Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Βιογραφίες’

Χαβιαράς Στρατής (Νέα Κίος Αργολίδας 28 Ιουνίου 1935 – Αθήνα 3 Μαρτίου 2020)


 

Στρατής Χαβιαράς

Ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στα τέλη Ιουνίου του 1935 στη Νέα Κίο Αργολίδας. Ο  πατέρας του, ενταγμένος στο ΕΑΜ εκτελέστηκε από τους Γερμανούς το 1944 στην Κόρινθο. Η μητέρα του εστάλη σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο ίδιος μένει μόνος και βιώνει την πείνα και τις κακουχίες.

« Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν απ’ την Αρχαία Κίο στον Ελλήσποντο (σήμερα Γκεμλίκ), αλλά της μητέρας μου από το Καράμπουρνο και το Μποϊνάκι, κοντά στη Σμύρνη. Θυμάμαι καλά τις αφηγήσεις της γιαγιάς μου για τα χωριά της περιοχής: Βουρλά, Μενεμένη, Μελί. Και θυμάμαι ακόμα τους Μελιώτες στη Νέα Κίο της Αργολίδας όπου γεννήθηκα και την παράξενη προφορά τους με τις μακρόσυρτες καταλήξεις».

Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια κατατρεγμένη από τους χίτες, ανεβαίνει στην Αθήνα και εγκαθίσταται σ’ έναν προσφυγικό συνοικισμό, το Δουργούτι. Ο Στρατής εργάζεται στις οικοδομές. Είχε προλάβει όμως να τελειώσει το Δημοτικό αν και η δασκάλα του στο χωριό τον θεωρούσε καθυστερημένο.

«Ήμουν φαντασιόπληκτος. Το μυαλό μου έτρεχε αλλού. Χωρίς τους γονείς μου, πεινασμένος, βλέποντας γύρω μου τόσους σκοτωμούς και τόση προδοσία, μου ήταν αδύνατο να συγκεντρωθώ σε οτιδήποτε. Ταξίδευα συνεχώς».

Όταν το 1949, θέλησε να επισκεφθεί την Εθνική Βιβλιοθήκη, άκουσε από τον φύλακα ένα περιφρονητικό « Άντε χάσου». Ήταν ένα 14χρονο παιδί με κοντά παντελονάκια. Ο Στρατής πικράθηκε πολύ. Όμως ο δρόμος του είχε χαραχθεί.

Συνεχίζει να δουλεύει στην οικοδομή. Φωτεινά διαλλείματα της ζοφερής πραγματικότητας η αφοσίωσή του στο διάβασμα και την ποίηση. Δημοσιεύει την πρώτη του ποιητική συλλογή. Γνωρίζεται με τον σπουδαίο ελληνιστή Κίμωνα Φράϊερ που εκείνη την εποχή μεταφράζει την «Οδύσσεια» και την «Ασκητική» του Καζαντζάκη. Του προτείνει να τον ακολουθήσει στην Νέα Υόρκη. Αυτός θα του πλήρωνε τα δίδακτρα σε μια σχολή βιομηχανικού σχεδίου και ο Στρατής θα τον βοηθούσε στην μετάφραση. Δέχτηκε.

«Στα 1959, μαθητευόμενος ακόμη στα γράμματα, βρέθηκα στη Νέα Υόρκη, βοηθός γνωστού μελετητή της αμερικανικής ποίησης, δεινού στην καλλιέργεια γνωριμιών με κάθε λογής διασημότητες: Ezra Pound, Archibald McLeish, Arthur Miller, Lee Strasberg και πάει λέγοντας».

Στην Ελλάδα επιστρέφει δυο χρόνια αργότερα. Εργάζεται ως σχεδιαστής σε μια αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία. Καιροί δύσκολοι και αντιφατικοί. Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα έκρυθμη και χαώδης. Η στρατιωτικοί αρπάζουν την εξουσία.

«Ως μοναδικό αρσενικό της οικογένειας, φοβούμενος ότι θα με συλλάβουν, αποφάσισα να γυρίσω στις ΗΠΑ».

Αρχίζει μια νέα ζωή. Σπουδάζει συγγραφική τέχνη και μετάφραση στο πανεπιστήμιο Goddard. Εργάζεται ως υπάλληλος στη βιβλιοθήκη του Harvard ενώ συγχρόνως αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση, μέσω ενός ραδιοφωνικού σταθμού της Βοστόνης. Υφίσταται τον πόλεμο της « συμμορίας του Τόμ Πάπας» και του φιλοχουντικού κατεστημένου. Αρθρογραφεί στο μηνιαίο περιοδικό « Ελευθερία». Το 1974, διορίζεται στο ίδιο πανεπιστήμιο διευθυντής της αίθουσας σύγχρονης ποίησης Woodberry και της βιβλιοθήκης Farnsworth. Σταδιακά απομακρύνεται από το ελληνικό περιβάλλον και τα ελληνικά του αρχίζουν να «σκουριάζουν».

« Για πολύ καιρό απέφευγα να έρθω, επειδή ο τόπος συμβόλιζε το χειρότερο μισό της ζωής μου. Βλέποντας όμως τους Έλληνες να προκόβουν και τη χώρα να ευημερεί, βλέποντας ακόμα κι αυτήν την πρωτοφανή εκδοτική έκρηξη, η ευχαρίστηση που αντλώ είναι τεράστια. Σιγά- σιγά οι πληγές επουλώνονται…».  

Στο πάρτι των 24ων γενεθλίων του ο Στρατής Χαβιαράς γνώρισε πολύ κόσμο. Ποιητές, δοκιμιογράφους, εκδότες, σκηνοθέτες κ.α. Ο ίδιος μας λέει: « Εκεί γνώρισα και τον ιδρυτή της μεγάλης εκδοτικής εταιρείας Simon & Schuster, ο οποίος μετά τις συστάσεις με ρώτησε:

« Εσείς τι γράφετε;».

Ο Στρατής Χαβιαράς σε φωτογραφία από την εποχή της γνωριμίας του με την Μαίριλυν Μονρόε.

Πρόσφατα είχε δημοσιευτεί σ’ ένα ελληνικό περιοδικό το πρώτο μου κείμενο, ένα δοκίμιο για την επιτυχία της Οδύσσειας του Καζαντζάκη στην Αμερική. Όμως, όπως έσπευσα να διευκρινίσω, αυτό ήταν μόνο το «πρώτο σκαλί» και, αν τα πράγματα πήγαιναν καλά, σύντομα θα έγραφα και μυθιστόρημα. «Ωραία» μου αποκρίθηκε ο Μαξ Λίνκολν Σούστερ, «αν όλα πάνε καλά και το γράψεις, θα σ’ το εκδώσω εγώ. Σύντομα», πρόσθεσε και τσουγκρίζοντας τα ποτήρια μας γελάσαμε.

« Τι θα πει σύντομα; Μου πήρε είκοσι χρόνια να το γράψω. Είκοσι ακριβώς. Και όμως τον Ιούνιο του 1979, όταν ο Μαξ μας είχε αφήσει χρόνους προ πολλού και η εταιρεία του είχε περιέλθει στην ιδιοκτησία της Gulf & Western, ήταν η Simon & Schuster που τελικά εξέδωσε το πρώτο μου μυθιστόρημα « Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα». Καμιά φορά παίρνει είκοσι χρόνια για τη μετατροπή μιας υπόσχεσης σε πράξη».

Εκείνη η βραδιά του επεφύλασσε μια μεγάλη έκπληξη. Σε κάποια στιγμή φτάνουν στο πάρτι ο θεατρικός συγγραφέας Άρθουρ Μίλερ και η σταρ του σινεμά, τότε στο απόγειο της δόξας της, Μέριλιν Μονρόε.

«Η φυσική της ομορφιά ήταν ακόμη πιο ακτινοβόλα απ’ ότι στην οθόνη. Είχε κατέβει από τους ουρανούς, απ’ τις ταξιαρχίες των αγγέλων, να καταπολεμήσει το σκοτάδι, την ασκήμια, το κακό του κόσμου, να δώσει φως στους τυφλούς».

Σήμερα, ο Στρατής Χαβιαράς περνάει τον περισσότερο καιρό του στην Ελλάδα. Από το 1985 διευθύνει το εργαστήρι συγγραφικής τέχνης (μυθιστόρημα) στο θερινό πρόγραμμα του Harvard. Το 2000 δίδαξε την συγγραφική τέχνη στο ΕΚΕΜΕΛ ενώ το 2006 ξεκίνησε να συνεργάζεται με το ΕΚΕΒΙ ως συντονιστής και δάσκαλος στα Εργαστήρια Τέχνης και Λόγου. Ήταν μέλος του Συλλόγου Αμερικανών Συγγραφέων και της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. H κηδεία του, έγινε στη γενέτειρά του Νέα Κίο Αργολίδας, στον Ιερό Ναό «Θεομάνας  – Οδηγήτριας».

 

Εργογραφία


 

Το έργο του Στρατή Χαβιαρά, χωρίζεται σε τρεις κατηγορίες. Στο Μυθιστόρημα, την Ποίηση, την Μετάφραση.

Πεζογραφία:

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα. Αθήνα, Ερμής, 1980. Καστανιώτης, 1999.

Τα ηρωικά χρόνια. Αθήνα, Bell,1984. Καστανιώτης, 1999.

Πορφυρό και μαύρο νήμα. Αθήνα, Κέδρος, 2007.

Ποίηση:
Η κυρία με την πυξίδα. Αθήνα, 1963.
Βερολίνο. Αθήνα, Φέξης, 1965.
Η νύχτα του ξυλοπόδαρου, 1967.
Νεκροφάνεια. Αθήνα, Κέδρος, 1972.

Έργα στα αγγλικά:
Crossing the river twice, ποιήματα, Cleveland State University, 1976
When the tree sings, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1979
The Heroic Age, πεζό, Simon & Schuster, New York, 1984
Millenial afterlives, διηγήματα, Wells College, New York, 2000

Μεταφράσεις
Προς τα ελληνικά:
Heaney, Seamus. Το αλφάδι. Αθήνα, Ερμής, 1999.
Προς τα αγγλικά:
C. P. Cavafy: The Canon, The Original One Hundred and Fifty-Four Poems [επιμέλεια: Dana Bonstrom]. Αθήνα, Ερμής, 2004.

Συλλογικά έργα:

Σύγχρονη ελληνική πεζογραφία: διεθνείς προσανατολισμοί και διασταυρώσεις [επιμέλεια: Α. Σπυρόπουλου, Θ. Τσιμπούκη]. Αθήνα, Αλεξάνδρεια, 2002.

Αληθινές ιστορίες [συλλογή διηγημάτων]. Αθήνα, Μεταίχμιο, 2003.

 

 «Τα ηρωικά χρόνια»


 

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου είναι κριτικός λογοτεχνίας. Στο πιο κάτω ενδιαφέρον κείμενό της ανιχνεύει και εντοπίζει τις περιπέτειες του μυθιστορήματος «Τα ηρωικά χρόνια» του Στρατή Χαβιαρά. Η Αργολική Βιβλιοθήκη το αναδημοσιεύει με την πεποίθηση ότι το κείμενο αυτό, βοηθά τον αναγνώστη ή ερευνητή να κατανοήσει και να εντοπίσει κι άλλες παραμέτρους σχετικές με το  έργο του συγγραφέα.

 

Τα ηρωικά χρόνια

Ατυχείς συγκυρίες κυνηγούν Τα ηρωικά χρόνια του Στ. Χαβιαρά. Και οι δύο εκδόσεις του βιβλίου στα ελληνικά, με απόσταση μεταξύ τους μία 15ετία, συμπίπτουν με μια ήδη διαμορφωμένη επικαιρότητα που στέκεται κάθε φορά καθοριστική για την ανάγνωση. Η πρώτη ελληνική έκδοση εμφανίζεται την άνοιξη του 1985, όταν ήδη η Ελένη του Νίκου Γκατζογιάννη έχει αναζωπυρώσει τις συζητήσεις γύρω από τον ελληνικό εμφύλιο. Στην Ελλάδα η Ελένη κυκλοφορεί τον Δεκέμβριο του 1983, όταν το πανελλήνιο, στην ευεξία των πρώτων χρόνων διακυβέρνησης του ΠαΣοΚ, με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, καλαφατίζει τις τελευταίες ρωγμές του διχασμού.

Κατά σύμπτωση, το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά κυκλοφορεί και στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα με απόσταση λίγων μηνών από την Ελένη και αναπόφευκτα διαβάζεται ως αντίλογος. Ανεξάρτητα αν η συγγραφή του έχει αρχίσει χρόνια πριν και αν πρόκειται, λίγο-πολύ, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα ποιητικής πνοής. Ένα ευρύτερο κοινό καθηλώνεται στο γεγονός ότι και τα δύο μυθιστορήματα εκτυλίσσονται τα δύο τελευταία χρόνια του Εμφυλίου σε γειτονικούς τόπους: Μουργκάνα – Γράμμος. Άλλωστε η Ελένη προκαλεί πολύ θόρυβο, όπως εισάγεται από τις ΗΠΑ έτοιμο μπεστ σέλερ· βιβλίο-ντοκουμέντο ενός δημοσιογράφου της εφημερίδας «The New York Times» που πραγματοποίησε και επιτόπια έρευνα. Στη συνέχεια γίνεται ταινία αμερικανικών προδιαγραφών, που οξύνει περαιτέρω τα πνεύματα, προκαλώντας έντονες αντιπαραθέσεις. Ως τον Δεκέμβριο του 1987, όταν ο πρόεδρος Ρίγκαν υπογράφει με τον Γκορμπατσόφ τη συμφωνία για τους εξοπλισμούς, αναφέρεται στην Ελένη ως ένα βιβλίο-σύμβολο.

Σήμερα όλα αυτά είναι μια παλαιά ιστορία. Μάλιστα η πρώτη έκδοση των Ηρωικών χρόνων (από τις εκδόσεις Bell σε μετάφραση Νέστορα Χούνου) ούτε καν μνημονεύεται. Υπάρχει μόνο αναφορά στη νεοϋορκέζικη έκδοση (φθινόπωρο 1984) από τους Σάιμον και Σούστερ, που είχαν εκδώσει το 1979 και το πρώτο μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά, Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα (πρώτη ελληνική έκδοση Ερμής, 1980, σε μετάφραση του συγγραφέα).

Μια διαφορετική συγκυρία φαίνεται να παρασέρνει στη δίνη της τη δεύτερη έκδοση. Οι καινούργιοι αναγνώστες, όπως και οι δημοσιογράφοι, αγνοούν ή ξεχνούν τις ιδεολογικές αντιπαλότητες του 1985. Άλλωστε οι κάτω των 40 ετών, στην πλειονότητά τους, μόλις που έχουν ακουστά τον ελληνικό εμφύλιο. Αντιθέτως, γνωρίζουν με κάθε λεπτομέρεια τον εμφύλιο στη Γιουγκοσλαβία με τον οποίο και καθημερινώς συμπάσχουν. Ίσως οι δύο εμφύλιοι να μην έχουν πολλά κοινά σημεία. Ωστόσο το μυθιστόρημα του Στ. Χαβιαρά θυμίζει ότι και τότε ΗΠΑ και Βρετανία έκαναν πρόβα καινούργιων οπλικών συστημάτων.

Οι συγκλονιστικότερες σελίδες του μυθιστορήματος περιγράφουν το στρατόπεδο των ανταρτών στον Γράμμο, όταν ο Τίτο κλείνει τα σύνορα. Μισό αιώνα αργότερα μόνο υποθέσεις υπάρχουν για τις σχέσεις του Τίτο με τις ΗΠΑ και την τότε ελληνική κυβέρνηση, καθώς πολλά αρχεία μένουν απόρρητα, μεταξύ αυτών και τα σερβικά. Ωστόσο παραμένει γεγονός ότι ο Τίτο ήθελε πάση θυσία να σώσει την ακεραιότητα της Γιουγκοσλαβίας. Πέραν των συγκυριών, η δεύτερη έκδοση του βιβλίου συμπίπτει με την επέτειο των 50 χρόνων από την επίσημη λήξη του Εμφυλίου, που συντελέστηκε σε εκείνη τη μάχη στον Γράμμο που πλέκει στο μυθιστόρημά του ο Στ. Χαβιαράς.

Το 1984 ο Αλέξανδρος Κοτζιάς, μεταφραστής της Ελένης, σημειώνει: «Γενικά η μεταπολεμική πεζογραφία μας στερείται τίτλων σχετικά με τον Εμφύλιο. Είναι ένα θέμα που απωθεί, δεν αντέχουμε να μιλάμε γι’ αυτό». Μερικά μυθιστορήματα και διηγήματα. Σε αυτή την ισχνή σοδειά προστίθενται τα μυθιστορήματα των Στ. Χαβιαρά και Ν. Γκατζογιάννη, συγγραφέων της ίδιας γενιάς.

Πιστός στα ιστορικά γεγονότα ο συγγραφέας τα αναβιώνει μετουσιώνοντάς τα σε αφήγηση. Με περισσότερο λυρισμό στο «όταν τραγουδούσαν τα δέντρα» που διαδραματίζεται στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής στη γενέτειρα του συγγραφέα, τη Νέα Κίο της Αργολίδας. Με μεγαλύτερη οικονομία στα «Ηρωικά χρόνια» που πιάνει τον μίτο και συνεχίζει. Ο αφηγητής και τρία ακόμη αγόρια στην «ηρωική ηλικία», από έξι ως δεκατεσσάρων χρόνων, εγκαταλείπουν το χωριό τους. Στον δρόμο προστίθεται και ένα Εβραιόπουλο από τα Γιάννενα, ένας μυθιστορηματικός ήρωας πολλαπλώς φορτισμένος που φαίνεται να δίνει ιστορική προοπτική στα συμβαίνοντα.

Ποιητική αδεία, από το Ηραίον δίπλα στη Νέα Κίο, βρίσκονται να ακολουθούν τον Μόρνο. Τραβάνε βόρεια, όπως και ο κυβερνητικός στρατός. Συναντούν κεφαλοκυνηγούς με τα κοφίνια τους γεμάτα πολύτιμη πραμάτεια, τα κομμένα κεφάλια ανταρτών, αλλά και έναν τελευταίο της ομάδας του Βελουχιώτη, λαβωμένο σε μια σπηλιά και προάγγελο κακών. Τα παιδιά θέλουν να ξεφύγουν από τον πόλεμο, τελικά όμως αγωνίζονται δίπλα στους αντάρτες. Μια απελπισμένη μάχη παιδιών με πρωτόγονα μέσα ενάντια σε αδίστακτους μεγάλους.

Σε ολόκληρο το μυθιστόρημα λανθάνει ο αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στα παιδιά και στη χώρα. Όλοι οι ήρωες είναι παιδιά, ακόμη και οι ασπρομάλληδες αντάρτες και οι ναυτόπαιδες, που αποτελούν τη φρουρά στον Αντικάλαμο, το στρατόπεδο στο οποίο οδηγούνται όσα παιδιά επιζούν για να ανανήψουν από την πλάνη του κομμουνισμού σπάζοντας πέτρα. Αθωότητα ως αφέλεια, ευπιστία και ορμητικότητα, δεν χαρακτηρίζουν μόνο τα παιδιά αλλά και την Ελλάδα της εποχής, ιδίως την Αριστερά. Με τους μεγάλους είναι αμείλικτος ο Στ. Χαβιαράς· σατιρίζει τους Συμμάχους και τη βασίλισσα Φρειδερίκη, ενώ καταδικάζει διακωμωδώντας τα όργανα του κόμματος ως τον Ζαχαριάδη.

Ένα μυθιστόρημα εφηβείας, χωρισμένο σε δύο μέρη. Το πρώτο και συναρπαστικότερο είναι η ανάβαση στον Γράμμο, το δεύτερο το καθαρτήριο στον Αντικάλαμο. Ο συγγραφέας διασκεδάζει την αγριότητα του πολέμου με κωμικά περιστατικά, δένοντας τον θάνατο με τα ερωτικά σκιρτήματα της εφηβείας. Ο τίτλος θα μπορούσε να παραπέμπει στην Eroica του Κοσμά Πολίτη, μόνο που αυτά εδώ είναι τα παιδιά δύσκολων καιρών, πρόωρα μεγαλωμένα, που δεν παίζουν αλλά κάνουν πόλεμο. Οι περιγραφές δεν είναι στεγνά ρεαλιστικές αλλά απογειώνονται μυθοποιώντας, με απροσδόκητους συνειρμούς και λυρικές αναπνοές. Ο Στ. Χαβιαράς θέλει να δώσει την πεισματική προσπάθεια ενός παιδιού να διαφύγει από τη σκληρή πραγματικότητα, πετώντας σαν πουλί προς φανταστικούς κόσμους.

Ιδιαίτερη αναφορά απαιτεί ο γλωσσικός διάπλους του μυθιστορήματος. Η πρώτη μετάφραση για Τα ηρωικά χρόνια του Ν. Χούνου ήταν ένα εύληπτο κείμενο με λίγο-πολύ εύστοχες αποδόσεις των ιδιωματικών φράσεων. Η πρόσφατη, δεύτερη μετάφραση παρέμεινε πλησιέστερα στο πρωτότυπο, με αποτέλεσμα σε ορισμένα σημεία, ευτυχώς λίγα, να δημιουργεί ασαφείς εικόνες, όπως για παράδειγμα όταν η συμμορία των παιδιών απειλεί με «το καπάκι από ένα κονσερβοκούτι». Να σημειώσουμε ακόμη ότι στις προηγούμενες εκδόσεις για να δοθεί το κλίμα της εποχής τα κεφάλαια του βιβλίου ανοίγουν με ένα κολλάζ από την ειδησεογραφία εφημερίδων της εποχής, με μία είδηση κάθε φορά μεγεθυσμένη. Η πρόσφατη έκδοση κράτησε μόνο, ως μότο κάθε κεφαλαίου, τη συγκεκριμένη είδηση, χάνοντας κομμάτι από τις εντυπώσεις.

Πέρα από τις μεγαληγορίες του αμερικανικού Τύπου, ο οποίος αντιμετωπίζει τις τοπικές συρράξεις σε μακρινές χώρες σαν εξωτικά συμβάντα, στα καθ’ ημάς μάλλον ήρθε ο καιρός να εγγράψουμε τον Στ. Χαβιαρά στα κατάστιχα της νεοελληνικής πεζογραφίας.

 

« Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα»


  

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα

Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα, το πρώτο μυθιστόρημα που έγραψε ο Στρατής Χαβιαράς στην αγγλική γλώσσα, είναι το επικό αφήγημα ενός παιδιού που μεγαλώνει σ’ ένα παραθαλάσσιο χωριό της Ελλάδας στα χρόνια της γερμανικής κατοχής. O συγγραφέας έχει διαρθρώσει το έργο αυτό σε σύντομα επεισόδια. Το λυρικό ταλέντο του είναι τέτοιο, που το κάθε μικρό κεφάλαιο μπορεί να διαβαστεί σαν μια ποιητική ενότητα. Όμως τα επεισόδια διαπνέονται από μια ψυχολογική διεισδυτικότητα και ευαισθησία, καθώς καταγράφουν την ολοένα αυξανόμενη αντίσταση των χαρακτήρων, μέσα σε μια ατμόσφαιρα εξωπραγματικότητας και παράκρουσης επηρεασμένη από τη φοβερή πείνα που γνώρισε η Ελλάδα στο Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετάφραση από τα Αγγλικά Παύλος Μάτεσις. Εκδόσεις Καστανιώτη.

Μια επιλογή από τις σελίδες του:

Το άλογο δεν το αλλάζω μ’ όποιο και να μου δίνανε, ετούτο θέλω εγώ, είναι δουλευταράς και φιλαράκι. Αχαριστία μου να το παραδώσω στον εχθρό επειδή το πήρανε τα χρόνια. Βλέπεις ο εχθρός δεν νογάει να ξεχωρίσει άνθρωπο από ζωντανό και τούτο εδώ είναι πρόσωπο της οικογένειάς μας. (σελ. 64)

Την είδαμε ίσα πέρα να προχωράει με περίσκεψη μέσα στις αφάνες, τα μαλλιά της κοκκινωπός χρυσός πάνω από τις αφάνες και ανάμεσά τους ένας κυματισμός, το λιγνό άσπρο της κορμί. Και καθώς πλησίαζε, η απόσταση σαν να αύξαινε παρά να λιγοστεύει και ο θείος Ιάσων έφερε το χέρι του σκιάδιο πάνω από τα μάτια του. Το φως βλέπεις, είπε, τα σπμπαραλιάζει όλα. (σελ. 73)

Το τραίνο σφύριξε. Ένα αγόρι της κλούβας μου έδειχνε το μπράτσο του: είχε ένα περιβραχιόνιο μ’ ένα μεγάλο κίτρινο άστρο. Όταν θα ‘παιζε «πόλεμο» στην γειτονιά του με τα γειτονόπουλα, θα πρέπει να ήταν στρατηγός τους – στρατάρχης. Γι’ αυτό τον έπιασε ο εχθρός. Στάθηκα προσοχή, να δει ότι του παραδέχομαι τον βαθμό του, και του έκανα το σχήμα. (σελ. 103)

Το άγριο άχτι του για εκδίκηση, που σπιρούνιζε την φαντασία κάθε συντοπίτη μου, δεν με μάγευε πια: με τάραζε. Αδύνατο να καταλάβω, ποια η σχέση ανάμεσα σε εκδίκηση και τον αγώνα μας να κρατηθούμε ζωντανοί. Ίσα-ίσα: την ιδέα για εκδίκηση έπρεπε να την βάλουμε στην πάντα αν θέλαμε να επιζήσουμε. (σελ. 114)

Το πετσί μας αργασμένο, για τις γρατζουνιές γιατρειά ήταν το αλάτι κι ο άνεμος. Και κανενού το πετσί δεν λαμπύριζε σαν το δικό μας. (σελ.123)

Μια μέρα έβαλα μπρος από πολύ πρωί και κοντά μεσημέρι είχα τελειώσει ένα ψηφιδωτό που παράσταινε την Αγγέλικα, τη δεύτερη θυγατέρα του παπά, ως γοργόνα. Είχα βάλει κάτασπρα σαν μάρμαρο βότσαλα για το πανωκόρμι, και άλλα σε μουντό γκρίζο για την ουρά, μαύρα για φρύδια και ματοτσίνορα. Τα μαλλιά τα ‘κανα να κυματίζουν στον άνεμο. Οι ματόχαντρες σκουροπράσινες. Τα χείλια και οι ρώγες σε ανοιχτό τριανταφυλλί. Στο χρώμα ετούτο δεν έβρισκα βότσαλα και τι να κάνω, έσπαζα κεραμίδι για να βάλω τις κατάλληλες ψηφίδες. Γύρω-γύρω γαλανές κυματιστές γραμμές και για αφρό, αράδες από άσπρα χαλίκια στο κάτω μέρος της ζωγραφιάς. (σελ. 126)

Η Ξανθή έστεκε και δεν μίλαγε. Μια στάλα φως από μια χαραμάδα ανάμεσα στις σανίδες του τροχόσπιτου ήρθε και έκατσε στο αριστερό της μάγουλο, σαν σημάδι από μαχαιριά. (σελ. 142)

Αμίλητοι απέναντι στον άνεμο που σφύριζε, τα χέρια στις τσέπες και χαζεύαμε το κάρρο των σκουπιδιών, που κουβαλούσε τον γέρο τραγουδιστή πέρα, έξω από το χωριό μας. Κειτόταν ξάπλα πάνω στα σκουπίδια και το σκυλί να τον ξεπροβοδίζει, ο σκύλος, ο μόνιμος σύντροφος στα πένθη. (σελ. 168)

Αγκαλιαστήκαμε. Το κορμί του, ή εκείνη η αλλόκοτη στολή του, έβγαζε μια βαριά μυρουδιά, τη μυρουδιά που είχαν οι αντάρτες. Στο αριστερό του μπράτσο είχε πληγή από σφαίρα. (σελ. 175)

. . . Με συγχωρείς που δεν έχουμε τίποτα στο σπίτι να σε φιλέψουμε. Μονάχα κάτι λέξεις μοιραζόμαστε.  (σελ. 181)

Η γη εδώ ετούτη, μια φτενή λουρίδα είναι, με ανάμεσά της βράχους και πελάγη, τόσους λίγους μονάχα μπορεί να ανασταίνει. Δεν έχει δένδρα, νερό δεν έχει, ονείρεμα μονάχα δένδρων και πηγών έχει, είχε πει ο παππούς. (σελ. 268).

Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com

 

« Πορφυρό και μαύρο νήμα»


 

Πορφυρό και μαύρο νήμα

Το «Πορφυρό και μαύρο νήμα» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» σε μετάφραση της Ρένας Χατχούτ. Είναι το παραμύθι της ζωής του Στρατή Χαβιαρά και ταυτόχρονα είναι το μυθιστόρημα της γέννησης ενός συγγραφέα ο οποίος αναδύε­ται μέσα από την προφορική παράδοση του τόπου του.

Σαν τους παλιούς παραμυθάδες πράγματι, αλλά και σαν τους μεταμοντέρνους καλλιτέ­χνες, ο Χαβιαράς αντιμετωπίζει με τον ίδιο σεβασμό την πραγματικότητα και τους μύθους της. Και πλέκει μεταξύ τους τα γεγονότα που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια (προσφυ­γιά, κατοχή, πείνα, βία, αντάρτικο, ορφάνια), τις αδελφοκτόνες σελίδες της ιστορίας από την Εικονομαχία ως τον Εμφύλιο, τους βυζα­ντινούς θρύλους για τον Διγενή Ακρίτα ή για τον νόθο γιο της Κασσιανής με τον αυτοκρά­τορα Θεόφιλο, και τέλος τη φαντασία του.

Σε κάθε κεφάλαιο, δυο ή τρεις ιστορίες εναλ­λάσσονται και τελικά συναντώνται έτσι που το παρόν της αφήγησης αποκτά προοπτική προς το παρελθόν και προς το μέλλον, με σταθ­μούς τα έτη 1942, 842, 2002. «θα σας διηγηθώ μια ιστορία που κάποιος άλλος μου είπε κάποτε, όταν κι εγώ ήμουνα κάποιος άλλος», λέει ο συγγραφέας και δίνει τον λόγο σε ένα 11χρονο αγόρι από Μικρα­σιάτικη γενιά προσφύγων.

Ο μικρός Βασίλης ζει με τη γριά θεία του σε ένα φανταστικό ξε­ρονήσι νότια της Σαλαμίνας, όταν καταφθά­νουν οι Γερμανοί «με τους Έλληνες ρουφιάνους τους», επιτάσσουν τα πάντα, κτίζουν δε­ξαμενές καυσίμων και σκοτώνουν ή οδηγούν στον θάνατο και τους 32 κατοίκους του. Μόνο ο Βασίλης επιζεί, για να διηγηθεί εκείνη την ιστορία και μαζί τις παλιές ιστορίες με τις οποίες ξεγελούσε την πείνα του τα βράδια που έβραζε χόρτα και ρίζες για την παραμυ­θού δασκάλα θεία του.

Εφημερίδα ΤΑ ΑΡΓΟΛΙΚΑ, Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2011.

 

Πηγές


  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου.
  • Εταιρεία Ελλήνων Συγγραφέων.
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 11/08/2002
  • Εφημερίδα ΒΗΜΑ. Δημοσίευση 06/02/2011.
  • Μάρη Θεοδοσοπούλου, κριτικός λογοτεχνίας.
  • Αποστακτήριο λέξεων – http://selideslogotexnias.blogspot.com
  • Εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΚΑ. 5/11/2011.

Read Full Post »

Αργυρόπουλος Π. Δημήτριος (1892-1972)


 

Δημήτριος Αργυρόπουλος

O Δημήτριος Π. Αργυρόπουλος (1892-1972) ήταν Έλληνας πρέσβης. Γεννήθηκε στο Άργος το 1892. Γονείς του ήσαν ο  Παναγιώτης Αργυρόπουλος, έμπορος και ιδρυτικό μέλος του πολιτιστικού συλλόγου «Δαναός» και η Ελένης Γκότση· βαπτίστηκε από τον Δημήτριο Βαρδουνιώτη, διακεκριμένο νομικό και ιστορικό του Άργους. Mικρότερος από τα αδέλφια του, στενά συνδεόταν με τη μεγαλύτερή του αδελφή Αναστασία Χαρ. Μαυράκη και τα παιδιά της.

Ο Δ. Αργυρόπουλος σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Nεώτατος επιδόθηκε στη δημοσιογραφία και, προετοιμαζόμενος για τις εξετάσεις  του Υπουργείου των Εξωτερικών, υπήρξε συντάκτης της εφημερίδας «Εστία» των Αθηνών, που ανήκε τότε στη βενιζελική παράταξη.  Eισάγεται το 1918 στο Υπουργείο Εξωτερικών. Λόγω της διπλωματικής ιδιότητάς του, η ζωή του χαρακτηριζόταν από συνεχείς μετακινήσεις· γνώρισε τον ελληνισμό της διασποράς στην ακμή του αλλά και στις τελευταίες του αναλαμπές.

Mετά την αποκατάσταση των ελληνοαλβανικών σχέσεων στάλθηκε το 1925 στην Αλβανία για την εγκατάσταση των ελληνικών Προξενείων στο Αργυρόκαστρο και  Αγίους Σαράντα και τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους απετέλεσε μέλος της μόνιμης ελληνικής αντιπροσωπείας στη Κοινωνία των Εθνών στη Γενεύη· εκεί συμμετέχει στις ενέργειες για τη ματαίωση του ελληνο-βουλγαρικού πρωτοκόλλου Πολίτη-Καλφώφ (1924), το οποίο ο Ελευθέριος Βενιζέλος, τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, σε λόγο του στην Κοινωνία των Εθνών,  αποκάλεσε  θνησιγενές.

Τοποθετείται μέλος της Υπάτης Αρμοστείας στη Κωνσταντινούπολη,  γραμματέας πρεσβείας στο Παρίσι, στη Βέρνη, υποπρόξενος στη Λυών, στη Μασσαλία, πρόξενος στην Αδριανούπολη, στη Φιλιππούπολη, στην Αλεξάνδρεια, στο Ζαγαζίκ, στο Πορτ-Σάϊδ,  γενικός πρόξενος στο Αμβούργο, σύμβουλος πρεσβείας στη Βαρσοβία. Toν Σεπτέμβριο 1939,  αναλαμβάνει καθήκοντα  γενικού προξένου στα Τίρανα  όπου παρέμεινε  έως  τις 4 Νοεμβρίου 1940, μιαν εβδομάδα μετά τη κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στα Τίρανα, ο Δημήτριος Αργυρόπουλος, με κίνδυνο της ζωής του, είχε αναπτύξει ένα δίκτυο συλλογής πληροφοριών τηρώντας ενήμερη την ελληνική Κυβέρνηση  μέχρι και της τελευταίας λεπτομέρειας για την επικείμενη εισβολή της φασιστικής Ιταλίας, με αποτέλεσμα η ημερομηνία της επίθεσης κατά της Ελλάδος να ήταν ήδη γνωστή. Για τη δράση του αυτή τιμήθηκε στις 31 Μαρτίου 1945 (υπουργός Στρατιωτικών Ν. Πλαστήρας) με το Μετάλλειο Εξαιρέτων Πράξεων «διά τας πολυτίμους υπηρεσίας ας προσέφερεν εις την πατρίδα». Κατά το διάστημα της ιταλικής και γερμανικής κατοχής παραιτείται από το Yπουργείο Εξωτερικών, στο οποίο ανακλήθηκε το 1944. Το 1945, προάγεται σε πρέσβη και το 1946, συμμετείχε στη πρώτη συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) στο Λονδίνο. Την ίδια χρόνια διορίζεται πρέσβης της Ελλάδος στο Ρίο Ιανέιρο, όπου παρέμεινε ως το 1951.

Ως Διευθυντής υποθέσεων Eκκλησιών και Aπόδημου Ελληνισμού στο Υπουργείο Εξωτερικών συμμετέχει το 1953 στις διαπραγματεύσεις με την ιταλική κυβέρνηση για την  ίδρυση του Ελληνικού Ινστιτούτου Bυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. Tο 1954, τοποθετείται πρέσβης στη Βέρνη. Τον Ιούλιο του 1955 μετέχει της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Πρώτη Διεθνή Διάσκεψη για τις ειρηνικές εφαρμογές της ατομικής ενέργειας που οργάνωσε στη Γενεύη ο διάσημος νομπελίστας φυσικός Ν. Bohr.

Τιμήθηκε με τον Μεγαλόσταυρο του τάγματος του Φοίνικος, με τους Μεγαλόσταυρους Βραζιλίας και Αιθιοπίας,  με τον ανώτερο ταξιάρχη Ιταλίας, καθώς και με άλλα παράσημα· έφερε τον τίτλο του πρέσβη επί τιμή. Πέθανε στην Αθήνα το 1972. Ήταν παντρεμένος από το 1941 με τη Μυρώ Μ. Παλαιολόγου· κόρη τους είναι η Ρωξάνη Αργυροπούλου, ιστορικός και ομότιμη Διευθύντρια Ερευνών  Ε.Ι.Ε. (Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών).

 

Πηγή


  • Αρχείο Οικογένειας Αργυρόπουλου – Ρωξάνη Αργυροπούλου

Read Full Post »

Λασκαρίδης ΕυρυσθένηςΟ συγγραφέας του δίτομου έργου «Κιανά»


 

 

Ευρυσθένης Λασκαρίδης

Γιατρός Μικροβιολόγος με καταγωγή από την Κίο της Μ. Ασίας. Η οικογένειά του ήταν από τις επιφανείς της ελληνικής κοινότητας της Κίου. Ο πατέρας του, Αριστοτέλης, συντέλεσε μαζί με άλλους στην ανέγερση του Παρθεναγωγείου της Κίου. Υπηρέτησε ως έφεδρος ανθυπίατρος στο 27° Σύνταγμα Πεζικού της Μεραρχίας Σμύρνης που ανέλαβε τη φρούρηση του τομέα της Κίου μέχρι Παζάρ-κιοϊ και Γιάλβα. Πήρε μέρος στους βαλκανικούς πολέμους αλλά και στην Μικρασιατική εκστρατεία μέχρι το 1923. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έζησε και πέθανε στην Θεσσαλονίκη. Σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν πολύ φιλάνθρωπος. Δεν έπαιρνε χρήματα από όσους δεν είχαν τη δυνατότητα. Δεν έκανε δική του οικογένεια. Είχε μια αδελφή που απέκτησε δύο κόρες. Η μια από αυτές παντρεύτηκε κάποιον από την οικογένεια Βελλίδη στη Θεσσαλονίκη.

Δέκα χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Θεσσαλονίκη, σχηματίστηκε επιτροπή με σκοπό τη συλλογή υλικού για την έκδοση βιβλίου σχετικού με την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας. Πρόεδρος ορίστηκε ο Αν. Πινάτσης. Το έργο όμως δεν ολοκληρώθηκε από την επιτροπή αυτή λόγω των δυσμενών συνθηκών που  ακολούθησαν (β’ παγκόσμιος πόλεμος, κατοχή, θάνατοι μελών κτλ). Συγκεκριμένα, όταν πέθανε και ο λογογράφος Αντ. Θεοδωρίδης έχοντας γράψει μόνο για την αρχαία πόλη, όσοι είχαν απομείνει από την επιτροπή ανέθεσαν στον Ευρυσθένη Λασκαρίδη τη συνέχιση και την ολοκλήρωση  του  έργου.  Αυτός στην αρχή αρνήθηκε, αλλά τελικά αποφάσισε να συνεχίσει τη συγκέντρωση πληροφοριών, την προσθήκη νέων στοιχείων και την οργάνωση και καταγραφή τους σε δύο τόμους. Ο αρχικός τίτλος «Λεύκωμα της Κίου» άλλαξε σε «Κιανά».

Ο πρώτος τόμος αναφέρεται στην ιστορία της Κίου από την αρχαιότητα μέχρι το 1922, ενώ ο δεύτερος στο Βίο, τη Θρησκεία και τη Γλώσσα των Κιανών. Το βιβλίο εκδόθηκε το 1966 με τη φροντίδα και την ευθύνη του Ευρυσθένη Λασκαρίδη. Σκοπός του έργου ήταν η γνωριμία των νεώτερων με την χαμένη πατρίδα της Κίου, τις συνήθειες και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της, την ιστορία της, τη χαμένη ακμή της. Τα έσοδα σύμφωνα με απόφαση της Επιτροπής θα δίνονταν για ενίσχυση των φτωχών μαθητών της Νέας Κίου.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

 

Read Full Post »

Δελή Υπατία (1886-1972)


 

Υπατία Δελή, 1930.

Η ποιήτρια Υπατία Δελή, σύζυγος του δημοσιογράφου και ποιητή Χρήστου Δελή, γεννήθηκε το 1886 στο Βαφεοχώριο (Μπογιατζίκιοϊ) του Βοσπόρου. Κόρη της Σμαράγδας και του Ιωάννη Αδαμαντιάδη, φιλολόγου – γυμνασιάρχη. Είχε τρεις αδελφούς, και μια αδελφή, τη λογοτέχνιδα Τατιάνα Σταύρου [1]. Τα αγόρια είχαν τελειώσει τη Ροβέρτειο Σχολή στην Κωνσταντινούπολη. Ο αδελφός της Αδαμάντιος μάλιστα ήταν από τους πρώτους στενογράφους της Βουλής των Ελλήνων. Η Υπατία σπούδασε δασκάλα στο Ζάππειο Παρθεναγωγείο και δίδαξε σε σχολεία των Δαρδανελίων, της Σαμψούντας και της Χαλκηδόνας.

Η Υπατία Δελή παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη το δημοσιογράφο Χρήστο Δελή και απέκτησαν μια κόρη, την Εύα (1921). Δυο χρόνια μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, η οικογένεια Αδαμαντιάδη, μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Η Υπατία Δελή εγκαταστάθηκε στη Νέα Κίο μαζί με το σύζυγό της, και την κόρη της κατά την ίδρυσή της, το 1927. Έζησε από κοντά τον αγώνα των προσφύγων να φτιάξουν μια νέα πατρίδα. Άρχισε μια καινούργια ζωή στον αργολικό κάμπο δίπλα στο σύζυγό της που πρωτοστατούσε στα κοινά της κοινότητας. Καθοριστικά δυσάρεστα γεγονότα επηρέασαν τη ζωή και το έργο της. Η καταστροφή του Μεταξουργείου που ίδρυσε ο Χρήστος Δελής, από τους Γερμανούς και κυρίως ο θάνατος της κόρης της, Εύας, το 1940, σημάδεψαν την προσωπικότητά της και γενικότερα τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα.

Υπατία & Χρήστος Δελής

Στην κόρη της Εύα και τον πρόωρο χαμό της είναι αφιερωμένη η μοναδική της ποιητική συλλογή «Μηνολόγιο» (1966), που περιλαμβάνει σκόρπια ποιήματά της δημοσιευμένα σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά της εποχής («Νέα Εστία», «Νεοελληνικά Γράμματα», «Πνευματική Ζωή», «Τα Ηραία» κτλ.).  Επανέρχονται εδώ ημερομηνίες καθοριστικές απ’ τη ζωή της κόρης της, μνήμες απ’ το «κορίτσι με τα μεγάλα μάτια», πόνος, ερωτηματικά για το θάνατο και τη ζωή, υπαρξιακή αγωνία. Κείμενά της, ποιήματα, διηγήματα, μεταφράσεις, άρθρα βρίσκουμε ακόμα σε τοπικές εφημερίδες, «Αργοναυπλία», «Σύνταγμα» κτλ. Στο περιοδικό Νέα Εστία δημοσιεύτηκαν 45 κείμενά της, από το 1943 έως το 1987 (μια και διηγήματα ή άλλα άρθρα της Υπατίας Δελή έδινε για δημοσίευση η αδελφή της Τατιάνα Σταύρου, που έμενε μαζί της τον τελευταίο καιρό).

Ήταν ο μορφωμένος άνθρωπος της Ν. Κίου. Ήξερε ξένες γλώσσες, Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά, λίγα Ισπανικά, σπάνιο πράγμα για την εποχή αυτή στην επαρχία. Έκανε λογοτεχνικές μεταφράσεις, αλλά και σ’ αυτήν προσέτρεχαν για σχετική βοήθεια οι κάτοικοι της περιοχής. Έδινε διαλέξεις, μαζί με την αδελφή της Τατιάνα Σταύρου, στο Άργος και στο Ναύπλιο. Διέθετε αξιόλογη βιβλιοθήκη. Λέγεται ότι χάρισε όλα τα βιβλία της στο Δημοτικό Σχολείο Ν. Κίου.

Διέθετε κοινωνική ευαισθησία. Παλιοί κάτοικοι της Κίου θυμούνται την Υπατία στο μπαλκόνι του σπιτιού της, που υπάρχει και σήμερα απέναντι στη Λεωφόρο Ελευθερίας, τα ξημερώματα να φωνάζει στους τσοπάνηδες να μην αφήνουν τα πρόβατα να τρώνε τα ευκάλυπτα, αφού τα δέντρα αυτά προστάτευαν τους κατοίκους από την ελονοσία. Τα χρόνια της Κατοχής μέσω των ποιημάτων της συμβουλεύει τους Κιώτες να μη λυγίσουν, να μείνουν περήφανοι και αξιοπρεπείς. Λέγεται ότι τη σέβονταν και οι Γερμανοί. Όταν ήρθαν οι Άγγλοι στην Κίο, γύρω στο 47- 48, ήταν η μόνη που τους μίλησε. Είχε ζητήσει να μπει στην πλατεία ένα πανώ που έγραφε με τεράστια γράμματα «Welcome» για να το δουν τα αγγλικά αεροπλάνα. Ζήτησε από τους Άγγλους να κάνουν κάτι για να αντιμετωπιστεί στην Κίο το πρόβλημα με τα κουνούπια και την ελονοσία. Αυτοί την άκουσαν, ψέκασαν κάθε σπίτι ξεχωριστά με ειδικό φάρμακο. Από τότε λέγεται ότι καταπολεμήθηκε η ελονοσία στην Κίο.

Τατιάνα Σταύρου

Μετά τον πόλεμο γράφει «Ανοιχτή Επιστολή προς τους απανταχού της Γης επιστήμονες» εκφράζοντας την ανησυχία της για την ανεξέλεγκτη τεχνολογική ανάπτυξη και την αλαζονεία του ανθρώπου της εποχής. Προλέγει την καταστροφή. Κάτοικοι της Κίου τη θυμούνται να ακούει κλασική μουσική και να διαβάζει. Μετά το θάνατο του συζύγου της, τα τελευταία χρόνια της ζωής της εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, στο σπίτι της αδελφής της Τατιάνας Σταύρου κοντά στον Ευαγγελισμό. Πέθανε στη Ν. Κίο το 1972. «Υπατία Δελή» προτάθηκε να ονομαστεί το Γυμνάσιο Ν. Κίου το 2008, σύμφωνα με σχετική εγκύκλιο για την ονοματοδοσία των σχολείων.

 

 

Υποσημείωση 


 [1] Η Τατιάνα Σταύρου γεννήθηκε στην Πόλη στα 1899. Το 1924 εγκαταστάθηκε στην Καστέλλα του Πειραιά. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής εντάχτηκε στο ΕΑΜ και στην Υπηρεσία Πρόνοιας των Στρατευομένων. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς (1958), μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, του Γυναικείου Συλλόγου Γραμμάτων και Τεχνών. Τιμήθηκε με βραβεία από την Ακαδημία Αθηνών, την Εστία Νέας Σμύρνης, το Σύλλογο Κωνσταντινουπολιτών με κρατικά βραβεία.

Εντάσσεται στη λεγόμενη γενιά του 30. Το έργο της επικεντρώνεται στις περιπέτειες του Ελληνισμού από τον πόλεμο του 1897 μέχρι τη Μικρασιατική καταστροφή, αλλά και στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, την κατοχή και τον εμφύλιο. Δημοσίευσε άρθρα, μελέτες, μεταφράσεις, ποιήματα σε λογοτεχνικά περιοδικά, έγραψε συλλογές διηγημάτων και μυθιστορήματα. Πέθανε στην Αθήνα το 1990. Ο Νίκος και η Σμαράγδα Αδαμαντιάδη, ανήψια της Τατιάνας Σταύρου και της Υπατίας Δελή, παιδιά του Χρήστου Αδαμαντιάδη, αδελφού τους, είναι αθλοθέτες σήμερα σε τιμητικό βραβείο στη μνήμη της Τατιάνας Σταύρου. Ο διαγωνισμός (ο 55ος το 2010) απευθύνεται σε συγγραφείς που προωθούν τη λογοτεχνία για παιδιά και νέους και προκηρύσσεται από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Σύμφωνα με την προκήρυξη, «τα έργα πρέπει να είναι λογοτεχνικά, προσεγμένα στη γλώσσα, να εμπνέουν αισιοδοξία και πίστη για τη ζωή και να κινούνται μέσα στην ελληνική πραγματικότητα».

 

Βιβλιογραφία


  • Λουκάς Σταθακόπουλος – Γιάννης Γκίκας, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος και Κορινθίας 1798-1957», Αθήνα 1958.
  • Πάνος Λιαλιάτσης, «Η Αργολική Λογοτεχνία 1830-1993», Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Ναυπλίου « Ο Παλαμήδης».
  • Εφημερίδες, Αργοναυπλία, περ. «Τα Ηραία», Περ. «Νέα Εστία», «Αργειακόν Ημερολόγιον».
  • Παναγιώτης Δημ. Καραθανάσης, «Μικρασιάτες Λόγιοι και Συγγραφείς, Από το 10° αι. μ.Χ. ως το 1922», Μάιος 2008.

Μαρτυρίες

  • τ. Δημάρχου Νέας Κίου Γεωργίου Μανινή.
  • Ειρήνης Εσκιόγλου – Λαμπροπούλου.
  • Διαμαντή Ταράτσα – Βοναπάρτη.

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Ηρώδης ο Μέγας (73 – 4 π.Χ.*) – Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


 

Ηρώδης

Ηρώδης ο Μέγας Βασιλιάς της Ιουδαίας, αραβικής καταγωγής. Ήταν γιος του στρατηγού Αντιπάτρου, συνεργάτη των Ρωμαίων, ο οποίος μαζί με το διεκδικητή του θρόνου Υρκανό βοήθησε τον Καίσαρα με στρατό όταν αυτός έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ο Αντίπατρος σε ανταμοιβή έγινε τετράρχης της Γαλιλαίος το 47 π.Χ., έπειτα κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και επί Αντωνίνου, Βασιλιάς της Ιουδαίας. Τα παιδιά του επίσης απέκτησαν αξιώματα και ο Ηρώδης έγινε τότε έπαρχος στη Γαλιλαία.

Ο Ηρώδης, αφού εξασφάλισε την εύνοια της Ρώμης, ελίχθηκε στις συμμαχίες του ανάμεσα στον Βρούτο, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, τασσόμενος κάθε φορά με το μέρος του νικητή. Παρά το γεγονός ότι παρέδωσε σημαντικό έργο στην περιοχή, ωστόσο ήταν ως χαρακτήρας αδίστακτος σε κάθε εγκληματική του ενέργεια που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει την εξουσία του, ήταν φιλόδοξος και ακόλαστος. Ήταν απάνθρωπος σε σημείο που δεν δίστασε να σφάξει την ίδια του τη γυναίκα, τρία από τα παιδιά του, τον πεθερό του και φυσικά παρέμεινε στην ιστορία ως αιμοσταγής Βασιλιάς σφάζοντας τα αθώα νήπια της Βηθλεέμ (Ματθ. Β’ 16-18). Πέθανε λίγο μετά τη σφαγή των νηπίων από φριχτή και επίπονη ασθένεια, πληρώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, το αποτρόπαιο έγκλημά του.

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο θεολόγος – θρησκειολόγος  Δημήτρης  Μπεχριδάκης, διευθυντής του περιοδικού « Θρησκειολογία- Ιερά/Βέβηλα» γράφει:

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενι­κώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.

Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεν­νήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευ­ταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρή­σει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».

Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

 

 

Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


  

Του Γεωργίου Π. Πατρώνου

Ομότιμου καθηγητή Θεολογικής

Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Από το 63 π.Χ. χρονολογείται η ουσιαστική ρωμαϊκή κυριαρχία στην Παλαιστίνη. Έκτοτε, οι εμφύλιοι πόλεμοι ως μέσον άσκησης πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στη χώρα αυτή, καθώς και οι συχνές επαναστάσεις εναντίον της Ρώμης με αρχηγούς συνήθως θρησκευτικούς ηγέτες που θεωρούνταν από το λαό Μεσσίες, αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Κυρίαρχη μορφή αυτής της περιόδου υπήρξε ο Ηρώδης ο Μέγας, ο οποίος αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη ως βασιλέας της Ιουδαίας, εξαιτίας της φιλορωμαϊκής πολιτικής του. Δια του γάμου του, μάλιστα, με τη Μαριάμμη, από αρχιερατική οικογένεια, εγγονή του Υρκανού Β’, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του εκτός από την πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία. Στη θέση του αρχιερέα διόρισε τον άβουλο αλλά παμπόνηρο Άννα, πεθερό στη συνέχεια του Καϊάφα, γνωστούς από τις ευαγγελικές διηγήσεις για την καταδίκη και το θάνατο του Ιησού.

Το προσωνύμιο «μέγας» ο Ηρώδης το απέκτησε χάρη στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για ανοικοδόμηση των Ιεροσολύμων και των άλλων μεγάλων πόλεων με φρούρια, ιπποδρόμους, θέατρα και άλλα μεγαλοπρεπή κτίρια και μνημεία. Σύγχρονοί του συγγραφείς τον επαινούσαν γι’ αυτή την οικοδομική του πολιτική και ιδιαίτερα για την ανακατασκευή του Ναού των Ιεροσολύμων, που σκοπό είχε να εξυψώσει το γόητρο των Ιουδαίων σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Παράλληλα, κτίζοντας παντού «Καισάρεια», μνημεία προς τιμήν του Αυγούστου, που θεωρούνται σήμερα από τα λαμπρότερα της περιόδου, ο Ηρώδης πέτυχε σε μεγάλο βαθμό την εύνοια του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Ακόμη, ενισχύοντας οικονομικά πολλές ελληνικές πόλεις και συμβάλλοντας στην ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων, επεδίωξε να καλλιεργήσει το προφίλ του φιλέλληνα ευεργέτη.

Η βασιλεία του (40 (ουσιαστικά το 37) – 4 π.Χ.), ωστόσο, εξελίχθηκε σε μια από τις τραγικότερες περιόδους στην ιστορία του ιουδαϊσμού λόγω των πολλών και φρικτών εγκλημάτων του. Με την ά­νοδό του στο θρόνο, εκτέλεσε 45 από τα 71 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου και αποκεφάλισε ή εξόρισε τους περισσότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους της ιουδαϊκής κοινωνίας. Ανέγγιχτη δεν έμεινε ούτε η ίδια του η οικογενείας. Με εντολή του δολοφονήθηκαν η πεθερά του, η γυναίκα του Μαριάμμη που υπεραγαπούσε, ακόμη και τα παιδιά του Αλέξανδρος, Αριστό­βουλος και Αντίπατρος, εξαιτίας της υποψίας ότι προετοίμαζαν την ανατροπή του. Οι ανατριχιαστικές πράξεις του τον οδήγησαν τελικά στην παραφροσύνη, και η κάθε απόφαση και ενέργειά του αποτελούσε απόρροια της καθολικής του σχιζοφρένειας.

Ο θάνατος του Ηρώδη υπήρξε τραγικότερος και από τη ζωή του. Τα τελευταία του χρόνια υπέφερε φρικτά και πέθανε, κατά μια εκδοχή, από καθολι­κό καρκίνο και υδρωπικία το Μάρτιο του 4 π.Χ. Μέσα σε αφόρητους πόνους και γεμάτος οργή και μανία για τους πάντες και τα πάντα, έδωσε ως ύστατη εντολή να σφαγιασθούν στον ιππόδρομο όλα τα ανώτερα στελέχη της πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής ηγεσίας, ώστε κατά το θάνατό του να θρηνήσει αναγκαστικά ολόκληρη η χώρα.

Ενδεικτικό της καθολικής μετά θάνατον απαξίωσης προς το πρόσωπό του ήταν το σκωπτικό επίγραμμα που με εντολή του ίδιου του Ρωμαίου αυτοκράτορα χαράχτηκε στον τάφο του: «θα προτιμού­σα να ήμουν χοίρος του Ηρώδη παρά γιος του». Μια τέτοια εγκληματική ψυχοπαθολογική προσωπικότητα δεν φαίνεται απίθανο να έδωσε εντολή να σφαγιαστούν όλα τα άρρενα νήπια «από δύο ε­τών και κάτω» στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της προς αποφυγήν μιας απειλής – ακόμη και δυνητικής – από τη γέννηση του Ιησού, όπως περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.

 

Η σφαγή των νηπίων ως ιστορικό γεγονός

 

Η σφαγή των νηπίων - Χαρακτικό του Gustave Doré

Η σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ κατά το χρόνο της γέννησης του Ιησού Χριστού αποτελεί γεγονός πολυσυζητημένο και ιδιαίτερα αμφισβητημένο τόσο ως προς την αγριότητά του όσο και ως προς τον αριθμό των 14.000, στον οποίο κατά την παράδοση ανήλθαν τα θανατωθέντα βρέφη. Μια πραγματική γενοκτονία εμφανίζεται να έλαβε χώρα δίχως την παραμικρή μαρτυρημένη αντίδραση του λαού της Ιουδαίας ή της ρωμαϊκής διοίκησης. Πολλοί μελε­τητές θεωρούν αδύνατο να πραγματοποιήθηκε μια τέτοια εκστρατεία με πλήρη μυστικότητα σε τόσο σύντομο χρόνο, οπότε η συγκεκριμένη ευαγγελική αναφορά (Ματθ. 2,16-18) θα πρέπει, κατά την άπο­ψή τους, να εκληφθεί ως «συμβολική διήγηση» και να ενταχθεί στο χώρο της θρησκευτικής μυθοπλασίας και της φιλολογικής μυθολογίας των αρχαίων ανατολικών λαών.

Αν, όμως, συσχετίσουμε την ευαγγελική αυτή διήγηση με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα των χρόνων της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα με όσα είναι γνωστά για την προσωπικότητα του Ηρώ­δη, τότε η περιγραφή του Ματθαίου φαίνεται να αποκτά χαρακτήρα μάλλον ρεαλιστικό. Προληπτικές ή κατασταλτικές, επιλεκτικές ή μαζικές, οι δολοφονίες αντιφρονούντων και ανταγωνιστών αποτελούσαν στην αρχαιότητα – και συχνά ακόμη α­ποτελούν – σύνηθες γνώρισμα του βίου και της πολιτείας των ασκούντων απολυταρχική εξουσία.

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές, ακόμη και οι αδιάφορες προς το χριστιανισμό, παρουσιάζουν γλαφυρά το βασιλιά Ηρώδη ως φυσιογνωμία σχιζοφρενή και ιδιαζόντως εγκληματική, που η υπέρμετρη φιλοδοξία και αρχομανία ωθούσαν στην άσκηση στυγνής πολιτικής χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τις συνέπειες. Η εξουσία στα χέρια του εμφανίζεται ως όργανο ικανοποίησης των παράδοξων επιδιώξεων και των σκοτεινών επιθυμιών του. Το ότι αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο διέταξε τη γενική σφαγή όλων των αντιπάλων του, εκδηλωμένων ή δυνητικών, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, που έντρομοι είχαν καταφύγει στα όρη και στις σπηλιές, και ότι αργότερα δεν δίστασε να δολοφονήσει και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας, αποτελούν σημαντικά προηγούμενα για την ιστορική προσέγγιση της «σφαγής των νηπίων».

Η βασιλεία του Ηρώδη περιγράφεται ως μια ατελείωτη σειρά ραδιουργιών, δολοπλοκιών και εκτελέσεων, και η επί μακρόν επικράτησή του χαρακτηρίζεται ως η σκοτεινότερη και αλγεινότερη περίοδος της ιουδαϊκής ιστορίας, επενδυμένη με όρους πολιτικού σκοταδισμού και θρησκευτικού αποκαλυπτισμού.

Οι Μάγοι - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Στα μάτια οικείων και εχθρών, ευγενών και απλού λαού, ο Ηρώδης εξελίχθηκε σε προσω­ποποίηση του δαιμονικού στοιχείου, σε «αποκαλυ­πτικό θηρίο» βγαλμένο από τα Δανιήλεια οράματα του παρελθόντος, που δημιουργούσε ιδιαίτερα στα εξουθενωμένα λαϊκά στρώματα έντονες εσχατολογικές προσδοκίες για άμεση επέμβαση του θεού και έλευση του αναμενόμενου Λυτρωτή και Μεσσία. Έναντι του καταχθόνιου και σκοτεινού βασιλιά Ηρώδη εμφανίζεται, λοιπόν, ένας νέος «άρχων ειρήνης» με τη μορφή θείου βρέφους, το οποίο καλούνται να προσκυνήσουν οι Ποιμένες ως εκπρόσωποι του αγνού και άδολου λαού του Ισραήλ, και οι Μάγοι της Ανατολής ως εκπρόσωποι των εθνών όλης της οικουμένης.

Το ελπιδοφόρο και χαρμόσυνο, όμως, γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού επισκιάζεται, κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο, από την τραγική και αποτρόπαια πράξη της σφαγής των νηπίων. Μια προσεκτικότερη προσέγγιση της ιστορικής αξιοπιστίας και της θεολογικής ερμηνευτικής του γεγονότος αυτού καθίσταται αναγκαία, καθώς τα ευαγγελικά κείμενα δεν εκθέτουν απλώς τα γενόμενα, αλλά τα ερμηνεύουν κιόλας θεολογικά.

Με άλλα λόγια αποτελούν ένα είδος «σπουδής» επί των ιστορικών φαινομένων – κατά την επιτυχή ρήση του μεγάλου ιστορικού Α. Τόινμπι (Α. Toynbee) («Studies of History») – με θε­ολογική προοπτική. Η ύπαρξη «σημείων» έλευσης ενός νέου «άρχοντα» κατά τη διαβεβαίωση των Μάγων της Ανατολής και των ερμηνευτών ραβίνων – δηλαδή των εκπροσώπων της επιστήμης και της θρησκείας, που ως γνωστόν ερωτήθηκαν διερευνητικά από τον ίδιο τον Ηρώδη (Ματθ. 2, 4)- ήταν ενδεχομένως υπεραρκετή για να οδηγήσει τον παθολογικά ανασφαλή «βασιλίσκο της Ιουδαίας» στη λήψη των οικείων προς αυτόν προληπτικών μέτρων.

Υπό τους αυστηρούς όρους της επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ωστόσο, ο αριθμός των 14 χιλιάδων θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημιουργεί – ακόμη και για τα δεδομένα του Ηρώδη – ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος – σύγχρονος των ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη και άρα καλός γνώστης της εποχής των ευαγγελικών γεγονότων – η κωμόπολη της αρχαίας Βηθλε­έμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χίλιους κα­τοίκους. Η σφαγή των αρρένων νηπίων «από διε­τούς και κατωτέρω» δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 ή το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή της συγκεκριμένης περιοχής.Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό, κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έστω και υποθετική απειλή της εμφάνισης ενός διεκδικητή του θρόνου.

Η «αναίρεση» μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε «παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο» στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο των θυμάτων της καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση της Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα των Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός «αναιρεθέντων νηπίων». Η αναφορά στη σφαγή «χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων» αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας – από το εορτολογικό Συναξάρι της συγκεκριμένης ημέρας- και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο των Μαρτύρων της Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και «αναρίθμητοι» μάρτυρες της χριστιανικής πίστης. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει, επομένως, στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική και μία ιδιαίτερη «συμβολική» παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

 

Η θεολογική σημειολογία του αριθμού των «αναιρεθέντων νηπίων»

 

Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν ε­πέχουν θέση «χρονικών» ή απλών «δημοσιογραφικών εκθέσεων» επί των ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση των πιστών στο πλαίσιο του κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου της Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή των νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση της σημειολογίας των γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση. Στην παράδοση του ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το «ιστορικό» προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και «σφαγής».

Η φυγή στην Αίγυπτο - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση του βιβλίου της Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ της Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό όλων των πρωτότοκων αγοριών των Ισραηλιτών, μια πραγματική γε­νοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση του αριθμού των δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα. Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα της ερμηνευτικής «προτύπωσης» για την παράλληλη θεολογική προσέγ­γιση και ερμηνεία του αντίστοιχου γεγονότος της σφαγής των νηπίων από ένα «νέο Φαραώ», τον αλ­λόθρησκο και μισητό βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώ­δη. Όπως ο παλαιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπα­λες δυνάμεις του σκότους και της καταπίεσης αντι­δρώντας στα «σημεία» της εφαρμογής του σχεδίου του θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση του Ισραήλ, έτσι και ο Ηρώδης ως «νέος Φαραώ» ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις για την παρεμπόδιση της έλευσης του Σω­τήρα του κόσμου και την ιστορική καταξίωση του νέου Ισραήλ.

Κατά το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χρι­στός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος του θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο «ζητεί την ψυχήν του Παιδίου», φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος των δυνάμεων του κακού και παρου­σιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου. Ο ισχυρός του παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικη­τής.

Το γεγονός της σφαγής των νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προ­οπτική, εφ’ όσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ των «σημείων των εσχάτων» που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή του κακού και την επικράτηση του καλού.

Σε αυτή τη γραμμή της θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή των νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία του Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγεί­λει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθε­λε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ιερ. 31, 15). Ο ιστορικός και ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση της προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμη­νευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός του «θρή­νου, του κλαυθμού και του οδυρμού» της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,18).

Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο του παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. Και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιη­σού του Ναυή οδήγησαν το λαό του θεού μακριά από την Αίγυπτο και την «αιγυπτιώδη ανελευθερία», από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη της επαγγελίας και της ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας «νέος Μωυσής» και «νέος Ιη­σούς» θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη της επαγγελίας, προς μια εσχατο­λογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας.

Γι’ αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την «προτύπωση» γεγονότων ότι «εξ Αιγύπτου» και πάλι ο θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη «έξοδο» στην ιστορία των νέων χρόνων (Ματθ. 2, 15).

Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν εκτεταμένη χρήση των θεολογικών πλέον όρων «Αίγυπτος» και «Φα­ραώ» στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή του θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο της σφαγής των νη­πίων της Βηθλεέμ αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη «κάθοδος του Υιού του θεού στον Άδη». Εκεί, στον «Άδη της Αιγύπτου», ο Ιησούς Χριστός ως «νέος Μωυσής» θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική «έξοδο» προς τη νέα γη της επαγγελίας, τη Βασιλεία του θεού.

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο του ιερού αριθμού 7 των Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθο­λικότητα.

Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιε­ρό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιη­σούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται σε 144.000 (Αποκ. 14,1). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό της καθολικότητας της Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα της Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη συ­ντάσσονται με τους εκάστοτε «Φαραώ» και «Ηρώδεις» της ιστορίας.

Η αναφορά του ευαγγελιστή στο γεγονός της σφαγής και της θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον ε­ναργή τρόπο ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυ­ριαρχούμενο από το ρεαλισμό της βίας, της ανελευθερίας, των καταπιέσεων και των διωγμών. Οι ι­σχυροί «Φαραώ» και «Ηρώδεις» που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες των λαών, εκπροσωπούν τις α­ντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος των αδυνάτων.

Το θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο της μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολου­θήσουν πιστά τα ίχνη του μέχρις εσχάτων του ιστορικού χρόνου. Η ιστορία της Εκκλησίας με το πλήθος των μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές της αλήθειας και τους μάρτυρες της ελευθερίας.

Δια της αφήγησης του περιστατικού της σφαγής των νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς «Ηρώδεις» ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα του «εσφαγμένου Αρνίου» και αθώα νήπια γίνονται μάρτυρες της αλήθειας «από καταβολής κόσμου» (Αποκ. 13, 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο χριστιανισμός δια των ιερών του κειμένων.

 

Σημείωση:

Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση του γεγονότος της σφαγής των νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η Ιστορική Πορεία τον Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο), Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο Ηρώδης και η σφαγή των νηπίων», τεύχος 216, 18 Δεκεμβρίου 2003.

Read Full Post »

Δελής Χρήστος (1887-1960)


 

Χρήστος Δελής

Ο δημοσιογράφος και ποιητής  Χρήστος Δελής γεννήθηκε στη Κίο της Μικράς Ασίας το 1887. Τελείωσε το Ελληνικό Σχολείο στην Κίο και το Ελληνικό – Γαλλικό Λύκειο της Κωνσταντινούπολης. Δίδαξε σε σχολεία της Κωσταντινούπολης γράφοντας υπέρ της δημοτικής γλώσσας σε μια εποχή και σε μια περιοχή κυριαρχίας του λογιοτατισμού. Αγωνίστηκε για να μη στρατεύονται οι Έλληνες της Τουρκίας στα φοβερά τάγματα εργασίας. Παντρεύτηκε στην Κωνσταντινούπολη την Υπατία Αδαμαντιάδη και απέκτησαν μια κόρη, την Εύα (1921), η οποία έφυγε νωρίς από τη ζωή, το 1940, σε ηλικία 19 ετών.      

Το πρώτο του βιβλίο «Τα Χουχλίδια», ποιήματα και διηγήματα, το εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το 1908. Το 1910 κυκλοφορεί το εβδομαδιαίο σατυρικό περιοδικό «Άνω Κάτω». Εκδίδει ακόμα τα «Φιλολογικό Πάσχα» και το Ημερολόγιο «Περίδρομος». Το 1919 εκδίδεται το δεύτερο βιβλίο του «Ηρωικά διηγήματα του Ταβάν Ταμπουρού». Έγραψε ποιήματα λυρικά και σατυρικά.

Ημερολόγιο «Περίδρομος», 1915.

Όταν, μετά την καταστροφή, εγκαταστάθηκε στη νέα του πατρίδα, τη Νέα Κίο, συνέχιζε να γράφει σε εφημερίδες και λογοτεχνικά περιοδικά («Τα Ηραία», του Άργους) σατιρίζοντας την κοινωνική ζωή της Αργολίδας. Υπέγραφε με το όνομα «Τρελός» (η σημασία του «Δελής» στα τούρκικα). Τα σατιρικά του ποιήματα έκρυβαν «πίκρα για την καταστροφή του ‘22, το χαμό της κόρης του Εύας,» (Λιαλιάτσης) την πνευματική φτώχεια του αργείτικου κάμπου.

Πρωτοστάτησε στις ενέργειες για την ίδρυση της Νέας Κίου ως πρόεδρος Επιτροπής που είχε δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό το 1925. Ίδρυσε Μεταξουργείο, συνεχίζοντας την παράδοση της Κίου της Μ. Ασίας. Μουριές φυτεύτηκαν στους δρόμους της Ν. Κίου και στα σπίτια διαμορφώθηκε ειδικός χώρος για την επεξεργασία των κουκουλιών. Το μετάξι διοχετευόταν στη βιομηχανία υφασμάτων Ναθαναήλ. Το 1932 μάλιστα το μετάξι αυτό πήρε το πρώτο βραβείο στην Έκθεση Θεσσαλονίκης. Το Μεταξουργείο καταστράφηκε από τους  Γερμανούς στα χρόνια της Κατοχής. Υπήρξε για δύο δεκαετίες πρόεδρος της κοινότητας της Νέας Κίου. Απεβίωσε το 1960. Οι τοπικές εφημερίδες μίλησαν εγκωμιαστικά για την πνευματική και κοινωνική προσφορά του, τόσο στη Νέα Κίο, όσο και γενικότερα στην Αργολίδα.  

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Ανδρούτσος  Διονυσίου Χρήστος (Κίος Βιθυνίας 1869- Αθήνα 1935)


 

Χρήστος Ανδρούτσος , ελαιογραφία Τ. Καζάκος

Ο Καθηγητής Πανεπιστημίου και Συγγραφέας  Χρήστος Ανδρούτσος   γεννήθηκε στην Κίο της Προποντίδας στις 7 Ιανουαρίου 1869. Οι γονείς του χάθηκαν πρόωρα. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο αστικό σχολείο της πατρίδας του (1874 -1880). Φοίτησε εκεί μέχρι και τη δεύτερη τάξη του Ελληνικού Σχολείου και παράλληλα ασχολήθηκε με γεωργικές εργασίες. Στη συνέχεια σπούδασε στην Κεντρική Ιερατική Σχολή της Κωνσταντινούπολης για 5 χρόνια (1882 -1887). Το έτος 1887-88 ξεκίνησε τις σπουδές του στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Τον Ιούλιο του 1892 αποφοίτησε, αφού ολοκλήρωσε τη διατριβή του με θέμα: «Το λογικό κύρος των περί υπάρξεως Θεού αποδείξεων».

Διεύθυνε την Αστική Σχολή στην πατρίδα του το 1892-93. Τότε πήγε στην Λειψία της Γερμανίας με έξοδα του ευεργέτη της Κίου Θ. Ζαφειρίδη, για ευρύτερες σπουδές. Δάσκαλοί του εκεί ήταν οι φιλόσοφοι Βίλχελμ Βουντ και Ρούντολφ Χάιντσε. Στις 18 Μαΐου 1895 αναγορεύτηκε διδάκτορας Φιλοσοφίας με άριστα για τη διατριβή του «Το κακόν παρά Πλάτωνι».

Όταν επέστρεψε από τη Γερμανία, το 1895 μέχρι το 1897, δίδαξε Ελληνικά, Φιλοσοφικά και Θεολογικά στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Από το 1897 έως το 1899 εργάστηκε ως καθηγητής Ελληνικών, Λατινικών και Γερμανικών στο «Ελληνικόν Εκπαιδευτήριον», ιδιωτικό σχολείο του Α. Βενιέρη, στο Γαλάτσι της Ρουμανίας. Στη συνέχεια (1899-1901) δίδαξε Ελληνικά, Παιδαγωγικά και Φιλοσοφικά στα Γυμνάσια των Χανίων και του Ηρακλείου Κρήτης. Στο δεύτερο υπηρέτησε ως διευθυντής για ένα χρόνο.

Από το 1901, έως το 1905, δίδαξε πάλι φιλοσοφικά και θεολογικά μαθήματα στη Θεολογική Σχολή Χάλκης. Στις 9 Νοεμβρίου 1906 μέχρι το Φεβρουάριο του 1912 εργάστηκε ως καθηγητής Θρησκευτικών στο Μαράσλειο Διδασκαλείο. Τότε διορίστηκε Καθηγητής Θεολογίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Δίδαξε σε αυτό Δογματική και Χριστιανική Ηθική μέχρι το θάνατό του, το 1935. Διετέλεσε κοσμήτορας της Θεολογικής Σχολής τα έτη 1912-1913, 1917-1918, 1921-1922 και πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1923-24.

Η υπηρεσία του στο Πανεπιστήμιο δεν ήταν συνεχής. Το 1918 απολύθηκε για να διορισθεί ξανά το 1920. Το 1922 παραιτήθηκε. Επανήλθε στη θέση του το 1926. Οι περιπέτειες αυτές πιθανόν οφείλονται στη δυναμική του προσωπικότητα και την παρέμβασή του στα πολιτικά και εκκλησιαστικά πράγματα της εποχής.

Το 1926 ορίστηκε διευθυντής Θρησκευμάτων του Υπουργείου Παιδείας. Το 1914 του απονεμήθηκε ο Αργυρός Σταυρός των Ιπποτών του Τάγματος του Σωτήρος, το 1921 ο Χρυσός Σταυρός. Διακρινόταν για τη δυνατή του μνήμη, την πρωτοτυπία της σκέψης του, την κριτική του ικανότητα, την ευχέρεια λόγου, τη μεταδοτικότητα της διδασκαλίας του. Συνεργαζόταν με τους πατριάρχες Ιωακείμ Γ’ της Κωνσταντινουπόλεως και Δαμιανό Ιεροσολύμων και έτσι μπορούσε να επηρεάζει την πολιτική της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Σε συνέδρια για το θέμα της Ένωσης των  Εκκλησιών  υποστήριξε  τις  θέσεις  της  Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Χρήστος Ανδρούτσος

Με διαθήκη του άφησε την περιουσία του για την έκδοση θεολογικών και φιλοσοφικών του έργων. Έγραψε μονογραφίες, διατριβές, λόγους που εκφώνησε «από στήθους» σε διάφορες επίσημες τελετές. Πολλά έργα του βραβεύτηκαν σε διαγωνισμούς και μεταφράστηκαν σε ξένες γλώσσες. Το 1896 εξέδωσε δύο πραγματείες στην Κωνσταντινούπολη, έργα που ανήκουν στην θεολογική φιλολογία. Έχουν τίτλο «Εν μάθημα περί του προπατορικού αμαρτήματος» και «Δεύτερον μάθημα περί του προπατορικού αμαρτήματος». Απ’ τα θεολογικά του έργα διακρίνονται: «Συμβολική εξ απόψεως ορθοδόξου», 1901, «Δογματική της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας», 1907, «Δογματικοί μελέται», 1908, «Σύστημα Ηθικής», 1925, αλλά και «Κλήρος και Θέατρον», 1913, «Λόγος εις την εορτήν των Τριών Ιεραρχών», 1917, «Το κύρος των χειροτονιών της Αγγλίας», 1905, «Αι βάσεις της Ενώσεως των Εκκλησιών», 1905.

Αξιόλογα φιλοσοφικά του έργα είναι: «Περί της έννοιας και της ουσίας του κακού κατά Πλάτωνα», 1896-97, «Η θεωρία της του Πλάτωνος γνώσεως» (1903) (διδακτορική του διατριβή που βραβεύτηκε στο Σούτσειο φιλοσοφικό διαγωνισμό) , «Ψυχολογία και Λογική», 1908, «Εκκλησία και Πολιτεία εξ απόψεως ορθοδόξου», 1920, «Λεξικόν της Φιλοσοφίας», 1929, «Κριτική των θεμελιωδών αρχών της στωικής φιλοσοφίας», 1909, «Οικογένεια και Πολιτεία», 1911, «Φρειδερίκος Νίτσε», 1911, «Αι θεωρίαι της προσοχής», 1911, «Τολστόι, Νίτσε , Μπέρξον», β’ εκδ. 1930, «Περί της ψυχαναλύσεως του Freud», 1931, «Ο γέλως», 1932, «Γενική ψυχολογία», 1934.

Στο δίτομο έργο του Ευρυσθένη Λασκαρίδη «Κιανά» (Θεσσαλονίκη, 1966) το οποίο ασχολείται με την ιστορία, τη ζωή και τις παραδόσεις της Κίου της Μ. Ασίας, περιλαμβάνεται η «Σκιαγραφία του Σοφιστού Ιμέριου» (Κιανά, 1ος τόμος, σελ. 207), γραμμένη από τον Χρήστο Ανδρούτσο ειδικά για το έργο αυτό, το 1935. Στη Γεννάδιο Βιβλιοθήκη βρίσκεται και η μεγάλη συλλογή εγγράφων του Χρήστου Ανδρούτσου.

Σήμερα θεωρείται από τους κορυφαίους θεολόγους που δίδαξαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής Π. Μπρατσιώτης του αφιέρωσε μια μελέτη με τίτλο «Χρήστος Ανδρούτσος» που εκδόθηκε το 1939. Γράφει εκεί στο τέλος: «Προσωπική μου αλλά και πάντων των αμερόληπτων ειδημόνων διερμηνεύων γνώμην, θα ηδυνάμην να ισχυρισθώ ότι η Θεολογική ημών Σχολή δεν είδε μέχρι τούδε ικανώτερον και μεγαλοφυέστερον θεολόγον, ουδέ ήκουσε μεθωδικώτερον και επαγωγότερον διδάσκαλον. Δεν θα εδίσταζον να χαρακτηρίσω αυτόν ως ένα των κορυφαίων θεολόγων της Ορθοδοξίας εν τω παρόντι αιώνι».

Αναδείχθηκε ακόμα κορυφαίος φιλόσοφος. Γενικά υποστήριξε τις αλήθειες της Ορθόδοξης ελληνικής παράδοσης και στάθηκε επιφυλακτικός στη σύγχρονή του κοσμική φιλοσοφία. Ο Κ. Δ. Γεωργούλης γράφει κλείνοντας άρθρο αφιερωμένο στον Χρ. Ανδρούτσο ότι «εκπροσωπεί τον γνησιώτερον αντιπρόσωπον του φιλοσοφικού πνεύματος της Ελληνικής Ορθοδοξίας».

 

Βιβλιογραφία:    


  • Ευρυσθένης Λασκαρίδης, «Κιανά, Ιστορία της Κίου από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι του 1922», Θεσσαλονίκη, 1966.
  • «Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω», έκδοση του Συνδέσμου Προσφύγων Μουδανιών, Θεσσαλονίκη 1931.
  • Οδηγός Σπουδών Θεολογικής Σχολής Αθηνών, Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας, 2008-9.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτικής Αθηνών, τομ. 1. 1983
  • Εγκυκλοπαίδεια Νέα Δομή, Εκδ. Οργ. Τεγόπουλου – Μανιατέα, Αθήνα.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν «Ηλίου», Τομ. 2ος, Εκδόσεις της Εγκυκλοπαιδικής Επιθεωρήσεως «Ήλιος», Αθήνα.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ, «Πανδέκτης».

  

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

 

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: « Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα  από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  11  Δεκεμβρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο  κ. Γιώργος Δημόπουλος

Νευρολόγος- Ψυχίατρος

Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής

με θέμα:

« Η διαχείριση της κατάθλιψης σήμερα μέσα

 από την αυτογνωσία, αλήθεια, αισιοδοξία και αγάπη».

 

Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Γιώργος  Δημόπουλος


  

Γεννήθηκε στον Ελαιώνα του Δήμου Διακοπτού. Σπούδασε Ιατρική στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Υπηρέτησε τη Στρατιωτική θητεία του ως Έφεδρος Αξιωματικός του Υγειονομικού. Ειδικεύθηκε στη Νευρολογία-Ψυχιατρική και αργότερα στη Γνωσιακή Ψυχοθεραπεία στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο Αθηνών. Έχει παρακολουθήσει πλήθος Εκπαιδευτικών Ιατρικών συνεδρίων και σεμιναρίων τόσο εις την ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή. Από το 1977 είναι ειδικευμένος ιατρός και διατηρεί ιδιωτικό γραφείο ως Νευρολόγος- Ψυχίατρος και Γνωσιακός Ψυχοθεραπευτής με έμφαση στη γνωσιακή ψυχοθεραπεία στην Αθήνα.

Το συγγραφικό του έργο ξεκίνησε το 2003 με την «ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑ πρώτο μέλημα στη ζωή». Συνέχισε το 2006 με  την «ΑΛΗΘΕΙΑ πόση αλήθεια αντέχουμε» από τις εκδόσεις      «Αυτογνωσία». Το 2007 συνεργάζεται με τον εκδοτικό οίκο « Ελληνικά  Γράμματα» από τον οποίο εκδόθηκε το δοκίμιο «ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ο καθρέφτης της ψυχής» και το 2009 από τον ίδιο εκδοτικό οίκο η «ΑΥΤΟΕΚΤΙΜΗΣΗ. Το μυστικό της επιτυχίας». Το 2011  6 Απριλίου εκδόθηκε το δοκίμιο «ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ»  και  στις  11  Ιουλίου  του  ίδιου έτους το δοκίμιο «ΑΓΑΠΗ» λένε η αγάπη κατοικεί στ’ αστέρια.

Έχει τιμηθεί για την κοινωνική προσφορά του με το Χρυσό Σταυρό της Χιλιετηρίδος από την Παλαίφατο Ιερά Μονή Ξενοφώντος του Αγίου Όρους το 2004. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών και της Ελληνικής  Νευρολογικής και Ψυχιατρικής Εταιρείας Αθηνών. Έχει δώσει διαλέξεις σε Πνευματικά Κέντρα και Στελέχη Επιχειρήσεων με θέμα: « Αυτογνωσία Αυτοβελτίωση και επιτυχία στο επάγγελμα». Είναι έγγαμος με τη δικηγόρο Αναστασία Δημοπούλου και έχει  τρία παιδιά.

 

Read Full Post »

Τα «Αθεϊκά» του Βόλου και η δίκη του Ναυπλίου (1914)


 

Η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου (Α.Δ.Π.) και το ρηξικέλευθο παιδαγωγικό πρόγραμμα που εφάρμοσε ο Αλέξανδρος Δελμούζος στο Σχολείο του Βόλου από το 1908, προκάλεσαν μια σειρά από αντιδράσεις στην κοινωνική ζωή του Βόλου και επέφεραν την απότομη διακοπή της λειτουργίας του Σχολείου το Μάρτιο του 1911. Η διακοπή αυτή σήμανε την έναρξη μιας άλλης σειράς διαδικασιών εναντίον των πρωτεργατών του Σχολείου, που θεωρήθηκαν υπεύθυνοι για σωρεία παραβάσεων κατά της επίσημης θρησκείας, της γλώσσας και της δημόσιας τάξης. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν την επέμβαση των δικαστικών αρχών και έπειτα από ποικίλες διαδικασίες η υπόθεση κατέληξε να εκδικαστεί ενώπιον του Εφετείου Ναυπλίου τον Απρίλιο του 1914.

Όλα αυτά τα γεγονότα, δηλαδή τα αίτια, η αφορμή, οι διαδικασίες και οι δικαστικές περιπέτειες των δημιουργών του Σχολείου (και των στελεχών του Εργατικού Κέντρου Βόλου), καθώς και οι συνέπειες που τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν, ονομάστηκαν μονολεκτικά «Αθεϊκά», και μ’ αυτή την ονομασία η περίοδος – από τη διακοπή της λειτουργίας του Α.Δ.Π. έως και τη δίκη του Ναυπλίου – παρέμεινε στην πολιτισμική και ιδιαίτερα στην εκπαιδευτική ιστορία της χώρας μας.

 

Μαθήτριες και διδάσκοντες του Παρθεναγωγείου Βόλου το 1910.

 

Η επίσκεψη και ο έλεγχος του διδακτικού προσωπικού από το μητροπολίτη Δημητριάδος Γερμανό Μαυρομμάτη, στις 10 Φεβρουαρίου 1911, αποτέλεσε την αφορμή για να προκληθεί η λαϊκή αγανάκτηση εναντίον της λειτουργίας του σχολείου, που έντεχνα καλλιέργησε από τις στήλες της εφημερίδας του «Κήρυξ» (όπως έκανε σ’ όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου) ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Μητροπολίτης Δημητριάδος Γερμανός

Ο πειραματικός χαρακτήρας του σχολείου, αλλά και οι φήμες που συνόδευαν τη λειτουργία του, έφεραν κατά καιρούς στις αίθουσες του διδακτηρίου ως επισκέπτες εκπροσώπους των τοπικών αρχών, απεσταλμένους του υπουργείου Παιδείας, όπως άλλωστε και λογίους από την πρωτεύουσα, δημοτικιστές και βέβαια πολλούς από τους γονείς ή συγγενείς των μαθητριών.

Η αιφνιδιαστική όμως επίσκεψη του μητροπολίτη, οι ερωτήσεις, οι παρατηρήσεις που υπέβαλε στη συγκεκριμένη καθηγήτρια, τη φιλόλογο Πην. Χριστάκου (φαίνεται ότι υπήρχε προηγούμενο στις σχέσεις τους) προκάλεσαν την αντίδραση της καθηγήτριας, που αρνήθηκε να του φιλήσει το χέρι, αλλά και την οργή του μητροπολίτη που αποφάνθηκε ότι η διδασκαλία του θρησκευτικού μαθήματος στο σχολείο αλλά και η εν γένει συμπεριφορά του προσωπικού απέναντι στην εκκλησία δεν ήταν η πρέπουσα.

Το επεισόδιο της 10ης Φεβρουαρίου έγινε αμέσως γνωστό στην πόλη και στην επαρχία. Την επόμενη μέρα, τόσο η εφημερίδα «Κήρυξ» όσο και η αντίπαλος της «Θεσσαλία» καταχώριζαν στις στήλες τους σχόλια υπέρ και εναντίον των πρωτοβουλιών του μητροπολίτη. Τα γεγονότα δημιούργησαν φήμες που πέρασαν στην κοινή γνώμη με εύλογες συνέπειες, τόσο όσο να θορυβηθούν οι δημοτικοί άρχοντες της πόλης. Η κλήση σε απολογία της καθηγήτριας Χριστάκου και η εξέταση των πραγματικών γεγονότων από τα μέλη της εφορείας του σχολείου δεν έφεραν αποτελέσματα κατευναστικά της αναταραχής που είχε προκληθεί. Η Τετάρτη 2 Μαρτίου 1911 υπήρξε η μοιραία ημερομηνία για την υπόσταση του Παρθεναγωγείου. Η δημαγωγική αρθρογραφία στον «Κήρυκα», η ασυγκράτητη δημοκοπία του μητροπολίτη και των οπαδών του, αλλά και ο φανατισμός του πλήθους δημιούργησαν τις σκοταδιστικές αντιδράσεις που ονομάστηκαν από τους πρωταγωνιστές της ιστορίας του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου «διωγμός».

Πρώτη φάση του διωγμού υπήρξε η σύγκληση του δημοτικού συμβουλίου, η ερεθισμένη συζήτηση και η λήψη της καταδικαστικής απόφασης υπό το κράτος των πιέσεων που άσκησε η ταυτόχρονη πραγματοποίηση στους δρόμους του Βόλου λαϊκού συλλαλητηρίου. Το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε, με πρόταση του συμβούλου Ν. Ζαρλή, την άμεση διακοπή της λειτουργίας του Ανώτερου Παρθεναγωγείου κατά πλειοψηφία.

Τα ιδρυτικά μέλη του Εκπαιδευτικού Ομίλου: Αλέξανδρος Δελμούζος, Δημήτρης Γληνός και Μανώλης Τριανταφυλλίδης σε φωτογραφία του 1915. Αθήνα, Φωτογραφικό Αρχείο Ε.Λ.Ι.Α.

Οι υπεύθυνοι της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου, κυρίως ο Δελμούζος και η πλειονότητα των μελών της εφορείας με επικεφαλής τον Σαράτση, προσπάθησαν με δημοσιεύματα (στην αντίπαλη του «Κήρυκος» βολιώτικη ε­φημερίδα «Θεσσαλία») και άλλες ενέργειες να ανατρέψουν τις εντυπώσεις και το εις βάρος τους κλίμα που είχαν καλλιεργήσει τα επάλληλα δημοσιεύματα του Κούρτοβικ και οι ενέργειες του μητροπολίτη. Τα γεγονότα αυτά ακολούθησε ο δικαστικός διωγμός των υπευθύνων του Παρθεναγωγείου, ο οποίος σε επάλληλες φάσεις κατέληξε στην παραπομπή των κατηγορηθέντων στο εδώλιο του Εφετείου Ναυπλίου.

Πρώτος ο εισαγγελέας Βόλου Γουλ. Τόμαν ανέλαβε την ποινική δίωξη των πρωτεργατών του Παρθεναγωγείου, ενεργώντας ως ανακριτής από τα μέσα Μαρτίου ως τα τέλη Ιουνίου 1911. Ο κύκλος ανακρίσεων από τον Τόμαν συμπεριέλαβε τις καταθέσεις πλήθους κατοίκων της περιφέρειας που αναφέρονταν εναντίον προσώπων άσχετων προς τη λειτουργία του σχολείου, αλλά και εναντίον των στελεχών του δραστήριου (με πλούσια δράση από την ίδρυση του το Δεκέμβριο του 1908: έκδοση της εφημερίδας «Εργάτης», απεργιακούς και πολιτικούς αγώνες, πολιτιστική οργάνωση των εργατών, χωρίς να αποκρύπτεται η σοσιαλιστική του ιδεολογία) Εργατικού Κέντρου του Βόλου, όπου γίνονταν (σύμφωνα με τις πληροφορίες του «Κήρυκος», που επαναλάμβαναν πολλοί από τους καταθέτοντες) αντιθρησκευτική και αντεθνική προπαγάνδα και διδασκαλία. Με τη μέθοδο αυτή η διατύπωση της κατηγορίας επεκτάθηκε στην «από κοινού σύστασιν προς τέλεσιν των αξιοποίνων πράξεων», ενώ στην πραγματικότητα τα μόνα κοινά σημεία στη δράση του Α.Δ.Π. και του Εργατικού Κέντρου υπήρξαν η χρησιμοποίηση της δημοτικής γλώσσας και η συμμετοχή του Σαράτση και του Δελμούζου σε διαλέξεις του σωματείου.

Οι ανακρίσεις του Τόμαν κατέληξαν στην απόδοση ενοχής εναντίον τριών ομάδων προσώπων: α) καθηγητών του σχολείου, β) στελεχών του Εργατικού Κέντρου και γ) προσώπων που σύμφωνα με τις καταθέσεις μαρτύρων είχαν διαπράξει παρόμοιες αξιόμεμπτες πράξεις κατά το διάστημα 1908-1911. Στην τελευταία περίπτωση ανήκε και ο ποιητής, τότε σχολάρχης στην Αργαλαστή του Πηλίου, Κώστας Βάρ­ναλης. Μεταξύ των ενεχομένων ήταν δύο δικηγόροι που απολάμβαναν ειδικής δωσιδικίας. Το γεγονός αυτό, παρά τον όγκο της σχηματισμένης δικογραφίας, υποχρέωσε το Πρωτοδικείο Βόλου να κηρύξει εαυτό αναρμόδιο (!) και να παραπέμψει την υπόθεση στη δικαιοδοσία του Εφετείου Λάρισας. Από τον Ιούλιο του 1911 λοιπόν ανέλαβε νέο κύκλο ανακρίσεων για την ίδια υπόθεση ο εφέτης του Εφετείου Λάρισας Τιμ. Αμπελάς. Και αυτός, συνεχίζοντας το έργο και τη νοοτροπία του προκατόχου του, δέχτηκε τις καταθέσεις των ίδιων μαρτύρων και τις απολογίες των ενεχομένων, προς τους οποίους κοινοποίησε το επίσημο κατηγορητήριο.

Κατά τη διάρκεια της νέας αυτής φάσης των ανακρίσεων η έρευνα επεκτάθηκε και στους κύκλους των στελεχών του Εργατικού Κέντρου της Λάρισας, για τα οποία επίσης κατατέθηκαν κατηγορίες για παρόμοιες επιλήψιμες δραστηριότητες, φυσικά μετά την ίδρυση του λαρισαϊκού σωματείου το 1910. Έτσι στους Βο­λιώτες ενεχομένους προστέθηκαν ακόμη τρεις ώστε ο συνολικός αριθμός των κατηγορουμένων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» να φτάσει τους είκοσι τρεις. Η διαδικασία κράτησε ως τον Ιανουάριο του 1912, οπότε αναγγέλθηκε η περάτωση των ανακρίσεων και εκδόθηκε το σχετικό βούλευμα του Εφετείου Λάρισας (αρ. 13 της 16-1-1912).

 

Αλέξανδρος Δελμούζος

 

Σύμφωνα με το βούλευμα αυτό παραπέμφθηκαν σε δίκη για τις καταλογιζόμενες πράξεις δώδεκα από τους ενεχομένους με την κατηγορία της παράβασης των άρθρων 14 και 18 του «περί εξυβρίσεων εν γένει και περί τύπου» νόμου. Με το ίδιο βούλευμα παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο Πλημμελειοδικείο Βόλου είκοσι ένα άτομα από τους κατηγορηθέντες (εκτός των δύο δικηγόρων) για παραβάσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα (βλάβη των ηθών, παρακώλυση προσευχής κ.λπ.).

Ας σημειωθεί προκαταβολικά ότι η παραπομπή των ατόμων αυτών δεν έφτασε ποτέ στο δικαστήριο, γιατί μεσολάβησε η διεξαγωγή της πρώτης δίκης (της δίκης στο Εφετείο του Ναυπλίου, το 1914, όπως στη συνέχεια εκτίθεται), ένας ακόμη κύκλος ανακρίσεων, και τελικά εκδόθηκε το (οριστικό) απαλλακτικό βούλευμα το 1915, με το οποίο έκλεισε η δικαστική περιπέτεια των κατηγορηθέντων στην υπόθεση των «Αθεϊκών» του Βόλου.

Ο δημοσιογράφος Δημοσθένης Κούρτοβικ.

Οι δώδεκα τελικώς κατηγορούμενοι ανήκαν σε τρεις κατηγορίες· δύο (ο Δημ. Σαράτσης και ο Αλέξ. Δελμούζος) υπήρξαν αντίστοιχα ο ιδρυτής και ο διευθυντής του Παρθεναγωγείου· εφτά (ο δικηγόρος και ιθύνων νους του Εργατικού Κέντρου Κων. Ζάχος και οι εργάτες Γ. Κόσσυβας, Σ. Ρα­φαήλ, Κ. Σούλιος, Χ. Χάριτος, Κ. Χειρογιώργος και Ν. Κατσιρέλος) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Βόλου· τρεις ακόμη (ο δικηγόρος I. Ασπιώτης, ο Α. Φλώρος κατ ο Α. Μπιτσάνης) υπήρξαν στελέχη του Εργατικού Κέντρου Λάρισας.

Μετά την έκδοση και κοινοποίηση του παραπεμπτικού βουλεύματος, οι κυριότεροι των κατηγορουμένων (Σαράτσης, Δελμούζος και Ζάχος) προέ­βησαν σε προσφυγές και αιτήσεις ανακοπής, ενώ κατάθεσαν αίτηση κακοδικίας εναντίον του τελευταίου ανακριτή. Αλλά και αυτή η φάση των δικαστικών διαδικασιών (που περιείχαν ωστόσο την πειθαρχική δίωξη και την παραίτηση του Αμπελά) δεν είχαν θετικό για τους προσφυγόντες αποτέλεσμα. Σημαντικός εξάλλου παράγοντας για τις καθυστερήσεις αποδείχτηκε η περίοδος των Βαλκανικών Πολέμων και τα εν τω μεταξύ διατρέξαντα.

Η παραπομπή των δώδεκα κατηγορουμένων ενώπιον του Εφετείου του Ναυπλίου, με απόφαση του Αρείου Πάγου, ορίστηκε και πραγματοποιήθηκε κατά το διάστημα 16 ως 28 Απριλίου του 1914.

Πρόεδρος του πενταμελούς Εφετείου ήταν ο Χαρ. Νικητόπουλος και μέλη οι εφέτες Κ. Μωραΐτης, Ν. Γρηγορογιάννης, I. Δεσποτόπουλος και Λ. Λουκάκος. Την εισαγγελική έδρα κατείχε ο Σ. Σωτηριάδης. Την υπεράσπιση των κατηγορουμένων ανέλαβαν οι γνωστοί Αθηναίοι δικηγόροι Λουκάς Νάκος και Κων. Τριανταφυλλόπουλος (για λογαριασμό κυρίως του Α. Δελμούζου), ο Βολιώτης δικηγόρος Νικ. Γάτσος (για λογαριασμό του Δ. Σαράτση και δευτερευόντως του Κ. Ζάχου) και ο Ναυπλιώτης Γεώργ. Πετρίδης (κατ’ έθιμον εντόπιος συνήγορος). Ωστόσο και οι τέσσερις συνήγοροι αναφέρθηκαν και υπεράσπισαν με ερωτήσεις και αγορεύσεις όλους τους κατηγορουμένους. Εννοείται ότι το βάρος της αμοιβής των δικηγόρων ανέλαβαν οι δύο βασικοί κατηγορούμενοι.

Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα του Αρείου Πάγου, το κατηγορητήριο είχε συμπτυχθεί σε δύο άρθρα. Η εκφώνηση του κατηγορητηρίου από τον εισαγγελέα είχε ως εξής:

«Κατηγορώ τους (…) ότι από κοινού συμφέροντος κινούμενοι απεφά­σισαν την εκτέλεσιν των επομένων πράξεων και έ­νεκα ταύτης συνομολογήσαντες προς αλλήλους αμοιβαίαν συνδρομήν. Α) Κατά διαφόρους εποχάς α­πό του Σεπτεμβρίου 1908 μέχρι τέλους Μαρτίου του 1911 εν Βόλω, Λαρίση και ιδίως εν τω Εργατικό Κέντρω και τω Ανωτέρω Παρθεναγωγείω Βόλου, προσεπάθησαν δια ζώσης, δια διδασκαλίας και δι’ ε­ντύπων φυλλαδίων να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, τουτέστι την αθεΐαν, με τα οποία ενεργούμενα είναι ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως, διδάσκοντες ό­τι δεν υπάρχει θεός, ότι η θρησκεία αποτελεί την άρνησιν της σκέψεως, ότι, προ παντός πρέπει να εκριζωθή η ρίζα του κακού η θρησκεία, ότι ο άν­θρωπος εδημιουργήθη υπό πιθήκων, ότι ο θεός είναι ένα αγγούρι, ότι η πατρίς είνε πόρνη και στρίγ­γλα μητριά και η θρησκεία μαστρωπός, και τον σκοπόν των εν μέρει κατώρθωσαν προσελκύσαντες εις τας δοξασίας ταύτας πολλούς, ήτοι τον Διονύσιον Σκούταρην, Απόστολον Καρασεϊνην, Α. Πανταζόπουλον, Π. Τζορβάν και πολλούς άλλους».

Κατά την εξέλιξη της διαδικασίας, αλλά κυρίως στις αγορεύσεις τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των συνηγόρων, φάνηκε καθαρά ότι οι κατηγορούμενοι δεν ανήκαν στον ίδιο βαθμό υπευθυνότητας για τις αποδιδόμενες παραβάσεις, αλλ’ αντίθετα μπορούσαν να ενταχθούν σε τρεις βαθμίδες ευθύνης.

Στην πρώτη ανήκαν οι «πρωτεργάτες» (Ζάχος, Δελμούζος, Σαράτσης και, κατά δεύτερο λόγο, ο Ασπιώτης), εξαιτίας των οποίων η υπόθεση έφτασε στο ακροατήριο. Στη δεύτερη ανήκαν τρεις από τους κατηγορούμενους εργάτες (Κόσσυβας, Σούλιος και Κατσιρέλος), που δεν παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο και δικάζονταν «ερήμην», για τους οποίους υπήρχαν ενδείξεις ότι διατύπωσαν και διέδωσαν αθεϊστικές ιδέες και γνώμες. Και στην τρίτη τέλος ανήκαν οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι εργάτες (Ρα­φαήλ, Χάριτος, Χειρογιώργος, Φλώρος και Μπιτσάνης), που – αν και δυναμικά στελέχη των εργατικών σωματείων – έγκαιρα θεωρήθηκαν δευτερεύοντα πρόσωπα ως προς τη διάπραξη των αποδιδόμενων αδικημάτων, και επομένως τα λιγότερο υπεύθυνα.

«Η Δίκη του Ναυπλίου»

Ο καταμερισμός των κατηγορουμένων στις παραπάνω τρεις βαθμίδες υπευθυνότητας ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα, όπως κατέδειξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων. Ο ίδιος ο εισαγγελέας δέχτηκε τον ασήμαντο ρόλο των τελευταίων και κατά συνέπεια ζήτησε την απαλλαγή τους, ενώ για τους τρεις απόντες εργάτες ζήτησε τον καταλογισμό ευθύνης, κυρίως επειδή η απουσία τους από το δικαστήριο υπέθαλπε την υποψία ενοχής χους. Επομένως το κέντρο βάρους της διατυπωθείσας κατηγορίας – και τον αντίστοιχο βαθμό ενοχής -, άρα και το ύψος της ποινής, η κατηγορούσα αρχή έριξε στους τέσσερις πρωτεργάτες.

Από πολύ νωρίς εξάλλου, κατά τη διαδικασία, από τον ίδιο τον εισαγγελέα εγκαταλείφθηκε η περίπτωση ισχύος του άρθρου 14 του νόμου στις πράξεις των κατηγορουμένων, επειδή δέχτηκε ότι: «δεν χωρεί η διάταξις, διότι η διάταξις απαιτεί προσηλυτισμόν εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα, θρησκευτικόν δε δόγμα είνε εκείνο το οποίον προϋπο­θέτει πάντοτε την ύπαρξιν του θεού. Η αθεΐα δεν εί­νε θρησκευτικόν δόγμα, περί ου ομιλεί το άρθρον 14…».

Απέμεινε επομένως να εξεταστεί αν οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διέπραξαν τις παραβάσεις που αφορούσαν την προσβολή της θρησκείας και της ηθικής, παραβάσεις για τις οποίες έκαναν λόγο τα εδάφια 1 και 2 του προαναφερθέντος 18ου άρθρου του νόμου.

Ως μάρτυρες της υπεράσπισης προσήλθαν στο Ναύπλιο, προσκαλεσμένοι από τους δύο βασικούς κατηγορούμενους, αρκετοί Βολιώτες κυρίως (οι περισσότεροι είχαν δώσει καταθέσεις και κατά τη διάρκεια των πολλαπλών ανακρίσεων της προδικασίας), αλλά και προσωπικότητες της πολιτικής και του εκπαιδευτικού κόσμου. Από την άλλη πλευρά πολυπληθείς υπήρξαν οι μάρτυρες κατηγορίας, στο σύνολο τους κάτοικοι του Βόλου και της Λάρισας.

Από τα περιεχόμενα των δημοσιευμένων πρακτικών της δίκης διαπιστώνεται πως μεγαλύτερη σημασία (και αντίστοιχη έκταση) είχαν οι καταθέσεις (από τους μάρτυρες κατηγορίας) του δεσπότη Δη­μητριάδος Γερμανού, του Ν. Ζαρλή, δημοτικού συμβούλου Παγασών, του Μιλτ. Μπουφίδη, δικηγόρου και βουλευτή, του Ιω. Ιωαννίδη, δικηγόρου και πατέρα μαθήτριας του Παρθεναγωγείου και του Δ. Κούρτοβικ, δημοσιογράφου, και από τους μάρτυρες της υπεράσπισης του Ν. Πολίτη, καθηγητή του Πανεπιστημίου, του Δημ. Γληνού, εκπαιδευτικού, του Δημ. Τσαμασφύρου, καθηγητή Μαθηματικών, και της Αγλ. Κοκωσλή, μέλους της εφορείας του καταργηθέντος σχολείου.

Μετά την αγόρευση και του τελευταίου συνηγόρου, το δικαστήριο αποσύρθηκε σε διάσκεψη και εξέδωσε την παρακάτω απόφαση, που διάβασε στο ακροατήριο ο πρόεδρος του Εφετείου:

«Το Δικαστήριον σκεφθέν. Επειδή εκ της αποδεικτικής διαδικασίας και της συζητήσεως δεν προέκυψεν, ότι οι κατηγορούμενοι είτε κατά σύστασιν είτε ιδία έκαστος καθ’ οιονδήποτε τρόπον εζήτησαν κατά τον εν τω κατηγορητήρια» τόπον και χρόνον να ελκύσωσι προσηλύτους εις λεγόμενα θρησκευτικά δόγματα με τα οποία ενεργούμενα είνε ασυμβίβαστος η διατήρησις της πολιτικής τάξεως. (…) Δια ταύτα Κηρύττει αθώους πάντας τους κατηγορουμένους και επιβάλλει τα έξοδα της δίκης εις βάρος του Δημοσίου».

Η έκδοση της απόφασης του Εφετείου δεν υπήρξε ομόφωνη. Την έκδοση της αθωωτικής απόφασης φαίνεται ότι επηρέασαν ορισμένοι ξένοι προς τη δίκη παράγοντες, όπως η σύνθεση του Εφετείου Ναυπλίου και κάποιες πιέσεις πολιτικών προσώπων, τουλάχιστον κατά το μεταγενέστερο ισχυρισμό του εισαγγελέα Σ. Σωτηριάδη και ορισμένες πληροφορίες που διαφαίνονται στην αλληλογραφία των δύο πρωταγωνιστών. Η διεξαγωγή της δίκης και η σχετική απόφαση – όπως ήταν εύλογο – απασχόλησε έντονα τον ελληνικό Τύπο και την ελληνική κοινωνία εκφράζοντας τη γενικότερη αντίθεση μεταξύ των υπερασπιστών της γλωσσικής και «ανορθωτικής» πολιτικής και των συντηρητικών παραγόντων, οι οποίοι είδαν στα γεγονότα την έκφραση των κινδύνων κατά των παραδοσιακών αρχών. Από τα επιγενόμενα της δίκης θα πρέπει να σημειωθούν δύο τουλάχιστον γεγονότα. Το πρώτο αφορά την τύχη των επίσημων πρακτικών και του υπόλοιπου υλικού της δικογραφίας. Το υλικό αυτό συσκευασμένο μεταφέρθηκε από το Ναύπλιο στην Αθήνα με διαταγή του υπουργείου Δικαιοσύνης. Κανείς δεν γνωρίζει τι απέγινε το κιβώτιο με το υλικό αυτό.

Το δεύτερο γεγονός αφορά την έκδοση των πρακτικών της δίκης του Ναυπλίου με πρωτοβουλία και δαπάνες των κατηγορουμένων και αθωωθέντων πρωταγωνιστών. Η έκδοση αυτή κυκλοφόρησε το 1915 στην Αθήνα και αποτελεί – δεδομένης της απώλειας των επίσημων πρακτικών – τη σημαντικότερη πηγή των περιεχομένων της δίκης. Οι κύριες κατηγορίες εναντίον του σχολείου χαλκεύτηκαν από τις στήλες του «Κήρυκος», επικυρώθηκαν από τη στάση του μητροπολίτη και απέκτησαν τεράστια απήχηση στο κοινό του Βόλου και της επαρχίας του, έτσι που αποτέλεσαν αντικείμενο δικαστικών διώξεων η γλωσσική διδασκαλία και η συνεπαγόμενη (κατά τους πολεμίους) αντεθνική συμπεριφορά, η κατάργηση της προσευχής και των θρησκευτικών καθηκόντων, η προσβολή εκπροσώπων της Εκκλησίας, η «φυσική» λεγόμενη μέθοδος διδασκαλίας (στα φυσιογνωστικά μαθήματα) και οι ως ανήθικες θεωρούμενες ενέργειες των διδασκόντων αναφορικά προς τις μαθήτριες.

 

Ο Δελμούζος (στη μέση) μαζί με τους Σκληρό και Τριανταφυλλίδη στην Ιένα της Γερμανίας, 1907.

 

Αλέξανδρος Δελμούζος στο γραφείο του.

Στην πραγματικότητα, κυρίως υπεύθυνοι για τη δικαστική δίωξη των ιθυνόντων του σχολείου υπήρξαν οι ενδοαστικές αντιπαλότητες της εποχής, με σημείο τριβής το γλωσσικό ζήτημα, οι προσωπικοί (και πολιτικοί) λόγοι αντίθεσης πολλών προς τους Δελμούζο και Σαράτση και η λαϊκή έξαψη προς κάθε τι το καινοφανές, που εισήγαγε η διδασκαλία στο σχολείο και η συμπεριφορά των διδασκόντων σ’ αυτό. Ήταν φανερό ότι οι καινότροπες παιδαγωγικές εφαρμογές, που καλλιέργησε η διδασκαλία στο σχολείο, προκάλεσαν την αντίδραση των καραδοκούντων εχθρών (ελαυνομένων από προσωπικά και πολιτικά κίνητρα, αλλά και παρακινούμενων από τους επώνυμους αντίμαχους της δημοτικής γλώσσας και της ελευθεριάζουσας παιδαγωγικής του Παρθενα­γωγείου) εναντίον των ιθυνόντων του σχολείου.

Όχι μικρότερης σημασίας στην καταδίωξη του σχολείου αιτία υπήρξε η σοσιαλίζουσα ιδεολογία των πρωτεργατών του και η ενεργητική υποστήριξή τους προς το νεοπαγές, πολιτικά και συνδικαλιστικά δραστήριο και ρηξικέλευθο στις ιδεολογικές και γλωσσικές πεποιθήσεις των στελεχών του, Εργατικό Κέντρο του Βόλου. Τα κοινά ιδεολογικά χαρακτηριστικά (αν όχι και η προσπάθεια κατάπνιξης του διεκδικητικού εργατικού κινήματος, που εκπροσωπούσαν τα στελέχη του Εργατικού Κέντρου) των επώνυμων στελεχών των δύο ιδρυμάτων συναποτέλεσαν το πλαίσιο αντίθεσης των συντηρητικών και των ισχυρότερων πολιτικά δυνάμεων εναντίον του Παρθεναγωγείου και του Εργατικού Κέντρου του Βόλου· στο ίδιο ακριβώς πλαίσιο συμπεριελήφθησαν και τρία από τα στελέχη του αντίστοιχου Εργατικού Κέντρου της Λάρισας.

Η δίκη του Ναυπλίου αποτέλεσε το τέρμα μιας σειράς γεγονότων, που αφορούν τις προσπάθειες εκσυγχρονισμού της νεοελληνικής εκπαίδευσης και παράλληλα τις προσπάθειες καταξίωσης της εργατικής ιδέας.

Η δίκη αυτή υπήρξε η κατάληξη της φαινομενικής, τουλάχιστον, αντιδικίας μεταξύ των συντηρητικών και των προοδευτικών στοιχείων, που καθόρισε την πολιτισμική και κοινωνική φυσιογνωμία μιας εποχής. Υπήρξε ακόμη η δίκη αυτή η τελευταία φάση της δικαστικής περιπέτειας, που υποχρεώθηκαν να υποστούν οι πρωτεργάτες της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και της δραστηριότητας του πρώτου Εργατικού Κέντρου της χώρας.

Υπήρξε τέλος η δίκη του Ναυπλίου το σημείο αναφοράς για μια κρίσιμη περίοδο της δημοτικιστικής κίνησης και του εργατικού – σοσιαλιστικού κινήματος στη νεότερη Ιστορία της χώρας μας. Το αποτέλεσμα της δίκης υπήρξε αθωωτικό για όλους τους κατηγορηθέντες. Ωστόσο, η λειτουργία του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου του Βόλου είχε ήδη τελεσίδικα διακοπεί (η δράση του Εργατικού Κέντρου συνεχίστηκε με άλλες μορφές) και η ευκαιρία για την εμπέδωση και ολοκλήρωση των γλωσσοεκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων που επιχειρήθηκαν εκεί παρήλθε χωρίς επιστροφή.

 

Χαράλαμπος Γ. Χαρίτος

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, αν. καθηγητής

Πανεπιστημίου Θεσσαλίας  

 

Οι Πρωταγωνιστές

  

Δελμούζος  Αλέξανδρος (1880 – 1956)


 

Αλέξανδρος Δελμούζος

Γεννήθηκε στην Άμφισσα. Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και μετεκπαιδεύτηκε στη Γερμανία, όπου ήρθε σε επαφή με το νεοτεριστικό ευρωπαϊκό κλίμα της εποχής. Με την επιστροφή του ανέλαβε το 1908 τη διεύθυνση του πρότυπου Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου Βόλου. Οι μέθοδοι διδασκαλίας του και οι ριζοσπαστικές φιλελεύθερες ιδέες του προκάλεσαν μεγάλες αντιδράσεις, τον οδήγησαν σε παραίτηση το 1911 και σε παραπομπή σε δίκη το 1914 κατά την οποία αθωώθηκε. Το 1917 ορίστηκε επόπτης Δημοτικής Εκπαίδευσης στο υπ. Παιδείας, οπότε και έγινε και η πρώτη προσπάθεια καθιέρωσης της δημοτικής στη στοιχειώδη εκπαίδευση.

Το 1920 απολύθηκε και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα παραμονής στη Γερμανία, ο Δελμούζος διορίστηκε διευθυντής του Μαρασλείου το 1924. Το 1926 αποχώρησε από το Μαράσλειο και το 1929 έγινε καθηγητής στην έδρα της Παιδαγωγικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1937. Υπήρξε από τους ιδρυτές του Εκπαιδευτικού Ομίλου το 1910 και πρόεδρός του. Πρωτοπόρος των φιλελεύθερων εκπαιδευτικών αντιλήψεων και του δημοτικισμού, ο Δελμούζος σφράγισε με το έργο του την πρώτη σημαντική μεταρρυθμιστική κίνηση στην Ελλάδα. Έγραψε το «Σαν παραμύθι» (1911), «Δημοτικισμός και παιδεία» (1927), «Τρία χρόνια δάσκαλος» (1927), «Παιδεία και Κόμμα» (1946), καθώς και πλήθος παιδαγωγικών μελετών στο «Δελτίο» του Εκπαιδευτικού Ομίλου και στα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Σαράτσης Δημήτρης  (1871 – 1951)


 

Δημήτρης Σαράτσης

Γιατρός και πολιτικός, γεννημένος στον Άνω Βόλο. Ανέπτυξε έντονη κοινωνική και πολιτική δράση στη γενέτειρά του και διετέλεσε διευθυντής του Πολιτικού Νοσοκομείου (1895-99) και του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού στο Βόλο (1912-13), ενώ υπήρξε ιδρυτής κοινωνικών και μορφωτικών σωματείων. Ο Σαράτσης, εκπροσωπώντας την ανερχόμενη δυναμική και φιλελεύθερη αστική τάξη, εισηγήθηκε ως δημοτικός σύμβουλος την ίδρυση του Παρθεναγωγείου στο Βόλο το 1908, ενώ συγχρόνως πρωταγωνίστησε στην ίδρυση του Εργατικού Κέντρου Βόλου την ίδια χρονιά. Υπήρξε επίσης εκ των ιδρυτών του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Κατηγορήθηκε μαζί με τον Δελμούζο στην υπόθεση των «Αθεϊκών», αλλά αθωώθηκε στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1923 εξελέγη βουλευτής και το 1932 διετέλεσε υπουργός Υγιεινής στην κυβέρνηση Παπαναστασίου. Έγραψε τα «Μαθήματα υγιεινής», «Δέκα υγειονομικό προβλήματα», «Ήλιος – αέρας – νερό» κ.ά.

  

Γερμανός Μαυρομμάτης (-1946)


           

Γερμανός Μαυρομάτης

Μητροπολίτης Δημητριάδος. Γεννήθηκε στα Ψαρά και υπήρξε ένας από τους δυναμικούς ιεράρχες της ελληνικής Εκκλησίας. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο της Χίου, έγινε διδάκτωρ της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, χειροτονήθηκε διάκονος στην Αθήνα, διηύθυνε τα πατριαρχικά γραφεία Αλεξάνδρειας, εργάστηκε ως ιεροκήρυκας στις επαρχίες Δημητριάδος, Θεσσαλιώτιδος και Ηλείας και το 1907 εξελέγη επίσκοπος Δημητριάδος. Το επόμενο έτος μία επίσκεψη του στο Παρθεναγωγείο Βόλου υπήρξε η αφορμή για την εκδήλωση των δυναμικών αντιδράσεων απέναντι στο έργο του Δελμούζου.

Ο Γερμανός εναντιώθηκε με όλες του τις δυνάμεις στη λειτουργία του Παρθεναγωγείου και εξέφρασε τη μαχητική συντηρητική μερίδα της τοπικής κοινωνίας. Λίγα χρόνια πριν από την έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τάχθηκε με το μέρος των παλαιοημερολογιτών και παύθηκε από τη θέση του. Το 1940 εξέδωσε τον ανέκδοτο Δ’ τόμο της Ερμηνείας στην Καινή Διαθήκη του Δαμαλά, που περιείχε το κατά Ιωάννην.

 

Γκλαβάνης Κωνσταντίνος (1854-1932)


 

Κωνσταντίνος Γκλαβάνης

Βιομήχανος και πολιτικός, γεννημένος στη Ζαγορά Πηλίου. Νεότατος ακόμη έφυγε για τη Ρωσία όπου παρέμεινε σχεδόν για 15 χρόνια ασχολούμενος με το εμπόριο και μετά μια σύντομη παραμονή στην Κωνσταντινούπολη επέστρεψε στο Βόλο, που τότε ήταν μια πόλη λίγων χιλιάδων κατοίκων, γοργά αναπτυσσόμενη όμως Βιομηχανικά και εμπορικά.

Στο Βόλο ο Γκλαβάνης συνέβαλε όσο λίγοι στη δημιουργία του βιομηχανικού Βόλου και τη μεταμόρφωσή του στις αρχές του αιώνα σε ένα δυναμικό αστικό χώρο. Ίδρυσε στο Βόλο τη γνωστή μεγάλη βιομηχανία μηχανημάτων «Γκλαβάνη» και ασχολήθηκε με την πολιτική, ιδρύοντας μαζί με τον Γεώργιο Φιλάρετο το πρώτο Δημοκρατικό Κόμμα. Προσχώρησε από τους πρώτους κατά την έλευση του Βενιζέλου στο Φιλελεύθερο Κόμμα, εξελέγη δήμαρχος Βόλου επί 14 χρόνια και επί δημαρχίας του έγινε δεκτή η εισήγηση του Δημητρίου Σαράτση για την ίδρυση του Ανώτερου Δημοτικού Παρθεναγωγείου. Αναμφισβήτητα χωρίς το φιλελεύθερο πνεύμα των Γκλαβάνη και Σαράτση, το οποίο φυσικά είχε αναπτυχθεί μέσα σε ένα γενικότερο μοντερνιστικό κλίμα στο Βόλο της εποχής εκείνης, δεν θα είχε γίνει πραγματικότητα η λειτουργία ενός τόσο φιλελεύθερου σχολείου. Ο Γκλαβάνης πέθανε το 1932 σε ηλικία 78 ετών, ενώ την πολιτική και επιχειρηματική παράδοση συνέχισαν οι γιοι του Ευάγγελος και Τζων Γκλαβάνης.

 

Κούρτοβικ Δημοσθένης (1870 – 1929)


 

Δημοσθένης Κούρτοβικ

Δημοσιογράφος και εκδότης της εφημερίδας «Κήρυξ» του Βόλου (1907-1920), γεννημένος στην Αθήνα. Ήταν επίσης διευθυντής των εφημερίδων «Άγων» το 1901 και «Λαός» το 1907. Ο «Κήρυξ» πρωτοστάτησε στις αντιδράσεις κατά της λειτουργίας του Παρθεναγωγείου και κατά του Δελμούζου. Ο ίδιος ο Κούρτοβικ με σειρά πύρινων άρθρων του προσπάθησε να υπερασπιστεί τα «ιερά και τα όσια» της θρησκείας και της γλώσσας, όπως ακριβώς τα εννοούσε η συντηρητική πλευρά. Η επιχειρηματολογία του αναφερόταν στο «μαλλιαρισμό» και στη «διαίρεση της πόλεως εις αριστοκράτας και πληβείους», ενώ συγχρόνως τόνιζε το νεαρόν της ηλικίας του Δελμούζου και επομένως το ακατάλληλον για μια τόσο ευαίσθητη θέση διευθυντού ενός σχολείου θηλέων. Κατέθεσε ως μάρτυς κατηγορίας στη δίκη του Ναυπλίου το 1914. Το 1926 υπήρξε αρθρογράφος της εφημερίδας του Βόλου «Σημαία» με το ψευδώνυμο Τωβίας. Παρά τον έντονο λαϊκισμό του – κιτρινισμό θα το λέγαμε σήμερα – και τη συντηρητικότητά του, ο Κούρτοβικ υπήρξε μια πολύ καλή δημοσιογραφική πένα. Πέθανε στην Αθήνα σε ηλικία 59 ετών.

  

Ζάχος Κωνσταντίνος  (1881 – 1966)


 

Κωνσταντίνος Ζάχος

Δικηγόρος, γεννημένος στο Βόλο και καταγόμενος από τη Σιάτιστα. Ήταν ο διευθυντής της ιστορικής εφημερίδας «Εργάτης» του Βόλου, η οποία εκδόθηκε το 1907 από την πρώτη αμιγώς εργατική δευτεροβάθμια οργάνωση «Η Αδελφότης», πρόεδρος της οποίας ήταν ο ίδιος. Υπήρξε η ψυχή αυτής της πρωτοπόρος εφημερίδας, η οποία έκανε μεγάλη αίσθηση στους κύκλους των δημοτικιστών, εκφράζοντας τις ανερχόμενες σοσιαλιστικές τάσεις στην Ελλάδα – στις στήλες της παρουσιάστηκε το 1908 για πρώτη φορά στο ελληνικό κοινό μαρξιστικό κείμενο, το «Κομμουνιστικό Μανιφέστο» των Κ. Μαρξ και Φ. Ενγκελς, σε μετάφραση του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου. Ήταν αδελφός του αρχιμανδρίτη Πολύκαρπου, του ιδρυτή του θρησκευτικό – φιλολογικού συλλόγου «Οι Τρεις Ιεράρχαι» στο Βόλο, καθώς και της ομώνυμης σημαντικής βιβλιοθήκης και εξάδελφος του γνωστού αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου. Ήταν κατηγορούμενος μαζί με τον Δελμούζο στη δίκη του Ναυπλίου και παρά την αθωωτική απόφαση το 1914 έφυγε από το Βόλο και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του δικηγόρου μέχρι το 1958. Πέθανε στη Θεσσαλονίκη σε ηλικία 85 ετών.

 

 

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Τα Αθεϊκά του Βόλου και ο Δελμούζος», τεύχος 36, 22 Ιουνίου 2000.
  • «Η Δίκη του Ναυπλίου», 16-28 Απριλίου 1914. Στενογραφημένα Πρακτικά. Η δικαίωση της δημοτικής γλώσσας και της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Εκδόσεις «Διόνυσος», Αθήναι, 1976.   

 

Read Full Post »

Κοφινιώτης Μιχαήλ (1888-1982)


 

Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888 και πέθανε το 1982. Υπήρξε φημισμένος λυρικός τενόρος και ηθοποιός του μουσικού θεάτρου. Ήταν γιος του φιλόλογου και θεολόγου Ευάγγελου Κοφινιώτη από την Νέα Τίρυνθα (Κοφίνι) Αργολίδας και ανεψιός του Ιωάννη Κοφινιώτη καθηγητή και ιστορικού. Γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά τον κέρδισε το ελαφρό θέατρο. Πρώτη φορά εμφανίστηκε στην επιθεώρηση «Παναθήναια» με τον θίασο του Σαγιώρ το 1907 και αργότερα, ως τενόρος στην οπερέτα «Μαμζέλ Νιτούς». Στο διάστημα 1909-1920 συνεργάστηκε με την Οπερέτα Παπαϊωάννου: «Πικ Νίκ», «Βαφτιστικός», «Δαιμονισμένη», «Ένας Κλέφτης στον Παράδεισο», «Γυναίκα του δρόμου», «Το Κορίτσι της γειτονιάς», «Ονειρώδες βαλς», «Εύθυμη χήρα», «Κόμης του Λουξεμβούργου», «Έρως τσιγγάνων», «Έρως πριγκίπων», «Παγκανίνι», «Κοντέσα του χορού», «Κοντέσα Μαρίτσα», «Μάγισσα της φωτιάς», «Η νύφη του Συντάγματος», «Αγόρι ή Κορίτσι;», «Οι θεατρίνοι», κ.α. Το 1919 πήγε στο Μιλάνο με υποτροφία του Δήμου Αθηναίων, για μελοδραματικές σπουδές.

Στη συνέχεια συγκρότησε προσωπικό θίασο (1926-28). Συνεργάστηκε με τους: Ι. Ριτσιάρδη, Ολυμπία Καντιώτου – Ριτσιάρδη και την διετία 1928-1930 με την Ολυμπία Καντιώτου. Συνέπραξε επίσης με τον Μάνο Φιλιππίδη στο Θέατρο «Αλάμπρα» και «ανέβασαν» τις οπερέτες του Θ. Σακελλαρίδη « Η κόρη της καταιγίδας» και « Δεσποινίς Σορολόπ».

Το 1935 έπαιξε στα «Ερωτικά γυμνάσια» στο Θέατρο της «Κυβέλης». Εμφανίστηκε επανειλημμένα στη Ρουμανία, τη Βουλγαρία, την Τουρκία, και την Αίγυπτο. Ανέλαβε τις θέσεις του πρωταγωνιστή τενόρου και του καλλιτεχνικού διευθυντή της Κρατικής Τουρκικής Οπερέτας (Γαλλικό Θέατρο Κωνσταντινούπολης 1937-38).

Τελικά, το 1938, άφησε το θέατρο και ανέλαβε εκφωνητής στον νεοϊδρυόμενο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (Ε.Ι.Ρ.).  Διετέλεσε Γενικός Γραμματέας από το 1917 μέχρι το 1929 – ο πρώτος από την ίδρυση του- και Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών από το 1945 έως το 1952 και τιμήθηκε με το Μετάλλιο του Γεωργίου Β’.

 

Πηγή


  • Τάκης Καλογερόπουλος, «Λεξικό της Ελληνικής μουσικής», εκδόσεις Γιαλλελή, 2001.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »