποτα παραπάνω από το να εγκρίνει τα σχέδια των ψηφισμάτων, και στα όποια θα αναφερθώ επιγραμματικά, αφού θα σας μιλήσουν γι’ αύτά αμέσως μετά, που είχαν συνταχθεί από τον ίδιο τον Καποδίστρια.

Η σφραγίδα της Τέταρτης Εθνοσυνέλευσης, Άργος, 1829.

Με το Α’ Ψήφισμα της 22ας Ιουλίου εγκρίθηκε η ως τότε εξωτερική πολιτική του Καποδίστρια και του δόθηκε η εξουσιοδότηση να συνεχίσει και στο μέλλον τις ενέργειές του στον τομέα των διαπραγματεύσεων με τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενω με το Β’ Ψήφισμα της ίδιας ήμέρας στη θέση του «Πανελληνίου», που είχε αύτοδικαίως καταργηθεί, ιδρύθηκε η Γερουσία με 27 επίσης μέλη, που είχε γνωμοδοτικο μόνο χαρακτήρα, και καθορίστηκαν οι βάσεις της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Το Β’ Ψήφισμα εξουσιοδοτούσε ακόμη τον Κυβερνήτη να προχωρήσει στην οργάνωση της Γερουσίας και των υπουργείων, ενω άφηνε χωρίς άλλαγες τους κλάδους της εσωτερικής διοίκησης και της δικαιοσύνης έκτος από όσες τροποποιήσεις θα επέβαλλε η πείρα. Προβλέπονταν πάντως η ισοβιότητα των δικαστών. Το ίδιο ψήφισμα ανέθετε επίσης στην προσωρινή κυβέρνηση, σε συνεργασία με την Γερουσία, να προετοιμάσει τους θεμελιώδεις νόμους με βάση τις αποφάσεις των προηγουμένων τριων Εθνικών Συνελεύσεων (Επιδαύρου, Άστρους και Τροιζήνος). Το Γ’ Κεφάλαιο του Β’ Ψηφίσματος έβαζε τις βάσεις του «Λογιστικού και Ελεγκτικού Συμβουλίου», προδρόμου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που ήταν τριμελές και ανεξάρτητο από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Στις 26 Ιουλίου εγκρίθηκε το Γ’ και το Δ’ Ψήφισμα. Με το Γ’ Ψήφισμα προβλεπόταν ο έλεγχος όλων των λογαριασμων της Επιτροπής της Οικονομίας και του Γενικού Φροντιστηρίου, η μεταβίβαση εθνικών κτημάτων στην Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, η αίτηση εγγυήσεως των Μεγάλων Δυνάμεων για τη σύναψη εξωτερικού δανείου 60.000.000 φράγκων, η απαλλαγή της χώρας από τα αγγλικά δάνεια του 1824 και 1825, η αναθεώρηση των φορολογικων διατάξεων, η απογραφή των εθνικών κτημάτων και άλλα. Το Δ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την οργάνωση των ενόπλων δυνάμεων, στη στρατολογία και την τακτοποίηση διαφόρων αιτημάτων στρατιωτικων και ναυτικων.

Το Ε’ Ψήφισμα της 29ης Ιουλίου, πρόβλεπε τις οφειλόμενες αποζημιώσεις, τη σύσταση Κώδικα Δημοσίου Χρέους, στη διανομή 200.000 στρεμμάτων εθνικής γης (εκτος από σταφιδοκαλλιέργειες, άμπελωνες, ελαιώνες και δάση), αλλά με προσωρινούς τίτλους ως την οριστική τακτοποίηση του Ελληνικού ζητήματος και στην αγορά πλοίων των ναυτικών νησιών για τη συγκρότηση εθνικού στόλου.

Στις 30 Ιουλίου εγκρίθηκε το ΣΤ’ Ψήφισμα, που ρύθμιζε τον τρόπο εξόφλησης των χρεών των διαφόρων κοινοτήτων επί τουρκοκρατίας.

Πορτρέτο του Ιωάννη Καποδίστρια. Διαστ: 1,15×1,37μ. Μουσείο Καποδίστρια. Έργο φλαμανδού ζωγράφου που φιλοτεχνήθηκε στην Ελβετία περί τα 1814. Ο Καποδίστριας το έστειλε δώρο στον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην Κέρκυρα.
Στο πορτρέτο ο Ιωάννης Καποδίστριας απεικονίζεται με επίσημη διπλωματική ενδυμασία, φέροντας στο δεξί πέτο το παράσημο του Μεγαλόσταυρου της Αγίας Άννης, στην ταινία που φέρει από τον αριστερό ώμο διαγώνια και καταλήγει δεξιά. Στον λαιμό του φέρει τον Σταυρό Β΄ τάξης του Τάγματος του Αγίου Βλαδιμήρου που του απονεμήθηκε από τον Αλέξανδρο Α΄ τον Ιούνιο του 1814, για την επιτυχία της διπλωματικής αποστολής του στην Ελβετία.

Το Ζ’ Ψήφισμα πρόβλεπε την κοπή εθνικού νομίσματος, ενω το Η’ Ψήφισμα που ψηφίστηκε την ίδια ημέρα (31 Ιουλίου) μεριμνούσε για τη μελλοντική ανέγερση στην έδρα της Κυβερνήσεως ναού προς τιμήν του Σωτήρος «για να αναπέμψη την ευγνωμοσύνη του (το Έθνος) προς τον Θεόν, όστις έδειξε τοσαύτα θαύματα δια την σωτηρίαν του». Το Η’ Ψήφισμα πρόβλεπε επίσης την αποστολή έκτακτης αντιπροσωπείας πρεσβείας στις αυλές της Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας και Βαυαρίας, προκειμένου να εκφράζουν την ευγνωμοσύνη του έθνους για την υποστήριξή τους, καθώς και την ανέγερση δυο μνημείων, ένος στο Ναβαρίνο για ανάμνηση της γνωστής ναυμαχίας, και του δεύτερου στο Πεταλίδι, όπου αποβιβάστηκαν οι Γάλλοι στρατιώτες του Μαιζώνος (Maison). Τέλος, στο ίδιο Ψήφισμα, προβλεπόταν η ίδρυση του Τάγματος του Σωτήρος και η ανέγερση μνημείου για τους φιλέλληνες.

Στις τελευταίες συνεδριάσεις της Συνελεύσεως εγκρίθηκε το Θ’ Ψήφισμα (1 Αυγούστου) έπειτα απο έγγραφη πρόταση του Κολοκοτρώνη που προέβλεπε για τον Καποδίστρια ετήσια επιχορήγηση 180.000 φοινίκων, τα οποία εκείνος αρνήθηκε όπως είχε κάνει και στο παρελθόν.

Στη συνεδρίαση της 2ας Αυγούστου εγκρίθηκαν τα Ι’-ΙΓ’ Ψηφίσματα. Το Γ απαγόρευε την εξαγωγή αρχαιοτήτων απο τη χώρα, το ΙΑ’ θέσπιζε μέτρα για την εξασφάλιση πόρων με σκοπο τη βελτίωση του κλήρου, του ορφανοτροφείου και της παιδείας, το ΙΒ’ πρόβλεπε τον τρόπο εκδικάσεως των ποινικών διαφορών των Ελλήνων, που ανέκυψαν κατά τα χρόνια της Επαναστάσεως «με πρώτιστον κανόνα την επιείκειαν» και τέλος το ΙΓ’ Ψήφισμα όριζε ότι: «Α’: Τα μέλη της ενεστώσης Εθνικής Συνελεύσεως θέλουν συγκροτήσει την ακόλουθον Δ’ Εθνικήν Συνέλευσιν θεωρουμένην ως συνέχειαν της παρούσης. Β’: Η Κυβέρνησις θέλει συγκαλέσει την Εθνικήν Συνέλευσιν τα συγκροτούντα την ενεστώσαν μέλη, άμα αποπερατώση τας περί την σύνταξιν του σχεδίου Θεμελιώδους Νόμου εργασίας της, ή όταν οι περιστάσεις του Γ’ άρθρου του Α’ Ψηφίσματος απαιτήσωσιν», όταν δηλαδή θα χρειαζόταν να επικυρωθούν απο «τας πληρεξουσίους συμφωνίας» του Κυβερνήτη με τις Δυνάμεις σχετικά με την εφαρμογή των όρων της Συνθήκης του Λονδίνου του Ιουλίου 1827 [4].

Η αποτελούμενη απο 27 μέλη Γερουσία, παρόλο που έφερε εξωτερικά το δημοκρατικο χρίσμα οργάνου που προερχόταν απο την Εθνική Συνέλευση, δεν ήταν στην ουσία παρά μία άλλη μορφή «του Πανελληνίου», αφού δεν είχε ούτε το δικαίωμα να εκλέγει τον Πρόεδρό της.

Με την έγκριση των 13 ψηφισμάτων απο την Δ’ Εθνοσυνέλευση του Άργους, νομιμοποιήθηκε και επίσημα η κατάλυση του «αντιπροσωπευτικού» συστήματος και των πολιτικών ελευθεριών και το πολίτευμα προσέλαβε προσωρινά μοναρχικο χαρακτήρα. Είναι αξιοσημείωτο ότι μετά την Εθνοσυνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας επέλεξε το σύστημα μίας καθαρής διοικητικής αποκέντρωσης αντί της τοπικής αύτοδιοίκησης. Παράλληλα επιχείρησε να οργανώσει και να ελέγξει τα δημόσια οικονομικά από το κέντρο [5].

Συμπερασματικά, στη Δ’ Εθνική Συνέλευση του Άργους, ο Καποδίστριας είχε πετύχει μία μεγάλη πολιτική νίκη, μία νίκη όμως που στάθηκε και η απαρχή της ανατροπής του, αφού στους μεγαλονοικοκυραίους της Ύδρας και τους κοτσαμπάσηδες που τον αντιπολιτεύονταν, είχαν προστεθεί και οι φιλελεύθεροι, που επιζητούσαν τη δημοκρατική νομιμότητα ως επιστέγασμα της εθνικής ελευθερίας. Το εγχείρημα του Καποδίστρια να οργανώσει κράτος με ισχυρή κεντρική εξουσία, που να στηρίζεται παράλληλα και στις υπάρχουσες ιστορικές καταβολές και εμπειρίες, ενώ εύρισκε μεγάλη άνταπόκριση στην ευρεία πλειοψηφία του λαού, προκαλούσε όλο και εντονότερες αντιδράσεις στην προυχοντική τάξη, η οποία έβλεπε τα προνόμιά της να περιορίζονται παράλληλα με την εξάλειψη της πολιτικής της επιρροής. Οι προσπάθειες του Καποδίστρια για την ανατροπή των οικονομικών και κοινωνικών βάσεων της πολιτικής ισχύος των κοτσαμπάσηδων σε τοπικο επίπεδο, συνετέλεσαν στην επίσπευση της δολοφονίας του.

 

3. Σύγκληση της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως

 

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Το τρίτο σημαντικό συνταγματικό γεγονός στο Άργος, είναι η Ε’ Εθνική Συνέλευση, η όποία συγκλήθηκε από την «Διοικητική Επιτροπή» που ορισε η Γερουσία μετά το θάνατο του Καποδίστρια και μέλη της ήταν ο Αυγουστίνος Καποδίστριας (ως Πρόεδρος), ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Κωλέττης. Οι εργασίες της άρχισαν στις 7 Δεκεμβρίου 1831 μέσα σε ταραγμένη ατμόσφαιρα στο ναο της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του Άργους, με Πρόεδρο το Δημήτριο Τσαμαδό. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στις αρχές Δεκεμβρίου του 1831, «το Άργος επαράσταινε μάλλον στρατόπεδον παρά τόπον Εθνικής Συνελεύσεως». Η Συνέλευση κατά τη Συνεδρίαση της 8ης Δεκεμβρίου, ονομάσθηκε Ε’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση. Την ίδια ημέρα έγινε και η όριστική διάσπαση της «Διοικητικής Επιτροπής», όταν ανακήρυξε τον Αύγουστίνο Καποδίστρια «Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβερνήσεως», που ανέλαβε έτσι ως μονομελές όργανο την εξουσία. Η πράξη αυτή της Συνελεύσεως, ενόχλησε τον Κωλέττη και ουσιαστικά έφερε έριδες και διχασμό, αναστατώνοντας το Άργος. Στις 9 Δεκεμβρίου πολλοί κάτοικοι του Άργους προαισθανόμενοι ίσως το κακο που θα ακολουθούσε, άρχισαν να παίρνουν το δρόμο προς το Ναύπλιο. Το απόγευμα άρχισαν οι συγκρούσεις. Ο Κασομούλης, ο όποίος παρευρισκόταν στο Άργος, γράφει στα Απομνημονεύματά του: «Ούτε από την Τριπολιτσάν (ότε διεδόθη τω 1825 η είδηση της αφίξεως του Ιμβραήμ πασά) δεν έφευγεν ούτως ο κόσμος· από τον φόβον, άγεληδον τρέχοντες εις τας πεδιάδας παρίστανον το ελεεινότερον θέαμα. Πληρεξούσιοι με τα παπούτσια εις τα χέρια άλλος εδώθεν άλλος εκείθεν φεύγοντες και ούτοι, έως το εσπέρας δεν εμεινεν κανένας, έκτος των έμπολέμων» [6].

Η Ε’ Εθνική Συνέλευση από τις 15 Δεκεμβρίου συνέχισε τις συνεδριάσεις της στο Ναύπλιο και τελείωσε τις εργασίες της στις 15 Μαρτίου 1832. Το σπουδαιότερο έργο της υπήρξε η ψήφιση του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» γνωστού και ως «Ηγεμονικού η Βασιλικού της εν Άργει και Ναυπλίω Β’ Εθνικής Συνελεύσεως» που με τα 294 άρθρα του ήταν το μακροσκελέστερο των συνταγματικών κειμένων που ψηφίστηκε από το 1822 και ψήφισε ως πολίτευμα της χώρας ιδιόμορφη βασιλευομένη δημοκρατία. «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού κράτους αντιπροσωπευτικώς ύπερ του Έθνους ύπο διαφόρων άρχών».

Τέσσερα είναι τα κύρια γνωρίσματα του Ηγεμονικού Συντάγματος:

α) Είναι το πρώτο Σύνταγμα της Ελλάδος που καθιερώνει το θεσμο του κληρονομικού ανωτάτου άρχοντα. Ο «Ηγεμών» είναι πολιτικά ανεύθυνος και απαραβίαστος, ενώ εχει αρμοδιότητες ουσιαστικές και εκτεταμένες, συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας και έχει το δικαίωμα διαλύσεως της Βουλής, θεσμος που έμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική συνταγματική τάξη.

β) Για πρώτη φορά στην Ελλάδα εισάγεται το σύστημα των δύο Βουλών: Η Γερουσία που τα μέλη της διορίζονται ισοβίως ύπο του Ηγεμόνος ασκεί από κοινού με την Βουλή των Αντιπροσώπων και τον Ηγεμόνα τη νομοθετική εξουσία.

γ) Καθιερώνει το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι, αλλά και την τιμητική (βάσει περιουσιακών και εισοδηματικών προσόντων) έμμεση ψηφοφορία.

δ) Αναγνωρίζει τα ατομικά δικαιώματα που διασφαλίζονται και στα τρία δημοκρατικά συντάγματα του Αγώνα και για πρώτη φορά: το απαραβίαστο του ασύλου της κατοικίας. Προσδίδεται έτσι στο πολίτευμα της «συγκερασμένης» Συνταγματικής Μοναρχίας, όχι μόνο ο άντιπροσωπευτικος και ο κοινοβουλευτικος, αλλά και ο φιλελεύθερος χαρακτήρας [7].

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα δεν εφαρμόσθηκε ποτέ, διότι μετά την άφιξη του Όθωνος σταμάτησε κάθε προσπάθεια ή υπόσχεση για συνταγματικό καθεστώς.

Στο Άργος συνήλθε επίσης τον Ιούνιο του 1832 και συνέχισε τις εργασίες της στην Πρόνοια, προάστιο του Ναυπλίου «Η κατά συνέχειαν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις» δηλαδή η νέα έκτη κατά σειρά από το 1821 Συνέλευση που εξανάγκασε σε παραίτηση τον Αύγουστίνο Καποδίστρια και αμφισβήτησε τη νομιμότητα της Ε’ Εθνικής Συνελεύσεως και η οποία διασώθηκε στη συλλογική μνήμη κυρίως για το ψήφισμά της (27 Ιουλίου 1832) με το οποίο «επικυρώθηκε» η υπό των τριων προστάτι δων δυνάμεων εκλογή του Βαυαρού πρίγκιπα Όθωνος ως «βασιλέως της Ελλάδος». Στις 10 Αυγούστου του 1832, η Συνέλευση διαλύθηκε βίαια από στοιχεία ελεγχόμενα από τις Μεγάλες Δυνάμεις.

«Κατ’ αυτόν τον άδοξον τρόπον» έληξεν η επαναστατική περίοδος της συνταγματικής μας ιστορίας. Μία περίοδος που αρχίζει με την «αποθέωση» του συνταγματισμού και τελειώνει με την ολική του έκλειψη [8].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, τομ. ΙΒ΄, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 198.

[2] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Ένθους, οπ.π., σ. 199.

[3] Βλ. Δ. Κόκκινου, Η Ελληνική Επανάστασις, τομ. Δ . Αθήνα, Μέλισσα, 1957, σ. 61.

[4] Βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τομ. ΙΒ. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 527-528.

[5] Βλ. Π. Πετρίδης, Σύγχρονη Ελληνική Πολιτική Ιστορία, τομ. Α , 1821-1862. Αθήνα, Γκοβόστης, 1994, σ. 104.

[6] Βλ. Γ. Αναστασιάδης, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία της Ελλάδος 1821-1941.

Θεσσαλονίκη, Σάκκουλα, 2001, σ. 29.

[7] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

[8] Βλ. Γ. Αναστασιάδη, οπ.π., σ.30.

 

Ελισάβετ Μπέσιλα-Μακρίδη

Καθηγήτρια Τμήματος Δημοσίας Διοίκησης- Πάντειο Πανεπιστήμιο

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το κοινωνικό κράτος στα Συντακτικά Κείμενα του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του κατά την περίοδο 1821-1832. Γεώργιος Δημ. Μάρδας, Λέκτορας Πανεπιστήμιου Μακεδονίας Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών. Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.  


 

Από την ψήφιση του Συντάγματος (01-01-1822), υπό της Πρώτης Γενικής Εθνικής Συνέλευσης, που συνήλθε στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα), μέχρι την επικύρωση της εκλογής του Όθωνα ως μονάρχη της Ελλάδας (27-07-1832) υπό  της Τετάρτης κατά συνέχεια Γενικής Εθνικής Συνέλευσης, [Η εν Προνοία κατ’επανάληψιν Δ’ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευσις] που συνήλθε στο Ναύπλιο (Πρόνοια), συνήλθαν έξι Γενικές Εθνικές Συνελεύσεις και εψηφίσθησαν τέσσαρα πολιτειακά κείμενα (πολιτεύματα ή συντάγματα). Οι πέντε από τις ως άνω έξι Συνελεύσεις άρχισαν τις εργασίες τους από το Άργος.

 Η ιστορία της περιοχής του Άργους, ο πολιτισμός του, καθώς και η γεωγραφική του θέση έγιναν ο πόλος έλξης του επαναστατικού ελληνισμού για την πραγματοποίηση των Εθνικών Συνελεύσεων, που είχαν ως αποτέλεσμα την ολοκλήρωση τριών σημαντικών Συνταγμάτων, που αποτέλεσαν πηγές όσον αφορά στην κοινωνικο-οικονομική διάστασή τους για επόμενα ελληνικά και ξένα Συντάγματα.

 Τα τρία αυτά επαναστατικά Συντάγματα της ευρύτερης περιοχής του Άργους, μαζί με το Σύνταγμα του Άστρους (13-04-1823), αποτελούν τα πρώτα πολιτειακά ελληνικά κείμενα της νεότερης ελληνικής ιστορίας, που προβλέπουν τη διασφάλιση των κοινωνικών δικαιωμάτων των πολιτών και την ίδρυση του κοινωνικού κράτους δικαίου.

 

Α. Η έννοια και το περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους μπορεί να αναγνωσθεί, έμμεσα, στο κείμενο του Συντάγματος του 1864 και ειδικότερα στη σχετική διάταξη, που αναγνωρίζει το δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι. Αλλά και πριν από τη δημοσίευση του Συντάγματος αυτού, μπορεί να βρει κανείς στοιχεία και διατάξεις κοινωνικού χαρακτήρα σε διάφορα ελληνική πολιτειακά κείμενα. Η πρώτη ασφαλώς παρόμοια διάταξη είναι αυτή του Σχεδίου Συντάγματος του Ρήγα Βελεστινλή με τίτλο «Νέα Πολιτική Διοίκηση», γνωστού και ως «Πολίτευμα του Ρήγα». Το κείμενο αυτό, βέβαια, ήταν βαθειά επηρεασμένο από τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης. Χαρακτηριστική δε διάταξη του εν λόγω Σχεδίου, αναφορικά με τα κοινωνικά δικαιώματα, είναι αυτή του άρθρου 21: «αι δημόσιαι αναδρομαί και ανταμοιβαί είναι ιερόν χρέος της πατρίδος …».

Γενικότερα, το κράτος δικαίου είναι έννοια ιστορικο-πολιτική και δεν σημαίνει «κράτος δικαίου», αλλά παράβαση και περιορισμό, κυρίως, της εκτελεστικής λειτουργίας.

Το κράτος δικαίου, με την παραπάνω έννοια, θεωρείται εκείνο το σύστημα στο οποίο οι φορείς της κρατικής εξουσίας περιορίζονται από το νόμο, ως προς τις σχέσεις τους με τους διοικούμενους, των οποίων, κατ’ αυτό τον τρόπο, διασφαλίζεται αποτελεσματικώς τόσο η νομική θέση τους όσο και η ελευθερία τους. 1

Αρρήκτως συνδεδεμένη με την έννοια του κράτους δικαίου είναι και η αρχή της νομικής ισότητας. 2 Βασικό στοιχείο της νομικής ισότητας, της οποίας το καλύπτον αυτήν υπερσύνολο θεωρείται η κοινωνική ισότητα, είναι η αρχή της ισότητας ενώπιον του νόμου. Η μορφή αυτή της νομικής ισότητας ονομάζεται και ισότητα δικαιωμάτων. Υπάρχει όμως και η μορφή της ισότητας του νόμου, που καλείται και ισονομία ή ισότητα δικαίου. 3

 

Ludwig Michael von Schwanthaler. Η Εθνική Συνέλευση στην Επίδαυρο. Απεικονίζεται η στιγμή της ορκωμοσίας των πληρεξουσίων μπροστά στο «Προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος» (1η Ιανουαρίου 1822). Τοιχογραφίες του Μεγάρου της Βουλής, αίθουσα των Υπασπιστών, βόρειος τοίχος.

 

Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου

 

Κατά το δέκατο ένατο αιώνα, η αμφισβήτηση της οριοθέτησης του νομικού και κοινωνικού περιεχομένου της ελευθερίας και της ισότητας οδήγησε στο συμπέρασμα, ότι η ουσιαστική άσκηση των δύο αυτών ατομικών δικαιωμάτων, προϋποθέτει την ύπαρξη του κοινωνικού κράτους δικαίου. Στη δικαιϊκή αυτή κρατική μορφή, το κράτος δεν είναι πλέον νυκτοφύλακας του φιλελευθερισμού, αλλά περιλαμβάνει ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων με σκοπό να καταστήσει ουσιαστική την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών στην κοινωνική και οικονομική πολιτική.

Συνακολούθως, το νέο κοινωνικό κράτος ολοκληρώνεται με την αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου, που εστιάζεται στην πολιτική ισότητα των διοικουμένων, μέσω της επιδίωξης της κοινωνικής ισότητας. Σε τελευταία ανάλυση, η ως άνω αρχή κάνει αποδεκτή την ενότητα κράτους και κοινωνίας και αφήνει περιθώρια για μία όσο το δυνατόν μεγαλύτερη και ευρύτερη κοινωνικοποίηση της κρατικής εξουσίας. 4

Η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου αποκτά το πλήρες νοηματικό της περιεχόμενο, κατ’ αρχήν, μέσω της αλληλοτροφοδότησής της με τη δημοκρατική αρχή, αλλά και μέσω της εξομάλυνσης της σύγκρουσής της με τη δικαιοκρατική αρχή.

Έτσι, η αρχή του κοινωνικού κράτους λειτουργεί ως θεμέλιο για τη συναγωγή «κοινωνικών δικαιωμάτων», που δεν κατοχυρώνονται ρητά στο κείμενο του Συντάγματος. Όμως, ταυτοχρόνως, συμβάλλει και στην απόκρουση της παραδοσιακής προσέγγισης των κοινωνικών δικαιωμάτων ως ατελών ή λιποβαρών κανόνων.

Κατά την παραδοσιακή συσταλτική και εθνοκεντρική θέωρηση της Κοινωνικής Αρχή, είναι δεδομένη η αντίληψη, ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους έχει ως αποκλειστικό αντικείμενο τις κρατικές παρεμβάσεις, που αποσκοπούν στην αναδιανομή του παραγόμενου κοινωνικού προϊόντος και την άμβλυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, μέσω παροχών σε είδος, σε χρήμα ή σε υπηρεσίες. Αυτή η προσέγγιση προσδίδει στην Αρχή του Κοινωνικού Κράτους μία εξαιρετικώς ισχνή κανονιστική σημασία και ένα περιοριστικό πεδίο αξιοποίησης στο πλαίσιο των σύγχρονων μεταβολών του πολιτειακού φαινομένου. 5

 

Κοινωνικά δικαιώματα και κοινωνικό κράτος δικαίου

 

Ο νομικός μοχλός λειτουργίας και ισορροπίας του κοινωνικού κράτους δικαίου είναι τα κοινωνικά δικαιώματα. Ως κοινωνικά δικαιώματα εννοούμε εκείνα με τα οποία αναγνωρίζονται στα άτομα ορισμένες εξουσίες, με σκοπό την απαλλαγή τους από την κοινωνική και οικονομική απαξίωση και την εξασφάλιση της ευημερίας τους. Παρατηρούμε, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα συναρτώνται με το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου. Πράγματι η θέσπιση και η υλοποίηση των κοινωνικών δικαιωμάτων συνδέεται με τη βασική αρχή της ισότητας, καθόσον αποβλέπει στην αποκατάσταση της διαταραχθείσας κοινωνικής ισότητας (ή ισότητας των ευκαιριών δράσης και απολαυών) των πολιτών. 6

Στις θεσμοθετημένες συνταγματικές διατάξεις υπάρχει πλήρης και εξαντλητική σύνδεση των κοινωνικών δικαιωμάτων με τις θετικοποιημένες συνταγματικές αξίες, όπως είναι η ανθρώπινη αξία, η δημοκρατική αρχή, η ισότητα και η κοινωνική αλληλεγγύη.

Το αγώγιμο των αξιώσεων είναι το μείζον πρόβλημα για την πλήρη εξομοίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων προς τα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή προβάλλεται, ερμηνευτικώς, ότι τα κοινωνικά δικαιώματα διαφοροποιούνται έντονα από την κατηγορία των ατομικών δικαιωμάτων, καθόσον τα πρώτα δεν έχουν νομική δεσμευτικότητα, ενώ τα δεύτερα εμφανίζουν το νομικό αυτό χαρακτηριστικό σε υψηλό βαθμό.

Ακόμη και όταν τα κοινωνικά δικαιώματα προβάλλουν ως εξαναγκαστοί κανόνες δικαίου, δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αγώγιμες αξιώσεις κατά του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού τόσο το κανονιστικό περιεχόμενό τους είναι ασταθές και αβέβαιο, όσο και ο προσδιορισμός τους εξαρτάται από τη δοθείσα εξειδίκευση του κοινού νομοθέτη. 7

Β. Προλεγόμενα αναφορικώς με τα ελληνικά πολιτειακά κείμενα και το κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, κατά την περίοδο 1821 – 1832

Η μελέτη και ανάλυση των συνταγματικών κειμένων μεταφράζεται σε αντίστοιχη εμβάθυνση της κρατικής εξουσίας. Είναι απαραίτητο δηλαδή να γνωρίζουμε την ιστορική πορεία της συγκρότησης και της άσκησης της κρατικής εξουσίας. Αυτό σημαίνει, ότι sine qua non προϋπόθεση για οποιαδήποτε σχετική έρευνα είναι η ύπαρξη κράτους.

Κατ’ αρχήν, η ύπαρξη του κράτους αρχίζει από της έκδοσης της σχετικής πράξης διεθνούς αναγνώρισης αυτού. Η ύπαρξη όμως του σύγχρονου ελληνικού κράτους πιστοποιείται από το γεγονός της δημιουργίας και επιβολής μίας νέας οργανωμένης εξουσίας με χαρακτηριστικά στοιχεία τον προσδιορισμένο εδαφικό χώρο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, το αυτοδύναμο της εξουσίας και το ελληνικό στοιχείο του πληθυσμού. Συνακολούθως, η τεκμηριωμένη ερμηνεία των συνταγματικών θεσμών, της λειτουργίας τους και της εξελικτικής διαφοροποίησής τους, επιτυγχάνεται στο μέτρο, που η ιστορία των πολιτευμάτων συσχετίζεται με την εν γένει εθνική ιστορία και την κοινωνικοπολιτική εξέλιξη της χώρας.

Το Σύνταγμα δεν υιοθετεί μία αξιόλογη ουδέτερη τάξη, εφόσον οι αρχές, που τυποποιούνται σε αυτό, αντικατοπτρίζουν, όπως καταδεικνύεται από την πράξη, τις κυρίαρχες, κοινωνικώς, αντιλήψεις και συμβάλλουν στην αναπαραγωγή του κοινωνικού συστήματος. 8

Γ. Η κοινωνική, οικονομική και πολιτική κατάσταση της Ελλάδας κατά την προεπαναστατική και επαναστατική περίοδο. Οι πολιτειακές αντιλήψεις των Ελλήνων.

Πριν από το 1821, είχαν διαμορφωθεί τα τοπικά θεσμικά πρότυπα της τοπικής παράδοσης και του κοινωνικού δικαιϊκού συστήματος. Τα πρότυπα, αυτά, χωρίς αμφιβολία, δέχθηκαν την επίδραση της ξένης νομοθεσίας. Έτσι, τα τυπικά επαναστατικά πολιτεύματα προσαρμόσθησαν στις, κατά περιοχές, ελληνικές συνήθειες και ανάγκες και έλαβαν υπόψη τους το θεσμικό πλαίσιο, που ίσχυε κατά την προεπαναστατική περίοδο και που οπωσδήποτε είχε ολιγαρχικό χαρακτήρα.

Πορτραίτο του Ιωάννη Καποδίστρια, πριν το 1836, αποδίδεται στην Ελβετίδα ζωγράφο Amélie Munier-Romilly (1788 – 1875). Bibliothèque de Genève.

Είναι γεγονός, ότι καθ’ όλη τη διάρκεια των πολεμικών διενέξεων και ιδιαίτερα μετά τη δολοφονία των Ιωάννου Καποδίστρια (27-09-1831) και μέχρι την 14-04-1832, ότε και εκδόθηκε ψήφισμα της Γερουσίας για την τετάρτη κατά συνέχεια Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση, στον ελληνικό χώρο επικρατούσε αναρχία, ληστείες στην ύπαιθρο και απειθαρχία των στρατιωτικών δυνάμεων προς την Κυβέρνηση.

Κατά τον Β. Φίλια, τα κυρίαρχα κοινωνικά τμήματα του ελληνισμού, που είχαν επικρατήσει στην προεπαναστατική εποχή, εξακολούθησαν και κατά τη διάρκεια της επανάσταση να ισχυροποιούν τη θέση τους σε νευραλγικούς τομείς, όπως ήταν η ναυτιλία και το εμπόριο.

Τους κοινωνικούς αυτούς συσχετισμούς θέλησε ο Κυβερνήτης Καποδίστριας να τους ανατρέψει, αφού προηγουμένως είχε προβεί σε μία πλήρη καταγραφή και αναλυτική διερεύνηση των αιτίων της κοινωνικής διαφορετικότητας και αυθαιρεσίας.

Η επιχειρηθείσα από τον Κυβερνήτη συγκρότηση ενιαίας διακυβέρνησης, δηλαδή συγκεντρωτικού κράτους, κατ’ αρχήν έδωσε τη δυνατότητα να ασκηθεί συντονισμένη νομοθετική κρατική πολιτική σε διάφορους τομείς (στρατιωτικό, οικονομικό, κοινωνικό). 9 Αλλά ήταν δύσκολο να υιοθετηθούν ουσιαστικές δομικές μεταβολές κοινωνικού χαρακτήρα. Και αυτό ήταν ιδιαίτερα επίπονο και περίπλοκο κατά τη δεύτερη περίοδο διακυβέρνησης του Καποδίστρια (1830 – 1831), κατά οποία η αντίδραση του κατεστημένου στα νέα πολιτικά οράματα ήταν οξεία και πολυσχιδής.

Και όπως καταγράφει ο Καθηγητής Νικόλαος Πανταζόπουλος, η αύξουσα δημοτικότητα του Καποδίστρια, η αποστροφή του προς τους Κοτσαμπάσηδες, τους οπλαρχηγούς και τους Φαναριώτες, καθώς και η προσπάθειά του να επιβάλει το Κράτος του Νόμου, συνετέλεσαν στη γέννηση μίας άγονης και εθνικώς επιζήμιας αντιπολίτευσης.

Πράγματι, στην επαναστατημένη Ελλάδα, η κοινωνική κατηγορία των προκρίτων, των αρχιερέων, των φιλικών, των οπλαρχηγών, των νεοφερμένων φαναριωτών και γενικότερα των Ελλήνων του εξωτερικού, στην προσπάθειά της να υπερασπίσει τη θέση της εν όψει της ανάγκης για πολιτειακή οργάνωση, ήλθε σε προστριβές, μερικές φορές με προσωπικό ή τοπικό χαρακτήρα, με τους υπερασπιστές του παλαιού κοινοτικού θεσμού, ο οποίος είχε συνηθίσει τους Έλληνες στην αντιμετώπιση των κοινών προβλημάτων τους με ένα σύστημα αντιπροσωπευτικό, στο οποίο είχαν δικαίωμα, κατά ένα τρόπο, να μετέχουν όλοι. 10

Δ. Συσχετίσεις και κριτική των ελληνικών επαναστατικών συνταγματικών κειμένων και των προτάσεων των γενικών εθνικών συνελεύσεων της Ελλάδας κατά την περίοδο 1821 – 1832. Νομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά τους.

Είναι αυτονόητο, ότι, αμέσως μετά την ελληνική επανάσταση του 1821, άρχισε να επιδεινώνεται το ήδη κλονισμένο νομικό καθεστώς. Αυτή η νομική αβεβαιότητα, από τους πρώτους μήνες της επανάστασης, προκάλεσε την ανάγκη ρύθμισης του δημιουργηθέντος νομικού χάους. Τη διεκπεραίωση του επίπονου και πολυσχιδούς αυτού έργου την επωμίσθησαν δέκα έξι επαναστατικές συνελεύσεις και προσωρινές ή τακτικές Κυβερνήσεις.

Τα πολιτειακά κείμενα (πολιτεύματα), που συντάχθηκαν κατά τους πρώτους μήνες της ελληνικής Επανάστασης και ως την άφιξη του Ι. Καποδίστρια, ήταν οι Τοπικοί Οργανισμοί, με χαρακτήρα τοπικό και τα Γενικά Πολιτεύματα, που είχαν ευρύτερο χαρακτήρα, καθόσον αφορούσαν στην όλη επαναστατημένη και επαναστατικώς ελεύθερη πλέον χώρα. 11

 

Πολιτεύματα τοπικής ισχύος

 

Πριν ιδρυθεί, όμως, το νεότερο επαναστατικό ελληνικό κράτος και πριν από την ψήφιση του πρώτου γενικής ισχύος πολιτεύματος του αγωνιζόμενου έθνους, είχαμε τα εξής πολιτειακού χαρακτήρα κείμενα:

  • Τρία Συντάγματα των Ιονίων Νήσων με ολιγαρχική υφή. Ήταν αυτά των ετών 1800, 1803 και 1817. Το Σύνταγμα του 1803, μάλιστα, είχε εμφανώς επηρεασθεί από την αστική φιλελεύθερη ιδεολογία της Γαλλικής Επανάστασης.
  • Το «Στρατοπολιτικό Σύστημα» της Σάμου του έτους 1821.
  • Η Διακήρυξη της Μεσσηνιακής Γερουσίας στην Καλαμάτα, η σύσταση της οποίας έγινε την 25-03-1821. Η Διακήρυξη αυτή απευθύνθηκε προς τις τότε ευρωπαϊκές Αυλές και θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ως την πρώτη προσπάθεια στοιχειώδους κρατικής οργάνωσης των απελευθερωμένων ελληνικών περιοχών. 12 Πάντως στη Τοπική Συνέλευση, που ενέκρινε την ως άνω Διακήρυξη, επικρατούσαν φεουδαρχικές αντιλήψεις και ταυτοχρόνως ένας άκρατος τοπικισμός.
  • Η Πράξις της Συνελεύσεως, η οποία συνήλθε στη Μονή Καλτελών την 26-05-1821.Ο νέος πολιτικός Οργανισμός ήταν προϊόν ολιγαρχικής αυθαιρεσίας και, κυρίως, εξέφραζε την ιδεολογία και τα συμφέροντα των προεστών. 13
  • Ο Γενικός Οργανισμός της Πελοποννήσου, ο οποίος συντάχθηκε στην Επίδαυρο τον Ιούλιο του 1821 και ψηφίσθηκε τον Αύγουστο του ίδιου έτους από τη Σύνοδο της Ζαράκωβας.
  • Ο Οργανισμός της Γερουσίας της Δυτικής Ελλάδος, το οποίο εψήφισε η Συνέλευσις της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος την 09-11-1821, που συνήλθε στο Μεσολόγγι. Στη Συνέλευση αυτή συμμετείχαν τριάντα τρεις αντιπρόσωποι υπό την προεδρία του Αλεξάνδρου Μαυροκορδάτου. Ο εν λόγω Οργανισμός ήταν η βάση της περαιτέρω οργάνωσης της «προσωρινής Διοικήσεως».
  • Η Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος. Πρόκειται, ίσως, για το πιο σημαντικό, από πλευράς πληρότητας, τοπικό πολίτευμα, το οποίο ψηφίσθηκε την 15-11-1821 στα Σάλωνα (σημερινή Άμφισσα) από τη Συνέλευση εβδομήντα αντιπροσώπων.
  • Ο Οργανισμός της Πελοποννησιακής Γερουσίας, που υπογράφηκε στο Άργος και ψηφίσθηκε στη Νέα Επίδαυρο την 27-12-1821 από Συνέλευση είκοσι τεσσάρων προκρίτων, υπό την προεδρία του Δημητρίου Υψηλάντη. 14 Ο τελευταίος μάλιστα, όταν ήλθε στα Βέρβενα, μετά τη ψήφιση του Γενικού Οργανισμού της Πελοποννήσου (Αύγουστος 1821), εισηγήθηκε να θεσπισθεί νέος Γενικός Οργανισμός, ο οποίος θα αποτελούσε τον καταστατικό χάρτη της Πελοποννήσου.

Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε στα εξεταζόμενα τοπικά πολιτεύματα και το Προσωρινό Πολίτευμα της Νήσου Κρήτης, που ψηφίσθηκε στους Αρμένους της Κρήτης και από τη Συνέλευση των Αρμένων, την 20-05-1822, δηλαδή λίγους μήνες μετά τη δημοσίευση του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος την 01-01-1822.

Εκείνο που χαρακτηρίζει τα τοπικής ισχύος πολιτεύματα, με στενή ή ευρύτερη έννοια, είναι το γεγονός ότι εψηφίσθησαν από αντίστοιχες τοπικές Συνελεύσεις, των οποίων η σύνθεση αναφερόταν στους προεστούς, τους ανώτερους κληρικούς και τους οπλαρχηγούς. Ο αποκεντρωτισμός και η τοπική διοίκηση, με φιλελεύθερη βάση, ήταν στοιχεία, που φανέρωναν των τοπικό και προσωρινό χαρακτήρα των προτεινόμενων πολιτευμάτων, αλλά, ταυτοχρόνως, η μελλοντική θεσμική κατοχύρωση της Κεντρικής Διοίκησης ήταν η συνισταμένη όλων των ως άνω συντακτικών κειμένων.

Τελικώς, οι Τοπικοί Οργανισμοί της Πελοποννήσου, της Ανατολικής Στερεάς Ελλάδας και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, διατηρήθησαν σε ισχύ μέχρι τον Απρίλιο του 1823, ημερομηνία κατά την οποία η Β΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία είχε συνέλθει στο Άστρος την 29-03-1823, τους κατήργησε, για να υποκατασταθούν από τη γενική περιφερειακή οργάνωση του ενιαίου κράτους.

 

Β. Γενικά πολιτεύματα καθολικής ισχύος και οι σχετικές συνελεύσεις και διακηρύξεις τους κατά την περίοδο 1821- 1832.

 

 Το σύνταγμα της Επιδαύρου της 01-01-1822

 

Την 01-12-1821, όπως γράφουμε παραπάνω, συγκλήθηκε η νέα Εθνική Συνέλευση είκοσι τεσσάρων πελοποννησίων πληρεξουσίων στο Άργος. Η Συνέλευση αυτή άρχισε τις εργασίες της την 14-12-1821.

Επειδή όμως ήδη απελευθερώθηκε η Πελοπόννησος, τα νησιά του Αιγαίου, που ήταν πλησίον αυτής, καθώς και η Νότια Στερεά Ελλάδα, αλλά και εκ του γεγονότος ότι προκλήθηκε σχίσμα μεταξύ των νησιωτών και μωραϊτών, και ως εκ τούτου τα πνεύματα στο Άργος να είναι οξυμένα, έγινε δεκτή η πρόταση ώστε η νέα Συνέλευση να συγκληθεί, την 20-12-1821, στη Νέα Επίδαυρο (Πιάδα), πλησίον της Παλαιάς Επιδαύρου, με κύριο σκοπό την ψήφιση ενιαίου Πανελληνίου Οργανισμού. Οι εργασίες της Πρώτης Εθνικής Συνέλευσης άρχισαν την 22-12-1821. Τα μέλη της Συνέλευσης ήταν πενήντα εννέα παραστάτες (πληρεξούσιοι) των τριών ως άνω απελευθερωμένων περιοχών. Βεβαίως, οι συμμετέχοντες παραστάτες δεν εξελέγησαν αμέσως από το λαό βάσει εκλογικού νόμου· είχαν όμως ορισθεί σύμφωνα με ένα ενιαίο σύστημα από τοπικές Συνελεύσεις ή τοπικούς προκρίτους.

Η Πρώτη Εθνική Συνέλευση ανέθεσε σε δωδεκαμελή Επιτροπή τη σύνταξη κειμένου για τον «διοργανισμόν της Εθνικής Βουλής». Πράγματι, η εν λόγω Επιτροπή, την 01-01-1822, υπέβαλε το κείμενο του «Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος», δηλαδή το Σύνταγμα της Επιδαύρου. Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος θα γράψει αργότερα, την 29-08-1822, προς τον Δημήτριο Υψηλάντη: «Ως Έλλην πολίτης έχω τη γνώμη, ότι το πολίτευμα τούτο έχει και καλά  και κακά».

Την ίδια συμβολική ημερομηνία 01-01-1822, η Συνέλευση προέβαινε σε πανηγυρική Διακήρυξη της Εθνικής Ανεξαρτησίας, που δημοσιεύθηκε την 15-01-1822. Στην εν λόγω Διακήρυξη προβάλλεται ως σκοπός την Επανάστασης, που ήταν όχι μόνον, απλώς, η εθνική αποκατάσταση, αλλά και η εξασφάλιση των φυσικών δικαίων του ανθρώπου, ενώ παραλλήλως δικαιολογείται και αυτή η ίδια η επανάσταση. Ο πόθος των ελλήνων, για διοίκηση με νόμους δικαίου, για κατάργηση της δουλείας, για ισονομία πολιτών και για ίδρυση μίας ενιαίας έννομης και εθνικής Διοίκησης, ήταν έντονα εύγλωττος στις γραμμές του κειμένου της Διακήρυξης.

Νικόλαος Ν. Σαρίπολος, «Η πρώτη Εθνοσυνέλευσις και το πολίτευμα της Επιδαύρου του 1822», Αθήνα 1907. Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Το συνταγματικό κείμενο του Πολιτεύματος της Ελλάδος και ειδικότερα των δύο πρώτων τμημάτων αυτού έχει οπωσδήποτε επιδράσεις, αν όχι απομιμήσεις, τόσο από τις ιδέες της γαλλικής επανάστασης του 1789, όπως αυτές διατυπώνονται στη Γαλλική επαναστατική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του πολίτη, (άρθρα 1,6,13 και 17), καθώς και στα γαλλικά συντάγματα του 1793 και 1795, όσο και από το πνεύμα του Συντάγματος της 17-09-1787 των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.

Το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος» θεωρείται και αντιαπολιταρχικό και φιλελεύθερο. Γενικώς, όμως, στη διατύπωση των 110 άρθρων του θα μπορούσε κανείς να διακρίνει μία προσεκτική συντηρητική γραφή για θέματα με αμφίσημο νόημα και αυτό για να μην έλθει σε άμεση σύγκρουση και συνακολούθως να μη προκαλέσει δυσφορία στις μεγάλες Αυλές των τότε «Προστάτιδων» δυνάμεων. 15

Η ισότητα νόμου ή ισονομία εμφανίζεται στο άρθρο 2 (παράγρ. β΄): «όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισιν Έλληνες και απολαμβάνουσιν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων». Βεβαίως, τη δυνατότητα της απόλαυσης των πολιτικών δικαιωμάτων, χωρίς διάκριση, την έχουν μόνον αυτοί που πιστεύουν «εις Χριστόν».

Στα επόμενα άρθρα 3 (παραγρ. γ΄) και 4 (παραγρ. δ΄) διατυπώνεται η αρχή της ισότητας ενώπιον του Νόμου ή αλλοιώς της ισότητας δικαιωμάτων.

Συγκεκριμένα στο άρθρο 3 (παραγρ. γ΄) αναγράφεται: «όλοι οι Έλληνες εσίν όμοιοι ενώπιον των Νόμων άνευ τινός εξαιρέσεως ή βαθμού ή κλάσεως ή αξιώματος», ενώ στο άρθρο 4 (παραγρ. δ΄) επιτάσσεται: «όσοι έξωθεν ελθόντες κατοικήσωσιν ή παροικήσωσιν εις την Επικράτειαν της Ελλάδος, εισίν όμοιοι με τους αυτόχθονες κατοίκους ενώπιον των Νόμων».

Οι διατάξεις και των δύο αυτών άρθρων είναι πρωτοποριακές με χαρακτηριστικό στοιχείο την κοινωνική ευαισθησία. Ειδικότερα, το άρθρο 4 (παραγρ. δ΄), εισάγει μια πρωτόγνωρη και υποδειγματική δημοκρατική αρχή, που αφορά στην ισότητα των δικαιωμάτων. Απέναντι στο Νόμο είναι «όμοιοι» όλοι οι κάτοικοι ή πάροικοι στην Ελληνική Επικράτεια, χωρίς κριτήρια κοινωνικής διαφορετικότητας και μάλιστα ρατσισμού.

Το «ιερό χρέος», όπως εννοείται στο άρθρο 21 της Νέας Πολιτικής Διοίκησης του Ρήγα Βελεστινλή, επηρέασε, αρχικώς, το Σύνταγμα της Επιδαύρου [άρθρα 107 (παραγρ. ρ ζ΄) και 109 (παραγρ. ρ θ΄)] και αργότερα το Σύνταγμα του Άστρους [ (άρθρα 86 (παραγρ. π 5) και 90 (παραγρ. 3)], καθώς και το Σύνταγμα της Τροιζηνίας (άρθρα 147 και 148).

Έτσι, στο άρθρο 107 (παραγρ. ρζ΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου ορίζεται: «Η Διοίκησις χρεωστεί παντοιοτροπίας να περιθάλψει τας χήρας και τα ορφανά των φαινομένων εις τον υπέρ Πατρίδος πόλεμον».

Επίσης, στο άρθρο 109 (παραγρ. ρθ΄) του ίδιου Συντάγματος αναφέρεται: «Οφείλει η Διοίκησις, μετά την αποκατάστασιν των Ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύσει όλους όσοι συνεισέφερον, και συνεισφέρουσιν άχρι τέλους ες θεραπείαν των χρηματικών χρειών της Ελλάδος, και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας».

Στο ίδιο πνεύμα και με την ίδια φραστική διατύπωση επαναλαμβάνονται οι σχετικές διατάξεις και στα επόμενα Συντάγματα του Άστρους (1823) και της Τροιζήνας (1827).

Μάλιστα η διάταξη του άρθρου 109 / ρθ΄ του Συντάγματος της Επιδαύρου επαναλαμβάνεται σχεδόν η ίδια στο άρθρο 90 του Συντάγματος του Άστρους.

Εξάλλου, είναι γνωστή η αρχή στην οικονομική επιστήμη της διανομής του παραγομένου εισοδήματος 16 σε μία χώρα, κατά την οποία το ποσοστό της συμμετοχής του εργαζομένου και κατ’ επέκταση κάθε μονίμου κατοίκου εξαρτάται από διάφορα κριτήρια, τα οποία καθορίζονται με ένα θεσμικό πλαίσιο, που αντανακλά περαιτέρω την ιδεολογία, τη φιλοσοφία, τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις θρησκευτικές δοξασίες και πολιτικές επιλογές των κυβερνώντων και γενικότερα της άρχουσας και ισχυρότερης κοινωνικής κατηγορίας.

Στην κατεύθυνση αυτή της δικαίας κατανομής του εισοδήματος, θετικώς και για πρώτη φορά, το Σύνταγμα της Επιδαύρου ορίζει στο άρθρο 8 (παραγρ. η΄): «Όλαι αι εισπράξεις πρέπει να διανέμωνται δικαίως εις όλας τα τάξεις και κλάσεις των κατοίκων, καθ’ όλην των έκτασιν της Ελληνικής Επικρατείας· καμμία δε είσπραξις δεν γίνεται άνευ προεκδοθέντος Νόμου».

Βεβαίως και στα επαναστατικά Συντάγματα του Άστρους [άρθρο 7 (παραγρ. ζ΄)] και της Τροιζήνας (άρθρο 10) γίνονται αναφορές στη διανομή του εγχώριου προϊόντος.

Στο μεν Σύνταγμα του Άστρους [άρθρο 7 (παραγρ. ζ΄)] οι «εισπράξεις» πρέπει να διανέμονται δικαίως και αναλόγως εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας …..». Ενώ στο Σύνταγμα της Τροιζήνας (άρθρο 10) διαβάζουμε: «Αι εισπράξεις διανέμνονται εις όλους τους κατοίκους της επικρατείας δικαίως και αναλόγως της περιουσίας εκάστου ….».

Το «πρέπει» στη δικαία διανομή του εισοδήματος, που διατυπώνεται στα Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους, εκφράζει τη μετριοπαθή και συντηρητική εικόνα των κοινωνικών δικαιωμάτων και επέκεινα της κατάστασης του κοινωνικού κράτους.

Αντιθέτως, η άμεση και επιτακτική σχετική διατύπωση στο Σύνταγμα της Τροιζήνας υπογραμμίζει τη δημοκρατικότερη και κοινωνικότερη βούληση των συντακτών του Συντάγματος αυτού.

Αυτή η ετεροβαρής εικόνα των κοινωνικών δικαιωμάτων, που αναφέρονται στα τρία ως άνω πρώτα επαναστατικά Συντάγματα, με τη μορφή της ισότητας των δικαιωμάτων, μετατοπίζεται στο Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832 (και μηδέποτε όμως εφαρμοσθέν) στο δικαίωμα να «αποκτώσιν οι έλληνες πολίται μέρος των υλικών και ηθικών αγαθών ….», (άρθρο 28). 17

Πρόκειται όμως, εδώ (στο άρθρο 28), για ένα δικαίωμα με αβέβαιη έκβαση, ως προς την κτήση και απόλαυση των υλικών και ηθικών αγαθών, καθόσον δεν προκύπτει στη σχετική διάταξη η ευθύνη, άρα και η υποχρέωση του Κράτους για να διασφαλίσει το συνταγματικό δικαίωμα του πολίτη, ώστε να απαιτήσει, τουλάχιστον, μία δικαία κατανομή του πλούτου και μάλιστα σε εκείνες τις περιπτώσεις, που, λόγω αναξιοπαθείας, βρίσκεται σε δύσκολη κοινωνικο-οικονομική κατάσταση. 18

Στα επόμενα Συντάγματα της Ελλάδας (από το Σύνταγμα του 1844 και εντεύθεν) σχετικώς με τη δικαία κατανομή του εισοδήματος, σε συνδυασμό και την ισότητα δικαιωμάτων, όπως αυτά τα δικαιώματα διασφαλίζονται στις διατάξεις των άρθρων 3 (παραγρ. γ΄) και 8 (παραγρ. η΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου, παρατηρείται πανομοιότυπη διατύπωση ή με κάποιες παραλλαγές, που αφορά αφενός στην ισότητα ενώπιον του Νόμου και αφετέρου στην αρχή της αναλογικότητας ως προς τη συνεισφορά στα δημόσια βάρη. 19

Εμμέσως, στις ως άνω διατάξεις γίνεται αποδεκτή η δικαία συμμετοχή στο εθνικό εισόδημα των ελλήνων πολιτών. Σε αυτό δε το σημείο, επαφίεται πλέον στην κοινωνική φιλοσοφία, την κοινωνική ευαισθησία, αλλά και τη δικαιοκρατική αντίληψη των κυβερνώντων να καθορίζουν το ύψος και τον τρόπο της συμμετοχής των πολιτών στα δημόσια βάρη και συνακολούθως να διαμορφώνουν την εικόνα ενός κοινωνικού κράτους.

Είναι γεγονός, ότι το κοινωνικό πνεύμα του Συντάγματος της Βαϊμάρης συναντάται και στο ελληνικό Σύνταγμα του 1975 – 1986 – 2001 (άρθρα 25 και 106). Μετά την πρόσφατη αναθεώρηση του τελευταίου ελληνικού Συντάγματος, που πραγματοποιήθηκε με το Ψήφισμα της 6ης Απριλίου του 2001 της Ζ΄ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, τροποποιήθηκε, μεταξύ των άλλων και το άρθρο 25 και ιδιαίτερα η παράγραφος 1. Στο άρθρο αυτό, κατ’ αρχήν, εισάγεται ρητά η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου. Παραλλήλως δε ορίζεται, σαφώς, η υποχρέωση του κράτους για τη μετατροπή της θεωρητικής κοινωνικής πολιτικής σε πράξη υπέρ του πολίτη. 20

Περαιτέρω, σημαντική, επίσης, είναι διάταξη του άρθρου 6 (παραγρ. s΄) του Συντάγματος της Επιδαύρου : «όλοι οι Έλληνες, εις όλα τα αξιώματα και τιμάς, έχουσι το αυτό δικαίωμα· δοτήρ δε τούτων μόνη η αξιότης εκάστου». Στο σημείο αυτό του κειμένου εισάγεται το αξιολογικό κοινωνικό κριτήριο για την επιλογή των Ελλήνων για τιμές και αξιώματα, που οπωσδήποτε, τελικώς, η σωστή εφαρμογή του εν λόγω κριτηρίου συντελεί στην ισόρροπη κοινωνική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας.

 

Το σύνταγμα της Τροιζήνος της 01-05-1827. Συσχέτιση και αναφορά στο σύνταγμα του Άστρους

 

Μετά την ψήφιση του Συντάγματος της Επιδαύρου, συνήλθε στο Άστρος Κυνουρίας (Αγιαννίτικα Καλύβια), από 29-03-1823 έως 18-04-1823, η Δεύτερη Εθνική Συνέλευση και η οποία αποφάσισε την αναθεώρηση του Συντάγματος.

Τελικώς, το δεύτερο επαναστατικό Σύνταγμα εψηφίσθη, την 13-04-1823, υπό το όνομα «Νόμος της Επιδαύρου», που είναι μια αναθεωρημένη μορφή του Προσωρινού Πολιτεύματος της Ελλάδος.

Στο διάστημα πριν και κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνέλευσης ο αγώνας για τον έλεγχο της εξουσίας εντείνεται σε επικίνδυνο βαθμό. Στο παιχνίδι της εξουσίας προσβλέπουν τώρα και οι καπεταναίοι, αφού οι τελευταίοι απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Μεταξύ των οπλαρχηγών και των προεστών υπήρχε, επί πλέον, έντονη διαμάχη. Παρόλο το δυσμενές κοινωνικό περιβάλλον, το νέο Σύνταγμα είχε αρκετά θετικά στοιχεία.

Σε επίπεδο κοινωνικής διάστασης, το εν λόγω Σύνταγμα διαφέρει από το προηγούμενο Επαναστατικό Σύνταγμα της Επιδαύρου σε δύο σημαντικά σημεία:

α. Εμφανίζει αξιόλογη πρόοδο, καθόσον απαγόρευσε ρητώς τη δουλεία ως θεσμό.

β. Θετικώς επεξέτεινε την προστασία ορισμένων ατομικών δικαιωμάτων και υπέρ των αλλοδαπών, που βρίσκονται στην Ελλάδα. 21

Προκειμένου, τελικώς, να αξιολογήσουμε, χωρίς σημαντικά σφάλματα, το κείμενο του Συντάγματος του Άστρους, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το γεγονός, ότι στην περίοδο από το δεύτερο εξάμηνο του 1823 έως και το 1826, πριν δηλαδή από τη Σύγκλιση της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης στην Τροιζήνα (19-03-1827), υπήρξαν αφενός έντονες αντιζηλίες μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών και αφετέρου εμφύλια διαμάχη μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού, η οποία, ως γνωστόν, απέληξε σε εμφύλια σύρραξη. 22

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Έτσι, αφού εμφάνισε ύφεση η εμφύλια σύρραξη, μετά την πτώση του Μεσολογγίου, συνεκλήθη, την 06-04-1826, 23 στη Νέα Επίδαυρο η Τρίτη Εθνική Συνέλευση, με πρόεδρο τον Πανούτσο Νοταρά, της οποίας οι εργασίες συνεχίσθηκαν στην Τροιζήνα (Δαμαλά) την 19-03-1827. Μετά δε την αναστολή των εργασιών της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης στη Νέα Επίδαυρο, πάλι λόγω του εμφυλίου πολέμου, ασκήθηκαν πιέσεις των Άγγλων αξιωματούχων Τζώρτζ και Κόχραν στην ελληνική κυβέρνηση να συνέλθουν οι πληρεξούσιοι των Κομμάτων στην Τροιζήνα. 24

Την 26-04-1827 άρχισαν οι συζητήσεις για το Σύνταγμα και το οποίο, τελικώς, υποβλήθηκε για έγκριση και ψήφιση την 29-04-1827. Έτσι, την 01-05-1827, η Τρίτη Εθνική Συνέλευση εψήφισε το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», αφού όρισε τριμελή «Αντικυβερνητική Επιτροπή» μέχρι την άφιξη του Κυβερνήτη Ιωάννου Καποδίστρια, τον οποίο είχε εκλέξει η ίδια η Συνέλευση με ψήφισμά της, την 03-04-1827, για επταετή θητεία. Αργότερα, την 08-01-1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στο Ναύπλιο, για να μεταβεί, την 11-01-1828, στην Αίγινα, πρώτη πρωτεύουσα της ελεύθερης Ελλάδας. 25  Την 12-01-1828, η Αντικυβερνητική Επιτροπή παραδίδει ομαλώς στον Καποδίστρια την εξουσία. Το νέο επαναστατικό αυτό κείμενο αποτελείται από οκτώ κεφάλαια και ένα παράρτημα και αναπτύσσεται σε εκατόν πενήντα άρθρα.

Ο Καθηγητής Αριστόβουλος Μάνεσης γράφει, ότι το οριστικό Σύνταγμα της Τροιζήνας είναι το τελειότερο από όλα τα Συντάγματα της Επανάστασης, είναι αληθώς πρότυπο δημοκρατικού και φιλελεύθερου Συντάγματος και υπερβαίνει όλων των Ευρωπαϊκών Συνταγμάτων της εποχής του, ως προς την εφαρμογή των δημοκρατικών και φιλελεύθερων ιδεών. 26

Ειδικότερα, το Σύνταγμα της Τροιζήνας ήταν πληρέστερο από τα δύο προηγούμενα επαναστατικά Συντάγματα της Επιδαύρου και του Άστρους. Σε ικανοποιητικό βαθμό ανταποκρινόταν στις αρχές του αντιπροσωπευτικού συστήματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την τουρκοκρατία. Το Σύνταγμα αυτό ήταν αυστηρό και προοδευτικό, χωρίς να χρησιμοποιήσει αλλοδαπό συνταγματικό κείμενο ως πρότυπο, που όμως πιστά να αντέγραψε ή να προσάρμοσε. Η επίδραση του συνταγματικού κειμένου της Τροιζήνας είναι εμφανής στην κατάρτιση του βελγικού Συντάγματος του 1831, αλλά και στην τότε γαλλική συνταγματική σκέψη (1830).

Η πληρότητα της διάταξης του άρθρου 5 του Συντάγματος της Τροιζήνας είναι χαρακτηριστικό επιχείρημα, μεταξύ των άλλων, για να καταταχθεί το κείμενο αυτό μεταξύ των πιο αξιόλογων συνταγμάτων της τότε Ευρώπης. Συγκεκριμένα, το άρθρο αυτό ορίζει : «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος· πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». 27

Όμως, την 18-01-1828, με το ψήφισμα ΝΗ΄ της Βουλής αναστέλλεται, πραξικοπηματικός, η ισχύς των διατάξεων του Συντάγματος της Τροιζήνας. Επίσης, την ίδια ημερομηνία, προκηρύσσεται η σύγκλιση νέας Εθνικής Συνέλευσης, καθορίζεται η «Προσωρινή Διοίκηση της Επικρατείας» και αυτοδιαλύεται η Βουλή. Στη συνέχεια, με το Α΄ Ψήφισμα του Κυβερνήτη,  συγκροτείται εικοσιεπταμελές Γνωμοδοτικό Σώμα, το Πανελλήνιον και η νομοθετική εξουσία συγκεντρώνεται στα χέρια του Καποδίστρια, την οποία θα ασκούσε με τη βοήθεια του Πανελληνίου.

Σε προηγούμενο κεφάλαιο, αναλύθηκαν αρκετές κοινωνικού περιεχομένου, διατάξεις του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνας, σε συγκριτική συσχέτιση με παρόμοιες των υπολοίπων επαναστατικών συνταγμάτων αλλά και των επόμενων της περιόδου 1844 – 2001. Αναλυτικότερα και συμπληρωματικώς παραθέτουμε και τις επόμενες προτάσεις :

  • Στο άρθρο 7 κατοχυρώνεται η ισότητα δικαιωμάτων : «Όλοι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Ειδικότερα, στη διάταξη του άρθρου 9, η ισότητα δικαιωμάτων επεκτείνεται και στο εν λόγω Σύνταγμα, σε κάθε αλλοδαπό, που θα έλθει και θα κατοικήσει στην Ελληνική Επικράτεια.
  • Στο άρθρο 10 προβλέπεται δικαία διανομή του εθνικού εισοδήματος, ενώ στο άρθρο 20 κατοχυρώνεται το δικαίωμα των Ελλήνων να ιδρύουν καταστήματα φιλανθρωπίας και να εκλέγουν διδασκάλους για την εκπαίδευσή τους.
  • Καταργείται, επίσης, η δουλεία στην Ελληνική Επικράτεια (άρθρο 21). Η διάταξη αυτή, βεβαίως, ήλθε με καθυστέρηση σαράντα οκτώ ετών από τότε, που προβλέφθηκε παρόμοια στη Γαλλία (άρθρο 1 της από 26-08-1789 Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη). Μέτρα επιτακτικά προβλέπει το άρθρο 147, σχετικά με την προνοιακή πολιτική της Κυβέρνησης, όσον αφορά στην εξεύρεση σταθερών πόρων ζωής για τις χήρες και τα ορφανά. Στη διάταξη αυτή, για πρώτη φορά στην ιστορία των επαναστατικών ελληνικών συνταγμάτων, προτείνεται σοβαρά μία σταθερή και ενεργητική μορφή κοινωνικής πολιτικής. Και μέχρι σήμερα οι ανάλογες προνοιακές πολιτικές είχαν και έχουν αποσπασματικό και παθητικό χαρακτήρα.
  • Τέλος, στο άρθρο 148 του Συντάγματος του 1827, συμπληρώνεται η οφειλόμενη κοινωνική πολιτική της Κυβέρνησης για τους υπέρ της Ελλάδας προφανώς δυστηχήσαντες: «Η Κυβέρνηση χρεωστεί μετά την αποκατάστασιν των ελληνικών πραγμάτων να αντιβραβεύση ….. και να ανταμείψη τους προφανώς υπέρ αυτής δυστυχήσαντας». 28

Για την προαναφερθείσα αναστολή της ισχύος του Πολιτικού Συντάγματος της Τροιζήνας, με ψήφισμα της Βουλής, έγινε επίκληση των «δεινών της πατρίδος περιστάσεων». Βεβαίως, για τον Καθηγητή Αριστόβουλο Μάνεση, η αναστολή αυτή μεταφράζεται σε κατάλυση του Συντάγματος, δηλαδή σε πραξικόπημα. Με αυτό τον τρόπο, συνεχίζει ο Καθηγητής, ο Κυβερνήτης άσκησε την κρατική εξουσία ως δικτάτορας μέχρι της δολοφονίας του.

Από νομικής και κοινωνικής πλευράς επιβάλλεται να διερευνηθεί γιατί το προοδευτικό και πρωτοποριακό δημοκρατικό αυτό συνταγματικό κείμενο δεν ευοδώθηκε. Κατ’ αρχήν, πρακτικώς, η εφαρμογή του χρειαζόταν κατάλληλη υποδομή και η οποία δεν υπήρχε. Ειδικότερα, επί παραδείγματι, μπορεί να υποστηριχθεί το γεγονός, ότι η απονομή της δικαιοσύνης δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί ικανοποιητικώς, τόσο γιατί δεν υπήρχαν επαρκή δικαστήρια ή αυτά που υπήρχαν δεν λειτουργούσαν κανονικά, όσο και γιατί δεν είχε θεσμοθετηθεί αρχή της ανεξαρτησίας των δικαστών.

Επίσης, γίνεται δεκτό στη θεωρητική ανάλυση, αλλά και στην ουσιαστική προσέγγιση του θέματος, ότι η ιεράρχηση των αναγκών των ελλήνων για δημοκρατία και ελευθερία ερχόταν σε δεύτερο, ίσως, επίπεδο, αφού κυριαρχούσε η αδήριτη υπέρ – ανάγκη για την ίδια την επιτυχία της Επανάστασης. Και η επιτυχία αυτή θα στηριζόταν αποκλειστικά σε μία ισχυρή Κεντρική Εξουσία, και η οποία δεν υπήρχε. Διότι μόνο αυτή θα συντελούσε στην εδραίωση της Επανάστασης και μόνο αυτή θα διασφάλιζε την εφαρμογή του Συντάγματος.

 

Το ηγεμονικό σύνταγμα της 15-03-1832

 

Την 11-07-1829 αρχίζει τις εργασίες της στο Άργος, η Τετάρτη Εθνική Συνέλευση και της οποίας οι εργασίες έληξαν την 06-08-1829. Με το Β΄ ψήφισμά της (22-07-1829), η Εθνική Συνέλευση επικύρωσε την από 18-01-1829 ως άνω Πράξη της Βουλής για αναστολή του Συντάγματος της Τροιζήνας και ταυτοχρόνως αντικατέστησε το Πανελλήνιο με τη Γερουσία και ανέθεσε στην Κυβέρνηση να συντάξει σχέδιο Συντάγματος. Αυτό βέβαια σημαίνει, ότι η Εθνική Συνέλευση έδωσε την έγκρισή της για την πολιτική του Καποδίστρια. Αλλά ο Κυβερνήτης δολοφονείται την 27-09-1831. Τη δολοφονία του Κυβερνήτη ακολούθησε μία ταραχώδης περίοδος εμφυλίου πολέμου και αναρχίας, που τελείωσε με την άφιξη στην Ελλάδα του Όθωνα (την 18-01-1833 έφθασε ο Όθων στην Ελλάδα, ενώ την 25-01-1833 αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο).

Αυγουστίνος Καποδίστριας

Την 05-12-1831, μέσα στο παραπάνω κοινωνικο-πολιτικό κλίμα, αρχίζει τις εργασίες της στο Άργος, η Πέμπτη Εθνική Συνέλευση, ενώ ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναλαμβάνει «Πρόεδρος της Ελληνικής Κυβέρνησης». Λόγω όμως των ταραχών, που άρχισαν να εμφανίζονται στο Άργος, η Συνέλευση συνέχισε τις εργασίες της πρώτα στο Ναύπλιο και μετά σε ένα προάστιο αυτού, που ονομαζόταν Πρόνοια.

Η Πέμπτη Εθνική Συνέλευση, αφού ανέθεσε τη «νομοτελεστική εξουσία» στον Αυγουστίνο Καποδίστρια, εψήφισε την 15-03-1832 το «Ηγεμονικόν» ή «Βασιλικόν» Σύνταγμα, το οποίο αποτελείτο από 294 άρθρα, επτά κεφάλαια, μία Προσθήκη και «Επισυναπτόμενα εις το Σύνταγμα». Ενώ το Σύνταγμα αυτό ουδέποτε ετέθη σε εφαρμογή, η Ε΄ Εθνική Συνέλευση αμφισβητήθηκε ως προς τη νομιμότητα της συγκρότησής της.

Εν τω μεταξύ, υπήρξαν δύο Κυβερνήσεις· μία στο Ναύπλιο και μία στην Περαχώρα. Ενώπιον αυτής της πολιτικής κατάστασης ο Αυγουστίνος Καποδίστριας αναγκάσθηκε να παραιτηθεί (28-03-1832). Έτσι, η Γερουσία εξέλεξε, τελικώς, επταμελή Επιτροπή, η οποία με τη σειρά της, συνεκάλεσε στο Άργος (28-03-1832) τη Τετάρτη κατά συνέχεια των Ελλήνων Συνέλευση. Η Συνέλευση 29 αυτή, μετέβη, την 14-07-1832, στο Ναύπλιο και κατόπιν στην Πρόνοια, για να κυρώσει με το από 27-07-1832, Δεύτερο Ψήφισμά της την εκλογή του Πρίγκηπος Όθωνος ως Μονάρχη του ελληνικού κράτους, του οποίου την εκλογή, βεβαίως, είχε αποφασίσει, την 07-05-1832, η συνελθούσα στο Λονδίνο Διάσκεψη των «προστάτιδων» μεγάλων Δυνάμεων. 30

Το Ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832, επανέρχεται, πάλι, στο επίσημο δίκαιο, που είχαν αποδεχθεί οι προηγούμενες τρεις πρώτες επαναστατικές Συνελεύσεις, θεσπίζοντας, κατά κάποιο τρόπο την προσωρινότητα του ισχύοντος δικαίου έως ότου δημοσιευθούν οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 118 του ίδιου Συντάγματος Κώδικες (Πολιτικού, Εγκληματικού και Δικαστικού).

Το Σύνταγμα αυτό προέβλεπε, στο άρθρο 53, κληρονομικό ανώτατο άρχοντα: «Η Ελληνική Επικράτεια είναι Ηγεμονία διαδοχική, Συνταγματική και Κοινοβουλευτική, ενεργουμένου του πολιτικού Κράτους αντιπροσωπευτικώς υπέρ του Έθνους υπό διαφόρων Αρχών».

Ενώ το Σύνταγμα της Τροιζήνας (1827) ήταν πρότυπο για τα Συντάγματα της Γαλλίας (1830) και του Βελγίου (1831), 31 το Ηγεμονικό Σύνταγμα, αντιστρόφως, είχε ως πρότυπα τα δύο αυτά αλλοδαπά Συντάγματα. Αυτό σημαίνει, βεβαίως, ότι πιθανόν το Ηγεμονικό Σύνταγμα να δέχθηκε, εμμέσως, ορισμένες επιδράσεις, μέσω των εν λόγω αλλοδαπών συνταγματικών κειμένων, από το Σύνταγμα της Τροιζήνας. Γίνεται, επίσης, μία προσπάθεια στο κείμενο του Συντάγματος του 1832 να συνδυασθεί, στο μέτρο που μπορεί αυτό να εννοηθεί, ως συμβατό, με πολιτικούς και κοινωνικούς όρους, το μοναρχικό πολίτευμα με τις αρχές της δημοκρατίας και του φιλελευθερισμού.

Στο επίπεδο των διατάξεων του Ηγεμονικού Συντάγματος, με κοινωνικό χαρακτήρα, που να ανήκουν στο γνωστικό χώρο του συστήματος του κοινωνικού κράτους και έστω υποτυπωδώς στο πεδίο των κοινωνικών δικαιωμάτων, θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε τα επόμενα:

Στο Κεφάλαιο Β΄ και στην παράγραφο 4, εντοπίζονται έξι άρθρα με έντονο το στοιχείο της κοινωνικής πολιτικής, εντάσσοντας, θεωρητικώς, το περιεχόμενό της στον ευρύτερο επιστημονικό τομέα της Εφαρμοσμένης Κοινωνιολογίας. 32 Στο άρθρο 27 διασφαλίζεται, ρητώς, η ισότητα δικαιωμάτων. Πρέπει, όμως, εδώ να υπογραμμισθεί, ότι δεν υπάρχει άλλη μνεία σε διάταξη του εν λόγω Συντάγματος, που να αναγνωρίζει ισότητα δικαιωμάτων και στους αλλοδαπούς, που κατοικούν στην Ελλάδα, όπως αυτό γίνεται στα προηγούμενα επαναστατικά συντάγματα.

Ενώ, επίσης, τα προηγούμενα Συντάγματα αναφέρονται σε μία δίκαιη κατανομή του εθνικού πλούτου, το εν λόγω Σύνταγμα (άρθρο 28), θεωρητικά μόνον αναγνωρίζει το δικαίωμα στους Έλληνες για απόκτηση αγαθών, χωρίς, φυσικά, να προσδιορίζεται η δυνατότητα, ο τρόπος και η υποχρεωτικότητα της πολιτείας για δίκαια συμμετοχή στη διανομή του εισοδήματος.

Στο άρθρο 29, διασφαλίζεται το αξιολογικό κριτήριο για τη κατάληψη δημόσιας επαγγελματικής θέσης, επαναλαμβάνοντας σχετική διάταξη των προηγούμενων επαναστατικών Συνταγμάτων. Ωσαύτως, και η αρχή της αναλογικότητας στα δημόσια βάρη προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 30.

Όμως το άρθρο 31 συμπληρώνει το πεδίο εφαρμογής της συμμετοχής των κατοίκων της Επικρατείας στις εισπράξεις των εθνικών δικαιωμάτων: «Αι εισπράξεις των εθνικών δικαιωμάτων τάσσονται εις όλους τους κατοίκους της Επικρατείας ομοιοτρόπως, γινόμεναι δικαίως».

Τέλος, με άρτια και αυστηρώς νομική διατύπωση αρθρώνεται η κοινωνιολογική βούληση του συντακτικού νομοθέτη, στο άρθρο 36, προκειμένου, να καταργήσει, τελείως, την έννοια της ανθρώπινης δουλείας: «Εις την Ελληνικήν Επικράτειαν ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος· αργυρώνυτος δε, ή δούλος παντός γένους και πάσης θρησκείας, άμα πατήσει την Ελληνικήν γην, είναι ελεύθερος και από τον δεσπότην αυτού ακαταζήτητος».

 

Υποσημειώσεις


1 Η ρύθμιση της αρχής του Κράτους Δικαίου, δεν περιορίζεται μόνον στην τυπική μορφή (τυπικό Κράτος Δικαίου), δηλαδή στη διασφάλιση ορισμένης διαδικασίας, αλλά και στην αναζήτηση εγγυήσεων ουσιαστικής δικαιοσύνης (ουσιαστικό Κράτος Δικαίου). Βλ. Αθανάσιο Δερβέναγα, Σύγχρονοι προβληματισμοί πάνω στο ελληνικό Σύνταγμα, εκδ. Π. Σάκκουλα, Αθήνα 1981, σελ. 46.

2 Γενικά περί ισότητας και ιδιαίτερα για την κοινωνική ισότητα βλέπε Μάρδας Γ.Δ., Η κοινωνική δικαιοσύνη στον Αριστοτέλη και τη νεότερη εποχή, στα Πρακτικά του έκτου πανελληνίου Συνεδρίου της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας Χαλκιδικής «Ο Αριστοτέλης και η σύγχρονη εποχή», Ιερισσός 2001, σελ. 239 – 249.

3 Σήμερα, η αρχή της ισότητας καθιερώνεται με το άρθρο 4 §§ 1,2,4 και 7 του Συντάγματος 1975 – 1986 – 2001, όπου, μεταξύ των άλλων αναγράφεται: «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου».

4 Δερβέναγας Αθαν., ό.π., σελίδες 108 – 109.

5 Κονιάδης Ξ., Η ρητή συνταγματοποίηση της αρχής του Κοινωνικού Κράτους και η σημασία της εν όψει της εμβάθνσης της ευρωπαϊκής ενοποίησης, στο έργο «Μελέτες Κοινωνικού δικαίου και κοινωνικής πολιτικής», Ε.Ε.Κ.Α., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 2002, σελ. 193.

6 Κονιάδης Ξ., ο.π., σ. 195.

7 Κατρούγκαλος Γ., Η αγωγιμότητα των θεμελιωδών κοινωνικών δικαιωμάτων: μία ανασκόπηση των πρόσφατων διεθνών τάσεων, στο έργο «Μελέτες Κοινωνικού Δικαίου και Κοινωνικής Πολιτικής», εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2002, σελ. 155.

8 Αμίτσης Γ., Αρχές οργάνωσης και λειτουργίας του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2001, σελ. 57 – 62.

9 Βεβαίως και προς το τέλος του καλοκαιριού του 1821, σχεδόν όλος ο επαναστατημένος ελληνισμός προσέβλεπε με πίστη και αγωνία στη συγκρότηση ενιαίας κρατικής εξουσίας.

10 Βώρος Φ. Κ. και άλλοι, Θέματα νεότερης και σύγχρονης ιστορίας από τις πηγές, εκδ. Ο.Ε.Δ.Β., Αθήνα 1994, σελ. 87. Η εκλογή των αρχόντων (δημογερόντων ή διοικητών κοινοτήτων) γινόταν άμεσα ή έμμεσα μεταξύ αυτών που ανήκαν στην ανώτερη τάξη. Ενώ λοιπόν το δικαίωμα να εκλέγεσθαι δεν αφορούσε όλους τους κατοίκους, το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκε σε όλους.

11 Πανταζόπουλος Ν., Από της «λογίας» παραδόσεως εις τον Αστικό Κώδικα, εκδόσεις Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 89 και 128.

12 Μάνεσης Αριστ., Συνταγματικόν Δίκαιον (παραδόσεις), Θεσσαλονίκη, σελ. 142.

13 Κορδάτος Ι., Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, εκδόσεις 20ος αιώνας, Αθήνα 1957, σελ. 364.

14 Την 01-12-1821, συγκαλείται στο Άργος νέα Συνέλευση είκοσι τεσσάρων Πελοποννησίων πληρεξουσίων. Η Συνέλευση αυτή αποφασίζει τη σύσταση νέας τοπικής Αρχής της Πελοποννήσου, δηλαδή της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Ο Οργανισμός αυτής της Αρχής θα επικυρωθεί, τον ίδιο μήνα (27-12-1827), στη Νέα Επίδαυρο.

15 Οι δυνάμεις αυτές ήταν συνέχεια της Ιεράς Συμμαχίας, που ιδρύθηκε την 26-09-1815, αμέσως μετά το Συνέδριο της Βιέννης (από 01-10-1814 έως 09-06-1815), όπου έλαβαν μέρος οι μεγάλες Δυνάμεις, που εσήκωσαν το βάρος των Ναπολεοντίων Πολέμων, καθώς και τα κράτη που εδεινοπάθησαν.

16 Σπένζος Σ.Π., Παραδόσεις εφαρμοσμένης πολιτικής οικονομίας, εκδόσεις Σ.Σ.Ε., έκδοση Γ΄, αναθεωρημένη 1985, ανατύπωση 1992, Αθήνα, σελ. 13 – 41.

17 Θωμόπουλος Ε.Γ., Περί των κοινωνικών δικαιωμάτων του ανθρώπου, Αθήναι 1973, σελ. 4 – 29.

18 Είναι σημαντικό να σημειωθεί, ότι το Ε΄ ψήφισμα της Επαναστατικής Εθνοσυνέλευσης του 1843 παρέπεμπε στις ως άνω διατάξεις των Συνταγμάτων της Επιδαύρου και του Άστρους ορίζοντας «ως πρώτιστον χρέος να ευρεθή σταθερός πόρος ζωής εις τας χήρας και τα ορφανά των υπέρ πατρίδος πεσόντων στρατιωτών».

19 Σχετικά βλέπε τα Συντάγματα: 1844 (άρθρο 3 § 1), 1864 (άρθρο 3 § 1), 1911 (άρθρο 3, εδαφ. 1), 1925 (άρθρο 5 § 1), 1927 (άρθρο 6 § 1), 1952 (άρθρο 3 § 1) και 1975 – 1986 – 2001 (άρθρο 4 §§ 1 και 5).

20 Αν και η εφαρμογή της αρχής του κοινωνικού κράτους εντοπίζεται χρονικά σε πολύ παλαιά χρόνια (επί βασιλείας Χαμουραμπί στη Βαβυλωνία), θεσμικά αναγνωρίζεται διεθνώς μόνον στα τελευταία χρόνια. Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα μόνον στα Συντάγματα των ετών 1827, 1844 (εμμέσως) και 1927 γίνεται διατύπωση παρόμοιων κοινωνικών διατάξεων, ενώ στο ενισχύει σήμερα Σύνταγμα αναγνωρίζονται, πλέον, κοινωνικά δικαιώματα.

21 Μάνεσης Αριστοβ., ό.π., σελ. 151.

22 Η εμφύλια διαμάχη έληξε στα τέλη του 1824, με αποτέλεσμα το μεν Σύνταγμα του Άστρους να μην εφαρμοσθεί, η δε παρέμβαση των ξένων «προστάτιδων Δυνάμεων» να γίνεται πιο συστηματική στην πολιτική ζωή της Ελλάδας. Η ακολουθήσασα δε εμφύλια σύρραξη κάμφθηκε με την κατάληψη του Μεσολογγίου (16-04-1826) από τους Τουρκοαιγυπτίους. Στο διάστημα δε αυτό των εντάσεων (1825 – 1826), οι πολιτικές δυνάμεις, δημιούργησαν τρία κόμματα: το γαλλικό (Κώνης). Τα κόμματα αυτά θα κυριαρχούν στο πολιτικό γίγνεσθαι της Ελλάδας από τα πρώτα βήματα του ελεύθερου πολιτικού κράτους έως τον Κριμαϊκό Πόλεμο (1853 – 1856).

23 Προηγουμένως όμως, την 25-09-1825, η Κυβέρνηση είχε εκδώσει προκήρυξη για να συνέλθουν οι εκπρόσωποι, τα Χριστούγεννα, στο Άργος. Όμως, αργότερα, ορίσθηκαν τα Μέγαρα για τη Συνέλευση και τελικώς οι αντιπρόσωποι άρχισαν να συρρέουν στην Πιάδα (Νέα Επίδαυρο).

24 Τρικούπης Σπ., Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, εκδ. Γιοβάνη, Τ.Δ΄., Αθήνα 1968, σελ. 114 – 129. Η παρέμβαση αυτή, κατά τον συγγραφέα, είχε ως έρεισμα την προσπάθεια των άγγλων για αποκατάσταση της διασαλευθείσας ομόνοιας μεταξύ των Ελλήνων.

25 Για το διάστημα από 11-07-1829 έως 06-08-1829 ορίζεται το Άργος ως πρωτεύουσα της Ελλάδας, ενώ τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το Ναύπλιο γίνεται η πρωτεύουσα της χώρας.

26 Μάνεσης Αριστ., ό.π., σελ. 151.

27 Παρόμοια σε πληρότητα διάταξη, για τα ελληνικά συνταγματικά δεδομένα, εμφανίζεται μετά εκατό έτη, στο Σύνταγμα του 1927 και συγκεκριμένα στο άρθρο 2, που ορίζει : «Το Ελληνικόν Κράτος είναι Δημοκρατία. Άπασαι οι εξουσίαι πηγάζουν από το Έθνος, υπάρχουν υπέρ αυτού και ασκούνται καθ’ ον τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Δηλαδή, η νέα διάταξη που εισαγάγει το Σύνταγμα του 1927, είναι αυτή που αναφέρεται στον τρόπο άσκησης της εξουσίας.

28 Μαυριά Κ. και Παντελή Α., Συνταγματικά κείμενα – Ελληνικά και ξένα, εκδ. Α.Ν. Σάκκουλα, Αθήνα – Κομοτηνή 1990, σελ. 54.

29 Η Συνέλευση, επίσης, θέλησε να καταρτίσει «μοναρχικό» Σύνταγμα για τη «διασφάλιση των δικαιωμάτων και του θρόνου του λαού». Όμως την 10-08-1832 η Συνέλευση διαλύθηκε βιαίως από στρατιώτες και ιδιώτες.

30 Η Σύμβαση του Λονδίνου της 07-05-1832 όριζε, ότι η Ελλάδα θα είναι κράτος Μοναρχικό και ανεξάρτητο, με Μονάρχη τον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Βασιλέα της Βαυαρίας Λουδοβίκου. Αργότερα, την 30-08-1832 υπογράφεται στο Λονδίνο Πρωτόκολλο, με το οποίο οριστικοποιούνται τα σύνορα της Ελλάδας και ταυτόχρονα απορρίπτονται τα αιτήματα των Κρητικών και των Σαμίων για ένωση με την Ελλάδα.

31 Σαφώς επηρεασμένες είναι, μεταξύ των άλλων, οι διατάξεις των άρθρων  6, 13, 17 και 25.

32 Βεβαίως, αρκετές διατάξεις από τα άρθρα αυτά έχουν αναλυθεί σε προγενέστερο κεφάλαιο, που αναφέρεται στη συγκριτική διερεύνηση των τριών επαναστατικών Συνταγμάτων.

 

Γεώργιος Δημ. Μάρδας

Λέκτορας Πανεπιστήμιου Μακεδονίας

Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών

Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009. 

 

 Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Το ελληνικό πεπόνι με τα πολλά ονόματα


 

Καρπούζι το φρούτο του καλοκαιριού. Με αυτό ασχολείται, γλωσσικά, ο κύριος Νίκος Σαραντάκος  σε άρθρο στο ιστολόγιο του, «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία». Ας δούμε τη γράφει.

Φαίνεται πως για τους περισσότερους το καρπούζι είναι ο βασιλιάς των φρούτων του καλοκαιριού – όμως εγώ έχω κηρύξει δημοκρατία· θέλω να πω, δεν συμμερίζομαι τη γενική λατρεία για το καρπούζι – ευχαρίστως θα το γευτώ στο εστιατόριο, στο τέλος του γεύματος, αλλά με κανένα τρόπο δεν θα το θεωρούσα το αγαπημένο μου φρούτο. Αν όμως γευστικά το καρπούζι βρίσκεται χαμηλά στην κλίμακα των προτιμήσεών μου, γλωσσικά έχει μεγάλο ενδιαφέρον, και μεγάλη ποικιλία από ονόματα σε διάφορες γλώσσες.

Εμείς βέβαια το λέμε καρπούζι, το οποίο είναι τουρκικό δάνειο (karpuz), αν και δεν είναι σαφές από πού το πήραν οι Τούρκοι. Και οι Ρώσοι, που το λένε Αρμπούζ, από τα τούρκικα πρέπει να το έχουν πάρει. Βρίσκω ότι καρπούζ το λένε (μεταξύ άλλων ονομάτων) και οι Βούλγαροι. Βέβαια, επειδή λέξη όπως το καρπούζι δεν θα μπορούσε να γίνει ανεκτή στην επίσημη ονοματολογία, πλάστηκε η «ελληνική» ονομασία υδροπέπων, που τη βάζω σε εισαγωγικά διότι είναι καραμπινάτο μεταφραστικό δάνειο, από το γαλλικό melon d’eau και άλλες ανάλογες ονομασίες στα αγγλικά (watermelon), στα γερμανικά (Wassermelone) και σε άλλες γλώσσες.

Είναι δηλαδή το καρπούζι, κατά την ονομασία αυτή, ένα πεπόνι με μπόλικο νερό· άλλωστε, από φυτολογική άποψη καρπούζια και πεπόνια είναι συγγενικά είδη. Να πούμε εδώ ότι η λέξη melon της αγγλικής (και οι ανάλογες των άλλων γλωσσών) ανάγεται στο λατινικό melo, σύντμηση του melopepo, που είναι δάνειο από το ελλ. μηλοπέπων. Ποιος ακριβώς καρπός ήταν το melopepo δεν ξέρουμε, ίσως κάποιο κολοκυθοειδές. Σύμφωνα με τα περισσότερα λεξικά, το μηλοπέπων των αρχαίων ήταν το πεπόνι, αλλά ο Γεννάδιος στο Φυτολογικό λεξικό του λέει ότι οι μηλοπέπονες του Διοσκορίδη και του Γαληνού πιθανότατα ήταν καρπούζια. Δεν αποκλείεται η ίδια λέξη να χρησιμοποιήθηκε και για τα δυο φρούτα, λέω εγώ.

Καρπούζι

Το ήξεραν οι αρχαίοι το καρπούζι; Οι γνώμες διίστανται. Είναι μάλλον βέβαιο πως η κοιτίδα του καρπουζιού είναι η τροπική Αφρική, οι δε Αιγύπτιοι σαφώς το γνώριζαν – το έβαζαν και στους τάφους των Φαραώ, βρίσκω κάπου· στου Τουταγχαμών τον τάφο έχουν βρεθεί σπόρια καρπουζιού. Ο Γεννάδιος υποστηρίζει λοιπόν ότι είναι αδύνατο οι αρχαίοι Έλληνες, που είχαν διαρκή επικοινωνία από πολύ παλιά με τους Αιγυπτίους, να μη γνώριζαν το καρπούζι.

Στην υπόλοιπη πάντως Ευρώπη το καρπούζι έφτασε με τους σαρακηνούς μετά το 1000 μ.Χ. Σε ένα κείμενο του Συμεών Σηθή, αραβομαθή βυζαντινού λογίου, διαβάζουμε ότι: «ὁ δὲ λεγόμενος σαρακηνικὸς πέπων ψυχρός ἐστι καὶ ὑγρὸς καὶ ὠφέλιμος εἴς τε τοὺς καύσους πυρετοὺς καὶ τοὺς ἀκριβεῖς τριταίους καὶ τὰς θερμὰς γαστέρας». Λοιπόν, σαρακίνικο πεπόνι τον λέγαν οι βυζαντινοί το καρπούζι, πράγμα που μου θυμίζει ότι σε μια διάλεκτο της Καλαβρίας λέγεται saraciniscu, όπως λέει η Βικιπαίδεια, ενώ και στα καταλανικά λέγεται (μεταξύ άλλων) meló d’Alger.

Στα ιταλικά επικρατεί χάος με τις ονομασίες του καρπουζιού. Στη Βικιπαίδεια θα βρείτε δυο ντουζίνες διαλεκτικά ονόματα, αλλά σε χοντρές γραμμές στον βορρά το λένε anguria (δάνειο από τα ελληνικά), ενώ στο κέντρο και στο νότο το λένε cocomero. Λέγεται επίσης melone d’acqua. Το καρπούζι στα ισπανικά λέγεται sandía, στα σέρβικα (και συναφείς γλώσσες) λουμπενίτσα, στα αλβανικά σαλκίρι. Θα μ’ ενδιέφερε πολύ η ετυμολογία αυτών των λέξεων, αλλά δεν έχω καιρό να την ψάξω.

Είπαμε ότι το ελληνικό υδροπέπων είναι κάλκο, ξεπατικωτούρα, από το γαλλικό melon d’eau, αλλά δεν είναι αυτή η βασική γαλλική λέξη για το καρπούζι: είναι pastèque, παλαιότερα pateque (1530) το οποίο είναι αραβικό δάνειο, από battiha, το οποίο έχει περάσει και στα ισπανικά (albateca, bateca, αλλά και patilla, που χρησιμοποιείται στη Λατινική Αμερική). Αλλά και οι κουμπάροι στην Κύπρο το καρπούζι το λένε πατίχα (μερικοί το γράφουν παττίχα, για να δείξουν την προφορά), που είναι προφανέστατα δάνειο από την αραβική λέξη. Βρίσκω γκουγκλίζοντας και την έκφραση «μα, χάνει η πατίχα σου;» προφανώς για κάποιον που του έχει λασκάρει η βίδα ή χάνει λάδια, που έχει ακατοίκητο το επάνω πάτωμα, που δεν τα έχει τετρακόσια βρε αδερφέ, έναν μπουζουκοκέφαλο.

Καρπούζι λοιπόν, υδροπέπων και πατίχα – έχουμε άραγε καμιάν άλλη ονομασία για το καρπούζι; Υπάρχει κι άλλη μια, που είναι 100% ελληνική, αλλά επειδή οι γραφειοκράτες λόγιοι προτίμησαν το υδροπέπων δεν επικράτησε. Είναι η λέξη χειμωνικό. Γιατί χειμωνικό; Επειδή τα καρπούζια, και ιδίως τις όψιμες ποικιλίες με το παχύ φλούδι, τον παλιό καιρό στα χωριά ήξεραν να τα διατηρούν μέχρι τα Χριστούγεννα και βάλε («τα χειμωνικά τα κρέμασε στο μεσοδόκαρο» γράφει κάπου ο Πρεβελάκης)  – όχι όπως τώρα που τα φέρνουμε αεροπορικώς από τη Χιλή καταχείμωνο και κοστίζει ο κούκος αηδόνι. Παρόλο που η λέξη χειμωνικό σήμερα ακούγεται κυρίως στα Επτάνησα, είναι (ή έστω ήταν) πανελλήνια. Θα θυμάστε στη Βαβυλωνία, όταν πέφτει η πιστολιά, ο ξενοδόχος ξυπνάει τον κοιμισμένο Χιώτη και του λέει «έγινε φονικό» – κι εκείνος, από τον ύπνο ακόμα, ρωτάει «πού είναι το χειμωνικό;». Η λέξη έχει περάσει και στα κουτσοβλάχικα, λέει ο Ν. Πολίτης, και ίσως μας το επιβεβαιώσει ο voulagx.

Ο οποίος Πολίτης, την πασίγνωστη παροιμία, την καταγράφει ως «δυο χειμωνικά σε μια μασχάλη δεν βαστιούνται», μια ακόμα έμμεση μαρτυρία ότι τον 19ο αιώνα η λέξη «χειμωνικό» ήταν πολύ περισσότερο διαδεδομένη, και ότι σε πολλά μέρη θα ήταν η κατεξοχήν λέξη για το είδος. Και μια και πιάσαμε τις παροιμίες, να πούμε ότι το καρπούζι έχει έντονη φρασεολογική παρουσία. Λέμε λοιπόν «δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι» (αυτή είναι η σημερινή επικρατέστερη μορφή), και συμπληρώνουμε αναλόγως – έχει γίνει και τραγούδι, πασίγνωστο, σε στίχους του Βασιλειάδη, του Τσάντα, ενώ συνθέτης του αναφέρεται ο Στελλάκης. Πάντως, αντίστοιχες παροιμίες υπάρχουν σε πολλές άλλες γλώσσες της περιοχής.

Κι επειδή το καρπούζι είναι δύσκολο να καταλάβεις από πριν αν θα είναι καλό, υπάρχει η φράση «μάπα το καρπούζι», που τη λέμε για κάτι που ήταν πολλά υποσχόμενο αλλά μας απογοήτευσε. Ή, όπως λέει η παξινή παροιμία: Γυναίκα και χειμωνικό, η τύχη τα διαλέγει. Παλιότερα οι πλανόδιοι, για να δείξουν πως η ποιότητα των καρπουζιών τους είναι αδιαφιλονίκητη, διαλαλούσαν «Με το μαχαίρι τα καλά καρπούζια», προσκαλώντας τους νοικοκυραίους να κόψουν ένα σφηνοειδές κομμάτι για να δοκιμάσουν, εξού και «καρπούζι με τη βούλα», που έμεινε παροιμιώδες, όπως και η άλλη κραυγή των καρπουζάδων «όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω», που κι αυτή έχει πάρει μεταφορική παροιμιώδη σημασία.

Υπάρχει επίσης και η έκφραση «έσκασε σαν καρπούζι», για κάτι που πέφτει και σπάει, ή για κεφάλι που ανοίγει (‘Οποιος αγγίξει το Μανολιό, φώναξε ο Λουκάς αρπώντας ένα κοτρόνι, θα του σπάσω το κεφάλι σαν καρπούζι!, λέει στον Χριστό που ξανασταυρώνεται ο Καζαντζάκης). Με τη φράση αυτή υπάρχει κι ένα μπεντροβάτο. Ένα τζαναμπέτικο μωρό, λέει ο μύθος, γκρίνιαζε και φώναζε «Θέλω… Θέλω… Θέλω…» χωρίς να προσδιορίζει το αντικείμενο του πόθου του. «Τι θες, βρε αχρόνιαστο, μη σου δώσω καμία και σκάσεις κάτω σαν καρπούζι;» το ρώτησε η μάνα του. «Καρπούζι θέλω!» προσδιόρισε άσπλαχνα το μικρό – και ήταν, βεβαίως, Φλεβάρης.

Τέλος, υπάρχει και η φράση «μοίρασε το καρπούζι στη μέση» που τη χρησιμοποιούν αρκετά συχνά οι αθλητικογράφοι για ακριβοδίκαιο διαιτητή – αν και, όταν ευνοήσει τη μια ομάδα σε λίγες αμφισβητούμενες φάσεις, χωρίς όμως να δείξει πρόδηλη εύνοια, συμπληρώνουν «…αλλά τα κουκούτσια τα έδωσε στους Τάδε». Σχετικά με τα κουκούτσια του καρπουζιού είναι μια φράση που την ανέφερε τις προάλλες εκλεκτό μέλος της Λεξιλογίας, πως την είπε αγιορείτης καλόγερος για κάποιον διαβόητο «αμαρτωλό» που πήγε στα γεράματα να μονάσει:

«Έφαγε καλά-καλά το καρπούζι κι ήρθε εδώ να φτύσει τα κουκούτσια!»

Βέβαια, με τις προόδους της επιστήμης, που έχει βγάλει καρπούζια άσπορα, οι παραπάνω φράσεις κινδυνεύουν να χάσουν το αντικείμενό τους. Κι επειδή έχουν επίσης βγει και μίνι-καρπούζια, με μικρό μέγεθος, καθώς και σε σχήμα κύβου, κοντεύει να διαψευσθεί και η παροιμία για τα δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι. Ώρες είναι να βγει και κανένα μεταλλαγμένο που δεν θα σκάει με τίποτα, ώστε να ακυρωθεί και η φράση «έσκασε σαν καρπούζι».

Αλλά το καρπούζι έχει χρησιμοποιηθεί και στην πολιτική. Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, κάποιοι της αριστερής πτέρυγας του ΠΑΣΟΚ παινεύονταν πως το κόμμα τους είναι σαν το καρπούζι: απέξω πράσινο αλλά από μέσα κόκκινο, ενώ τα κουκούτσια ήταν, λέει, οι παλαιοκομματικοί που έπρεπε να τους φτύνεις. Σαν να γέμισε κουκούτσια το καρπούζι. Κι άλλες τέτοιες μεταφορές έχουν γίνει με το πράσινο και το κόκκινο.

Έχω γράψει τόσα, σεντόνι βγήκε, κι ακόμα δεν έχω εξηγήσει για ποιο λόγο στον τίτλο λέω για «ελληνικό πεπόνι». Επίτηδες το έκανα, το άφησα για το τέλος. Είδαμε λοιπόν ότι σε πολλές γλώσσες το καρπούζι ονοματίζεται σαν ένα «άλλο πεπόνι»: πεπόνι με νερό στα διάφορα watermelon, πεπόνι σαρακίνικο στον βυζαντινό Σηθή, πεπόνι αλγερίνικο στα καταλανικά. Ε λοιπόν, στα ουγγαρέζικα το πεπόνι είναι dinnye, και το καρπούζι είναι görögdinnye, ήγουν ελληνικό πεπόνι, κάτι που ασφαλώς σας προκάλεσε ρίγη εθνικής υπερηφάνειας.

Και θα κλείσω με το καρπούζι και την εθνική υπερηφάνεια, ακριβώς. Σε ένα δημοφιλές κείμενο που κυκλοφορούσε παλιότερα στο Διαδίκτυο και που απαριθμούσε 100 (ή και περισσότερους) λόγους για τους οποίους γουστάρουν που είναι Έλληνες αυτοί που το έγραψαν και το διακινούν (περιέργως έχω κάμποσο καιρό να το δω), ένας από τους λόγους περηφάνιας που αναφέρεται είναι ότι «Γιατί το καρπούζι το αγοράζουμε ολόκληρο και όχι σε φέτες», υπονοώντας ότι είμαστε κιμπάρηδες κι όχι σπαγγοραμμένοι. Ομολογώ ότι κι εγώ είχα εκπλαγεί όταν είχα πρωτοδεί στα σουπερμάρκετ και τις λαϊκές αγορές της Εσπερίας να πουλιέται το καρπούζι με τη φέτα – αν και τώρα με τα μίνι καρπούζια έχει μετριαστεί το πρόβλημα του μπακούρη που δεν θέλει να κάνει καρπουζοδίαιτα αλλά απλώς να φάει λίγο. Τώρα, για το αν είναι ένδειξη αρχοντιάς να αγοράζεις ολόκληρο το καρπούζι δεν είμαι βέβαιος – το συζητάμε, αν θέλετε. Έχω όμως μια ένδειξη ότι παλιότερα δεν ίσχυε αυτό, τουλάχιστον στην παλιά Ελλάδα. Στις αναμνήσεις της πρόσφυγας Αγγέλας Παπάζογλου (γυναίκας του μεγάλου μουσικού Βαγγέλη Παπάζογλου) «Τα χαΐρια μας εδώ», διαβάζω (στη σελ. 181):

Τ’ ήτανε και κείνο με τσι φέτες το καρπούζι… Μας είχε κάνει μεγάλη εντύπωση. Βλέπαμε με γουρλωμένα μάτια άμα ήρχαμε, να περπατάνε οι άντροι στο δρόμο οι ντόπιοι, και να κρατάνε να το πηγαίνουνε στο σπίτι τους, μια φέτα καρπούζι… Μια φέτα… Άλλος πιο μεγάλη, άλλος πιο μικρή… Έτσι ατύλιχτο… γδυμνό… ξεβράκωτο… πώς το λένε. Μια φέτα σκέτη καρπούζι.

Κι αρχίσαμε οι πρόσφυγοι και τ’ αγοράζαμε ολόκληρα και δυο δυο καρπούζια, ένα σε κάθε χέρι, κι ύστερα ντρεπούντουστε πια να κόβουνε φέτες οι τσιγκούνηδοι…

Τώρα σου φαίνουνται παράξενα αυτά που σου λέω, αλλά αν δεν το πω θα σκάσω και κορόιδεψέ με πάλι… Εμείς τσι μάθαμε ν’ αγοράζουνε ολόκληρο καρπούζι… Τι ανάγκη έχω να σου πω ψέματα; Ρώτα να δεις…

Οπότε, όσοι περηφανεύονται που αγοράζουν ολόκληρο το καρπούζι, να ξέρουν πως οι παππούδες τους οι τσιγκούνηδοι αποκαλούσαν τουρκόσπορους εκείνους που τους έμαθαν τη συνήθεια τούτη, καλή ή κακή.

 

Νίκος Σαραντάκος

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »