Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Γρίβας Θ. Δημήτριος (Ναύπλιο 1829 – Μασσαλία 1889)


 

Γρίβας Θ. Δημήτριος

Στρατιωτικός και Υπουργός. Γιος του στρατηγού Θεοδώρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας. Από το 1769 η οικογένειά του έδρασε για την απελευθέρωση της Ελλάδας. Ο παππούς του Δράκος Γρίβας, ο πατέρας του Θεόδωρος Γρίβας, ο θείος του Γαρδικιώτης  Γρίβας υπήρξαν πρωταγωνιστές της Ελληνικής Ιστορίας. Ο Παπαρρηγόπουλος μάλιστα αναφέρεται στην ιστορία του, ακόμη και  στον περίφημο «μυθικό οπλαρχηγό» Μπούα Γρίβα,  προπάππο του Δημητρίου.    

Ο Δημήτριος Γρίβας, γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Νεαρός ακόμη, εισήλθε στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων αλλά λόγω του υπερήφανου και ατίθασου χαρακτήρα του, αποχώρησε από την Σχολή το 1845, αφού προηγουμένως είχε υποκινήσει μαζί με άλλους γόνους σημαντικών οπλαρχηγών, στρατιωτική στάση.

Το 1850 διορίστηκε από τον Όθωνα ανθυπασπιστής της Οροφυλακής. Το 1854 πήρε μέρος εθελοντικά στην επανάσταση της Ηπείρου. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα επανήλθε στις τάξεις του τακτικού στρατού.  

Πριν ξεσπάσουν τα επαναστατικά γεγονότα στο Ναύπλιο, ο Γρίβας είχε συλληφθεί στην Αθήνα για αντιοθωνική δράση και τον Γενάρη του 1862 μεταφέρθηκε στο Ναύπλιο για να φυλακιστεί στο Παλαμήδι. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστάτες και πήρε ενεργό μέρος στην εξέγερση υπό την αρχηγία του Αρτέμη Μίχου, του Κορωναίου, του Ζυμβρακάκη κ.α.

Έδειξε μεγάλη ανδρεία και θεωρήθηκε από τους πρωταίτιους της επανάστασης – έφερε το βαθμό του υπολοχαγού – με αποτέλεσμα να  εξαιρεθεί από την αμνηστία* που δόθηκε και να καταφύγει  πρώτα στην Σμύρνη και μετά στη Γαλλία.

Επιστρέφοντας, μετά την έξωση του Όθωνα, εκλέχτηκε μέλος της Εθνοσυνέλευσης και το Απρίλιο του 1863, μετέβη, με τον Κανάρη κα τον Ζαΐμη, στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει στον πρίγκιπα τότε της Δανίας Γεώργιο, το Ελληνικό στέμμα.       

Από τότε σταδιοδρόμησε στην πολιτική και συμμετείχε σε πολλές κυβερνήσεις ως Υπουργός  Στρατιωτικών. Το 1882 προβιβάστηκε στο βαθμό του Αντιστράτηγου από την κυβέρνηση Τρικούπη και διορίστηκε  αρχηγός του στρατού στη Θεσσαλία, «αρχηγός των εν ταις καταληφθείσαις επαρχίαις στρατευμάτων», όπου μετά από διαφωνία με τον Τρικούπη παραιτήθηκε και αναχώρησε στη Γαλλία για ανάπαυση.

Συμμετείχε στις βουλευτικές εκλογές του 1885 και 1887 στις οποίες απέτυχε και αποσύρθηκε από την ενεργό  πολιτική. Επέστρεψε στην Γαλλία όπου και πέθανε το 1889. 

 

Υποσημείωση


* Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι εξής αξιωματικοί: Δημ. Τσώκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης, Χαρ. Ζυμβρακάκης, Δημ. Γρίβας, Χρ. Κατσικογιάννης, Διον. Τριτάκης, Χρ. Γρίβας. Θρ. Μάνος, Αλέξ. Πραΐδης, Νικ. Σμόλεντς. Επίσης εξαιρέθηκαν από την αμνηστία και οι εξής πολιτικοί επαναστάτες: Γ. Δ. Πετιμεζάς, Π. Μαυρομιχάλης, Κων. Αντωνόπουλος, Γρ. Δημητριάδης, Ιωάν. Παπαζαφειρόπουλος, Σπ. Ζαβιτσάνος, Γ. Φραγκιάς. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη.

 

Πηγές  


  • Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου, «Ετήσιον Ημερολόγιον του έτους 1890», Εν Αθήναις, 1890.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα, χχ.
  • Περιοδικό, «Το Άστυ», αρ. 188, Αθήνα, 1889.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

 


  

Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στο Ναύπλιο, καταγόταν όμως από τη Χίο. Η οικογένειά του είχε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την καταστροφή του νησιού από τους Τούρκους και λίγο καιρό αργότερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Παράσχος πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Οι πληροφορίες για τη μόρφωσή του είναι λίγες και αβέβαιες. Έμαθε τα πρώτα γράμματα κοντά στον μεγαλύτερο αδερφό του Γεώργιο, επίσης ποιητή. Είχε επίσης δύο μεγαλύτερες αδερφές που χάθηκαν στη σφαγή της Χίου και μια αδελφή ακόμη την Αιμιλία, γνωστή για την ομορφιά της, η οποία πέθανε νέα και ενέπνευσε τους ποιητές Γεώργιο Ζαλοκώστα και Ρίλγδεν. 

 

Παράσχος Αχιλλέας (1838 -1895)

Ρομαντικός ποιητής του 19ου αιώνα. Ο Αχιλλέας Παράσχος γεννήθηκε στις 6 Μαρτίου 1838 στο Ναύπλιο όπου είχε μεταναστεύσει η οικογένειά του από την Χίο. Ο πατέρας του λεγόταν Παράσχος Νασάκης ή Νασάκογλους, οι δύο δε γιοι του, Αχιλλέας και Γεώργιος, κράτησαν το μικρό του όνομα ως επώνυμο, με το οποίο έγιναν γνωστοί.  Τα πρώτα γράμματα ο Αχιλλέας Παράσχος τα πήρε από τον αδελφό του και είναι αμφίβολο αν τελείωσε το σχολαρχείο. Η έλλειψη σπουδών δεν τον εμπόδισε να αποκτήσει φιλολογική κατάρτιση και μόρφωση από διάφορα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες που διάβαζε.

Διετέλεσε κατά διαστήματα υπάλληλος της Βουλής, του Γενικού Λογιστηρίου, πρόξενος στο Τηγάνιον και Έπαρχος Θήρας, διοριζόμενος πάντοτε για να αντεπεξέρχεται στις οικονομικές του ανάγκες, τις οποίες κατά ένα μέρος κάλυπτε και από έκτακτες αμοιβές του από κατά παραγγελίαν επιγράμματα, επικήδεια, επιμνημόσυνα, και ερωτικά ποιήματα. Στην εμφάνιση ήταν ωραίος και υπέβαλε η παρουσία του με τον ενθουσιασμό και την επιβλητική του φωνή.

Ο Παράσχος αναμείχτηκε στην πολιτική κίνηση της «Χρυσής Νεολαίας», προκαλέσας με τους καυστικούς εναντίον του Όθωνος στοίχους του την σύλληψη και φυλάκισή του  στον Μεντρεσέ, μαζί με άλλους φίλους του της αντιοθωνικής ομάδας. Μετά την αποφυλάκισή του εξακολούθησε την πολεμική του κατά του θρόνου και πήρε ενεργό μέρος στην επανάσταση της 10 Οκτωβρίου 1862, που είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλείψει ο Όθων την Ελλάδα.  Ωστόσο, όταν  πέθανε ο Όθων μετανιωμένος για τη στάση του έγραψε το Ελεγείον εις τον Όθωνα.

Ποιήματα πρωτοδημοσίευσε στο περιοδικό «Αβδηρίτης» του Δ. Βρατσάνου και στην «Χρυσαλλίδα» με το ψευδώνυμο «Μαρία». Στα 1881 εξέδωσε τρεις τόμους με ποιήματα που είχαν μεγάλη εκδοτική επιτυχία. Περιόδευσε στις Ελληνικές παροικίες της Ρωσίας, Ρουμανίας, Γαλλίας, Αγγλίας, όπου διέδωσε τα ποιήματα του, οι δε διαλέξεις και απαγγελίες του στην Αθήνα δημιούργησαν μεγάλη συρροή κόσμου, ο οποίος μάλιστα, λέγεται συγκεντρωνόταν μέχρι της εξώθυρας του φιλολογικού συλλόγου «Παρνασσός» για να τον ακούσει.

Ο Αχιλλέας Παράσχος υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του ρομαντισμού, ο οποίος χρονολογικά εκδηλώνεται στην Ελλάδα ύστερα από τον Γαλλικό ρομαντισμό, γύρο στα 1840, και σβήνει με τον θάνατο του ποιητή.

Είναι γνωστό ότι ο ρομαντισμός δέχτηκε κατά καιρούς τα πλήγματα βίαιης κριτικής, κατά τον Γάλλο δε Πιέρ Λασσέρ ο ρομαντισμός είναι «συναισθηματικός, χιμαιρισμός, άρρωστος πόθος μονώσεως, λατρεία των παθών, κυριαρχία της γυναίκας, υποταγή στο εγώ κλπ. κλπ.» (Κλ. Παράσχου : «Ο Ελληνικός Ρωμαντισμός και η Αθηναϊκή Σχολή», «Φιλολογικός Νέος Κόσμος» τόμ, 6, 1935, σελ. 18).

Άσχετα, όμως από τις γνωστές κρίσεις και επικρίσεις για τον ρομαντισμό, για να έρθουμε και στην Ελληνική ρομαντική σχολή, ο Αχ. Παράσχος είναι ο ποιητής που έβαλε τον ακρογωνιαίο λίθο στην άνθηση και στο μεσουράνημα της ρομαντικής ποίησης στο ποιητικό στερέωμα της περιόδου εκείνης.

Λυρικώτατος  ποιητής, έχοντας στην τεχνοτροπία και στην έμφυτη  συναισθηματική του  διάθεση όλα τα στοιχεία και χαρακτηριστικά των ρομαντικών, με πολύ μακρινές απηχήσεις απ’ το έργο του Ουγκώ, του Αλφρέ ντε Μυσσέ, και του Μπάϋρον, στάθηκε για την εποχή του ο ποιητής που κατόρθωσε να εδραιωθεί και να βρει αντανάκλαση  στην συνείδηση του λαού με τους στίχους του, που είναι πλημμυρισμένοι από θρηνωδία, μελαγχολία, απαισιοδοξία, φραστική και ψυχική υπερβολή, απογοήτευση και ανία για τη ζωή.

Η μεγάλη αγάπη που έτρεφε ο λαός  στον Αχ. Παράσχο και στα ποιήματά του θα πρέπει να θεωρείται σαν φυσιολογικό αποτέλεσμα μιας εν παρακμή ιστορικής περιόδου της χώρας, κατά την διάρκεια της οποίας ο κόσμος τρεφόταν με ιδανικά που αντιπροσώπευαν και ζωγράφιζαν στιγμές της τότε Ελληνικής κοινωνίας, μιας κοινωνίας «που ξεγελιόταν με τα λόγια, που έβρισκε στις πράξεις των άμεσων προγόνων της όχι ένα κέντρισμα για τη δράση αλλά και ένα προσκέφαλο αναπαυτικό» (Κ. Δημαρά: «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Β’ τόμ. σελ. 37).

Δηλαδή ο ρομαντισμός βρήκε κατάλληλο κοινωνικό κλίμα στην Ελλάδα, γι’ αυτό και πήρε την μεγάλη άνθησή του. Το αυτό, άλλωστε, με διαφορετικά – αλλά πάντοτε κοινωνικά – κίνητρα συνέβη και στις άλλες χώρες, όπως π. χ. με τον Γερμανικό ρομαντισμό που έχει τις ρίζες του «στην αρνητική στάση των πνευματικών εκπροσώπων του φεουδαρχισμού απέναντι στην αστικοποίηση της κοινωνίας» ( «Ο Γιόζεφ Αϊχεντορφ, ποιητής του Ελντοράντο»  – σύγχρονες σκέψεις σε μια μορφή του παρελθόντος, εφ. «Βήμα» 1-12–1957).

Το ποιητικό έργο του Αχ. Παράσχου, που πολλοί το επαίνεσαν και άλλοι τόσοι το κατέκριναν σαν ψεύτικο και χωρίς νόημα βαθύ, έχει το νόημα του ερμηνευτή των κοινωνικών αντιλήψεων και πεποιθήσεων της εποχής εκείνης, χωρίς βέβαια να εξαντλείται η αξία του με την ιστορική και στενή κοινωνιολογική του ταξινόμηση. 

Τραγούδησε τρία πράγματα ο Παράσχος: την πατρίδα, τον θάνατο και τον έρωτα. Στα πατριωτικά του ποιήματα πρέπει να αποδοθεί μεγάλη σημασία, γιατί εδώ ο ποιητής μιλάει με ειλικρίνεια και αλήθεια και πολλές φορές στέκεται σε ιστορικά περιστατικά που με επιτυχία εκφραστική τα αποδίδει. Χρησιμοποίησε και την δημοτική γλώσσα και την καθαρεύουσα, χωρίς όμως πλαστική ευχέρεια. Ο Αχιλλέας Παράσχος, για την εποχή του, στάθηκε πράγματι μεγάλος ποιητής και αποτελεί ποιητικό σχεδόν φαινόμενο η μεγάλη του δημοτικότητα και λατρεία του από τον λαό.

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του η ανέχεια και η φτώχεια τον βύθισαν στην δυστυχία.   Πέθανε στις 26 Ιανουαρίου 1895 και η κηδεία του είχε παλλαϊκό χαρακτήρα. Τον νεκρό ποιητή αποχαιρέτησαν πάνω από είκοσι ρήτορες και ο τάφος του αρκετό καιρό ήταν γεμάτος από λουλούδια που έφερναν οι θαυμαστές του. Μετά τον θάνατό του κυκλοφόρησαν δυο τόμοι με ανέκδοτα ποιήματά του.

  

Πηγές

 


  • Λουκά Σταθακόπουλου – Γιάννη Γκίκα, «Ανθολογία ποιητών Αργολίδος & Κορινθίας  1798 – 1957», Αθήνα 1958.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», Αθήνα.                           
  • Ιωακείμ Βαλαβάνης, «Αχιλλεύς Παράσχος », περιοδικό Παρνασσός, τόμ. 17, αρ. 6, 1895.
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.

Read Full Post »

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)


  

Βενθύλος Ιωάννης (1804-1854)

Καθηγητής Πανεπιστημίου. Γεννήθηκε το 1804 στη Σμύρνη και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του, μετέβη στο Βερολίνο, όπου σπούδασε φιλολογία υπό τους Boeckh και Hermann, με τούς οποίους συνδέθηκε με μακρόχρονη φιλία.

Με την άφιξη του Καποδίστρια (1828) ο Βενθύλος ήρθε στην Ελλάδα και πρόσφερε τις υπηρεσίες του στην οργάνωση της παιδείας του νεοσύστατου κράτους. Τον Μάιο του 1829 διορίστηκε διδάσκαλος στο Ορφανοτροφείο της Αίγινας, του οποίου συνέταξε και Σχέδιο οργανισμού, χρημάτισε μέλος μιας από τις επιτροπές που συγκρότησε ο Καποδίστριας για την παιδεία, και λίγο αργότερα, μαζί με τον Γεώργιο Γεννάδιο, δίδαξε στο «Κεντρικόν Σχολείον» της Αίγινας ως το 1831, οπότε απολύθηκε εξαιτίας των αντικαποδιστριακών του αντιλήψεων.

Το 1833 διορίστηκε καθηγητής στο Γυμνάσιο Ναυπλίου και το 1839, αφού προηγουμένως δίδαξε στο Πανεπιστήμιο με άδεια της Φιλοσοφικής Σχολής επί διετία φιλολογικά μαθήματα αμισθί, διορίστηκε καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο και δίδαξε ως το θάνατό του.

Δημοσίευσε αυτοτελώς έργα φιλολογικού περιεχομένου, μεταξύ των οποίων: Γραμματική της νεωτέρας ελληνικής γλώσσης (1832), Στοιχεία μετρικής της των Ελλήνων και Ρωμαίων ποιήσεως (1851). Εξέδωσε επίσης τις Νεφέλες του Αριστοφάνη (1830) και την Ποιητική του Αριστοτέλη (1841).

 

Δαυίδ Αντωνίου

Ιστορικός της Εκπαίδευσης, Επίτιμος Δρ. Παν/μίου Ιωαννίνων

Πηγές Ιστορίας της Νεοελληνικής Εκπαίδευσης, «Οι απαρχές του εκπαιδευτικού σχεδιασμού στο νεοελληνικό κράτος: Το Σχέδιο της Επιτροπής του 1883», Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)


 

Το Ναύπλιο δεν είναι μόνο μια πανάρχαια πόλη, στην οποία ο Μύθος και η Ιστορία χάνονται στο βάθος του χρόνου, η πρώτη πρωτεύουσα του ελεύθερου κράτους, στους δρόμους της οποίας παίχθηκε η ιστορία του Νέου Ελληνισμού αλλά και μια τραγική και «θανάσιμη» πόλη. Το κυριακάτικο πρωινό της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 στις 6.45′ περίπου με το παλιό ημερολόγιο, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδω­νος δολοφονήθηκε ο πρώτος Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας.

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

Ο κυβερνήτης το πρωινό της αποφράδας εκείνης ημέρας ξεκίνησε για να εκκλησιαστεί, όπως συνήθιζε, στον Άγιο Σπυρίδωνα, προστάτη άγιο της πατρίδας του της Κέρκυρας. Βγήκε από την κυβερνητική κατοικία, το γνωστό παλατάκι, αργότερα κατοικία και του Όθωνα, (που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα του Όθωνα), από την κύρια ανατολική καμαρωτή είσοδο προς την πλατεία Σιντριβανιού, σημερινή πλατεία Τριών Ναυάρχων, φορώντας τη βαθυγάλαζη ρεντικότα, άσπρο παντελόνι και βαθυγάλαζο καπέλο, συνοδευόμενος από τους δυο φρουρούς, τον Γ. Κοζώνη και Α. Λεωνίδα, έστριψε δεξιά και έφθασε στο Μεγάλο Δρόμο (οδό Βασ. Κων/νου), ακολούθησε πορεία προς τα δυτικά και σε λίγο συνάντησε, την σημερινή οδό Αγγέλου Τερζάκη, (πρώην Ε. Σωφρόνη), και έστριψε αριστερά κατευθυνόμενος προς τον Άγιο Σπυρίδωνα.

Σχέδιο πόλης Ναυπλίου (1834) με την πορεία του Καποδίστρια

Προχώρησε στην οδό Αγγέ­λου Τερζάκη λίγα μέτρα και στην συμβολή των οδών Δ. Πλαπούτα και Αγγέλου Τερζάκη μέσα στο μουχρωμένο πρωινό πάνω στο σταυροδρόμι συνάντησε μπροστά του κακό σημάδι, τους δυο Μαυρομιχαλαίους, Κωνσταντίνο και Γεώργιο ντυμένους με τα καλά τους, φορώντας φουστανέλες, συνοδευόμενους από δυο φρουρούς τον Ι. Καραγιάννη και τον Α. Γεωργίου διότι ήταν υπό επιτήρηση, με τον οπλισμό τους, καινούριες μπιστόλες που είχαν αγοράσει πριν από λίγες μέρες από μαγαζί του Ναυ­πλίου.

Οι Μαυρομιχαλαίοι κατοικούσαν σε μικρή απόσταση ανατολικότερα από τον τόπο συνάντησης στην οδό Γ. Τερτσέτη, πάροδο της οδού Πλαπούτα μεταξύ της πλατείας του Αγίου Γεωργίου και της οδού Αγγέλου Τερζάκη, και είχαν βγει με κακό σκοπό, αναζητώντας πρωΐ – πρωΐ την Κυριακή τον Κυβερνήτη για ξεκαθάρισμα λογαριασμών με τον γνωστό μανιάτικο τρόπο για λόγους τιμής. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ναύπλιο, το φωτεινό μετέωρο της Ελληνικής Ιστορίας


 

Τα πρώτα χρόνια, πρωτεύουσα:

Η ιστορία του Ναυπλίου είναι μακραίωνη. Κατοικήθηκε εδώ και τουλάχιστον 3.000 χρόνια. Κυριότερος βασιλιάς του ήταν ο Ναύπλιος και διασημότερο τέκνο του ο Παλαμήδης, σοφός ο οποίος εφηύρε διάφορα γράμματα του αλφαβήτου, τους πεσσούς κλπ. και συμμετείχε στον Τρωικό Πόλεμο, όπου συγκρούστηκε με τον Οδυσσέα. 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

Τα νεότερα χρόνια, το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα της Πελοποννήσου κατά την Τουρκοκρατία και τις δύο Ενετοκρατίες. Ασφαλές λιμάνι, πλούσιος κάμπος ολόγυρα, ισχυρά φρούρια, ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά του. Η κάτω πόλη, χτίζεται γύρω στα 1500 από τους Ενετούς που την καλλωπίζουν και την οχυρώνουν. Με την απελευθέρωση από τους Τούρκους, στις 30 Νοεμβρίου του 1822, στην αρχή κιόλας της Ελληνικής Επανάστασης, το Ναύπλιο γίνεται η πρωτεύουσα των ελεύθερων περιοχών και αργότερα του Νέου Ελληνικού Κράτους. 

Το 1825, η Κυβέρνηση οργανώνει μια απογραφή του πληθυσμού σε δυο φάσεις, Ιούλιο και Νοέμβριο, με στόχο να διαπιστώσει την προέλευση των κατοίκων που είχαν συρρεύσει στην πόλη και να οργανώσει καλύτερα της συνθήκες διαβίωσής τους.

Ο ερευνητής Χρήστος Ρέππας βρήκε στα αρχεία του Υπουργείου Εσωτερικών τα έγγραφα της απογραφής και τα δημοσίευσε το 1984. Υπήρχαν τότε στο Ναύπλιο 20.000 κάτοικοι, αριθμός τεράστιος για την πόλη της εποχής, εκ των οποίων 10.000 inta muros και άλλες 10.000  extra muros.

Η προέλευσή τους ήταν από όλα τα πιθανά μέρη της Πελοποννήσου αλλά και της Στερεάς Ελλάδας, από τα νησιά, τα άλλα τουρκοκρατούμενα ελληνικά εδάφη (Ήπειρος, Μακεδονία, Σάμος, Θράκη κλπ.), αλλά και από τα Επτάνησα, την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, την Οδησσό, την Βιέννη κλπ. Υπήρχαν επίσης αρκετοί ξένοι από διάφορα κράτη, φιλέλληνες αγωνιστές, διπλωμάτες, έμποροι, καθολικοί και Εβραίοι. Οι συνθήκες διαβίωσης ήσαν άθλιες σε μια πόλη βομβαρδισμένη, καταπονημένη από τη μακροχρόνια πολιορκία, γεμάτη χαλάσματα και βρωμιές. Πολλοί στοιβάζονταν εκτός των τειχών, σε καλύβες, σκηνές και πρόχειρα παραπήγματα.

Ναύπλιο - Η Πύλη της Ξηράς

Το Ναύπλιο, τα πρώτα εκείνα χρόνια, έζησε όλες τις πολιτικές διακυμάνσεις, τον εμφύλιο πόλεμο, την καταστρεπτική εισβολή του Ιμπραήμ το 1827, πριν από την ναυμαχία του Ναυαρίνου, τόσο που εκείνη τη χρονιά να έχει απομείνει το μόνο ελεύθερο σημείο της Νέας Ελλάδας  με τον Ιμπραήμ να το απειλεί από το απέναντι χωριό των Μύλων, οπού ευτυχώς ηττήθηκε. Εάν είχε επικρατήσει, η Ελληνική Επανάσταση θα έχει σβήσει.

Αλλά το Ναύπλιο άντεξε, οι λαϊκοί αγωνιστές, που είχαν δημιουργήσει την εξέγερση με ηγέτες το Δημήτριο Υψηλάντη, το Νικηταρά, τη Μαντώ Μαυρογένους και, βέβαια, τον Κολοκοτρώνη, ενθάρρυναν τους αγωνιστές και το Ναύπλιο έμεινε ακέραιο παρά τις επιθέσεις του άριστα οργανωμένου και από ευρωπαίους αξιωματικούς  στρατού του Ιμπραήμ.

Την πόλη, και για την δραματική συγκυρία, ο Νεόφυτος Βάμβας την αποκάλεσε «Ιερά άγκυρα της Ελλάδος». Ο Κολοκοτρώνης «Το μόνον άσυλον της Ελλάδος» και ο εκ Κωνσταντινουπόλεως συγγραφέας Δημήτριος κ. Βυζάντιος (ο δημιουργός της Βαβυλωνίας) είχε αποκαλέσει το Ναύπλιον  «Τον μόνον τόπον όπου ηδύνατο να ζήση τότε υποφερτά άνθρωπος».

Τα επόμενα χρόνια το Ναύπλιο οργανώθηκε καλύτερα, καθαρίστηκε, γκρεμίστηκαν από τον Καποδίστρια τα τριώροφα και τετραώροφα σαχνισιά που θύμιζαν οθωμανική πόλη, χτίστηκε το προάστιο της Πρόνοιας για τους λαϊκούς αγωνιστές και άρχισαν να εμφανίζονται διάφορες «πρωτιές», για της οποίες η πόλη είναι ακόμη περήφανη:

Οι πρώτες εφημερίδες, το πρώτο Εθνικό Τυπογραφείο, η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις, τα σαλόνια που καλλιέργησαν την πολιτική και καλλιτεχνική ζωή, ο τακτικός στρατός και η σχολή Ευελπίδων, οι πρώτη θεσμοί της κρατικής δομής. Όλα αυτά ενισχύθηκαν με την άφιξη του Όθωνα και την εγκατάσταση της Αντιβασιλείας και μετά της Αυλής, μέχρι τη μεταφορά της πρωτεύουσας, το 1834.

  

19ος αιώνας, αστική συνείδηση:  


 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας, το Ναύπλιο χάνει μεν την πρωτοκαθεδρία, αλλά εξακολουθεί να είναι μια σημαντικότατη πόλη στη παλιά Ελλάδα. Βασικό στρατιωτικό κέντρο, με τα συντάγματα του, τα φρούρια (Παλαμήδι, Ακροναυπλία, Μπούρτζι), το κεντρικό Οπλοστάσιο του στρατού και την κεντρική Ιματιοθήκη του. Ακόμα είναι δικαστικό και διοικητικό κέντρο, ασφαλές εξαγωγικό λιμάνι και προς το τέλος του αιώνα συνδέεται και με το σιδηρόδρομο. Εξακολουθούν να υπάρχουν κυρίως  δυο γειτονιές, η λεγόμενη σήμερα παλιά πόλη και το προάστιο της Πρόνοιας.   Ο πληθυσμός  του ανέρχεται περίπου στις 7.000 κατοίκους.

Μέσα στον αιώνα αυτόν, το Ναύπλιο αναπτύσσει μια αστική συνείδηση. Τούτο είναι αρκετά σπάνιο στον ελληνικό χώρο και ομοιότητες μπορούμε να βρούμε σε πολύ λίγες άλλες πόλεις της χώρας μας, ίσως στην Ερμούπολη, την Κέρκυρα, την Καβάλα.

Η συνείδηση της πλειοψηφίας των κατοίκων του Ναυπλίου είναι ότι δεν συνδέονται με την ύπαιθρο και τον κόσμο της – ή τουλάχιστον αυτή δεν κυριαρχεί πάνω τους. Οι Ναυπλιώτες είναι στρατιωτικοί τεχνίτες του Οπλοστασίου, χωροφύλακες, υπάλληλοι των δικαστηρίων, δικαστικοί, δικηγόροι, χήρες προυχόντων, έμποροι, μαγαζάτορες, δημόσιοι υπάλληλοι. Η πόλη  τους σιγά- σιγά ευπρεπίζεται, καλλωπίζεται, γκρεμίζονται τα τείχη, αποκτά φωτισμό και περισσότερο πράσινο. Πλήθος ξένων περιηγητών ταξιδεύουν και την περιγράφουν με τα φωτεινότερα χρώματα. Έχει ευπρεπή ξενοδοχεία και δέχεται επισκέψεις πριγκίπων και αυτοκρατόρων, όπως της Αυτοκράτειρας Ελισάβετ (Σίσσυ) της Αυστρίας, του Αυτοκράτορος της Βραζιλίας Δον Πέδρο ΙΙ κ.α. Δέχεται ξένους θιάσους όπερας και διατηρεί μια ευρεία μουσική παράδοση. Αλλογενείς και ντόπιοι λογοτέχνες, δημοσιογράφοι και ταξιδιώτες περιγράφουν τις ομορφιές της.

  

Η αστική συνείδηση, βάση της Ναυπλιακής Επανάστασης:


 

Καλλιόπη Σπ. Παπαλεξοπούλου. Φώτο από το « Ημερολόγιον του 1904, Κ. Φ . Σκόκου », Τόμ. 19, Αρ. 1, σελ. 241.

Το 1862, λαός και στρατός του Ναυπλίου εξεγείρονται κατά του απολυταρχισμού του Όθωνα. Ηγέτιδα του κινήματος η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου  (1809 – 1898), σύζυγος του πρώτου Δημάρχου της πόλης. Οι ιδέες της είναι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης, του Διαφωτισμού, τις οποίες είχε ενστερνιστεί στην Αγκώνα όπου μεγάλωσε και στη συνέχεια με άπληστα διαβάσματα και με την επαφή της με όλους τους ξένους που έρχονταν στην πόλη, για τους οποίους το σπίτι της ήταν πάντοτε ανοιχτό.

Η Παπαλεξοπούλου δεν ήταν μόνη της: ο λόγος και οι ιδέες της βρήκαν πρόσφορο έδαφος σε φωτισμένους και πατριώτες στρατιωτικούς, διανοούμενους, ανώτερους δημοσίους υπαλλήλους , δικηγόρους και γιατρούς. Για παράδειγμα, μερικά μόνο ονόματα (από το βιβλίο της Κούλας Ξηραδάκη): Γεώργιος Ανδρικόπουλος από την Πάτρα, αξιωματικός της Εθνοφρουράς και δραματικός συγγραφέας.

Αριστείδης Γλαράκης, δημοσιογράφος, μέλος της Χρυσής Νεολαίας. Αναστάσιος Γούδας, γιατρός και αντιοθωνικός δημοσιογράφος. Δημήτριος Γρίβας, αξιωματικός, γιος του στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα και της Ελένης Μπούμπουλη, κόρης της Μπουμπουλίνας, Αριστείδης Δόσιος, πανεπιστημιακός, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, αποπειράθηκε να δολοφονήσει την Αμαλία. Κωνσταντίνος Ευθυμιόπουλος, δικηγόρος από το Ναύπλιο, κατόπιν Δήμαρχος Ναυπλίου και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Εσωτερικών. Οδυσσέας Ιάλεμος, δημοσιογράφος από τη Λέσβο. Δημήτριος Καλλιφρονάς, αγωνιστής του ‘21 και πολιτευτής, πρωτεργάτης της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 και του 1862. Πάνος Κορωναίος, αξιωματικός, πολέμησε στο Κριμαϊκό πόλεμο και στη Συρία με το Γαλλικό στρατό καθώς και στο Αρκάδι, μετέπειτα Υπουργός Στρατιωτικών. Όθων Μακρυγιάννης, γιος του στρατηγού Μακρυγιάννη, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, κατόπιν πολλές φορές Βουλευτής  Αττικής. Αρτέμης  Μίχου, από τα Γιάννενα, αγωνιστής του ’21 στη Στερεά και στο Μεσολόγγι, έπαιξε πρωταρχικό ρόλο στην Επανάσταση του 1862, μετέπειτα αρχηγός της Χωροφυλακής. Αριστείδης Οικονόμου, δικαστικός και πολιτικός από τα Καλάβρυτα, επικεφαλής των επαναστατών στην Πάτρα το 1826. Αχιλλεύς Παράσχος, φημισμένος ποιητής, μέλος της Χρυσής Νεολαίας, φυλακίστηκε στο Μεντρεσέ του Ναυπλίου και εξορίστηκε. Ηλίας Ποταμιάνος, δημοσιογράφος και Βουλευτής Ναυπλίου. Γεώργιος Ψύλλας, δικηγόρος και δημοσιογράφος, μετέπειτα Γερουσιαστής και Υπουργός Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Και πολλοί άλλοι…  

Μακρυγιάννης Όθων (1833-1901)

Η Ναυπλιακή Επανάσταση λοιπόν ήταν ένα κίνημα για τις ελευθερίες που ξεκίνησε η ελίτ της πόλης και της χώρας και όπου συμμετείχε ευρέως ο λαός ο οποίος το στήριξε και αντιστάθηκε στην πολιορκία και στις μάχες με τον βασιλικό στρατό για περίπου δυο μήνες.

Όλοι ξέρουμε την απόληξη: το κίνημα, που θα ξεσήκωνε το σύνολο της χώρας, επικράτησε μόνο στην Αργολίδα και τις Κυκλάδες και προσωρινά απέτυχε, για να πετύχει όμως λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1862 και τα καταλήξει στην οριστική έξωση του Όθωνα.

Η αστική συνείδηση των κατοίκων του Ναυπλίου και της ελίτ της πόλης, συντέλεσε στο αποτέλεσμα αυτό. Η συνείδηση αυτή επρόκειτο να διατηρηθεί  και να αναπτυχθεί περαιτέρω και κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα. Για άλλη μια φορά το Ναύπλιο υπήρξε πρωτοπορία στην εγκαθίδρυση  των δημοκρατικών αρχών στη χώρα, όπως είχε πρωτοστατήσει και στην απελευθέρωση της.

  

Ομιλία κ. Γιώργου Ρούβαλη, στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη,  στα πλαίσια  εκδήλωσης αφιερωμένης στη μνήμη της Ελληνίδας ηρωίδας Καλλιόπης Καπαλεξοπούλου, στις 17 Οκτωβρίου 2008.    

 

Σχετικά θέματα: 

 

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Α. Πέτρος (1828-1892)


Γιος του Μπεϊζαδέ Αναστασίου και εγγονός του Πετρόμπεη. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι. Το 1862 ήταν πρωτοδίκης στο Ναύπλιο. Πρωτοστάτησε στην Ναυπλιακή επανάσταση το Φεβρουάριο του 1862. Ήταν μέλος της επαναστατικής επιτροπής.

Με την αποτυχία της εξέγερσης αυτοεξορίστηκε με άλλους επαναστάτες  – 300 περίπου στη Σμύρνη. Μετά την έξωση του Όθωνα εχρημάτισε πληρεξούσιος Εθνοσυνέλευσης, υπουργός Δικαιοσύνης, βουλευτής, Γεν. Γραμματέας υπουργείου Δικαιοσύνης. Πέθανε στην Αθήνα το 1892.  

 

Πηγή


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», τρίτη έκδοση, Αθήνα χχ.

 

Σχετικά θέματα: 

Read Full Post »

Μπότσαρης Κίτσος (1841-1915)


Μπότσαρης Κίτσος. Γιος του στρατηγού και γερουσιαστή Κωνσταντίνου Μπότσαρη. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1841. Το 1862 τελείωσε τη Σχολή Ευελπίδων και ονομάστηκε ανθυπασπιστής  του πεζικού. Πήρε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή επανάσταση.

Το 1866 πήρε μέρος σε διάφορες επιχειρήσεις στην Κρήτη. Διετέλεσε καθηγητής της  Σχολής υπαξιωματικών. Στον πόλεμο του 1897 ανάλαβε την διοίκηση μιας ταξιαρχίας και συμμετέσχε στην άμυνα της Άρτας και στις επιχειρήσεις στην Ήπειρο στα Πέντε Πηγάδια. Έκτοτε διετέλεσε διοικητής της 3ης μεραρχίας μέχρι το 1908 που αποστρατεύτηκε. Πέθανε στην Αθήνα το 1915.        

  

Πηγή


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Touret Αύγουστος Ιλαρίων (Auguste Hilarion Touret 1797 – 1858)


 

Γάλλος φιλέλληνας, πρώην αξιωματικός των Ουσάρων. Ήρθε στην Ελλάδα το 1825 και τάχτηκε στο ιππικό σώμα του Φαβιέρου. Διακρίθηκε στις μάχες του Φαλήρου και της Χίου. Μετά την απελευθέρωση παρέμεινε στον Ελληνικό Στρατό. Στο Ναύπλιο κατοίκησε μόνιμα το 1832 και ήταν η ψύχη της καθολικής κοινότητας, έως το 1845 όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην  Αθήνα με τον τίτλο «υπασπιστή του Βασιλιά».

 

Auguste Hilarion Touret

Από τις ευγενέστερες μορφές φιλελλήνων του Εικοσιένα, ο υποσυνταγματάρχης Touret  γεννήθηκε στην πόλη Sarreguemines επί των γαλλογερμανικών συνόρων, στις 23 Αυγούστου 1797. Νέος επέλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία στην οποία διακρίθηκε και ο πατέρας του Ιλαρίων.

«Τα τελευταία έτη της γαλλικής Αυτοκρατορίας, γράφει ο μνημονευθείς Ερρίκος Fornesy στις βιογραφίες Φιλελλήλων το 1860, ήταν τα πρώτα του στρατιωτικού του βίου. Εξηκολούθησε υπηρετών την πατρίδα του έως του έτους 1825. Παρητήθη τότε του βαθμού αξιωματικού των Ουσάρων όπως ακολουθήσει τους άλλους εθελοντάς τους οποίους ο ηρωισμός του ελληνικού αγώνος παρεκίνει τα συμμερισθώσι την δόξα και τους κινδύνους. Ο Φαβιέρος τον έθεσε εις το τακτικόν ιππικόν και απέκτησεν υπόληψιν εις Φάληρον και άλλας εκστρατείας, ιδίως εν Χίω, όπου η διαγωγή του και η των ιππέων του επηνεύθη κολακευτικά υπό του γενικού διοικητού την επαύριον της εξόδου των Τούρκων εις την οποίαν τόσον γενναίως αντέστησαν τα τακτικά στρατεύματα.

Ο συνταγματάρχης Touret είχε, εκτός του στρατιωτικού του ζήλου, και αληθή ικα­νότητα την οποίαν επεβεβαίου και το στρατιωτικόν του παράστημα. Ήτο ακούραστος εις την υπηρεσία, αυστηρός αλλά δίκαιος. Η ανήσυχος ενεργητικότητα του τον παρέ­συρε πολλάκις πέραν των αυστηρών ορίων των δικαιωμάτων του. Άριστος σύντρο­φος, πλήρης ευγενείας και απαράμιλλου φιλοφροσύνης ετιμάτο και ηγαπάτο. Εις αυ­τόν οφείλονται αι πρώται σημειώσεις περί Φιλελλήνων εν αις συνεργάτης του επέπρωτο μετά λύπης να γράψη και το όνομα του φίλου τόσον προώρως θανόντος».

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το 1830, ο Touret ήρθε στο Άργος όπου νυμφεύτηκε στις 16 Μαΐου την εκ Τοσκάνης της Ιταλίας Μαρία-Θηρεσία Pelloni. Ο γάμος καταγράφηκε στο Ληξιαρχικό Βιβλίο της καθολικής Εκκλησί­ας Ναυπλίου σελ. 7 αρ. 30.

Το μυστήριο τελέστηκε από τον ιερέα Κάνδιδο Conchetti, λειτουργό γαλλικής φρεγάτας, παρουσία του γάλλου στρατηγού Gerard. Παράνυμφοι ήταν οι γάλλοι συνταγματάρχες Pellion και Paurie. Το επόμενο έτος οι νεόνυμφοι μετώκησαν στο Ναύπλιο.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού του Σώματος Πυροβολικού. Με την ιδιότητα αυτή τον επισκέφτηκε ο άγγλος ναύαρχος G. Cochrane ο οποίος έγραψε στο Ημερολόγιο του στις 3 Αυγούστου 1836:

 «Το πρωινό τούτο επισκέφτηκα τον Major Torette, Διοικητή του τόπου, παλαιό μου γνώριμο. Κατοικεί μαζί με τη σύζυγό του σ’ ένα πολύ ωραίο σπίτι, κοντά στην πύλη της πόλης. Η κυρία Torette με πληροφόρησε ότι τους επισκέφτηκαν πρόσφατα ο πρέσβης της Γαλλίας κ. Lagrenée με τη σύζυγό του. Με την ευκαιρία αυτή οργάνωσαν χοροεσπερίδα στην οποία έλαβαν μέρος 60 Ελληνίδες. Αναφέρω το γεγονός για να πω ότι κοινωνική ζωή δεν υπάρχει μόνο στην Αθήνα».

Το 1845 οι Touret ήρθαν οριστικά στην Αθήνα. Ο Αύγουστος Ιλαρίων τιμήθηκε με τα αξιώματα του αυλάρχου, του διευθυντού του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και της οικονομικής Υπηρεσίας του Στρατού. Το 1850 ίδρυσε την πυροσβεστική Υπη­ρεσία Αθηνών σε γαλλικά πρότυπα. Οι πυροσβέστες έφεραν πολύχρωμη στολή, υψηλό ορειχάλκινο κράνος με μακρύ ερυθρό λοφίο.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1854 απεβίωσε η Μαρία Θηρεσία Touret. Ασθενής ταξίδε­ψε ο Αύγουστος Ιλαρίων Touret στην πατρίδα του Sarreguemines για θεραπεία. Ο θάνατος τον βρήκε στον Πειραιά στις 28 Αυγούστου 1858 ενώ κατερχόταν από το πλοίο με το οποίο επέστρεψε από τη Γαλλία. Επιθυμία του ήταν να πεθάνει στην Ελλάδα στην οποία αφιέρωσε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Ενταφιάστηκε δίπλα στη σύζυγό του στο Νεκροταφείο «Τράχονες» (το σημερινό Α’ Νεκροτα­φείο). Είχε τιμηθεί με 5 ελληνικά και γαλλικά παράσημα.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Στην Καθολική Εκκλησία του Ναυπλίου υπάρχει  λιτή ξύλινη αψίδα, δωρεά του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Touret, που κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Η αψίδα, που έμεινε γνωστή ως «αψίδα Τουρέ», είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα ξένων Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σελ. 233-235, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιατρική στα κείμενα του Μακρυγιάννη

 


 

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά.

Σε ηλικία 23 ετών μυείται στην φιλική εταιρεία. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με  αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στην μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στην μάχη για την άλωση της Υπάτης, στην μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλύτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήσηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμμελε ταχέως  να αποθάνη» συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον, έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».  

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι» γράφει.

Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς  όπου έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια)  αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε  λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη  ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού».

Εκεί όμως πυροβολώντας τον οι Τούρκοι τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο «από μουσκέτο» «και τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα για να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά.  Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη».

Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί όπως μας πληροφορεί στην συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα – ο γιατρός – και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».

Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φθάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου.

Ο Μακρυγιάννης, που τον γνώριζε από  τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στην Ρούμελη – τον είχε εμπιστοσύνη – και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ. Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά γι’ αυτό όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξύλινου όπλου ένεκα του τραύματός του».

Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826 τραυματίστηκε σοβαρά από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πως το περιγράφει ο ίδιος:

Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι , τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό.  Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος μ’ άφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος».

Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισοντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες . Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποι του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».

Την αυγή πιάστηκε  ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δεχόταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά κι είχε στραγγίξει το αίμα του όλο.

Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα είχε καμμία υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης.

«Τότε με ́πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα οπού μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα».

Γι΄ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι:

«Σωματικός ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής  τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους το 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χείρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών».

Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».

Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περιόδου 1835 – 1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη:

«Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι, ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας, Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.

«Οι υποφαινόμενοι ιατροί  επισκεφθέντες των στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπτύωσιν αποσταθείσαν και  ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της Ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.

Τον Απρίλιο του 1851 με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήταν μεγάλη αδιαντροπιά» γράφει ο Σεφέρης. 

Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες  ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμία όμως δεν τόλμησε να δημοσίευση τη διαμαρτυρία του αυτή.

«Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δυο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα, και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μετά από λίγες ημέρες τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας».

Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο οδηγήθηκε στην φυλακή πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «Ο Μακρυγιάννης ετάφη ζών».

Ο αρχίατρος Τράϊμπερ που τον επισκέφθηκε γράφει πως το δωμάτιο του ήταν «δωσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και  το Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.

Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες  – κήλη και προστάτης – τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά «δεν έχασε , ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλούσης πάντοτε».

Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859.

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή όπου πέρασε… πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου «Φάγε αυτές Στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα». Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου ζωντανός είμαι η πεθαμένος »  

Στις 27 Απριλίου 1864 πέθανε «εξ υπερβαλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειο του λόγο ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε:

«Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι  πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς.

Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσφορίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν τεράστιαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν: Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη.

Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης  ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος  εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθαίνειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».

Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης για τον θάνατο του Γκούρα  κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο.

Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά  έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια).

Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά …Μας είπε με χωρατά. Εγώ θα πεθάνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον:

«Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στη χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι  μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινες μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους , κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί οπού είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός , και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλι ξηλωνέταν, κι  έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλία οπούταν η πληγή. Και ζή τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».

Ο Βλαχογιάννης επεξηγώντας τη ραφή των τραυμάτων «δια κεφάλων μυρμήγκων» γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκώσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».

Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και Θάματα«. Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα.

«Τα 1837 γράφει μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα  αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…»

Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους, – επιστήμονες και εμπειρικούς – γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης , που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατροχειρούργος   Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμπάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.

Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν» όπως γράφει. Και συνεχίζει:

«Τους γιατρούς τους πλερώνομεν  τον καθένα από ‘να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός οπού μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην το δοξάσουμε και τον ευχαριστήσομεν;».

Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρωνόνταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δυο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά την μάχη στους Μύλους.

Περιγράφει ακόμη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα.

Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβλέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» ( η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα έξι.

Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από τη Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του  «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».

Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη  ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατάντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα».

Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος» 

Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι την μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το κάστρος των Αθηνών, μίαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε  οι άνθρωποι έλπιζαν οτ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιάν μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού.

Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό,  εις τ’ Ανάπλι μου είχε γένει έν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα  ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849, (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιές μου, αισθάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το «δεσαν καλά». 

Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες τις πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της  εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για  την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».

Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών στις 13/3/1853 «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαράς και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».

Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.

  

Γιάννης Πατσώνης,

Παιδίατρος

© Ιατρικά Θέματα, Τριμηνιαία έκδοση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος 33, 2005.

 

Πήγες  

 


  • Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, (εκδόσεις Γαλαξίας Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάϋρον.
  • Γ. Σεφέρης: Δοκιμές (ένας Έλληνας: Ο Μακρυγιάννης). 
  • Δ. Σταμέλος:» Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποπιοΐας», Εστία.
  • Γ. Μαρρές: Μακρυγιάννης  – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
  • Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
  • Τετράδια ευθύνης: για τον Μακρυγιάννη. 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μίχος Αρτέμιος (1803 – 1873)

 


Μίχος Αρτέμιος

Αγωνιστής του ’21.  Ο Αρτέμιος Μίχος γεννήθηκε στα Γιάννενα. Πολέμησε σε πολλές μάχες στη δυτική Στερεά και στο Μεσολόγγι. Το 1825 κλείστηκε στο Μεσολόγγι όπου αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι την έξοδο. Μετά ακολούθησε τον Δημήτριο  Υψηλάντη.  

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου κρατούσε σημειώσεις με τα καθημερινά συμβάντα και μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, τα οποία με τίτλο «Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστρατήγου Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», κυκλοφόρησαν από τον  Σ. Π. Αραβαντινό το 1883.   

Ο Σ. Π. Αραβαντινός γράφει:

«Μεταξύ των σφριγώντων μαχητών, οίτινες μετά την καταστροφήν του Αλή Πασά προσέδραμον εις τας τάξεις των υπέρ της ελευθερίας αγωνιζομένων, ην και ο συγγραφεύς των Απομνημονευμάτων Αρτέμιος Μίχος, νεαρός ευπατρίδης των Ιωαννίνων, καταλιπών καπνίζοντα έτι τα ερείπια της πατρικής οικίας και μεταστάς εκ των ανέσεων του οικογενειακού βίου εις τας κακοπαθείας του πολέμου.

Μετά πέντε δε έτη η δίνη των μαχών περιέλαβε και αυτόν εις την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου εγένετο κοινωνός πάντων των αγώνων, των ταλαιπωριών ως και της δόξης της φρουράς.

Διαρκούσης της πολιορκίας, ο συγγραφές κατέγραψε πιστάς σημειώσεις περί των συμβάντων, τας οποίας, συνηρμολόγησεν  ύστερον, ότε συντελεσθέντος του αγώνος απεκατεστάθη η τάξις».

Ήταν αντισυνταγματάρχης – διοικητής του 5ου τάγματος  πεζικού στο Ναύπλιο όταν έγινε η επανάσταση στην οποία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι  αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης κ.α. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Μετά την μεταπολίτευση υπηρέτησε σαν επιθεωρητής του στρατού και σαν αρχηγός της χωροφυλακής. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

  

Πηγές

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα 1930.                        
  • Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστράτηγου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) καί τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», εκδίδονται υπό Σ. Π. Αραβαντινού. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »