Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Νέμεα ή Νέμεια


 

Νέμεα ή Νέμεια: μία από τις τέσσερις πανελλήνιες γιορτές της αρχαιότητας (Νέμεια, Ίσθμια, Ολύμπια, Πύθια), που διεξάγονταν στην κοιλάδα της Νεμέας [1] προς τιμήν του Νέμειου Διός.

Ο μικρός Οφέλτης πνίγεται από ένα φίδι, ενώ η τροφός του Υψιπύλη και ένας πολεμιστής προσπαθούν να τον σώσουν. Ανάγλυφη παράσταση από σαρκοφάγο, 1ος αι. μ.Χ. (Κόρινθος, Αρχαιολογικό Μουσείο).

Όσον αφορά την ίδρυση των αγώνων, το «Πάριο Χρονικό» τη συνδέει με τους ταφικούς αγώνες προς τιμήν του Οφέλτη [2]. Συγκεκριμένα, σύμφωνα μ’ ένα χρησμό του μαντείου, ο Οφέλτης δεν έπρεπε να αγγίξει καθόλου στη γη, πριν μάθει να βαδίζει. Όταν οι Επτά Στρατηγοί εκστράτευσαν κατά των Θηβών, πέρασαν από την περιοχή της Νεμέας, όπου και κάθισαν για να ξεκουραστούν, κοντά στην Αδράστεια πηγή. Κοντά σ’ αυτήν βρισκόταν και η τροφός Υψιπύλη [3], έχοντας στην αγκαλιά της το βρέφος. Τότε, οι στρατηγοί ζήτησαν να πιούν νερό και η τροφός, χωρίς να το σκεφτεί, άφησε το νήπιο στο έδαφος, πάνω σε πυκνή χλόη από σέλινο και έτρεξε να τους εξυπηρετήσει. Έτσι, ένα φίδι [4] δάγκωσε το παιδί, το οποίο πέθανε αμέσως. Οι στρατηγοί σκότωσαν το φίδι και έθαψαν το νεκρό σώμα. Επομένως, ο χρησμός επαληθεύτηκε και ο Αμφιάραος, ένας από τους επτά στρατηγούς, ο οποίος είχε και μαντικές ικανότητες, ερμήνευσε το γεγονός του θανάτου ως κακό οιωνό για την αποστολή τους και έδωσε στο νήπιο το όνομα «Αρχέμορος» (που σημαίνει η αρχή μιας κακής μοίρας). Μετά από αυτό, ίδρυσε προς τιμήν του νεαρού βασιλιά και προς παρηγοριά των γονιών του τους αγώνες των Νέμεων.

Σύμφωνα με τον σχολιαστή του Πινδάρου, τα Νέμεα ιδρύθηκαν από τον Ηρακλή, σε ανάμνηση της νίκης του κατά του λιονταριού της Νεμέας. Ο ίδιος όμως σχολιαστής, σε άλλη πηγή, επιβεβαιώνει ότι ο Ηρακλής επανίδρυσε τα Νέμεα σε ανάμνηση του Οφέλτη ή Αρχέμορου και τα επισημοποίησε αφιερώνοντάς τα στο Δία.

Από την παράδοση μαθαίνουμε ότι στην πρώτη τέλεση των αγώνων πήραν μέρος όλοι οι στρατηγοί (Άδραστος, Ετέοκλος, Τυδέας, Αμφιάραος, Πολυνείκης, Λαοδίκης και ο Παρθενοπαίος), και διακριθήκαν στα αγωνίσματα της ιπποδρομίας, στον αγώνα δρόμου, στην πυγμαχία, στο άλμα, στη δισκοβολία, στον ακοντισμό, στην πάλη και στην τοξοβολία.

Αρχικά, οι αγώνες ήταν τοπικού χαρακτήρα. Κατά τους ιστορικούς όμως χρόνους και κυρίως από το 573 π.Χ. τα Νέμεα ανακηρύχθηκαν επίσημα ως πανελλήνιοι αγώνες, σύμφωνα με το πρότυπο των Ολυμπιακών και η φήμη τους μεγάλωσε. Τελούνταν κάθε δύο χρόνια (τριετηρικοί), τον μήνα Ιούλιο [5].

Κατά τη διάρκεια των αγώνων, μία ιερή εκεχειρία σταματούσε κάθε εχθροπραξία. Όλοι οι Έλληνες, Σπαρτιάτες, Αθηναίοι, Κορίνθιοι, Αργείοι, Μακεδόνες και Κρήτες, πρώτα αποδέχονταν την κοινή τους καταγωγή, μετά έστελναν αντιπροσώπους και τέλος συγκεντρώνονταν όλοι μαζί.

Η διεύθυνση των αγώνων πέρασε από μία διαδικασία αλλαγών και ταραχών. Ειδικότερα, ενώ στην αρχή ήταν υπεύθυνοι – ως ιδρυτές- οι κάτοικοι των Κλεωνών, από το 460 π.Χ. η διεύθυνση μετατέθηκε στους Αργείους [6], οι οποίοι μετέφεραν και την έδρα των αγώνων στο Άργος. Από τη στιγμή αυτή, τα Νέμεα άρχισαν να γίνονται ονομαστή και ξακουστή γιορτή.

Γενική άποψη του αρχαίου σταδίου της Νεμέας.

Στη συνέχεια, το 330 π.Χ. οι αγώνες επανήλθαν στη Νεμέα, όταν οι Μακεδόνες βασιλείς, ο Φίλιππος Β’ και ο Μέγας Αλέξανδρος, βοήθησαν οικονομικά στην κατασκευή του νέου Ναού του Δία [7]. Έπειτα, από το 270 π.Χ. έως το 260 π.Χ. οι αγώνες τελούνταν πάλι στο Άργος, μέχρι το 145 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος κατακτητής της Κορίνθου, Μόμμιος, επανέφερε τους αγώνες στη Νεμέα για μισό αιώνα περίπου[8]. Τέλος, οι αγώνες μεταφέρθηκαν μόνιμα στο Άργος μέχρι το τέλος της αρχαιότητας και η Νεμέα ερημώθηκε.

Υπεύθυνοι των αγώνων ήταν οι δώδεκα ελλανοδίκες, οι οποίοι φορούσαν πένθιμο ένδυμα. Το έπαθλο των αγώνων στην αρχή ήταν ένα στεφάνι ελιάς το οποίο, αργότερα αντικαταστάθηκε από χλωρό σέλινο, ως επικήδειο σύμβολο, ένδειξη του εφήμερου της νίκης και της νεκρικής λατρείας.

Οι αγώνες διεξάγονταν στο στάδιο της Νεμέας, το οποίο κατασκευάστηκε στα τέλη του 4ου  π.Χ. αιώνα, είχε μήκος178 μέτρα και χωρητικότητα 40.000 θεατών.

Μετά την τυπική ιεροτελεστία της θυσίας στο Νέμειο Δία, άρχιζαν τα αγωνίσματα, τα οποία περιλαμβάνουν δύο κατηγορίες :

Γυμνικά αγωνίσματα :

το στάδιο

ο δίαυλος

ο ίππος

ο δόλιχος οπλίτης

ο δρόμος

η πάλη

η πυγμή

το παγκράτιο

το πένταθλο

Ιππικοί αγώνες :

το τέθριππον

συνωρίς ίππων

κέλης

Σ’ αυτά συμμετείχαν τρεις κατηγορίες αθλητών : οι άνδρες, οι αγένειοι και οι παίδες. Μετά τους ελληνιστικούς χρόνους, στο πρόγραμμα των αγώνων περιλαμβάνονταν και μουσικοί αγώνες, με άλλα λόγια, αγώνες των σαλπιγκτών και των κηρύκων.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, πολλούς νικητές των Νεμέων έχει υμνήσει ο Πίνδαρος στους Νεμεόνικούς του (π.χ. ο Χρόμιος της Συρακούσας, ο Τιμάσαρχος ο Αιγινίτης, ο Τιρόδικος ο Αχαρνέας, ο Πυθέας ο Αιγινίτης). Επιπλέον, σύμφωνα με το σχολιαστή του Πινδάρου μαθαίνουμε ότι, η γιορτή των Νεμέων διεξαγόταν και σε άλλα μέρη, όπως στα Μέγαρα, στην Αγχίαλο της Θράκης και στην Αίτνα της Σικελίας.

 

Νεμέα (Temple of Nemea), Guillaume Abel Blouet 1831.

 

Η αρχαιολογική σπουδαιότητα του χώρου αποκαλύφθηκε το 1766 από το Σύλλογο Dilettanti [9]. Έγιναν κάποιες ανασκαφές το 1881 και το 1912, όμως η συστηματική ανασκαφή και η ανεύρεση του αρχαίου σταδίου της Αρχαίας Νεμέας πραγματοποιήθηκε το 1974 από την Αμερικάνικη Αρχαιολογική Σχολή.

Ο Steven G. Miller, καθηγητής του  Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ, δουλεύοντας με πολύ ζήλο και αγάπη για τα αρχαιοελληνικά εδάφη ανέδειξε το αρχαίο στάδιο και τα κτήρια της γύρω περιοχής. Το έργο του Miller ολοκληρώθηκε το 1991 και στη συνέχεια ιδρύθηκε και οργανώθηκε η αναβίωση των σύγχρονων «Νέμεων»[10], τα οποία διεξάγονται κάθε τέσσερα χρόνια. Συγκεκριμένα, τον Ιούνιο του 1996 οργανώθηκαν τα πρώτα σύγχρονα «Νέμεα», με τη συμμετοχή 500 δρομέων όλων των κατηγοριών. Με τον ίδιο ενθουσιασμό και ευχαρίστηση διεξήχθηκαν και τα υπόλοιπα και με μεγάλη προσμονή περιμένουμε τα τέταρτα κατά σειρά σύγχρονα «Νέμεα», που θα πραγματοποιηθούν το 2012.  

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος  

 

Υποσημειώσεις


[1] Νεμέα: κοιλάδα μεταξύ Φλιασίας και Κλεωναίας, στα σύνορα της Κορινθίας  προς    την Αργολίδα (Σταβ. C,377). Κατά τον Στέφανο τον Βυζάντιο ήταν «χώρα της Αργολίδος», όπου κατοικούσαν Δρύοπες.

[2] Οφέλτης: γιος της Νεμέας (κόρη του Δία και της Σεμέλης) και του βασιλιά της περιοχής Λυκούργου. Άλλη πηγή αναφέρει ως μητέρα του την Ευριδίκη (Απολλόδ. Γ’, 6, 4).

[3] Το περιστατικό του Οφέλτη και της Υψιπύλης ήταν αγαπητό στην τέχνη. Ο Ευριπίδης έγραψε τραγωδία «Υψιπύλη», οι αγγειογράφοι παρίσταναν συχνά τον Οφέλτη με κουλουριασμένο γύρω του το φίδι και έναν από τους ήρωες να αγωνίζεται εναντίον του φιδιού. Τέλος, πολλοί είναι οι τύποι νομισμάτων της Κορίνθου και του Άργους με σχετικές παραστάσεις.

[4] Δράκοντας σύμφωνα με τον Παυσανία (ΙΙ, 15, 3).

[5] Υπάρχουν πηγές που μαρτυρούν την ύπαρξη «χειμερινών» Νέμεων. Συγκεκριμένα, από τα όσα αναφέρει ο Παυσανίας, οι ειδικοί υπέθεσαν πως τα Νέμεα γίνονταν χειμώνα κάθε δεύτερη φορά, για να μη συμπίπτουν με τα Ολύμπια ή πως ο χειμερινός εορτασμός ήταν μία προσπάθεια του Αδριανού να ξαναδώσει ζωή στην παρακμασμένη και έρημη Νεμέα, όταν οι αγώνες τελούνταν μόνιμα στο Άργος. Ο Γ. Θ. Αποστολόπουλος αναφέρει ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός (119-137 μ.Χ.), έκανε τα Νέμεα χειμερινά και όρισε να γιορτάζονται στο στάδιο του Άργους όπως και τα Ηραία.

[6] Οι Αργείοι λόγω της μεγάλης στρατιωτικής και πολιτικής δύναμής τους διατήρησαν την αγωνοθεσία των αγώνων και είχαν το δικαίωμα να εκλέγουν τον ιερέα του Δία και να διοργανώνουν τα χειμερινά Νέμεα, μία νυχτερινή θρησκευτική εκδήλωση.

[7] Από τον Πλούταρχο πληροφορούμαστε το εξής περιστατικό : ο Άρατος ο Σικιώνιος, αρχηγός της Αχαϊκής Συμπολιτείας και μεγάλος εχθρός του Άργους, αποφάσισε, για τους δικούς του πολιτικούς λόγους , να οργανώσει τα Νέμεα στη φυσική τους κοιτίδα αποκλείοντας παράλληλα τους Αργείους. Επιπλέον, έδωσε εντολή στους αθλητές να λάβουν μέρος στους δικούς του αγώνες και όχι στου Άργους. Όμως, οι αθλητές δεν υπάκουσαν και ο Άρατος έδωσε εντολή να συλληφθούν και να πουληθούν ως δούλοι. Το γεγονός αυτό θεωρήθηκε ως παραβίαση της ιερής εκεχειρίας.   

[8] Όσον αφορά την αγωνοθεσία των αγώνων μαθαίνουμε ότι το 208 π.Χ. οι Αργείοι παραχωρούν την επιστασία των χειμερινών Νεμέων στο Φίλιππο το Δημητρίου , με μοναδικό αγώνισμα τον οπλίτην (Πολύβιος 10, 26). Επίσης, το 196 π.Χ. η αγωνοθεσία περνά στα χέρια των Ρωμαίων, με τον Τίτο Κοΐντιο Φλαμινίνο (2ος π.Χ.), ο οποίος κήρυξε την ελευθερία, την αυτονομία και την  ανεξαρτησία κάθε ελληνικής πόλης, προετοιμάζοντας έτσι μέσω της διάσπασή της την πλήρη υποταγή της Ελλάδας στους Ρωμαίους. Οι Αργείοι καθιέρωσαν γιορταστικούς αγώνες προς τιμήν του Φλαμινίνου, τα «Τίτεια».

[9] Η κοινωνία των ενθουσιωδών (αγγλ. Society of Dilettante ή Dilettante Society) είναι ιστορικός σύλλογος στο Ηνωμένο Βασίλειο, με σκοπό τον εορτασμό και τη μελέτη της ελληνικής και ρωμαϊκής αρχαιότητας. Μέλη του είναι συλλέκτες, διανοούμενοι ή και ευγενείς. Ο σύλλογος συναντήθηκε για πρώτη φορά το έτος 1732, και ιδρύθηκε το 1734 σύμφωνα με την παράδοση των Dining society. Οι δωρεές των μελών του συλλόγου κατέστησαν εφικτή την διοργάνωση αρχαιολογικών αποστολών, καθώς και την επιδότηση καλλιτεχνών του κλασσικών στιλ.

[10] Στους αγώνες συμμετέχουν άνθρωποι από 45 χώρες, ηλικίας από 5 έως 97 ετών. Εκτός από τα αγωνίσματα, δίνονται και παραστάσεις θεάτρου, μουσικής και χορού. Στους αγώνες δεν καταγράφονται ρεκόρ, ούτε απονέμονται μετάλλια. Οι συμμετέχοντες αγωνίζονται ξυπόλυτοι φορώντας ένα λευκό χιτώνα και είναι χωρισμένοι ανά ηλικία και φύλο. Τηρούν κανονικά το εθιμοτυπικό της αρχαιότητας.

Πηγές


 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, Εκδ. Εκ Προοιμίου, Άργος, 2008. 
  • Εγκυκλοπαίδεια «Υδρία», Εταιρεία Ελληνικών Εκδόσεων Α.Ε., Τόμος 40ος, Αθήνα, 1986.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  •  Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια – Παύλος Δρανδάκης, Εκδοτικός Οργανισμός ο «Φοίνιξ», Τόμος ΙΗ’.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Νικ. Δ. Παπαχατζής, «Παυσανίου Ελλάδος Περιηγήσις», Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.
  • Γιάννης Θ. Αποστολόπουλος, «Αργείων Άθλα», Έκδοση Δήμος Άργους, Άργος, 1998.
  • Ιωάννης Ερν. Ζεγκίνης, «Το Άργος δια μέσου των Αιώνων», Αθήναι, ³1996.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Read Full Post »

Αρχαίες φυλακές


 

Η ιστορία των φυλακών στον τόπο μας ξεκινάει μετά την κατάλυση της δημοκρατικής πόλης-κράτους. Η αρχαία ελληνική πόλη, σε αντίθεση με τις ανατολικού (ή δυτικού) τύπου μοναρχίες, δεσποτείες και τα λοιπά θεοκρατικά καθεστώτα, αρνείται την έννοια και την πρακτική του εγκλεισμού στις φυλακές: του «σωφρονισμού» σε αυτές και των βασανιστηρίων, που ακολουθούν τη στέρηση της ελευθερίας. Γι’ αυτό φυλακές στην αρχαία Αθήνα δεν υπάρχουν (φυλακή ονομάζουν την περιπολία στα τείχη ή σε θαλάσσιες περιοχές, για την άμυνά τους).

Το μικρό δεσμωτήριο εξάλλου της πόλης των Αθηνών (η «φυλακή» του Σωκράτη) χρησιμοποιείται, όπως το σημερινό κρατητήριο, για ώρες ή μέρες: με σκοπό την εφαρμογή της ποινής του θανάτου (με κώνειο) ή για την αποπληρωμή χρέους προς το δημόσιο ταμείο. Ο πολιτισμός των Ελλήνων αρνείται τη φυλακή και γι’ αυτό οι πολίτες δεν φυλακίζονται, θανατώνονται, όταν επιχειρούν να καταλύσουν το πάτριο πολίτευμα (ή όταν βεβηλώνουν τους πάτριους θεούς), ή εξορίζονται, το συνηθέστερο, για διάστημα 10 ετών, όταν κρίνονται επικίνδυνοι για την πόλη. Μετά την υποδούλωση της Ελλάδας στη Ρώμη αρχίζουν να εμφανίζονται οι πρώτες φυλακές, που υπάρχουν και στο Βυζάντιο. (Νίκος Βαρδιάμπασης)

 

Στην εποχή μας, η επιβολή ποινής για κάποιο αδίκη­μα είναι σχεδόν συνώνυμη με τη «φυλάκιση», δη­λαδή τη στέρηση της ελευθερίας με τον εγκλεισμό σε κάποιο κρατικό σωφρονιστήριο. Μολονότι η α­νάδειξη της φυλακής ως κατ’ εξοχήν χώρου έκτι­σης της νομοθετημένης τιμωρίας αποτελεί σύγχρονο φαινόμενο που έχει τις ρίζες του στο δυτικό Μεσαίωνα, ωστόσο η στέρηση της ελευθερίας στο πλαίσιο μιας «τιμωρητικής» πολιτικής δεν είναι ά­γνωστη στην ελληνική αρχαιότητα. Η παραδειγματική και αρχετυπική έκφανση του περιορισμού της ελευθερίας ως τιμωρίας που επι­βάλλεται από τον κρατούντα την – υπέρτατη άλλωστε – εξουσία βρίσκεται στο μύθο του Προμηθέα.

Ο δεσμώτης του Καυκάσου αντιπροσωπεύει τον αρχέτυπο μύθο της θεϊκής τιμωρίας. Ο Προμηθέας σε παράσταση μελανόμορφου λακωνικού κυπέλλου.

Παραβαίνοντας τη θέληση των θεών, ο Προμηθέ­ας δίνει στους ανθρώπους τη φωτιά. Για την πράξη του αυτή, που έχει ήδη οριστεί ως κακό, ο Ζευς του επιβάλλει σκληρή τιμωρία: να μείνει αιώνια δε­μένος στον Καύκασο. «Για τούτα τα σφάλματα πληρώνω την ποινή, στον πάσσαλο δεμένος εδώ στο ξάγναντο», αναφωνεί ο Προμηθέας στην ομώ­νυμη τραγωδία. Η μυθολογική σύλληψη αντιλαμ­βάνεται τον περιορισμό ως δεσμά, τα οποία δεν προϋποθέτουν εγκλεισμό, αντίθετα μπορούν να πραγματοποιούνται υπαίθρια. Όμως στον Προμη­θέα Δεσμώτη ο Αισχύλος χρησιμοποιεί την ορο­λογία του ποινικού δικαίου της δικής του εποχής για να περιγράψει τα παθήματα του ήρωά του.

Σε ακόμη ένα περίφημο παράδειγμα από το χώρο του μύθου, ο Κρέοντας φυλακίζει την Αντιγόνη επει­δή παρέβη το νόμο του κράτους του οποίου ο ίδιος είναι εκφραστής. Στον αντίποδα των υπαίθριων δε­σμών του Προμηθέα, στην ψηλότερη βουνοκορφή, πρόκειται εδώ για απόλυτο εγκλεισμό, βαθιά μέσα στη γη, που θα οδηγήσει στο θάνατο. Περίπου την εποχή που γράφτηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης και ίσως λίγα χρόνια πριν από την Αντιγόνη, δηλαδή περί τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ., χρονολογείται η ανέγερση ενός κτιρίου που βρέθηκε στις ανασκαφές κοντά στην αθηναϊκή Αγορά.

Το κτίσμα αυτό, γνωστό ως Πόρος, έχει ταυ­τιστεί ως φυλακή και η μεταγενέστερη φιλολογική παράδοση το έχει συνδέσει με το μύθο του Προ­μηθέα. Δεν είναι βέβαιο αν πρόκειται για το δεσμωτήριον του Σωκράτη, όμως η θέση του κτιρίου αυτού στο κεντρικότερο σημείο της αρχαίας πόλης υποδεικνύει πως η χρήση του ήταν ενταγμένη στο δημόσιο βίο. Φαίνεται ότι το κτίριο αυτό αναμορφώθηκε στα τέλη του 5ου ή τις αρχές του 4ου αιώνα και άλλη μια φορά στα τέλη του 4ου. Δεν είναι γνωστό αν στην Αθήνα υπήρχαν περισσότερα από ένα δεσμωτήρια, κάτι που υπαινίσσεται, τουλάχιστον για τα τέλη του 4ου αιώνα, η χρήση της λέξης στον πληθυντικό για πρώτη φορά στην κωμωδία του Μενάνδρου Δύσκολος.

 

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

 

Δεσμωτήρια ή αλλιώς κατ’ ευφημισμόν οική­ματα μαρτυρούνται σε πολλές αρχαιοελληνικές πόλεις. Σύμφωνα με τη διήγηση του Ξενοφώντα, σε μια περίοδο στάσεως το 363 π.χ., μεγάλος αριθμός αριστοκρατικών από όλες τις πόλεις της Αρκαδίας οδηγήθηκαν στην πόλη της Τεγέας όπου φυλακί­στηκαν, μάλιστα πολύ σύντομα δημιουργήθηκε α­διαχώρητο στο δεσμωτήριον και ορισμένοι κρα­τούμενοι μεταφέρθηκαν στο πρυτανείο.

Κατά τη διάρκεια ακόμη μιας στάσεως, στη Θήβα αυτή τη φορά, μαθαίνουμε ότι η μια από τις αντιμαχόμενες μερίδες με τέχνασμα απελευθέρωσε τους κρατού­μενους από τη φυλακή και τους προμήθευσε με ό­πλα, κατορθώνοντας έτσι να αποκτήσει τον έλεγχο της πόλεως. Στην Τεγέα υπήρχε μόνο μια φυλακή, όμως σε έκτακτες περιπτώσεις και άλλα δημόσια κτίρια μπορούσαν προσωρινά να χρησιμοποιηθούν για τη φύλαξη των κρατουμένων. Εξάλλου στον πόλεμο η φυλάκιση ήταν η συνήθης ποινή που επέβαλ­λαν οι στρατηγοί μέσα στο πλαίσιο των καθηκό­ντων τους, και ελλείψει φυλακών μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν κάθε είδους κτίρια, ή ακόμη χαντάκια, λατομεία και λάκκοι. Για τους κρατούμε­νους από τις Συρακούσες οι Αθηναίοι χρησιμοποί­ησαν ένα λατομείο πέτρας στον Πειραιά.

Ο Αριστοτέλης στη Ρητορική, αναφερόμενος στην ιδιαίτερη βαρύτητα των αδικημάτων εκείνων τα οποία δίνουν αφορμή να ζητηθούν ή να θεσπι­στούν ειδικά προληπτικά ή κατασταλτικά μέτρα, μας πληροφορεί ότι στο Άργος επιβαλλόταν εξαι­ρετική ποινή σε εκείνον που είχε γίνει αφορμή να ψηφιστεί νέος νόμος ή να κτισθεί νέα φυλακή. Στο ίδιο παραδειγματικό – συμβολικό πλαίσιο και πάλι, σύμφωνα με τον Παυσανία οι Κροτωνιάτες τον 5ο αιώνα μετέτρεψαν το σπίτι ενός εγκληματία σε δεσμωτήριον. Στην αττική νομοθεσία, η πρώτη εμφάνιση περιοριστικής της ελευθερίας ποινής ανάγεται στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ.

Στον Σόλωνα αποδίδεται ο νόμος που τιμωρούσε τον ένοχο κλοπής με χρη­ματική ποινή και παράλληλα θέσπιζε ως παρεπό­μενη ποινή τον πενθήμερο περιορισμό του ενόχου στην ποδοκάκκη. Πρόκειται για ένα όργανο ξύλι­νο, αφού τον 4ο αιώνα αναφέρεται συνήθως ως ξύλον, στο οποίο προσδενόταν το πόδι με αποτέλε­σμα την ακινητοποίηση του σώματος. Ήταν στη δια­κριτική ευχέρεια του δικαστηρίου της Ηλιαίας να επιβάλει αυτόν τον περιορισμό, ο οποίος δεν λάμ­βανε χώρα σε κλειστό χώρο αλλά γινόταν δημό­σια, «ώστε να μπορούν να τον δουν όλοι δεμέ­νο», όπως σχολιάζει ο Δημοσθένης. Αρχικά λοιπόν ο περιορισμός στην ποδοκάκκη είχε προεχό­ντως ατιμωτικό χαρακτήρα, στοχεύοντας ιδίως στη δημόσια διαπόμπευση, στη συνέχεια όμως η χρή­ση του οργάνου αυτού γενικεύθηκε μέσα στη φυ­λακή.

Για τους αρχαίους Έλληνες ο σωματικός κολα­σμός ταιριάζει στους δούλους, οι οποίοι ευθύνονται για τις παραβάσεις τους με το σώμα τους, σε αντί­θεση με τους ελεύθερους ανθρώπους, στους οποί­ους ο νόμος τις περισσότερες φορές επιβάλλει πρόστιμα. Η συνήθης τιμωρία των δούλων ήταν τα δεσμά, και, όπως πληροφορούμαστε, ένας πρόχει­ρος τόπος εγκλεισμού τους ήταν οι μύλοι. Αυτό το διακριτικό στοιχείο των πολιτών από τους δούλους υπήρξε καθοριστικό για τη θεσμοθέτηση του πε­ριορισμού των πολιτών στη φυλακή, που, τουλάχι­στον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., ήταν φει­δωλή.

Εξαίρεση στη δυσκολία του Αθηναίου νο­μοθέτη να αποδεχθεί τη φυλάκιση πολι­τών αποτελούσαν όσοι όφειλαν χρήματα στο δημόσιο. Η οφειλή αυτή μπορούσε να προέρχεται από συμβατική αιτία: τη συλ­λογή των φόρων αναλάμβαναν πολίτες έπειτα από πλειστηριασμό, κατά τον οποίο ο πλειοδότης απο­κτούσε το δικαίωμα να εισπράττει, για ένα έτος συ­νήθως, το συγκεκριμένο φόρο (λιμενικά τέλη, μετοίκιο κ.λπ.) και να αποδίδει στο κράτος το ποσόν που ορίστηκε. Με ανάλογο τρόπο γίνονταν οι μι­σθώσεις των μεταλλείων, καθώς και οι μισθώσεις των κτημάτων που ανήκαν στα ιερά, για διάρκεια δέκα ετών.

Αλλά οι περισσότεροι οφειλέτες που βρίσκο­νταν στη φυλακή ήταν εκείνοι που δεν είχαν τη δυνατότητα να καταβάλουν κάποια χρηματική ποι­νή που τους είχε επιβληθεί. Συχνά βλέπουμε, στους δικανικούς λόγους, τον κατηγορούμενο να τονίζει στους δικαστές ότι η επιβολή χρηματικής ποινής θα σήμαινε γι’ αυτόν το τέλος της ζωής του ως πολίτη και τον ισόβιο εγκλεισμό του στη φυλα­κή. Και πράγματι γνωρίζουμε αρκετούς ένδοξους πολίτες που πέρασαν από τη φυλακή για τέτοια χρέη, ή ακόμη πέθαναν εκεί, όπως ο Μιλτιάδης, άρρωστος ήδη όταν καταδικάστηκε σε πρόστιμο πενήντα ταλάντων, που, αδυνατώντας να το πληρώσει, τελείωσε τη ζωή του στη φυλακή το 489 π.Χ.

Το 353 π.Χ. ο Αθηναίος Τιμοκράτης πρότεινε να ψηφιστεί ένας νόμος που θα έδινε τη δυνατότη­τα στους οφειλέτες του δημοσίου – με εξαίρεση ορισμένες μόνο κατηγορίες, όπως οι εκμισθωτές των φόρων – να μη φυλακίζονται, εφ’ όσον παρείχαν χρηματική εγγύηση. Ο Δημοσθένης με δριμύτητα προσέβαλε το ψήφισμα που εισηγήθηκε ο Τιμοκράτης, ως αντίθετο με τους νόμους, υπενθυμίζο­ντας στο λαϊκό δικαστήριο ότι πρόκειται για «φω­τογραφική» ρύθμιση, που έχει στόχο να απαλλά­ξει κάποιους φίλους του που βρίσκονταν στη φυ­λακή για χρέη προς το δημόσιο. Θυμίζει ακόμη ότι πολλοί γνήσιοι Αθηναίοι έχουν οδηγηθεί στο δεσμωτήριο, φυλακισμένοι είτε για οφειλές είτε έ­πειτα από δικαστική απόφαση, αλλά υπέμειναν τα δεσμά υποτασσόμενοι στους νόμους, και δίνει πα­ραδείγματα πολλών επιφανών ανδρών που πέρα­σαν χρόνια στη φυλακή. Ο Δημοσθένης κατηγορεί τον Τιμοκράτη ότι το ψήφισμα που πρότεινε εισά­γει ρύθμιση ευνοϊκή για τους πλουσίους, οι οποί­οι μπορούν να παράσχουν χρηματική εγγύηση κι έτσι διαφεύγουν τη φυλάκιση, αντίθετα με τους α­πλούς ανθρώπους: όταν ασκούν κάποια εξουσία, ο κατηγορούμενος και το περιβάλλον του, ευχαρίστως φυλακίζουν τους φτωχούς, όταν όμως πρόκει­ται για τους ίδιους, πιστεύουν ότι δεν πρέπει να πάθουν το ίδιο.

Στην Αθήνα αρμόδιοι για την επίβλεψη του δεσμωτηρίου ήταν οι ένδεκα, άρχοντες κληρωτοί με ενιαύσια θητεία. Δική τους δικαιοδοσία ήταν η σύλληψη που προβλεπόταν από το νόμο για ορι­σμένες κατηγορίες αδικούντων. Καθώς η εισαγγε­λική αρχή, που σήμερα ασκεί τη δίωξη για ένα έ­γκλημα, ήταν έννοια ξένη προς το αρχαιοελληνι­κό δίκαιο, κατά το οποίο ο κάθε πολίτης ήταν ε­νεργός, δικαιούμενος ή μάλλον υποχρεωμένος να κινεί τη δίωξη όποιου έβλαπτε την πόλιν, ο εν­διαφερόμενος πολίτης είτε συνελάμβανε ο ίδιος το δράστη και τον παρέδιδε στους ένδεκα (απαγωγή), είτε τους οδηγούσε στον τόπο της σύλληψης (εφήγησις) είτε τέλος υποδείκνυε το δράστη στους άρ­χοντες (ένδειξις), οι οποίοι οδηγούσαν το συλληφθέντα στη φυλακή μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Οι διαδικασίες αυτές εφαρμόζονταν κυρίως ενα­ντίον κακούργων που καταλαμβάνονταν έπ’ αυτο­φώρω ή εξόριστων που επέστρεφαν παράνομα ή α­κόμη εναντίον όσων είχαν καταδικαστεί στην απο­στέρηση των δικαιωμάτων συμμετοχής στο σώμα των πολιτών, αλλά επιχειρούσαν να ασκήσουν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Η προφυλάκιση εφαρμοζόταν εξάλλου ευρύτατα σε υποθέσεις κατηγορουμένων για εγκλήματα κα­τά του πολιτεύματος και κατά των θεμελιωδών αρ­χών της πόλεως. Τα παραδείγματα προέρχονται κυρίως από τα τέλη του 5ου αιώνα και αργότερα, ό­πως στην υπόθεση του έτους 404 π.χ., όταν οι στρατη­γοί, ταξίαρχοι και πολίτες, που κατηγορήθηκαν ότι συνωμοτούσαν με σκοπό την ανατροπή της δημοκρατίας, προφυλακίστηκαν μέχρι τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο στρατηγός Θρασύβουλος κατηγορή­θηκε για προδοσία της πόλεως και κατάχρηση χρημάτων που προορίζονταν για εξαγορά αιχμα­λώτων και κρατήθηκε στη φυλακή μέχρι να δικαστεί. Λίγα όμως χρόνια αργότερα κατηγορήθηκε για δωροδοκία και προφυλακίστηκε εκ νέου. Ακόμη μια εφαρμογή της αποστέρησης της ελευθερίας στην αττική νομοθεσία είχε τη μορφή εξασφαλιστικού μέτρου κατά των μελλοθανάτων. Μετά την έκδοση της απόφασης, ο καταδικασθείς παραδιδόταν στους ένδεκα, που τον οδηγούσαν στο δεσμωτήριο, μέχρι την εκτέλεση. Στις περιστάσεις που οι νόμοι για λόγους θρησκευτικούς ανέστελλαν την εκτέλε­ση, η παραμονή εκεί ήταν πολυήμερη, όπως συνέ­βη με τον Σωκράτη, μέχρι την επιστροφή στην Αθήνα του ιερού πλοίου. Την ορισμένη για την ε­κτέλεση ημέρα, οδηγούσαν τον κατάδικο έξω από την πόλη, στο δήμιο, ενώ η χορήγηση του κωνείου γινόταν μέσα στη φυλακή.

Από τα τέλη του 5ου αιώνα π.Χ., πιθανώς ως α­ποτέλεσμα της μεταρρύθμισης του Εφιάλτη, η φυ­λάκιση μπορούσε να επιβληθεί και ως κύρια ποι­νή για κάποιο αδίκημα, όταν προτεινόταν από τον ένα διάδικο. Έτσι και ο Αριστοτέλης αργότερα α­παριθμεί τις ποινές που προέβλεπε η αττική νομο­θεσία ως εξής: δεσμός, θάνατος, εξορία, αποστέ­ρηση των δικαιωμάτων του πολίτη, δήμευση της περιουσίας. Δεν σώζεται όμως κανένας νόμος που να επιβάλλει ποινή φυλάκισης για κάποιο αδίκη­μα σε περίπτωση που η ποινή απέρρεε απ’ ευθεί­ας από το νόμο χωρίς να θεσπίζεται η διαδικασία της πρότασης και αντιπρότασης από τους διαδί­κους.

Όσο για τις συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στις φυλακές, φαίνεται πως κατά κανόνα οι κρα­τούμενοι ήταν δεμένοι στο ξύλον, καθώς ποικίλες πηγές χρησιμοποιούν τη λέξη δεσμώτης ως συνώ­νυμο του να βρίσκεται κάποιος εν δεσμωτηρίω. Εκείνοι που αποφυλακίζονται έπειτα από μεγάλο χρονικό διάστημα αναφέρονται ως «ανίκανοι να περπατήσουν σαν τους άλλους ανθρώπους, αλλά ξαναγυρίζουν στην ίδια στάση και στις ίδιες κι­νήσεις που έκαναν δεμένοι», καταδεικνύοντας ό­τι η φυλάκιση και τα δεσμά συνεπάγονταν το ένα το άλλο. Απαγορευόταν όμως να υποβάλλονται οι πολίτες σε βασανιστήρια, είχε μάλιστα εκδοθεί ει­δικό ψήφισμα γι’ αυτό το σκοπό, που η χρονολο­γία του μας είναι άγνωστη.

Ωστόσο η γενική τάση που θεωρούσε το σώμα ενός πολίτη απαραβίαστο, σε περιόδους πολιτικών αναταραχών μπορούσε να αμφισβητηθεί, και έτσι το 409/8 π.χ. η αθηναϊκή βουλή δια βοής αποφάνθηκε να καταργηθεί ο νόμος και να δεθούν στον τροχό οι πολίτες που κατηγορούνταν για την παρωδία των ιερών μυστηρίων, ώ­στε να καταδώσουν και τους υπόλοιπους συνωμό­τες. Ορισμένοι κατόρθωσαν να το αποφύγουν, ορί­ζοντας εγγυητές και τελικά δραπετεύοντας από την πόλη, πολλοί όμως ήταν αυτοί που συνελή­φθησαν και οδηγήθηκαν στη φυλακή. Μεταξύ αυ­τών ήταν και ο ρήτορας Ανδοκίδης, ο οποίος αρ­γότερα θα πει στους συμπολίτες του: «θα μου έπαιρνε πολύ χρόνο να μιλήσω για τη φυλάκισή μου και για όλα εκείνα που υπέφερα με το σώμα μου τότε».

Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τη φυλάκιση αρ­γό θάνατο. Για τον πλατωνικό Σωκράτη η αρχή της ζωής στη φυλακή είναι το τέλος της ελεύθερης ζω­ής. Μετά την πρώτη ψηφοφορία που τον έκρινε έ­νοχο, και την πρόταση των κατηγόρων του να επι­βληθεί η θανατική ποινή, ο Σωκράτης καλείται, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία, να αντιπροτεί­νει την ποινή που ο ίδιος θεωρεί κατάλληλη για το αδίκημα που διέπραξε: «Ποιο από αυτά που ξέ­ρω καλά πως είναι κακά να αντιπροτείνω, τιμω­ρώντας μ’ αυτό ο ίδιος τον εαυτό μου; Μήπως τη φυλάκιση; Και γιατί δα πρέπει να περάσω τη ζωή μου στο δεσμωτήριο, δούλος του κάθε άρχο­ντα που έρχεται στην εξουσία; Μήπως το πρόστι­μο, που κι αυτό δα επιφέρει τη φυλάκιση μέχρι να το πληρώσω;». Κάποιος θεός θα διατάραξε την κρίση του ανθρώπου εκείνου που πρότεινε για τον εαυτό του την ποινή της φυλάκισης αντί για πρό­στιμο, σχολιάζει ο Λυσίας, ενώ και ο Θουκυδίδης σημειώνει πως οι Αθηναίοι συμφώνησαν τελικά να παραδώσουν τα όπλα τους στους Συρακούσιους, ώ­στε να μην τελειώσουν τη ζωή τους στη φυλακή.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Είναι άγνωστο πότε ανεγέρθηκε η πρώτη φυλακή στην Αθήνα ή σε άλλες αρχαιοελληνικές πόλεις. Πρόκειται όμως για γεγονός που σηματοδότησε τη μετάβαση από την ιδιωτική κράτηση ενός πολίτη από συμπολίτη του για χρέη, στη θέσπιση της φυλάκισης ως δημόσιας τιμωρίας και, παράλληλα, τη μετάβαση από τη δημόσια διαπόμπευση στον εγκλεισμό. Η θέση που καταλαμβάνει η φυλακή στην αρχαιοελληνική, ιδίως στην αθηναϊκή, κοινωνία είναι η συνισταμένη δυο αντιμαχόμενων εννοιών, που όμως και οι δυο βρίσκονται στον ιδεολογικό πυρήνα της δημοκρατικής πόλεως.

Από τη μια, η απέχθεια των πολιτών για το σωματικό κολασμό και τον περιορισμό, που θεωρούνταν ανάρμοστα με την ιδιότητα του πολίτη, από την άλλη η διαρκής αναζήτηση της ισονομίας, της πραγματικής εξίσωσης των πολιτών, που δεν επιτρέπει στους πλούσιους να πληρώνουν μόνον πρόστιμα ή χρηματικές εγγυήσεις τη στιγμή που οι φτωχοί, αδυνατώντας να πληρώσουν, βρίσκονται κλεισμένοι στο δεσμωτήριο. Η διαπάλη αυτή δεν επηρέασε μόνον τους υπέρμαχους της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού αντανάκλασή της βρίσκεται και στον Πλάτωνα, όταν στους Νόμους προτείνει την αποφυλάκιση όσων οφείλουν πρόστιμα είτε με την πληρωμή είτε όταν έπειθαν τους άρχοντες ή τον αντίδικό τους ότι είχαν περάσει αρκετό χρόνο στη φυλακή.

 

Στέφανος Παύλου

Αν. καθηγητής Νομικής Θράκης

Μαρία Γιούνη

Επ. καθηγήτρια Νομικής Θράκης

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η ιστορία των φυλακών», τεύχος 214, 4 Δεκεμβρίου 2003.

 

 

 

Read Full Post »

Γαμήλια έθιμα της αρχαιότητας και η θέση της γυναίκας στο γάμο


  

Η δήλωση του Αίαντα, στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή, ότι «η ζωή ενός άνδρα αξίζει πολύ περισσότερο από τη ζωή χιλίων γυναικών», αλλά και αυτή του νομοθέτη Σόλωνα ότι «χαλεπόν φορτίον η γυνή» δίνουν ένα πρώτο στίγ­μα για το ποια ήταν γενικά η θέση της γυναίκας στην αρχαιότητα. Ο προσδιορισμός επιπλέον του ρόλου της ως του ατόμου που «προετοιμάζεται για να γίνει καλή νοικοκυρά και μητέρα, να δίνει εργασίες στους δούλους, να νοικοκυ­ρεύει το έχει της» (Σοφοκλής, Αίας) προϊδεάζει και για την έγγαμη ζωή της σε μια κοινωνία που για πολλούς άνδρες θεωρείται «το γαμείν έσχατον του δυστυχείν», πλην όμως αναγκαίο κακό, καθώς «να πεις το γάμο πως δε θες και τις φροντίδες της γυναίκας κι έτσι δεν κάμεις παντρειά, και φτάσεις τα γεράματα χωρίς κανέναν να ‘χεις για να σε γηροκομά, τότε το βίο σου βέβαια δε θα στερηθείς, μα σαν πεθάνεις, μακρινοί θα σου το μοιραστούνε» (Ησίοδος, Θεογονία 585 κ.ε.).

 

Ο γάμος στην αρχαία Ελλάδα

Η κόρη στην Αθήνα είναι από τη γέννησή της περιορισμένη στο χώρο της οικίας, όπου διδάσκεται τις δου­λειές του νοικοκυριού, τραγούδι και χορό (για τη συμμετοχή της σε θρησκευτικές εορτές) και σπάνια ελάχιστα γράμματα κατ’ οίκον, αφού η παρουσία της στο σχολείο είναι αδιανόη­τη για το εκπαιδευτικό σύστημα της πόλης της. Εδώ πραγ­ματικά εντυπωσιάζει τους σύγχρονους μελετητές και σκαν­δαλίζει τους αρχαίους το γεγονός ότι η πάντοτε αυστηρή Σπάρτη επιτρέπει στα κορίτσια της να «παρατάνε τα σπίτια τους και με ξέσκεπα τα μηριά τους και με τα πέπλα ανεμίζο­ντας γυμνάζονται στα στάδια και τις παλαίστρες μαζί με τα αγόρια» (Ευριπίδης, Ανδρομά­χη 597-598).

Τα λακωνικά έθιμα επιτάσσουν ισότιμη και ισόκυρη αγωγή των κοριτσιών και των αγοριών, όπως διαπιστώ­νεται και από τις ρήσεις του νομοθέτη Λυκούργου, ο οποίος «όρισε τα κορίτσια να γυμνάζο­νται εξίσου με τα αγόρια και […] όπως τους άνδρες διέταξε και τις γυναίκες να συναγωνί­ζονται μεταξύ τους στο δρόμο και την αντοχή γιατί, όταν και οι δυο είναι δυνατοί, πίστευε ότι και τα παιδιά θα γίνονται δυ­νατότερα» (Ξενοφών, Λακεδαι­μονίων Πολιτεία 1.4).

Και τα δυο εκπαιδευτικά συστήματα όμως αποσκοπούν στο ίδιο απο­τέλεσμα: να αναθρέψουν μια καλή νοικοκυρά, σύζυγο και μητέρα, στην πρώτη περίπτωση, ή, στην άλλη, να γαλουχήσουν γυναίκες με υψηλό αίσθημα ευθύνης και συνείδησης, οι οποίες θα χρηματίσουν αφοσιωμένες σύζυγοι και μητέρες με την ανάλογη φυσική ρώμη, ώστε να γεννήσουν γερά παι­διά, ικανά να ταχθούν στην υπηρεσία της Σπάρτης.

Η περιορισμένη στο στενό πλαίσιο του γυναικωνίτη Αθη­ναία κοπέλα[1] δεν έχει ευκαιρίες να συναναστρέφεται νέους, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη του 5ου αιώνα, οπότε οι ειδικές συνθήκες του Πελοποννησιακού πολέμου επιτρέπουν προσω­ρινές αλλαγές στα ήθη.[2] Ο κανόνας θέλει τον «κύριο» της κό­ρης -ήτοι τον πατέρα, αδελφό ή άλλο αρσενικό νόμιμο κηδε­μόνα- να επιλέγει τον μέλλοντα σύζυγό της.

Η περίπτωση που αναφέρει ο Ηρόδοτος (6.122) ενός πατέρα που «στις τρεις κό­ρες του φέρθηκε κατά τον εξής τρόπο: όταν ήταν της παντρειάς, τους έδωσε μια προίκα τρανταχτή και άφησε καθεμιά τους να διαλέξει από όλους τους Αθηναίους όποιον ήθελε για άντρα της και την πάντρεψε με αυτόν που διάλεξε» συνιστά εξαίρε­ση από τις ελάχιστες.

Αντίθετα στη Λακεδαίμονα πρωτεύοντα ρόλο συνήθως παίζει η θέληση και των δυο νυμφευόμενων, ενώ ο ρόλος του πατέρα της νύφης υποβιβάζεται αισθητά. Η κατάλληλη ηλικία για γάμο είναι για τις κόρες της Αττικής από την εφηβεία -γύρω στα 12- και μέχρι τα 16, ηλικία που συνι­στά ο Ησίοδος (Έργα και Ημέραι 696-698), ενώ για τους άν­δρες τα 24 με 30. Τον 4ο αιώνα, ο Πλάτωνας (Νόμοι 785b) και ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a) ανεβάζουν κάπως το όριο (16­-20 για τη γυναίκα και 30-35 για τον άνδρα ο μεν, και 18 και 37 ο δε), αλλά και πάλι η διαφορά ανάμεσα στο ζευγάρι παραμέ­νει αρκετά μεγάλη. Στη Σπάρτη η διαφορά είναι μικρότερη, εφόσον οι ισχύουσες νομικές διατάξεις θέ­λουν να παντρεύονται οι γυναίκες 19-20 ετών και οι άνδρες 20-30 (ήτοι στη σωματική τους ακμή).

Τα προσόντα μιας υποψή­φιας Αθηναίας νύφης συνοψίζο­νται από τον Ισχόμαχο (Ξενο­φών, Οικονομικός 7.11):

 «τι μπο­ρούσε να ξέρει καλά, Σωκράτη, όταν την παντρεύτηκα; Δεν ήταν ακόμα καλά καλά δεκαπέντε χρο­νών όταν ήλθε στο σπίτι μου μέχρι τότε ζούσε κάτω από αυστηρή επίβλεψη. Έπρεπε να βλέπει όσο γινόταν λιγότερο, να ακούει όσο γινόταν λιγότερο και να κάνει όσο γινόταν λιγότερες ερωτήσεις».

Εντούτοις, βασική προϋπόθεση για το νόμιμο γάμο -και κυρίως για την απόκτηση γνήσιων Αθηναί­ων γόνων- ήταν να είναι και οι δυο Αθηναίοι, δεδομένου ότι υπάρχει νόμος που ορίζει ότι «αν κάποιος δώσει σε γάμο σε έναν Αθηναίο μια ξένη γυναίκα, παρουσιάζοντάς την για κόρη του, αυτός χάνει όλα τα δικαιώματα του πολίτη, και η περιου­σία του θα δημευθεί υπέρ του κράτους και το ένα τρίτο της θα δοθεί σε αυτόν που κατήγγειλε την πράξη».

Στο σημείο αυτό η Κρήτη και η Σπάρτη δείχνουν μεγαλύτερη ανεκτικότη­τα, αφού τόσο οι νόμοι της Γόρτυνας όσο και αυτοί του Λυκούργου επιτρέπουν τη σύναψη γάμου ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων, ενώ γίνονται ειδικές ρυθμί­σεις σχετικά με τα αποκτηθέντα τέκνα.

Ένας τυπικός αθηναϊκός γάμος ξεκινά με την «εγγύη», η οποία ταυτίζεται εν μέρει με τον σύγχρονο αρραβώνα. Ο παρακάτω διάλογος της κωμωδίας του Μενάνδρου (Περικειρομένη 435-439) συνοψίζει τον ορισμό της «εγγύησης» ως μιας προ­φορικής συμφωνίας με­ταξύ του «κυρίου» της κό­ρης και του μνηστήρα -ή του πατέρα του όταν ήταν ανήλικος-, όπου προσφέρονται η κοπέλα για την «ανα­παραγωγή» και η ανάλογη «προιξ»:[3]

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω αυτή την κοπέλα για να σου γεννήσει νόμιμα παιδιά.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Την παίρνω.

ΠΑΤΑΙΚΟΣ: Σου δίνω και μια προίκα τρία τάλαντα.

ΠΟΛΕΜΩΝ: Τα δέχομαι και αυτά με ευχαρίστηση.

Η γαμήλια άμαξα με τη νύφη, το γαμπρό κα τον πάροχο (μελανόμορφο αττικό αγγείο του ζωγράφου Άμαση, 550 π.χ.)

Προκειμένου να δοθεί ο απαιτούμενος επίσημος χαρα­κτήρας, η δικαιοπραξία αυτή λαμβάνει χώρα κοντά στον οικογενειακό βωμό και ενώπιον μαρτύρων. Με την πράξη αυτή μεταβιβάζονται τα δικαιώματα του πατέρα στο γαμπρό, στου οποίου τη νομική κυριότητα περνά η νέα γυναίκα («έκδοσις») και η περιουσία της («προιξ»).

Η προίκα συνίστα­ται από χρήματα, ιματισμό, πολύτιμα αντικείμενα, δούλους, σπίτια ή γη και κυμαίνεται από 1.000-2.000 δραχμές για τους μικρομεσαίους έως 18.000 (=3 τάλαντα) για τους πλουσί­ους. Φυσικά δεν απουσιάζουν οι εκκεντρικές εξαιρέσεις, όπως αυτή του Αλκιβιάδη (Πλούταρχος, Αλκιβιάδης 8), ο οποίος λαμβάνει κατά την «εγγύη» 120.000 δραχμές (20 τάλαντα), αλλά και οι περιπτώσεις φτωχών ή ορφανών ατθί­δων όπου το κράτος ή οι στενοί συγγενείς οφείλουν να συμ­βάλουν για τη συγκέντρωση μιας ελάχιστης προίκας. Εντού­τοις, παρόλο που το χρηματικό ποσό δίδεται προς διαχείρι­ση στο σύζυγο, σε περίπτωση διαζυγίου ή θανάτου της γυναίκας επιστρέφεται στον αρχικό κάτοχο, ήτοι την οικογέ­νεια της νύφης.

Ο θεσμός αυτός της «εγγύησης» δεν υφί­σταται στη Σπάρτη, ενώ αντίθετα ισχύει ειδική νομοθεσία που απαγορεύει την προίκα με την αιτιολογία «για να μη μεί­νει καμία ανύπαντρη λόγω της φτώχειας της και για να μην παντρεύονται οι άλλες για τα πλούτη τους, αλλά ο καθένας να κάνει την εκλογή του αποβλέποντας στα ήθη και την αρετή της κόρης» (Πλούταρχος, Λακωνικά αποφθέγματα Λυκούργου 228a).Ύστερα από ένα εύλογο χρονικό διάστημα -συνήθως σύ­ντομο- ακολουθεί ο καθαυτό γάμος.

Αν και δεν είναι δε­σμευτικό, όπως μαρτυρεί ο Αριστοτέλης (Πολιτικά 1335a), καταλληλότερη εποχή για την τέλεση του μυστηρίου στην Αττική θεωρείται ο χειμώνας και συγκεκριμέ­να ο ιερός μήνας της θεάς του γάμου Ήρας, ο Γαμηλίων (έβδομος μή­νας του αττικού ημερολο­γίου, που αντιστοιχεί στο σημερινό Γενάρη), ενώ ο Ευριπίδης (Ιφιγένεια εν Αυλίδι 717) το συγκεκριμενο­ποιεί και σε μέρα με πανσέ­ληνο.

Το τελετουργικό του γά­μου συντελείται σε τρεις φά­σεις, τα «προαύλια» (ή «προτέλεια», ή «προγάμια», ή «απαρχαί»), τον «κυρίως γάμο» και τα «επαύλια» (ή «μεταύλια» ή «απαύλια»), πληρο­φορία που διασώζει ο Πολυδεύκης (Ονομαστικόν Γ’ 39: «η δε προ του γάμου θυσία προτέλεια και προαύλια ούτω δ’ αν καλοίτο και τα προ του γάμου δώρα […] Προ­αύλια δε η προ του γάμου ημέρα και απαύλια η μετ’ αυτήν»).

Την προηγουμένη του γάμου τελούνται λοιπόν τα «προ­αύλια», τα οποία ξεκινούν με θυσίες. Πρώτα, η κόρη οδηγεί­ται από τους γονείς της στην Ακρόπολη για να θυσιάσει στην Πολιάδα (Σουίδα: προτέλεια), μετά προσφέρονται θυσίες στον οικογενειακό βωμό και των δυο οίκων στους γαμήλιους θεούς (Δίας Τέλειος, Ήρα Τελεία, Άρτεμη, Απόλλων, Πειθώ), στις  Νύμφες, τις Μούσες και τις Μοίρες (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 38). Η ατθίδα αφιερώνει στην Άρτεμη (ή στην Αθηνά) ένα βόστρυχο από τα μαλλιά της και τα παιχνίδια που αγαπούσε ως παιδί (π.χ. ταμπούρλο, τόπι, κούκλες, κύμβαλο κτλ.).

Εν συνεχεία, λαμβάνει χώρα η τελετή της «απολούσεως» ή του εξαγνισμού, με νερό που μεταφέρεται από την Καλλιρόη ή Εννεάκρουνο (Θουκυδίδης, 2.15) στη λουτροφόρο από την επιστήθια φίλη της κόρης, η οποία συνοδεύεται από κορίτσια και γυναίκες που κρατούν κεριά και από τον πιο στενό άρρενα συγγενή νεαρής ηλικίας που προπορεύεται όλων παίζοντας αυλό. Την ημέρα του γάμου τα σπίτια και των δυο οικογενειών διακοσμούνται υπό τους ήχους του αυλού (Πλούταρχος, Ερωτικός 755a) με κλαδιά ελιάς και δάφνης.

Παράλληλα, στο γυναικωνίτη η νύφη, με τη βοήθεια της «νυμφοκόμου» και τις οδηγίες της «νυμφεύτριας» (της παρανύμφου που συνοδεύ­ει τη νύφη και κρατά πρωταγωνιστικό ρόλο στην όλη διορ­γάνωση), στολίζεται βγάζοντας τη «ζώνη» της ανύπαντρης, φορώντας το νυφιάτικο πέπλο με το οποίο καλύπτει το πρό­σωπό της, όπως απαιτεί η παράδοση και βάζοντας στα μαλ­λιά στεφάνια λουλουδιών και διάδημα. Στην οικία προσέρχε­ται ο καλλωπισμένος, ντυμένος στα λευκά και στεφανωμέ­νος με άνθη γαμπρός, συνοδευόμενος από τον «πάροχο» (ο στενότερος φίλος του με ρόλο τιμητικής συνοδείας).

 

Προετοιμασία της νύφης πριν το γάμο, 4ος αιώνας. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Η γα­μήλια τελετή ξεκινά με θυσίες στην οικογενειακή εστία. Κατ’ αρχήν θυσιάζει ο πατέρας της νύφης, που επίσημα παραδί­νει την κοπέλα και της δηλώνει ότι δεν ανήκει πλέον στην οικογένειά της, αλλά σε αυτή του συζύγου της, και συνεπώς από τούδε και στο εξής θα προσφέρει θυσίες στους προγό­νους του δικού του οίκου. Εν συνεχεία θυσιάζουν στους γαμήλιους θεούς οι μελλόνυμφοι, οι οποίοι ορκίζονται ότι «επ’ αρότω παίδων άγομαι γαμετήν» (παντρεύομαι για να αποκτή­σω απογόνους). Τέλος, ο γαμπρός πλησιάζει τη νύφη και θέ­τει «χειρ επί καρπώ» επικυρώνοντας τη σύναψη του γάμου.

Έπεται η «γαμική θοίνη» (ή «γαμοδαισία», ή «ειλαπίνη»), ήτοι ένα πλούσιο γαμήλιο γεύμα, το οποίο όμως λαμβάνει χώρα στην οικία της νύφης και όχι του γαμπρού, όπως ήταν το έθιμο στα ομηρικά χρόνια (Οδύσσεια 431), στο οποίο συμμε­τέχουν φίλοι του ζευγαριού και συγγενείς, για τον αριθμό των οποίων ορίζεται (Πλάτων, Νόμοι 775a) ότι δεν πρέπει να ξεπερνούν τους 10 (5 φίλοι, 5 συγγενείς) από κάθε πλευρά. Το γαμήλιο συμπόσιο συνιστά τη μοναδική περίπτωση όπου γυναίκες και άνδρες συντρώγουν υπό τους ήχους μουσικής  στον ίδιο χώρο καθισμένοι όμως χωριστά, η νύφη περιτριγυ­ρισμένη από φίλους, συγγενείς και τη «νυμφεύτρια» και ο γαμπρός από τον «πάροχο» και τους οικείους του αντίστοι­χα, και με τον περιορισμό ότι οι μεν πρώτες κάθονται σε κα­θίσματα («κλισμούς» και «δίφρους»), οι δε άλλοι ανακλίνονται όπως το συνηθίζουν.

Το μενού περιλαμβάνει πλούσια φαγητά, κρασί και γλυκά, όπως ο «γαμήλιος πλακούντας» (αλεύρι, νερό, μέλι, σουσάμι), βασικό έδεσμα και σύμβολο αφθονίας και γονιμότητας. Το έθιμο επιβάλλει και την πα­ρουσία ενός στεφανωμένου με φύλλα ακάνθου και καρπούς βελανιδιάς αγοριού αμφιθαλούς (που ζουν ακόμα και οι δυο του γονείς), το οποίο μοιράζει στους καλεσμένους ψωμί μέ­σα σε ένα «λίκνο» προφέροντας σιγανά «έφυγον κακόν, εύρον άμεινον», φράση που παραπέμπει σε μυστηριακές θρη­σκείες.

Το δείπνο κλείνει ψάλλοντας τον «υμεναίο» προς τι­μήν του ομώνυμου θεού του γάμου (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί 1.9 a-b). Καθώς έχει αρχίσει να νυχτώνει, ακούγονται οι ήχοι αυλού στη θύρα της οικίας και η νύφη κρατώντας κόσκι­νο ή φρύγετρο ή τηγάνι (σύμβολα οικοκυρικών γνώσεων) επιβιβάζεται στη γαμήλια άμαξα, που τη σέρνουν άλογα, μουλάρια ή βόδια, ανάμεσα στο σύζυγό της και τον πάροχο. Σχηματίζεται μια πομπή, της οποίας ηγούνται αυλητές και τρεις κόρες που φέρουν κόσκινο, «ηλακάτη» και «άτρακτο» (σύμβολα της νοικοκυροσύνης της κόρης), ακολουθεί η άμα­ξα και πίσω η μητέρα της νύφης, κρατώντας πυρσό αναμμέ­νο από την εστία της οικίας, και οι φίλοι και συγγενείς που έχουν αναμμένες λαμπάδες και τραγουδούν τον «υμεναίο» συνοδευόμενοι από κιθάρες και αυλό.

Η γαμήλια πομπή -που οι ρίζες της εντοπίζονται στην ομηρική εποχή (Ιλιάδα Σ 490-496)- διασχίζει τους δρόμους της Αθήνας, προκαλώ­ντας ενθουσιασμό σε συγκεντρωμένα πλήθη, που ζητωκραυ­γάζουν, τραγουδούν και εύχονται στο ζευγάρι ραίνοντάς το με «καταχύσματα» (διάφορους καρπούς, όπως π.χ. φου­ντούκια, ξερά σύκα, σταφίδες, χουρμάδες), και κατευθύνεται στην οικία του γαμπρού, που είναι ανακαινισμένη και διακοσμημένη με κλαδιά ελιάς και δάφνης. Στη στολισμένη με γιρ­λάντες λουλουδιών πύλη εμφανίζεται ένα παιδάκι και προ­σφέρει φρούτα ψάλλοντας έναν ύμνο (που διαβεβαίωνε τη νύφη ότι «πιο θαυμαστή θα είναι η καινούργια ζωή από την παλιά»).

 

Εικ. 1. Γαμήλια πομπή. Μελανόμορφος αμφορέας του Εξηκία, περ. 540 π.χ.

 

 Εικ. 1. Ο αττικός μελανόμορφος αμφορέας της Αρχαϊκής εποχής αποδίδεται στον Εξηκία, ο οποίος τον διακόσμησε με σκηνή γαμήλιας πομπής. Το νεαρό ζευγάρι εικονίζεται πάνω σε άρμα, που σέρνουν τέσσερα άλογα, από τα οποία το ένα είναι λευκό. Μπροστά τους διακρίνεται η μορφή ενός αγοριού, που προηγείται της πομπής. Το ζευγάρι υποδέχεται μια γυναίκα (πιθανόν θεά), ενώ στο βάθος διακρίνεται μια ανδρική νεανική μορφή (ίσως ο Απόλλωνας) να παίζει κιθάρα. Τον ώμο του αγγείου κοσμούν μορφές οπλιτών και ιππέων, που μάχονται μεταξύ τους. Τη διακόσμηση συμπληρώνουν φυτικά και γραμμικά μοτίβα. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Μητροπολιτικό Μουσείο, Νέα Υόρκη, τόμος 9, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Τη νεόφερτη υποδέχονται ο πατέρας του γαμπρού στεφανωμένος με μυρτιά και η μητέρα του κρατώντας λα­μπάδα, οι οποίοι τη ραίνουν με «καταχύσματα» και της προ­σφέρουν σύκο ή κυδώνι γλυκό ή χουρμά (σύμβολο της ήρε­μης ευτυχίας που την περιμένει). Η νύφη ετοιμάζεται να εισέλθει στο νέο σπίτι της, αλλά οι συγγενείς της προσποι­ούνται ότι θέλουν να την προστατέψουν από το σύζυγο, ο οποίος οφείλει να την αρπάξει και να την περάσει από το κα­τώφλι χωρίς να αγγίξουν τα πόδια της κάτω, κάτι που θα ήταν κακός οιωνός. Η νύφη προσφέρει σπονδές στην εστία της νέας της οικογένειας. Στη συνέχεια το ζευγάρι εισέρχε­ται στον νυφικό θάλαμο, τη θύρα του οποίου φυλάνε οι φίλοι του γαμπρού («θυρωροί»), ενώ όλοι ψάλλουν επιθαλάμια άσματα και θορυβούν για να διώξουν τα κακά πνεύματα.

Την επομένη του γάμου ο πατέρας της νύφης και οι συγ­γενείς σχηματίζουν πομπή, της οποίας ηγείται κρατώντας λαμπάδα παιδί ντυμένο στα λευκά, έπεται κανηφόρος και μετά οι υπόλοιποι που φέρουν, υπό τους ήχους του αυλού, τα «επαύλια» δώρα (Αριστοφάνης, Ειρήνη 1206) και την προί­κα. Τη μεθεπόμενη ημέρα είναι η σειρά του γαμπρού και των οικείων του να αποδώσουν στη νύφη τα «ανακαλυπτήρια» (ή «οπτήρια» ή «προσφθεγκτήρια») δώρα, που απαιτούν από τη νύφη να βγάλει το πέπλο μπροστά σε όλο τον κόσμο πλέον («ανακάλυψη»), και παραθέτουν τη «γαμηλία», ήτοι γεύμα στα μέλη της φρατρίας τους και θυσία στους θεούς για την εισαγωγή της νέας συζύγου στη φρατρία. Τέλος, μια εβδομάδα μετά εορτάζεται ο «αντίγαμος», όπου οι νιόπαντροι επι­σκέπτονται την οικία της οικογένειας της νύφης, λαμβάνουν μέρος σε εορταστικό συμπόσιο και αναχωρούν λαμβάνοντας γλυκά και άλλα δώρα.

 

Εικ. 2. Επαύλια. Ερυθρόμορφος γαμικός λέβητας του Ζωγράφου του Μαρσύα, πηλός, 360-355 π.χ. Μουσείο Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη.

 

Εικ. 2. Θέμα της παράστασης είναι τα Επαύλια, γιορτή που τελούνταν την επομένη του γάμου. Στο μέσο της σύνθεσης εικονίζεται καθιστή η νύφη, η οποία πλαισιώνεται από δυο μικρούς φτερωτούς Έρωτες, ενώ κρατά έναν ακόμη σαν βρέφος στην αγκαλιά της. Προς τη νύφη κατευθύνονται άλλες γυναικείες μορφές με ποικιλία ενδυμάτων που κρατούν δώρα. ενώ μπροστά της ένα μικρό κορίτσι της προσφέρει αγγείο (δεξιά). Το ίδιο θέμα συνεχίζεται και στην πίσω όψη του αγγείου. Οι φίλες της νύφης φέρουν ακριβά δώρα, πυξίδες, δίφρο (κάθισμα), ίσως ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, ταινία, κιβώτιο καλυμμένο με ύφασμα και γαμικό λέβητα. Η σεβάσμια μορφή με τον ποδήρη χιτώνα και το ιμάτιο στην κεφαλή ταυτίζεται με τη μητέρα της νύφης που επιβλέπει τη γιορτή. Ανάμεσα στις μορφές πετούν μικροί φτερωτοί Έρωτες, ενώ ένας ακόμη πατά πάνω σ’ ένα από τα δώρα των γυναικών (μικρή εικόνα κάτω). Όλοι οι Έρωτες, τα γυμνά μέρη του σώματος της νύφης και άλλες λεπτομέρειες καλύπτονται με λευκό χρώμα. Το αγγείο θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα του ρυθμού Κερτς και αποδίδεται στον Ζωγράφο του Μαρσύα, έναν από τους κορυφαίους αγγειο­γράφους του αθηναϊκού Κεραμεικού κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. (Πηγή: Η Ελληνική Τέχνη στα Μουσεία του Κόσμου, Ερμιτάζ, Αγία Πετρούπολη, τόμος 12, Βιβλιοθήκη τέχνης, Καθημερινή, 2010)

Η λακωνική λιτότητα επεκτείνεται και στην τελετή του γάμου, όπως εύλογα συνοψίζεται στο απόσπασμα από τους Βίους του Πλούταρχου (Λυκούργος 15.5-9): «Παντρεύονταν στη Σπάρτη αρπάζοντας την κοπέλα, που ήθελαν να παντρευτούν. Την παράδιναν μετά σε μια γυναίκα, τη νυμφεύτρια, που της έκοβε σύρριζα τα μαλλιά της, την έντυνε με αντρικά ρούχα, της έβαζε αντρικά παπούτσια και της έστρω­νε να ξαπλώσει σε μια στοίβα καλάμια. Την άφηνε μετά μόνη της χωρίς φως. Ο γαμπρός έτρωγε πρώτα, όπως πάντα, μαζί με τους φίλους του στα κοινά συσσίτια των Σπαρτιατών και μετά ερχόταν εκεί όπου ήταν η κοπέλα, της έλυνε τη ζώνη, την έπαιρνε στα χέρια του και την έφερνε στο κρεβάτι. Πέρ­ναγε μαζί της λίγη ώρα και μετά πήγαινε να κοιμηθεί εκεί που κοιμόντουσαν και οι σύντροφοί του».

Η μετάβαση της Αθηναίας από την κατάσταση της ελεύθε­ρης σε αυτή της συζύγου δεν της παρέχει περισσότερες ελευθερίες. Όπως της έχει εξηγήσει ο άνδρας της το πρωί της επομένης του γάμου, ενώ την ξεναγούσε στο νέο της νοικοκυριό, «ο θεός έχει φτιάσει το σώμα και την ψυχή του άνδρα έτσι, ώστε να μπορεί να αντέχει καλύτερα στο κρύο, στη ζέστη στις οδοιπορίες και τις εκστρατείες, γι’ αυτό και του ανέθεσε τις εξωτερικές εργασίες. Της γυναίκας όμως, της οποίας το σώμα ο θεός το έφτιασε λιγότερο δυνατό γι’ αυτά τα πράγματα, φαίνεται να της έχει φορτώσει τις δου­λειές μέσα στο σπίτι» (Ξενοφών, Οικονομικός 7.23-25).

Με βάση το συλλογισμό αυτό αιτιολογείται η εντολή του Ισχόμαχου στη νιόπαντρη σύζυγο του: «πρέπει λοιπόν εσύ να μένεις στο σπίτι και όσους υπηρέτες έχουν δουλειά έξω από το σπίτι αυτούς να τους στέλνεις στη δουλειά τους όλους μαζί, και όσους έχουν δουλειά μέσα, αυτούς εσύ η ίδια να τους επιστατείς» (στο ίδιο). Η θέση της επομένως είναι και πάλι στα στενά όρια του οίκου της -με την εξαίρεση των φτωχών γυναικών που οφείλουν να εργάζονται εκτός σπιτιού-, και σπάνια έχει τη δυνατότητα να βγαίνει έξω, συνοδευόμενη πάντα, για να κάνει κάποια ψώνια ή να συμμετάσχει σε εορ­τές (όπως, για παράδειγμα, στα Θεσμοφόρια, που είχαν κα­θιερωθεί ειδικά για τις παντρεμένες).

 

Γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα

 

Έχοντας περιγράψει την τελετή του γάμου, δόκιμο θα ήταν να απαντηθεί το γιατί παντρεύονταν οι άνθρωποι στην αρχαιότητα. Η σύναψη συμμαχιών ή συνασπισμών ισχυρών οικογενειών, που παραπέμπει σε ηρωικές εποχές και στις πρακτικές των τυράννων (Ηρόδοτος, 6.126-130, και Θουκυ­δίδης, 1.26), θα μπορούσε να θεωρηθεί μια αιτία. Εντούτοις ο προφανής λόγος στην αθηναϊκή κοινωνία είναι η διαιώνιση του είδους, με την οποία ο άνδρας θα εξασφαλίσει φροντίδα στα γηρατειά του, παραδοσιακή κήδευση, αλλά και συνέχιση της οικογενειακής λατρείας μετά το θάνατο. Η νομοθεσία επάνω στο θέμα της αγαμίας πρεσβεύει ότι ο άγαμος άνδρας μετά τα 35 πληρώ­νει ετήσιο πρόστιμο (Πλάτων, Νόμοι 721d) και δεν δύναται να εκλεγεί άρ­χοντας, στρατηγός ή να κατέχει υψη­λό αξίωμα.

Στη Σπάρτη, τα μέτρα είναι πολύ πιο αυστηρά, καθώς η αγαμία θεωρείται αποτυχία στην εκπλήρωση του καθήκοντος προς το κράτος, που απαιτεί τη γέννηση υγιών τέκνων. Έτσι, θεσπίζεται «γραφή αγαμίου», «γραφή οψιγαμίου» και «γραφή κακογαμίου» (Πολυδεύκης, Ονομαστικόν Γ’ 48), ενώ νόμος του Λυκούργου (Πλούταρχος, Λυ­κούργος 15) απαγορεύει στους άγαμους Λα­κεδαιμόνιους να συμμετέχουν σε γυμνικούς αγώνες, τους επιβάλλει τιμωρίες (π.χ. να περιφέ­ρονται γυμνοί το χειμώνα στην αγορά ψάλλο­ντας προσβλητικά για τους ίδιους άσματα ή να σύρονται από τις Σπαρτιάτισσες γύρω από το βωμό, να ραπίζονται και να χλευάζονται, στο ίδιο, και Αθηναίος, Δειπνοσοφισταί 13.555c-d) και τους στερεί το δικαίωμα των τιμών και περιποιήσεων από τους νεότερους.

Ένας τελευταίος, κάπως ιδιάζων λόγος για τη σύναψη γάμου είναι η εξασφάλιση της οικογενειακής περιουσίας και λατρεί­ας και σχετίζεται με το θεσμό της επίκληρου κόρης, όπου η γυναίκα χωρίς αρσενικά αδέλφια οφείλει μετά το θά­νατο του πατέρα της να παντρευτεί τον πλησιέστερο άγαμο άρρενα συγ­γενή του πατέρα της, ακόμα και αν είναι ήδη παντρεμένη οπότε και λύε­ται ο πρώτος γάμος της (εκτός εάν ο πατέρας έχει φροντίσει να υιοθετήσει τον γαμπρό του με διαθήκη).

Ολοφάνερα, η ενδογαμία και η επικείμενη αιμομι­ξία δεν απαγορεύονται ούτε στην Αθήνα ούτε στη Σπάρτη, όπου για παράδειγμα οι βασιλείς Λεωνίδας και Αναξανδρίδας παντρεύονται τις ανιψιές τους για τη διατήρηση της βασιλικής εξουσίας στο στενό πλαίσιο του οίκου (Ηρόδοτος 5.39 και 7.239).

Στη Σπάρτη όμως δεν ισχύει ο περιορισμός της μονογαμίας, αφού επιτρέπεται στη γυναίκα να έχει πολ­λούς συζύγους, αλλά και εραστές, κάποιες φορές μάλιστα υπό την παρότρυνση του ίδιου του συζύγου, όπως μαρτυρεί ο Πλούταρχος (Λυκούργος 15.11-15: «ο Λυκούργος θέλησε επίσης να καταδιώξει τη ζήλια […] επέ­τρεψε στον ηλικιωμένο σύζυγο μιας νέας γυναίκας να της φέρνει έναν νέον άντρα από καλό σόι για να έχει γιο με καλό αίμα, που θα τον θεω­ρούσε σαν δικό του γιο. Επέτρεψε επίσης σε έναν άντρα αξίας, αν θαύ­μαζε μια γυναίκα γόνιμη και συνετή, παντρεμένη με άλλον, να του τη ζητήσει, για να σπείρει μέσα της σε ένα γόνιμο χωράφι και να αποκτή­σει από αυτήν καλά παιδιά, γεννη­μένα από καλό αίμα και ανήκοντα σε καλή γενιά»). Στη δε Θράκη η πολυγαμία επιβάλλεται, αφού Θραξ με λιγότερες από 5 συζύγους θεωρείται άθλιος, ανάξιος τιμής (Μένανδρος).

Στο εύλογο ερώτημα αν υπάρχει αγά­πη στο γάμο, προκύπτει εύκολα η απάντηση, δεδομένου ότι υπό τις συνθήκες που συνά­πτονταν οι γάμοι (όπως περιγράφηκαν παραπά­νω) δεν δινόταν κατ’ αρχήν η δυνατότητα να αποτελέσει ο «έρως» αιτία του γάμου. Επιπλέον, η θέση της συζύγου τουλάχιστον στην Αθήνα σκιαγραφείται εύγλωττα από τον Δημοσθένη (Κατά Νέαιρας 59.118-122) «τις εταίρες τις έχουμε για την ηδονή, τις παλλακίδες για τις καθημερινές φροντίδες, τις συζύγους για να μας κάνουν παιδιά νόμιμα και για να έχουμε και έναν πιστό φύλακα για το σπίτι».

Συ­νεπώς, το γεγονός ότι η Αθηναία βιώνει μια κατάσταση «εγκλεισμού» και «υπο­χρέωσης» εκτέλεσης καθηκόντων νοι­κοκυράς και μητέρας, ενώ ο Αθηναίος κινείται άνετα εκτός οικίας, έχοντας τη δυνατότητα να ικανοποιήσει τις σαρκι­κές αλλά και συναισθηματικές του ανά­γκες με τις εταίρες και τις παλλακίδες, δεν ευνοεί φυσικά την ανάπτυξη μιας ουσιαστικής αισθηματικής και πνευμα­τικής επικοινωνίας ανάμεσα στο αντρόγυνο στην πορεία της κοινής τους ζωής. Ο Νικήρατος, για τον οποίο ο Σωκράτης αναφέρει ότι «αισθάνεται πραγματικό έρωτα για τη γυναίκα του, όπως κι αυτή για αυτόν» (Ξενοφών, Συμπόσιο 8.3), αλλά και λογοτεχνικές αναφορές του τύπου του έρωτα Αντιγόνης – Αίμονα στη σοφόκλεια τραγωδία, συνιστούν προφανώς εξαιρέσεις.

Η περίπτωση λύσης ενός γάμου στην αρχαία Αθήνα (κα­θώς οι πληροφορίες για άλλες πόλεις είναι σχεδόν ανύπαρ­κτες) σπανίζει, κυρίως γιατί τίθεται θέμα επιστροφής ή όχι της «προίκας». Βέβαια σε περίπτωση που διαπιστωθεί στει­ρότητα της γυναίκας ή μοιχεία, ο σύζυγος μπορεί να πάρει διαζύγιο δηλώνοντάς το μπροστά σε μάρτυρες και στέλνο­ντας πίσω τη σύζυγο («έκπεμψις», «αποπομπή») μαζί με την προίκα της, δεδομένου ότι δεν εκπληρώνεται σωστά ο σκο­πός του γάμου – ήτοι η τεκνοποιία γνήσιων απογόνων-, ενώ δικαιούται στην τελευταία περίπτωση να αυτοδικήσει και έναντι του μοιχού ατιμώρητος από το νόμο (Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία 57.3).

Στην αντίθετη περίπτωση, η απιστία του συζύγου δεν συνιστά λόγο διαζυγίου, καθώς η σεξουα­λική ελευθερία του άνδρα νομιμοποιείται από τα ήθη, αν και προς τα τέλη του 4ου αιώνα παρατηρείται μια στροφή προς το συντηρητισμό και σε μια ηθική που αναμένει ότι ο άνδρας μετά το γάμο του σιγά σιγά περιορίζει τις εξωσυζυγικές περι­πέτειες. Εντούτοις η κακοποίηση της γυναίκας, εφόσον στοι­χειοθετείται με αδιάσειστες αποδείξεις, δίνει στην Αθηναία τη δυνατότητα να ζητήσει διαζύγιο («απόλειψις») μέσα από μια πιο σύνθετη διαδικασία, που απαιτεί την κατάθεση του αιτήματος της στον επώνυμο άρχοντα, ο οποίος αν το κρίνει σκόπιμο θα ενεργήσει ως προστάτης και εκπρόσωπός της, δεδομένης της δικαιοπρακτικής της ανικανότητας. Τέλος, τη λύση του γάμου, συχνά για οικονομικούς λόγους μπορούσε να επιδιώξει και να επιτύχει ο πατέρας της νύφης («αφαίρεσις»).

  

Ρωμαϊκή κοινωνία

  

El matrimonio romano

Πολλές ομοιότητες στα δεδομένα που σχετίζονται με τον αρχαιοελληνικό γάμο εντοπίζονται στη ρωμαϊκή κοινωνία.  Κατ’ αρχήν, σύμφωνα με τον συνηθέστερο, για τα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια, τύπο γάμου (matrimonium τύπου manus), η νύφη περνά και εδώ από την εξουσία του πατέρα της (potestas) σε αυτή του συζύγου. Εντούτοις, δεν απουσιάζει η περίπτωση όπου η γυναίκα συνάπτει γαμήλιο συμβόλαιο με το οποίο παραμένει στη δικαιοδοσία του δικού της pater familias ή ακόμα και sui iuris και διατηρεί το όνομά της (nomen gentile) και τη δική της περιουσία (πρακτική που παραπέμπει σε σύγχρονες συνήθειες).

O μέσος όρος ηλικίας γάμου (16­-20 για την κοπέλα και 27-30 για τον άνδρα) συμπίπτει με τα αρχαιοελληνικά δεδομένα. Απαραίτητες προϋποθέσεις βέ­βαια για τη σύναψη νόμιμου γάμου είναι και οι δυο μελλόνυμ­φοι αφενός να έχουν έλθει τουλάχιστον σε σωματική ωριμό­τητα (pubertas) -η οποία κατά το νόμο συνάδει με το 12ο έτος για τα κορίτσια και το 14ο για τα αγόρια- και αφετέρου να είναι Ρωμαίοι πολίτες, ή στην περίπτωση που ο ένας δεν είναι να έχει τουλάχιστον το αμφίπλευρο δικαίωμα γάμου (conubium), προκειμένου να εξασφαλιστεί η νομιμότητα των τέκνων.

Επίσης, και στη ρωμαϊκή κοινωνία θεσπίζονται νόμοι που τιμωρούν τους ανύπαντρους (υποβιβάζοντάς τους πολι­τικά και φορολογικά). O αρραβώνας υφίσταται και στους Ρωμαίους, όμως δεν είναι ξεκάθαρο πως ορίζονται τα περιουσιακά, ενώ επιπλέον εμφανίζεται και μια καινοτομία όπου ο γαμπρός περνάει δα­χτυλίδι στο τέταρτο δάχτυλο του αριστερού χεριού της νύ­φης (κάτι που θυμίζει έντονα τα σημερινά δεδομένα). Κοινά στοιχεία εντοπίζονται και στο τελετουργικό του γάμου. Για παράδειγμα, αρχικά την παραμονή του γάμου η νύφη προσφέρει ρούχα και παιχνίδια των παιδικών της χρόνων στους θεούς (που εδώ εκπροσωπούνται από τους Λάρητες και την Εστία).

Το νυφικό της ένδυμα αποτελείται από μακρύ άσπρο χιτώνα (tunica recta) ζωσμένο με μάλλινη ζώνη που κλείνει με το ηράκλειο άμμα (cingulum herculeum), ενώ το γνωστό πέ­πλο (που σε αυτή την περίπτωση είναι κόκκινο=flameum) κα­λύπτει το πρόσωπο. Η τελετή ξεκινά και πάλι στο πατρικό της νύφης, όπου πέρα από τις θυσίες γίνονται και οιωνοσκοπίες (extispicium) θεώρησης εντοσθίων ζώων για την επιβε­βαίωση συγκατάθεσης των θεών, ενώ στη συνέχεια διατυπώνεται το γαμήλιο συμβόλαιο, όπου και εδώ το ζευ­γάρι πιάνεται από το δεξί χέρι (dextrarum iunctio), τυπικό που τελούσε η επίτιμη ακόλουθος (νυμφεύτρια) και εντοπί­ζεται και στον σύγχρονο θρησκευτικό γάμο.

 

Mariage romain, E. Guillaume, musée d'Orsay

 

Έπεται το κα­θιερωμένο εορταστικό γαμήλιο συμπόσιο και, κατόπιν, για να οδηγηθεί η νύφη στη νέα της κατοικία σχηματίζεται και πάλι πομπή, της οποίας όμως ηγούνται τρεις αμφιθαλείς φέ­ροντας δάδες και άδοντας σκωπτικά στιχάκια (fescennini versus). Η νύφη σηκώνεται ψηλά για να περάσει το κατώφλι, ενώ το τυπικό της υποδοχής διαφέρει αρκετά, αφού την πε­ριμένει στο αίθριο ο σύζυγος, ο οποίος της προσφέρει νερό και φωτιά, ενώ εκείνη του αντιπροσφέρει ένα ασσάριο, άλλο ένα αφιερώνει στην εστία για την οικογενειακή θεότητα (lar familiaris) και ένα τρίτο ρίχνει στο κοντινότερο στη νέα της οικία σταυροδρόμι.

Οι διαφορές στη ρωμαϊκή κοινωνία εντοπίζονται εντονό­τερες στη θέση της έγγαμης γυναίκας, αφού ως κυρία (matrona) τοποθετείται στην ίδια θέση με το σύζυγό της, μετέχει μαζί με τους άνδρες σε συμπόσια εντός και εκτός της οικίας της, σε θεατρικές παραστάσεις και αγώνες στην αρένα, ενώ έχει πρόσβαση και στις θέρμες, χωριστά ή και ταυτόχρονα με τους άνδρες.

Μελετώντας παράλληλα με τα όσα αναφέρθηκαν και τις γαμήλιες πρακτικές του Βυζαντίου αλλά και της σύγχρονης Ελλάδας, εύκολα διαπιστώνεται ότι αρκετά στοιχεία της αρ­χαιότητας επιβίωσαν μέσα στο χρόνο με μικρές ή και καθό­λου αλλαγές.

Εκείνο που σίγουρα έχει αλλάξει, εξαιτίας των οικονομικοκοινωνικών συνθηκών και των ιδεολογικών ζυμώ­σεων που προσδιορίζουν τις ιστορικές συνθήκες της εκά­στοτε εποχής, είναι η θέση της γυναίκας πριν και μετά το γάμο. Ο ρόλος της αναβαθμίστηκε εμφανώς σε σύγκριση με αυτόν που αποδίδει στην αρχαία Αθηναία η καθηγήτρια E. Cantarella, ενός «παθητικού και κατώτερου οργάνου, που βοηθούσε απλώς την πόλη να αναπαράγεται και να συνεχίζει τη ζωή της ως «λέσχη ανδρών»», άποψη βέβαια που στις μέ­ρες μας αμφισβητείται για το κατά πόσο ίσχυε καθολικά στην αρχαία Ελλάδα, αλλά και στην ίδια την Αθήνα.

 

Μαρία Γκιρτζή

Δρ Αρχαιολογίας

 

Υποσημειώσεις


[1] Άποψη με την οποία διαφωνεί ο καθηγητής Δημάκης υποστηρίζοντας, δικαίως με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα της Αττικής, ότι οι μικροί οικίσκοι της Αθήνας αδυνατούσαν να φιλοξενούν γυναικωνίτη (όπου θα εγκλείονταν οι γυναίκες), ο οποίος βρίσκει θέση μόνο στα μέγαρα και τις βίλες που συνι­στούσαν εξαιρέσεις. Π. Δημάκης, «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.

[2] Για παράδειγμα, ο Πλάτωνας προκειμένου να γνωριστούν οι νέοι πριν από το γάμο προτείνει στους μεν Νόμους (6.771e-772a) να οργανώνονται δια­σκεδάσεις στις οποίες, με κάποιες εύλογες δικαιολογίες και εντός των ορίων της σώφρονος αιδούς, θα παρουσιάζονται γυμνοί, στη δε Πολιτεία (5.458d) να ζουν μαζί και να αναμειγνύονται και στις γυμναστικές ασκήσεις.

[3] Ο καθηγητής Δημάκης διαφωνεί, καθώς θεωρεί ότι με την απόδοση της προίκας οι γυναίκες ευνοούνταν, καθώς παραλάμβαναν προκαταβολικά το μερίδιό τους από την πατρική περιουσία ενώ οι γιοι περίμεναν το θάνατο του πατέρα. Δημάκης, ό.π.

 

Βιβλιογραφία


 

  • ANDREWS Α., Αρχαία ελληνική κοινωνία, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1999.
  • ΑΝΤΩΝΙΟΥ Α.Φ., «Το τελετουργικό του γάμου στην Αρχαία Ελλάδα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 26-27.
  • AUSTIN M.M. / P. VIDAL-NAQUET, Οικονομία και κοινωνία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Τ. Κουκουλιός, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1998.
  • BALTRUSCH Ε., Σπάρτη. Η ιστορία, η κοινωνία και ο πολιτισμός της αρχαίας λακωνικής πόλης, μτφρ. Χ. Μπαλόγλου, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2004.
  • BLANCK H., Εισαγωγή στην ιδιωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων και Ρωμαίων, μτφρ. Α. Μουστάκα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2004.
  • ΒΡΕΤΤΟΣ Λ., Γάμος, γέννηση, θάνατος στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Σαβ­βάλα, Αθήνα 2003.
  • BAUSSIER S., Οι αρχαίοι Έλληνες. Η ζωή στην Αρχαία Ελλάδα, εκδ. Modern Times, Αθήνα 2004.
  • CANTARELLA E., «Η θέση της γυναίκας στην Αθήνα της κλασικής επο­χής», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 14-18.
  • ΓΚΙΚΑΣ Σ., Οι αξίες των αρχαίων Ελλήνων, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 1997.
  • ΔΗΜΑΚΗΣ Π., «Οι Ατθίδες του Ε’ και του Δ’ π.Χ. αιώνα», Αρχαιολογία 21 (1986), σ. 19-22.
  • FLACELIÈRE R., Ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Καραντώνης, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1995.
  • – Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρ. Γ. Βανδώρος, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • HOOKER J.T., Ancient Spartans, J.M. Dent & Sons,London1980.
  • ΚΟΛΟΜΠΟΒΑ K.M. / Ε.Λ. ΟΖΕΡΕΤΣΚΑΪΑ, Η καθημερινή ζωή στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000.
  • ΚΟΝΝΟΛΛΥ Π. / Χ. ΝΤΟΤΖ, Η αρχαία πόλη. Η ζωή στην Αθήνα και στη Ρώμη, μτφρ. Μ. Λεβεντοπούλου, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2001.
  • MAFFRE J.J., Η ζωή στην Κλασική Ελλάδα, μτφρ. Ε. Τσελέντη, εκδ. Δαίδαλος-Ι. Ζαχαρόπουλος, Αθήνα 1988.
  • MOSSÉ C., Πολιτική και κοινωνία στην αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Κ. Μπούρας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2003.
  • – Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Α. Στεφανής, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2002.
  • REINSBERG C., Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Δ. Γεωργοβασίλης και Μ. Pfreimter, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1999.
  • ROYER S. / C. SALLES / F. TRASSARD, Η ζωή στην Ελλάδα την εποχή του Περικλή, μτφρ. Κ. Σέρβη, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2004.
  • ROBINSON C.E., Everyday Life in AncientGreece,OxfordClarendon Press,Oxford1972.
  • WEBSTER T.B.I., Everyday Life in Classical Athens, Batsford ltd,London1969.
  • WILKINSON P.H., Η ιστορία μέσα από την πέτρα. Η αρχαία Ελλάδα, μτφρ. Ν. Χούνας, εκδ. Σαββάλα, Αθήνα 2001.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 109, Δεκέμβριος 2008.

  

Read Full Post »

Η περίφημη αρχαία πορφύρα της Ερμιόνης και η τεχνολογία της


 

Η πορφύρα, γνωστή από αρχαιοτάτων χρόνων σαν βασιλική βαφή, ήταν η ωραιό­τερη και ακριβότερη βαφή της αρχαιότητας. Επί αιώνες ο όρος πορφύρα προκα­λούσε σύγχυση, διότι χρησιμοποιήθηκε τόσο για τα κοχύλια, από τα οποία παρα­λαμβάνεται η βαφή, όσο και για την ίδια τη βαφή, που ο Αριστοτέλης την είχε ονο­μάσει «άνθος», καθώς και για τα βαμμένα ενδύματα με χρήση της ίδιας της βαφής. Στην έρευνά μας καταγράφουμε και θεωρούμε ως πορφύρα την ίδια τη βαφή από τα κοχύλια, μία βαφή χρώματος κόκκινου έως ιώδους. Από τα βάθη των αιώνων, οι Μινωίτες της Κρήτης και του Αιγαίου γενικότερα γνώριζαν και χρησιμοποιούσαν πρωτοποριακά την πορφυροβαφή.

Όστρακο πορφύρας

Σύμφωνα με την παράδοση, ο σκύλος του Ηρακλή έφαγε κοχύλια και το στόμα του βάφτηκε κόκκινο. Δεν είναι δύσκολο να υποθέσουμε ότι το ίδιο συνέβη με τους ανθρώ­πους, αφού τα κοχύλια αποτελούσαν τροφή. Η πορφύρα θεωρήθηκε από την αρχή ευγενές χρώμα και σύμβολο των θεών και των βασιλιά­δων. Κατά τη μυθολογία, όταν ο Περσέας ανα­δύθηκε από το νερό, η θεϊκή του καταβολή ανα­γνωρίστηκε από τον Δία διότι φορούσε πορφυ­ρό μανδύα. Ο Θησέας, πάλι, όταν προκλήθηκε από τον Μίνωα να αποδείξει τη θεία καταγωγή του, βυθίζεται στη θάλασσα και στη συνέχεια αναδυόμενος φοράει πορφυρό ένδυμα, που του έδωσε η Αμφιτρίτη. Ομοίως, ο Ιάσονας είχε πορ­φυρό χιτώνα που του έδωσε η Αθηνά.

Στα ομη­ρικά έπη συχνά αναφέρονται τα αλιπόρφυρα εν­δύματα και βλέπουμε τον Αγαμέμνονα με πορ­φυρό βασιλικό μανδύα, όπως και τον Οδυσσέα, ο δε Αχιλλέας εμφανίζεται να χρησιμοποιεί στη σκηνή του πορφυρά καλύμματα.

Ήδη οι Ασσύριοι καταγράφουν δυο είδη πορφυροχρώματος, το Argamannu, δηλαδή το κόκκι­νο, και το Takiltu, δηλαδή το βιολετί, και επηρέα­σαν τους Πέρσες. Αργότερα, ο Αριστοτέλης κα­ταγράφει επίσης δυο χρωματικές ποικιλίες, τη φοινικική, δηλαδή την κόκκινη και την αλουργή, δηλαδή την ιώδη. Ο Αισχύλος αναφέρει ότι ήταν η πλέον ακριβή βαφή της αρχαιότητας, ισάξια του χρυσού και του αργύρου.

Ο Ηρόδοτος ανα­φέρει ότι ο Κροίσος πρόσφερε στους Δελφούς πορφυροβαμμένα ενδύματα, ενώ ο Ξενοφών ανα­φέρει ότι ο Κύρος ο Μέγας επί των ημερών του επέβαλε στην Περσία την πορφυρά χλαμύδα, ως ένδυμα των αξιωματούχων της αυτοκρατορίας του και μάλιστα με βιολετιά απόχρωση. Στην Αθήνα ο Αλκιβιάδης, επηρεασμένος από την Ανα­τολή, όπως αναφέρει ο Πλούταρχος, φορούσε, για να εντυπωσιάσει, πορφυρό χιτώνα. Στη μάχη του Άκτιου η Κλεοπάτρα στο βασιλικό πλοίο για να ξεχωρίζει είχε καραβόπανο βαμμένο με πορφύρα.

Ο Νέρωνας θεώρησε την πορφύρα χρώμα της αυτοκρατορίας με τύπους amethystica (δη­λαδή χρώματος αμέθυστου) και Τύρια (κόκκινη), ενώ επί Διοκλητιανού η πορφύρα γίνεται αυτοκρατορικό σύμβολο και, στη συνέχεια, επικρατεί ο όρος βασιλική πορφύρα μέχρι τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, που στη στέψη του στον Μιστρά αναφέρεται ότι φορούσε ο ίδιος πορφυρό χιτώ­να. Για λόγους που θα αναφερθούν παρακάτω, μετά την πτώση του Βυζαντίου, σταμάτησε η πα­ραγωγή πορφυροβαφής.

Οι πληροφορίες που κατέγραψαν οι αρχαίοι συγγραφείς για τα 3000 χρόνια της ιστορίας της πορφύρας αφήνουν πολλά ερωτηματικά που δη­μιουργούν σύγχυση. Αυτό διότι οι αρχαίοι συγ­γραφείς που ασχολήθηκαν με την πορφύρα δεν ήταν ειδικοί στις βαφές υφασμάτων, όπου επι­κρατούσε πλήρης μυστικοπάθεια. Οι νεότεροι συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με την πορφύ­ρα επαναλαμβάνουν παλαιότερες θεωρήσεις και υπεραπλουστεύσεις και αφήνουν αναπάντητους πολλούς προβληματισμούς. Σήμερα, οι ανασκα­φές και οι έρευνες είναι μάρτυρες και έχουν δώ­σει απαντήσεις σε πολλά ερωτήματα.

Η αρχαιολογική σκαπάνη έδειξε ότι τρία είδη κοχυλιών έχουν χρησιμοποιηθεί στη Μεσόγειο για την ανάληψη της βαφής: Murex brandaris, purpura haemastoma και murex trunculus.

 

Κοχύλια τύπου Murex

 

Τα δυο πρώτα είδη έδιναν βαφή κόκκινη, το δε τρίτο ιώ­δη, αυτή που κατέγραψε ο Αριστοτέλης. Στο Αι­γαίο τα εργαστήρια παρασκευής και χρήσης της  βαφής ήταν αρκετά. Η Κρήτη, η Ρόδος, η Κως, η Αμοργός, η Νίσυρος (που είχε και το αρχαίο όνο­μα Πορφυρίς), η Χίος και τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, η Φώκαια, η Λυδία και η Φρυγία, και στην Πελοπόννησο, τα Κύθηρα, η Λακωνία, η Κόρινθος και η Ερμιόνη, στην οποία επικεντρώ­θηκε και η έρευνά μας.

Τελευταία, η αρχαιολογική σκαπάνη έφερε στο φως εγκαταστάσεις προρφυροβαφείων και στον Κεραμεικό του 1ου αιώνα π.Χ. Στη Μεσό­γειο, η Κύπρος και μετά η Τύρος και η Σιδώνα στη Φοινίκη είχαν αναπτύξει περίφημα βιομηχα­νικά κέντρα πορφύρας με τους Φοίνικες να κυ­ριαρχούν στη Μεσόγειο, δημιουργώντας και άλ­λα κέντρα στην Αίγυπτο, στον κόλπο της Σύρτης και στη Σικελία.

 

Η ερμιονική πορφύρα

 

Κατά την αρχαιότητα η Ερμιόνη ήταν σημαντικό κέντρο παραγωγής πορφυροβαφής και βαψίμα­τος νημάτων-υφασμάτων. Οι αρχαίοι συγγρα­φείς, όταν γράφουν για την Ερμιόνη, δεν παρα­λείπουν να σημειώσουν ότι υπήρξε μεγάλο κέ­ντρο πορφυροβαφής. Ακόμη και στη Χάρτα του Ρήγα σημειώνεται η θέση της Ερμιόνης και δίπλα η φράση «εδώ ευγαίνει Πορφύρα». Ο Πλούταρ­χος αναφέρει ότι ο Μ. Αλέξανδρος, όταν κατέλα­βε τα Σούσα, εντυπωσιάστηκε από την ερμιονική πορφύρα που βρήκε. Συγκεκριμένα καταγράφει:

«Αλέξανδρος δε Σούσων κυριεύσας παρέλαβεν εν τοις βασιλείοις τετρακισμύρια τάλαντα νομίσματος, την δε άλλην κατασκευήν και πολυτέλειαν αδιήγητον, όπου φασί και πορφύρας Ερμιονικής ευρεθήναι τάλαντα πεντακισχίλια, συγκειμένης μεν εξ ετών δέκα δεόντων διακοσίων, πρόσφατον δε το άνθος έτι και νεαρόν φυλαττούσης, αίτιον δε τούτου φασίν είναι το την βαφήν δια μέλιτος γίνεσθαι των αλουργών, δι’ ελαίου δε λευκού των λευκών και γαρ τού­των τον ίσον χρόνον εχόντων την λαμπρότητα καθαράν και στίλβουσαν οράσθα.» (Βίοι Παράλ­ληλοι, Αλέξανδρος 36).

Επειδή κατά την αρχαιότητα οι λέξεις πορ­φύρα, «άνθος», βαφή, αλουργών κ.ά. χρησιμοποιούνταν τόσο γι’ αυτήν καθ’ αυτή την προφυροβαφή, όσο και για τα ήδη βαμμένα υφάσματα και τις διαδικασίες βαφής, το κείμενο του Πλου­τάρχου όχι μόνο είναι δυσνόητο αλλά δημιουργεί και σύγχυση όσον αφορά τη χημική πλευρά του θέματος. Προτού σχολιάσουμε το κείμενο θα πε­ριγράψουμε την τεχνολογία της πορφύρας για να γίνουν κατανοητές ορισμένες λεπτομέρειες.

 

Τεχνολογία της πορφύρας

 

Η βαφή («άνθος», κατά τον Αριστοτέλη) υπάρχει στα κοχύλια, σε αδένα που τον αφαιρούσαν με κα­τάλληλο ακαριαίο σπάσιμο του οστράκου και με ζωντανό τον οργανισμό, έτσι ώστε να μη διαχυθεί στο σώμα και απωλεσθεί η βαφή. Σε κάθε κοχύλι μέτριου μεγέθους η βαφή είναι ελάχιστη και απαι­τούνται δεκάδες χιλιάδες όστρακα για τη βαφή ενός χιτώνα. Η συλλογή των οστράκων γινόταν, όπως αναφέρει ο Αριστοτέλης, την άνοιξη, διαπι­στώσαμε όμως ότι η βαφή υπάρχει στον αδένα του οστράκου όλο το χρόνο και είναι εκμεταλλεύ­σιμη.

Τα όστρακα είναι σαρκοφάγα, και αυτό το εκμεταλλεύθηκαν οι ειδικοί συλλέκτες (πορφυρευτές), χρησιμοποιώντας πλεγμένα καλαθάκια με διάφορα δολώματα (π.χ. μύδια). Ωστόσο, υπάρχουν και άλλες, ευκολότερες τεχνικές, όπως για παράδειγμα το πόντισμα του δέρματος ζώων και ψόφιων ψαριών, όπου τα κοχύλια μαζεύονται σε σωρό. Στη συνέχεια, οι συλλέκτες τα χώριζαν σε είδη και μεγέθη.

 

Η Ερμιόνη από τον ορμίσκο του Λιμανιού, 1900. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Μετά τη λήψη του αδένα με τη βαφή ακολουθούσε ξήρανση και λεπτή κονιοποίη­ση σε γουδί. Συντήρηση της βαφής μπορούσε να γίνει με τη βοήθεια μελιού σε σφραγισμένα πιθάρια. Εάν τα όστρακα ήταν μικρά, τα έσπαγαν και χρησιμοποιούσαν όλη τη μάζα για τα περαιτέρω. Από χημική άποψη, θεωρούμε αδιανόητη την απο­μόνωση καθαρής βαφής από την πορφυρομάζα κατά την αρχαιότητα.

Η τεχνική της βαφής με πορφύρα βαμβα­κιού και μαλλιών ήταν μεγάλο μυστικό και γινόταν σε αρκετά στάδια με πολύπλοκες διεργα­σίες. Σήμερα όμως η τεχνική είναι γνωστή σε γε­νικές γραμμές και μοιάζει με εκείνη της βαφής του φυσικού ινδικού (Ίσατης, στις παραμεσόγει­ες χώρες), αφού στην αρχαιότητα ήταν μοναδι­κές βαφές αναγωγής, με ίδια πρόδρομη χημική ένωση το ινδοξύλιο, όπου μετατρέπεται σε ινδικοτίνη (βαφική χημική ένωση του ινδικού και Ίσατης) και 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη, που είναι βαφική χημική ένωση της πορφύρας.

Η 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη απομονώθηκε το 1909 από τον Friedlander, ο οποίος υπολόγισε ότι για1,4 γρ. βαφής χρειάζονται 12.000 όστρακα! Ο μόνος προβληματισμός σήμερα σχετικά με την αρχαία συνταγή βαψίματος με πορφύρα, αφορά το γε­γονός ότι δεν είναι ακριβώς γνωστός ο χρόνος χρήσης των αρχαίων αναγωγικών συστημάτων, που θα περιγράψουμε παρακάτω.

Στην αρχή γινόταν πλύσιμο του μαλλιού ή του βαμβακιού σε λουτρό με τη βοήθεια εκχυλίσματος σαπωναρίας, που ήταν άφθονη στις πα­ραμεσόγειες χώρες. Το αυτοφυές αυτό φυτό περιέχει σαπωνίνη, που διαλύεται στο νερό με αφρισμό και γνώριζε ευρεία χρήση στην αρχαιό­τητα για το πλύσιμο νημάτων, υφασμάτων κ.ά.

Η ίδια η πορφυρομάζα αρχικά διαλυόταν σε αλα­τόνερο για αρκετές ημέρες, διότι είχε γίνει αντι­ληπτό από την πείρα ότι η βαφή διαλύεται σε θα­λασσινό νερό. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι έμενε σε αλμυρό νερό για τρεις ημέρες και μετά σε ήπια θερμοκρασία τη σιγοθέρμαιναν σε μολύβδινα καζάνια για δέκα ημέρες, ώστε να γίνει καλύτε­ρη διάλυση και να ελαχιστοποιηθεί η μάζα σαν χυλός. Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου αφαιρούσαν τα περιττά υλικά, δηλαδή υπολείμ­ματα σάρκας, μικρά κομμάτια οστράκων, αν υπήρχαν κ.ά. Πιθανό να γινόταν και ξήρανση του χυλού, ώστε να μειωθεί ο όγκος. Ακολουθούσε ένα στάδιο βαφής που το γνώριζαν λίγοι.

Πρέπει να τονιστεί ότι η βαφή δεν μπορούσε να βάψει απευθείας, αφού ήταν αδιάλυτη σε βρόχινο νερό. Έπρεπε πρώτα να μετατραπεί σε λευκοένωση η οποία ήταν διαλυτή σε νερό (ακριβώς ίδια διεργασία όπως εκείνη που ακολουθούνταν για την ινδικοτίνη από ινδικό και Ίσατη). Στην πραγματικότητα γίνεται μια ενδομοριακή «μετάλλαξη» προς λευκο-ινδικοτίνη και στη συνέχεια επαναφορά της στην αρχική μορφή με οξείδωση. Η λευκοένωση αυτή δημιουργούνταν σε δοχεία με αναγωγικές διαδικασίες, δηλαδή με τη βοήθεια αλκάλεως και παρουσία αμμωνίας.

Για τη δημιουργία του αλκαλικού διαλύματος χρησιμοποιούσαν σβησμένη άσβεστο (Ca(OΗ),2) και στάχτη από ξύλα (αλισίβα) για τη δημιουργία υδροξειδίου του καλίου ή στάχτη από φύκια, για τη δημιουργία υδροξειδίου του νατρίου. Ακόμη φαίνεται ότι έβρισκαν χρήση και πίτουρα σιτα­ριού ή βρώμης, σαν παράγοντες αναγωγής. Για τη δημιουργία αμμωνίας χρησιμοποιούνταν πα­λιά ούρα. Τα βακτηρίδια των ούρων για την επι­βίωσή τους απαιτούν οξυγόνο και τελικά παρέ­χουν αμμωνιακό διάλυμα σε 2-3 εβδομάδες. Αυ­τός ήταν ο λόγος που τα βαφεία βρίσκονταν μα­κριά από την πόλη, λόγω της έντονης δυσάρε­στης οσμής από τα παλιά ούρα, που μαζί με την αποσύνθεση της σάρκας του οστράκου δημιουργούσε ανυπόφορη μυρωδιά που διαπότιζε δέρμα και ρούχα.

Τέτοιες εγκαταστάσεις αποθή­κευσης ούρων βρέθηκαν στις ανασκαφές στις Ράχες στα Ίσθμια (4ος οι. π.Χ.) καθώς και στον Κεραμεικό πρόσφατα (1ος αι. π.Χ.). Ακόμη, αυ­τός ήταν ο λόγος που η πορφύρα έπαψε να χρη­σιμοποιείται μετά την πτώση του Βυζαντίου, όπου η βαφή εξέλιπε εντελώς, όπως προαναφέ­ραμε.

Οι Μωαμεθανοί θεωρούν τα ούρα ακά­θαρτο προϊόν και απαγόρευσαν ολοκληρωτικά τη χρήση τους, με συνέπεια να μην υπάρχει άλ­λο αναγωγικό σύστημα την εποχή εκείνη και έτσι να τελειώσει η βασιλεία της πορφύρας έπειτα από 3000 χρόνια με τον πάπα Παύλο το 1464 μ.Χ. να αναγκάζεται να χρησιμοποιήσει κοχενίλη στο χρωματισμό των αμφίων του.

Στη διεργασία του βαψίματος η ζύμωση του λουτρού βαφής κρατούσε αρκετές ημέρες, ώστε να προκύψει πλήρης η λευκοένωση υπό μορφή διαλυτού άλατος. Τελικά γινόταν βάπτιση του μαλλιού στον κάδο. Ως προς τη φύση των μαλ­λιών, ο Πλάτωνας αναφέρει στο βιβλίο Δ των Πο­λιτικών: «[…] οι βαφείς επειδάν βουληθώσι βάψαι έρια ώστ’ είναι αλουργά, πρώτον μεν εκλέγονται εκ το­σούτων χρωμάτων μίαν φύσιν την των λευκών».

Τα μαλλιά βάφονταν πάντα στρουθισμένα, αλλά συνήθως άκλωστα, μέθοδο που ακολουθούσαν οι παραμεσόγειες χώρες καθώς και η Ινδία και η Περσία μέχρι τον 18ο αιώνα. Το υπό βαφή υλικό ανακινούνταν ελαφρά στον κάδο μέ­χρις ότου δεχτεί με δεσμούς υδρογόνου τη λευ­κοένωση μέχρι κορεσμού. Ακολουθούσε έκθεση στον ήλιο και στον αέρα, ώστε να προκληθεί οξείδωση και η λευκοένωση να μετατραπεί εκ νέ­ου σε 6,6′-διβρωμο ινδικοτίνη και να προκύψει το πορφυρό χρώμα. Ακολουθούσε πλύσιμο καλό με αλατόνερο, ξύδι κ.ά., ώστε να απομακρυνθούν οι δυσάρεστες οσμές και το χρώμα να αποκτήσει λαμπρότητα και αντοχή.

Πρέπει να τονιστεί ότι το πορφυροβαμμένο ύφασμα είχε μεγάλη αντοχή στο πλύσιμο, το φως κ.λπ., όπως ακριβώς και το ινδικό. Ακόμη πρέπει να τονίσουμε ότι οι αρχαίοι βαφείς είχαν αντιληφθεί ότι η ανάμειξη διαφό­ρων ειδών κοχυλιών (σε «άνθος» βέβαια) σε ορι­σμένες αναλογίες και ο κατάλληλος τρόπος πα­ρασκευής του αναγωγικού λουτρού ήταν αυτά που έδιναν την ποικιλία χρώματος στην πορφύρα με τους εκλεκτούς τόνους και τις λεπτές αποχρώσεις. Ακόμη, η επανάληψη της βάπτισης στο ίδιο λουτρό – κάδο ή σε διαφορετικό με άλλο εί­δος κοχυλιών θεωρούνταν δεδομένη. Οι απο­χρώσεις της πορφύρας που είχαν μεγάλη εκτίμη­ση ήταν η σκούρα κόκκινη, σαν πηγμένο αίμα, γνωστή ως πορφύρα της Τύρου, και εκείνη με χρώμα αμέθυστου, που έβαφαν τα βαφικά εργα­στήρια της Ερμιόνης.

Βέβαια, υπήρχαν και διά­φορες παραλλαγές, αφού οι προσπάθειες των πορφυροβαφείων για μεγαλύτερα κέρδη τους εί­χαν οδηγήσει σε νέες ανακαλύψεις χρωματικών τόνων. Όπως προαναφέραμε, τα κοχύλια τύπου brandaris και purpura haemastoma έδιναν κόκκι­νη χροιά. Το κοχύλι τύπου trunculus έδινε ιώδη προς μπλε χροιά.

Σήμερα γνωρίζουμε το λόγο αυτής της χρωματικής διαφοροποίησης. Τα δυο πρώτα περιέχουν κατά αποκλειστικότητα 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνη, σαν βαφική χημική ένωση, ενώ η τρίτη ποικιλία συνδυασμό ινδικοτίνης (μπλε) με 6,6′- διβρωμο ινδικοτίνης (κόκκινη), ώστε να προκύψει ιώδης χροιά. Μια άλλη παράμετρος ήταν και ο τόπος συλλογής της τρίτης ποικιλίας, διότι επηρέαζε την αναλογία των δυο βαφών και συνε­πώς την τελική χροιά.

 

Τα αρχαία βαφεία της Ερμιόνης και κριτική της ερμιονικής πορφύρας στα Σούσα

  

Τα αρχαία εργαστήρια παρασκευής της πορφυ­ροβαφής και οι εγκαταστάσεις του βαφείου βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο της σημερινής πό­λης της Ερμιόνης, στο σημερινό Μπίστι, που κα­τά την αρχαιότητα ονομαζόταν «Ποσείδιον». Έτσι, η έντονη άσχημη οσμή των βαφείων διέφευγε προς τη θάλασσα. Στα τέλη του 6ου αιώνα π.Χ. χτίστηκε στο μέσο του ακρωτηρίου, στη σημερι­νή θέση «πλατεία», μεγάλος ναός του Ποσειδώ­να, ή της Αθηνάς, και πιθανότατα οι ιερείς του ναού είχαν τον έλεγχο και τη διαχείριση των ερ­γαστηρίων. Σε αρκετές θέσεις σήμερα υπάρχουν μεγάλες αποθέσεις οστράκων με σπασμένα κε­λύφη. Η επιτόπια εξέταση δεν έδωσε ενδείξεις ότι οι αρχαίοι έπαιρναν το «άνθος» ανοίγοντας το κέλυφος του κοχυλιού σε κατάλληλη θέση.

 

Η Ερμιόνη από το Μπίστι, περίπου 1924. Φωτογραφία από τον ιστότοπο της Πρωτοβουλίας Ενεργών Πολιτών Ερμιόνης.

 

Κατά τον 5ο αιώνα π.Χ. χτίστηκαν τα περιμετρικά τείχη της Ερμιόνης που είχαν ως συνδετικό υλικό κελύ­φη σπασμένα από όστρακα αντί χαλικιού. Διαπι­στώσαμε ότι 18% του συνδετικού υλικού ήταν σπασμένα όστρακα, που σημαίνει ότι πάνω από 250 τόνοι έχουν χρησιμοποιηθεί στο χτίσιμο του αρχαίου τείχους δηλαδή τουλάχιστον 10 εκατομ­μύρια κελύφη. Επίσης, με κελύφη μπάζωσαν τους χώρους μέσα από την πλευρά του τείχους. Η χρήση των σπασμένων οστράκων ως συνδετι­κό υλικό συνεχίστηκε και αργότερα. Ακόμη και ο ανεμόμυλος που χτίστηκε στα τέλη του 18ου αι­ώνα μ.Χ. από τους Ερμιονίτες αγωνιστές Μητσαίους έχει ως συνδετικό υλικό σπασμένα όστρακα.

Οι μαρτυρίες αναφέρουν ότι τα εργαστήρια βα­φής πρέπει να ήταν στη θέση που σήμερα βρίσκεται ο ανεμόμυλος των Μητσαίων. Πρέπει να άρχισαν να λειτουργούν τουλάχιστον από τον 6ο αιώνα π.Χ. και εξακολουθούσαν μέχρι τον 6ο αιώ­να μ.Χ. Κατά τα 1000 και πλέον χρόνια λειτουρ­γίας στην Ερμιόνη χρησιμοποιήθηκαν εκατοντά­δες εκατομμύρια κοχύλια. Συλλέκτες οστράκων υπήρχαν σ’ όλη την ευρύτερη περιοχή της Ερμιό­νης, αφού χρειάζονταν εκατομμύρια όστρακα ετησίως. Αυτός που ασχολούνταν με τη συλλογή των οστράκων ονομαζόταν πορφυρευτής. Συγκέ­ντρωνε τα κοχύλια και σε τακτά διαστήματα τα παρέδιδε ζωντανά στο Μπίστι.

Η αρχαία πόλη Αλιείς, που άκμασε τον 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. στον κόλπο του Πόρτο Χελιού και που σήμερα είναι βυ­θισμένη σχεδόν ολόκληρη στη θάλασσα, ήταν πι­θανότατα κέντρο συλλογής οστράκων, που τα παρέδιδαν στην Ερμιόνη για τα περαιτέρω. Σε αυ­τό συνηγορεί και το γεγονός ότι στις ανασκαφές, που έγιναν στο Πόρτο Χέλι, δεν βρέθηκαν σωροί από όστρακα, τα οποία συνεπώς δίνονταν αλλού. Προφανώς, όλη η ευρύτερη περιοχή «δούλευε» συγκεντρώνοντας κοχύλια. Η εξαγωγή της βαφής από τα όστρακα γινόταν στο πορφυρείο, όπου βρισκόταν και το κεντρικό εργαστήριο. Οι σωροί από σπασμένα κοχύλια μαρτυρούν τη θέση του πορφυρείου. Από την επιτόπια εξέτασή μας στην περιοχή έχουμε την εντύπωση ότι τα εργαστήρια (πορφυρεία) πρέπει να βρίσκονταν στο ανατολικό άκρο του ακρωτηρίου. Δυστυχώς, δεν έχουν γίνει ανασκαφές στην περιοχή, εκτός από αυτήν που έγινε το 1908 από τον Φιλαδελφέα, ο οποίος είχε στόχο τις μυκηναϊκές αρχαιότητες και τον κύριο ναό του Ποσειδώνα.

Τα εργαστήρια βαφής χρειάζονταν βρόχινο νερό και άρα και στέρνες αποθήκευσης. Στο Μπίστι υπάρχουν αρκετές, οι περισσότερες λαξευ­μένες σε βράχους. Επίσης, στις εγκαταστάσεις έπρεπε απαραίτητα να υπάρχουν δοχεία χημικών, όπως καυστικής σόδας ή ποτάσας, σάπωνες κ.ά., καθώς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης παλιών ούρων. Πρότυπα βαμμένα νήματα σαν δείγματα και σκεύη ανάμειξης, ζυγαριές κλπ. θεωρούνταν αυτονόητα. Η ύπαρξη αυτών δικαιολογεί τα ευρή­ματα και τα ιδιόρρυθμα σκεύη που βρέθηκαν στη θέση Ράχες στα Ίσθμια, όπου έγιναν ανασκαφές σε μεγάλο αρχαίο βαφείο.

 

Κοχύλι τύπου Murex-brandaris, που θεωρείται βασικό είδος της περιοχής της Ερμιόνης.

 

Ο αριθμός των κοχυ­λιών που συγκεντρώνονταν στο Μπίστι έφτανε αρκετές χιλιάδες την ημέρα, τα οποία έδιναν 10-20 κιλά πρώτη ύλη πορφυροβαφής. Συνεπώς, έπρεπε να υπήρχε ειδικός χώρος αποθήκευσης. Η επιτήρηση ήταν αυτονόητη και αυστηρή, και η οικονομική σημασία για την πόλη μεγάλη. Έτσι εξηγείται και η ακμή της πόλης με το χτίσιμο των τειχών, των ναών κ.ά. Η διαχείριση τόσο μεγάλου πλούτου απαιτούσε ανθρώπους με γνώση, που γνώριζαν την εσωτερική και εξωτερική αγορά, αφού το μεγαλύτερο μέρος του προϊόντος ήταν για εξαγωγή. Αν δεχθούμε ότι τα εργαστήρια λει­τούργησαν περίπου 1000 χρόνια με μια μέση επε­ξεργασία 10.000 οστράκων την ημέρα, τότε κατά τη διάρκεια λειτουργίας τους έγινε η επεξεργα­σία 2 ως 3 δισεκατομμυρίων κοχυλιών!

Επιστρέφοντας στο κείμενο του Πλούταρ­χου για την πορφύρα της Ερμιόνης, που βρήκε ο Αλέξανδρος στα Σούσα, οι ερμηνείες του είναι δυο. Στο κείμενο δεν ξεκαθαρίζεται αν βρέθηκαν 5000 τάλαντα βαφής ή υφασμάτων βαμμένων με πορφύρα, που είχαν αποθηκευτεί πριν από 190 χρόνια, ολόφρεσκων με τη βοήθεια μελιού. Επί­σης, αναφέρεται έλαιο για τη δημιουργία λευκής  πορφύρας, που σαν όρος είναι ακατανόητος, αν πρόκειται για ύφασμα.

Ο Πλούταρχος, που έζη­σε τον 1ο αιώνα μ.Χ., ασφαλώς θα διάβασε κά­που αυτή την πληροφορία για γεγονότα που έγι­ναν τέσσερις αιώνες πριν, και το πιθανότερο εί­ναι να μην κατάλαβε πως από πορφυρά βαφή προκύπτει λευκή. Ηθελημένα, λοιπόν, έγραψε συγκεχυμένα, ώστε να μην είναι εύκολο να δια­κρίνει κανείς αν εννοούνται υφάσματα ή καθαρή πορφυροβαφή. Από χημική άποψη, όμως, φαίνε­ται ότι στα Σούσα βρέθηκε βαφή και όχι υφά­σματα. Ορισμένα δοχεία θα περιείχαν την αδιάλυτη κόκκινη πορφυροβαφή σε σκόνη, δηλαδή την πορφυρομάζα από τον αδένα του κοχυλιού μαζί με μέλι ως συντηρητικό, ενώ άλλα δοχεία θα είχαν τη λευκοένωση με πυκνό διάλυμα καυ­στικού αλκάλεως.

Είναι γνωστό ότι τα πυκνά αλ­καλικά διαλύματα, κατά την αφή, δημιουργούν μια αίσθηση που μοιάζει με εκείνη του λαδιού. Συνεπώς, αυτό είναι πιθανότατα το λευκό έλαιο που αναφέρει ο Πλούταρχος. Εάν δεχτούμε ως βάρος βαφής τα 5000 τάλαντα, πρόκειται για 130.000 κιλά. Αυτό σημαίνει ότι την περίοδο αυ­τή στην Ερμιόνη υπέστησαν επεξεργασία για εξαγωγή πάνω από 100 εκατομμύρια κοχύλια. Αν δεχτούμε ότι τα εργαστήρια μπορούσαν να επεξεργαστούν ημερησίως μερικές χιλιάδες κο­χύλια, είναι φανερό ότι τα βαφεία πρέπει να δού­λεψαν εντατικά για 50 χρόνια περίπου.

Η Περσι­κή Αυτοκρατορία με τον Δαρείο Α’ (522-486 π.Χ.) φτάνει στη μεγαλύτερή της ακμή και δόξα με κέ­ντρο του αχανούς κράτους τα Σούσα, μέχρι να τα κυριεύσει ο Μ. Αλέξανδρος το 330 π.Χ. επί Δαρείου Γ’. Είναι φανερό, συνεπώς, ότι τα εργα­στήρια της Ερμιόνης τροφοδοτούσαν τους Πέρ­σες με πορφυροβαφή για τουλάχιστον δυο αιώ­νες, αποκομίζοντας τεράστια έσοδα και δίνο­ντας μεγάλη ακμή στην πόλη με το χτίσιμο τει­χών, ναών κ.λπ. Το ερώτημα είναι γιατί ο Κύρος ο Μέγας, μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες και μέγας βασιλιάς, ενώ είχε υπό την κατο­χή του όλα τα πορφυροβαφεία της Φοινίκης και μετά την προσάρτηση της Μ. Ασίας τον 6ο αιώ­να π.Χ. όλες επίσης τις εγκαταστάσεις πορφύ­ρας στα δυτικά παράλιά της, αποθήκευσε και προφανώς χρησιμοποιούσε πορφύρα εισαγω­γής από μια εχθρική χώρα και ειδικότερα από την Ερμιόνη.

Από την επιτόπια συλλογή οστρά­κων, που υπάρχουν κυρίως στην Ερμιόνη (murex trunculus), και την αφαίρεση των πορφυρο-αδέ­νων, διαπιστώσαμε ότι τα χέρια μας βάφονταν με ιώδες χρώμα, βιολετί, στη χροιά του αμέθυ­στου. Παρόμοιο χρώμα προέκυψε με απλή διεργασία βαφής κατευθείαν από το «άνθος» σε λευ­κό βαμβακερό ύφασμα. Βάψαμε τόσο με «άν­θος» από τα κοχύλια Ερμιόνης, όσο και με τις ποικιλίες της Τύρου (που υπάρχουν στη θάλασ­σα της Ερμιόνης, αλλά σε μικρό ποσοστό), όπου προέκυψε κόκκινη χροιά, σε αντιδιαστολή με τα κύρια κοχύλια της Ερμιόνης (trunculus) που έδωσαν χροιά αμέθυστου.

Θεωρούμε ότι η χρωματική χροιά ήταν ιδιόμορφη και εντυπωσιακή και αυτός ήταν ο λόγος της επιλογής της από τη βασιλική αυλή του Κύρου και του Δαρείου στη συνέχεια. Επί των ημερών μας δεν υπάρχει καμία ανά­μνηση από τα περίφημα πορφυροβαφεία της Ερμιόνης, παρά μόνο οι σωροί από τα σπασμένα όστρακα, που βρίσκονται διάσπαρτα σε όλο το ακρωτήριο των αρχαίων εργαστηριακών εγκατα­στάσεων, μάρτυρες του αρχαίου μεγαλείου και της δόξας της πόλης.

 

 Δρ. Σταύρος Πρωτοπαπάς           

Χημικός μουσείων                          

Βασίλης Γκάτσος

Χημικός

 

Βιβλιογραφία


 

  • ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Περί Χρωμάτων και Πε­ρί τα ζώα ιστορίαι,  εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1994.
  • BERNS R. S.,  Billimeyer and Saltzman’s Principles of Color Technology, J.Wiley&Sons,New York,  2000.
  • BRUNELLO F., The Art of Dyeing in the History of Mankind,  Ed. Ν. Pozza,Vicenza 1973.
  • ΓΚΑΤΣΟΣ Β., Η των Ερμιονέων πόλις, έκδ. του συγγραφέα, Πειραιάς, 1996.
  • COOKSEY C. J. – «TLC of the Indigoid Colorants in Shelltish Purple», στο Dyes in History and Archaeology, τόμ. 14,  Ed. Ρ. Walton Rogers,Amsterdam1995.
  • FORBES R. J., Studies in Ancient Tech­nology, τόμ. 4. E.J. Brill, Leyden 1964.
  • FRIEDLANDER Ρ., «Uber den Farbstoff des antiken Purpurs aus murex bran-daris», Berichte der Deutschen Chemis­chen Gesellschaft, τόμ. 42 (1909),  σ. 765-770.
  • HEINISCH Η. F., «Ancient Purple: An Historical Survey», FibreEng. Chem. 18 (1957), σ 203-206.
  • JACKSON J., «The Geographical Distribution of the Shell-Purple Industry», Memoirs Manchester Phil. Soc., τόμ. LX, μέρος 2, No 7,Manchester1916.
  • ΚΑΡΔΑΡΑ Xρ., «Βαφή, βαφεία και βαφαί κατά την αρχαιότητα». HESPERIA XLII (1974), σ. 447-453.
  • MCGOVERN Ρ. – MISHEL R., «Royal Purple Dye», Analytical Chemistry 57/14, American Chemical Society 1985, σ. 1514A-1522A.
  • ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Βίοι Παράλληλοι, Αλέ­ξανδρος – Καίσαρ, παράγρ. 36 έκδ. Κάκτος, Αθήνα 1993. PONTING K.G., A Dictionary of Dyes and Dyeing,  Mills and Boon Ltd,Lon­don 1980.
  • REINHOLD Μ., «History of Purple as a Status in Antiquity», Collection Latomus, τόμ. 116,Brussels 1970.

 

 

Πηγή


  • Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.

 

Read Full Post »

Πίνδαρος (518/522 – 438 π.Χ.)


 

Ο Πίνδαρος εδώ στο Άργος άφησε την τελευταία του πνοή, ενώ παρακολουθούσε κάποιους αγώνες στο Θέατρο ή στο Γυμναστήριο του Άργους. Ήταν ογδόντα ετών.

Ο Πίνδαρος είναι μέγας λυρικός ποιητής, ο τελευταίος εκπρόσωπος της αρχαϊκής ελληνικής ποίησης. Έχουν σωθεί πολλοί επίνικοί του, ύμνοι στους νικητές των τεσσάρων πανελλήνιων αγώνων.

Ο Πίνδαρος αίρεται πάνω από την απλή πραγματικότητα των αγώνων, ανάγεται στον κόσμο του μύθου και με βαθύ θρησκευτικό αίσθημα του δίνει ζωή. Το ύφος του είναι υψιπε­τές, η σύνταξη ιδιότυπη. Υμνεί τη σοφία, την αρετή, το κάλλος, σύμφωνα με τα ιδεώδη της δωρικής αριστοκρατικής αντίληψης. Χρησιμοποιεί μεγαλειώδεις εικόνες απαράμιλλης εκφραστικότητας. (Διογένης Μαλτέζος)

 

Προτομή του Πινδάρου. Μουσείο Καπιτολίνι, Ρώμη.

Ο μεγαλύτερος και πιο φημισμένος λυρικός ποιητής της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στις Κυνός Κεφαλές της Βοιωτίας (ένα χωριό κοντά στη Θήβα), μεταξύ των ετών 522 – 518 π.χ.  και πέθανε στο Άργος, μετά το 446 π.Χ. ίσως γύρω στα 438.  Ο πατέρας του ονομαζόταν Δαΐδαντος, η μητέρα του Λαοδίκη (κατά άλλους Κλεοδίκη ή Κλευδίκη ή Κλειδίκη), και είχε έναν αδερφό τον Ερμότιμο (Ερείτιμος ή Ερωτιώνας). Με τη σύζυγό του Μεγακλεία (ή Τιμοξένη) απέκτησε τρία παιδιά, δύο κόρες την Εύμητιν ( ή Πολύμητιν) [1] και την Πρωτομάχην και έναν γιο τον Δαΐφαντο. Ο Πίνδαρος καταγόταν από αριστοκρατική γενιά και αυτό τον οφέλησε τόσο στη μόρφωσή του, όσο και σε διάφορες κρίσιμες καταστάσεις της ζωής του, όπως ήταν οι Μηδικοί πόλεμοι.

Τα πρώτα βήματά του στη μουσική και την ποιητική σύνθεση τα έκανε στο πλευρό του θείου του του Σκοπελίνου, ο οποίος τον δίδαξε την αυλητική και την  εγχώρια ποίηση. Στη συνέχεια, ο Πίνδαρος διψώντας για περισσότερη μόρφωση και καλλιέργεια της ποιητικής του τέχνης κατέφυγε στην Αθήνα, δεδομένο ότι η Θήβα δεν μπορούσε να του προσφέρει πολλά πνευματικά εφόδια. Ως δάσκαλοί του  αναφέρονται οι Αγαθοκλής ή ο Απολλόδωρος˙πιθανή φαίνεται και η μαθητεία του κοντά στον Λάσο τον Ερμιονέα.  

Σημαντικό υπήρξε το γεγονός ότι μελέτησε παλιούς ποιητές, επικούς και λυρικούς (όπως τον Όμηρο, τον Ησίοδο, τον Αλκμάνα, τον Στησίχορο) και διδάχτηκε την Πυθαγορική φιλοσοφία και την τεχνική της χορικής σύνθεσης (στην οποία και ξεχώρισε) εφόσον οι Αθηναίοι καλλιεργούσαν τον διθύραμβο και την τεχνική της τραγωδίας και των θεατρικών παραστάσεων. Στην Αθήνα πέρα από τη μόρφωσή του δε δέχτηκε καμία άλλη παρέμβαση όσον αφορά την ιδεολογία του. Οι δημοκρατικές κινήσεις, που άρχιζαν να επικρατούν εκεί δεν είχαν καμία απήχηση στο νεαρό τότε Πίνδαρο, ίσως εξαιτίας της πιθανής καταγωγής από το αρχαίο και ένδοξο γένος των Αιγειδών. Εξάλλου, η χορική ποίηση ανήκε στο αριστοκρατικό ιδεώδες και είχε απήχηση στον αριστοκρατικό κόσμο.

 

 

Η γέννηση του Πινδάρου 1848. Ανρί Πιέρ Πικού (Henri Pierre Picou 1824-1895), Musée d' Orsay.

 

 

Κομβική υπήρξε η θέση του την περίοδο των Μηδικών Πολέμων. Τους δύσκολους αυτούς χρόνους η Θήβα παίρνει το μέρος του Ξέρξη. Σίγουρα, η αριστοκρατία κινδυνεύει. Τα αριστοκρατικά και ολιγαρχικά κινήματα στρέφονται και στηρίζουν τις δυνάμεις τους προς το δεσποτισμό, εφόσον απειλούνται άμεσα πλέον από τα δημοκρατικά κινήματα.

Στο σημείο αυτό παρεμβαίνει ο Θηβαίος ποιητής, ο οποίος επιθυμεί μέσα από την ποίησή του να αναχαιτίσει ένα μέρος του λαού της Θήβας που τίθεται εναντίον των Περσών. Επικαλείται τους κινδύνους και τις συνέπειες που επιφέρει ένας πόλεμος και τους συμβουλεύει να στραφούν προς την ειρήνη και να αποφύγουν την αντιαριστοκρατική πολιτική.

Τα γεγονότα δεν είναι θετικά για τον Πίνδαρο. Οι Πέρσες χάνουν τον πόλεμο και οι Θηβαίοι – κυρίως οι αριστοκράτες – υπέστησαν κυρώσεις. Ο Πίνδαρος απογοητεύτηκε με την κατάληξη και καταστράφηκε τόσο υλικά όσο και ηθικά. Εγκαταλείπει τη Θήβα και επιβάλλει στον εαυτό του ένα είδος εξορίας στο νησί της Αίγινας – την οποία θεωρεί δεύτερή του πατρίδα. Η φήμη του δε χάνεται εξαιτίας της φιλομηδικής στάσης του, αντίθετα ενισχύεται , επικυρώνεται και συνδέεται με το περίφημο εγκώμιο των Αθηνών, το οποίο συνθέτει μετά τη νίκη των Ελλήνων στη Σαλαμίνα.

Μετά τους Μηδικούς πολέμους, ο ίδιος και η τέχνη του αρχίζουν να γίνονται γνωστοί. Η περίοδος 480-460π.Χ. ήταν η πιο γόνιμη και δημιουργική. Η φήμη του ξεπέρασε τα όρια της Βοιωτίας και απλώθηκε και στην υπόλοιπη Ελλάδα.

Σελίδα από τον πρώτο ολυμπιόνικο του Πινδάρου. Αφιερώνεται στον Iέρωνα, τύραννο των Συρακουσών, ο οποίος νίκησε στους Oλυμπιακούς Aγώνες στην ιπποδρομία κελήτων.

Το 476 οι τύραννοι των Συρακουσών και του Ακράγαντος, Ιέρων και Θήρων αντίστοιχα τον καλούν στις βασιλικές αυλές και του ζητούν να συνθέσει ύμνους κατά παραγγελία. Η περίοδος αυτή εγκαινιάζει την αρχή μιας σειράς συγγραφών από υμνητικές ωδές για διάφορες αξιοσημείωτες προσωπικότητες. Τύραννοι, βασιλείς, θρησκευτικοί άρχοντες, πλούσιοι πολίτες του ζητούν συνεχώς χορικές συνθέσεις για διάφορα γεγονότα της ζωής τους και της πολιτείας, προσφέροντάς του για τις υπηρεσίες του χρυσό, ανάλογα την περίσταση.

Ο χορικός αυτός ποιητής είναι ταυτόχρονα ικανός επαγγελματίας και κάτοχος της ιερής σοφίας των Δελφών. Όλοι τιμούν και σέβονται το έργο και την προσφορά του στην πολιτεία και αυτό φαίνεται από τις ενέργειες των Αθηναίων, οι οποίοι του αφιερώνουν χάλκινο ανδριάντα και του απονέμουν το τίτλο το προξένου.

Ο Πίνδαρος έγραψε ποιήματα σ’ όλα τα είδη της λυρικής ποίησης: ύμνους (ποιήματα προς τιμή των θεών), παιάνες (άσματα προς τιμή του Απόλλωνα), διθυράμβους (αποτελούν μέρος λατρευτικών εκδηλώσεων προς τιμή του Διόνυσου), προσόδια (άσματα ικεσίας ή ευχαριστίας, που τελούνταν κατά την πορεία μιας πομπής σε ιερό), παρθένια (εκτελούνταν από χορούς κοριτσιών σε δωρικές περιοχές), υπορχήματα (χορικά άσματα, με κύριο χαρακτηριστικό το ορχηστικό στοιχείο) εγκώμια (δοξαστικοί ύμνοι) και θρήνους (επιτάφια άσματα), υμνώντας θεούς, ήρωες και ανθρώπους.

Ο Αλεξανδρινός γραμματικός Αριστοφάνης Βυζάντιος διαίρεσε το έργο του σε 17 βιβλία τα οποία χωρίζονται σε:

 Ύμνοι (1 βιβλίο)

Παιάνες (1 βιβλίο)

Διθύραμβοι (2 βιβλία)

Προσωδία (1 βιβλίο)

Παρθένια (3 βιβλία)

Υπορχήματα (1 βιβλίο)

Εγκώμια (1 βιβλίο)

Θρήνοι (1 βιβλίο)

Επινίκια (4 βιβλία).

Από αυτό το εκτενές σώμα συνθέσεων έχουν διασωθεί πλήρεις μόνο οι επινίκιες ωδές (πρόκειται για χορικά ποιήματα που σκοπό είχαν να υμνήσουν το πανηγυρισμό για τη νίκη στους πανελλήνιους αθλητικούς αγώνες. Επίσης, συντελούσαν στο να μείνει το όνομα του νικητή γνωστό στους αιώνες και να αποκτήσει μια θέση στον ανώτερο και άφθαρτο κόσμο των ημιθέων. Τέλος αποτελούσε ένδειξη σωματικής και ψυχικής δύναμης).

Συγκεκριμένα, κάθε βιβλίο επινίκιων ωδών αναφέρεται σ’ έναν από τους τέσσερις πανελλήνιους αγώνες, έτσι έχουμε : 14 επίνικους σε ολυμπιονίκες, 12 επίνικους σε πυθιονίκες, 11 επίνικους σε νεμεονίκες, και 8 επίνικους σε ισθμιονίκες. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά από παραπομπές άλλων συγγραφέων ή σπαράγματα παπύρων.

 

Πίνδαρος – Αγγλική έκδοση

   

Τα είδη της χορικής ποίησης του Πινδάρου περιλαμβάνουν κάποια κύρια χαρακτηριστικά. Ειδικότερα, ως προς τη μορφή των ωδών χρησιμοποιούσε άλλοτε όμοιες μετρικά στροφές και άλλοτε σειρές από στροφή, αντιστροφή και επωδό.

Ως προς το περιεχόμενο έχουν τέσσερα συστατικά, δηλαδή αρχίζουν με επίκληση σε κάποιο θεό ή τις μούσες, ακολουθούν πληροφορίες για το πρόσωπο του νικητή, την οικογένειά του ή τη νίκη του σε άλλες γιορτές, στη συνέχεια δίνουν κάποια μυθική αφήγηση προσαρμοσμένη στη συγκεκριμένη περίσταση και συνήθως κλείνουν με διατύπωση ηθικών αποφθεγμάτων που αποτελούσαν τον απώτερο σκοπό του. Δεν περιέγραφε τις λεπτομέρειες των αγώνων.

Πίνδαρος, J.W. Cook.

Η γλώσσα του Πινδάρου είναι η λογοτεχνική δωρική, αναμειγνύει όμως αιολικά και επικά γλωσσικά στοιχεία, είναι η γλώσσα του έπους. Δεν πρόκειται για μία ομιλούμενη διάλεκτο, αλλά για ένα καλλιτεχνικό κατασκεύασμα με έντονο προσωπικό ύφος. Ακόμη, η επιλογή σύνθετων λέξεων αντί απλών, η υπερβολική χρήση των περιφράσεων, ο πλούτος των εικόνων, τα τολμηρά υπερβατά, οι θαυμαστές μεταφορές που κρύβουν ένα βαθύτερο συμβολισμό, η απότομη μετάβαση από τη μια εικόνα στην άλλη και η συχνή αλλαγή του υποκειμένου καθιστούν την ποίησή του περίπλοκη, δυσνόητη και σκοτεινή. Η ενότητα διασφαλίζεται από τη σύνδεση των ιδεών με τις ηθικές και θρησκευτικές αξίες.

Επιπλέον, πρόκειται για ποίηση έντονα θρησκευτική, γεμάτη μουσική, αυστηρά αρμονική, με ευθύτητα, σεμνότητα, επιτηδευμένη και κομψή μέχρις ορισμένου σημείου. Διαποτίζεται από δωρικές αντιλήψεις και κυριαρχείται από αριστοκρατικές ιδέες. Τέλος, είναι έντονος και φανερός ο διαχωρισμός ανάμεσα στους άρχοντες και το λαό. Αναμφισβήτητα, η πινδαρική ωδή – κυρίως η φόρμα της -, αποτέλεσε το παράδειγμα για πολλούς νεότερους ποιητές, όπως ο Κάλβος.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά της ποίησής του φαίνονται καθαρά στην περίφημη δέκατη επινίκια ωδή, η οποία είναι αφιερωμένη στον επιφανή Αργείο αθλητή, Θεαίο. Με τη συγκεκριμένη ωδή εξυμνεί ταυτόχρονα το πρόσωπο του παλαιστή, τη γενιά του και τη πόλη που τον ανέθρεψε. Αναλυτικά, διαβάζουμε :

  

Θεαίω, Αργείω, Παλαιστή

1

« Υμνείστε, ω Χάριτες, του Δαναού την πόλη

και τις πενήντα τις λαμπρόθρονες τις κόρες του.

Υμνείστε το Άργος, όπου η Ήρα έχει το λαμπρό το δώμα

αντάξιο της θείας καταγωγής της.

Από δόξα άφθιτη το Άργος απασπράπτει,

χάρις στα επιτεύγματα των πάντολμων των τέκνων της.

Θα παρέτεινα τον ύμνο, ανιστορώντας

τους άθλους του Περσέα, που δάμασε

τη Μέδουσα – Γοργόνα. Πολυάριθμες είναι οι πόλεις,

που το Άργος έκτισε κι εποίκισε στην Αίγυπτο

με τα χέρια του Επάφου.

Και να ιστορήσω για την Υπερμήστρα,

που μόνη αυτή, ατάραχη,

το ξίφος δεν απέσυρε απ’ τη θήκη;

2

Άλλοτε η ξανθή θεά, η θεά η γλαυκώπις,

έκαμε αθάνατο το Διομήδη.

Κοντά στις Θήβες, με κεραυνό του Δία,

έθαψε κάτω απ’ τη γη, τον μάντη, γιο του Οϊκλέους,

που τρομερός ήταν στον πόλεμο, ωσάν θύελλα.

Και με τις γυναίκες τις καλλίκομες το Άργος

κρατά κι εδώ την πρώτη θέση.

Εδώ ο Δίας ήλθε για την Αλκμήνη, την Δανάη,

αξιόπιστο, λοιπόν, αυτό που είπα. Το Άργος έδωσε

στου Αδράστου τον πατέρα και στον Λυγκέα

το γόνιμο το πνεύμα και της δικαιοσύνης την αγάπη.

3

Την γενναιότητα του Αμφυτρίωνα το Άργος

έχει θρέψει. Ο υπέρτατος θεός εισέδυσε

στο γένος του ήρωα αυτού, όταν τα χαλκά τα όπλα του

φορώντας, τους Τηλεβόες εξολόθρευσε.

Ο βασιλέας των αθανάτων τη μορφή του πήρε

κι εισόρμησε στο δώμα του κι έσπειρε τότε

το ατρόμητο του Ηρακλέους γένος.

Κι αυτός τώρα, ο Ηρακλής, έχει στον Όλυμπο

ως σύζυγο, την πλέον ωραία απ’ τις θεές, την Ήβη,

σύντροφο της Ήρας, της μητέρας της,

του γάμου αυτού εγγύηση ιερή.

4

Ωστόσο η πνοή μου είναι αδύνατη

Όλες τις δόξες του Άργους ν’ αριθμήσω.

Άλλωστε και ορθό δεν είναι

να προκαλώ των ακροατών τον κόρο.

Και τώρα, ω Μούσα, ας αφυπνίσεις

της λύρας τις μελίρρυτες χορδές

και ας στραφούμε προς τους ανδρείους αθλητές.

Ιδού οι αγώνες, που έχουν ως βραβείο το χαλκό

και καλούν τα πλήθη στις λαμπρές της Ήρας

τις εκατόμβες. Εκεί ο Θεαίος, ο γιος του Ουλία,

απέσπασε τη λήθη των μόχθων και των πόνων του

με την περίλαμπρη τη νίκη του.

5

Ανάμεσα σε όλο το έθνος των Ελλήνων

στην Πυθώνα εθριάμβευσε

και από την τύχη οδηγούμενος,

ενίκησε και στον Ισθμό και στη Νεμέα.

Έδωσε το έναυσμα να καλλιεργήσουν

οι Μούσες τον αγρό τους,

με τρεις νίκες στης θάλασσας

τις θύρες και τρεις φορές στη σεβάσμια κοιλάδα,

όπου την εορτή τελούν, που ο Άδραστος εθέσπισε.

Ω Δία, ω πατέρα, αυτό που ονειρευόταν

δεν το ξεστόμισαν τα χείλη του,

αφού από σένα η κάθε επιτυχία είναι εξαρτημένη.

Ωστόσο δεν τολμά η φιλοδοξία να τον εγγίσει,

αν δεν την υπερασπίσει και η καρδιά του.

Εύνοια άδικη αυτός δεν σου ζητεί.

6

Δεν ψάλλω τίποτε, που του Θεού τη συγκατάβαση δεν έχει

και όλων αυτών, που τη μεγάλη νίκη διεκδικούν

στους πλέον ένδοξους αγώνες. Δεν είναι η Πίσα,

που τελεί τους ανώτερους απ’ όλους, αυτούς που

καθιέρωσε και θέσπισε ο Ηρακλής;

Ωστόσο, δύο φορές ήδη – ωραίο προοίμιο! –

οι Αθηναίοι, στις εορτές τους τις επίσημες,

με αλαλαγμούς τον υποδέχτηκαν και εκόμισε

στον θαρραλέο της Ήρας το λαό,

τους καρπούς της ελιάς, σε αμφορείς που διακοσμούσαν

με ποικίλματα από πηλό, ψημένο από τις φλόγες.

7

Έτσι, ω Θεαίε, συνεχίζονται

των μητριών προγόνων σου

τα κλέη – πασίγνωστη του γένους σου η φήμη -,

χάρις στην εύνοια των Χαρίτων και των Τυνδαριδών,

που ενωμένοι ήσαν πάντα. Αν ήμουν κι εγώ

από το αίμα του Θρασύκλου και του Αντία,

θα βάδιζα στην πόλη του Άργους

με το μέτωπο ψηλά.

Χάρις σ’ αυτούς με πόσες νίκες δεν δοξάσθηκε

του Προίτου η πόλη, όπου θεωρούν τιμή

να τρέφουν άλογα! Έχουν νικήσει τέσσερες φορές

στον Ισθμό και τέσσερες φορές ακόμη

εδέχθησαν στεφάνια από των Κλεωναίων τα χέρια.

8

Από τη Σικυώνα έχουν επιστρέψει στο Άργος

με φιάλες, από κρασί γεμάτες.

Απ’ την Πελλήνη, με τους ώμους τους κατάφορτους

από Χλαίνες μαλθακές.

Και δεν μπορώ ν’ απαριθμήσω

τα απειράριθμα από χαλκό βραβεία.

Ανάπαυλα είναι απαραίτητη εδώ. Δεν έχω το χρόνο

να μετρήσω όσα ο Κλείτωρ και η Τεγέα

και το Λύκαιο, στου Δία τον ιππόδρομο, κατέκτησαν.

Και των Αχαιών οι πόλεις είχαν εκθέσει

ως έπαθλο αυτών,

που χάρις στη γοργάδα των κνημών

και στων χεριών τη δύναμη, κατέκτησαν

μια περίδοξη, μια νίκη θριαμβική! »[2]

[………………………………….]

( Στις στροφές 9-15, οι οποίες δεν καταχωρούνται εδώ, εγκωμιάζονται οι ήρωες Διό­σκουροι, που είχαν επισκεφθεί το Άργος και είχαν φιλοξενηθεί από τον Παμφάο, πρόγονο του Θεαίου. Χρονολογία, 500 π.χ. περίπου.)

Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ο Πίνδαρος υπήρξε βαθειά ηθικολόγος και θρησκευόμενος άνθρωπος. Τις ιδέες του τις εμφανίζει όχι θεωρητικά, αλλά ως βιωμένη σοφία. Αξίες του αποτελούσαν το κάλλος, η ομορφιά, η ειλικρίνεια και η αποστροφή από την κολακεία. Κύρια αρετή γι’ αυτόν είναι η ευσέβεια και η σωφροσύνη.

Οι αρετές που οδηγούσαν στην επιτυχία δεν ήταν επίκτητες , αλλά κληρονομικές. Πίστευε ότι ένας θνητός δεν είχε το δικαίωμα σύγκρισης ή υπεροχής απέναντι σ’ ένα θεό. Ούτε οι πλούσιοι, ούτε οι φτωχοί μπορούσαν να είναι ισότιμοι με τους θεούς. Οι θεοί είναι οι υπέρτατοι ρυθμιστές της τάξης και των νόμων, είναι αλάνθαστοι και παντοδύναμοι – τη σημαντικότερη θέση στο Πάνθεό του κατέχουν ο Δίας, ο οποίος διαθέτει απεριόριστη δύναμη και ο Απόλλωνας, ο οποίος είναι προστάτης των αριστοκρατικών ιδεών.

Καθήκον και υποχρέωση του ενάρετου και σεμνού ανθρώπου είναι η ευγνωμοσύνη και η αιδώς. Ακόμη, ο άνθρωπος οφείλει να είναι δίκαιος και να εκπληρώνει τις επιθυμίες που επιβάλλουν οι θρησκευτικοί, οι πολιτικοί, οι κοινωνικοί και οι ηθικοί θεσμοί. Ο κόσμος στον οποίο πιστεύει είναι ο αιώνιος, ο αμετάβλητος, που εμπνέεται από την παράδοση. Στην ποίησή του την υψηλότερη θέση κατέχουν οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την ομορφιά σε όλους τους τομείς. Κατά γενική ομολογία, ήταν ένας αρκετά συντηρητικός διανοούμενος που η βαθειά πίστη του στη θρησκεία δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί με την επιστήμη, τη φιλοσοφία, την πρόοδο, τα κοινωνικά και πολιτικά προβλήματα της πολιτείας. Σέβεται και τίμα την παράδοση και τη θρησκεία χωρίς υποκρισία.

 

Η λύρα του Πινδάρου στην Ολυμπία, Linson, Corwin Knapp, b. 1896.

 

Η περίοδος της ακμής του φτάνει μέχρι το 450 π.Χ. περίπου. Η φήμη του και η δόξα της τέχνης του δε μειώνονται, απλά ο ποιητής δεν είναι ο εαυτός του, έχει χάσει την αυτοπεποίθησή του, έχει ξεφύγει από τον προορισμό του και έχει καμφθεί εξαιτίας του καινούργιου κόσμου που αρχίζει να διακρίνεται και κυρίως να εγκαθίστανται.

Ένα κύμα από ριζοσπαστικές ιδέες, λαοκρατικά κινήματα, ελευθερόστομους ποιητές και φιλοσόφους αρχίζει να κυριαρχεί. Το όραμά του για πανελλήνια ένωση διαψεύδεται. Ο Πίνδαρος βρίσκεται πλέον σε σύγχυση, αγωνία και αμφισβήτηση για το αν όλα αυτά που πρέσβευε, μέσα από τις χορικές του συνθέσεις, άξιζαν στην πραγματικότητα ή ήταν υπερβολές. Αρχίζει να αμφιβάλει, να αναρωτιέται και να αναιρεί τις αντιλήψεις του παρελθόντος, να κρίνει το παρόν και να βλέπει με σκεπτικισμό και μελαγχολία το μέλλον. Όλα αυτά διακρίνονται στον 8ο  Πυθιόνικο, τον οποίο δημιούργησε το 446π.Χ. και πιθανόν αποτελεί το τελευταίο δημιούργημα του ποιητή, δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιο άλλο χρονολογικό στοιχείο.

Κανένας άλλος λυρικός ποιητής δε θεωρείται τόσο μεγάλος όσο ο Πίνδαρος, ο οποίος με τα ποιήματά του εξέφρασε υψηλές ιδέες γεμάτες αρμονία, ποιότητα, ηθικό και θρησκευτικό βάθος.

Ο θάνατός του, σχετίζεται με την παράδοση, η οποία συνδέει το τέλος του με μια μαντεία του Απόλλωνα ή του Άμμωνα, που του υποσχεθήκαν έναν ήρεμο, γαλήνιο και ήσυχο θάνατο. Ο Θηβαίος ποιητής πέθανε σε ηλικία 80 ετών, πάνω στην αγκαλιά του νεαρού ερωμένου του, του Θεόξενου από την Τένεδο, στο αρχαίο θέατρο του Άργους, (κατά άλλους στο στάδιο ή το γυμναστήριο ). Οι κόρες του μετέφεραν και έθαψαν την τέφρα του στη Θήβα.

Μετά από αιώνες οι Θηβαίοι έδειχναν τα ερείπια του οίκου του κοντά στο Ιερό της Μητέρας των Θεών και το τάφο του μέσα στον Ιππόδρομο. Η αξία του και η φήμη του επιβεβαιώνεται και από ένα ιστορικό ανέκδοτο. Συγκεκριμένα, ο Μέγας Αλέξανδρος, αναγνωρίζοντας την προσφορά του στα εγκώμια που συνέθεσε προς τιμή του Αλέξανδρου Α’ της Μακεδονίας, σεβάστηκε και δεν κατεδάφισε το σπίτι του, τη στιγμή που κατέστρεφε και κυρίευε την πόλη της Θήβας (335 π.Χ.).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Σύμφωνα με όσα γράφει ο Θωμάς Μαγίστρος, ο οποίος ήταν θεολόγος, ρήτορας, φιλόλογος και συγγραφέας. Καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και έζησε την περίοδο 1275-1347. Έγραψε έργα γραμματικής, πολιτικά και ρητορικά έργα και σχολιασμό έργων του Πινδάρου, του Αισχύλου, του Σοφοκλή, του Ευριπίδη, του Αριστοφάνη και του Συνέσιου.   

[2] Μετάφραση, Βασ. Λαζανά.

            

Πηγές


 

  • Ηλίας Σπυρόπουλος, «Πίνδαρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Τόμος 8ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Διογένης Μαλτέζος « Ο Πίνδαρος υμνεί το Άργος », Αργειακή Γη, Επιστημονική και Λογοτεχνική Έκδοση του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους, τχ.1, Άργος, 2003.
  • Εγκυκλοπαίδεια, «Πάπυρος Λαρούς, Γενική Παγκόσμιος Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 11ος,  Εκδόσεις «Επιστημονική Εταιρεία των Ελληνικών Γραμμάτων Πάπυρος», Αθήνα, 1967.
  • Κ. Παπαρρηγόπουλος, «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», Τόμος 2ος, National Geographic, Αθήνα, 2009-2010.
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Κ. Κλεάνθους, «Πινδάρου τα σωζόμενα μετά μεταφράσεων, σημειώσεων και πίνακος των λέξεων», Τόμος Α’, Εκ της τυπογραφίας Μορτέρρα και Σ., Εν Τεργέστη, 1886.

  

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η συμβολή του Αρχαίου Άργους στην ανάπτυξη της Μουσικής 


 

Ο Ηρόδοτος μας παραδίδει ότι περί το 600 π.Χ. οι Αργείοι είχαν τη φήμη ότι ήσαν οι καλύτεροι μουσικοί ανάμεσα στους Έλληνες [1]. Μολονότι το σχετικό εδάφιο του πατέρα της Ιστορίας αμφισβητείται, τα στοιχεία, που διαθέτουμε σήμερα για το θέμα, επιβεβαιώνουν αυτή την υπεροχή των Αργείων. Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να ιχνηλατήσουμε την εξέλιξη της μουσικής στο Αρχαίο Άργος, όσο μας το επιτρέπουν οι ιστορικές πηγές, τα αρχαιολογικά ευρήματα και οι σύγχρονές μας μουσικολογικές  μελέτες.

Το παλαιότερο, ίσως, σχετικό αρχαιολογικό εύρημα από την περιοχή είναι η παράσταση μιας τρίχορδης λύρας σε θραύσμα αγγείου από την Τίρυνθα, που χρονολογείται στον 12ο π.Χ. αιώνα [2]. Τα όργανα της  οικογένειας της λύρας – κιθάρας αρχικά είχαν μόνο τρεις χορδές, άρα εδώ έχουμε απεικόνιση ενός οργάνου πρώιμης χρονικά περιόδου. Κατά τη Μυθολογία την τέταρτη χορδή πρόσθεσε στα όργανα αυτά ο Λίνος, γιός του Απόλλωνα και της Μούσας Καλλιόπης, σε μυθικούς ακόμη χρόνους.      

Η ιστορική μνήμη μάς παραδίδει σαν πρώτο σημαντικό Αργείο μουσικό τον κιθαριστή Αριστόνικο [3]. Ο Αριστόνικος ήταν ο πρώτος που εισήγαγε την «ψιλήν κιθάρισιν», δηλαδή την εκτέλεση  μουσικής από μόνο κιθάρα, solo κιθάρα, τον 7ο π.Χ. αιώνα, μέχρι τότε υπήρχε μόνο «κιθαρωδία», δηλαδή τραγούδι (ωδή) με συνοδεία κιθάρας. Καθιερώνοντας ο Αριστόνικος την «ψιλήν κιθάρισιν», την σκέτη κιθάριση, αποδέσμευσε την κιθάρα από τον συνοδευτικό χαρακτήρα της στο τραγούδι και την ανάδειξε σε ανεξάρτητο μουσικό όργανο.

Σήμερα μπορούμε να αντιληφθούμε καλά την σημασία αυτής της καινοτομίας, αν αναλογισθούμε τί διαφορά έχουν η κιθάρα ή το πιάνο, όταν συνοδεύουν τραγούδι και ποιές γνώσεις και ικανότητες απαιτούνται, όταν αυτά τα όργανα χρησιμοποιούνται για σολιστική παρουσίαση αυτοτελών έργων για πιάνο ή κιθάρα. Και οι αρχαίοι είχαν ήδη εκτιμήσει ακριβώς αυτή τη διαφορά, γι’ αυτό, και επί αυλωδίας, νικητή στεφάνωναν μόνο τον αοιδό και όχι και τον συνοδό αυλητή.

Τόση ήταν η απήχηση αυτής της ενέργειας του Αριστόνικου ώστε η ψιλή κιθάριση θεωρήθηκε σπουδαίο επίτευγμα και καθιερώθηκε σαν επίσημο αγώνισμα στις μεγάλες Πανελλήνιες εορτές. Γνωρίζουμε ότι το αγώνισμα αυτό, «τῶν κιθαριστῶν τῶν ἐπὶ τῶν κρουμάτων τῶν ἀφώνων»[4], εισήχθη για πρώτη φορά, λίγα χρόνια μετά τον Αριστόνικο, στα Πύθια των Δελφών στα 558 π.Χ. και πρώτος νικητής αναδείχθηκε τότε ο Αγέλαος από την Τεγέα.

Η καθιέρωση του αγωνίσματος της solo κιθάρας στα Πύθια μας οδηγεί και σε άλλες σκέψεις. Η κιθάρα την εποχή εκείνη, και για χρόνια μετά, είχε επτά χορδές (εικ. 1), όπως μπορείτε να διαπιστώσετε και σε αυτή την αγγειογραφία, είναι όμως ευνόητο ότι οι κιθαριστές δεν χρησιμοποιούσαν μόνο τους επτά φθόγγους, τις επτά νότες που αντιστοιχούσαν στις ισάριθμες χορδές, αλλά με κατάλληλους δακτυλισμούς διέκοπταν τη δόνηση των χορδών σε διάφορα σημεία, όπως διακρίνουμε να κάνει με το αριστερό του χέρι ο μουσικός της εικόνας, έτσι ώστε να παράγονται και άλλοι φθόγγοι. Την ίδια αρχή εφαρμόζουν μέχρι και σήμερα όσοι παίζουν κιθάρα ή μπουζούκι ή όργανα της οικογένειας του βιολιού, πιέζοντας με το αριστερό τους χέρι τις χορδές στη ταστιέρα των οργάνων αυτών.

 

Εικ. 1. Θραύσμα ερυθρόμορφου αττικού αγγείου του 490 π.Χ. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών. Ακρ. 609.

 

Η ψιλή κιθάριση διατηρήθηκε στους διάφορους ανά την Ελλάδα μουσικούς αγώνες σε όλη την διάρκεια της Ελληνικής Αρχαιότητας. Εδώ (εικ. 2) μπορούμε να δούμε ένα κιθαριστή, μάλλον σε επίσημο μουσικό αγώνα, που φορά στεφάνι και πολυτελές ένδυμα συναυλίας και είναι πλαισιωμένος από δύο κριτές.   

 

Εικ. 2. Κιθαρωδός σε μουσικό αγώνα στον ερυθρόμορφο αμφορέα του αγγειογράφου Ανδοκίδου. 5ος π.Χ. αιώνας. Μουσείο Λούβρου, G1. Φωτογραφία της RMN. Φωτογράφος Lewandowski.

 

Σύγχρονος με τον Αριστόνικο υπήρξε ένας άλλος Αργείος μουσικός, αυλητής αυτός, ο Ιέραξ, που ήταν διαπρεπής μουσικός των χρόνων του, του 7ου αιώνα π.Χ. Κατά τον Πολυδεύκη [5] ο Ιέραξ ήταν μαθητής τού μεγάλου αυλητή Ολύμπου, του τελευταίου από την ονομαστή μυθική αυλητική Φρυγική τριάδα, που την αποτελούσαν οι: Ύαγνις, Μαρσύας και Όλυμπος. Ο Ιέραξ πέθανε νέος, πρόλαβε, όμως, να αφήσει σημαντικό έργο, που αφορούσε συνθέσεις για αυλούς. Το όνομά του στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής μουσικής συνδέεται με τρεις μορφές, με τρία είδη συνθέσεων για αυλούς, τα οποία επινόησε αυτός : τον ιεράκειον νόμον, το ιεράκειον μέλος και την ενδρομήν.

Ο ιεράκειος νόμος ήταν σύνθεση για αυλούς και, όπως όλοι οι νόμοι της αρχαίας ελληνικής μουσικής, αποτελούσε σημαντική σύνθεση υψηλών απαιτήσεων∙ ήταν μια πολύ πειθαρχημένη και αυστηρού χαρακτήρα μορφή – μουσική φόρμα, τόσο από πλευράς σύνθεσης όσο και από πλευράς εκτέλεσης. Οι συνθέτες των μουσικών νόμων, αλλά και οι παρουσιαστές τους, ήσαν υποχρεωμένοι να τηρούν τα διάφορα στοιχεία αυτών των συνθέσεων απαρέγκλιτα σαν να επρόκειτο για νόμους της Πολιτείας, και μάλιστα από αυτήν την υποχρέωση οι συνθέσεις αυτές ονομάστηκαν νόμοι. Ειδικά οι ιεράκειοι νόμοι είχαν, φαίνεται, τόσες ιδιαιτερότητες και τόσες δυσκολίες κατά την εκτέλεσή τους, ώστε υπήρχαν ειδικές αυλητρίδες που έπαιζαν στον αυλό τους αποκλειστικά ιεράκειους νόμους [6].

Το ιεράκειον μέλος ήταν ένα άλλο είδος οργανικής σύνθεσης που το έπαιζαν και πάλι με αυλούς, συνοδεύοντας τα κορίτσια που κρατούσαν τα λουλούδια, τις «ανθεσφόρες», κατά την πομπή προς τιμή της Ήρας – Ανθείας, που τελούσαν στο Άργος [7]. Κάθε φορά, με την ευκαιρία αυτής της πομπής, οι μεταγενέστεροι αυλητές επί αιώνες συνέθεταν νέα ιεράκια μέλη.

Τέλος η ενδρομή ήταν και αυτή ένα είδος σύνθεσης για αυλό, διακεκριμένη και σπουδαία, την οποία πρώτος εμπνεύστηκε και συνέθεσε ο Ιέραξ, και η οποία καθιερώθηκε να συνοδεύει στους Ολυμπιακούς αγώνες το αγώνισμα του πεντάθλου κάθε φορά, με νέα έργα αυτού του είδους. Τις συνθέσεις αυτές τις θεωρούσαν τόσο σπουδαίες ώστε να τις δημιουργούν και να τις παρουσιάζουν διάσημοι αυλητές, όπως υπήρξε ο Πυθόκριτος ο Σικυώνιος, που παρουσίασε έξι φορές ενδρομή στους Ολυμπιακούς αγώνες στο δεύτερο τέταρτο του 6ου αιώνα π.Χ. [8], ενώ παράλληλα ο ίδιος είχε  αναδειχθεί και άλλες έξι φορές πυθιονίκης-αυλητής στους Δελφούς. Για τις νίκες του αυτές, μάλιστα, τιμήθηκε με ανάγλυφη ενεπίγραφη στήλη στην Ολυμπία. Οι ενδρομές εξακολούθησαν να συνοδεύουν το πένταθλο (άλμα, δρόμος, δίσκος, ακόντιο και πάλη) μέχρι και τη Ρωμαϊκή εποχή από συνήθεια πλέον, τότε, όμως, οι συνθέσεις αυτές κατέληξαν να είναι ασήμαντες και αδύναμες και οπωσδήποτε όχι ανάλογες προς την αρχαιοπρεπή και σπουδαία μορφή που είχε συλλάβει ο Ιέραξ, ο πρώτος δημιουργός τους [9].    

Η έντονη μουσική ανάπτυξη εξακολούθησε να σημειώνεται στο Άργος και στην Αργολίδα γενικά και κατά τη διάρκεια του 7ου , 6ου  και 5ου αιώνα π.Χ. Τότε παρουσιάστηκαν μεγάλες μουσικές μορφές όπως ο αυλητής και ποιητής Σακάδας, η σπουδαία Αργεία ποιήτρια και μουσικός Τελέσιλλα, ο μουσικός και πρώτος θεωρητικός της μουσικής Λάσος ο Ερμιονεύς, ο Μικύλος, του οποίου μάλιστα έχει σωθεί το χάλκινο κύμβαλo (εικ.3) με την επιγραφή ΤÔΙ ΑỈCΚΛΑΠΙÔΙ ẢΝÉΘΕΚΕ ΜΙΚÝΛΟC και άλλοι.     

 

Εικ. 3. Χάλκινο Κύμβαλο του Μικύλου. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών, αρ. ευρ. 10870 της Συλλογής Χαλκών του Μουσείου.

 

Στα τέλη του 7ου με αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. εμφανίζεται στο Άργος ένας από «τοὺς εὑρετὰς τῆς πρώτης μουσικῆς» (κατά τον Λυσία [10]), είναι ο ονομαστός αυλητής Σακάδας ο Αργείος. Αρχικά ο Σακάδας ήταν ποιητής, συνθέτης μελοποιημένων ελεγείων και αυλωδός, αλλά αργότερα στράφηκε στην καθαρά αυλητική τέχνη [11]. Όπως παλαιότερα ο συμπατριώτης του Αριστόνικος διαχώρισε την κιθαρωδία σε κιθάριση και ωδή, έτσι και ο Σακάδας απελευθέρωσε τον αυλό από τη συνοδεία του τραγουδιού και τον ανέδειξε σε αυθύπαρκτο όργανο. Όταν στα 586 π.Χ. καθιερώθηκε σαν επίσημο αγώνισμα στα Πύθια, στους Δελφούς, η εκτέλεση σόλο αυλού, δηλαδή η σκέτη αύληση, ο Σακάδας αγωνίστηκε και νίκησε παρουσιάζοντας εκεί, στο Θέατρο των Δελφών (εικ. 4), για πρώτη φορά τον Πυθικό Νόμο. Κατά τον Παυσανία [12] τη νίκη του αυτή την επανέλαβε και στις δύο επόμενες πυθιάδες με νέους Πυθικούς νόμους, καθιερώνοντας τη νέα αυτή μορφή σύνθεσης.

 

Εικ. 4. Θέατρο των Δελφών.

 

Ο Πυθικός νόμος ήταν μια σύνθεση που είχε σκοπό να περιγράψει την πάλη του Απόλλωνος με τον Πύθωνα, τον  φοβερό δράκοντα-φίδι, που αρχικά ήταν ο κύριος των Δελφών, και να υμνήσει την τελική νίκη του θεού.

Τον Πυθικό νόμο αποτελούσαν τα εξής πέντε μέρη :

1ο) η πείρα (εισαγωγή δηλαδή), όπου ο θεός εξετάζει την καταλληλότητα του χώρου πριν αρχίσει τον αγώνα,

2ο) ο κατακελευσμός (δηλαδή η πρόκληση,), εδώ ο θεός προκαλεί σε αγώνα τον Πύθωνα,

3ο) το ιαμβικόν, όπου ο αυλός διηγείται μουσικά τον κυρίως αγώνα. Στο μέρος αυτό επιχειρείται η μίμηση από τον αυλό του τριξίματος των δοντιών του πληγωμένου δράκοντα με τον λεγόμενο οδοντισμό,

4ο) το σπονδείον, όπου δηλώνεται η νίκη  του θεού και τέλος

5ο) η καταχόρευσις, ο επινίκιος χορός, όπου ο θεός γιορτάζει χορεύοντας  τη νίκη του.

Και μόνη η απαρίθμηση των μερών του Πυθικού νόμου είναι αρκετή για να καταστήσει σαφές ότι τα έργα αυτά ήσαν συνθέσεις μεγάλης έκτασης και πολλών απαιτήσεων.

Η εντύπωση που δημιούργησε ο Πυθικός νόμος ήταν τόσο έντονη, ώστε, κατά τον Παυσανία [13], ο Σακάδας έγινε αιτία να διαλυθεί η απέχθεια που έτρεφε ο Απόλλων προς τους αυλητές, κατάλοιπο της έχθρας του θεού προς τον αυλητή  Μαρσύα, μετά τον μεταξύ τους μουσικό αγώνα.

Τα αυστηρά καθορισμένα πλαίσια του Πυθικού νόμου διατηρήθηκαν από τους μεταγενέστερους συνθέτες, που ήσαν συγχρόνως και οι εκτελεστές τους, αναλλοίωτα για αιώνες, μέχρι τον 3ο αιώνα π.Χ., οπότε και τροποποιήθηκε ο Πυθικός νόμος από τον Τιμοσθένη, τον ναύαρχο του φιλότεχνου βασιλιά της Αιγύπτου Πτολεμαίου Β΄ του Φιλαδέλφου (309-247 π.Χ.) [14].

Τους αυλητές που έπαιζαν τους Πυθικούς νόμους τους ονόμαζαν πυθικούς αυλητές ή πυθαύλες και τους αυλούς που μεταχειρίζονταν για την παρουσίασή τους πυθικούς αυλούς [15] . Εδώ (εικ. 5) Βλέπουμε αυλητή με επίσημο ένδυμα να παίζει τον δίαυλό του σε μουσικό αγώνα.

 

Εικ. 5. Ερυθρόμορφος αμφορέας των αρχών του 5ου π.Χ. αιώνα. Λονδίνο, Βρετανικό Μουσείο.

 

Ο Πυθικός νόμος είναι η πρώτη γνωστή σύνθεση προγραμματικής μουσικής, της οποίας γνωρίζουμε την υπόθεση που διηγείται η μουσική. Με τον όρο προγραμματική μουσική ονομάζουμε σήμερα στη μορφολογία μια ελεύθερη φόρμα – μορφή, που έχει σκοπό να εκφράσει με ήχους, όσο το δυνατόν πιο παραστατικά, μια σκέψη, μια υπόθεση ή να διηγηθεί ένα ποίημα. Στη νεώτερη εποχή αυτός που καθιέρωσε την προγραμματική μουσική ήταν ο Έκτωρ Μπερλιόζ (Hector Berlioz, 1803-1869), μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα.

Με τις νίκες του εκείνες ο Σακάδας έγινε ο ιδρυτής της περίφημης αυλητικής παράδοσης, της αυλητικής σχολής του Άργους, σχολής που για πολλούς αιώνες ανταγωνιζόταν την επίσης ονομαστή Θηβαϊκή αυλητική σχολή, που ίδρυσε εκεί ο εξίσου σπουδαίος Θηβαίος αυλητής Πρόνομος. Μάλιστα μεταξύ των δύο αυτών παραδόσεων αναπτύχθηκε μεγάλη άμιλλα, που γνωρίζουμε ότι ίσχυε τουλάχιστον μέχρι το 369 π.Χ., όταν οι Αργειακοί και οι Βοιωτικοί αυλοί συναγωνίζονταν, παίζοντας αντίστοιχα συνθέσεις του Σακάδα και του Προνόμου, καθώς συνόδευαν το κτίσιμο των τειχών, των ναών και των κατοικιών της Πελοποννησιακής Μεσσήνης [16].

Βιογραφικές πληροφορίες για τον Σακάδα δεν μας έχουν διασωθεί, φαίνεται όμως ότι ήταν γενικά καταξιωμένη μουσική προσωπικότητα με πανελλήνια προβολή. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Παυσανίου [17] ο Πίνδαρος είχε αφιερώσει στον Σακάδα κάποιον ύμνο ή τουλάχιστον τον ανέφερε σε κάποιο προοίμιό του, όπου φαίνεται ότι σχολίαζε το μέγεθος των αυλών του Αργείου αυλητή. Με αφορμή μάλιστα εκείνο το εδάφιο του Πινδάρου, ο Παυσανίας ψέγει τον γλύπτη του αγάλματος του Σακάδα, που ο ίδιος είδε να υπάρχει στο ιερό άλσος των Μουσών στον Ελικώνα ανάμεσα στα αγάλματα των Μουσών, γιατί στο άγαλμα εκείνο, κατά τον Περιηγητή, δεν τηρήθηκαν οι αναλογίες αυλητή – αυλών που ανέφερε ο Πίνδαρος.

Ο Ψευδο – Πλούταρχος, εκτός του Πυθικού νόμου, αποδίδει στον Σακάδα και άλλες δημιουργίες, όπως τον Τριμερή νόμο [18]. Ο Τριμερής ή Τριμελής νόμος ήταν μια σύνθεση, που περιελάμβανε Δώριο, Φρύγιο και Λύδιο τρόπο και ο Σακάδας συνέθεσε τρεις στροφές και δίδαξε τη χορωδία να τραγουδάει την πρώτη στροφή σε Δώριο, τη δεύτερη σε Φρύγιο και την τρίτη σε Λύδιο τρόπο. Η ύπαρξη των τριών διαφορετικών αρμονιών-τρόπων έδωσε και τον χαρακτηρισμό τού Τριμερούς στη σύνθεση αυτή. Ο Πλούταρχος προσθέτει, βεβαίως, ότι ως εφευρέτης του νόμου αυτού αναφέρεται κάπου ο Κλονάς ο Σικυώνιος.            

Ο Ψευδο – Πλούταρχος συνεχίζει να μας πληροφορεί ότι ο Σακάδας μαζί με τον Θαλήτα από τη Γόρτυνα, τον Ξενόδαμο από τα Κύθηρα, τον Ξενόκριτο από τους Λοκρούς και τον Πολύμνηστο από την Κολοφώνα υπήρξαν οι συνδημιουργοί της δεύτερης Σπαρτιατικής μουσικής σχολής (παράδοσης). Η ομάδα αυτή των μουσικών θέσπισε στη Σπάρτη τις Γυμνοπαιδίες, όπου είχαμε τους τρεις χορούς : των γερόντων, των ανδρών και των παίδων με τα γνωστά τους τραγούδια [19]. Οι ίδιοι μουσικοί οργάνωσαν στην Αρκαδία τις Αποδείξεις, για τις οποίες δεν έχουμε πληροφορίες, και τέλος στο Άργος τα Ενδυμάτια.

Τα Ενδυμάτια ήσαν εορτή που τελούσαν στο Άργος προς τιμήν της Ήρας, ανάλογη προς τα Παναθήναια των Αθηνών, σε αυτήν οι ιέρειες της θεάς περιέβαλλαν το λατρευτικό άγαλμά της με το «πάτος», τον ποδήρη πέπλον της Ήρας (το πάτος, του πάτους). Κατά την εορτή αυτή έψαλλαν τις ειδικές συνθέσεις των Ενδυματίων του Σακάδα.

Κατά τον Ψευδο – Πλούταρχο [20] η ομάδα αυτή των πέντε μεταρρυθμιστών, παρά τους νεωτερισμούς που εισήγαγε, δεν απομακρύνθηκε από το υψηλό ύφος των παλαιοτέρων μουσικών και κυρίως του Τερπάνδρου, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής της πρώτης Σπαρτιατικής μουσικής σχολής∙  ειδικά δε ο Σακάδας αναφέρεται ότι, αν και καινοτόμησε ως προς τη ρυθμοποιΐα, διατήρησε την υψηλή μορφή στις συνθέσεις του.

Ο Παυσανίας [21] και πάλι μας πληροφορεί ότι είδε τον τάφο του Σακάδα στο Άργος, κοντά στο γυμναστήριο του Κυλάραβι και στη εκεί πύλη, οκτώ ολόκληρους αιώνες μετά τον θάνατο του μουσικού.  Από τον Ησύχιο παραδίδεται και ένα πνευστό όργανο με το όνομα «σακάδιον», που η κατασκευή του αποδίδεται στον Σακάδα, αυτό όμως μας είναι άγνωστο από άλλες πηγές (Ησύχιος, λήμα σακάδιον).

Ο Σακάδας, εκτός από διάσημος μουσικός ήταν και πολύ καλός ποιητής, όπως όλοι οι ποιητές της αρχαίας Ελλάδας. Από τα  μουσικά έργα του Σακάδα δεν έχει διασωθεί κανένα δείγμα, από τα ποιητικά του έργα γνωρίζουμε μόνο τον τίτλο ενός, πρόκειται για ένα ποίημά του με τίτλο «Ἰλίου Πέρσις», Πάρσιμο του Ιλίου, Άλωση της Τροίας, όπου, κατά τον Αθήναιο [22], ο Σακάδας κατονόμαζε «πάμπολλους» από εκείνους που είχαν κρυφθεί στον Δούρειον Ίππο [23].  Εδώ (εικ. 6) βλέπουμε μιαν χαρακτηριστική απεικόνιση του Δουρείου Ίππου σε ανάγλυφο αγγείο, με παραστάσεις από την άλωση της Τροίας, αγγείο που είναι σύγχρονο ή λίγο προγενέστερο της εποχής του Σακάδα, και που σήμερα κοσμεί το Αρχαιολογικό Μουσείο της Μυκόνου.     

 

Εικ. 6. Μεγάλος ανάγλυφος αμφορέας του 7ου π.Χ. αιώνα, του γνωστού κεραμεικού εργαστηρίου αναγλύφων αγγείων της Τήνου, που βρέθηκε στη Χώρα της Μυκόνου και είχε χρησιμοποιηθεί για ταφή. Αριθμός Καταλόγου 2240 του Αρχαιολογικού μουσείου Μυκόνου.

 

Λίγο μεταγενέστερη του Σακάδα είναι μια σπουδαία γυναικεία μορφή, η λυρική ποιήτρια Τελέσιλλα, αυτή έζησε στα τέλη του 6ου με αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. Υπήρξε σπουδαία ποιήτρια και μουσικός. Πρέπει εδώ να διευκρινισθεί και πάλι ότι σε όλη τη διάρκεια της Ελληνικής Αρχαιότητας όλοι οι ποιητές, και οι μεγάλοι τραγικοί, ήσαν συγχρόνως και πολύ καλοί μουσικοί και μελοποιούσαν οι ίδιοι τα δημιουργήματά τους, άλλωστε ειδικά η λυρική ποίηση όχι μόνο ήταν μελοποιημένη, αλλά είχε συνοδεία κυρίως λύρας, τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια, και ακριβώς στη συνοδεία του οργάνου αυτού οφείλει τον επιθετικό προσδιορισμό της, πρόκειται, δηλαδή, για ποίηση προορισμένη να τραγουδιέται με συνοδεία λύρας.

Αν και η Τελέσιλλα έζησε σε χρόνια ιστορικά, οι πληροφορίες που έχουμε για τη ζωή της είναι αρκετά συγκεχυμένες. Κατά τον Πλούταρχο[24], ήταν γόνος επιφανούς και ένδοξης αργειακής οικογένειας, χωρίς να διευκρινίζεται σε τί συνίστατο η οικογενειακή αυτή δόξα. Ο Πλούταρχος επίσης μας πληροφορεί ότι ήταν λεπτοκαμωμένη και ότι στη νεανική της ηλικία ήταν φιλάσθενη, πράγμα που της δημιουργούσε πολλά δυσάρεστα  προβλήματα, ώστε χρειάστηκε να ζητήσει τη συμβουλή του Μαντείου των Δελφών∙ η απάντηση της Πυθίας ήταν : «τὰς Μούσας θεραπεύειν». Ο χρησμός αυτός, φαίνεται ότι ικανοποίησε τη νεαρή Τελέσιλλα, η οποία τον ακολούθησε, καλλιέργησε τις φυσικές ικανότητες, που, αναμφίβολα, είχε και κατέληξε να θεωρείται και από τους συγχρόνους και από τους μεταγενεστέρους της σαν μια πολύ μεγάλη ποιητική και μουσική μορφή. Έξι αιώνες αργότερα ο επιγραμματοποιός του 1ου αιώνα μ.Χ. Αντίπατρος ο Θεσσαλονικεύς την θαυμάζει και την συγκαταλέγει, μαζί με την Σαπφώ, μεταξύ των εννέα Μουσών που ανέδειξε η Γη[25], σε αντιδιαστολή προς τις εννέα Ουράνιες Μούσες [26].

Γνωρίζουμε ότι η Τελέσιλλα υπήρξε σύζυγος του Ίδα, ο οποίος, μετά τον θάνατό της, ίδρυσε μνημείο προς τιμήν της, του οποίου έχει σωθεί το επίγραμμα [27]. Το επίγραμμα αυτό αναφέρει :

 

 «Σῆμά τοι, ὦ γλυκερὴ Τελέσιλλα, ἐνθάδε καλὸν

τεῦξεν Ἴδας ἀλόχῳ, λάχειν ἥ οἱ πᾶν τὸ περισσὸν

πίστεος[28], εὐνοίας, ἀρετῆς ἀγανοφροσύνης τε,

ὄφρα καὶ ἐσσομένοισι τεὸν κλέος ἄφθιτον εἴη.»

 Σε ελεύθερη μετάφραση :

Μνημείο, γλυκιά Τελέσιλλα, εδώ ωραίο

έκτισε ο Ίδας στη σύζυγο, που του έτυχε, η οποία του πρόσφερε περίσσια

πίστη, εύνοια, αρετή και πραότητα,

ώστε να είναι η δόξα σου αθάνατη και στους μεταγενέστερους.

 

Από το επίγραμμα αυτό μαθαίνουμε τις αρετές που διέκριναν την Τελέσιλλα, εν τούτοις από τους ιστορικούς και τους αρχαίους συγγραφείς που την αναφέρουν (Παυσανίας, Πλούταρχος, Αθήναιος, Πολυδεύκης και άλλοι) δεν μας έχουν διασωθεί άλλες πληροφορίες για τη ζωή της, δεν γνωρίζουμε πότε γεννήθηκε, σε ποιά ηλικία, πού και πότε πέθανε κ.ο.κ.

Γύρω από το όνομά της και τη δράση της αναπτύχθηκε μια παράδοση, που παρουσιάζει την ποιήτρια σαν μια μοναδική ηρωική μορφή, που κατόρθωσε με τη γενναία στάση της και τα ενθουσιαστικά πατριωτικά ποιήματά της να εμψυχώσει τους γέροντες, τις γυναίκες, ακόμη και τα παιδιά και να τους παρατάξει με επιτυχία εναντίον των Σπαρτιατών, που επιζητούσαν να καταλάβουν το Άργος, αφού οι μάχιμοι  άνδρες της πόλης είχαν σκοτωθεί μέχρις ενός, περί το 494 π.Χ., στη μάχη της Σηπείας. Τελικά ο στρατός των Σπαρτιατών υποχώρησε και η πόλη του Άργους δεν κυριεύθηκε.

Τα βεβαιωμένα ιστορικά γεγονότα είναι ότι οι Σπαρτιάτες, ήδη μετά την επικράτησή τους στον δεύτερο Μεσσηνιακό πόλεμο (669-657 π.Χ.), θέλησαν να καταστούν η μοναδική ηγέτιδα δύναμη στη Πελοπόννησο, εμπόδιο σε αυτή τους την επιδίωξη συναντούσαν το Άργος∙ υπομονετικά, όμως, και επί ενάμιση αιώνα προωθούσαν το σκοπό τους, άλλοτε με πολεμικές πράξεις και άλλοτε με διπλωματικές ενέργειες. Τελικά λίγο μετά το 500 π.Χ., πιθανότατα το 494 π.Χ., ο δραστήριος βασιλιάς της Σπάρτης Κλεομένης ο Α΄, ετεροθαλής ομοπάτριος αδελφός του Λεωνίδα, νίκησε κατά κράτος τον στρατό των Αργείων πλησίον της Τίρυνθος, στη Σηπεία, όπου κατά τον Ηρόδοτο [29] σκοτώθηκαν 6.000 Αργείοι, και όσοι  επέζησαν της μάχης και κατέφυγαν, ως ικέτες, στο παρακείμενο του πεδίου της μάχης ιερό άλσος του Άργου, κάηκαν ζωντανοί, κατόπιν διαταγής του Κλεομένους[30]. Παρόλη τη νίκη του αυτή ο Σπαρτιάτης βασιλιάς δεν προχώρησε, κατά τον Ηρόδοτο, σε κατάληψη της πόλης, εξ αιτίας των διαφορών που είχε με τον δεύτερο βασιλιά της Σπάρτης, τον Δημάρατο.       

Μετά την καταστροφή αυτή, και προφανώς αργότερα, αναπτύχθηκε η αργειακή παράδοση, που παρουσίασε την ποιήτρια Τελέσιλλα σαν ηρωική υπερασπίστρια της πόλης της. Όπως προσφυώς παρατηρεί ο Μ. Μιτσός [31], ο σύγχρονος των γεγονότων Ηρόδοτος, που περιγράφει με λεπτομέρειες την εκστρατεία εκείνη, δεν αναφέρει να είχε μια τέτοια δράση η Τελέσιλλα, πράγμα περίεργο, αν τα γεγονότα είχαν συμβεί όπως τα παραδίδουν ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος. Οι τελευταίοι αυτοί, πιθανώς να άντλησαν τις πληροφορίες τους από μεταγενέστερες πηγές, όταν είχε πλέον αναπτυχθεί και εδραιωθεί στη συνείδηση των Αργείων ο θρύλος γύρω από  την Τελέσιλλα.

Ο Παυσανίας [32] περιγράφει ότι είδε περί το 170 μ.Χ. στο επάνω μέρος  του θεάτρου του Άργους, και προ του ιερού της Αφροδίτης που υπήρχε εκεί, μια ανάγλυφη στήλη, που παρουσίαζε την Τελέσιλλα να κρατά στα χέρια της κράνος και να ετοιμάζεται να το βάλει στο κεφάλι της, ενώ στα πόδια της ήσαν ριγμένα τα βιβλία της, και μάλιστα, με αφορμή αυτήν ακριβώς τη στήλη, μας αναφέρει την θρυλούμενη ηρωική στάση της ποιήτριας. Πιθανώς οι Αργείοι να θέλησαν να παρουσιάσουν την Τελέσιλλα σαν περίπτωση ανάλογη με εκείνη του Τυρταίου στη Σπάρτη. Αγνοούμε, λοιπόν, λεπτομέρειες από τη ζωή της σπουδαίας αυτής λυρικής ποιήτριας, και οι σύγχρονοί μας ιστορικοί βάσιμα αμφισβητούν την ακρίβεια του ωραίου μύθου που την περιβάλλει.

Για την ποιητική της δραστηριότητα γνωρίζουμε ότι στα ποιήματά της χρησιμοποιούσε δικό της μέτρο, το τελεσίλλειο μέτρο. Τα ποιήματά της είχαν τον τίτλο Άσματα, ήσαν όλα λυρικά ποιήματα, συνήθως παρθένια, και κατά καλή συγκυρία έχουν διασωθεί κάποια μικρά αποσπάσματα από τα άσματά της εις Άρτεμιν, εις Απόλλωνα, εις Νιόβην και ίσως εις τους γάμους Διός – Ήρας.

Ο Παυσανίας [33] μας παραδίδει ότι στη κορυφή του όρους Κορυφαίον, πλησίον της Επιδαύρου, υπήρχε ιερό της Αρτέμιδος Κορυφαίας, και ότι αυτό το ιερό το μνημόνευσε η Τελέσιλλα σε κάποιο άσμα της. Θεωρείται πιθανόν ότι σε εκείνο το ποίημά της ανήκουν οι δύο ακόλουθοι διασωθέντες στίχοι [34]:

 

 Ἅδ’ Ἄρτεμις, ὦ κόραι,                                 αυτή δε η Άρτεμις, κορίτσια,

    φεύγοισα τὸν Ἀλφεόν.                                 αποφεύγοντας τον Αλφειόν.

 

Τέλος στην Επίδαυρο βρέθηκε επιγραφή  σε γκρίζο σκληρό ασβεστόλιθο με κόκκινα νερά, σπασμένη σε τρία τεμάχια. Η επιγραφή έχει χαραγμένους τρεις Ύμνους, ο πρώτος Ύμνος είναι αφιερωμένος σε όλους τους θεούς, ο δεύτερος στον Πάνα, και ο τρίτος στη Μητέρα των θεών. Ο Ύμνος στη Μητέρα των θεών (Ματρὶ θεῶν), την Ρέα, έχει τελεσίλλειο μέτρο, αποδίδεται στην Τελέσιλλα και έχει σωθεί ολόκληρος, σχεδόν ακέραιος.

Ο ωραίος αυτός Ύμνος είναι ο εξής :         και σε μετάφραση :

 

   Ματρὶ θεῶν.                                               Στη Μητέρα των θεών.

Ὦ Μνημοσύνας κόραι                               Ω κόρες της Μνημοσύνης

δεῦρ’ ἔλθετε ἀπ’ ὠρανῶ                             ελάτε εδώ από τον ουρανό

καί μοι συναείσατε                                    και τραγουδήστε μαζί μου

τὰν ματέρα τῶν θεῶν,                               την μητέρα των θεών,

ὡς ἦλθε πλανωμένα                                  που ήρθε αφού περιπλανήθηκε

κατ’ ὤρεα καὶ νάπας,                                στα όρη και στα φαράγγια

σύρουσ’ ἀβρόταν κόμαν,                          τραβώντας την ιερή κόμη,

κατωρημένα φρένας.                                 έχοντας τελείως χάσει τον νου της. 

Ὁ Ζεὺς δ’ ἐσιδὼν ἄναξ                             Όταν όμως είδε ο βασιλιάς Δίας 

τὰν ματέρα θεῶν,                                      την μητέρα των θεών,

κεραυνόν ἔβαλλε – καὶ                              έριχνε κεραυνό – και

τὰ τύμπαν’ ἐλάμβανε –                              έπαιρνε τα τύμπανα – 

πέτρας διέρρησε – καὶ                               έσπαζε τις πέτρες – και 

τὰ τύμπαν’ ἐλάμβανε – .                             έπαιρνε τα τύμπανα – .  

Μάτηρ, ἄπιθ’ εἰς θεούς,                             Μητέρα, άπελθε προς τους θεούς,

καὶ μὴ κατ’ ὄρη πλανῶ,                            και μη πλανάσαι στα όρη,

μή σε χαροποὶ λέοντες                              μήπως λαμπροί λέοντες

ἢ πολιοὶ λύκοι –                                         ή γκριζωποί λύκοι –

ἔδωσι πλανωμέναν.                          σε κατασπαράξουν ενώ περιπλανάσαι.

Καὶ οὐκ ἄπειμι εἰς θεούς,                          Και δεν απέρχομαι προς τους θεούς,

ἂν μὴ τὰ μέρη λάβω,                                 αν δεν λάβω τα μερίδια μου,

τὸ μὲν ἥμισυ οὐρανῶ,                               το μισό μεν του ουρανού,

τὸ δὲ ἥμισυ γαίας,                                     το μισό δε της γης,

πόντω τὸ τρίτον μέρος∙                             της θάλασσας το ένα τρίτον∙

χοὔτως ἀπελεύσομαι.                                και έτσι θα φύγω.

Χαῖρ’ ὦ μεγάλα                                         Χαίρε, ω μεγάλη 

ἄνασσα, Μᾶτερ Ὀλύμπω[35] .       βασίλισσα, Μητέρα του Ολύμπου.     

 

Το αρχαίο κείμενο είναι εύκολα κατανοητό ακόμη και με ελάχιστες γνώσεις αρχαίων ελληνικών, ενώ συγχρόνως διατηρεί τη μουσικότητά του, που δεν μπορεί να αποδώσει καμία μετάφραση. Η επιγραφή αυτή φυλάσσεται, δεν εκτίθεται, στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Επιδαύρου. Με ενθουσίασε η ωραία ιδέα που μου διατύπωσε ο συνάδελφος – αρχαιολόγος κ. Χρήστος Πιτερός, να γίνει, δηλαδή, αντίγραφο της επιγραφής αυτής και να τοποθετηθεί στο Αρχαιολογικό Μουσείο του Άργους. Εύχομαι αυτό να είναι σχετικά εύκολο να πραγματοποιηθεί, ώστε η πολύ μεγάλη  Αργεία ποιήτρια Τελέσιλλα να βρει τη θέση της στο Μουσείο της γενέτειράς της.      

Με το τέλος του 6ου αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. συντελείται μια ιστορική πρόοδος σε ότι αφορά τη μουσική γενικά. Τώρα οι μουσικοί συστηματοποίησαν την ενασχόλησή τους με την τέχνη τους και σαν φυσική συνέπεια προέκυψε η ανάγκη καταγραφής των έργων τους, ανάγκη που τελικά κατέληξε στη δημιουργία της «παρασημαντικής», της πρώτης μουσικής γραφής του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πότε και πού άρχισαν αυτές οι προσπάθειες καταγραφής της μουσικής. Μέχρι τώρα η αρχαιότερη αναφορά, και αυτή έμμεση, μας δίνει χρονολογία γύρω στα 470 π.Χ. Γνωρίζουμε, δηλαδή, ότι τότε ο Πίνδαρος απέστειλε από την Ελλάδα στο ιερό του Άμμωνος Διός στην Αίγυπτο έναν Ύμνο προς τιμήν του θεού [36], πράγμα που προϋπέθετε μουσική γραφή και μάλιστα γνωστή και κατανοητή και στους ιερείς του Άμμωνος Διός, διότι τότε οι Ύμνοι ήσαν πάντοτε μελοποιημένοι από τους ίδιους τους ποιητές τους. Αυτής της εποχής ή λίγο παλαιότερο είναι και το δείγμα αποτύπωσης μουσικής που μας παρέχει το επίνητρο της Ελευσίνας  (εικ. 7), όπου έχουμε προφανώς καταγραφή ενός πολύ σύντομου σκοπού σαλπίσματος. Εδώ μουσικά σημεία είναι τα γράμματα ή μάλλον οι συλλαβές που πλαισιώνουν την Αμαζόνα.

 

Εικ. 7. Θραύσμα 1 του Επινήτρου της Ελευσίνας. Μουσείο Ελευσίνας, αρ. 465 και παλαιός αρ. 907.

 

Η αρχαία ελληνική μουσική γραφή είναι γνωστή σε μας σήμερα κυρίως χάρη στους πίνακες του συγγράμματος Εισαγωγή Μουσική του θεωρητικού της μουσικής Αλυπίου, 3ος – 4ος αιώνας μ.Χ., ώστε με τη βοήθειά τους να είναι αναγνώσιμα τα ελάχιστα (περί τα 60 ή λίγα περισσότερα) γραπτά μουσικά κατάλοιπα της Ελληνικής Αρχαιότητας, παρτιτούρες θα λέγαμε, που, όμως, όλα πλην ενός, είναι πολύ κατεστραμμένα. Γενικά πιστεύεται ότι η οργάνωση της μουσικής γραφής ακολούθησε διάφορα εξελικτικά στάδια για να καταλήξει σε ένα σύστημα αλφαβητόμορφης μουσικής γραφής, όπου χρησιμοποίησε ως σύμβολά της τα γράμματα του αρχαίου ελληνικού αλφαβήτου κανονικά ή παραποιημένα, ορθά, (εικ. 8) πλάγια, ύπτια, απεστραμμένα, ανεστραμμένα, διπλά, τετράγωνα, καθειλκυσμένα, ελλιπή κ.ο.κ. Οι αρχαίοι Έλληνες διαμόρφωσαν τελικά διπλή μουσική γραφή, είχαν δηλαδή άλλα σύμβολα για την οργανική μουσική, την κρουματογραφία, και άλλα για την φωνητική μουσική, την μελογραφία. Τα ίδια τα σχήματα των μουσικών συμβόλων της οργανικής γραφής, της κρουματογραφίας, θυμίζουν την αρχαϊκή μορφή που είχαν τα γράμματα των μέσων χρόνων του 5ου αιώνα π.Χ.

 

Εικ. 8. Πίνακας με σύμβολα αρχαίας παρασημαντικής.

 

Ας δούμε τα συμπεράσματα δύο διεθνώς καταξιωμένων ειδικών μελετητών του θέματος. Κατά τον καθηγητή Egert Pöhlmann [37] «περισσότερες δυνατότητες συγκρίσεων προσφέρουν τα αλφάβητα του Άργους και των Μυκηνών. . .  Αυτό που βλέπουμε να προκύπτει, συνεχίζει, είναι ότι οι απαρχές της μουσικής γραφής της κρουματογραφίας, θα πρέπει να αναζητηθούν στο Άργος και να χρονολογηθούν στο πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στο τελευταίο τέταρτο του οποίου πρέπει να δημιουργήθηκε και η μελογραφία.»..

Για το ίδιο θέμα ο M. L. West συμπεραίνει ότι : «την οργανική παρασημαντική, ή εν πάση περιπτώσει τον αρχικό της πυρήνα, την εφηύρε κάποιος μουσικός από την Αργολίδα, όχι πολύ αργότερα από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και πιθανώς λίγο νωρίτερα. Δεν μπορεί κανείς να μη νοιώσει έκπληξη, σημειώνει, από τη σύμπτωση ότι δύο από τους παλαιότερους γνωστούς θεωρητικούς (της μουσικής) κατάγονται από αυτήν ή από κοντινή περιοχή, ο Λάσος ο Ερμιονεύς και ο Επίγονος ο Σικυώνιος» [38]

Ήδη κατά τον 6ο και 5ο αιώνα π.Χ., λοιπόν, διάσημοι Αργείοι μουσικοί είχαν αφήσει ανεξίτηλο το στίγμα τους στα μουσικά πράγματα της Ελλάδος. Ο Αριστόνικος και ο Σακάδας καθιέρωσαν την κιθάρα και τον αυλό αντίστοιχα ως αυτόνομα σολιστικά όργανα στους μουσικούς αγώνες. Ο Ιέραξ και ο Σακάδας επινόησαν και καθιέρωσαν ιδιαίτερες μορφές (φόρμες) αξιόλογων συνθέσεων και γενικά εισήγαγαν καινοτομίες, που συνέβαλαν στην εξέλιξη της μουσικής εκείνων των χρόνων.

Ο Σακάδας συμμετείχε στην διαμόρφωση των εορτών των Γυμνοπαιδιών στη Σπάρτη, των Αποδείξεων στην Αρκαδία και των Ενδυματίων στο Άργος. Ο Λάσος ο Ερμιονεύς μελέτησε τη μουσική θεωρητικά και είναι ο πρώτος που συνέγραψε θεωρητικό σύγγραμμα περί μουσικής, άλλωστε στις ενέργειες του Λάσου οφείλεται και η εισαγωγή και καθιέρωση του διθυράμβου ως αυτοτελούς αγωνίσματος στους μουσικούς αγώνες των διαφόρων εορτών.

Τέλος η μελέτη της αρχαίας παρασημαντικής σήμερα, είκοσι έξι  αιώνες μετά τη δημιουργία της, υποδεικνύει σαν τόπο επινόησής της την Αργολίδα του 5ου αιώνα π.Χ.  Όλα αυτά τα δεδομένα δικαιώνουν το εδάφιο του Ηροδότου που αναφέρθηκε στην αρχή, εύλογα στα χρόνια εκείνα οι Αργείοι είχαν τη φήμη ότι είναι οι πρώτοι μεταξύ των Ελλήνων στη μουσική, αφού είχαν συμβάλλει ουσιαστικά με τόσα νέα στοιχεία στην ανάπτυξή της.

Μετά από αυτή την ακμή περί τα μουσικά πράγματα μέχρι και τον 5ο αιώνα π.Χ., η μουσική κίνηση στο Άργος και την Αργολίδα εξακολούθησε να είναι ζωηρή, περιοριζόταν, όμως, πλέον στο να παρακολουθεί τις γενικές εξελίξεις, χωρίς να προσφέρει νέες πρωτότυπες ιδέες. Οι ποιητικές και μουσικές δημιουργίες των Αργείων τώρα μιμούνται τα παλαιότερα πρότυπα και, χωρίς να τα φθάνουν σε ποιότητα, επισκιάζονται από εκείνα. Η ιστορική μνήμη και οι πηγές μάς δίνουν κάποιες σχετικές πληροφορίες για μερικούς μουσικούς, μάλλον πενιχρές, ικανές όμως να βεβαιώσουν την ύπαρξη έντονης μουσικής δραστηριότητας.

Σημαντικό γεγονός  τον 4ο  με 3ο αιώνα π.Χ., είναι η ίδρυση  του μεγάλου  ελληνιστικού θεάτρου του Άργους (εικ. 9), που είναι ένα από τα μεγαλύτερα και ωραιότερα θέατρα της αρχαίας Ελλάδος, με χωρητικότητα 20.000 θεατών στην πλήρη ανάπτυξή του, και που σήμερα σώζεται σε σχετικά καλή κατάσταση. Η ιδιαιτερότητά του έγκειται στο ότι είναι λαξευμένο στον φυσικό βράχο. Το θέατρο αυτό έχει το συνηθισμένο σχήμα του αρχαίου θεάτρου και αντικατέστησε το παλαιότερο θέατρο των Κλασικών Χρόνων, που είχε ευθύγραμμα εδώλια.

 

Εικ. 9. Το μεγάλο Θέατρο του Άργους, των Ελληνιστικών Χρόνων.

 

Τις θεατρικές και μουσικές ανάγκες της πόλης εξυπηρετούσε αργότερα και το Ωδείο των Ρωμαϊκών Χρόνων (εικ. 10), που επίσης σώζεται σε ικανοποιητική κατάσταση. Από το Άργος, μάλιστα, μας έχει σωθεί και ένα εισιτήριο θεάτρου. Πρόκειται για ένα ενεπίγραφο πήλινο εισιτήριο σε σχήμα πυραμίδας του 3ου αιώνα π.Χ., που φέρει επιγραφή με τα ονόματα  ΣΤΡΑΤΩΝ/ΑΝΤΑΝΔΡΑ [39], προφανώς είναι τα ονόματα των κατόχων του, είχαμε λοιπόν επώνυμα εισιτήρια ήδη από τότε.   

 

Εικ. 10. Το Ωδείο των Ρωμαϊκών Χρόνων.

 

Στα 270-260 π.Χ. μεταφέρθηκε στο Άργος η τέταρτη σε σημασία Πανελλήνια Εορτή, τα Νέμεα ή Νέμεια, και έκτοτε η διοργάνωσή της κάθε δύο χρόνια ήταν αποκλειστική ευθύνη των Αργείων. Τά Νέμεια τα τελούσαν προς τιμήν του Νεμείου Διός και ο εορτασμός τους στο Άργος έδωσε ιδιαίτερη λαμπρότητα στην καλλιτεχνική ζωή της πόλης, γιατί με την ευκαιρία της τέλεσης των μουσικών αγώνων των Νεμείων συνέρρεαν στην πόλη πολλοί διάσημοι μουσικοί.  

Κατά την Αρχαιότητα όλοι όσοι είχαν επαγγελματική ασχολία τη μουσική, την ποίηση, το θέατρο  θεωρούσαν ότι ήσαν στην υπηρεσία του Διονύσου, και υπό την προστασία του, και απεκαλούντο Τεχνίτες Διονύσου. Αρχικά οι τέχνες αυτές εξυπηρετούσαν αποκλειστικά θρησκευτικές ανάγκες και σε αυτά τα πλαίσια δημιουργήθηκαν και αναπτύχθηκαν. Από τον 4ο αιώνα π.Χ., όμως, άρχισε σιγά-σιγά να διαφοροποιείται η στενή σχέση τους με τη θρησκεία, και, καθώς με την πάροδο των χρόνων το θρησκευτικό στοιχείο ατόνησε, επικράτησε η εκκοσμίκευσή τους, αν και πάντα διατήρησαν κάποια υποτυπώδη θρησκευτική επίφαση.

Στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. όλοι οι επαγγελματίες μουσικοί διαφόρων οργάνων, ποιητές, δραματικοί ποιητές, υποκριτές – δηλαδή ηθοποιοί, διδάσκαλοι και ποιητές διθυράμβου, χορευτές, χορωδοί, σκηνικοί τεχνίτες, κήρυκες και όλοι οι σχετικοί καλλιτέχνες είχαν αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική συνείδηση και είχαν συμπήξει  επαγγελματικές ομάδες, που τις ονόμαζαν Κοινά Τεχνιτών Διονύσου.

Τα Κοινά αυτά εμφανίζονται οργανωμένα  την εποχή αυτή, σχεδόν ταυτόχρονα, σε ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο. Η πρώτη σαφής αναφορά που έχουμε προέρχεται από ένα ψήφισμα των Δελφών του 279 π.Χ., το οποίο παρέχει στο Κοινὸν Τεχνιτῶν Διονύσου Ἰσθμοῦ – Νεμέας δικαίωμα προμαντείας, προεδρίας και προδικίας [40]. Αμέσως μετά ένα χρόνο, στα 278 π.Χ., ακολουθεί νέο ψήφισμα των Αμφικτυόνων των Δελφών, που παρέχει ανάλογα και περισσότερα προνόμια στη Σύνοδον τῶν ἐν Ἀθήναις Τεχνιτῶν Διονύσου [41]. Ακολούθησαν : το Κοινὸν τῶν ἐπ’ Ἰωνίας καὶ Ἑλλησπόντου Τεχνιτῶν Διονύσου, το Κοινὸν Τεχνιτῶν Αἰγύπτου, το Κοινὸν τῶν ἐν τῷ κατὰ Κύπρον γραμματείῳ περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν, το Κοινὸν Τεχνιτῶν Δωδεκανήσου, το Κοινὸν Τεχνιτῶν στη Δύση (Ιταλία, σημερινή Νότια Γαλλία) και τέλος, περί τα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. πλέον, εμφανίζεται η ἀπὸ τῆς Οἰκουμένης Σύνοδος τῶν Τεχνιτῶν Διονύσου, με έδρα τη Ρώμη.

Στα  Κοινά αυτά προΐστατο ο κατά τόπους ιερεύς Διονύσου. Τα μέλη των Κοινών έχαιραν ιδιαίτερων τιμών και προνομίων, που τους εξασφάλιζαν καλή επαγγελματική σταδιοδρομία και διάφορες διευκολύνσεις στη ζωή τους γενικότερα, αλλά τους δημιουργούσαν και υποχρεώσεις προς το Κοινόν, η αθέτηση των οποίων επέφερε και ποινές, συνήθως χρηματικές. Άξιο επισήμανσης είναι ότι την πρωτοπορία στην δημιουργία των  Κοινών την είχαν οι Πελοποννήσιοι Τεχνῖται Διονύσου Ισθμού-Νεμέας.    

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα ψήφισμα του έτους 114 π.Χ. του «Κοινοῦ τῶν περὶ τὸν Διόνυσον τεχνιτῶν τῶν ἐξ Ἰσθμοῦ καὶ Νεμέας τῆς ἐν Ἄργει συνόδου» [42]. Από το ψήφισμα αυτό πληροφορούμεθα ότι υπήρχε Σύνοδος Τεχνιτών Διονύσου Άργους και ότι αυτή ανήκε στο Κοινό Τεχνιτών Ισθμού-Νεμέας. Από το ίδιο ψήφισμα μαθαίνουμε τα ονόματα τριών Αργείων τεχνιτών της εποχής, αυτοί είναι : ο Αριστοκλής, γραμματεύς της Συνόδου, ο Ξένων, άρχων και ταμίας της Συνόδου και ο Ζήνων ο Εκατοδώρου, τον οποίο η Σύνοδος με το ψήφισμα αυτό τιμά με χρυσό στεφάνι και χάλκινο ανδριάντα για τις υπηρεσίες που είχε προσφέρει στο Κοινό.   Οι διάφορες πηγές μάς έχουν διασώσει τα ονόματα και κάποια άλλα στοιχεία συνολικά για περισσότερους από 60 Τεχνίτες Διονύσου από το Άργος και την ευρύτερη περιοχή διαχρονικά.                        

Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα από τη πόλη του Άργους μαζί με άλλες πληροφορίες γραπτών πηγών συμπληρώνουν τις γνώσεις μας για τη μουσική κίνηση της πόλης. Αναφέρθηκε ήδη ότι τις μουσικές και θεατρικές ανάγκες των πολιτών ικανοποιούσαν το Θέατρο των κλασικών χρόνων, που είχε ευθύγραμμα εδώλια, το μεγάλο Θέατρο των ελληνιστικών χρόνων, το λαξευμένο στον φυσικό βράχο, χωρητικότητας 20.000 θεατών, αριθμός ενδεικτικός της ανάγκης εξυπηρέτησης μεγάλου αριθμού θεατών, και το Ρωμαϊκό Ωδείο της πόλης.              

Μια σειρά εορτών πανελλήνιας ακτινοβολίας προσέδιδε μεγάλη κινητικότητα στα καλλιτεχνικά δρώμενα της πόλης. Εκτός από τη μεγάλη πανελλήνια εορτή των Νεμείων, ονομαστή τοπική εορτή με πανελλήνια ακτινοβολία ήταν τα Ηραία, εορτή προς τιμή της Ήρας, θεάς πολιούχου του Άργους. Την εορτή τελούσαν ανά τέσσερα χρόνια, στο μέσον της κάθε ολυμπιάδας, διαρκούσε δε μέχρι και τρεις μέρες και αποτελούσε τη βάση της αργειακής χρονολόγησης. 

Η εορτή άρχιζε στο στάδιο της πόλης με μουσικούς, αθλητικούς-γυμνικούς και ρητορικούς αγώνες. Την πανελλήνια σημασία της εορτής πιστοποιεί και ο χάλκινος τρίποδας (εικ. 11), που βρέθηκε στον τάφο του Φιλίππου, στη Βεργίνα, που χρονολογείται στα 430-420 π.Χ. και φέρει την επιγραφή «παρ’ Ἥρας Ἀργείας εἰμὶ τῶν ἄθλων». Προφανώς αποκτήθηκε από κάποιο βασιλικό πρόγονο και συνόδευσε τον Φίλιππο στον τάφο του, σαν πολύτιμο οικογενειακό κειμήλιο.

 

Εικ. 11. Ο χάλκινος τρίποδας του τάφου του Φιλίππου από τα Ηραία του Άργους.

 

Μετά το τέλος των αγώνων ξεκινούσε από την πόλη μεγαλοπρεπής πομπή προς το Ηραίον, που βρίσκεται μεταξύ Άργους και Μυκηνών, στη σημερινή κοινότητα Νέου Ηραίου, έχοντας επί κεφαλής την πρωθιέρεια της θεάς και με συνοδεία αυλών. Το Ηραίον (εικ. 12) ήταν το εκτεταμένο ιερό της θεάς και μεταξύ των άλλων οικοδομημάτων του δέσποζε ο ναός της θεάς, που στα χρόνια εκείνα φιλοξενούσε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Ήρας, έργο του Πολυκλείτου.

 

Εικ. 12. Το Ηραίον του Άργους.

           

Στη πόλη, και κοντά στο ναό της Λητούς, υπήρχε ο ναός της Ανθείας Ήρας [43], όπου, κατά την πομπή που τελούσαν προς τιμή της Ήρας – Ανθείας, «ανθεσφόρες» παρθένοι, κρατούσαν λουλούδια και βάδιζαν υπό τους ήχους των αυλών, που έπαιζαν το ιεράκειον μέλος, την ειδική για την περίσταση σύνθεση του Ιέρακα, όπως μας πληροφορεί και ο Πολυδεύκης [44].

Στην πόλη τελούσαν επίσης Εκατόμβοια, με θυσία εκατό βοών, και την «εξ Άργους Ασπίδα». Όλες αυτές οι εορτές περιελάμβαναν και μουσικούς αγώνες, όπου διακρίθηκαν κατά καιρούς μουσικοί και ποιητές από ολόκληρο τον τότε ελληνικό κόσμο, όπως συμπεραίνουμε από διαφόρους καταλόγους νικητών.

 Κατά τον  Παυσανία ο Ηγέλεως, γυιός του Τυρρηνού, ίδρυσε στο Άργος ναό της Αθηνάς – Σάλπιγγος [45] και ήταν αυτός και ο αδελφός του Μήλας, που πρώτοι εισήγαγαν τη σάλπιγγα στις πολεμικές επιχειρήσεις. Στην εικόνα 13  μια πτερωτή Νίκη σαλπίζει την ευτυχή έκβαση μάχης, ίσως κάποιας ναυμαχίας. Οι Αργείοι πραγματοποιούσαν τις πολεμικές τους επιχειρήσεις με συνοδεία σαλπίγγων, ενώ οι Σπαρτιάτες με συνοδεία αυλού (εικ. 14), οι Κρήτες με συνοδεία λύρας κ.ο.κ.    

 

Εικ. 13. Νίκη με σάλπιγγα σε χρυσό στατήρα Δημητρίου του Πολιορκητού. (Θησαυρός Επιδαύρου) του 300 π.Χ. περίπου. Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Εικ. 14. Κορινθιακός Κρατήρ του 7ου π.Χ αιώνα. Ρώμη Villa Giulia. Αυλητής σε μάχη.

Την εικόνα της μουσικής κίνησης της πόλης συμπληρώνουν ακόμη κάποια εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου του Άργους. Στην προθήκη 20 του ισογείου εκτίθεται θραύσμα οστέινου αυλού (εικ. 15) του 7ου αιώνα π.Χ. με δύο τρήματα, δύο οπές∙  στην εντοιχισμένη προθήκη 13 του ισογείου επίσης εκτίθεται το επεξεργασμένο κέλυφος χελώνας (εικ. 16) που αποτελούσε ηχείο λύρας  και βρέθηκε μαζί με ένα δεύτερο κέλυφος σε αποθέτη των Υστεροαρχαϊκών Χρόνων (6ος αιώνας π.Χ.) κοντά στο Αρχαίο Θέατρο.

 

Εικ. 15. Θραύσμα οστέινου αυλού. 7ος π.Χ. αιώνας.

 

Εικ. 16. Ηχείο λύρας των Υστεροαρχαϊκών χρόνων.

 

Αξίζει να σημειωθεί ότι η λύρα, που ήταν εφεύρεση του Ερμού, ήταν ένα έγχορδο όργανο που είχε για ηχείο κέλυφος χελώνας. Στην εικόνα 17 βλέπουμε την περίφημη λύρα του Έλγιν του 5ου αιώνα π.Χ., που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο του Λονδίνου. Τα πιο κατάλληλα για τη χρήση αυτή ήσαν τα κελύφη της κρασπεδωτής χελώνας (testudo marginata), που συναντάται σε μεγάλους πληθυσμούς και στο Παρθένιον όρος, το σημερινό Παρθένι, μεταξύ Τεγέας και Αρκαδίας, όπου υπήρχε και ιερό του Πανός, ο Παυσανίας μάλιστα σημειώνει την καταλληλότητα αυτής της χελώνας για ηχεία λύρας [46].

 

Εικ. 17. Η λύρα του Έλγιν. 1816. 6-10. 501. Βρετανικό Μουσείο.

 

Ανάμεσα  στα γλυπτά του Μουσείου Άργους, στον πρώτο όροφο όπου η έκθεση γλυπτών, ξεχωρίζει η εικονιστική κεφαλή του Σοφοκλέους (εικ. 18) τύπου Farnese, που βρέθηκε στο Κεφαλάρι του Άργους και είναι αντίγραφο έργου του 3ου αιώνα π.Χ., καθώς και ένα άγαλμα Μούσας (εικ. 19) που κρατά λύρα. 

 

Εικ. 18. Κεφαλή Σοφοκλέους. Αρ. κατ. 33.

 

 

Εικ. 19. Μούσα με λύρα. Αρ. κατ. 4.

Τέλος στον αύλειο χώρο του Μουσείου εκτίθεται ωραίο ψηφιδωτό δάπεδο (εικ. 20) του 5ου ή 6ου αιώνα μ.Χ., με παράσταση διονυσιακής σκηνής Σατύρου με βυκάνη και ορχηστρίδας με κύμβαλα, που πιστοποιεί ότι η μουσική εξακολούθησε να είναι προσφιλής ενασχόληση των Αργείων και κατά την  Ύστερη Αρχαιότητα. 

 

Εικ. 20. Ψηφιδωτό δάπεδο με σκηνή χορού Σάτυρου και ορχηστρίδας.

 

Το περίφημο μεγάλο Θέατρο  του Άργους, των Ελληνιστικών Χρόνων, έχει ενταχθεί στο πρόγραμμα προστασίας και ανάδειξης Αρχαίων Θεάτρων του Σωματείου «Διάζωμα» και ελπίζεται ότι σύντομα θα επιτευχθεί η ανάδειξή του.

 

Κατερίνα Παπαοικονόμου-Κηπουργού

Μουσικός-Αρχαιολόγος 

 

Υποσημειώσεις


[1] Ηροδότου 3, 131, 3.

[2] Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου, αρ. ευρετηρίου 14376.

[3] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί  XIV637 f.

[4] Παυσανίου Φωκικά X, VII, 7.

[5] Πολυδεύκους Ονομαστικόν  IV, 78 και 79.

[6] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί  XIII, 570 b, 26.

[7] Πολυδεύκους Ονομαστικόν IV 78.

[8] Παυσανίου Ηλιακά Β, VI, XIV, 9 και 10.

[9] Ψευδο-Πλουτάρχου Ηθικά. Περί Μουσικής 1140 D, 6.

[10] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1135 E, 14.

[11] Ψευδο – Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1134 Α, 8.

[12] Παυσανίου Φωκικά Χ, VII, 4.

[13] Παυσανίου Κορινθιακά II, ΧΧΙΙ, 9.

[14] Σχόλιο 34 στο Περί Μουσικής του Ψευδο-Πλουτάρχου. Ηθικά. Τόμος 29. Εκδόσεις Κάκτος. Σελ. 272.

[15] Πολυδεύκους ’Ονομαστικόν IV, 81.

[16] Παυσανίου Μεσσηνιακά IV, XXVII, 7.

[17] Παυσανίου Βοιωτικά ΙΧ, ΧΧΧ, 2.

[18] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής 1134 A, B, 8.

[19] Πλουτάρχου Λυκούργος 21.

[20] Ψευδο-Πλουτάρχου Περί Μουσικής1135 F.

[21] Παυσανίου Κορινθιακά ΙΙ, ΧΧΙΙ, 9.

[22] Αθήναιου Δειπνοσοφισταί ΧΙΙΙ 210 c.

[23] Bergk Theodorus Poetae Lyrici Graeci, Τόμος ΙΙΙ. Έκδοση Teubner. Λειψία 1882. Σελ. 201. Σακάδα Ἰλίου Πέρσις.

[24] Πλουτάρχου Ηθικά245 C και εξής.

[25] Πρήξιλλα, Μοιρώ, Ανύτη, Σαπφώ, Ήριννα, Τελέσιλλα, Κόριννα, Νοσσίς και Μυρτίς.

[26] Παλατίνη Άνθολογία. Επίγραμμα Αντιπάτρου Θεσσαλονικέως ΙΧ, 26. Τόμος ΙΙ. Σελ. 6.

[27] Παλατίνη Ἀνθολογία Επίγραμμα II 553. Τόμος ΙΙΙ. Σελ. 182.

[28] Τηρήθηκε η ορθογραφία της επιγραφής.

[29] Ηροδότου Ιστορίαι 6, 77.

[30] Παυσανίου  ΙΙ, ΧΧ, 8.

[31] Μιτσού Μ. Άργολική Προσωπογραφία  σελ. 171.

[32] Παυσανίου ΙΙ, ΧΧ, 7.

[33] Παυσανίου II, XXVIII, 2.

[34] Theodorus Bergk Poetae Lyrici Graeci. Τόμος IΙΙ. Σελ. 381.

[35] Iscriptiones Graecae (IG). Τόμος IV, Ι. Επιγραφή 131. Αριθμός Καταλόγου 1277 του Αρχαιολογικού Μουσείου Επιδαύρου.

[36] Παυσανίου Βοιωτικά IX, XVI, 1.

[37] Έγκερτ Πέλμαν – Ιωάννα Σπηλιοπούλου. Δράμα και Μουσική στην Αρχαιότητα. Σελ. 38-40.

[38] M. L. West Αρχαία Ελληνική Μουσική. Σελ. 358-359.

[39]  Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG) XI 356.

[40] Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG) 460.

[41] Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG) 399.

[42] Inscriptiones Graecae (IG) IV 558.

[43] Παυσανίου ΙΙ, ΧΧΙΙ, 1.

[44] Πολυδεύκους Ὀνομαστικόν  IV 78.

[45] Παυσανίου Κορινθιακά II, XXI 3.

[46] Παυσανίου Ἀρκαδικά VIII, LIV, 7.

 

 

Βιβλιογραφία


  • Αθήναιου Δειπνοσοφισταί. The Loeb Classical Library.HarvardUniversity Press. Τόμοι I – VII. 1957- 1966.
  • Βρεττού Λ., Λεξικό τελετών, εορτών και αγώνων αρχαίων Ελλήνων. Εκδόσεις Κονιδάρη. Αθήνα  22002.
  • Βυζαντίου Σκ., Λεξικόν της Ελληνικής Γλώσσης. Εν Αθήναις 1882.
  • Δημητρόπουλου Αχ. – Ιωαννίδη Γ., Ερπετά της Ελλάδας και της Κύπρου. Έκδοση Μουσείου Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας. Αθήνα 2002.
  • Ζεγκίνη Ι., Το Άργος διά μέσου των αιώνων. Χωρίς Εκδότη. Πύργος, 1968.
  • Ηροδότου, Ιστορίαι. The Loeb Classical Library.HarvardUniversity Press. Τόμοι Ι-IΙ. 1957.  
  • Μιτσού Μ. Θ., Αργολική Προσωπογραφία. Έκδοση της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας Αρ. 36. Εν Αθήναις 1952.
  • Μιχαηλίδη Σ., Εγκυκλοπαίδεια της Αρχαίας Ελληνικής Μουσικής. Έκδοση Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης (ΜΙΕΤ). Αθήνα 21989. 
  • Μπανάκα – Δημάκη Άννα. «Αρχαιολογικό Μουσείο Άργους». Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 89, Δεκέμβριος 2003.
  • Μποσνάκη Δ. και Γκαγκτζή Δ. (Επιμέλεια Έκδοσης), Αρχαία Θέατρα. Εκδόσεις Ίτανος. Αθήνα 1998.
  • Παπαοικονόμου-Κηπουργού Κατ., Η μουσική στην Αρχαία Ελλάδα. Εκδόσεις Γεωργιάδης. Αθήναι 2007.
  • Παπαστάμου Δημ., Ασκληπιός-Επίδαυρος και το Μουσείο της. Εκδόσεις Απόλλων. Αθήναι 1979.
  • Παπασταύρου Ι. Στ., Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδος. Εκδόσεις Χιωτέλλη. Αθήναι 1969.
  • Παυσανίου, Ελλάδος Περιήγησις. Έκδοση Teubner. Τόμοι I και ΙΙ. Λειψία 1881-1883.
  • Πέλμαν Ε. – Σπηλιοπούλου Ι., Δράμα και Μουσική στην Αρχαιότητα. Εκδόσεις Καστανιώτη. Αθήνα 2000.
  • Πλουτάρχου Ηθικά. Εκδόσεις Κάκτος. Τόμοι: 2, 7 και 29. Αθήνα 1995 και 1997.
  • Πολυδεύκους, Ονομαστικόν.  Τόμοι Ι και ΙΙ. Έκδοση Teubner. Λειψία 1900 και 1931.
  • Στεφανή Ι. Ε., Διονυσιακοί Τεχνίται. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο. 1988.
  • West M. L., Αρχαία Ελληνική Μουσική. Μετάφραση Στάθης Κομνηνός. Εκδόσεις Παπαδήμα. Αθήνα 1999.
  • Anthologia Palatina. Έκδοση Didot. Τόμοι ΙΙ και ΙΙΙ. Παρίσι 1888 και 1890.
  • Bergk Theoδorus Poetae Lyrici Graeci. Τόμος III. Έκδοση Teubner. Λειψία 1882.
  • Grimal P., Dictionnaire de la Mythologie Grecque et Romaine. Presses Universitaires de France, Paris.1958.
  • Hagel Stefan, Ancient Greek Musik. A New Technical History.CambridgeUniversity Press, December 2009.
  • Inscriptiones Graecae (IG). Τόμος IV, Ι και ΙΙ. 1929 και Τόμος VII 1892. Βερολίνο.
  • Le Guen Brigitte, Les Associations de Technites Dionysiaques à l’époque Hellénistique. Τόμοι 1 καί 2. Nancy : Association pourla Diffusion dela Recherche sur l’ Antiquité (ADRA). 2001.
  • Martianus Capella, De Armonia (βιβλίο ΙΧ). Έκδοση. Adolfus Dick, προσθήκες Jean Préaux. Στουτγάρδη 1969.  
  • Pickard – CambridgeA. W., The Dramatic Festivals of Athens. Έκδοση Clarendon Press. Oxford. 21968.
  • Pöhlmann E. and West M. L., Documents of ancient Greek music. Clarendon Press.Oxford. 2001.
  • Supplementum Epigraphicum Graecum (SEG). Τόμος ΙΙΙ 1929 και Τόμος ΙΧ 1954.
  • Sylloge Inscriptiorum Graecarum (SIG). Dittenberger. Λειψία 1915-1920. Έκδοση Τρίτη

 

 

 

Read Full Post »

Γυναίκα, δουλεία και ελευθερία στην ελληνική αρχαιότητα


 

Τα κοινωνικά συστήματα της αρχαιότητας είχαν ενσωματώσει το θεσμό της δουλείας στις δομές τους. Γνωρίζουμε από πληθώρα πηγών ότι, ενώ οι ενήλικοι άνδρες συνήθως θανατώνονταν είτε στο πεδίο της μάχης είτε κατά την κατάληψη κάποιας πόλης, οι γυναίκες και τα παιδιά αιχμαλωτίζονταν και πωλούνταν ως δούλοι (ήδη από την ομηρική εποχή).[1]

 

Η Γυναίκα στην Αρχαιότητα. Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Ποια ήταν όμως η σχέση ανάμεσα στους δούλους, άνδρες και γυναίκες, και στις γυναίκες της δουλοκτητικής τάξης; Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστέψει κανείς ότι οι γυναίκες-δουλοκτήτες ή οι σύζυγοι των δουλοκτητών ήταν πιο ήπιες στη μεταχείριση των δούλων, ότι δεν τους εκμεταλλεύονταν άγρια τόσο στο οικονομικό όσο και στο σεξουαλικό επίπεδο; Η απάντηση δεν είναι εύκολο να δοθεί, όμως φαίνεται ότι οι γυναίκες δεν υπήρξαν καλύτερες, ούτε χειρότερες, από τους άνδρες σε καμία εποχή, και ότι το φύλο του εκμεταλλευτή δεν επηρέαζε αποφασιστικά το βαθμό εκμετάλλευσης των δούλων, εκτός από σπάνιες περιπτώσεις.

 

Ανταγωνισμός μεταξύ νόμιμης συζύγου και δούλης – παλλακίδας

 

Από την ομηρική εποχή ο σεξουαλικός ανταγωνισμός μεταξύ της νόμιμης συζύγου και της δούλης-παλλακίδας ήταν έντονος, ιδιαίτερα αν η σύζυγος ήταν στείρα ή είχε γεννήσει μόνο κόρες: αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα ομηρικά έπη ως ιστορικές πηγές, τότε θα συμπεράνουμε ότι τα νόθα παιδιά που ήταν οι καρποί των ενώσεων του κυρίου και κάποιας δούλης είχαν μια στοιχειώδη κοινωνική αναγνώριση και ίσως κάποια δικαιώματα στην πατρική περιουσία. Τουλάχιστον σε αυτά τα συμπεράσματα καταλήγει κανείς, αν αναλογιστεί ότι στην Οδύσσεια ο Τηλέμαχος, όταν επισκέπτεται το παλάτι του Μενελάου και της Ελένης στη Σπάρτη, παρευρίσκεται σε διπλές γαμήλιες τελετές: της νόμιμης θυγατέρας του ζεύγους Ερμιόνης αλλά και του νόθου γιου που ο Μενέλαος είχε αποκτήσει από τη σχέση του με μια δούλη.[2]

Στην Ιλιάδα, η ιέρεια της Αθηνάς, η Θεανώ, αποτελεί σπάνιο παράδειγμα ανεκτικής συζύγου: έφθασε στο σημείο να θηλάζει η ίδια τον νόθο γιο του άνδρα της, του Αντήνορα, για να τον ευχαριστήσει.[3] Ο Ευριπίδης βάζει στο στόμα της Ανδρομάχης παρόμοια λόγια, που όμως φαίνεται να είναι επινόηση του τραγικού ποιητή, καθώς στην Ιλιάδα δεν υπάρχει σχετική αναφορά και το παράδειγμα της Θεανώς αναφέρεται ως σπανιότατη περίπτωση συζυγικής ανοχής.[4]

Καθώς σε κάθε πατριαρχική κοινωνία η γυναίκα αξιολογείται με μοναδικά κριτήρια την ομορφιά της και την αναπαραγωγική της ικανότητα, καμία νόμιμη σύζυγος δεν θα ήταν τόσο ανόητη ώστε να αποδεχτεί την παλλακίδα του άνδρα της και τα νόθα παιδιά του: κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε σοβαρό κλονισμό της θέσης της μέσα στον «οίκο».

Απεικόνιση της δολοφονίας της Κασσάνδρας σε ερυθρόμορφη κύλικα του 5ου αι. π.χ.

Δεν είναι τυχαίο ότι πολλές από τις σωζόμενες τραγωδίες και των τριών μεγάλων τραγικών έχουν ως κεντρικό ή δευτερεύον θέμα τη σύγκρουση συζύγου και παλλακίδας: στο πρώτο έργο της αισχύλειας τριλογίας Ορέστεια, τον Αγαμέμνονα, κυριαρχεί η σύγκρουση της δεσποτικής και αρχομανούς Κλυταιμνήστρας και της αιχμάλωτης παλλακίδας του Αγαμέμνονα, της Κασσάνδρας. Οι ομηρικές βασίλισσες φαίνεται ότι βρίσκονταν συχνά στην ίδια θέση με τις ασσύριες ομόλογές τους, που υποδέχονταν τις αιχμάλωτες γυναίκες και συχνά ήταν υπεύθυνες για την επιλογή των παλλακίδων που θα στελέχωναν το χαρέμι του άνδρα τους.[5]

Όμως, οι αρχαίες βασίλισσες του ελληνικού χώρου δεν ήταν τόσο ανεκτικές: στην Οδύσσεια αναφέρεται ότι ο πατέρας του Οδυσσέα, ο Λαέρτης, αν και αγόρασε αντί υψηλής τιμής τη δούλη Ευρύκλεια, δεν την έκανε παλλακίδα του, για να μη στενοχωρήσει τη νόμιμη σύζυγό του, την Αντίκλεια.[6] Στην Ιλιάδα, αντίθετα, υπάρχει η σύγκρουση ανάμεσα στον Φοίνικα και στον πατέρα του, σύγκρουση με μήλο της έριδας την παλλακίδα του πατέρα και με υποκινήτρια τη νόμιμη σύζυγο και μητέρα του Φοίνικα.[7]

Η Κλυταιμνήστρα δολοφονεί τόσο το σύζυγό της Αγαμέμνονα, όσο και την αθώα παλλακίδα του, την Κασσάνδρα, όχι γιατί τρέφει αγάπη για το σύζυγό της και αισθάνεται προδομένη αλλά γιατί προσβλήθηκε η βασιλική της τιμή:

 

«Και αυτήν την απόφασίν μου ενόρκως σου την ανακοινώνω. Μα την τελεία Δίκη της θυγατέρας μου, μα την Άττην και την Ερινύα, χάριν των οποίων εφόνευσα αυτόν εδώ, δεν θα πατήσει μέσα εις το σπίτι μου ίχνος φοβίας, όσον καιρό ανάβει την εστία ο Αίγισθος αφοσιωμένος σε μένα, όπως και πριν. Αυτός αποτελεί για μένα θαρραλέα προστατευτική ασπίδα. Κάτω νεκρός ευρίσκεται αυτός, αφού επρόδωσε εμένα και εχαριτολογούσε με τις Χρυσηίδες εις την Τροία. Το ίδιο κείται νεκρή και αυτή η αιχμαλωτισμένη μάντισσα και ερωμένη του, η πιστή του συγκοιμώμενη, με την οποία πλάγιαζε στο στρώμα του πλοίου. Δεν έμειναν ατιμώρητοι. Αυτός με τον τρόπο που σας περιέγραψα. Και αυτή, αφού σαν κύκνος θρήνησε τον θάνατό της, έπεσε πάνω στον αγαπημένο της νεκρή».[8]

 

Έχει προηγηθεί η σύγκρουση των δύο γυναικών, κατά την οποία η Κασσάνδρα παρέμεινε βουβή, ενώ η Κλυταιμνήστρα οδηγήθηκε από έναν ψευδή οίκτο προς μια προσπάθεια ταπείνωσης της Κασσάνδρας, η οποία αντιμετωπίζεται ως βάρβαρη, άλαλη, αγρίμι που μόλις έχει αιχμαλωτιστεί.[9] Η D.E. McCoskey ανέπτυξε την εξής θέση, με βάση τη σύγκρουση των δύο γυναικών: η Κλυταιμνήστρα, τυφλωμένη από την αρχομανία της, δεν θέλει να δει ότι μπορεί να υπάρχουν κοινά σημεία ανάμεσα στην Κασσάνδρα και την ίδια, και οι δύο ως γυναίκες είναι θύματα της πατριαρχίας.

Όμως, η Κλυταιμνήστρα επιδιώκει να δράσει ως «υπερ-γυναίκα», αρνούμενη το φύλο της, και η θεά Αθηνά θα την πληρώσει με το ίδιο νόμισμα, καθώς, αρνούμενη τη θηλυκή της υπόσταση, θα ψηφίσει υπέρ της αθώωσης του γιου και δολοφόνου της αργείας βασίλισσας.[10]

Αργότερα, ο Δίων Χρυσόστομος, εκπρόσωπος της λεγόμενης Δεύτερης Σοφιστικής, που έζησε κατά τον 2ο αιώνα μ.Χ., επιχείρησε να ρίξει φως στην άγνωστη προσωπικότητα της πρώτης παλλακίδας του Αγαμέμνονα, της Χρυσηίδας, και έμμεσα στη συμπεριφορά της Κλυταιμνήστρας, στον 61ο λόγο του, με τίτλο «Χρυσηίδα».

Εκεί υποστηρίζει ότι η βουβή, ως χαρακτήρας, Χρυσηίδα ήταν μια έξυπνη γυναίκα που ώθησε τον πατέρα της να την εξαγοράσει μόνον όταν κατάλαβε πόσο ωμός ήταν ο Αγαμέμνονας: αφού πρόσβαλε δημόσια τη νόμιμη γυναίκα του, που ήταν η μητέρα των παιδιών του και βασίλισσα, πώς θα φερόταν απέναντι στην ίδια, μια ασήμαντη δούλη-παλλακίδα, μόλις κουραζόταν από τα θέλγητρά της (Ιλιάδα Α 113-115); Επίσης, ο Δίων παρουσιάζει τη Χρυσηίδα να προβληματίζεται όταν μαθαίνει ότι οι Aτρείδες «γυναικοκρατούνταν» και ότι η Κλυταιμνήστρα ήταν μια σκληρή και δυναμική γυναίκα: μια τέτοια σύζυγος ήταν κακός οιωνός για οποιαδήποτε παλλακίδα.

Η σύγκρουση συζύγου-παλλακίδας παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στην τραγωδία του Ευριπίδη Ανδρομάχη, όπου η νόμιμη σύζυγος του Νεοπτόλεμου, η Ερμιόνη και η παλλακίδα του, η Ανδρομάχη, συγκρούονται άγρια: η Eρμιόνη παραμένει στείρα και, έξαλλη που η Ανδρομάχη έχει χαρίσει γιο στον Νεοπτόλεμο, αποπειράται, με τη βοήθεια του πατέρα της Μενέλαου, να σκοτώσει και την Ανδρομάχη και το γιο της. Στη μακρά στιχομυθία ανάμεσα στις δύο γυναίκες, η Ερμιόνη, ελαφρόμυαλη και αλαζονική, προσπαθεί να υποβιβάσει την αντίπαλό της στο επίπεδο του «φύσει δούλου», του ανόητου βάρβαρου. Της τονίζει ότι είναι ένα τίποτα, μια αιχμάλωτη, δούλη σε ξένη γη, χωρίς ελπίδα για βοήθεια από κανέναν.[11]

Η Ερμιόνη περηφανεύεται για την πλούσια προίκα της, για τη δυνατότητα που της δίνει να μιλάει ελεύθερα, αλλά δεν έχει καμία δύναμη απέναντι στον άνδρα της: αν αυτός καταλάβει το σχέδιό της την περιμένει ο θάνατος ή η υποδούλωση.[12] Όντας γυναίκα, η εξουσία της πάνω στους δούλους περιορίζεται σημαντικά από εκείνη του συζύγου της επάνω της.

Οι γυναίκες ως λάφυρα πολέμου: μετά την κατάληψη της Τροίας, ο Αίος ο Λοκρός βιάζει την Κασσάνδρα. Ερυθρόμορφο κύπελλο, περ. 440-430 π.Χ., Μουσείο του Λούβρου.

Το ίδιο ισχύει για την άτυχη σύζυγο του Ηρακλή, τη Δηιάνειρα, αν και αυτή παρουσιάζεται στην τραγωδία του Σοφοκλή Τραχίνιαι  ως μια συμπαθής μορφή. Ύστερα από χρόνια μοναξιάς και ανοχής των άπειρων απιστιών του συζύγου της, δεν μπορεί να αντέξει να μοιράζεται το συζυγικό κρεβάτι με μια άλλη: αυτό συνιστά κλονισμό της θέσης της στον οίκο και δεν μπορεί να το αφήσει έτσι. Όμως, σε αντίθεση με την Κλυταιμνήστρα και την Ερμιόνη, είναι μια καλόψυχη γυναίκα: συμπονά την άτυχη Ιόλη, την παλλακίδα του Ηρακλή, όταν τη βλέπει μέσα στο κοπάδι των αιχμάλωτων γυναικών που ο Ηρακλής στέλνει στον οίκο του ως λάφυρα, μετά την άλωση της Οιχαλίας: «Με πλημμυρίζει, φίλες μου, οίκτος να βλέπω αυτές τις άμοιρες στην ξένη γη, ξεσπιτωμένες κι ορφανές και σκλάβες. Γεννήθηκαν ελεύθερες και τώρα το πικρό ψωμί θα τρώνε της δουλείας».[13]

Η Δηιάνειρα δεν έχει σκοπό να σκοτώσει την Ιόλη ούτε να τη βλάψει με κάποιον άλλο τρόπο. Θα επιχειρήσει απλά να ξανακερδίσει την αγάπη του Ηρακλή με το μαγικό φίλτρο που της έδωσε ο Κένταυρος Νέσσος πριν πεθάνει, δίχως να γνωρίζει ότι πρόκειται για δηλητήριο.

Από τις τρεις αυτές τραγικές ηρωίδες εκείνη που πλησιάζει περισσότερο τη μέση αρχαία Ελληνίδα είναι η Δηιάνειρα. Η θέση της νόμιμης συζύγου μπορούσε να κλονιστεί σοβαρά από το δεσμό του άνδρα της με μια δούλη, αν και στην Αθήνα του 5ου αιώνα π.Χ. η νομοθεσία δεν άφηνε περιθώρια για να γίνουν τα παιδιά ενός τέτοιου δεσμού τίποτα περισσότερο από δούλοι.

Για την ακρίβεια καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας η νομική θέση ενός παιδιού καθοριζόταν από τη νομική θέση της μητέρας του: το παιδί μιας δούλης ήταν, από νομική άποψη, δούλος. Όμως, διαφορετικές πηγές μας παρουσιάζουν δούλες να σφετερίζονται αντικείμενα και προνόμια της κυρίας τους χάρη στην εύνοια του κυρίου. Σε ένα μύθο του Αισώπου, μια άσχημη και κακότροπη δούλη κατάφερε να την αγαπήσει ο κύριός της και εκείνη με το χρυσάφι που της έδινε στολιζόταν και μάλωνε με την κυρά της.[14] Τελικά, χρειάστηκε η επέμβαση της θεάς Αφροδίτης, για να συμμαζευτεί κάπως η υπερφίαλη δούλη.

Πολύ πιο ενδιαφέρουσα είναι μια επιγραφή (αχρονολόγητη) χαραγμένη σε όστρακο, που βρέθηκε στην αρχαία αγορά της Αθήνας: πρόκειται για το κείμενο της επιστολής μιας Αθηναίας που, ενώ βρισκόταν στην Κόρινθο, έμαθε ότι κατά την απουσία της ο σύζυγός της όχι μόνο απελευθέρωσε τη δούλη και ερωμένη του αλλά και συζούσε ανοιχτά μαζί της και της επέτρεπε να χρησιμοποιεί τα ρούχα και τα κοσμήματα της γυναίκας του. Η αθηναία κυρία έγινε έξαλλη που ο σύζυγος ξεπέρασε κάθε όριο και έγραψε αμέσως στους συγγενείς της, ζητώντας τους να επέμβουν γιατί η συμπεριφορά του συζύγου εξευτέλιζε όχι μόνο την ίδια αλλά και ολόκληρο το γένος τους.[15]

Σε μια ερμηνεία ονείρου από τον Αρτεμίδωρο (2ος αι. μ.Χ.), μια υπηρέτρια που κάποιος την είδε στον ύπνο του να απαγγέλλει ευριπίδειους στίχους («Ψήσε, κατάκαψε τις σάρκες μου, χόρτασε από μένα»), έπεσε θύμα της άγριας ζηλοτυπίας της κυρίας της, κι ο συγγραφέας βρήκε πολύ φυσικό το ότι απήγγειλε στίχους από την Ανδρομάχη.[16]

Όμως και μια δούλη μπορούσε να βλάψει την κυρία της: σε ένα άλλο όνειρο, αυτή τη φορά μιας ελεύθερης γυναίκας, η υπηρέτρια έπλεκε τα μαλλιά της και χρησιμοποίησε παρά τη θέλησή της την εικόνα της που ήταν ζωγραφισμένη σε έναν πίνακα, καθώς και τα ρούχα της, σαν να επρόκειτο να παρελάσει σε πομπή. Πολύ σύντομα, η υπηρέτρια τη χώρισε από τον άνδρα της, με συκοφαντίες.[17]

Τέλος, κάποιες επιγραφικές μαρτυρίες (από την ελληνιστική εποχή) υποδηλώνουν ότι αν η νόμιμη σύζυγος ήταν στείρα, ο σύζυγος που αποκτούσε γιο από μια δούλη-παλλακίδα μπορούσε να απελευθερώσει την ίδια και το παιδί και να τους καταστήσει συγκληρονόμους με τη νόμιμη χήρα του. Αυτό έπραξε κάποιος Κλεομάντης σε μια απελευθερωτική επιγραφή του 2ου αιώνα π.Χ. από τους Δελφούς.[18]

Ιδιαίτερα αποκαλυπτική είναι η απελπισία της Κρέουσας, της βασίλισσας της Αθήνας στην τραγωδία Ίων του Ευριπίδη, όταν οι ακόλουθές της τής ανακοινώνουν ότι ο βασιλικός της σύζυγος, ο Ξούθος, ανακάλυψε ότι έχει έναν νόθο γιο και ότι σκοπεύει να τον φέρει στην Αθήνα και να τον αναγορεύσει διάδοχο του θρόνου που ανήκε στην ίδια, η οποία καταγόταν από τον Κέκροπα, τον πρώτο βασιλιά της Αττικής. Η αθηναία πριγκίπισσα δεν μπορεί να δεχτεί ότι στον οίκο της θα γίνει διάδοχος ο γιος ενός ξένου (ο Ξούθος δεν ήταν Αθηναίος) και μιας δούλης: «Και το χειρότερο θα πάθεις, Δέσποινα. Έναν χωρίς μάνα και όνομα και σκλάβας γιο θα σου στήσει αφέντη. Αν ήταν γιος αρχόντισσας και σ’ έπειθε αφού είσαι άτεκνη – ας το ’φερνε αν ήθελε».[19]

 

Η συμπεριφορά των γυναικών της δουλοκτητικής τάξης απέναντι στους δούλους

 

Κυρία, η οποία απολαμβάνει τον ελεύθερο χρόνο της, ενώ μια δούλη τη δροσίζει κουνώντας μια βεντάλια. Αμφορέας της Απουλίας των μέσων του 4ου αι. π.χ.

Αφήνοντας κατά μέρος την ιδιάζουσα συμπεριφορά απέναντι στις δούλες-παλλακίδες, ποια ήταν η γενικότερη στάση των ελεύθερων γυναικών απέναντι στους δούλους; Οι γυναίκες δεν διέφεραν σε γενικές γραμμές από τους άνδρες στη συμπεριφορά τους απέναντι στους δούλους: εκμεταλλεύονταν την εργασία τους, τους τιμωρούσαν το ίδιο σκληρά όταν έκαναν σφάλματα ή όταν επιχειρούσαν να δραπετεύσουν.

Στις τραγωδίες του Ευριπίδη Μήδεια, Ίων, Ιππόλυτος, οι ηρωίδες, Μήδεια, Κρέουσα και Φαίδρα, στηρίζονται για βοήθεια σε δούλους: η Μήδεια και η Φαίδρα βασίζονται στη βοήθεια της παλιάς τους τροφού, ενώ η Κρέουσα απολαμβάνει την πολύτιμη βοήθεια του ηλικιωμένου παιδαγωγού της. Οι παλιοί παιδαγωγοί, οι παλιές τροφοί συνδέονται με έντονους συναισθηματικούς δεσμούς με τις κυρίες (και τους κυρίους τους), όπως φαίνεται και από τα πορίσματα της διατριβής της Κατερίνας Συνοδινού.[20] Αυτό δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο. Οι παιδαγωγοί και οι τροφοί είναι οι δούλοι που είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να απελευθερωθούν και χωρίς υλικά ανταλλάγματα.

Αλλά και οι ίδιες οι κυρίες συχνά έτρεφαν μεγάλη αγάπη για τους θρεπτούς και τις θρεπτές, δούλους και δούλες που τους ανέθρεψαν οι ίδιες μαζί με τα αληθινά παιδιά τους: έτσι, η θρεπτή της σκληρής Βίτιννας, που θέλει να στείλει τον εραστή δούλο της στον δημόσιο χώρο βασανιστηρίων για να μαστιγωθεί ως τιμωρία στην απιστία του με μια φίλη της, μεσολαβεί για χάρη του με επιτυχία[21] ( 3ος αι. π.Χ.). Η Βίτιννα την είχε αναθρέψει μαζί με την κόρη της.

Η Α. Ρουσσοπούλου σε ένα νομικό άρθρο της σχολίασε μια απελευθερωτική επιγραφή από την Κάλυμνο του 2ου αιώνα μ.Χ. Σε αυτήν κάποια Αγαθή Δωροθέου, Αντιόχισσα, απελευθέρωσε ένα κορίτσι το οποίο είχε «λάβει», και όχι αγοράσει, αφού πρώτα, το κορίτσι αυτό, η Αφροδεισία, «παρέμενε» κοντά της έως το θάνατό της. Σύμφωνα με τη Ρουσσοπούλου, η Αφροδεισία δεν ήταν «θρεπτή», αλλά παραδόθηκε βρέφος στην Αγάθη μάλλον από τους γονείς της.

Η Αγάθη, προφανώς άτεκνη, χρειαζόταν την υποστήριξη της Αφροδεισίας στα γηρατειά της. Η Ρουσσοπούλου βρήκε παραλληλισμό με τις «ψυχοκόρες» της νεότερης εποχής.[22] Σε μια άλλη επιγραφή από τη Βέροια, της ίδιας εποχής, μια ηλικιωμένη γυναίκα, η Αριάγνη, στην αίτηση για βοήθεια που έστειλε στα αδέλφια της πήρε αρνητική απάντηση μαζί με τη συμβουλή να μην απελευθερώσει τη δούλη της καθώς ήταν το στήριγμα των γηρατειών της.[23]

Αλλά και για τις ταφικές τιμές, όταν δεν υπήρχαν παιδιά, ήταν απαραίτητοι οι δούλοι: δεν είναι τυχαίο ότι στις επιγραφές της Λυκίας απαντά η λέξη «μνημόδουλος», αυτός ήταν ο δούλος που αναλάμβανε τη φροντίδα του τάφου του κυρίου του με ανταμοιβή την απελευθέρωσή του. Στο λεξικό Liddel-Scott αναφέρεται ως αμφίβολης σημασίας και ότι απαντά στο ΤΑΜ 2 (3) στην πόλη Αρύκανδα.

Στην ίδια όμως πόλη μια γυναίκα, η Αρισταινέτη, μετά το θάνατο της κόρης της αναφέρει σε επιγραφή ότι θα απελευθερώσει τις δύο «προικαίαις» δούλες της για να προσφέρουν ταφικές τιμές στους τάφους της ίδιας και της κόρης της.[24]

Το ότι οι θρεπτοί αποτελούσαν μέλη του οίκου αποδεικνύεται από λυκιακές επιγραφές όπου οι θρεπτοί εξασφαλίζουν μια θέση στον οικογενειακό τάφο: π.χ. σε μια επιγραφή από την Τερμεσσό, η Αυρηλία Αθηναΐς αναφέρει ότι κατασκεύασε τη σωματοθήκη για την ίδια, τις κόρες της και τη θρεπτή της.[25]

 

Ταφική στήλη της Μνησαρέτης, όπου νεαρή υπηρέτρια κοιτάζει την αποθανούσα κυρία της. Αττική, περ. 380 π.χ., Γλυπτοθήκη του Μονάχου.

 

Όμως και η άλλη όψη, εκείνη της σκληρότητας που άγγιζε την απανθρωπιά ήταν εξίσου συχνή: οι γυναίκες-δούλοι ειδικά βρίσκονταν στο έλεος των κυριών τους, καθώς περνούσαν τον περισσότερο καιρό μαζί τους στον οίκο.

Έτσι στους «Μιμίαμβους» του Ηρώνδα οι κυράδες φέρονται βάναυσα στις δούλες τους, τις κατηγορούν για τεμπελιά και τις απειλούν με ξυλοδαρμό «Κορριτώ: Κάθησε, Μητρώ. (Στη δούλα). Ξεκουμπίσου και φέρε μια πολυθρόνα στην κυρία. Σήκω όρθια, είπα! Πρέπει όλα να της τα λες. Δεν θα κάνεις τίποτα, κακομοίρα μου, από μόνη σου; Δεν βαριέσαι, κοτρώνα έχω βάλει σε αυτό το σπίτι, όχι δούλα. Όταν όμως έρθει η ώρα να λάβεις το μερτικό σου από το αλεύρι, μετράς και τον τελευταίο κόκκο. Κι αν τόσο δα χυθεί στο πάτωμα, όλη τη μέρα γκρινιάζεις και ξεφυσάς και οι φωνές διαπερνούν όλους τους τοίχους. Τι τρίβεις εκεί; Βρήκες την ώρα, μωρή λησταρχία, να τα γυαλίσεις; Να ’χεις χάρη που έχω επίσκεψη την κυρία γιατί αλλιώς θα σου έδειχνα εγώ τι γεύση έχει το χέρι μου».[26]

Σε έναν άλλο μιμίαμβο, το «Προσκύνημα στον Ασκληπιό», μία από τις προσκυνήτριες μεταχειρίζεται με εξίσου άθλιο τρόπο την (μάλλον νουμιδή) δούλη της: «Στ’ ορκίζομαι σ’ αυτόν τον θεό Κύδιλλα, γιατί με κάνεις να ανάβω χωρίς να το θέλω, στ’ ορκίζομαι λέω που θα έρθει μέρα που το βρωμοκέφαλό σου αυτό θα το ξύνεις και θα κλαις».[27]

Σε ένα μύθο του Αισώπου, ένας άνδρας έχει εκπλαγεί τόσο από τη σκληρή συμπεριφορά της γυναίκας του προς τους οικιακούς δούλους ώστε την έστειλε στον πατέρα της με κάποιο πρόσχημα για να δει αν θα συμπεριφερόταν με τον ίδιο τρόπο και σε εκείνους τους δούλους που δούλευαν έξω από το σπίτι. Όταν γύρισε και τη ρώτησε γι’ αυτό το θέμα, του απάντησε ότι οι αγελαδάρηδες και οι βοσκοί την κοίταζαν με μισό μάτι, και τότε ο σύζυγος εξερράγη από το θυμό του για τη συμπεριφορά της.[28]

Στην τραγωδία του Ευριπίδη Υψιπύλη, η ηρωίδα, πρώην βασίλισσα της Λήμνου, και δούλη-τροφός του Οφέλτη, γιου του βασιλιά της Νεμέας Λυκούργου και της Ευρυδίκης, άθελά της γίνεται αιτία του θανάτου του νήπιου: η βασίλισσα Ευρυδίκη είναι ανελέητη στην απόφασή της για την τιμωρία της τροφού: «Δούλα ξενόφερτη κι αγορασμένη, που ’χεις στην κάθε ανάγκη εύκολο δάκρυ, θα μου πληρώσεις το χαμό του γιου μου με το δικό σου θάνατο, να ξέρεις».[29]

Η μητέρα του γιατρού του 2ου αιώνα μ.Χ., του Γαληνού, χαρακτηρίζεται από το γιο της ως οργιλωτάτη, ως μια δεύτερη Ξανθίππη.[30] Αυτή η γυναίκα, που ζούσε στα οικογενειακά κτήματα έξω από την Πέργαμο, όταν πάθαινε κρίσεις θυμού, ξεσπούσε δαγκώνοντας και δέρνοντας τις δούλες της. Η κακομεταχείριση των δούλων από τις καταπιεσμένες γυναίκες της δουλοκτητικής κοινωνίας ήταν συχνή ιδίως στη ρωμαϊκή περίοδο: αποκλεισμένες από τον δημόσιο βίο, υποταγμένες στο σύζυγο, με περιορισμένα δικαιώματα, αυτές οι γυναίκες ξεσπούσαν την οργή τους πάνω στους δούλους που βρίσκονταν πιο χαμηλά από τις ίδιες στην κοινωνική ιεραρχία.

 

Ρωμαία κυρία, καθισμένη σε πολυθρόνα, απολαμβάνει τις περιποιήσεις τεσσάρων θεραπαινίδων. Μαρμάρινο ανάγλυφο από το Neumagen της Γερμανίας, 3ος αι. μ.Χ

 

Αυτό δεν σημαίνει ότι έλειπαν και παραδείγματα γυναικών που κατόρθωσαν να διατηρήσουν τη στοιχειώδη για ανθρώπινα όντα ευαισθησία: π.χ. στο μυθιστόρημα του Αχιλλέα Τάτιου Λευκίππη και Κλειτοφών (2ος αι. μ.Χ.), το πορτρέτο της πλούσιας κυρίας Μελίττης είναι ανθρώπινο: έχοντας χηρέψει πρόσφατα, η Μελίττη ξαναπαντρεύεται με ένα νεότερό της άνδρα, τον ήρωα του έργου, τον Κλειτοφώντα, και ενώ επισκεπτόταν για επιθεώρηση τα κτήματά της, έπεσε στα πόδια της μια γυναίκα σε άθλια κατάσταση, παρακαλώντας την, σαν γυναίκα προς γυναίκα, να δείξει οίκτο.[31]

Η γυναίκα αυτή ήταν η αληθινή σύζυγος του Κλειτοφώντα, η Λευκίππη, που είχε πωληθεί ως δούλη από τους απαγωγείς της, και τώρα βασανιζόταν από τον σαδιστή επιστάτη της Μελίττης, γιατί αρνιόταν να υποκύψει στις σεξουαλικές του ορέξεις: η Μελίττη έδειξε οίκτο αλλά κάτι τέτοιο ήταν σπάνιο την εποχή εκείνη. Ήταν μια σπάνια περίπτωση όπου η κυρία ένιωθε τα κοινά στοιχεία που την ένωναν με τη δούλα: την αδυναμία τους ως γυναικών σε μια πατριαρχική κοινωνία.

Από την ομηρική εποχή εκφράστηκε η άποψη της δυστυχίας της αρχόντισσας που ο πόλεμος τη μετέτρεψε σε δούλη: π.χ. στο διάλογο του Έκτορα και της Ανδρομάχης, ο Έκτορας ανάμεσα στα άλλα λέει: «Όταν χαλκάρματος κάποιος Αχαιός πάρει τη λευτεριά σου και ξοπίσω του σε σέρνει δακρυσμένη. Και στο Άργος πέρα υφαίνεις έπειτα στον αργαλειό μιας ξένης κι από τη Μεσσηίδα ή την Υπέρεια σου λέει νερό να φέρνεις, πολύ άθελά σου, μα ανημπόρετη θα σε βαραίνει ανάγκη».[32]

Εξάλλου, όταν η Εκάβη μαθαίνει ότι δόθηκε με κλήρο στον Οδυσσέα, τον χειρότερο δυνατό αφέντη, και εκφράζει την απελπισία της, δέχεται την παρηγοριά του Ταλθύβιου, που της λέει ότι έτυχε σε καλή δέσποινα, εννοώντας την Πηνελόπη.[33]

Για τις δούλες, που κατά κανόνα δούλευαν στον οίκο, σημασία είχε κυρίως το ποιόν της δέσποινας, κάτω από την επίβλεψη της οποίας θα δούλευαν και λιγότερο του αφέντη, ο οποίος ασχολούνταν με την επίβλεψη των αρσενικών που δούλευαν στα χωράφια. Εξάλλου, και ο Ισχόμαχος, ο ήρωας του διαλόγου «Οικονομικός» του Ξενοφώντα (4ος αιώνας π.Χ.), στην εκπαίδευση της νεαρής συζύγου του, τονίζει ότι ανάμεσα στα βασικά της καθήκοντα είναι η επίβλεψη των δούλων του οίκου ακόμα και ο έλεγχος της σεξουαλικής ζωής τους.[34]  «Εκείνη όμως έπρεπε επίσης να καταπιαστεί ενδεχομένως με τα εργόχειρα. Κυρίως να πλησιάζει τον αργαλειό για να διδάξει ό,τι ήξερε καλύτερα από τους άλλους και να μάθει απ’ τη μεριά της ό,τι γνώριζε λιγότερο καλά».[35]

Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποδεχθεί κανείς την άποψη του καθηγητή κοινωνιολογίας Orlando Patterson ότι η ιδέα της προσωπικής ελευθερίας είχε εφευρεθεί από τις γυναίκες της ελληνικής τραγωδίας. Πολύ σωστά η καθηγήτρια φιλοσοφίας Βούλα Λαμπροπούλου επισημαίνει ότι αν και στις τραγωδίες οι γυναικείες φωνές υψώνονται προς υπεράσπιση της ειρήνης και της ελευθερίας, σε πρακτικό επίπεδο οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας δεν είχαν τη δυνατότητα, ίσως ούτε την επιθυμία να προκαλέσουν κοινωνικές μεταβολές. Επιπλέον, όντας μέλη βασιλικών οίκων δεν είχαν κοινά ταξικά συμφέροντα με τους δούλους και εκείνο που είχε σημασία για τις ίδιες ήταν η ευημερία του οίκου τους.[36]

Αν και οι γυναίκες, όπως και οι δούλοι, ανήκαν στα καταπιεσμένα στρώματα της αρχαίας ελληνικής κοινωνίας, η καταπίεσή τους δεν ήταν ομόλογη: σαφώς οι γυναίκες της ελίτ κυριαρχούσαν επί των δούλων ή ακόμα και επί των φτωχών ελεύθερων ανδρών, τουλάχιστον από την ελληνιστική εποχή.

 

Κώστας Μαντάς

Δρ. Αρχαίας Ιστορίας

Πανεπιστήμιο Bristol

  

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Κ. Μαντάς, «Δούλοι και δουλεία στην αρχαιότητα», Corpus 24 (2001), σ. 44-52.

[2] Βλ. Α. Λεντάκης, Είναι η γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα ή Πώς κατασκευάζεται η γυναίκα;, Αθήνα 1986, σ. 260-261.

[3] Ιλιάδα Ζ 298 κ.ε.

[4] Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 213-214.

[5] Βλ. G. Lerner, The Creation of Patriarchy, Νέα Υόρκη 1985.

[6] Οδύσσεια  α  430-433.

[7] Ιλιάδα  Ι 447-457.

[8] Αισχύλος, Αγαμέμνων, 132 κ.ε, εκδ. ΓΕΣ, Αθήνα 1973, σ. 69.

[9] Στο ίδιο, 56.

[10] D.E. McCoskey, «Slavery and the division of women in Aeschylus’ Oresteia», στο S.R. Joshel /S. Murnaghan (επιμ.), Women and Slaves in Greco-Roman Culture, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998, σ. 35-55.

[11] Ευριπίδης, Ανδρομάχη, 137 κ.ε.

[12] Στο ίδιο, 927.

[13] Σοφοκλής, Τραχίνιαι, 298-302, μετ. Κ. Γεωργουσόπουλος, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2003.

[14] Αισώπου μύθοι, τ. Α΄, εκδ. Τολίδη, μετ. Τ. Βουρνάς, Αθήνα χ.χ., σ. 41.

[15] Α.Ν. Oikonomides, «Graffiti-inscriptions from the excavations of the Αthenian agora at Kerameikos», Horos 4 (1986), σ. 57-58.

[16] Αρτεμίδωρος, 4.59.284.

[17] Στο ίδιο.

[18] T. Wiedemann, Greek and Roman Slavery, Λονδίνο 1988, σ. 48-49.

[19] Ευριπίδης, Ίων, 835-841.

[20] K. Synodinou, On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977, σ. 62-65.

[21] Ηρώνδας, Μιμίαμβοι, μετ. Ρ. Μανθούλης, Αθήνα 2000, σ. 74-75.

[22] Α. Ρουσσοπούλου, «Ο θεσμός της ψυχοκόρης εις τα πλαίσια της συγχρόνου εποχής και του αρχαίου ελληνικού δικαίου», Νομικό Bήμα 13 (1965), σ. 163-165.

[23] SEG  XXXVI, 1986, num.590.

[24] SEG  XLIV, 1994, num. 1155.

[25] ΤΑΜ  ΙΙΙ.Ι, num. 237.

[26] Ηρώνδας, ό.π., σ. 83.

[27] Στο ίδιο, σ. 61.

[28] Αισώπου μύθοι, ό.π.

[29] Ευριπίδης, Υψιπύλη, μετ.- διασκευή Τ. Ρούσσος, εκδ. Κάκτος, σ. 95.

[30] Πάπυρος – Λαρούς – Μπριτάννικα, λ. «Γαληνός».

[31] Αχιλλέας Τάτιος, Λευκίππη και Κλειτοφών, 5.17.

[32] Ιλιάδα Ζ  454, κ.ε., μετ. Καζαντζάκη-Κακριδή.

[33] Ευριπίδης, Τρωάδες, 275-280.

[34] Ξενοφών, Οικονομικός  VII, 36-37.

[35] Y. Garlan, Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1988, σ. 179.

[36] Βούλα Λαμπροπούλου, Ο νους δεν έχει φύλο, Αθήνα 2006, σ. 15-19.

 

 

Βιβλιογραφία


 

  •  GARLAN Y., Η δουλεία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα 1988.
  • JOSHEL S.R. / S. MURNAGHAM, Women and Slaves in Graeco-Roman Culture, Λονδίνο-Νέα Υόρκη 1998.
  • ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ Β., Ο νους δεν έχει φύλο, Αθήνα 2006.
  • ΛΕΝΤΑΚΗΣ Α., Είναι η γυναίκα κατώτερη από τον άνδρα;, Αθήνα 1986.
  • LERNER G., The Creation of Patriarchy, Νέα Υόρκη 1985.
  • ΜΑΝΤΑΣ K., «Δούλοι και ελεύθεροι στην αρχαιότητα», Corpus 24 (2001), σ. 44-52.
  • —, Όψεις του θεσμού της δουλείας στους διαλόγους του Δίωνα Χρυσοστόμου, Αθήνα 2008.
  • OIKONOMIDES A.N., «Graffiti-inscriptions from the excavations of the Athenian agora at Kerameikos», Horos 4 (1986), σ. 57-58.
  • ΡΟΥΣΣΟΠΟΥΛΟΥ Α., «Ο θεσμός της ψυχοκόρης εις τα πλαίσια της συγχρόνου εποχής και του αρχαίου ελληνικού δικαίου», Νομικό Βήμα 13 (1965), σ. 163-165.
  • SYNODINOU Κ., On the Concept of Slavery in Euripides, Ιωάννινα 1977.
  • WIEDEMANN Τ.Ε.J., Greek and Roman Slavery, Λονδίνο 1988.

Πηγή


Περιοδικό, «Αρχαιολογία & Τέχνες», τεύχος 112, Σεπτέμβριος 2009.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η Αργολίδα την περίοδο 1350-1400 – Το τέλος της Φραγκοκρατίας και η αρχή της Βενετοκρατίας


 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377 – Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9) – Η υπόθεση του Άργους (1389-1394) – Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Το τέλος της φραγκοκρατίας στην Αργολίδα την περίοδο 1350-1377

 

Μετά το 1311 και την κατάλυση από τους Καταλανούς του φραγκικού Δουκάτου της Αθήνας -τμήμα του οποίου αποτελούσε και η Αργολίδα – ο νεαρός Φράγκος Δούκας, Ουαλτέριος Β’ ντε Μπριέν (Gualterius II de Brienne), ζούσε αυτοεξόριστος στη Νότια Ιταλία. Το 1325 απέκτησε τον τίτλο του κόμη του Λέτσε και παντρεύτηκε τη Βεατρίκη (Batrice), κόρη του βασιλιά Φιλίππου Α’ του Τάραντα και επικυρίαρχου του φραγκικού Πριγκιπάτου της Πελοποννήσου.

Ο Ουαλτέριος Β’ δεν είχε ξεχάσει το Δουκάτο της Αθήνας, ενώ συχνά έστελνε εφόδια και στρατό στις πόλεις της Αργολίδας, το Άργος και το Ναύπλιο, που τις διοικούσαν ντόπιοι Φράγκοι αντιπρόσωποί του. Μάλιστα το 1331 επεχείρησε ακόμα και μια εκστρατεία για την ανακατάληψη του Δουκάτου της Αθήνας, αλλά απέτυχε. Όταν ο Ουαλτέριος Β’ απεβίωσε (19 Σεπτεμβρίου 1356), είχε μεγά­λη ακίνητη περιουσία, που απαρτιζόταν από εκτάσεις γης στην κομη­τεία του Λέτσε, στη Γαλλία και στην Κύπρο.

Στην Αργολίδα κατείχε το Άργος, το Ναύπλιο, το Θερμήσιο και το Κιβέρι. Σύμφωνα με τη διαθήκη του άφηνε σχεδόν όλα τα εδάφη του στην αδερφή του, Ισαβέλλα, που είχε παντρευτεί (1320) τον κόμη Γκοτιέ ντ’ Ενγκιέν (Gautier d’ Enghien). Η Ισαβέλλα είχε αρκετά τέκνα. Μεταξύ αυτών ήταν και ο Γκυ (Guy dEnghien), στον οποίο κατέληξε τελικά η Αργολίδα (1356-1377) και θεωρητικά όλο το Γαλλικό Δουκάτο της Αθήνας, που όμως κατείχαν οι Καταλανοί.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Την περίοδο 1347-1356/1357 στην Αργολίδα τη διοίκηση ασκούσε ο Φράγκος άρχοντας Νικόλαος Φοσερόλ,με τη σύμφωνη γνώμη του Ουαλτέριου Β’. Όταν κύριος της Αργολίδας έγινε ο Γκυ, για την περίοδο 1357-1363/4 διόρισε νέους αντιπροσώπους (βάιλους) που κυβερνούσαν στο όνομά του. Ήταν δύο Μέδικοι, που κατάγονταν από την Αθήνα: ο Πέτρος (Piere Tantenes dit Yatro ή Medici) (1357-1360) και ο Αβεράρδος (Arardo ή Averardo de Medici) (1360-1363/4).

Φαίνεται όμως ότι η διοίκησή τους δεν ήταν αρεστή στον ντόπιο πληθυσμό και το 1360 ξέσπασε επανάσταση στο Ναύπλιο, ίσως και με την υποκίνηση των Φοσερόλ. Τελικά η κατάσταση ομαλοποιήθηκε το 1363/4, όταν μετέβη στο Ναύπλιο ο ίδιος ο Γκυ και παντρεύτηκε την κόρη του Νικολάου Φοσερόλ, Μπον (Bonne), από την οποία το ίδιο έτος απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία.

Την ίδια εποχή εκδηλώνεται και το πρώιμο ενδιαφέρον της Βενετίας για την Αργολίδα με αφορμή το πολιτικό στήριγμα που ο Γκυ αναζήτη­σε στη Γαληνότατη. Για να προστατέψει, δηλαδή, τις κτήσεις του από μια πιθανή επίθεση των Καταλανών απέστειλε (22 Ιουλίου 1362) στη Βενετία αντιπρόσωπό του, τον Νικόλαο ντε Κλάριο (Nicolo de Clario), που ορκί­στηκε πίστη σε αυτήν.Η Βενετία δεν είχε λόγο να αρνηθεί μια τέτοια πρόταση, αφού οι σχέσεις της με τους Ενγκιέν ποτέ δεν ήταν κακές.

Αυτή την περίοδο το καταλανικό Δουκάτο της Αθήνας είχε μπει σε φάση παρακμής. Οι έριδες για την κατάληψη της εξουσίας ήταν συχνές και γνωστές ακόμα και στον Ισπανό βασιλιά της Σικελίας τον Φρειδερί­κο Γ’ (1355-1377) από τον οποίο το Δουκάτο είχε έμμεση πολιτική εξάρ­τηση. Οι έριδες κόπασαν πρόσκαιρα, όταν στο δουκάτο διορίστηκε (31 Μαρτίου 1370) κυβερνήτης ο Ματθαίος Περάλτα (Matteo de Peralta, 1370-1374), απεσταλμένος από τη Σικελία.Το ίδιο έτος (Μάρτιος 1370 -τέλη του 1371) ο Γάλλος βασιλιάς του Τάραντα, Φίλιππος Β’ (1364-1373), απέστειλε στο Πριγκιπάτο της Αχαΐας ως διοικητή (βάιλο), τον Λουδοβίκο ντ’ Ενγκιέν, κόμη του Κονβερσάνο της Κάτω Ιταλίας και αδελφό του Γκυ του Ναυπλίου. Πλέον, η οικογέ­νεια των Ενγκιέν απέκτησε μεγάλη δύναμη στην Πελοπόννησο. Έτσι άρχισαν να σχεδιάζουν την ανακατάληψη του καταλανικού Δουκάτου της Αθήνας.

Αυτή η προοπτική δεν άφηνε αδιάφορους τους Γάλλους Ανδεγαυούς της νότιας Ιταλίας, ειδικά από τη στιγμή που οι Ενγκιέν θα δήλωναν σε αυτούς την υποτέλειά τους. Με αυτή την προοπτική η βασίλισσα Ιωάννα της Νεάπολης (1343-1382) έδωσε άδεια (28 Μαρτίου 1370) στον κόμη του Λέτσε, Ιωάννη ντ’ Ενγκιέν, να συγκεντρώσει στρα­τό (1.000 πεζούς και 500 ιππείς) και να τον μεταφέρει στο Πριγκιπάτο.

Τα τρία αδέρφια, ο Ιωάννης, ο Λουδοβίκος και ο Γκυ του Ναυπλίου, ζήτησαν και τη στρατιωτική συνδρομή της Βενετίας, αλλά στις αρχές του Φεβρουαρίου του 1371 όλες οι αιτήσεις τους απορρίφθηκαν εύσχη­μα.Από την άλλη πλευρά, ο Γκυ υπέγραψε συνθήκη ειρήνης με τον Δεσπότη του Μυστρά για να διασφαλίσει τα νώτα του. Τελικά την άνοι­ξη του 1371 οι Ενγκιέν εισέβαλλαν στην Αττική, αλλά δεν κατάφεραν να εκπορθήσουν την Ακρόπολη και τελικά επέστρεψαν στο Ναύπλιο.Στα τέλη του Ιουλίου του 1371 υπέγραψαν ανακωχή με τους Καταλανούς, που ανανεώθηκε το 1372. Επίσης συμφωνήθηκε να γίνει μελλο­ντικά ένας γάμος ανάμεσα στη Μαρία, κόρη του Γκυ, και στον Ιωάννη ντε Λιούρια (Joan de Lluria), γιο του πρώην διοικητή των Καταλανών, Ρογήρου (1367-1370).

Μετά το 1372 το θέμα της ανακατάληψης του Δουκάτου από τους Ενγκιέν είχε παγώσει. Ο Γκυ παρέμεινε στο Ναύπλιο και τα αδέρφια του στράφηκαν στις κτήσεις τους στην Ευρώπη.Ένα χρόνο αργότερα το πολιτικό κλίμα στην Πελοπόννησο ήταν ρευστό. Κύριος της κατάστασης ήταν ένα καινούργιο πρόσωπο, ο Φλω­ρεντινός Νέριο Ατσαγιουόλι (Nerio Acciajuoli), τραπεζίτης και τυχοδιώκτης, που εξουσίαζε μεγάλο μέρος της δυτικής και της βόρειας Πελο­ποννήσου με την ανοχή των Ανδεγαυών της νότιας Ιταλίας.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Νέριο, μετά τη σταθεροποίησή του στην εξουσία, άρχισε να σχεδιάζει την επέκταση του κράτους του. Αυτό δεν μπορούσε να γίνει νότια, όπου βρισκόταν το ακμάζον Δεσποτάτο του Μυστρά. Επίσης, έκρινε σωστά ότι μια επίθεση στις φράγκικες βαρονίες του Πριγκιπάτου θα τον έφερ­νε σε αντιπαράθεση με τους Ανδεγαυούς, που εξουσίαζαν το Πριγκιπά­το. Έτσι, ο Νέριο στράφηκε κατά των Καταλανών της Αθήνας και το 1373/4 τους αφαίρεσε με αιφνιδιαστικό τρόπο τα Μέγαρα. Όμως η κα­τάληψη των Μεγάρων προκάλεσε και την ανησυχία του Γκυ στο Ναύπλιο, γιατί τα σύνορά του σε σχέση με εκείνα του κράτους του Νέριο θα ήταν πλέον δυσδιάκριτα.

Τελικά η κατάσταση παγιώθηκε για λίγα χρόνια, ώσπου νέα προ­βλήματα δημιούργησε η άφιξη της στρατιωτικής Εταιρείας των Ναβαρραίων στην Πελοπόννησο. Την Εταιρεία απέστειλαν οι Ανδεγαυοί, για να αναλάβει τη διοίκηση του φραγκικού Πριγκιπάτου. Οι εξελίξεις ήταν καταλυτικές, ιδιαίτερα από το 1383, όταν οι Ναβαρραίοι ανεξαρ­τητοποιήθηκαν από τους Ανδεγαυούς και επιβλήθηκαν στρατιωτικά σε όλους τους Φράγκους του Πριγκιπάτου.

 

Η επέμβαση της Βενετίας στην Αργολίδα (1377-1388/9)

 

Οι νέες πολιτικές μεταβολές δεν άφησαν αδιάφορη τη Βενετία, που παράλληλα έβλεπε ότι την ίδια περίοδο και οι Τούρκοι αύξαναν την επιρροή τους στις ελλαδικές περιοχές. Στόχος της εξωτερικής πολι­τικής της Βενετίας στην Ανατολή ήταν η καθυστέρηση τής προς νότον προέλασης των Τούρκων, ακόμα και με την παροχή βοήθειας στους εχθρούς τους, χωρίς όμως η ίδια να αναμειγνύεται άμεσα. Έτσι, έλπι­ζε να σταθεροποιηθεί στις νησιωτικές κτήσεις της στο Αιγαίο, να επε­κταθεί στα σημαντικά λιμάνια της νότιας Ελλάδας και να προωθήσει καλύτερα τα εμπορικά της συμφέροντα στον χώρο της Ανατολικής Με­σογείου.

Σε αυτό το πλαίσιο η Πελοπόννησος αποτελούσε το σύνδεσμο ανάμεσα στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ιταλία. Η κατοχή των ση­μαντικότερων λιμένων της Δυτικής Πελοποννήσου (Πάτρα, Μεθώνη, Κορώνη, Πύλος) ήταν πλέον ζωτικής σημασίας για τη Γαληνότατη. Παράλληλα έστρεψε το ενδιαφέρον της και στην ανατολική Πελοπόν­νησο.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η ένταξη της Αργολίδας στο βενετικό «Κράτος της Θάλασσας» θα προσέφερε σημαντικά πλεονεκτήματα: εκτός από τα εμπορικά κέρδη, το λιμάνι του Ναυπλίου θα τόνωνε, ως ενδιάμεσος σταθμός, την εμπορική γραμμή που κατευθυνόταν από τη Βενετία προς τη Μαύρη Θάλασσα. Η αφορμή για να επεκταθεί η Βενετία στην Αργολίδα παρουσιάστηκε το 1377, έτος που απεβίωσε ο Φράγκος ηγεμόνας Γκυ ντ’ Ενγκιέν. Τον δια­δέχτηκε η ανήλικη κόρη του, Μαρία, την οποία επιτρόπευε ο θείος της Λουδοβίκος, κόμης του Κονβερσάνο της νότιας Ιταλίας.Αυτός, αφού ταχτοποίησε κάποιες εσωτερικές υποθέσεις, στράφηκε αμέσως στη Βενετία και συνυπόγραψε συμμαχία. Επίσης, συμφώνησε τον γάμο της Μαρίας με τον Πέτρο Κορνάρο (Cornaro), Βενετό του Άργους και γιο του πλούσιου ευγενή της Βενετίας, Φρειδερίκου Κορνάρο.

Η Γαληνότατη διέταξε (16 Ιουλίου 1377) τον Φρειδερίκο να μεταφέρει στη Βενετία τη Μαρία, ώστε να τελεστεί ο γάμος. Επίσης, στις 8 Μαΐου 1378, η Γαληνότατη έδωσε την άδεια στον Φρειδερίκο να στείλει στο Ναύπλιο ένα πλοίο με εφόδια. Μετά τον γάμο η Μαρία και ο Πέτρος παρέμειναν στη Βενετία, γιατί η πολιτική κατάσταση στην Αργολίδα ήταν τε­ταμένη.

Το 1378 ο Λουδοβίκος ντ’ Ενγκιέν επιτέθηκε από το Ναύπλιο κατά των Καταλανών στην Αθήνα, όμως δεν κατάφερε να τους νικήσει και αποχώρησε. Παρέμεινε ως διοικητής στο Ναύπλιο μέχρι το 1381 και κατόπιν επέστρεψε στην Ιταλία, όπου απεβίωσε γύρω στο 1390.

Στο μεταξύ, το 1381 η Βενετία χορήγησε άδεια στον Πέτρο Κορνά­ρο να αποστείλει στο Ναύπλιο μια πολεμική γαλέρα για την ασφάλεια της πόλης και το 1383 του επετράπη να μεταβεί με τη Μαρία στο Ναύ­πλιο. Οι δυο τους κυβέρνησαν την Αργολίδα για μερικά χρόνια, ενώ ο Πέτρος ασχολήθηκε ιδιαίτερα με το εμπόριο αλατιού, του σημαντικό­τερου εξαγώγιμου προϊόντος της Αργολίδας.

Όμως στις 6 Αυγούστου 1388 εκείνος απεβίωσε αιφνιδιαστικά και η Μαρία, για να διασωθεί από τους εχθρούς που περιέβαλλαν τα εδάφη της, στράφηκε στη Βενε­τία. Εκεί μετέβη συνοδευόμενη από τον Βενετό ευγενή του Ναυπλίου, Ιωάννη Gradenigo. Μετέφεραν μαζί τους και επιστολές των κατοίκων που ζητούσαν από τη Βενετία να παραλάβει το Ναύπλιο, το Άργος και τα κάστρα της Αργολίδας γενικότερα. Τελικά, στις 12 Δεκεμβρίου 1388, η Μαρία υπέγραψε τη συμφωνία παραχώρησης των δικαιωμάτων της επί της Αργολίδας προς τη Γαληνότατη, λαμβάνοντας συγκεκριμένα χρηματικά ανταλλάγματα.

 

Η υπόθεση του Άργους (1389-1394)

 

Το 1388 οι πολιτικές εξελίξεις στη νότια Ελλάδα ήταν ραγδαίες. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι με ξαφνική επίθεση υπέταξε τους Καταλανούς και έγινε κύριος του Δουκάτου της Αθήνας. Επιπλέον, σύναψε συμμαχίες με τον Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο (1387-1407), Δεσπότη του Μυστρά, και τον Κάρολο A’ Tocco, Δούκα της Λευκάδας και Κεφαλονιάς. Ακολού­θως, έσπευσε να διεκδικήσει το Ναύπλιο και το Άργος με τη δικαιολο­γία ότι παλαιότερα ανήκαν στο Δουκάτο της Αθήνας. Αρχικά επιτέθηκε στο Άργος.

Σύντομα οι Βενετοί πληροφορήθηκαν την κινητικότητα του Νέριο και στις 22 Δεκεμβρίου 1388 έστειλαν επιστολή στον διοικητή του Άργους. Τον συμβούλευαν να αντισταθεί στην πολιορκία και τον ενημέρωναν ότι στα μέσα Απριλίου του 1389 θα έφτανε στην περιοχή ο στρατός της Βενετίας. Αλλά τον χειμώνα του 1388 – όταν η Μαρία ντ’ Ενγκιέν υπέγραφε την παράδοση της Αργολίδας στη Βενετία- ο Νέ­ριο τελικά κατέλαβε το Άργος με τη βοήθεια του Δεσπότη του Μυστρά. Επόμενος στόχος του ήταν το Ναύπλιο, όπου όμως βρήκε ισχυρή αντίσταση και τελικά απέτυχε.

 

Το κάστρο του Άργους, W. Lindon 1856.

 

Η Βενετία βέβαια αντέδρασε άμεσα. Στις 26 Ιανουαρίου 1389 απέ­στειλε στο Ναύπλιο ως διοικητή τον Peratio Maripetro. Του δόθηκαν δύο γαλέρες για την ασφάλεια του λιμανιού, ενώ στην Κρήτη ετοιμά­στηκαν προληπτικά ακόμα δύο. Ο Maripetro έφτασε στο Ναύπλιο μέσα στον Φεβρουάριο. Είχε εντολή να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για το Άργος και να αναμένει στρατιωτικές ενισχύσεις από τον λατίνο αρχιε­πίσκοπο Πάτρας και τους Ναβαρραίους.Εκείνος όμως επιτέθηκε στο Άργος, αλλά δεν είχε επιτυχία.

Η έλλει­ψη εφοδίων δυσκόλευε τους Βενετούς να διεξάγουν αποτελεσματική πολιορκία, ενώ επιπλέον πρόβλημα αποτελούσε η αναμενόμενη έλευ­ση των Τούρκων, ύστερα από πρόσκληση του Δεσπότη του Μυστρά που υπερασπιζόταν το Άργος. Τον Απρίλιο η Βενετία ανεφοδίασε το Ναύ­πλιο, ενώ δεν παρέλειπε και διπλωματικές κινήσεις προς τον Δεσπότη του Μυστρά και το Νέριο. Οι διαπραγματεύσεις όμως αποδείχθηκαν ατελέσφορες και από τον Ιούνιο η Βενετία προχώρησε στον εμπορικό αποκλεισμό των αντιπάλων της, ώστε να τους πιέσει περισσότερο. Επιπλέον, υποπτευόμενη ότι ο Νέριο θα έκανε νέα επίθεση στο Ναύ­πλιο, έδωσε εντολή (31 Μαΐου 1389) στον Γενικό Καπιτάνο της Θάλασ­σας να πλεύσει στην πόλη.

Ο διοικητής του Ναυπλίου εκμεταλλεύτηκε τον βενετικό στόλο και στις 20 Ιουλίου εξαπέλυσε επίθεση και κατέλα­βε αιφνιδιαστικά το κάστρο του Βασιλοπόταμου στα παράλια της Λακω­νίας, πολύ κοντά στον Μυστρά. Αν και η Βενετία δυσανασχέτησε με την νέα αυθαίρετη ενέργεια του Maripetro, όμως τον διέταξε να τοποθετή­σει φρουρά στο κάστρο.

Τότε ο Δεσπότης του Μυστρά στράφηκε στον Σουλτάνο, για βοήθεια και κι ο τελευταίος έστειλε επιστολή στη Μεθώνη και στην Κορώνη, ζητώντας από τη Βενετία να επιστραφεί άμεσα ο πύργος του Βασιλοπό­ταμου στον Δεσπότη. Η Βενετία δεν το έπραξε. Μόνον αντικατέστη­σε στις 26 Αυγούστου 1389 τον Διοικητή του Ναυπλίου με άλλον, τον Victor Mauroceno. Αυτός συνέχισε τις διαπραγματεύσεις με τον Θεό­δωρο Α’ Παλαιολόγο, αλλά χωρίς αποτέλεσμα.Η Βενετία από την πλευρά της στράφηκε στους Ναβαρραίους και υπέγραψαν συμμαχία. Οι τελευταίοι στις 10 Σεπτεμβρίου συνέλαβαν με δόλο τον Νέριο.

Η είδηση κινητοποίησε άμεσα τους συγγενείς του στην Ελλάδα και την Ιταλία. Πλέον το θέμα του Άργους είχε πάρει διεθνείς διαστάσεις. Μάλιστα στη Βενετία εξελέγησαν (4 Φεβρουαρίου 1390) τρεις άντρες που θα ασχολούνταν αποκλειστικά με το ζήτημα του Άργους. Ειδικά για την αιχμαλωσία του Νέριο, η Βενετία αρχικά προφασιζόταν ότι ήταν αναρμόδια. Όμως άλλαξε στάση, όταν οι συγγενείς του Νέριο ζήτησαν βοήθεια από τη Γένοβα, αντίπαλο της Βενετίας. Επι­πλέον, όταν έγινε γνωστό ότι ο Δεσπότης του Μυστρά πίεζε στρατιωτι­κά τους Ναβαρραίους και λεηλατούσε τα βενετικά εδάφη, η Γαληνότα­τη πείστηκε να μεσολαβήσει.

Ο Νέριο απελευθερώθηκε στις 22 Μαΐου 1390, αφού υπέγραψε τη σχετική συμφωνία. Σε αυτή προβλεπόταν ότι θα χορηγούσε ως εγγύηση στη Βενετία το κάστρο των Μεγάρων και αρ­κετά οικονομικά ανταλλάγματα, μέχρι ο Δεσπότης του Μυστρά να της παραδώσει το Άργος. Τέλος, και οι Ναβαρραίοι έλαβαν μεγάλη χρημα­τική αποζημίωση. Αλλά ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος δεν αποδέχτηκε τη συμφωνία, κι έτσι τον Σεπτέμβριο του 1390 η Βενετία επανέφερε τον εμπορικό αποκλεισμό στους αντιπάλους της. Ως αντίποινα ο Δεσπότης του Μυστρά επανέλαβε τις επιδρομές στις βενετικές κτήσεις και στους Ναβαρραίους.

Στα επόμενα έτη οι συνομιλίες για το Άργος συνεχίστηκαν, αλλά ήταν περιοδικές. Όμως ένας άλλος παράγοντας ώθησε αναπάντεχα το θέμα στη λύση του, οι Τούρκοι. Αυτοί δεν ήταν αδρανείς. Το 1388 ήρθαν σαν βοήθεια του Θεοδώρου Α’ Παλαιολόγου κατά των Ναβαρραίων και το 1391 τους κάλεσαν οι Ναβαρραίοι εναντίον του Δεσπότη του Μυστρά, που τελικά έγινε και υποτελής του Σουλτάνου. Το 1392 επέδραμαν στη νότια Ελλάδα. Ο Νέριο Ατσαγιουόλι πλήρωσε φόρο και προσωρινά ανέκοψε την κάθοδό τους στην Αθήνα. Πλέον όλοι οι αντιμαχόμενοι στην περιοχή είχαν αντιληφθεί ότι οι Τούρκοι ήταν ικανοί να αναμειγνύονται για δικό τους όφελος στα πράγματα της Πελοποννήσου.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες διευθετήθηκε η υπόθεση του Άργους. Στις 27 Μαΐου 1394 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος αναγκάστηκε, λόγω των εσωτερικών δυσχερειών του κράτους του αλλά και μιας επικείμε­νης επιδρομής των Τούρκων, να παραδώσει το Άργος και τα άλλα κάστρα της Αργολίδας (Θερμήσιο, Κιβέρι) στους Βενετούς. Πίστευε ότι έτσι θα εξευμένιζε τη Βενετία, ώστε να μπορέσει να ελπίζει σε μια μελλοντι­κή βοήθεια της. Η συμφωνία υπογράφτηκε στη Μεθώνη, και το Άργος παραδόθηκε στον Διοικητή του Ναυπλίου στις 11 Ιουνίου. Στις 2 Ιουλί­ου οι Βενετοί επέστρεψαν στον Νέριο τα Μέγαρα κι ένα μεγάλο χρηματικό ποσό που του παρακρατούσαν. Τέλος, επέστρεψαν στον Θεόδωρο το κάστρο του Βασιλοπόταμου και υποσχέθηκαν να του παράσχουν και άσυλο, αν ποτέ το χρειάζονταν.

 

Η κατάσταση στην Πελοπόννησο στα τέλη του 14ου αιώνα (1394-1400)

 

Κορώνη - Coronelli Maria Vincenzo, 1685

Στα τέλη του 14ου αιώνα η πολιτική κατάσταση στην Πελοπόννη­σο ήταν τεταμένη. Σε αυτό το κλίμα συνέβαλαν δύο παράγοντες: ένας ενδογενής, οι εσωτερικές πολεμικές συγκρούσεις ανάμεσα στις τοπι­κές δυνάμεις, κι ένας εξωγενής, δηλαδή οι Τούρκοι. Αυτή την περίοδο η βενετική εξωτερική πολιτική είχε στόχο τη διατήρηση των κτήσεών της και ενδεχομένως την πιθανή προσάρτηση νέων λιμανιών στην Πε­λοπόννησο. Επιπλέον, με τη χρήση της διπλωματίας προσπάθησε να εκτονώσει την πολιτική και στρατιωτική ένταση, ώστε να διαμορφώσει ειρηνικό κλίμα, για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τον κοινό εχθρό, τους Τούρκους. Αλλά οι προσπάθειες της Βενετίας δεν είχαν αποτελέσματα.

Μετά τον θάνατο του Νέριο Ατσαγιουόλι (Σεπτέμβριος του 1394) οι γαμπροί του συγκρούστηκαν για την κατοχή της Κορίνθου και η Αργολίδα υπέστη τις λεηλασίες των αντιπάλων στρατευμάτων. Οι δύο αντίπαλοι συμβιβάστηκαν τελικά στα τέλη του 1395 και η Κόρινθος παραδόθηκε στον Δεσπότη του Μυστρά.Λίγα χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 1397, στην Πελοπόννη­σο εισέβαλαν οι Τούρκοι, λεηλάτησαν την Κορινθία και στη συνέχεια την Αργολίδα. Στις 3 Ιουνίου κατέστρεψαν το Άργος κι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο, όπου βρήκαν ισχυρή αντίσταση. Υποχώρησαν νοτιότερα, λε­ηλάτησαν την Πελοπόννησο και αποχώρησαν με 30.000 αιχμαλώτους, εκ των οποίων περίπου οι μισοί ήταν από την Αργολίδα.

Αυτή ήταν η πρώτη φορά που οι Τούρκοι επιτέθηκαν στο Ναύπλιο. Η ύπαιθρος της Αργολίδας σχεδόν ερημώθηκε, ενώ ανάλογες καταστροφές υπέστησαν και οι υπόλοιπες βενετικές κτήσεις στη νότια Πελοπόννησο.Το 1400, ξέσπασε νέος πόλεμος ανάμεσα στους Έλληνες του Μυστρά και στους Ναβαρραίους, ενώ οι κτήσεις της Βενετίας λεηλατήθηκαν και πάλι από τους αντιμαχόμενους. Επιπλέον, οι Τούρκοι πραγματοποίησαν νέες επιδρομές. Το καλοκαίρι του 1400 επιτέθηκαν δύο φόρες στο Ναύ­πλιο, αλλά χωρίς επιτυχία. Οι μάχες ήταν σφοδρότατες και οι Τούρκοι απώλεσαν περίπου 1.500 άνδρες, ενώ οι Βενετοί περίπου 100.Τελικά, οι Τούρκοι αποχώρησαν, αφού λεηλάτησαν και τις βενετικές κτήσεις.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα ήταν εποχή αλλαγών για την Αργολίδα. Οι τελευταίοι Φράγκοι επικυρίαρχοι αγωνίστηκαν και κατάφεραν να διατηρήσουν τα εδάφη τους απέναντι σε άλλους επίδοξους κατακτητές (Φράγκους, Καταλανούς, Φλωρεντινούς, Έλληνες). Η Βενετία μετά το 1370 διέγνωσε τις καλές εμπορικές και στρατιωτικές προοπτικές της Αργολίδας και το 1388/9 κατάφερε να την ενσωματώσει στο κράτος της. Αλλά όχι χωρίς αγώνα απέναντι στους άλλους διεκδικητές. Στα τέλη του 14ου αιώνα η Βενετία είχε πλέον σταθεροποιηθεί στην Αργολίδα και τις πόλεις της, αν και διέβλεπε ότι η σύγκρουση με τους Τούρκους δεν θα αργούσε.

 

Θάνος Κονδύλης

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

Πρακτικά της Διεθνούς Επιστημονικής Συνάντησης, Βενετία – Άργος / Σημάδια της Βενετικής Παρουσίας στο Άργος και την Περιοχή του, ( Άργος, 11 Οκτωβρίου 2008). Ελληνικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας – Δήμος Άργους, Αθήνα-Βενετία, 2010. 

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Επιστημονική Συνάντηση με θέμα: Το νόμισμα στην Πελοπόννησο


 

Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)

Το Νομισματικό Μουσείο, Οι Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου, η Γαλλική Σχολή Αθηνών, η Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, η 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών διοργανώνουν στο Άργος, το 6ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα, «Το Νόμισμα στην Πελοπόννησο, Νομισματοκοπεία, Εικονογραφία, Κυκλοφορία, Οικονομική Ιστορία, από την Αρχαιότητα έως και τη Νεότερη Εποχή».

Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στους στρατώνες Καποδίστρια, που σύντομα θα στεγάσουν το Βυζαντινό Μουσείο του Άργους, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011 και    τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, του υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, της Περιφέρειας Πελοποννήσου και του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Το 6ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο, ανήκει στον κύκλο των επιστημονικών εκδηλώσεων που έχουν θεσπίσει οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» από το 1996.

 

Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

 

Σκοπός του συνεδρίου είναι να εξεταστεί το νόμισμα στις ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες του ελλαδικού χώρου διαχρονικά, με την παρουσίαση νομισματικού υλικού που σχετίζεται με την κατά τόπους αρχαιολογική δραστηριότητα, αλλά και με πιο συνθετικές μελέτες για τα νομισματικά δεδομένα αυτών των περιοχών.

Οι θεματικοί άξονες της συνάντησης θα αφορούν στην Αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη Φραγκοκρατία, την Ενετοκρατία και τους Νεότερους Χρόνους. Θα μετέχουν 104 σύνεδροι, Έλληνες και ξένοι, θα γίνουν πέντε γενικές εισηγήσεις, θα ανακοινωθούν 50 θέματα και θα αναρτηθούν 22 ανακοινώσεις τοίχου. Τα πρακτικά του συνεδρίου θα εκδοθούν σε τόμο στη σειρά των περιοδικών εκδόσεων των Φίλων του Νομισματικού Μουσείου «Οβολός».

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο


 

« Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο, περιοχή  Άργους,  1809-1810 »

 (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)

 

Το θέμα της εισηγήσεως αυτής αναφέρεται σε αρπαγή αρχαιοτήτων από την περιοχή του Άργους κατά το 1809-1810 και στηρίζεται στη μαρτυρία ενός ανέκδοτου εγγράφου που φυλάσσεται στα ιστορικά αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και συγκεκριμένα στο Φά­κελο που περιέχει το αρχείο Ζυγαλάκη. Ο κωδικός αριθμός του εγγράφου είναι 18.875. Το ανωτέρω έγγραφο το είχα εντοπίσει εδώ και δέκα περίπου χρόνια, στο πλαίσιο έρευνάς μου για την περίοδο της διακυβερνήσεως της Πελοποννήσου από τον δευτερότοκο γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Βελή πασά (1807-1812).

Πρόκειται για επιστολή ενός Έλληνα, ο οποίος υπογράφεται Μπάκας, (σε άλλο έγγραφο της ίδιας συλλογής διαβάζουμε και το βαπτιστικό του όνο­μα: Αναστάσης [1]) και απευθύνεται σε Οθωμανό μπέη στην Τριπολιτσά. Το όνομα του παραλήπτη της επιστολής δεν αναφέρεται στο έγγραφο, αλλά μπο­ρεί με ασφάλεια να θεωρηθή ότι πρόκειται για τον στενό συνεργάτη, προσω­πικό φίλο και σύμβουλο του Βελή πασά, τον Ισμαήλ Πασόμπεη [2]. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 20 Αυγούστου 1810 και συντάχθηκε στο Άργος.

Tο περιεχόμενο της επιστολής σχετίζεται με τη δράση ενός Άγγλου ευγενούς, «μιλόρδο» τον αποκαλεί, του οποίου επίσης δεν αναφέρεται ρητά το όνομα αλλά μετά βεβαιότητος μπορεί να ταυτιστή με τον λόρδο Sligo, γό­νο ισχυρής ιρλανδικής οικογένειας, συμφοιτητή στο Καίμπριτζ και προσω­πικό φίλο του λόρδου Byron.

Όπως προκύπτει από την επιστολή, ο συντάκτης της, ο οποίος συνό­δευε τον λόρδο Sligo στις αρχαιοθηρικές του εξορμήσεις, είχε επιφορτισθή από τον Πασόμπεη να κατασκοπεύη τις κινήσεις του και να τον ενημερώνη σχετικά. Το έγγραφο αυτό έχει, κατά την άποψή μας, πολλαπλό ιστορικό ενδια­φέρον και μπορεί να φώτιση πολλές πλευρές της ιστορίας της προεπανα­στατικής Πελοποννήσου, θα εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στα ακό­λουθα σημεία που θεωρούμε ως κατεξοχήν ενδιαφέροντα για τον μελετητή της Ιστορίας αυτής:

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Είναι γνωστό ότι κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, εποχή ιδιαιτέρως κρίσιμη για το χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και για τις βαλ­κανικές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ελληνικές περιοχές δέχθηκαν περισσότερους ξένους επισκέπτες, από ό,τι σε ολόκληρο το 18° αιώνα [3].

Το ενδιαφέρον για τις ελληνικές κλασικές αρχαιότητες, που κορυφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται έντονα από τον προηγούμενο (18°) αιώνα, ιδιαίτερα μετά την έκδοση (1764) της Ιστορίας της τέχνης της Αρχαιότητας από τον Βίνκελμαν και την ανάπτυξη του κι­νήματος του κλασικισμού, στο πλαίσιο του οποίου «η λέξη ελληνικό» χρη­σιμοποιήθηκε «για να περιγράψη έργα που έφταναν το ύψιστο ιδανικό της τελειότητας»[4].

Κορυφαίες πνευματικές μορφές, όπως ο Γκαίτε, έθεσαν σκο­πό της ζωής τους την αναζήτηση του ελληνικού ιδεώδους, ενώ στη Βρετα­νία λαμπρά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα άρχισαν να κατασκευάζονται κατά τα πρότυπα των κτηρίων της κλασικής Αθήνας. Η απόκτηση ελλη­νικών αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε τότε έκφραση ενός συρμού που τον τροφοδοτούσαν οι περιηγητές του ελληνικού χώρου.

Οι μαρτυρίες όμως που έχουμε για το βίο, την πολιτεία και τη δράση των περιηγητών αυτών προ­έρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα απομνημονεύματα και τις ταξιδιω­τικές περιγραφές που δημοσίευσαν οι ίδιοι ή από τις επιστολές τους. Είναι, επομένως, μονόπλευρη και γι’ αυτό έντονα υποκειμενική η πληροφόρηση που διαθέτουμε.

Το έγγραφο 18.875 της IEEE μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε μια άλλη οπτική του θέματος, εκείνη της ελληνικής πλευράς, η οποία σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις έχει διασωθεί. Εξάλλου, η διεθνής ιστορική συγκυρία της περιόδου κατά την οποία η Γαλλία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ανέτρεψε με τις σαρωτικές της νίκες επί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών το διεθνές εδαφικό status quo και προκάλεσε αναδιάταξη των συμμαχιών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, είχε σημαντικό αντίκτυπο και στην εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ειδικότερα, προκειμένου για τον ελληνικό χώρο, στην πολιτική που άσκησαν τόσο ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, όσο και ο γιος του Βελής στο Μοριά. Στο έγγραφο αυτό παρέχεται η δυνατότητα να εντοπιστούν και να διερευνηθούν πλευρές της πολιτικής αυτής όχι μόνο στον τομέα των εξωτερικών τους σχέσεων αλλά και της εσωτερικής διακυβερνήσεως των πασαλικίων τους.

Ένα ακόμη σημείο, στο οποίο έμμεσα μόνο θα αναφερθούμε, αλλά πι­στεύουμε ότι διαφωτίζεται από το περιεχόμενο του εγγράφου είναι ο υλικός πολιτισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο (διατροφή, κατοικίες, πλοία), καθώς και γενικότερα οι συνθήκες της ζωής των Ελλήνων υπό την οθωμανική κατοχή.

Αφετηρία και άξονα, όμως, της εισηγήσεως, με τον οποίο συνδέονται όλα τα προηγούμενα, θα αποτελέση το μεγάλο ζήτημα της αρπαγής αρχαιο­τήτων από την Ελλάδα, στο οποίο αναφέρεται η επιστολή του Μπάκα, καθώς και η στάση του επιστολογράφου απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Ο Browne Howe Peter, δεύτερος μαρκήσιος του Sligo (1788-1845), κο­μητείας της δυτικής Ιρλανδίας, υπήρξε ένας από τους πολλούς επώνυμους Ευρωπαίους που επισκέφθηκαν την Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια πριν από την Επανάσταση και που επωφελήθηκαν από τις δυνατότητες που τους πα­ρείχαν η εθνικότητα, η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η επιτηδειότητά τους για να συναποκομίσουν, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ελληνικές αρχαιότητες. Ο φίλος και συμφοιτητής του, λόρδος Byron κάνει λόγο στις επι­στολές του [5] για ένα ολόκληρο φορτίο από αγγεία, προερχόμενα από την Αθήνα που είχε πάρει ο Sligo, ενώ, όπως προκύπτει από το έγγραφο της IEEE, αρκετές αρχαιότητες αφαίρεσε και από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας.

Πύλη Λεόντων.

Το πιο σημαντικό όμως από τα αρχαιολογικά του αποκτήματα υπήρξαν οι κίονες που πλαισίωναν την είσοδο του θολωτού τάφου των Μυ­κηνών, που είναι γνωστός ως «Θησαυρός του Ατρέως». Για τους κίονες αυτούς γίνεται λόγος και στο έγγραφο, γνωρίζουμε όμως και από τη σχε­τική αρχαιολογική βιβλιογραφία [6] ότι παραχωρήθηκαν ως δώρο από τον Βελή πασά στον Sligo, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια από αυτόν στην έπαυλή του στο Westport της Ιρλανδίας, όπου και παρέμειναν ξεχασμένοι στα κε­λάρια του κτηρίου επί περίπου 100 χρόνια, ως το 1904, όταν αναγνωρίστη­καν από τον λόρδο Almont και δόθηκαν από τους κληρονόμους του Sligo στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και αναστηλώθηκαν [7]. Ως αντάλλαγμα για τη δωρεά των κιόνων στο Βρετανικό Μουσείο οι απόγονοι του λόρδου πήραν από το Μουσείο ακριβή αντίγραφα με τα οποία κόσμησαν την είσοδο του μεγάρου τους, το οποίο από τη δεκαετία του 1960 και εξής είναι ανοικτό στο κοινό ως ιδιωτικό μουσείο κατά τους θερινούς μήνες [8].

Στη λεηλασία της διακοσμήσεως της εισόδου του «Θησαυρού του Ατρέως» από τον Βελή και τον Sligo αναφέρεται και ο Πουκεβίλ, αλλά λό­γω ελλιπούς πληροφορήσεως κάνει λόγο για το υπέρθυρο της εισόδου [9].

Ο λόρδος Sligo εμφανίζεται στο έγγραφο: να διακατέχεται κυριολεκτικά από μανία για την απόκτηση αρχαιοτήτων («Σήμερον πάλιν κατά την συνήθειάν του το μεσημέρι με πήγεν εις τους Μύλους[10] και τον εβούρλισαν [11] οι πλάκες από τα μνήματα· είπε και εις ποίους οδάδες [12] του είχε να τις βάλη και εις ποίον τόπον»), να επείγεται για να εξασφάλιση την κυριότητά τους («του άρεσαν οι κο­λόνες και βιάζει το κατέβασμά τους εις Μύλους») και να επιδίδεται σ’ ένα πραγματικό κυνήγι για την ανεύρεσή τους: μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι από την Τριπολιτσά προς το Άργος δεν στέκεται ούτε να ξαποστάση άλλά, όπως μαρτυρεί ο συντάκτης της επιστολής, «…εις το χάνι δεν εστάθη τρόπος να τον καταπείσω να μείνη έως να γί­νουν τα κοτοπούλια και το αρνί, αλλ’ από την άβραστη γίδα του χανιτζή έφαγε ορθός και με όλον το κάμα εκαβαλίκευσεν χωρίς να σταθή….φθά­νοντας εδώ επήγεν ευθύς εις το σπίτι του Μπερούκα και ανέβη επάνω και είδεν τρία είδωλα εις πλάκες ωσάν εκείνη η μια όπου άρεσε του Νόρτ[13], όπου είχεν μια γυναίκα και έναν άνδρα, έτσι είναι και αυτές οι τρεις όπου ευρέθησαν. Και ένα κεφάλι εύμορφο».

Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι ο Sligo είχε περίπου εν λευκώ τη δυνατότητα να οικειώνεται όσα αρχαιολογικά ευρήματα ήθελε. Με τι αντάλλαγμα άραγε; είναι γνωστό ότι ο Βελή πασάς εμπορευόταν τις αρχαιότητες του Μοριά [14], πρακτική όχι άγνωστη και σε άλλους Οθωμανούς αξιωματούχους.

«Πελάτες» του Βελή πασά υπήρξαν κατά καιρούς οι Βρε­τανοί Gally-Knight και Fazakerley [15], καθώς και η ομάδα από Βρετανούς, Γάλλους και Γερμανούς αρχαιολόγους που διεξήγαγαν το 1812 ανασκαφές στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγαλείας. Για να είναι μάλιστα σε θέση να εκτιμά την αξία των αρχαιολογικών ευρημάτων και να παζαρεύη ανάλογα το ποσοστό του κέρδους του, αναφέρεται ότι ο Βελή είχε μελετήσει τον Παυσανία, κατά πάσα πιθανότητα από ιταλική μετάφραση. Ενώ όμως ο Βελή κατά κανόνα εμπορεύεται τις αρχαιότητες, στην περίπτωση του Sligo τις δωρίζει και μάλιστα χωρίς να επιμένη ιδιαί­τερα στην ανταπόδοση των συνηθιζόμενων ευχαριστηρίων δώρων εκ μέρους του επισκέπτη του.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η τελευταία αυτή παράλειψη [16], αδιανόητη για τις πρα­κτικές της οθωμανικής διοικήσεως, προκαλεί απορία στον συντάκτη της επι­στολής, ο οποίος σπεύδει να ενημέρωση τον Πασόμπεη ότι ο Sligo παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, «…έχει μιαν ταμπακέλαν (:εννοεί ταμπακέρα) μέσα εις το καράβι πολλά αξιόλογην και ο μιλόρδος λέγει ότι του κακοφάνηκε οπού δεν είχεν αξιόλογα πράγματα δια να χαρίση του βελιγιουνιάμ [17] αφεντός μας, αλλ’ ευθύς όπου πάγει εις Μάλταν θέλει γράψει αμέσως εις την Εγγλετέραν δια να του έρθουν. Εις την παλιόπολη [18] άκου­σα ο σκλάβος σου από το στόμα του μιλόρδου ότι είχε μιαν ώραν καλήν [19]εις το καράβι και εδώ εις το Άργος είπε ότι είχε και δυο όμορφα μικρά κυάλια…».

Είναι επομένως απαράδεκτο, κατά τον Μπάκα, το γεγονός ότι ο Sligo αποφεύγει να προσφέρη δώρα στον πασά. Φαίνεται ότι η καταγγελία του Μπάκα έπιασε τόπο, γιατί σε επιστολή προερχόμενη από το ίδιο αρχείο [20], που συντάχθηκε στα ελληνικά από τον δραγουμάνο πιθανώς του Sligo και υπογράφεται από τον ίδιο τον λόρδο, απευθύνεται δε στον ίδιο τον μόρα βαλεσί (:τον πασά της Πελοποννήσου) αναφέρεται επί λέξει ότι: «ειδοποιώ ότι από τον τατάρην (:έφιππο αγγελιοφόρο) οπού μαξούς (:ειδικά, επίτηδες) σήμερον ήλθεν δια να λάβη το ωρολόγιον, θέλετε το λάβει αμέ­σως εις την θέλησίν σας».

Στη συνέχεια της επιστολής του αυτής ο λόρδος Sligo δικαιολογείται για την καθυστέρηση της αποστολής του δώρου ισχυριζόμενος ότι «επειδή είναι ολίγον χαλασμένον είχα απόφασιν, αφού το φτιάσω, να το στείλω τη υψηλότητι σας». Ακόμη υπόσχεται ο Sligo ότι θα στείλη στον Βελή και «άλλα μεγαλύτερα και καλλιώτερα πεσχέσια (:δώρα) από την Εγγλετέ­ραν», διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, όλα αυτά τα δώρα μπροστά στην «φιλίαν μας δεν είναι τίποτε». Είναι πολύ πιθανόν να ασκήθηκε πίεση στον Sligo από το περιβάλλον του Βελή μετά την επιστολή του Μπάκα προς τον Πασόμπεη, υπενθυμίζοντάς του την εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών του ως φιλοξενουμένου του πασά.

Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι τα ωρολόγια εθεωρούντο πολύ αξιόλογα δώρα κατά την εποχή εκείνη στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις ξένων περιηγητών [21]. Αλλά ο Βελή πασάς δεν θα παραχωρούσε αρχαιολογικό θησαυρό, της αξίας των κιόνων του «θολωτού τάφου του Ατρέως», για να εξασφάλιση ένα «ωρολόγιον» και μάλιστα «ολίγον χαλασμένον», έστω και προσδοκών­τας σε μελλοντικές πλουσιότερες προσφορές δώρων από την «Εγγλετέρα». Το ουσιαστικό αντάλλαγμα που ζητούσε ο μόρα βαλεσί από τον Sligo ήταν κυρίως πολιτικό και διπλωματικό, όπως ρητά δηλώνεται και στην προανα­φερθείσα επιστολή του τελευταίου: «χωριστά από τούτα [22] είμαι έτοιμος αν και η υψηλότης σου έχει τίποτε χρείαν από το γκοβέρνο της Εγγλετέρας, όπου αμέσως να τη τελειώσω κάθε της ζήτημα». Ο Sligo, δηλαδή, υπόσχεται πολιτική και διπλωματική υποστήριξη προς τον Βελή από την πλευρά της βρεταννικής κυβερνήσεως.

Είναι φυσικό να γεννηθή η εύλογη απορία, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να είναι αξιόπιστη μια παρόμοια μεγαλεπήβολη υπόσχεση. Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι η πολιτική επιρροή της οικογένειας του Sligo, ιδιαίτερα από την πλευρά της μητέρας του, ήταν πολύ μεγάλη. Οι διασυνδέσεις της έφθα­ναν ως τα βασιλικά ανάκτορα της Μ. Βρετανίας και ο λόρδος Sligo εθεω­ρείτο από τους συγχρόνους του ως ένας από τους πιο στενούς προσωπικούς φίλους του μετέπειτα βασιλιά Γεωργίου IV. Η πολιτική δύναμή του ενι­σχυόταν επίσης από την αμύθητη περιουσία της οικογένειάς του, η οποία, μεταξύ άλλων περιλάμβανε εκτεταμένες φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Τζαμάϊκα [23] (2.301 εκτάρια ήτοι 23.010 στρέμματα).

Η έκταση της επιρροής του Sligo υποδηλώνεται και από την αλληλογραφία του Byron, όπου γίνεται λό­γος για μεσολάβηση του πρώτου ώστε να απελευθερωθούν εγκάθειρκτοι φί­λοι του [24], καθώς και από την αλαζονεία με την οποία αντιμετώπισε το 1816 το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την επάνοδό του στην πατρί­δα του με την κατηγορία ότι εξώθησε ή και εξανάγκασε σε λιποταξία άνδρες του βασιλικού βρετανικού ναυτικού, αδίκημα που εθεωρείτο βαρύτατο [25]. Μπορούμε εξ αυτού να εικάσουμε, ότι παρά τη γενικότερη αναξιοπιστία του χαρακτήρα του, ο Sligo ήταν σε θέση να ασκήση την επιρροή του υπέρ του Βελή πασά στην αγγλική αυλή, σε μια εποχή κατά την οποία η εύνοια της τελευταίας ήταν κυριολεκτικά πολύτιμη για την οικογένεια Αλή.

Πιο συγκεκριμένα: η ανάθεση της διοικήσεως της Πελοποννήσου στο Βελή δεν είναι άμοιρη της διεθνούς ιστορικής συγκυρίας στη Νοτιοανατο­λική Ευρώπη: συνδέεται αναπόσπαστα με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812. Σύμμαχοι των Γάλλων οι Ρώσοι από το 1807 (δυ­νάμει της συνθήκης του Τίλσιτ που συνήφθη ανάμεσα στον τσάρο Αλέξαν­δρο Α’ και τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη) έθεσαν τότε για μια ακόμη φο­ρά, σε κίνδυνο την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο κίνδυνος αυτός θορύβησε την Υψηλή Πύλη η οποία αποφάσισε να ενίσχυση περαιτέρω την άμυνα των επαρχιών που είχαν σημαντική στρατηγική θέση και ύποπτο επαναστατικό παρελθόν, όπως ο Μοριάς.  Απέστειλαν λοιπόν στην Πελοπόννησο τον Βελή, επικεφαλής ισχυρού στρατού, για να διασφάλιση την τάξη και την πειθαρχία των κατοίκων. Η ρωσική επίθεση θο­ρύβησε όμως και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία έσπευσε να σύσφιγξη τις σχέσεις της με τους Οθωμανούς και ειδικότερα με τους πιο ισχυρούς πα­σάδες των δυτικών βαλκανικών περιοχών [26]. Ισχυρότερος ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αλής είχε ήδη εδραιώσει την εξουσία του στη Νότιο Αλβανία και την Ήπειρο, όταν το 1809 άρχισαν οι Άγγλοι να επιδίδωνται στην κατάληψη των Ιόνιων νησιών.

Η τριετία 1809-1811 χαρακτηρίζεται από τόσο θερμές φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον Αλή και τους Άγγλους, ώστε ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάν­νενα Φρανσουά Πουκεβίλ θα γράψη αγανακτισμένος ότι «ο Μοριάς και το πασαλίκι των Γιαννίνων αποτελούν τώρα βρετανικές επαρχίες» [27].

Η φιλοβρετανική αυτή πολιτική του Αλή και του Βελή πασά εγγράφεται ασφαλώς στη συνολική εξωτερική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως κατά το ίδιο διάστημα. Αλλά οι ισχυροί αυτοί πασάδες καλλιεργούν υπό το πρόσχημα της νομιμοφροσύνης προς τις εντολές της κεντρικής εξουσίας μια δική τους προσωπική πολιτική τόσο στο εσωτερικό των επαρχιών τους όσο και στις διπλωματικές σχέσεις τους με εκπροσώπους των δυνάμεων.

Οι Άγγλοι εξα­σφαλίζουν μέσω του Αλή απρόσκοπτο ανεφοδιασμό για το στόλο τους που προσπαθεί εκείνη την εποχή να κυριάρχηση στο Ιόνιο. Η σημασία της πα­ρεχόμενης στους Βρετανούς δυνατότητας ανεφοδιασμού στα λιμάνια της επικράτειας του Αλή και του Βελή πασά ήταν πολύ μεγάλη, αν λάβουμε υπόψη τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά των Άγγλων τον οποίο είχε επι­βάλει από το 1806-1807 [28] ο Ναπολέων σε όλα τα λιμάνια της αυτοκρατορίας του ή των συμμάχων της. Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη αυτή ο Αλής και οι γιοι του δέχονται μεγάλη οικονομική ενίσχυση από την Αγγλία [29] και χρησιμοποιούν ένα μέρος της για να ενισχύσουν την αγγλόφιλη μερίδα στην Κωνσταντι­νούπολη.

Η Βρετανία παρεμβαίνει τότε διπλωματικά υπέρ των συμμάχων της και ο Αλή επιτυγχάνει την άρση μιας σειράς μέτρων που είχε λάβει η Υψηλή Πύλη εναντίον του, θορυβημένη από τις υπερβολικές ηγετικές του τάσεις, τις οποίες εκδήλωνε ήδη φανερά. Η ευνοϊκή αυτή παρέμβαση της Αγγλίας υπέρ του Αλή πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1810 και σχεδόν αμέσως, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ακριβώς δηλαδή κατά την εποχή που ο λόρδος Sligo βρισκόταν στο Άργος και επιδιδόταν στην αφαίρεση όσων αρχαιοτήτων υπέπιπταν στην αντίληψή του, σημειώνεται δραστική αύξηση της αγγλικής οικονομικής βοήθειας προς τον Αλή και τους γιους του.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Στο μεταξύ ο οθωμανικός στρατός αντιμετωπίζει διαρκώς μεγαλύτερες δυσχέρειες στο μέτωπο του Δούναβη και η Υψηλή Πύλη αποφασίζει να επιστρατεύση τον Βελή, ο οποίος, με μεγάλη απροθυμία, αναχωρεί τελικά από το Μοριά το επόμενο φθινόπωρο επικεφαλής ισχυρού εκστρατευτικού σώ­ματος. Κατά τον Byron [30] ο Sligo είχε προσφερθή να συνοδέψη τον Βελή στο μέτωπο, πράγμα που φαίνεται ότι τελικά δεν συνέβη. Πάντως στις 2 Οκτωβρίου 1810 ο Βελή βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή, στο μέτωπο, ενώ ο Sligo εξακολουθεί να παραμένη στο Άργος.

Η απουσία του Βελή από το Μοριά δρομολόγησε, όπως κι ο ίδιος φο­βόταν, μια σειρά από εξελίξεις που επρόκειτο να καταλήξουν στην απομά­κρυνσή του από το αξίωμα του μόρα βαλεσί. Οι πολιτικοί του εχθροί, Τούρκοι και Έλληνες, εκμεταλλεύθηκαν τη δυσαρέσκεια που είχαν προκα­λέσει αφενός στο λαό της Πελοποννήσου οι ληστρικές φορολογικές του πρακτικές και αφετέρου στους ισχυρούς ντόπιους οθωμανούς αγιάνηδες (:οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι) ο παραγκωνισμός τους από την ουσιαστική συμ­μετοχή στη διακυβέρνηση της Πελοποννήσου, για να υποβάλουν στην Πύλη το αίτημα της αντικαταστάσεώς του, που έγινε τελικά δεκτό [31].

Σε ό,τι αφορά τον παραλήπτη της επιστολής, τον Ισμαήλ Πασόμπεη, που ο Βελή θεωρούσε συνεργάτη της απόλυτης εμπιστοσύνης του, δεν είναι απόλυτα σαφείς οι πραγματικές του διαθέσεις απέναντι στο Βελή, είναι όμως βέβαιη η κακή του σχέση με τον Αλή, ο οποίος επανειλημμένα επι­δίωξε την απομάκρυνσή του και την εξόντωσή του ακόμη, θεωρώντας ότι υπονομεύει το σεβασμό του Βελή προς τον πατέρα του και τον παρασύρει σε αντίθετη πολιτική προς τη δική του. Είναι πιθανόν, στο πλαίσιο της τα­κτικής του αυτής, ως προς την οποία ο Αλή είχε μάλλον δίκιο, να επιδίω­κε ο Πασόμπεης τον περιορισμό της απροκάλυπτα αγγλόφιλης στάσεως του Βελή και, ενδεχομένως, για το λόγο αυτό ανέθεσε στον Μπάκα την απο­στολή να κατασκοπεύη τις κινήσεις του Sligo.

Η αρνητική διάθεση του Πα­σόμπεη απέναντι των Βρετανών, την οποία συμμεριζόταν, άλλωστε, και το ντόπιο τουρκικό στοιχείο του Μοριά, μπορεί να ανιχνευθή ήδη από το Νοέμβριο του 1809, δέκα περίπου μήνες πριν από τη σύνταξη της επιστολής 18.875, όταν ο ίδιος επιστολογράφος είχε αποστείλει μιαν άλλη επιστολή [32] και πάλι προς τον Πασόμπεη, από τη Ζάκυνθο αυτή τη φορά, με θέμα την παρακολούθηση των Άγγλων που επιχειρούσαν την επέκτασή τους στα Επτάνησα.

Το γεγονός μάλιστα ότι στο λεξιλόγιο του Μπάκα υπεισέρχον­ται και λέξεις επτανησιακές (π.χ. το ρήμα βουρλίζομαι) καθώς και αρκετές ιταλικές υποδηλώνει ότι ενδεχομένως δεν ήταν ντόπιος Αργείος αλλά κατα­γόταν από τη δυτική Ελλάδα, πιθανόν από τα Ιόνια νησιά· ίσως είχε έλθει στο Μοριά, ως άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Πασόμπεη, για να διεκπεραιώνη εμπιστευτικές αποστολές. Γενικότερα, πάντως, πρέπει να σημειωθή ότι η ύπαρξη ενός πολύπλοκου δικτύου αλληλοκατασκοπεύσεως ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματούχους της αποτελούσε μια από τις συ­νηθέστερες πρακτικές στην οθωμανική επαρχιακή διοίκηση κατά το 18° και το 19° αιώνα. Έτσι, ενώ ο Πασόμπεης κατασκοπεύει τον Sligo, έμμεσα κατασκοπεύει και τον ίδιο το Βελή σε ό,τι άφορα τις πολιτικές και διπλω­ματικές του διασυνδέσεις.

Η θέση των Άγγλων στο Μοριά κλονίζεται όταν το φθινόπωρο του 1810 ο Βελή επιστρατεύεται και αναχωρεί για το μέτωπο, οπότε οι «μιλόρδοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα, δυσάρεστη γι’ αυτούς πραγματικότητα. Πολύ παραστατικά αποδίδει την εικόνα του νέου σκηνικού που διαμορφώθηκε τότε στην Πελοπόννησο ο Byron [33] με την έντονη διαμαρτυρία του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρ. Κάννιγκ, με μια επιστολή του την οποία μάλιστα ανέλαβε να εγχειρίση στον πρεσβευτή ο ίδιος ο Sligo.

Στην επιστολή του καταγγέλλει την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν, όπως είχε συνηθίσει από τον καιρό της εξουσίας του Βελή «δεν γνωρίζω κανένα ελαφρυντικό, γιατί μια λέξη από τον μπέη ή τον κοτζαμπάση θ’ αρκούσε για να γίνω δεκτός σε οποιοδήποτε σπίτι του χωριού, όπου παλιότερα (τον καιρό του Βελή πασά) είχα βρει πολύ καλύτερη φιλοξενία». Η καταγγελία αυτή του Byron για έλλειψη διάθεσης φιλοξενίας από την πλευρά των τοπικών αρχών της Κορίνθου θέτει όμως και ένα ακόμη ζή­τημα: αυτό της συμπεριφοράς των φιλοξενουμένων ξένων και ειδικότερα όσων είχαν την εύνοια του πασά.

Στην οθωμανική επικράτεια η πλουσιοπάροχη φιλοξενία των επίσημων επισκεπτών, καθώς και των περιοδευόντων κρατικών αξιωματούχων ήταν δι­οικητικά θεσμοθετημένη. Σε πολλές περιπτώσεις είχε αποκτήσει τη μορφή αναγκαστικής έκτακτης ή και τακτικής φορολογήσεως του τοπικού πληθυ­σμού μιας περιοχής, όπως προκύπτει από τη μελέτη των αντίστοιχων φορο­λογικών καταστίχων [34].

Πολλές περιοχές όμως απαλλάσσονταν από τις υπο­χρεώσεις αυτές και στην κατηγορία αυτή υπαγόταν η πόλη και η ευρύτερη πε­ριοχή του Άργους, που τελούσε υπό την προστασία της Μαριέμ σουλτάνας. Βέβαια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λήκ (1805) η απαλλαγή αυτή είχε σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγηθή, με αποτέλεσμα το Άργος να υφί­σταται, όπως και η Κόρινθος, όλες τις συνέπειες της γεωγραφικής του θέ­σεως στο δρόμο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου Τριπολιτσά με τη Στερεά Ελλάδα. Η υποχρεωτική αυτή φιλοξενία αποτελούσε μια επαχθή υποχρέωση, την οποία επωμιζόταν όλη η κοινότητα, έστω κι αν ως χώρος επιλεγόταν η οικία του κοτζαμπάση ως η πλέον ευπρόσωπη της πόλεως ή του χωριού.

Φαίνεται όμως, όπως τουλάχιστον μπορούμε να συμπεράνουμε από την επιστολή του Μπάκα, ότι μεγάλο πρόβλημα προκαλούσε και η απρεπής, απαιτητική και αλαζονική στάση κάποιων από τους φιλοξενουμένους. Ο Sligo αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αγενούς φιλοξενουμένου:

 

«Τα μπερουκόπουλα όμως τραβούν περισσότερο διάβολο ότι είναι στο μέσα και ο σκλάβος σου είμαι στο έξω κονάκι, διατί εμπήκεν η αρχόντισσα μέσα στον οδά να ανοίξη το δουλάπι της, είπεν ο μιλόρδος ότι του εκλάπησαν τρεις βελόνες, δια τις οποίες άκουσαν βρισιές και φοβερισμούς όσους στοχασθούν… ο ιμσαξής του διατί έχει νερόν το κρασί εβάρεσεν του μικρού μπερουκόπουλου δυο καλούς μπάτζους και με όλον όπου είναι παιδιά δια την αφεντικήν προσταγήν τα υποφέρουν χωρίς κακοφανισμόν και χωρίς να του λείψη τίποτες».

 

Η περιγραφή αυτή αποτελεί μαρτυρία για το χαρακτήρα και τη νοο­τροπία του μαρκήσιου Sligo, για τον οποίο κάνει άλλωστε διακριτικά αλλά ευδιάγνωστα σχόλια ο Byron «με λύπη μου λέω ότι ο μαρκήσιος έχει κάνει αρκετές επιπολαιότητες, γιατί πιστεύω πως είναι έξυπνος και δεν αμφιβάλ­λω καθόλου πως είναι καλός άνθρωπος» [35]. Εκείνο που ταλανίζει πάντως τους Έλληνες αμφιτρύονες αυτού του αγενούς φιλοξενουμένου δεν είναι τόσο ο επιπόλαιος χαρακτήρας του αλλά, όπως σαφώς τονίζεται στην επι­στολή, «η αφεντική προσταγή», δηλαδή το καθεστώς της υποδουλώσεως.

Η επιστολή που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου βεβαίως συντάχθηκε ως είδος υπηρεσιακής αναφοράς σε προϊσταμένη αρχή και, όπως είναι φυσικό, δεν μας επιτρέπει να διεισδύσουμε με ασφάλεια στις μύχιες σκέψεις του συντάκτη της. Παρά ταύτα, για τον προσεκτικό ανα­γνώστη είναι σαφής η δυσφορία που αισθάνεται ο Μπάκας τόσο για τη συμπεριφορά και την αναξιοπιστία του Sligo, όσο και για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων.

Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποιες φράσεις από το κείμενό του που θεωρούμε ότι στηρίζουν τη διαπίστωση αυτή:

 «….αυτά (σημ: τα αρχαία) τα είχεν εις τον οντά και (ο Sligo) τα είδεν τα εσήκωσα ο σκλάβος σου από αυτού και τα πήγα εις άλλο σπίτι….» ή αλλού «αύριο στοχάζομαι θα με πάγη εκεί οπού σκάφτει ο Δημήτρης και ο Περούκας και εις το Ανάπλι, όπου αν δεν ημπορέσω να τον αποκόψω, μόνον εις το βαρούσι (=εξοχή) τον εμπάζω».

Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στην αγενή στάση του Sligo απέ­ναντι στα μέλη της σεβαστής για τους Αργείους της προεπαναστατικής πε­ριόδου οικογένειας Περούκα, στην κρυψίνοια και τις αντιφάσεις του «οπού εις Τριπολιτσάν είπεν ότι το καράβι είναι εδικό του και εδώ λέγει ότι αυτός είναι οπού το αρμάτωσεν αυτό το καράβι και εύγαλεν εις τον κούρσο και άλλην φοράν είπεν ότι το έχει ναυλωμένο δια να σεργιανίση την Ελλάδα. Τον ερώτησα ο σκλάβος σου πόσους ανθρώπους έχει εις το καράβι και μου απεκρίθη ότι δεν ηξεύρει, επειδή μιαν φοράν τους κάνει ογδόντα και άλλην φοράν σαράντα διατί έως τώρα είχε τρεις φορές οπού τους έδιωξεν» [36] · τέ­λος η διατύπωση των προσωπικών του παραπόνων στον Πασόμπεη «τι να κάμω τα έχασα, λόγον δεν δέχεται να του ειπή άνθρωπος- στέκομαι ορθός μπροστά του και πηγαίνω νηστικός κονδά του δια να τον ευχαριστήσω» υποδηλώνουν ότι παρά τη ρητή εντολή που του έχει δοθή να ικανοποιή τις αξιώσεις του Sligo, η συνείδησή του επαναστατεί. Καταλήγει να χαρακτηρίση την όλη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με την παροιμιακή έκφρα­ση «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα».

Η δυσφορία του Μπάκα για τη συμπεριφορά και τις αρχαιοθηρικές αξιώσεις των ξένων δεν είναι μεμονωμένη. Αντίθετα από την άποψη που συχνά διατυπώνουν οι ξένοι περιηγητές για δήθεν αδιαφορία των Ελλήνων προς τα έργα των προγόνων τους δεν λείπουν από τις ελληνικές πηγές της περιόδου εκείνης παρόμοια παραδείγματα [37]. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η επιστολή του Μπάκα τόσο για την εσωτερική διοίκηση του πασαλικίου της Πελοποννήσου, όσο και για την εξωτερική πολιτική του οθωμανικού κράτους στα ταραγμένα χρόνια της να­πολεόντειας περιόδου, είναι, πιστεύουμε, μεγάλο.

Εξίσου μεγάλη είναι, κατά την άποψή μας, και η σημασία της συγκεκαλυμμένης αλλά δραματικής κραυγής διαμαρτυρίας που αρθρώνει ένας απλός, άσημος Έλληνας της προεπαναστατικής περιόδου για την περιφρόνηση της προσωπικής αξιοπρέ­πειας και το σφετερισμό της πολιτισμικής κληρονομιάς του γένους του στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η κραυγή αυτή αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρ­τυρία για την ιδεολογική προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821.

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Τα κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

Πρακτικά του ς΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτενβρίου 2000), ανάτυπον, Αθήναι, 2001-2002.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] IEEE 18790.

[2] Πρόκειται για τον γνωστό στρατηγό στον οποίο ανατέθηκε αρχικά η διεξαγωγή του πολέμου της Πύλης κατά του Αλή πασά το 1821. Ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι αυτός είναι ο άγνωστος παραλήπτης της επιστολής είναι η ύπαρξη και άλλης επι­στολής του Μπάκα στο ίδιο αρχείο, η οποία απευθύνεται στον Πασόμπεη με την ίδια ακριβώς διατύπωση ως προς το χαιρετισμό (αναφέρονται οικογενειακές πληροφορίες π.χ. ευχές για μακροημέρευση του γιου του μπέη) και με παρόμοιο περιεχόμενο, σχετι­ζόμενο με παρακολούθηση της δραστηριότητος Άγγλων στο χώρο της ευρύτερης πε­ριοχής του Ιονίου.

[3] Γ. Τόλια, Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820, Ολκός, Αθήνα 1996, σ. 8-9.

[4] Richard Stoneman, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 177.

[5] Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1996.

[6] βλ. Α. Η. Smith, Lord Elgin and his collection, JHS, τ. 36 (106), σ. 281-293 «Veli pasa of the Morea has had various fragments of sculpture which he has sold to Messrs Knight and Fazakerly and some columns which he has given to Lord Sligo». Παρακάτω ο Σμίθ αναφέρει ότι οι κίονες αυτοί ήταν από το «Θησαυρό του Ατρέα», και παρέμειναν σχεδόν 100 χρόνια στο Westport της Ιρλανδίας.

[7] Βλ. σχετικά και Catherina Philippa Bracken, Κυνηγοί Αρχαιοτήτων στην Ελλάδα 1800-1830, (μετάφραση Λίζας Λάμπρου, επιμ. Κ. Δεμερτζή), έκδ. οίκ. Π. Δ. Γεωργίου και Υιοί Ο.Ε., Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 195, όπου αναφέρεται ότι ο Βελή «το μόνο σίγουρο είναι ότι έδωσε στον μαρκήσιο Sligo δυο θραύσματα κιόνων από την πρό­σοψη της εισόδου του Θησαυρού, που ο Φωβέλ – αγνοώντας τη μυκηναϊκή τεχνοτροπία- τα χαρακτήρισε περσικά ή φοινικικά. Ο Σλίγκο ανταπέδωσε το δώρο με δυο κανόνια και μετέφερε τα θραύσματα στον πύργο του στο Co Mayo του Westport. Το 1904 ο τότε μαρκήσιος έστειλε μια περιγραφή των δυο τεμαχίων στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο. Όταν καθόρισαν εκεί την ταυτότητά τους, τα χάρισε στο Μουσείο. Δυο άλλα τεμάχια είχαν ήδη δωρηθή στο Μουσείο το 1843 και άλλο ένα ακολούθησε το 1900. Όλα μαζί είναι εκτεθειμένα μαζί με τα γλυπτά του Έλγιν. Και άλλα θραύσματα του Θησαυ­ρού βρίσκονταν στην Αθήνα και σ’ άλλα Μουσεία».

[8] Σήμερα έχουν ιδρύσει και ζωολογικό κήπο δίπλα στην είσοδο του Westport, για να αυξήσουν τα έσοδά τους.

[9] Στο Voyage, 1826, IV, 468. Τη μαρτυρία αυτή αναφέρει ο I. Γεννάδειος στο «Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα αρχαιολογήσαντες επιδρομείς», Αθήναι 1930, σ. 103.

[10] Εννοεί τους Μύλους της Λέρνας, παραθαλάσσιο οικισμό στη δυτική ακτή του αργολικού κόλπου, που χρησίμευε ως λιμάνι του Άργους. Στην περιοχή έγινε σημαντική μάχη το 1825 κατά την οποία οι Έλληνες νίκησαν το στρατό του Ιμπραήμ.

[11] Το ρήμα παραπέμπει σε πιθανή επτανησιακή καταγωγή του συντάκτη της επι­στολής.

[12] Οιά = δωμάτιο, εσωτερικός χώρος σπιτιού (τουρκική λέξη).

[13] Εννοεί τον Fr.North Guilford.

[14] Βλ. σχετικά Αναστασία Κυρκίνη – Κουτουλά, η οθωμανική διοίκη­ση στην Ελλάδα, η περίπτωση της Πελοποννήσου 1715-1821, Αθήνα 1996, σ. 111.

[15] Βλ. Bracken, όπ.π. σ. 199.

[16] Κατά την Bracken, βλ. παραπάνω σημ. 7, το αντάλλαγμα ήταν δυο κανόνια. Εκτός όμως από αυτά οι Οθωμανοί αξιωματούχοι ζητούσαν συνήθως και προσωπικά δώρα, τιμαλφή ή προϊόντα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας της εποχής.

[17] Η λέξη βελιγιουνιάμ είναι παλαιά οθωμανική, συνόδευε ως τίτλος τους διοι­κητές επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σήμαινε «αυτόν που παρέχει τα αγαθά» στους υπηκόους.

[18] Δεν μπόρεσα να ταυτίσω το τοπωνύμιο. Ο κ. Δ. Βαγιακάκος μου είπε ότι ήταν σύνηθες να ονομάζουν έτσι παλιούς οικισμούς, εγκαταλελειμμένους, σε αντιδιαστολή με άλλους νεότερους. Αν λοιπόν βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, ίσως αναφέρεται σε κάποιο παλιό οικισμό.

[19] Εννοεί ωρολόγι καλό.

[20] IEEE 18844.

[21] Γνωρίζουμε ότι ο Έλγιν πρόσφερε ωρολόγιο στο λαό της Αθήνας ως αντάλ­λαγμα για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Luisieri συμφώνησε με τον Σαΐδ Αχμέτ, το διάδοχο του Βελή στο αξίωμα του Μόρα βαλεσί, να κάνη ανασκαφές στην Ολυμπία με αντάλλαγμα 500 φλωριά και 1 χρυσό ωρολόγι (Γεννάδιος, δπ.π. σ. 40).

[22] Εννοεί τα δώρα στα οποία αναφέρθηκε προηγουμένως.

[23] Στη Τζαμάϊκα ο Sligo διετέλεσε αργότερα (1834-36) διοικητής και συνέδεσε τη διαχείριση αυτού του αξιώματος με μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές στην ιστορία του νησιού, όπου έχει ιδρυθή και πόλη με το όνομά του (Sligoville).

[24] Δείγμα της πολιτικής επιρροής του Sligo αποτελεί και η μαρτυρία του Μπάϋρον κατά την οποία ο κοινός γνωστός τους Wallace που ήταν εγκάθειρκτος ζητούσε, να εγγυηθεί ο Sligo γι’ αυτόν. Επίσης το γεγονός ότι ο Μπάϋρον σε αρκετές περιπτώσεις, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, αξιοποιεί τις διασυνδέσεις του Silgo με εκδότες, διπλωμάτες κλπ.

[25] Τα επίσημα Πρακτικά της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής δίκης, όπου γίνε­ται λόγος για τις δραστηριότητες γενικά του αγγλικού στόλου στην Ανατολική Μεσό­γειο κατά την προεπαναστατική περίοδο, είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, στην Ιστοσελίδα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας (http://www.law.utexas.edu/lpop/ etext/newgate5/sligo.htm)

[26] Βλ. Γκριγκόρι Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του IΗ’και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα, τα Δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, (μετάφραση Αντ. Διάλλα, Εισαγωγή και σχόλια Βασίλης Παναγιωτόπουλος) Gutenberg, Αθήνα, 1994, σ. 243.

[27] Βλ. Γιώργος Α. Σιορόκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων, από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1999, σ. 153.

[28] Διατάγματα Βερολίνου (1806) και Μιλάνου (1807). Βλ. Σχετικά Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τ. 1, από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη, (με­τάφραση Αν. Δημητρακόπουλος), έκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 518.

[29] Με τα χρήματα των Άγγλων μισθοδοτούνται αυτήν την περίοδο οι στρατιώτες του Βελή και του Μουχτάρ.

[30] Μπάϋρον, Επιστολές, όπ.π., σ. 88.

[31] Οι σχέσεις του Βελή με τους ντόπιους Τούρκους αγιάνηδες της Πελοποννή­σου ήταν πράγματι ψυχρές. Ο Βελή ασκούσε προσωπική πολιτική, υπαγορευμένη από τις προσωπικές του φιλοδοξίες και τις γενικότερες αντιπαλότητες ανάμεσα στους αγιάνηδες και στην κεντρική εξουσία, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις φαινόταν να εμπιστεύεται περισσότερο ορισμένους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, όπως π.χ. ο Σωτηράκης Λόντος από ό,τι τους Τούρκους τοπάρχες του Μοριά. Απόλυτη όμως εμπι­στοσύνη έδειχνε σε ένα μόνο πρόσωπο: τον συμπατριώτη και παλαιό φίλο και συν­εργάτη του Ισμαήλ Πασόμπεη, τον παραλήπτη της επιστολής για την οποία γίνεται λόγος.

[32] IEEE 18790.

[33] Ο Byron διαμαρτύρεται έντονα στον Άγγλο πρέσβη Στρ. Κάννιγκ στις 13 Οκτωβρίου 1810 για την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν όπως του άρμοζε και όπως είχε συνηθίσει επί Βελή (Μπάϋρον, Επι­στολές, όπ.π., σ. 96).

[34] Δεδομένη ήταν επίσης η υποχρέωσις εξυπηρετήσεως των περιηγητών στις εκδρομές τους. Και σ’ αυτό το σημείο ο Sligo υπήρξε απαράδεκτα απαιτητικός σε ση­μείο που οι αξιώσεις του ξεπερνούν τα όρια του θράσους: «μου λέγει να στείλω μενζήλ καΐκι (: ταχυδρομικό καΐκι) δια να φέρω το τζιαντίρ (: αντίσκηνο) και πάλιν μου λέγει να στείλω τατάρη (έφιππο ταχυδρόμο) και με όλον οπού δεν είναι κανένα εις το χέρι του σκλάβου σου…»

[35] Μπάϋρον, όπ.π., σ. 84. Επιστολή της 23 Αυγούστου 1810.

[36] Η απροθυμία του Sligo να αναφερθή με λεπτομέρειες στο πλήρωμα του καραβιού του, σχετίζεται και με μια άλλη πλευρά της δραστηριότητάς του, για την οποία μας διαφωτίζουν τα πρακτικά της δίκης στην οποία παραπέμφθηκε το 1813, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα του, όπου αποδείχθηκε ότι είχε συγκαταλέξει στο πλήρω­μά του και λιποτάκτες του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, τους οποίους χρησιμο­ποιούσε ως δικούς του υπαλλήλους. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση και σε υψηλό πρόστιμο. Βλ. παραπάνω σημ. 25.

[37] Βλ. σχετικά και Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα, ο ελληνικός λαός και οι Αρχαιότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Επιθεώρηση Επιστημονικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τόμος Α2, Αθήνα 1999, σσ. 121-131.

 

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »