Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Τσώκρης Δημήτριος (1796 – 1875)

 

Τσώκρης

Δημήτριος Τσώκρης (1796-1875)

Εξέχουσα στρατιωτική προσωπικότητα του 1821 και κατόπιν βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος. Οι γονείς του είχαν αποκτήσει άλλα δύο αγόρια μεγαλύτερα, τον Γεώργιο και τον Τάσο, αλλά ο Δημήτριος ήταν ο επιφανέστερος. Ο Δημ. Τσώκρης ταξίδεψε στη Σμύρνη, στην Πόλη και στη Ρωσία και ασχολήθηκε με το εμπόριο. Τον Απρίλιο 1821 επέστρεψε από την Κων/πολη στο Άργος μέσω Ύδρας. Αμέσως οργάνωσε στρατιωτικό σώμα, το οποίο συντηρούσε με δικά του έξοδα, γιατί ορισμένοι γενναίοι μικροκαπεταναίοι, αναγνωρίζοντας τις ικανότητές του, τέθηκαν με τα παλικάρια τους υπό τις διαταγές του.

Ήταν τότε 25 χρονών και ως οπλαρχηγός Άργους προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες στην πατρίδα. Με τη γενναιότητα και τις στρατιωτικές του αρετές πολύ γρήγορα αναδείχθηκε πρώτος στρατιωτικός της επαρχίας Άργους. Έλαβε μέρος στη μάχη του Ξεριά – Απρίλιο του 1821- και προσπάθησε να σώσει τον άμαχο πληθυσμό από την οργή του Κεχαγιάμπεη. Επίσης, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου διακρίθηκε σε διάφορες συμπλοκές, και λίγο μετά έγινε πολιτάρχης Άργους. Όταν ο Δράμαλης εισέβαλε στην Αργολίδα με την πολυάριθμη στρατιά του τον Ιούλιο1822, πρώτος ο Τσώκρης έδωσε εντολή να κάψουν τον κάμπο, για να περιέλθει ο εχθρός σε δύσκολη θέση. Δεν πολέμησε όμως στα Δερβενάκια είχε μείνει πίσω, στους Μύλους, με τους άλλους καπεταναίους. Λίγο αργότερα όμως, το Νοέμβριο 1822, πολέμησε στον Άγιο Σώστη, όταν περνούσαν από το στενό εχθρικές εφοδιοπομπές. Πολέμησε ακόμα σε πολλές μάχες – στα Μεγάλα Δερβένια, στην Αθήνα, στη Ναύπακτο- και πολλές φορές εναντίον του Ιμπραήμ.

Κατά τον εμφύλιο πόλεμο είχε ταχθεί με το μέρος του Κολοκοτρώνη. Ο Γέρος του Μοριά τον εκτιμούσε πολύ και στα γράμματά του τον προσφωνούσε «παιδί μου Δημήτρη Τζόκρη». Όταν μαζεύονταν στο Άργος για την Α΄ Εθνοσυνέλευση, ο Κολοκοτρώνης έστειλε τον Τσώκρη να συναντήσει τον Αντώνη Οικονόμου και να τον προστατεύσει, αλλά δεν πρόλαβε, τον είχαν σκοτώσει στη θέση Ξεριά Άργους.

Επίσης, μεγάλη εκτίμηση του έτρεφε και ο Ιωάννης Καποδίστριας, τον οποίο φιλοξενούσε ο στρατηγός στο σπίτι του, όταν ερχόταν στο Άργος. Ο Τσώκρης τιμήθηκε με πολλά αξιώματα. Ήταν πρόεδρος του στρατοδικείου που καταδίκασε σε θάνατο τον δράστη της δολοφονίας του κυβερνήτη Γεώργιο Μαυρομιχάλη. Ήταν πληρεξούσιος Άργους στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση Άργους (1829) και στην Ε΄, που έγινε μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια (1831). Επίσης, κατά την περίοδο της στρατιωτικής αναρχίας (1831-1833) προσπάθησε να προστατεύσει την επαρχία του από τα Ρουμελιώτικα στρατεύματα και από την οργή των Γάλλων, που ματοκύλησαν το Άργος στις 4 Ιαν. 1833.

Στον πολιτικό στίβο αναδείχθηκε μετά την επανάσταση του 1843, οπότε αρχίζει ο συνταγματικός βίος της χώρας μας. Μέχρι το θάνατό του σχεδόν μεσουρανούσε το πολιτικό άστρο του Τσώκρη στην επαρχία Άργους. Ο στρατηγός Τσώκρης δεν ήταν μόνο πετυχημένος πολιτικός αλλά και μέγας κομματάρχης και πολιτικάντης και επηρέαζε σε ύψιστο βαθμό τα πολιτικά πράγματα στην ιδιαίτερη του πατρίδα. Ο ίδιος διετέλεσε επί σειρά ετών βουλευτής. Παράλληλα ανέδειξε στο βουλευτικό αξίωμα τους γιους του Νικόλαο και Γεώργιο και τον αδελφό του Γεώργιο, ο οποίος διετέλεσε και δήμαρχος. Δήμαρχοι διετέλεσαν και οι σύγγαμβροί του Κων/νος Βώκος και Κων/νος Ροδόπουλος. Ο Δημήτριος Τσώκρης ήλεγχε τη Δημοτική Αρχή από το 1838 έως το 1855.

Είχε τιμηθεί με πολλά παράσημα και είχε διατελέσει και υπασπιστής του Γεωργίου Α΄. Κατά τη Ναυπλιακή επανάσταση (1η Φεβρ.1862) έλαβε μέρος κατά του βασιλιά Όθωνα και ως πρωτεργάτης του κινήματος δεν έλαβε αμνηστεία, αλλά εξορίστηκε και βρέθηκε στη Σμύρνη κι από εκεί στη Μεσσήνη της Σικελίας.

Μετά την έξωση του Όθωνα επέστρεψε και έγινε δεκτός με ενθουσιασμό. Παρά τη λαμπρή πολιτική σταδιοδρομία του, ο Τσώκρης στην οικογενειακή του ζωή ατύχησε.

Παντρεύτηκε το 1827 τη Μαριγώ, κόρη του Αναγν. Ιατρού, εξαιρετική αρχοντοπούλα, με την οποία απέκτησε έξι αγόρια και τρία κορίτσια. Δύο αγόρια πέθαναν σε βρεφική ηλικία, τα πιο πολλά από τα παιδιά του έμειναν άγαμα ή πέθαναν πριν απ’ αυτόν όπως και η γυναίκα του η Μαριγώ (1867) και δεν είχε την ευτυχία να χαρεί ούτε ένα εγγονάκι. Η Ελένη, το στερνοπαίδι του, παντρεύτηκε τον Ανδρέα Καρατζά .

Ο ίδιος πέθανε στην Αθήνα και κηδεύτηκε στο Άργος ενταφιάστηκε στο ΝΑ άκρο του περιβόλου του Αι-Γιάννη. Εκεί αναπαύονται και όλα τα άλλα μέλη της οικογένειάς του.

 

 

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

 

Οὗτος κατήγετο ἀπό τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους. Ἐπανελθὼν δὲ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν μετὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπαναστάσεως παρουσιάσθη ὡς ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαρχίας Ἄργους, βοηθούμενος ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του καὶ λοιποὺς συγγενεῖς. Διέπρεψε δὲ κατὰ τὴν πολιορκίαν τοῦ Ναυπλίου, καὶ κατὰ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Δράμαλη εἰς τὴν Ἀργολίδα πολὺ ἐχρησίμευσε, γνωρίζων τὰς θέσεις ὡς ἐντόπιος. Εὑρέθη δὲ καὶ εἰς διαφόρους ἀκροβολισμοὺς καὶ μάχας ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Παλαιοκάστρου τοῦ Ἄργους, κατ᾿ ἐξοχὴν δὲ εἰς τὸ καύσιμον τῶν δεματίων καὶ λοιπῶν τροφίμων. Εἰς δὲ τὴν μάχην τοῦ Ἁγίου Σώστη ὅπου ἐφονεύθη ὁ Παπᾶ Ἀρσένης Κρέστης, ὁ Τσώκρης ἠρίστευσε πρῶτος ἐλθὼν ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα καὶ καταλαβὼν τὰ νῶτα την Τούρκων μὲ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν στρατιώτας, κατόπιν δὲ τούτου ἦλθον ἀπὸ τὸ Στεφάνι τὸ ἀπόσπασμα τοῦ Νικήτα, ὁ Χατσῆ Χρῆστος καὶ οἱ λοιποὶ, καὶ οὕτω ἐσώθη ἡ μάχη. 

Ὁ Τσώκρης ἐπολέμει μέχρις ὅτου οἱ Τοῦρκοι ἐχάθηκαν ἀπὸ τὴν Ἀργολίδα καὶ τὴν Κόρινθον, καὶ ὕστερα ὅταν ἦλθεν ὁ Ἰμβραὴμ ἐξεστράτευσε καὶ αὐτὸς κατὰ τῶν Ἀράβων ὑπὸ τὴν στραταρχίαν τοῦ Κυριάκου Σκούρτη. Εἰς δὲ τὴν μάχην τὴν γενομένην εἰς τοὺς Παλαιοὺς Ἀβαρίνους, ὁ Ἰβραὴμ Πασᾶς ἐπολιόρκησε στενὰ τοὺς ἐν τῷ φρουρίῳ Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες τροφὰς, πολεμοφόδια καὶ καμμίαν ἐλπίδα βοηθείας, παρεδόθησαν εἰς τὸν Ἰβραὴμ διὰ συνθήκης, ἀφήσαντες τὰ ὅπλα των. Μεταξὺ τῶν παραδοθέντων Ἑλλήνων ἦτο καὶ ὁ Τσώκρης μὲ τοὺς ὑπ᾿ αὐτὸν στρατιώτας καὶ καπεταναίους, οἵτινες μετὰ ταῦτα ὁπλισθέντες ἐπολέμησαν τὸν ἐχθρόν.

    

Πηγές

  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.    
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.

 

Read Full Post »

Γεώργιος Καρπετόπουλος (1864-1929).

 

Αξιωματικός του ιππικού και βουλευτής. Καταγόταν από το Άργος, αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Φοίτησε στη Σχολή Υπαξιωματικών. Έλαβε μέρος στον ατυχή πόλεμο του 1897, όπου διακρίθηκε.

 

Αργότερα εγκατέλειψε τη στρατιωτική καριέρα – ήταν Ταγματάρχης ιππικού– και πολιτεύτηκε με το κόμμα του Θεοτόκη, με το οποίο εκλέχτηκε πολλές φορές βουλευτής Άργους από το 1902 μέχρι το 1926 και γερουσιαστής (1929). Διετέλεσε υπουργός Εσωτερικών στην ολιγοήμερη κυβέρνηση Ν. Στράτου (Μάιος 1922) και Διοικητής Κρήτης για ένα τρίμηνο (Ιούνιος – Σεπτέμβριος 1922).

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.

Read Full Post »

Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος.

 

 

Γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής. Σπούδασε στην Ελλάδα και στη Γαλλία. Ήταν νέος, όταν για πρώτη φορά ασχολήθηκε με την πολιτική το 1870, οπότε και εκλέχτηκε δήμαρχος με την υποστήριξη του βουλευτή Ανδρέα Δανόπουλου.

Εκλέχτηκε για δεύτερη φορά δήμαρχος (1879-1883) και βουλευτής με το κόμμα του Θ. Δηλιγιάννη το 1885. Διετέλεσε και νομάρχης.

 

Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος

Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Από αγγελία θανάτου της αδελφής του Αγγελικής Κούζη πληροφορούμαστε ότι ο βουλευτής Γεώργιος Παπαλεξόπουλος ήταν επίσης αδελφός του. Τους γονείς τους,τους έλεγαν Σταύρο και Σοφία. Ο Μιχ. Παπαλεξόπουλος είχε παντρευτεί στην Τρίπολη τη Βασιλική το γένος Χρήστου Μπιλάλη.

 

 

Βιβλιογραφία

 

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.

Read Full Post »

Ζωγράφος Λεωνίδας (†1902)


 

Ο Λεωνίδας Ζωγράφος ήταν αρχίατρος του ελληνικού στρατού και βουλευτής της επαρχίας Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος και σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι, απ’ όπου επανήλθε το 1852. Ήταν αντιοθωνικός και τάχθηκε με το μέρος της Ναυπλιακής επανάστασης του 1862 κατά του Όθωνα. Γι’ αυτό και εξορίστηκε για μικρό διάστημα στην Αίγινα. Κατόπιν εκλέχτηκε πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους για τη Β΄ Εθνοσυνέλευση Αθηνών (1862). Αναδείχτηκε τρεις φορές βουλευτής στην επαρχία Άργους [1]  αρχικά με το κόμμα του Δημητρίου Βούλγαρη και κατόπιν με εκείνο του Θεόδωρου Δηλιγιάννη.

Στις εκλογές του 1885 ήταν και πάλι υποψήφιος με το κόμμα του Δηλιγιάννη [2], αλλά δεν εκλέχτηκε. Μετά την αποτυχία του επανήλθε στην υπηρεσία του στο στρατό ως αρχίατρος [3] και έκτοτε απέσχε της πολιτικής. Προσπάθησε μάλιστα να αναδείξει τον ανιψιό του Μιλτιάδη Ζωγράφο, δικηγόρο, αλλά απέτυχε [4].

Ο Λεωνίδας Ζωγράφος διακρινόταν για τις φιλελεύθερες αρχές του, τη μαχητικότητά του και τον ακέραιο χαρακτήρα του. Δε δίστασε κάποιες φορές να αντιδράσει δυναμικά στις πολιτικές βιαιότητες της εποχής του, θύμα των οποίων υπήρξε και ο ίδιος το 1872, γιατί δεν εκλέχτηκε τότε λόγω της μεγάλης βίας και νοθείας. [5]

Άλλη μία φορά αντέδρασε επίσης δυναμικά, όταν κατά τις δημοτικές εκλογές του 1883 παρατηρήθηκαν σοβαρά έκτροπα στο Ναύπλιο σε βάρος του Επαμεινώνδα Κωτσονόπουλου και της παράταξής του.[6] Ζήτησε τότε από το βασιλιά με τηλεγράφημά του να παρέμβει, για να σώσει τους Ναυπλιείς.[7] Αποτέλεσμα ήταν να διαρρεύσει το περιεχόμενο του τηλεγραφήματος και να κατηγορηθεί «επί δυσφημίσει της κυβερνήσεως και εξυβρίσει των εν Ναυπλίω αρχών εξ επαγγέλματος». Η δίκη αρχικά αναβλήθηκε και κατόπιν παραπέμφθηκε στις καλένδες.

Ο Λ. Ζωγράφος τιμήθηκε με τον αργυρούν Σταυρόν του Σωτήρος (εφ. «Άργος», φ. 10/8-8-1885). Πέθανε στην Αθήνα το 1902 (εφ. «Μυκήναι», φ. 46/3-3-1902).

  

Υποσημειώσεις


[1] Για πρώτη φορά το 1868 (εφ. «Αργολίς», 145/17-2-1972).

[2] Εφ. «Δαναός», φ. 57/21-3-1885.

[3] Εφ. «Άργος», φ. 11/17-8-1885.

[4] «Δυστυχώς περί του κυρίου τούτου, ως πολιτικού, ουδείς σοβαρός δύναται να γίνη λόγος» σημειώνει το «Άργος», φ. 58/25-8-1888.

[5] Βλ. κλητήριο θέσπισμα Λ. Ζωγράφου κατά Δημάρχου Υσιών Κ. Παραβάντη και άλλων, «Αργ. Ιστ. Αρχείον, 1771-1878», α/α 550/30-4-1872.

[6] Για τον δήμαρχο Επαμ. Κωτσονόπουλο βλ. Οδωνυμικά Ναυπλίου.

[7] «Ικετεύω Υμ. Μεγαλειότητα μεριμνήσαι περί ασφαλείας ζωής τιμής Ναυπλιέων, κυβερνήσεως αδιαφορούσης» κατέληγε το τηλεγράφημα («Δαναός», φ. 12/21-7-1883).

 

Πηγή


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Άργος το πολυδίψιον», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

 

Read Full Post »

Ανδρέας Ζαΐμης (1818-1883).

 

Πολιτικός και βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στην Κερπινή Καλαβρύτων και ήταν γιος του προεστού Δημητράκη Ζαΐμη και της Ευδοκίας. Η Ευδοκία ήταν κόρη του Νικ. Περούκα

και αδελφή του Ιωάννη, Χαραλάμπη και Δημητρίου Περούκα. Έλεγαν πως ήταν σπάνια αρχοντοπούλα, πολύ όμορφη, με μόρφωση και εξαίρετο ήθος. Οι γάμοι της με το Δημ. Ζαΐμη, που έγιναν την άνοιξη του 1796 στο Άργος, έμειναν ξακουστοί για την πολυτέλεια και μεγαλοπρέπειά τους. Όλος ο κόσμος συμμετείχε στο γλέντι και μοιράστηκε τη χαρά των δύο οικογενειών. Αλησμόνητη έμεινε η στιγμή της αναχώρησης των νεονύμφων για Κερπινή. Σαράντα στολισμένες Αργειτοπούλες κατευόδωσαν την Ευδοκία, τραγουδώντας αποχαιρετιστήρια ωδή, η οποία σώθηκε σε διάφορες παραλλαγές:

 

Άει, Βδοκιά μου, άει παιδί μου

άιντε, σύρε στην ευχή μου…

 

Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο Ανδρέας και τρία κορίτσια, η Ελένη, η Μαρία και η Παρασκευή. Μετά τη δολοφονία του Δημ. Περούκα το 1851, η Ευδοκία, που είχε χηρέψει εν τω μεταξύ, πήρε τα παιδιά της και εγκαταστάθηκε στο Άργος, στο σπίτι του δολοφονημένου αδελφού της, κληρονομώντας και τη μεγάλη περιουσία του.

 

Έτσι, η οικογένεια Περούκα, η οποία δεν είχε απογόνους, συνέχισε τη ζωή της ως οικογένεια Ζαΐμη. Η οικογένεια Ζαΐμη διακρίθηκε για τη φιλανθρωπία της και ήταν πολύ αγαπητή. Για τη μικρότερη της οικογένειας, την Παρασκευή, η οποία είχε χάσει την ακοή της σε ηλικία 7 ετών και έκτοτε ήταν κωφάλαλη, έλεγαν πως μόνο με τα λάδια και τα αλεύρια που μοίραζε στους φτωχούς θα μπορούσε να είναι πλούσια.

 

Ο Ανδρέας Ζαΐμης διακρίθηκε ως πληρεξούσιος της επαρχίας Άργους στη Β΄ Εθνοσυνέλευση της Αθήνας (1862) και βουλευτής της πόλης μας μόνο μία φορά (1869). Η πολιτική του σταδιοδρομία δε θεωρείται ιδιαίτερα εντυπωσιακή. Δεν ήταν πολιτικάντης όπως άλλοι, που έφερναν τα πάνω κάτω για την ανάδειξή τους σε πολιτικά αξιώματα, αλλά διακρινόταν για το πολιτικό του ήθος.

 

Ο ιστορικός Δημ. Βαρδουνιώτης επισημαίνει στον επικήδειό του προς τον Α. Ζαΐμη ότι η τριαντάχρονη παρουσία του τελευταίου στο Άργος ήταν λαμπρή, ότι έκανε αγαθοεργίες και κοινωφελείς πράξεις και ότι συνέτρεχε τους πτωχούς και πάσχοντες.

 

Για όλους αυτούς τους λόγους ήταν ιδιαίτερα αγαπητός και ο αιφνίδιος θάνατός του συγκλόνισε την κοινωνία του Άργους. Η μεγάλη πλατεία, όπου κτίστηκε ο περικαλλής ναός του Αγίου Πέτρου, πρώην πλατεία Ομονοίας, είναι δωρεά του Ζαΐμη προς την πόλη. Εκεί υπήρχε παλιότερα ιδιωτικός ναός του Αγίου Νικολάου, που ανήκε στην οικογένεια Περούκα.

 

Ο Ανδρέας Ζαΐμης πέθανε το 1883 από εγκεφαλικό σε ηλικία 65 ετών. Είχε σπουδάσει πολιτικές επιστήμες. Με το θάνατο της αδελφής του Παρασκευής, η οποία διακρίθηκε για τη φιλανθρωπία της, αλλά πέθανε πάμφτωχη το 1903, έσβησε και η οικογένεια Ζαΐμη από το Άργος. Η Παρασκευή ήταν ο τελευταίος της γόνος. Την έθαψαν ταπεινά στο κοιμητήρι της Παναγιάς, ενώ η μητέρα της Ευδοκία και τα αδέλφια της είχαν ταφεί στον περίβολο του Αγίου Πέτρου, εκεί όπου αναπαυόταν και ο δολοφονημένος Δημ. Περούκας.

 

Βιβλιογραφία

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Άγγελος Γεωργαντάς (1829;-1894)

 

 

Συνταγματάρχης ιππικού και βουλευτής Άργους. Γεννήθηκε στο Άργος από φτωχούς γονείς. Ως αξιωματικός ιππικού συμπλήρωσε τις σπουδές του στο Παρίσι, όπου τιμήθηκε με το παράσημο της λεγεώνας της τιμής.

Προσέφερε υπηρεσίες στην Ελλάδα ως στρατιωτικός και πολιτικός επί 45 σχεδόν χρόνια και τιμήθηκε με τα παράσημα του χρυσού σταυρού του Σωτήρος και των ανωτέρων Ταξιαρχών. Από το 1879 μέχρι το θάνατό του πολιτευόταν στην επαρχία Άργους και εκλέχτηκε πολλές φορές βουλευτής. Πέθανε στο Άργος από εμπύρετη ασθένεια στις 11 Ιουλίου 1894 και κηδεύτηκε στο κοιμητήρι της Παναγιάς με μεγάλες τιμές – ήταν βουλευτής τότε – και με δαπάνη του Δήμου.

 

Το 1891 ιδρύθηκε το πρώτο Γυμνάσιο Αρρένων στην πόλη μας με ενέργειες του Άγγ. Γεωργαντά, βουλευτή του τότε κυβερνώντος κόμματος Θ. Δηλιγιάννη.

Ο Άγγ. Γεωργαντάς ήταν ένθερμος οπαδός του Θ. Δηλιγιάννη, ο οποίος ως πρωθυπουργός τότε παραβρέθηκε στην κηδεία του. Εντούτοις, είχε συμμαχήσει και με τον Τρικούπη παλιότερα και ο φιλοδηλιγιαννικός τύπος του Άργους συχνά του επετίθετο για το λόγο αυτό με δριμύτητα.

 

Μετά τις εκλογές του 1885 παρέμεινε σταθερός στο πλευρό του Δηλιγιάννη. Ο Άγγ. Γεωργαντάς, κατά τις πολιτικές συνήθειες της εποχής, εξάντλησε όλες του τις δυνάμεις στην ικανοποίηση ρουσφετιών και κομματικών σκοπιμοτήτων. Η φιλοδηλιγιαννική εφ. «Άργος» του Δημ. Βαρδουνιώτη (φ. 58/25-8-1888) τον κατηγορεί, διότι «δεν έχει στιβαράς χείρας διά να συγκρατήση και διοικήση το κόμμα της αντιπολιτεύσεως», αλλά «περιστοιχίζετο υπ’ ανθρώπων παντός είδους περιτριμμάτων της κοινωνίας και της πολιτικής, μουφλούτζηδων, ηλιθίων…» κ.λπ.

 

Πράγματι, μας προξενεί εντύπωση το γεγονός ότι, ενώ όλο το Άργος τον θρήνησε – αν πιστέψουμε στα εκτενή αφιερώματα της εφ. «Αγαμέμνων» φ. 100-101 – όσοι εκφώνησαν επικηδείους δεν είχαν να πουν τίποτα για το έργο του, παρά μόνο για την ίδρυση του Γυμνασίου. Ο Άγγ. Γεωργαντάς δεν άφησε απογόνους ούτε ο αδελφός του Θεόδωρος, ο οποίος πέθανε την ίδια εβδομάδα από τη θλίψη του και από την ίδια εμπύρετο ασθένεια.

 

Βιβλιογραφία

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. «Άργος τό πολυδίψιον». Εκδόσεις «Εκ Προοιμίου». Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

ΒΟΥΛΕYΤΑΙ ΑΡΓΟΥΣ (1865-1910)

 

Οι  διατελέσαντες Βουλευταί της Επαρχίας Άργους από  του έτους 1865 μέχρι  του έτους 1910.

 

Τσόκρης Δημ. 

Λαμπρυνίδης Δ.

Μανουσάκης Κ. 

Τσόκρης Niκ.

Δανόπουλος Άνδρ.   

Ζωγράφος Λ.

Ζαΐμης Α.

Παπαλεξόπουλος Γεωργ.

Λαμπρυνίδης Α.

Βούλγαρης Λεων.  

Δανόπουλος Σωτ.  

Τσόκρης Γεώργ.

 

Γεωργαντάς Άγγ.

 

Παπαλεξόπουλος Μιχ.   

 

Δανόπουλος ‘Αλεξ.

Κωτσάκος Μιχ.

Κανελλόπουλος Ήλ.

Πετρίδης Ίω.

Φαρμακόπουλος Ν.

Καρατζάς ‘Ανδρ.

Πλατούτσας Κ.

Πολυγένης Γ.

Καρπετόπουλος Γ.

Ζωγράφος Ίω.

Φικιώτης ‘Αγαμ.

 

Πηγή

 

  • Αργολικόν Ημερολόγιο 1910. Εκδιδόμενων υπό του εν Αθήναις συλλόγου των Αργείων. Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Δημ. Τερζόπουλου 1910.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Νικόδημος Βρέλλος (1898-1954): Αρχιμανδρίτης, αγιογράφος, ελεήμονας και

μεγάλος ευεργέτης του Άργους.

 

 

Γεννήθηκε στον Πειραιά. Ο πατέρας του Μιχαήλ Βρέλλος ήταν Σπετσιώτης και η μητέρα του Ασπασία, το γένος Βούλγαρη, Αργειτοπούλα. Είχε έναν αδελφό, τον Ευάγγελο, μικρότερό του κατά τέσσερα έτη, ο οποίος παντρεύτηκε στο Άργος την Όλγα Μοσχόγιαννη. Ο πατέρας Μιχαήλ Βρέλλος εγκατέλειψε τον ονομαστό ελαιώνα Βρέλλου και ό λη την περιουσία του στις Σπέτσες και εγκαταστάθηκε στον Πειραιά, όπου άνοιξε δύο μανάβικα σε μικρά απόσταση μεταξύ τους στα «Λεμονάδικα». Πέθανε όμως νέος, όταν τα παιδιά του ήταν 7 και 3 ετών αντίστοιχα. Γι’ αυτό και ο Νικόδημος, κατά κόσμον Γεώργιος Βρέλλος, ενώ φοιτούσε στο Α΄ Ελληνικό Σχολείο Πειραιά (αντίστοιχο προς το σημερινό γυμνάσιο) αναγκάστηκε να εργάζεται ταυτόχρονα σε εταιρεία παρασκευής χρωμάτων.

 

Ο Γεώργιος Βρέλλος από μικρός είχε ιδιαίτερη κλίση προς την εκκλησία και επιθυμούσε να γίνει ιερέας ή μοναχός, παρά τις αντιρρήσεις της χήρας μητέρας του. Γι’ αυτό, σε ηλικία 14 χρόνων έφυγε για το Άγιον Όρος χωρίς τη συναίνεση της μητέρας του. Εκεί έλαβε το όνομα Νικόδημος.

 

Νικὀδημος Βρ�λλος

Νικὀδημος Βρέλλος

 

 

Από τον προσωπικό του φάκελο, τον οποίο εντοπίσαμε στα γραφεία της Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος, προκύπτει ότι ο Νικόδημος χειροτονήθηκε διάκονος στις 12 Ιουνίου 1918 από τον Κονίτσης Παΐσιο στο Άγιο Όρος και ότι μόνασε «εις την Ιεράν Σκήτην της Αγίας Άννης». Όμως, η μητέρα του αποφασίζει να εγκατασταθεί μόνιμα στο Άργος με το μικρότερό της γιο Ευάγγελο και παρακαλεί το Νικόδημο να έρθει μαζί της. Εκείνος υπακούει και εγκαταλείπει το Άγιον Όρος. Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς, πιθανότατα το 1922 – έτος της μικρασιατικής καταστροφής – γιατί από τον προσωπικό του φάκελο πληροφορούμαστε ότι υπηρέτησε ως ιεροδιάκονος στον Άγιο Πέτρο Άργους από το 1922 έως το 1934. Την ίδια χρονιά (25-3-1934) χειροτονήθηκε πρεσβύτερος «από τον Αργολίδος Ιερόθεον εκ Ν. Σμύρνης» και «την αυτήν ημέραν ετοποθετήθη εις τον Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου ως προσωρινός εφημέριος». Αργότερα (1936 και μετά) ήταν εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη, στην Παναγία την Πορτοκαλούσα, αλλά και στον Άγιο Νικόλαο, πιθανότατα την περίοδο της κατοχής και μετά, όπως θυμούνται και μαρτυρούν τα ανήψια του και άλλοι Αργείοι. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν και πάλι εφημέριος στον Αϊ-Γιάννη και λίγους μήνες πριν πεθάνει ιερουργούσε στον Άγιο Βασίλειο μαζί με τον π. Γεώργιο Πηλιαφά. Ο φάκελλός του είναι ελλιπής και δεν σημειώνονται οι αντίστοιχες χρονολογίες για τα παραπάνω, ούτε μνημονεύεται η χειροτονία του ως αρχιμανδρίτη. Όμως, η περιβολή του, τα αναγραφόμενα στον τάφο του και οι μαρτυρίες των συμπολιτών του βεβαιώνουν το βαθμό της ιεροσύνης.

 

Όσο μόναζε στο Άγιον Όρος, είχε την ευκαιρία ν’ αξιοποιήσει το ταλέντο του και να γίνει εξαίρετος αγιογράφος. Αρκετές εικόνες του κοσμούν εκκλησίες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής ή ευρίσκονται σε σπίτια ιδιωτών. Πολλές από αυτές είναι ανυπόγραφες. Στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη υπάρχει ανυπόγραφη εικόνα του Βρέλλου, στην οποία παριστάνεται ο Άγιος Πατρίκιος, Επίσκοπος Προύσης.

 

Όταν υπογράφει, η υπογραφή του ποικίλει: «Γεώργιος Βρέλλος ιεροδιάκονος», «Γερόντιος Νικόδημος Βρέλλος», «ΓΒ». Στον Ι. Ν. της Ζωοδόχου Πηγής Κεφαλαρίου εντοπίσαμε τρεις εικόνες ιδιαίτερα μεγάλου μεγέθους, τις οποίες πλαισιώνει πλατιά κορνίζα: του Μιχαήλ και Γαβριήλ (1928), του Αγίου Σώζοντος (1924) και του Αγίου Φανουρίου (1929).

Με βάση τα χρώματα, τα περιγράμματα και την έκφραση των εικονιζομένων, παρατηρούμε ότι ο Νικ. Βρέλλος προσπαθεί να ξεφύγει από τον αυστηρό ρυθμό της βυζαντινής αγιογραφίας, η οποία επιδιώκει την πνευματικότητα των μορφών με την εξαΰλωση τους. Ο Βρέλλος αναζητά πιο ανθρώπινες υπάρξεις, επιδιώκοντας την τρίτη διάσταση του βάθους και αφαιρώντας από τα πρόσωπα τη θεϊκή αυστηρότητα.

 

   

Το όνομα του Νικόδημου Βρέλλου έμεινε στη συνείδηση των Αργείων για τις μεγάλες φιλανθρωπίες του. Γνώριζε τις οικογένειες και ήξερε τις οικονομικές δυνατότητες καθεμιάς. Αγόραζε ρούχα και παπούτσια για τα γυμνά και ξυπόλητα παιδιά. Ζητούσε από τους παντοπώλες και του έδιναν ο ένας μια οκά ζάχαρη, ο άλλος μια οκά αλεύρι, ο άλλος λίγα μακαρόνια, γέμιζε τσάντες και τις έστελνε με τον νεωκόρο όπου υπήρχε μεγάλη ανάγκη. Άλλοτε έστελνε την κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό με τον ανηψιό του Πέτρο, που ήταν τότε μικρό παιδί (μαρτυρία του ίδιου).

Δεν κρατούσε για το σπίτι του ούτε ένα πρόσφορο. Τα ψυχοσάββατα φόρτωνε μια σούστα με πρόσφορα, τα οποία μοίραζε σε φτωχές οικογένειες.

 

Ο παπα-Νικόδημος έζησε και έδρασε σε εποχές δύσκολες. Το βιοτικό επίπεδο του λαού ήταν πολύ χαμηλό. Ιδιαίτερα την περίοδο της κατοχής αλλά και αργότερα, στα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, λίγο ψωμί ή μια γαλοπούλα τα Χριστούγεννα ή μια κατσαρόλα με μαγειρεμένο φαγητό ήταν μια ανάσα για οικογένειες που λιμοκτονούσαν. Όταν έφυγε από τούτη τη ζωή, βρέθηκαν επάνω του λίγες δραχμές, που σημαίνει πως δεν είχε πάψει να αναλώνει το μισθό του στις φιλανθρωπίες και να νοιάζεται για το ποίμνιό του, παρόλο που η ασθένειά του τον κατέτρυχε. «Κράτα κάτι και για σένα», τον παρότρυναν οι δικοί του. «Ο Θεός έχει για μένα», απαντούσε.

 

Ο παπα-Νικόδημος είχε κατορθώσει να έχει άριστες σχέσεις με όλα τα κοινωνικά στρώματα και τις πολιτικές παρατάξεις. Υπάρχουν μαρτυρίες ότι κατέφευγαν αντάρτες στο σπίτι του και κατόρθωνε μετά να τους κατευοδώνει μέχρι τον Ξεριά, ώστε να διαφύγουν προς τα βουνά, χωρίς να πέσουν σε γερμανική περίπολο. Εκτελούσε τα ιερατικά του καθήκοντα στο ακέραιο και ευσυνείδητα. Είχε κηδέψει σκοτωμένους Γερμανούς, ταγματασφαλίτες, χωροφύλακες και αντάρτες που αλληλοσκοτώνονταν στον εμφύλιο. Τους νεκρούς τους θεωρούσε ιερούς και δεν έκανε καμία απολύτως διάκριση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957 ήλθε στο Άργος πρεσβεία εκ μέρους της Δυτ. Γερμανίας, για να τον τιμήσει με παράσημο, επειδή κήδευε τους νεκρούς γερμανούς στρατιώτες με όλες τις τιμές των νεκρών (μαρτυρία Μιχ. Βρέλλου). Ο παπάς τότε δεν ζούσε. Αλλά πέραν τούτου, είχε κατορθώσει να έχει καλές σχέσεις με τους κατακτητές. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ήταν γερμανόφιλος· απεναντίας, μπορούσε να παρεμβαίνει όταν χρειαζόταν, και είχε γλιτώσει πολλούς από βέβαιο θάνατο.

 

Ο παπα-Νικόδημος ήταν ακέραιος χαρακτήρας και τον κοσμούσαν όλες οι χριστιανικές αρετές, γιατί έκανε πράξη τον λόγο του Ευαγγελίου. Όλοι τον εκτιμούσαν, τον σέβονταν και τον εμπιστεύονταν, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τους προδώσει ποτέ. Ταυτόχρονα ήταν και πανέξυπνος, γι’ αυτό και μπορούσε να κρατάει ισορροπίες· και αξιοποιώντας το σχήμα του, την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό εκ μέρους των κατακτητών, μπορούσε να βοηθάει τους διωκόμενους ή όσους είχαν ανάγκη. Όταν π.χ. συνόδευε κάποιον αντάρτη της εθνικής αντίστασης, κρατούσε το Άγιο Δισκοπότηρο, για να δείξει τάχα ότι θα κοινωνούσε κάποιον ετοιμοθάνατο. Η γερμανική περίπολος – αν τύχαιν ε– σταματούσε και χαιρετούσε!…

Πέθανε στο σπίτι όπου διέμενε (Υψηλάντη 30, κοντά στον Αϊ-Γιάν-νη) στις 9 Οκτωβρίου 1954 σε ηλικία 56 ετών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν χιλιάδες άνθρωποι, που τον κατευόδωσαν μέχρι την τελευταία του κατοικία στο κοιμητήρι της Παναγιάς, τιμώντας τον καλό χριστιανό και άξιο ποιμενάρχη.

 

Πηγή

  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης. << ΑΡΓΟΣ τό πολυδίψιον>>. Ἐκδόσεις ἐκ Προοιμίου. Ἄργος 2007.

 

Read Full Post »

Άργος  


Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

Ιστορικοί Χρόνοι

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

  Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

[1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »