Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχαιολογία’

Φόλγκραφ Βίλχελμ (Carl Wilhelm Vollgraff 1876-1967)


 

Carl Wilhelm Vollgraff (1876-1967). Φωτογραφία: Antonius van der Stok (Leiden) (1862-1941).

Ο Carl Wilhelm Vollgraff γεννήθηκε στο Χάαρλεμ (Haarlem) στις 5/6/1876 και πέθανε στο Zeist της Ολλανδίας στις 20/10/1967, είναι Ολλανδός ελληνιστής και αρχαιολόγος. Ήταν γιος του λατινιστή Jean- Christophe Vollgraff. Άρχισε τις σπουδές του στα κλασσικά γράμματα στις Βρυξέλλες και συνέχισε διαδοχικά στην Ουτρέχτη, στο Γκέντινγκεν και το Βερολίνο υπό την επίβλεψη του κορυφαίου ερμηνευτή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του «ιστορικού θετικισμού» Ούλριχ Μέλεντορφ Βιλαμόβιτς (Ulrich von Wilamowitz-Mðllendorff). Υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του το 1901 με ένα δοκίμιο αφιερωμένο στον Οβίδιο.

Οι αρχαιολογικές έρευνες του όμως, ήταν αυτές που τον έκαναν γνωστό τόσο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όσο και στην Ελλάδα. Σε ηλικία 25 ετών γίνεται δεκτός στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα και αμέσως αρχίζει τις ανασκαφές του, το 1902, στο Άργος όπου ανακαλύπτει σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Η πρώτη περίοδος των ανασκαφών αρχίζει στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902) και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912.   Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους  και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς. Ιστορικά είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος.

Σε συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930, διαβάζουμε:

«Εἶνε ἤδη 54 ἐτῶν, τό δέ ἐκτάκτως ἀνθηρόν πρόσωπόν του δέν φανερώνει ὅτι φέρει τό βάρος πλέον τοῦ  ἠμισεως αἰῶνος. Τό πρῶτον φῶς εἶδεν εἷς τήν πόλιν Χάρλαντ τῆς Ὀλλανδίας τό 1876, κειμένην πλησίον της μεγαλιτέρας πόλεως τῆς Ὀλλανδίας, τοῦ Ἀμστερδάμ.

Τάς σπουδᾶς τοῦ ἐπεράτωσεν εἷς τήν πρωτεύουσαν τοῦ Βελγίου, τάς Βρυξέλλας, καί μετά πάροδον ὀλίγου χρόνου, εἷς ἡλικίαν 32 ἐτῶν, ἀνηγορεύθη καθηγητής εἷς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης (Ὀλλανδίας). 

Τάς ἀρχαιολογικᾶς τοῦ ἔρευνας ὅμως, αἴτινες τόν κατέστησαν διάσημον τόσον εἷς τήν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα, ὅσον καί εἷς τήν Ἑλλάδα. Εἷς ἡλικίαν 25 ἐτῶν γίνεται δεκτός ‘ὡς ἑταῖρος εἷς τήν ἕν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν Γαλλικήν Ἀρχαολογικήν Σχολήν, καί ἀμέσως ἀπό τοῦ ἑπομένου ἔτους 1902, ἀρχίζει τάς ἱστορικᾶς τοῦ ἀνασκαφᾶς εἷς τους γύρωθεν τῆς πολεῶς μᾶς ἀρχαιλογικούς τόπους του, γέμοντας ἀπό πλουσιώτατα λείψανα τοῦ ἀρχαίου Ἐλλινικοῦ πολιτισμοῦ. 

Καί πρίν ἤ ἄρχισω τάς ἀνασκαφᾶς εἷς τήν πόλιν τοῦ Ἄργους, μᾶς λέγει ὅ κ. Βολλγκράφ εἰσερχόμενος εἰς τό θέμα, προηγουμένως περιηγήθην καί ἐμελέτησα τάς ἀρχαιότητας τῆς Ἰταλίας καί ὁλόκληρού της ὑπολοίπου Ἑλλάδος, διά νά καταλήξω εἷς τό Ἄργος ὅπου καί ἐσχημάτισα  τήν πεποίθησιν ὅτι κρύπτονται εἷς τους κόλπους τοῦ ἄπειρα λείψανα τῆς ἀρχαίας πόλεως τοῦ Ἄργους, κτισθείσης κατά τήν Β’ Ἑλλαδικήν, λεγομένην, ἔποχην, περίπου δήλ. κατά τό 2000, π.Χ.

Καί πράγματι, συνεχίζει ὅ κ. Βολλγκράφ, δέν ἤπατηδην εἷς τάς προβλέψεις μου καί τάς πεποιθήσεις μου.

Κατά τά ἑπτά ἔτη καθ’ ἅ  περιοδικῶς παρέμεινα εἷς τό Ἄργος καί ἐνήργησα ἀνασκαφᾶς (1902, 1903, 1904, 1906, 1912, 1928, 1930),  ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως πλουσίων κειμηλίων τοῦ μοναδικοῦ εἷς κάλλος ἀρχαίου πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἤσθανθην τάς ὥραιοτερας συγκινήσεις ποῦ εἶνε δυνατόν νά δοκιμάση ἕνας ἀρχαιοδίφης. Δί’ ἠμᾶς, τούς ἀρχαιολόγους, ἤ ἀνακάλυψις ἕνος οἱουδήποτε ἀγάλματος δέν ἔχει τήν ἀξίαν ἔκεινην ποῦ ἀποδίδει τό κοινόν, διότι ἕξ αὐτῶν βρίθουν τά μουσεῖα – μεγαλυτέραν, μεγίστην  δέ  σπουδαιότητα ἔχει δί ἠμᾶς  ἤ εὕρεσις τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἐπιγραφῶν κ.λ.π. – ποῦ θά μᾶς καθοδηγήσουν εἷς  τήν μελέτην τῆς Ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς Ἱστορίας τῆς τέχνης – τῆς τέχνης ἐκείνης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ποῦ παρέδωσεν εἰς τόν αἰώνιον θαυμασμόν ὁλοκλήρου του κόσμου καλλιτεχνήματα ἀνυπερβλήτου κάλλους καί ἀφθάστου ὡραιότητος, ἀκριβείας, λεπτότητος καί κομψότητος… Καί πράγματι, τοιαῦτα στοιχεῖο εὕρηκα ἄφθονα εἷς τό Ἄργος, πολύ περισσότερα  ἄφ’ ὅσα ἠδυνάμην νά φαντασθῶ».

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Το 1903 έγινε δεκτός ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Από το 1905 ως το 1908 άσκησε τα καθήκοντα του επιμελητή στο Ιστορικό μουσείο γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη επαφή του με τη ρωμαϊκή αρχαιολογία. Το 1908 έλαβε την έδρα της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Groningue (Γκρόνινγκεν) θέση που κατείχε μέχρι το 1917.

Ο Vollgraff ασχολήθηκε με την «πινακίδα Τολσουμ», ένα κομμάτι ξύλου που έφερε μια επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής που ανακαλύφθηκε το 1914 και το  1917 δημοσίευσε την έρευνά του πάνω σε αυτό που μέχρι σήμερα θεωρείται η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή των Κάτω Χωρών. Το 1917 επέστρεψε στην Ουτρέχτη μετά την προαγωγή του στο τοπικό πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε την καριέρα του φθάνοντας στο βαθμό του ομότιμου καθηγητή το 1946. Κατά την περίοδο μεταξύ του 1917 και 1923 έγινε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των τεχνών και των επιστημών της Ολλανδίας.

Το 1929 ανακάλυψε κάτω από τον καθεδρικό της Ουτρέχτης θραύσματα ψαμμόλιθου που σκέπαζαν έναν μεσαιωνικό τάφο. Ο Vollgraff αποκρυπτογράφησε τις επιγραφές που υπήρχαν σ’ αυτά τα θραύσματα και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ουτρέχτη, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ήταν Albiola , αλλά αυτή η ερμηνεία δέχθηκε αρκετή κριτική που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας. Διεξήγε ανασκαφές αρχαιολογικές ανασκαφές στην πλατεία του καθεδρικού της Ουτρέχτης μεταξύ του 1933 και του 1935 και βρήκε ίχνη του ρωμαϊκού κάστρου και μιας εκκλησίας της Καρολίνειας περιόδου.

Παντρεύτηκε πρώτη φορά το 1904 την Marie von Hoblin και  δεύτερη φορά την αρχαιολόγο Anna Roes το 1947.

 

Αναφορές του Vollgraff για το Άργος (μορφή pdf):

  1.  Vollgraff Carl Wilhelm. Inhumation en terre sacrée dans l’Antiquité grecque (à propos d’une inscription d’Argos). In: Mémoires présentés par divers savants à l’Académie des inscriptions et belles-lettres de l’Institut de France. Première série, Sujets divers d’érudition. Tome 14, 2e partie, 1951. pp. 315-396. Inhumation en terre sacrée dans l_Antiquité grecque (à propos d_une inscription d_Argos)
  2. Vollgraff W. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s. In: L’antiquité classique, Tome 14, fasc. 1, 1945. pp. 5-28. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s
  3. Vollgraff Wilhelm. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 49 année, N. 1, 1905. pp. 10-11. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904
  4. Vollgraff Wilhelm. Les fouilles d’Argos. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 50 année, N. 8, 1906. pp. 493-495. Les fouilles d’Argos
  5. Vollgraff Wilhelm. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 76 année, N. 2, 1932. p. 154. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930
  6. Vollgraff Wilhelm. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 82, 1958. pp. 516-570. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos
  7. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 81, 1957. pp. 475-477. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos)
  8. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In – Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403.
  9. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 44, 1920. pp. 219-226. Fouilles d’Argos
  10. Vollgraff Wilhelm. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 37, 1913. pp. 279-308. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos)
  11. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 34, 1910. pp. 330-354. Inscriptions d’Argos
  12. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 445-466. Inscriptions d’Argos
  13. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 171-200. Inscriptions d’Argos
  14. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 31, 1907. pp. 139-184. Fouilles d’Argos.
  15. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 30, 1906. pp. 5-45. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis
  16. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 29, 1905. p. 318. Note sur une inscription d’Argos
  17. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 420-429. Inscriptions d’Argos
  18. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 364-399. Fouilles d’Argos
  19. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 27, 1903. pp. 260-279. Inscriptions d’Argos

Βιογραφία του Vollgraff (Ολλανδικά): J.C. Kamerbeek, «biographie de C.W. Vollgraff».

 

Πηγές


 

  • Jan Coenraad Kamerbeek et J.C. Kamerbeek, « biographie de C.W. Vollgraff », Jaarboek van de KNAW, 1967-1968, Amsterdam,‎ 1968, p. 346-354.
  • «Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff», Βασίλης Κ. Δωροβίνης. «Στα βήματα του  Wilhelm Vollgraff – Εκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.
  • Εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.
  • http://www.persee.fr – Υπηρεσία υποστήριξης έρευνας η αποστολή της οποίας είναι η ψηφιακή αξιοποίηση της επιστημονικής κληρονομιάς. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Read Full Post »

Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff (Βίλχελμ Φόλγκραφ)* © Βασίλης Κ. Δωροβίνης  -«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.


 

Το άρθρο αναφέρεται στις αντιδράσεις των κατοίκων του Άργους, όπως αποτυπώθηκαν στον τοπικό Τύπο της περιόδου 1828-1980, ως προς τις ανασκαφές. Στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου αναφέρεται στην όλη αντίληψη και στάση του τοπικού πληθυσμού απέναντι στο συνολικό θέμα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης. Ακολουθεί ανάλυση, σε τρείς ενότητες, για τις ανασκαφές του W. Vollgraff το 1902-1912, το 1928-1930 και για τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής Αθηνών μετά το 1950, οπότε δημιουργείται και το μουσείο του Άργους. Η τρίτη περίοδος ξεκινά μετά το 1978, με τη δραστηριότητα της Γαλλικής Σχολής για μία πρώτη καταγραφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Άργους και την ένταξή της πολεοδομικά στη σημερινή πόλη, αλλά και με την αγορά και αναστήλωση της οικίας Τ. Γκόρντον.

Ακολουθούν τρία παραρτήματα. Στο πρώτο, καταγράφονται όλα τα άρθρα του τοπικού Τύπου για τις δύο ανασκαφικές περιόδους του W. Vollgraff. Στο δεύτερο μεταφέρονται δύο συνεντεύξεις του W. Vollgraff και το μοναδικό σχόλιο αθηναϊκής εφημερίδας για την ανακοίνωση, το 1903, του W. Vollgraff στη Γαλλική Σχολή για τις ανασκαφές στο Άργος. Τέλος, στο τρίτο παράρτημα αναδημοσιεύονται τέσσερεις φωτογραφίες.

 

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε ευθύς εξαρχής ότι επιλέξαμε ένα συμβατικό τίτλο, για την παρούσα εργασία, ο οποίος καλύπτει φαινόμενο πολυπλοκότερο, δηλαδή τη σχέση και τους δεσμούς που υφαίνονται (ή δεν υφαίνονται) μεταξύ ανασκαφών, ανασκαφέων (στην προκειμένη περίπτωση της Γαλλικής Σχολής Αθηνών) και ντόπιων πολιτών, με γενικότερη μεν αναφορά στις σύνολες ανασκαφές, αλλά με ειδικότερη εστίαση της προσοχής στην παρουσία και στις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος.

Η Γαλλική Σχολή Αθηνών συμπλήρωσε το 2002 έναν αιώνα ανασκαφών στο Άργος και τις άρχισε με μέλος της που όμως ήταν Ολλανδός και όχι Γάλλος, συμπτωματικό ίσως γεγονός αλλά και προάγγελος της μετέπειτα πορείας της Σχολής και, μάλιστα, της σημερινής, αλλά και της όλης εξέλιξης της αρχαιολογίας, που είναι σήμερα, από τους πλέον διεθνοποιημένους και διεπιστημονικούς κλάδους. Ένας αιώνας πέρασε λοιπόν, ανασκαφών, επαφών και δεσμών τόσο με τον χώρο της πόλης του Άργους, όσο και με τον κυμαινόμενο και διαφοροποιούμενο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πληθυσμό του, και παρέχει αρκετά πλούσιο υλικό για μιάν επιστημονική και ψυχολογικά αποστασιοποιημένη προσέγγιση αυτών των δεσμών.

Το Άργος δεν μπορούμε να πούμε ότι, μέχρι σήμερα, έφτασε να έχει διαμορφωμένη, έστω και μέσω μιάς κοινωνικής και λίγο-πολύ συμπαγούς ομάδας κατοίκων, εδραία αστική αντίληψη για το πώς πρέπει να διαμορφωθεί και να εξελιχθεί η πόλη, επομένως και για το πώς πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν η αρχαία, η βυζαντινή και η νεότερή της αρχιτεκτονική κληρονομιά ή και τα μνημειακά υπολείμματά της. Οι αρχαιότητες μόλις τον τελευταίο καιρό έπαψαν να θεωρούνται εντελώς και επιζήμιες, αν και παραμένουν στο περιθώριο της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε το αρχαίο θέατρο, αλλά και αυτό μάλλον ως «περίβλημα» κτιριακό κάποιων εκδηλώσεων και όχι ως μνημείο ενταγμένο στη σύγχρονη ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τον διαμορφωμένο χώρο περιπάτου μεταξύ αρχαίου θεάτρου και Κριτηρίου.

Η πόλη βεβαίως υπέστη πολλές αλλαγές. Στην αρχή του 20ου αι., όταν ο W. Vollgraff ξεκινά τις ανασκαφές του, αποτελεί εμπορικό και αγροτικό κέντρο για δύο νομούς (τότε για έναν ενιαίο, την Αργολιδοκορινθία), στενά δεμένο με μιαν ευρύτερη, αποκλειστικά αγροτική περιοχή. Η προσπάθεια εκβιομηχάνισης ήταν άμεσα εξαρτημένη από την περιοχή αυτή (κυρίως βαμβάκι – εριουργεία και εκκοκιστήρια, μετά το 1960 εσπεριδοειδή και μονάδες χυμοποίησης κλπ.). Κείμενα των ελάχιστων λογίων των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. (και αυτών στο περιθώριο), μαρτυρούν ακριβώς για την έλλειψη της αστικότητας (urbanite με τις δύο έννοιές της).

Η οικοδομική αύξηση γίνεται με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς, γι’ αυτό ίσως και οικοδομούνται σημαντικά κτίρια, που μαρτυρούν για αφομοίωση του νεοκλασικισμού (μέγαρο Κωνσταντόπουλου, τελική διαμόρφωση Δημαρχείου, παράπλευρο κτίριο και νεοκλασική αγορά – έργα του Π. Καραθανασόπουλου -, οικίες οικογενειών Ζωγράφου, Τζοροβίλη, Κατσούλα, Καλλιάρχη, ξενοδοχείο Σαγκανά, καφενείο Θηβαίου κ.ά.).

Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, μιάμιση δεκαετία ειρήνης, αλλά και νέων κοινωνικών προβλημάτων δεν επιτρέπουν την αστική ολοκλήρωση. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία κατευθύνονται σε ίδρυση νέου οικισμού (Ν. Κίος), ενώ δέκα πέντε χρόνια αργότερα το κύμα των Ρωσοπόντιων προσφύγων στο Άργος είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στεγάζεται στο «Καλλέργειο» και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, εγκαθίσταται στον αρχαιολογικό χώρο δίπλα στο αρχαίο θέατρο («Συνοικισμός»). Έρχεται ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος, τελειώνει ο εμφύλιος και στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ξεσπά η οικοδομική αύξηση, άναρχα και άμορφα, υπό τις νέες πιέσεις και εσωτερικών μεταναστών από τα ορεινά χωριά, από την Αρκαδία και την Κρήτη. Πρώτο πολυόροφο οίκημα κτίζεται το 1962, ακολουθεί η αύξηση των συντελεστών δομήσεως κυρίως επί Χούντας και αρχίζει μία έντονη οικιστική πίεση, που καταλήγει και στην άναρχη επέκταση της πόλης ακόμα και στους γύρω λόφους. Η εικόνα της, που καταγράφεται και σε τουριστικούς οδηγούς, ελληνικούς και ξένους, ως πόλης των αρχαιοτήτων και των κήπων, διαστρεβλώνεται και σταδιακά χάνεται.

Η τύχη αρχαιοτήτων και αρχαιολογικών εργασιών ακολουθεί την εξέλιξη της πόλης όπου, μέχρι και σήμερα, το κοινωνικό της εποικοδόμημα τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει ως προς το μέλλον της. Θολούρα επικρατεί, στην οποία βυθίστηκε ακόμα και το νέο σχέδιο πόλης, προϊόν και αυτό όχι συνθετικού λογισμού και διαυγούς κοινωνικής αντίληψης, αλλά οικονομικών επιδιώξεων των συντακτών του και μιάς αρχαϊκής, συχνά, αντίληψης πολλών ιδιοκτητών γης και οικοπέδων.

Εξετάζοντας το πώς οι Γάλλοι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές τους εντάσσονται στην πόλη και συνδέονται με τις ντόπιες νοοτροπίες, θα πρέπει να φυλαχθούμε συστηματικά από τον κίνδυνο εισαγωγής εννοίων και κατηγοριών από άλλες χώρες και άλλες πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι μπορούμε να προβούμε, μετά από εξέταση των δεδομένων, σε μία πρώτη περιοδοποίηση μέσα στο χρόνο, διακρίνοντας τρείς διαφορετικές περιόδους.

Ι. Η πρώτη περίοδος

Η πρώτη περίοδος αρχίζει και τελειώνει με τις αποστολές του W. Vollgraff, οι οποίες ξεκινούν με ανασκαφές στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902), όταν ο W. Vollgraff είναι μόλις 26 ετών, και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912. Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους (στεγαζόταν στην ισόγεια αίθουσα του Δημαρχείου) και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς.

Η φήμη του έχει εδραιωθεί στη κοινή γνώμη του Άργους και σε μία, κυρίως, τοπική εφημερίδα που κυκλοφορεί κανονικά τότε στην πόλη οι ανασκαφές του καλύπτονται με πρωτοσέλιδα άρθρα, ενώ δημοσιεύονται και συνεντεύξεις του. Ιστορικά, πια, είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος. Σήμερα, οι μέθοδοι που ακολούθησε (μέθοδοι κατά κανόνα γενικά αποδεκτές στην εποχή του) αποτελούν αντικείμενο εύλογης κριτικής [1]. Από την αρχή, το 1902, ο τοπικός Τύπος και ειδικότερα τρείς λόγιοι, ο Δ. Βαρδουνιώτης (που είναι και έφορος του μουσείου), ο Κ. Ολύμπιος και ο Γ. Σιμιτζόπουλος δημοσιογραφούν κατά διαστήματα και, από τις πρώτες μέρες της πρώτης άφιξής του, παρακολουθούν συνεχώς τις ανασκαφές, ενημερώνουν τους αναγνώστες, ενώ κάποτε προβαίνουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και σε άκρως προωθημένες για την εποχή προτάσεις. Ο W. Vollgraff και οι ανασκαφές του «ηλεκτρίζουν», όμως σε μία περίπτωση ο Βαρ­δουνιώτης, εντελώς προδρομικά αλλά και στηριζόμενος επιδέξια στο πνεύμα της εποχής, δεν διστάζει να στραφεί εναντίον του, όταν εκείνος εκδηλώνει την πρόθεσή του να κατεδαφίσει το μονύδριο του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή του λόφου της Ασπίδας, για λόγους ανασκαφικούς. Ο Βαρδουνιώτης προβάλλει την ανάγκη να διατηρηθεί το νεότερο αυτό κτίσμα, που κατά τα άλλα και μέχρι σήμερα δεν έχει μελετηθεί συστηματικά και, φυσικά, δεν έχει χρονολογηθεί. Είναι η πρώτη φορά που, από όσο τουλάχιστον εγώ γνωρίζω, στο νεότερο Άργος υποστηρίζεται η αξία και η ισοτιμία της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Ουδέποτε μέχρι σήμερα ο τοπικός Τύπος του Άργους παρακολούθησε με τόσο ενδιαφέρον και τόσο επιμελώς τη συνέχεια ανασκαφών, παρόλο που από το 1950 ενεργήθηκαν πολύ σημαντικές (αρχαία αγορά, ρωμαϊκά λου­τρά, κλπ.). Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι η δημιουργία ενός είδους σύγχρονου τοπικού μύθου γύρω από το όνομα Vollgraff οφείλεται στη στάση τοπικού Τύπου και λογίων με κύρος. Πρόκειται για μύθο που στοιχειοθετείται και δημιουργείται από το ότι για πρώτη φορά εύλογα ελπίζεται ότι, με συστηματικές έρευνες, θα έρθουν σε φως σημαντικά στοιχεία από το αρχαίο κλέος μιάς πόλης παγκόσμια γνωστής. Από το ότι, επίσης, η αργή και ομαλή οικιστική αύξηση δεν δημιουργεί κανένα από τα γνωστά σήμερα προβλήματα. Δεν επιβάλλεται καμία αλλαγή στις τοπικές νοοτροπίες, οι άνθρωποι αντιδρούν «φυσικά» και δίχως οπισθοβουλίες ως προς τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις και τις θεωρίες που διαμορφώνονται, δεν υπάρχει ανάγκη σχεδιασμού και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Οι ανασκαφές μπορούν να ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό, οι αρχαιολόγοι σκάβουν και «αναπνέουν» δημοσιεύοντας ομαλά, μετά από κάθε ανασκαφική περίοδο. Δεν έχει καν προκύψει η έννοια των σωστικών ανασκαφών, μάλιστα κάτοικοι προσφέρουν ιδιοκτησίες τους για να συνεχιστούν απρόκοπα οι ανασκαφές. Για πρώτη φορά αρχαιολόγοι διαμένουν μόνιμα στην πόλη, κατά περιόδους που γίνονται τακτές, και συγχρωτίζονται με τον τοπικό πληθυσμό. Ενδόμυχα ή με διορατικότητα (πώς μπορούμε να την αποκλείσουμε;) γίνεται αντιληπτό, από την πλευρά των λογίων, ότι οπωσδήποτε κάτι γενικότερο καλό θα βγει για την πόλη από τις ανασκαφές, έστω και όχι άμεσα κερδοφόρο, έστω κι αν ελάχιστοι έχουν πρόσβαση, λόγω του εμποδίου της γλώσσας, στους απολογισμούς του ίδιου του W. Vollgraff, στις επεξεργασμένες μορφές των πρώτων θεωρητικών κατασκευών του.

Το 1928 και το 1930 δημοσιεύεται κάτι που, από τότε, δεν χρησιμοποιήθηκε ως δημοσιογραφική μορφή πληροφόρησης, ποτέ πια στον τοπικό Τύπο, ούτε από την πλευρά του ούτε και από την πλευρά των αρχαιολόγων. Πρόκειται για δύο συνεντεύξεις με τον W. Vollgraff, πλουσιότατες σε περιεχόμενο, τόσο γιατί η τοπική εφημερίδα θέλει να μάθει «την πάσα αλήθεια», όσο και επειδή ο ερωτώμενος δεν είναι διόλου φειδωλός ως προς αναφορές στα σχέδια και στους σκοπούς του, ούτε και ως προς τη διάθεση να απαντά ευθέως σε κάθε ερώτηση, όπως για τη χρηματοδότησή του. Θεωρώ τις συνεντεύξεις αυτές ανεκτίμητα τεκμήρια, γι’ αυτό και αναδημοσιεύονται σε παράρτημα αυτού του άρθρου (παράρτημα II).

ΙΙ. Η δεύτερη περίοδος

Η περίοδος αυτή καλύπτει τα έτη 1950-1978, κατά τα οποία γίνονται γνωστοί στο Άργος οι αρχαιολόγοι G. Daux, Ρ. Courbin και Fr. Croissant, και οικειώνονται με τους κατοίκους. Η ανασκαφική εργασία τους, όπως και άλλων αρχαιολόγων, Γάλλων και Ελβετών, συμπίπτει με ένα σημαντικό έργο στο Άργος, δηλαδή την ίδρυση αυτόνομου μουσείου, που σταδιακά ολοκληρώνεται μεταξύ των ετών 1957 (παλαιά πτέρυγα, στο ανακαινισμένο με δραστική επέμβαση του Ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Υ. Fomine «Καλλέργειο», που προηγουμένως βρισκόταν σε κατάσταση θλιβερού ερειπίου[2] και 1961 (νέα πτέρυγα, με υπόστεγο χώρο, προς ανατολάς).

Το μουσείο αυτό θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στις τότε συνθήκες, μετά από μακροχρόνια προσμονή και ενέργειες δεκαετιών για την ίδρυσή του. Η δαπάνη κατασκευής καταβάλλεται από το γαλλικό Κράτος και θα έλεγα ότι, παρά το ότι οι μελέτες αρχαιολόγων και ανασκαφέων στο Άργος πολλαπλασιάζονται έκτοτε, με άκρως δραστήρια πια, λόγω σωστικών κυρίως ανασκαφών, και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ο μύθος του W. Vollgraff επεκτείνεται προς άλλη κατεύθυνση, προς μιά πολιτισμική προσέγγιση. Δεν ξέρουμε σήμερα ποιά ήταν η προσωπική επαφή του W. Vollgraff με τους ντόπιους.

Γεγονός είναι ότι όσο περνούν τα μεταπολεμικά χρόνια πολλοί από τους Γάλλους αρχαιολόγους προσεγγίζουν άνετα και προσωπικά το τοπικό στοιχείο.

Το μουσείο, παρά τις εύλογες αμφισβητήσεις για τον τρόπο σύνδεσης παλαιάς και νέας πτέρυγας, παρά και ότι λίγοι, ίσως, ντόπιοι έχουν πια κατά νου ότι αποτελεί προϊόν ελληνογαλλικής συμβολής (ο Δήμος Άργους είχε παραχωρήσει το «Καλλέργειο» και τον συνεχόμενο χώρο, ιδιοκτησίας του), «δένει» ακόμα περισσότερο Γάλλους αρχαιολόγους και ανασκαφείς με τον πληθυσμό και την κοινή γνώμη στο Άργος. Βέβαια τώρα πια, ο τοπικός Τύπος, είναι αλήθεια άλλης μορφής, αλλά και άλλων ενδιαφερόντων και συμφερόντων, παύει να παρακολουθεί ανασκαφές και συχνά απηχούσε τα τελευταία χρόνια την γκρίνια ιδιοκτητών γιατί τους «εμπόδιζαν να κτίσουν», κυρίως οι Έλληνες αρχαιολόγοι. Ιδιοκτητών που συχνά δεν είναι πια Αργείοι, αλλά της εσωτερικής μετανάστευσης και δίχως εσωτερικούς δεσμούς με την πόλη.

III. Η τρίτη περίοδος

Αρχίζει λίγο-πολύ μετά το 1978, με πρωτοβουλίες του τότε Γενικού Γραμματέα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert και με την στήριξη των Διευθυντών της Ρ. Amandry και Ο. Picard, οπότε δημιουργείται κοινή ελληνογαλλική ομάδα επιστημόνων, σε συνεργασία με την Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, για την καταγραφή και της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, όπως και για τη διατύπωση προτάσεων με στόχο της ένταξή της, μαζί με την αρχαία και τη βυζαντινή, στη σύγχρονη ζωή. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη ζώνη γύρω από το αρχαίο θέατρο και την αγορά. Τα πορίσματά της, προϊόν εργασίας τριών περίπου ετών, κοινοποιούνται προς όλες τις ελληνικές διοικητικές αρχές, αρμόδιες για το αντικείμενο αυτό, και προς τον Δήμο Άργους. Για σχεδόν μία εικοσαετία παρέμειναν αναξιοποίητα για τον οποιοδήποτε σχεδιασμό (είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι από την μελέτη της «Επιχείρησης Πολεοδομική Ανασυγκρότηση» του Άργους παραλήφθηκε κάθε προβληματισμός και προτάσεις για τη νεότερη και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης).

Παράλληλα όμως, με πρωτοβουλία δημοτών της πόλης έγινε ευρεία προσπάθεια ενημέρωσης των πολιτών μέσα από συνεργασίες και αρχικά από τον ρηξικέλευθο Πολιτιστικό Όμιλο Άργους, με τη στήριξη και του τότε Νομάρχη Θ. Χαμπίπη. Οργανώθηκαν διαλέξεις και δημόσιες συζητήσεις, δυστυχώς δίχως μέριμνα κανονικής και ανανεωμένης επανάληψης. Το μέλος της Σχολής Α. Pariente συνέχισε την προσπάθεια, με την ευοίωνη στήριξη του τότε διευθυντή R. Étienne, ενώ η αγορά και στη συνέχεια η επισκευή της ιστορικής οικίας του Τόμας Γκόρντον πρόσφερε στο Άργος μία νέα και ζεστή αίθουσα για ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις [3].

Την περίοδο αυτή Γάλλοι αρχαιολόγοι δεν δίστασαν να πάρουν θαρραλέα μέρος στην προσπάθεια για τη διάσωση και αξιοποίηση των Στρατώνων του Καποδίστρια. Με αφορμή την προσπάθεια κατεδάφισης των Στρατώνων ξέσπασε στην πόλη πολυετής και σκληρή διαμάχη, με εργολάβους και τυφλούς υπερσυντηρητικούς από το ένα μέρος, και με νέους και τη διανόηση της πόλης από το άλλο μέρος. Οικονομικά ισχυροί οι πρώτοι, με εκφραστές δύο τοπικά φύλλα υπέρμαχα της «ελεύθερης δόμησης» και διώκτες των αρχαιολόγων, έφθασαν μέχρι και να καταγγείλουν τον Ρ. Aupert στη γαλλική Πρεσβεία για ανάμιξη σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις. Είναι ακριβώς αυτά τα φύλλα που ανέσυραν από τη λήθη, εν πολλοίς με διαστρεβλώσεις, τα θλιβερά γεγονότα της σύγκρουσης του Ιανουαρίου του 1833 στο Άργος, που κατέληξε στην εξόντωση πολλών αθώων αμάχων.

Η ανάσυρση της λεγάμενης «σφαγής του Άργους», μέχρι και τις μέρες μας, δεν έστερξε να διαταράξει τον εδραίο, πια, δεσμό Γάλλων αρχαιολόγων και τοπικού πληθυσμού. Η αγορά, η διάσωση και η μετασκευή της οικίας Γκόρντον στην πόλη έδωσαν νέο έναυσμα στις σχέσεις Γαλλικής Σχολής Αθηνών και πολιτών, ενώ προκάλεσε για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία και την εμπλοκή του Δήμου Άργους σε συγκεκριμένη πολιτιστική δραστηριότητά της, δηλαδή τη χρηματοδότηση της ελληνικής έκδοσης τμήματος της μελέτης του Μ. Sève, για τους Γάλλους ταξιδιώτες στο Άργος [4].

Η προοπτική σήμερα, στα πλαίσια, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να φτάσει σε αμοιβαία συνεργασία, πρώτα και κύρια με το αντικείμενο αναστηλώσεις και τη διαμόρφωση των χώρων ανασκαφικών δραστηριοτήτων που έχουν περατωθεί. Πέρα από αυτό, αν η οικία Γκόρντον, με την αγορά και του τελευταίου εναπομένοντα ελεύθερου χώρου δίπλα σε αυτήν, γίνει επιθυμητή κυψέλη μελέτης, σεμιναρίων, εκθέσεων και ανακοινώσεων, αν πολίτες και Δήμος προχωρήσουν σε οικονομική συμβολή για εκδόσεις, αν επίσης η Γαλλική Σχολή Αθηνών δεχθεί την αναγκαία διεύρυνση του κύκλου των εκδόσεων, με προσέγγιση ενός ευρύτερου τομέα για το Άργος, τότε οι δεσμοί που ανέφερα θα έχουν πολύ μέλλον εμπρός τους. Από την εποχή του W. Vollgraff μέχρι σήμερα Γάλλοι αρχαιολόγοι, αλλά και η ίδια η αρχαιολογία, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες, έπλεξαν συνδέσεις με την τοπική κοινωνία του Άργους και κέρδισαν σε κύρος, σε εκτίμηση και σε αξιοπιστία. Αυτό το κέρδος πρέπει να κρατηθεί και να αυξηθεί. Μάλιστα σε καιρούς όπου παρθικές σκοπιμότητες, που ανήκουν στο πελατειακό σύστημα, πλήττουν στις μέρες μας και αρχαιολόγους και, κατ’ επέκταση, και την αρχαιολογία.

Παράρτημα I

 Ο τοπικός Τύπος του Άργους για τις ανασκαφές του W. Vollgraff

  1. 19/05/1902, Μυκήναι 54

Αναφέρεται ότι ο Vollgraff άρχισε προ δύο μηνών μέσα στην πόλη αντιγραφή αρχαίων επιγραφών και ότι πήρε άδεια από την Κυβέρνηση να ενεργήσει ανασκαφές στον λόφο της Ασπίδας. Αναφέρεται τι βρέθηκε μέχρι τότε, τι τούτο σημαίνει για την ιστορία του τόπου και ακολουθεί η κατάληξη ότι «ευτυχώς όπου οι Γάλλοι και οι Γερμανοί αρχαιολόγοι εργάζονταν ακαταπονήτως, δαπανώντες άφθονα χρήματα […] διότι ημείς οι νυν Έλληνες δεν είμεθα ως φαίνεται άξιοι δια τοιαύτας εργασίας, αλλά δι’ άλλας σπουδαιοτέρας».

  1. 26/05/1902, Μυκήναι 55

Δίδεται λεπτομερές ρεπορτάζ για τις ανασκαφές του Vollgraff στην Ασπίδα και προστίθεται ότι τόσο η Κυβέρνηση όσο και η Αρχαιολογική Εταιρεία θα έπρεπε να στείλουν αρχαιολόγο και να πάρουν προφυλακτικά μέτρα για φρούρηση του χώρου
των ανασκαφών, καυτηριάζοντας το γεγονός ότι μετά από κάθε ανασκαφή τους αφήνονται στην τύχη τους οι αρχαιολογικοί χώροι και η περιφέρεια απογυμνώνεται από τα ευρήματα, που μεταφέρονται στην Αθήνα. Παροτρύνει, επίσης, τους τοπικούς παράγοντες να πετύχουν ώστε να ενεργούνται ανασκαφές με τη συμβολή των Δήμων και των κατοίκων των επαρχιών, και καταλήγει: «Εις την Ιταλίαν εισέρχονται κατ’ έτος πολλά εκατομμύρια εκ των διαφόρων περιηγητών, πολύ πλειότερα αυτών δύνανται να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, αν γίνωμεν ολίγον αρχαιόφιλοι και επικρατήση και παρ’ ημίν ολίγον πνεύμα κερδοσκοπικόν».

  1. 02/06/19Θ2, Μυκήναι 55

Αποκαλύπτεται δεύτερο τείχος στην Ασπίδα και πέντε τάφοι μυκηναϊκής εποχής.

  1. 09/06/19Θ2, Μυκήναι 57

Φθάνει εκ μέρους της Αρχαιολογικής Εταιρείας ο αρχαιολόγος Σκιάς, οι ανασκαφές προχωρούν, ανακαλύπτεται η δεξαμενή και φρέατα, όπως και τοίχοι μεγάλου ανακτόρου.

  1. 16/06/1902, Μυκήναι 58

Ανακαλύπτεται και άλλος τάφος με επιχρίσματα μυκηναϊκής εποχής και με «γραφές». Ανακοινώνεται η άφιξη λόγω των ανασκαφών του Ι. Κοφινιώτη.

  1. 23/06/1902, Μυκήναι 59

Η εξέλιξη των ανασκαφών και οι απόψεις του Ιω. Κοφινιώτη. Επισημαίνεται ότι ποτέ μέχρι τότε δεν έγιναν ανασκαφές μέσα στην πόλη και ότι αν γίνονταν, μάλιστα στην συνοικία Ταμπάκικα ή Αλώνια Παναγίας, όπου βρισκόταν η αρχαία αγορά του Άργους, θα έρχονταν σε φως «πολλά έργα καλλιτεχνών». Και καταλήγει: «Η πόλις του Άργους κατά τούτο πρέπει να ευγνωμονεί τον Φόλγκραφ, ότι έκαμεν ούτος την αρχήν της αποκαλύψεως του αρχαίου κόσμου».

  1. 30/06/1902, Μυκήναι 60

Ο Vollgraff επιστρέφει στο Άργος για να συνεχίσει τις ανασκαφές στην Ασπίδα, συνοδευόμενος από «επίσημον καλλιτέχνην Δανόν ίνα ζωγραφίση τους ανασκαφέντας τάφους και τας επί του ενός τούτων ευρεθείσας και κατά την είσοδον αυτού υπαρχούσας ζωγραφιάς». Στο εκτεταμένο αυτό άρθρο γίνεται ακολούθως λόγος για τα αρχαία έθιμα ταφής.

  1. 06/07/1902, Ίναχος 9-10

Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.

Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν
συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

  1. 14/07/1902, Μυκήναι  61

Μικρό σημείωμα για την πρόοδο των ανασκαφών, με την πληροφορία ότι γίνονται με την επίβλεψη του Σκιά και με βοηθό τον Κουρουνιώτη, ενώ στη στήλη των «ειδήσεων» επισημαίνεται ότι έφτασε στο Άργος ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καββαδίας και εκθέτει τα συμπεράσματά του για τις ανασκαφές, αλλά και για ανάγλυφο που είχε βρεθεί στο σπίτι του Θ. Κοντογιάννη.

  1. 15/07/1902, Μυκήναι 64

Εκτεταμένο μονόστηλο για την πρόοδο των ανασκαφών, με αναλυτικά τα μέχρι τότε ευρήματα, μεταξύ αυτών και αγάλματα στην δυτική πλευρά της Ασπίδας, μέσα στη δεξαμενή. 

  1. 25/08/1902 Μυκήναι 65

Οι ανασκαφές σταμάτησαν από έλλειψη χρημάτων. Αναφέρεται ότι δεν βρέθηκε το αρχαίο στάδιο, και ότι τα ευρεθέντα υπολείμματα βυζαντινού ναού ήταν στη θέση όπου ο ναός του Απόλλωνα Δειραδιώτη. Αναγγέλλεται ότι τα ευρήματα πρόκειται να μεταφερθούν στην Αθήνα και καυτηριάζεται η ενέργεια αυτή.

  1. 15/09/1902, Μυκήναι 66

Στη στήλη των ειδήσεων, δημοσιεύεται η πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Vollgraff έστειλε έγγραφο στον Δήμαρχο και του ζητεί να κατεδαφιστεί το  ναΐδριο  του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή της Ασπίδας, για να ενεργήσει και στο σημείο αυτό ανασκαφές. Η εφημερίδα σημειώνει ότι «το πράγμα είναι ολίγον δύσκολον».

  1. 01/01/1903, Ίναχος  11

Δημοσιεύονται δύο άρθρα εξαιρετικού ενδιαφέροντος. Στο πρώτο, και υπό τίτλο «Απαγωγή θεών», σημειώνεται ότι από τις ανασκαφές του Vollgraff τα πιο «ευτελή» αντικείμενα κατατέθηκαν στο μουσείο του Άργους, όμως «τα πολυτιμότερα τούτων, εν οις και περί τα 35 αρχαία νομίσματα, ο ενεργών τας ανασκαφάς εταίρος της Γαλλ. Σχολής, εναντίον ρητής και σαφέστατης διατάξεως του Νόμου, ηρνήθη να παραδώση και καταθέση εις το Μουσείον μας, μεθ’ όλας τας προσκλήσεις και διαμαρτυρίας του επιμελητού των ενταύθα αρχαιοτήτων και του δημάρχου Αργείων. Αι ανασκαφαί διεκόττησαν από του παρελθόντος Αυγούστου και ο εταίρος της Γαλλ. Σχολής ώχετο απιών εις Αθήνας, μετά του επόπτου των ανασκαφών, όστις άδηλον αν και τι ενήργησεν απί του προκειμένου».

Συνεχίζοντας γράφει ότι λέγεται πως οι αρχαιότητες μεταφέρθηκαν στη Αθήνα αλλά κανένας δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά, ενώ αναφέρεται σε δύο «σώα και εξαίσια αγάλματα λευκού μαρμάρου και αρίστης τέχνης», πιθανώς του Ασκληπιού και της Εκάτης, που βρέθηκαν στην Ασπίδα.

Στο άλλο άρθρο, υπό τον τίτλο «Ο Προφήτης Ηλίας», σημειώνεται ότι «εθρυλήθη» ότι ο Vollgraff ζήτησε να κατεδαφιστεί ο ναΐσκος, ότι τούτο δεν είναι πιστευτό, διότι ο ναός αυτός είναι «αρχαίος και δημοφιλής» στο Άργος και οι Αργείοι «βαρέως φέρουν την κατεδάφισίν του». «Εκτός όμως τούτου θα ήτο η κατεδάφισις και άσκοπος, αφού ανεσκάφη όλος ο κύκλω του ναΐσκου χώρος και επί πλέον διότι καθ’ ημάς αι επί της Ασπίδος ανασκαφαί δεν είνε πολλού λόγου άξιαι, ελλείψει μαρτυριών αρχαίων συγγραφέων μηδέν θετικόν και σαφές προσπορίσασαι τη αρχαιολογία. Διά τους λόγους τούτους συνίστωμεν εντόνως εις τους αρμοδίους να προλάβωσι παντί σθένει την κατεδάφισίν του πάσι τοις Αργείοις προσφιλούς ναΐσκου, βέβαιοι όντες ότι ούτω θα δικαιώσωσιν ευσεβή πόθον ολοκλήρου της πόλεως.»

Και τα δύο άρθρα φέρουν αντί υπογραφής το κεφάλαιο «Α». Πρόκειται για συνεργάτη της εφημερίδας ή το πιθανότερο, για τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη; Η άποψή μου είναι ότι πρόκειται για τον ίδιο.

     14. 05/01/Ι903, Δαναός 127

Δημοσίευμα για τον Vollgraff και τις ανασκαφές: μονόστηλο όπου σημειώνεται ότι λόγω διακοπής της έκδοσής του δεν είχε καλύψει το σημαντικό γεγονός των ανασκαφών, για τις οποίες υπήρξε ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό αλλά και στον ευρωπαϊκό Τύπο. Αναφέρει την Ανεξαρτησία του Βελγίου και άρθρο της την 10/08/02, την Βορειογερμανική Εφημερίδα και μετάφραση του άρθρου της δεύτερης στα Παναθήναια της 15/07/02. Πληροφορεί ότι μέχρι τότε δοκιμαστικές ανασκαφές στην Ασπίδα θα επαναληφθούν την προσεχή άνοιξη και ότι μόλις έγιναν γνωστά στην Ευρώπη τα αποτελέσματα των πρώτων, «αμέσως ο ενθουσιώδης λάτρης της αρχαίας Ελλάδας κ. Γουκώπ, δικηγόρος εν Ολλανδία, ο γενναίος χορηγός των εν Λευκάδι ανασκαφών της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, ετηλεγράφησεν εις τον κ. Βολγκράφ ότι αυτός αναλαμβάνει την δαπάνην των γενικών ανασκαφών εν Αργεί, στείλας συγχρόνως και γενναίον χρηματικόν ποσόν». Το άρθρο φέρει αντί υπογραφής το κεφαλαίο «Ξ».

      15. 18/01/1903, Δαναός 128

 Υπό τον τίτλο «Αι εν Αργεί ανασκαφαί» άρθρο με λεπτομερειακές και ακριβείς πληροφορίες για τα ευρήματα της Ασπίδας, που όπως και το προηγούμενο πρέπει να στηρίζεται σε απευθείας πληροφορίες του ιδίου του Vollgraff. Δίδεται και η πληροφορία ότι ο Δανός καλλιτέχνης που είχε μετακληθεί ονομάζεται Μπάγα.

      16. 14/03/1903, Δαναός 132

Ειδησιογραφικό μικρό άρθρο για τη διάλεξη που έδωσε ο Vollgraff, πριν λίγες εβδομάδες, στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, για τις ανασκαφές του Άργους, η οποία κίνησε το ενδιαφέρον «όλου του επιστημονικού κόσμου των Αθηνών, όστις παρέστη και κατενθουσιάσθη εξ αυτής. Αι δε εφημερίδες της πρωτευούσης μακρόν περί ταύτης εποιήσαντο λόγον».

      17. 29/05/1903, Δαναός 137

Εδώ και δέκα μέρες επαναλήφθηκαν οι ανασκαφές του Vollgraff και αναφέρεται στα ευρήματά του. Προς στιγμή σταμάτησαν, για να γίνουν ανασκαφές στο αλώνι του Χρ. Παδουβάνου, πριν αυτό λειτουργήσει, ενώ γίνεται και πάλι λεπτομερειακή αναφορά για το τι ακριβώς βρέθηκε μέχρι τότε.

      18. 08/06/1903, Μυκήνες 85

Μικρό πληροφοριακό άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff την περασμένη εβδομάδα και για τα ευρήματά του, στην θέση Αλώνια Κρεββασαρά.

      19. 10/06/1903, Δαναός 138

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές κοντά στο αλώνι Παδουβάνου και για τα σημαντικά ευρήματα, μεταξύ αυτών και επιγραφή με 12 στίχους οικονομικού περιεχομένου (πώληση λαδιού). Και το άρθρο καταλήγει: «Τοιαύτα περίπου τα μέχρι σήμερον ανακαλυφθέντα υπό του διαπρεπούς αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ, όστις εάν έχη μέσα ανάλογα προς τον ζήλον αυτού, ασφαλώς θα φέρη εις φως μίαν νέαν μεγαλυτέραν Ολυμπίαν, την αγοράν και την πόλιν του αρχαίου Άργους». Υπογραφή με το ψευδώνυμο (όπως και για το προηγούμενο άρθρο του «Δ.») «Σένεξ».

     20. 22/06/1903, Μυκήνες 139

Πάλι πρωτοσέλιδο άρθρο με τον ίδιο τίτλο και με λεπτομερείς αναφορές στα νέα ευρήματα των ανασκαφών, με πιο σημαντικό την ανακάλυψη μέτρων για υγρά. Πληροφόρηση επίσης για το ότι ο Vollgraff ξεκίνησε δοκιμαστικές ανασκαφές στη Λάρισα και για το τί βρήκε την εβδομάδα που πέρασε.

     21. 05/07/1903, Μυκήνες 140

Δίστηλο στη δεύτερη σελίδα για τη συνέχεια των ανασκαφών στην Ασπίδα, για τα ευρήματα και για το ότι έληξαν ως προς τους τάφους οι ανασκαφές.

     22. 25/07/1903, Μυκήνες 141

Μονόστηλο, από την πρώτη σελίδα, για τη συνέχεια των ανασκαφών και των εργασιών του Vollgraff, με την πληροφορία ότι αυτές θα συνεχιστούν και τον Αύγουστο.

     23. 15/08/1903, Μυκήνες 142

Σύντομο ημίστηλο για τη συνέχεια των ανασκαφών και τα νέα ευρήματα, με την πληροφορία ότι έληξε η περίοδος για το τρέχον έτος και ότι θα επαναληφθούν το προσεχές ίσως γενικότερες ανασκαφές, διότι στην Ολλανδία ενεργούνται έρανοι για τη συνέχισή τους. Συνιστάται στο Δήμο του Άργους να προβεί στην απαλλοτρίωση ορισμένων αγρών, ώστε να υποβοηθήσει τη συνέχιση των ανασκαφών και την «τόσω οφέλιμον δια την ιδιαιτέραν ημών πατρίδα εργασίαν, ην μετά τόσου ζήλου, αφοσιώσεως και επιμονής ανέλαβεν ο διαπρεπής αρχαιολόγος κ. Φόλγκραφ». Όπως και στα προηγούμενα άρθρα, η υπογραφή, με λατινικά στοιχεία πλέον, είναι Senex και οι πληροφορίες πρέπει να προέρχονται απευθείας από τον Vollgraff.

     24. 05/11/1904, Μυκήνες 153

Μονόστηλο για τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Άργος, σε αναφορά με τη δημοσίευση στο BCH μελέτης του Vollgraff, με την κατάληξη: «Συγχαίροντες λοιπόν ολοψύχως τον κ. Φόλγκραφ δια τους ατρύτους αυτού κόπους, ευχόμεθα ίνα ταχέως επανίδωμεν αυτόν ενεργούντα ανασκαφάς προς ανεύρεσιν των ιερών ναών και οικοδομημάτων του αρχαίου Άργους, και δια της επιστημονικής τούτων μελέτης διαφωτίζοντα την ιστορίαν της ιδιαιτέρας ημών πατρίδος».

     25. 08/06/1906, Άργος 18

Είδηση ότι έφθασε στο Άργος ο Vollgraff και ξανάρχισε ανασκαφές στην Ασπίδα.

     26. 18/06/1906, Άργος 19

Μικρό άρθρο για την άφιξη του Vollgraff και την επανέναρξη των ανασκαφών στη Λάρισα. Τον Vollgraff συνόδευαν ο Ολλανδός μηχανικός Van Der Pluijm και ο επίσης Ολλανδός διδάκτορας της φιλολογίας Leopold. Μνεία ευρημάτων.

     27. 29/06/1906, Άργος 20

Πληροφόρηση ότι συνεχίζονται οι ανασκαφές στη Λάρισα, αλλά και ότι «ουδέν άλλο άξιον λόγου ανευρέθη».

     28. 02/11/1906, Άργος 31

Δημοσιεύεται το εξής σημαντικό σχόλιο: «Κατά τας τελευταίας επί της ακροπόλεως Λαρίσης γενομένας υπό του Ολλανδού αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ ανασκαφάς τα εξαχθέντα χώματα ερρίφθησαν επί των λιθίνων του φρουρίου επάλξεων και εκεί εγκατελήφθησαν. Τούτο υπό αρχαιολογικήν άποψιν είνε άτοπον, διότι το χώμα καταστρέφει την στιλπνότητα του λίθου και καθιστά δυσδιάκριτον την αρχαιολογικήν του αξίαν. Το αυτό είχε συμβή και κατά τας ενεργηθείσας υπό του Σλήμαν εν Μυκήναις ανασκαφάς, εφρόντισαν όμως οι αρμόδιοι εγκαίρως να διορθώσουν το κακόν».

     29. 1910, Αργολικόν Ημερολόγιον

 Σε αυτό το σημαντικότατο επίτευγμα εκδοτικό με καλή βιβλιοδεσία, όπου συγκεντρώθηκε η εργασία όλων των αργείων λογίων της εποχής, στο Άργος και στην Αθήνα, δημοσιεύθηκε πεντασέλιδο άρθρο του Γεωργίου Η. Σιμιτζόπουλου, με ημερομηνία 09/11/1909 και υπό τον τίτλο «Ανασκαφαί εν Αργεί υπό W. Vollgraff». Στο άρθρο υπάρχουν εκτιμήσεις για τη σημασία των ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff, αναφορές στα κυριότερα από αυτά, όπως και σε δημοσιεύματατα του Vollgraff.

     30. 15/04/1911, Άργος 120

Δημοσιεύεται η πληροφορία ότι ο Vollgraff «εξέδωκεν εις διάφορα φυλλάδια πραγματείαν επί των παρ’ αυτού ευρεθέντων τάφων και άλλων διαφόρων μνημείων. Δεν έπρεπε, όμως, να αποστείλη και προς τον Δήμον Άργους από εν τουλάχιστον φυλλάδιον της μελέτης του ταύτης; Εντελώς αδικαιολόγητος ο κ. W. Vollgraff  διά την παράλειψίν του ταύτην».

     31. 20/04/1912 Άργος 167

Δημοσιεύεται η είδηση ότι επανήλθε στο Άργος ο Vollgraff, καθηγητής πλέον ολλανδικού πανεπιστημίου, για να συνεχίσει τις ανασκαφές.

      32. 27/04/1912, Άργος 168

Μονόστηλο άρθρο με την πληροφορία ότι ο Vollgraff άρχισε ανασκαφές στη θέση Αλώνια Παναγίας, στο δρόμο Άργους – Τρίπολης και ανακάλυψε «μεγαλοπρεπέστατον ναόν του Ασκληπιού». Δίδεται και η πληροφορία ότι τέτοιες ανασκαφές ενεργήθηκαν και προ πολλών ετών από τον Δήμο, επί δημάρχου Παπαλεξόπουλου, και τις παρακολούθησε ο έφορος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Σταματέλος, αλλ’ ότι η μικρή πίστωση που είχε δοθεί από τον Δήμο εξαντλήθηκε και οι ανασκαφές διακόπηκαν, δίχως ευρήματα. Οι ανασκαφές προκαλούν το ενδιαφέρον των Αργείων, «μεταβαινόντων καθ’ εκάστην επί του τόπου ένθα ενεργούνται και παρακολουθούντων αυτάς». Στη συνέχεια αντιγράφονται τα αναφερόμενα για τον Ασκληπιό στο Αρχαίο Λεξικό του Βυζαντίου.

      33. 05/05/1912, Άργος 169

Δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Vollgraff ανακάλυψε το βάθρο μεγάλου αγάλματος στη μέση του ανασκαπτόμενου ναού και ότι εκφράζει την ιδέα ότι, τελικά, δεν πρόκειται για ναό του Ασκληπιού, αλλά πιθανόν κάποιας θεάς.

      34. 16/05/1912, Άργος 171

Συνέχεια των ανασκαφών στο ίδιο σημείο και εύρεση μεγάλης επιγραφής, η οποία αντιγράφεται και δημοσιεύεται στην εφημερίδα, ενώ δημοσιεύονται και τα προσωρινά συμπεράσματα του Vollgraff.

      35. 26/05/1912, Άργος 172

Είδηση ότι ανακαλύφθηκε δεύτερο αμφιθέατρο κάτω από το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου (το ελληνορωμαϊκό ωδείο), μαζί με δάπεδο ψηφιδωτό. Η εφημερίδα και κάτοικοι εκφράζουν τη γνώμη ότι πρόκειται για αμφιθέατρο αρχαιότερο του αρχαίου θεάτρου και ότι πολιτισμός στο Άργος ξεκίνησε πολύ νωρίς.

      36. 08/06/1912, Άργος 174

Λεπτομερείς αναφορές για τη συνέχιση των ανασκαφών στο μικρό αμφιθέατρο, αλλά και στον χώρο της αρχαίας αγοράς, όπου ο Vollgraff έφερε σε φως και άλλους κίονες, νότια από αυτούς πλακόστρωτο και τμήματα αγγείων και αγαλμάτων.

      37. 28/06/1912, Άργος 177

 Σύντομη είδηση για το ότι ο Vollgraff διέκοψε τις ανασκαφές για την αρχαία αγορά και ότι θα τις επαναλάβει την προσεχή άνοιξη.

 

Με αυτά τα 37 άρθρα, ορισμένα από τα οποία αναδημοσιεύονται αυτούσια, σταματά η αρθρογραφία και ειδησεογραφία του τοπικού Τύπου του Άργους για τον Vollgraff, αφού οι επελθόντες πόλεμοι και η μικρασιατική καταστροφή σταματούν τις ανασκαφές, αλλά και διακόπτουν την έκδοση εφημερίδων στην πόλη, για περισσότερο από μία δεκαετία. Ελάχιστα εφήμερα φύλλα εκδόθηκαν λίγο πριν το 1920 και πριν το τέλος της δεκαετίας του 1920. Το 1928 ο Vollgraff ξαναρχίζει τις ανασκαφές του, ο Βαρδουνιώτης έχει πεθάνει το 1924, νέες εφημερίδες κάποιας διάρκειας αρχίζουν να εκδίδονται. Σε μία από αυτές δημοσιεύονται, για πρώτη φορά, συνεντεύξεις του ίδιου του Vollgraff, τις οποίες και αναπαράγουμε αυτούσιες στο παράρτημα II, συνεχίζοντας και κλείνοντας πριν από αυτό τη συνολική απαρίθμηση και τις αναφορές στον τοπικό Τύπο.

 

      38. 10/06/1928, Αγροτική Αργολίς 84, έτος Β’

Στις σελ. 3- 4 δημοσιεύεται η πρώτη συνέντευξη του Vollgraff.

      39. 17/06/1928, Παναργειακή 83

Μονόστηλο υπό τον τίτλο «Αρχαιολογικοί ανασκαφαί» και με την υπογραφή «Μυκηναίος» αναφέρεται στις νέες ανασκαφές του Vollgraff και στη μεγάλη σημασία τους για την πόλη, εκφράζοντας τη γνώμη ότι όλα τα ευρήματα, και των προηγουμένων ανασκαφών, θα πρέπει να τοποθετηθούν στο μουσείο του Άργους. Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύεται και η είδηση ότι, για τις ανασκαφές στη Λάρισα, ο Vollgraff διπλασίασε τον αριθμό των εργατών αλλά ότι «δεν περιμένομεν ευρήματα αξίας […] και αν ευρεθώσιν δεν θα είναι μεγάλης αξίας».

      40. 24/06/1928, Αγροτική Αργολίς 86

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκε σημαντική επιγραφή με τις λέξεις «ο ναός τας Αθηναίας τας πολιάδος», απόδειξη για την ύπαρξη εκεί ναού της Αθηνάς, τον οποίο ο Vollgraff χρονολογεί στον 6° αι. π.Χ., όπως και στην αρχαία αγορά, όπου εκτελούνται εργασίες καθαρισμού και ανακαλύπτεται υδραγωγείο της ρωμαϊκής εποχής, που συγκέντρωνε τα νερά από τους λόφους και από τον ποταμό Κηφισσό.

      41. 01/07/1928, Παναργειακή 84

Αναβάλλεται η παρουσίαση των ανασκαφών για το επόμενο φύλλο της.

      42. 15/07/1928, Παναργειακή 85

Μεγάλο μονόστηλο για τον ανασκαφικό χώρο της Λάρισας και τις ανασκαφές στην αγορά.

      43. 22/07/1928, Αγροτική Αργολίς 90

Μονόστηλο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκαν κυρίως συντρίμματα κιόνων, βάσεων κλπ., αλλά και πλάκες με διακοσμήσεις των βυζαντινών χρόνων (της ταυτισμένης, πλέον, εκκλησίας της Θεοτόκου, βλ. υποσημ. 1). Δημοσιεύεται και η πληροφορία ότι έφθασε στο Άργος και ο βοηθός του Vollgraff Damste.

      44. 29/07/1928, Παναργειακή 86

Ειδησάριο ότι δεν βρέθηκε πλέον στη Λάρισα κάτι το αξιόλογο, αλλά και ότι ο Vollgraff δήλωσε ότι οι ανασκαφές θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.

      45. 12/08/1928, Αγροτική Αργολίς 93

Ειδησάριο για τη συνέχιση των ανασκαφών στη Λάρισα και για το ότι απεκαλύφθη κυκλώπειο τείχος της μυκηναϊκής ακρόπολης, μήκους περ. 40 μέτρων και δύο παράλληλα τείχη που αποτελούσαν την είσοδό της. Επίσης, ότι όσο οι ανασκαφές προχωρούν σε βάθος, βρίσκονται περισσότερα θραύσματα αγγείων της μυκηναϊκής εποχής.

      46. 09/09/1928, Παναργειακή 89

Πρωτοσέλιδο δίστηλο άρθρο για τις ανασκαφές του έτους εκείνου, με την επισήμανση ότι το 1905 έφυγαν προς Αθήνα τέσσερα μεγάλα κιβώτια με ευρήματα, για τα οποία κανένας δεν ξέρει τίποτε, ενώ εκφράζεται κριτική προς τον Vollgraff μόνο για το ότι δεν κατέλιπε καμία έκθεση για τις δύο προηγούμενες ανασκαφές του, μάλιστα για το ότι απέφυγε στο ίδιο το Άργος να ανακοινώσει επίσημα τα πορίσματά του, για τα οποία έδινε διαλέξεις στην Ολλανδία και αλλού.

      47. 30/09/1928, Παναργειακή 90

Επισημαίνεται ότι εκεί όπου ενήργησε ανασκαφές ο Vollgraff κοντά στην αρχαία αγορά, «χαίνει βαθύτατον βάραθρον», εξαιρετικά επικίνδυνο για τους διερχομένους πεζούς και οχήματα, και ζητείται να ληφθούν επειγόντως μέτρα.

     48. 08/06/1930, Αγροτική Αργολίς 185

Πρωτοσέλιδο μικρό άρθρο με την είδηση ότι έφθασε ο Vollgraff στο Άργος για να ξαναρχίσει τις ανασκαφές στη Λάρισα και την αρχαία αγορά. Αν επαρκέσει χρόνος, θα συνεχίσει και νοτιότερα της Κοίμησης της Θεοτόκου, για να βρει το αρχαίο τείχος του Άργους. «Ενδιαφέρεται περισσότερον διά ιστοριολογικάς μελέτας παρά διά αρχαιολογικής αξίας ευρήματα».

      49. 06/07/1930, Αγροτική Αργολίς 189

Μικρές ειδήσεις για τις ανασκαφές, που άρχισαν πριν ένα μήνα, συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς και σε αυτές εργάζονται «δεκάδες ολόκληροι ειδικών επί τας ανασκαφάς εργατών», στο κτήμα των αδελφών Γκάγκα και κοντά στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου. Έχουν βρεθεί αγαλμάτια «αρίστης τέχνης». «Ο κ. Βολγκράφ, όστις με ακαταπόνητον δραστηριότητα εργάζεται όλην ημέραν, ων πανταχού παρών, είνε άξιος ειλικρινούς θαυμασμού».

      50. 20/07/1930, Τελέσιλλα 35

Πρωτοσέλιδο, τρίστηλο σχεδόν άρθρο του Κ. Ολύμπιου («Όλυμπου») για τις ανασκαφές στο Άργος, που αρχίζει με τη διαπίστωση ότι ο Vollgraff είναι ο μοναδικός αρχαιολόγος φίλος του Άργους, αφού όλοι οι άλλοι το αγνόησαν. Εκφράζεται λύπη διότι ο Vollgraff δεν θα ανασκάψει όλο τον χώρο του αρχαίου θεάτρου, που κανονικά θα έπρεπε να αναστηλωθεί και να χρησιμοποιηθεί και πάλι για παραστάσεις.

       51. 07/09/1930, Αγροτική Αργολίς 196

Σημαντικότατο πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff, με βιογραφικά στοιχεία του και με συνέντευξή του, όπου και πολλά στοιχεία με τεχνικές λεπτομέρειες των ανασκαφών.

       52. 14/09/1930 Αγροτική Αργολίς 197

Συνέχεια της συνέντευξης του Vollgraff, ο οποίος καταλήγει με το ότι θα ξαναγυρίσει για να συνεχίσει τις ανασκαφές του, αλλ’ ότι αγνοεί το πότε, διότι αναλαμβάνει από εκείνο το ακαδημαϊκό έτος τα καθήκοντα του πρύτανη στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης.

Εντοπίσαμε 52 άρθρα του τοπικού Τύπου για τις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος, από τα σωζόμενα στις βιβλιοθήκες της Αθήνας και του τοπικού Δαναού φύλλα εφημερίδων. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι ο Τύπος του Άργους στήριξε τις ανασκαφές και τις εργασίες του, εκτίμησε ότι πρόσδιδαν στην πόλη αίγλη και σημασία, τις πρόβαλε κατάλληλα, αλλά έκανε και κριτική, τελικά εκεί όπου χρειαζόταν. Με τα σημερινά κριτήρια θεωρούμε ως απολύτως ευθύβολες τις παρατηρήσεις για την μεταφορά αρχαιοτήτων δίχως πληροφόρηση, για την οριστική απομάκρυνσή τους από το Άργος και για την αμεριμνησία του ίδιου του Vollgraff και των Αρχών ως προς την κατάσταση των αρχαιολογικών σκαμμάτων και μπάζων. Η μνήμη του Vollgraff διατηρήθηκε και σε φύλλα ακόμα και της δεκαετίας του 1980, δίχως πια συγκεκριμένες αναφορές, αλλά ως σχεδόν μυθικό όνομα, που συνέβαλε στην εκ νέου ανάδειξη της σημασίας του αρχαίου Άργους.

 

Παράρτημα IΙ

 Τοπικός Τύπος

 

06/07/1902, Ίναχος 9-10.
Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.
Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 10-6-1928.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 14-9-1930.

 

Δείτε εδώ όλα τα υπόλοιπα άρθρα του τοπικού τύπου: Οι ανασκαφές στον τοπικό τύπο.

 

Παράρτημα IΙΙ

 Φωτογραφίες

 

Πανοραμική άποψη της πόλης κατά τις πρώτες ανασκαφές (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], πίν. VII, με την υπόμνηση «αγωγός βρόχινων υδάτων στην Ασπίδα»). Η φωτογραφία θα πρέπει να έχει ληφθεί το 1902 ή το 1904. Δεξιά και στο πάνω μέρος μία εντελώς «ανέκδοτη» άποψη των Στρατώνων Καποδίστρια, με την βόρεια πτέρυγά τους, αριστερά τους η οικία Καλλέργη (σημερινό μουσείο Άργους) και μεταξύ τους ολόκληρη σειρά κυπαρισσιών, από τα οποία διασώθηκε μόνον ένα. Πέρα από αυτά, κήποι, δεντροστοιχία και χωράφια.

Κατ’ αντίθετη φορά, άποψη του γυμνού λόφου της Ασπίδας, με το εκκλησάκι του Άη-λιά στην κορυφή (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], σ. 10, εικ. 4, και με την υπόμνηση «συνολική άποψη του τόπου των ανασκαφών».

Άποψη του Άργους κατά τη δεύτερη περίοδο των ανασκαφών του W. Vollgraff, σε ταχυδρομικό δελτιάριο έκδοσης Διβρή-Μαργαρίτη, υποθέτω του 1933-34. Η δόμηση έχει πυκνώσει ιδιαίτερα από την άλλη πλευρά της οδού Δαναού, έχει ήδη κτισθεί (1912) το μέγαρο Κωνσταντόπουλου και φαίνεται καθαρά το οικόπεδο όπου κτίσθηκε το συγκρότημα γυμνασίων (δωρεά Μπουσουλόπουλου).

 

Η Υφυπουργός Πανεπιστημίων της Γαλλίας Alice Saunier-Seïté, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα Ph. Rebeyrol, ο Γεν. Γραμματέας της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert, και ο G. Touchais, ο τότε βιβλιοθηκάριος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, στο προαύλιο των Στρατώνων Καποδίστρια, στις 11-11-1980, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. του Κων. Καραμανλή, με το οποίο χαρακτηρίστηκαν και πάλι διατηρητέοι, και τέσσερεις μέρες πριν δοθεί σχετικά μεγάλη δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της 13-11-1980 και η επίσκεψη είχε σαφώς σημαντική συμβολική σημασία. Το προαύλιο των Στρατώνων είχε μετατραπεί από τον Δήμαρχο Άργους σε ελεύθερο πάρκιν, με στόχο την υποβάθμιση του κτιρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. για παράδειγμα την κριτική του Χαρ. ΜΠΟΥΡΑ, «L’ église de la Théotokos de la citadelle d’Argos», BCH 111(1987), σ. 455, για τις «ριζικές» ανασκαφές του W. Vollgraff στο λόφο της Λάρισας.

[2] Για την ιστορία του «Καλλεργείου», βλ. τρία άρθρα μας στο Αρχαιολογία 36 (Σεπτ. 1990), 3 8 (Μαρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000), όπου και στοιχεία για την αρχική μορφή του κτιρίου και για τις επεμβάσεις που επέλεξε και, τελικά, εκτέλεσε ο Υ. Fomine, αλλά και για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το κτίριο πριν από τις εργασίες ανακαίνισής του. Γ ια την ίδρυση του μουσείου, βλ. σχετική μελέτη μου στον τόμο της «Αρχειακής Γης» του 2012.

[3] Για την ιστορία και την εξέλιξη αυτού του κτιρίου, βλ. σχετική μελέτη μας στο Αρχαιολογία 47 (Ιούν. 1993) και 48 (Σεπτ. 1993).

[4] Μ. SÈVE, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, SitMon 12 (1993).

 

* Βάση του παρόντος άρθρου, είναι εισήγηση που ο γράφων είχε κάμει στη Θεσσαλονίκη (18.03.1994), στα πλαίσια της έκθεσης «Το Άργος και οι Γάλλοι, δύο αιώνες φιλίας». Με τον Roland Etienne, τότε διευθυντή της ΓΣΑ, που ανέπτυξε ειδικό αρχαιολογικό θέμα, είχαμε κληθεί να μιλήσουμε από τον Τομέα Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Γαλλικό Ινστιτούτο της πόλης.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Ομιλία στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» με θέμα: «Αρχαία Μεσσήνη: Πριν και μετά»


 

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν.

Ο καθηγητής Κλασικής Αρχαιολογίας Πέτρος Θέμελης. Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν.

O Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016 και ώρα 8 μ.μ. στο Βουλευτικό Ναυπλίου, θα μιλήσει, ο Αρχαιολόγος Δρ Πέτρος Θέμελης με θέμα: «Αρχαία Μεσσήνη: Πριν και μετά».

Ο Πέτρος Θέμελης δεν χρειάζεται ιδιαίτερων συστάσεων. Παγκόσμια η φήμη του και σημαντικό το ανασκαφικό, επιστημονικό και συγγραφικό του έργο. Το 2005 τιμήθηκε από τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας με τον χρυσό Ταξιάρχη του Τάγματος του Φοίνικος.

Το Τμήμα Ιστορίας, Αρχαιολογίας και Διαχείρισης Πολιτιστικών Αγαθών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου, τον ανακήρυξε επίτιμο καθηγητή του, σε μια λαμπρή εκδήλωση στις 10 Μαΐου 2016.

 

Πέτρος Θέμελης

 

Ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές του στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο του Πειραματικού Σχολείου του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης. Πήρε πτυχίο Ιστορίας και Αρχαιολογίας από τη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Θεσσαλονίκης το 1959 και σε συνέχεια διδακτορικό δίπλωμα από το Πανεπιστήμιο του Mονάχου της Γερμανίας το 1972 με θέμα «Fruhgriechische Grabbauten», το οποίο τυπώθηκε στο Mainz το 1976.

Tο 1962 προσελήφθη ως επιστημονικός βοηθός στην Aρχαιολογική Yπηρεσία του Nομού Θεσσαλονίκης και έλαβε μέρος σε ανασκαφές στη Δυτική Mακεδονία, κυρίως στην Πέλλα και το ανάκτορο της Bεργίνας υπό τη διεύθυνση του Xαράλαμπου Mακαρόνα, του Φώτιου Πέτσα και του Mανόλη Aνδρόνικου.

Mεταξύ των ετών 1963 και 1980 υπηρέτησε ως Eπιμελητής και Έφορος Aρχαιοτήτων στις Aρχαιολογικές Περιφέρειες Hλείας-Mεσσηνίας, Aττικής, Eύβοιας, Φωκίδος-Λοκρίδος και Aτωλοακαρνανίας, ενώ από το 1977 έως το 1980 διετέλεσε Διευθυντής του Aρχαιολογικού Mουσείου των Δελφών. Πραγματοποίησε ανασκαφικές έρευνες σε όλες τις παραπάνω περιοχές όπου υπηρέτησε ως αρχαιολόγος.

Aπό το 1980 ώς το 1984 ήταν Προϊστάμενος της νεοσύστατης Eφορείας Παλαιοναθρωπολογίας και Σπηλαιολογίας, ενώ το 1984 εκλέχθηκε καθηγητής Kλασικής Aρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο της Kρήτης στο Pέθυμνο, όπου εργάστηκε μέχρι το 2003, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε.

Eίναι μέλος επιστημονικών Eταιρειών, Aρχαιολογικών Iνστιτούτων και Eπιτροπών (της Aρχαιολογικής Eταιρείας, της Eταιρείας Eυβοϊκών Mελετών, του Γερμανικού Aρχαιολογικού Iνστιτούτου, του Aυστριακού Aρχαιολογικού Iνστιτούτου, της Eυρωπαϊκής Eταιρείας Eπιστημών και Tεχνών, της Eπιτροπής Συντήρησης Mνημείων Aκροπόλεως, του ICOM και του ICOMOS) και πρόεδρος της Eταιρείας Mεσσηνιακών Aρχαιολογικών Σπουδών, και έχει τύχει τιμητικών διακρίσεων. Kατά το χρονικό διάστημα 1987-1989 διετέλεσε Aντιπρύτανης Aκαδημαϊκών Yποθέσεων του Πανεπιστημίου της Kρήτης και πρόεδρος της Eπιτροπής Eρευνών του EΛKE.

Aπό το 1985 έως το 2003 διηύθηνε την ανασκαφή του Πανεπιστημίου Kρήτης (Tομέας Aρχαιολογίας και Iστορίας της Tέχνης) στον Τομέα Ι της Aρχαίας Eλεύθερνας της Eπαρχίας Mυλοποτάμου Kρήτης, ενώ από το 1986 διευθύνει την ανασκαφή της Aρχαιολογικής Eταιρείας στην αρχαία Mεσσήνη, καθώς και το αναστηλωτικό έργο του Yπουργείου Πολιτισμού στον ίδιο αρχαιολογικό χώρο.

Read Full Post »

Το Αργειακό εργαστήριο κεραμικής, κατά την Πρωτογεωμετρική και Γεωμετρική περίοδο – Δημήτριος Αθ. Κούσουλας, Αρχαιολόγος


 

 

Α Εισαγωγή: Η παρούσα μελέτη αποσκοπεί σε μία συνοπτική θεώρηση των κυρίων χαρακτηριστικών του Πρωτογεωμετρικού (ΠΓ) και γεωμετρικού αργειακού εργαστηρίου [1] κεραμικής. Η διαμόρφωση ενός ιδιάζοντος κεραμικού ρυθμού στο Άργος και τις όμορες περιοχές, κατ’ αυτήν την περίοδο, βασίζεται στην μειξογενή απόδοση εγχωρίων και εισηγμένων στοιχείων. H αργειακή ΠΓ και Γεωμετρική παράδοση, τόσο στην αγγειοπλαστική όσο και στην αγγειογραφία, έχει τις ρίζες της στην αντίστοιχη της Μυκηναϊκής (ΥΕ) και Υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Α.1 Μυκηναϊκός πολιτισμός: Ο πρώτος, βεβαιωμένα ελληνικός πολιτισμός θεωρείται ότι είναι ο Μυκηναϊκός, ο οποίος εμφανίζεται μετά το τέλος της ΜΕ περιόδου (γύρω στο 1650 π. Χ) [2]. Ο Μυκηναϊκός πολιτισμός οφείλει την ονομασία του στο σημαντικότερο κέντρο της περιόδου, τις Μυκήνες στην Αργολίδα. Εκτείνεται χρονολογικά κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, δηλ. μεταξύ 1650 και 1120 π. Χ. Η περίοδος αυτή καλείται Υστεροελλαδική (ΥΕ), στην ηπειρωτική Ελλάδα. Γι’αυτόν τον λόγο, ο όρος «μυκηναϊκή περίοδος» χρησιμοποιείται συχνά έναντι του ορθοτέρου ΥΕ.

 

Κατ’ αντιστοιχία με τον Μινωικό πολιτισμό [3], ο Μυκηναϊκός εξαπλώθηκε συνεπεία του κεντρικού συστήματος διακυβερνήσεως, καθώς ο διοικητικός και οικονομικός έλεγχος ασκείται από το ανάκτορο, την έδρα του τοπικού ηγεμόνα (ἄνακτος) [4]. Οι ανασκαφικές έρευνες κατέδειξαν ότι τα σπουδαιότερα ΥΕ ανακτορικά κέντρα βρίσκονταν στις Μυκήνες, την Πύλο (εικ. 1), την Τίρυνθα, την Ασίνη και τον Ορχομενό (εικ. 2), ενώ σημαντικές εγκαταστάσεις των ΥΕ χρόνων έχουν βρεθεί σε ολόκληρο τον αιγαιακό χώρο (εικ. 3). Την ύπαρξη διοικητικής οργάνωσης στα μυκηναϊκά ανάκτορα επιβεβαιώνουν τα αρχεία πινακίδων Γραμμικής Β΄, που αφορούν κυρίως οικονομικούς καταλόγους και καταγραφή εμπορευμάτων [5]. Τα εκτενέστερα αρχεία βρέθηκαν στην Κνωσσό και την Πύλο.

 

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

Εικ.1: Ζωγραφική αναπαράσταση της αίθουσας του θρόνου, στο ανάκτορο της Πύλου (κατά: Kruse 1999, 69 εικ. 5).

 

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο (κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

Εικ. 2: Χάρτης με τις μυκηναϊκές θέσεις στην ΒΑ. Πελοπόννησο
(κατά: Eder 1998, 26 εικ. 3).

 

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe  2008, 59).

Εικ. 3: Χάρτης με τις κύριες ΥΕ θέσεις στον Αιγαιακό χώρο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 59).

 

Χρυσή Προσωπίδα "του Αγαμέμνονα"

Χρυσή Προσωπίδα «του Αγαμέμνονα»

Ιστορικά, η εξάπλωση των Μυκηναίων [6] οφείλεται στην παρακμή του γειτνιάζοντος μινωϊκού κράτους, προς τα τέλη της Νεοανακτορικής περιόδου (1700-1400 π. Χ.) και στην υπηρεσία των στην μακρινή Αίγυπτο ως μισθοφόρων [7]. Γύρω στο 1400 π.Χ., η περίφημη μινωϊκή θαλασσοκρατία καταρρέει, καθώς τα μινωϊκά ανάκτορα καταστρέφονται λόγω της εκρήξεως του ηφαιστείου της Θήρας (Σαντορίνη) [8]. Οι Μυκηναίοι άδραξαν την ευκαιρία και εγκαταστάθηκαν στην Κρήτη, αναπτύσσοντας επαφές με την Αίγυπτο. Από την Αίγυπτο, εισήγαγαν πιθανώς τον χρυσό που βρέθηκε στον Ταφικό Κύκλο Α΄ των Μυκηνών (εικ. 4), ενώ εξήγαγαν, ως μεταπρατικό αγαθό, τάλαντα χαλκού (26.2 χγμ.), την αρχαιότερη, γνωστή σταθερή μονάδα οικονομικών συναλλαγών, στον Αιγαιακό χώρο (εικ. 5). Η εκμετάλλευση των μεταλλοφόρων κοιτασμάτων χαλκού συνέβαλε στην κατασκευή κραταιών μεταλλίνων όπλων, χάρη στα οποία οι Μυκηναίοι εξαπλώθηκαν στον Μεσογειακό χώρο.

 

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ.  (κατά: Pulak - Slotta - Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

Εικ. 5: Παράσταση του Αμένοφι Β΄, από τον ναό του Karnak στην Αίγυπτο. Εικονίζεται ο Αιγύπτιος Φαραώ να βάλλει με τόξο εναντίον ταλάντου Μυκηναϊκού τύπου ΙΙ. Χρονολόγηση: 1427-1401 π. Χ. (κατά: Pulak – Slotta – Yalcin 2005, 135 εικ. 3).

 

Ο θαυμασμός που προκαλεί η Μυκηναϊκή περίοδος στους συγχρόνους μελετητές έγκειται όχι μόνο στην αυστηρά δομημένη διοικητική διάρθρωση όσο και στα καλλιτεχνικά επιτεύγματα του. Η επιβλητική αρχιτεκτονική συνυπάρχει χρονολογικά με τοιχογραφίες και κεραμική εξόχου τέχνης. Στην αγγειογραφία της ΥΕ ΙΙΙ περιόδου, κυριαρχεί ο λεγόμενος εικονιστικός ρυθμός (Pictorial Style), ο οποίος χαρακτηρίζεται από την φυσιοκρατική απεικόνιση ανθρωπίνων κυρίως και ζωϊκών μορφών [9]. Χαρακτηριστικό δείγμα του ΥΕ εικονιστικού ρυθμού είναι ο λεγόμενος «Κρατήρας των Πολεμιστών» (εικ. 6), που απόκειται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών (αρ. ευρ. Π 1426). Στην κοιλιά του αγγείου, αποδίδεται εφόρμηση οπλιτών προς τα δεξιά. Μία αντίστοιχη στρατιωτική εφόρμηση περιγράφει ο Όμηρος, στην ραψωδία Δ της Ιλιάδας [10]:

 

«ὣς τότ’ ἐπασσύτεραι Δαναῶν κίνυντο φάλαγγες
νωλεμέως πόλεμον δέ· κέλευε δὲ οἷσιν ἕκαστος
ἡγεμόνων· οἳ δ’ ἄλλοι ἀκὴν ἴσαν, οὐδέ κε φαίης
τόσσον λαὸν ἕπεσθαι ἔχοντ’ ἐν στήθεσιν αὐδήν,      
σιγῇ δειδιότες σημάντορας· ἀμφὶ δὲ πᾶσι
τεύχεα ποικίλ’ ἔλαμπε, τὰ εἱμένοι ἐστιχόωντο.…»

Μτφρ. (Νικ. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή):

«Όμοια κι οι φάλαγγες οι αργίτικες απανωτές τραβούσαν

δίχως σωμό στη μάχη· στο ασκέρι το δικό του

κάθε ρηγάρχης· οι άλλοι αμίλητοι τραβούσαν (τόσα πλήθη

πως ακλουθούν ποτέ δε θα’λεγες κι έχουν φωνή στο στήθος)

βουβοί, από φόβο στους ρηγάρχες τους μπροστά· κι ολόγυρα τους

οι πλουμιστές αρμάτες έλαμπαν, που ως όδευαν φορούσαν….»

 

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos - Hirmer 1959 πίν. 233).

Εικ. 6: Ο λεγόμενος Κρατήρας των Πολεμιστών, από τις Μυκήνες. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Αρ. ευρ. Π 1426. Τέλη ΥΕ ΙΙΙΒ (γύρω στο 1200 π. Χ.). (κατά: Marinatos – Hirmer 1959 πίν. 233).

 

A.2 Υπομυκηναϊκή περίοδος: Η πτώση του Μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, κατά την ΥΕΙΙΙΓ ύστερη φάση (1150-1120 π. Χ.), συνοδεύτηκε από παρακμή των καλών τεχνών. Ο αγγειογραφικός ρυθμός της ΥΕΙΙΙΓ, γνωστός ως «Ρυθμός του Σιτοβολώνος [11]», διακόπτεται απότομα και αντικαθίσταται από την ταπεινή καλλιτεχνικά, υπομυκηναϊκή κεραμική. Κύρια χαρακτηριστικά της είναι τα μη ισόρροπα σχήματα, η λιτότητα και προχειρότητα της διακόσμησης και η κακής ποιότητας βαφή, ενώ τα επιμέρους τμήματα του αγγείου δεν διαρθρώνονται τεκτονικά (εικ. 7). Tα σχήματα αγγείων που επικρατούν, κατά την υπομυκηναίκή περίοδο, είναι ο ψευδόστομος αμφορίσκος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), η λήκυθος, ο σκύφος, ο κρατήρας, η οινοχόη και η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο (εικ. 8).

 

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

Εικ. 7: Επιγάστριος αμφορέας υπομυκηναϊκών χρόνων, από τον Κεραμεικό. (κατά: Mountjoy 1994, 204 εικ. 259).

 

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο (κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

Εικ. 8: Σχηματολόγιο αγγείων, κατά την ΥΕΙΙΙΓ και την υπομυκηναϊκή περίοδο
(κατά: Badisches Landesmuseum Karlsruhe 2008, 212).

 

H ύπαρξη ενός ενιαίου υπομυκηναϊκού ρυθμού, στην παράδοση του αντιστοίχου της ΥΕ ΙΙΙΓ, αμφισβητείται, καθώς τα στρωματογραφημένα σύνολα διαφοροποιούνται ανά θέση. Στον Κεραμεικό, η κεραμική ακολουθία των υπομυκηναϊκών χρόνων επιβεβαιώνεται μέσα από τα ευρήματα των τάφων. Σημαντικά κέντρα παραγωγής υπομυκηναϊκών αγγείων εντοπίζονται στον Κεραμεικό, την Εύβοια και την Αργολίδα. Στο Άργος, ο εγχώριος υπομυκηναϊκός ρυθμός επιβεβαιώνεται μέσω μιας σειράς κτερισμάτων σε κιβωτιόσχημους τάφους, καθώς και σε ορισμένα ευρήματα από στρωματογραφημένα σύνολα. Την σύντομη χρονικά υπομυκηναϊκή περίοδο διαδέχονται οι Πρωτογεωμετρικοί χρόνοι, με μία ακμάζουσα κεραμική παράδοση που αναγνωρίζεται σε διάφορες θέσεις.

 

Β. Γεωμετρικοί Χρόνοι: Ο όρος «γεωμετρικός» χαρακτηρίζει την τέχνη των πρώιμων ιστορικών χρόνων, που ακολουθούν την κατάρρευση του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος. Καθιερώθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Alexander Conze το 1870, λόγω της χρήσης γεωμετρικών μοτίβων στην διακόσμηση των αγγείων της περιόδου. Το κύριο χαρακτηριστικό των γεωμετρικών αγγείων, εκτός από την διακόσμηση με γεωμετρικά κοσμήματα, είναι η χρήση ταχύστροφου τροχού, το συμμετρικό σχήμα και η τεκτονική δομή των τμημάτων του αγγείου (βάση, πόδι, κοιλιά, ώμοι, σώμα, χείλος). Αυτό το χαρακτηριστικό γίνεται ιδιαιτέρως αντιληπτό, εάν συγκριθεί ένα γεωμετρικό αγγείο με ένα υπομυκηναϊκό (1150-1050/1020 π. Χ.), του ιδίου σχήματος (εικ. 9).

 

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Εικ. 9: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (Κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Οι Γεωμετρικοί χρόνοι έχουν χαρακτηριστεί ως «Σκοτεινοί Αιώνες» (Dark Ages), από τους Vincent R. d’ A. Desborough και Αnthony Snodgrass. Εν τούτοις, ο πλούτος των ευρημάτων της περιόδου, σε συνδυασμό με την ακμή του εξαγωγικού εμπορίου και προπάντων την σύνθεση των εναργεστέρων έργων της επικής ποιήσεως, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, προς το τέλος της περιόδου, αποδεικνύουν την αστοχία του χαρακτηρισμού. Παρόλο που ο όρος «Γεωμετρικός» χρησιμοποιείται γενικευμένως για την ελληνική τέχνη μεταξύ 1050/1020 και 700/680 π.Χ., η περίοδος υποδιαιρείται σε ορισμένες εξελικτικές φάσεις (πίν. Ι), οι οποίες έχουν ιδιαίτερα γνωρίσματα. Τα ιδιαίτερα γνωρίσματα κάθε φάσεως αναλύω κατωτέρω. Οφείλω να επισημάνω ότι τα ως ανωτέρω χρονολογικά πλαίσια αφορούν το αττικό εργαστήριο, που είναι το καλλίτερα μελετημένο.

 

Β.1 Το αργειακό εργαστήριο κεραμικής των πρωίμων ιστορικών χρόνων: Ο αργειακός ΠΓ και Γεωμετρικός ρυθμός αναγνωρίζεται σε ευρήματα τόσο από την πόλη του Άργους, όσο και από τις όμορες θέσεις της Ασίνης, Τίρυνθας και Μυκηνών. Ωστόσο, θεωρείται πως το κέντρο της καλλιτεχνικής έμπνευσης του βρισκόταν στο Άργος. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι επαφές με την Αττική έπαιξαν σπουδαίο ρόλο στην διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στο Άργος, όπως γίνεται αντιληπτό μέσα από την σύγκριση ευρημάτων.

Paul Courbin

Paul Courbin

Η ακμάζουσα καλλιτεχνική παράδοση του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού κεραμικής επιβεβαιώνεται από τα ευρήματα των πρώιμων ιστορικών χρόνων, τα οποία ήλθαν στο φως μέσω των ανασκαφικών ερευνών. Η χρονολόγηση τους βασίζεται αφ’ ενός στον τεχνοτροπικό συσχετισμό με τα αντίστοιχα δεδομένα από την Αθήνα, αφ’ ετέρου στα λιγοστά συνευρήματα αιγυπτιακής προελεύσεως, τα οποία δύνανται να χρονολογηθούν με ασφάλεια. Ο Paul Courbin (εικ. 10) αναφέρει τρείς σκαραβαίους σε γεωμετρικά στρώματα [12] – δύο από το Ηραίο και έναν από την Λάρισσα [13]– καθώς και ένα αγαλμάτιο του θεού Βήσα (ευρεθέν το 1954), για το οποίο, δυστυχώς, οι υπάρχουσες χρονολογικές ενδείξεις είναι ανεπαρκείς. Επομένως, πολύτιμος είναι ο τεχνοτροπικός συσχετισμός της αργειακής γεωμετρικής κεραμικής με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια, όπως το Αττικό, το Ευβοϊκό και το Κορινθιακό. Με βάση την εξελικτική πορεία του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού, σχηματίζεται η ακολουθία των φάσεων (πίν.2), κατ’ αντιστοιχία με καλλίτερα μελετημένα εργαστήρια:

 

ΕΞΕΛΙΚΤΙΚΕΣ ΦΑΣΕΙΣ ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗΣ ΚΕΡΑΜΙΚΗΣ
ΑΘΗΝΑΪΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ         ΑΡΓΕΙΑΚΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ
ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ     ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗ     ΠΕΡΙΟΔΟΙ-ΦΑΣΕΙΣ  
ΠΡΩΤΟΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 1050/1020-900 π. Χ.      
Πρώιμη ΠΓ φάση:           Πρώιμη ΠΓ φάση  
Ώριμη ΠΓ φάση:           Ώριμη ΠΓ φάση  
Ύστερη ΠΓ φάση:           Ύστερη ΠΓ φάση  
ΓΕΩΜΕΤΡΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ:   900-700/680 π. Χ.      
Πρώιμη Γεωμετρική φάση:   900-850 π. Χ. Πρώιμη Γεωμετρική φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση Ι:   850-800 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) Ι φάση
Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) φάση ΙΙ:   800-760 π. Χ. Μέση Γεωμετρική (ΜΓ) ΙΙ φάση
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια:   760-750 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ:   750-735 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιβ
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙα:   735-720 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση Ιια
Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ:   720-700/680 π. Χ. Ύστερη Γεωμετρική (ΥΓ) φάση ΙΙβ

 

 

 

Κύριο χαρακτηριστικό της γεωμετρικής αγγειογραφίας είναι η χρήση κανόνα και διαβήτη με πολλαπλό πινέλο (εικ.11) στην διακόσμηση των αγγείων, εν αντιθέσει με την ελεύθερη απόδοση των γεωμετρικών κοσμημάτων της υπομυκηναϊκής περιόδου.

 

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 11: Χρήση διαβήτη με πολλαπλό πινέλο, στην διακόσμηση Γεωμετρικού αγγείου (Σχέδιο: Δημ. Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Προτού εξεταστούν χαρακτηριστικά ευρήματα από τις ανασκαφικές έρευνες στην Αργολίδα, κρίνεται σκόπιμο να παρουσιαστεί η ιστορία της έρευνας, με επισήμανση στις κυριότερες δημοσιεύσεις που αφορούν τον αργειακό ΠΓ και Γεωμετρικό ρυθμό.

 

Β.2 Ιστορία έρευνας: Οι αρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα κατέδειξαν την ισχυρή παρουσία του γεωμετρικού ρυθμού, στα εργαστήρια της περιοχής. Τα ευρήματα προέρχονται από τις ανασκαφές της οικείας Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και των ξένων αρχαιολογικών αποστολών – Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή, Σουηδικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο. Οι σχετικές μελέτες δημοσιεύτηκαν στις επιστημονικές επετηρίδες των φορέων. Το 1953, η Anne Roes δημοσίευσε το άρθρο Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, στο ΒCH [14]. Ο Γάλλος καθηγητής Αρχαιολογίας Paul Courbin, στον οποίο οφείλεται η πρώτη επέκταση του Αρχαιολογικού Μουσείου Άργους, κατά την δεκαετία του 1950, ανέλαβε την εποπτεία των γαλλικών ανασκαφών στην πόλη και ενδιαφέρθηκε ιδιαιτέρως για τα realia της γεωμετρικής περιόδου. To 1957, μελέτησε έναν γεωμετρικό τάφο του Άργους, στο εκτενές άρθρο του Une Tombe géométrique dArgos [15]. Το 1966, εξέδωσε την δίτομη μελέτη του, La Céramique géométrique de lArgolide. Στο έργο αυτό, παρουσίασε μία συνολική θεώρηση του αργειακού εργαστηρίου, κατά τους ΠΓ και Γεωμετρικούς Χρόνους, με βάση τα ευρήματα κυρίως των Γαλλικών Ανασκαφών. Το αργειακό εργαστήριο εξετάζει συνοπτικά και ο καθηγητής Αρχαιολογίας (University College London) Nicolas Coldstream στην μονογραφία του, Greek Geometric Pottery. A Survey on Ten Local Styles and their Chronology (1968). 6 χρόνια αργότερα, ο Courbin παρουσίασε τα ευρήματα της γεωμετρικής περιόδου από τους τάφους του Άργους, στο Tombes géométriques d’Argos I (1952-1958). Η μελέτη δημοσιεύθηκε στην σειρά Études Peloponnesiennes, στον τόμο 7.

 

Το 1987, η Άλκηστη Παπαδημητρίου υποστήριξε την διδακτορική της διατριβή, στο Πανεπιστήμιο του Freiburg, με θέμα Die früheisenzeitliche bemalte Keramik aus Tiryns. Die Phasen IIV. Το 1988, η ίδια συγγραφέας εξέτασε την κεραμική της Πρώιμης Εποχής του Σιδήρου από την Τίρυνθα, στο Archäologischer Anzeiger [16]. To 1997, η Isabelle Ratinaud εξεπόνησε την διδακτορική της διατριβή, από το Paris IV. Το θέμα της εργασίας είναι η Αργολίδα και η Πελοπόννησος, κατά τον 9ο και 8ο αι. π. Χ., δηλ. κατά την καθαυτό Γεωμετρική περίοδο.

 

Aπό την νεώτερη βιβλιογραφία, μία αξιόλογη παρουσίαση των ΠΓ ευρημάτων από τις διάφορες θέσεις της Αργολίδας σε συνάρτηση με την ΠΓ κεραμική άλλων περιοχών βρίσκεται στην μονογραφία της Καθηγήτριας Κλασικής Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ, Άννας Λαιμού, με τίτλο The Protogeometric Aegean. the archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC. Σημαντική συμβολή στο θέμα γίνεται από την Άλκηστη Παπαδημητρίου, στο άρθρο της The early iron age in the Argolid: some new Aspects (2006). Το άρθρο δημοσιεύεται στον συλλογικό τόμο, Ancient Greece: from the Mycenaean Palaces to the Age of Homer (Edinburgh Leventis studies 3).

Β.3 Σχηματολόγιο του αργειακού κεραμικού ρυθμού, κατά την ΠΓ και Γεωμετρική περίοδο: Ήδη κατά την ΠΓ περίοδο, διαμορφώνεται το σχηματολόγιο των αγγείων, τόσο στο αττικό εργαστήριο όσο και στα υπόλοιπα. Οι τύποι αγγείων (εικ. 12α-β) που συναντούμε στην ΠΓ κεραμική του Άργους είναι ο μόνωτος σκύφος, ο δίωτος σκύφος με διακόσμηση από κυματοειδή γραμμή (γερμ. Wellenbandskyphos), ο σκύφος, ο αμφορέας (επιλαίμιος και επιγάστριος), ο κρατήρας, ο αβαθής κύαθος, ο κάλαθος, ο αμφορέας με λαβές στα χείλη, ο αμφορίσκος, η υδρία, η οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, η λήκυθος, η πρόχους, η σφαιρική πυξίδα, η πυξίδα με ψηλές λαβές, ο πτηνόμορφος ασκός, ο τριποδικός κρατηρίσκος, ο πίθος και ο τριποδίσκος.

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

 

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού (© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Εικ. 12α-β: Σχηματολόγιο του αργειακού ΠΓ και Γ κεραμεικού ρυθμού
(© Δημἠτριος Αθ. Κούσουλας, 2014).

Γ. Εξελικτικές φάσεις του αργειακού ΠΓ και Γεωμετρικού ρυθμού

 

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Εικ.13: Bernhard Schweitzer (1892-1966)

Γ.1 Πρωτογεωμετρικός Ρυθμός: Ο όρος «πρωτογεωμετρικός ρυθμός» εισήχθηκε από τον Γερμανό αρχαιολόγο Bernhard Schweitzer (εικ. 13), ο οποίος, το 1917, υποστήριξε την διδακτορική διατριβή του στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης, με θέμα Untersuchungen zur Chronologie der geometrischen Stile in Griechenland I. Ο πρωτογεωμετρικός ρυθμός του αργειακού εργαστηρίου διαμορφώθηκε υπό την επίδραση της αττικής κεραμικής. Στην Αττική, η ΠΓ περίοδος χρονολογείται μεταξύ 1050/20 και 900 π.Χ. Στην πρώιμη φάση της ΠΓ περιόδου (1050/1020-980 π.Χ.), επικρατούν τα κλειστού σχήματος αγγεία με υψηλό πόδι καθώς και ένας τύπος μικρής οινοχόης. Χαρακτηριστικό σχήμα της περιόδου είναι ο αμφορέας (εικ. 15).

 

Τυπικό σχήμα των ΥΕ χρόνων, που επιβιώνει στην ΠΓ αγγειοπλαστική παράδοση είναι ο σκύφος με ψηλό κωνικό πόδι και δακτυλιόσχημη λαβή (εικ. 14). Η κοιλιά διακοσμείται με μελανό γάνωμα, ενώ, στο ύψος των ώμων, γραμμικά κοσμήματα εξαίρονται πάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Μιά παραλλαγή αυτού του αγγείου αποτελεί ο λεγόμενος Wellenbandskyphos, ο οποίος φέρει διακόσμηση από κυματοειδή ταινία στο ύψος των ώμων. Ορισμένα όστρακα από τέτοιου είδους σκύφους βρέθηκαν στην Τίρυνθα και έχουν ήδη μελετηθεί [17]. Αυτός ο τύπος διακόσμησης προϋπάρχει από την ΥΓ ΙΙΙ παράδοση (1200-1100 π. Χ.) στην Αργολίδα [18].

 

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

Εικ. 14: ΠΓ σκύφοι, ως κτερίσματα σε τάφους της οδού Περρούκα. (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 55δ-στ).

 

 

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

Eικ. 15: Πρώιμος ΠΓ αμφορέας από την Τίρυνθα, Τάφος 1974/3 (κατά: Lemos 2002 εικ. 20.1).

 

Την πληρέστερη μέχρι στιγμής εικόνα για την διαμόρφωση του ΠΓ ρυθμού στην Αργολίδα διαμορφώνουν τα ευρήματα των τάφων. Χαρακτηριστική είναι η κεραμική τεσσάρων ΠΓ τάφων (τάφοι Ι-IV), από την οδό Περρούκα 66 (Ιδιοκτησία Β. Κωνσταντοπούλου) [19]. Τα αγγεία (εικ. 16α-ιδ), που απόκεινται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, είναι διακοσμημένα με την τεχνική darkonlight. Πρόκειται για δύο οινοχόες με τριφυλλόσχημο στόμιο (αρ. ευρ. Ε 1907 και Ε 1908), δύο υδρία (αρ. ευρ. Ε 1909 και Ε 1910), δύο αμφορείς (αρ. ευρ. Ε 1911 και Ε 1912), δύο ληκύθους (αρ. ευρ. Ε 1913 και Ε 1914), μία πρόχου (αρ. ευρ. Ε 1915), έναν πτηνόμορφο ασκό (αρ. ευρ. Ε 1919), έναν τριποδικό ασκό (αρ. ευρ. Ε 1920) και τρία κύπελλα (αρ. ευρ. Ε 1916, Ε 1917 και Ε 1918). Στα αγγεία, είναι εμφανείς οι ΥΕ και υπομυκηναϊκές καταβολές. Στους τάφους Ι, ΙΙΙ και IV βρέθηκαν επίσης χάλκινοι δακτύλιοοι και περόνες.

 

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

Εικ. 16: Ευρήματα από τις ΠΓ ταφές, στην οδό Περρούκα 66 (κατά: Κόκκου-Βυριδή 1979 πίν. 54 κ. εξ.).

 

 

Ο ΠΓ ρυθμός έχει αναγνωριστεί σε σειρά αγγείων και οστράκων, που προέρχονται από τις ανασκαφικές έρευνες στην Τίρυνθα. Οι δυσκολίες που ανακύπτουν στον μελετητή της ΠΓ αργειακής κεραμικής οφείλονται στην διαταραχή των αρχαιολογικών στρωμάτων, τον αποσπασματικό χαρακτήρα των δημοσιεύσεων και την απουσία μίας συνολικής θεωρήσεως της κεραμικής, από τις αντίστοιχες θέσεις της Αργολίδας. Σε ορισμένα όστρακα, από την περιοχή νοτίως της Κάτω Ακροπόλεως, κυριαρχεί το διακοσμητικό μοτίβο της κυματοειδούς γραμμής (Wellenband).

 

Στην πρώιμη ΠΓ φάση, ανήκει ένας αμφορέας, με διακόσμηση από επάλληλες οριζόντιες ή κυματοειδείς, μελανές ταινίες επάνω σε εδαφόχρωμο επίχρισμα (εικ. 15). Το αγγείο βρέθηκε στον τάφο 1974/3, στην Τίρυνθα και έχει ύψος 43.2 εκ. Το σώμα είναι συμμετρικό, ωοειδές και ο λαιμός ψηλός. Στον ώμο, υπάρχει σειρά ομόκεντρων κύκλων, που ενώνονται με ευθείες γραμμές. Οι κύκλοι βαίνουν σε τρείς επάλληλες οριζόντιες ταινίες, εκ των οποίων η μεσαία είναι φαρδύτερη. Την επιφάνεια της κοιλιάς μεταξύ των λαβών διακοσμεί σειρά τριών επαλλήλων κυματοειδών γραμμών. Στο υπογάστριο, υπάρχει σειρά τριών επαλλήλων ταινιών.

 

Τόσο το σχήμα όσο και η διακόσμηση του αγγείου με ομόκεντρους κύκλους και οριζόντιες ταινίες παραπέμπουν σε έναν αμφορέα από το ΠΓ νεκροταφείο του Κεραμεικού (Εικ. 17). Αυτός ο αμφορέας βρέθηκε στο εσωτερικό ΠΓ τάφου και απόκειται στο Μουσείο Κεραμεικού (αρ. ευρ. 569) [20]. Στο αγγείο, κυριαρχεί η διακόσμηση με μελανό γάνωμα, επάνω σε εδαφόχρωμη επιφάνεια. Οι ομόκεντροι κύκλοι και τα ημικύκλια έχουν περιγραφεί με διαβήτη. Το σχήμα και η διακόσμηση του αγγείου είναι ενδεικτική για την χρονολόγηση στα μέσα του 10ου αι. π. Χ.

 

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

Εικ. 17: ΠΓ επιγάστριος αμφορέας (Bauchhenkelamphora) από τον Κεραμεικό (κατά: Schweitzer 1969 πιν. 3)

 

Γ.2 Πρώιμη Γεωμετρική περίοδος:

Η πρώιμη Γεωμετρική περίοδος στο Άργος είναι λιγότερο γνωστή, καθώς τα σχετικά αρχαιολογικά ευρήματα σπανίζουν, εν συγκρίσει με την Μέση και Ύστερη Γεωμετρική περίοδο. Κυρίαρχο σχήμα του Αργειακού εργαστηρίου κατά την πρώιμη Γεωμετρική περίοδο είναι ο αμφορέας και εκπροσωπείται από το αγγείο με αρ. ευρ. C 51, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (εικ. 18) [21]. Το σώμα του είναι μελαμβαφές. Σε δύο εδαφόχρωμες ζώνες, γράφονται μελανές ταινίες που περισφίγγουν το σώμα του αμφορέα. Στον λαιμό, η εδαφόχρωμη ταινία φέρει ενάλληλα γραμμικά μοτίβα. Το σχήμα και η διακόσμηση θυμίζουν αντίστοιχα έργα του αττικού εργαστηρίου, όπως ένας γεωμετρικός αμφορέας από τον Κεραμεικό (εικ. 19).

 

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

Εικ.18: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από το Άργος (Κατά: Courbin 1966 εικ. Ια).

 

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό  (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Εικ. 19: Πρώιμος Γεωμετρικός Αμφορέας από τον Κεραμεικό (Κατά: Σημαντώνη-Μπουρνιά 1997, 85 εικ. 49).

Γ.3 Μέση Γεωμετρική Ι: Με βάση την στρωματογραφική ακολουθία, έχει τεκμηριωθεί η ΜΓ Ι φάση στην Αργολίδα. Κύριο χαρακτηριστικό των ΜΓ αγγείων είναι η κάλυψη του σώματος τους με μελανό γάνωμα και η διακόσμηση του με την τεχνική darkonlight. Στο ύψος του λαιμού, ένα γραμμικό κόσμημα εξαίρεται σε ορθογώνια μετόπη.

Γ.4 Μέση Γεωμετρική ΙΙ: Οι πρώτες εικονιστικές ζωφόροι στο αργειακό εργαστήριο εμφανίζονται σε σειρά αγγείων, που χρονολογούνται στα τέλη της ΜΓ ΙΙ περιόδου. Στις παρυφές του προφήτη Ηλία, σε πάροδο της οδού Ηρακλέους, βρέθηκε μία οινοχόη, με εικονιστική παράσταση λατρευτού (εικ. 20) [22]. Η οινοχόη βρέθηκε στο εσωτερικό του κιβωτιόσχημου τάφου αρ. ΙΙΙ, στο οικόπεδο Δημητρίου Τότσικα, την άνοιξη του 1976. Έχει ύψος 15 και διάμετρο βάσης 3.8 εκ. Το στόμιο είναι τριφυλλόσχημο, ο λαιμός κοντός. Μαύρο χρώμα καλύπτει την επιφάνεια του χείλους και του λαιμού. Η λαβή φέρει διακόσμηση από γεωμετρικά μοτίβα. Μια μαύρη οριζόντια γραμμή βρίσκεται στην σύμφυση του λαιμού και κοιλιάς. Παράλληλες μελανές ταινίες σε οριζόντια διάταξη διακοσμούν το σώμα του αγγείου. Στο ύψος των ώμων, σκιαγραφούνται δύο ιστάμενες ανδρικές μορφές, με υψωμένα τα χέρια. Οι μορφές κοιτάζουν προς το κέντρο. Κατά τα πρώτα στάδια της αρχαίας ελληνικής εικονιστικής αγγειογραφίας, αξιοσημείωτος είναι ο στιλιζαρισμός (ιταλ. stilizzare), δηλ. η σχηματοποίηση των μορφών. Οι στιλιζαρισμένες μορφές εμφανίζονται και σε άλλα εργαστήρια κατ’ αυτήν την περίοδο, όπως το αττικό και το κορινθιακό.

 

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

Εικ. 20: Οινοχόη με τριφυλλόσχημο στόμιο, από τον κιβωτιόσχημο τάφο αρ. 3. Πάροδος Ηρακλέους (Ιδιοκτησία Δημ. Τότσικα). (Κατά: Paléologou 1980, 76 εικ. 1).

 

 

Η σύγκριση με τα σύγχρονα έργα τορευτικής, όπως το χάλκινο ειδώλιο ιππηλάτου από το Ηραίο Αργους (εικ. 21), επιβεβαιώνει ασφαλώς την σχέση του εικονογραφικού τύπου στα αγγεία με τα χάλκινα ειδώλια. Κοινά στοιχεία και των δύο κατηγοριών είναι η ασύμμετρη κεφαλή, ο ψηλός λαιμός, το τριγωνικό περίγραμμα του άνω κορμού, η στενή μέση, τα επιμηκυσμένα άκρα, καθώς και η απουσία υποδήλωσης των ανατομικών λεπτομερειών.

 

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

Εικ. 21: Χάλκινο ΜΓ ειδώλιο ιππηλάτου, επιθέτου σε χάλκινο τριποδικό λέβητα. Από το Ηραίο. (κατά: Bol 2002 εικ. 33b).

 

 

Γ.4 Ὕστερη Γεωμετρικὴ περίοδος: Η Ύστερη Γεωμετρική περίοδος συνδέεται με δύο σημαντικά γεγονότα του ελληνικού πολιτισμού: την σύνθεση των ομηρικών επών και την εμφάνιση της αλφαβητικής γραφής. Κατά ευφυή σύμπτωση, η πρώτη γνωστή επιγραφή σε ελληνικό αλφάβητο χαράχτηκε επάνω σε μία ΥΓ οινοχόη, από την περιοχή του Διπύλου στον Κεραμεικό (εικ. 22) [23]. Στην επιγραφή, αναφέρεται ότι «ΗΟΣΝΥΝΟΡΧΕΣΤΟΝΠΑΝΤΟΝΑΤΑΛΟΤΑΤΑΠΑΙΖΕΙΤΟΤΟΔΕΚΛΜΙΝ – ὃς νῦν | ὀρχη|στῶν πάν|των ἀτα|λώτατα | παίζει τῶ τόδε καμιν)», που σημαίνει σήμερα, ότι «την κανάτα αυτή θα την πάρει ο χορευτής που θα χορέψει πιο χαριτωμένα». Ήταν δηλαδή έπαθλο χορευτικών αγώνων. Πρόκειται για την πρώτη έκφραση του λυρισμού σε ελληνική γλώσσα, καθώς μιλάει το ίδιο το αγγείο σε πρώτο πρόσωπο. Το στοιχείο αυτό έρχεται σε αντίθεση με τα ομηρικά έπη, που είναι γραμμένα σε αφηγηματικό (τρίτο) πρόσωπο.

 

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

Εικ. 22: Η λεγομένη «Οινοχόη του Διπύλου» (κατά: Simon 1981 πίν. 11).

 

 

Την εποχή αυτή, συμβαίνουν επίσης σημαντικές γεωπολιτικές αλλαγές στον ελλαδικό χώρο. Οι αλλαγές αυτές επισφραγίζονται με τον β΄ αποικισμό (εικ. 23), που ξεκινά κατά το α΄ ήμισυ του 8ου αι. π. Χ. Την περίοδο αυτή, οι διαπολιτισμικές επαφές στην Ανατολική Μεσόγειο είναι έντονες, ευνοώντας την ανταλλαγή πολιτισμικών στοιχείων. Δεν είναι γνωστό, αν αυτή η ανταλλαγή επηρέασε άμεσα το αργειακό εργαστήριο, καθώς η υποτιθέμενη συμμετοχή των Αργείων στον αποικισμό των Μεγάρων Υβλαίων αμφισβητείται. Ωστόσο, οι Αργείοι αγγειογράφοι γνώρισαν ασφαλώς τις εξωγενείς επιρροές μέσα από την σπουδή των Αθηναϊκών ΥΓ έργων τέχνης.

 

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney - Curry - Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

Εικ. 23: Χάρτης του Β΄ αποικισμού (κατά: Sweeney – Curry – Tzedakis 1988, 30 κ.εξ.).

 

 

Κατά την ΥΓ περίοδο, κυριαρχεί η τεχνική της σκιαγραφίας, η απόδοση δηλ. της σκιάς μίας μορφής, με βάση την αρχή pars pro tottο (εικ. 24). Ο καλλιτέχνης αποδίδει περιληπτικά την μορφή, αποφεύγοντας τις ανατομικές λεπτομέρειες όπου δεν χρειάζεται. Στόχος του είναι η απόδοση της ανθρώπινης μορφής ως μετέχουσα σε μία κατάσταση, χωρίς καμία διάθεση φυσιογνωμικής προσέγγισης. Σε αυτό το σημείο, η αντίληψη του ζωγράφου της γεωμετρικής περιόδου διαφοροποιείται από την καλλιτεχνική προσέγγιση των ΥΕ χρόνων, όπου οι ανατομικές λεπτομέρειες περιγράφονται με το πινέλο. Η τεχνική της σκιαγραφίας αναφέρεται και στους αρχαϊκούς χρόνους, καθώς ο Σικυώνιος Παυσίας έγραψε την σκιά ενός ίππου [24].

 

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

Εικ. 24: Σκηνή προθέσεως, από τον λεγόμενο «αμφορέα του Διπύλου» Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα. Αρ. ευρ.: 804 (κατά: Demargne 1965, 291 εικ. 378).

 

 

Γ.5 Ύστερη Γεωμετρική ΙΙ φάση (735-700/680 π. Χ.): Ο εξαιρετικός ΥΓ ΙΙ κρατήρας που απόκειται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους (αρ. ευρ. ΜΑ 5661) [25] βρέθηκε στο οικόπεδο Ευστρατιάδη, στην οδό Θεάτρου (εικ. 25). Το αγγείο, μνημειακών διαστάσεων, αποδόθηκε, από τον P. Courbin, στον ζωγράφο του κρατήρα της Κορίνθου[26]. Η χαμηλή βάση είναι κωνική, το ωοειδές σώμα διαμορφώνεται συμμετρικά προς τα άνω, ενώ πλατιές ταινιόσχημες λαβές συνδέουν τους ώμους του αγγείου με το έξω νεύον χείλος. Το χείλος διακοσμείται με δύο μικρά κομβιόσχημα πλαστικά εξάρματα.

 

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

Εικ. 25: ΥΓ κρατήρας. Μουσείο Άργους. Αρ. ευρ. 5661. (κατά: Κrystalli-Votsi 1980, 86 εικ. 2).

 

Η γραπτή διακόσμηση του αγγείου διατείνεται σε τρεις ζώνες: στην ανώτερη ζώνη, τα κοσμήματα ξεκινούν από τον λαιμό και γεμίζουν όλη την επιφάνεια των ώμων, μεταξύ των λαβών και επεκτείνεται στο κάτω μέρος, μέχρι την κύρτωση της κοιλιάς. Σε αυτήν την περιοχή, βρίσκεται το κυρίως εικονιστικό θέμα του αγγείου: στις μετόπες με εικονιστική παράσταση, εγγράφεται σκηνή γυναικείου χορού. Οι μορφές κρατούν κλαδιά. Η παράσταση θυμίζει αντιστοίχους κυκλίους χορούς, που εκτελούνται σήμερα στην ορεινή Αρκαδία (εικ. 26), κατά τους οποίους οι χορευτές και χορεύτριες κρατούν κλαδιά [27]. Στις υπόλοιπες μετόπες, διακρίνονται τα γεωμετρικά μοτίβα του τρέχοντος μαιάνδρου και της τεθλασμένης γραμμής.

 

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

Εικ. 26: Κύκλιος χορός, στην Νεστάνη (κατά: Krystalli-Votsi 1980 εικ. 5).

 

 

Η μεσαία ζώνη, στην κοιλιά του αγγείου, διακοσμείται με οριζόντιες ταινίες: στο ανώτερο τμήμα, διακρίνεται ζωφόρος με επάλληλα πτηνά. Στην συνέχεια, δύο διαζώματα με το κόσμημα των συνεχών επάλξεων περικλείουν ένα διάζωμα με συνεχείς ρόμβους, στο κέντρο των οποίων υπάρχει στιγμή εν είδει οφθαλμού. Τα διαζώματα οριοθετούνται από επάλληλες μελανές ταινίες.

 

Το κατώτερο τμήμα της κοιλιάς είναι μελαμβαφές και διακοσμείται με σειρά επαλλήλων μελανών ταινιών σε οριζόντια διάταξη ανά δύο, πού εξαίρονται επάνω στο χρώμα του πηλού. Η χρονολόγηση του αγγείου στην ΥΓ ΙΙ φάση [28] αποτελεί ένα terminus post quem για την χρονολόγηση του τάφου και υποδηλώνει την κατασκευή του στα τέλη των ΥΓ χρόνων. Ένα από τα αγαπημένα μοτίβα του αργειακού εργαστηρίου κατά την Ύστερη Γεωμετρική περίοδο, είναι ο πεζός πολεμιστής που κρατά δύο εραλδικά τοποθετημένους ίππους από τους χαλινούς. Η ποικιλία των σχετικών παραστάσεων (εικ.27) επιβεβαιώνει τον χαρακτηρισμό «Άργος ιπποβότοιο (: ιππότροφο Άργος)» του Ομήρου [29]. Στους ομηρικούς χρόνους, ο ίππος αποτελεί ένδειξη πλούτου και αφορμή κοινωνικής προβολής, ενώ παρέμενε ο πιστός σύντροφος του πολεμιστή:

 

Ξάνθέ τε καὶ σὺ Πόδαργε καὶ Αἴθων Λάμπέ τε δῖε

νῦν μοι τὴν κομιδὴν ἀποτίνετον, ἣν μάλα πολλὴν

Ἀνδρομάχη θυγάτηρ μεγαλήτορος Ἠετίωνος

ὑμῖν πὰρ προτέροισι μελίφρονα πυρὸν ἔθηκεν

οἶνόν τ’ ἐγκεράσασα πιεῖν, ὅτε θυμὸς ἀνώγοι,

ἢ ἐμοί, ὅς πέρ οἱ θαλερὸς πόσις εὔχομαι εἶναι.

Θ 185-90

 Μετάφραση:

“Αίθωνα, Λάμπε αρχοντογέννητε, και Πόδαργε και Ξάνθε,

καιρός σας τώρα να πληρώσετε την τρισμεγάλη έγνοια

που’ χει η Ανδρομάχη, του Ηετίωνα του ψυχωμένου η κόρη,

που πρώτα εσάς ακριβοτάγιζε το στάρι το μελένιο,

για σας κρασί καθώς διψούσατε, πιο πρώτα συγκερνούσε,

παρά για μένα , λεβεντόκορμο που ταίρι της λογιέμαι.”

(μετ, Ν. Καζαντζάκη- Ι.Θ. Κακριδή)

 

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

Εικ. 27: ΥΓ κάνθαρος από το Άργος, με παράσταση πεζού ιππηλάτη εν μέσω αντωπών ίππων. Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους, αρ. ευρ. C1. Ύ.: 0.31 μ. (κατά: Coldstream 1977, 192 εικ. 46α).

 


Δ. Επίλογος – Συμπεράσματα

 

Στην σύντομη αυτή παρουσίαση του αργειακού εργαστηρίου, παρουσιάσαμε την εξελικτική πορεία του ΠΓ και Γ ρυθμού, με βάση τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα. Στα πλαίσια αυτά εξετάστηκαν αντιπροσωπευτικά δείγματα των διαφόρων φάσεων, από τις κύριες ανεσκαμμένες θέσεις.

 

Όπως έγινε σαφές, τόσο το σχηματολόγιο όσο και η διακόσμηση της αργειακής ΠΓ και Γ κεραμικής έχουν επηρεαστεί από την Αττική. Στην άποψη αυτή συναινούν η χρονολογική και τεχνοτροπική συσχέτιση δειγμάτων των δύο εργαστηρίων, όσο και η υιοθέτηση από τους Αργείους αγγειογράφους, των διακοσμητικών μοτίβων και των εικονογραφικών θεμάτων του Αττικού εργαστηρίου. Οι όποιες επιρροές εξασφαλίστηκαν κυρίως μέσω του εμπορίου, καθώς έχουν βρεθεί αθηναϊκά αγγεία στην Αργολίδα, αλλά και μέσω τις μετακίνησης των καλλιτεχνών. Η τελευταία αυτή άποψη ενισχύεται από την παρουσία αγγείων καθαρά αθηναϊκής τεχνοτροπίας κατασκευασμένα από αργειακό πηλό. Αυτό σημαίνει ότι οι Αθηναίοι αγγειογράφοι, που ήταν ίσως και οι κεραμείς, κατασκεύαζαν αγγεία στο Άργος και τα διακοσμούσαν εκεί, με βάση τον αθηναϊκό ρυθμό.

 

Παράλληλα, πρέπει να επισημανθεί ότι ορισμένα σχήματα αγγείων, που ευδοκιμούν στο αθηναϊκό εργαστήριο, όπως ο επιγάστριος αμφορέας, εμφανίζονται και στην Αργολίδα ήδη από την ΠΓ περίοδο. Kύριες θέσεις: Άργος, Τίρυνθα, Ασίνη, Μυκήνες. Συνεπώς, αναγνωρίζεται μία διαλογική σχέση ανάμεσα των διαφόρων εργαστηρίων κεραμικής. Αυτό το στοιχείο διευκολύνει την αναγνώριση των εξελικτικών φάσεων, στον αργειακό ρυθμό διακόσμησης. Όπως επισημάνθηκε, αυτή η αναγνώριση διευκολύνεται από τα αιγυπτιακά συνευρήματα, στα στρωματογραφημένα ανασκαφικά σύνολα του Άργους.

 

Πρέπει τέλος να αποσαφηνιστεί, ότι στην ΠΓ και γεωμετρική αργειακή αγγειογραφία εμφανίζονται ορισμένα χαρακτηριστικά κοσμήματα, όπως η κυματοειδής γραμμή (Wellenband) και ο πεζός οπλίτης που κρατά άλογα από χαλινούς. Αυτά αποτελούν ίδιο γνώρισμα του αργειακού ρυθμού. Η ανεύρεση αργειακών ΠΓ και Γεωμετρικών οστράκων σε θέσεις εκτός Αργολίδας υποδηλώνει ότι τα αργειακά κεραμικά προϊόντα ήταν ιδιαιτέρως αγαπητά ως ανταλλάξιμο προϊόν.

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Ο όρος «εργαστηρίο» (αγγλ. Workshop, γερμ. Werkstatt) χρησιμοποιείται ευρέως, περιγράφοντας όχι μία συγκεκριμένη βιοτεχνική εγκατάσταση, αλλά τον καλλιτεχνικό ρυθμό που επικρατεί σε μία περιοχή, κατά ορισμένη χρονική περίοδο.

[2] Για τον Μυκηναϊκό πολιτισμό, θεμελιώδεις είναι οι μελέτες των Sp. Marinatos – M. Hirmer, Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο 1959) και Ο. T. P. K. Dickinson, The Οrigins of the Mycenaean civilisation (Göteborg 1977). Πρβλ. επίσης Bequignon 1960, 87 κ. εξ.; Chamoux 1963, 161-75; Ακαδημία Αθηνών 1970, 232-93.

[3] Για τον Μινωϊκό πολιτισμό, βλ. Ακαδημία Αθηνών 1970, 108-120, 166-218 και 221-31.

[4] Η λέξη «ἄναξ», εκ της οποίας ετυμολογείται η λέξη «ανάκτορο», είναι γνωστή ήδη από τις πινακίδες της Γραμμικής Β΄ γραφής. Βλ. Hooker 1979, 100-11; Kilian 1988, 291-302; Palaima 1995, 119-39; Yamagata 1997, 1-14; Willms 2010, 232-271.

[5] Ventris – Chadwick 1953, 84–103.

[6] Ακαδημία Αθηνών 1970, 330. Με τον όρο αναφέρονται συνεκδοχικά όλοι οι αιγαιακοί πληθυσμοί που ήταν φορείς του μυκηναϊκού πολιτισμού.

[7] Kelder 2010, 125-37.

[8] Βλ. Μαρινάτος 1968, 198-216; Furumark 1978, 667-74.

[9] Για τον εικονιστικό ρυθμό, βλ. Immerwahr 1993, 217-23; Crouwel – Morris 1996, 197-219; Steel 1999, 803-11; Karageorgis 2001, 91-3; Crouwel – Morris 2006, 15-22; Dakoronia 2006, 171-5; Rystedt 2006, 123-9.

[10] Ραψ. Δ, 427-33.

[11] Mountjoy 1994, 162.

[12] Courbin 1966, 25.

[13] Vollgraff 1930, 480; Courbin 1966, 25 υποσ. 2.

[14] Roes 1953, 90-104.

[15] Courbin 1957, 322-86.

[16] Papadimitriou 1988, 227-43.

[17] Βλ. Kardamaki 2009, 221 κ. εξ. (με σχετική βιβλιογραφία).

[18] Papadimitriou 1988, 228 κ. εξ. εικ. 1.

[19] Κόκκου-Βυρίδη 1979, 179-88.

[20] [Kraiker – Kübler 1939 πιν. 55; Schweitzer 1969 πιν. 3; Tiverios 1996, 49. 239 εικ. 1.

[21] Courbin 1966 εικ. Ιa.

[22] Paléologou 1980, 75.

[23] Coulié 2013, 64 εικ. 32.

[24] Πλίνιος, Nat. Hist. 35. 123-7. 137.

[25] Krystalli-Votsi 1980, 85.

[26] Courbin 1966, 449; Krystalli-Votsi 1980, 85 υποσ. 1.

[27] Krystalli-Votsi 1980, 91 εικ. 5.

[28] Krystalli-Votsi 1980, 92.

[29] Βλ. ενδεικτικά ραψ. Β, 286-8: «οὐδέ τοι ἐκτελέουσιν ὑπόσχεσιν ἥν περ ὑπέσταν / ἐνθάδἔτι στείχοντες ἀπἌργεος ἱπποβότοιο / Ἴλιον ἐκπέρσαντεὐτείχεον ἀπονέεσθαι….» (Μτφρ.: …..το λόγο δεν κρατούν που σου’δωκαν, ακόμα ως ξεκινούσαν / πέρα από το Άργος το αλογόθροφο στα μέρη εδώ, πριν πάρεις / την Τροία την ωριοτείχιστη, να μην διαγείρουν πίσω).

 

Κατάλογος συντομογραφιών


 

 

  • Ακαδημία Αθηνών, εκδ., 1970= Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Α (Αθήνα).
  • Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Hrsg.), 2008= Zeit der Helden. Die dunklen Jahrhunderte Griechenlands 1200-700 v. Chr. Ausstellungskatalog Badisches Landesmuseum Karlsruhe (Darmstadt).
  • Bequignon, Υ. 1960= Recherches sur la civilisation mycénienne en Péloponnèse, RA, 87 κ. εξ.
  • Betancourt et al. 1999= Ph. Betancourt – V. Karageorghis – R. Laffineur – W.-D. Niemeier, Aegeum 3. Annales d’archéologie égéenne de l’Université de Liège 20 (Λιέγη).
  • Bol 2002= P. C. Bol, εκδ., Die Geschichte der antiken Bildhauerkunst, Bd. 1. Frühgriechische Plastik (Mainz).
  • Borbein, Α. Η. 1995= Das alte Griechenland. Geschichte und Kultur der Hellenen (Μόναχο).
  • Chamoux, F. 1963= La Civilisation Grecque a l’ Époque archaique et classique (Παρίσι).
  • Coldstream, J. N. 1977= Geometric Greece (Λονδίνο).
  • Coulié, Α. 2013= La céramique grecque aux époques géométrique et orientalisante. XIe – VIe siècle av. J.-C., Les manuels d’art et d’archéologie antiques. La céramique grecque 1 (Παρίσι).
  • Courbin, P. 1966= La céramique géométrique de l’Argolide, I-II (Παρίσι).
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 1996= The Beginnings of Mycenaean Pictorial Vase Painting, AA, 197-219.
  • Crouwel, J. H. – Morris, C.E. 2006= Late Mycenaean Pictorial Pottery. A Brief Review, in: Rystedt – Wells 2006, 15-22.
  • Dakorōnia, Ph. 2006= Bronze Age pictorial tradition on Geometric pottery, in: Rystedt – Wells 2006, 171-5.
  • Deger-Jalkotzy, S. – Lemos, I. S. eds., 2006= Ancient Greece from the Mycenaean palaces to the age of Homer, Edinburgh Leventis studies 3 (Edinburgh),
  • Demargne, P. 1965= Die Geburt der griechischen Kunst. Die Kunst im ägäischen Raum von vorgeschichtlicher Zeit bis zum Anfang des 6. vorchristlichen Jahrhunderts, Universum der Kunst (μτφ., Μόωαχο).
  • Desborough, V.R. d’A. 1972= The Greek dark ages (London).
  • Dickinson, O. T. P. K. 1977= The Origins of Mycenaean Civilisation, SIMA 49 (Göteborg).
  • Eder, B. 1998= Argolis, Lakonien, Messenien. Vom Ende der mykenischen Palastzeit bis zur Einwanderung der Dorier (Wien).
  • Furumark, A. 1978= The Thera catastrophe. Consequences for European civilisation, in: Doumas, Chr., εκδ., Thera and the Aegean world, 1. Papers presented at the Second International Scientific Congress, Santorini, Greece, August 1978 (Λονδίνο), 667-674.
  • Hooker, J. T. 1979= The Wanax in Linear B Texts. Kadmos 18 (2): 100–111. 
  • Immerwahr, S. A. 1993= The Mycenaean pictorial style 50 years later, in: Zerner et al. 1993, 217-3.
  • Karageorgis, V. 2001= The Mycenaean pottery of the pictorial style. Achievements and Perspectives, OpAth 25: 91-3.
  • Kardamaki 2009= Ein neuer Keramikfund aus dem Bereich der Westtreppe von Tiryns. Bemalte mykenische Keramik aus dem auf der Westtreppenanlage deponierten Palastschutt, τόμ. 1-2 (Ph. D. Diss. Ruprecht-Karls-University of Heidelberg).
  • Kelder, J. M. 2010= The kingdom of Mycenae. A great Kingdom in the Late Bronze Age Aegean (Bethesda, Md).
  • Kilian, K. 1988= The Emergence of Wanax Ideology in the Mycenaean Palaces». OxfJA 7: 291–302. 
  • Knigge, U. 1988= Der Kerameikos von Athen. Führung durch Ausgrabungen und Geschichte (Athen).
  • Κόκκου-Βυριδή, K. 1979= Τέσσερις Πρωτογεωμετρικοί Τάφοι στο Άργος, ΑΕ 1977, 171-94.
  • Kraiker, W. – Kübler, W. 1939= Die Nekropolen des 12. bis 10. Jahrhunderts. Kerameikos I (Βερολίνο).
  • Kruse 1999= P. Kruse, Hrsg., Götter und Helden der Bronzezeit. Europa im Zeitalter des Odysseus. Ausstellungskatalog Kopenhagen (Bonn 1999).
  • Krystalli-Votsi, Κ. 1980= Cratère géométrique d’Argos, BCH Suppl. 6, 85-92.
  • Lemos 2002= The Protogeometric Aegean. Τhe archaeology of the late eleventh and tenth centuries BC, Oxford monographs on classical archaeology (Οξφόρδη).
  • Marinatos, S. – Hirmer, L. 1959= Kreta und das mykenische Hellas (Μόναχο).
  • Μαρινάτος, Σπ. 1968= To ηφαίστειoν της Θήρας και oι πoλιτισμoί τoυ Aιγαίoυ, Πεπραγμένα τoυ B’ Διεθνoύς Kρητoλoγικoύ Συνεδρίoυ, τόμ. Α (Χανιά), 198-216.
  • Mountjoy, P. A. 1994= Μυκηναϊκή Γραπτή Κεραμική. Οδηγός Ταύτισης (Αθήνα).
  • Palaima, Th. G. 1995= The Nature of the Mycenaean Wanax: Non-Indo-European Origins and Priestly Functions. In: Rehak 1995, 119–39.
  • Paléologou, H. 1980= Un vase géométrique figuratif d’Argos, BCH Suppl. 6, 75-84.
  • Papadimitriou, A. 1988= Bericht zur früheisenzeitlichen Keramik aus der Unterburg von Tiryns. Ausgrabungen in Tiryns, 1982-8, AA, 227-43.
  • Papadimitriou, A. 2006= The Early Iron Age in the Argolid. Some New Aspects, in: Deger-Jalkotzy – Lemos 2006, 531-47.
  • Pulak, C. – Slotta, R. – Yalcin, U., Hrsg., 2005= Das Schiff von Uluburun. Welthandel vor 3000 Jahren. Ausstellungskatalog (Bochum).
  • Rehak, P. 1995= The Role of the Ruler in the Prehistoric Aegean. Aegaeum 11 (Λιέγη).
  • Roes, Α. 1953= Fragments de poterie géométrique trouvés sur les citadelles d’Argos, BCH 77, 90-104.
  • Rystedt, E. 2006= Tracing Stylistic Evolution in Mycenaean Pictorial Vase Painting, in: Rystedt – Wells 2006, 123-9.
  • Rystedt, E. – Wells, B., eds. 2006= Pictorial Pursuits. Figurative Painting on Mycenaean and Geometric Pottery. Papers from two Seminars at the Swedish Institute at Athens in 1999 and 2001 (Stockholm)
  • Schweitzer, B. 1969= Die geometrische Kunst Griechenlands (Kολωνία).
  • Simon 1981= E. Simon, Die griechischen Vasen 2(Μόναχο).
  • Σημαντώνη-Μπουρνιά, Ε. 1997= Αρχαιολογία των πρώιμων ελληνικών χρόνων. Οι αιώνες της διαμόρφωσης 1050-600 π.Χ. (Αθήνα).
  • Snodgrass, A. 1971= The Dark Age of Greece. An Archaeological Survey of the 11th to the 8th Centuries BC. (Edinburgh).
  • Steel, L. 1999= Wine Kraters and Chariots. The Mycenaean pictorial style reconsidered, in: Betancourt et al. 1999, 803-11.
  • Sweeney, J. – Curry, T. – Tzedakis, Y. 1988= The human figure in early Greek art. Catalogue of an Exhibition (Athens – Washington).
  • Tιβέριος, Μ. 1996= Αρχαία αγγεία, Ελληνική Τέχνη (Αθήνα).
  • Ventris, M. – Chadwick, J. 1953= Evidence for Greek Dialect in the Mycenaean Archives, JHS 73, 84–103.
  • Willms, L. 2010= On the IE Etymology of Greek (w)anax, Glotta 86: 232–271.
  • Yamagata, N. 1997= ἄναξ and βασιλεύς in Homer, CQ 47 (1): 1–14.
  • Zerner, P. et al. 1993= Zerner, P. – Winder, J. – Zerner, C., Wace and Blegen. Pottery as evidence for trade in the Aegean Bronze Age, 1939-1989. Proceedings of the International Conference held at the American School of Classical Studies at Athens, december 2-3, 1989 (Amsterdam).

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Το Αργειακό εργαστήριο κεραμικής, κατά την πρωτογεωμετρική και γεωμετρική περίοδο»


 

 

ΣΗΜΑ ΔΑΝΑΟΥO Σύλλογος Αργείων «O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2014   και ώρα 6.30 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

ο κ. Δημήτριος Κούσουλας

Αρχαιολόγος με θέμα:

«Το Αργειακό εργαστήριο κεραμικής,

κατά την πρωτογεωμετρική και γεωμετρική περίοδο».

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Δημήτριος Κούσουλας

 

 

Δημήτρης Κούσουλας

Δημήτρης Κούσουλας

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Μεγάλωσε στο Άργος, όπου και ολοκλήρωσε τις βασικές σπουδές, φοιτώντας στα Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Σχολεία της περιοχής. Κατά τα μαθητικά του χρόνια, έλαβε τιμητική διάκριση από τον Σύλλογο Φιλολόγων Αργολίδας, για την συμμετοχή του σε γραπτό διαγωνισμό, για τον Ιωάννη Καποδίστρια. Το 2000 παίρνει το Εθνικό Απολυτήριο Ενιαίου Λυκείου, από το 1ο Λύκειο Άργους, και εγγράφεται στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, ακολουθώντας την κατεύθυνση της Αρχαιολογίας.

Κατά την διάρκεια των σπουδών του, παρακολούθησε σεμιναριακά μαθήματα προϊστορικής και Κλασικής Αρχαιολογίας, Επιγραφικής, Νομισματικής και Παπυρολογίας και συμμετείχε σε πανεπιστημιακές έρευνες, στα Κύθηρα και την Αμοργό, υπό την Διεύθυνση των καθηγητών Λίλας Μαραγκού και Ιωάννη Πετρόχειλου. Το 2004 ορκίστηκε την πιστή θεραπεία της επιστήμης της Αρχαιολογίας και έλαβε το πτυχίο του.

Το 2005, κατατάσσεται στον Ελληνικό Στρατό, υπηρετώντας 12μηνη θητεία με ειδικότητα οδηγού – διαβιβαστή, ως τον Αύγουστο του 2006. Μεταξύ των ετών 2006- 2011, εργάστηκε σε σωστικές και συστηματικές ανασκαφικές έρευνες της Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων και της ΚΕ΄ Εφορείας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων, ως επιμελητής αρχαιοτήτων, στην Αργολίδα και την Αρκαδία.

Το έτος 2011, γίνεται δεκτός από το τμήμα μεταπτυχιακών σπουδών Κλασσικής Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Βόννης, για συνέχιση των σπουδών, υπό την εποπτεία του καθηγητού Frank Rumscheid. Κατά την διάρκεια των σπουδών, ειδικεύεται σε ζητήματα πλαστικής και εικονογραφίας, εκπονώντας σχετικές σεμιναριακές εργασίες, τις οποίες και υποστήριξε προφορικά στα μαθήματα. Τον Ιανουάριο του 2014, παρουσίασε την διπλωματική του εργασία, με θέμα: «Σχέση Επιγραφών και Παραστάσεων στις Αττικές Επιτύμβιες Στήλες του 4ου π.Χ. αι.», ολοκληρώνοντας τον κύκλο των μεταπτυχιακών του σπουδών.

Έχει συμμετάσχει σε Διεθνή Συνέδρια Αρχαιολογίας, παρουσιάζοντας εργασίες σχετικά με την αρχαία ελληνική πλαστική και αρχιτεκτονική και την νομισματοκοπία. Τον Μάιο του 2013, έγιναν δεκτές τρεις εργασίες του – σε γερμανική γλώσσα – στο Διεθνές Συνέδριο Κλασικής Αρχαιολογίας, στην Merida της Ισπανίας. Μέρος των δημοσιεύσεων του επικεντρώνεται στην ακρόπολη της Αλέας (σημ. Μπουγιάτι), η οποία έχει παραμείνει άγνωστη στην διεθνή βιβλιογραφία, από το 1938, οπότε ο καθηγητής της Ζυρίχης Ernst Meyer μελέτησε και αποτύπωσε συστηματικά τα τείχη της πόλης.    

 

Read Full Post »

Το Αρχαίο Στάδιο και η «Ασπίδα» στο Άργος: Η άλλη άποψη.  Δρ. Όλγα Ψυχογυιού, Αρχαιολόγος. Αργειακή Γη, τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.


Από τον Παυσανία αντλούμε τη μοναδική πληροφορία που μας παρέχουν οι αρχαίες γραπτές πηγές σχετικά με τη θέση του Σταδίου, όπου τελούνταν τα Νέμεια και τα Ηραία. Βρίσκεται, μας λέει ο περιηγητής, στην περιοχή του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη, όπου το είδε κατά την ανοδική του πορεία προς την Ακρόπολη της Λάρισας, στην κορυφή του λόφου του Κάστρου.

Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας. Τοιχογραφία στον οίκο του Αυγούστου στη Ρώμη, περ. 20 π.Χ.

Ο «κιθαρωδός» Απόλλωνας. Τοιχογραφία στον οίκο του Αυγούστου στη Ρώμη, περ. 20 π.Χ.

Κατά το πέρας των αιώνων τα ίχνη του ιερού αυτού χάθηκαν. Ξεχάστηκε και πού βρισκόταν η Δειράδα. Έτσι, οι περισσότεροι από τους ταξιδιώτες που επι­σκέφτηκαν το Άργος – κυρίως από τα μέσα του 18ου αιώνα- με τον Παυσανία στο χέρι, αναζητώντας τα μνημεία της φημισμένης πόλης, είδαν τα κατάλοιπα του «Κριτηρίου» – Νυμφαίου της Λάρισας στην ανατολική κλιτή του λόφου, κο­ντά στο μεγάλο Θέατρο, και τα ταύτισαν με αυτό το ιερό και συνεπώς τη γύρω του περιοχή με τη Δειράδα. Λίγοι βάδισαν πέρα από τα βορειοδυτικά όρια της πόλης, κάτω από το βράχο της Παναγίας της Κατακεκρυμμένης και πιο πέρα στο διάσελο μεταξύ των δύο λόφων, που ονομάζουμε σήμερα «Πορτίτσες». Θα αναφέρουμε παρακάτω αναλυτικά τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι περιη­γήσεις τους.

Μετά τον εντοπισμό του ιερού του Απόλλωνος Δειραδιώτη στη βορειοδυτι­κή κλιτή του λόφου του Προφήτη Ηλία, ο ίδιος ο Wilhelm Vollgraff που το είχε αποκαλύψει, αναζήτησε το Στάδιο στα βορειοδυτικά του ιερού. Ένας αιώνας κλείνει φέτος από τη δημοσίευση της άποψής του. Και χωρίς να είναι αποδεκτή από όλους, η άποψη αυτή παρέμεινε χωρίς παραλλαγή έως το 1986, οπότε ο συνάδελφος Χρήστος Πιτερός τάραξε τα νερά, παρουσιάζοντας μία νέα, δική του άποψη.

Όταν άρχισα να ασχολούμαι επί τόπου με τις αρχαιότητες του Άργους το 1989, δεν είχα λόγο να αμφισβητήσω τη μία ή την άλλη από τις δύο αυτές από­ψεις. Όμως, η αποκάλυψη ενός μεγάλου τμήματος πώρινου μνημειώδους αναλήμματος στην περιοχή «Πορτίτσες» στο βόρειο άκρο της οδού Καρατζά, κατά την ανασκαφική έρευνα που διεξήχθη το 1993 πριν από την τοποθέτηση αγωγού λυμάτων στην οδό αυτή, με οδήγησε στην επανεξέταση των δεδομένων που αφορούσαν στον εντοπισμό του σταδίου όπου τελούνταν οι πανελλήνιοι αγώνες […]

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Όλγας Ψυχογυιού, πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Αρχαίο Στάδιο και η Ασπίδα στο Άργος – Η άλλη άποψη

Read Full Post »

Older Posts »