Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα. [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Ιωάννης Καποδίστριας τάφηκε στην Ιερά Μονή Πλατυτέρας Κερκύρας. Εκεί υπάρχουν οι τάφοι του Αντωνίου-Μαρία Καποδίστρια (πατέρα του Κυβερνήτη), του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη) και του ιδίου του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια. Επίσης στη Μονή υπάρχουν οι τάφοι του ήρωα της Ελληνικής Επαναστάσεως Φώτου Τζαβέλλα, του Ανδρέα Μουστοξύδη, άλλων επωνύμων προσώπων του 19ου αι., των περισσοτέρων Μητροπολιτών Κερκύρας μετά την ανασύσταση του επισκοπικού θρόνου, και των περισσοτέρων αδελφών της Μονής].

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Φόλγκραφ Βίλχελμ (Carl Wilhelm Vollgraff 1876-1967)


 

Carl Wilhelm Vollgraff (1876-1967). Φωτογραφία: Antonius van der Stok (Leiden) (1862-1941).

Ο Carl Wilhelm Vollgraff γεννήθηκε στο Χάαρλεμ (Haarlem) στις 5/6/1876 και πέθανε στο Zeist της Ολλανδίας στις 20/10/1967, είναι Ολλανδός ελληνιστής και αρχαιολόγος. Ήταν γιος του λατινιστή Jean- Christophe Vollgraff. Άρχισε τις σπουδές του στα κλασσικά γράμματα στις Βρυξέλλες και συνέχισε διαδοχικά στην Ουτρέχτη, στο Γκέντινγκεν και το Βερολίνο υπό την επίβλεψη του κορυφαίου ερμηνευτή του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και έναν από τους κυριότερους εκπροσώπους του «ιστορικού θετικισμού» Ούλριχ Μέλεντορφ Βιλαμόβιτς (Ulrich von Wilamowitz-Mðllendorff). Υποστήριξε τη διδακτορική διατριβή του το 1901 με ένα δοκίμιο αφιερωμένο στον Οβίδιο.

Οι αρχαιολογικές έρευνες του όμως, ήταν αυτές που τον έκαναν γνωστό τόσο στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όσο και στην Ελλάδα. Σε ηλικία 25 ετών γίνεται δεκτός στη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα και αμέσως αρχίζει τις ανασκαφές του, το 1902, στο Άργος όπου ανακαλύπτει σπουδαία αρχαιολογικά ευρήματα.

Η πρώτη περίοδος των ανασκαφών αρχίζει στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902) και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912.   Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους  και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς. Ιστορικά είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος.

Σε συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930, διαβάζουμε:

«Εἶνε ἤδη 54 ἐτῶν, τό δέ ἐκτάκτως ἀνθηρόν πρόσωπόν του δέν φανερώνει ὅτι φέρει τό βάρος πλέον τοῦ  ἠμισεως αἰῶνος. Τό πρῶτον φῶς εἶδεν εἷς τήν πόλιν Χάρλαντ τῆς Ὀλλανδίας τό 1876, κειμένην πλησίον της μεγαλιτέρας πόλεως τῆς Ὀλλανδίας, τοῦ Ἀμστερδάμ.

Τάς σπουδᾶς τοῦ ἐπεράτωσεν εἷς τήν πρωτεύουσαν τοῦ Βελγίου, τάς Βρυξέλλας, καί μετά πάροδον ὀλίγου χρόνου, εἷς ἡλικίαν 32 ἐτῶν, ἀνηγορεύθη καθηγητής εἷς τό Πανεπιστήμιον τῆς Οὐτρέχτης (Ὀλλανδίας). 

Τάς ἀρχαιολογικᾶς τοῦ ἔρευνας ὅμως, αἴτινες τόν κατέστησαν διάσημον τόσον εἷς τήν ἰδιαιτέραν τοῦ πατρίδα, ὅσον καί εἷς τήν Ἑλλάδα. Εἷς ἡλικίαν 25 ἐτῶν γίνεται δεκτός ‘ὡς ἑταῖρος εἷς τήν ἕν Ἀθήναις ἑδρεύουσαν Γαλλικήν Ἀρχαολογικήν Σχολήν, καί ἀμέσως ἀπό τοῦ ἑπομένου ἔτους 1902, ἀρχίζει τάς ἱστορικᾶς τοῦ ἀνασκαφᾶς εἷς τους γύρωθεν τῆς πολεῶς μᾶς ἀρχαιλογικούς τόπους του, γέμοντας ἀπό πλουσιώτατα λείψανα τοῦ ἀρχαίου Ἐλλινικοῦ πολιτισμοῦ. 

Καί πρίν ἤ ἄρχισω τάς ἀνασκαφᾶς εἷς τήν πόλιν τοῦ Ἄργους, μᾶς λέγει ὅ κ. Βολλγκράφ εἰσερχόμενος εἰς τό θέμα, προηγουμένως περιηγήθην καί ἐμελέτησα τάς ἀρχαιότητας τῆς Ἰταλίας καί ὁλόκληρού της ὑπολοίπου Ἑλλάδος, διά νά καταλήξω εἷς τό Ἄργος ὅπου καί ἐσχημάτισα  τήν πεποίθησιν ὅτι κρύπτονται εἷς τους κόλπους τοῦ ἄπειρα λείψανα τῆς ἀρχαίας πόλεως τοῦ Ἄργους, κτισθείσης κατά τήν Β’ Ἑλλαδικήν, λεγομένην, ἔποχην, περίπου δήλ. κατά τό 2000, π.Χ.

Καί πράγματι, συνεχίζει ὅ κ. Βολλγκράφ, δέν ἤπατηδην εἷς τάς προβλέψεις μου καί τάς πεποιθήσεις μου.

Κατά τά ἑπτά ἔτη καθ’ ἅ  περιοδικῶς παρέμεινα εἷς τό Ἄργος καί ἐνήργησα ἀνασκαφᾶς (1902, 1903, 1904, 1906, 1912, 1928, 1930),  ἐκ τῆς ἀνακαλύψεως πλουσίων κειμηλίων τοῦ μοναδικοῦ εἷς κάλλος ἀρχαίου πολιτισμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἤσθανθην τάς ὥραιοτερας συγκινήσεις ποῦ εἶνε δυνατόν νά δοκιμάση ἕνας ἀρχαιοδίφης. Δί’ ἠμᾶς, τούς ἀρχαιολόγους, ἤ ἀνακάλυψις ἕνος οἱουδήποτε ἀγάλματος δέν ἔχει τήν ἀξίαν ἔκεινην ποῦ ἀποδίδει τό κοινόν, διότι ἕξ αὐτῶν βρίθουν τά μουσεῖα – μεγαλυτέραν, μεγίστην  δέ  σπουδαιότητα ἔχει δί ἠμᾶς  ἤ εὕρεσις τῶν στοιχείων ἐκείνων, ἐπιγραφῶν κ.λ.π. – ποῦ θά μᾶς καθοδηγήσουν εἷς  τήν μελέτην τῆς Ἱστορίας τοῦ πολιτισμοῦ καί τῆς Ἱστορίας τῆς τέχνης – τῆς τέχνης ἐκείνης τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος ποῦ παρέδωσεν εἰς τόν αἰώνιον θαυμασμόν ὁλοκλήρου του κόσμου καλλιτεχνήματα ἀνυπερβλήτου κάλλους καί ἀφθάστου ὡραιότητος, ἀκριβείας, λεπτότητος καί κομψότητος… Καί πράγματι, τοιαῦτα στοιχεῖο εὕρηκα ἄφθονα εἷς τό Ἄργος, πολύ περισσότερα  ἄφ’ ὅσα ἠδυνάμην νά φαντασθῶ».

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Το 1903 έγινε δεκτός ως λέκτορας στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Από το 1905 ως το 1908 άσκησε τα καθήκοντα του επιμελητή στο Ιστορικό μουσείο γεγονός που αποτέλεσε την πρώτη επαφή του με τη ρωμαϊκή αρχαιολογία. Το 1908 έλαβε την έδρα της Αρχαίας ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο της Groningue (Γκρόνινγκεν) θέση που κατείχε μέχρι το 1917.

Ο Vollgraff ασχολήθηκε με την «πινακίδα Τολσουμ», ένα κομμάτι ξύλου που έφερε μια επιγραφή της ρωμαϊκής εποχής που ανακαλύφθηκε το 1914 και το  1917 δημοσίευσε την έρευνά του πάνω σε αυτό που μέχρι σήμερα θεωρείται η αρχαιότερη αλφαβητική επιγραφή των Κάτω Χωρών. Το 1917 επέστρεψε στην Ουτρέχτη μετά την προαγωγή του στο τοπικό πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε την καριέρα του φθάνοντας στο βαθμό του ομότιμου καθηγητή το 1946. Κατά την περίοδο μεταξύ του 1917 και 1923 έγινε μέλος της Βασιλικής Ακαδημίας των τεχνών και των επιστημών της Ολλανδίας.

Το 1929 ανακάλυψε κάτω από τον καθεδρικό της Ουτρέχτης θραύσματα ψαμμόλιθου που σκέπαζαν έναν μεσαιωνικό τάφο. Ο Vollgraff αποκρυπτογράφησε τις επιγραφές που υπήρχαν σ’ αυτά τα θραύσματα και οδηγήθηκε στο συμπέρασμα ότι το όνομα Ουτρέχτη, κατά τη ρωμαϊκή εποχή, ήταν Albiola , αλλά αυτή η ερμηνεία δέχθηκε αρκετή κριτική που εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας. Διεξήγε ανασκαφές αρχαιολογικές ανασκαφές στην πλατεία του καθεδρικού της Ουτρέχτης μεταξύ του 1933 και του 1935 και βρήκε ίχνη του ρωμαϊκού κάστρου και μιας εκκλησίας της Καρολίνειας περιόδου.

Παντρεύτηκε πρώτη φορά το 1904 την Marie von Hoblin και  δεύτερη φορά την αρχαιολόγο Anna Roes το 1947.

 

Αναφορές του Vollgraff για το Άργος (μορφή pdf):

  1.  Vollgraff Carl Wilhelm. Inhumation en terre sacrée dans l’Antiquité grecque (à propos d’une inscription d’Argos). In: Mémoires présentés par divers savants à l’Académie des inscriptions et belles-lettres de l’Institut de France. Première série, Sujets divers d’érudition. Tome 14, 2e partie, 1951. pp. 315-396. Inhumation en terre sacrée dans l_Antiquité grecque (à propos d_une inscription d_Argos)
  2. Vollgraff W. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s. In: L’antiquité classique, Tome 14, fasc. 1, 1945. pp. 5-28. Argos dans la dépendance de Corinthe au IVe s
  3. Vollgraff Wilhelm. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 49 année, N. 1, 1905. pp. 10-11. Rapport sur la campagne de fouilles à Argos en 1904
  4. Vollgraff Wilhelm. Les fouilles d’Argos. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 50 année, N. 8, 1906. pp. 493-495. Les fouilles d’Argos
  5. Vollgraff Wilhelm. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930. In: Comptes rendus des séances de l’Académie des Inscriptions et Belles-Lettres, 76 année, N. 2, 1932. p. 154. Un pavement en mosaïque découvert à Argos en 1930
  6. Vollgraff Wilhelm. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 82, 1958. pp. 516-570. Fouilles et sondages sur le flanc oriental de la Larissa à Argos
  7. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 81, 1957. pp. 475-477. Note sur une inscription de l’Aspis (Argos)
  8. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In – Bulletin de correspondance hellénique. Volume 68-69, 1944. pp. 391-403.
  9. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 44, 1920. pp. 219-226. Fouilles d’Argos
  10. Vollgraff Wilhelm. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos). In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 37, 1913. pp. 279-308. Inscription d’Argos (Traité entre Knossos et Tylissos)
  11. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 34, 1910. pp. 330-354. Inscriptions d’Argos
  12. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 445-466. Inscriptions d’Argos
  13. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 33, 1909. pp. 171-200. Inscriptions d’Argos
  14. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 31, 1907. pp. 139-184. Fouilles d’Argos.
  15. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 30, 1906. pp. 5-45. Fouilles d’Argos. B. Les établissements préhistoriques de l’Aspis
  16. Vollgraff Wilhelm. Note sur une inscription d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 29, 1905. p. 318. Note sur une inscription d’Argos
  17. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 420-429. Inscriptions d’Argos
  18. Vollgraff Wilhelm. Fouilles d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 28, 1904. pp. 364-399. Fouilles d’Argos
  19. Vollgraff Wilhelm. Inscriptions d’Argos. In: Bulletin de correspondance hellénique. Volume 27, 1903. pp. 260-279. Inscriptions d’Argos

Βιογραφία του Vollgraff (Ολλανδικά): J.C. Kamerbeek, «biographie de C.W. Vollgraff».

 

Πηγές


 

  • Jan Coenraad Kamerbeek et J.C. Kamerbeek, « biographie de C.W. Vollgraff », Jaarboek van de KNAW, 1967-1968, Amsterdam,‎ 1968, p. 346-354.
  • «Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff», Βασίλης Κ. Δωροβίνης. «Στα βήματα του  Wilhelm Vollgraff – Εκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.
  • Εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.
  • http://www.persee.fr – Υπηρεσία υποστήριξης έρευνας η αποστολή της οποίας είναι η ψηφιακή αξιοποίηση της επιστημονικής κληρονομιάς. Υπουργείο Εθνικής Παιδείας, Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας.

Read Full Post »

Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff (Βίλχελμ Φόλγκραφ)* © Βασίλης Κ. Δωροβίνης  -«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.


 

Το άρθρο αναφέρεται στις αντιδράσεις των κατοίκων του Άργους, όπως αποτυπώθηκαν στον τοπικό Τύπο της περιόδου 1828-1980, ως προς τις ανασκαφές. Στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου αναφέρεται στην όλη αντίληψη και στάση του τοπικού πληθυσμού απέναντι στο συνολικό θέμα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης. Ακολουθεί ανάλυση, σε τρείς ενότητες, για τις ανασκαφές του W. Vollgraff το 1902-1912, το 1928-1930 και για τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής Αθηνών μετά το 1950, οπότε δημιουργείται και το μουσείο του Άργους. Η τρίτη περίοδος ξεκινά μετά το 1978, με τη δραστηριότητα της Γαλλικής Σχολής για μία πρώτη καταγραφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Άργους και την ένταξή της πολεοδομικά στη σημερινή πόλη, αλλά και με την αγορά και αναστήλωση της οικίας Τ. Γκόρντον.

Ακολουθούν τρία παραρτήματα. Στο πρώτο, καταγράφονται όλα τα άρθρα του τοπικού Τύπου για τις δύο ανασκαφικές περιόδους του W. Vollgraff. Στο δεύτερο μεταφέρονται δύο συνεντεύξεις του W. Vollgraff και το μοναδικό σχόλιο αθηναϊκής εφημερίδας για την ανακοίνωση, το 1903, του W. Vollgraff στη Γαλλική Σχολή για τις ανασκαφές στο Άργος. Τέλος, στο τρίτο παράρτημα αναδημοσιεύονται τέσσερεις φωτογραφίες.

 

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε ευθύς εξαρχής ότι επιλέξαμε ένα συμβατικό τίτλο, για την παρούσα εργασία, ο οποίος καλύπτει φαινόμενο πολυπλοκότερο, δηλαδή τη σχέση και τους δεσμούς που υφαίνονται (ή δεν υφαίνονται) μεταξύ ανασκαφών, ανασκαφέων (στην προκειμένη περίπτωση της Γαλλικής Σχολής Αθηνών) και ντόπιων πολιτών, με γενικότερη μεν αναφορά στις σύνολες ανασκαφές, αλλά με ειδικότερη εστίαση της προσοχής στην παρουσία και στις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος.

Η Γαλλική Σχολή Αθηνών συμπλήρωσε το 2002 έναν αιώνα ανασκαφών στο Άργος και τις άρχισε με μέλος της που όμως ήταν Ολλανδός και όχι Γάλλος, συμπτωματικό ίσως γεγονός αλλά και προάγγελος της μετέπειτα πορείας της Σχολής και, μάλιστα, της σημερινής, αλλά και της όλης εξέλιξης της αρχαιολογίας, που είναι σήμερα, από τους πλέον διεθνοποιημένους και διεπιστημονικούς κλάδους. Ένας αιώνας πέρασε λοιπόν, ανασκαφών, επαφών και δεσμών τόσο με τον χώρο της πόλης του Άργους, όσο και με τον κυμαινόμενο και διαφοροποιούμενο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πληθυσμό του, και παρέχει αρκετά πλούσιο υλικό για μιάν επιστημονική και ψυχολογικά αποστασιοποιημένη προσέγγιση αυτών των δεσμών.

Το Άργος δεν μπορούμε να πούμε ότι, μέχρι σήμερα, έφτασε να έχει διαμορφωμένη, έστω και μέσω μιάς κοινωνικής και λίγο-πολύ συμπαγούς ομάδας κατοίκων, εδραία αστική αντίληψη για το πώς πρέπει να διαμορφωθεί και να εξελιχθεί η πόλη, επομένως και για το πώς πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν η αρχαία, η βυζαντινή και η νεότερή της αρχιτεκτονική κληρονομιά ή και τα μνημειακά υπολείμματά της. Οι αρχαιότητες μόλις τον τελευταίο καιρό έπαψαν να θεωρούνται εντελώς και επιζήμιες, αν και παραμένουν στο περιθώριο της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε το αρχαίο θέατρο, αλλά και αυτό μάλλον ως «περίβλημα» κτιριακό κάποιων εκδηλώσεων και όχι ως μνημείο ενταγμένο στη σύγχρονη ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τον διαμορφωμένο χώρο περιπάτου μεταξύ αρχαίου θεάτρου και Κριτηρίου.

Η πόλη βεβαίως υπέστη πολλές αλλαγές. Στην αρχή του 20ου αι., όταν ο W. Vollgraff ξεκινά τις ανασκαφές του, αποτελεί εμπορικό και αγροτικό κέντρο για δύο νομούς (τότε για έναν ενιαίο, την Αργολιδοκορινθία), στενά δεμένο με μιαν ευρύτερη, αποκλειστικά αγροτική περιοχή. Η προσπάθεια εκβιομηχάνισης ήταν άμεσα εξαρτημένη από την περιοχή αυτή (κυρίως βαμβάκι – εριουργεία και εκκοκιστήρια, μετά το 1960 εσπεριδοειδή και μονάδες χυμοποίησης κλπ.). Κείμενα των ελάχιστων λογίων των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. (και αυτών στο περιθώριο), μαρτυρούν ακριβώς για την έλλειψη της αστικότητας (urbanite με τις δύο έννοιές της).

Η οικοδομική αύξηση γίνεται με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς, γι’ αυτό ίσως και οικοδομούνται σημαντικά κτίρια, που μαρτυρούν για αφομοίωση του νεοκλασικισμού (μέγαρο Κωνσταντόπουλου, τελική διαμόρφωση Δημαρχείου, παράπλευρο κτίριο και νεοκλασική αγορά – έργα του Π. Καραθανασόπουλου -, οικίες οικογενειών Ζωγράφου, Τζοροβίλη, Κατσούλα, Καλλιάρχη, ξενοδοχείο Σαγκανά, καφενείο Θηβαίου κ.ά.).

Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, μιάμιση δεκαετία ειρήνης, αλλά και νέων κοινωνικών προβλημάτων δεν επιτρέπουν την αστική ολοκλήρωση. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία κατευθύνονται σε ίδρυση νέου οικισμού (Ν. Κίος), ενώ δέκα πέντε χρόνια αργότερα το κύμα των Ρωσοπόντιων προσφύγων στο Άργος είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στεγάζεται στο «Καλλέργειο» και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, εγκαθίσταται στον αρχαιολογικό χώρο δίπλα στο αρχαίο θέατρο («Συνοικισμός»). Έρχεται ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος, τελειώνει ο εμφύλιος και στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ξεσπά η οικοδομική αύξηση, άναρχα και άμορφα, υπό τις νέες πιέσεις και εσωτερικών μεταναστών από τα ορεινά χωριά, από την Αρκαδία και την Κρήτη. Πρώτο πολυόροφο οίκημα κτίζεται το 1962, ακολουθεί η αύξηση των συντελεστών δομήσεως κυρίως επί Χούντας και αρχίζει μία έντονη οικιστική πίεση, που καταλήγει και στην άναρχη επέκταση της πόλης ακόμα και στους γύρω λόφους. Η εικόνα της, που καταγράφεται και σε τουριστικούς οδηγούς, ελληνικούς και ξένους, ως πόλης των αρχαιοτήτων και των κήπων, διαστρεβλώνεται και σταδιακά χάνεται.

Η τύχη αρχαιοτήτων και αρχαιολογικών εργασιών ακολουθεί την εξέλιξη της πόλης όπου, μέχρι και σήμερα, το κοινωνικό της εποικοδόμημα τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει ως προς το μέλλον της. Θολούρα επικρατεί, στην οποία βυθίστηκε ακόμα και το νέο σχέδιο πόλης, προϊόν και αυτό όχι συνθετικού λογισμού και διαυγούς κοινωνικής αντίληψης, αλλά οικονομικών επιδιώξεων των συντακτών του και μιάς αρχαϊκής, συχνά, αντίληψης πολλών ιδιοκτητών γης και οικοπέδων.

Εξετάζοντας το πώς οι Γάλλοι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές τους εντάσσονται στην πόλη και συνδέονται με τις ντόπιες νοοτροπίες, θα πρέπει να φυλαχθούμε συστηματικά από τον κίνδυνο εισαγωγής εννοίων και κατηγοριών από άλλες χώρες και άλλες πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι μπορούμε να προβούμε, μετά από εξέταση των δεδομένων, σε μία πρώτη περιοδοποίηση μέσα στο χρόνο, διακρίνοντας τρείς διαφορετικές περιόδους.

Ι. Η πρώτη περίοδος

Η πρώτη περίοδος αρχίζει και τελειώνει με τις αποστολές του W. Vollgraff, οι οποίες ξεκινούν με ανασκαφές στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902), όταν ο W. Vollgraff είναι μόλις 26 ετών, και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912. Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους (στεγαζόταν στην ισόγεια αίθουσα του Δημαρχείου) και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς.

Η φήμη του έχει εδραιωθεί στη κοινή γνώμη του Άργους και σε μία, κυρίως, τοπική εφημερίδα που κυκλοφορεί κανονικά τότε στην πόλη οι ανασκαφές του καλύπτονται με πρωτοσέλιδα άρθρα, ενώ δημοσιεύονται και συνεντεύξεις του. Ιστορικά, πια, είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος. Σήμερα, οι μέθοδοι που ακολούθησε (μέθοδοι κατά κανόνα γενικά αποδεκτές στην εποχή του) αποτελούν αντικείμενο εύλογης κριτικής [1]. Από την αρχή, το 1902, ο τοπικός Τύπος και ειδικότερα τρείς λόγιοι, ο Δ. Βαρδουνιώτης (που είναι και έφορος του μουσείου), ο Κ. Ολύμπιος και ο Γ. Σιμιτζόπουλος δημοσιογραφούν κατά διαστήματα και, από τις πρώτες μέρες της πρώτης άφιξής του, παρακολουθούν συνεχώς τις ανασκαφές, ενημερώνουν τους αναγνώστες, ενώ κάποτε προβαίνουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και σε άκρως προωθημένες για την εποχή προτάσεις. Ο W. Vollgraff και οι ανασκαφές του «ηλεκτρίζουν», όμως σε μία περίπτωση ο Βαρ­δουνιώτης, εντελώς προδρομικά αλλά και στηριζόμενος επιδέξια στο πνεύμα της εποχής, δεν διστάζει να στραφεί εναντίον του, όταν εκείνος εκδηλώνει την πρόθεσή του να κατεδαφίσει το μονύδριο του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή του λόφου της Ασπίδας, για λόγους ανασκαφικούς. Ο Βαρδουνιώτης προβάλλει την ανάγκη να διατηρηθεί το νεότερο αυτό κτίσμα, που κατά τα άλλα και μέχρι σήμερα δεν έχει μελετηθεί συστηματικά και, φυσικά, δεν έχει χρονολογηθεί. Είναι η πρώτη φορά που, από όσο τουλάχιστον εγώ γνωρίζω, στο νεότερο Άργος υποστηρίζεται η αξία και η ισοτιμία της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Ουδέποτε μέχρι σήμερα ο τοπικός Τύπος του Άργους παρακολούθησε με τόσο ενδιαφέρον και τόσο επιμελώς τη συνέχεια ανασκαφών, παρόλο που από το 1950 ενεργήθηκαν πολύ σημαντικές (αρχαία αγορά, ρωμαϊκά λου­τρά, κλπ.). Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι η δημιουργία ενός είδους σύγχρονου τοπικού μύθου γύρω από το όνομα Vollgraff οφείλεται στη στάση τοπικού Τύπου και λογίων με κύρος. Πρόκειται για μύθο που στοιχειοθετείται και δημιουργείται από το ότι για πρώτη φορά εύλογα ελπίζεται ότι, με συστηματικές έρευνες, θα έρθουν σε φως σημαντικά στοιχεία από το αρχαίο κλέος μιάς πόλης παγκόσμια γνωστής. Από το ότι, επίσης, η αργή και ομαλή οικιστική αύξηση δεν δημιουργεί κανένα από τα γνωστά σήμερα προβλήματα. Δεν επιβάλλεται καμία αλλαγή στις τοπικές νοοτροπίες, οι άνθρωποι αντιδρούν «φυσικά» και δίχως οπισθοβουλίες ως προς τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις και τις θεωρίες που διαμορφώνονται, δεν υπάρχει ανάγκη σχεδιασμού και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Οι ανασκαφές μπορούν να ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό, οι αρχαιολόγοι σκάβουν και «αναπνέουν» δημοσιεύοντας ομαλά, μετά από κάθε ανασκαφική περίοδο. Δεν έχει καν προκύψει η έννοια των σωστικών ανασκαφών, μάλιστα κάτοικοι προσφέρουν ιδιοκτησίες τους για να συνεχιστούν απρόκοπα οι ανασκαφές. Για πρώτη φορά αρχαιολόγοι διαμένουν μόνιμα στην πόλη, κατά περιόδους που γίνονται τακτές, και συγχρωτίζονται με τον τοπικό πληθυσμό. Ενδόμυχα ή με διορατικότητα (πώς μπορούμε να την αποκλείσουμε;) γίνεται αντιληπτό, από την πλευρά των λογίων, ότι οπωσδήποτε κάτι γενικότερο καλό θα βγει για την πόλη από τις ανασκαφές, έστω και όχι άμεσα κερδοφόρο, έστω κι αν ελάχιστοι έχουν πρόσβαση, λόγω του εμποδίου της γλώσσας, στους απολογισμούς του ίδιου του W. Vollgraff, στις επεξεργασμένες μορφές των πρώτων θεωρητικών κατασκευών του.

Το 1928 και το 1930 δημοσιεύεται κάτι που, από τότε, δεν χρησιμοποιήθηκε ως δημοσιογραφική μορφή πληροφόρησης, ποτέ πια στον τοπικό Τύπο, ούτε από την πλευρά του ούτε και από την πλευρά των αρχαιολόγων. Πρόκειται για δύο συνεντεύξεις με τον W. Vollgraff, πλουσιότατες σε περιεχόμενο, τόσο γιατί η τοπική εφημερίδα θέλει να μάθει «την πάσα αλήθεια», όσο και επειδή ο ερωτώμενος δεν είναι διόλου φειδωλός ως προς αναφορές στα σχέδια και στους σκοπούς του, ούτε και ως προς τη διάθεση να απαντά ευθέως σε κάθε ερώτηση, όπως για τη χρηματοδότησή του. Θεωρώ τις συνεντεύξεις αυτές ανεκτίμητα τεκμήρια, γι’ αυτό και αναδημοσιεύονται σε παράρτημα αυτού του άρθρου (παράρτημα II).

ΙΙ. Η δεύτερη περίοδος

Η περίοδος αυτή καλύπτει τα έτη 1950-1978, κατά τα οποία γίνονται γνωστοί στο Άργος οι αρχαιολόγοι G. Daux, Ρ. Courbin και Fr. Croissant, και οικειώνονται με τους κατοίκους. Η ανασκαφική εργασία τους, όπως και άλλων αρχαιολόγων, Γάλλων και Ελβετών, συμπίπτει με ένα σημαντικό έργο στο Άργος, δηλαδή την ίδρυση αυτόνομου μουσείου, που σταδιακά ολοκληρώνεται μεταξύ των ετών 1957 (παλαιά πτέρυγα, στο ανακαινισμένο με δραστική επέμβαση του Ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Υ. Fomine «Καλλέργειο», που προηγουμένως βρισκόταν σε κατάσταση θλιβερού ερειπίου[2] και 1961 (νέα πτέρυγα, με υπόστεγο χώρο, προς ανατολάς).

Το μουσείο αυτό θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στις τότε συνθήκες, μετά από μακροχρόνια προσμονή και ενέργειες δεκαετιών για την ίδρυσή του. Η δαπάνη κατασκευής καταβάλλεται από το γαλλικό Κράτος και θα έλεγα ότι, παρά το ότι οι μελέτες αρχαιολόγων και ανασκαφέων στο Άργος πολλαπλασιάζονται έκτοτε, με άκρως δραστήρια πια, λόγω σωστικών κυρίως ανασκαφών, και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ο μύθος του W. Vollgraff επεκτείνεται προς άλλη κατεύθυνση, προς μιά πολιτισμική προσέγγιση. Δεν ξέρουμε σήμερα ποιά ήταν η προσωπική επαφή του W. Vollgraff με τους ντόπιους.

Γεγονός είναι ότι όσο περνούν τα μεταπολεμικά χρόνια πολλοί από τους Γάλλους αρχαιολόγους προσεγγίζουν άνετα και προσωπικά το τοπικό στοιχείο.

Το μουσείο, παρά τις εύλογες αμφισβητήσεις για τον τρόπο σύνδεσης παλαιάς και νέας πτέρυγας, παρά και ότι λίγοι, ίσως, ντόπιοι έχουν πια κατά νου ότι αποτελεί προϊόν ελληνογαλλικής συμβολής (ο Δήμος Άργους είχε παραχωρήσει το «Καλλέργειο» και τον συνεχόμενο χώρο, ιδιοκτησίας του), «δένει» ακόμα περισσότερο Γάλλους αρχαιολόγους και ανασκαφείς με τον πληθυσμό και την κοινή γνώμη στο Άργος. Βέβαια τώρα πια, ο τοπικός Τύπος, είναι αλήθεια άλλης μορφής, αλλά και άλλων ενδιαφερόντων και συμφερόντων, παύει να παρακολουθεί ανασκαφές και συχνά απηχούσε τα τελευταία χρόνια την γκρίνια ιδιοκτητών γιατί τους «εμπόδιζαν να κτίσουν», κυρίως οι Έλληνες αρχαιολόγοι. Ιδιοκτητών που συχνά δεν είναι πια Αργείοι, αλλά της εσωτερικής μετανάστευσης και δίχως εσωτερικούς δεσμούς με την πόλη.

III. Η τρίτη περίοδος

Αρχίζει λίγο-πολύ μετά το 1978, με πρωτοβουλίες του τότε Γενικού Γραμματέα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert και με την στήριξη των Διευθυντών της Ρ. Amandry και Ο. Picard, οπότε δημιουργείται κοινή ελληνογαλλική ομάδα επιστημόνων, σε συνεργασία με την Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, για την καταγραφή και της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, όπως και για τη διατύπωση προτάσεων με στόχο της ένταξή της, μαζί με την αρχαία και τη βυζαντινή, στη σύγχρονη ζωή. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη ζώνη γύρω από το αρχαίο θέατρο και την αγορά. Τα πορίσματά της, προϊόν εργασίας τριών περίπου ετών, κοινοποιούνται προς όλες τις ελληνικές διοικητικές αρχές, αρμόδιες για το αντικείμενο αυτό, και προς τον Δήμο Άργους. Για σχεδόν μία εικοσαετία παρέμειναν αναξιοποίητα για τον οποιοδήποτε σχεδιασμό (είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι από την μελέτη της «Επιχείρησης Πολεοδομική Ανασυγκρότηση» του Άργους παραλήφθηκε κάθε προβληματισμός και προτάσεις για τη νεότερη και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης).

Παράλληλα όμως, με πρωτοβουλία δημοτών της πόλης έγινε ευρεία προσπάθεια ενημέρωσης των πολιτών μέσα από συνεργασίες και αρχικά από τον ρηξικέλευθο Πολιτιστικό Όμιλο Άργους, με τη στήριξη και του τότε Νομάρχη Θ. Χαμπίπη. Οργανώθηκαν διαλέξεις και δημόσιες συζητήσεις, δυστυχώς δίχως μέριμνα κανονικής και ανανεωμένης επανάληψης. Το μέλος της Σχολής Α. Pariente συνέχισε την προσπάθεια, με την ευοίωνη στήριξη του τότε διευθυντή R. Étienne, ενώ η αγορά και στη συνέχεια η επισκευή της ιστορικής οικίας του Τόμας Γκόρντον πρόσφερε στο Άργος μία νέα και ζεστή αίθουσα για ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις [3].

Την περίοδο αυτή Γάλλοι αρχαιολόγοι δεν δίστασαν να πάρουν θαρραλέα μέρος στην προσπάθεια για τη διάσωση και αξιοποίηση των Στρατώνων του Καποδίστρια. Με αφορμή την προσπάθεια κατεδάφισης των Στρατώνων ξέσπασε στην πόλη πολυετής και σκληρή διαμάχη, με εργολάβους και τυφλούς υπερσυντηρητικούς από το ένα μέρος, και με νέους και τη διανόηση της πόλης από το άλλο μέρος. Οικονομικά ισχυροί οι πρώτοι, με εκφραστές δύο τοπικά φύλλα υπέρμαχα της «ελεύθερης δόμησης» και διώκτες των αρχαιολόγων, έφθασαν μέχρι και να καταγγείλουν τον Ρ. Aupert στη γαλλική Πρεσβεία για ανάμιξη σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις. Είναι ακριβώς αυτά τα φύλλα που ανέσυραν από τη λήθη, εν πολλοίς με διαστρεβλώσεις, τα θλιβερά γεγονότα της σύγκρουσης του Ιανουαρίου του 1833 στο Άργος, που κατέληξε στην εξόντωση πολλών αθώων αμάχων.

Η ανάσυρση της λεγάμενης «σφαγής του Άργους», μέχρι και τις μέρες μας, δεν έστερξε να διαταράξει τον εδραίο, πια, δεσμό Γάλλων αρχαιολόγων και τοπικού πληθυσμού. Η αγορά, η διάσωση και η μετασκευή της οικίας Γκόρντον στην πόλη έδωσαν νέο έναυσμα στις σχέσεις Γαλλικής Σχολής Αθηνών και πολιτών, ενώ προκάλεσε για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία και την εμπλοκή του Δήμου Άργους σε συγκεκριμένη πολιτιστική δραστηριότητά της, δηλαδή τη χρηματοδότηση της ελληνικής έκδοσης τμήματος της μελέτης του Μ. Sève, για τους Γάλλους ταξιδιώτες στο Άργος [4].

Η προοπτική σήμερα, στα πλαίσια, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να φτάσει σε αμοιβαία συνεργασία, πρώτα και κύρια με το αντικείμενο αναστηλώσεις και τη διαμόρφωση των χώρων ανασκαφικών δραστηριοτήτων που έχουν περατωθεί. Πέρα από αυτό, αν η οικία Γκόρντον, με την αγορά και του τελευταίου εναπομένοντα ελεύθερου χώρου δίπλα σε αυτήν, γίνει επιθυμητή κυψέλη μελέτης, σεμιναρίων, εκθέσεων και ανακοινώσεων, αν πολίτες και Δήμος προχωρήσουν σε οικονομική συμβολή για εκδόσεις, αν επίσης η Γαλλική Σχολή Αθηνών δεχθεί την αναγκαία διεύρυνση του κύκλου των εκδόσεων, με προσέγγιση ενός ευρύτερου τομέα για το Άργος, τότε οι δεσμοί που ανέφερα θα έχουν πολύ μέλλον εμπρός τους. Από την εποχή του W. Vollgraff μέχρι σήμερα Γάλλοι αρχαιολόγοι, αλλά και η ίδια η αρχαιολογία, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες, έπλεξαν συνδέσεις με την τοπική κοινωνία του Άργους και κέρδισαν σε κύρος, σε εκτίμηση και σε αξιοπιστία. Αυτό το κέρδος πρέπει να κρατηθεί και να αυξηθεί. Μάλιστα σε καιρούς όπου παρθικές σκοπιμότητες, που ανήκουν στο πελατειακό σύστημα, πλήττουν στις μέρες μας και αρχαιολόγους και, κατ’ επέκταση, και την αρχαιολογία.

Παράρτημα I

 Ο τοπικός Τύπος του Άργους για τις ανασκαφές του W. Vollgraff

  1. 19/05/1902, Μυκήναι 54

Αναφέρεται ότι ο Vollgraff άρχισε προ δύο μηνών μέσα στην πόλη αντιγραφή αρχαίων επιγραφών και ότι πήρε άδεια από την Κυβέρνηση να ενεργήσει ανασκαφές στον λόφο της Ασπίδας. Αναφέρεται τι βρέθηκε μέχρι τότε, τι τούτο σημαίνει για την ιστορία του τόπου και ακολουθεί η κατάληξη ότι «ευτυχώς όπου οι Γάλλοι και οι Γερμανοί αρχαιολόγοι εργάζονταν ακαταπονήτως, δαπανώντες άφθονα χρήματα […] διότι ημείς οι νυν Έλληνες δεν είμεθα ως φαίνεται άξιοι δια τοιαύτας εργασίας, αλλά δι’ άλλας σπουδαιοτέρας».

  1. 26/05/1902, Μυκήναι 55

Δίδεται λεπτομερές ρεπορτάζ για τις ανασκαφές του Vollgraff στην Ασπίδα και προστίθεται ότι τόσο η Κυβέρνηση όσο και η Αρχαιολογική Εταιρεία θα έπρεπε να στείλουν αρχαιολόγο και να πάρουν προφυλακτικά μέτρα για φρούρηση του χώρου
των ανασκαφών, καυτηριάζοντας το γεγονός ότι μετά από κάθε ανασκαφή τους αφήνονται στην τύχη τους οι αρχαιολογικοί χώροι και η περιφέρεια απογυμνώνεται από τα ευρήματα, που μεταφέρονται στην Αθήνα. Παροτρύνει, επίσης, τους τοπικούς παράγοντες να πετύχουν ώστε να ενεργούνται ανασκαφές με τη συμβολή των Δήμων και των κατοίκων των επαρχιών, και καταλήγει: «Εις την Ιταλίαν εισέρχονται κατ’ έτος πολλά εκατομμύρια εκ των διαφόρων περιηγητών, πολύ πλειότερα αυτών δύνανται να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, αν γίνωμεν ολίγον αρχαιόφιλοι και επικρατήση και παρ’ ημίν ολίγον πνεύμα κερδοσκοπικόν».

  1. 02/06/19Θ2, Μυκήναι 55

Αποκαλύπτεται δεύτερο τείχος στην Ασπίδα και πέντε τάφοι μυκηναϊκής εποχής.

  1. 09/06/19Θ2, Μυκήναι 57

Φθάνει εκ μέρους της Αρχαιολογικής Εταιρείας ο αρχαιολόγος Σκιάς, οι ανασκαφές προχωρούν, ανακαλύπτεται η δεξαμενή και φρέατα, όπως και τοίχοι μεγάλου ανακτόρου.

  1. 16/06/1902, Μυκήναι 58

Ανακαλύπτεται και άλλος τάφος με επιχρίσματα μυκηναϊκής εποχής και με «γραφές». Ανακοινώνεται η άφιξη λόγω των ανασκαφών του Ι. Κοφινιώτη.

  1. 23/06/1902, Μυκήναι 59

Η εξέλιξη των ανασκαφών και οι απόψεις του Ιω. Κοφινιώτη. Επισημαίνεται ότι ποτέ μέχρι τότε δεν έγιναν ανασκαφές μέσα στην πόλη και ότι αν γίνονταν, μάλιστα στην συνοικία Ταμπάκικα ή Αλώνια Παναγίας, όπου βρισκόταν η αρχαία αγορά του Άργους, θα έρχονταν σε φως «πολλά έργα καλλιτεχνών». Και καταλήγει: «Η πόλις του Άργους κατά τούτο πρέπει να ευγνωμονεί τον Φόλγκραφ, ότι έκαμεν ούτος την αρχήν της αποκαλύψεως του αρχαίου κόσμου».

  1. 30/06/1902, Μυκήναι 60

Ο Vollgraff επιστρέφει στο Άργος για να συνεχίσει τις ανασκαφές στην Ασπίδα, συνοδευόμενος από «επίσημον καλλιτέχνην Δανόν ίνα ζωγραφίση τους ανασκαφέντας τάφους και τας επί του ενός τούτων ευρεθείσας και κατά την είσοδον αυτού υπαρχούσας ζωγραφιάς». Στο εκτεταμένο αυτό άρθρο γίνεται ακολούθως λόγος για τα αρχαία έθιμα ταφής.

  1. 06/07/1902, Ίναχος 9-10

Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.

Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν
συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

  1. 14/07/1902, Μυκήναι  61

Μικρό σημείωμα για την πρόοδο των ανασκαφών, με την πληροφορία ότι γίνονται με την επίβλεψη του Σκιά και με βοηθό τον Κουρουνιώτη, ενώ στη στήλη των «ειδήσεων» επισημαίνεται ότι έφτασε στο Άργος ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καββαδίας και εκθέτει τα συμπεράσματά του για τις ανασκαφές, αλλά και για ανάγλυφο που είχε βρεθεί στο σπίτι του Θ. Κοντογιάννη.

  1. 15/07/1902, Μυκήναι 64

Εκτεταμένο μονόστηλο για την πρόοδο των ανασκαφών, με αναλυτικά τα μέχρι τότε ευρήματα, μεταξύ αυτών και αγάλματα στην δυτική πλευρά της Ασπίδας, μέσα στη δεξαμενή. 

  1. 25/08/1902 Μυκήναι 65

Οι ανασκαφές σταμάτησαν από έλλειψη χρημάτων. Αναφέρεται ότι δεν βρέθηκε το αρχαίο στάδιο, και ότι τα ευρεθέντα υπολείμματα βυζαντινού ναού ήταν στη θέση όπου ο ναός του Απόλλωνα Δειραδιώτη. Αναγγέλλεται ότι τα ευρήματα πρόκειται να μεταφερθούν στην Αθήνα και καυτηριάζεται η ενέργεια αυτή.

  1. 15/09/1902, Μυκήναι 66

Στη στήλη των ειδήσεων, δημοσιεύεται η πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Vollgraff έστειλε έγγραφο στον Δήμαρχο και του ζητεί να κατεδαφιστεί το  ναΐδριο  του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή της Ασπίδας, για να ενεργήσει και στο σημείο αυτό ανασκαφές. Η εφημερίδα σημειώνει ότι «το πράγμα είναι ολίγον δύσκολον».

  1. 01/01/1903, Ίναχος  11

Δημοσιεύονται δύο άρθρα εξαιρετικού ενδιαφέροντος. Στο πρώτο, και υπό τίτλο «Απαγωγή θεών», σημειώνεται ότι από τις ανασκαφές του Vollgraff τα πιο «ευτελή» αντικείμενα κατατέθηκαν στο μουσείο του Άργους, όμως «τα πολυτιμότερα τούτων, εν οις και περί τα 35 αρχαία νομίσματα, ο ενεργών τας ανασκαφάς εταίρος της Γαλλ. Σχολής, εναντίον ρητής και σαφέστατης διατάξεως του Νόμου, ηρνήθη να παραδώση και καταθέση εις το Μουσείον μας, μεθ’ όλας τας προσκλήσεις και διαμαρτυρίας του επιμελητού των ενταύθα αρχαιοτήτων και του δημάρχου Αργείων. Αι ανασκαφαί διεκόττησαν από του παρελθόντος Αυγούστου και ο εταίρος της Γαλλ. Σχολής ώχετο απιών εις Αθήνας, μετά του επόπτου των ανασκαφών, όστις άδηλον αν και τι ενήργησεν απί του προκειμένου».

Συνεχίζοντας γράφει ότι λέγεται πως οι αρχαιότητες μεταφέρθηκαν στη Αθήνα αλλά κανένας δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά, ενώ αναφέρεται σε δύο «σώα και εξαίσια αγάλματα λευκού μαρμάρου και αρίστης τέχνης», πιθανώς του Ασκληπιού και της Εκάτης, που βρέθηκαν στην Ασπίδα.

Στο άλλο άρθρο, υπό τον τίτλο «Ο Προφήτης Ηλίας», σημειώνεται ότι «εθρυλήθη» ότι ο Vollgraff ζήτησε να κατεδαφιστεί ο ναΐσκος, ότι τούτο δεν είναι πιστευτό, διότι ο ναός αυτός είναι «αρχαίος και δημοφιλής» στο Άργος και οι Αργείοι «βαρέως φέρουν την κατεδάφισίν του». «Εκτός όμως τούτου θα ήτο η κατεδάφισις και άσκοπος, αφού ανεσκάφη όλος ο κύκλω του ναΐσκου χώρος και επί πλέον διότι καθ’ ημάς αι επί της Ασπίδος ανασκαφαί δεν είνε πολλού λόγου άξιαι, ελλείψει μαρτυριών αρχαίων συγγραφέων μηδέν θετικόν και σαφές προσπορίσασαι τη αρχαιολογία. Διά τους λόγους τούτους συνίστωμεν εντόνως εις τους αρμοδίους να προλάβωσι παντί σθένει την κατεδάφισίν του πάσι τοις Αργείοις προσφιλούς ναΐσκου, βέβαιοι όντες ότι ούτω θα δικαιώσωσιν ευσεβή πόθον ολοκλήρου της πόλεως.»

Και τα δύο άρθρα φέρουν αντί υπογραφής το κεφάλαιο «Α». Πρόκειται για συνεργάτη της εφημερίδας ή το πιθανότερο, για τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη; Η άποψή μου είναι ότι πρόκειται για τον ίδιο.

     14. 05/01/Ι903, Δαναός 127

Δημοσίευμα για τον Vollgraff και τις ανασκαφές: μονόστηλο όπου σημειώνεται ότι λόγω διακοπής της έκδοσής του δεν είχε καλύψει το σημαντικό γεγονός των ανασκαφών, για τις οποίες υπήρξε ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό αλλά και στον ευρωπαϊκό Τύπο. Αναφέρει την Ανεξαρτησία του Βελγίου και άρθρο της την 10/08/02, την Βορειογερμανική Εφημερίδα και μετάφραση του άρθρου της δεύτερης στα Παναθήναια της 15/07/02. Πληροφορεί ότι μέχρι τότε δοκιμαστικές ανασκαφές στην Ασπίδα θα επαναληφθούν την προσεχή άνοιξη και ότι μόλις έγιναν γνωστά στην Ευρώπη τα αποτελέσματα των πρώτων, «αμέσως ο ενθουσιώδης λάτρης της αρχαίας Ελλάδας κ. Γουκώπ, δικηγόρος εν Ολλανδία, ο γενναίος χορηγός των εν Λευκάδι ανασκαφών της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, ετηλεγράφησεν εις τον κ. Βολγκράφ ότι αυτός αναλαμβάνει την δαπάνην των γενικών ανασκαφών εν Αργεί, στείλας συγχρόνως και γενναίον χρηματικόν ποσόν». Το άρθρο φέρει αντί υπογραφής το κεφαλαίο «Ξ».

      15. 18/01/1903, Δαναός 128

 Υπό τον τίτλο «Αι εν Αργεί ανασκαφαί» άρθρο με λεπτομερειακές και ακριβείς πληροφορίες για τα ευρήματα της Ασπίδας, που όπως και το προηγούμενο πρέπει να στηρίζεται σε απευθείας πληροφορίες του ιδίου του Vollgraff. Δίδεται και η πληροφορία ότι ο Δανός καλλιτέχνης που είχε μετακληθεί ονομάζεται Μπάγα.

      16. 14/03/1903, Δαναός 132

Ειδησιογραφικό μικρό άρθρο για τη διάλεξη που έδωσε ο Vollgraff, πριν λίγες εβδομάδες, στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, για τις ανασκαφές του Άργους, η οποία κίνησε το ενδιαφέρον «όλου του επιστημονικού κόσμου των Αθηνών, όστις παρέστη και κατενθουσιάσθη εξ αυτής. Αι δε εφημερίδες της πρωτευούσης μακρόν περί ταύτης εποιήσαντο λόγον».

      17. 29/05/1903, Δαναός 137

Εδώ και δέκα μέρες επαναλήφθηκαν οι ανασκαφές του Vollgraff και αναφέρεται στα ευρήματά του. Προς στιγμή σταμάτησαν, για να γίνουν ανασκαφές στο αλώνι του Χρ. Παδουβάνου, πριν αυτό λειτουργήσει, ενώ γίνεται και πάλι λεπτομερειακή αναφορά για το τι ακριβώς βρέθηκε μέχρι τότε.

      18. 08/06/1903, Μυκήνες 85

Μικρό πληροφοριακό άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff την περασμένη εβδομάδα και για τα ευρήματά του, στην θέση Αλώνια Κρεββασαρά.

      19. 10/06/1903, Δαναός 138

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές κοντά στο αλώνι Παδουβάνου και για τα σημαντικά ευρήματα, μεταξύ αυτών και επιγραφή με 12 στίχους οικονομικού περιεχομένου (πώληση λαδιού). Και το άρθρο καταλήγει: «Τοιαύτα περίπου τα μέχρι σήμερον ανακαλυφθέντα υπό του διαπρεπούς αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ, όστις εάν έχη μέσα ανάλογα προς τον ζήλον αυτού, ασφαλώς θα φέρη εις φως μίαν νέαν μεγαλυτέραν Ολυμπίαν, την αγοράν και την πόλιν του αρχαίου Άργους». Υπογραφή με το ψευδώνυμο (όπως και για το προηγούμενο άρθρο του «Δ.») «Σένεξ».

     20. 22/06/1903, Μυκήνες 139

Πάλι πρωτοσέλιδο άρθρο με τον ίδιο τίτλο και με λεπτομερείς αναφορές στα νέα ευρήματα των ανασκαφών, με πιο σημαντικό την ανακάλυψη μέτρων για υγρά. Πληροφόρηση επίσης για το ότι ο Vollgraff ξεκίνησε δοκιμαστικές ανασκαφές στη Λάρισα και για το τί βρήκε την εβδομάδα που πέρασε.

     21. 05/07/1903, Μυκήνες 140

Δίστηλο στη δεύτερη σελίδα για τη συνέχεια των ανασκαφών στην Ασπίδα, για τα ευρήματα και για το ότι έληξαν ως προς τους τάφους οι ανασκαφές.

     22. 25/07/1903, Μυκήνες 141

Μονόστηλο, από την πρώτη σελίδα, για τη συνέχεια των ανασκαφών και των εργασιών του Vollgraff, με την πληροφορία ότι αυτές θα συνεχιστούν και τον Αύγουστο.

     23. 15/08/1903, Μυκήνες 142

Σύντομο ημίστηλο για τη συνέχεια των ανασκαφών και τα νέα ευρήματα, με την πληροφορία ότι έληξε η περίοδος για το τρέχον έτος και ότι θα επαναληφθούν το προσεχές ίσως γενικότερες ανασκαφές, διότι στην Ολλανδία ενεργούνται έρανοι για τη συνέχισή τους. Συνιστάται στο Δήμο του Άργους να προβεί στην απαλλοτρίωση ορισμένων αγρών, ώστε να υποβοηθήσει τη συνέχιση των ανασκαφών και την «τόσω οφέλιμον δια την ιδιαιτέραν ημών πατρίδα εργασίαν, ην μετά τόσου ζήλου, αφοσιώσεως και επιμονής ανέλαβεν ο διαπρεπής αρχαιολόγος κ. Φόλγκραφ». Όπως και στα προηγούμενα άρθρα, η υπογραφή, με λατινικά στοιχεία πλέον, είναι Senex και οι πληροφορίες πρέπει να προέρχονται απευθείας από τον Vollgraff.

     24. 05/11/1904, Μυκήνες 153

Μονόστηλο για τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Άργος, σε αναφορά με τη δημοσίευση στο BCH μελέτης του Vollgraff, με την κατάληξη: «Συγχαίροντες λοιπόν ολοψύχως τον κ. Φόλγκραφ δια τους ατρύτους αυτού κόπους, ευχόμεθα ίνα ταχέως επανίδωμεν αυτόν ενεργούντα ανασκαφάς προς ανεύρεσιν των ιερών ναών και οικοδομημάτων του αρχαίου Άργους, και δια της επιστημονικής τούτων μελέτης διαφωτίζοντα την ιστορίαν της ιδιαιτέρας ημών πατρίδος».

     25. 08/06/1906, Άργος 18

Είδηση ότι έφθασε στο Άργος ο Vollgraff και ξανάρχισε ανασκαφές στην Ασπίδα.

     26. 18/06/1906, Άργος 19

Μικρό άρθρο για την άφιξη του Vollgraff και την επανέναρξη των ανασκαφών στη Λάρισα. Τον Vollgraff συνόδευαν ο Ολλανδός μηχανικός Van Der Pluijm και ο επίσης Ολλανδός διδάκτορας της φιλολογίας Leopold. Μνεία ευρημάτων.

     27. 29/06/1906, Άργος 20

Πληροφόρηση ότι συνεχίζονται οι ανασκαφές στη Λάρισα, αλλά και ότι «ουδέν άλλο άξιον λόγου ανευρέθη».

     28. 02/11/1906, Άργος 31

Δημοσιεύεται το εξής σημαντικό σχόλιο: «Κατά τας τελευταίας επί της ακροπόλεως Λαρίσης γενομένας υπό του Ολλανδού αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ ανασκαφάς τα εξαχθέντα χώματα ερρίφθησαν επί των λιθίνων του φρουρίου επάλξεων και εκεί εγκατελήφθησαν. Τούτο υπό αρχαιολογικήν άποψιν είνε άτοπον, διότι το χώμα καταστρέφει την στιλπνότητα του λίθου και καθιστά δυσδιάκριτον την αρχαιολογικήν του αξίαν. Το αυτό είχε συμβή και κατά τας ενεργηθείσας υπό του Σλήμαν εν Μυκήναις ανασκαφάς, εφρόντισαν όμως οι αρμόδιοι εγκαίρως να διορθώσουν το κακόν».

     29. 1910, Αργολικόν Ημερολόγιον

 Σε αυτό το σημαντικότατο επίτευγμα εκδοτικό με καλή βιβλιοδεσία, όπου συγκεντρώθηκε η εργασία όλων των αργείων λογίων της εποχής, στο Άργος και στην Αθήνα, δημοσιεύθηκε πεντασέλιδο άρθρο του Γεωργίου Η. Σιμιτζόπουλου, με ημερομηνία 09/11/1909 και υπό τον τίτλο «Ανασκαφαί εν Αργεί υπό W. Vollgraff». Στο άρθρο υπάρχουν εκτιμήσεις για τη σημασία των ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff, αναφορές στα κυριότερα από αυτά, όπως και σε δημοσιεύματατα του Vollgraff.

     30. 15/04/1911, Άργος 120

Δημοσιεύεται η πληροφορία ότι ο Vollgraff «εξέδωκεν εις διάφορα φυλλάδια πραγματείαν επί των παρ’ αυτού ευρεθέντων τάφων και άλλων διαφόρων μνημείων. Δεν έπρεπε, όμως, να αποστείλη και προς τον Δήμον Άργους από εν τουλάχιστον φυλλάδιον της μελέτης του ταύτης; Εντελώς αδικαιολόγητος ο κ. W. Vollgraff  διά την παράλειψίν του ταύτην».

     31. 20/04/1912 Άργος 167

Δημοσιεύεται η είδηση ότι επανήλθε στο Άργος ο Vollgraff, καθηγητής πλέον ολλανδικού πανεπιστημίου, για να συνεχίσει τις ανασκαφές.

      32. 27/04/1912, Άργος 168

Μονόστηλο άρθρο με την πληροφορία ότι ο Vollgraff άρχισε ανασκαφές στη θέση Αλώνια Παναγίας, στο δρόμο Άργους – Τρίπολης και ανακάλυψε «μεγαλοπρεπέστατον ναόν του Ασκληπιού». Δίδεται και η πληροφορία ότι τέτοιες ανασκαφές ενεργήθηκαν και προ πολλών ετών από τον Δήμο, επί δημάρχου Παπαλεξόπουλου, και τις παρακολούθησε ο έφορος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Σταματέλος, αλλ’ ότι η μικρή πίστωση που είχε δοθεί από τον Δήμο εξαντλήθηκε και οι ανασκαφές διακόπηκαν, δίχως ευρήματα. Οι ανασκαφές προκαλούν το ενδιαφέρον των Αργείων, «μεταβαινόντων καθ’ εκάστην επί του τόπου ένθα ενεργούνται και παρακολουθούντων αυτάς». Στη συνέχεια αντιγράφονται τα αναφερόμενα για τον Ασκληπιό στο Αρχαίο Λεξικό του Βυζαντίου.

      33. 05/05/1912, Άργος 169

Δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Vollgraff ανακάλυψε το βάθρο μεγάλου αγάλματος στη μέση του ανασκαπτόμενου ναού και ότι εκφράζει την ιδέα ότι, τελικά, δεν πρόκειται για ναό του Ασκληπιού, αλλά πιθανόν κάποιας θεάς.

      34. 16/05/1912, Άργος 171

Συνέχεια των ανασκαφών στο ίδιο σημείο και εύρεση μεγάλης επιγραφής, η οποία αντιγράφεται και δημοσιεύεται στην εφημερίδα, ενώ δημοσιεύονται και τα προσωρινά συμπεράσματα του Vollgraff.

      35. 26/05/1912, Άργος 172

Είδηση ότι ανακαλύφθηκε δεύτερο αμφιθέατρο κάτω από το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου (το ελληνορωμαϊκό ωδείο), μαζί με δάπεδο ψηφιδωτό. Η εφημερίδα και κάτοικοι εκφράζουν τη γνώμη ότι πρόκειται για αμφιθέατρο αρχαιότερο του αρχαίου θεάτρου και ότι πολιτισμός στο Άργος ξεκίνησε πολύ νωρίς.

      36. 08/06/1912, Άργος 174

Λεπτομερείς αναφορές για τη συνέχιση των ανασκαφών στο μικρό αμφιθέατρο, αλλά και στον χώρο της αρχαίας αγοράς, όπου ο Vollgraff έφερε σε φως και άλλους κίονες, νότια από αυτούς πλακόστρωτο και τμήματα αγγείων και αγαλμάτων.

      37. 28/06/1912, Άργος 177

 Σύντομη είδηση για το ότι ο Vollgraff διέκοψε τις ανασκαφές για την αρχαία αγορά και ότι θα τις επαναλάβει την προσεχή άνοιξη.

 

Με αυτά τα 37 άρθρα, ορισμένα από τα οποία αναδημοσιεύονται αυτούσια, σταματά η αρθρογραφία και ειδησεογραφία του τοπικού Τύπου του Άργους για τον Vollgraff, αφού οι επελθόντες πόλεμοι και η μικρασιατική καταστροφή σταματούν τις ανασκαφές, αλλά και διακόπτουν την έκδοση εφημερίδων στην πόλη, για περισσότερο από μία δεκαετία. Ελάχιστα εφήμερα φύλλα εκδόθηκαν λίγο πριν το 1920 και πριν το τέλος της δεκαετίας του 1920. Το 1928 ο Vollgraff ξαναρχίζει τις ανασκαφές του, ο Βαρδουνιώτης έχει πεθάνει το 1924, νέες εφημερίδες κάποιας διάρκειας αρχίζουν να εκδίδονται. Σε μία από αυτές δημοσιεύονται, για πρώτη φορά, συνεντεύξεις του ίδιου του Vollgraff, τις οποίες και αναπαράγουμε αυτούσιες στο παράρτημα II, συνεχίζοντας και κλείνοντας πριν από αυτό τη συνολική απαρίθμηση και τις αναφορές στον τοπικό Τύπο.

 

      38. 10/06/1928, Αγροτική Αργολίς 84, έτος Β’

Στις σελ. 3- 4 δημοσιεύεται η πρώτη συνέντευξη του Vollgraff.

      39. 17/06/1928, Παναργειακή 83

Μονόστηλο υπό τον τίτλο «Αρχαιολογικοί ανασκαφαί» και με την υπογραφή «Μυκηναίος» αναφέρεται στις νέες ανασκαφές του Vollgraff και στη μεγάλη σημασία τους για την πόλη, εκφράζοντας τη γνώμη ότι όλα τα ευρήματα, και των προηγουμένων ανασκαφών, θα πρέπει να τοποθετηθούν στο μουσείο του Άργους. Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύεται και η είδηση ότι, για τις ανασκαφές στη Λάρισα, ο Vollgraff διπλασίασε τον αριθμό των εργατών αλλά ότι «δεν περιμένομεν ευρήματα αξίας […] και αν ευρεθώσιν δεν θα είναι μεγάλης αξίας».

      40. 24/06/1928, Αγροτική Αργολίς 86

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκε σημαντική επιγραφή με τις λέξεις «ο ναός τας Αθηναίας τας πολιάδος», απόδειξη για την ύπαρξη εκεί ναού της Αθηνάς, τον οποίο ο Vollgraff χρονολογεί στον 6° αι. π.Χ., όπως και στην αρχαία αγορά, όπου εκτελούνται εργασίες καθαρισμού και ανακαλύπτεται υδραγωγείο της ρωμαϊκής εποχής, που συγκέντρωνε τα νερά από τους λόφους και από τον ποταμό Κηφισσό.

      41. 01/07/1928, Παναργειακή 84

Αναβάλλεται η παρουσίαση των ανασκαφών για το επόμενο φύλλο της.

      42. 15/07/1928, Παναργειακή 85

Μεγάλο μονόστηλο για τον ανασκαφικό χώρο της Λάρισας και τις ανασκαφές στην αγορά.

      43. 22/07/1928, Αγροτική Αργολίς 90

Μονόστηλο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκαν κυρίως συντρίμματα κιόνων, βάσεων κλπ., αλλά και πλάκες με διακοσμήσεις των βυζαντινών χρόνων (της ταυτισμένης, πλέον, εκκλησίας της Θεοτόκου, βλ. υποσημ. 1). Δημοσιεύεται και η πληροφορία ότι έφθασε στο Άργος και ο βοηθός του Vollgraff Damste.

      44. 29/07/1928, Παναργειακή 86

Ειδησάριο ότι δεν βρέθηκε πλέον στη Λάρισα κάτι το αξιόλογο, αλλά και ότι ο Vollgraff δήλωσε ότι οι ανασκαφές θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.

      45. 12/08/1928, Αγροτική Αργολίς 93

Ειδησάριο για τη συνέχιση των ανασκαφών στη Λάρισα και για το ότι απεκαλύφθη κυκλώπειο τείχος της μυκηναϊκής ακρόπολης, μήκους περ. 40 μέτρων και δύο παράλληλα τείχη που αποτελούσαν την είσοδό της. Επίσης, ότι όσο οι ανασκαφές προχωρούν σε βάθος, βρίσκονται περισσότερα θραύσματα αγγείων της μυκηναϊκής εποχής.

      46. 09/09/1928, Παναργειακή 89

Πρωτοσέλιδο δίστηλο άρθρο για τις ανασκαφές του έτους εκείνου, με την επισήμανση ότι το 1905 έφυγαν προς Αθήνα τέσσερα μεγάλα κιβώτια με ευρήματα, για τα οποία κανένας δεν ξέρει τίποτε, ενώ εκφράζεται κριτική προς τον Vollgraff μόνο για το ότι δεν κατέλιπε καμία έκθεση για τις δύο προηγούμενες ανασκαφές του, μάλιστα για το ότι απέφυγε στο ίδιο το Άργος να ανακοινώσει επίσημα τα πορίσματά του, για τα οποία έδινε διαλέξεις στην Ολλανδία και αλλού.

      47. 30/09/1928, Παναργειακή 90

Επισημαίνεται ότι εκεί όπου ενήργησε ανασκαφές ο Vollgraff κοντά στην αρχαία αγορά, «χαίνει βαθύτατον βάραθρον», εξαιρετικά επικίνδυνο για τους διερχομένους πεζούς και οχήματα, και ζητείται να ληφθούν επειγόντως μέτρα.

     48. 08/06/1930, Αγροτική Αργολίς 185

Πρωτοσέλιδο μικρό άρθρο με την είδηση ότι έφθασε ο Vollgraff στο Άργος για να ξαναρχίσει τις ανασκαφές στη Λάρισα και την αρχαία αγορά. Αν επαρκέσει χρόνος, θα συνεχίσει και νοτιότερα της Κοίμησης της Θεοτόκου, για να βρει το αρχαίο τείχος του Άργους. «Ενδιαφέρεται περισσότερον διά ιστοριολογικάς μελέτας παρά διά αρχαιολογικής αξίας ευρήματα».

      49. 06/07/1930, Αγροτική Αργολίς 189

Μικρές ειδήσεις για τις ανασκαφές, που άρχισαν πριν ένα μήνα, συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς και σε αυτές εργάζονται «δεκάδες ολόκληροι ειδικών επί τας ανασκαφάς εργατών», στο κτήμα των αδελφών Γκάγκα και κοντά στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου. Έχουν βρεθεί αγαλμάτια «αρίστης τέχνης». «Ο κ. Βολγκράφ, όστις με ακαταπόνητον δραστηριότητα εργάζεται όλην ημέραν, ων πανταχού παρών, είνε άξιος ειλικρινούς θαυμασμού».

      50. 20/07/1930, Τελέσιλλα 35

Πρωτοσέλιδο, τρίστηλο σχεδόν άρθρο του Κ. Ολύμπιου («Όλυμπου») για τις ανασκαφές στο Άργος, που αρχίζει με τη διαπίστωση ότι ο Vollgraff είναι ο μοναδικός αρχαιολόγος φίλος του Άργους, αφού όλοι οι άλλοι το αγνόησαν. Εκφράζεται λύπη διότι ο Vollgraff δεν θα ανασκάψει όλο τον χώρο του αρχαίου θεάτρου, που κανονικά θα έπρεπε να αναστηλωθεί και να χρησιμοποιηθεί και πάλι για παραστάσεις.

       51. 07/09/1930, Αγροτική Αργολίς 196

Σημαντικότατο πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff, με βιογραφικά στοιχεία του και με συνέντευξή του, όπου και πολλά στοιχεία με τεχνικές λεπτομέρειες των ανασκαφών.

       52. 14/09/1930 Αγροτική Αργολίς 197

Συνέχεια της συνέντευξης του Vollgraff, ο οποίος καταλήγει με το ότι θα ξαναγυρίσει για να συνεχίσει τις ανασκαφές του, αλλ’ ότι αγνοεί το πότε, διότι αναλαμβάνει από εκείνο το ακαδημαϊκό έτος τα καθήκοντα του πρύτανη στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης.

Εντοπίσαμε 52 άρθρα του τοπικού Τύπου για τις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος, από τα σωζόμενα στις βιβλιοθήκες της Αθήνας και του τοπικού Δαναού φύλλα εφημερίδων. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι ο Τύπος του Άργους στήριξε τις ανασκαφές και τις εργασίες του, εκτίμησε ότι πρόσδιδαν στην πόλη αίγλη και σημασία, τις πρόβαλε κατάλληλα, αλλά έκανε και κριτική, τελικά εκεί όπου χρειαζόταν. Με τα σημερινά κριτήρια θεωρούμε ως απολύτως ευθύβολες τις παρατηρήσεις για την μεταφορά αρχαιοτήτων δίχως πληροφόρηση, για την οριστική απομάκρυνσή τους από το Άργος και για την αμεριμνησία του ίδιου του Vollgraff και των Αρχών ως προς την κατάσταση των αρχαιολογικών σκαμμάτων και μπάζων. Η μνήμη του Vollgraff διατηρήθηκε και σε φύλλα ακόμα και της δεκαετίας του 1980, δίχως πια συγκεκριμένες αναφορές, αλλά ως σχεδόν μυθικό όνομα, που συνέβαλε στην εκ νέου ανάδειξη της σημασίας του αρχαίου Άργους.

 

Παράρτημα IΙ

 Τοπικός Τύπος

 

06/07/1902, Ίναχος 9-10.
Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.
Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 10-6-1928.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 14-9-1930.

 

Δείτε εδώ όλα τα υπόλοιπα άρθρα του τοπικού τύπου: Οι ανασκαφές στον τοπικό τύπο.

 

Παράρτημα IΙΙ

 Φωτογραφίες

 

Πανοραμική άποψη της πόλης κατά τις πρώτες ανασκαφές (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], πίν. VII, με την υπόμνηση «αγωγός βρόχινων υδάτων στην Ασπίδα»). Η φωτογραφία θα πρέπει να έχει ληφθεί το 1902 ή το 1904. Δεξιά και στο πάνω μέρος μία εντελώς «ανέκδοτη» άποψη των Στρατώνων Καποδίστρια, με την βόρεια πτέρυγά τους, αριστερά τους η οικία Καλλέργη (σημερινό μουσείο Άργους) και μεταξύ τους ολόκληρη σειρά κυπαρισσιών, από τα οποία διασώθηκε μόνον ένα. Πέρα από αυτά, κήποι, δεντροστοιχία και χωράφια.

Κατ’ αντίθετη φορά, άποψη του γυμνού λόφου της Ασπίδας, με το εκκλησάκι του Άη-λιά στην κορυφή (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], σ. 10, εικ. 4, και με την υπόμνηση «συνολική άποψη του τόπου των ανασκαφών».

Άποψη του Άργους κατά τη δεύτερη περίοδο των ανασκαφών του W. Vollgraff, σε ταχυδρομικό δελτιάριο έκδοσης Διβρή-Μαργαρίτη, υποθέτω του 1933-34. Η δόμηση έχει πυκνώσει ιδιαίτερα από την άλλη πλευρά της οδού Δαναού, έχει ήδη κτισθεί (1912) το μέγαρο Κωνσταντόπουλου και φαίνεται καθαρά το οικόπεδο όπου κτίσθηκε το συγκρότημα γυμνασίων (δωρεά Μπουσουλόπουλου).

 

Η Υφυπουργός Πανεπιστημίων της Γαλλίας Alice Saunier-Seïté, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα Ph. Rebeyrol, ο Γεν. Γραμματέας της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert, και ο G. Touchais, ο τότε βιβλιοθηκάριος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, στο προαύλιο των Στρατώνων Καποδίστρια, στις 11-11-1980, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. του Κων. Καραμανλή, με το οποίο χαρακτηρίστηκαν και πάλι διατηρητέοι, και τέσσερεις μέρες πριν δοθεί σχετικά μεγάλη δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της 13-11-1980 και η επίσκεψη είχε σαφώς σημαντική συμβολική σημασία. Το προαύλιο των Στρατώνων είχε μετατραπεί από τον Δήμαρχο Άργους σε ελεύθερο πάρκιν, με στόχο την υποβάθμιση του κτιρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. για παράδειγμα την κριτική του Χαρ. ΜΠΟΥΡΑ, «L’ église de la Théotokos de la citadelle d’Argos», BCH 111(1987), σ. 455, για τις «ριζικές» ανασκαφές του W. Vollgraff στο λόφο της Λάρισας.

[2] Για την ιστορία του «Καλλεργείου», βλ. τρία άρθρα μας στο Αρχαιολογία 36 (Σεπτ. 1990), 3 8 (Μαρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000), όπου και στοιχεία για την αρχική μορφή του κτιρίου και για τις επεμβάσεις που επέλεξε και, τελικά, εκτέλεσε ο Υ. Fomine, αλλά και για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το κτίριο πριν από τις εργασίες ανακαίνισής του. Γ ια την ίδρυση του μουσείου, βλ. σχετική μελέτη μου στον τόμο της «Αρχειακής Γης» του 2012.

[3] Για την ιστορία και την εξέλιξη αυτού του κτιρίου, βλ. σχετική μελέτη μας στο Αρχαιολογία 47 (Ιούν. 1993) και 48 (Σεπτ. 1993).

[4] Μ. SÈVE, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, SitMon 12 (1993).

 

* Βάση του παρόντος άρθρου, είναι εισήγηση που ο γράφων είχε κάμει στη Θεσσαλονίκη (18.03.1994), στα πλαίσια της έκθεσης «Το Άργος και οι Γάλλοι, δύο αιώνες φιλίας». Με τον Roland Etienne, τότε διευθυντή της ΓΣΑ, που ανέπτυξε ειδικό αρχαιολογικό θέμα, είχαμε κληθεί να μιλήσουμε από τον Τομέα Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Γαλλικό Ινστιτούτο της πόλης.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.

Read Full Post »

Γερμανική Κατοχή και Γερμανικές Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις στην Αργολίδα – © Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ομιλία του γράφοντα σε οργάνωση γιορτής μνήμης των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες το 1944 και δημοσιεύεται με μικρές προσαρμοστικές  παρεμβάσεις και προσθήκη βιβλιογραφικών παραπομπών. Η γιορτή έγινε στις 8 Ιουνίου 2014 στο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Γκέρμπεσι, όπου έχει ανεγερθεί στήλη ιστορικής μνήμης.

 

Όλα άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη του 1940, όταν η τότε φασιστική Ιταλία αξίωσε με ιταμό τρόπο να υποδουλώσει τη χώρα των Ελλήνων. Έλαβε όμως από τον ελληνικό λαό απρόσμενη απάντησηž εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σήμαινε την απόφαση των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν ελεύθεροι και κυνήγησαν τον εισβολέα. Μπροστά όμως στον κίνδυνο του διασυρμού της Ιταλίας και συνακόλουθα και της φασιστικής ιδεολογίας η επίσης φασιστική Γερμανία, εταίρος και σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας στις  6 Απριλίου 1941 και με την άριστα οργανωμένη πολεμική της μηχανή έσπασε τις Ελληνικές αμυντικές γραμμές και στις 27 Απριλίου 1941 ο Γερμανικός στρατός μπήκε νικητής στην πρωτεύουσα της χώρας μας και η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την ίδια ημέρα κυμάτιζε στον ιερό βράχο της ακρόπολης. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Άργος τις απογευματινές ώρες της 27 Απριλίου μετά από διήμερο αεροπορικό βομβαρδισμό στις 26 και 27 Απριλίου και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου. Έτσι άρχισε η καταθλιπτική περίοδος της  στρατιωτικής κατοχής της πατρίδας μας από τους Γερμανούς που διήρκεσε τριάμισι χρόνια περίπου.

Εν τω μεταξύ από τις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς με την κυβέρνηση Τσουδερού είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο, ενώ στις 30 Απριλίου οι Γερμανοί είχαν διορίσει κυβέρνηση πρόθυμη να εκτελεί τις εντολές τους υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου.

Οι Γερμανικές δυνάμεις εκτός από το Άργος και το Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν και στα γύρω χωριܞ μοίρα πυροβολικού στην Πυργέλα, στρατιωτικό άγημα στη Δαλαμανάρα στο εργοστάσιο του ΚΥΚΝΟΥ και τεθωρακισμένα στην Αγία Τριάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν για το αεροδρόμιο στο Άργος, που το οργάνωσαν  και το χρησιμοποίησαν για την από αέρος κατάληψη της Κρήτης.

Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν στο Άργος και Ιταλικά στρατιωτικά αγήματα, που εγκαταστάθηκαν στους γνωστούς μας στρατώνες αλλά και σε άλλα κτήρια.  Οι Ιταλοί ανέλαβαν τη φρούρηση των παράκτιων περιοχών της Αργολίδας, όπου εγκατέστησαν ιδίως μετά τις διαδόσεις για συμμαχική απόβαση αντιαεροπορικές βάσεις και επάκτιο πυροβόλοž στους Μύλους κατασκεύασαν αντιαρματική τάφρο και οργάνωσαν την περιοχή με συρματοπλέγματហ παράλληλα συνέδεσαν με τηλεφωνικά καλώδια τους Μύλους με το αεροδρόμιο, για να ειδοποιούν εγκαίρως για τυχόν εναέρια συμμαχική προσβολή του αεροδρομίου [1].  Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Μαḯου Έλληνες πατριώτες με εντολή του συμμαχικού στρατηγείου κατέστρεψαν σε τρία σημεία στον Ξεριά του Άργους τα τηλεφωνικά καλώδια και διέκοψαν την επικοινωνία με το αεροδρόμιο, με αποτέλεσμα τις μεταμεσονύχτιες ώρες της ίδιας νύχτας συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και να καταστρέψουν στο έδαφος τα Γερμανικά αεροπλάνα και τις αποθήκες υλικών και καυσίμων [2] .

Στις 20 Μαḯου άρχισε η από αέρος κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Οι μονάδες της Κοινοπολιτείας που βρίσκονταν στο νησί και η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στην αντίσταση κατά των εισβολέων καθυστέρησαν την κατάληψη του νησιού για δώδεκα ημέρες, ενώ ο επίσημος απολογισμός των απωλειών των δυνάμεων του άξονα ήσαν 6.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι, και από τα 500 αεροπλάνα που πήραν μέρος στην επιχείρηση τους έμειναν μόνο 185 [3].

Ο Γερμανικός στρατός μπαίνοντας στην Ελλάδα δε μετέφερε επί τόπου  τις επισιτιστικές του υπηρεσίες ούτε τρόφιμα για τη σίτιση των στρατιωτών οι οποίοι έπρεπε πλέον να σιτίζονται σε βάρος των Ελλήνων από την εγχώρια παραγωγή. Έτσι, άρχισε η απαλλοτρίωση και συστηματική λεηλασία του εθνικού μας πλούτου. Το Μάη του 41 ολόκληρη η παραγωγή ορυχείων είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση.  Ό,τι  βρέθηκε στις ελληνικές αποθήκες κατασχέθηκε και είτε μεταφέρθηκε στη Γερμανία είτε πέρασε στον έλεγχο των Γερμανώνž κατασχέθηκαν  επίσης όλα τα αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού, ελαιολάδου, σταριού και άλλων τροφίμων. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να σημειωθεί απότομη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αφού τις πρώτες ύλες είχαν αρπάξει οι κατακτητές και μείωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τον πρώτο χρόνο της κατοχής. Η έλλειψη βασικών μέσων σίτισης άρχισε να γίνεται αισθητή, και από το χειμώνα του 41 ο ελληνικός λαός κυρίως οι κάτοικοι των αστικών κέντρων βρίσκονται σε κατάσταση λιμού. Υπολογίζεται ότι 300.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από πείνα [4].

 

Ότι απέμεινε από το σπίτι του Δημητρίου Αδρ. Ξύδη, που πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στο ληξιαρχείο Ναυπλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι 124 θάνατοι από πείνα κατά το διάστημα από 29-11-1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 44 [5]. Ο πληθωρισμός είναι πια ανεξέλεγκτος. Σε ένα χρόνο από τον Ιούνιο του 41 έως τον Ιούνιο του 42 η τιμή του ψωμιού είχε ανέβει από τις 70 δραχμές στις 2.350, δηλαδή 33 φορές επάνω,  το σαπούνι από τις 65 δραχμές στις 3.100  και τα ξερά φασόλια από τις 90 στις 2.900.

Επειδή το χαρτονόμισμα έχανε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και η μεταφορά νέων χαρτονομισμάτων από την Αθήνα ήταν και δύσκολη και επικίνδυνη γιατί οι Γερμανοί περίμεναν έξω από τα λιθογραφεία και άρπαζαν νωπά ακόμη τα τραπεζογραμμάτια, η Τράπεζα της Ελλάδας  για να αντιμετωπίσει την κατάσταση χορήγησε την άδεια στην τοπική Οικονομική Επιτροπή Ναυπλίου να σφραγίζει τραπεζογραμμάτια με νέες πολλή μεγαλύτερες τιμές. Για να πάρουμε μια  γενική έννοια του ύψους του πληθωρισμού σημειώνουμε ότι τον Σεπτέμβριο του 44 τραπεζογραμμάτια των 5.000 δραχμών τα επεσήμανε η επιτροπή για να κυκλοφορήσουν με ονομαστική αξία 500.000.000 δραχμών [6].

Το νόμισμα έπαψε πλέον να αποτελεί μέσο πληρωμής και οι συναλλαγές γίνονταν με τον αρχέγονο τρόπο της ανταλλαγής. Έρχονταν οι Λιγουριάτες στο χωριό και αντάλλασαν μία οκά λάδι με μία οκά σιτάρι. Ο κόσμος των πόλεων μετέφερε στα χωριά τα πράγματα του νοικοκυριού του και τα αντάλλασαν με τρόφιμα. Το Μάη που θερίζαμε τα γεννήματα γυναίκες με τα παιδιά τους εμφανίστηκαν στα χωράφια και ακολουθούσαν τους θεριστές  μαζεύοντας τα σκόρπια στάχια σταριού που ξέφευγαν από τα «χειρόβολα», ήσαν οι περίφημες «σταχομαζώχτρες». Στο χωριό μας (Μιδέα) λίγοι πείνασαν, αλλά κανένας δεν πέθανε από ασιτίហεκτός από τις συνηθισμένες παραγωγές σπείραμε ρεβίθια και φακές και κάθε σπίτι αύξησε τον αριθμό των οικόσιτων προβάτων και κατσικιών. Φάρμακα δεν υπήρχαν και η αντιμετώπιση των ασθενειών γινόταν με ιδιοσκευάσματα, όταν ήταν μπορετό. Γεμίσαμε ψώρα, που αντιμετωπίσαμε με αλοιφή από θειάφι και λάδι, ενώ η ελονοσία μας τάραξεž ακόμη θυμάμαι τα ρίγη όταν ανέβαινε ο πυρετός. Σχετικά με τις άλλες επικίνδυνες ασθένειες αν ήσουν τυχερός μπορούσες να σωθείς. Εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε την προσφορά του γιατρού Βασιλείου, που έτρεχε όπου τον καλούσαν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται η κορυφαία απελευθερωτική οργάνωση, το Εθνικό  Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.). Το πρακτικό ίδρυσης υπόγραψαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμματος Ελλάδας [7]. Το ΕΑΜ απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην επιβίωση του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής όσο και στην απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ο Ε.Λ.Α.Σ. Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΑΜ στην Αργολίδα συναντούμε δύο παράλληλες κινήσεις που συνέπεσαν χρονικܞ τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του ᾽41 ο Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι επισκέφθηκε τους αδελφούς Τσετσέκου Σπύρο, Κώστα και Βαγγέλη από τα Φίχτια και συζήτησαν για την ανάγκη και τις δυνατότητες δημιουργίας οργανώσεων του ΕΑΜ στην Αργολίδα [8], ενώ ο Πάνος Λιλής από το Γκέρμπεσι αναφέρει πως είχε συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του Δεκέμβρη με τον Μήτσο Δεμοίρο από το Ανυφί και Μιχάλη Μεϊδάνη από το Μάνεση και  εκπρόσωπο του ΕΑΜ [9]. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν οργανώσεις του ΕΑΜ στις πόλεις και σε όλα τα χωριά της Αργολίδας.

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί έκαναν διάφορα έργα άμυνας και προστασίας των εγκαταστάσεων και του οπλισμού τους στο αεροδρόμιο του Άργους και στα χωριά που ήσαν εγκατεστημένοι, όπως στην Πυργέλα, στην Ν. Κίο, στην Αγ. Τριάδα και αλλού. Για την εκτέλεση των έργων  με απόφαση του Νομάρχη είχε καθοριστεί ένας αριθμός εργατών για κάθε χωριό που έπρεπε να πηγαίνει στα έργα κάθε μέρα. Το χωριό μας (Μιδέα) έπρεπε να στέλνει κάθε μέρα 17 εργάτες. Η οργάνωση του ΕΑΜ του χωριού πήρε εντολή να σαμποτάρει την αποστολή εργατών. Αντιπροσωπία επισκέφθηκε το Νομαρχούντα Διευθυντή της Νομαρχίας Γεωργιάδη και του είπε να μη στείλει αυτοκίνητο στη Μιδέα γιατί οι άνδρες έχουν προσβληθεί από ψώρα και σταφυλόκοκκο. Μετά από απειλές του Νομάρχη και εμμονή των χωριανών μας η Νομαρχία συμφώνησε και έστειλε το νομίατρο στο χωριό, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαίωνε πως οι κάτοικοι κατά ποσοστό 70% έχουν προσβληθεί από ψώρα και έτσι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της αναγκαστικής εργασίας [10].  Όμως οι Γερμανοί συχνά πυκνά περνούσαν από τα χωριά και όποιον άνδρα εύρισκαν τον έπιαναν και τον οδηγούσαν στα έργα. Το αυτοκίνητο που μάζευε εργάτες το είχαν ονοματίσει «Μπόγια» και με το άκουσμα «έρχεται ο Μπόγιας» όλοι οι άνδρες εξαφανίζονταν. Η οργάνωση του ΕΑΜ  για να προλάβει τυχόν ατυχήματα από επίσκεψη των Γερμανών στο χωριό είχε τοποθετήσει μόνιμο παρατηρητήριο στο Παλιόκαστρο που ήλεγχε  το δρόμο  πρόσβασης των Γερμανών στο χωριό και με το χωνί ειδοποιούσε για την κίνηση Γερμανών. Την υπόθεση αυτή είχαν αναλάβει νεολαίοι  που εκ περιτροπής εκτελούσαν  υπηρεσία παρατηρητηρίου. Οι νεώτεροι ίσως να έχετε ακούσει για το θρυλικό χωνί. Χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της φωνής σε μεγαλύτερες αποστάσεις  και κυρίως για την εκφώνηση ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνθημάτων κλπ.

Στις 9 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο Γκέρμπεσι (Μιδέα)ž συνέλαβαν όλους του άντρες άνω των 14 ετών και τους συγκέντρωσαν στο ρέμμα στο  χώρο που σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά. Ανάμεσά τους ήσαν και μερικοί ξένοι, στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων. Οι Γερμανοί επέτρεψαν στους τσοπάνηδες να βγάλουν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό, για να βοσκήσουν και μαζί με τους πραγματικούς τσοπάνηδες βγήκαν από τον κλοιό και μερικοί ξένοι. Έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τίποτα παρά το γεγονός πως στο σπίτι του Μελέτη Βλάχου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο της αντίστασης και σε πολλά σπίτια υπήρχε πολεμικό υλικό.  Συνέλαβαν 82 περίπου άνδρες και τους οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Άργους. Τους χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση έργων στο αεροδρόμιο. Κοιμόντουσαν σε ξύλινες αποθήκες που από παντού έβαζαν αέρα και από την πρώτη μέρα γέμισαν ψείρεςž ο χειμώνας ήταν πολύ σκληρός και δυο φορές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους χιόνισε. Επέτρεψαν ευτυχώς στις οικογένειές τους να τους πηγαίνουν φαγητό και κάθε μέρα καραβάνι από γαϊδουράκια ξεκίναγαν για το αεροδρόμιο του Άργους. Μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και δύο αντάρτες καθώς και πολλά στελέχη της αντίστασης γνωστά στους κρατούμενους. Τυχόν διεξαγωγή ανακρίσεων θα αποκάλυπτε γεγονότα, που θα είχαν άμεση επίπτωση στη ζωή των κρατουμένων αλλά και στο ίδιο το χωριό. Αποφασίστηκε να παρέμβει στρατιωτικά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων και ορίστηκε ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης η 22 Ιανουαρίου 1944, ημέρα Σάββατο απόγευμα, που οι Γερμανοί κατέβαιναν στο Άργος για αναψυχή. Ευτυχώς οι Γερμανοί τους άφησαν ελεύθερους  νωρίτερα και αποφεύχθηκαν οι συνέπειες μιας τέτοιας επιχείρησης [11].

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη διεύρυνση του μετώπου όλος ο Γερμανικός ανδρικός πληθυσμός υπηρετούσε στο στρατό. Έτσι, η Γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση από τον Χίτλερ να εργάζονται οι γυναίκες στα εργοστάσια, δεν είχε εργάτες για να  κινήσουν τα εργοστάσια. Για την κάλυψη των κενών η Γερμανική προπαγάνδα ίδρυσε υπηρεσίες προσέλκυσης εργατών σε διάφορες πόλεις της κατεχόμενης Ευρώπης και στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1942. Οι Έλληνες  όμως παρά την πείνα γύρισαν την πλάτη στους Γερμανούς και μόνο 15-20 άτομα ανταποκρίθηκαν. Στις αρχές του 1943 κυκλοφόρησαν φήμες πως οι Γερμανοί σκόπευαν να καταφύγουν σε πολιτική επιστράτευση ελλήνων, για να τους στείλουν εργάτες  στη Γερμανίហτο ΕΑΜ όμως οργάνωσε διαδηλώσεις και απεργίες που συγκλόνισαν την Αθήνα και υποχρέωσαν το πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο να διαψεύσει την πληροφορία και η επιστράτευση ματαιώθηκε. Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Γερμανών, αφού στα τέλη του 1943 από τα 5.400.000 αλλοδαπών εργατών, που εργάζονταν στη Γερμανία, μόνο 11. 000 ήσαν Έλληνες [12].

Στις 9 Ιουνίου του 1944 Γερμανικές δυνάμεις ενισχυμένες με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας κύκλωσαν τα χωριά Γκέρμπεσι, Δένδρα, Μάνεσι, Ντούσια και Μπάρδι. Στο χωριό μας (Γκέρμπεσι = Μιδέα) συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στο ρέμα, εκεί που βρίσκεται τώρα η παιδική χαρά και Γερμανός αξιωματικός άρχισε να εκφωνεί από κατάλογο ονόματα Γκερμπεσιωτών, ανδρών και γυναικών. Βρέθηκαν παρόντες ο Ιωάννης Δημ. Λιλής και 10 κοπέλες. Τους οδήγησαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο στρατόπεδο της Κορίνθου και μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τον Λιλή και 5 κοπέλες τους άφησαν ελεύθερους [13], με τη μεσολάβηση κάποιων παραγόντων, τις άλλες πέντε όμως τις φόρτωσαν στο τραίνο και μέσω Γιουγκοσλαβίας της μετέφεραν στη Γερμανία. Εκεί τις οδήγησαν σε διάφορα εργοστάσια και τις υποχρέωσαν να εργάζονται για το Γ΄ Ράιχ. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού τις απελευθέρωσαν  οι Αμερικανοί την 1 Απριλίου 1945, οι οποίοι τις μετέφεραν στο Μπάρι και τις επιβίβασαν σε πλοίο για την Πάτρα. Εκεί τις παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός [14]. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και οι πέντε, οι οποίες ήσαν:

1) Γεώργα Αικατερίνη του Γεωργίου,

2) Κορίλη Γιαννούλα του Ευαγγέλου,

3) Λέκκα Αναστασία του Γεωργίου,

4) Παπαγεωργοπούλου Αικατερίνη του Αναστασίου,

5) Φρίμη Αικατερίνη του Γεωργίου,

Έπιασαν επίσης ομήρους και από τα άλλα γειτονικά χωριά: από το Μπάρδι 1, από του Μάνεσι 4 και από τα Δένδρα 4 [15].

Το 1944 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου από τον Άρη Βελουχιώτη οι στρατιωτικές ενέργειες κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους,  των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχαν ενταθεί. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο στρατηγός Φέλμυ, διοικητής του 68ου Σώματος στρατού με έδρα την Αθήνα κήρυξε στις 19 Μαḯου 1944 την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη και διόρισε τον στρατηγό Λε Σουίρ διοικητή της άμυνας της Πελοποννήσου. Ο Φέλμυ με διακήρυξη όρισε τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των κατοίκων της Πελοποννήσου [16].

Σχετικά διαβάζουμε:

  • Απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6.00 το πρωί της επόμενης.
  • Κατά τη χρονική αυτή περίοδο κάθε πολίτης που θα απαντάται στο δρόμο να εκτελείται επί τόπου.
  • Όλα τα καφενεία, εστιατόρια και ταβέρνες κλπ θα κλείσουν.
  • Κάθε συνάθροιση πέραν των πέντε ατόμων ή συγκεντρώσεις, ακόμη και οι λαϊκές αγοράς, σε ανοικτούς χώρους και σε κτήρια απαγορεύονται.
  • Κάθε επικοινωνία με ταχυδρομείο, τηλέγραφο ή τηλέτυπο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Η χρήση μέσων συγκοινωνίας όπως τραίνων, φορτηγών ή οχημάτων με ρόδες συμπεριλαμβανομένων και των ποδηλάτων στην Πελοπόννησο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Απεριόριστη ελευθερία κίνησης ισχύει μόνο μέσα στις κατοικημένες περιοχές.
  • Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο σε  δρόμους και χαραγμένα μονοπάτια, ενώ εξαιρούνται τα ορεινά  εδάφη.
  • Στις ορεινές περιοχές απαγορεύεται και η συγκοινωνία από χωριό σε χωριό.
  • Κινήσεις σε ακατοίκητες περιοχές και εκτός των επιτρεπόμενων δρόμων θα εμποδίζονται αμέσως και θα ανοίγεται πυρ και χωρίς προειδοποίηση.
  • Όλα τα διαταχθέντα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν με απόλυτη σκληρότητα και αυστηρότητα.

Αποφάσισε επίσης:

Να τοποθετηθούν  για λόγους ασφαλείας «μπροστά από της ατμομηχανές, βαγόνια, το καθένα με 15-20 ομήρους». Ο Ελληνικός λαός ονόμασε τα βαγόνια αυτά «κλούβες» και σκοπό είχαν αποτρέψουν την προσβολή των τραίνων από τον ΕΛΑΣ, αφού σε περίπτωση υπονόμευσης των γραμμών του τραίνου  θα σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στις κλούβες, τις οποίες οι Γερμανοί είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά, ενώ σε περίπτωση προσβολής του τραίνου από αντάρτες θα εκτελούσουν επί τόπου τους ομήρους ως αντίποινα. Στην κλούβα σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Κορίλης από τα Δένδρα, όταν οι Γερμανοί για αντίποινα  ανατίναξαν την κλούβα στο σταθμό της Κορίνθου. Στην κλούβα είχαν επίσης φορτωθεί και ο Θωμάς Δημητρίου Λιλής από το Γκέρμπεσι καθώς και οι Κωνσταντίνος Σιατερλής, Χρήστος Ξύδης και Παναγιώτης Παναγής από την Πουλακίδα, που ευτυχώς, επέζησαν.

Τέλος, η Γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διεξαγωγή εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων σ΄ όλη την Πελοπόννησο. Μία από αυτές με την κωδική ονομασία «Κοράκι» αφορούσε την Αργολίδα. Στη επιχείρηση έλαβαν μέρος 4 μάχιμες ομάδες  υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Βάλτερ  Μπαρτ  και σκοπό  είχε «την εξόντωση των ομάδων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Κορίνθου – Άργους, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, στην περιοχή Επιδαύρου – Ισθμίων και στα νησιά γύρω από τις Σπέτσες». Πριν ξεκινήσει η επιχείρηση ο Μπαρτ μετά από εντολή του Λε Σουίρ εξέδωσε υπόμνημα με τον τίτλο «συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης», που περιείχε εντολές που παραβίαζαν κατάφωρα τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Από τις εντολές προς τους στρατιώτες σημειώνουμε μόνο ότι «Γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά θα πρέπει να εξουδετερώνουν αθόρυβα κάθε άνδρα που συναντούν στα βουνά, η εκτέλεση αποδεδειγμένα κομμουνιστών μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε αριθμό, όμηροι μπορεί να συλλαμβάνονται όταν θεωρείται αναγκαίο, στην περίπτωση που ο πληθυσμός προσπαθεί να διαφύγει τη στιγμή της προσέγγισης της μονάδας, τότε θα πυροβολούνται οι άνδρες κλπ» [17]-[18]. Κυριολεκτικά σάρωσαν την περιοχή μας, κάθε βράχος και κάθε λόχμη ερευνήθηκαν, μάλιστα οι Έλληνες συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν, «Σε βλέπω», τους φώναζαν, «έβγα και θα σωθείς», έτσι λέγεται πως σκότωσαν το Θανάση Αναστασίου Παπαγεωργόπουλο και τον Γεώργιο Αναστ. Λέκκα. Όσους βρήκαν έξω από το χωριό τους σκότωσαν, ακόμη και την 8χρονη Μαρίνα Γεωργίου Παπαγεωργόπουλου και τον 15χρονο Δημήτριο Σπύρου Γεώργα σκότωσαν. Επίσης έκαψαν τα σπίτια του Δημητρίου Ξύδη και του Ιωάννη Ράφτη.

Κατά τον χρόνο των επιχειρήσεων βρισκόταν στην Αργολίδα το 3ο τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.  Η διοίκηση του τάγματος απέφυγε με ελιγμούς και υποχωρήσεις τη σύγκρουση με τους Γερμανούς και μόνο στο Κολιάκι μια ομάδα του αντάλλαξε πυροβολισμούς με την   εμπροσθοφυλακή των Γερμανών για να καθυστερήσει την προέλασή τους. Τη νύχτα 31ης  Μαḯου προς την 1η Ιουνίου ολόκληρο το τάγμα και οι περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ διαπεραιώθηκαν στη Σαμπατική,  στην παραλία του Άστρους με πλοιάρια του ΕΛΑΝ και άλλα μέσα που διέθεσαν οι νησιώτες.

Η επιχείρηση «Κοράκι» ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουνίου 1944 με την κατάληψη των Σπετσών. Στις Σπέτσες μετά από προδοσία ντόπιων συνελήφθη ο Γεώργιος Δημητρίου Λέκκας, ο γνωστός μας με το αγωνιστικό  ψευδώνυμο «καπετάν Λευτεριάς», που ήταν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας του ΕΛΑΣ και από τους δημιουργούς του ΕΛΑΝ ΑργοΣαρωνικού. Τον κρέμασαν στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους αντάρτες στο Λιμάνι των Σπετσών από τις σιδεροκαλώνες, αφού προηγήθηκε άγριος βασανισμός [19]. Το τέλος το Λευτεριά περιγράφει ο Άγγλος Τζων Φάουλς στο μυθιστόρημά του «Ο Μάγος»ž χρειάζονται πολύ γερά νεύρα για να αντέξει κανείς την περιγραφή των βασανιστηρίων [20].

Σύμφωνα με επίσημες Γερμανικές εκθέσεις  οι Γερμανοί σκότωσαν στην επιχείρηση «Κοράκι» 235 Έλληνες. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το γεγονός πως οι Γερμανοί δεν συγκρούστηκαν με τους αντάρτες και ότι εκτέλεσαν ενόπλους μόνο την ολιγάριθμη ομάδα του Λευτεριά δείχνει την εξαιρετική σκληρότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, αφού όλοι οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι ήσαν άοπλοι [21].

Έφτασε όμως το τέλος τους. Η ανθρωπότητα δεν επέτρεψε στο γένος των Αρίων να μεταβάλλουν τους ανθρώπους σε υποζύγια. Οι Γερμανοί  εγκατέλειψαν το Άργος στις 14 Σεπτεμβρίου και την ίδια ημέρα και το Ναύπλιο, αφού κατέστρεψαν το λιμάνι. Από την πρωτεύουσα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944.

Η ποθητή ημέρα της λευτεριά είχε φτάσει.

 

Ακολουθεί κατάλογος των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας:

 

1) Βλάχος Μελέτης του Γεωργίου, ετών 43, στη θέση Κιάφα Μπάρκλια στις 25 Μάη 1944.

2) Γεώργας Αθανάσιος του Δημητρίου, ετών 75, στη θέση «Τρία Ρέμματα» στις  26 Μάη 1944.

3) Γεώργας Αναστάσιος του Ιωάννου, ετών 18, στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

4) Γεώργας Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ετών 50, στο Μπάρδι κοντά στην εκκλησία στις 25 Μάη του 1944.

5) Γεώργας Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 49, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρη (Τούρλια)», όπου έβοσκε τα πρόβατα.

6) Γεώργας Δημήτριος του Θωμά, ετών 56,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

7) Γεώργας Δημήτριος του Σπυρίδωνος, ετών 15,  στις 27 Μάη 1944, στη θέση «Πριόνια» κοντά στα μαντριά του Κράμπα.

8) Γεώργας Ιωάννης του Θωμά, ετών 49,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη του 1944.

9) Δήμας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 18, τον εκτέλεσαν Ταγματασφαλίτες το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 1944 κοντά στα Πυργιώτικα.

10) Δήμας Χρήστος του Γεωργίου, ετών 57,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι.

11) Κορίλης Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 19, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την  διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, όπου τον εκτέλεσαν στα κυπαρίσσια του Νέγρη ίσως το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 1944.

12) Κορίλης Χρήστος του Ιωάννη, ετών 20,  έξω από το χωριό στη θέση «Ατζιαλί» την Ιη Ιουνίου 1944.

13) Λέκκας Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 54,  στις 26 Μάη 1944 στο φαράγγι του Καραμπαμπά.

14) Λέκκας Γεώργιος του Δημητρίου (Καπετάν Λευτεριάς), ετών 30, τον κρέμασαν οι Γερμανοί με άλλους εφτά και μετά από άγριο βασανισμό στη Ντάπια των Σπετσών στις 12 Ιουνίου 1944.

15) Λέκκας Παναγιώτης του Λεωνίδα, ετών 47,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι στις 27 Μάη 1944.

16) Λιλής Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 36, σκοτώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Πολύγωνο σε σύγκρουση με ομάδα Ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου.

17) Λιλής Δημήτριος του Ηλία, ετών 61, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρης» (Τούρλια).

18) Λιλής Παναγιώτης του Βασιλείου, ετών 31, στις 27 Μάη 1944 στην περιφέρεια των Λιμνών.

19) Ξύδης Παναγιώτης του Ανδριανού, ετών 20, τον εκτέλεσαν άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας στις 30 Αυγούστου 1944 στο Ναύπλιο.

20) Παπαγεωργόπουλος Αθανάσιος του Αναστασίου, ετών 21, στις 27 Μάη του 1944 στη «Γκιώνα» Λιμνών.

21) Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 45, στις 27 Μάη του 1944 στη θέση «Γκιόναλι» της Τραπεζώνας.

22) Παπαγεωργόπουλος Θεοδόσιος του Δημητρίου, ετών 24, στις 27 Μάη 1944.

23) Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 43.  στις 27 Μάη 1944 στην Τραπεζώνα θέση «Γκιόναλι».

24) Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνος, ετών 22, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944 με τυφεκισμό μετά από άγριο ξυλοδαρμό, γιατί παραβίασε το ωράριο απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

25) Παπαγεωργοπούλου Γεωργία συζ. Γεωργίου, ετών 33, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα στα πριόνια, μαζί με την οχτάχρονη θυγατέρα της Μαρίνα.

26) Παπαγεωργοπούλου Μαρίνα του Γεωργίου, ετών 8, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα, στα πριόνια, μαζί με τη μητέρα της.

27) Παπαγεωργοπούλου Σοφία του Σπυρίδωνος, ετών 25, στο Γκέρμπεσι στις 25 Μάη 1944.

28) Υψηλάντης Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 54, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στη στήλη ιστορικής μνήμης στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη καταγράφονται ως εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς εκτός από τους αναφερόμενους ανωτέρω Γκερμπεσιώτες και οι επόμενοι:

 

Αργυρόπουλος Αγγελής του Σπύρου, ετών 26 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Αργυρόπουλος Πέτρος του Σπύρου,  ετών 37 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Βλάχος Ι. Παναγιώτης, ετών 53 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Λ. Γεώργιος, ετών 21 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Γ. Λεωνίδας, ετών 46 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Δ. Γεώργιος, ετών 29 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Μ. Ιωάννης, ετών 27 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κυμπούρης Γ. Δημήτριος, ετών 77 από Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Παναγής Δ. Αναστάσιος, ετών 40 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Κ. Δανούση: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς, περιοδικό «Αναγέννηση» τεύχος 321, Σεπτέμβρης 1994 και ανάρτηση στην argolikivivliothiki.gr/ «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα».

[2] Επιστολή Ν. Σαββέα προς την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 20-05-1985.

[3] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ 38, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[4] M.Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ. 67 και αναλυτικά για τον λιμό στην Ελλάδα από τη σελ 49 επ. Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

[5] Ν. Γ. Σαββάκη: «Θύματα Ιταλικής-Γερμανικής κατοχής περιόδου 1941-1945 περιφερείας Δήμου Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), σελ.331.

[6] Θ. Δ. Πανταζόπουλου: «Η ταμειακή στενότης στο Ναύπλιον κατά την κατοχή και η έκδοσις τοπικού νομίσματος», Ναύπλιον 1945 και Αθήνα 1963.

[7] Λευτέρη Αποστόλου: «Το ξεκίνημα του ΕΑΜ», έκδοση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», Αθήνα 1982, σελ. 62.

[8] Π. Μούτουλα: «Πελοπόννησος 1940-45», σελ.210, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.

[9] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[10] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[11] Προσωπική μαρτυρία, έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου, Γ. Λιλή «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», ΣΕΛ. 23, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Άργος 1980.

[12] M. Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ 103, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1994.

[13] Οι κοπέλες, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και τις άφησαν ελεύθερες, ήσαν οι επόμενες: Μαρίνα Δημ. Λιλή, Μαρίνα Ευθ. Παπαγεωργόπουλου, Σπυρούλα Ιωάν. Δήμα, Αικατερίνη Ιωάν. Ράπτη, Αικατερίνη Αναστασίου Λιλή.

[14] Προφορική μαρτυρία στον γράφοντα της όμηρης Κατίνας Γεώργα-Κονδύλη.

[15] Δενδριώτες: Γεώργιος Ιωάν. Κιμπούρης, Ιωάννης Δημητρίου Δουβίκας, Δημήτριος Ιωάννου Ουλής. Μανεσιώτες: Σωτήριος Δημητρίου Καραμάνος, Αναστάσιος Καραμάνος, Σωτήριος Ιωάννου Καραμάνος, Παναγιώτα Χρήστου Καραμάνου. Μπαρδαίοι: Ιωάννης Ευαγγέλου Κακούροςž όλοι επέστρεψαν εκτός από τον Δημήτριο Ουλή, που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς με τους παρτιζάνους του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.

[16] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ. 554-555, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[17] .Χ. Φ. Μάγερ: όπ. αν. σελ.555-564.

[18] Κάποια Κυριακή, πριν την έναρξη των επιχειρήσεων και μετά τη λειτουργία τρεις Γερμανοί συνοδευόμενοι από τον Γεώργιο Τόμπρα από το Μέρμπακα, τον οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα, ήρθαν στο χωριό. Ο ένας Γερμανός έμεινε έξω και οι δύο άλλοι με τον διερμηνέα μπήκαν μέσα στην εκκλησίហο αξιωματικός με τον διερμηνέα ανέβηκαν στο σκαλί μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο Γ. Τόμπρας, μεταφράζοντας όσα ο Γερμανός έλεγε, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι οι Γερμανοί σύντομα θα άρχιζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ότι όποιον εύρισκαν έξω από το χωριό θα τον σκότωναν, ότι όποιος έμενε στο σπίτι μέσα στο χωριό δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας και άλλα πολλά.

[19] Για την διαπεραίωση των ανταρτών του ΕΛΑΣ από την Κοιλάδα στο Άστρος και τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του Λευτεριά βλ. συνέντευξη του Παναγιώτη Καραμπίνα (Καπετάν Τζαβέλλα) μέλους της ομάδας του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας στον Τάκη Μαύρο, εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ αρ.φ. 170/ 18-04-1984.

[20] John Fowls: «The Magus», σελ. 503 επ., Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 1997.

[21] Χ. Φ. Μάγερ:  όπ. αν. σελ. 563.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)  – Προσωπογραφίες


 

Προσωπογραφίες:Υψηλάντης Δημήτριος (1793-1832)

 

Από τις αγνότερες μορφές του 1821, πολιτικός και στρατάρχης στην επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Δημήτριος Υψηλάντης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και καταγόταν από τη μεγάλη φαναριώτικη οικογένεια των Υψηλαντών. Έκανε στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία, υπηρέτησε στο Ρωσικό στρατό και έλαβε μέρος στους Ναπολεόντιους πολέμους. Έγινε φιλικός το 1818. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στη Μολδοβλαχία, κατέβηκε στην Ελλάδα ως εκπρόσωπος του Γενικού Επιτρόπου της Αρχής, δηλαδή του αδελφού του Αλεξάνδρου. Υπάρχει πόλη των ΗΠΑ  αφιερωμένη στο όνομά του. Είναι η πόλη Ypsilanti, Michigan, όπου υπάρχει και σχετική προτομή-μνημείο. Ο Δημήτριος Υψηλάντης είχε συνδεθεί συναισθηματικά με τη μεγάλη ηρωίδα του ’21, τη Μαντώ Μαυρογένους. 

 

Δημήτριος Υψηλάντης (1793-1832) – Έργο του Σπυρίδωνος Προσαλέντη, Πολεμικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.

 

[…] «Μπήκα στην κατοικία του Υψηλάντη, μια καλύβα από ξερολιθιά, εννιά τετραγωνικά, από μια είσοδο τόσο χαμηλή, που έπρεπε να σκύψει κανείς σχεδόν ως το χώμα. Βρήκα τον Υψηλάντη καθισμένο σε κάτι σανίδες σκεπασμένες με ένα κιλίμι. Ήταν το κρεβάτι του. Χρυσές επωμίδες συνταγματάρχη, μαύρη στολή, μαύρος σκούφος στολισμένος με ασημένια πλάκα όπου ήταν χαραγμένη η φράση «Ελευθερία ή Θάνατος» κάτω από μια νεκροκεφαλή και δύο κόκαλα χιαστί. Μας δέχτηκε με την ψυχρή αμηχανία, που θα παρατήρησαν, όλοι όσοι τον γνώρισαν. Δεν ήταν υπεροψία αλλά το δυσάρεστο αποτέλεσμα μιας φυσικής συστολής. Σ’ αυτό είχε σίγουρα συντελέσει η συνείδηση των σωματικών του μειονεκτημάτων και ένα πολύ αισθητό ελάττωμα στην προφορά. Πραγματικά, η μοίρα αρνήθηκε στον πρίγκιπα Υψηλάντη τις φυσικές χάρες, το καλό παρουσιαστικό, δώρο πολύτιμο στα μάτια του πλήθους. Ανάστημα ούτε πέντε πόδια, κορμί και μέλη εύθραυστα, κεφάλι φαλακρό. Όλα αυτά δίνουν την εντύπωση ηλικιωμένου ανθρώπου. Και είναι μόλις 30 χρονών. Ωστόσο, παρά την καχεκτική του διάπλαση δεχόταν με θαυμαστή αντοχή τις ταλαιπωρίες της πολεμικής ζωής. Η ευψυχία του δυνάμωνε το κορμί και δεν μπορείς να του αρνηθείς το θάρρος και τις αρετές που ξεχωρίζουν έναν άνθρωπο στον ιδιωτικό του βίο. Μιλάει πολλές γλώσσες και κυρίως γαλλικά. Αλλά το βάρος των ευθυνών που έχει αναλάβει, ή καλύτερα που του ανέθεσε ο αδερφός του, ξεπερνάει τις δυνάμεις του. Δεν είχε ούτε την τέχνη να μεταχειρίζεται και να κυβερνάει ανθρώπους ούτε τη θέρμη της επικοινωνίας που συναρπάζει το πλήθος, χαρίσματα τόσο απαραίτητα για μια επανάσταση. Η μεγάλη καλοκαγαθία του εκφυλιζόταν σε αδυναμία».

Maxime Raybaud  (Μαξίμ Ρεμπώ), «Memoires sur la Grece pour servir a l’histoire de la guerre de l’Independance, accompagnes de plans topographiques» Paris, 1824-25, vol. 1-2.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Λιθογραφία. Λονδίνο, Νοέμβριος,1824.

 

Δημήτριος Υψηλάντης. Σχέδιο Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο – Παρίσι, Ιανουάριος, 1827.

 

Υπογραφή του Δημητρίου Υψηλάντη.

 

[…] «Υπέρμαχος της Συνταγματικής ελευθερίας εμπνεόταν σε κάθε πράξη από τον πιο αγνό πατριωτισμό. Δεν είχε, ωστόσο, την αποφασιστικότητα και τον πνευματικό εξοπλισμό που χρειαζόταν ένας ηγέτης για να κρατήσει το πηδάλιο σε δύσκολες στιγμές. Από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να καταπολεμήσει το σύστημα της λεηλασίας που είχαν υιοθετήσει οι καπεταναίοι και οι προεστοί αλλά δεν είχε ούτε τη σταθερότητα, ούτε τη δύναμη για να εφαρμόσει αυστηρά μέτρα, έτσι που ο φόβος, να δώσει εκείνο που δεν μπορούσε να πετύχει η τιμή. Γι’ αυτό ακριβώς οι περισσότεροι προεστοί ήταν εχθροί του. Αξιαγάπητος και γενναιόψυχος βοηθούσε κάθε πάσχοντα με αποτέλεσμα να απομείνει χωρίς πόρους και να βρεθεί σε αδυναμία να πραγματοποιήσει εκείνο που επιθυμούσε. Μ’  όλο που ήταν 30 χρονών έδειχνε 50. Είναι λιτοδίαιτος και μιλάει πολύ καλά γαλλικά».

Frans Nils Aschling, «Försök till Grekiska Revolutionens historia, enligt anteckningar gjorde pa stallet» [Δοκίμιο ιστορίας της ελληνικής επαναστάσεως, με βάση σημειώσεις που κρατήθηκαν επί τόπου], Στοκχόλμη, 1824.

Read Full Post »

Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α’  έτος της πείνας 1941- 1942 – © Θεόδωρος Δ. Γιαννακόπουλος, Ναυπλιακά Ανάλεκτα IV (2000).


 

[…] Το Ναύπλιο, κέντρο μιας αρκετά πλουτοπαραγωγικής περιφερείας, έπρεπε να υποφέρη επισιτιστικώς ελάχιστα. Ο γύρωθεν γεωργικός χώρος ήτο ικανός, εφ’ όσον υπήρχε καλή προαίρεσι και διάθεσι εκ μέρους των παραγωγών, να διαθρέψη, άνευ αισθητής ελαττώσεως των ορίων της παραγωγής, τους κατοίκους τους πόλεως, οι οποίοι ήσαν κυρίως εργάτες, μικροεπαγγελματίες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ατυχώς ούτε τέτοια προαίρεσι ούτε κοινωνική αλληλεγγύη υπήρξε, και άρχισαν τα προβλήματα στερήσεων και αισχροκερδείας, η οποία έκτοτε ωνομάσθη κοινώς «μαύρη αγορά», δηλ. οι τιμές των αγαθών έβαινον σταθερώς προς τα ύψη, χωρίς οποιοδήποτε μέτρο κρίσεως και συγκρίσεως, και οι τέτοιοι έμποροι, πρωτοεμφανισθέντες, ελέγοντο «μαυραγορίτες». Ενεθύμιζαν τους «τιμιοπώλας», δηλ. όσους πουλούσαν ακριβά κατά την αρχαιότητα και συνεπώς τους αισχροκερδείς, τους οποίους ανέφερε και ασφαλώς εκωμωδούσε ο αρχαίος Αθηναίος κωμωδιογράφος Φρύνιχος (2ο ήμισυ του 5ου π.Χ. αι.), ή εκείνους τους «τιμιουλκούντας», που έσυραν προς τα ύψη τις τιμές των προϊόντων και μάλιστα των σιτηρών κατά τις σιτοδείες τόσο στην αρχαία Αίγυπτο, όσο και στη ρωμαιοκρατία, γι’ αυτό και «δημοκατάρατοι» εχαρακτηρίζοντο. Πολύ σοφώς και ως γνήσιος οικονομολόγος ο πολυμαθής εκ Πατρών επίσκοπος Καισαρείας (901-932) Αρέθας υποδεικνύει ότι το γεγονός του «τον σίτον τιμιουλκείσθαι», δηλ. της διογκώσεως της τιμής των σιτηρών, είναι «δείγμα λιμού», τον οποίον και έχει προκαλέσει.

 

Ειδικό δελτίο διανομής τσιγάρων. Κατά την Κατοχή οργίαζε η μαύρη αγορά των τσιγάρων. Κυκλοφορούσαν μόνο κάτι φτηνά τσιγάρα σε κούτες, «στούκας» τα είχαν παρονομάσει, βαριά, πού κατέστρεφαν πνεύμονες, και, μόνον οι θεριακλήδες λυσσούσαν να τα βρουν. Και για την προμήθεια τους είχε εφαρμοστή ειδικό δελτίο διανομής. Στο Ναύπλιο τυπώθηκαν τον Αύγουστο «ατομικά δελτία καπνιστού», δεν υπήρχε μάλιστα κατάλληλο χαρτί εκτυπώσεως και ο μακαρίτης Κων. Αποστολόπουλος, πατέρας του αξέχαστου Θύμιου, ο όποιος είχε προπολεμικά συνεταιρική με τον αδελφό του βιοτεχνία σιγαρέτων, παρεχώρησε παλαιό, της πρώτης περιόδου της δραστηριότητας των, αχρησιμοποίητα κουτιά, τα όποια τυπώθηκαν στην πίσω λευκή πλευρά.

 

Οι απαιτήσεις των παραγωγών εστερούντο λογικής, πολλοί των οποίων επίστεψαν, ότι ήρθε γι’ αυτούς η μεγάλη ευκαιρία, για να ικανοποιήσουν όλες τις ελλείψεις και στερήσεις των σε «πολυτελή» είδη επιπλώσεως και ενδύσεως και για ν’ αυξήσουν γενικώς την περιουσία τους. Το αθέμιτο της τέτοιας συμπεριφοράς των και μάλιστα προς γνωστούς και συνεπαρχιώτες δεν τους ενδιέφερε. Το πνεύμα του Αλβανικού μετώπου της ομοψυχίας και της αλληλεγγύης μονομιάς εξέλειπε. Ο ατομικός και οικογενειακός εγωισμός και η συντήρησι, αλλά και ο πλουτισμός εκυριάρχησε σχεδόν απόλυτα και καμμία νόμιμη η παράνομη οργάνωσι δεν ετάχθη, εξ αρχής, ανοικτά με τα προγράμματά της ή τις ένέργειές της κατά της τέτοιας συμπεριφοράς, ούτε εξετράπη προκαταβολικώς σε τιμωρία των παραγωγών εκείνων που ανελέητα εξεμεταλλεύοντο μαυραγοριτικώς τον πεινώντα πληθυσμό. Ενώ «βορά» της αδηφαγίας αρκετών γεωργών είχε πέσει ο αστικός πληθυσμός, οι ίδιοι σαν εξίσωσι ίσως και αυτοπεριορισμό και χαλιναγώγησι άρχισαν να υφίστανται μια μάστιγα που ενεφανίσθη τότε και που έδρα στην ύπαιθρο: κάποιοι Έλληνες έμποροι του ποδαριού και των περιστάσεων μαυραγορίτες, συνεργαζόμενοι με μερικούς Ιταλούς καραμπινιέρους και διερμηνείς των Ιταλικών και Γερμανικών υπηρεσιών, έφθαναν στα χωριά με φορτηγά και αφαιρούσαν με βίαιο τρόπο ή εξαγόραζαν σε χαμηλότατες τιμές, προπολεμικές μερικές φορές, ό,τι ήθελαν και εύρισκαν, κυρίως λάδι, σιτηρά, τυριά, εσπεριδοειδή και ό,τι άλλο φαγώσιμο και εμπορεύσιμο, κάνοντας αυθαίρετες έρευνες, εκβιάζοντας και απειλώντας…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Θεόδωρου Γιαννακόπουλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο επισιτισμός του Ναυπλίου κατά το Α_ έτος της πείνας 1941- 1942

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Οικογένεια Διομήδη-Κυριακού και τα μέλη της που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση του 1821


 

Διομήδης – Κυριακός ή Κυριακού

Επώνυμο αρχοντικής οικογένειας των Σπετσών, που περιλαμβάνεται μεταξύ εκείνων που ήλθαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στο νησί από τη Βόρειο Ήπειρο, κατά το 16ο και 17ο αιώνα, εξαιτίας των Μουσουλμανικών διώξεων.

Από την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στο αγωνιζόμενο γένος και όλα τα μέλη της οικογένειας διακρίθηκαν κατά την περίοδο του αγώνα προσφέροντας την περιουσία και τα καράβια τους. Στο αρχικό επώνυμο της οικογένειας Κυριακός ή Κυριακού αργότερα, κατά την περίοδο της Επανάστασης, προστέθηκε, κατά τη συνήθεια της εποχής εκείνης, και το όνομα του ομηρικού ήρωα Διομήδη από θαυμασμό προς την αρχαία Ελλάδα και τη μεγάλη επιθυμία για την αναβίωση των κλασικών σπουδών.

Από τα κυριότερα μέλη της οικογένειας Διομήδη – Κυριακού είναι:

Αναστάσιος Κυριακός (1758-1831)

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1758 και πέθανε το 1831. Χρημάτισε από τους πρώτους πρόκριτους του νησιού. Από πολύ νέος επιδόθηκε στη ναυτιλία και με το χρόνο απέκτησε ιστιοφόρα πλοία με τα οποία, ως καραβοκύρης, άσκησε ναυτικό εμπόριο στη Μεσόγειο. Όταν ήρθε η ώρα του μεγάλου ξεσηκωμού αρμάτωσε και προσέφερε για τον αγώνα το καράβι του «Πελεκάνος» γιατί ο ίδιος ήταν γέρος πια και δεν μπορούσε να μπαρκάρει. Μ’ αυτό το πλοίο είχε μεταφέρει από το Τριέστι στην Ελλάδα τον Ρήγα Βελεστινλή.

Παντρεύτηκε την Ελένη, ένα από τα κορίτσια του Νικολάου – Μπότσαρη, και απέκτησε μαζί της επτά παιδιά: τρία αγόρια, τον Γιάννη, τον Νικολό και τον Γκίκα και τέσσερα κορίτσια, τη Χρυσούλα, την Κατερίνα, τη Βγενή και τη Μάρω. Η Μάρω παντρεύτηκε τον Γιάννη Μπούκουρη και είχε κόρη της την Ελένη, σύζυγο του Ιταλού ζωγράφου Αλταμούρα και
μητέρα του μεγάλου Σπετσιώτη θαλασσογράφου, Γιάννη Αλταμούρα.

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825)

Ιωάννης Διομήδης – Κυριακός (1790-1825). Με τον «Αχιλλέα» του έλαβε μέρος σε όλες τις ναυμαχίες του ελληνικού στόλου επικεφαλής σπετσιώτικης μοίρας. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από μικρός ασχολήθηκε με τη θάλασσα και έγινε ένας από τους μεγάλους καραβοκύρηδες. Κατηχήθηκε από τους πρώτους στη Φιλική Εταιρία και όταν ξέσπασε η Επανάσταση μπήκε με ενθουσιασμό στον αγώνα. Αντιναύαρχος των Σπετσών, σ’ όλη την περίοδο του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνα, εξόπλισε τέλεια, με δικά του χρήματα, το ιδιόκτητο πλοίο του «Αχιλλεύς» που χρησιμοποιούσε, σαν Ναυαρχίδα και έλαβε μέρος σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου, επικεφαλής της σπετσιώτικης μοίρας, αγωνιζόμενος πάντοτε με αυτοθυσία και θάρρος στην πρώτη γραμμή, μαζί με τους άλλους Σπετσιώτες πλοιάρχους.

Διακρινόταν για τη σύνεσή του, γι’ αυτό και όλοι όσοι έπαιρναν μέρος μαζί του στα πολεμικά συμβούλια του στόλου, πρόσεχαν τη γνώμη του και σχεδόν πάντοτε την ακολουθούσαν. Ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα στο Αιγαίο και συντέλεσε προ πάντων, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, στο να ξεσηκώσει την Επανάσταση στην Τήνο, στη Χίο, στη Λέσβο και τη Θεσσαλία. Κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στο Βόλο και βρισκόμενος πάντα σε επαφή με τους οπλαρχηγούς Περραιβό, Γαζή, Κωνσταντά και Μπασδέκη, ξεσήκωσε τους θεσσαλούς και αφού έβγαλε από το καράβι του τα πυροβόλα του στην ξηρά, πολιόρκησε με αυτά το τουρκικό φρούριο.

Στην αρχή ακόμη της Επανάστασης κοντά στη Σάμο, μαζί με άλλους Σπετσιώτες, επιτέθηκε ενα­ντίον εννέα τουρκικών πλοίων και τα στρίμωξε κατά τέτοιο τρόπο, με την τόλμη και το πυροβολικό του, ώστε ανάγκασε τους Τούρκους να εγκαταλείψουν τα πλοία τους και να αποβιβαστούν στη στεριά. Τον ίδιο χρόνο έλαβε μέρος και σ’ όλες τις επιχειρήσεις του ελληνικού στόλου στον Κορινθιακό κόλπο και στην Πρέβεζα. Κατά το δεύτερο και τρίτο έτος, της Επανάστασης, αγωνίζεται στα Ψαρά, τη Χίο, τη Δυτική Ελλάδα και αλλού. Όλη του η ανδρεία εκδη­λώθηκε το 1824, στις εκστρατείες κατά της Σάμου, όταν ο ελληνικός στόλος πέτυχε εξαιρετικές νίκες εναντίον του ενωμένου τουρκοαιγυπτιακού στόλου καθώς και στη ναυμαχία του Γέροντα, στις 29 Αυγούστου 1824. Στις ναυμαχίες αυτές ο Ιωάννης Διομήδης-Κυριακός συνόδευσε με το καράβι του και υποστήριξε τον Κανάρη όταν έκαψε την τουρκική ναυαρχίδα, και τον Βατικιώτη όταν πυρπόλησε αιγυ­πτιακό βρίκι. Ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος στην έκθεσή του με ημερομηνία 26 Αυγούστου 1824 προς τους προκρίτους του νησιού αναφέρει ότι: «εγώ δε επαινώ όλους μεν… όσοι έκαμαν το χρέος των, εξαιρέτως δε επαινώ τον γενναιότατον υποναύαρχον Ιωάννην Αναστασίου Κυριακού».

Η δράση του γενναίου Σπετσιώτη συνεχίστηκε και το 1825, ιδίως στη ναυμαχία του Καφηρέα στις 20 Μαΐου, που έγινε εκεί με συμβουλή του για να κατανικηθεί ο πολύ μεγαλύτερος αλλά δυσκίνητος εχθρικός στόλος, στον οποίο προξένησε μεγάλες καταστροφές. Τον Ιωάννη Διομήδη – Κυριακό, όμως, δεν άφησε ασυγκίνητο και τα δράμα των πολιορκημένων κατοίκων του Μεσολογγίου. Αυθόρμητα παρουσιάστηκε στις αρχές και ζήτησε να πάει στο Μεσολόγγι για να εφοδιάσει τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Και πραγματικά κατόρθωσε, στις 23 Ιουλίου 1825, να ξεφορτώσει στο λιμάνι της πόλης άφθονα τρόφιμα και πολεμικό υλικό, παρόλο που ο εχθρός αδιάκοπα έβαλε εναντίον του. Εκεί, αρρώστησε από θέρμες και εξαιτίας της μεγάλης κόπωσής του από την επικίνδυνη ναυτική επιχείρηση, αναγκάστηκε να γυρίσει στις Σπέ­τσες, όπου και πέθανε στις 17 Σεπτεμβρίου 1825. Τάφηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας, όπου βρίσκεται ο τάφος της οικογένειας.

Νικόλαος Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1792 και είναι ο δεύτερος γιος του Αναστασίου Κυριακού. Από πολύ νέος ασχολήθηκε με το ναυτικό επάγγελμα και με τα ταξίδια που έκανε απέκτησε περιουσία και έγινε και αυτός καραβοκύρης. Πήρε γυναίκα του την κόρη του Ιωάννη Ορλάνδου.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση έτρεξε και αυτός όπως και τα άλλα μέλη της οικογένειάς του να πάρει μέρος στον αγώνα και διέθεσε το ιδιόκτητο καράβι του «Κλειώ» αφού προηγουμένως με δικά του χρήματα το εξόπλισε για το σκοπό αυτό. Έλαβε μέρος, μαζί με τον αδελφό του Γιάννη Διομήδη- Κυριακό, σ’ όλες τις εκστρατείες του ελληνικού στόλου στο Αιγαίο, στον Κορινθιακό Κόλπο και τη Δυτική Ελλάδα. Μαζί του πάντοτε είχε και τον αδελφό του Γκίκα, που ήταν ο τρίτος γιος του Αναστάση Κυριακού και παππούς του Αλεξάνδρου Διομήδη, μεγάλου οικονομολόγου, Ακαδημαϊκού και Πρωθυπουργού της Ελλάδος. Μετά τη λήξη του αγώνα, έζησε για πολλά χρόνια στις Σπέτσες, όπου και πέθανε.

Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός

Γεννήθηκε στις Σπέτσες και ήταν εξάδελφος με τους Ιωάννη, Νικόλαο και Γκίκα Διομήδη-Κυριακό. Υπήρξε από τους τολμηρότερους πλοιάρχους κατά την περίοδο του αγώνα. Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση εξόπλισε το ιδιόκτητο καράβι του «Τιμολέων» και έλαβε μέρος κατά τον πρώτο χρόνο του αγώνα στον αποκλεισμό της Μονεμβασίας και κατά τα επόμενα χρόνια στις ναυμαχίες των Ψαρών, της Σάμου, του Κορινθιακού κόλπου και της Πρέβεζας. Στη ναυμαχία της Σάμου διέπρεψε κατά του αιγυπτιακού στάλου, όπως αναφέρει στην έκθεσή του προς τους προκρίτους του νησιού, ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος.

Κατά τη ναυμαχία του Καφηρέα, στις 20 Μαΐου 1825, συνέλαβε με τον Αθανάσιο Πάνου πέντε κατάφορτα εχθρικά πλοία και τα μετέφερε στις Σπέτσες. Όταν το 1825 χρειάστηκε να αποσταλούν στην πολιορκημένη πόλη του Μεσολογγίου πολεμοφόδια και ο ναύαρχος των Σπετσών Γ. Ανδρούτσος κάλεσε τους πλοιάρχους σε συμβούλιο για να τους ρωτήσει ποιος ήθελε να παραλάβει τις σφαίρες, και να τις παραδώσει στους πολιορκημένους, ο Αναγνώστης Διομήδης – Κυριακός προσφέρθηκε να εκτελέσει αυτός την επικίνδυνη αποστολή. Και κατόρθωσε, πραγματικά, με την τόλμη και την επιδεξιότητά του, να παραδώσει τα πολεμοφόδια στον τόπο του προορισμού τους και να ενισχύσει με τον τρόπο αυτό και να ενθαρρύνει τους ήρωες του Μεσολογγίου. Κατά το έτος 1826 έλαβε μέρος στην προ της Μυτιλήνης ναυμαχία και το 1827 στην εκστρατεία του ελληνικού στόλου κατά της Αλεξάνδρειας με αρχηγό τον Κόχραν.

Ο χρόνος του θανάτου του δεν είναι γνωστός. Έζησε όμως αρκετά χρόνια μετά τη λήξη του αγώνα στις Σπέτσες και οι συμπολίτες του τον τιμούσαν όχι μόνο ως έναν από τους γενναιότερους πλοιάρχους αλλά και ως άνδρα ενάρετο, παράδειγμα δίκαιου και χρηστού πολίτη.

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

Read Full Post »

Γιάννουζας Γιάννος (1790-1821)


 

Ιωάννης – Γιάννος Γιάννουζας γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1790 και είναι το πρώτο από τα τρία παιδιά του πλοιάρχου Δημητρίου Γιάννουζα και της θρυλικής Λασκαρίνας, της μετέπειτα Μπουμπουλίνας.  Ο πατέρας του χάθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών (1797) και η Μπουμπουλίνα ξαναπαντρεύτηκε το 1801 τον επίσης σπετσιώτη αλλά και πολύ πλούσιο καραβοκύρη Δημ. Μπούμπουλη. Μα και η δική του τύχη δεν ήταν καλύτερη, γιατί κι αυτός σκοτώθηκε πολεμώντας κατά των Αλγερίνων πειρατών το 1811.

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Γιάννος Γιάννουζας από μικρός ακολούθησε το ναυτικό επάγγελμα και από την αρχή της Επανάστασης τάχτηκε στο πλευρό της μητέρας του Λασκαρίνας. Ο γιος βοηθούσε υπέρμετρα τη μητέρα του στη μεγαλουργό δράση της. Για αρκετό χρονικό διάστημα πολιορκούσε το Ναύπλιο μαζί της, επιβαίνοντας στο ιδιόκτητο καράβι της «Αγαμέμνων».

Όταν πληροφορήθηκε ότι ο Κεχαγιάμπεης με ισχυρό στρατό κατευθύνεται στο Άργος, αφού ήρθε σε συνεννόηση με τους πολιορκητές του Ναυπλίου, Δημήτριο Τσώκρη και τον Κρανιδιώτη Παπαρσένη Κρέστα, στρατοπέδευσε με ένα ολιγομελές σώμα Αργείων και Σπετσιωτών  στα πρόχειρα ταμπούρια που έφτιαξε κοντά στο χείμαρρο Χάραδρο ή Ξεριά, λίγα λεπτά έξω από το Άργος. Τα παλικάρια του Γιάννουζα ήσαν λίγα και απειροπόλεμα, ενώ οι επερχόμενοι κατά του Άργους τουρκαλβανοί του Κεχαγιάμπεη ήταν εμπειροπόλεμοι και τρεισήμισι χιλιάδες περίπου. Παρόλες, όμως, τις λυσσαλέες τους επιθέσεις για να καταλάβουν τα πρόχειρα ταμπούρια του Γιάννουζα, δεν κατόρθωσαν να τα χαλάσουν. Οι απώλειές τους ήταν μεγάλες. Παρόλα αυτά, ένα τμήμα του εχθρού με επικεφαλής τον περιβόητο για την παλικαριά του Βελήμπεη κατόρθωσε να πλησιάσει πολύ κοντά στα ταμπούρια του. Στο αντίκρισμα του Βελήμπεη, ο γιος της Μπουμπουλίνας πετιέται από το χαράκωμά του, του επιτίθεται, τον πληγώνει, τον ρίχνει κάτω από το άλογό του και αρπάζοντάς τον από τα  μαλλιά ετοιμάζεται να του κόψει το κεφάλι, όταν ένα βόλι τουρκαλβανίτικο τον πληγώνει θανάσιμα. Ο θάνατός του εξαγριώνει τους λίγους συντρόφους του και τους κάνει, αψηφώντας το θάνατο, να πεταχτούν όλοι έξω από τα ταμπούρια τους και να επιτεθούν με λύσσα στους Τουρκαλβανούς για να εκδικηθούν το θάνατο του αρχηγού τους. Μα είναι τόσο λίγοι και οι άλλοι τόσοι πολλοί, που σε λίγο το έδαφος στρώνεται από τα κορμιά τους.

Έτσι στον Ξεριά, με το γιο της Μπουμπουλίνας, τον Γιάννο Γιάννουζα, και τα παλικάρια του, γράφτηκε μία από τις πιο λαμπρές σελίδες της ιστορίας του Εικοσιένα, που μοιάζει μ’  εκείνη του Λεωνίδα με τους τριακόσιους στις Θερμοπύλες.

 

Πηγή


  • Ηλίας Ν. Γαλέττας – Μαρίκα Β. Μπουζουμπάρδη, «Σπέτσες, Ιστορία Λαογραφία», τόμος Ά, έκδοση, Ένωση Σπετσιωτών, 2004.

 

Read Full Post »

Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου – ©  Γεώργιος Η. Κόνδης, Αργειακή Γη, τ.1, Άργος,  Δεκέμβριος 2003.


 

Το φαινόμενο της αστικοποίησης είναι τόσο σύνθετο όσο και οι μεταβολές τις οποίες υφίσταται το κοινωνικό σώμα. Όσο περισσότερο έντονες είναι σε αριθμό, σε ρυθμό και σε συχνότητα, τόσο πιο σύνθετη μορφή έχουν. Το φαινόμενο δεν είναι επίσης απλό, διότι καθορίζει και καθορίζεται από οικονομικά συμφέροντα, κοινωνικές διαστρωματώσεις, τυχαία γεγονότα και ιστορικές συγκυρίες. Οι τελευταίες καθορίζουν με τη σειρά τους τη μορφή της αστικοποίησης και της πολεοδομικής συγκρότησης και ανάπτυξης.

Το Σωματείο των σαρωθροποιών σε προπολεμική φωτογραφία κατά τον εορτασμό της εικόνας του Χριστού (26 Δεκεμβρίου) στην Παναγία Κατακεκρυμμένη, Άργος.

Υπάρχουν, για παράδειγμα, διαφοροποιήσεις ως προς την ανάπτυξη των αρχαιοελληνικών πόλεων σε σχέση με τις αντίστοιχες βυζαντινές ή εκείνες της τουρκοκρατίας, και ακόμη μεγαλύτερες διαφοροποιήσεις σε σχέση με την αστική ανάπτυξη του 19ου αιώνα. Παρ’ ότι, όπως θα εξηγήσουμε και στη συνέχεια, δεν υπάρχουν ασυνέχειες ή διαζεύξεις στο φαινόμενο της αστικοποίησης προκειμένου για τον ίδιο ιστορικό χώρο, οι διαφοροποιήσεις στις οποίες αναφέρομαι αντικατοπτρίζουν το επίπεδο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο.

Η διαφοροποίηση μεταξύ των μορφών αστικοποίησης δεν είναι τόσο ποσοτική όσο ποιοτική. Για το λόγο αυτό το φαινόμενο της αστικοποίησης δεν ταυτίζεται απόλυτα με εκείνο της δημιουργίας των πόλεων. Η διάκριση έγκειται στο ότι η αστικοποίηση «είναι ένα πλέγμα οικονομικών, κοινωνικών, πολιτικών και πολιτιστικών αντιλήψεων που η δομημένη μορφή έχει προσπαθήσει να αντιπροσωπεύσει και να εκφράσει. Για τον ίδιο λόγο το φαινόμενο αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα της καπιταλιστικής ανάπτυξης, όπως θεωρούσαν οι κοινωνικοί αναλυτές πριν μερικές δεκαετίες. Αντίθετα, προηγείται της γένεσης του καπιταλισμού, διότι απορρέει από την κοινωνική κατανομή της εργασίας μέσα στην κοινωνία και όχι μέσα στη μονάδα παραγωγής…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης του κυρίου Γεωργίου Κόνδη πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η αστικοποίηση του Άργους. Στοιχεία για μια συστηματική ανάλυση του φαινομένου

Παράρτημα

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »