Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία


 

Δευκαλίων και Πύρρα, Giovanni Maria Bottalla, Λάδι σε μουσαμά, περίπου 1635. Acervo do Museu Nacional de Belas Artes, Rio de Janeiro, Brasil.

Κάθε τόπος έχει να παρουσιάσει τη δική του «γένεση«, όπως αυτή διαμορφώνε­ται σε συνάρτηση με το άμεσο φυσικό περιβάλλον. Στην ελληνική μυθολογία (Κακριδής, 1986) αναφέρονται τρεις σημαντικοί κατακλυσμοί, οι οποίοι επιπλέον υποδηλώνουν ευρεία γεωγραφική έκταση, του Ωγύγου (Αττική-Βοιωτία), του Δευ­καλίωνα (Θεσσαλία) και του Δαρδάνου (Μακεδονία). Στις παραλλαγές των τοπι­κών μύθων επίσης εμφανίζεται ο κατακλυσμός του Ίναχου στην περιοχή της Αργολίδας. Άμεσος απόγονος του Ίναχου αναφέρεται ο Φορωνέας και κυρίως ως ο πρώ­τος άνθρωπος και βασιλιάς στη γη μετά τον κατακλυσμό του Ίναχου. Ο Φορω­νέας είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη δημιουργία πολιτισμού, καθώς μυθολογείται ότι έφερε τη φωτιά στους ανθρώπους και δίδαξε τη χρήση της (Κακριδής, 1986). Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα του Προμηθέα.

Σημαντικό στοιχείο στο μύθο του Φορωνέα στην Αργολίδα είναι η εκδίωξη των μυθικών πυρομεταλλουργών Τελχίνων και η οικειοποίηση της τεχνικής τους. Η δραστηριότητα των μυθικών Τελχίνων αναφέρεται στη Λήμνο, τη Ρόδο, την Κέα και σε άλλους μύθους (Αττική). Οι Τελχίνοι ταυτίζονται με τα προελληνικά φύλα των Κάρων ή Κήρων. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ανάπτυξη της πυροτεχνολογίας εντοπίζεται ήδη στη Λήμνο, στην Πολιόχνη, από το 3100 έως το 2600 π.Χ., ενώ η καταστροφή και η εγκατάλειψη της Πολιόχνης (το 2300 έως 2200 π.Χ.) είχε ως αποτέλεσμα την εξά­πλωση των κατοίκων της σε πολλές πρωτοελλαδικές III και πρωτοκυκλαδικές III θέσεις της ανατολικής ηπειρωτικής Ελλάδας και των νησιών (Ντούμας, 1997).

 

1. Περί μυθολογικών κατακλυσμών

 

Ο μύθος του Φορωνέα εμπεριέχει στον πυ­ρήνα του όχι μόνο την πολιτισμική ανά­πτυξη αλλά και την κοινωνική, σε συν­δυασμό με τη δημιουργία τοπικής πατρολογίας. Η πριν από τον Φορωνέα εποχή – σύμφωνα με τη μυθική γενεαλογία -, και σύγχρονη με αυτήν του Ίναχου, χαρακτηρίζεται από αρμονία και κοινή γλώσσα. Την αρμονική συνύπαρξη και επι­κοινωνία των ανθρώπων τη συναντάμε πάλι στους ιουδαϊκούς μύθους (Γένεση 11,9). Σε αντίθεση με αυτόν τον κόσμο έρχεται η εποχή του Φορωνέα, όταν η μεγάλη πληθυσμια­κή αύξηση επιβάλλει τον διασκορπισμό των αν­θρώπων σε διαφορετικούς συνοικισμούς και δυ­σχεραίνει την αρμονική επικοινωνία, ενώ ανα­πτύσσονται ταυτοχρόνως οι τοπικοί διάλεκτοι -πολυγλωσσία. Ο μύθος της Βαβέλ (Γένεση 11. 9) επίσης αναφέρεται με την επισήμανση της «πολυγλωσσίας» σε ένα τέτοιο αναπόφευκτο κοινωνικό-πολιτιστικό γεγονός.

Η Παλαιά Διαθήκη καθώς και η σουμεριακή παράδοση δημιούργησαν τη γενεαλογία και πατρολογία τους, βασιζόμενες σε μύθους και πραγματικά γεγονότα. Ο «Κατακλυσμός» στάθηκε η αφορμή και η αφετηρία. Ο Νώε όπως και ο Ίναχος υπήρξαν οι γεννήτορες της ανθρωπότη­τας, όπως ο εκάστοτε λαός κάθε φορά φαντα­ζόταν. Οι απόγονοί τους -Αβραάμ, Φορωνέας αντίστοιχα- προήγαγαν τον πολιτισμό και την κοινωνία των λαών τους. Το φαινόμενο ενός ή και περισσοτέρων κα­τακλυσμών φαίνεται ότι αποτελεί «κοινόν τόπο» στις παραδόσεις των διαφόρων λαών.

 

Η Κιβωτός του Νώε, έργο του Französischer Meister, περ. 1675. Μουσείο Καλών Τεχνών Βουδαπέστης.

 

Λόγου χάριν, οι επιτόπιες εμπειρίες μεγάλης κατα­στροφής στη Μεσοποταμία πριν από το 2000 π.Χ. αποκρυστάλλωσαν αυτές τις δραστικές γεωλογικές/κλιματικές ανακατατάξεις που πρωτοαναφέρονται περί το 2000 π.Χ. στο Έπος της Δημιουργίας – όπου τον κύριο ρόλο στην οργά­νωση του σύμπαντος έχει ο Μαρντούκ-, στο Έπος του Γκιλγκαμές. με τον σχετικό βαβυλω­νιακό κατακλυσμό κατά την 3η χιλιετία π.Χ., και στην Παλαιά Διαθήκη (Γένεση 6, 1-9, 29) ως ο ιουδαϊκός «Κατακλυσμός του Νώε» (New Larousse Encyclopedia of Mythology. 1968).

Τα τοπικά κλιματικά και γεωλογικά φαινόμε­να, συνοδευόμενα από καταστροφές, ουσιαστι­κά αποτελούν τον πυρήνα της θεογονίας και ανθρωπογονίας των λαών. Οι κατακλυσμοί επομένως των μύθων αντανακλούν ένα τοπικό γεωλο­γικό ή κλιματικό γεγονός με σοβαρές συνέπειες στην ευρύτερη εκάστοτε περιοχή. Με αυτό το σκεπτικό ο «μύθος«, εντασσόμενος στην ευρύ­τερη περιβαλλοντική πραγματικότητα, παύει να υπηρετεί αποκλειστικά το φανταστικό.

Τα ιστορικά γεγονότα κάλλιστα μπορούν να «μυθολογούνται» και, ακόμα περισσότερο, με τα αρχαιο­λογικά δεδομένα να επιβεβαιώνουν τους θρύ­λους. Στην ελληνική εκδοχή με τις ποικίλες τοπι­κές παραδόσεις και παραλλαγές πιθανώς εντο­πίζονται τα ίχνη της ιστορικής πορείας των προ­ελληνικών (Πελασγοί, Λέλεγες, Κάρες, Τυρρηνοί, Φοίνικες-Καδμείοι, Αίμονες, Άονες, Έκτηνες, Καύκωνες, Κυλικράνες, Τέμμικες, Ύαντες κ.ά.) και των πρωτο-ελληνικών και ελληνικών φύλων (Δαναοί, Άβαντες, Αθαμάνες, Αίθανες, Αινιάνες, Αιολείς, Αιτωλοί, Αρκάδες (;). Αρκτάνες, Αχαιοί, Βοιωτοί, Γραίοι, Δόλοπες, Δωριείς, Έλληνες, Επείοι, Θεσπρωτοί, Θεσσαλοί, Ίωνες, Κεφαλλήνες, Κουρήτες, Λαπίθες, Λοκροί, Μακεδόνες, Μαγνήτες, Μινύες, Μολοσσοί, Μυρμιδόνες, Περ(ρ)αιβοί, Πίερες, Φθίοι, Φλεγύες, Φωκείς) προς τους χώρους της τελικής εγκατάστασής τους (Ήπειρος, Θεσσαλία, Λοκρίδα, Φωκίδα, Αρκαδία) (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’). Στην παρούσα εργασία γίνεται μια πρώτη προσπάθεια «σποσυμβολοποίησης» του μυθολογούμενου κατακλυσμού του Ίναχου στην Αργολίδα.

 

2. Ο μυθολογούμενος αργολικός κατακλυσμός

 

Ο αργολικός μύθος στηρίζει τις απαρχές του στο γεγονός ενός κατακλυσμού που ακο­λουθείται από τη δημιουργία του αργολικού πο­λιτισμού και του περίπλοκου γενεαλογικού δέν­δρου. Γενάρχης των Αργείων θεωρείται ο Ίναχος, ο οποίος πρώτος συγκεντρώνει και οργανώνει τους διασκορπισμένους πληθυσμούς στην Αργολίδα αμέσως μετά τον κατακλυσμό. Στον Ίναχο αποδίδεται η αποστράγγιση του αργολι­κού κάμπου από τα λιμνάζοντα νερά και η χάραξη κοίτης ποταμού. Οι άνθρωποι μετά τον κατακλυσμό και πριν από τον Ίναχο ζούσαν στα ψηλά βουνά. Ο Ίνα­χος παρουσιάζεται ως γιος του Ωκεανού και ως σύζυγος μιας Ωκεανίδας. Οι απόγονοί του – δεύτερης γενιάς ο Φορωνέας και ενδέκατης γε­νιάς ο Δαναός- συνδέονται με τη δημιουργία και την εξέλιξη του αργολικού πολιτισμού.

Παρεμφερής είναι ο αττικός και ο βοιωτικός μύθος – φυσική καταστροφή, ανάδυση από το υγρό στοιχείο, ανασυγκρότηση των πληθυσμών και πολιτισμική ενεργοποίηση από έναν «χαρισματικό» ηγέτη -, που θέλει τον Ώγυγο (Κακριδής, 1986, σσ. 60-62) γενάρχη και πρώτο βασιλιά της Αττικής και της Θήβας, στα χρόνια του οποίου ανάγεται επίσης ο κατακλυσμός. Οι περισσότεροι ελληνικοί μύθοι έχουν στον πυρή­να τους το γεγονός του κατακλυσμού και ανάγουν τους πρώτους κατοίκους και τον γεννήτο­ρά τους αμέσως μετά. (Κακριδής, 1986, σσ. 56-62.) Η περιοχή της Αργολίδας, πλούσια σε μύ­θους και αρχαιολογικά ευρήματα, παρέχει τη δυνατότητα να ταυτιστούν τα μυθολογούμενα γεγονότα με συγκεκριμένα γεωλογικά και κλιμα­τικά φαινόμενα.

 

3. Τα γεω-αρχαιολογικά στοιχεία στην Αργολίδα

 

Κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (Π.Ε.Χ.) η αργολική πεδιάδα υπέστη σημαντι­κές διαφοροποιήσεις, αμέσως μετά το μέγιστο της θαλάσσιας επίκλυσης (προσχώρηση της θάλασσας στην ξηρά: transgression). Η μετά-πλειοκαινική στάθμη της θάλασσας έπαψε να ανυψώνεται στις αρχές της Εποχής του Χαλκού, όταν μια περιοχή προς το μέρος της ξηράς, μέχρι 4,7 χιλιόμετρα από τη σημερινή ακτογραμμή, είχε καλυφθεί από τα νερά. Ένα φυσικό παράκτιο φράγμα και μια λίμνη γλυκού νερού σχηματίστηκε στη δυτική ακτή της πεδιά­δας (όρια της λίμνης: Λέρνα-Μαγούλα κοντά στο Κεφαλάρι και συνεχίζεται στο Ελληνικό-Νέα Κίος). Ως φυσική συνέχεια, με τις πρώτες πλημμύ­ρες και την υπερχείλιση του ποταμού Ίναχου, οι γύρω πεδιάδες παρουσίασαν πλούσιες αλλουβιακές αποθέσεις, δηλαδή ποτάμια ιζήματα. Σε όλους τους πυρήνες γεωτρήσεων (Zangger, 1993) το πρωτοελλαδικό (ΠΕ) στρώμα καλυπτό­ταν από 1-3 μέτρα αλλουβιακού ιζήματος. Η χρονολόγηση με ραδιοάνθρακα σε κάρβουνο από τον νεολιθικό/πρωτοελλαδικό ορίζοντα έδωσε 2564 ±220 για την αλλουβιακή απόθεση (Zangger, 1993. σ. 52).

 

"Ο Κατακλυσμός", έργο του Μηχαήλ Άγγελου στην Καπέλα Σιξτίνα, 1508-1512.

 

Την ίδια περίοδο ΝΛ/ΠΕ, συναφές φαινόμε­νο ιζηματογένεσης από πλημμύρες εντοπίζεται στην Αττική, στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου – έναρξη 3200 π.Χ., τέλος 2600 π.Χ. (Paepe et al., 1984, 1985). Τόσο στην Αργολίδα όσο και στην Αττική το φαινόμενο της επίκλυ­σης και των πλημμυρών ήταν αρκετά έντονο ώστε να αποκρυσταλλωθεί στον κατακλυσμό του Ίναχου και του Ωγύγου. Αμέσως μετά την ύφεση της επίκλυσης, η υψηλή απόθεση των ιζημάτων στη διαβρωνόμενη αργολική ακτή προκάλεσε μια πρώιμη από­συρση της θάλασσας –regression-, όπως κυρίως εντοπίζεται στην περιοχή της Τίρυνθας. Η κατάσταση της πεδιάδας έκτοτε παρέμεινε στα­θερή και πλούσια σε αλλουβιακές αποθέσεις. Οι αποθέσεις αυτές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού κατέστησαν την αρ­γολική πεδιάδα εύφορη και οπωσδήποτε κατοι­κήσιμη, εφόσον τα νερά αποσύρθηκαν.

Στην Αττική παρατηρήθηκαν ποτάμιες επι­στρώσεις επί των εδαφών 2, 3, 4, που αντιστοι­χούν στις ΝΛ περί το 6300-6000 π.Χ., ΠΕ περί το 2700 π.Χ., ΜΕ περί το 1850 π.Χ, φάσεις (Paepe et al., 1984). Είναι επομένως πιθανόν το ΠΕ έδα­φος 3 της Αττικής και το χρονολογούμενο περί το 2564+220 π.Χ. της Αργολίδας να ανταποκρί­νονται στη «μετακατακλυσμιαία» φάση που θρυ­λείται στους μύθους. Συγκεκριμένα, ένα κομμάτι κάρβουνο προ­ερχόμενο από τον ορίζοντα α της διατομής 3 (πυρήνας ΑΡ 10: 3,4 μ.) ΝΝΛ/ΠΕ στρώματος χρονολογήθηκε με ραδιοάνθροκα στα 2564 ± 220. Ο ορίζοντας ΝΝΛ/ΠΕ περιείχε πληθώρα ρι­ζών και φυτικών υπολειμμάτων μαζί με όστρακα χαρακτηριστικά της κεραμικής αυτής της περιό­δου.

Επίσης έδωσε πλούσιο περιεχόμενο φωσφατικών ουσιών ώστε η χρονολόγηση του κάρβουνου να δίνει τη μέγιστη ηλικία για την εναπό­θεση του ΝΝΛ/ΠΕ αλλουβιακού στρώματος και για την ακμή της θαλάσσιας επίκλυσης, δηλ. το στρώμα αυτό εναποτέθηκε περίπου πριν από το 2500 π.Χ.

Στο διάστημα μεταξύ του 6000 με 2600 π.Χ. σημειώνεται σταδιακή αύξηση του πληθυσμού και κυρίως κατά τη χαλκολιθική περίοδο και ΠΕ II ανάπτυξη της γεωργικής καλλιέργειας και μό­νιμη εγκατάσταση. Έτσι: στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού εντοπίζονται 206 θέσεις κατοίκησης στη Στερεά Ελλάδα και την Εύβοια έναντι των 136 της Νεολιθικής 172 στην Πελοπόννησο της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  έναντι των 81 της ΝΛ περιόδου (Συριόπουλος, 1994). Η εγκατάσταση αυτή εντοπίζεται κυρίως στις πιο γόνιμες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας.

Η οικιστική και πολιτισμική ανάπτυξη στην Αργολίδα υπονοείται στη μυθολογούμενη δραστηριότητα του Ίναχου. Η πεδιάδα έγινε κατοι­κήσιμη αφού την αποστράγγισε και χάραξε κοί­τη ποταμού. Στο σημείο αυτό ίσως εντοπίζεται η φυσική απόσυρση των υδάτων και κάποια τε­χνητή αποστραγγιστική δραστηριότητα εκμε­ταλλευόμενη την κοίτη του ποταμού Ίναχου, δυ­τικά της Τίρυνθας, όπου η πρώιμη απόσυρση και επανάληψη του φαινομένου κατά την Υστεροελλαδική II Β/Γ (πλημμύρα, υδροφράχτης και κανάλι, Zangger, 1993). Επιπλέον, στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού σχηματίστηκε το προαναφερθέν φυσικό παράκτιο φράγμα και η λίμνη με όρια την Λέρνα-Κεφαλάρι-Νέα Κίο. Οι πηγές της Λέρνας και του Κεφαλαρίου αργότερα και μέχρι σήμερα τροφοδοτούν τον ποταμό Ερασίνο του ΝΔ τμή­ματος της Αργοναυπλιακής πεδιάδας.

Πριν από τον Ίναχο οι άνθρωποι ήταν δια­σκορπισμένοι στα βουνά (σύμφωνα με το μύθο), καθώς η αργολική πεδιάδα ήταν πλημυρισμένη κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού. Στη Λέρνα, ενώ η κατοίκησή της ανάγεται σε δυο οικιστικές φάσεις, Λέρνα I και Λέρνα IΙ κατά τη Νεολιθική Εποχή, στην ύστερη φάση της Νεολιθικής η χρήση της θέσης διακόπτεται ως την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Το κενό εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού, οπότε και οι μεγάλες πλημμύρες. Από τα μέσα περίπου της τρίτης χιλιετίας εμφανίζονται σημαντικές εγκαταστάσεις στο ζωτικό χώρο της πεδιάδας, όπως το μνημειώδες BG κτήριο ή η «Οικία των Κεράμων» στη Λέρνα III και η Θόλος -Rundbau – της Τίρυνθας, ή εξ ολοκλήρου νέοι οικισμοί (Συριόπουλος, 1994, ΝΛ περίοδος, θέσεις: 397-407, ΠΕ περίοδος, θέ­σεις: 467-489).

Η θρυλούμενη συγκέντρωση των πληθυ­σμών επί Ινάχου τοποθετείται λογικά σ’ αυτή τη φάση που η αργολική πεδιάδα είναι εκμεταλ­λεύσιμη, δηλ. μετά τις πλημμύρες (περί το 2564±220, ήτοι 2800 έως 2350 π.Χ.). Εδώ θα μπορούσαμε να τοποθετήσουμε: τον Ίναχο στην πρώιμη φάση και τον Φορωνέα έως και τον Δαναό στις μετέπειτα φάσεις μιας χρονικής πε­ριόδου περί τα 360 έτη (11 γενιές χ 33 έτη ανά γενιά). Δηλαδή, αυτό το χρονικό διάστημα μπο­ρεί να ενταχθεί στο χρονικό περιθώριο των 450 ετών (2800-2350), που ορίζει το σφάλμα της μεθόδου χρονολόγησης των στρωμάτων.

Η Λέρνα μοιάζει να κτίστηκε και να οχυρώ­θηκε με σκοπό να εκμεταλλευθεί και να ελέγξει την πλούσια γεωργική παραγωγή, όπως άλλω­στε μαρτυρούν το πλήθος των αποθηκευτικών δοχείων και τα πήλινα σφραγίσματα. Η Τίρυνθα επίσης βρίσκεται σε ιδιαίτερα εύφορη περιοχή, και πιθανώς το ιδιόμορφο ΠΕ II οικοδόμημα -Rundbau- λειτουργούσε ως σιταποθήκη, αν όχι ως κάτι άλλο, ανάλογα με αυτές του ΠΕ II Ορχομενού(;) ή των Κυκλάδων, ή ακόμη της Αιγύπτου (Vermeule, 1972). Ο «συγκεντρωτικός» χαρακτήρας των παραπάνω εγκαταστάσεων και η περίπτωση ύπαρξης ενός κοινού αργολικού εργαστηρίου σφραγίδων (σφραγίσματα από Λέρνα, Τίρυνθα, Ζυγουριές (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Κονσόλα 1984) υποδηλώνει την ανάγκη οργάνωσης που θα επέβαλλε η εκτεταμένη δραστηριότητα των κατοίκων της ΠΕ περιόδου.

Ο ποταμός Ίναχος

Ο μύθος του Ίναχου αφορά ουσιαστικά στη δημιουργία των πρώτων οργανωμένων οικισμών γύρω από ένα ποτάμι ή λίμνη που καθορίζει τη ζωή και τις δραστηριότητές τους. Αποτελεί το τυπικό «μοντέλο» της γένεσης ενός πολιτισμού ανάλογου με της Μεσοποταμίας και της Αιγύπτου, που επίσης στηρίχθηκε σε τοπικά γε­ωλογικά ή κλιματικά φαινόμενα. Τέτοια περιβαλλοντικά φαινόμενα μεταφρά­ζονται π,χ. σαν έντονες πλημμύρες (υγρό κλί­μα), περίοδοι ξηρασίας, έντονα φαινόμενα κα­τολισθήσεων από αυξημένες και έντονες σεισμι­κές δραστηριότητες, κ,ά. Σε τέτοιες περιόδους αστάθειας κάθε κοινωνική υποβόσκουσα «κίνη­ση» βρίσκει πρόσφορο έδαφος για αναταραχή που συντείνει στην ολοκλήρωση καταστροφών, και αντίστροφα.

Αυτά πάντως ακολουθούν ένα είδος οφιοειδούς (ζιγκ-ζαγκ) καμπύλης γραμμής, με μέση χρονική διάρκεια εντόνων-ηπίων φαινομένων υγρού-ξηρού κλίματος 80-120, 200-250, 500-700, και περίπου 1000 χρόνων, αλλά και μεγα­λύτερων περιόδων. Τέτοιοι κλιματικοί κύκλοι έχουν εντοπισθεί σε γεωαρχαιολογικές έρευνες στην Αργολίδα (και αλλού) και σε προσεγγιστικούς κλιματικούς δείκτες, όπως η μεταβολή του εύρους των δενδροδακτυλίων, ο άνθρακας-14 στην ατμόσφαι­ρα, το εύρος ιλύος λιμνών, το γεωμαγνητικό πε­δίο και η ηλιακή δραστηριότητα (Liritzis, 1982, Liritzis et al„ 1985, Schove, 1983). Αυτοί οι επα­ναλαμβανόμενοι κλιματικοί «κύκλοι» επικάθονται αλλήλων και σχηματίζουν ένα δίκτυο περιοδι­κών όρων που δίνουν την εντύπωση απρόβλε­πτης «χαοτικής» μεταβολής.

Παρ’ όλα αυτά, προσεκτική ανάλυση των κλιματικών, γεωλογικών και ηλιακών παραμέ­τρων δείχνει την ύπαρξη τέτοιων κλιματικών κύ­κλων, οι οποίοι, κατά τη γνώμη μας, ήταν το βα­σικό αίτιο (των κοινωνικο-οικονομικών λόγων συμπεριλαμβανομένων, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αποκλειστικών) της μη-γραμμικής αυξομείωσης (ακμή-παρακμή) αρχαίων πολιτισμών, κατά το υπόδειγμα: καταστροφή – ανάδυση –ανασυγκρότηση – πολιτισμική ενεργοποίηση-βαθμιαία/ξαφνική παρακμή (καταστροφή). Η πορεία της «πολιτισμικής καμπύλης» φαί­νεται να ακολουθεί κανόνες προβλεψιμότητας αναμεμειγμένους με υπολείμματα αταξίας. Έτσι θα μπορούσαν πιθανά να ερμηνευτούν ως ομα­λά ή ανώμαλα μετατοπιζόμενοι πολιτισμικοί πό­λοι έλξης (ή κοιτίδες ή ομφαλοί εξέλιξης) (νησί­δες στη θεωρία του Χάους) πολιτισμικών δραστηριοτήτων, ως «παράξενοι ελκυστές», στη θε­ωρίας του Χάους.

 

4. «Πολυδίψιον Άργος»

 

Στο μύθο του Ίναχου εκφράζεται η τοπική κοσμογονία άμεσα συνδεδεμένη με το υγρό στοιχείο. Η έννοια του κατακλυσμού εμπεριέχει στοιχείο τοπικών καταστροφών αλλά ενσωματώνει και τις αρχέγονες χθόνιες λατρείες σχετι­κές με τη σπορά, την αρχή νέου χρόνου, τον ετήσιο κύκλο εργασιών. Τυπικό παράδειγμα αποτελεί ο κατακλυσμός του Δευκαλίωνα και της Πύρρας που αναφέρεται σε μια άλλη φυλε­τική κοιτίδα, τη Θεσσαλία. Η εξέλιξη του αργολικού μύθου συμβαδίζει με την εξέλιξη των κλιματικών αλλαγών και των γεωλογικών διαφοροποιήσεων στον κάμπο.

Ποσειδώνας - Agnolo Bronzino, Ritratto dell'ammiraglio Andrea Doria come Nettuno. Conservato nella Pinacoteca di Brera a Milano. 1540-1550 ca.

Σύμφωνα με το μύθο, ο Ίναχος κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, μετά την αποστράγγιση του αργολικού κάμπου, κλήθηκε να κρίνει τη διαφο­ρά μεταξύ Ποσειδώνα και Ήρας για την εξουσία στο Άργος. Ψηφίζοντας ευνοϊκά για την Ήρα, ο Ποσειδώνας τιμώρησε τον Ίναχο – ο οποίος στην πορεία του μύθου εξελίχθηκε σε ποτάμια θεότητα δίνοντας το όνομά του σε τοπικό ποτα­μό – με το να τον ξηράνει και να έχει νερό μόνο το χειμώνα, δηλ. ο ποταμός Ίναχος έγινε πια χείμαρρος.

Η ξηρασία της περιόδου αυτής διασώζεται άλλωστε στην αρχαιότερη παράδοση (Όμηρος, Ησίοδος) που χαρακτηρίζει το Άργος, την ευρύ­τερη μάλλον περιοχή, ως πολυδίψιο, δηλ. άνυδρο, με πρόβλημα ξηρασίας. Το πρόβλημα αντι­μετωπίζεται από τους απογόνους του Ίναχου, τον Δαναό και τις κόρες του. Ο μύθος συγκεκριμένα αναφέρει: Ο Δανα­ός, προκειμένου να αντιμετωπίσει την ξηρασία του Άργους, στέλνει την κόρη του Αμυμώνη να βρει νερό. Σύμφωνα με την πρώτη παραλλαγή, η Αμυμώνη ανακάλυψε μια πηγή, αλλά μόλις την πλησίασε, η πηγή εξαφανίστηκε μέσα στη γη.

Σε μια άλλη παραλλαγή, η κοπέλα, αναζητώ­ντας νερό στο δάσος, δέχθηκε επίθεση από σάτυρο. Τότε ζήτησε τη βοήθεια του Ποσειδώνα, ο οποίος τον κυνήγησε και ρίχνοντας την τρίαινά του αστόχησε, χτυπώντας, αντί για το σάτυρο, ένα βράχο. Από το βράχο τότε ανέβλυσε μια πη­γή. Τέλος, μια τρίτη παραλλαγή του μύθου ανα­φέρει ότι ο ίδιος ο θεός οδήγησε την Αμυμώνη ώστε να βρει την πηγή της Λέρνας (Κακριδής, 1986). Είναι αξιοσημείωτο ότι η πηγή και στις τρεις περιπτώσεις του μύθου φαίνεται να αναβλύζει από υπόγεια φρεάτια και να είναι άμεσα συνδε­δεμένη με το γεωλογικό υπόστρωμα. Η παρου­σία δε του Ποσειδώνα ενισχύει αυτή τη διαπί­στωση, καθώς ο θεός αυτός αποτελεί τη θεο­ποίηση των γεωλογικών και τεκτονικών φαινομέ­νων που επίσης σχετίζονται με τη συμπεριφορά των υδάτων. Έτσι ο Δαναός κατάφερε να υδρο­δοτήσει την περιοχή που ήταν άνυδρη.

 

5. Η παλαιογεωγραφία και υδρογεωλογία της Αργολίδας

 

Μετά την απόσυρση της θάλασσας και την υψηλή ιζηματογένεση το εσωτερικό της πεδιά­δας παρέμεινε ουσιαστικά σταθερό, ενώ η ακτο­γραμμή παρουσίαζε συνεχείς αλλαγές. Πάντως το υψηλό ποσοστό αλλουβιακών αποθέσεων στα μέσα της 3ης χιλιετίας συνεπάγεται την ύπαρξη ποταμού, όχι χειμάρρου. Λόγω των με­γάλων πλημμύρων, η περιοχή δεν θα αντιμετώ­πιζε φαινόμενα ξηρασίας-ερημοποίησης. Παρόμοια φαινόμενα πλημμύρων παρατη­ρούνται επίσης στην Αττική (Paepe et al., 1984). όπως αναφέραμε παραπάνω (κεφ. 3). Οι μέγι­στες πλημμύρες αντιστοιχούν στο κροκαλοπαγές στρώμα Κρατύλου. Δηλαδή άρχισαν περί το 3200 π.Χ. και έληξαν περίπου το 2600 π.Χ. (πα­ρόμοια φαινόμενα πλημμύρων επαναλαμβάνο­νται στο 700 π.Χ. και περί το 300 μ.Χ.).

Πρέπει να σημειωθεί ότι οι έντονες πλημμύ­ρες συνοδεύονται από υψηλό ρυθμό ιζηματογένεσης με ποτάμιες κροκαλοπαγείς επιστρώσεις (αλλουβιακά ιζήματα), με αποτέλεσμα το μεγά­λο πάχος ιζημάτων να υπερκαλύπτει τους οικι­σμούς. Είναι σύνηθες φαινόμενο μετά από τέ­τοιες διαστρωματώσεις να αναπτύσσονται στρώματα εδαφών (soil-beds). Εφ’ όσον όμως σταθεροποιήθηκε η κατά­σταση του Αργολικού κάμπου, το κλίμα της Αργολίδας ακολούθησε τους επαναλαμβανόμε­νους κύκλους ξηρασίας-υγρασίας των 900-1000 ετών που εντοπίζονται στην Αττική, με την οποία υπάρχει συνάφεια. Το επόμενο στρώμα του κύ­κλου ξηρασίας στην Αττική, και κατά συνέπεια στην Αργολίδα, είναι στο χαμηλότερο ΜΕ στρώ­μα περί το 1900 π.Χ.- μια περίοδος πολιτισμι­κής ύφεσης, όπως προέκυψε από την αρχαιολο­γική έρευνα (Vermeule, 1972, Dickinson, 1994, Συριόπουλος, 1994).

Μεταξύ του 3000 και του 700 π.Χ. υπάρχουν τέσσερα εδάφη (Sub-Boreal, temperate/dry, warm-wet to dry-wet) που υποδηλώνουν κλιματι­κές εναλλαγές. Είναι αυτές οι γεωλογικές μετα­βατικές φάσεις που ίσως οριοθετούν τις αντί­στοιχες αρχαιολογικές πολιτισμικές φάσεις. Κάποιες πλέον καταστροφικές μεταβατικές φά­σεις κατεγράφησαν στην παράδοση της Αργολίδας ως «Ο κατακλυσμός του Ίναχου«.

 

"Ο Κατακλυσμός", του Γκουστάβ Ντορέ. Βασισμένο στην ιστορία της κιβωτού του Νώε, απεικονίζει ανθρώπους που προσπαθούν απελπισμένα να σώσουν τα παιδιά τους. Gustave Doré (1832-1883).

 

Η γεωφυσική κατάσταση και το κλίμα της Αργολίδας ευνοούν το σχηματισμό χειμάρρων. Το κλίμα της είναι μεσογειακό με θερμά καλοκαίρια και χαμηλό ποσοστό βροχοπτώσεων (περί τα500 χιλιοστά ετησίως). Η περιοχή της αργολικής πεδιάδας υποφέρει από την ξηρασία καθώς τα όρη που την περιβάλλουν κρατούν την υγρασία των ανέμων.

Η Αργολίδα δεν έχει ποταμούς, ο Ίναχος και ο παραπόταμος του Χάραδρος ή Ξεριάς είναι ορμητικοί χείμαρροι. Το καλοκαίρι γίνονται ξηροπόταμοι, αφού τα λί­γα νερά τους απορροφώνται από το έδαφος στο βόρειο τμήμα του διψασμένου κάμπου (Κούβαρης, 1964). Επομένως, τουλάχιστον από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  η Αργολίδα παρουσιάζει αυτή την κατά­σταση, και τα προβλήματά της διασώζονται στους μύθους.

Στη σημερινή εποχή (δεκαετία του ’60 και μετά) η ανάγκη υδροδότησης της περιοχής ήταν επιτακτική. Η λύση του προβλή­ματος μοιάζει να είναι η πολυυδρότερη δυτική πλευρά της πεδιάδας, όπου ο ποταμός Ερασίνος – η πηγή Κεφαλάρι – και οι πηγές των Μύλων ή Λέρνας.

Η πηγή του Κεφαλαριού είναι καρστική με ανάβλυση υδάτων υψηλής στάθ­μης, και τροφοδοτεί τον Ερασίνο. Οι πηγές Κεφαλαρίου και Λέρνας προέρχονται από το κλειστό αρκαδικό οροπέδιο, από το οποίο δια­φεύγουν με υπόγειους οχετούς κάτω από τα αργολιδοαρκαδικά όρη. Για τα ύδατα του Ερασίνου και της Λέρνας, έγινε το 1964 μελέτη να διοχετευθούν στην πεδιάδα για να εμπλουτι­στούν τα υδροφόρα στρώματα. Η μελέτη υδροδότησης του 1964 δεν απέχει πολύ από τη μυθολογούμενη προσπάθεια του Δαναού να εκμεταλλευθεί την πηγή της Λέρνας ή και του Κεφαλαρίου.

Ο Δαναός εκμεταλλεύ­θηκε μια πηγή, της οποίας τα νερά ανέβλυζαν προφανώς από υπόγειους οχετούς, όπως αφή­νει να εννοηθεί η πλοκή του μύθου. Άρα την πε­ρίοδο του Δαναού:

α) ο Ίναχος ήταν χείμαρρος και δεν επαρκούσε να καλύψει τις ανάγκες της πεδιάδας,

β) η Λέρνα και το Κεφαλάρι ήταν πη­γές και όχι μια μεγάλη λίμνη η οποία υφίστατο ως τις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  (βλ. 3ο κεφάλαιο), και

γ) υφίσταται εγγειοβελτιωτική δραστηριότητα.

Τα παραπάνω στοιχεία τοποθετούν την περίοδο του Δαναού στην προχωρημένη Πρώιμη Εποχή του Χαλκού, και σύμφωνα με το κεφάλαιο 3 στην περίοδο μεταξύ 2850 με 2300 π.Χ. Ο Ίνα­χος και η Ιώ τότε θα πρέπει να αναχθούν στην ΠΕ Ι/ΙΙ (2900-2800 π.Χ.) περίοδο, που έτσι ακο­λουθούν με λογική συνέπεια τις χρονολογίες των άλλων απογόνων τους -Έπαφος και Λι­βύη -, οι οποίοι, σύμφωνα με σχετική ανάλυση (Λυριτζής, 1998), θα πρέπει να έζησαν γύρω στο 2800-2700 π.Χ. Κατ’ αντιπαράθεση, άλλοι μελε­τητές τοποθετούν την Ιώ γύρω στον 18ο αιώνα π.Χ., ερμηνεύοντας την παρουσία αυτής και των απογόνων της με ανάλογα ρεύματα μετακινήσε­ων εκείνη την εποχή, αλλά και με την παράθεση των ιστορούμενων του Ηροδότου (ΙΙ.43, VΊ.53-54) (Καρνέζης, 1986). Να σημειωθεί ότι για την Ιώ υπάρχουν πολλές μυθικές παραλλαγές.

 

6. Λέρνα και Τίρυνθα

 

Η νεολιθική κατοίκηση της Λέρνας διακό­πτεται μέχρι την επανακατοίκησή της στην ΠΕ II (Caskey, 1960). Η διακοπή αυτή συμπίπτει α) με τη θαλάσσια επίκλυση και β) με την εναπόθεση υψηλού πάχους, 1-3 μέτρα, αλλουβιακών απο­θέσεων, που λογικά έκανε αδύνατη την κατοίκη­ση της περιοχής. Κατά την ΠΕ II η Λέρνα διαθέτει οχυρωματι­κό σύτημα και μνημειώδεις κατασκευές, ενώ βρίσκεται πάνω στο νότιο όριο της μεγάλης λί­μνης που σχηματίστηκε στο δυτικό άκρο της πε­διάδας. Καθ’ όλη την ΠΕ II ο οικισμός ανθεί, και αιτία της ανάπτυξης θα απετέλεσε το αγροτικό πλεόνασμα. Ο οικισμός καταστρέφεται βίαια στα τέλη της ΠΕ II και η νέα Λέρνα της ΠΕ III δεν ανανεώνει τις κατασκευές της ΠΕ II Λέρνας, ενώ ακολουθεί την τυπική πορεία ανάπτυξης ενός ΜΕ οικισμού.

Στην αλλαγή ίσως συνέβαλε κάποια νέα διαμόρφωση της ακτογραμμής, που αλλοίωσε το περιβάλλον της εγγύς λίμνης μετα­τρέποντάς το σταδιακά σε έλος. Οι πηγές των Μύλων και βορειότερα του Κεφαλαρίου απέμει­ναν πιθανώς μετά την εξέλιξη αυτή για να υδρο­δοτήσουν την πεδιάδα.

Ο ΠΕ II οικισμός της Τίρυνθας ήταν παρά­λιος, με παραλία μεγάλης κλίσης, η οποία, αποτελώντας περιβάλλον απόθεσης ιζημάτων, υφί­στατο συνεχείς αλλαγές κατά την Πρωτοελλαδι­κή περίοδο. Η ανάπτυξη του οικισμού φαίνεται ότι δεν συνεχίσθηκε στις επόμενες περιόδους (βλ. κεφ. 5) μέχρι την YE III, οπότε τα πρώτα τείχη. Σημαντικά αρχιτεκτονικά λείψανα είναι αυτά της ΠΕ II, όταν η περιοχή γύρω από την Τίρυνθα ήταν ιδιαίτερα εύφορη. Από τα τέλη της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού  δεν σημειώθηκαν αξιόλογες μεταβο­λές μέχρι την YE III Β, όταν ο χείμαρρος Μάνεσης προκάλεσε καταστροφική πλημμύρα (Zangger, 1993).

Ο μύθος του Δαναού προφανώς έχει την εξήγησή του στις αρδευτικές ανάγκες του κά­μπου και στις συνεχείς προσπάθειες των αν­θρώπων να τις ικανοποιήσουν. Μετά την ταρα­χώδη και συντηρητική ΜΕ περίοδο, η μετάβαση από την ΜΕ στην ΥΕ αφήνει μεγαλύτερα περι­θώρια πολιτιστικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Στα πλαίσια αυτά πιθανώς ανάγεται η επαναδραστηριοποίηση των κατοίκων της αργολικής πεδιάδας, καθώς αρχίζει και πάλι να συγκεντρώνεται πλούτος στα χέρια των ανθρώπων την περίοδο των Λακκοειδών και των πρώτων Θολωτών τάφων (Vermeule, 1972).

 

7. Συμπέρασμα

 

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει:

1) Οι μυθολογούμενοι κατακλυσμοί αναφέ­ρονται σε γεωλογικά και κλιματικά φαινόμενα.

2) Στον τοπικό μύθο της Αργολίδας ο κατα­κλυσμός του Ίναχου αποδίδεται στη σημαντική καταστροφική πλημμύρα που εντοπίζεται στις αρχές της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού. Σημειωτέον ότι το όνομα Ίναχος εμπεριέχει το στοιχείο αχ-, το οποίο απαντάται σε πολλά ονόματα ποταμών (Αχελώος, Αχάμας, Αχάτης, Αχέλης, κ.ά.) και ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα akw- «νερό». Εξελικτικά το προελληνικά ιν­δοευρωπαϊκό υπόστρωμα μετέτρεψε το -k σε -κ- και μια τουλάχιστον γλώσσα ή διάλεκτος του ιδίου υποστρώματος μετέτρεψε το -κ- σε -χ-(Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, σσ. 360-361). Ο μυθικός ήρωας Ίναχος βρίσκεται μάλιστα σε άμεση συνάρτηση με το υγρό στοιχείο, καθώς α) πατέρας του είναι ο Ωκεανός, β) γυναίκα του η Ωκεανίδα Μελία και γ) στην εξέλιξη του μύθου προάγεται σε ποτάμια θεότητα.

3) Τα μυθολογούμενα περί Ίναχου (γενάρ­χης, ποτάμια θεότητα), Δαναού και Αμυμώνης αποδόθηκαν σε συγκεκριμένα κλιματικά και παλαιογεωγραφικά φαινόμενα.

4) Λαμβάνοντας υπόψη ότι ο Δαναός ήταν 11ης γενεάς απόγονος του Ίναχου -μια γενιά περίπου 33 χρόνια-, η δραστηριότητά του το­ποθετείται στη χρονική περίοδο περί το 2500 π.Χ. (αναφερόμενοι πάντα στο αρχαιότερο όριο του χρονολογούμενου με άνθρακα-14 ΠΕ II υπο­στρώματος της Αργολίδας).

5) Με κάθε επιφύλαξη, στηριζόμενοι στη μυθική γενεαλογία, προκύπτει ότι οι 4ης γενιάς απόγονοι του Δαναού, Προίτος και Ακρίσιος, το­ποθετούνται περί το 2400 π.Χ. Ο Προίτος και ο Ακρίσιος ήταν αδέλφια και, σύμφωνα με τον Παυσανία (2, 25, 7-10), μετά από μια φονική αδελφοκτόνο μάχη, στην οποία για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν ασπίδες, ανήγειραν «πυραμί­δα» προς τιμή των νεκρών, την οποία εκόσμησαν με τις ασπίδες που είχαν χρησιμοποιηθεί. Η πυραμίδα του χωριού Ελληνικό στο Κεφαλάρι του Άργους έχει πρόσφατα χρονολο­γηθεί (με την πυρηνική μέθοδο οπτικής θερμοφωταύγειας) την ίδια περίπου εποχή, δηλαδή περί το 2500 π.Χ. (Liritzis et al., 1996, Liritzis, 1994, Theocaris et al., 1996). Ο Καρνέζης (1986, σ. 104) τον Ακρίσιο τον θεωρεί Λαπίθη-Μεσανατολίτη και εκφραστή κά­ποιας ομάδας διαφορετικής από την ομάδα των Λυκίων που εκπροσωπεί ο Προίτος, την εποχή γύρω στο 1400-1350 π.Χ.

6 ) Πίσω από τις ελληνικές μυθικές γενεαλο­γίες ίσως μπορέσουμε ν’ ανιχνεύσουμε πραγματι­κή «πατρολογία«, σε συνάρτηση πάντοτε με τα γεωαρχαιολογικά δεδομένα, και ως ένα βαθμό την ιστορική μυθολογία. Η διάσωση, καταγραφή και κριτική των μύθων δεν έπαυσε ποτέ να είναι γνώση, όπως ακριβώς ήταν και η Ιστορία (οίδα, ίστωρ).

Στην πορεία της εξέλιξης του πνεύματος αλλά και της κοινωνικής δομής του, ο άνθρω­πος δημιούργησε κατηγορίες θεμελιακών μύ­θων, όπως: μύθοι των πόλεων, του κυνηγιού, της καλλιέργειας, της γης και της γονιμικής λα­τρείας, μύθοι πολεμικοί, τελετουργικοί ή θρησκευτικοί, διοίκησης του κόσμου, της θέμιδας, της γνώσης που οδήγησε στη θρησκεία, και απόκρυφοι μύθοι της γνώσης.

Η συμβολή στην ερμηνεία των μύθων, η διακριτική ικανότητα με­τάβασης από τη «γνώση» στη «λογική έκφρα­ση», από το «παραμύθι» στο «πραγματικό γεγο­νός», είναι θέμα πολλών μελετών, που δίνουν κάποια ερμηνεία των «επί μέρους» μύθων από τη δική τους σκοπιά. Τα συμπεράσματα αυτά αποτελούν διατύ­πωση κάποιων λογικών υποθέσεων, που στο­χεύουν στην αποσαφήνιση της πορείας των ελ­ληνικών φύλων, τα οποία ανάγουν τις ρίζες τους και  την καταγωγή τους στην ελληνική μυθολο­γία και προϊστορία.

 

Ιωάννης Λυριτζής

Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών

Μαρία Ραυτοπούλου

Αρχαιολόγος

 

Βιβλιογραφία


  • J. L Caskey (1960) . » The EH period in the Argolid», Hespena, 29, 285.
  • O. Dickinson  (1994). The Aegean Bronze Age.
  • Ρ. Grimal (1991).Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής μυθολογίας. University Studio Press, Θεσσαλονίκη.
  • I. Θ. Κακριδής (1986).Ελληνική Μυθολογία, τόμοι 2 και 3, Εκδοτική Αθηνών.
  • I. Η. Καρνέζης (1986). Μύθος Προέλευση και εξέλιξη. Συμβολή στην ερμηνεία των μύθων  Αθήνα, 126 σελί­δες.
  • Ν. Κόνσολα (1984).  Η πρώιμη αστι­κοποίηση στους ΠΕ οικισμούς,  Αθήν., Κούβαρης (1964) Νέα Γεωγραφία, Άτλας της Ελλάδος.
  • I. Liritzis, P.S. Theocaris, R. Β.Galloway(1997), » Dating of two Hellenic Pyramids by a Novel Application of Thermoluminescence», Journal of Archaeological Science 24, σσ. 399-405.
  • I. Liritzis (1994). «A new dating method by thermoluminescence of carved megalithic stone building», C. R. de I’ Academie des Sciences.Paris», t. 319 serie II, σσ. 603-610. Επίσης του ίδιου (1994): «Archaeometry Dating the past», Ekisτics, 368/369. σσ. 361-366.
  • I. Liritzis and D. Kosmatos (1995), » Solar-climatic cycles in a tree-ring record from Parthenon»,   Journal of Coastal Research special issue No. 17, Ch. 11. σσ. 73-78.
  • I. Liritzis (1982). «200 years cycling in the earth’s  archaeomagnetic  field intensity and in related solar terrestrial phenomena»   Practika Academy of Athens 57, σ. 380.
  • I.Λυριτζής (Ι998). To μυστήριο των ελληνικών πυραμιδοειδών. Μια νέα επιστημονική     προσέγγιση.  Εκδ. Τυποκίνηση, Αθήνα.
  • New Larousse Encyclopedia of Mythology (1968), New edition, Hamlyn publ. group ltd. New York.
  • Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τ. Α’. «Προϊστορία και Ιστορία», Εκδοτική Αθηνών, 1970.
  • R. Paepe, Ε. Van Overloop, Μ. Ε. Hatziotis,  and  J. Thorez  (1984). Desertification  Cycles  in  HistoricalGreece, Progress in Biometeorology vol. 3, σσ. 55-64.
  • R. Paepe, Μ. Ε. Hatziotis, and E. Van Overloop (1995). «Twenty cyclic pulses of drought and humidity during the Holocene», Ch. 9, Journal of Coastal Research, Special Issue No 17: «Holocene Cycles: Climate, Sea Levels and Sedimentation» σσ. 55-61.
  • Ε. Vermeule (1972). Greece in the Bronze age, 5th ed., The University of Chicago Press.
  • Κ. Θ. Συριόπουλος (1994). Η προϊ­στορική κατοίκηση της Ελλάδας και η Γέννεση του Ελληνικού Έθνους,  τ. Α’, Αθήνα.
  • P. Theocaris, I. Lintzis, Sampson Α., Lagios Ε. (1996). «Geophysical Prospection, Archaeological Excavation and Dating in Two Hellenic Pyramids», Surveys m Geophysics 17: σσ. 593 – 618.
  • Χ. Ντούμας (1994). «Meligunis Lipara, vol. VI, L. Β.Brea– M. Cavalier», περιο­δικό Αρχαιολογία και Τέχνες, τ. 50, σσ. 102-104.
  • D. J. Schove (1983).  «Sunspot cycles». Benchmark Papers in Geology series v. 68.New York, Van Nostrand Reinhold, σ. 268.
  •  Ε. Zangger (1993).Argolis II. The geoarchaeology of,  the Argolid.  Archäologisches Institut Athen Gebr. Mann Verlag,Berlin. 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες»,τεύχος 69, Δεκέμβριος 1998.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Αγεύς (Αργεύς) – 4ος αιώνας π.Χ.


 

Δολιχοδρόμοι

Το Άργος, στην αρχαιότητα ανέδειξε σπουδαίους αθλητές. Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση κατέχουν οι δρομείς. Ένας από τους ξακουσμένους δρομείς του Άργους ήταν ο Αγεύς ή Αργεύς, όπως λάθος έχει επικρατήσει.  Πρόκειται για Αργείο αθλητή δολιχοδρόμο και ολυμπιονίκη. Στο επάγγελμα ήταν ημεροδρόμος, δηλαδή αγγελιοφόρος. Κέρδισε την πρώτη του νίκη στο δόλιχο [1],  το 328 π.Χ., κατά την 113η Ολυμπιάδα. Λέγεται ότι, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ τότε από τη νίκη του, που θέλησε να αναγγείλει ο ίδιος το γεγονός στους Αργείους, αυθημερόν. Στο Άργος, πιθανόν, να συζητούσαν επί πολλές ημέρες το μεγάλο γεγονός  της νίκης του Αγέα. Ίσως, να μην ήξεραν τι να θαυμάσουν πιο πολύ : τη μεγάλη Ολυμπιακή νίκη ή το απίστευτο κατόρθωμα να τρέξει ένας άνθρωπος εξακόσια στάδια, δηλαδή 115 περίπου χιλιόμετρα σε μία ημέρα και να φθάσει αυθημερόν, με τη δύση του ηλίου, από την Αρχαία Ολυμπία στο Άργος.

Τον λαμπρό, διπλό άθλο του Αγέα τον διέδωσε ο Ευσέβιος ο Παμφίλου [2], ο οποίος αναφέρει : «Αγεύς Αργείος δόλιχον, ος εν Άργει την εαυτού νίκην αυθημερόν ανήγγειλεν».

Σε μία άλλη επιγραφή (Ι.Β V2,550), βρίσκουμε πάλι το όνομα «Αγεύς», με τη διευκρίνιση «Αγεύς Αριστοκλέο(ς)». Ειδικοί μελετητές, έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, πρόκειται για το ίδιο και το αυτό πρόσωπο, τον Αργείο αθλητή Αγέα, ο οποίος νίκησε στα Λύκαια[3], της Αρκαδίας, το έτος 308/7 π.Χ., στο αγώνισμα του δόλιχου.

Παράσταση δόλιχου δρόμου. Αττικός μελανόμορφος αμφορέας, 500 π.Χ., Αρχαιολογικό Μουσείο Ρόδου.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναφερθούμε στο σχετικό πρόβλημα της μεταλλαγής του κανονικού ονόματος του αθλητή. Ειδικότερα, στην Πατρολογία Migne, όπου αναφέρονται τα κείμενα του Ευσέβιου, με τη σχετική αναφορά στον Αργείο αθλητή, προφανώς από τυπογραφικό λάθος ο Αγεύς αναφέρεται ως «Αργεύς». Έκτοτε το λάθος διαιωνίστηκε από κατοπινούς μελετητές που προσέφυγαν στην Πατρολόγια Migne. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, την επικράτηση της λανθασμένης αναγραφής και στη ίδια του την πατρίδα.

Αναμφισβήτητα, ο Αργείος δρομέας με το κατόρθωμά του αποτελεί πλέον πρότυπο πνευματικής δημιουργίας και έμπνευσης. Για να γίνουμε πιο σαφείς, ο Αγεύς έχει εμπνεύσει την κα Αλεξίου να του αφιερώσει το εξής ποίημα :

 

Αγεύς ο Αργείος

Με ευχές που έβγαιναν από τα φυλλοκάρδια τους

και πετούσαν – ελπιδοφόρα ολόλευκα πουλιά – στον ουρανό

σε ξεπροβόδισαν οι φίλοι σου και οι συναγωνιστές σου, Αγέα·

να γυρίσεις νικητής από την ιερή γη της Ολυμπίας.

 

Τα νικητήρια θα ’ρθω να γιορτάσουμε μαζί·

μόλις ο ήλιος γυρίσει την πλάτη του στην πόλη,

να με περιμένετε· εγώ θα αναγγείλω την νίκη μου.

 

Βέβαια κανείς δεν σε πίστεψε,

χάριν αστειότητος θεώρησαν πως είπες τα λόγια τούτα.

 

Πλήρης αισιοδοξίας, για την άριστη φυσικής σου κατάσταση,

αναχώρησες για την Ολυμπία· μ’ ένα και μόνο σκοπό :

στου Ολυμπίου Διός τους ιερούς αγώνες νικητής να στεφανωθείς.

 

Και σαν έφτασε η ώρα του ευγενικού αγώνα

ωσάν κέλλης ίππος, τινάζοντας περήφανα την χαίτη του,

όρμησες στο στάδιο μαζί με τους ωκύποδους δολιχοδρόμους·

κι αφού δέκα φορές περιέτρεξες τον στίβο της Ολυμπίας,

κυνηγώντας την γοργόφτερη Νίκη που τον κότινο κρατούσε,

εν μέσω ιαχών και ζητωκραυγών, πρώτος πέρασες το τέρμα·

αφήνοντας αρκετά πίσω τους ανταγωνιστές σου.

 

Η σάλπιγγα σαλπίζει· σιγή στο στάδιο,

Για να ακουστεί του βροντόφωνα κήρυκα η φωνή:

Αγεύς ο Αργείος, νικά δόλιχον! Διαλαλεί.

 

Προσέρχεται ο δρομοκήρυξ αθλητής

σεμνός και στάθηκε μπρος στους Ελλανοδίκες·

λίγα δάκρυα συγκίνησης αυλάκωσαν το ηλιοκαμένο πρόσωπό του

την ώρα που ο σεβάσμιος γέρων τοποθετούσε

τον πολυπόθητο κότινο στο σγουρό του κεφάλι,

ενώ ο πρωινός ήλιος καθρεφτιζόταν στις ιδρωστάλες του.

(Αλεξίου, Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.

Επιπλέον, προς τιμήν της προσωπικότητάς του και της πράξης του, ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων»[4], το 2001 και το 2002 (μετά από 2.329/10 χρόνια) αναβίωσε το γενναίο κατόρθωμά του, πραγματοποίησε δηλαδή, την ίδια διαδρομή (Ολυμπία –Άργος,174 χιλιόμετρα), με μία ομάδα δρομέων.

Τελειώνοντας, κρίνουμε σκόπιμο να αναφέρουμε τα ονόματα των Αργείων αθλητών που νίκησαν στους Ολυμπιακούς αγώνες, στο βασικό αγώνισμα του σταδίου. Οι αθλητές είναι οι εξής :

1)      Δάνδης Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 77η Ολυμπιάδα (472 π.Χ.).

2)      Ιολαΐδας Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 139η Ολυμπιάδα (224 π.Χ.).

3)      Επαίνετος Αργείος : νίκησε στο στάδιο παίδων την 175η Ολυμπιάδα (80 π.Χ.).

4)      Ανθεστίων Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 182η Ολυμπιάδα (52 π.Χ.).

5)      Σώπατρις Αργείος : νίκησε στο στάδιο την 187η Ολυμπιάδα (32 π.Χ.).   

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

 Υποσημειώσεις


[1] Ο δόλιχος είναι δρόμος αντοχής και γινόταν μέσα στο στίβο του σταδίου, μετά από το στάδιον και τον δίαυλον. Αναφέρεται για πρώτη φορά στην 15η Ολυμπιάδα (720π.Χ.), με νικητή τον Άκανθο τον Λακεδαιμόνιο. Είναι ο μακρύτερος δρόμος και η απόσταση ποικίλλει, κατά τις πηγές, από τα 7 έως τα 24 στάδια, ανάλογα με τις κατηγορίες αγώνων (παίδων, αγενείων, ανδρών), με τους στίβους των ιερών στα οποία διεξάγονταν οι αγώνες και ίσως με τις εποχές. Τις περισσότερες φορές όμως ήταν καθορισμένη στα 20 στάδια, δηλαδή 3.550-3.850 μέτρα. Έπειτα, αξίζει να σημειωθεί ότι, κατά τους αρχαίους την καθιέρωση του δολίχου ενέπνευσαν οι επιδόσεις των ημεροδρόμων ή δρομοκηρύκων, με άλλα λόγια των επαγγελματιών αγγελιοφόρων, οι οποίοι μετέφεραν ειδήσεις και παραγγελίες σε μεγάλες αποστάσεις, κυρίως σε περιόδους πολέμου. Σπουδαίοι ημεροδρόμοι υπήρξαν άνδρες από την περιοχή της Αρκαδίας. Τέλος, σύμφωνα με τον Φιλόστρατο, ένας δολιχοδρόμος πρέπει να έχει κάποια χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, πρέπει να έχει δυνατούς ώμους και τράχηλο, όπως ένας πενταθλητής και λεπτά και ελαφριά πόδια, όπως ένας σταδιοδρόμος.   

[2]  Ο Ευσέβιος ο Παμφίλου ήταν επίσκοπος Καισάρειας και θεωρείται ο πατέρας της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Γεννήθηκε στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, το 265 μ.Χ. Δάσκαλός του ήταν ο μάρτυρας του χριστιανισμού Πάμφιλος και από αγάπη στο δάσκαλό του ονομάστηκε Ευσέβιος ο Παμφίλου. Η μαρτυρία του Ευσέβιου για τον Αγέα, είχε γραφεί σε μεταλλική πλάκα και είχε αναρτηθεί στο σημερινό στάδιο του Άργους, πριν από αρκετά χρόνια με παραλλαγμένο το όνομα του αθλητή σε «Αργεύς» αντί Αγεύς. Η επιγραφή αυτή δε σώζεται σήμερα.

[3]  Σύμφωνα με επιγραφή (Syll 3.314) στον Ωρωπό.

[4]  Ο Αθλητικός Πολιτιστικός Σύλλογος «Απόλλων» Δυτικής Αττικής ιδρύθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου το 1997, από 31 αθλητές – δρομείς μεσαίων και μεγάλων αποστάσεων, των Δυτικών συνοικιών της Αθήνας. Σήμερα, αριθμεί 168 ενεργούς αθλητές-τριες σε όλες τις κατηγορίες.

 

Πηγές


 

  • Χρήστος Ι. Πιτερός, «Αργέας ή Αγέας», περ. Ελλέβορος, τχ. 9-10, Άργος, 1992.
  • Μάρκελλος Μιτσού, «Αργολική Προσωπογραφία», Εν Αθήναις, 1952.
  • Αλεξίου Γεωργία – Γοργώ, «Δαφνοστεφανομένοι», Εκδόσεις Ερωδιός, Θεσσαλονίκη, 2008.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα, (Η αθλητική ιστορία του Άργους από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας)», Έκδοση Δήμου Άργους, Άργος, 1998.       
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Κωνσταντίνος Σάμιος, «Μια πρωτότυπη ιστορική ματιά», εφ. Δρομέας, 2001.
  • Θεόδωρος Γ. Αντίκας, «Φειδιππίδης, Φιλιππίδης, Φιλωνίδης: Ημεροδρόμοι και Μαραθωνοδρόμοι», Πανεπιστήμιο Ουάσιγκτον – Σηατλ, Visiting Onassis Professor.

  

Σχετικά θέματα:

Νέμεα ή Νέμεια

Θεαίος ή Θειαίος (5ος αιώνας π.Χ.)

Read Full Post »

Ιπποκράτης (5ος αιώνας π.Χ.)


  

Πατέρας της Ιατρικής και μέγιστος των ιατρών χαρακτηρίζεται ο Ιπποκράτης, ο Δωριεύς που έγραψε στην ιωνική διάλεκτο και χρησιμοποίησε πρώτος στην Ιατρική το πείραμα, ανάγοντάς την από εμπειρική τέχνη σε επιστήμη. Χρυσή εποχή της Ιατρικής χαρακτηρίζεται το δεύτερο μισό του πέμπτου αιώνα π.Χ., κατά το οποίο ο Ιπποκράτης συνέγραψε πλήθος πονημάτων για φυσιολογία, ανατομία, παθολογία, θεραπευτική χειρουργική, μαιευτική και άλλες ειδικότητες και μίλησε πρώτος για το περιβάλλον σε σχέση με την υγεία. Προσκλήθηκε και συνέβαλε στην αντιμετώπιση του λοιμού των Αθηνών και για το λόγο αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στέφανο. Ο Όρκος του παρέμεινε διαχρονικός. Και ο ίδιος, προφανώς τηρώντας κατά γράμμα την επιστήμη του, έφυγε αιωνόβιος.

 

Η γενιά και ο βίος του Ιπποκράτη

 

Ιπποκράτης

Ο Ιπποκράτης, ο μέγιστος των ιατρών όλων των αιώ­νων, γεννήθηκε τον 5ο π.Χ. αι. στην Κω. Η ακριβής χρονολογία της γεννήσεώς του δεν μας είναι γνωστή. Υπολογίζεται ότι γεννήθηκε το 460 π.Χ., στο 1ο έτος της 80ής Ολυμπιάδας. Ο Ιπποκράτης είναι απόγονος Δωριέων και από τους δυο γονείς. Ο πατέρας του Ηρακλείδης, ιερέ­ας στο Ασκληπιείο της Κω, ήταν γιος του Ασκληπιάδη Ιπποκράτη, ο οποίος ήταν γιος του Γνωσιδίκου. Κατά την παράδοση, το Ασκληπιείο της Κω ί­δρυσε ο γιος του Ασκληπιού Ποδαλείριος όταν γύρισε από τον Τρωικό πόλεμο κι εγκαταστάθηκε στο νησί. Κατά άλλη παράδοση, ιδρυτής του Ασκληπιείου της Κω ήταν ο γιος του Νέβρος.

Ανα­φέρονται όλοι οι πρόγονοί του και βέβαια τον χω­ρίζουν δεκαοκτώ (18) γενιές από το θεό Ασκληπιό και δεκαεννέα (19) από τον Απόλλωνα. Συμφωνά με την παράδοση, ο Απόλλωνας ήταν ο πατέρας του Ασκληπιού και βέβαια σαν γιος του Διός, που θε­ωρείται ο Απόλλωνας, ο Μέγας Ιπποκράτης είναι ο εικοστός της σειράς των απογόνων του Διός. (Ο Απόλλωνας ήταν θεός της Ιατρικής, του Φωτός και της Μουσικής). Όμως ήταν και από μητέρα Δωριεύς. Η μητέρα του Πραξιθέα, κόρη της Φαιναρέτης, καταγόταν ε­πίσης από τους Ηρακλείδες. Οι γιοι του Ιπποκράτη, ο Θεσσαλός και ο Δρά­κων, καθώς και ο γαμπρός του Πόλυβος (σύζυγος της κόρης του) υπήρξαν μαθητές και συνεχιστές του έργου του και συγγραφείς ορισμένων βιβλίων της Ιπποκρατικής Συλλογής (Corpus Ippocraticum).

Τα βιογραφικά στοιχεία του Ιπποκράτη δεν είναι βέβαια. Πολλοί ασχολήθηκαν με το γενεαλογικό του δένδρο και με το βίο του, αλλά τα στοιχεία δεν τεκμηριώνονται. Οι τρεις μέχρι σήμερα πιο συμπληρωμένες βιογραφίες του είναι του Σωρανού του Εφεσίου, του Σουίδα και του I. Τζέτζη. [1]

Αλλά και ο χρόνος του θανάτου του δεν μας είναι ακριβώς γνωστός. Η παράδοση μνημονεύει το θά­νατό του στη Λάρισα σε μια από τις περιοδείες του στη Θεσσαλία, στη διάρκεια της 102ας Ολυμπιάδας, σε προχωρημένη ηλικία. Κατά τους βιογράφους του I. Τζέτζη και Σουίδα απέθανε σε ηλικία 104 ετών, ενώ κατά τον Σωρανό σε ηλικία 90. Στη μεγάλη διάρκεια της ζωής του περιόδευσε πολλούς τόπους (Θράκη, Μακεδονία, Θάσο, Θεσ­σαλία, Σκυθία, πόλεις της Ιωνίας, ίσως και την Αί­γυπτο) αποκτώντας πρωτόγνωρες εμπειρίες και μελετώντας τις συνήθειες των ανθρώπων, το κλί­μα, ακόμη και το πολίτευμα των τόπων που επι­σκεπτόταν.

Και ενώ ήταν Δωριεύς στην καταγωγή ο Ιππο­κράτης, εν τούτοις τα βιβλία του τα έγραψε στην ιω­νική διάλεκτο, διότι η ιωνική ομιλούνταν όχι μό­νο στις ιωνικές πόλεις, αλλά στα περισσότερα ελ­ληνικά κέντρα της εποχής και αφ’ ετέρου γιατί ο Ιπποκράτης είχε επηρεαστεί βαθύτατα από τη δι­δασκαλία των Ιώνων φιλοσόφων. Κατά τον καθη­γητή Γ. Πουρναρόπουλο «λίαν πρωίμως η αρχαία ελληνική ιατρική συνηνώθη και συνεβάδισε προς την φιλοσοφίαν».[2]

Τα κοσμογονικά φαινόμενα απασχόλησαν την ια­τρική σκέψη, όπως τα βιολογικά φαινόμενα υπήρ­ξαν πεδία προβληματισμού των φιλοσόφων.Οι δοξασίες των Ιώνων φιλοσόφων περί των τεσ­σάρων στοιχείων της δημιουργίας (γαία, αήρ, ύδωρ, πυρ) επηρέασαν την αντίληψη του Ιπποκράτη όσον αφορά τη σύσταση του ανθρώπινου σώματος. Δέχε­ται τα τέσσερα αντίστοιχα στοιχεία, δηλαδή το αίμα, το φλέγμα, την ξανθή και τη μέλαινα χολή, η μίξη των οποίων αποτελεί τον ανθρώπινο οργανισμό.

Έχοντας αποκτήσει την εμπειρική γνώση της ια­τρικής στο διάστημα της θητείας του στο Ασκληπι­είο της Κω (η ιατρική μεταβιβαζόταν κληρονομικώς από πατέρα σε γιο), καθώς και άριστη γνώση της βοτανοθεραπευτικής, μελετώντας τους Ίωνες φιλοσόφους απέκτησε ιατρική παιδεία πρωτοφανή, η οποία του επέτρεψε να καινοτομήσει και πρώτος αυτός να χρησιμοποιήσει το πείραμα, δηλαδή τη δοκιμή στην ιατρική. Από αυτή τη στιγμή της εφαρμογής του πειρά­ματος, η Ιατρική από εμπειρική τέχνη, που ήταν ως τότε, έπαψε να είναι και έγινε επιστήμη.

Γαληνός και Ιπποκράτης. Λεπτομέρεια από ιταλική νωπογραφία του 13ου αιώνα.

Όπως αναφέρει ο Γαληνός: «ο Ιπποκράτης την τέχνην εις επιστήμην ανήγαγεν». [3] Ο Ιπποκράτης πίστευε στην ενότητα της ουσίας του κόσμου. Και θεωρούσε τη φύση κιβωτό της ου­σίας αυτής. Ο γίγαντας αυτός της ιατρικής σκέψης πίστευε ό­τι οι αιτίες των νόσων βρίσκονται στο περιβάλλον ή και στον ίδιο τον άνθρωπο και δεν στέλνονται α­πό τους θεούς. Δεν πίστευε στη «Θεόθεν νόσον». Δεν πίστευε στη θεϊκή παρέμβαση, αλλά στην ανθρώπινη γνώση και εμπειρία. [4] Διατύπωσε τον αφορισμό «ακεστά τε τα πλείστα εστί τοις αυτοίσι τοιούτοισιν αφ’ ώτων και γίγνεται», [5] δηλαδή διατύπωσε πρώτος την ομοιοπαθητι­κή θεωρία. Όλη όμως η δύναμη της σκέψης του φαίνεται στο βιβλίο «Περί ιερής νούσου» και το μεγαλείο της ανθρωπιάς του στον «Όρκο» του.

Ο σημερινός μελετητής της Ιπποκρατικής Συλ­λογής θαυμάζει και απορεί με τις γνώσεις, τις ιδέ­ες και αντιλήψεις των συντακτών της. Στο κεφάλαιο περί ιερής νούσου αναφέρει ότι: «ο γόνος έρχεται πάντοθεν του σώματος».[6] Η σύλληψη της ιδέας αυτής πριν από 2.500 χρό­νια, χωρίς τις σημερινές τεχνολογικές κατακτήσεις, μας καταπλήσσει. Πώς ο Ιπποκράτης συνέλαβε την ιδέα ότι το γενετικό υλικό (γόνος) προέρχεται «πά­ντοθεν του σώματος»!

Σήμερα, με τα λαμπρά επιτεύγματα της βιοϊατρικής τεχνολογίας, ξέρουμε ότι το DNA είναι ο κλη­ρονομικός κώδικας του ατόμου και βρίσκεται απο­τυπωμένος σε όλα τα κύτταρα του οργανισμού του. Τρανή απόδειξη της ιατρικής αντίληψης πριν από 25 αιώνες, ότι ο γόνος προέρχεται «πάντοθεν του σώματος». Στο ίδιο κεφάλαιο «το περί ιερής νούσου» μας φανερώνεται η αιτία της «επαναστάσεώς του» ένα­ντι του ιερατείου και μας βοηθά να εννοήσουμε τη μεγαλοφυΐα και το μεγαλείο της ακτινοβολούσας σκέψης του.

Ψηφιδωτό με παράσταση της άφιξης του Ασκληπιού στην Κω. (2ος – 3ος αιώνας μ.Χ. Μουσείο Κω)

Ως γνωστόν η επιληψία θεωρούνταν, όπως και άλλα ψυχικά νοσήματα, ότι στέλνεται από τους θε­ούς για τιμωρία. Αιτία της δοξασίας αυτής ήταν η άγνοια και η α­δυναμία να βοηθήσουν τον πάσχοντα. Οι Ασκληπιάδες (ιερείς του Ασκληπιού) συνι­στούσαν επωδές, καθαρμούς, για ν’ απομακρύνουν το μίασμα (αίτιο της νόσου) και θυσίες για την εύ­νοια των θεών.

Ο έξοχος νους του Ιπποκράτη, με τη φιλοσοφική σκέψη και τη θαυμαστή ιατρική παιδεία, ορθοτομώντας την αλήθεια διακήρυξε ότι: Η λεγόμενη ιε­ρή νόσος δεν είναι ιερότερη από τις άλλες ούτε θεϊκότερη, αλλά προέρχεται και έχει τα ίδια αίτια (εσωτερικά ή εξωτερικά) όπως και οι άλλες και ότι οι άνθρωποι από απειρία και άγνοια τη νομίζουν θεόσταλτη. Και οι αγύρτες ισχυρίζονται ότι με μαγ­γανείες, δεισιδαιμονίες και μαγείες τη θεραπεύ­ουν. Αυτή ήταν η αφορμή να ξεσπάσουν έριδες με το ιερατείο και να υποχρεωθεί να αποχωρήσει από το Ασκληπιείο της Κω.

Γνώστης των βιολογικών και φυσικών αντιλή­ψεων των Ιώνων φιλοσόφων περί της ουσίας του κόσμου, πνεύμα φιλελεύθερο και επαναστατικό, ήρθε από πολύ νωρίς σε ρήξη με το ιερατείο της Κω από το οποίο προερχόταν. Οι γνώσεις του, οι παρατηρήσεις και τα πειράμα­τά του τον όπλισαν με το θάρρος της επίγνωσης της επιστημονικής Ιατρικής.

Όπως αναφέρει ο άλλος μεγάλος της ιατρικής επιστήμης ο Γαληνός: «πά­ντων υπερήνεγκεν και πρώτος εις φως εξήνεγκεν την τελείαν παρ’ Ελλήσιν ιατρικήν».[7] Ο Ιπποκράτης υπήρξε ο τέλειος ιατρός που αφιέρωσε όλη του τη ζωή στην πρόοδο της ιατρικής και στην ωφέλεια των αν­θρώπων. Όπως αναφέρει επίσης ο Γαλη­νός, έφθασε εις τέλειον σημείον γνώσεως και σοφίας, ώστε οι τολμούντες να αντιταχθούν στο έργο του (Αρχιγένης, Χρύσιππος κ.ά.) να θεωρού­νται αμαθείς και πανούργοι (Γαλ. Χ 583).

Η φήμη του ταχύτατα έφθασε όχι μόνο σε όλο τον ελληνικό χώρο, αλλά ακόμη και στην αυλή του βασιλέως των Περσών. Όπως αναφέρει ο Στοβαίος στις εκλογές του (ιγ’, σελ. 146), ο Ιπποκράτης απάντησε στην πρόσκληση του βασιλέα των βαρβάρων: «είχον δ’ αν αισχύνην τον παρά του βασιλέως πλούτον και πατρίδος εχθρήν περιουσίην […] ουκ έστι πλούτος το πανταχόθεν χρηματίζεσθαι».  Και αλλού αναφέρεται: «Ιπποκράτην επειθέης προς Αρταξέρξην απαίρει, χρηστόν είναι βασιλέα» και ο Ιπποκράτης απάντησε: «ου δέ­ομαι χρηστού δεσπότου».

Κατά την αντίληψη του σοφού Ιπποκράτη, η Ιατρική είναι φιλάνθρωπος τέ­χνη (επάγγελμα) και δεν αποσκοπεί στον πλουτι­σμό, αλλά στη βοήθεια του συνανθρώπου στις δύσκολες ώρες της αρρώστιας και του θανάτου. Γι’ αυτό και σε όλη τη μακρά διάρκεια της ζωής του το ενδιαφέρον του στρεφόταν στην αδιάκοπη φροντίδα των ασθενών και εν γένει του επαγγελ­ματικού καθήκοντος και εφάρμοζε στην πράξη τις ιδέες του με αξιοπρέπεια και φιλαλληλία.

Όπως αναφέρει ο καθηγητής κ. Μέρμηγκας: «Ο Ιπποκράτης είναι κυρίαρχος ιατρική προσωπικότης, ου μόνον του 5ου π.Χ. αι. αλλά και όλων των μετέπειτα αιώνων, συμβολίζων ου μόνον την επιστημονικήν και θεραπευτικήν Ιατρικήν, αλλά και την κοινωνικήν αντίληψιν οία διετηρήθη έκτοτε ως υπόδειγμα των ιατρών πάσης χώρας».[8]

Η επιστημονική σκέψη του, η οξυδερκής παρατηρητικότητά του, η διαγνωστική μέθοδός του, η επέκτα­ση της ιατρικής φροντίδας του πέραν του αρρώστου – στο περιβάλλον του- και η συνολική αντιμετώπι­ση του πάσχοντος ως ζώντος οργανισμού στο σύνο­λό του, ακόμη και η αυτοψία του χώρου, η εξέταση και καταγραφή των κλιματολογικών συνθηκών, ως και του πολιτεύματος των τόπων που επισκέφθηκε, τον κατατάσσουν πρώτο μεταξύ των ομοίων του, γι’ αυτό και δίκαια αποκαλείται «Πατέρας της Ιατρι­κής», ακόμη και «θείος Ιπποκράτης».

Ιπποκράτης

Ο θρύλος τον θέλει παρόντα στο λοιμό των Αθη­νών. Ο Ιπποκράτης, αφού ήρθε σε σύγκρουση με το ιερατείο της Κω, ήρθε στην Αθήνα, όπου οι ιε­ρείς του Ασκληπιείου των Αθηνών προσπάθησαν να τον προσεταιριστούν, αλλά ο Ιπποκράτης έχο­ντας την προηγούμενη εμπειρία της Κω αρνήθη­κε. Ο θρύλος λέει ότι στην Αθήνα ήρθε με πρό­σκληση του Περικλή, ο οποίος μαζί με την Ασπα­σία κατέβηκαν στον Πειραιά να τον υποδεχθούν. Η πρόσκληση του έγινε για την αντιμετώπιση λοιμού, ο οποίος, όπως λέει ο Θουκυδίδης, «ούτε ιατροί ήρκουν… Ούτε άλλη ανθρωπεία τέχνη, ου­δεμία… πάντα ανωφελή ην». Ο Θουκυδίδης είχε προσβληθεί και ο ίδιος από το λοιμό αλλά επέζησε και μας περιγράφει θαυμά­σια τα συμπτώματα της νόσου.[9]

Ο θρύλος γύρω από τη ζωή του Μεγάλου Ιππο­κράτη μας λέει ότι με το διεισδυτικό του μάτι και την αγχίνοιά του πρόσεξε ότι από το λοιμό δύσκο­λα προσβάλλονταν άνθρωποι που λόγω του επαγ­γέλματός τους ζούσαν ημίγυμνοι, εργαζόμενοι κο­ντά στη φωτιά, όπως οι μεταλλωρύχοι, οι καμινευτές, οι φουρναραίοι κ.ά. και συμπέρανε ότι το μία­σμα (το αίτιο της νόσου) δεν αρέσκεται στο πυρ και ίσως βρίσκεται στον ιματισμό (ενδύματα, κλινοστρωμνές κ.λπ.). Έδωσε λοιπόν τη συμβουλή να ανάψουν φωτιές στους δρόμους και να καεί ο ιματισμός. Συμβούλεψε τους Αθηναίους ν’ ανάψουν μεγά­λες φωτιές στα διάφορα σημεία της πόλης και να τις τροφοδοτούν με χλωρά κλαδιά και αρωματικά άνθη, ώστε ο καπνός που θα δημιουργηθεί να έχει ευχάριστη οσμή και να είναι πυκνός ώστε να σκε­πάσει όλη την πόλη και διασκορπιζόμενος απ’ τον αέρα να φύγουν μαζί του και τα μιάσματα.

Η απολυμαντική ενέργεια του πυρός ήταν γνωστή και πριν από τον Ιπποκράτη. Ήδη αναφέρεται από την εποχή του Τρωικού πολέμου. Η καύση όμως του ιματισμού ως φορέα του μιάσματος οφείλεται στην παρατηρητικότητα του Ιπποκράτη. Πράγματι, οι ψύλλοι που μεταδίδουν το μικρόβιο της πανώλους απ’ τους ποντικούς στον άνθρωπο, εμφωλεύουν στον ιματισμό, με τον οποίο κάηκαν κι έτσι σταμάτησε η μετάδοση της νόσου και η επιδημία υποχώρησε.

Τα του λοιμού των Αθηναίων ο Ιπποκράτης εξι­στορεί εις το Γ’ επιδημιών τμήμα 3ο. Ο εκδότης των απάντων του Ιπποκράτη, Γάλλος Λιτρέ (Littre), στον πρόλογό του αναφέρει ότι ο Ιπποκράτης πολύ νωρίς είχε τέτοια φήμη, ώστε να προκαλεί τη δη­μιουργία θρύλων για τη ζωή και το έργο του. Ο θρύλος λοιπόν τον θέλει σωτήρα της πόλης των Αθηνών από το θανατηφόρο λοιμό.

Για την προσφορά του αυτή οι Αθηναίοι εξέδω­σαν ειδικό ψήφισμα, «το δόγμα των Αθηναίων», το οποίο διαβάστηκε στα Μεγάλα Παναθήναια. Με το ψήφισμα αυτό τον στεφάνωσαν με χρυσό στεφάνι, του προσφέρθηκε τιμητική δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο και μυήθηκε δημοσία στα Ελευσίνια Μυστήρια, που ήταν η ύψιστη τιμή.

Ο Ιπποκράτης είχε προσκληθεί και στη Μακεδονία, να θεραπεύσει το βασιλέα Περδίκκα που ήταν βαριά άρρωστος, τον οποίο και θεράπευσε. Προσκλήθηκε στα Άβδηρα να θεραπεύσει τον Δημόκριτο που είχε καταληφθεί από μανία και συγχρόνως εί­χε ξεσπάσει επιδημία σ’ ολόκληρη την πόλη, την οποία ο Ιπποκράτης επιτυχώς αντιμετώπισε.[10] Ακόμη και τη χώρα των Ιλλυριών και των Παιό­νων επισκέφθηκε για να προσφέρει τις ιατρικές του υπηρεσίες, όταν του ζητήθηκε.

Γι’ αυτό ενώ ακόμη ήταν ζωντανός όλοι οι Έλληνες (πράγμα σπάνιο σε τούτα τα χώματα), Αθηναί­οι, Αργείοι, Κώοι, Θεσσαλοί, Μακεδόνες, τον θαύ­μαζαν και τον τιμούσαν για την προσφορά του και τον θεωρούσαν δεύτερο μετά τον Ηρακλή ημίθεο.[11] Παράλληλα όμως με τις πολύτιμες υπηρεσίες του στην Ιατρική και τον άνθρωπο, τον διέκρινε η τόλ­μη και η αποφασιστικότητα. Καταπολέμησε τους αγύρτες αμαθείς και τσαρλα­τάνους. Όπως ο Σωκράτης τα έβαλε με τους καπήλους της Φιλοσοφίας, έτσι και ο Ιπποκράτης τα έ­βαλε με τους σφετεριστές της Ιατρικής. Τέλος, για το βίο του Ιπποκράτη, ο άλλος σοφός-γιατρός των νεότερων χρόνων, ο Αδ. Κοραής, λέει: «Είναι από τους ολίγους εκείνους των οποίων άλ­λος Βίος παράλληλος δυσκόλως ευρίσκεται».[12]

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Οφθαλμιάτρος

Διδ. Ιστορίας της Ιατρικής

  

Υποσημειώσεις:


[1] Κούζης Αρ., Ιστορία της Ιατρικής, Αθήναι 1929.

[2] Πουρναρόπουλος Γ., Ιπποκράτης. Άπαντα τα έργα, τόμ. Α’, σελ. 33, Αθήναι 1967.

[3] Castiglioni Α., Η ιστορία της Ιατρικής (μετάφραση Ν. Παπασπύρου, Αθήναι 1961).

[4] Χαβιάρα-Καραχάλιου Σ., Από τον Ασκληπιό και τα Ασκληπιεία στον Ιπποκράτη και τον Όρκο, XIII Διεθνές Συμπόσιο Φιλοσοφίας, Πύργος Ηλείας, 4-10 Αυγούστου 2002 (υπό δημοσίευση).

[5] Ιπποκράτους Αφορισμοί, εκδόσεις Littré 1839-1861.

[6] Ιπποκράτους, Περί ιερής νούσου, Εκδόσεις Littré 1839-1861.

[7] Γαληνός, Άπαντα τα έργα, Εκδόσεις Kunh, Λιψία 1828-1851.

[8] Μητρόπουλος Κ., Ιπποκράτους βίος, Αθήναι 1950.

[9] Θουκυδίδης, Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου, Βιβλίο Β’, κεφ. 47-56.

[10] Μητρόπουλος Κ., ό.π.

[11] Σωρανός Εφέσιος, Ιπποκράτους γένος, βίος, Corp. Med. Graec IV.

[12] Κοραής Αδ., Προλεγόμενα, στην έκδοση Littré.

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ιπποκράτης, ο πατέρας της Ιατρικής», τεύχος 189, 12 Ιουνίου 2003.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ασκληπιείο της Επιδαύρου


 

Ασκληπιός

Ασκληπιός, Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου.

Ο θεός της ιατρικής και της υγείας στην αρχαία μας μυθολογία και ο πρώτος θνητός θεραπευτής. Ήταν κατά την παράδοση γιος του Απόλλωνα και της Κορωνίδας, κόρης του Βασιλιά της Θεσσαλίας, Φλεγύα. Κοντά στο σοφό Κένταυρο Χείρωνα στο Πήλιο, ο Ασκληπιός έμαθε την τέχνη της ιατρικής και γνώρισε τις θεραπευτικές ιδιότητες της πλούσιας χλωρίδας του Πηλίου.

Οι πρόγονοί μας φαντάζονταν τον Ασκληπιό σαν ένα γεροδεμένο άντρα με γένια, γεμάτο υγεία, που καθόταν πάνω σε ένα θρόνο. Είχε πολλές θυγατέρες, που τα ονόματά τους συμβολίζουν την υγεία, τη θεραπεία και τα φάρμακα. Το ιερό του ζώο ήταν το φίδι, ενώ σαν σύμβολο του είχε το ραβδί. Του είχαν αφιερώσει ένα ιερό στην Επίδαυρο, αλλά σε όλη την Ελλάδα υπήρχαν ναοί και Βωμοί, που ονομάζονταν Ασκληπιεία, στα οποία προσέτρεχαν οι άνθρωποι για να θεραπευθούν. Το σημαντικότερο απ’ όλα βρισκόταν στην Κω. Είχαν ιερείς του θεού, κάτι σαν τους τωρινούς πρακτικούς γιατρούς, που έδιναν φάρμακα από βοτάνια, ενώ συνιστούσαν και κατάλληλη δίαιτα. Οι ασθενείς εξαγνίζονταν, πρόσφεραν τα δώρα τους και κατόπιν μεταφέρονταν σε ειδικούς χώρους, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, τη νύχτα ερχόταν ο θεός, μεταμορφωμένος συνήθως σε φίδι ή και σε άλλο ζώο και τους θεράπευε. Ο Ασκληπιός συμβολίζει ουσιαστικά το πέρασμα της φιλοσοφίας και της επιστήμης από την προϊστορία στην ιστορία.  

  

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου

 

Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου, από τα πλέον ονομαστά, μαζί με εκείνο της Κω ήταν τα σπουδαιότερα. Τα μνημεία του έχουν ενταχθεί από το 1988 στον κατάλογο της Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Η τοποθεσία του είναι μαγευτική. Η φήμη του, τηρουμένων των αναλογιών, θα μπορούσε να ονομαστεί οικουμενική. Πολλά άλλα Ασκληπιεία, σπαρμένα σε διάφορες παραμεσόγειες πόλεις, καυχιόνταν ότι ιδρύθηκαν από το ιερό της Επιδαύρου. Όπως σε όλα τα Ασκληπιεία, βασικό ρόλο έπαι­ζε το άφθονο πηγαίο νερό. Η υδροθεραπεία για καθαρμούς (λουτρά και ποσιθεραπεία) ήταν η βάση της θεραπευτικής αγωγής των ιερών του Ασκληπι­ού.

Άποψη του Ιερού από τα ανατολικά - Φώτο: Υπουργείο Πολιτισμού.

Προ της εγκοιμήσεως στο άδυτο ή άβατο ο ασθε­νής λουζόταν στα άφθονα νερά της πηγής (η οποία θεωρούνταν ιερή), νήστευε, παρακολουθούσε αγώ­νες (γυμναστικούς, ποιητικούς, θεατρικούς και εν γένει καλλιτεχνικούς), μπορούσε να διαβάζει στη βιβλιοθήκη του ιδρύματος, συμμετείχε σε καθημερινές σωματικές ασκήσεις και γενικά η ζωή του στον ξενώνα του Ασκληπιείου ήταν δημιουργική κι ευχάριστη και τον απομάκρυνε απ’ τις ψυχοφθόρες μικρές καθημερινές φροντίδες.

Επειδή δε στα Ασκληπιεία δεν γίνονταν δεκτοί οι βαριά ασθενείς, όπως και οι επίτοκες –«ούτε αποθανείν ούτε τεκείν όσιον»- εικάζεται ότι οι νοσηλευόμενοι θα ήταν χρονίως πάσχοντες, κυρίως από νευροψυχικές παθήσεις, δερματικές, αλλά και πνευμονοπαθείς, κυρίως χρόνιοι φυματικοί, οι οποίοι στο ευχάριστο και υγιεινό περιβάλλον του ιερού του Ασκληπιού ασφαλώς και βελτιώνονταν ίσως και πολλοί να θεραπεύονταν.

Μετά την προετοιμασία, σωματική (λουτροθεραπεία, νηστεία, υδροποσία) και ψυχική (προσφορά θυσίας στο θεό, παρακολούθηση ψυχαγωγικών τελετών), ο ασθενής βοηθούντων και των προπαρασκευαστικών φαρμάκων, ήταν έτοιμος για την εγκοίμηση στο άβατο του ναού. Μεγάλο ρόλο έπαιζε η υποβολή των ιερέων – θεραπευτών – μάντεων οι οποίοι με… ψυχοβολές έπειθαν τους ασθενείς ότι θα τους επισκεφθεί «κατ’ όναρ» ο θεός και θα τους ορίσει τον τρόπο της θεραπείας. Όμως δεν ήταν προνόμιο όλων των ασθενών η εγκοίμηση. Μόνο όσοι μπορούσαν να δεχθούν «τη θεϊκή επίσκεψη κατ’ όναρ» προωθούνταν στο άβατο. Αυτοί δηλαδή που είχαν υποστεί την κατάλληλη ψυχική προετοιμασία.

Στην αρχαία Ελλάδα η θρησκεία ήταν στενά συ­νυφασμένη με τη δημόσια ζωή, γι’ αυτό και τα με­γάλα ιερά χρωστούσαν τη φήμη τους και την ακμή τους στην ισχύ και τον πλούτο της πόλης στην ο­ποία ανήκαν. Και οι ενέργειες έπαιρναν το κύρος τους από την εύνοια του προστάτη- θεού της πόλης. Ως εκ τούτου οι ναοί ήταν κέντρα θρησκευτικά και πολιτικά αλληλοεξαρτώμενα. Είναι ελάχιστα τα ιε­ρά που απέκτησαν ιδιαίτερη φήμη ανεξάρτητα από την ισχύ της πόλης στην οποία ανήκαν. Ένα από αυτά είναι και αυτό της Επιδαύρου, η ο­ποία ήταν μια μικρή πόλη ανάμεσα στις δυνατές Κόρινθο-Σπάρτη-Σικυώνα. Τούτο οφείλεται στο ιερατείο του θεού Ασκληπιού, αλλά και στα άφθονα νερά της περιοχής τα οποία βοήθησαν στην εφαρ­μογή της καθαρτικής και ιαματικής λειτουργίας τους στον πάσχοντα άνθρωπο.

Ο χώρος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου απέχει οχτώ χιλιόμετρα από την πόλη της Παλαιάς Επιδαύρου και στο σημείο αυτό υπήρχε από παλιά ιερό. Η εξέλιξή του από ναό του θεού Ασκληπιού σε οργανωμένο ιατρικό κέντρο -το σπουδαιότερο- ό­που έχουμε τη μετάβαση, από τη θεϊκή παρέμβαση στη νόσο και την ίαση, στην επιστημονική ιατρική, μαρτυρείται και από τα εκτεταμένα λείψανα του ιε­ρού της Επιδαύρου. Η αισθητική αξία των αρχιτεκτονημάτων, των αναθημάτων του και η επιστημονική ερμηνεία τους αποδεικνύουν τη μοναδικότητα αυτού του ιερού τεμένους της υγείας και της ιατρικής.

 

Ασκληπιός και Υγεία. Μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θέρμη Θεσσαλονίκης.

 

Πριν από σχεδόν ένα αιώνα ο Π. Αραβαντινός έ­γραψε στο σύγγραμμά του «Ασκληπιός και Ασκληπιεία» (1907) τα εξής: «Περί της πολυτίμου ημών ιατρικής ταύτης κλη­ρονομιάς ελάχιστοι δυστυχώς ενδιαφερόμεθα, ενώ ημείς πρωτίστως έδει να επιληφθώμεν απ’ ευθείας μετά φανατικού ζήλου, της ειδικής των ιερών τού­των μνημείων ερεύνης και σπουδής, βοηθούσης και της ιδίας ημών αθανάτου γλώσσης».

Υγεία

Οι ειδικοί σήμερα προσδιορίζουν τις αρχές της λατρείας της ιατρικής στην Επίδαυρο κατά προσέγ­γιση στο 16ο αι. π.Χ. στο ύψωμα του Κυνορτίου, πί­σω από το θέατρο. Όπως αναφέρθηκε, ιδιαίτερο ρό­λο έπαιξε στην ίδρυση, λειτουργία και εξέλιξή του το άφθονο τρεχούμενο νερό, που αναβλύζει ακόμη και σήμερα και διαρρέει τη μικρή κοιλάδα στα ανατολικά.

Η κάθαρση με το νερό, οι θυσίες ζώων προσφο­ράς, η κοινή συνεστίαση ιερέων και ασθενών από τα ιερά σφάγια σε τελετουργικό γεύμα, εξασφάλι­ζαν σωματική υγεία και ψυχική ηρεμία στους πά­σχοντες. Αυτή η πολύ παλιά τελετουργία διατηρήθηκε αναλλοίωτη από την αρχή της παρουσίας εκεί του ιερού μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και αποτελούσε την κεντρική λατρευτική πράξη.

Μετά την πτώση του μυκηναϊκού κόσμου, πάνω στα ερείπια του παλιού ιερού ξαναζωντανεύει γύρω στα 800 π.Χ. η λατρεία του, η οποία όμως τώρα μπαίνει στην προστασία του θεού- οργανωτή των πόλεων, του Απόλλωνα, ο οποίος από παλιά θεωρούνταν ο θεός της ιατρικής, ο οποίος θεράπευε τους θεούς (Παιήων).

Εδώ στο λόφο του Κυνορτίου, ο βασιλιάς της Επιδαύρου, Μάλος, ίδρυσε το ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα, κοντά στο οποίο η εγγονή του Κορωνίς γέννησε τον Ασκλη­πιό, του οποίου πατέρας θεωρήθηκε ο Απόλλων. Από τότε η λατρεία της υγείας και της ιατρικής στην Επίδαυρο γίνεται επίσημη κρατική λειτουργία. Τέτοια ήταν η φήμη του Ασκληπιείου της Επιδαύρου, ώστε συνέρρεαν ικέτες του θεού (ασθενείς, προσκυνητές) από όλες τις γύρω πόλεις, ακόμη κι από πολύ απομακρυσμένες περιοχές, όπως μαρτυ­ρούν οι ανευρεθείσες πλάκες, οι οποίες κατά τον Αραβαντινό ήταν τα ιστορικά των ασθενών, καθώς και το χαραγμένο επίγραμμα-ευχαριστήριο του ρή­τορα Αισχίνη προς τον Ασκληπιό: «θνητών μεν τέχναις απυρούμενος, εις δε το θείον ελπίδα πάσαν έχων, προλιπών εύπαιδας Αθήνας, ιάθην ελθών, Ασκληπιέ, προς το σον άλσος, έλκος έχων κεφαλής ενιαύσιον, εν τρισί μησίν».

Έλκος λοιπόν του δέρματος της κεφαλής που τα­λαιπωρούσε τον Αισχίνη για ένα χρόνο, θεραπεύτηκε στο Ασκληπιείο σε τρεις μήνες. [Καθαριότητα, ηλιοθεραπεία, ευχάριστη διαμονή και ίσως επιθέ­ματα με διάφορα βότανα υπό μορφή αλοιφών, αναμιγμένα με ζωικές ουσίες (λάδι, κερί, λίπος κ.ά.) καθώς και ορυκτές ύλες ως π.χ. ψευδάργυρο, νι­τρικό άργυρο κ.ά.].

Κατά τον Αραβαντινό, ο μέγας ξενών ή καταγώγιον του Ασκληπιείου αποτελούνταν από τουλάχι­στον 160 δωμάτια στα οποία ίσως φιλοξενούνταν ε­κτός των ασθενών και συνοδοί τους. Λόγω της πληθώρας των επισκεπτών-ασθενών οι παλαιές εγκαταστάσεις στο Κυνόρτιον δεν επαρ­κούσαν και περίπου κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα ιδρύε­ται στην κοιλάδα βορειοδυτικά του παλαιού λα­τρευτικού συγκροτήματος ένα νέο Ασκληπιείο, του οποίου τα λείψανα σήμερα μας δίνουν αμυδρή ιδέα της λειτουργίας του.

Εδώ η ιατρική βασίστηκε στην ανθρώπινη σκέψη και έπαψε να νομίζεται επέμ­βαση του θεϊκού στοιχείου. Η εποχή της μεγάλης ακμής του Ασκληπιείου της Επιδαύρου είναι οι 4ος και 3ος π.Χ. αι. Ο πλούτος που συγκεντρώνεται στο ίδρυμα αυτό της Επιδαύρου συνετέλεσε στην αρχιτεκτονική και λειτουργική ανάπτυξή του ώστε να γίνει το σπου­δαιότερο όλων των ομοίων του.

Η κυκλική θόλος, χώρος μυστηριακός, είναι έρ­γο του 4ου π.Χ. αιώνα όπως και ο δωρικής αρχιτε­κτονικής ναός του Ασκληπιού. Άλλωστε με την κάθοδο των Δωριέων διαδόθηκε η λατρεία του θε­ού και οι ναοί του Ασκληπιού αντικατέστησαν άλ­λους πρωιμότερους, που ήταν αφιερωμένοι σε διά­φορες θεότητες που θεωρούνταν προστάτιδες της υ­γείας, όπως στην Τιτάνη και αλλού.

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

Η θόλος ή θυμέλη θεωρείται το πιο κομψό μετά το Ερεχθείο κτίσμα των κλασικών χρόνων και εί­ναι έργο του Πολυκλείτου. Το σχήμα της προσο­μοιάζει με θολωτό τάφο και οι υπόγειες κυκλικές λαβυρινθώδεις διαδρομές της συμβολίζουν το σκοτεινό βασίλειο του Άδη. Άλλωστε ο Ύπνος ήταν αδελφός του Άδη. Ίσως ε­κεί να γίνονταν οι εγκοιμήσεις των ασθενών όπου τη νύχια τους επισκεπτόταν ο θεός, δηλαδή οι ιε­ρείς του ναού. Πλησίον του κεντρικού ναού και της θόλου, υ­πήρχαν ιερά και άλλων θεών όπως της Αρτέμιδος, της Αφροδίτης (η σημασία είναι προφανής), της θέμιδος (δύσκολη η εξήγηση), καθώς επίσης και μεγάλη βιβλιοθήκη για χρήση των ιερέων αλλά και των ασθενών και των συνοδών τους.

Η μελέτη των τότε υπαρχουσών γνώσεων για τη φύση του κόσμου και γενικότερα της ύλης, καθώς και η εμπειρία από τις εφαρμοζόμενες θεραπείες στην εξέλιξη των νόσων δημιούργησαν μια αξιοθαύμαστη ιατρική παιδεία, η οποία ενσωματώθηκε στην προηγούμενη άσκηση της ιαματικής τέχνης που είχε βάση τους καθαρμούς, την εγκοίμηση και την ψυχαγωγία, και έτσι το ίδρυμα κατέκτησε τη φήμη του σπουδαιότερου ιερού του θεού.

Εκτός από τα κτίσματα που αναφέρθηκαν, υπήρ­χαν το εστιατόριο, γνωστό και ως γυμνάσιο, το καταγώγιο ή ξενώνας, ένα μεγάλο κτίσμα στο οποίο φιλοξενούνταν οι ασθενείς πριν από την εγκοίμηση, καθώς και οι συνοδοί τους. Εξέχουσα θέση μεταξύ των κτιρίων του ιδρύμα­τος κατείχε το θέατρο στη νότια πλευρά του συ­γκροτήματος, θεατρικές παραστάσεις, μουσικοί, ποιητικοί και αθλητικοί αγώνες ήταν μέρος της θε­ραπείας των ασθενών. Επίσης οι ασθενείς είχαν ελεύθερη πρόσβαση στην βιβλιοθήκη.

Ασκληπιός

Ο Μ. Ιούλιος Απελλάς σε επιγραφή που βρέθη­κε στο Ασκληπιείο περιγράφει την κεφαλαλγία που του προκάλεσε η κόπωση των ματιών του, λό­γω της πολυημέρου αναγνώσεως βιβλίων κατά τη διάρκεια της θεραπείας του στο ιερό ίδρυμα. Οι ναοί του Ασκληπιού ήταν γεμάτοι από αφιε­ρώματα και ανάγλυφα τα οποία παρίσταναν τις διά­φορες βλάβες μερών του σώματος, καθώς επίσης και τις θεραπείες που εφαρμόζονταν (π.χ. εγχύσεις κολλυρίου κ.ά.) και αποτελούσαν «μουσείο τέχνης».

Τις πληροφορίες που έχουμε για τον τρόπο λειτουργίας των ιερών του Ασκληπιού και την άσκηση της ιατρικής υπό των ιερέων και των βοη­θών τους, τις οφείλουμε κατά βάση στις πλάκες που βρέθηκαν στη νοτιοανατολική πλευρά του ξενώνα. οι πλάκες αυτές με την περιγραφή των δια­φόρων ιαμάτων βρέθηκαν κατά τις ανα­σκαφές υπό του αρχαιολόγου Καββαδία και είναι δυο στήλες. Τις στήλες αυτές τις αναφέρει και ο Παυσανίας, ο οποίος μας λέει ότι ήταν περισσότερες και βρίσκονταν μέ­σα στον περίβολο του ναού. «Ταύτας εγγεγραμμένα και ανδρών και γυναι­κών εστίν ονόματα ακεσθέντων υπό του Ασκλη­πιού, προσέτι δε και νόσημα ό,τι έκαστος ενόσησεν, και όπως ιάθη».

Ήταν λοιπόν οι πλάκες αυτές κατάλογοι με τα ονόματα ασθενών, ανδρών και γυναικών, που θεραπεύτηκαν απ’ τον Ασκληπιό, ακόμη και η νόσος α­πό την οποία έπασχαν, καθώς και ο τρόπος θερα­πείας τους.

«…γέγραπται δε φωνή τη Δωρίδι», δηλαδή ή­ταν γραμμένες οι πλάκες στη δωρική διάλεκτο. Η μεν πρώτη στήλη περιλαμβάνει 19 ιάματα, ή δε άλλη 23. Αυτά μπορούν να διακριθούν κατά τον Αραβαντινό στις ακόλουθες κατηγορίες:

α) Τα φανταστικά, τα οποία είχαν σκοπό τη δια­φήμιση του έργου των ιερέων και του προστάτη θε­ού και είναι τελείως εξωπραγματικά, όπως π.χ. τα 7ο, 8ο, 9ο, 14ο, 15ο ιάματα και άλλα.

β) Τα σκοπίμως προβαλλόμενα, ενώ είχαν μικρή συνηθισμένη βαρύτητα, όπως τα ιάματα 1ο, 2ο, 18ο κ.τ.λ.

γ) Τα πραγματικά. Αυτά δηλαδή που με ιατρικές πράξεις (χειρουργική, χρήση φαρμάκων, εφαρμο­γή κινησιοθεραπείας, μαλάξεις κ.τ.λ.) αντιμετωπίζονταν, και ο ασθενής βρισκόταν υπό την επήρεια φαρμάκων ή είχε υποστεί την εγκοίμηση στο άβατο. Στην κατηγορία αυτή είναι τα ιάματα 3ο, 4ο, 6ο, 12ο, 18ο κ.ά.

δ) Τα εκφοβιστικά. Αυτά αφορούσαν κυρίως τους δύσπιστους και τους ασεβείς, ώστε να μη χαλάσουν τη φήμη του ιερού, όπως τα ιάματα 10ο, 35ο κ.ά.

ε) Τα μαντικά. Αυτά που δεν έχουν σχέση με την ιατρική και τοποθετήθηκαν σκοπίμως υπό των ιε­ρέων για να πείσουν τους απλοϊκούς για την υπε­ράνθρωπη δύναμη του Ασκληπιού, ο οποίος όχι μόνο θεραπεύει αλλά ασκεί και μαντική δύναμη (ίαμα 23ο) βοηθώντας και σε άλλες ανάγκες τους ικέτες του. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται τα ιάμα­τα 22ο και 23ο.

στ) Τα έχοντα εισπρακτικό χαρακτήρα, όπως το ιάμα 21ο, το οποίο σε μετάφραση έχει ως εξής:

Ο Έρμων από τη Θάσο πήγε στην Επίδαυρο τυ­φλός. Τον εθεράπευσε ο θεός. Επειδή όμως δεν επλήρωσε τα ίατρα ο θεός τον ετύφλωσε ξανά. Όταν δε πάλι ξαναπήγε στο ναό, έφερε την αμοιβή και μετά την εγκοίμηση έγινε καλά.

Αν λοιπόν οι ικέτες του θεού δεν προσέφεραν τα «νενομισμένα ίατρα» υπήρχε κίνδυνος ο θεός να πά­ρει πίσω την εύνοιά του και η νόσος να επιστρέψει. Όλα αυτά ασκούσαν μεγάλη επίδραση στους ικέτες-ασθενείς, οι οποίοι με την κατάλληλη προετοι­μασία από τους ιερείς και τους βοηθούς τους και α­φού είχαν εκπληρώσει το τελετουργικό μέρος της θεραπείας, με τη βοήθεια των κατάλληλων φαρ­μάκων, όσοι ήταν επιδεκτικοί της «εύνοιας» του θε­ού, οδηγούνταν στο άβατο ή άδυτο για την εγκοί­μηση. Εκεί κανείς άλλος εκτός των μυημένων ιερέων δεν είχε την άδεια να εισέλθει. Οι ασθενείς επείθοντο ότι τους επισκέπτεται ο θεός, ο οποίος τους έ­δινε οδηγίες ή και εκτελούσε τις ενδεικνυόμενες επεμβάσεις. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούσαν για την προ­ετοιμασία της εγκοιμήσεως δεν αναφέρονται σε κα­νένα ίαμα και ήταν μυστικό των ιερέων, οι οποίοι και μόνον αυτοί ήταν μυημένοι στη σύνθεση, έν­δειξη, δόση και χρήση τους.

  

Σεβαστή Χαβιάρα – Καραχάλιου

Δρ. Ιστορίας της Ιατρικής, οφθαλμίατρος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αραβαντινός Π.Α., Ασκληπιός και Ασκληπιεία,  Λιψία 1907.
  • Ανδρουτσόπουλος Δ.Γ., Το ιεροθεραπευτήριο του Αμφιάραου εν Ωρωπώ,  Αθήναι 1960.
  • Ομάδα Εργασίας Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΟΕΣΜΕ).
  • Περιφέρεια Πελοποννήσου, Το Ασκληπιείο της Επιδαύρου,  1999.
  • Καββαδίας Π., Το Ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών,  Αθήναι 1914.
  • Κούζης Αρ., Η ιστορία της Ιατρικής,  Αθήναι 1929.
  • Παπαχατζής Νικ., Παυσανίου Ελλάδος περιήγησις,  Αθήναι 1976.
  • Πουρναρόπουλος Γ., Ιστορία της Ιατρικής δια μέσου των αιώνων,  Αθήναι 1952.
  • Σπυρόπουλος Σπυρ., Τα Ασκληπιεία της Πελοποννήσου,  Πάτρα 1999.
  • Χαβιάρα-Καραχάλιου Σεβαστή, «Ασκληπιείο Αρχαίας Τιτάνης. Το πρώτο κέντρο Υγείας στον Ελληνικό χώρο;»  (διδακτορική διατριβή) 1984.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ασκληπιός και Ασκληπιεία», τεύχος 129, Αθήνα, χ.χ.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Νέμεα ή Νέμεια


 

Νέμεα ή Νέμεια: μία από τις τέσσερις πανελλήνιες γιορτές της αρχαιότητας (Νέμεια, Ίσθμια, Ολύμπια, Πύθια), που διεξάγονταν στην κοιλάδα της Νεμέας [1] προς τιμήν του Νέμειου Διός.

Ο μικρός Οφέλτης πνίγεται από ένα φίδι, ενώ η τροφός του Υψιπύλη και ένας πολεμιστής προσπαθούν να τον σώσουν. Ανάγλυφη παράσταση από σαρκοφάγο, 1ος αι. μ.Χ. (Κόρινθος, Αρχαιολογικό Μουσείο).

Όσον αφορά την ίδρυση των αγώνων, το «Πάριο Χρονικό» τη συνδέει με τους ταφικούς αγώνες προς τιμήν του Οφέλτη [2]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα μ’ ένα χρησμό του μαντείου, ο Οφέλτης δεν έπρεπε να αγγίξει καθόλου στη γη, πριν μάθει να βαδίζει. Όταν οι Επτά Στρατηγοί εκστράτευσαν κατά των Θηβών, πέρασαν από την περιοχή της Νεμέας, όπου και κάθισαν για να ξεκουραστούν, κοντά στην Αδράστεια πηγή. Κοντά σ’ αυτήν βρισκόταν και η τροφός Υψιπύλη [3], έχοντας στην αγκαλιά της το βρέφος. Τότε, οι στρατηγοί ζήτησαν να πιούν νερό και η τροφός, χωρίς να το σκεφτεί, άφησε το νήπιο στο έδαφος, πάνω σε πυκνή χλόη από σέλινο και έτρεξε να τους εξυπηρετήσει. Έτσι, ένα φίδι [4] δάγκωσε το παιδί, το οποίο πέθανε αμέσως. Οι στρατηγοί σκότωσαν το φίδι και έθαψαν το νεκρό σώμα. Επομένως, ο χρησμός επαληθεύτηκε και ο Αμφιάραος, ένας από τους επτά στρατηγούς, ο οποίος είχε και μαντικές ικανότητες, ερμήνευσε το γεγονός του θανάτου ως κακό οιωνό για την αποστολή τους και έδωσε στο νήπιο το όνομα «Αρχέμορος» (που σημαίνει η αρχή μιας κακής μοίρας). Μετά από αυτό, ίδρυσε προς τιμήν του νεαρού βασιλιά και προς παρηγοριά των γονιών του τους αγώνες των Νέμεων.

Σύμφωνα με τον σχολιαστή του Πινδάρου, τα Νέμεα ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή, σε ανάμνηση της νίκης του κατά του λιονταριού της Νεμέας. Ο ίδιος όμως σχολιαστής, σε άλλη πηγή, επιβεβαιώνει ότι ο Ηρακλής επανίδρυσε τα Νέμεα σε ανάμνηση του Οφέλτη ή Αρχέμορου και τα επισημοποίησε αφιερώνοντάς τα στο Δία.

Από την παράδοση μαθαίνουμε ότι στην πρώτη τέλεση των αγώνων πήραν μέρος όλοι οι στρατηγοί (Άδραστος, Ετέοκλος, Τυδέας, Αμφιάραος, Πολυνείκης, Λαοδίκης και ο Παρθενοπαίος), και διακριθήκαν στα αγωνίσματα της ιπποδρομίας, στον αγώνα δρόμου, στην πυγμαχία, στο άλμα, στη δισκοβολία, στον ακοντισμό, στην πάλη και στην τοξοβολία.

Αρχικά, οι αγώνες ήταν τοπικού χαρακτήρα. Κατά τους ιστορικούς όμως χρόνους και κυρίως από το 573 π.Χ. τα Νέμεα ανακηρύχθηκαν επίσημα ως πανελλήνιοι αγώνες, σύμφωνα με το πρότυπο των Ολυμπιακών και η φήμη τους μεγάλωσε. Τελούνταν κάθε δύο χρόνια (τριετηρικοί), τον μήνα Ιούλιο [5].

Κατά τη διάρκεια των αγώνων, μία ιερή εκεχειρία σταματούσε κάθε εχθροπραξία. Όλοι οι Έλληνες, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Αργείοι, Μακεδόνες και Κρήτες, πρώτα αποδέχονταν την κοινή τους καταγωγή, μετά έστελναν αντιπροσώπους και τέλος συγκεντρώνονταν όλοι μαζί.

Η διεύθυνση των αγώνων πέρασε από μία διαδικασία αλλαγών και ταραχών. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή ήταν υπεύθυνοι – ως ιδρυτές- οι κάτοικοι των Κλεωνών, από το 460 π.Χ. η διεύθυνση μετατέθηκε στους Αργείους [6], οι οποίοι μετέφεραν και την έδρα των αγώνων στο Άργος. Από τη στιγμή αυτή, τα Νέμεα άρχισαν να γίνονται ονομαστή και ξακουστή γιορτή.

Γενική άποψη του αρχαίου σταδίου της Νεμέας.

Στη συνέχεια, το 330 π.Χ. οι αγώνες επανήλθαν στη Νεμέα, όταν οι Μακεδόνες βασιλείς, ο Φίλιππος Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος, βοήθησαν οικονομικά στην κατασκευή του νέου Ναού του Δία [7]. Έπειτα, από το 270 π.Χ. έως το 260 π.Χ. οι αγώνες τελούνταν πάλι στο Άργος, μέχρι το 145 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος κατακτητής της Κορίνθου, Μόμμιος, επανέφερε τους αγώνες στη Νεμέα για μισό αιώνα περίπου[8]. Τέλος, οι αγώνες μεταφέρθηκαν μόνιμα στο Άργος μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και η Νεμέα ερημώθηκε.

Υπεύθυνοι των αγώνων ήταν οι δώδεκα ελλανοδίκες, οι οποίοι φορούσαν πένθιμο ένδυμα. Το έπαθλο των αγώνων στην αρχή ήταν ένα στεφάνι ελιάς το οποίο, αργότερα αντικαταστάθηκε από χλωρό σέλινο, ως επικήδειο σύμβολο, ένδειξη του εφήμερου της νίκης και της νεκρικής λατρείας.

Οι αγώνες διεξάγονταν στο στάδιο της Νεμέας, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου  π.Χ. αιώνα, είχε μήκος178 μέτρα και χωρητικότητα 40.000 θεατών.

Μετά την τυπική ιεροτελεστία της θυσίας στο Νέμειο Δία, άρχιζαν τα αγωνίσματα, τα οποία περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες :

Γυμνικά αγωνίσματα :

το στάδιο

ο δίαυλος

ο ίππος

ο δόλιχος οπλίτης

ο δρόμος

η πάλη

η πυγμή

το παγκράτιο

το πένταθλο

Ιππικοί αγώνες :

το τέθριππον

συνωρίς ίππων

κέλης

Σ’ αυτά συμμετείχαν τρεις κατηγορίες αθλητών : οι άνδρες, οι αγένειοι και οι παίδες. Μετά τους ελληνιστικούς χρόνους, στο πρόγραμμα των αγώνων περιλαμβάνονταν και μουσικοί αγώνες, με άλλα λόγια, αγώνες των σαλπιγκτών και των κηρύκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, πολλούς νικητές των Νεμέων έχει υμνήσει ο Πίνδαρος στους Νεμεόνικούς του (π.χ. ο Χρόμιος της Συρακούσας, ο Τιμάσαρχος ο Αιγινίτης, ο Τιρόδικος ο Αχαρνέας, ο Πυθέας ο Αιγινίτης). Επιπλέον, σύμφωνα με το σχολιαστή του Πινδάρου μαθαίνουμε ότι, η γιορτή των Νεμέων διεξαγόταν και σε άλλα μέρη, όπως στα Μέγαρα, στην Αγχίαλο της Θράκης και στην Αίτνα της Σικελίας.

 

Νεμέα (Temple of Nemea), Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Η αρχαιολογική σπουδαιότητα του χώρου αποκαλύφθηκε το 1766 από το Σύλλογο Dilettanti [9]. Έγιναν κάποιες ανασκαφές το 1881 και το 1912, όμως η συστηματική ανασκαφή και η ανεύρεση του αρχαίου σταδίου της Αρχαίας Νεμέας πραγματοποιήθηκε το 1974 από την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή.

Ο Steven G. Miller, καθηγητής του  Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, δουλεύοντας με πολύ ζήλο και αγάπη για τα αρχαιοελληνικά εδάφη ανέδειξε το αρχαίο στάδιο και τα κτήρια της γύρω περιοχής. Το έργο του Miller ολοκληρώθηκε το 1991 και στη συνέχεια ιδρύθηκε και οργανώθηκε η αναβίωση των σύγχρονων «Νέμεων»[10], τα οποία διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1996 οργανώθηκαν τα πρώτα σύγχρονα «Νέμεα», με τη συμμετοχή 500 δρομέων όλων των κατηγοριών. Με τον ίδιο ενθουσιασμό και ευχαρίστηση διεξήχθηκαν και τα υπόλοιπα και με μεγάλη προσμονή περιμένουμε τα τέταρτα κατά σειρά σύγχρονα «Νέμεα», που θα πραγματοποιηθούν το 2012.  

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Νεμέα: κοιλάδα μεταξύ Φλιασίας και Κλεωναίας, στα σύνορα της Κορινθίας  προς    την Αργολίδα (Σταβ. C,377). Κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο ήταν «χώρα της Αργολίδος», όπου κατοικούσαν Δρύοπες.

[2] Οφέλτης: γιος της Νεμέας (κόρη του Δία και της Σεμέλης) και του βασιλιά της περιοχής Λυκούργου. Άλλη πηγή αναφέρει ως μητέρα του την Ευριδίκη (Απολλόδ. Γ’, 6, 4).

[3] Το περιστατικό του Οφέλτη και της Υψιπύλης ήταν αγαπητό στην τέχνη. Ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδία «Υψιπύλη», οι αγγειογράφοι παρίσταναν συχνά τον Οφέλτη με κουλουριασμένο γύρω του το φίδι και έναν από τους ήρωες να αγωνίζεται εναντίον του φιδιού. Τέλος, πολλοί είναι οι τύποι νομισμάτων της Κορίνθου και του Άργους με σχετικές παραστάσεις.

[4] Δράκοντας σύμφωνα με τον Παυσανία (ΙΙ, 15, 3).

[5] Υπάρχουν πηγές που μαρτυρούν την ύπαρξη «χειμερινών» Νέμεων. Συγκεκριμένα, από τα όσα αναφέρει ο Παυσανίας, οι ειδικοί υπέθεσαν πως τα Νέμεα γίνονταν χειμώνα κάθε δεύτερη φορά, για να μη συμπίπτουν με τα Ολύμπια ή πως ο χειμερινός εορτασμός ήταν μία προσπάθεια του Αδριανού να ξαναδώσει ζωή στην παρακμασμένη και έρημη Νεμέα, όταν οι αγώνες τελούνταν μόνιμα στο Άργος. Ο Γ. Θ. Αποστολόπουλος αναφέρει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός (119-137 μ.Χ.), έκανε τα Νέμεα χειμερινά και όρισε να γιορτάζονται στο στάδιο του Άργους όπως και τα Ηραία.

[6] Οι Αργείοι λόγω της μεγάλης στρατιωτικής και πολιτικής δύναμής τους διατήρησαν την αγωνοθεσία των αγώνων και είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν τον ιερέα του Δία και να διοργανώνουν τα χειμερινά Νέμεα, μία νυχτερινή θρησκευτική εκδήλωση.

[7] Από τον Πλούταρχο πληροφορούμαστε το εξής περιστατικό : ο Άρατος ο Σικιώνιος, αρχηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας και μεγάλος εχθρός του Άργους, αποφάσισε, για τους δικούς του πολιτικούς λόγους , να οργανώσει τα Νέμεα στη φυσική τους κοιτίδα αποκλείοντας παράλληλα τους Αργείους. Επιπλέον, έδωσε εντολή στους αθλητές να λάβουν μέρος στους δικούς του αγώνες και όχι στου Άργους. Όμως, οι αθλητές δεν υπάκουσαν και ο Άρατος έδωσε εντολή να συλληφθούν και να πουληθούν ως δούλοι. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως παραβίαση της ιερής εκεχειρίας.   

[8] Όσον αφορά την αγωνοθεσία των αγώνων μαθαίνουμε ότι το 208 π.Χ. οι Αργείοι παραχωρούν την επιστασία των χειμερινών Νεμέων στο Φίλιππο το Δημητρίου , με μοναδικό αγώνισμα τον οπλίτην (Πολύβιος 10, 26). Επίσης, το 196 π.Χ. η αγωνοθεσία περνά στα χέρια των Ρωμαίων, με τον Τίτο Κοΐντιο Φλαμινίνο (2ος π.Χ.), ο οποίος κήρυξε την ελευθερία, την αυτονομία και την  ανεξαρτησία κάθε ελληνικής πόλης, προετοιμάζοντας έτσι μέσω της διάσπασή της την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους. Οι Αργείοι καθιέρωσαν γιορταστικούς αγώνες προς τιμήν του Φλαμινίνου, τα «Τίτεια».

[9] Η κοινωνία των ενθουσιωδών (αγγλ. Society of Dilettante ή Dilettante Society) είναι ιστορικός σύλλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό τον εορτασμό και τη μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Μέλη του είναι συλλέκτες, διανοούμενοι ή και ευγενείς. Ο σύλλογος συναντήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1732, και ιδρύθηκε το 1734 σύμφωνα με την παράδοση των Dining society. Οι δωρεές των μελών του συλλόγου κατέστησαν εφικτή την διοργάνωση αρχαιολογικών αποστολών, καθώς και την επιδότηση καλλιτεχνών του κλασσικών στιλ.

[10] Στους αγώνες συμμετέχουν άνθρωποι από 45 χώρες, ηλικίας από 5 έως 97 ετών. Εκτός από τα αγωνίσματα, δίνονται και παραστάσεις θεάτρου, μουσικής και χορού. Στους αγώνες δεν καταγράφονται ρεκόρ, ούτε απονέμονται μετάλλια. Οι συμμετέχοντες αγωνίζονται ξυπόλυτοι φορώντας ένα λευκό χιτώνα και είναι χωρισμένοι ανά ηλικία και φύλο. Τηρούν κανονικά το εθιμοτυπικό της αρχαιότητας.

Πηγές


 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία», Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων Α.Ε., Τόμος 40ος, Αθήνα, 1986.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια – Παύλος Δρανδάκης, Εκδοτικός Οργανισμός ο «Φοίνιξ», Τόμος ΙΗ’.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Νικ. Δ. Παπαχατζής, «Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσις», Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμος Άργους, Άργος, 1998.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Αθήναι, ³1996.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Read Full Post »

Αρχαίες φυλακές


 

Η ιστορία των φυλακών στον τόπο μας ξεκινάει μετά την κατάλυση της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Η αρχαία ελληνική πόλη, σε αντίθεση με τις ανατολικού (ή δυτικού) τύπου μοναρχίες, δεσποτείες και τα λοιπά θεοκρατικά καθεστώτα, αρνείται την έννοια και την πρακτική του εγκλεισμού στις φυλακές: του «σωφρονισμού» σε αυτές και των βασανιστηρίων, που ακολουθούν τη στέρηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό φυλακές στην αρχαία Αθήνα δεν υπάρχουν (φυλακή ονομάζουν την περιπολία στα τείχη ή σε θαλάσσιες περιοχές, για την άμυνά τους).

Το μικρό δεσμωτήριο εξάλλου της πόλης των Αθηνών (η «φυλακή» του Σωκράτη) χρησιμοποιείται, όπως το σημερινό κρατητήριο, για ώρες ή μέρες: με σκοπό την εφαρμογή της ποινής του θανάτου (με κώνειο) ή για την αποπληρωμή χρέους προς το δημόσιο ταμείο. Ο πολιτισμός των Ελλήνων αρνείται τη φυλακή και γι’ αυτό οι πολίτες δεν φυλακίζονται, θανατώνονται, όταν επιχειρούν να καταλύσουν το πάτριο πολίτευμα (ή όταν βεβηλώνουν τους πάτριους θεούς), ή εξορίζονται, το συνηθέστερο, για διάστημα 10 ετών, όταν κρίνονται επικίνδυνοι για την πόλη. Μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στη Ρώμη αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες φυλακές, που υπάρχουν και στο Βυζάντιο. (Νίκος Βαρδιάμπασης)

 

Στην εποχή μας, η επιβολή ποινής για κάποιο αδίκη­μα είναι σχεδόν συνώνυμη με τη «φυλάκιση», δη­λαδή τη στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό σε κάποιο κρατικό σωφρονιστήριο. Μολονότι η α­νάδειξη της φυλακής ως κατ’ εξοχήν χώρου έκτι­σης της νομοθετημένης τιμωρίας αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στο δυτικό Μεσαίωνα, ωστόσο η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο μιας «τιμωρητικής» πολιτικής δεν είναι ά­γνωστη στην ελληνική αρχαιότητα. Η παραδειγματική και αρχετυπική έκφανση του περιορισμού της ελευθερίας ως τιμωρίας που επι­βάλλεται από τον κρατούντα την – υπέρτατη άλλωστε – εξουσία βρίσκεται στο μύθο του Προμηθέα.

Ο δεσμώτης του Καυκάσου αντιπροσωπεύει τον αρχέτυπο μύθο της θεϊκής τιμωρίας. Ο Προμηθέας σε παράσταση μελανόμορφου λακωνικού κυπέλλου.

Παραβαίνοντας τη θέληση των θεών, ο Προμηθέ­ας δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Για την πράξη του αυτή, που έχει ήδη οριστεί ως κακό, ο Ζευς του επιβάλλει σκληρή τιμωρία: να μείνει αιώνια δε­μένος στον Καύκασο. «Για τούτα τα σφάλματα πληρώνω την ποινή, στον πάσσαλο δεμένος εδώ στο ξάγναντο», αναφωνεί ο Προμηθέας στην ομώ­νυμη τραγωδία. Η μυθολογική σύλληψη αντιλαμ­βάνεται τον περιορισμό ως δεσμά, τα οποία δεν προϋποθέτουν εγκλεισμό, αντίθετα μπορούν να πραγματοποιούνται υπαίθρια. Όμως στον Προμη­θέα Δεσμώτη ο Αισχύλος χρησιμοποιεί την ορο­λογία του ποινικού δικαίου της δικής του εποχής για να περιγράψει τα παθήματα του ήρωά του.

Σε ακόμη ένα περίφημο παράδειγμα από το χώρο του μύθου, ο Κρέοντας φυλακίζει την Αντιγόνη επει­δή παρέβη το νόμο του κράτους του οποίου ο ίδιος είναι εκφραστής. Στον αντίποδα των υπαίθριων δε­σμών του Προμηθέα, στην ψηλότερη βουνοκορφή, πρόκειται εδώ για απόλυτο εγκλεισμό, βαθιά μέσα στη γη, που θα οδηγήσει στο θάνατο. Περίπου την εποχή που γράφτηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης και ίσως λίγα χρόνια πριν από την Αντιγόνη, δηλαδή περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., χρονολογείται η ανέγερση ενός κτιρίου που βρέθηκε στις ανασκαφές κοντά στην αθηναϊκή Αγορά.

Το κτίσμα αυτό, γνωστό ως Πόρος, έχει ταυ­τιστεί ως φυλακή και η μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση το έχει συνδέσει με το μύθο του Προ­μηθέα. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για το δεσμωτήριον του Σωκράτη, όμως η θέση του κτιρίου αυτού στο κεντρικότερο σημείο της αρχαίας πόλης υποδεικνύει πως η χρήση του ήταν ενταγμένη στο δημόσιο βίο. Φαίνεται ότι το κτίριο αυτό αναμορφώθηκε στα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα και άλλη μια φορά στα τέλη του 4ου. Δεν είναι γνωστό αν στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερα από ένα δεσμωτήρια, κάτι που υπαινίσσεται, τουλάχιστον για τα τέλη του 4ου αιώνα, η χρήση της λέξης στον πληθυντικό για πρώτη φορά στην κωμωδία του Μενάνδρου Δύσκολος.

 

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

 

Δεσμωτήρια ή αλλιώς κατ’ ευφημισμόν οική­ματα μαρτυρούνται σε πολλές αρχαιοελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ξενοφώντα, σε μια περίοδο στάσεως το 363 π.χ., μεγάλος αριθμός αριστοκρατικών από όλες τις πόλεις της Αρκαδίας οδηγήθηκαν στην πόλη της Τεγέας όπου φυλακί­στηκαν, μάλιστα πολύ σύντομα δημιουργήθηκε α­διαχώρητο στο δεσμωτήριον και ορισμένοι κρα­τούμενοι μεταφέρθηκαν στο πρυτανείο.

Κατά τη διάρκεια ακόμη μιας στάσεως, στη Θήβα αυτή τη φορά, μαθαίνουμε ότι η μια από τις αντιμαχόμενες μερίδες με τέχνασμα απελευθέρωσε τους κρατού­μενους από τη φυλακή και τους προμήθευσε με ό­πλα, κατορθώνοντας έτσι να αποκτήσει τον έλεγχο της πόλεως. Στην Τεγέα υπήρχε μόνο μια φυλακή, όμως σε έκτακτες περιπτώσεις και άλλα δημόσια κτίρια μπορούσαν προσωρινά να χρησιμοποιηθούν για τη φύλαξη των κρατουμένων. Εξάλλου στον πόλεμο η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή που επέβαλ­λαν οι στρατηγοί μέσα στο πλαίσιο των καθηκό­ντων τους, και ελλείψει φυλακών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κάθε είδους κτίρια, ή ακόμη χαντάκια, λατομεία και λάκκοι. Για τους κρατούμε­νους από τις Συρακούσες οι Αθηναίοι χρησιμοποί­ησαν ένα λατομείο πέτρας στον Πειραιά.

Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη βαρύτητα των αδικημάτων εκείνων τα οποία δίνουν αφορμή να ζητηθούν ή να θεσπι­στούν ειδικά προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, μας πληροφορεί ότι στο Άργος επιβαλλόταν εξαι­ρετική ποινή σε εκείνον που είχε γίνει αφορμή να ψηφιστεί νέος νόμος ή να κτισθεί νέα φυλακή. Στο ίδιο παραδειγματικό – συμβολικό πλαίσιο και πάλι, σύμφωνα με τον Παυσανία οι Κροτωνιάτες τον 5ο αιώνα μετέτρεψαν το σπίτι ενός εγκληματία σε δεσμωτήριον. Στην αττική νομοθεσία, η πρώτη εμφάνιση περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Στον Σόλωνα αποδίδεται ο νόμος που τιμωρούσε τον ένοχο κλοπής με χρη­ματική ποινή και παράλληλα θέσπιζε ως παρεπό­μενη ποινή τον πενθήμερο περιορισμό του ενόχου στην ποδοκάκκη. Πρόκειται για ένα όργανο ξύλι­νο, αφού τον 4ο αιώνα αναφέρεται συνήθως ως ξύλον, στο οποίο προσδενόταν το πόδι με αποτέλε­σμα την ακινητοποίηση του σώματος. Ήταν στη δια­κριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της Ηλιαίας να επιβάλει αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος δεν λάμ­βανε χώρα σε κλειστό χώρο αλλά γινόταν δημό­σια, «ώστε να μπορούν να τον δουν όλοι δεμέ­νο», όπως σχολιάζει ο Δημοσθένης. Αρχικά λοιπόν ο περιορισμός στην ποδοκάκκη είχε προεχό­ντως ατιμωτικό χαρακτήρα, στοχεύοντας ιδίως στη δημόσια διαπόμπευση, στη συνέχεια όμως η χρή­ση του οργάνου αυτού γενικεύθηκε μέσα στη φυ­λακή.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο σωματικός κολα­σμός ταιριάζει στους δούλους, οι οποίοι ευθύνονται για τις παραβάσεις τους με το σώμα τους, σε αντί­θεση με τους ελεύθερους ανθρώπους, στους οποί­ους ο νόμος τις περισσότερες φορές επιβάλλει πρόστιμα. Η συνήθης τιμωρία των δούλων ήταν τα δεσμά, και, όπως πληροφορούμαστε, ένας πρόχει­ρος τόπος εγκλεισμού τους ήταν οι μύλοι. Αυτό το διακριτικό στοιχείο των πολιτών από τους δούλους υπήρξε καθοριστικό για τη θεσμοθέτηση του πε­ριορισμού των πολιτών στη φυλακή, που, τουλάχι­στον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ήταν φει­δωλή.

Εξαίρεση στη δυσκολία του Αθηναίου νο­μοθέτη να αποδεχθεί τη φυλάκιση πολι­τών αποτελούσαν όσοι όφειλαν χρήματα στο δημόσιο. Η οφειλή αυτή μπορούσε να προέρχεται από συμβατική αιτία: τη συλ­λογή των φόρων αναλάμβαναν πολίτες έπειτα από πλειστηριασμό, κατά τον οποίο ο πλειοδότης απο­κτούσε το δικαίωμα να εισπράττει, για ένα έτος συ­νήθως, το συγκεκριμένο φόρο (λιμενικά τέλη, μετοίκιο κ.λπ.) και να αποδίδει στο κράτος το ποσόν που ορίστηκε. Με ανάλογο τρόπο γίνονταν οι μι­σθώσεις των μεταλλείων, καθώς και οι μισθώσεις των κτημάτων που ανήκαν στα ιερά, για διάρκεια δέκα ετών.

Αλλά οι περισσότεροι οφειλέτες που βρίσκο­νταν στη φυλακή ήταν εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν κάποια χρηματική ποι­νή που τους είχε επιβληθεί. Συχνά βλέπουμε, στους δικανικούς λόγους, τον κατηγορούμενο να τονίζει στους δικαστές ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος της ζωής του ως πολίτη και τον ισόβιο εγκλεισμό του στη φυλα­κή. Και πράγματι γνωρίζουμε αρκετούς ένδοξους πολίτες που πέρασαν από τη φυλακή για τέτοια χρέη, ή ακόμη πέθαναν εκεί, όπως ο Μιλτιάδης, άρρωστος ήδη όταν καταδικάστηκε σε πρόστιμο πενήντα ταλάντων, που, αδυνατώντας να το πληρώσει, τελείωσε τη ζωή του στη φυλακή το 489 π.Χ.

Το 353 π.Χ. ο Αθηναίος Τιμοκράτης πρότεινε να ψηφιστεί ένας νόμος που θα έδινε τη δυνατότη­τα στους οφειλέτες του δημοσίου – με εξαίρεση ορισμένες μόνο κατηγορίες, όπως οι εκμισθωτές των φόρων – να μη φυλακίζονται, εφ’ όσον παρείχαν χρηματική εγγύηση. Ο Δημοσθένης με δριμύτητα προσέβαλε το ψήφισμα που εισηγήθηκε ο Τιμοκράτης, ως αντίθετο με τους νόμους, υπενθυμίζο­ντας στο λαϊκό δικαστήριο ότι πρόκειται για «φω­τογραφική» ρύθμιση, που έχει στόχο να απαλλά­ξει κάποιους φίλους του που βρίσκονταν στη φυ­λακή για χρέη προς το δημόσιο. Θυμίζει ακόμη ότι πολλοί γνήσιοι Αθηναίοι έχουν οδηγηθεί στο δεσμωτήριο, φυλακισμένοι είτε για οφειλές είτε έ­πειτα από δικαστική απόφαση, αλλά υπέμειναν τα δεσμά υποτασσόμενοι στους νόμους, και δίνει πα­ραδείγματα πολλών επιφανών ανδρών που πέρα­σαν χρόνια στη φυλακή. Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Τιμοκράτη ότι το ψήφισμα που πρότεινε εισά­γει ρύθμιση ευνοϊκή για τους πλουσίους, οι οποί­οι μπορούν να παράσχουν χρηματική εγγύηση κι έτσι διαφεύγουν τη φυλάκιση, αντίθετα με τους α­πλούς ανθρώπους: όταν ασκούν κάποια εξουσία, ο κατηγορούμενος και το περιβάλλον του, ευχαρίστως φυλακίζουν τους φτωχούς, όταν όμως πρόκει­ται για τους ίδιους, πιστεύουν ότι δεν πρέπει να πάθουν το ίδιο.

Στην Αθήνα αρμόδιοι για την επίβλεψη του δεσμωτηρίου ήταν οι ένδεκα, άρχοντες κληρωτοί με ενιαύσια θητεία. Δική τους δικαιοδοσία ήταν η σύλληψη που προβλεπόταν από το νόμο για ορι­σμένες κατηγορίες αδικούντων. Καθώς η εισαγγε­λική αρχή, που σήμερα ασκεί τη δίωξη για ένα έ­γκλημα, ήταν έννοια ξένη προς το αρχαιοελληνι­κό δίκαιο, κατά το οποίο ο κάθε πολίτης ήταν ε­νεργός, δικαιούμενος ή μάλλον υποχρεωμένος να κινεί τη δίωξη όποιου έβλαπτε την πόλιν, ο εν­διαφερόμενος πολίτης είτε συνελάμβανε ο ίδιος το δράστη και τον παρέδιδε στους ένδεκα (απαγωγή), είτε τους οδηγούσε στον τόπο της σύλληψης (εφήγησις) είτε τέλος υποδείκνυε το δράστη στους άρ­χοντες (ένδειξις), οι οποίοι οδηγούσαν το συλληφθέντα στη φυλακή μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονταν κυρίως ενα­ντίον κακούργων που καταλαμβάνονταν έπ’ αυτο­φώρω ή εξόριστων που επέστρεφαν παράνομα ή α­κόμη εναντίον όσων είχαν καταδικαστεί στην απο­στέρηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στο σώμα των πολιτών, αλλά επιχειρούσαν να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Η προφυλάκιση εφαρμοζόταν εξάλλου ευρύτατα σε υποθέσεις κατηγορουμένων για εγκλήματα κα­τά του πολιτεύματος και κατά των θεμελιωδών αρ­χών της πόλεως. Τα παραδείγματα προέρχονται κυρίως από τα τέλη του 5ου αιώνα και αργότερα, ό­πως στην υπόθεση του έτους 404 π.χ., όταν οι στρατη­γοί, ταξίαρχοι και πολίτες, που κατηγορήθηκαν ότι συνωμοτούσαν με σκοπό την ανατροπή της δημοκρατίας, προφυλακίστηκαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο στρατηγός Θρασύβουλος κατηγορή­θηκε για προδοσία της πόλεως και κατάχρηση χρημάτων που προορίζονταν για εξαγορά αιχμα­λώτων και κρατήθηκε στη φυλακή μέχρι να δικαστεί. Λίγα όμως χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για δωροδοκία και προφυλακίστηκε εκ νέου. Ακόμη μια εφαρμογή της αποστέρησης της ελευθερίας στην αττική νομοθεσία είχε τη μορφή εξασφαλιστικού μέτρου κατά των μελλοθανάτων. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο καταδικασθείς παραδιδόταν στους ένδεκα, που τον οδηγούσαν στο δεσμωτήριο, μέχρι την εκτέλεση. Στις περιστάσεις που οι νόμοι για λόγους θρησκευτικούς ανέστελλαν την εκτέλε­ση, η παραμονή εκεί ήταν πολυήμερη, όπως συνέ­βη με τον Σωκράτη, μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα του ιερού πλοίου. Την ορισμένη για την ε­κτέλεση ημέρα, οδηγούσαν τον κατάδικο έξω από την πόλη, στο δήμιο, ενώ η χορήγηση του κωνείου γινόταν μέσα στη φυλακή.

Από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., πιθανώς ως α­ποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του Εφιάλτη, η φυ­λάκιση μπορούσε να επιβληθεί και ως κύρια ποι­νή για κάποιο αδίκημα, όταν προτεινόταν από τον ένα διάδικο. Έτσι και ο Αριστοτέλης αργότερα α­παριθμεί τις ποινές που προέβλεπε η αττική νομο­θεσία ως εξής: δεσμός, θάνατος, εξορία, αποστέ­ρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, δήμευση της περιουσίας. Δεν σώζεται όμως κανένας νόμος που να επιβάλλει ποινή φυλάκισης για κάποιο αδίκη­μα σε περίπτωση που η ποινή απέρρεε απ’ ευθεί­ας από το νόμο χωρίς να θεσπίζεται η διαδικασία της πρότασης και αντιπρότασης από τους διαδί­κους.

Όσο για τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στις φυλακές, φαίνεται πως κατά κανόνα οι κρα­τούμενοι ήταν δεμένοι στο ξύλον, καθώς ποικίλες πηγές χρησιμοποιούν τη λέξη δεσμώτης ως συνώ­νυμο του να βρίσκεται κάποιος εν δεσμωτηρίω. Εκείνοι που αποφυλακίζονται έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα αναφέρονται ως «ανίκανοι να περπατήσουν σαν τους άλλους ανθρώπους, αλλά ξαναγυρίζουν στην ίδια στάση και στις ίδιες κι­νήσεις που έκαναν δεμένοι», καταδεικνύοντας ό­τι η φυλάκιση και τα δεσμά συνεπάγονταν το ένα το άλλο. Απαγορευόταν όμως να υποβάλλονται οι πολίτες σε βασανιστήρια, είχε μάλιστα εκδοθεί ει­δικό ψήφισμα γι’ αυτό το σκοπό, που η χρονολο­γία του μας είναι άγνωστη.

Ωστόσο η γενική τάση που θεωρούσε το σώμα ενός πολίτη απαραβίαστο, σε περιόδους πολιτικών αναταραχών μπορούσε να αμφισβητηθεί, και έτσι το 409/8 π.χ. η αθηναϊκή βουλή δια βοής αποφάνθηκε να καταργηθεί ο νόμος και να δεθούν στον τροχό οι πολίτες που κατηγορούνταν για την παρωδία των ιερών μυστηρίων, ώ­στε να καταδώσουν και τους υπόλοιπους συνωμό­τες. Ορισμένοι κατόρθωσαν να το αποφύγουν, ορί­ζοντας εγγυητές και τελικά δραπετεύοντας από την πόλη, πολλοί όμως ήταν αυτοί που συνελή­φθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Μεταξύ αυ­τών ήταν και ο ρήτορας Ανδοκίδης, ο οποίος αρ­γότερα θα πει στους συμπολίτες του: «θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο να μιλήσω για τη φυλάκισή μου και για όλα εκείνα που υπέφερα με το σώμα μου τότε».

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη φυλάκιση αρ­γό θάνατο. Για τον πλατωνικό Σωκράτη η αρχή της ζωής στη φυλακή είναι το τέλος της ελεύθερης ζω­ής. Μετά την πρώτη ψηφοφορία που τον έκρινε έ­νοχο, και την πρόταση των κατηγόρων του να επι­βληθεί η θανατική ποινή, ο Σωκράτης καλείται, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, να αντιπροτεί­νει την ποινή που ο ίδιος θεωρεί κατάλληλη για το αδίκημα που διέπραξε: «Ποιο από αυτά που ξέ­ρω καλά πως είναι κακά να αντιπροτείνω, τιμω­ρώντας μ’ αυτό ο ίδιος τον εαυτό μου; Μήπως τη φυλάκιση; Και γιατί δα πρέπει να περάσω τη ζωή μου στο δεσμωτήριο, δούλος του κάθε άρχο­ντα που έρχεται στην εξουσία; Μήπως το πρόστι­μο, που κι αυτό δα επιφέρει τη φυλάκιση μέχρι να το πληρώσω;». Κάποιος θεός θα διατάραξε την κρίση του ανθρώπου εκείνου που πρότεινε για τον εαυτό του την ποινή της φυλάκισης αντί για πρό­στιμο, σχολιάζει ο Λυσίας, ενώ και ο Θουκυδίδης σημειώνει πως οι Αθηναίοι συμφώνησαν τελικά να παραδώσουν τα όπλα τους στους Συρακούσιους, ώ­στε να μην τελειώσουν τη ζωή τους στη φυλακή.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Είναι άγνωστο πότε ανεγέρθηκε η πρώτη φυλακή στην Αθήνα ή σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Πρόκειται όμως για γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβαση από την ιδιωτική κράτηση ενός πολίτη από συμπολίτη του για χρέη, στη θέσπιση της φυλάκισης ως δημόσιας τιμωρίας και, παράλληλα, τη μετάβαση από τη δημόσια διαπόμπευση στον εγκλεισμό. Η θέση που καταλαμβάνει η φυλακή στην αρχαιοελληνική, ιδίως στην αθηναϊκή, κοινωνία είναι η συνισταμένη δυο αντιμαχόμενων εννοιών, που όμως και οι δυο βρίσκονται στον ιδεολογικό πυρήνα της δημοκρατικής πόλεως.

Από τη μια, η απέχθεια των πολιτών για το σωματικό κολασμό και τον περιορισμό, που θεωρούνταν ανάρμοστα με την ιδιότητα του πολίτη, από την άλλη η διαρκής αναζήτηση της ισονομίας, της πραγματικής εξίσωσης των πολιτών, που δεν επιτρέπει στους πλούσιους να πληρώνουν μόνον πρόστιμα ή χρηματικές εγγυήσεις τη στιγμή που οι φτωχοί, αδυνατώντας να πληρώσουν, βρίσκονται κλεισμένοι στο δεσμωτήριο. Η διαπάλη αυτή δεν επηρέασε μόνον τους υπέρμαχους της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού αντανάκλασή της βρίσκεται και στον Πλάτωνα, όταν στους Νόμους προτείνει την αποφυλάκιση όσων οφείλουν πρόστιμα είτε με την πληρωμή είτε όταν έπειθαν τους άρχοντες ή τον αντίδικό τους ότι είχαν περάσει αρκετό χρόνο στη φυλακή.

 

Στέφανος Παύλου

Αν. καθηγητής Νομικής Θράκης

Μαρία Γιούνη

Επ. καθηγήτρια Νομικής Θράκης

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η ιστορία των φυλακών», τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Γαμήλια έθιμα της αρχαιότητας και η θέση της γυναίκας στο γάμο


  

Η δήλωση του Αίαντα, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ότι «η ζωή ενός άνδρα αξίζει πολύ περισσότερο από τη ζωή χιλίων γυναικών», αλλά και αυτή του νομοθέτη Σόλωνα ότι «χαλεπόν φορτίον η γυνή» δίνουν ένα πρώτο στίγ­μα για το ποια ήταν γενικά η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Ο προσδιορισμός επιπλέον του ρόλου της ως του ατόμου που «προετοιμάζεται για να γίνει καλή νοικοκυρά και μητέρα, να δίνει εργασίες στους δούλους, να νοικοκυ­ρεύει το έχει της» (Σοφοκλής, Αίας) προϊδεάζει και για την έγγαμη ζωή της σε μια κοινωνία που για πολλούς άνδρες θεωρείται «το γαμείν έσχατον του δυστυχείν», πλην όμως αναγκαίο κακό, καθώς «να πεις το γάμο πως δε θες και τις φροντίδες της γυναίκας κι έτσι δεν κάμεις παντρειά, και φτάσεις τα γεράματα χωρίς κανέναν να ‘χεις για να σε γηροκομά, τότε το βίο σου βέβαια δε θα στερηθείς, μα σαν πεθάνεις, μακρινοί θα σου το μοιραστούνε» (Ησίοδος, Θεογονία 585 κ.ε.).

 

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Η κόρη στην Αθήνα είναι από τη γέννησή της περιορισμένη στο χώρο της οικίας, όπου διδάσκεται τις δου­λειές του νοικοκυριού, τραγούδι και χορό (για τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές εορτές) και σπάνια ελάχιστα γράμματα κατ’ οίκον, αφού η παρουσία της στο σχολείο είναι αδιανόη­τη για το εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης της. Εδώ πραγ­ματικά εντυπωσιάζει τους σύγχρονους μελετητές και σκαν­δαλίζει τους αρχαίους το γεγονός ότι η πάντοτε αυστηρή Σπάρτη επιτρέπει στα κορίτσια της να «παρατάνε τα σπίτια τους και με ξέσκεπα τα μηριά τους και με τα πέπλα ανεμίζο­ντας γυμνάζονται στα στάδια και τις παλαίστρες μαζί με τα αγόρια» (Ευριπίδης, Ανδρομά­χη 597-598).

Τα λακωνικά έθιμα επιτάσσουν ισότιμη και ισόκυρη αγωγή των κοριτσιών και των αγοριών, όπως διαπιστώ­νεται και από τις ρήσεις του νομοθέτη Λυκούργου, ο οποίος «όρισε τα κορίτσια να γυμνάζο­νται εξίσου με τα αγόρια και […] όπως τους άνδρες διέταξε και τις γυναίκες να συναγωνί­ζονται μεταξύ τους στο δρόμο και την αντοχή γιατί, όταν και οι δυο είναι δυνατοί, πίστευε ότι και τα παιδιά θα γίνονται δυ­νατότερα» (Ξενοφών, Λακεδαι­μονίων Πολιτεία 1.4).

Και τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα όμως αποσκοπούν στο ίδιο απο­τέλεσμα: να αναθρέψουν μια καλή νοικοκυρά, σύζυγο και μητέρα, στην πρώτη περίπτωση, ή, στην άλλη, να γαλουχήσουν γυναίκες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνείδησης, οι οποίες θα χρηματίσουν αφοσιωμένες σύζυγοι και μητέρες με την ανάλογη φυσική ρώμη, ώστε να γεννήσουν γερά παι­διά, ικανά να ταχθούν στην υπηρεσία της Σπάρτης.

Η περιορισμένη στο στενό πλαίσιο του γυναικωνίτη Αθη­ναία κοπέλα[1] δεν έχει ευκαιρίες να συναναστρέφεται νέους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε οι ειδικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου επιτρέπουν προσω­ρινές αλλαγές στα ήθη.[2] Ο κανόνας θέλει τον «κύριο» της κό­ρης -ήτοι τον πατέρα, αδελφό ή άλλο αρσενικό νόμιμο κηδε­μόνα- να επιλέγει τον μέλλοντα σύζυγό της.

Η περίπτωση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (6.122) ενός πατέρα που «στις τρεις κό­ρες του φέρθηκε κατά τον εξής τρόπο: όταν ήταν της παντρειάς, τους έδωσε μια προίκα τρανταχτή και άφησε καθεμιά τους να διαλέξει από όλους τους Αθηναίους όποιον ήθελε για άντρα της και την πάντρεψε με αυτόν που διάλεξε» συνιστά εξαίρε­ση από τις ελάχιστες.

Αντίθετα στη Λακεδαίμονα πρωτεύοντα ρόλο συνήθως παίζει η θέληση και των δυο νυμφευόμενων, ενώ ο ρόλος του πατέρα της νύφης υποβιβάζεται αισθητά. Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30. Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη. Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Τα προσόντα μιας υποψή­φιας Αθηναίας νύφης συνοψίζο­νται από τον Ισχόμαχο (Ξενο­φών, Οικονομικός 7.11):

 «τι μπο­ρούσε να ξέρει καλά, Σωκράτη, όταν την παντρεύτηκα; Δεν ήταν ακόμα καλά καλά δεκαπέντε χρο­νών όταν ήλθε στο σπίτι μου μέχρι τότε ζούσε κάτω από αυστηρή επίβλεψη. Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις».

Εντούτοις, βασική προϋπόθεση για το νόμιμο γάμο -και κυρίως για την απόκτηση γνήσιων Αθηναί­ων γόνων- ήταν να είναι και οι δυο Αθηναίοι, δεδομένου ότι υπάρχει νόμος που ορίζει ότι «αν κάποιος δώσει σε γάμο σε έναν Αθηναίο μια ξένη γυναίκα, παρουσιάζοντάς την για κόρη του, αυτός χάνει όλα τα δικαιώματα του πολίτη, και η περιου­σία του θα δημευθεί υπέρ του κράτους και το ένα τρίτο της θα δοθεί σε αυτόν που κατήγγειλε την πράξη».

Στο σημείο αυτό η Κρήτη και η Σπάρτη δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότη­τα, αφού τόσο οι νόμοι της Γόρτυνας όσο και αυτοί του Λυκούργου επιτρέπουν τη σύναψη γάμου ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, ενώ γίνονται ειδικές ρυθμί­σεις σχετικά με τα αποκτηθέντα τέκνα.

Ένας τυπικός αθηναϊκός γάμος ξεκινά με την «εγγύη», η οποία ταυτίζεται εν μέρει με τον σύγχρονο αρραβώνα. Ο παρακάτω διάλογος της κωμωδίας του Μενάνδρου (Περικειρομένη 435-439) συνοψίζει τον ορισμό της «εγγύησης» ως μιας προ­φορικής συμφωνίας με­ταξύ του «κυρίου» της κό­ρης και του μνηστήρα -ή του πατέρα του όταν ήταν ανήλικος-, όπου προσφέρονται η κοπέλα για την «ανα­παραγωγή» και η ανάλογη «προιξ»:[3]

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω αυτή την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδιά.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Την παίρνω.

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω και μια προίκα τρία τάλαντα.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Τα δέχομαι και αυτά με ευχαρίστηση.

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο (μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.)

Προκειμένου να δοθεί ο απαιτούμενος επίσημος χαρα­κτήρας, η δικαιοπραξία αυτή λαμβάνει χώρα κοντά στον οικογενειακό βωμό και ενώπιον μαρτύρων. Με την πράξη αυτή μεταβιβάζονται τα δικαιώματα του πατέρα στο γαμπρό, στου οποίου τη νομική κυριότητα περνά η νέα γυναίκα («έκδοσις») και η περιουσία της («προιξ»).

Η προίκα συνίστα­ται από χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα, δούλους, σπίτια ή γη και κυμαίνεται από 1.000-2.000 δραχμές για τους μικρομεσαίους έως 18.000 (=3 τάλαντα) για τους πλουσί­ους. Φυσικά δεν απουσιάζουν οι εκκεντρικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλκιβιάδη (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 8), ο οποίος λαμβάνει κατά την «εγγύη» 120.000 δραχμές (20 τάλαντα), αλλά και οι περιπτώσεις φτωχών ή ορφανών ατθί­δων όπου το κράτος ή οι στενοί συγγενείς οφείλουν να συμ­βάλουν για τη συγκέντρωση μιας ελάχιστης προίκας. Εντού­τοις, παρόλο που το χρηματικό ποσό δίδεται προς διαχείρι­ση στο σύζυγο, σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας επιστρέφεται στον αρχικό κάτοχο, ήτοι την οικογέ­νεια της νύφης.

Ο θεσμός αυτός της «εγγύησης» δεν υφί­σταται στη Σπάρτη, ενώ αντίθετα ισχύει ειδική νομοθεσία που απαγορεύει την προίκα με την αιτιολογία «για να μη μεί­νει καμία ανύπαντρη λόγω της φτώχειας της και για να μην παντρεύονται οι άλλες για τα πλούτη τους, αλλά ο καθένας να κάνει την εκλογή του αποβλέποντας στα ήθη και την αρετή της κόρης» (Πλούταρχος, Λακωνικά αποφθέγματα Λυκούργου 228a).Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα -συνήθως σύ­ντομο- ακολουθεί ο καθαυτό γάμος.

Αν και δεν είναι δε­σμευτικό, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a), καταλληλότερη εποχή για την τέλεση του μυστηρίου στην Αττική θεωρείται ο χειμώνας και συγκεκριμέ­να ο ιερός μήνας της θεάς του γάμου Ήρας, ο Γαμηλίων (έβδομος μή­νας του αττικού ημερολο­γίου, που αντιστοιχεί στο σημερινό Γενάρη), ενώ ο Ευριπίδης (Ιφιγένεια εν Αυλίδι 717) το συγκεκριμενο­ποιεί και σε μέρα με πανσέ­ληνο.

Το τελετουργικό του γά­μου συντελείται σε τρεις φά­σεις, τα «προαύλια» (ή «προτέλεια», ή «προγάμια», ή «απαρχαί»), τον «κυρίως γάμο» και τα «επαύλια» (ή «μεταύλια» ή «απαύλια»), πληρο­φορία που διασώζει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν Γ’ 39: «η δε προ του γάμου θυσία προτέλεια και προαύλια ούτω δ’ αν καλοίτο και τα προ του γάμου δώρα […] Προ­αύλια δε η προ του γάμου ημέρα και απαύλια η μετ’ αυτήν»).

Την προηγουμένη του γάμου τελούνται λοιπόν τα «προ­αύλια», τα οποία ξεκινούν με θυσίες. Πρώτα, η κόρη οδηγεί­ται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα (Σουίδα: προτέλεια), μετά προσφέρονται θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις  Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Η ατθίδα αφιερώνει στην Άρτεμη (ή στην Αθηνά) ένα βόστρυχο από τα μαλλιά της και τα παιχνίδια που αγαπούσε ως παιδί (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.).

Εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα η τελετή της «απολούσεως» ή του εξαγνισμού, με νερό που μεταφέρεται από την Καλλιρόη ή Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης, 2.15) στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό. Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνται υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a) με κλαδιά ελιάς και δάφνης.

Παράλληλα, στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της «νυμφοκόμου» και τις οδηγίες της «νυμφεύτριας» (της παρανύμφου που συνοδεύ­ει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διορ­γάνωση), στολίζεται βγάζοντας τη «ζώνη» της ανύπαντρης, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο καλύπτει το πρό­σωπό της, όπως απαιτεί η παράδοση και βάζοντας στα μαλ­λιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα. Στην οικία προσέρχε­ται ο καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμέ­νος με άνθη γαμπρός, συνοδευόμενος από τον «πάροχο» (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας).

 

Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Η γα­μήλια τελετή ξεκινά με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσιάζει ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παραδί­νει την κοπέλα και της δηλώνει ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγό­νους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσιάζουν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονται ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτή­σω απογόνους). Τέλος, ο γαμπρός πλησιάζει τη νύφη και θέ­τει «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου.

Έπεται η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο όμως λαμβάνει χώρα στην οικία της νύφης και όχι του γαμπρού, όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431), στο οποίο συμμε­τέχουν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστά τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συντρώγουν υπό τους ήχους μουσικής  στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυ­ρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη «νυμφεύτρια» και ο γαμπρός από τον «πάροχο» και τους οικείους του αντίστοι­χα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονται σε κα­θίσματα («κλισμούς» και «δίφρους»), οι δε άλλοι ανακλίνονται όπως το συνηθίζουν.

Το μενού περιλαμβάνει πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο «γαμήλιος πλακούντας» (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επιβάλλει και την πα­ρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοιράζει στους καλεσμένους ψωμί μέ­σα σε ένα «λίκνο» προφέροντας σιγανά «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρη­σκείες.

Το δείπνο κλείνει ψάλλοντας τον «υμεναίο» προς τι­μήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 1.9 a-b). Καθώς έχει αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονται οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκι­νο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβάζεται στη γαμήλια άμαξα, που τη σέρνουν άλογα, μουλάρια ή βόδια, ανάμεσα στο σύζυγό της και τον πάροχο. Σχηματίζεται μια πομπή, της οποίας ηγούνται αυλητές και τρεις κόρες που φέρουν κόσκινο, «ηλακάτη» και «άτρακτο» (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθεί η άμα­ξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμέ­νο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που έχουν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον «υμεναίο» συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό.

Η γαμήλια πομπή -που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα Σ 490-496)- διασχίζει τους δρόμους της Αθήνας, προκαλώ­ντας ενθουσιασμό σε συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραυ­γάζουν, τραγουδούν και εύχονται στο ζευγάρι ραίνοντάς το με «καταχύσματα» (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φου­ντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθύνεται στην οικία του γαμπρού, που είναι ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Στη στολισμένη με γιρ­λάντες λουλουδιών πύλη εμφανίζεται ένα παιδάκι και προ­σφέρει φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»).

 

Εικ. 1. Γαμήλια πομπή. Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία, περ. 540 π.χ.

 

 Εικ. 1. Ο αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Αρχαϊκής εποχής αποδίδεται στον Εξηκία, ο οποίος τον διακόσμησε με σκηνή γαμήλιας πομπής. Το νεαρό ζευγάρι εικονίζεται πάνω σε άρμα, που σέρνουν τέσσερα άλογα, από τα οποία το ένα είναι λευκό. Μπροστά τους διακρίνεται η μορφή ενός αγοριού, που προηγείται της πομπής. Το ζευγάρι υποδέχεται μια γυναίκα (πιθανόν θεά), ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανδρική νεανική μορφή (ίσως ο Απόλλωνας) να παίζει κιθάρα. Τον ώμο του αγγείου κοσμούν μορφές οπλιτών και ιππέων, που μάχονται μεταξύ τους. Τη διακόσμηση συμπληρώνουν φυτικά και γραμμικά μοτίβα. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη, τόμος 9, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Τη νεόφερτη υποδέχονται ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λα­μπάδα, οι οποίοι τη ραίνουν με «καταχύσματα» και της προ­σφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρε­μης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμάζεται να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποι­ούνται ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος οφείλει να την αρπάξει και να την περάσει από το κα­τώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Η νύφη προσφέρει σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας. Στη συνέχεια το ζευγάρι εισέρχε­ται στον νυφικό θάλαμο, τη θύρα του οποίου φυλάνε οι φίλοι του γαμπρού («θυρωροί»), ενώ όλοι ψάλλουν επιθαλάμια άσματα και θορυβούν για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Την επομένη του γάμου ο πατέρας της νύφης και οι συγ­γενείς σχηματίζουν πομπή, της οποίας ηγείται κρατώντας λαμπάδα παιδί ντυμένο στα λευκά, έπεται κανηφόρος και μετά οι υπόλοιποι που φέρουν, υπό τους ήχους του αυλού, τα «επαύλια» δώρα (Αριστοφάνης, Ειρήνη 1206) και την προί­κα. Τη μεθεπόμενη ημέρα είναι η σειρά του γαμπρού και των οικείων του να αποδώσουν στη νύφη τα «ανακαλυπτήρια» (ή «οπτήρια» ή «προσφθεγκτήρια») δώρα, που απαιτούν από τη νύφη να βγάλει το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη»), και παραθέτουν τη «γαμηλία», ήτοι γεύμα στα μέλη της φρατρίας τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στη φρατρία. Τέλος, μια εβδομάδα μετά εορτάζεται ο «αντίγαμος», όπου οι νιόπαντροι επι­σκέπτονται την οικία της οικογένειας της νύφης, λαμβάνουν μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.

 

Εικ. 2. Επαύλια. Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα, πηλός, 360-355 π.χ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Εικ. 2. Θέμα της παράστασης είναι τα Επαύλια, γιορτή που τελούνταν την επομένη του γάμου. Στο μέσο της σύνθεσης εικονίζεται καθιστή η νύφη, η οποία πλαισιώνεται από δυο μικρούς φτερωτούς Έρωτες, ενώ κρατά έναν ακόμη σαν βρέφος στην αγκαλιά της. Προς τη νύφη κατευθύνονται άλλες γυναικείες μορφές με ποικιλία ενδυμάτων που κρατούν δώρα. ενώ μπροστά της ένα μικρό κορίτσι της προσφέρει αγγείο (δεξιά). Το ίδιο θέμα συνεχίζεται και στην πίσω όψη του αγγείου. Οι φίλες της νύφης φέρουν ακριβά δώρα, πυξίδες, δίφρο (κάθισμα), ίσως ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, ταινία, κιβώτιο καλυμμένο με ύφασμα και γαμικό λέβητα. Η σεβάσμια μορφή με τον ποδήρη χιτώνα και το ιμάτιο στην κεφαλή ταυτίζεται με τη μητέρα της νύφης που επιβλέπει τη γιορτή. Ανάμεσα στις μορφές πετούν μικροί φτερωτοί Έρωτες, ενώ ένας ακόμη πατά πάνω σ’ ένα από τα δώρα των γυναικών (μικρή εικόνα κάτω). Όλοι οι Έρωτες, τα γυμνά μέρη του σώματος της νύφης και άλλες λεπτομέρειες καλύπτονται με λευκό χρώμα. Το αγγείο θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού Κερτς και αποδίδεται στον Ζωγράφο του Μαρσύα, έναν από τους κορυφαίους αγγειο­γράφους του αθηναϊκού Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, τόμος 12, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Η λακωνική λιτότητα επεκτείνεται και στην τελετή του γάμου, όπως εύλογα συνοψίζεται στο απόσπασμα από τους Βίους του Πλούταρχου (Λυκούργος 15.5-9): «Παντρεύονταν στη Σπάρτη αρπάζοντας την κοπέλα, που ήθελαν να παντρευτούν. Την παράδιναν μετά σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά της, την έντυνε με αντρικά ρούχα, της έβαζε αντρικά παπούτσια και της έστρω­νε να ξαπλώσει σε μια στοίβα καλάμια. Την άφηνε μετά μόνη της χωρίς φως. Ο γαμπρός έτρωγε πρώτα, όπως πάντα, μαζί με τους φίλους του στα κοινά συσσίτια των Σπαρτιατών και μετά ερχόταν εκεί όπου ήταν η κοπέλα, της έλυνε τη ζώνη, την έπαιρνε στα χέρια του και την έφερνε στο κρεβάτι. Πέρ­ναγε μαζί της λίγη ώρα και μετά πήγαινε να κοιμηθεί εκεί που κοιμόντουσαν και οι σύντροφοί του».

Η μετάβαση της Αθηναίας από την κατάσταση της ελεύθε­ρης σε αυτή της συζύγου δεν της παρέχει περισσότερες ελευθερίες. Όπως της έχει εξηγήσει ο άνδρας της το πρωί της επομένης του γάμου, ενώ την ξεναγούσε στο νέο της νοικοκυριό, «ο θεός έχει φτιάσει το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να μπορεί να αντέχει καλύτερα στο κρύο, στη ζέστη στις οδοιπορίες και τις εκστρατείες, γι’ αυτό και του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες. Της γυναίκας όμως, της οποίας το σώμα ο θεός το έφτιασε λιγότερο δυνατό γι’ αυτά τα πράγματα, φαίνεται να της έχει φορτώσει τις δου­λειές μέσα στο σπίτι» (Ξενοφών, Οικονομικός 7.23-25).

Με βάση το συλλογισμό αυτό αιτιολογείται η εντολή του Ισχόμαχου στη νιόπαντρη σύζυγο του: «πρέπει λοιπόν εσύ να μένεις στο σπίτι και όσους υπηρέτες έχουν δουλειά έξω από το σπίτι αυτούς να τους στέλνεις στη δουλειά τους όλους μαζί, και όσους έχουν δουλειά μέσα, αυτούς εσύ η ίδια να τους επιστατείς» (στο ίδιο). Η θέση της επομένως είναι και πάλι στα στενά όρια του οίκου της -με την εξαίρεση των φτωχών γυναικών που οφείλουν να εργάζονται εκτός σπιτιού-, και σπάνια έχει τη δυνατότητα να βγαίνει έξω, συνοδευόμενη πάντα, για να κάνει κάποια ψώνια ή να συμμετάσχει σε εορ­τές (όπως, για παράδειγμα, στα Θεσμοφόρια, που είχαν κα­θιερωθεί ειδικά για τις παντρεμένες).

 

Γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

 

Έχοντας περιγράψει την τελετή του γάμου, δόκιμο θα ήταν να απαντηθεί το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Η σύναψη συμμαχιών ή συνασπισμών ισχυρών οικογενειών, που παραπέμπει σε ηρωικές εποχές και στις πρακτικές των τυράννων (Ηρόδοτος, 6.126-130, και Θουκυ­δίδης, 1.26), θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αιτία. Εντούτοις ο προφανής λόγος στην αθηναϊκή κοινωνία είναι η διαιώνιση του είδους, με την οποία ο άνδρας θα εξασφαλίσει φροντίδα στα γηρατειά του, παραδοσιακή κήδευση, αλλά και συνέχιση της οικογενειακής λατρείας μετά το θάνατο. Η νομοθεσία επάνω στο θέμα της αγαμίας πρεσβεύει ότι ο άγαμος άνδρας μετά τα 35 πληρώ­νει ετήσιο πρόστιμο (Πλάτων, Νόμοι 721d) και δεν δύναται να εκλεγεί άρ­χοντας, στρατηγός ή να κατέχει υψη­λό αξίωμα.

Στη Σπάρτη, τα μέτρα είναι πολύ πιο αυστηρά, καθώς η αγαμία θεωρείται αποτυχία στην εκπλήρωση του καθήκοντος προς το κράτος, που απαιτεί τη γέννηση υγιών τέκνων. Έτσι, θεσπίζεται «γραφή αγαμίου», «γραφή οψιγαμίου» και «γραφή κακογαμίου» (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 48), ενώ νόμος του Λυκούργου (Πλούταρχος, Λυ­κούργος 15) απαγορεύει στους άγαμους Λα­κεδαιμόνιους να συμμετέχουν σε γυμνικούς αγώνες, τους επιβάλλει τιμωρίες (π.χ. να περιφέ­ρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά ψάλλο­ντας προσβλητικά για τους ίδιους άσματα ή να σύρονται από τις Σπαρτιάτισσες γύρω από το βωμό, να ραπίζονται και να χλευάζονται, στο ίδιο, και Αθηναίος, Δειπνοσοφισταί 13.555c-d) και τους στερεί το δικαίωμα των τιμών και περιποιήσεων από τους νεότερους.

Ένας τελευταίος, κάπως ιδιάζων λόγος για τη σύναψη γάμου είναι η εξασφάλιση της οικογενειακής περιουσίας και λατρεί­ας και σχετίζεται με το θεσμό της επίκληρου κόρης, όπου η γυναίκα χωρίς αρσενικά αδέλφια οφείλει μετά το θά­νατο του πατέρα της να παντρευτεί τον πλησιέστερο άγαμο άρρενα συγ­γενή του πατέρα της, ακόμα και αν είναι ήδη παντρεμένη οπότε και λύε­ται ο πρώτος γάμος της (εκτός εάν ο πατέρας έχει φροντίσει να υιοθετήσει τον γαμπρό του με διαθήκη).

Ολοφάνερα, η ενδογαμία και η επικείμενη αιμομι­ξία δεν απαγορεύονται ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη, όπου για παράδειγμα οι βασιλείς Λεωνίδας και Αναξανδρίδας παντρεύονται τις ανιψιές τους για τη διατήρηση της βασιλικής εξουσίας στο στενό πλαίσιο του οίκου (Ηρόδοτος 5.39 και 7.239).

Στη Σπάρτη όμως δεν ισχύει ο περιορισμός της μονογαμίας, αφού επιτρέπεται στη γυναίκα να έχει πολ­λούς συζύγους, αλλά και εραστές, κάποιες φορές μάλιστα υπό την παρότρυνση του ίδιου του συζύγου, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Λυκούργος 15.11-15: «ο Λυκούργος θέλησε επίσης να καταδιώξει τη ζήλια […] επέ­τρεψε στον ηλικιωμένο σύζυγο μιας νέας γυναίκας να της φέρνει έναν νέον άντρα από καλό σόι για να έχει γιο με καλό αίμα, που θα τον θεω­ρούσε σαν δικό του γιο. Επέτρεψε επίσης σε έναν άντρα αξίας, αν θαύ­μαζε μια γυναίκα γόνιμη και συνετή, παντρεμένη με άλλον, να του τη ζητήσει, για να σπείρει μέσα της σε ένα γόνιμο χωράφι και να αποκτή­σει από αυτήν καλά παιδιά, γεννη­μένα από καλό αίμα και ανήκοντα σε καλή γενιά»). Στη δε Θράκη η πολυγαμία επιβάλλεται, αφού Θραξ με λιγότερες από 5 συζύγους θεωρείται άθλιος, ανάξιος τιμής (Μένανδρος).

Στο εύλογο ερώτημα αν υπάρχει αγά­πη στο γάμο, προκύπτει εύκολα η απάντηση, δεδομένου ότι υπό τις συνθήκες που συνά­πτονταν οι γάμοι (όπως περιγράφηκαν παραπά­νω) δεν δινόταν κατ’ αρχήν η δυνατότητα να αποτελέσει ο «έρως» αιτία του γάμου. Επιπλέον, η θέση της συζύγου τουλάχιστον στην Αθήνα σκιαγραφείται εύγλωττα από τον Δημοσθένη (Κατά Νέαιρας 59.118-122) «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες, τις συζύγους για να μας κάνουν παιδιά νόμιμα και για να έχουμε και έναν πιστό φύλακα για το σπίτι».

Συ­νεπώς, το γεγονός ότι η Αθηναία βιώνει μια κατάσταση «εγκλεισμού» και «υπο­χρέωσης» εκτέλεσης καθηκόντων νοι­κοκυράς και μητέρας, ενώ ο Αθηναίος κινείται άνετα εκτός οικίας, έχοντας τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σαρκι­κές αλλά και συναισθηματικές του ανά­γκες με τις εταίρες και τις παλλακίδες, δεν ευνοεί φυσικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής αισθηματικής και πνευμα­τικής επικοινωνίας ανάμεσα στο αντρόγυνο στην πορεία της κοινής τους ζωής. Ο Νικήρατος, για τον οποίο ο Σωκράτης αναφέρει ότι «αισθάνεται πραγματικό έρωτα για τη γυναίκα του, όπως κι αυτή για αυτόν» (Ξενοφών, Συμπόσιο 8.3), αλλά και λογοτεχνικές αναφορές του τύπου του έρωτα Αντιγόνης – Αίμονα στη σοφόκλεια τραγωδία, συνιστούν προφανώς εξαιρέσεις.

Η περίπτωση λύσης ενός γάμου στην αρχαία Αθήνα (κα­θώς οι πληροφορίες για άλλες πόλεις είναι σχεδόν ανύπαρ­κτες) σπανίζει, κυρίως γιατί τίθεται θέμα επιστροφής ή όχι της «προίκας». Βέβαια σε περίπτωση που διαπιστωθεί στει­ρότητα της γυναίκας ή μοιχεία, ο σύζυγος μπορεί να πάρει διαζύγιο δηλώνοντάς το μπροστά σε μάρτυρες και στέλνο­ντας πίσω τη σύζυγο («έκπεμψις», «αποπομπή») μαζί με την προίκα της, δεδομένου ότι δεν εκπληρώνεται σωστά ο σκο­πός του γάμου – ήτοι η τεκνοποιία γνήσιων απογόνων-, ενώ δικαιούται στην τελευταία περίπτωση να αυτοδικήσει και έναντι του μοιχού ατιμώρητος από το νόμο (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 57.3).

Στην αντίθετη περίπτωση, η απιστία του συζύγου δεν συνιστά λόγο διαζυγίου, καθώς η σεξουα­λική ελευθερία του άνδρα νομιμοποιείται από τα ήθη, αν και προς τα τέλη του 4ου αιώνα παρατηρείται μια στροφή προς το συντηρητισμό και σε μια ηθική που αναμένει ότι ο άνδρας μετά το γάμο του σιγά σιγά περιορίζει τις εξωσυζυγικές περι­πέτειες. Εντούτοις η κακοποίηση της γυναίκας, εφόσον στοι­χειοθετείται με αδιάσειστες αποδείξεις, δίνει στην Αθηναία τη δυνατότητα να ζητήσει διαζύγιο («απόλειψις») μέσα από μια πιο σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί την κατάθεση του αιτήματος της στον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος αν το κρίνει σκόπιμο θα ενεργήσει ως προστάτης και εκπρόσωπός της, δεδομένης της δικαιοπρακτικής της ανικανότητας. Τέλος, τη λύση του γάμου, συχνά για οικονομικούς λόγους μπορούσε να επιδιώξει και να επιτύχει ο πατέρας της νύφης («αφαίρεσις»).

  

Ρωμαϊκή κοινωνία

  

El matrimonio romano

Πολλές ομοιότητες στα δεδομένα που σχετίζονται με τον αρχαιοελληνικό γάμο εντοπίζονται στη ρωμαϊκή κοινωνία.  Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τον συνηθέστερο, για τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια, τύπο γάμου (matrimonium τύπου manus), η νύφη περνά και εδώ από την εξουσία του πατέρα της (potestas) σε αυτή του συζύγου. Εντούτοις, δεν απουσιάζει η περίπτωση όπου η γυναίκα συνάπτει γαμήλιο συμβόλαιο με το οποίο παραμένει στη δικαιοδοσία του δικού της pater familias ή ακόμα και sui iuris και διατηρεί το όνομά της (nomen gentile) και τη δική της περιουσία (πρακτική που παραπέμπει σε σύγχρονες συνήθειες).

O μέσος όρος ηλικίας γάμου (16­-20 για την κοπέλα και 27-30 για τον άνδρα) συμπίπτει με τα αρχαιοελληνικά δεδομένα. Απαραίτητες προϋποθέσεις βέ­βαια για τη σύναψη νόμιμου γάμου είναι και οι δυο μελλόνυμ­φοι αφενός να έχουν έλθει τουλάχιστον σε σωματική ωριμό­τητα (pubertas) -η οποία κατά το νόμο συνάδει με το 12ο έτος για τα κορίτσια και το 14ο για τα αγόρια- και αφετέρου να είναι Ρωμαίοι πολίτες, ή στην περίπτωση που ο ένας δεν είναι να έχει τουλάχιστον το αμφίπλευρο δικαίωμα γάμου (conubium), προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα των τέκνων.

Επίσης, και στη ρωμαϊκή κοινωνία θεσπίζονται νόμοι που τιμωρούν τους ανύπαντρους (υποβιβάζοντάς τους πολι­τικά και φορολογικά). O αρραβώνας υφίσταται και στους Ρωμαίους, όμως δεν είναι ξεκάθαρο πως ορίζονται τα περιουσιακά, ενώ επιπλέον εμφανίζεται και μια καινοτομία όπου ο γαμπρός περνάει δα­χτυλίδι στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού της νύ­φης (κάτι που θυμίζει έντονα τα σημερινά δεδομένα). Κοινά στοιχεία εντοπίζονται και στο τελετουργικό του γάμου. Για παράδειγμα, αρχικά την παραμονή του γάμου η νύφη προσφέρει ρούχα και παιχνίδια των παιδικών της χρόνων στους θεούς (που εδώ εκπροσωπούνται από τους Λάρητες και την Εστία).

Το νυφικό της ένδυμα αποτελείται από μακρύ άσπρο χιτώνα (tunica recta) ζωσμένο με μάλλινη ζώνη που κλείνει με το ηράκλειο άμμα (cingulum herculeum), ενώ το γνωστό πέ­πλο (που σε αυτή την περίπτωση είναι κόκκινο=flameum) κα­λύπτει το πρόσωπο. Η τελετή ξεκινά και πάλι στο πατρικό της νύφης, όπου πέρα από τις θυσίες γίνονται και οιωνοσκοπίες (extispicium) θεώρησης εντοσθίων ζώων για την επιβε­βαίωση συγκατάθεσης των θεών, ενώ στη συνέχεια διατυπώνεται το γαμήλιο συμβόλαιο, όπου και εδώ το ζευ­γάρι πιάνεται από το δεξί χέρι (dextrarum iunctio), τυπικό που τελούσε η επίτιμη ακόλουθος (νυμφεύτρια) και εντοπί­ζεται και στον σύγχρονο θρησκευτικό γάμο.

 

Mariage romain, E. Guillaume, musée d'Orsay

 

Έπεται το κα­θιερωμένο εορταστικό γαμήλιο συμπόσιο και, κατόπιν, για να οδηγηθεί η νύφη στη νέα της κατοικία σχηματίζεται και πάλι πομπή, της οποίας όμως ηγούνται τρεις αμφιθαλείς φέ­ροντας δάδες και άδοντας σκωπτικά στιχάκια (fescennini versus). Η νύφη σηκώνεται ψηλά για να περάσει το κατώφλι, ενώ το τυπικό της υποδοχής διαφέρει αρκετά, αφού την πε­ριμένει στο αίθριο ο σύζυγος, ο οποίος της προσφέρει νερό και φωτιά, ενώ εκείνη του αντιπροσφέρει ένα ασσάριο, άλλο ένα αφιερώνει στην εστία για την οικογενειακή θεότητα (lar familiaris) και ένα τρίτο ρίχνει στο κοντινότερο στη νέα της οικία σταυροδρόμι.

Οι διαφορές στη ρωμαϊκή κοινωνία εντοπίζονται εντονό­τερες στη θέση της έγγαμης γυναίκας, αφού ως κυρία (matrona) τοποθετείται στην ίδια θέση με το σύζυγό της, μετέχει μαζί με τους άνδρες σε συμπόσια εντός και εκτός της οικίας της, σε θεατρικές παραστάσεις και αγώνες στην αρένα, ενώ έχει πρόσβαση και στις θέρμες, χωριστά ή και ταυτόχρονα με τους άνδρες.

Μελετώντας παράλληλα με τα όσα αναφέρθηκαν και τις γαμήλιες πρακτικές του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, εύκολα διαπιστώνεται ότι αρκετά στοιχεία της αρ­χαιότητας επιβίωσαν μέσα στο χρόνο με μικρές ή και καθό­λου αλλαγές.

Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, εξαιτίας των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών και των ιδεολογικών ζυμώ­σεων που προσδιορίζουν τις ιστορικές συνθήκες της εκά­στοτε εποχής, είναι η θέση της γυναίκας πριν και μετά το γάμο. Ο ρόλος της αναβαθμίστηκε εμφανώς σε σύγκριση με αυτόν που αποδίδει στην αρχαία Αθηναία η καθηγήτρια E. Cantarella, ενός «παθητικού και κατώτερου οργάνου, που βοηθούσε απλώς την πόλη να αναπαράγεται και να συνεχίζει τη ζωή της ως «λέσχη ανδρών»», άποψη βέβαια που στις μέ­ρες μας αμφισβητείται για το κατά πόσο ίσχυε καθολικά στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Αθήνα.

 

Μαρία Γκιρτζή

Δρ Αρχαιολογίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Άποψη με την οποία διαφωνεί ο καθηγητής Δημάκης υποστηρίζοντας, δικαίως με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Αττικής, ότι οι μικροί οικίσκοι της Αθήνας αδυνατούσαν να φιλοξενούν γυναικωνίτη (όπου θα εγκλείονταν οι γυναίκες), ο οποίος βρίσκει θέση μόνο στα μέγαρα και τις βίλες που συνι­στούσαν εξαιρέσεις. Π. Δημάκης, «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.

[2] Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.

[3] Ο καθηγητής Δημάκης διαφωνεί, καθώς θεωρεί ότι με την απόδοση της προίκας οι γυναίκες ευνοούνταν, καθώς παραλάμβαναν προκαταβολικά το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία ενώ οι γιοι περίμεναν το θάνατο του πατέρα. Δημάκης, ό.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ANDREWS Α., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999.
  • ΑΝΤΩΝΙΟΥ Α.Φ., «Το τελετουργικό του γάμου στην Αρχαία Ελλάδα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 26-27.
  • AUSTIN M.M. / P. VIDAL-NAQUET, Οικονομία και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Τ. Κουκουλιός, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.
  • BALTRUSCH Ε., Σπάρτη. Η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της αρχαίας λακωνικής πόλης, μτφρ. Χ. Μπαλόγλου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2004.
  • BLANCK H., Εισαγωγή στην ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, μτφρ. Α. Μουστάκα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.
  • ΒΡΕΤΤΟΣ Λ., Γάμος, γέννηση, θάνατος στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Σαβ­βάλα, Αθήνα 2003.
  • BAUSSIER S., Οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Modern Times, Αθήνα 2004.
  • CANTARELLA E., «Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής επο­χής», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 14-18.
  • ΓΚΙΚΑΣ Σ., Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 1997.
  • ΔΗΜΑΚΗΣ Π., «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.
  • FLACELIÈRE R., Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Καραντώνης, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995.
  • – Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γ. Βανδώρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • HOOKER J.T., Ancient Spartans, J.M. Dent & Sons,London1980.
  • ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ K.M. / Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ, Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000.
  • ΚΟΝΝΟΛΛΥ Π. / Χ. ΝΤΟΤΖ, Η αρχαία πόλη. Η ζωή στην Αθήνα και στη Ρώμη, μτφρ. Μ. Λεβεντοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001.
  • MAFFRE J.J., Η ζωή στην Κλασική Ελλάδα, μτφρ. Ε. Τσελέντη, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988.
  • MOSSÉ C., Πολιτική και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Κ. Μπούρας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003.
  • – Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Στεφανής, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
  • REINSBERG C., Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Δ. Γεωργοβασίλης και Μ. Pfreimter, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • ROYER S. / C. SALLES / F. TRASSARD, Η ζωή στην Ελλάδα την εποχή του Περικλή, μτφρ. Κ. Σέρβη, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004.
  • ROBINSON C.E., Everyday Life in AncientGreece,OxfordClarendon Press,Oxford1972.
  • WEBSTER T.B.I., Everyday Life in Classical Athens, Batsford ltd,London1969.
  • WILKINSON P.H., Η ιστορία μέσα από την πέτρα. Η αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Ν. Χούνας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2001.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 109, Δεκέμβριος 2008.

  

Read Full Post »

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της


 

Η πορφύρα, γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιό­τερη και ακριβότερη βαφή της αρχαιότητας. Επί αιώνες ο όρος πορφύρα προκα­λούσε σύγχυση, διότι χρησιμοποιήθηκε τόσο για τα κοχύλια, από τα οποία παρα­λαμβάνεται η βαφή, όσο και για την ίδια τη βαφή, που ο Αριστοτέλης την είχε ονο­μάσει «άνθος», καθώς και για τα βαμμένα ενδύματα με χρήση της ίδιας της βαφής. Στην έρευνά μας καταγράφουμε και θεωρούμε ως πορφύρα την ίδια τη βαφή από τα κοχύλια, μία βαφή χρώματος κόκκινου έως ιώδους. Από τα βάθη των αιώνων, οι Μινωίτες της Κρήτης και του Αιγαίου γενικότερα γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν πρωτοποριακά την πορφυροβαφή.

Όστρακο πορφύρας

Σύμφωνα με την παράδοση, ο σκύλος του Ηρακλή έφαγε κοχύλια και το στόμα του βάφτηκε κόκκινο. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι το ίδιο συνέβη με τους ανθρώ­πους, αφού τα κοχύλια αποτελούσαν τροφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και των βασιλιά­δων. Κατά τη μυθολογία, όταν ο Περσέας ανα­δύθηκε από το νερό, η θεϊκή του καταβολή ανα­γνωρίστηκε από τον Δία διότι φορούσε πορφυ­ρό μανδύα. Ο Θησέας, πάλι, όταν προκλήθηκε από τον Μίνωα να αποδείξει τη θεία καταγωγή του, βυθίζεται στη θάλασσα και στη συνέχεια αναδυόμενος φοράει πορφυρό ένδυμα, που του έδωσε η Αμφιτρίτη. Ομοίως, ο Ιάσονας είχε πορ­φυρό χιτώνα που του έδωσε η Αθηνά.

Στα ομη­ρικά έπη συχνά αναφέρονται τα αλιπόρφυρα εν­δύματα και βλέπουμε τον Αγαμέμνονα με πορ­φυρό βασιλικό μανδύα, όπως και τον Οδυσσέα, ο δε Αχιλλέας εμφανίζεται να χρησιμοποιεί στη σκηνή του πορφυρά καλύμματα.

Ήδη οι Ασσύριοι καταγράφουν δυο είδη πορφυροχρώματος, το Argamannu, δηλαδή το κόκκι­νο, και το Takiltu, δηλαδή το βιολετί, και επηρέα­σαν τους Πέρσες. Αργότερα, ο Αριστοτέλης κα­ταγράφει επίσης δυο χρωματικές ποικιλίες, τη φοινικική, δηλαδή την κόκκινη και την αλουργή, δηλαδή την ιώδη. Ο Αισχύλος αναφέρει ότι ήταν η πλέον ακριβή βαφή της αρχαιότητας, ισάξια του χρυσού και του αργύρου.

Ο Ηρόδοτος ανα­φέρει ότι ο Κροίσος πρόσφερε στους Δελφούς πορφυροβαμμένα ενδύματα, ενώ ο Ξενοφών ανα­φέρει ότι ο Κύρος ο Μέγας επί των ημερών του επέβαλε στην Περσία την πορφυρά χλαμύδα, ως ένδυμα των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας του και μάλιστα με βιολετιά απόχρωση. Στην Αθήνα ο Αλκιβιάδης, επηρεασμένος από την Ανα­τολή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, φορούσε, για να εντυπωσιάσει, πορφυρό χιτώνα. Στη μάχη του Άκτιου η Κλεοπάτρα στο βασιλικό πλοίο για να ξεχωρίζει είχε καραβόπανο βαμμένο με πορφύρα.

Ο Νέρωνας θεώρησε την πορφύρα χρώμα της αυτοκρατορίας με τύπους amethystica (δη­λαδή χρώματος αμέθυστου) και Τύρια (κόκκινη), ενώ επί Διοκλητιανού η πορφύρα γίνεται αυτοκρατορικό σύμβολο και, στη συνέχεια, επικρατεί ο όρος βασιλική πορφύρα μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που στη στέψη του στον Μιστρά αναφέρεται ότι φορούσε ο ίδιος πορφυρό χιτώ­να. Για λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, μετά την πτώση του Βυζαντίου, σταμάτησε η πα­ραγωγή πορφυροβαφής.

Οι πληροφορίες που κατέγραψαν οι αρχαίοι συγγραφείς για τα 3000 χρόνια της ιστορίας της πορφύρας αφήνουν πολλά ερωτηματικά που δη­μιουργούν σύγχυση. Αυτό διότι οι αρχαίοι συγ­γραφείς που ασχολήθηκαν με την πορφύρα δεν ήταν ειδικοί στις βαφές υφασμάτων, όπου επι­κρατούσε πλήρης μυστικοπάθεια. Οι νεότεροι συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με την πορφύ­ρα επαναλαμβάνουν παλαιότερες θεωρήσεις και υπεραπλουστεύσεις και αφήνουν αναπάντητους πολλούς προβληματισμούς. Σήμερα, οι ανασκα­φές και οι έρευνες είναι μάρτυρες και έχουν δώ­σει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι τρία είδη κοχυλιών έχουν χρησιμοποιηθεί στη Μεσόγειο για την ανάληψη της βαφής: Murex brandaris, purpura haemastoma και murex trunculus.

 

Κοχύλια τύπου Murex

 

Τα δυο πρώτα είδη έδιναν βαφή κόκκινη, το δε τρίτο ιώ­δη, αυτή που κατέγραψε ο Αριστοτέλης. Στο Αι­γαίο τα εργαστήρια παρασκευής και χρήσης της  βαφής ήταν αρκετά. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κως, η Αμοργός, η Νίσυρος (που είχε και το αρχαίο όνο­μα Πορφυρίς), η Χίος και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η Φώκαια, η Λυδία και η Φρυγία, και στην Πελοπόννησο, τα Κύθηρα, η Λακωνία, η Κόρινθος και η Ερμιόνη, στην οποία επικεντρώ­θηκε και η έρευνά μας.

Τελευταία, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως εγκαταστάσεις προρφυροβαφείων και στον Κεραμεικό του 1ου αιώνα π.Χ. Στη Μεσό­γειο, η Κύπρος και μετά η Τύρος και η Σιδώνα στη Φοινίκη είχαν αναπτύξει περίφημα βιομηχα­νικά κέντρα πορφύρας με τους Φοίνικες να κυ­ριαρχούν στη Μεσόγειο, δημιουργώντας και άλ­λα κέντρα στην Αίγυπτο, στον κόλπο της Σύρτης και στη Σικελία.

 

Η ερμιονική πορφύρα

 

Κατά την αρχαιότητα η Ερμιόνη ήταν σημαντικό κέντρο παραγωγής πορφυροβαφής και βαψίμα­τος νημάτων-υφασμάτων. Οι αρχαίοι συγγρα­φείς, όταν γράφουν για την Ερμιόνη, δεν παρα­λείπουν να σημειώσουν ότι υπήρξε μεγάλο κέ­ντρο πορφυροβαφής. Ακόμη και στη Χάρτα του Ρήγα σημειώνεται η θέση της Ερμιόνης και δίπλα η φράση «εδώ ευγαίνει Πορφύρα». Ο Πλούταρ­χος αναφέρει ότι ο Μ. Αλέξανδρος, όταν κατέλα­βε τα Σούσα, εντυπωσιάστηκε από την ερμιονική πορφύρα που βρήκε. Συγκεκριμένα καταγράφει:

«Αλέξανδρος δε Σούσων κυριεύσας παρέλαβεν εν τοις βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, την δε άλλην κατασκευήν και πολυτέλειαν αδιήγητον, όπου φασί και πορφύρας Ερμιονικής ευρεθήναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μεν εξ ετών δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δε το άνθος έτι και νεαρόν φυλαττούσης, αίτιον δε τούτου φασίν είναι το την βαφήν δια μέλιτος γίνεσθαι των αλουργών, δι’ ελαίου δε λευκού των λευκών και γαρ τού­των τον ίσον χρόνον εχόντων την λαμπρότητα καθαράν και στίλβουσαν οράσθα.» (Βίοι Παράλ­ληλοι, Αλέξανδρος 36).

Επειδή κατά την αρχαιότητα οι λέξεις πορ­φύρα, «άνθος», βαφή, αλουργών κ.ά. χρησιμοποιούνταν τόσο γι’ αυτήν καθ’ αυτή την προφυροβαφή, όσο και για τα ήδη βαμμένα υφάσματα και τις διαδικασίες βαφής, το κείμενο του Πλου­τάρχου όχι μόνο είναι δυσνόητο αλλά δημιουργεί και σύγχυση όσον αφορά τη χημική πλευρά του θέματος. Προτού σχολιάσουμε το κείμενο θα πε­ριγράψουμε την τεχνολογία της πορφύρας για να γίνουν κατανοητές ορισμένες λεπτομέρειες.

 

Τεχνολογία της πορφύρας

 

Η βαφή («άνθος», κατά τον Αριστοτέλη) υπάρχει στα κοχύλια, σε αδένα που τον αφαιρούσαν με κα­τάλληλο ακαριαίο σπάσιμο του οστράκου και με ζωντανό τον οργανισμό, έτσι ώστε να μη διαχυθεί στο σώμα και απωλεσθεί η βαφή. Σε κάθε κοχύλι μέτριου μεγέθους η βαφή είναι ελάχιστη και απαι­τούνται δεκάδες χιλιάδες όστρακα για τη βαφή ενός χιτώνα. Η συλλογή των οστράκων γινόταν, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, την άνοιξη, διαπι­στώσαμε όμως ότι η βαφή υπάρχει στον αδένα του οστράκου όλο το χρόνο και είναι εκμεταλλεύ­σιμη.

Τα όστρακα είναι σαρκοφάγα, και αυτό το εκμεταλλεύθηκαν οι ειδικοί συλλέκτες (πορφυρευτές), χρησιμοποιώντας πλεγμένα καλαθάκια με διάφορα δολώματα (π.χ. μύδια). Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες, ευκολότερες τεχνικές, όπως για παράδειγμα το πόντισμα του δέρματος ζώων και ψόφιων ψαριών, όπου τα κοχύλια μαζεύονται σε σωρό. Στη συνέχεια, οι συλλέκτες τα χώριζαν σε είδη και μεγέθη.

 

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Μετά τη λήψη του αδένα με τη βαφή ακολουθούσε ξήρανση και λεπτή κονιοποίη­ση σε γουδί. Συντήρηση της βαφής μπορούσε να γίνει με τη βοήθεια μελιού σε σφραγισμένα πιθάρια. Εάν τα όστρακα ήταν μικρά, τα έσπαγαν και χρησιμοποιούσαν όλη τη μάζα για τα περαιτέρω. Από χημική άποψη, θεωρούμε αδιανόητη την απο­μόνωση καθαρής βαφής από την πορφυρομάζα κατά την αρχαιότητα.

Η τεχνική της βαφής με πορφύρα βαμβα­κιού και μαλλιών ήταν μεγάλο μυστικό και γινόταν σε αρκετά στάδια με πολύπλοκες διεργα­σίες. Σήμερα όμως η τεχνική είναι γνωστή σε γε­νικές γραμμές και μοιάζει με εκείνη της βαφής του φυσικού ινδικού (Ίσατης, στις παραμεσόγει­ες χώρες), αφού στην αρχαιότητα ήταν μοναδι­κές βαφές αναγωγής, με ίδια πρόδρομη χημική ένωση το ινδοξύλιο, όπου μετατρέπεται σε ινδικοτίνη (βαφική χημική ένωση του ινδικού και Ίσατης) και 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη, που είναι βαφική χημική ένωση της πορφύρας.

Η 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη απομονώθηκε το 1909 από τον Friedlander, ο οποίος υπολόγισε ότι για1,4 γρ. βαφής χρειάζονται 12.000 όστρακα! Ο μόνος προβληματισμός σήμερα σχετικά με την αρχαία συνταγή βαψίματος με πορφύρα, αφορά το γε­γονός ότι δεν είναι ακριβώς γνωστός ο χρόνος χρήσης των αρχαίων αναγωγικών συστημάτων, που θα περιγράψουμε παρακάτω.

Στην αρχή γινόταν πλύσιμο του μαλλιού ή του βαμβακιού σε λουτρό με τη βοήθεια εκχυλίσματος σαπωναρίας, που ήταν άφθονη στις πα­ραμεσόγειες χώρες. Το αυτοφυές αυτό φυτό περιέχει σαπωνίνη, που διαλύεται στο νερό με αφρισμό και γνώριζε ευρεία χρήση στην αρχαιό­τητα για το πλύσιμο νημάτων, υφασμάτων κ.ά.

Η ίδια η πορφυρομάζα αρχικά διαλυόταν σε αλα­τόνερο για αρκετές ημέρες, διότι είχε γίνει αντι­ληπτό από την πείρα ότι η βαφή διαλύεται σε θα­λασσινό νερό. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι έμενε σε αλμυρό νερό για τρεις ημέρες και μετά σε ήπια θερμοκρασία τη σιγοθέρμαιναν σε μολύβδινα καζάνια για δέκα ημέρες, ώστε να γίνει καλύτε­ρη διάλυση και να ελαχιστοποιηθεί η μάζα σαν χυλός. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου αφαιρούσαν τα περιττά υλικά, δηλαδή υπολείμ­ματα σάρκας, μικρά κομμάτια οστράκων, αν υπήρχαν κ.ά. Πιθανό να γινόταν και ξήρανση του χυλού, ώστε να μειωθεί ο όγκος. Ακολουθούσε ένα στάδιο βαφής που το γνώριζαν λίγοι.

Πρέπει να τονιστεί ότι η βαφή δεν μπορούσε να βάψει απευθείας, αφού ήταν αδιάλυτη σε βρόχινο νερό. Έπρεπε πρώτα να μετατραπεί σε λευκοένωση η οποία ήταν διαλυτή σε νερό (ακριβώς ίδια διεργασία όπως εκείνη που ακολουθούνταν για την ινδικοτίνη από ινδικό και Ίσατη). Στην πραγματικότητα γίνεται μια ενδομοριακή «μετάλλαξη» προς λευκο-ινδικοτίνη και στη συνέχεια επαναφορά της στην αρχική μορφή με οξείδωση. Η λευκοένωση αυτή δημιουργούνταν σε δοχεία με αναγωγικές διαδικασίες, δηλαδή με τη βοήθεια αλκάλεως και παρουσία αμμωνίας.

Για τη δημιουργία του αλκαλικού διαλύματος χρησιμοποιούσαν σβησμένη άσβεστο (Ca(OΗ),2) και στάχτη από ξύλα (αλισίβα) για τη δημιουργία υδροξειδίου του καλίου ή στάχτη από φύκια, για τη δημιουργία υδροξειδίου του νατρίου. Ακόμη φαίνεται ότι έβρισκαν χρήση και πίτουρα σιτα­ριού ή βρώμης, σαν παράγοντες αναγωγής. Για τη δημιουργία αμμωνίας χρησιμοποιούνταν πα­λιά ούρα. Τα βακτηρίδια των ούρων για την επι­βίωσή τους απαιτούν οξυγόνο και τελικά παρέ­χουν αμμωνιακό διάλυμα σε 2-3 εβδομάδες. Αυ­τός ήταν ο λόγος που τα βαφεία βρίσκονταν μα­κριά από την πόλη, λόγω της έντονης δυσάρε­στης οσμής από τα παλιά ούρα, που μαζί με την αποσύνθεση της σάρκας του οστράκου δημιουργούσε ανυπόφορη μυρωδιά που διαπότιζε δέρμα και ρούχα.

Τέτοιες εγκαταστάσεις αποθή­κευσης ούρων βρέθηκαν στις ανασκαφές στις Ράχες στα Ίσθμια (4ος οι. π.Χ.) καθώς και στον Κεραμεικό πρόσφατα (1ος αι. π.Χ.). Ακόμη, αυ­τός ήταν ο λόγος που η πορφύρα έπαψε να χρη­σιμοποιείται μετά την πτώση του Βυζαντίου, όπου η βαφή εξέλιπε εντελώς, όπως προαναφέ­ραμε.

Οι Μωαμεθανοί θεωρούν τα ούρα ακά­θαρτο προϊόν και απαγόρευσαν ολοκληρωτικά τη χρήση τους, με συνέπεια να μην υπάρχει άλ­λο αναγωγικό σύστημα την εποχή εκείνη και έτσι να τελειώσει η βασιλεία της πορφύρας έπειτα από 3000 χρόνια με τον πάπα Παύλο το 1464 μ.Χ. να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει κοχενίλη στο χρωματισμό των αμφίων του.

Στη διεργασία του βαψίματος η ζύμωση του λουτρού βαφής κρατούσε αρκετές ημέρες, ώστε να προκύψει πλήρης η λευκοένωση υπό μορφή διαλυτού άλατος. Τελικά γινόταν βάπτιση του μαλλιού στον κάδο. Ως προς τη φύση των μαλ­λιών, ο Πλάτωνας αναφέρει στο βιβλίο Δ των Πο­λιτικών: «[…] οι βαφείς επειδάν βουληθώσι βάψαι έρια ώστ’ είναι αλουργά, πρώτον μεν εκλέγονται εκ το­σούτων χρωμάτων μίαν φύσιν την των λευκών».

Τα μαλλιά βάφονταν πάντα στρουθισμένα, αλλά συνήθως άκλωστα, μέθοδο που ακολουθούσαν οι παραμεσόγειες χώρες καθώς και η Ινδία και η Περσία μέχρι τον 18ο αιώνα. Το υπό βαφή υλικό ανακινούνταν ελαφρά στον κάδο μέ­χρις ότου δεχτεί με δεσμούς υδρογόνου τη λευ­κοένωση μέχρι κορεσμού. Ακολουθούσε έκθεση στον ήλιο και στον αέρα, ώστε να προκληθεί οξείδωση και η λευκοένωση να μετατραπεί εκ νέ­ου σε 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη και να προκύψει το πορφυρό χρώμα. Ακολουθούσε πλύσιμο καλό με αλατόνερο, ξύδι κ.ά., ώστε να απομακρυνθούν οι δυσάρεστες οσμές και το χρώμα να αποκτήσει λαμπρότητα και αντοχή.

Πρέπει να τονιστεί ότι το πορφυροβαμμένο ύφασμα είχε μεγάλη αντοχή στο πλύσιμο, το φως κ.λπ., όπως ακριβώς και το ινδικό. Ακόμη πρέπει να τονίσουμε ότι οι αρχαίοι βαφείς είχαν αντιληφθεί ότι η ανάμειξη διαφό­ρων ειδών κοχυλιών (σε «άνθος» βέβαια) σε ορι­σμένες αναλογίες και ο κατάλληλος τρόπος πα­ρασκευής του αναγωγικού λουτρού ήταν αυτά που έδιναν την ποικιλία χρώματος στην πορφύρα με τους εκλεκτούς τόνους και τις λεπτές αποχρώσεις. Ακόμη, η επανάληψη της βάπτισης στο ίδιο λουτρό – κάδο ή σε διαφορετικό με άλλο εί­δος κοχυλιών θεωρούνταν δεδομένη. Οι απο­χρώσεις της πορφύρας που είχαν μεγάλη εκτίμη­ση ήταν η σκούρα κόκκινη, σαν πηγμένο αίμα, γνωστή ως πορφύρα της Τύρου, και εκείνη με χρώμα αμέθυστου, που έβαφαν τα βαφικά εργα­στήρια της Ερμιόνης.

Βέβαια, υπήρχαν και διά­φορες παραλλαγές, αφού οι προσπάθειες των πορφυροβαφείων για μεγαλύτερα κέρδη τους εί­χαν οδηγήσει σε νέες ανακαλύψεις χρωματικών τόνων. Όπως προαναφέραμε, τα κοχύλια τύπου brandaris και purpura haemastoma έδιναν κόκκι­νη χροιά. Το κοχύλι τύπου trunculus έδινε ιώδη προς μπλε χροιά.

Σήμερα γνωρίζουμε το λόγο αυτής της χρωματικής διαφοροποίησης. Τα δυο πρώτα περιέχουν κατά αποκλειστικότητα 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη, σαν βαφική χημική ένωση, ενώ η τρίτη ποικιλία συνδυασμό ινδικοτίνης (μπλε) με 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνης (κόκκινη), ώστε να προκύψει ιώδης χροιά. Μια άλλη παράμετρος ήταν και ο τόπος συλλογής της τρίτης ποικιλίας, διότι επηρέαζε την αναλογία των δυο βαφών και συνε­πώς την τελική χροιά.

 

Τα αρχαία βαφεία της Ερμιόνης και κριτική της ερμιονικής πορφύρας στα Σούσα

  

Τα αρχαία εργαστήρια παρασκευής της πορφυ­ροβαφής και οι εγκαταστάσεις του βαφείου βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο της σημερινής πό­λης της Ερμιόνης, στο σημερινό Μπίστι, που κα­τά την αρχαιότητα ονομαζόταν «Ποσείδιον». Έτσι, η έντονη άσχημη οσμή των βαφείων διέφευγε προς τη θάλασσα. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. χτίστηκε στο μέσο του ακρωτηρίου, στη σημερι­νή θέση «πλατεία», μεγάλος ναός του Ποσειδώ­να, ή της Αθηνάς, και πιθανότατα οι ιερείς του ναού είχαν τον έλεγχο και τη διαχείριση των ερ­γαστηρίων. Σε αρκετές θέσεις σήμερα υπάρχουν μεγάλες αποθέσεις οστράκων με σπασμένα κε­λύφη. Η επιτόπια εξέταση δεν έδωσε ενδείξεις ότι οι αρχαίοι έπαιρναν το «άνθος» ανοίγοντας το κέλυφος του κοχυλιού σε κατάλληλη θέση.

 

Η Ερμιόνη από το Μπίστι, περίπου 1924. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. χτίστηκαν τα περιμετρικά τείχη της Ερμιόνης που είχαν ως συνδετικό υλικό κελύ­φη σπασμένα από όστρακα αντί χαλικιού. Διαπι­στώσαμε ότι 18% του συνδετικού υλικού ήταν σπασμένα όστρακα, που σημαίνει ότι πάνω από 250 τόνοι έχουν χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο του αρχαίου τείχους δηλαδή τουλάχιστον 10 εκατομ­μύρια κελύφη. Επίσης, με κελύφη μπάζωσαν τους χώρους μέσα από την πλευρά του τείχους. Η χρήση των σπασμένων οστράκων ως συνδετι­κό υλικό συνεχίστηκε και αργότερα. Ακόμη και ο ανεμόμυλος που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αι­ώνα μ.Χ. από τους Ερμιονίτες αγωνιστές Μητσαίους έχει ως συνδετικό υλικό σπασμένα όστρακα.

Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι τα εργαστήρια βα­φής πρέπει να ήταν στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο ανεμόμυλος των Μητσαίων. Πρέπει να άρχισαν να λειτουργούν τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. και εξακολουθούσαν μέχρι τον 6ο αιώ­να μ.Χ. Κατά τα 1000 και πλέον χρόνια λειτουρ­γίας στην Ερμιόνη χρησιμοποιήθηκαν εκατοντά­δες εκατομμύρια κοχύλια. Συλλέκτες οστράκων υπήρχαν σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή της Ερμιό­νης, αφού χρειάζονταν εκατομμύρια όστρακα ετησίως. Αυτός που ασχολούνταν με τη συλλογή των οστράκων ονομαζόταν πορφυρευτής. Συγκέ­ντρωνε τα κοχύλια και σε τακτά διαστήματα τα παρέδιδε ζωντανά στο Μπίστι.

Η αρχαία πόλη Αλιείς, που άκμασε τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. στον κόλπο του Πόρτο Χελιού και που σήμερα είναι βυ­θισμένη σχεδόν ολόκληρη στη θάλασσα, ήταν πι­θανότατα κέντρο συλλογής οστράκων, που τα παρέδιδαν στην Ερμιόνη για τα περαιτέρω. Σε αυ­τό συνηγορεί και το γεγονός ότι στις ανασκαφές, που έγιναν στο Πόρτο Χέλι, δεν βρέθηκαν σωροί από όστρακα, τα οποία συνεπώς δίνονταν αλλού. Προφανώς, όλη η ευρύτερη περιοχή «δούλευε» συγκεντρώνοντας κοχύλια. Η εξαγωγή της βαφής από τα όστρακα γινόταν στο πορφυρείο, όπου βρισκόταν και το κεντρικό εργαστήριο. Οι σωροί από σπασμένα κοχύλια μαρτυρούν τη θέση του πορφυρείου. Από την επιτόπια εξέτασή μας στην περιοχή έχουμε την εντύπωση ότι τα εργαστήρια (πορφυρεία) πρέπει να βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο του ακρωτηρίου. Δυστυχώς, δεν έχουν γίνει ανασκαφές στην περιοχή, εκτός από αυτήν που έγινε το 1908 από τον Φιλαδελφέα, ο οποίος είχε στόχο τις μυκηναϊκές αρχαιότητες και τον κύριο ναό του Ποσειδώνα.

Τα εργαστήρια βαφής χρειάζονταν βρόχινο νερό και άρα και στέρνες αποθήκευσης. Στο Μπίστι υπάρχουν αρκετές, οι περισσότερες λαξευ­μένες σε βράχους. Επίσης, στις εγκαταστάσεις έπρεπε απαραίτητα να υπάρχουν δοχεία χημικών, όπως καυστικής σόδας ή ποτάσας, σάπωνες κ.ά., καθώς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης παλιών ούρων. Πρότυπα βαμμένα νήματα σαν δείγματα και σκεύη ανάμειξης, ζυγαριές κλπ. θεωρούνταν αυτονόητα. Η ύπαρξη αυτών δικαιολογεί τα ευρή­ματα και τα ιδιόρρυθμα σκεύη που βρέθηκαν στη θέση Ράχες στα Ίσθμια, όπου έγιναν ανασκαφές σε μεγάλο αρχαίο βαφείο.

 

Κοχύλι τύπου Murex-brandaris, που θεωρείται βασικό είδος της περιοχής της Ερμιόνης.

 

Ο αριθμός των κοχυ­λιών που συγκεντρώνονταν στο Μπίστι έφτανε αρκετές χιλιάδες την ημέρα, τα οποία έδιναν 10-20 κιλά πρώτη ύλη πορφυροβαφής. Συνεπώς, έπρεπε να υπήρχε ειδικός χώρος αποθήκευσης. Η επιτήρηση ήταν αυτονόητη και αυστηρή, και η οικονομική σημασία για την πόλη μεγάλη. Έτσι εξηγείται και η ακμή της πόλης με το χτίσιμο των τειχών, των ναών κ.ά. Η διαχείριση τόσο μεγάλου πλούτου απαιτούσε ανθρώπους με γνώση, που γνώριζαν την εσωτερική και εξωτερική αγορά, αφού το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος ήταν για εξαγωγή. Αν δεχθούμε ότι τα εργαστήρια λει­τούργησαν περίπου 1000 χρόνια με μια μέση επε­ξεργασία 10.000 οστράκων την ημέρα, τότε κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους έγινε η επεξεργα­σία 2 ως 3 δισεκατομμυρίων κοχυλιών!

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Πλούταρ­χου για την πορφύρα της Ερμιόνης, που βρήκε ο Αλέξανδρος στα Σούσα, οι ερμηνείες του είναι δυο. Στο κείμενο δεν ξεκαθαρίζεται αν βρέθηκαν 5000 τάλαντα βαφής ή υφασμάτων βαμμένων με πορφύρα, που είχαν αποθηκευτεί πριν από 190 χρόνια, ολόφρεσκων με τη βοήθεια μελιού. Επί­σης, αναφέρεται έλαιο για τη δημιουργία λευκής  πορφύρας, που σαν όρος είναι ακατανόητος, αν πρόκειται για ύφασμα.

Ο Πλούταρχος, που έζη­σε τον 1ο αιώνα μ.Χ., ασφαλώς θα διάβασε κά­που αυτή την πληροφορία για γεγονότα που έγι­ναν τέσσερις αιώνες πριν, και το πιθανότερο εί­ναι να μην κατάλαβε πως από πορφυρά βαφή προκύπτει λευκή. Ηθελημένα, λοιπόν, έγραψε συγκεχυμένα, ώστε να μην είναι εύκολο να δια­κρίνει κανείς αν εννοούνται υφάσματα ή καθαρή πορφυροβαφή. Από χημική άποψη, όμως, φαίνε­ται ότι στα Σούσα βρέθηκε βαφή και όχι υφά­σματα. Ορισμένα δοχεία θα περιείχαν την αδιάλυτη κόκκινη πορφυροβαφή σε σκόνη, δηλαδή την πορφυρομάζα από τον αδένα του κοχυλιού μαζί με μέλι ως συντηρητικό, ενώ άλλα δοχεία θα είχαν τη λευκοένωση με πυκνό διάλυμα καυ­στικού αλκάλεως.

Είναι γνωστό ότι τα πυκνά αλ­καλικά διαλύματα, κατά την αφή, δημιουργούν μια αίσθηση που μοιάζει με εκείνη του λαδιού. Συνεπώς, αυτό είναι πιθανότατα το λευκό έλαιο που αναφέρει ο Πλούταρχος. Εάν δεχτούμε ως βάρος βαφής τα 5000 τάλαντα, πρόκειται για 130.000 κιλά. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο αυ­τή στην Ερμιόνη υπέστησαν επεξεργασία για εξαγωγή πάνω από 100 εκατομμύρια κοχύλια. Αν δεχτούμε ότι τα εργαστήρια μπορούσαν να επεξεργαστούν ημερησίως μερικές χιλιάδες κο­χύλια, είναι φανερό ότι τα βαφεία πρέπει να δού­λεψαν εντατικά για 50 χρόνια περίπου.

Η Περσι­κή Αυτοκρατορία με τον Δαρείο Α’ (522-486 π.Χ.) φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή και δόξα με κέ­ντρο του αχανούς κράτους τα Σούσα, μέχρι να τα κυριεύσει ο Μ. Αλέξανδρος το 330 π.Χ. επί Δαρείου Γ’. Είναι φανερό, συνεπώς, ότι τα εργα­στήρια της Ερμιόνης τροφοδοτούσαν τους Πέρ­σες με πορφυροβαφή για τουλάχιστον δυο αιώ­νες, αποκομίζοντας τεράστια έσοδα και δίνο­ντας μεγάλη ακμή στην πόλη με το χτίσιμο τει­χών, ναών κ.λπ. Το ερώτημα είναι γιατί ο Κύρος ο Μέγας, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες και μέγας βασιλιάς, ενώ είχε υπό την κατο­χή του όλα τα πορφυροβαφεία της Φοινίκης και μετά την προσάρτηση της Μ. Ασίας τον 6ο αιώ­να π.Χ. όλες επίσης τις εγκαταστάσεις πορφύ­ρας στα δυτικά παράλιά της, αποθήκευσε και προφανώς χρησιμοποιούσε πορφύρα εισαγω­γής από μια εχθρική χώρα και ειδικότερα από την Ερμιόνη.

Από την επιτόπια συλλογή οστρά­κων, που υπάρχουν κυρίως στην Ερμιόνη (murex trunculus), και την αφαίρεση των πορφυρο-αδέ­νων, διαπιστώσαμε ότι τα χέρια μας βάφονταν με ιώδες χρώμα, βιολετί, στη χροιά του αμέθυ­στου. Παρόμοιο χρώμα προέκυψε με απλή διεργασία βαφής κατευθείαν από το «άνθος» σε λευ­κό βαμβακερό ύφασμα. Βάψαμε τόσο με «άν­θος» από τα κοχύλια Ερμιόνης, όσο και με τις ποικιλίες της Τύρου (που υπάρχουν στη θάλασ­σα της Ερμιόνης, αλλά σε μικρό ποσοστό), όπου προέκυψε κόκκινη χροιά, σε αντιδιαστολή με τα κύρια κοχύλια της Ερμιόνης (trunculus) που έδωσαν χροιά αμέθυστου.

Θεωρούμε ότι η χρωματική χροιά ήταν ιδιόμορφη και εντυπωσιακή και αυτός ήταν ο λόγος της επιλογής της από τη βασιλική αυλή του Κύρου και του Δαρείου στη συνέχεια. Επί των ημερών μας δεν υπάρχει καμία ανά­μνηση από τα περίφημα πορφυροβαφεία της Ερμιόνης, παρά μόνο οι σωροί από τα σπασμένα όστρακα, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το ακρωτήριο των αρχαίων εργαστηριακών εγκατα­στάσεων, μάρτυρες του αρχαίου μεγαλείου και της δόξας της πόλης.

 

 Δρ. Σταύρος Πρωτοπαπάς           

Χημικός μουσείων                          

Βασίλης Γκάτσος

Χημικός

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί Χρωμάτων και Πε­ρί τα ζώα ιστορίαι,  εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994.
  • BERNS R. S.,  Billimeyer and Saltzman’s Principles of Color Technology, J.Wiley&Sons,New York,  2000.
  • BRUNELLO F., The Art of Dyeing in the History of Mankind,  Ed. Ν. Pozza,Vicenza 1973.
  • ΓΚΑΤΣΟΣ Β., Η των Ερμιονέων πόλις, έκδ. του συγγραφέα, Πειραιάς, 1996.
  • COOKSEY C. J. – «TLC of the Indigoid Colorants in Shelltish Purple», στο Dyes in History and Archaeology, τόμ. 14,  Ed. Ρ. Walton Rogers,Amsterdam1995.
  • FORBES R. J., Studies in Ancient Tech­nology, τόμ. 4. E.J. Brill, Leyden 1964.
  • FRIEDLANDER Ρ., «Uber den Farbstoff des antiken Purpurs aus murex bran-daris», Berichte der Deutschen Chemis­chen Gesellschaft, τόμ. 42 (1909),  σ. 765-770.
  • HEINISCH Η. F., «Ancient Purple: An Historical Survey», FibreEng. Chem. 18 (1957), σ 203-206.
  • JACKSON J., «The Geographical Distribution of the Shell-Purple Industry», Memoirs Manchester Phil. Soc., τόμ. LX, μέρος 2, No 7,Manchester1916.
  • ΚΑΡΔΑΡΑ Xρ., «Βαφή, βαφεία και βαφαί κατά την αρχαιότητα». HESPERIA XLII (1974), σ. 447-453.
  • MCGOVERN Ρ. – MISHEL R., «Royal Purple Dye», Analytical Chemistry 57/14, American Chemical Society 1985, σ. 1514A-1522A.
  • ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Βίοι Παράλληλοι, Αλέ­ξανδρος – Καίσαρ, παράγρ. 36 έκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993. PONTING K.G., A Dictionary of Dyes and Dyeing,  Mills and Boon Ltd,Lon­don 1980.
  • REINHOLD Μ., «History of Purple as a Status in Antiquity», Collection Latomus, τόμ. 116,Brussels 1970.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.

 

Read Full Post »

Πίνδαρος (518/522 – 438 π.Χ.)


 

Ο Πίνδαρος εδώ στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.

Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.

Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)

 

Προτομή του Πινδάρου. Μουσείο Καπιτολίνι, Ρώμη.

Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.

Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος˙πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  

Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.

 

 

Η γέννηση του Πινδάρου 1848. Ανρί Πιέρ Πικού (Henri Pierre Picou 1824-1895), Musée d' Orsay.

 

 

Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.

Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.

Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σελίδα από τον πρώτο ολυμπιόνικο του Πινδάρου. Αφιερώνεται στον Iέρωνα, τύραννο των Συρακουσών, ο οποίος νίκησε στους Oλυμπιακούς Aγώνες στην ιπποδρομία κελήτων.

Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.

Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.

Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:

 Ύμνοι (1 βιβλίο)

Παιάνες (1 βιβλίο)

Διθύραμβοι (2 βιβλία)

Προσωδία (1 βιβλίο)

Παρθένια (3 βιβλία)

Υπορχήματα (1 βιβλίο)

Εγκώμια (1 βιβλίο)

Θρήνοι (1 βιβλίο)

Επινίκια (4 βιβλία).

Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).

Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε : 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.

 

Πίνδαρος – Αγγλική έκδοση

   

Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.

Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.

Πίνδαρος, J.W. Cook.

Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε. Αναλυτικά, διαβάζουμε :

  

Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή

1

« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,

χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.

Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας

τους άθλους του Περσέα, που δάμασε

τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,

που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο

με τα χέρια του Επάφου.

Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,

που μόνη αυτή, ατάραχη,

το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;

2

Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,

έκαμε αθάνατο το Διομήδη.

Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,

έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,

που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.

Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος

κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.

Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,

αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε

στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα

το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.

3

Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος

έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε

στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του

φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.

Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε

κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε

το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.

Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο

ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,

σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,

του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.

4

Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του.

5

Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων

στην Πυθώνα εθριάμβευσε

και από την τύχη οδηγούμενος,

ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.

Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν

οι Μούσες τον αγρό τους,

με τρεις νίκες στης θάλασσας

τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,

όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.

Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν

δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,

αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.

Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,

αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.

Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.

6

Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει

και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν

στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,

που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που

καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;

Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –

οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,

με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε

στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,

τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν

με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.

7

Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.

8

Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος

με φιάλες, από κρασί γεμάτες.

Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους

από Χλαίνες μαλθακές.

Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω

τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.

Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο

να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα

και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.

Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει

ως έπαθλο αυτών,

που χάρις στη γοργάδα των κνημών

και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν

μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »[2]

[………………………………….]

( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.

Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.

Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.

 

Η λύρα του Πινδάρου στην Ολυμπία, Linson, Corwin Knapp, b. 1896.

 

Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.

Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.

Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.

Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.

Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   

[2] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

            

Πηγές


 

  • Ηλίας Σπυρόπουλος, «Πίνδαρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Τόμος 8ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Διογένης Μαλτέζος « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κ. Κλεάνθους, «Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων, σημειώσεων και πίνακος των λέξεων», Τόμος Α’, Εκ της τυπογραφίας Μορτέρρα και Σ., Εν Τεργέστη, 1886.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η συμβολή του Αρχαίου Άργους στην ανάπτυξη της Μουσικής 


 

Ο Ηρόδοτος μας παραδίδει ότι περί το 600 π.Χ. οι Αργείοι είχαν τη φήμη ότι ήσαν οι καλύτεροι μουσικοί ανάμεσα στους Έλληνες [1]. Μολονότι το σχετικό εδάφιο του πατέρα της Ιστορίας αμφισβητείται, τα στοιχεία, που διαθέτουμε σήμερα για το θέμα, επιβεβαιώνουν αυτή την υπεροχή των Αργείων. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να ιχνηλατήσουμε την εξέλιξη της μουσικής στο Αρχαίο Άργος, όσο μας το επιτρέπουν οι ιστορικές πηγές, τα αρχαιολογικά ευρήματα και οι σύγχρονές μας μουσικολογικές  μελέτες.

Το παλαιότερο, ίσως, σχετικό αρχαιολογικό εύρημα από την περιοχή είναι η παράσταση μιας τρίχορδης λύρας σε θραύσμα αγγείου από την Τίρυνθα, που χρονολογείται στον 12ο π.Χ. αιώνα [2]. Τα όργανα της  οικογένειας της λύρας – κιθάρας αρχικά είχαν μόνο τρεις χορδές, άρα εδώ έχουμε απεικόνιση ενός οργάνου πρώιμης χρονικά περιόδου. Κατά τη Μυθολογία την τέταρτη χορδή πρόσθεσε στα όργανα αυτά ο Λίνος, γιός του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης, σε μυθικούς ακόμη χρόνους.      

Η ιστορική μνήμη μάς παραδίδει σαν πρώτο σημαντικό Αργείο μουσικό τον κιθαριστή Αριστόνικο [3]. Ο Αριστόνικος ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την «ψιλήν κιθάρισιν», δηλαδή την εκτέλεση  μουσικής από μόνο κιθάρα, solo κιθάρα, τον 7ο π.Χ. αιώνα, μέχρι τότε υπήρχε μόνο «κιθαρωδία», δηλαδή τραγούδι (ωδή) με συνοδεία κιθάρας. Καθιερώνοντας ο Αριστόνικος την «ψιλήν κιθάρισιν», την σκέτη κιθάριση, αποδέσμευσε την κιθάρα από τον συνοδευτικό χαρακτήρα της στο τραγούδι και την ανάδειξε σε ανεξάρτητο μουσικό όργανο.

Σήμερα μπορούμε να αντιληφθούμε καλά την σημασία αυτής της καινοτομίας, αν αναλογισθούμε τί διαφορά έχουν η κιθάρα ή το πιάνο, όταν συνοδεύουν τραγούδι και ποιές γνώσεις και ικανότητες απαιτούνται, όταν αυτά τα όργανα χρησιμοποιούνται για σολιστική παρουσίαση αυτοτελών έργων για πιάνο ή κιθάρα. Και οι αρχαίοι είχαν ήδη εκτιμήσει ακριβώς αυτή τη διαφορά, γι’ αυτό, και επί αυλωδίας, νικητή στεφάνωναν μόνο τον αοιδό και όχι και τον συνοδό αυλητή.

Τόση ήταν η απήχηση αυτής της ενέργειας του Αριστόνικου ώστε η ψιλή κιθάριση θεωρήθηκε σπουδαίο επίτευγμα και καθιερώθηκε σαν επίσημο αγώνισμα στις μεγάλες Πανελλήνιες εορτές. Γνωρίζουμε ότι το αγώνισμα αυτό, «τῶν κιθαριστῶν τῶν ἐπὶ τῶν κρουμάτων τῶν ἀφώνων»[4], εισήχθη για πρώτη φορά, λίγα χρόνια μετά τον Αριστόνικο, στα Πύθια των Δελφών στα 558 π.Χ. και πρώτος νικητής αναδείχθηκε τότε ο Αγέλαος από την Τεγέα.

Η καθιέρωση του αγωνίσματος της solo κιθάρας στα Πύθια μας οδηγεί και σε άλλες σκέψεις. Η κιθάρα την εποχή εκείνη, και για χρόνια μετά, είχε επτά χορδές (εικ. 1), όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και σε αυτή την αγγειογραφία, είναι όμως ευνόητο ότι οι κιθαριστές δεν χρησιμοποιούσαν μόνο τους επτά φθόγγους, τις επτά νότες που αντιστοιχούσαν στις ισάριθμες χορδές, αλλά με κατάλληλους δακτυλισμούς διέκοπταν τη δόνηση των χορδών σε διάφορα σημεία, όπως διακρίνουμε να κάνει με το αριστερό του χέρι ο μουσικός της εικόνας, έτσι ώστε να παράγονται και άλλοι φθόγγοι. Την ίδια αρχή εφαρμόζουν μέχρι και σήμερα όσοι παίζουν κιθάρα ή μπουζούκι ή όργανα της οικογένειας του βιολιού, πιέζοντας με το αριστερό τους χέρι τις χορδές στη ταστιέρα των οργάνων αυτών.

 

Εικ. 1. Θραύσμα ερυθρόμορφου αττικού αγγείου του 490 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Ακρ. 609.

 

Η ψιλή κιθάριση διατηρήθηκε στους διάφορους ανά την Ελλάδα μουσικούς αγώνες σε όλη την διάρκεια της Ελληνικής Αρχαιότητας. Εδώ (εικ. 2) μπορούμε να δούμε ένα κιθαριστή, μάλλον σε επίσημο μουσικό αγώνα, που φορά στεφάνι και πολυτελές ένδυμα συναυλίας και είναι πλαισιωμένος από δύο κριτές.   

 

Εικ. 2. Κιθαρωδός σε μουσικό αγώνα στον ερυθρόμορφο αμφορέα του αγγειογράφου Ανδοκίδου. 5ος π.Χ. αιώνας. Μουσείο Λούβρου, G1. Φωτογραφία της RMN. Φωτογράφος Lewandowski.

 

Σύγχρονος με τον Αριστόνικο υπήρξε ένας άλλος Αργείος μουσικός, αυλητής αυτός, ο Ιέραξ, που ήταν διαπρεπής μουσικός των χρόνων του, του 7ου αιώνα π.Χ. Κατά τον Πολυδεύκη [5] ο Ιέραξ ήταν μαθητής τού μεγάλου αυλητή Ολύμπου, του τελευταίου από την ονομαστή μυθική αυλητική Φρυγική τριάδα, που την αποτελούσαν οι: Ύαγνις, Μαρσύας και Όλυμπος. Ο Ιέραξ πέθανε νέος, πρόλαβε, όμως, να αφήσει σημαντικό έργο, που αφορούσε συνθέσεις για αυλούς. Το όνομά του στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής μουσικής συνδέεται με τρεις μορφές, με τρία είδη συνθέσεων για αυλούς, τα οποία επινόησε αυτός : τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν.

Ο ιεράκειος νόμος ήταν σύνθεση για αυλούς και, όπως όλοι οι νόμοι της αρχαίας ελληνικής μουσικής, αποτελούσε σημαντική σύνθεση υψηλών απαιτήσεων∙ ήταν μια πολύ πειθαρχημένη και αυστηρού χαρακτήρα μορφή – μουσική φόρμα, τόσο από πλευράς σύνθεσης όσο και από πλευράς εκτέλεσης. Οι συνθέτες των μουσικών νόμων, αλλά και οι παρουσιαστές τους, ήσαν υποχρεωμένοι να τηρούν τα διάφορα στοιχεία αυτών των συνθέσεων απαρέγκλιτα σαν να επρόκειτο για νόμους της Πολιτείας, και μάλιστα από αυτήν την υποχρέωση οι συνθέσεις αυτές ονομάστηκαν νόμοι. Ειδικά οι ιεράκειοι νόμοι είχαν, φαίνεται, τόσες ιδιαιτερότητες και τόσες δυσκολίες κατά την εκτέλεσή τους, ώστε υπήρχαν ειδικές αυλητρίδες που έπαιζαν στον αυλό τους αποκλειστικά ιεράκειους νόμους [6].

Το ιεράκειον μέλος ήταν ένα άλλο είδος οργανικής σύνθεσης που το έπαιζαν και πάλι με αυλούς, συνοδεύοντας τα κορίτσια που κρατούσαν τα λουλούδια, τις «ανθεσφόρες», κατά την πομπή προς τιμή της Ήρας – Ανθείας, που τελούσαν στο Άργος [7]. Κάθε φορά, με την ευκαιρία αυτής της πομπής, οι μεταγενέστεροι αυλητές επί αιώνες συνέθεταν νέα ιεράκια μέλη.

Τέλος η ενδρομή ήταν και αυτή ένα είδος σύνθεσης για αυλό, διακεκριμένη και σπουδαία, την οποία πρώτος εμπνεύστηκε και συνέθεσε ο Ιέραξ, και η οποία καθιερώθηκε να συνοδεύει στους Ολυμπιακούς αγώνες το αγώνισμα του πεντάθλου κάθε φορά, με νέα έργα αυτού του είδους. Τις συνθέσεις αυτές τις θεωρούσαν τόσο σπουδαίες ώστε να τις δημιουργούν και να τις παρουσιάζουν διάσημοι αυλητές, όπως υπήρξε ο Πυθόκριτος ο Σικυώνιος, που παρουσίασε έξι φορές ενδρομή στους Ολυμπιακούς αγώνες στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. [8], ενώ παράλληλα ο ίδιος είχε  αναδειχθεί και άλλες έξι φορές πυθιονίκης-αυλητής στους Δελφούς. Για τις νίκες του αυτές, μάλιστα, τιμήθηκε με ανάγλυφη ενεπίγραφη στήλη στην Ολυμπία. Οι ενδρομές εξακολούθησαν να συνοδεύουν το πένταθλο (άλμα, δρόμος, δίσκος, ακόντιο και πάλη) μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή από συνήθεια πλέον, τότε, όμως, οι συνθέσεις αυτές κατέληξαν να είναι ασήμαντες και αδύναμες και οπωσδήποτε όχι ανάλογες προς την αρχαιοπρεπή και σπουδαία μορφή που είχε συλλάβει ο Ιέραξ, ο πρώτος δημιουργός τους [9].    

Η έντονη μουσική ανάπτυξη εξακολούθησε να σημειώνεται στο Άργος και στην Αργολίδα γενικά και κατά τη διάρκεια του 7ου , 6ου  και 5ου αιώνα π.Χ. Τότε παρουσιάστηκαν μεγάλες μουσικές μορφές όπως ο αυλητής και ποιητής Σακάδας, η σπουδαία Αργεία ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα, ο μουσικός και πρώτος θεωρητικός της μουσικής Λάσος ο Ερμιονεύς, ο Μικύλος, του οποίου μάλιστα έχει σωθεί το χάλκινο κύμβαλo (εικ.3) με την επιγραφή ΤÔΙ ΑỈCΚΛΑΠΙÔΙ ẢΝÉΘΕΚΕ ΜΙΚÝΛΟC και άλλοι.     

 

Εικ. 3. Χάλκινο Κύμβαλο του Μικύλου. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αρ. ευρ. 10870 της Συλλογής Χαλκών του Μουσείου.

 

Στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται στο Άργος ένας από «τοὺς εὑρετὰς τῆς πρώτης μουσικῆς» (κατά τον Λυσία [10]), είναι ο ονομαστός αυλητής Σακάδας ο Αργείος. Αρχικά ο Σακάδας ήταν ποιητής, συνθέτης μελοποιημένων ελεγείων και αυλωδός, αλλά αργότερα στράφηκε στην καθαρά αυλητική τέχνη [11]. Όπως παλαιότερα ο συμπατριώτης του Αριστόνικος διαχώρισε την κιθαρωδία σε κιθάριση και ωδή, έτσι και ο Σακάδας απελευθέρωσε τον αυλό από τη συνοδεία του τραγουδιού και τον ανέδειξε σε αυθύπαρκτο όργανο. Όταν στα 586 π.Χ. καθιερώθηκε σαν επίσημο αγώνισμα στα Πύθια, στους Δελφούς, η εκτέλεση σόλο αυλού, δηλαδή η σκέτη αύληση, ο Σακάδας αγωνίστηκε και νίκησε παρουσιάζοντας εκεί, στο Θέατρο των Δελφών (εικ. 4), για πρώτη φορά τον Πυθικό Νόμο. Κατά τον Παυσανία [12] τη νίκη του αυτή την επανέλαβε και στις δύο επόμενες πυθιάδες με νέους Πυθικούς νόμους, καθιερώνοντας τη νέα αυτή μορφή σύνθεσης.

 

Εικ. 4. Θέατρο των Δελφών.

 

Ο Πυθικός νόμος ήταν μια σύνθεση που είχε σκοπό να περιγράψει την πάλη του Απόλλωνος με τον Πύθωνα, τον  φοβερό δράκοντα-φίδι, που αρχικά ήταν ο κύριος των Δελφών, και να υμνήσει την τελική νίκη του θεού.

Τον Πυθικό νόμο αποτελούσαν τα εξής πέντε μέρη :

1ο) η πείρα (εισαγωγή δηλαδή), όπου ο θεός εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου πριν αρχίσει τον αγώνα,

2ο) ο κατακελευσμός (δηλαδή η πρόκληση,), εδώ ο θεός προκαλεί σε αγώνα τον Πύθωνα,

3ο) το ιαμβικόν, όπου ο αυλός διηγείται μουσικά τον κυρίως αγώνα. Στο μέρος αυτό επιχειρείται η μίμηση από τον αυλό του τριξίματος των δοντιών του πληγωμένου δράκοντα με τον λεγόμενο οδοντισμό,

4ο) το σπονδείον, όπου δηλώνεται η νίκη  του θεού και τέλος

5ο) η καταχόρευσις, ο επινίκιος χορός, όπου ο θεός γιορτάζει χορεύοντας  τη νίκη του.

Και μόνη η απαρίθμηση των μερών του Πυθικού νόμου είναι αρκετή για να καταστήσει σαφές ότι τα έργα αυτά ήσαν συνθέσεις μεγάλης έκτασης και πολλών απαιτήσεων.

Η εντύπωση που δημιούργησε ο Πυθικός νόμος ήταν τόσο έντονη, ώστε, κατά τον Παυσανία [13], ο Σακάδας έγινε αιτία να διαλυθεί η απέχθεια που έτρεφε ο Απόλλων προς τους αυλητές, κατάλοιπο της έχθρας του θεού προς τον αυλητή  Μαρσύα, μετά τον μεταξύ τους μουσικό αγώνα.

Τα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια του Πυθικού νόμου διατηρήθηκαν από τους μεταγενέστερους συνθέτες, που ήσαν συγχρόνως και οι εκτελεστές τους, αναλλοίωτα για αιώνες, μέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ., οπότε και τροποποιήθηκε ο Πυθικός νόμος από τον Τιμοσθένη, τον ναύαρχο του φιλότεχνου βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου (309-247 π.Χ.) [14].

Τους αυλητές που έπαιζαν τους Πυθικούς νόμους τους ονόμαζαν πυθικούς αυλητές ή πυθαύλες και τους αυλούς που μεταχειρίζονταν για την παρουσίασή τους πυθικούς αυλούς [15] . Εδώ (εικ. 5) Βλέπουμε αυλητή με επίσημο ένδυμα να παίζει τον δίαυλό του σε μουσικό αγώνα.

 

Εικ. 5. Ερυθρόμορφος αμφορέας των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Πυθικός νόμος είναι η πρώτη γνωστή σύνθεση προγραμματικής μουσικής, της οποίας γνωρίζουμε την υπόθεση που διηγείται η μουσική. Με τον όρο προγραμματική μουσική ονομάζουμε σήμερα στη μορφολογία μια ελεύθερη φόρμα – μορφή, που έχει σκοπό να εκφράσει με ήχους, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, μια σκέψη, μια υπόθεση ή να διηγηθεί ένα ποίημα. Στη νεώτερη εποχή αυτός που καθιέρωσε την προγραμματική μουσική ήταν ο Έκτωρ Μπερλιόζ (Hector Berlioz, 1803-1869), μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα.

Με τις νίκες του εκείνες ο Σακάδας έγινε ο ιδρυτής της περίφημης αυλητικής παράδοσης, της αυλητικής σχολής του Άργους, σχολής που για πολλούς αιώνες ανταγωνιζόταν την επίσης ονομαστή Θηβαϊκή αυλητική σχολή, που ίδρυσε εκεί ο εξίσου σπουδαίος Θηβαίος αυλητής Πρόνομος. Μάλιστα μεταξύ των δύο αυτών παραδόσεων αναπτύχθηκε μεγάλη άμιλλα, που γνωρίζουμε ότι ίσχυε τουλάχιστον μέχρι το 369 π.Χ., όταν οι Αργειακοί και οι Βοιωτικοί αυλοί συναγωνίζονταν, παίζοντας αντίστοιχα συνθέσεις του Σακάδα και του Προνόμου, καθώς συνόδευαν το κτίσιμο των τειχών, των ναών και των κατοικιών της Πελοποννησιακής Μεσσήνης [16].

Βιογραφικές πληροφορίες για τον Σακάδα δεν μας έχουν διασωθεί, φαίνεται όμως ότι ήταν γενικά καταξιωμένη μουσική προσωπικότητα με πανελλήνια προβολή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανίου [17] ο Πίνδαρος είχε αφιερώσει στον Σακάδα κάποιον ύμνο ή τουλάχιστον τον ανέφερε σε κάποιο προοίμιό του, όπου φαίνεται ότι σχολίαζε το μέγεθος των αυλών του Αργείου αυλητή. Με αφορμή μάλιστα εκείνο το εδάφιο του Πινδάρου, ο Παυσανίας ψέγει τον γλύπτη του αγάλματος του Σακάδα, που ο ίδιος είδε να υπάρχει στο ιερό άλσος των Μουσών στον Ελικώνα ανάμεσα στα αγάλματα των Μουσών, γιατί στο άγαλμα εκείνο, κατά τον Περιηγητή, δεν τηρήθηκαν οι αναλογίες αυλητή – αυλών που ανέφερε ο Πίνδαρος.

Ο Ψευδο – Πλούταρχος, εκτός του Πυθικού νόμου, αποδίδει στον Σακάδα και άλλες δημιουργίες, όπως τον Τριμερή νόμο [18]. Ο Τριμερής ή Τριμελής νόμος ήταν μια σύνθεση, που περιελάμβανε Δώριο, Φρύγιο και Λύδιο τρόπο και ο Σακάδας συνέθεσε τρεις στροφές και δίδαξε τη χορωδία να τραγουδάει την πρώτη στροφή σε Δώριο, τη δεύτερη σε Φρύγιο και την τρίτη σε Λύδιο τρόπο. Η ύπαρξη των τριών διαφορετικών αρμονιών-τρόπων έδωσε και τον χαρακτηρισμό τού Τριμερούς στη σύνθεση αυτή. Ο Πλούταρχος προσθέτει, βεβαίως, ότι ως εφευρέτης του νόμου αυτού αναφέρεται κάπου ο Κλονάς ο Σικυώνιος.            

Ο Ψευδο – Πλούταρχος συνεχίζει να μας πληροφορεί ότι ο Σακάδας μαζί με τον Θαλήτα από τη Γόρτυνα, τον Ξενόδαμο από τα Κύθηρα, τον Ξενόκριτο από τους Λοκρούς και τον Πολύμνηστο από την Κολοφώνα υπήρξαν οι συνδημιουργοί της δεύτερης Σπαρτιατικής μουσικής σχολής (παράδοσης). Η ομάδα αυτή των μουσικών θέσπισε στη Σπάρτη τις Γυμνοπαιδίες, όπου είχαμε τους τρεις χορούς : των γερόντων, των ανδρών και των παίδων με τα γνωστά τους τραγούδια [19]. Οι ίδιοι μουσικοί οργάνωσαν στην Αρκαδία τις Αποδείξεις, για τις οποίες δεν έχουμε πληροφορίες, και τέλος στο Άργος τα Ενδυμάτια.

Τα Ενδυμάτια ήσαν εορτή που τελούσαν στο Άργος προς τιμήν της Ήρας, ανάλογη προς τα Παναθήναια των Αθηνών, σε αυτήν οι ιέρειες της θεάς περιέβαλλαν το λατρευτικό άγαλμά της με το «πάτος», τον ποδήρη πέπλον της Ήρας (το πάτος, του πάτους). Κατά την εορτή αυτή έψαλλαν τις ειδικές συνθέσεις των Ενδυματίων του Σακάδα.

Κατά τον Ψευδο – Πλούταρχο [20] η ομάδα αυτή των πέντε μεταρρυθμιστών, παρά τους νεωτερισμούς που εισήγαγε, δεν απομακρύνθηκε από το υψηλό ύφος των παλαιοτέρων μουσικών και κυρίως του Τερπάνδρου, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής της πρώτης Σπαρτιατικής μουσικής σχολής∙  ειδικά δε ο Σακάδας αναφέρεται ότι, αν και καινοτόμησε ως προς τη ρυθμοποιΐα, διατήρησε την υψηλή μορφή στις συνθέσεις του.

Ο Παυσανίας [21] και πάλι μας πληροφορεί ότι είδε τον τάφο του Σακάδα στο Άργος, κοντά στο γυμναστήριο του Κυλάραβι και στη εκεί πύλη, οκτώ ολόκληρους αιώνες μετά τον θάνατο του μουσικού.  Από τον Ησύχιο παραδίδεται και ένα πνευστό όργανο με το όνομα «σακάδιον», που η κατασκευή του αποδίδεται στον Σακάδα, αυτό όμως μας είναι άγνωστο από άλλες πηγές (Ησύχιος, λήμα σακάδιον).

Ο Σακάδας, εκτός από διάσημος μουσικός ήταν και πολύ καλός ποιητής, όπως όλοι οι ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Από τα  μουσικά έργα του Σακάδα δεν έχει διασωθεί κανένα δείγμα, από τα ποιητικά του έργα γνωρίζουμε μόνο τον τίτλο ενός, πρόκειται για ένα ποίημά του με τίτλο «Ἰλίου Πέρσις», Πάρσιμο του Ιλίου, Άλωση της Τροίας, όπου, κατά τον Αθήναιο [22], ο Σακάδας κατονόμαζε «πάμπολλους» από εκείνους που είχαν κρυφθεί στον Δούρειον Ίππο [23].  Εδώ (εικ. 6) βλέπουμε μιαν χαρακτηριστική απεικόνιση του Δουρείου Ίππου σε ανάγλυφο αγγείο, με παραστάσεις από την άλωση της Τροίας, αγγείο που είναι σύγχρονο ή λίγο προγενέστερο της εποχής του Σακάδα, και που σήμερα κοσμεί το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μυκόνου.     

 

Εικ. 6. Μεγάλος ανάγλυφος αμφορέας του 7ου π.Χ. αιώνα, του γνωστού κεραμεικού εργαστηρίου αναγλύφων αγγείων της Τήνου, που βρέθηκε στη Χώρα της Μυκόνου και είχε χρησιμοποιηθεί για ταφή. Αριθμός Καταλόγου 2240 του Αρχαιολογικού μουσείου Μυκόνου.

 

Λίγο μεταγενέστερη του Σακάδα είναι μια σπουδαία γυναικεία μορφή, η λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα, αυτή έζησε στα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Υπήρξε σπουδαία ποιήτρια και μουσικός. Πρέπει εδώ να διευκρινισθεί και πάλι ότι σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Αρχαιότητας όλοι οι ποιητές, και οι μεγάλοι τραγικοί, ήσαν συγχρόνως και πολύ καλοί μουσικοί και μελοποιούσαν οι ίδιοι τα δημιουργήματά τους, άλλωστε ειδικά η λυρική ποίηση όχι μόνο ήταν μελοποιημένη, αλλά είχε συνοδεία κυρίως λύρας, τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια, και ακριβώς στη συνοδεία του οργάνου αυτού οφείλει τον επιθετικό προσδιορισμό της, πρόκειται, δηλαδή, για ποίηση προορισμένη να τραγουδιέται με συνοδεία λύρας.

Αν και η Τελέσιλλα έζησε σε χρόνια ιστορικά, οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή της είναι αρκετά συγκεχυμένες. Κατά τον Πλούταρχο[24], ήταν γόνος επιφανούς και ένδοξης αργειακής οικογένειας, χωρίς να διευκρινίζεται σε τί συνίστατο η οικογενειακή αυτή δόξα. Ο Πλούταρχος επίσης μας πληροφορεί ότι ήταν λεπτοκαμωμένη και ότι στη νεανική της ηλικία ήταν φιλάσθενη, πράγμα που της δημιουργούσε πολλά δυσάρεστα  προβλήματα, ώστε χρειάστηκε να ζητήσει τη συμβουλή του Μαντείου των Δελφών∙ η απάντηση της Πυθίας ήταν : «τὰς Μούσας θεραπεύειν». Ο χρησμός αυτός, φαίνεται ότι ικανοποίησε τη νεαρή Τελέσιλλα, η οποία τον ακολούθησε, καλλιέργησε τις φυσικές ικανότητες, που, αναμφίβολα, είχε και κατέληξε να θεωρείται και από τους συγχρόνους και από τους μεταγενεστέρους της σαν μια πολύ μεγάλη ποιητική και μουσική μορφή. Έξι αιώνες αργότερα ο επιγραμματοποιός του 1ου αιώνα μ.Χ. Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την θαυμάζει και την συγκαταλέγει, μαζί με την Σαπφώ, μεταξύ των εννέα Μουσών που ανέδειξε η Γη[25], σε αντιδιαστολή προς τις εννέα Ουράνιες Μούσες [26].

Γνωρίζουμε ότι η Τελέσιλλα υπήρξε σύζυγος του Ίδα, ο οποίος, μετά τον θάνατό της, ίδρυσε μνημείο προς τιμήν της, του οποίου έχει σωθεί το επίγραμμα [27]. Το επίγραμμα αυτό αναφέρει :

 

 «Σῆμά τοι, ὦ γλυκερὴ Τελέσιλλα, ἐνθάδε καλὸν

τεῦξεν Ἴδας ἀλόχῳ, λάχειν ἥ οἱ πᾶν τὸ περισσὸν

πίστεος[28], εὐνοίας, ἀρετῆς ἀγανοφροσύνης τε,

ὄφρα καὶ ἐσσομένοισι τεὸν κλέος ἄφθιτον εἴη.»

 Σε ελεύθερη μετάφραση :

Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, εδώ ωραίο

έκτισε ο Ίδας στη σύζυγο, που του έτυχε, η οποία του πρόσφερε περίσσια

πίστη, εύνοια, αρετή και πραότητα,

ώστε να είναι η δόξα σου αθάνατη και στους μεταγενέστερους.

 

Από το επίγραμμα αυτό μαθαίνουμε τις αρετές που διέκριναν την Τελέσιλλα, εν τούτοις από τους ιστορικούς και τους αρχαίους συγγραφείς που την αναφέρουν (Παυσανίας, Πλούταρχος, Αθήναιος, Πολυδεύκης και άλλοι) δεν μας έχουν διασωθεί άλλες πληροφορίες για τη ζωή της, δεν γνωρίζουμε πότε γεννήθηκε, σε ποιά ηλικία, πού και πότε πέθανε κ.ο.κ.

Γύρω από το όνομά της και τη δράση της αναπτύχθηκε μια παράδοση, που παρουσιάζει την ποιήτρια σαν μια μοναδική ηρωική μορφή, που κατόρθωσε με τη γενναία στάση της και τα ενθουσιαστικά πατριωτικά ποιήματά της να εμψυχώσει τους γέροντες, τις γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά και να τους παρατάξει με επιτυχία εναντίον των Σπαρτιατών, που επιζητούσαν να καταλάβουν το Άργος, αφού οι μάχιμοι  άνδρες της πόλης είχαν σκοτωθεί μέχρις ενός, περί το 494 π.Χ., στη μάχη της Σηπείας. Τελικά ο στρατός των Σπαρτιατών υποχώρησε και η πόλη του Άργους δεν κυριεύθηκε.

Τα βεβαιωμένα ιστορικά γεγονότα είναι ότι οι Σπαρτιάτες, ήδη μετά την επικράτησή τους στον δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο (669-657 π.Χ.), θέλησαν να καταστούν η μοναδική ηγέτιδα δύναμη στη Πελοπόννησο, εμπόδιο σε αυτή τους την επιδίωξη συναντούσαν το Άργος∙ υπομονετικά, όμως, και επί ενάμιση αιώνα προωθούσαν το σκοπό τους, άλλοτε με πολεμικές πράξεις και άλλοτε με διπλωματικές ενέργειες. Τελικά λίγο μετά το 500 π.Χ., πιθανότατα το 494 π.Χ., ο δραστήριος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ο Α΄, ετεροθαλής ομοπάτριος αδελφός του Λεωνίδα, νίκησε κατά κράτος τον στρατό των Αργείων πλησίον της Τίρυνθος, στη Σηπεία, όπου κατά τον Ηρόδοτο [29] σκοτώθηκαν 6.000 Αργείοι, και όσοι  επέζησαν της μάχης και κατέφυγαν, ως ικέτες, στο παρακείμενο του πεδίου της μάχης ιερό άλσος του Άργου, κάηκαν ζωντανοί, κατόπιν διαταγής του Κλεομένους[30]. Παρόλη τη νίκη του αυτή ο Σπαρτιάτης βασιλιάς δεν προχώρησε, κατά τον Ηρόδοτο, σε κατάληψη της πόλης, εξ αιτίας των διαφορών που είχε με τον δεύτερο βασιλιά της Σπάρτης, τον Δημάρατο.       

Μετά την καταστροφή αυτή, και προφανώς αργότερα, αναπτύχθηκε η αργειακή παράδοση, που παρουσίασε την ποιήτρια Τελέσιλλα σαν ηρωική υπερασπίστρια της πόλης της. Όπως προσφυώς παρατηρεί ο Μ. Μιτσός [31], ο σύγχρονος των γεγονότων Ηρόδοτος, που περιγράφει με λεπτομέρειες την εκστρατεία εκείνη, δεν αναφέρει να είχε μια τέτοια δράση η Τελέσιλλα, πράγμα περίεργο, αν τα γεγονότα είχαν συμβεί όπως τα παραδίδουν ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος. Οι τελευταίοι αυτοί, πιθανώς να άντλησαν τις πληροφορίες τους από μεταγενέστερες πηγές, όταν είχε πλέον αναπτυχθεί και εδραιωθεί στη συνείδηση των Αργείων ο θρύλος γύρω από  την Τελέσιλλα.

Ο Παυσανίας [32] περιγράφει ότι είδε περί το 170 μ.Χ. στο επάνω μέρος  του θεάτρου του Άργους, και προ του ιερού της Αφροδίτης που υπήρχε εκεί, μια ανάγλυφη στήλη, που παρουσίαζε την Τελέσιλλα να κρατά στα χέρια της κράνος και να ετοιμάζεται να το βάλει στο κεφάλι της, ενώ στα πόδια της ήσαν ριγμένα τα βιβλία της, και μάλιστα, με αφορμή αυτήν ακριβώς τη στήλη, μας αναφέρει την θρυλούμενη ηρωική στάση της ποιήτριας. Πιθανώς οι Αργείοι να θέλησαν να παρουσιάσουν την Τελέσιλλα σαν περίπτωση ανάλογη με εκείνη του Τυρταίου στη Σπάρτη. Αγνοούμε, λοιπόν, λεπτομέρειες από τη ζωή της σπουδαίας αυτής λυρικής ποιήτριας, και οι σύγχρονοί μας ιστορικοί βάσιμα αμφισβητούν την ακρίβεια του ωραίου μύθου που την περιβάλλει.

Για την ποιητική της δραστηριότητα γνωρίζουμε ότι στα ποιήματά της χρησιμοποιούσε δικό της μέτρο, το τελεσίλλειο μέτρο. Τα ποιήματά της είχαν τον τίτλο Άσματα, ήσαν όλα λυρικά ποιήματα, συνήθως παρθένια, και κατά καλή συγκυρία έχουν διασωθεί κάποια μικρά αποσπάσματα από τα άσματά της εις Άρτεμιν, εις Απόλλωνα, εις Νιόβην και ίσως εις τους γάμους Διός – Ήρας.

Ο Παυσανίας [33] μας παραδίδει ότι στη κορυφή του όρους Κορυφαίον, πλησίον της Επιδαύρου, υπήρχε ιερό της Αρτέμιδος Κορυφαίας, και ότι αυτό το ιερό το μνημόνευσε η Τελέσιλλα σε κάποιο άσμα της. Θεωρείται πιθανόν ότι σε εκείνο το ποίημά της ανήκουν οι δύο ακόλουθοι διασωθέντες στίχοι [34]:

 

 Ἅδ’ Ἄρτεμις, ὦ κόραι,                                 αυτή δε η Άρτεμις, κορίτσια,

    φεύγοισα τὸν Ἀλφεόν.                                 αποφεύγοντας τον Αλφειόν.

 

Τέλος στην Επίδαυρο βρέθηκε επιγραφή  σε γκρίζο σκληρό ασβεστόλιθο με κόκκινα νερά, σπασμένη σε τρία τεμάχια. Η επιγραφή έχει χαραγμένους τρεις Ύμνους, ο πρώτος Ύμνος είναι αφιερωμένος σε όλους τους θεούς, ο δεύτερος στον Πάνα, και ο τρίτος στη Μητέρα των θεών. Ο Ύμνος στη Μητέρα των θεών (Ματρὶ θεῶν), την Ρέα, έχει τελεσίλλειο μέτρο, αποδίδεται στην Τελέσιλλα και έχει σωθεί ολόκληρος, σχεδόν ακέραιος.

Ο ωραίος αυτός Ύμνος είναι ο εξής :         και σε μετάφραση :

 

   Ματρὶ θεῶν.                                               Στη Μητέρα των θεών.

Ὦ Μνημοσύνας κόραι                               Ω κόρες της Μνημοσύνης

δεῦρ’ ἔλθετε ἀπ’ ὠρανῶ                             ελάτε εδώ από τον ουρανό

καί μοι συναείσατε                                    και τραγουδήστε μαζί μου

τὰν ματέρα τῶν θεῶν,                               την μητέρα των θεών,

ὡς ἦλθε πλανωμένα                                  που ήρθε αφού περιπλανήθηκε

κατ’ ὤρεα καὶ νάπας,                                στα όρη και στα φαράγγια

σύρουσ’ ἀβρόταν κόμαν,                          τραβώντας την ιερή κόμη,

κατωρημένα φρένας.                                 έχοντας τελείως χάσει τον νου της. 

Ὁ Ζεὺς δ’ ἐσιδὼν ἄναξ                             Όταν όμως είδε ο βασιλιάς Δίας 

τὰν ματέρα θεῶν,                                      την μητέρα των θεών,

κεραυνόν ἔβαλλε – καὶ                              έριχνε κεραυνό – και

τὰ τύμπαν’ ἐλάμβανε –                              έπαιρνε τα τύμπανα – 

πέτρας διέρρησε – καὶ                               έσπαζε τις πέτρες – και 

τὰ τύμπαν’ ἐλάμβανε – .                             έπαιρνε τα τύμπανα – .  

Μάτηρ, ἄπιθ’ εἰς θεούς,                             Μητέρα, άπελθε προς τους θεούς,

καὶ μὴ κατ’ ὄρη πλανῶ,                            και μη πλανάσαι στα όρη,

μή σε χαροποὶ λέοντες                              μήπως λαμπροί λέοντες

ἢ πολιοὶ λύκοι –                                         ή γκριζωποί λύκοι –

ἔδωσι πλανωμέναν.                          σε κατασπαράξουν ενώ περιπλανάσαι.

Καὶ οὐκ ἄπειμι εἰς θεούς,                          Και δεν απέρχομαι προς τους θεούς,

ἂν μὴ τὰ μέρη λάβω,                                 αν δεν λάβω τα μερίδια μου,

τὸ μὲν ἥμισυ οὐρανῶ,                               το μισό μεν του ουρανού,

τὸ δὲ ἥμισυ γαίας,                                     το μισό δε της γης,

πόντω τὸ τρίτον μέρος∙                             της θάλασσας το ένα τρίτον∙

χοὔτως ἀπελεύσομαι.                                και έτσι θα φύγω.

Χαῖρ’ ὦ μεγάλα                                         Χαίρε, ω μεγάλη 

ἄνασσα, Μᾶτερ Ὀλύμπω[35] .       βασίλισσα, Μητέρα του Ολύμπου.     

 

Το αρχαίο κείμενο είναι εύκολα κατανοητό ακόμη και με ελάχιστες γνώσεις αρχαίων ελληνικών, ενώ συγχρόνως διατηρεί τη μουσικότητά του, που δεν μπορεί να αποδώσει καμία μετάφραση. Η επιγραφή αυτή φυλάσσεται, δεν εκτίθεται, στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου. Με ενθουσίασε η ωραία ιδέα που μου διατύπωσε ο συνάδελφος – αρχαιολόγος κ. Χρήστος Πιτερός, να γίνει, δηλαδή, αντίγραφο της επιγραφής αυτής και να τοποθετηθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους. Εύχομαι αυτό να είναι σχετικά εύκολο να πραγματοποιηθεί, ώστε η πολύ μεγάλη  Αργεία ποιήτρια Τελέσιλλα να βρει τη θέση της στο Μουσείο της γενέτειράς της.      

Με το τέλος του 6ου αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. συντελείται μια ιστορική πρόοδος σε ότι αφορά τη μουσική γενικά. Τώρα οι μουσικοί συστηματοποίησαν την ενασχόλησή τους με την τέχνη τους και σαν φυσική συνέπεια προέκυψε η ανάγκη καταγραφής των έργων τους, ανάγκη που τελικά κατέληξε στη δημιουργία της «παρασημαντικής», της πρώτης μουσικής γραφής του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πότε και πού άρχισαν αυτές οι προσπάθειες καταγραφής της μουσικής. Μέχρι τώρα η αρχαιότερη αναφορά, και αυτή έμμεση, μας δίνει χρονολογία γύρω στα 470 π.Χ. Γνωρίζουμε, δηλαδή, ότι τότε ο Πίνδαρος απέστειλε από την Ελλάδα στο ιερό του Άμμωνος Διός στην Αίγυπτο έναν Ύμνο προς τιμήν του θεού [36], πράγμα που προϋπέθετε μουσική γραφή και μάλιστα γνωστή και κατανοητή και στους ιερείς του Άμμωνος Διός, διότι τότε οι Ύμνοι ήσαν πάντοτε μελοποιημένοι από τους ίδιους τους ποιητές τους. Αυτής της εποχής ή λίγο παλαιότερο είναι και το δείγμα αποτύπωσης μουσικής που μας παρέχει το επίνητρο της Ελευσίνας  (εικ. 7), όπου έχουμε προφανώς καταγραφή ενός πολύ σύντομου σκοπού σαλπίσματος. Εδώ μουσικά σημεία είναι τα γράμματα ή μάλλον οι συλλαβές που πλαισιώνουν την Αμαζόνα.

 

Εικ. 7. Θραύσμα 1 του Επινήτρου της Ελευσίνας. Μουσείο Ελευσίνας, αρ. 465 και παλαιός αρ. 907.

 

Η αρχαία ελληνική μουσική γραφή είναι γνωστή σε μας σήμερα κυρίως χάρη στους πίνακες του συγγράμματος Εισαγωγή Μουσική του θεωρητικού της μουσικής Αλυπίου, 3ος – 4ος αιώνας μ.Χ., ώστε με τη βοήθειά τους να είναι αναγνώσιμα τα ελάχιστα (περί τα 60 ή λίγα περισσότερα) γραπτά μουσικά κατάλοιπα της Ελληνικής Αρχαιότητας, παρτιτούρες θα λέγαμε, που, όμως, όλα πλην ενός, είναι πολύ κατεστραμμένα. Γενικά πιστεύεται ότι η οργάνωση της μουσικής γραφής ακολούθησε διάφορα εξελικτικά στάδια για να καταλήξει σε ένα σύστημα αλφαβητόμορφης μουσικής γραφής, όπου χρησιμοποίησε ως σύμβολά της τα γράμματα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου κανονικά ή παραποιημένα, ορθά, (εικ. 8) πλάγια, ύπτια, απεστραμμένα, ανεστραμμένα, διπλά, τετράγωνα, καθειλκυσμένα, ελλιπή κ.ο.κ. Οι αρχαίοι Έλληνες διαμόρφωσαν τελικά διπλή μουσική γραφή, είχαν δηλαδή άλλα σύμβολα για την οργανική μουσική, την κρουματογραφία, και άλλα για την φωνητική μουσική, την μελογραφία. Τα ίδια τα σχήματα των μουσικών συμβόλων της οργανικής γραφής, της κρουματογραφίας, θυμίζουν την αρχαϊκή μορφή που είχαν τα γράμματα των μέσων χρόνων του 5ου αιώνα π.Χ.

 

Εικ. 8. Πίνακας με σύμβολα αρχαίας παρασημαντικής.

 

Ας δούμε τα συμπεράσματα δύο διεθνώς καταξιωμένων ειδικών μελετητών του θέματος. Κατά τον καθηγητή Egert Pöhlmann [37] «περισσότερες δυνατότητες συγκρίσεων προσφέρουν τα αλφάβητα του Άργους και των Μυκηνών. . .  Αυτό που βλέπουμε να προκύπτει, συνεχίζει, είναι ότι οι απαρχές της μουσικής γραφής της κρουματογραφίας, θα πρέπει να αναζητηθούν στο Άργος και να χρονολογηθούν στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στο τελευταίο τέταρτο του οποίου πρέπει να δημιουργήθηκε και η μελογραφία.»..

Για το ίδιο θέμα ο M. L. West συμπεραίνει ότι : «την οργανική παρασημαντική, ή εν πάση περιπτώσει τον αρχικό της πυρήνα, την εφηύρε κάποιος μουσικός από την Αργολίδα, όχι πολύ αργότερα από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και πιθανώς λίγο νωρίτερα. Δεν μπορεί κανείς να μη νοιώσει έκπληξη, σημειώνει, από τη σύμπτωση ότι δύο από τους παλαιότερους γνωστούς θεωρητικούς (της μουσικής) κατάγονται από αυτήν ή από κοντινή περιοχή, ο Λάσος ο Ερμιονεύς και ο Επίγονος ο Σικυώνιος» [38]

Ήδη κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., λοιπόν, διάσημοι Αργείοι μουσικοί είχαν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στα μουσικά πράγματα της Ελλάδος. Ο Αριστόνικος και ο Σακάδας καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες. Ο Ιέραξ και ο Σακάδας επινόησαν και καθιέρωσαν ιδιαίτερες μορφές (φόρμες) αξιόλογων συνθέσεων και γενικά εισήγαγαν καινοτομίες, που συνέβαλαν στην εξέλιξη της μουσικής εκείνων των χρόνων.

Ο Σακάδας συμμετείχε στην διαμόρφωση των εορτών των Γυμνοπαιδιών στη Σπάρτη, των Αποδείξεων στην Αρκαδία και των Ενδυματίων στο Άργος. Ο Λάσος ο Ερμιονεύς μελέτησε τη μουσική θεωρητικά και είναι ο πρώτος που συνέγραψε θεωρητικό σύγγραμμα περί μουσικής, άλλωστε στις ενέργειες του Λάσου οφείλεται και η εισαγωγή και καθιέρωση του διθυράμβου ως αυτοτελούς αγωνίσματος στους μουσικούς αγώνες των διαφόρων εορτών.

Τέλος η μελέτη της αρχαίας παρασημαντικής σήμερα, είκοσι έξι  αιώνες μετά τη δημιουργία της, υποδεικνύει σαν τόπο επινόησής της την Αργολίδα του 5ου αιώνα π.Χ.  Όλα αυτά τα δεδομένα δικαιώνουν το εδάφιο του Ηροδότου που αναφέρθηκε στην αρχή, εύλογα στα χρόνια εκείνα οι Αργείοι είχαν τη φήμη ότι είναι οι πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων στη μουσική, αφού είχαν συμβάλλει ουσιαστικά με τόσα νέα στοιχεία στην ανάπτυξή της.

Μετά από αυτή την ακμή περί τα μουσικά πράγματα μέχρι και τον 5ο αιώνα π.Χ., η μουσική κίνηση στο Άργος και την Αργολίδα εξακολούθησε να είναι ζωηρή, περιοριζόταν, όμως, πλέον στο να παρακολουθεί τις γενικές εξελίξεις, χωρίς να προσφέρει νέες πρωτότυπες ιδέες. Οι ποιητικές και μουσικές δημιουργίες των Αργείων τώρα μιμούνται τα παλαιότερα πρότυπα και, χωρίς να τα φθάνουν σε ποιότητα, επισκιάζονται από εκείνα. Η ιστορική μνήμη και οι πηγές μάς δίνουν κάποιες σχετικές πληροφορίες για μερικούς μουσικούς, μάλλον πενιχρές, ικανές όμως να βεβαιώσουν την ύπαρξη έντονης μουσικής δραστηριότητας.

Σημαντικό γεγονός  τον 4ο  με 3ο αιώνα π.Χ., είναι η ίδρυση  του μεγάλου  ελληνιστικού θεάτρου του Άργους (εικ. 9), που είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα θέατρα της αρχαίας Ελλάδος, με χωρητικότητα 20.000 θεατών στην πλήρη ανάπτυξή του, και που σήμερα σώζεται σε σχετικά καλή κατάσταση. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι είναι λαξευμένο στον φυσικό βράχο. Το θέατρο αυτό έχει το συνηθισμένο σχήμα του αρχαίου θεάτρου και αντικατέστησε το παλαιότερο θέατρο των Κλασικών Χρόνων, που είχε ευθύγραμμα εδώλια.

 

Εικ. 9. Το μεγάλο Θέατρο του Άργους, των Ελληνιστικών Χρόνων.

 

Τις θεατρικές και μουσικές ανάγκες της πόλης εξυπηρετούσε αργότερα και το Ωδείο των Ρωμαϊκών Χρόνων (εικ. 10), που επίσης σώζεται σε ικανοποιητική κατάσταση. Από το Άργος, μάλιστα, μας έχει σωθεί και ένα εισιτήριο θεάτρου. Πρόκειται για ένα ενεπίγραφο πήλινο εισιτήριο σε σχήμα πυραμίδας του 3ου αιώνα π.Χ., που φέρει επιγραφή με τα ονόματα  ΣΤΡΑΤΩΝ/ΑΝΤΑΝΔΡΑ [39], προφανώς είναι τα ονόματα των κατόχων του, είχαμε λοιπόν επώνυμα εισιτήρια ήδη από τότε.   

 

Εικ. 10. Το Ωδείο των Ρωμαϊκών Χρόνων.

 

Στα 270-260 π.Χ. μεταφέρθηκε στο Άργος η τέταρτη σε σημασία Πανελλήνια Εορτή, τα Νέμεα ή Νέμεια, και έκτοτε η διοργάνωσή της κάθε δύο χρόνια ήταν αποκλειστική ευθύνη των Αργείων. Τά Νέμεια τα τελούσαν προς τιμήν του Νεμείου Διός και ο εορτασμός τους στο Άργος έδωσε ιδιαίτερη λαμπρότητα στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης, γιατί με την ευκαιρία της τέλεσης των μουσικών αγώνων των Νεμείων συνέρρεαν στην πόλη πολλοί διάσημοι μουσικοί.  

Κατά την Αρχαιότητα όλοι όσοι είχαν επαγγελματική ασχολία τη μουσική, την ποίηση, το θέατρο  θεωρούσαν ότι ήσαν στην υπηρεσία του Διονύσου, και υπό την προστασία του, και απεκαλούντο Τεχνίτες Διονύσου. Αρχικά οι τέχνες αυτές εξυπηρετούσαν αποκλειστικά θρησκευτικές ανάγκες και σε αυτά τα πλαίσια δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Από τον 4ο αιώνα π.Χ., όμως, άρχισε σιγά-σιγά να διαφοροποιείται η στενή σχέση τους με τη θρησκεία, και, καθώς με την πάροδο των χρόνων το θρησκευτικό στοιχείο ατόνησε, επικράτησε η εκκοσμίκευσή τους, αν και πάντα διατήρησαν κάποια υποτυπώδη θρησκευτική επίφαση.

Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. όλοι οι επαγγελματίες μουσικοί διαφόρων οργάνων, ποιητές, δραματικοί ποιητές, υποκριτές – δηλαδή ηθοποιοί, διδάσκαλοι και ποιητές διθυράμβου, χορευτές, χορωδοί, σκηνικοί τεχνίτες, κήρυκες και όλοι οι σχετικοί καλλιτέχνες είχαν αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική συνείδηση και είχαν συμπήξει  επαγγελματικές ομάδες, που τις ονόμαζαν Κοινά Τεχνιτών Διονύσου.

Τα Κοινά αυτά εμφανίζονται οργανωμένα  την εποχή αυτή, σχεδόν ταυτόχρονα, σε ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο. Η πρώτη σαφής αναφορά που έχουμε προέρχεται από ένα ψήφισμα των Δελφών του 279 π.Χ., το οποίο παρέχει στο Κοινὸν Τεχνιτῶν Διονύσου Ἰσθμοῦ – Νεμέας δικαίωμα προμαντείας, προεδρίας και προδικίας [40]. Αμέσως μετά ένα χρόνο, στα 278 π.Χ., ακολουθεί νέο ψήφισμα των Αμφικτυόνων των Δελφών, που παρέχει ανάλογα και περισσότερα προνόμια στη Σύνοδον τῶν ἐν Ἀθήναις Τεχνιτῶν Διονύσου [41]. Ακολούθησαν : το Κοινὸν τῶν ἐπ’ Ἰωνίας καὶ Ἑλλησπόντου Τεχνιτῶν Διονύσου, το Κοινὸν Τεχνιτῶν Αἰγύπτου, το Κοινὸν τῶν ἐν τῷ κατὰ Κύπρον γραμματείῳ περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν, το Κοινὸν Τεχνιτῶν Δωδεκανήσου, το Κοινὸν Τεχνιτῶν στη Δύση (Ιταλία, σημερινή Νότια Γαλλία) και τέλος, περί τα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. πλέον, εμφανίζεται η ἀπὸ τῆς Οἰκουμένης Σύνοδος τῶν Τεχνιτῶν Διονύσου, με έδρα τη Ρώμη.

Στα  Κοινά αυτά προΐστατο ο κατά τόπους ιερεύς Διονύσου. Τα μέλη των Κοινών έχαιραν ιδιαίτερων τιμών και προνομίων, που τους εξασφάλιζαν καλή επαγγελματική σταδιοδρομία και διάφορες διευκολύνσεις στη ζωή τους γενικότερα, αλλά τους δημιουργούσαν και υποχρεώσεις προς το Κοινόν, η αθέτηση των οποίων επέφερε και ποινές, συνήθως χρηματικές. Άξιο επισήμανσης είναι ότι την πρωτοπορία στην δημιουργία των  Κοινών την είχαν οι Πελοποννήσιοι Τεχνῖται Διονύσου Ισθμού-Νεμέας.    

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ψήφισμα του έτους 114 π.Χ. του «Κοινοῦ τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν τῶν ἐξ Ἰσθμοῦ καὶ Νεμέας τῆς ἐν Ἄργει συνόδου» [42]. Από το ψήφισμα αυτό πληροφορούμεθα ότι υπήρχε Σύνοδος Τεχνιτών Διονύσου Άργους και ότι αυτή ανήκε στο Κοινό Τεχνιτών Ισθμού-Νεμέας. Από το ίδιο ψήφισμα μαθαίνουμε τα ονόματα τριών Αργείων τεχνιτών της εποχής, αυτοί είναι : ο Αριστοκλής, γραμματεύς της Συνόδου, ο Ξένων, άρχων και ταμίας της Συνόδου και ο Ζήνων ο Εκατοδώρου, τον οποίο η Σύνοδος με το ψήφισμα αυτό τιμά με χρυσό στεφάνι και χάλκινο ανδριάντα για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο Κοινό.   Οι διάφορες πηγές μάς έχουν διασώσει τα ονόματα και κάποια άλλα στοιχεία συνολικά για περισσότερους από 60 Τεχνίτες Διονύσου από το Άργος και την ευρύτερη περιοχή διαχρονικά.                        

Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα από τη πόλη του Άργους μαζί με άλλες πληροφορίες γραπτών πηγών συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τη μουσική κίνηση της πόλης. Αναφέρθηκε ήδη ότι τις μουσικές και θεατρικές ανάγκες των πολιτών ικανοποιούσαν το Θέατρο των κλασικών χρόνων, που είχε ευθύγραμμα εδώλια, το μεγάλο Θέατρο των ελληνιστικών χρόνων, το λαξευμένο στον φυσικό βράχο, χωρητικότητας 20.000 θεατών, αριθμός ενδεικτικός της ανάγκης εξυπηρέτησης μεγάλου αριθμού θεατών, και το Ρωμαϊκό Ωδείο της πόλης.              

Μια σειρά εορτών πανελλήνιας ακτινοβολίας προσέδιδε μεγάλη κινητικότητα στα καλλιτεχνικά δρώμενα της πόλης. Εκτός από τη μεγάλη πανελλήνια εορτή των Νεμείων, ονομαστή τοπική εορτή με πανελλήνια ακτινοβολία ήταν τα Ηραία, εορτή προς τιμή της Ήρας, θεάς πολιούχου του Άργους. Την εορτή τελούσαν ανά τέσσερα χρόνια, στο μέσον της κάθε ολυμπιάδας, διαρκούσε δε μέχρι και τρεις μέρες και αποτελούσε τη βάση της αργειακής χρονολόγησης. 

Η εορτή άρχιζε στο στάδιο της πόλης με μουσικούς, αθλητικούς-γυμνικούς και ρητορικούς αγώνες. Την πανελλήνια σημασία της εορτής πιστοποιεί και ο χάλκινος τρίποδας (εικ. 11), που βρέθηκε στον τάφο του Φιλίππου, στη Βεργίνα, που χρονολογείται στα 430-420 π.Χ. και φέρει την επιγραφή «παρ’ Ἥρας Ἀργείας εἰμὶ τῶν ἄθλων». Προφανώς αποκτήθηκε από κάποιο βασιλικό πρόγονο και συνόδευσε τον Φίλιππο στον τάφο του, σαν πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.

 

Εικ. 11. Ο χάλκινος τρίποδας του τάφου του Φιλίππου από τα Ηραία του Άργους.

 

Μετά το τέλος των αγώνων ξεκινούσε από την πόλη μεγαλοπρεπής πομπή προς το Ηραίον, που βρίσκεται μεταξύ Άργους και Μυκηνών, στη σημερινή κοινότητα Νέου Ηραίου, έχοντας επί κεφαλής την πρωθιέρεια της θεάς και με συνοδεία αυλών. Το Ηραίον (εικ. 12) ήταν το εκτεταμένο ιερό της θεάς και μεταξύ των άλλων οικοδομημάτων του δέσποζε ο ναός της θεάς, που στα χρόνια εκείνα φιλοξενούσε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας, έργο του Πολυκλείτου.

 

Εικ. 12. Το Ηραίον του Άργους.

           

Στη πόλη, και κοντά στο ναό της Λητούς, υπήρχε ο ναός της Ανθείας Ήρας [43], όπου, κατά την πομπή που τελούσαν προς τιμή της Ήρας – Ανθείας, «ανθεσφόρες» παρθένοι, κρατούσαν λουλούδια και βάδιζαν υπό τους ήχους των αυλών, που έπαιζαν το ιεράκειον μέλος, την ειδική για την περίσταση σύνθεση του Ιέρακα, όπως μας πληροφορεί και ο Πολυδεύκης [44].

Στην πόλη τελούσαν επίσης Εκατόμβοια, με θυσία εκατό βοών, και την «εξ Άργους Ασπίδα». Όλες αυτές οι εορτές περιελάμβαναν και μουσικούς αγώνες, όπου διακρίθηκαν κατά καιρούς μουσικοί και ποιητές από ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο, όπως συμπεραίνουμε από διαφόρους καταλόγους νικητών.

 Κατά τον  Παυσανία ο Ηγέλεως, γυιός του Τυρρηνού, ίδρυσε στο Άργος ναό της Αθηνάς – Σάλπιγγος [45] και ήταν αυτός και ο αδελφός του Μήλας, που πρώτοι εισήγαγαν τη σάλπιγγα στις πολεμικές επιχειρήσεις. Στην εικόνα 13  μια πτερωτή Νίκη σαλπίζει την ευτυχή έκβαση μάχης, ίσως κάποιας ναυμαχίας. Οι Αργείοι πραγματοποιούσαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις με συνοδεία σαλπίγγων, ενώ οι Σπαρτιάτες με συνοδεία αυλού (εικ. 14), οι Κρήτες με συνοδεία λύρας κ.ο.κ.    

 

Εικ. 13. Νίκη με σάλπιγγα σε χρυσό στατήρα Δημητρίου του Πολιορκητού. (Θησαυρός Επιδαύρου) του 300 π.Χ. περίπου. Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Εικ. 14. Κορινθιακός Κρατήρ του 7ου π.Χ αιώνα. Ρώμη Villa Giulia. Αυλητής σε μάχη.

Την εικόνα της μουσικής κίνησης της πόλης συμπληρώνουν ακόμη κάποια εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους. Στην προθήκη 20 του ισογείου εκτίθεται θραύσμα οστέινου αυλού (εικ. 15) του 7ου αιώνα π.Χ. με δύο τρήματα, δύο οπές∙  στην εντοιχισμένη προθήκη 13 του ισογείου επίσης εκτίθεται το επεξεργασμένο κέλυφος χελώνας (εικ. 16) που αποτελούσε ηχείο λύρας  και βρέθηκε μαζί με ένα δεύτερο κέλυφος σε αποθέτη των Υστεροαρχαϊκών Χρόνων (6ος αιώνας π.Χ.) κοντά στο Αρχαίο Θέατρο.

 

Εικ. 15. Θραύσμα οστέινου αυλού. 7ος π.Χ. αιώνας.

 

Εικ. 16. Ηχείο λύρας των Υστεροαρχαϊκών χρόνων.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η λύρα, που ήταν εφεύρεση του Ερμού, ήταν ένα έγχορδο όργανο που είχε για ηχείο κέλυφος χελώνας. Στην εικόνα 17 βλέπουμε την περίφημη λύρα του Έλγιν του 5ου αιώνα π.Χ., που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Τα πιο κατάλληλα για τη χρήση αυτή ήσαν τα κελύφη της κρασπεδωτής χελώνας (testudo marginata), που συναντάται σε μεγάλους πληθυσμούς και στο Παρθένιον όρος, το σημερινό Παρθένι, μεταξύ Τεγέας και Αρκαδίας, όπου υπήρχε και ιερό του Πανός, ο Παυσανίας μάλιστα σημειώνει την καταλληλότητα αυτής της χελώνας για ηχεία λύρας [46].

 

Εικ. 17. Η λύρα του Έλγιν. 1816. 6-10. 501. Βρετανικό Μουσείο.

 

Ανάμεσα  στα γλυπτά του Μουσείου Άργους, στον πρώτο όροφο όπου η έκθεση γλυπτών, ξεχωρίζει η εικονιστική κεφαλή του Σοφοκλέους (εικ. 18) τύπου Farnese, που βρέθηκε στο Κεφαλάρι του Άργους και είναι αντίγραφο έργου του 3ου αιώνα π.Χ., καθώς και ένα άγαλμα Μούσας (εικ. 19) που κρατά λύρα. 

 

Εικ. 18. Κεφαλή Σοφοκλέους. Αρ. κατ. 33.

 

 

Εικ. 19. Μούσα με λύρα. Αρ. κατ. 4.

Τέλος στον αύλειο χώρο του Μουσείου εκτίθεται ωραίο ψηφιδωτό δάπεδο (εικ. 20) του 5ου ή 6ου αιώνα μ.Χ., με παράσταση διονυσιακής σκηνής Σατύρου με βυκάνη και ορχηστρίδας με κύμβαλα, που πιστοποιεί ότι η μουσική εξακολούθησε να είναι προσφιλής ενασχόληση των Αργείων και κατά την  Ύστερη Αρχαιότητα. 

 

Εικ. 20. Ψηφιδωτό δάπεδο με σκηνή χορού Σάτυρου και ορχηστρίδας.

 

Το περίφημο μεγάλο Θέατρο  του Άργους, των Ελληνιστικών Χρόνων, έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας και ανάδειξης Αρχαίων Θεάτρων του Σωματείου «Διάζωμα» και ελπίζεται ότι σύντομα θα επιτευχθεί η ανάδειξή του.

 

Κατερίνα Παπαοικονόμου-Κηπουργού

Μουσικός-Αρχαιολόγος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Ηροδότου 3, 131, 3.

[2] Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου, αρ. ευρετηρίου 14376.

[3] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί  XIV637 f.

[4] Παυσανίου Φωκικά X, VII, 7.

[5] Πολυδεύκους Ονομαστικόν  IV, 78 και 79.

[6] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί  XIII, 570 b, 26.

[7] Πολυδεύκους Ονομαστικόν IV 78.

[8] Παυσανίου Ηλιακά Β, VI, XIV, 9 και 10.

[9] Ψευδο-Πλουτάρχου Ηθικά. Περί Μουσικής 1140 D, 6.

[10] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1135 E, 14.

[11] Ψευδο – Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1134 Α, 8.

[12] Παυσανίου Φωκικά Χ, VII, 4.

[13] Παυσανίου Κορινθιακά II, ΧΧΙΙ, 9.

[14] Σχόλιο 34 στο Περί Μουσικής του Ψευδο-Πλουτάρχου. Ηθικά. Τόμος 29. Εκδόσεις Κάκτος. Σελ. 272.

[15] Πολυδεύκους ’Ονομαστικόν IV, 81.

[16] Παυσανίου Μεσσηνιακά IV, XXVII, 7.

[17] Παυσανίου Βοιωτικά ΙΧ, ΧΧΧ, 2.

[18] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1134 A, B, 8.

[19] Πλουτάρχου Λυκούργος 21.

[20] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής1135 F.

[21] Παυσανίου Κορινθιακά ΙΙ, ΧΧΙΙ, 9.

[22] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ 210 c.

[23] Bergk Theodorus Poetae Lyrici Graeci, Τόμος ΙΙΙ. Έκδοση Teubner. Λειψία 1882. Σελ. 201. Σακάδα Ἰλίου Πέρσις.

[24] Πλουτάρχου Ηθικά245 C και εξής.

[25] Πρήξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Κόριννα, Νοσσίς και Μυρτίς.

[26] Παλατίνη Άνθολογία. Επίγραμμα Αντιπάτρου Θεσσαλονικέως ΙΧ, 26. Τόμος ΙΙ. Σελ. 6.

[27] Παλατίνη Ἀνθολογία Επίγραμμα II 553. Τόμος ΙΙΙ. Σελ. 182.

[28] Τηρήθηκε η ορθογραφία της επιγραφής.

[29] Ηροδότου Ιστορίαι 6, 77.

[30] Παυσανίου  ΙΙ, ΧΧ, 8.

[31] Μιτσού Μ. Άργολική Προσωπογραφία  σελ. 171.

[32] Παυσανίου ΙΙ, ΧΧ, 7.

[33] Παυσανίου II, XXVIII, 2.

[34] Theodorus Bergk Poetae Lyrici Graeci. Τόμος IΙΙ. Σελ. 381.

[35] Iscriptiones Graecae (IG). Τόμος IV, Ι. Επιγραφή 131. Αριθμός Καταλόγου 1277 του Αρχαιολογικού Μουσείου Επιδαύρου.

[36] Παυσανίου Βοιωτικά IX, XVI, 1.

[37] Έγκερτ Πέλμαν – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Δράμα και Μουσική στην Αρχαιότητα. Σελ. 38-40.

[38] M. L. West Αρχαία Ελληνική Μουσική. Σελ. 358-359.

[39]  Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG) XI 356.

[40] Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG) 460.

[41] Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG) 399.

[42] Inscriptiones Graecae (IG) IV 558.

[43] Παυσανίου ΙΙ, ΧΧΙΙ, 1.

[44] Πολυδεύκους Ὀνομαστικόν  IV 78.

[45] Παυσανίου Κορινθιακά II, XXI 3.

[46] Παυσανίου Ἀρκαδικά VIII, LIV, 7.

 

 

Βιβλιογραφία


  • Αθήναιου Δειπνοσοφισταί. The Loeb Classical Library.HarvardUniversity Press. Τόμοι I – VII. 1957- 1966.
  • Βρεττού Λ., Λεξικό τελετών, εορτών και αγώνων αρχαίων Ελλήνων. Εκδόσεις Κονιδάρη. Αθήνα  22002.
  • Βυζαντίου Σκ., Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Εν Αθήναις 1882.
  • Δημητρόπουλου Αχ. – Ιωαννίδη Γ., Ερπετά της Ελλάδας και της Κύπρου. Έκδοση Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. Αθήνα 2002.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος διά μέσου των αιώνων. Χωρίς Εκδότη. Πύργος, 1968.
  • Ηροδότου, Ιστορίαι. The Loeb Classical Library.HarvardUniversity Press. Τόμοι Ι-IΙ. 1957.  
  • Μιτσού Μ. Θ., Αργολική Προσωπογραφία. Έκδοση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Αρ. 36. Εν Αθήναις 1952.
  • Μιχαηλίδη Σ., Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής. Έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Αθήνα 21989. 
  • Μπανάκα – Δημάκη Άννα. «Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους». Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.
  • Μποσνάκη Δ. και Γκαγκτζή Δ. (Επιμέλεια Έκδοσης), Αρχαία Θέατρα. Εκδόσεις Ίτανος. Αθήνα 1998.
  • Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κατ., Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα. Εκδόσεις Γεωργιάδης. Αθήναι 2007.
  • Παπαστάμου Δημ., Ασκληπιός-Επίδαυρος και το Μουσείο της. Εκδόσεις Απόλλων. Αθήναι 1979.
  • Παπασταύρου Ι. Στ., Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος. Εκδόσεις Χιωτέλλη. Αθήναι 1969.
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Έκδοση Teubner. Τόμοι I και ΙΙ. Λειψία 1881-1883.
  • Πέλμαν Ε. – Σπηλιοπούλου Ι., Δράμα και Μουσική στην Αρχαιότητα. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα 2000.
  • Πλουτάρχου Ηθικά. Εκδόσεις Κάκτος. Τόμοι: 2, 7 και 29. Αθήνα 1995 και 1997.
  • Πολυδεύκους, Ονομαστικόν.  Τόμοι Ι και ΙΙ. Έκδοση Teubner. Λειψία 1900 και 1931.
  • Στεφανή Ι. Ε., Διονυσιακοί Τεχνίται. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο. 1988.
  • West M. L., Αρχαία Ελληνική Μουσική. Μετάφραση Στάθης Κομνηνός. Εκδόσεις Παπαδήμα. Αθήνα 1999.
  • Anthologia Palatina. Έκδοση Didot. Τόμοι ΙΙ και ΙΙΙ. Παρίσι 1888 και 1890.
  • Bergk Theoδorus Poetae Lyrici Graeci. Τόμος III. Έκδοση Teubner. Λειψία 1882.
  • Grimal P., Dictionnaire de la Mythologie Grecque et Romaine. Presses Universitaires de France, Paris.1958.
  • Hagel Stefan, Ancient Greek Musik. A New Technical History.CambridgeUniversity Press, December 2009.
  • Inscriptiones Graecae (IG). Τόμος IV, Ι και ΙΙ. 1929 και Τόμος VII 1892. Βερολίνο.
  • Le Guen Brigitte, Les Associations de Technites Dionysiaques à l’époque Hellénistique. Τόμοι 1 καί 2. Nancy : Association pourla Diffusion dela Recherche sur l’ Antiquité (ADRA). 2001.
  • Martianus Capella, De Armonia (βιβλίο ΙΧ). Έκδοση. Adolfus Dick, προσθήκες Jean Préaux. Στουτγάρδη 1969.  
  • Pickard – CambridgeA. W., The Dramatic Festivals of Athens. Έκδοση Clarendon Press. Oxford. 21968.
  • Pöhlmann E. and West M. L., Documents of ancient Greek music. Clarendon Press.Oxford. 2001.
  • Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG). Τόμος ΙΙΙ 1929 και Τόμος ΙΧ 1954.
  • Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG). Dittenberger. Λειψία 1915-1920. Έκδοση Τρίτη

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »