Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ασίνη’

Η Συμβολή της Ασίνης στη μάχη της 27ης Απριλίου 1941


 

«Το Καστράκι»

Την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019 στις 18:30 στο Δημοτικό σχολείο της Ασίνης θα γίνει παρουσίαση της έρευνας για τα γεγονότα και την συμπλοκή των Συμμαχικών Δυνάμεων με τους εισβολείς την 27η Απριλίου 1941 στην περιοχή μας.

Μετά από την εκδήλωση που πραγματοποίησε το σωματείο μας πριν από ενάμιση χρόνο για την συμβολή των ANZAC στην Ελλάδα, άρχισε η έρευνα για να βρούμε όσο το δυνατόν περισσότερα στοιχεία, που να έχουν σχέση με την συμβολή της Ασίνης στη μάχη της 27ης Απριλίου 1941.

Στο σημείο που έχει φτάσει η έρευνα μπορούν να προκύψουν ικανά συμπεράσματα για την εξέλιξη των γεγονότων, στην τελευταία μάχη που έγινε στο τότε Νομό Αργολιδοκορινθίας, που μαζί με την μάχη της Καλαμάτας, οριοθέτησαν την έναρξη της Γερμανικής κατοχής στη χερσαία Ελλάδα.

Θα παρουσιαστούν συνεντεύξεις από εννέα άτομα που έζησαν τις στιγμές της μάχης.

 

Σύμμαχοι, αιχμάλωτοι των Γερμανών, στο προαύλιο του Γυμνασίου Ναυπλίου το Μάιο του 1941.

 

Μέρος της 5η τεθωρακισμένης μεραρχίας των Γερμανών που είχε σκοπό να εμποδίσει την εκκένωση των Συμμαχικών στρατευμάτων από την περιοχή του Ναυπλίου και του Τολού, έφτασε στα Λευκάκια, μπήκε στην Ασίνη, όπου συνάντησε την σθεναρή αντίσταση από 130 στρατιώτες των Συμμαχικών Δυνάμεων, κάτω από τις εντολές δύο ηρωικών αξιωματικών.

Μετά από ολιγόωρη μάχη στον κεντρικό δρόμο της Ασίνης, αλλά με πολλές δεκάδες θυμάτων, συμφωνήθηκε με τον Ταγματάρχη Hosier των Συμμαχικών Δυνάμεων η παράδοση στους Γερμανούς, των εκατοντάδων που έμειναν πίσω.

 

Πρόγραμμα εκδήλωσης:

 

  • Επιμνημόσυνη δέηση.
  • Εισαγωγή στο χρονικό των ημερών.
  • Παρουσίαση συνεντεύξεων εννέα ατόμων που έζησαν την μάχη σε όλο μήκος της Ασίνης στις 27  Απριλίου 141.
  • Παρουσίαση στοιχείων που επιβεβαιώνουν τις μαρτυρίες τους, για την ύπαρξη μάχης στην Ασίνη με 200 περίπου θύματα.
  • Παρουσίαση λίστας θυμάτων με Άγγλους, Αυστραλούς και έναν Κύπριο.
  • Διάλογος με τους ενδιαφερομένους.
  • Επίλογος με προτάσεις από το σωματείο μας.

Διοργάνωση: «Το Καστράκι» Λαογραφικός Χορευτικός Όμιλος Ασίνης & Αγίας Παρασκευής – Δήμος Ναυπλιέων – Δ.Ο.Π.Π.Α.Τ.

 

Read Full Post »

Ασίνη


  

Ασίνη: Αρχαία παραλιακή κωμόπολη της Αργολίδος που αναφέρεται στην Ιλιάδα του Ομήρου. Τα ερείπιά της βρίσκονται στη θέση «Καστράκι» ή «Παλαιόκαστρο», κοντά στο Τολό, σε απόσταση 9 χλμ. από το Ναύπλιο

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Η Ασίνη ανήκε στο βασίλειο του Άργους και προϊστορικοί κάτοικοί της ήταν οι Δρύοπες. Το 740 π.Χ. καταστράφηκε από τους Αργείους και από την καταστροφή σώθηκε μόνο ο ναός του Πυθαέως Απόλλωνος. Οι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν ως άποικοι στη Μεσσηνία, όπου ίδρυσαν την ομώνυμη πόλη. Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες, που άρχισαν το 1922 από Σουηδούς αρχαιολόγους, βρέθηκαν ερείπια αρχαίου τείχους πλάτους 2 μέτρων και μήκους περίπου 125, ναού, νεκροπόλεως κ.ά. και εντοπίστηκε η σημερινή θέση της.

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Μυκηναϊκό ειδώλιο από την Ασίνη, γνωστό ως ο «άρχων της Ασίνης» (12ος αιώνας π.Χ.)

Με τις ανασκαφές αυτές ήλθαν στο φως κοσμήματα, χρυσοποίκιλτα ξίφη και το μυστηριώδες προσωπείο, «ο Άρχων της Ασίνης» (Lord of Asine, όπως το χαρακτήρισαν οι ξένοι), μικρό πορτραίτο από αργιλώδη γη, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ναυπλίου. Σώζονται επίσης ερείπια της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής.

Το όνομα Ασίνη έχει σήμερα  δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Ναυπλίου, με 1100 περίπου κατοίκους, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Τολό, και απέχει από το Ναύπλιο 8 χλμ.Το χωριό αυτό ονομαζόταν παλαιότερα Τζαφέρ Αγά, από το όνομα ενός Τούρκου τοπάρχη. Το ίδιο όνομα έχουν επίσης ένα χωριό της επαρχίας Πυλίας του νομού Μεσσηνίας, που κτίστηκε στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλεως, μία αρχαία πόλη της Λακωνίας 5 χλμ. ΝΔ του Γυθείου, μία πόλη της Κύπρου, που αναφέρεται από το Στέφανο Βυζάντιο, και μία πόλη της Κιλικίας στη Μικρά Ασία.

Γιώργος Σεφέρης

Ο Γιώργος Σεφέρης στην Ασίνη. Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971), που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, αποθανάτισε την Ασίνη, το αρχαίο λιμάνι κοντά στο Ναύπλιο, στο ποίημά του «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», από την συλλογή ποιημάτων του Deck Diaries B. Το ποίημα είναι ένα ελεγείο για τον χαμένο χρόνο, την ασημαντοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης και την ματαιότητα της δόξας. Ο Βασιλιάς της Ασίνης, που κυβερνούσε κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, ο Σεφέρης λέει γι’ αυτόν, ότι ήταν σίγουρα ένας παντοδύναμος άνδρας της εποχής του, και έπαιρνε αποφάσεις που επηρέαζαν τις ζωές των άλλων, έχει χαθεί, έχει εξαφανιστεί αλλά αναφέρεται στην Ιλιάδα. Τίποτα δεν έμεινε μακροπρόθεσμα, από το πέρασμα των ανθρώπων στον κόσμο, προειδοποιεί ο Σεφέρης.

 

Γιώργος Σεφέρης: Ο βασιλιάς της Ασίνης

Ασίνην τε…

ΙΛΙΑΔΑ

 

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο

αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα

πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου παγονιού

μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

 

Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ΄ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

  

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον  Όμηρο

μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.

 

Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως

σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα

κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.

Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα

παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:

«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»

 και τα παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι

κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

 

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους

ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι

μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:

ένα κενό παντού μαζί μας.

 

Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα

με σπασμένη φτερούγα σκήνωμα ζωής,

κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει

με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού

κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο

κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει

ο χείμαρρος του ήλιου με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

 

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις

αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα

και της  φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής

εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας

αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με

την απεραντοσύνη του πελάγου

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος

η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής

εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη

διάρκεια της  απελπισίας

ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μες στο βούρκο

εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

 

 Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:

«Ασίνην τε Ασίνην τε…».

Να ‘ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης

που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη

αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω στις πέτρες.

 

Ασίνη, καλοκαίρι ’38 – Αθήνα, Γεν. ’40

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • http://nylou.com

Read Full Post »

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή». Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά, Μπερμάντι, (Αργολίδα, 1922 – 1959)


 

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα με έδρα τη Στοκχόλμη που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας της Σουηδίας. Στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο στην νότια πλαγιά της Ακρόπολης στην περιοχή Μακρυγιάννη. Ιδρύθηκε το 1948 ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων ανασκαφών που πραγματοποίησαν Σουηδοί ερευνητές στην Ελλάδα από το 1922 έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1948 αιτήσεις για τις άδειες των Σουηδών αρχαιολόγων γίνονταν μέσω άλλων ξένων σχολών στην Ελλάδα. Από τότε και μέχρι σήμερα έχει αναπτύξει ένα σημαντικό αρχείο της εργασίας υπαίθριου (ανασκαφή και έρευνα) στην Κρήτη, καθώς και αρχαιολογικά προγράμματα που περιλαμβάνουν ανασκαφές στην Αφίδνα (Αττική), Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά και Μπερμάντι (Αργολίδα), Χανιά, Μάλθι (Μεσσηνία), Παράδεισος (Δυτική Θράκη), Ασέα (Αρκαδία) και Καλαυρεία (Πόρος).

 

Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή

 

Το πρώτο ευρύ σουηδικό ανασκαφικό πρόγραμμα στην Ελλάδα έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1920 στην αρχαία Ασίνη, σημερινό Καστράκι, που βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στο Τολό, νοτιοανατολικά του Ναυπλίου. Σύντομα ακολούθησαν και άλλα προγράμματα στην ίδια περιοχή, στα Δενδρά / Μιδέα και στο Μπερμπάτι (σημερινή Πρόσυμνα).

  

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Κύριος ανασκαφεύς σε όλες τις τοποθεσίες πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Axel W. Persson. Τα επιστημονικά αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν σε πολλά βιβλία και άρθρα και ο Persson έγραψε επίσης εκλαϊκευμένα έργα, τόσο για την Ασίνη όσο και για τα Δενδρά. Τα τελευ­ταία είναι γραμμένα στη σουηδική γλώσσα και δεν είναι ευπρόσιτα. Τόσο στις επιστημονικές εκδόσεις, όσο και στις εκλαϊκευμένες, γίνονται συχνά εμφανή και όσα συνέβαιναν πέρα από τις ανασκαφές. Στα ημερολόγια αναφέρεται πόσοι εργάτες είχαν απασχοληθεί και στα φωτογραφικά αρχεία έχουν αποτυπωθεί την ώρα της δουλειάς αλλά μερικές φορές και σε άλλες καταστάσεις.

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Εκείνη την εποχή μια ανασκαφή απασχολούσε γενικώς όλο το χωριό. Άνδρες, γυναίκες και έφηβοι έπαιρναν μέρος στις δραστηριό­τητες γύρω από το πρόγραμμα. Η αναλογία εργατών και αρχαιολόγων ήταν διαφορετική από σήμερα. Οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι. Με εξαίρεση την άνοιξη του 1922, όλοι οι εργάτες στο πρόγραμμα της Ασίνης ήταν από την περιοχή. Στο βιβλίο του Asine. De svenska utgràvningarna (Ασίνη, οι σουηδικές ανασκαφές), Ουψάλα 1931, ο Axel W. Persson αναφέρει ότι την άνοιξη του 1922 προσελήφθησαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Αρμένιοι, Άραβες και λίγοι Έλληνες, οι οποίοι μιλούσαν όλοι τουρκικά και ο Χρίστος ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ελληνικά.

Στην Ασίνη ο αριθμός των εργατών ποίκιλε από είκοσι ως τριάντα κατά την άνοιξη του 1922 και από τριάντα ως σαράντα στο τέλος του ίδιου χρόνου. Το 1924 απασχολήθηκαν δεκαπέντε με είκοσι εργάτες, το 1926 από είκοσι ως πενήντα και το 1930 μόνο πέντε ως δέκα. Οι αριθμοί βεβαίως αντανακλούν την έκταση των εργασιών κατά τα αντίστοιχα χρόνια. Συγκριτικά ο αριθμός των αρχαιολόγων και των βοηθών τους ποτέ δεν έφτασε τους δεκαπέντε και κάποιοι από αυτούς έρχονταν για μικρό χρονικό διάστημα.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ο Persson μας πληροφορεί επίσης ότι στις ανασκαφές του θολω­τού τάφου στα Δενδρά το 1926 είχαν απασχοληθεί δέκα άνδρες στην ανασκαφή και αργότερα μερικά κορίτσια για το κοσκίνισμα. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός των εργασιών, πράγμα που φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες από την Ασίνη. Οι άνδρες χρησιμοποιούσαν αξίνα, οι γυναίκες και οι έφηβοι φτυάρι και τα κορίτσια κοσκίνιζαν. Το πλύσιμο των οστράκων το είχαν αναλάβει οι γυναίκες, οι έφηβοι και, στο Μπερμπάτι, ακόμα και τα παιδιά.

 

Μπερμπάτι. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου και ο Axel Persson στην Παναγία. 1937 (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Οι φωτογραφίες δείχνουν τις γυναίκες από την Ασίνη να εργάζονται μαζί με τους άνδρες στη γη, ενώ στα Δενδρά/Μιδέα και στο Μπερμπάτι φαίνεται πως δεν συνέβαινε το ίδιο. Δεν γνωρίζουμε το γιατί, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αγρό­τες από τα Δενδρά/Μιδέα και το Μπερμπάτι ήταν σε καλύτερη οικο­νομική κατάσταση απ’ ότι οι ψαράδες στο Τολό. Το εισόδημα από τις ανασκαφές μπορεί να ήταν καλοδεχούμενο στην οικογένεια, αλλά στην Ασίνη ίσως περισσότερο απ’ ότι στα άλλα χωριά. Ο Ορέστης από τις Μυκήνες εργάστηκε στα Δενδρά ως μάγειρας για την ομάδα. Είχε ζητήσει να εργαστεί, καθώς ήταν αυτός που, ως οδηγός, είχε συνοδέψει την αμερικανίδα αρχαιολόγο Dorothy Burr στην ανακάλυψη του θολωτού τάφου. Ο Ορέστης, που πήρε μέρος επίσης στις ανασκαφές στο Μπερμπάτι, ήταν γιος του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης» στις Μυκήνες, ταβέρνα γνωστή για την εξαίρετη κουζίνα της.

 

Δενδρά. Οι αρχαιολόγοι (από αριστερά Erik Knudtzon, Νικόλαος Μπέρτος - έφορος της Αργολίδας - Axel W. Persson και Lie Lindback) λούζουν τα μαλλιά τους στο χωριό, υπό την επιτήρηση του νεαρού Ορέστη από τις Μυκήνες, γιου του ιδιοκτήτη της "Ωραίας Ελένης". (The Persson Papers, Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Για τα έτη 1936 και 1937 δεν υπάρχουν πληροφορίες για το εργα­τικό δυναμικό. Από την άλλη μεριά, ο κατάλογος του 1938 είναι μακρύς: Αντώνης Κρεμμύδας, Γιάννης Αλωνιστιώτης, Γεώργιος Πανούσης, Παναγιώτης Χρόνης, Παναγιώτης Κουτσούρης, Παναγιώτης Κρεμμύδας, Γιώργης Παπαϊωάννου, Ευθύμιος Αλωνιστιώτης, Δημήτριος Τέντζερης, Νικόλαος Κλώπας, Ιωάννης Αλωνιστιώτης, Μπάρμπας Γιώργος, Δημήτριος Τρίκκας, Δημήτριος Κοσμόπουλος, Κωνσταντίνα και Κώστας. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου ήταν η μοναδική γυναίκα, και από τις φωτογραφίες φαίνεται πως μαγείρευε για την ομάδα.

 

Μπερμπάτι. Ο ναός της Παναγίας από τα βορειοδυτικά. (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Ο Κώστας ήταν ο Κωνσταντίνος Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες. Πρόκειται αναμφίβολα για τον ίδιο Κώστα που ήταν προϊστάμενος το 1953, αλλά δεν αναφέ­ρεται στον κατάλογο αυτού του έτους που ακολουθεί. Όταν συγκρί­νουμε αυτόν τον κατάλογο με εκείνον του 1953, είναι φανερό πως τα πρόσωπα που αναφέρονται δεν προέρχονται όλα από το Μπερμπάτι, αλλά και από τις Μυκήνες.

Ο κατάλογος του 1953 περιλαμβάνει τους Αθανάσιο Κολιζέρα, Ευάγγελο Κολιζέρα, Δημήτριο Τέντζερη, Γιάννη Αλωνιστιώτη, Γιάννη Χριστόπουλο, Παναγιώτη Κολιζέρα, Νικόλαο Χριστόπουλο από τις Μυκήνες και τους Δημήτρη Γκότση, Νικόλαο Κλώπα, Αναστάσιο Κλώπα, Μιλτιάδη Μπελεσιώτη και Σπύρο Δήμα από το Μπερμπάτι, αν και οι Μπερμπατιώτες δεν εργάστηκαν τόσες μέρες, όσες οι Μυκηναίοι. Αυτή τη χρονιά εμφανίζεται ξανά το όνομα Κωνσταντίνα και υποθέτω πως πρόκειται για την ίδια Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου που εργαζόταν στις ανασκαφές από το 1938. Πληρωνόταν με 20.000 δραχμές την ημέρα το 1953, όταν οι άνδρες έπαιρναν 30.000. Για το έτος 1959 δυστυχώς έχουμε μόνο τα μικρά ονόματα αυτών που εργάστηκαν στις ανασκαφές: Θάνος, Νίκος, Παναγιώτης, Τάκης, Γιώργος, Άγγελος κι ακόμη ένας Θάνος, του οποίου ο πατέρας είχε πεθάνει. Μερικοί απ’ αυτούς τους άνδρες έχουν ταυτιστεί με κάποι­ους από τον κατάλογο των ανασκαφών του 1953.

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Στα Δενδρά και στο Μπερμπάτι οι ανασκαφές γινόταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ στην Ασίνη άρχιζαν γενικώς τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και μερικές φορές κρατούσαν ως το τέλος Ιουνίου (1924) και μια φορά, το 1926, ως τις 10 Ιουλίου. Η ανασκαφική περίοδος το 1924 διήρκεσε δυόμισι μήνες και το 1926 τρεις. Στην Ασίνη έγιναν ανασκαφές και το φθινόπωρο του 1922. Η διαφορετική χρονική έκτα­ση κάθε ανασκαφικής περιόδου εξηγεί ίσως τον μεγαλύτερο ή μικρό­τερο αριθμό εργατών που χρησιμοποιήθηκαν.

Στα τέλη του 1922, συμμετείχε στις ανασκαφές και ο  Βασιλιάς Γουσταύος VI Αδόλφος, ένθερμος ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Ήταν τότε Διάδοχος της Σουηδίας και το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία τον έκανε να πάρει την πρωτοβουλία για τις ανασκαφές στην Ασίνη και τον ώθησε να γίνει ένας από τους ιδρυτές του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι ο Διάδοχος πήρε ενεργό μέρος σε όλα τα προγράμματα στην Αργολίδα.

 

Ασίνη (Καστράκι) 1922-1930

 

Η αρχαία Ασίνη προσδιορίζεται από ένα βραχώδες ακρωτήριο, που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, κοντά στο Τολό. Μια ομάδα Γάλλων είχε αρχίσει τις έρευνες εδώ, όταν, το 1920, επισκέφθηκε το μέρος ο Διά­δοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος. Η ομορφιά του τοπίου τον προσέλκυσε. 

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους, όταν άκου­σαν πως ο Διάδοχος ενδιαφερόταν να ξεκινήσουν ανασκαφές από Σουηδούς. Συστάθηκε τότε στη Σουηδία μια επιτροπή με τον Διάδοχο πρόεδρό της. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922. Με δική του μάλιστα παρέμβαση εκδόθηκε το 1938 η μελέτη των Ο. Frödin και A.W. Persson, Asine. Results of the Swedish excavations 1922-1930.

Ο Frödin και ο Person ήταν οι διευθυντές των ανασκαφών. Ερεύνησαν όχι μόνο την Ακρόπολη και την ελαφρώς επικλινή βόρειο κλιτύ της, αλλά επίσης μέρος της νοτίου και της ανατολικής κλιτύος του λόφου Μπαρμπούνα, απέναντι. Ανακάλυψαν περισσότερο ή λιγό­τερο συνεχή ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώιμη εποχή του χαλκού ή την αρχή της τρίτης χιλιετηρίδας π.Χ. ως την ύστερη αρχαιό­τητα, σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ.

Η Ασίνη δεν υπήρξε ποτέ πολύ σημα­ντική τοποθεσία στην Αργολίδα, έπαιξε όμως σπουδαίο ρόλο στην ιστορία ως ασφαλές και καλά προστατευμένο λιμάνι. Η στρατηγική της σπουδαιότητα μαρτυρείται από την τοποθεσία, όπου σήμερα διασώ­ζονται κυρίως τα ελληνιστικά οχυρώματα.

Στα οχυρώματα αυτά έγι­ναν προσθετικά έργα την περίοδο της τουρκοκρατίας και ξαναχρησιμο­ποιήθηκαν από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ανασκαφές στην Ασίνη ξανάρχισαν στη δεκαετία του 1970 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα σουη­δικά και στα αγγλικά μια ευρεία μελέτη για την περιοχή του Carl Gustaf Styrenius, Asine. A Swedish excavation site in Greece (Medelhavsmuseet, Skrifter 22) Stockholm 1998, στην οποία περιλαμβάνεται και χρήσιμη βιβλιογραφία.

 

Δενδρά/Μιδέα

 

Ενώ εργαζόταν στην Ασίνη, στα 1926, ο Axel W. Persson προσεκλήθη να ανασκάψει τον θολωτό τάφο στα Δενδρά, στα ανατολικά του Αργολικού Κάμπου. Ο τάφος περιείχε εκπληκτικά ευρήματα, για παράδειγμα το χρυσό κύπελλο με το χταπόδι που σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο Persson συνέχισε την έρευνα και σε άλλους θαλαμοειδείς τάφους το επόμενο έτος και ξανά το 1937 και το 1939. Κατά την τελευταία ανασκαφική περίοδο ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ακρόπολη κοντά στη Μιδέα με τα καλοδιατηρημένα οχυρώματά της από τον 13ο αιώνα π.Χ.

 

Δενδρά. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του θολωτού τάφου το 1926, οι αρχαιολόγοι κοιμόνταν στον δρόμο του τάφου κάθε βράδυ από το φόβο των αρχαιοκαπήλων. (The Person Papers, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Ο Persson ανακάλυψε πως ήδη στα μέσα της εποχής του χαλκού ή στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετηρίδας, η ακρόπολη είχε κατοικηθεί και ξανακατοικήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, τον 13ο και τον 14ο αιώνα π.Χ. Ο Axel W. Persson εξέδωσε τα αποτελέσματα των ερευ­νών του στους τόμους The royal tombs at Dendra near Midea, Lund 1931 και New tombs at Dendra near Midea, Lund 1942. Οι ανασκαφές στη Μιδέα συνεχίζονται με τη συνεργασία ελλή­νων αρχαιολόγων και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Μπερμπάτι 1935-1939, 1953 και 1959

 

Ουσιαστικά θεωρούμε ότι οι παλιές ανασκαφές στο Μπερμπάτι περι­λαμβάνουν και τις ανασκαφικές περιόδους της δεκαετίας του 1950, καθώς οι έρευνες της περιόδου 1935-1939 δεν ολοκληρώθηκαν εξ αιτίας του πολέμου. Οι εργασίες που έγιναν κατά τη μεταπολεμική περίοδο συμπληρώνουν αυτές που έγιναν πριν τον πόλεμο.

 

Μπερμπάτι. Ανασκαφή του εργαστηρίου αγγειοπλαστικής στην ανατολική κλιτύ του Μαστού. Τρεις από τους άνδρες έχουν αναγνωριστεί. Αριστερά ο Παναγιώτης Κρεμμύδας ο άνδρας με το μαντήλι στο κεφάλι είναι ο πατέρας του Αντώνιος Κρεμμύδας αριστερά του ο Γεώργιος Πανούσης (;). (Αρχείο Μερμπατιού).

 

Ο Axel W. Persson ξεκίνησε τις έρευνες στο Μπερμπάτι, ανασκάπτοντας πρώτα το θολωτό τάφο, το 1935, ο οποίος είναι γνωστός στην περιοχή ως – Ο Τάφος του Δασκάλου – στοχεύοντας μετά στο Μαστό, το λόφο από ασβεστόλιθο, αυτό το τόσο χαρακτηριστικό πέτρωμα στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Μπερμπατιού. Στο Μαστό υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώι­μη νεολιθική εποχή, την έκτη χιλιετηρίδα π.Χ. Υπάρχει επίσης ένας μικρός οικισμός της πρώιμης εποχής του χαλκού, την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ., αλλά η δεύτερη χιλιετηρίδα έχει περισσότερο ενδιαφέρον για τον επιστημονικό κόσμο. Στο πρώτο μισό αυτής της χιλιετηρίδας υπάρχει σαφής μαρτυρία παραγωγής κεραμικών, που συνεχίζεται για περίπου εξακόσια χρόνια.

 

Ο Κώστας Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες ήταν προϊστάμενος. Εδώ καθώς ανασκάπτει το εργαστήριο αγγειοπλαστικής. 1938 (φωτ. Βο Ηellman, Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι στην κοιλάδα υπήρχαν εργαστήρια κεραμικής καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας της. Ο Persson δεν δημοσίευσε τίποτα ο ίδιος, αλλά οι συνεργάτες του, που ήταν υπεύθυνοι για τα διάφορα μέρη της ανασκαφής. Δεν χρειά­ζεται να αναφερθεί πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση εξ αιτίας του πολέμου.

 

Μουσείο Ναυπλίου. Η Σουηδική Αίθουσα στο μουσείο, πιθανόν κατά τα εγκαίνια μετά το 1930. Οι βιτρίνες αγοράστηκαν από την Επιτροπή για την Ασίνη. Στο βάθος της αίθουσας υπάρχει η σουηδική σημαία. Ο κύριος Νικόλαος Γριμάνης, η σύζυγός του και δυο από τα παιδιά τους ήταν παρόντες. Το αντικείμενο μπροστά στο δάπεδο προέρχεται από τον θαλαμοειδή τάφο στα Δενδρά και βρέθηκε το 1927. (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Τα ακόλουθα δημοσιεύματα πραγματεύονται το παλιό υλικό που ανευρέθη:

Gοsta Saflund, Excavations at Berbati 1936-1937, Stockholm 1965. Πραγματεύεται τον οικισμό από την τρίτη χιλιετηρί­δα π.Χ. και τους θαλαμοειδείς τάφους που ανακαλύφθηκαν στις χαμηλότερες πλαγιές του Φυτεσούμι, βόρεια του Μαστού.

 

Ναύπλιο, ο δρόμος προς την πλατεία Συντάγματος με το Τριανόν, που τότε ήταν καφενείο. 28 Οκτωβρίου 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ο Erik J. Holmberg ανέσκαψε και δημοσίευσε έναν θαλαμοειδή τάφο δυτικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, A Mycenaean champer tomb near Berbati in Argolis, Goteborg 1983. H Barbro Santillo Frizell δημοσίευσε «The Tholos tomb at Berbati» στο Opuscula Atheniensia 15, 1984. H μελέτη του Ake Akerstrom για την μυκηναϊκή εικονιστική κεραμική που παραγόταν στον Μαστό εκδόθηκε το 1987 στην εκδοτική σειρά του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών (Berbati. Vol. 2. The pictorial pottery.) Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γίνει επιφανειακή έρευνα στην κοιλάδα και οι ανασκαφές συνεχίζονται από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

Αθήνα, Σεπτέμβρης 1998

Berit Wells

Σημείωμα του Berit Wells, στον κατάλογο της Έκθεσης, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή», που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου, από τις  24 Οκτωβρίου, έως τις  14 Νοεμβρίου 1998, στα πλαίσια των εορτασμών των 50 χρόνων από την ίδρυση του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.    

 

 

Read Full Post »

Το κάψιμο του Ιούδα, Πασχαλινό έθιμο της Ασίνης


 

Η Ασίνη (Πιν. ΙΓ’, 1) είναι το μοναδικό χωριό της Αργολίδας[1]που διατηρεί σήμερα το «κάψιμο του Γιούδα», γραφικό λαμπριάτικο έθιμο. Το έθιμο τούτο, που το θυμάται από τα παιδικά του χρόνια και ο γεροντότερος Ασιναίος, είναι γνωστό και από άλλες ελληνικές περιοχές, αποτελεί  μια θεαματική λαϊκή τελετή, που εντάσσεται στις εορταστικές εκδηλώσεις της ανοίξεως και του Πάσχα. Ενώ όμως έχουμε σχετικές περιγραφές από άλλα ελληνικά χωριά,δεν υπάρχει καταγραφή του εθίμου της Ασίνης. Αξίζει, λοιπόν, να περιγράψουμε την ιδιόμορφη τούτη γιορτή, που παλαιότερα είχε μεγάλη αίγλη, να δούμε τα κύρια χαρακτηριστικά της, την καταγωγή της και, τέλος, να επιχειρήσουμε μια γενικότερη ερμηνεία της.

Η Ασίνη δεν έχει άλλα ιδιαίτερα λαογραφικά στοιχεία από τα λοιπά χωριά του κάμπου, που είναι γνωστά σαν Δρεπανοχώρια.Όλα αυτά τα χωριά, μικρά και νοικοκυρεμένα, σκαρφαλωμένα σε μικρούς λόφους μέσα στον κάμπο, όπου άλλοτε οι κάτοικοι τους καλλιεργούσαν σιτάρι, αμπέλια, ελιές, καπνό και κηπευτικά και σήμερα αποκλειστικά, σχεδόν, εσπεριδοειδή, ακολούθησαν τη ζωή και την τύχη τ’ Αναπλιού, με το οποίο άμεσα επικοινωνούν. Η επικοινωνία τους αυτή με ένα διοικητικό κέντρο πανελλήνιας ακτινοβολίας είχε ως αποτέλεσμα και την πολιτιστική τους εξάρτηση απ’ αυτή την πρωτεύουσα. Έτσι δεν έχουν, εκτός από τα κοινά πανελλήνια έθιμα, ιδιόμορφες συνήθειες, για τις οποίες θ’ άξιζε ιδιαίτερη μνεία.

Μόνο το κάψιμο του Ιούδα διαφοροποιεί λαογραφικά την Ασίνη από τ’ άλλα χωριά του αναπλιώτικου κάμπου. Είναι δε χαρακτηριστικό πως, ενώ τα γειτονικά: Τσέλο, Λευκάκια, Δρέπανο – εκτός του Τολού που έχει κρητική προέλευση – προσπάθησαν κατά καιρούς να μιμηθούν το έθιμο τούτο της Ασίνης, δεν μπόρεσαν να το σταθεροποιήσουν και να το διατηρήσουν πάνω από 3-5 χρόνια.

Η Μεγάλη Σαρακοστή ήταν για τους Ασιναίους περίοδος πολύ κοπιαστική. Μετά τις γιορτές της Αποκριάς, άρχιζαν οι δουλειές των ξωμάχων στ’ αμπέλια και στα περιβόλια. Έπρεπε να περιποιηθούν τ’ αμπέλι, να ξεβοτανίσουν το σιτάρι, να φυτέψουν τα ζαρζαβατικά, αναμένοντας τη σοδειά του καλοκαιριού. Έτσι η μεγάλη γιορτή της Λαμπρής ήταν μια ανάπαυλα μέσα στον ανοιξιάτικο μόχθο.

Τα παιδιά, ιδιαίτερα, άρχιζαν τις προετοιμασίες τους από νωρίς, πριν από τις σχολικές διακοπές. Έπρεπε να προμηθευτούν από τ’ Ανάπλι βεγγαλικά, τρακατρούκες και, πριν απ’ όλα, μπαρούτη, να ετοιμάσουν τα βαρελότα και τις ρουσιέτες. Αυτά απαιτούσαν λεπτή τεχνική, στην οποία επιδίδονταν κυρίως οι έφηβοι και οι άντρες. Τα παιδιά περιορίζονταν στα «κλειδιά», που τα γέμιζαν με μπαρούτη και προκαλούσαν έτσι έκρηξη, χτυπώντας τα με μια πρόκα.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Κέντρο όμως και αποκορύφωμα αυτής της πολεμικής προετοιμασίας ήταν η κατασκευή του ομοιώματος του Ιούδα και η «εκτέλεσή του». Οι νέοι τον φιλοτεχνούσαν με μεράκι, ενώ οι μεγάλοι ετοίμαζαν την πανοπλία τους για την ώρα της εκτελέσεώς του. Οι γιορτές άρχιζαν το βράδυ της Κυριακής των Βαΐων, όταν ακούονταν, δειλά, οι πρώτες εκπυρσοκροτήσεις με την είσοδο του Νυμφίου, και τελείωναν με τον εσπερινό της Αγάπης, ανήμερα τη Λαμπρή με τις οδομαχίες.

Η κυρίως γιορτή περιείχε παλαιότερα τρία στάδια: 1ο Το φτιάξιμο του Ιούδα μέσα στον αχυρώνα. 2ο  Την περιφορά του με το κάρρο μέσα στο χωριό και το στήσιμό του πάνω στο ικρίωμα και 3ο  το κάψιμό του και το γενικό πόλεμο, μικρών και μεγάλων. Τη φροντίδα για το ομοίωμα του Ιούδα την είχαν 8-10 παιδιά, ηλικίας 16-18 χρονώ, καμμιά φορά και μικρότερα. Αφού συνεννοούνταν από τις αρχές της Μεγαλοβδομάδας, έκαναν την τελική συνάντηση το βράδυ του Μ. Σαββάτου σ’ ένα καλύβι.

Εκεί μάζευαν τα υλικά της κούκλας: ένα μακρύ παντελόνι, ένα σακκάκι, μια νεροκολοκύθα, αρβύλες, γάντια και μια τραγιάσκα. Το άχυρο ήταν τότε άφθονο. Μετά έφευγαν για την Ανάσταση, που γιορταζόταν μέσα σε πανδαιμόνιο κρότων από τις εκρήξεις συχνά αυθεντικού πολεμικού υλικού. Μετά την Κατοχή, μερακλήδες Ασιναίοι εύρισκαν δυναμίτιδες και νάρκες, που τις ξέχωναν, με κίνδυνο της ζωής τους πάντοτε, από τα αντιαρματικά Γερμανοϊταλικά έργα στην παραλία της Πλάκας, για να «λαμπρύνουν» μ’ αυτές την Ανάσταση[2].

Πριν από το λαμπριάτικο τραπέζι του μεσημεριού, οι νεαροί τεχνίτες ετοίμαζαν τον Ιούδα: Παραγέμιζαν το παντελόνι και το σακκάκι με άχυρο και μετά τα συνέδεαν με σύρμα λεπτό ή χοντρό σπάγγο. Τη ραφή την κάλυπταν συνήθως με μια στρατιωτική ζώνη. Ιδιαίτερη λεπτότητα τεχνικής απαιτούσε το κεφάλι του Προδότη.

Συχνά ήταν μια ζωγραφιστή νεροκολοκύθα ή ένα γεμισμένο τόπι που το κάλυπτε μια μάσκα, απομεινάρι της Αποκριάς. Το κεφάλι έπρεπε να προσαρμοσθή κατάλληλα, ώστε να ξεχωρίζη ο λαιμός από τον κορμό. Τα μάτια, η μύτη, τα φρύδια, και το μουστάκι έπρεπε να ζωγραφισθούν παραστατικά, ώστε ν’ αποδίδουν πρόσωπο πολύ πονηρό. Δεν έλειπε και η τραγιάσκα με το γείσο υπερυψωμένο, ώστε να διακρίνεται καθαρά το πρόσωπο του αχάριστου μαθητού.

Τέλος, προσαρμοζόταν στο υπογάστριο ο φαλλός: ένα ξερό κολοκύθι με δυο στρογγυλά «μποτσίκια», σε μεγάλο μέγεθος. Ήταν έτσι έτοιμος ο Ιούδας, γύρω στις 9-10 το πρωί, και ο παλαιότερος μάστορης, που επιστατούσε, έδινε την έγκρισή του για την έξοδο. Τον ανέβαζαν τότε απάνω σ’ ένα κάρρο και τον έστηναν σε μια καρέκλα, όρθιο ή ελαφρά καθιστό. Τελευταία έμπαινε η επιγραφή, καλλιγραφημένη στο στήθος: «Ιούδας ο Προδότης».

Μετά άρχιζε το σεργιάνι μέσα στα σοκάκια του χωριού. Πήγαινε μπροστά το κάρρο με τον Ιούδα (Πιν. ΙΓ’, 2) και τους μαστόρους του και ακολουθούσαν τα παιδιά με τροκάνια, σφυρίχτρες, τρακατρούκες και βαρελότα.

Όταν η πομπή είχε πια περάσει απ’ όλα τα σοκάκια, κατέληγε στην «Κόντρα» (Πιν. ΙΔ’, 4) μικρό λοφίσκο 100 περίπου μέτρα δυτικά του Αϊ-Δημήτρη – πολιούχου της Ασίνης. Εκεί κρέμαγαν τον Ιούδα πάνω σε μια ξύλινη κρεμάλα, στημένη σε γερή βάση. Η οριζόντια κεραία εξείχε και εκεί δενόταν συχνά ο Προδότης. Το τοπίο με το ικρίωμα θύμιζε τον «Κρανίου τόπον», όπως τον εικόνιζε παραστατικά τοιχογραφία της Σταυρώσεως στη γειτονική εκκλησία του Αϊ-Τρύφωνα.

Το μεσημέρι άφηναν τα παιδιά την Κόντρα και γύριζαν στα σπίτια τους για το τραπέζι της Λαμπρής. Κανείς δεν θα πείραζε το μελλοθάνατο προ της ώρας του. Άλλη όμως ήταν η κατάσταση στα γειτονικά χωριά, που μιμούνταν το έθιμο της Ασίνης: Ένα μεσημέρι του 1953 οι Λευκακιώτες έκλεψαν το στημένο Γιούδα του Τσέλου την ώρα του φαγητού. Ακολούθησε λαμπριάτικος καυγάς ανάμεσα στα δυο χωριά και από τότε οι Τσελιώτες έβριζαν τους Λευκακιώτες «κλεφτογιουδάδες».

Το απόγευμα της Λαμπρής, κατά τις 5, χτυπούσε η καμπάνα της Αγάπης. Ήταν η ώρα της πιο επίσημης εμφανίσεως, ιδιαίτερα των γυναικών. Οι εκτελεστές όμως του Ιούδα δεν πήγαιναν στον Αϊ-Δημήτρη, έμεναν έξω στο προαύλιο – στην «πλακόστρωση» – ή συχνά ανηφόριζαν πάνοπλοι προς την Κόντρα (Πιν. ΙΓ’, 3).

Υπήρχε τόση βιασύνη στο εκκλησίασμα για το επικείμενο θέαμα, ώστε παλαιότερα ο παπάς, μετά τον ασπασμό του Ευαγγελίου, έβγαινε κι αυτός από την εκκλησία και διάβαζε την απόλυση στην Κόντρα. Αλλιώς δεν θα έμενε ψυχή ως το τέλος της ακολουθίας. Οι θεατές έπαιρναν ημικυκλική θέση γύρω από το εκτελεστικό απόσπασμα. Πίσω από τον κατάδικο –βοριοδυτικά – απαγορευόταν η κυκλοφορία.

Η εκτέλεση άρχιζε με την καθιερωμένη ανάγνωση της καταδικαστικής αποφάσεως. Κάποιος γραμματιζούμενος Ασιναίος είχε γράψει ένα δεκάρικο λογύδριο, μια – δυο σελίδες, με το αιτιολογικό της καταδίκης: η προδοσία του Χριστού. Αξιοσημείωτο είναι ότι συχνά ταυτιζόταν ο Προδότης με πρόσωπα της επικαιρότητας.

Έτσι τον καιρό της εξεγέρσεως των Κυπρίων κατά των Άγγλων, ο Ιούδας ταυτίστηκε με τον Χάρτιγκ και έφερε στρατιωτική στολή. Τη χρονιά της απριλιανής δικτατορίας, κάποιος φανατικός του νέου καθεστώτος του φόρεσε ημίψηλο πολιτικού φαυλοκράτη (Πιν. ΙΔ’, 5) και του διάβασε ένα βαρυσήμαντο κείμενο πολιτικής καταδίκης, κάτω από τα επιτιμητικά βλέμματα των τυφεκιοφόρων που βιάζονταν.

Μετά την πτώση της δικτατορίας, κάποιοι νεαροί είχαν προμηθευθή το πουλί της 21ης και ετοιμάζονταν να ντύσουν τον Ιούδα χουντικό, που πρόδωσε την Κύπρο. Οι μεγάλοι όμως, φρόνιμοι και μυαλωμένοι, έκριναν ότι δεν έπρεπε αυτή τη φορά να εκδηλωθή ο Ιούδας πολιτικώς.

 Γυρεύεις, τους είπαν, ποιος ξέρει του χρόνου τα γυρίσματα. Θέλετε να σας καλούν στο Τολό, στην αστυνομία; Έτσι ο Ιούδας δεν τουφεκίστηκε ως χουντικός.

Αφού τελείωνε η ανάγνωση της ετυμηγορίας, ο επικεφαλής του αποσπάσματος πρόσταζε: Πυρ! Τότε διμούτσουνες, γκράδες, αργότερα ντουφέκια εγγλέζικα, γερμανικά, ιταλικά, όλα πλιάτσικο και κρυμμένα ως τότε, στις μέρες μας δίκαννα και καραμπίνες εκπυρσοκροτούσαν με μιας. Στόχος όλων το κεφάλι του Προδότη. Ο καλός σκοπευτής σημάδευε τα μάτια και την τραγιάσκα.  

Δεν ξεχώριζες όμως τη δεινότητά του μέσα στις ομοβροντίες. Το μένος της χριστιανικής εκδικήσεως ήταν τέτοιο, ώστε, όταν πια διαλυόταν το ανδρείκελο, οι εκτελεστές χτυπούσαν ακράτητοι τα ξύλα της κρεμάλας. Τέλος, μετά από 10-15 λεπτά πυρός ομαδόν, εδίδετο η χαριστική βολή και τα λείψανα του κατάδικου καίγονταν μέσα σε γενική αγαλλίαση.

Οι τυφεκιοφόροι του αγήματος γύριζαν βιαστικά στα σπίτια τους, έβγαζαν την εξάρτυσή τους και έπαιρναν πολεμοφόδια για την επικείμενη μάχη. Το ίδιο έκαναν μικροί και μεγάλοι. Διάλεγαν στρατηγικά σημεία εφόδου στον κεντρικό δρόμο του χωριού, που οδηγεί στο Τολό. Οι φρόνιμοι είχαν βγάλει τα γιορτινά τους και φορούσαν τα «λιάπικα». Είχαν εφοδιασθή με βαρελότα και ρουσιέτες.

Χωρίζονταν σε δυο παρατάξεις, τους πάνω και τους κάτω. Η διαχωριστική γραμμή ήταν στο μέσο του δρόμου, στο σημερινό περίπτερο της Ασίνης. Κρατούσαν απόσταση 80-100 μέτρα. Το σύνθημα της επιθέσεως δινόταν με τις φράσεις:

– Τα μασάτε; έλεγαν οι απάνω.

– Τα μασάμε, απαντούσαν οι κάτω.

Έτσι άρχιζε η σύγκρουση, ανελέητη, με εκσφενδονιζόμενα πυροτεχνήματα. Οι γυναίκες και τα παιδιά παρακολουθούσαν φοβισμένα από τα μπαλκόνια. Όταν ορμούσαν οι αντίπαλοι, τους απομάκρυναν οι άλλοι με πυραυλοφόρες βολές. Για να ‘χουν μεγάλο βεληνεκές οι ρουσιέτες, τις συνέδεαν οι παλαιότεροι μ’ ένα καλαμάκι που έδινε σ’ αυτές μεγάλη ορμή.

Αυτά ήταν τα «σαϊτάρια», τέχνη επιδέξιων μαστόρων της Ασίνης τον καιρό της ακμής του εθίμου. Ο πόλεμος, μέσα σε βροντές, καπνούς, γιουχαΐσματα και βλαστήμιες, με εναλλασσόμενες προελάσεις και οπισθοχωρήσεις, βαστούσε μιαν ώρα περίπου. Μετά εκφυλιζόταν στα σοκάκια. Ήταν πάντοτε πολύ επικίνδυνος. Συχνά το βαρελότο ή το σαϊτάρι χτυπούσε σε ζωντανό στόχο.

Αν εύρισκε την τσέπη του αντιπάλου, όπου φύλαγε τα πυρομαχικά του, εκείνος έπαιρνε φωτιά και καιγόταν. Έτρεχε τότε στην απάνω ή στην κάτω βρύση και προσπαθούσε να σβησθή. Έγιναν πολλά τέτοια ατυχήματα κατά καιρούς και πολλοί τραυματίες κατέφυγαν στα δικαστήρια. Αλλά οι δράστες, αν βρίσκονταν, πρόβαλλαν στερεότυπα την ίδια δικαιολογία:

– Έθιμο παμπάλαιο, κύριε πρόεδρε.

Η κατασκευή των βαρελότων ήταν πάντοτε επικίνδυνο εγχείρημα. Πολλές φορές τύχαινε να πάρουν φωτιά μέσα στο φούρνο, όπου τα έβαζαν να στεγνώσουν. Όχι σπάνια τα εύρισκε στη «λιάστρα» η κατσίκα και μασούσε το εξωτερικό χορτάρι που τα έσφιγγε. Τότε παίρναν φωτιά στο στόμα της. Έτσι μερικοί στο τραπέζι της Λαμπρής έτρωγαν όχι αμνόν σιτευτόν, αλλ’ αναγκαστικά γρια γκιόσα, πρώτο θύμα των πασχαλινών πολεμοφοδίων.

Την ώρα της μάχης η κυκλοφορία στο δρόμο σταματούσε. Αν κανένας οδηγός αυτοκινήτου, στα νεώτερα χρόνια, τολμούσε να περάση τα οχυρά, οι Ασιναίοι ξέσπαγαν στο όχημά του, που βγαίνοντας απ’ το χωριό έφερνε εξωτερικά έκδηλα τα ίχνη της εξ Ασίνης πασχαλινής διελεύσεώς του. Όταν πια είχε σουρουπώσει για καλά, οι αντίπαλοι συμφιλιώνονταν όλοι, κριτίκαραν την τελετή του Ιούδα και γύριζαν κατάκοποι στο βραδυνό τραπέζι.

Είδαμε ως εδώ μια σύντομη περιγραφή του εθίμου, που όσο πάει και σβήνει. Δεν γίνονται πια οι οδομαχίες και ο ταλαίπωρος Ιούδας εκτοπίσθηκε από τον «Κρανίου τόπον». Η Κόντρα φυτεύτηκε ελιές. Εφέτος (1976) η εκτέλεση έγινε στον Άγιο Κωνσταντίνο, κοντά στη στροφή του Τολού, όπου υπάρχουν τουριστικά κέντρα.

Η νέα κατάσταση δικαιολογήθηκε με την πρόφαση πως ο Ιούδας συγχρονίστηκε πια και μπορεί η τελετή του να τέρπη και τους περαστικούς τουρίστες, ώστε να προβάλλεται ευρύτερα το χωριό.

Ωστόσο, δυο ερωτήματα προβάλλουν στο μελετητή του εθίμου: α) Από που ήρθε το έθιμο στην Ασίνη και β) ποιο είναι το νόημά του. Θα προσπαθήσω να δώσω μια σύντομη εξήγηση.

Το πρώτο ζήτημα συνδέεται με την προέλευση των Ασιναίων. Φαίνεται πως το αρχικά μικρό Τζαφέρ – Αγά μετά την Επανάσταση εποικίσθηκε από ξένους διαφόρων περιοχών, που κατέβηκαν από την ορεινή Αργολίδα, Κορινθία, Αρκαδία, από την Ύδρα, Ερμιονίδα, κ.α. Πολλοί ήταν τσοπάνηδες. Τούτο προδίδει το επώνυμο ωρισμένων Ασιναίων και μαρτυρούν οι οικογενειακές τους παραδόσεις.

Από το Φωτάκο, μαθαίνουμε πως ο Παπα-Θοδόσης Μπούσκος – Οικονόμου, παπάς της Ασίνης κατά την κήρυξη της Επαναστάσεως, ήταν φιλικός και φροντιστής στην πολιορκία του Ναυπλίου. Φαίνεται ότι κατέβηκε στο Τζαφέραγα από την ορεινή Ναυπλία. Ένας από τους πρώτους προεστούς του χωριού, σύγχρονος του Παπα-Θοδόση ήταν ο Παναγιώτης Χρίστου ή Χριστόπουλος, αγωνιστής κι αυτός του 21, που ήρθε από την Ύδρα, σύμφωνα με τη βέβαιη παράδοση της οικογενείας του.

Μαζί του εγκατεστάθησαν στο Τζαφέραγα και δυο του ανίψια, της οικογενείας Χρίστου, που πήραν εδώ τα επώνυμα Τζαβέλλας («φέσα σαν του καπετάν Τζαβέλλα») και Σκανδάλης («σκάνταλο στην τράτα του θείου του Παναγιωτάκη»), τους οποίους είχε πλήρωμα στο καΐκι του κατά τη διάρκεια του Αγώνα και ύστερα. Ένας άλλος νεοφερμένος στο χωριό από την Ερμιονίδα ήταν ο Δαμιανού.

Ορισμένοι «ελάσσονες» αγωνιστές πήραν κτήματα από το Δημόσιο μετά την Παλιγγενεσία, με ειδικά παραχωρητήρια, σαν αποτίμηση της προσφοράς τους. Και ο Παπα-θοδόσης και ο Χριστόπουλος και άλλοι Ασιναίοι πήραν τέτοια κτήματα στον κάμπο της Ασίνης. Ήταν φυσικό, οι νεοφερμένοι να έφεραν εδώ παλιές συνήθειες του τόπου τους, που συγχωνεύτηκαν με τις ντόπιες παραδόσεις.

Νομίζω, λοιπόν, ότι το έθιμο που μελετάμε, το έφερε από την Ύδρα ο Παναγιώτης Χριστόπουλος με τους άλλους συμπατριώτες του σαν εκδήλωση, που έδινε λαμπρότητα στο Πάσχα της νέας τους πατρίδας. Στο νησί τους το κάψιμο του Ιούδα ετελείτο με λαμπρότητα το 19ο αιώνα. Και σήμερα η τελετή εξακολουθεί να γίνεται, εκτός από την Ύδρα, στις Σπέτσες και στα παρακείμενα χωριά της Ερμιονίδας[3].

Επειδή οι Υδραίοι αυτοί έζησαν και πρόκοψαν στην Ασίνη, το έθιμο ρίζωσε στο χωριό. Ότι αυτή είναι η καταγωγή του εθίμου, δείχνει μια άλλη λεπτομέρεια: Σύμφωνα με την παράδοση, στη φροντίδα για την ετοιμασία του Ιούδα πρωτοστατούσαν ανέκαθεν οι Τζαβελλαίοι και οι Σκανδαλαίοι.

Η αφετηρία του εθίμου, όπως δείχνει η έρευνα, πρέπει να τοποθετηθή στα χρόνια του Παπα-Γιώργη Μηναίου, του διαδόχου του Παπα Θοδόση, στην Ασίνη, από το 1825. Ας σημειωθή ακόμα, ότι στην ακμή του φθάνει, μέσα στο 19ο αιώνα, στην περίοδο της ιεροσύνης του γιου του Παπα-Γιώργη, Παπα-Παντελή Μηναίου (†1902)[4]. Οπωσδήποτε, μετά τους διαφόρους πολέμους (Βαλκανικούς, δυο παγκοσμίους) παρουσίαζε έξαρση, όπως φανερώνουν σχετικές αφηγήσεις των γερόντων.

Για την ερμηνεία του εθίμου είναι αναγκαία μια ευρύτερη θεώρηση της θρησκευτικής εκφράσεως του ελληνικού λαού. Τίθεται το ερώτημα: Το έθιμο του Ιούδα ανεπτύχθη μέσα σε γνήσια χριστιανική παράδοση ή είναι παγανιστικό κατάλοιπο; Μια πρώτη προσέγγιση του ζητήματος δείχνει ότι το έθιμο τούτο έχει μεν επίφαση χριστιανική, αλλά στην ουσία του είναι αρχαιοελληνική επιβίωση.

Με την άποψη αυτή θα συμφωνούσε η λαογραφική έρευνα, η οποία συναντά και άλλες παρόμοιες συνήθειες στη νεώτερη λαϊκή παράδοση και δίνει ανάλογη ερμηνεία. Το μεγάλο πλήθος ποτέ δεν κατάλαβε βαθιά τη χριστιανική μεταφυσική, την απάρνηση του σώματος για μια μεταθανάτια δικαίωση.

Επηρεάζεται βέβαια από την θεολογία των καθαρά θρησκευόμενων, αλλά με τη δική του προσληπτική ικανότητα, η οποία δεν επιφέρει μεγάλες αλλαγές στη συμπεριφορά του. Η ψυχή του δεν μεταβάλλεται ριζικά από τη νέα πίστη, η οποία γίνεται αποδεκτή με τα παλαιά σύμβολα της ελληνικής μυθοπλασίας. Για το μεγάλο, το ανώνυμο πλήθος δεν υπάρχει ξαφνική conversion.

Το νέο, το χριστιανικό όραμα του κόσμου χρωματίζεται από τις παλαιότερες εκφραστικές συνήθειες, που αποτελούν τη γέφυρα του παλαιού και του νέου. Έτσι ο Άδης εξακολουθεί να είναι ο κάτω κόσμος, σκοτεινός και αφιλόξενος όπως αποκαλύπτεται στα ελληνικά μοιρολόγια.

Η Ανάσταση φαίνεται πως γιορτάζεται σαν συνέχεια της αναστάσεως του Άδωνη[5], συμβολισμός οικείος στο λαό, που ζωντανεύει με την εαρινή αναγέννηση της ελληνικής φύσεως. Ο Ιούδας, ειδικώτερα, είναι ένα πρόσωπο του θείου δράματος, που για τον Έλληνα, ιδιαίτερα του 19ου αιώνα, συνδέεται άμεσα με τη «μπαμπεσιά», την οποία ανέκαθεν απεχθάνεται. Ο απλοϊκός άνθρωπος, που συντηρεί ευλαβικά την παράδοση, δεν κατανοεί το «μυστήριο» του Ιούδα: Ήταν το προωρισμένο όργανο που συνέβαλε στη σωτηρία ή απλά ο αχάριστος μαθητής, που πρόδωσε το Δάσκαλό του; Το δεύτερο το καταλαβαίνει καλύτερα.

Έτσι, την ημέρα της Λαμπρής εκδηλώνει το μίσος του με την παραδειγματική καταδίκη του προδότη. Από τα στοιχεία, λοιπόν, του χριστιανικού πάθους προσοικειώνεται τα συγγενή και τα πρόσφορα στην ψυχοσύνθεση και στην εκφραστικότητά του. Υπήρχε στον ελληνικό χώρο μια παμπάλαια παράδοση βδελυγμίας προς τον προδότη και την προδοσία, όπου βρήκε πρόσφορο έδαφος η απέχθεια του νεόφυτου χριστιανού προς το πρόσωπο του Ιούδα.

Έτσι η διαπόμπευσή του πέρασε στο χριστιανικό λαό ως παραδειγματική πράξη στιγματισμού της θεοκτονίας. Ο Ιούδας ήταν ο αποδιοπομπαίος τράγος, που πάνω του ο λαός φόρτωσε όλα τα εγκλήματα, τα όποια έγιναν κατά το Πάθος. Συμβόλιζε, γενικώτερα, κάθε μισητό και αντιλαϊκό υποκείμενο, που η παρουσία του ρύπαινε την πόλη. Έτσι ο χριστιανικός αντισημιτισμός βρήκε προσωπικό στόχο.

Ο προδότης έπρεπε ν’ αποβληθεί, θεαματικά, από την κοινότητα των πιστών. Αναζητώντας αυτή την παράδοση, στα πλαίσια της οποίας βρήκε, φαίνεται, την έκφρασή του το έθιμο του Ιούδα, μπορούμε, να αναχθούμε ως την αρχαία λαϊκή γιορτή των Θαργηλίων (Απρίλιος-Μάιος), που ήταν αφιερωμένη στον Απόλλωνα. Το εξιλαστήριο θύμα λεγόταν, τότε, φαρμακός, που στην κλασσική και μετέπειτα περίοδο κατάντησε συνώνυμο βρισιάς (=κάθαρμα, λέρα).

Σε περίπτωση θεομηνίας, λιμού, επιδημίας ή άλλης συμφοράς, η πόλη αισθανόταν την ανάγκη καθαρμού με ανθρωποθυσία – τα αρχαϊκά χρόνια. Συνήθως ο φαρμακός ήταν ένας κατάδικος, που ο λαός της Ιωνίας περιέφερε στους δρόμους της πόλεως, τον μαστίγωνε με χλωρά κλαδιά και τελικά τον σκότωνε. Μετά έκαιγαν το σώμα του πάνω σε κλαριά άκαρπων δέντρων και πετούσαν την τέφρα του στη θάλασσα.

Μπορούσε να χρησιμοποιηθή στη γιορτή και ένας σκύλος. Ο βυζαντινός γραμματικός και ποιητής Ιωάννης Τζέτζης μας διασώζει το έθιμο με τους έξης πολιτικούς στίχους:

 Ο φαρμακός το κάθαρμα τοιούτον ην το πάλαι.

Αν συμφορά κατέλαβε πόλιν θεομηνία,

είτ’ ούν λιμός είτε λοιμός είτε και βλάβος άλλο,

των πάντων αμορφότερον ήγον ως προς θυσίαν,

εις καθαρμόν και φάρμακον πόλεως της νοσούσης.

Εις τόπον δε τον πρόσφορον στήσαντες την θυσίαν,

τυρόν δε δόντες τη χειρί και μάζαν και ισχάδας[6],

επτάκις γαρ ραπίσαντες εκείνον εις το πέος

σκίλλαις[7], συκαίς αγρίαις τε και άλλοις των αγρίων,

τέλος πυρί κατέκαιον εν ξύλοις τοις αγρίοις

και την σποδόν εις θάλασσαν έρραινον εις ανέμους(…).

 

Το έθιμο του φαρμακού ήταν πανελλήνιο με μικρές παραλλαγές κατά τόπους και διάφορες περιόδους. Στην Αθήνα, όπως παραδίδει ο Αλεξανδρινός ρήτορας Αρποκρατίων (πιθανόν β’ αι. μ.Χ.) στο «Λεξικόν των Δέκα Ρητόρων», «δύο άνδρας ε ξ ή γ ο ν καθάρσια εσομένους της πόλεως εν τοις Θαργηλίοις, ένα μεν υπέρ των ανδρών, ένα δε υπέρ των γυναικών ότι δε όνομα κύριόν έστιν ο Φαρμακός, ιεράς δε φιάλας του Απόλλωνος κλέψας και αλούς υπό των περί τον Αχιλλέα κατελεύσθη, και τα τοις Θαργηλίοις αγόμενα τούτων απομιμήματά έστιν, Ίστρος εν τω α’ των Απόλλωνος επιφανειών είρηκεν».

Όπως βλέπουμε σ’ αυτό το απόσπασμα, γίνεται προσπάθεια ν’ αναχθή το έθιμο στα ηρωικά ελληνικά χρόνια και να ερμηνευθή ως μίμηση συγκεκριμένου γεγονότος. Και εδώ αναζητείται, από τη μεταγενέστερη παράδοση, επώνυμος κακοποιός, για να εξηγηθή η αφετηρία του εξαγνισμού της πόλεως κατά την εορτή των Θαργηλίων.

Ο μύθος, λοιπόν, πλάθεται και εδώ ως απαραίτητο λειτουργικό στοιχείο μέσα στα πλαίσια της ελληνικής θρησκευτικής παραδόσεως, ο οποίος συχνά κατέληγε σε καλλιτεχνική έκφραση. Στην πραγματικότητα όμως ερμηνεύεται έτσι η πανάρχαια ανάγκη του καθαρμού της πόλεως από τα ανίερα στοιχεία που τη βεβήλωναν. Η τελετουργία αυτή, όπως μας εξηγεί ο ιστορικός της αρχαίας ελληνικής θρησκείας Μ. Ρ. Νilsson, δεν ήταν ακριβώς θυσία, αλλά εξαγνισμός, ο οποίος δρούσε αυτόματα, χωρίς την επέμβαση του θεού, και είχε ως σκοπό να απομακρύνη το μίασμα από την πόλη και τους αγρούς. Γι’ αυτό περιέφεραν, ανάμεσά τους, το φαρμακό.

Παρόμοιο έθιμο καθαρμού, με ανάμικτα στοιχεία θυσίας και αυτομάτου εξαγνισμού, βρίσκουμε και στους αρχαίους Εβραίους. Κατά την  μεγάλη ημέρα του Εξιλασμού, ο αρχιερέας πρόσφερε στον Ιεχωβά, ανάμεσα στις άλλες θυσίες, και έναν τράγο για τη συγχώρηση των αμαρτιών του λαού. Έπαιρνε αρχικά δυο τράγους και τους τοποθετούσε μπροστά στη σκηνή του Μαρτυρίου.

Μετά έρριχνε κλήρους, έναν για τον τράγο της θυσίας που έφερνε την επιγραφή «τω Κυρίω» και έναν για τον αποδιοπομπαίο τράγο με την επιγραφή «τω Αζαζέλ» (=τω Σατανά). Με την κλήρωση εκφραζόταν το θείο θέλημα. Ο πρώτος τράγος θυσιαζόταν «περί αμαρτίας». Μετά ο αρχιερέας επέθετε τα χέρια του πάνω στο κεφάλι του αποδιοπομπαίου τράγου και ωμολογούσε φωναχτά τις αμαρτίες του λαού.

Έτσι ο τράγος έπαιρνε πάνω στη ράχη του τα κρίματα του λαού και τα μετέφερε στην έρημο του διαβόλου: «Και επιθήσει Ααρών τας χείρας αυτού επί την κεφαλήν του χιμάρου (=τράγου) του ζώντος και εξαγορεύσει έπ’ αυτού πάσας τας ανομίας των υιών του Ισραήλ και πάσας τας αδικίας αυτών και πάσας τας αμαρτίας αυτών και επιθήσει αυτάς επί την κεφαλήν του χιμάρου του ζώντος και εξαποστελεί εν χειρί ανθρώπου ετοίμου εις έρημον και λήψεται ο χίμαρος ε φ’  ε α υ τ ώ τας αδικίας αυτών εις γην άβατον, και εξαποστελεί τον χίμαρον εις την έρημον».

Τα μεταγενέστερα χρόνια, κατά την εορτή του Εξιλασμού, οι Εβραίοι έρριχναν τον τράγο σ’ ένα γκρεμό, για να πάρη έτσι ο καθαρμός θεαματικώτερο χαρακτήρα, συνήθεια που μας θυμίζει το έθιμο του φαρμακού στις ελληνικές περιοχές.

Η παραβολή του σημερινού εθίμου προς εκείνα της αρχαιότητας και ιδιαίτερα προς το έθιμο του φαρμακού δείχνει πως προϋπήρχαν οι εθιμικοί  τύποι, για να συνέχιση μετέπειτα ο λαός την τελετή με χριστιανικά σύμβολα. Κάτι ανάλογο που έγινε, όπως είναι γνωστό, και σε άλλες χριστιανικές εκδηλώσεις και λατρευτικά έθιμα με την ευελιξία της αρχαίας Εκκλησίας, η οποία στις ειδωλολατρικές συνήθειες προσπαθούσε να δώση νέα πνευματικότητα.

Όπως εξηγεί ο καθηγητής Ανδρέας Φυτράκης, «εξωχριστιανικαί συνήθειαι παρελαμβάνοντο ή ήσαν υπ’ αυτής (της Εκκλησίας) ανεκταί, εάν και μόνον δεν αντέκειντο προς τας ιδίας αυτής θεμελιώδεις διδασκαλίας και δεν υπενθύμιζον κατά απαράδεκτον τρόπον την ειδωλολατρικήν πράξιν».

Έτσι εξηγείται γιατί η Εκκλησία δεν καταπολέμησε το έθιμο του Ιούδα, όπως λ.χ. τα Αναστενάρια, όπου υπερτερεί έκδηλα ο παγανισμός. Μελετώντας, ειδικώτερα, το έθιμό μας από τη σκοπιά αυτή, διαπιστώνουμε έτσι ότι και στη χριστιανική του έκφραση εξακολουθεί να διατηρή πολλές αρχαιοελληνικές καταβολές. Το κάψιμο του Ιούδα, πριν απ’ όλα, είναι ένα δημόσιο  θέαμα, σαν κι αυτά που συντηρούσαν ανέκαθεν την κλίση του Έλληνα στα πανηγύρια. Αυτή η ροπή έδινε την ευκαιρία για ποικιλόμορφες λαϊκές εκδηλώσεις και αυτοσχεδιασμούς, που εντάσσονταν όμως πάντοτε σε παμπάλαιους εκφραστικούς τύπους.

Τούτη η ανάγκη εδημιούργησε την εποπτική τέλεση των Παθών του Κυρίου, όπως βλέπουμε στο τυπικό της Μ. Εβδομάδας. Στην Ανατολή και στη Δύση, τα λεγόμενα χριστιανικά μυστήρια ήταν ανάλογη προσπάθεια εκφράσεως των Παθών με θεατρικά σχήματα, που το Μεσαίωνα παριστάνονταν στον περίβολο των εκκλησιών. Και εδώ έχουμε λαϊκό θέαμα.

Στην περίπτωση του Ιούδα, επανέρχεται έντονα στο λαό η βαθειά αγάπη του για πανηγυρισμό μετά τη μακριά και κουραστική Σαρακοστή. Οι ξωμάχοι του κάμπου, μετά το πένθος της Μεγαλοβδομάδας, θέλουν να χαρούν και να ξεφαντώσουν τη μέρα της Λαμπρής.

Με το ανδρείκελο του Ιούδα μπορούν να εκφρασθούν ως Έλληνες χριστιανοί, φέρνοντας μαζί τους, βέβαια, αρχαίες παγανιστικές συνήθειες: μασκαρέματα, λαϊκή πομπή, σφυρίγματα, κροτίδες, φωτιές, φαλλικά έθιμα, βωμολοχίες κ.α.[8]. Από μορφολογική λαογραφική επισκόπηση, το κάψιμο του Ιούδα εντάσσεται, ειδικώτερα, στις εαρινές πυρές, που αρχίζουν την Αποκριά και τελειώνουν – μετά την ανάπαυλα της Σαρακοστής[9] – τη Μ. Εβδομάδα[10] με αποκορύφωση την Ανάσταση, που το μήνυμά της προσφέρεται για τέτοιους πανηγυρισμούς.

Πρέπει όμως να τονίσουμε εδώ, ότι το έθιμο μ’ αυτά τα ετερόκλητα στοιχεία μπόρεσε να επιβιώση, γιατί το συντηρεί η καθαρά χριστιανική παράδοση. Όχι μόνο γιατί προϋποθέτει το χριστιανικό εορτολόγιο, αλλά ακόμα γιατί το συντροφεύει η λαϊκή πίστη. Ο τυφεκιοφόρος της Κόντρας δεν θα μπορούσε να σημαδεύη το ανδρείκελο στο ικρίωμα, αν δεν πίστευε βαθιά πως συμμετέχει έτσι στις εκδηλώσεις αναπαραστάσεως των Παθών, που η ίδια η Εκκλησία τελεί τη Μ. Εβδομάδα. Γι’ αυτό ο Ιούδας εκτελείται πάντοτε στον περίβολο της εκκλησίας.

Παρατηρούμε, δηλαδή, πως το έθιμο δεν είναι μια απολιθωμένη παράσταση που συντηρεί έναν παλαιικό τύπο, όπως συμβαίνει στα καθαρά εθνικά κατάλοιπα, αλλά ένας αναγκαίος παρεκκλησιαστικός επίλογος στο Πάθος του Κυρίου, που ζει έντονα η λαϊκή ψυχή όλη τη Μ. Εβδομάδα.

«Σκοτώνοντας το Γιούδα», ο Ασιναίος πιστεύει ότι συμβάλλει έτσι στην απονομή της δικαιοσύνης, που επιβάλλει η λογική των ύμνων, τους οποίους ακούει στις ακολουθίες των Παθών. Έτσι η ένταση της συγκινήσεως που δέχεται σ’ αυτό το διάστημα, και η αγαλλίαση που φέρνει η Ανάσταση, δικαιολογούν την επιθετικότητά του, η οποία παίρνει τα χαρακτηριστικά μιας ομαδικής εκδικήσεως.

Γιατί οι τυφεκιοφόροι είναι εδώ οι ένοπλοι οπαδοί του Χριστού, όπως θα τους ήθελε η βυζαντινή ευαισθησία. Απέναντί τους έχουν το μισητό Προδότη, που, αν έπιαναν ζωντανό την ώρα της «παραδόσεως», μπορούσαν να τον λυντσάρουν. Αυτό το μένος είναι παρόν την ώρα της εκτελέσεως στην Κόντρα. Μέσα σ’ αυτό το λαϊκό αυθορμητισμό διοχετεύονται και συντηρούνται τα παγανιστικά σύμβολα σαν υποδεέστερα μεν, αλλ’ οργανικά στοιχεία της όλης τελετής.

Η πιο πέρα έρευνα δεν θα μπορούσε, ίσως, να μας δώση λεπτομερή στοιχεία για το  πως πέρασε ακριβώς το έθιμο από τον αρχαίο κόσμο στο χριστιανικό. Η αναγωγή που κάναμε ως το φαρμακό, δείχνει πως ο λαός κρατάει επίμονα στην ψυχή του σταθερά βιωματικά σύμβολα, που έρχονται και ξανάρχονται στην επιφάνεια σαν θεμελιακά αρχέτυπα.

Αυτά τα βιώματα μορφοποιούνται κάθε τόσο και αποκρυσταλλώνονται σε ιστορικά  πρόσωπα, ανάλογα με τον πολιτισμικό περίγυρο. Έτσι, ενώ τα πολιτισμικά μορφώματα αλλάζουν, οι βιωματικές σταθερές εξακολουθούν να λειτουργούν με νέα σύμβολα. Ένα τέτοιο λαϊκό αρχέτυπο είναι ο προδότης Ιούδας. Έτσι συναιρούνται παλαιά και νέα σύμβολα χωρίς πολλή καθαρότητα, γιατί η λαϊκή ψυχή δεν φθάνει ως την εποπτεία, όπως βιώνει την πίστη ο ανεπτυγμένος χριστιανός. Η συγγένεια, λοιπόν, των συμβολικών στοιχείων ερμηνεύεται από αυτή την εμπειρική αφετηρία, που υπάρχει στο βάθος κάθε λαϊκής εκδηλώσεως. Τούτη η αρχή έχει χαραχτήρα υπεριστορικό και υπερθρησκευτικό, γιατί εκφράζει γνήσια το αιώνιο λαϊκό αίσθημα.

Μετά από αυτά, μπορούμε να καταλήξουμε στο  συμπέρασμα, πως το κάψιμο του Ιούδα είναι ένα έθιμο με ανάμικτα ελληνικά και χριστιανικά στοιχεία, σαν απήχηση των επιρροών που εδέχθη μέσα στους αιώνες ο λαός μας. Δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε εδώ την ελληνική αισθαντικότητα από την ιουδαϊκή πνευματικότητα, γιατί η συνήθεια έχει παλαιότερη ακόμα καταγωγή και γιατί και οι δυο έχουν συγχωνευθή και έχουν μορφοποιηθή σε αυθεντική λαϊκή έκφραση.

Ο ελληνικός λαός δέχεται κατά καιρούς διάφορα πολιτιστικά στοιχεία, αλλά τα αφομοιώνει με το δικό του φυλετικό αισθητήριο, που το διακρίνει η μυθοπλασία και η παραστατικότητα. Αυτό είναι το γνώρισμα της ελληνικής ευαισθησίας, που διατηρείται αναλοίωτη μέσα στους αιώνες.

 

Πάνος Λιαλιάτσης

Καθηγητής  Θεολόγος 

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα.

Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4-6 Δεκεμβρίου 1976), Πελοποννησιακά, Περιοδικόν της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών, Εν Αθήναις, 1979.  

 
 
Υποσημειώσεις

[1] Στη Νέα Κίο το βράδυ της Μ. Παρασκευής, την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου, «καίνε το Βαραββά», έθιμο που το έφεραν στην Αργολίδα, μετά το 1922, οι πρόσφυγες από την Κίο της Μ. Ασίας. Μπήγουν στο έδαφος μια σωλήνα, ίσαμε δυο μέτρα ύψος, που την περιβάλλουν με ξερά χόρτα. Πάνω στην οριζόντια κεραία της κρεμούν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Βαραββά. Όταν περάση ο Επιτάφιος από κείνο το μέρος, βάζουν φωτιά στα ξερόχορτα και καίνε το ανδρείκελο. Το έθιμο τούτο είναι ανατολική παραλλαγή του εθίμου του Ιούδα.

[2] Αλησμόνητος παραμένει ο μπαρμπα-Γιάννης Κωστόπουλος, ο λεγόμενος Σωτηρόγιαννης (†1974), πού μετά την Κατοχή φύλαγε πάντα μια νάρκα για την ώρα της Αναστάσεως. Έβγαινε τα μεσάνυχτα στην «Τάπια» και με το ρολόι στο χέρι ή με το άκουσμα της καμπάνας έβαζε φωτιά στο φυτίλι. Η έκρηξη ήταν τρομερή και εδονείτο όλος ο κάμπος της Ασίνης.

[3] Τα κατοικούσαν κυρίως αλβανόφωνοι (Ερμιόνη, Πόρτο-Χέλι, Δίδυμα). Μια σύγκριση του εθίμου της Ασίνης μ’ εκείνο της Ύδρας δείχνει πολλές ομοιότητες. Οι κυριώτερες διαφορές είναι: α’. Στην Ύδρα το έθιμο μπορεί να τελεσθή και τη Δευτέρα του Πάσχα, ενώ στην Ασίνη πάντα ανήμερα, β’. Ο Ιούδας ντύνεται εκεί συχνά με κόκκινη χλαμύδα —κατάλοιπο, φαίνεται, μνήμης από τ’ αναγνώσματα της Μ. Εβδομάδας.

[4] Ο Παπα-Γιώργης Μηναίος (πρώην Παναγιωτόπουλος, 1800-1875), φερμένος στο Τζαφέραγα από τη Γκούρα, κατά την οικογενειακή του παράδοση, χειροτονήθηκε ιερέας στη μονή του αγίου Νικολάου Σπετσών, το 1825, από τον «πρώην Τριπόλεως Διο­νύσιο». Διαδέχτηκε στον άγιο Δημήτριο της Ασίνης τον Παπα-Θοδόση, που στο μεταξύ κατοικούσε στ’ Ανάπλι, λόγω των νέων του καθηκόντων στη Μητρόπολη και στη Δι­οίκηση («επιστάτης των προσόδων» επαρχίας Ναυπλίας —βλ. Γ. Χώρα, όπ. παρ.). Ο γιος του, Παπα-Παντελής Μηναίος (1833-1902), διεδέχθη τον πατέρα του ως εφημέ­ριος της Ασίνης το 1865. Και οι δυο τους ήταν εργατικοί και φιλοπρόοδοι. Τα στοιχεία αυτά προέρχονται από «ενθυμήσεις» του Παπα-Παντελή σε λειτουργικό Ευαγγέλιο του πατέρα του (Ενετίησι, 1754), που το κληρονόμησε ο εγγονός του πρώτου, Παπα-Ανάστα­σης Ορφανός, και σήμερα το κατέχει ο γιος του, κ. Κυριάκος Ορφανός.

[5] Για τα νεοελληνικά έθιμα γύρω από την ανάσταση της φύσεως και το συμβολισμό της, Γ. Μέγα, όπ. παρ., σσ. 185-191. Στις Μυκήνες, το παλιό Χαρβάτι, ανεβίωσε (1977) το παλιό έθιμο του «πεθαμένου» με την πρωτοβου­λία του Λαογραφικού Πελοποννησιακού Ιδρύματος Β. Παπαντωνίου, που έχει την έδρα του στο Ναύπλιον. Το έθιμο εντάσσεται στις γιορτές της ανοίξεως. Οι μοιρολογίστρες «κλαίνε» με ιλαρότητα τον πεθαμένο γύρω στη φωτιά, που κείτεται μέσα στην κάσα κατά­φορτος από τσουκνίδες. Ο πεθαμένος «ανασταίνεται» —πηδάει από την κάσα του – στο προαύλιο της εκκλησίας την ώρα που φουντώνει το γλέντι των πανηγυριστών, που έχουν ντυθή παλιές τοπικές στολές – ανάμεσά τους κι ένας «παπάς». Το έθιμο τούτο επα­ναφέρει αρχαιοελληνικές μνήμες και είναι καθαρή «παράσταση». Η κατάνυξη όμως που διακατέχει τη χριστιανική ψυχή τη Μ. Εβδομάδα, είναι σημάδι ζωντανής πίστεως, ότι «κατεπόθη ο θάνατος εις νίκος» (Α’ Κορινθ., ιε’ 54). Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της γνήσιας χριστιανικής τελετής από τα παγανιστικά «δρώμενα».

[6] Αρμαθιά από ξερά σύκα, σύμβολο αποτροπής του κακού. Απ’ εδώ η άλλη ονομασία του φαρμακού – σύβακχος (=συκόβακχος). Πρβλ. Ε. des Places,La Religion Grecque, Paris 1969, σ. 93.

[7] Με σκιλλοκρέμμυδα, κοινώς μποτσίκια. Ακόμα διατηρείται η πίστη στα χωριά της Αργολίδας πως, αν τριφτούν τα γεννητικά μόρια με μποτσίκι, ερεθίζονται και διογκώ­νονται. Η σκίλλα ή παράλια χρησιμοποιόταν στην αρχαιότητα σε αγνιστικές τελετές, όπως στην περίπτωση του φαρμακού (βλ. Θεοφράστου, Χαρακτήρες, XVI, 13). Είναι τυ­χαίο άραγε το γεγονός πως και στο έθιμο του Ιούδα χρησιμοποιούσαν, καθώς είδαμε, οι παλαιότεροι Ασιναίοι βολβούς σκίλλας για υποδήλωση του φαλλού; Ή μήπως πρόκειται για την ίδια πανάρχαια συνήθεια, που ενσωματώθηκε στο νεώτερο έθιμο;

[8] Στη μεσαιωνική Δύση τα αστεία και οι βωμολοχίες, που προκαλούσαν τα γέλια του λαού «εις αποζημίωσιν της μακράς νηστείας», λέγονταν μέσα στις εκκλησίες, αντί κηρύγματος, την Κυριακή του Πάσχα σε ειδικές φαιδρές παραστάσεις. Η συνήθεια αυτή, που χαρακτήριζε τις διαθέσεις του μεγάλου πλήθους, είναι γνωστή ως «πασχάλιος γέλως» (Β. Στεφανίδου, ό.π., σ. 541).

[9] Τέτοιες αποκριάτικες φωτιές ανάβονταν παλαιότερα στις τρεις γειτονιές της Ασίνης: Αλώνια, Άγιο – Δημήτρη, Κάτω Βρύση. Οι νέοι, μασκαρεμένοι συνήθως, πηδούσαν τις φωτιές, χόρευαν και ξεφάντωναν, μαζί με τους μεγάλους, ως τις πρωινές ώρες.

[10] Τη Μ. Εβδομάδα οι Ασιναίοι δεν ανάβουν φωτιές, καίνε όμως θυμίαμα πάνω σε μεγάλη θράκα κατά την περιφορά του Επιταφίου. Ο Επιτάφιος, στολισμένος περί­τεχνα από τα κορίτσια με λουλούδια του κήπου τους, περιφέρεται σε όλο το χωριό με τρεις «στάσεις». Το πλήθος περνάει από κάτω «για ευλογία» την ώρα που βγαίνει από τον Αϊ-Δημήτρη. Στην περιφορά οι νοικοκυρές καίνε λιβάνι έξω στην πόρτα τους, απ’ όπου περνάει η Ιερή πομπή. Μετά το τέλος της ακολουθίας, καθένας παίρνει λουλού­δια του Επιταφίου «για το καλό του σπιτιού». Βλ. ανάλογες συνήθειες σε άλλες περιο­χές Γ. Μέγα, ό.π., σ. 160 -161.

Read Full Post »

Δυτικά του Ομήρου (Βιβλιοπαρουσίαση)


Η τελευταία ποιητική συλλογή του Γιάννη Α. Φίλη, «Δυτικά του Ομήρου» που μόλις κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μελάνι (2009), είναι μια αναζήτηση του αρχέγονου πάθους της ζωής που οδηγεί τον άνθρωπο μέσα από τις ιδιοτροπίες του χρόνου, σχεδόν με βιολογική αναγκαιότητα. Αυτό το πρωτογενές πάθος ξεδιπλώνεται στις δύο ενότητες που έχει το βιβλίο και σε τόπους που ο ποιητής έχει ζήσει: την Ασίνη, το Ναύπλιο, τα Χανιά, την Κεντρική και Βόρεια Αμερική.

  

Η ποιητική γεωγραφία του Γιάννη Φίλη. 

Πάνος Λιαλιάτσης


 

Η ποίηση σήμερα στην Ελλάδα καλλιεργείται από εκατοντάδες ποιητές που εκδίδουν συνεχώς συλλογές, με δικά τους έξοδα, χωρίς το ευρύ κοινό που τις παρακολουθούσε πριν από μερικές δεκαετίες. Οι ποιητές είναι περισσότεροι των αναγνωστών! Γιατί η ποίηση, με τη διάδοση του σουρεαλισμού και της “αυτόματης γραφής”, έγινε εύκολη μανιέρα, μέσα στη “θολούρα” των μοντέρνων εραστών της, που ανακοινώνουν τα βιώματά τους κρυπτικά μέσα σε πελάγη μυστικών στίχων χωρίς τη ραχοκοκαλιά του συγκεκριμένου.

Ο αναγνώστης μάταια προσπαθεί να προσεγγίσει τον ποιητή, να ενστερνιστεί κάποιο μήνυμά του και τελικά πετάει τη συλλογή οργισμένος και απογοητευμένος. Ωστόσο, μερικοί ποιητές ξεχωρίζουν μέσα στο πλήθος των ομοτέχνων τους, γιατί η έμπνευσή τους έχει λυρικό έρμα και εκφράζει κάποιο προσπελάσιμο νόημα. Αλλά και αυτοί έχουν ανάγκη τον ερμηνευτή τους, που θα τους πλησιάσει με κάποια ειδικά “κλειδιά”, για να αποκρυπτογραφήσει τους στίχους τους.

Είναι η περίπτωση του Γιάννη Φίλη, ενός ποιητή που πρόσφατα κυκλοφόρησε την πέμπτη συλλογή του “Δυτικά του Ομήρου” (σελ. 76, εκδόσεις “Μελάνι”), του οποίου θα προσπαθήσω να ερμηνεύσω μερικά ποιήματά του. Ο Γιάννης Φίλης κινείται στον ομηρικό κύκλο της Οδύσσειας και προϋποθέτει, δομικά, το γνωστό ποίημα του Γιώργου Σεφέρη “Ο βασιλιάς της Ασίνης”, τίτλος με τον οποίο ο νομπελίστας ποιητής μας έγινε γνωστός στην Ευρώπη με τη μετάφραση στα Αγγλικά των ποιημάτων του (Λονδίνο, 1948). Σημειώνω δύο σχετικούς τίτλους ποιητικών συλλογών του Γιάννη Φίλη: “Αρχάριος Οδυσσέας” (Μεταίχμιο, 2004) και “Ελπήνωρ – ένας χορτοφάγος χωρίς μνήμη” (Kάκτος, 2005).

Η αρχαία Ασίνη έγινε αρχικά γνωστή από τις ανασκαφές των Σουηδών στη δεκαετία του 1920, ακολούθησαν τα ποιήματα του Γ. Σεφέρη και του Ν. Καρούζου (“Στην Ασίνη οι πορτοκαλιές”) και το 1976 η “Aρκτική ζώνη” του Γιάννη Φίλη. Έτσι πλουτίστηκε το ομηρικό “Ασίνην τε”, που έγινε ευρύτερο ποιητικό σύμβολο.

Ο Γιάννης Φίλης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1950 και σπούδασε στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο ηλεκτρολόγος μηχανικός και ύστερα στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας UCLA, όπου πήρε το διδακτορικό του δίπλωμα και δίδαξε αρχικά. Είναι σήμερα καθηγητής στο πολυτεχνείο Κρήτης, του οποίου διετέλεσε επί δεκαετία πρύτανης. Διδάσκει “Eπιστήμη των Συστημάτων”, που προϋποθέτει εφημορσμένα Μαθηματικά. Επιδίδεται στη σχετική ανάλυση και παράλληλα στην Οικολογία, για την οποία πέρσι βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών. Ποίηση, λοιπόν, και Μαθηματικά, δύο αγάπες αξεχώριστες, σύμφωνα με την πλατωνική επίκληση. Τις πρώτες του αναμνήσεις από τη γενέτειρά του μας τις έδωσε με το αφήγημά του “Μια σταγόνα στο χείμαρρο” (2007), που εξεδόθη στη Νέα Υόρκη.

Το βιβλίο του Γιάννη Φίλη “Δυτικά του Ομήρου”, που θυμίζει –τυχαία- το γνωστό στίχο του Οδυσσέα Ελύτη “δυτικά της λύπης”, αναφέρεται στο κάστρο της Αρχαίας Ασίνης, δυτικά του ανατολίτη Ομήρου, και στη γύρω περιοχή, όπου πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια.

Το πρώτο μέρος, “Λέξεις φυτρωμένες στις Πέτρες”, αναπαριστά τα πρώτα βιώματα και σκιρτήματά του. Είναι η παραλιακή ζώνη από το κάστρο έως τη Σπηλιά –ανατολικά- του Δρεπάνου, γνωστή ως “Πλάκα”. Μπροστά ανοίγεται το πέλαγος, όπου βλέπεις τρία ξερονήσια: την Πλατιά, την Ψηλή και τη Ρόβη, απέναντι από το Τολό.

Κοντά στο κάστρο, όπου κατασκήνωσαν στην Κατοχή οι Ιταλοί που μαζί με τους Γερμανούς ναρκοθέτησαν όλη την Πλάκα για τον κίνδυνο της συμμαχικής απόβασης, υπάρχει μια μικρή λίμνη, ο Γλυφός, όπου καταλήγει ο Δαφνοπόταμος, χείμαρρος που κατεβαίνει από το Αραχναίο. Στα χρόνια της Κατοχής, οι Ασιναίοι έβγαζαν νάρκες και πωλούσαν το δυναμίτη. Πολλοί σκοτώθηκαν σ’ αυτή την προσπάθειά τους. Στην Πλάκα σήμερα έχουν αναπτυχθεί πολλά κάμπινγκ που έχουν αλλοιώσει την παραλία.

Κοντά σ’ αυτήν, υπήρχε το εργοστάσιο κονσερβών “Πεταλούδα” του Τάσου Φίλη, πατέρα του ποιητή, που μνημονεύεται συχνά στους στίχους του. Τούτο το περιβάλλον μνημειώνει ο ποιητής στη δεκαετία του 1950. Δίνει ονόματα αρχαιοπρεπή σε όσους ανθρώπους σχετίζονται με την Ασίνη, επηρεασμένος από τους ποιητές που την εξύμνησαν. Έτσι ο πατέρας του παίρνει το όνομα Οδυσσέας, ο θείος του Κώστας, Μενέλαος κλπ.

Ο ποιητής εξομολογείται: “Η ζωή μου σε άνεμο ανείπωτο/ όταν την Πρώτη θάλασσα άκουσα./ Ήταν τότε που οι πανταχόθεν λέξεις/ εξηγούσαν των ανθρώπων τα έργα αλάθητα/ και χώρος για αμφβιβολία δε μου δόθηκε (…) Με σχημάτισαν η θάλασσα/ και οι πέτρες –Ασίνην τε.”

Ο σεφερικός Ελπήνωρ επανέρχεται: “Στα μέρη αυτά έτσι φτιάχνουμε σκαριά/ λέει ο Ελπήνωρ/ ένοικος στο κάμπινγκ στο Γλυφό δίπλα/ αφού με προσοχή σκότωσε τα στάχυα και τις πέτρες/ και οι τουρίστριες τον φωτογραφίζουν” (…) “Ο υγρότοπος που σκότωσαν του Ελπήνορα οι σύντροφοι/ (Γλυφό τον λέγανε)/ ο σπάρος που διάβαζε με προσοχή την άμμο/ και η φωνή που μ’ έσυρε απ’ το πρώτο φως/ που ο ήλιος βύθιζε στη λήθη τ’ άστρα/ ως την ημέρα που είδα τον τυφλό Πολύφημο/ να γράφει την Ιστορία της φυλής ίδια και απαράλλαχτα:/ Ασίνην τε”. (Η πρώτη θάλασσα).

Ξαναγυρίζει ο ποιητής στην κατοχική Ασίνη, που την συμπλέκει με την Ομηρική και αφηγείται την ιστορία του χωριού του: “O Έκτορας το ‘41 έβγαζε νάρκες στην αρχαία ακτή./ Οι Γερμανοί τον δίκασαν μπροστά σ’ όλο το χωριό/ τον έστησαν στις σκελετωμένες αμυγδαλιές/ -ο πατέρας του στην πρώτη σειρά./ (…) Τον δέσανε για να ‘ναι όρθιος./ Με το χτύπημα των ντουφεκιών/ σωριάστηκε με την ευκολία που σωριάστηκαν οι επιθυμίες του”.

Είναι η πικρή ιστορία μερικών αντιστασιακών της Ασίνης (Πάνος Δαμιανός, αδελφοί Παπαλιάκηδες κ.α.) που “παραδειγματικά” εκτέλεσαν οι Γερμανοί κοντά στο δημοτικό σχολείο.

Στο ποίημα “Iστορίες” αφηγείται, στον απόηχο του “Βασιλιά της Ασίνης”: “Καθίσαμε προς το απόγευμα στου λόφου τα σκαλιά/ σχεδόν ακουμπώντας των θεών την πατούσα (“αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες”). “Οι πορτοκαλιές (απόηχος του Ν. Καρούζου) αργό ποτάμι χυνόταν στον Αργολικό”.

Ήταν παιδί όταν ο πατέρας του του ιστορούσε τον εμφύλιο: “Η αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από δω/. Η  αλήθεια με το μέρος μας! φώναζαν οι από κει. “Η επιθυμία στη δεκαετία του ΄50/ γράφτηκε με πυρρή λεπίδα”. O θείος του “Μενέλαος” του μιλούσε για αντάρτες και δωσίλογους δίπλα στο κάστρο (“Η Ακρόπολη, Ποσειδώνας ηλιόλουστος”). “Και χάθηκαν πολλοί στα έγκατα της νύχτας/ και οι νικητές σέρναν με τ’ άρματά τους νικημένους/ και δείχναν τα λάφυρα με υπερηφάνεια/ στους ξένους πάτρωνες/ γιατί οι ανθρώποι είχαν λησμονήσει από πού έρχονταν (…) και η χώρα είχε μόνο νικημένους/ που υψώνανε τείχη ανάμεσά τους”.

Στα επόμενα ποιήματα της συλλογής “Δυτικά του Ομήρου” o Γ. Φίλης αφηγείται με αυτό τον παραβολικό τρόπο τις αναμνήσεις του πατέρα του από την καταστροφή της Μικράς Ασίας, από το λυρικό του ξεκίνημα στ’ Ανάπλι, από την εξέγερση του Πολυτεχνείου, από την ανήσυχη στρατιωτική του θητεία και την μετέπειτα κατάσταση στην Ελλάδα. Είναι μια ποίηση αρρενωπή, αγωνιστική και διάφανη, μια υπόσχεση και μια ελπίδα για τα ελληνικά Γράμματα.

  

Πηγή


  •  Εφημερίδα, «Τα Αργολικά», Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010.

  

Read Full Post »

Πάσχα στην Ασίνη (Τζαφέραγα) Αργολίδας

 

Πάσχα

 

Όλες οι νοικοκυρές τη Μεγάλη βδομάδα με άσβεστη ασπρίζουν – ασβεστώνουν τους τοίχους και τα σπίτια. Φτιάχνουν τα κουλούρια και τη Μεγάλη Πέμπτη βάφουν τ’ αυγά. Το αυγό πού θα γεννήσει ή κότα τη Μεγάλη Πέμπτη το βάφουν και το φυλάνε ή το βάζουν στο μέσο του περιβολιού για να φέρει γούρι.

 

Το κάψιμο του Ιούδα

 

Ένα έθιμο πού επικρατεί και σώζεται ακόμη μέχρι σήμερα είναι το κάψιμο του Ιούδα, το Πάσχα. Την Μεγάλη Παρασκευή ή το Μεγάλο Σάββατο μια ομάδα από νέους της Ασίνης μαζεύονται και κατασκευάζουν ένα αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα Ισκαριώτη. Μόλις το κατασκευάσουν το βάζουν επάνω σ’ ένα καρότσι και το γυρίζουν σ’ όλο το χωριό. Παλιότερα, όπου περνούσε ό Ιούδας οι κάτοικοι τον έφτυναν λέγοντας «Ουναχαθείς – Προδότη, Γιούδα Ισκαριώτη». Το απόγευμα της Κυριακής του Πάσχα μετά τη θεία λειτουργία τής Αγάπης, γύρο στις 4 ή ώρα, τοποθετούσαν τον Ιούδα πάνω σε ένα Ικρίωμα (κρεμάλα) στην τοποθεσία «Κόντρα», είναι το πιο ψηλό και εμφανές μέρος του χωριού.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Οπλοφόροι ετοιμάζονται για το κάψιμο του Ιούδα. Ασίνη 1972.

Εκεί εμαζεύονται οι κάτοικοι, ενώ μια ομάδα από τουφεκιοφόρους του χωριού έχουν σταθεί σε θέση βολής έτοιμοι να πυροβολήσουν για την εκτέλεση του Προδότη του Χρίστου. Ένας νέος σαν επικεφαλής τής ένοπλης ομάδας σκέφτεται να δώσει το παράγγελμα του πυροβολισμού για την εκτέλεση. Ένας άλλος νέος του χωριού πριν από την εκτέλεση διαβάζει την καταδίκη του Ιούδα σε θάνατο πού εννοείται οί δικαστές προηγουμένως τον καταδίκασαν. «Προδότη Ιούδα, για την προδοσία του Χρίστου μας καταδικάστηκες να τιμωρηθείς από τούς Χριστιανούς. Η Χριστιανοσύνη σε κηρύσσει Μεγάλο Προδότη και σε σιχαίνονται όλοι οι Χριστιανοί. Τίποτα δεν πρέπει να μείνει απάνω στη γη πού να το μαγαρίζει ή παρουσία σου». Έτσι τελειώνει ή καταδικαστική απόφαση. Ό Αρχηγός της ένοπλης ομάδας διατάσσει. Πυρ!!! και μια ομοβροντία από ντουφεκιές πυροβολούν το αχυρένιο ομοίωμα του Ιούδα. Στο τέλος ένας άλλος της ομάδας παίρνει στουπί βρεγμένο με βενζίνη ή πετρέλαιο και βάζει φωτιά σ’ ότι έχει απομείνει.

Εδώ και λίγα χρόνια όμως «Το κάψιμο του Ιούδα» δεν γίνεται στην Κόντρα άλλα κάτω στον «Άγιο Κωνσταντίνο» στο Δρόμο πού οδηγεί στο Τολό κοντά στα εξοχικά κέντρα στην «Ντάπια». Εκεί γίνεται περισσότερη διαφήμιση του τοπικού αυτού Πασχαλιάτικου Εθίμου γιατί είναι Δημόσιος δρόμος και πέρασμα Τουριστών. Το Έθιμο τούτο φαίνεται να χρονολογείται από πολλά χρόνια. Δεν είναι εξακριβωμένο πόθεν προέρχεται. Συμπεραίνεται ότι μόλις ιδρύθηκε το Τζαφέραγα ή Ασίνη, από εφτά οικογένειες, ίσως να είναι φερτό και το έθιμο τούτο. Ίσως από οικογένειες φερτές από την νήσο Ύδρα όπου και κει γίνεται το «Κάψιμο του Ιούδα». Υπάρχουν απόγονοι των οικογενειών από την ‘Ύδρα εγκατασταθέντων εδώ στην Ασίνη. Αυτοί έφεραν το έθιμο και υπάρχει μια τάση να κατασκευάζουν «Ιούδα»· ίσως έτσι έμεινε το έθιμο για το «Κάψιμο του Ιούδα», όπως ακριβώς γίνεται και στην «Ύδρα.

 

Χρονογράφημα του Κώστα Δ. Σεραφείμ από το βιβλίο του « Λαογραφικά της Αργολίδας » σελ. 129-132, Αθήνα 1981.

 

Read Full Post »