Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, υδατογραφία & μολύβι, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών»,  A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών», A. Haubenschmid, 1833-1834, Βαυαρικό Πολεμικό Μουσείο (Ingolstadt Bayerisches Armeemuseum).

 

O προμαχώνας των «Πέντε Αδελφών» αποτελεί τον μοναδικό σωζόμενο προμαχώνα της κάτω πόλης του Ναυπλίου που σώθηκε από την κατεδάφιση. Bρίσκεται στη βορειοδυτική πλευρά της Aκροναυπλίας και οφείλει το όνομά του στα πέντε βενετσιάνικα κανόνια, που ενίσχυαν την άμυνά του.

O προμαχώνας προστάτευε το δυτικό τμήμα της κάτω πόλης και το λιμάνι σε συνδυασμό με το Mπούρτζι. Σύμφωνα με την Ιωάννα Στεριώτου* κατασκευάστηκε από τους Τούρκους, πριν από τη Β΄ Ενετοκρατία.

Στο έργο του βαυαρού αξιωματικού Α. Haubenschmid, που  υπηρέτησε στην Ελλάδα κατά την οθωνική περίοδο, διακρίνουμε τα κανόνια αριστερά, δεξιά το Διοικητήριο και το Μπούρτζι στο βάθος. Έλληνες με φουστανέλες και Ευρωπαίοι στρατιωτικοί περιλαμβάνονται στο τοπίο.

Από τις τάξεις του Επικουρικού Βαυαρικού Εκστρατευτικού Σώματος αναδείχτηκε μια κατηγορία ερασιτεχνών ζωγράφων, όπως οι A. Haubenschmid και L. Köllnberger. Οι συνθέσεις τους αποτυπώνουν σκηνές της καθημερινής ζωής, τοπία και μνημεία καθώς και χαρακτηριστικά στιγμιότυπα από τη ζωή των Βαυαρών στην Ελλάδα.

 

* Ιωάννα Στεριώτου, Συμπληρωματικά αμυντικά έργα στις οχυρώσεις της Πελοποννήσου (1684-1715). Δύο σχέδια του τείχους της πόλης του Ναυπλίου (18ος αι.) από το αρχείο της Βενετίας, «Η εκστρατεία του Franc. Morosini και το «Regno di Morea» – Μονεμβασιώτικος Όμιλος , Γ΄ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης (20-22 Ιουλίου 1990), Αθήνα 1998, σ. 135-154.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία), Γιώργος Ρούβαλης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Γιώργου Ρούβαλη Δρ. Ιστορίας, Καθηγητή και Συγγραφέα με τίτλο:

Το βενετσιάνικο Ναύπλιο του 1500: τόσο μακριά και τόσο κοντά. (Διαβάζοντας μια διατριβή για τη βενετσιάνικη κυριαρχία)

 

Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας κυριάρχησε στο Ναύπλιο περίπου 180 χρόνια. Εκατόν πενήντα στην αρχή και τριάντα αργότερα. Μπορούμε να πούμε ότι ήταν η δύναμη, που διαμόρφωσε κι έχτισε την κάτω πόλη του Ναυπλίου γύρω στο 1500, αλλά και φυσικά τα κάστρα, για τα οποία τα γνωρίζουμε σήμερα, δηλαδή το Παλαμήδι (γύρω στα 1700), το Μπούρτζι (γύρω στο 1350) και ενίσχυσε και επεξέτεινε τα τείχη της Ακροναυπλίας, που υπήρχαν νωρίτερα από τους Φράγκους και τους Βυζαντινούς.

Συχνά συγκρίνεται η κυριαρχία των Βενετσιάνων στο Ναύπλιο με εκείνη των Τούρκων και ορισμένοι θεωρούν ότι και οι δύο ήταν κατακτητές και ξένοι προς την ιδιοσυγκρασία μας. Όμως η ανάγνωση της διατριβής του 1999 της Αμερικανίδας ιστορικού Diana Wright μας επιτρέπει να γνωρίσουμε με λεπτομέρειες την καθημερινή ζωή του Ναυπλίου γύρω στο 1480, έστω και από τη μεριά των Βενετσιάνων επισήμων.

Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.
Βενετία. Η αίθουσα του συμβουλίου στο παλάτι του Δόγη. George Newenham Wright, περ. 1842.

Πολλά πράγματα μαθαίνουμε απ’ αυτή τη διατριβή. Υπάρχουν γενικές πληροφορίες για τη γραφειοκρατική δομή της βενετσιάνικης κυριαρχίας στη Μεσόγειο, τις σχέσεις με τους Έλληνες υπηκόους, με τους μισθοφόρους στρατιώτες της, με τους Τούρκους, καθώς και την αντιμετώπιση που δόθηκε σε μια παμπελοποννησιακή εξέγερση των μισθοφόρων της εναντίων των Τούρκων, την εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά. Μας θυμίζει αυτή η διατριβή, αλλά σε διαφορετικό επίπεδο, το εξαιρετικά εμπνευσμένο μυθιστόρημα του Γάλλου ιστορικού, Bruno Racine, «Ο Κυβερνήτης του Μορέως», που δημοσιεύτηκε τη δεκαετία του ’80 στα ελληνικά από τον Κέδρο, και αναλύει τον εσωτερικό κόσμο του κυβερνήτη Agustino Sagredo, τον οποίον επιφόρτισε η Γερουσία να χτίσει το Παλαμήδι. Ο συγγραφέας μας εισάγει στα διλήμματα, τις δυσκολίες και τα επιτεύγματα ενός αξιωματούχου, που πρέπει σε σύντομο χρόνο να χτίσει ένα απόρθητο κάστρο και το καταφέρνει. Τα ίδια ή ανάλογα διλήμματα πρέπει να αντιμετώπισε και ο Προβλεπτής Bartolomeo Minio, τις μηνιαίες εκθέσεις του οποίου αναλύει για τέσσερα χρόνια η Diana Wright, ο οποίος είχε το δύσκολο έργο να διοικήσει ένα τεριτόριο, που κάλυπτε πάνω απ’ τη μισή Αργολίδα, αμέσως μετά έναν μακροχρόνιο ενετοτουρκικό πόλεμο και την προσαρμογή της αποικίας αυτής σε συνθήκες ειρήνης και καλών σχέσεων με τους Τούρκους. Ο Minio έχει, φτάνοντας στο Ναύπλιο, μεγάλα σχέδια για την πόλη, που του ανάθεσαν να διοικεί. Θέλει να στερεώσει τα τείχη της Ακροναυπλίας, αλλά και να τειχίσει την κάτω πόλη δίπλα στη θάλασσα, που ήταν σχεδόν απροστάτευτη. Γι’ αυτό ζητάει έμπειρους λιθοξόους από τη Βενετία, αφού δεν υπήρχαν επιτόπου, και κυρίως ανθρώπινο δυναμικό, τους κωπηλάτες δηλαδή μιας γαλέρας (120-150 ανθρώπους), που θα χρησίμευαν για το χτίσιμο των τειχών. Και τούτο διότι οι Ιταλοί και άλλοι μισθοφόροι στρατιώτες, που διέθετε, είναι αδύναμοι, πεινασμένοι, σχεδόν ρακένδυτοι από ακηδία της Βενετίας, που δεν έστελνε τακτικά μισθούς και σιτηρέσια.

Επίσης μαθαίνουμε πολλά για τους κανόνες, που διείπαν την αποστολή του, όχι μόνο του ιδίου, αλλά και οποιουδήποτε Βενετσιάνου Προβλεπτή στις αποικίες. Μας εντυπωσιάζει η αυστηρότητα και η διοικητική επιμέλεια, που έπρεπε να δείξει. Καταρχήν από τον ετήσιο προϋπολογισμό του (περίπου 1000 δουκάτα το χρόνο), τα οποία αντιπροσώπευαν μισθό για δύο αξιώματα, δηλαδή εκείνο του Διοικητή και Διαχειριστή της πόλης, αλλά κι εκείνο του στρατιωτικού Κυβερνήτη, αφαιρείτο ένας φόρος 40%. Κατόπιν υπήρχαν αυστηροί κανόνες για την καθημερινή συμπεριφορά του, που απέκλειαν φαινόμενα διαφθοράς. Δεν μπορούσε να επιβάλει αγγαρείες στους Έλληνες υπηκόους, εξαιτίας κάποιων προνομίων του Ναυπλίου, παρά μόνο ορισμένες. Δεν του επιτρέπετο να δέχεται δώρα απ’ αυτούς (τρόφιμα, μικρά ζώα κ.λπ.). Βρισκόταν μακριά από την πατρίδα του χωρίς την οικογένειά του και χωρίς τη γυναίκα του, όπως όλοι οι Βενετσιάνοι επίσημοι. Δεν του επιτρέπετο σαρκική συνάφεια με γυναίκες της αποικίας. Έπρεπε να παρακολουθεί τη φόρτωση των πλοίων με εγχώρια προϊόντα και να επιβάλει τους ανάλογους φόρους. Και φυσικά, είχε το δυσάρεστο έργο να επιβλέπει και να καθησυχάζει τους συχνά διαμαρτυρόμενους στρατιώτες του, οι οποίοι υπέφεραν από πείνα και έλλειψη χρηματικών αμοιβών. Ακόμα είχε το καθήκον να προστατεύει την αποικία του, την οποίαν όφειλε να γνωρίζει σε όλη της την έκταση, από ληστές και πειρατές, που έβριθαν εκείνα τα χρόνια στην Πελοπόννησο και το Αιγαίο. Διαβάζοντας τα έγγραφα μαθαίνουμε ότι ορισμένοι Μαυριτανοί πειρατές ήταν π.χ. υπό την άμεση καθοδήγηση του Τούρκου Διοικητή της Χαλκίδας και ένας τρόπος για να μην πεθάνουν από πείνα οι κάτοικοι του Ναυπλίου ήταν το ψάρεμα στη θάλασσα και η εμπορική ναυτιλία. Η πόλη του Ναυπλίου εκείνα τα χρόνια ήταν πολύ φτωχή. Δεν είχε ας πούμε τη δυνατότητα να φτιάξει τούβλα ούτε να βρει κομμένες πέτρες για χτίσιμο. Δεν υπήρχε κοντά, παρά μόνο στις Σπέτσες, ξυλεία. Ο ίδιος ο Προβλεπτής γράφει συχνά ότι λυπάται τους υπηκόους του, γιατί είναι φτωχοί, άσχημοι και αδύνατοι σαν σκουράντζοι.

Ναύπλιο - Coronelli Maria Vincenzo
Ναύπλιο – Coronelli Maria Vincenzo

Πρέπει λοιπόν να αναλογιστούμε τις συνθήκες διαβίωσης και επιβίωσης στο Ναύπλιο εκείνα τα χρόνια. Συνθήκες σκληρές, σπίτια που σε άλλο άρθρο της η Diana Wright διαπιστώνει ότι ήταν συνήθως ξύλινα με καλαμωτή σκεπή και όχι τα λαμπρά πέτρινα που γνωρίζουμε εμείς και προέρχονται από την ύστερη βενετσιάνικη περίοδο (Παλαμήδι, Αρσενάλε στην πλατεία Συντάγματος, Βενετσιάνικο Διοικητήριο κοντά στην Αγιά Σοφιά κ.λπ.). Όλα αυτά μας φαίνονται πολύ μακριά από μας, συνθήκες πρωτόγονες, πλοία με κωπηλάτες και χωρίς ατμό, έλλειψη θέρμανσης στα κτίρια, αρρώστιες που αποδεκάτιζαν στρατιώτες και κατοίκους, εισβολές Τούρκων ληστών, που κομμάτιαζαν όσους έβρισκαν πρόχειρους κ.λπ. Μας φαίνεται λοιπόν εκείνη η εποχή πολύ μακριά, αλλά και πολύ κοντά, γιατί οι λεπτομέρειες, που δίνει η Diana Wright, μας ανεβάζουν στην Ακροναυπλία, μας κατεβάζουν στην αγορά, απαριθμούν τις εκκλησίες μας και μας πηγαίνουν ακόμα και μέχρι τις αλυκές του Θερμησίου (Ερμιόνη), πλούσιο φέουδο, που είχε οικειοποιηθεί ο Λατίνος Επίσκοπος. Από τα γραπτά του Minio δεν φαίνεται να έπαιζε μεγάλο ρόλο η θρησκεία στην καθημερινή ζωή των κατοίκων, παρόλο που υπήρχε και Ορθόδοξος Επίσκοπος και Ορθόδοξοι ιερείς. Ορισμένοι έξυπνοι Έλληνες μιλούσαν και τα βενετσιάνικα και τα τούρκικα εκτός από τα ελληνικά και χρησίμευαν συχνά ως διερμηνείς του Προβλεπτή σε διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους. Άλλοι γηραιότεροι και σεβαστοί πολίτες χρησίμευσαν ως μάρτυρες σε μια μακρά διαδικασία καθορισμού των ορίων της αποικίας με τις κτήσεις των Τούρκων. Τότε το όριο βρισκόταν στην Τίρυνθα. Το Άργος ήταν τούρκικο. Μεγάλη σημασία είχαν τα άλογα για τις μετακινήσεις των κατοίκων και οι στρατιώτες ήταν περισσότερο σημαντικοί όταν ήταν ιππείς, με άλογα που διατηρούσαν οι ίδιοι. Η Βενετία παραχωρούσε μικρά κομμάτια γης σ’ αυτούς τους στρατιώτες για να τρέφονται οι ίδιοι κι οι οικογένειές τους και να συντηρούν τα άλογά τους. Έτσι κατάφερναν να μην πεθάνουν απ’ την πείνα, που τους απειλούσε συχνά. Όπως και στην Ελληνική Επανάσταση, οι μετακινήσεις γίνονταν ιππαστί κι έτσι μετρούσαν τις αποστάσεις. Ο φόβος των πειρατών δεν ήταν μόνο να χάσει κανείς το πλοίο και το φόρτωμά του ή να σκοτωθεί, αλλά και να πιαστεί σκλάβος και να πουληθεί στο σκλαβοπάζαρο της Χίου, που όλο εκείνο το διάστημα λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Έτσι διαπιστώνουμε ότι η βενετσιάνικη διοίκηση είχε ένα corpus αυστηρών κανόνων διακυβέρνησης (με τις ανάλογες εξαιρέσεις βέβαια, αφού ορισμένοι άλλοι Προβλεπτές δικάστηκαν για καταχρήσεις κ.λπ.) κι ακόμα μια καλά δομημένη γραφειοκρατία. Υπάρχουν και άλλα στοιχεία, που δεν αναφέρει ο Minio και που συντέλεσαν φυσικά στον πλούτο αυτής της δημοκρατίας, η κυριαρχία της οποίας κράτησε για 1000 χρόνια. Εμείς στην Ελλάδα καμαρώνουμε για τα 1000 χρόνια του Βυζαντίου, αλλά υπήρξαν και άλλες αυτοκρατορίες, που επίσης κράτησαν 1000 χρόνια. Ήταν βέβαια μια αριστοκρατική διοίκηση από εκλεκτές οικογένειες, αλλά ο πλούτος που συσσώρευσαν στη Βενετία από το εμπόριο μπαχαρικών, που μετέφεραν από την Αλεξάνδρεια κυρίως και διένειμαν στην Ευρώπη, ήταν τόσος που και οι κατώτερες τάξεις, εργάτες, τεχνίτες, ναυτικοί, πλούτισαν κι αυτές και δεν έθεταν σε αμφισβήτηση το ολιγαρχικό καθεστώς. Η Βενετία συχνά πολέμησε και μάλιστα μόνη της εναντίον των Τούρκων, διότι πολλές συμμαχίες που συνήψε με άλλα χριστιανικά βασίλεια, Γάλλους, Γερμανούς κ.λπ., συχνά δεν διαρκούσαν και απέμενε μόνη να πολεμάει. Στην περίπτωση αυτή οι πατρίκιοι της Βενετίας ήξεραν ότι θα τους επιβληθεί έκτακτη φορολογία. Π.χ. έπρεπε να αρματώσουν και να πληρώσουν καπετάνιο και πληρώματα ενός ή περισσότερων πλοίων και δέχονταν αυτά τα πρόσθετα βάρη χωρίς διαμαρτυρία, γιατί ήξεραν ότι τα μελλοντικά εμπορικά κέρδη τους βασίζονταν εκεί. Οι νέοι υφίσταντο μια συνεχή διοικητική εκπαίδευση σε διάφορες θέσεις στην πρωτεύουσα για να μπορέσουν αργότερα να σταλούν στις αποικίες της Μεσογείου. Θυμίζουμε ότι εκτός από το Ναύπλιο η Βενετία επικράτησε για 450 χρόνια στην Κρήτη, σχεδόν 100 χρόνια στην Κύπρο και εκατονταετίες σε διάφορα άλλα μικρότερα νησιά του Αιγαίου. Επίσης υπήρχαν τακτικές νηοπομπές από τη Βενετία προς την Αλεξάνδρεια, όπου έφταναν τα μπαχαρικά από Άραβες εμπόρους με προέλευση την Ασία, τη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη και την Οδησσό. Γι’ αυτό το λόγο η Βενετία χρειαζόταν όχι μεγάλες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης, αλλά μικρά λιμάνια στο δρόμο των νηοπομπών, όπως το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη, τα Ιόνια νησιά κ.λπ. Ορισμένοι θα αντιτείνουν την ύπαρξη ανταγωνιστών της, όπως π.χ. των Γενοβέζων, οι οποίοι κατείχαν τη Χίο και ορισμένα άλλα νησιά του Αιγαίου, την Κεφαλονιά κ.λπ. Όμως σε βάθος χρόνου αντιλαμβανόμαστε ότι η κυριαρχία της Γένοβας κράτησε μόνον 300 περίπου χρόνια, που σε σύγκριση με τα 1000 της Βενετίας ωχριούν. Το καθεστώς ήταν ολιγαρχικό, αλλά ο Δόγης δεν ήταν απόλυτος άρχων. Διάφορα συμβούλια (περί εξωτερικών σχέσεων, περί εσωτερικών θεμάτων, περί υδάτων κ.λπ.) περιόριζαν την εξουσία του. Κάποιος απ’ τους πρώτους Δόγηδες, που δοκίμασε να γίνει βασιλιάς, συνελήφθη και αποκεφαλίστηκε. Επίσης η Βενετία είχε τρομερές μυστικές υπηρεσίες. Τούτες δεν απέφυγαν και ορισμένα λάθη της, όπως π.χ. την πρώτη παραχώρηση αμαχητί της Μονεμβασιάς και του Ναυπλίου στους Τούρκους από λάθος της διπλωματίας της. Στην Κωνσταντινούπολη η Βενετία είχε μόνιμο πρέσβη και εμπορικό σταθμό.

Σε σύγκριση λοιπόν μ’ αυτή την αξιοθαύμαστη γραφειοκρατική μηχανή, οι εκθέσεις του Minio μας φανερώνουν την αταξία και διαφθορά της τούρκικης διοίκησης. Οι Οθωμανοί αξιωματούχοι έχαναν συχνά το αξίωμα ή και το κεφάλι τους από τα καπρίτσια των σουλτάνων. Στα τέσσερα χρόνια της διακυβέρνησής του, ο Bartolomeo Minio γνώρισε όχι λιγότερους από τέσσερις Φλαμπουράρηδες, δηλαδή Τούρκους διοικητές του Μοριά. Ορισμένοι άγριοι κι απολίτιστοι, ορισμένοι γλυκείς και φιλικοί προς τον αντίπαλο. Όλα όμως αγοράζονταν, αφού κάθε συνάντηση μαζί τους συνεπάγετο πλούσια δώρα γι’ αυτούς. Ένας τους μάλιστα ζήτησε ανοιχτά λίγο κρασί, που του εδόθη. Η εντύπωση που αποκομίζουμε από τις εκθέσεις αυτές δεν είναι ότι οι Έλληνες καταπιέζονταν, παρόλο που υπήρχε μεγάλη φτώχια. Υπήρχαν όμως και πλούσιοι Έλληνες, αυτοί που είχαν με καλή τύχη εμπορευτεί και «πλουτίσει». Ένας απ’ αυτούς αγόρασε τρία ασημένια κύπελλα για να προσφέρει στον Minio ως δώρο για τον Φλαμπουράρη. Βέβαια οι μισθοί των κατώτερων Βενετσιάνων αξιωματούχων της πόλης, γραμματέων, αστυνόμων κ.λπ., συνελλέγοντο από χρήματα των υπηκόων, που χρησιμοποιούσαν τις υπηρεσίες τους. Αλλά δεν είχαμε το γενικευμένο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σύστημα της αγοράς των υψηλών θέσεων και το διαρκές μπαξίσι, που κυριαρχούσε εκεί. Οι Βενετσιάνοι ανώτεροι αξιωματούχοι πληρώνονταν από τη Γερουσία και δεν ξεζούμιζαν τους υπηκόους.

Ένα μόνιμο πρόβλημα της διοίκησης ήταν οι Αλβανοί μισθοφόροι. Καλοί πολεμιστές, πολύ χρήσιμοι σε καιρό πολέμου, ήταν όμως απείθαρχοι και αυτοδιοικούμενοι σχεδόν σε καιρό ειρήνης, πράγμα που οδήγησε στην εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά, που αναφέραμε. Ας προσέξουμε όμως ότι ακόμα κι αυτοί οι Αλβανοί, όπως οι άλλοι Έλληνες μισθοφόροι της Βενετίας, την εξέγερση εκείνη την κατηύθυναν εναντίον των Τούρκων και όχι της Βενετίας, προς την οποία είχαν αισθήματα υποταγής. Σύμφωνα με τη Diana Wright αυτή η πολύμηνη εξέγερση του Κροκόδειλου Κλαδά διαμόρφωσε το πνεύμα των μετέπειτα «κλεφτών» της Ελληνικής Επανάστασης στο Μοριά, όντας η πρώτη εκδήλωσή τους.

Το γενικότερο συμπέρασμα είναι ότι η βενετσιάνικη κυριαρχία στο Ναύπλιο δεν μπορεί να εξισωθεί με την τούρκικη. Δεν είναι μόνο η διαφορά θρησκείας, αλλά, όπως παρατηρήσαμε, η διαφορά μεταξύ μιας εξελιγμένης, μοντέρνας για την εποχή, γραφειοκρατικής δομής και μιας απρόβλεπτης ακαταστασίας της διοίκησης. Και βέβαια, ειδικά για το Ναύπλιο, δεν πρέπει να ξεχνάμε, όπως είπαμε, ότι οι Βενετσιάνοι έχτιζαν, έχτιζαν, έχτιζαν κι έφτιαξαν μετά το 1500 τη σημερινή κάτω πόλη σε πολλά σημεία οικοδομώντας πάνω σε πασσάλους, όπως στη Βενετία, π.χ. τη μεγαλοπρεπή οικία Καραπαύλου στην οδό Μπουμπουλίνας (1860), αλλά και διαμόρφωσαν οι Βενετσιάνοι τη σημερινή μορφή της πόλης και την πλατεία Συντάγματος και το Μεγάλο Δρόμο, που διαπερνούσε όλη την πόλη για να φτάσει στα εξωτερικά τείχη.

Γι’ αυτό το λόγο, το σημερινό Ναύπλιο έχει μεγάλο χρέος απέναντι της Βενετίας, που μας κυριάρχησε και μας διαμόρφωσε, για δικούς της βέβαια λόγους, για τόσα χρόνια.

Γιώργος Ρούβαλης

Δρ. Ιστορίας, Πανεπιστήμιο  Paris-X.- Καθηγητής- Συγγραφέας

Read Full Post »

Rey Étienne (1789-1867)


 

 Voyage pittoresque en Grèce ....

Voyage pittoresque en Grèce ….

Ο Γάλλος ζωγράφος Étienne Rey (1789-1867), από τους πρώτους καθηγητές της Σχολής Καλών Τεχνών στη Λυών και διευθυντής του Μουσείου και της Σχολής Σχεδίου στη Βιέννη, ήταν εξαιρετικός δάσκαλος, δημοσίευσε εγχειρίδιο για την τεχνική της εγκαυστικής και υπήρξε μέλος πολλών καλλιτεχνικών εταιρειών. Ταξίδεψε σε μεγάλη ηλικία στην Ανατολή, το 1843, συντροφιά με τον επίσης ζωγράφο – αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard και τον αρχιτέκτονα J.M. Dalgabio. Ξεκίνησαν από τη Μασσαλία και μέσω Ιταλίας και Μάλτας περιηγήθηκαν για πέντε μήνες στην Ελλάδα, τη Μικρά Ασία και για μικρό χρονικό διάστημα στην Αίγυπτο.

Οι αποτυπώσεις του Rey με θέματα της Αθήνας, από την περίοδο του Όθωνα, και οι υπόλοιπες, κυρίως από την Πελοπόννησο[1], τη Στερεά Ελλάδα, τη Σύρο, την Κωνσταντινούπολη, την Τρωάδα και την περιοχή της Σμύρνης, δημοσιεύτηκαν σχεδόν είκοσι χρόνια μετά το ταξίδι, γιατί ο Rey θέλησε να χαράξει ο ίδιος τις λιθογραφίες από τα πρωτότυπα σχέδιά του. Πέθανε πριν προλάβει να δει την έκδοση των έργων του. Τις εικόνες συνοδεύουν παρασελίδιες σημειώσεις, σαν ημερολόγιο, με πληροφορίες σχετικές με το ταξίδι. Τα επιχρωματισμένα χαρακτικά, με τις αποτυπώσεις των μνημείων κυρίως, μοιάζουν περισσότερο με υδατογραφίες αποδίδοντας τον χώρο σε μαλακό και ήρεμο φως.

 

Σημείωση Αργολικής Βιβλιοθήκης


 

[1] Στην Πελοπόννησο επισκέφτηκε την Αργολίδα και σχεδίασε σημαντικές αρχαιότητες του Άργους, των Μυκηνών, της Επιδαύρου, κ.α. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1843 έφτασε στο Άργος με τον αρχιτέκτονα Αntoine Marie Chenavard, από τη Λυών και οι δύο, όπου ο Rey φιλοτέχνησε ένα σχέδιο, ενώ ο Chenavard αποτύπωσε την κάτοψη του θεάτρου. Δημοσίευσαν και οι δύο από έναν τόμο αναμνήσεων, με αόριστες αναφορές.

Voyage en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844 par A.M. Chenavard, Architecte, E. Rey peintre, professeurs à l’école des Beaux-Arts de Lyon, et M.J. Dalgabio architecte. Relation par A.m. Chenavard. Lyon. Imprimerie de Léon Boitels Quai Saint Antoine (1849).

 Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant fait en 1843-1844. Par E. Rey, peintre, & Chenavard, architecte, Professeurs à l’Ecole des Beaux-Arts de Lyon, membres de l’Academie des Sciences, Belles-Lettres Arts de ladite Ville, correspondants de plusieurs autres sociétés savantes, et Dalgabio, architecte. Journal de Voyage. Dessins et planches lithographiées par Etienne Rey, Louis Perrin, Lyon (1867).

(Michel Sève« Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise DAthenes, 1993)

 

Ιόλη Βιγγοπούλου

Δρ. Ιστορίας – Ερευνήτρια
Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών / Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

Πηγή


  • Ίδρυμα Αικατερίνης Λασκαρίδη

Read Full Post »

Προσωπογραφίες ­- Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)

 

Ο λόγιος – κληρικός, Διονύσιος Πύρρος γεννήθηκε το 1774 (ή 1777) στην Καστανιά Τρικάλων. Σε ηλικία πέντε ετών ορφανεύει από τον πατέρα του. Έχει έναν αδελφό, τον ιερομόναχο Ιωακείμ. Το πατρικό του όνομα είναι Πούρος ή Μπούρος. Έμεινε όμως στην ιστορία ως Διονύσιος Πύρρος ό Θετταλός. Τα πρώτα του γράμματα τα μαθαίνει στην Καστανιά και αργότερα χειροτονείται ιεροδιάκονος στη μονή Μεταμορφώσεως των Μετεώρων από τον Αμβρόσιο, πρώην Τρίκκης.

 

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, χαλκογραφία, έργο του Γεράσιμου Πιτσαμάνου (1787-1825), αρχιτέκτονα και ζωγράφου.

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, χαλκογραφία, έργο του Γεράσιμου Πιτσαμάνου (1787-1825), αρχιτέκτονα και ζωγράφου.

 

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, χαλκογραφία στο: Περιήγησις ιστορική και βιογραφία ... Αθήνα, 1848.

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός, χαλκογραφία στο: Περιήγησις ιστορική και βιογραφία … Αθήνα, 1848.

 

Στο έργο του « Περιήγησις της Ελλάδος και πόλεμοι αυτής αρχαίοι και νεώτεροι» βρίσκουμε τα «Αργολικά». Στο κεφάλαιο αυτό ο Πύρρος αναφέρεται στην Γενική Ιστορία της Αργολίδας, στους πρώτους κατοίκους, στους βασιλείς, στην κατά της Τρωάδος βοήθεια, στους πολέμους των Αργείων, στα όρη, στα ποτάμια, στους κατοίκους, στα ήθη, στη θρησκεία, στις αρχαιότητες, στις ακροπόλεις ενώ επισκέφτηκε το Άργος, το Ναύπλιο, το Κεφαλάρι, τους Μύλους, το Ελληνικό, το Σκαφιδάκι, τις Μυκήνες, τα Δερβενάκια κ.α. 

 

Διαβάστε ακόμη:

 Πύρρος Διονύσιος ο Θετταλός (1774 ή 1777 – 1853)

Το πρώτο χαρτοποιείο στην Ελλάδα – Κεφαλάρι Άργους

Read Full Post »

Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα – Μετάφραση-διασκευή- επιμέλεια – Γιώργος Ρούβαλης


The Greek Correspondence of Bartolomeo Minio Μια άκρως ενδιαφέρουσα διατριβή παρουσιάστηκε το 1999 στα αγγλικά στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αμερικής με τίτλο «Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion». Συγγραφέας η Diana Gilliland Wright. Με βάση τις μηνιαίες αναφορές του βενετσιάνου προβλεπτή στο Ναύπλιο Bartolomeo Minio από το 1478 ως το 1483 η συγγραφέας αναλύει την καθημερινότητα της βενετσιάνικης διοίκησης στο Ναύπλιο, τη διάταξη και λειτουργία του στρατού, τις σχέσεις με τους Τούρκους σε ειρήνη και σε πόλεμο, καθώς και το ξεκίνημα του χτισίματος της σημερινής κάτω πόλης του Ναυπλίου. Είναι η πρώτη φορά που ένας ερευνητής παρουσιάζει συγκεκριμένα στοιχεία για το βενετσιάνικο Ναύπλιο, για το οποίο μέχρι τώρα μόνο γενικότητες γνωρίζαμε. Μια άλλη εικόνα, αλλά μυθιστορηματική, της κτήσεως του Παλαμηδιού γύρω στο 1710-14 μπορούμε να βρούμε και στο μυθιστόρημα του Bruno Racine «Ο άρχων του Μορέως» [«Ο Κυβερνήτης του Μορέως»], μεταφρασμένο στα ελληνικά από τις εκδόσεις Κέδρος, 1981 [1982]. Εκεί, ο συγγραφέας μπαίνει στο πετσί του Augustino Sagredo, που έχει λάβει την εντολή να χτίσει το Παλαμήδι.

Όμως, η διατριβή της Diana Wright είναι πολύ πιο λεπτομερειακή και φανερώνει χρόνια έρευνας και ανάλυσης των βενετσιάνικων ντοκουμέντων, που έχουν διασωθεί. Ας σημειώσουμε εδώ ότι για πολλές περιοχές της βενετσιάνικης Ελλάδας τα αρχεία της Βενετίας υπάρχουν – σε διάφορες βιβλιοθήκες – και βέβαια θέλει ψάξιμο και έρευνα για να τα βρεις και να τα ερμηνεύσεις. Τούτο έκανε – στον καιρό του – και ο ιστοριοδίφης Τάκης Μαύρος, ο οποίος δημοσίευσε στο Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου που εξέδιδε (δεκαετία 1990) πλήθος τέτοιων και άλλων εγγράφων.

Θα κάνουμε εδώ μία σύντομη παρουσίαση της διατριβής της Diana Wright στα ελληνικά με την ελπίδα ότι θα χρησιμεύσει σε όσους δεν μπορούν να διαβάσουν το πρωτότυπο.

Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain - Madrid).
Τιντορέττο (Jacopo Tintoretto 1518-94), Πορτρέτο Ενετού Ναυάρχου. Museo Nacional del Prado (Spain – Madrid).

Η ερευνήτρια αναλύει τα dispacci, δηλαδή μηνιαίες αναφορές του Bartolomeo Minio προς την έδρα της Βενετίας. Διορίστηκε Provveditor, δηλαδή προβλεπτής στο Ναύπλιο στις 13 Φεβρουαρίου 1478[79]. Το βενετσιάνικο έτος άρχιζε την 1η Μαρτίου. Έφτασε στο Ναύπλιο μετά από μια στάση στη Μεθώνη στις 8 Νοεμβρίου του 1478. Το Ναύπλιο για 90 χρόνια ήταν μια ελάσσων αποικία της Βενετίας, αλλά μετά από την απώλεια του Negroponte (Χαλκίδα) το 1370, το Ναύπλιο «Napoli di Romania» γίνεται «η πιο σημαντική γη του κράτους μας (Stato Mar, δηλαδή τις υπερπόντιες αποικίες σε αντίθεση με το stato terra, που ήταν εκτάσεις στην ιταλική χερσόνησο) στην Ανατολή». Επίσης αρχίζουν να χτίζονται σημαντικές οχυρώσεις στο Ναύπλιο. Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο βενετοτουρκικός πόλεμος, που είχε αρχίσει με την Παπική Σταυροφορία του 1463, είχε παραταθεί έως το 1479 με τρομερές συνέπειες για τα ελληνικά εδάφη. Η κατάσταση στο Μοριά ήταν εύθραυστη, διότι τοπικοί Οθωμανοί αγάδες αποσπούσαν γαίες και προέβαιναν σε πειρατικές πράξεις, οι μισθοφόροι δεν είχαν πληρωθεί για πολύ καιρό, ενώ πολλοί ντόπιοι Μοραΐτες, Έλληνες και Αλβανοί, θεωρούσαν την επιλογή της ειρήνης με την Τουρκία ως βενετσιάνικη προδοσία. Ο Bartolomeo Minio λοιπόν φτάνει στο Ναύπλιο στην αρχή μιας πρόσφατης και μακράς περιόδου ειρήνης.

Νωρίτερα από την παρούσα διατριβή, μία σύντομη πηγή για το βενετσιάνικο Ναύπλιο είναι το άρθρο του Γ.Σ. Πλουμίδη «Ειδήσεις για το βενετοκρατούμενο Ναύπλιον, 1440-1550», στο Πελοποννησιακά, αρ. 8 (1971), 261-275., καθώς , βέβαια, και το βιβλίο της Ευτυχίας Λιάτα «Το Ναύπλιο και η ενδοχώρα του από τον 17ο στον 18ο αιώνα ,οικιστικά μεγέθη και κατανομή της γης», Ακαδημία Αθηνών, 2002, που αναλύει το Κτηματολόγιο των Βενετσιάνων, με στοιχεία των ετών 1703-1705.

Ας σημειωθεί ότι η πραγμάτωση της ειρήνης εξαρτάτο όχι τόσο από την υπογραφή ενός φιρμανίου, αλλά από τις ενέργειες των τοπικών Βενετσιάνων και Οθωμανών ηγετών για τις λεπτομέρειες, π.χ. διαμόρφωση ορίων κ.λπ., που συνεπάγεται. Ο Minio ως προβλεπτής επρόκειτο να συμμετάσχει κατά τη διάρκεια της θητείας του σε τέσσερις διαφορετικές διαπραγματεύσεις για όρια, μια παμπελοποννησιακή εξέγερση, καθώς και σε διαρκή αγώνα κατά των πειρατών στη θάλασσα και στη στεριά. 84 dispacci του Minio προς την Signoria και τον Capitan Generale του στόλου βρίσκονται στη βιβλιοθήκη του Μουσείου Correr στη Βενετία «dispacci al Senato ed at altri Bartolomeo Minio» κι έχουν δημοσιευτεί στον έκτο τόμο του Κ. Σάθα «Μνημεία ελληνικής ιστορίας». Το πρώτο dispaccio έχει χρονολογία 12 Νοεμβρίου 1479 και το τελευταίο 25 Μαρτίου 1483. Υπάρχουν επίσης στην ίδια βιβλιοθήκη εκθέσεις τέλους διακυβέρνησης από τρεις κυβερνήτες του Ναυπλίου το 1525, το 1527 και το 1531. Οι εκθέσεις αυτές (relationes) προσφέρουν βασική πληροφόρηση, που ο Minio δεν δίνει: αριθμοί πληθυσμού και αλλαγές, σχόλια περί του Συμβουλίου (Consilio) του Ναυπλίου, εκθέσεις για φόρους, όμως τα dispacci είναι καθημερινές περιγραφές των θεμάτων και των κρίσεων, αναχωρήσεις και αφίξεις στρατιωτών, αξιωματικών και πλοίων, περιοδικές επιθεωρήσεις και πληρωμές, εξέλιξη των σχέσεων. Επίσης, τα dispacci, που καλύπτουν 42 διαδοχικούς μήνες, κάνουν δυνατή την ανίχνευση σχέσεων μεταξύ εποχών και γεγονότων.

Όπως σημειώνει η ερευνήτρια, οι εκθέσεις του Minio μπορούν να συγκριθούν με ανάλογες του Giacomo Barbarigo, που γράφτηκαν μεταξύ 1465 και 1466. Εξάλλου έχουμε λίγες ή σχεδόν ανύπαρκτες πηγές για την περίοδο εκείνη εκ μέρους των Ελλήνων. Η μόνη, η οποία φαίνεται να υπάρχει, είναι το κείμενο του Δωροθέου της Μονεμβασίας, «Bιβλίον Iστορικόν» του 17ου αιώνα, το οποίο παρουσιάζει μια θετική εικόνα της βενετσιάνικης κυριαρχίας.

Ποιος ήταν όμως ο Bartolomeo Minio; Όταν φτάνει στο Ναύπλιο, βρίσκεται σε μια μέση ηλικία με προηγούμενη εμπειρία μια θητεία στην Κέρκυρα ως cancelliere. Έπασχε από συχνούς πονοκεφάλους και πόνους στον αυχένα. Ήταν μάλλον μοναχικός άνθρωπος. Τη θητεία του ελαφρύνει η συχνή άφιξη του κουνιάδου του, Piero Trevisan, κυβερνήτη μιας γαλέρας, ο οποίος έφτασε στο Ναύπλιο με αποστολή αρκετές φορές. Αισθανόταν απομονωμένος «in questa terra in luogo remoto» με τη δουλειά του να μην αναγνωρίζεται, τα γράμματά του να μένουν χωρίς απάντηση και τα αιτήματά του για χρήματα, τρόφιμα και προμήθειες να αγνοούνται. Ο Minio βρίσκεται συνέχεια κουρασμένος ζητώντας χρήματα, σιτηρέσια για τους στρατιώτες, εργάτες, υλικά, δηλαδή η απελπισία και η απογοήτευσή του είναι προφανείς.

Για τη συνέχεια του άρθρου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Το Ναύπλιο του 1500 στα βενετσιάνικα έγγραφα

Read Full Post »

Η Θεσμοθέτηση των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας


 

Οι Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας υπήρξαν η φυσική συνέχεια της γεωργικής σχολής που οικοδομήθηκε από τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας Ιωάννη Καποδίστρια κατά το 1829-1830, με τη συνδρομή του φιλέλληνα Ελβετού  Εϋνάρδου. Το όραμα του κυβερνήτη για τη λειτουργία της γεωργικής σχολής διατηρήθηκε για πενήντα έτη. Η έλλειψη υλικών μέσων δυσχέραινε τη λειτουργία της και μετατράπηκε σε γεωργικό σταθμό, ενώ στη συνέχεια παραχωρήθηκε η έκταση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και ιδρύθηκε η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας. Τα επιστημονικά ρεύματα της εποχής στην Ευρώπη επηρέασαν και τις σωφρονιστικές τοποθετήσεις των εκπροσώπων του ελληνικού συστήματος δικαίου. Για πρώτη φορά η φράση «κοινωνική άμυνα» άγγιζε το σωφρονιστικό σύστημα στην Ελλάδα.

Η έλευση του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου στον βαυαρικό κώδικα, που διέκοψε οριστικά το αμετάβλητο των ποινών, και στη συνέχεια η γαλλική αναθεώρηση του Ποινικού Κώδικα το 1932, ανέδειξαν εκπροσώπους σωφρονιστικών συστημάτων όπως τον Charles Lukas στη Γαλλία και τον Ducpitiaux στο Βέλγιο [1], οι οποίοι μύησαν Έλληνες, εκπροσώπους του ελληνικού σωφρονιστικού συστήματος.

Στον σωφρονιστικό ορίζοντα εκδηλωνόταν το ενδιαφέρον για τη βελτίωση του ποινικού νόμου, με σκοπό την επίτευξη μιας δικαιοσύνης περισσότερο αποτελεσματικής, περισσότερο γενναιόδωρης και περισσότερο ηθικοπλαστικής. Συγκεκριμένα στον ορίζοντα διαφαινόταν η ηθικοποίηση του εγκληματία, κάτι που θα το πραγματοποιούσε η εργασία των κρατουμένων. Η διδασκαλία των αγροτοκτηνοτροφικών και βιοτεχνικών εργασιών σε κρατουμένους θα τους απέδιδε βιοποριστικό επάγγελμα και ηθική βελτίωση.

Ακολούθως, ο Αναμορφωτής, ο Σωφρονιστής, ο επιστήμονας Κοινωνιολόγος και προπάντων Ανθρωπιστής Παναγιώτης Σκουριώτης ανέλαβε από την ελληνική πολιτεία στις 14 Φεβρουαρίου 1925 με προεδρικό διάταγμα να ιδρύσει και να παγιώσει τις Αγροτικές Φυλακές Τίρυνθας στον νομό Αργολίδας, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη του Ναυπλίου, με συνολική έκταση 790 στρέμματα, εκ των οποίων καλλιεργήσιμα ήταν μόνο τα 100.

 

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

Τίρυνθα, Αγροτικές φυλακές, από καρτ ποστάλ εποχής.

 

Το έργο του πρώτου διευθυντή των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας ήταν δύσκολο και, για πολλούς, ακατόρθωτο. Οι πρώτοι 67 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1925, οι 166 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1927 και οι 494 εργαζόμενοι κρατούμενοι το 1931 επιδόθηκαν στη βελτίωση του εδάφους, μετατρέποντάς το από άγονο σε καλλιεργήσιμο, καθώς και στη βελτίωση του υδροφόρου ορίζοντα.

Έκθεσις... Αλεξ. Κουλάτσου

Έκθεσις… Αλεξ. Κουλάτσου

Συνάμα με την εργασία των κρατουμένων, υπήρξε φιλότιμη και αξιόλογη η εργασία του προσωπικού των φυλακών. Οι υπάλληλοι εργάστηκαν σαν να ήταν δική τους περιουσία, «προστάτευαν τα ζώα και τις καλλιέργειες από τσακάλια της περιοχής, παρακολουθούσαν τους εργαζόμενους κρατουμένους και τους φρόντιζαν καθόσον η περιοχή μαστιζόταν από ελονοσία» (ελεύθερη απόδοση στη δημοτική αποσπάσματος έκθεσης του διευθυντή Αλεξ. Κουλάτσου, 1932). Αμέριστη ήταν η συμπαράσταση από την πολιτεία. Η αεροπορική άμυνα βοήθησε κι αυτή με τη σειρά της στην εκχέρσωση θάμνων και ελών που αποτελούσαν εστίες μόλυνσης. Επί της βασιλείας του Όθωνα, Βαυαροί ανέλαβαν να γίνουν άμεσα αποστραγγιστικά έργα σε μεγάλη βαλτώδη περιοχή όπου διέμεναν εργαζόμενοι κρατούμενοι, για τη βελτίωση των συνθηκών κράτησής τους.

Η μορφολογία της περιοχής εξυγιάνθηκε, και η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας το 1931 έφτασε να περιλαμβάνει 1.250 στρέμματα, από τα οποία τα 1.000 ήταν καλλιεργήσιμα. Οι ποικιλίες των καλλιεργειών τα πρώτα έτη λειτουργίας της αγροτικής φυλακής ήταν σιτηρά (κριθάρι, βρώμη, σανά, άχυρα, αραβόσιτος), κηπευτικά (τομάτες, σπανάκι, αντίδια, μελιτζάνες, μπάμιες, κρεμμύδια, πατάτες, αγκινάρες), όσπρια (κουκιά, ρεβίθια), αμπέλια και μέλι.

Η κτηνοτροφία ξεκίνησε ουσιαστικά το τρίτο έτος της λειτουργίας της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας – συγκεκριμένα, όταν διαπιστώθηκε ότι θα ήταν πολύ αποδοτική για τη φυλακή η πώληση των ζώων (σε ιδιώτες και κυρίως σε δημόσιους υπαλλήλους) και παράλληλα η παραγωγή γάλακτος. Το 1929 το ποίμνιο περιλάμβανε περί τα 500 πρόβατα και το 1927 το βουστάσιο περιλάμβανε 12 αγελάδες και 2 ταύρους, ενώ το χοιροστάσιο, 72 χοίρους. Η κτηνοτροφία αποτελούσε και μέρος των προϊόντων παρασκευής του συσσιτίου των κρατουμένων (από την ετήσια έκθεση του διευθυντή Παν. Σκουριώτη).

Η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας κληρονόμησε και το ιπποστάσιο με 6 ίππους του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Με την πάροδο των ετών αυξήθηκαν οι ίπποι, που χρησιμοποιούνταν ως μεταφορικό μέσο στις καθημερινές εργασίες.

Οι καθημερινές ανάγκες των κρατουμένων ανέπτυξαν και τις ανάλογες τέχνες εντός της φυλακής. Η επιπλοποιία και η ξυλουργία ήταν από τις κύριες δραστηριότητες των κρατουμένων. Κατασκεύαζαν κι επισκεύαζαν έπιπλα για τη φυλακή, αλλά και για ιδιώτες. Ανάλογη ήταν και η δραστηριότητα στο σιδηρουργείο. Τα έσοδα αναλογούσαν στο ημερομίσθιο της εποχής και ήταν έσοδα της φυλακής.

Οι ανάγκες των κρατουμένων για ένδυση και υπόδηση ανέπτυξαν εντός της φυλακής τις τέχνες του ράφτη, του βαλιτσοποιού και του υποδηματοποιού. Συγκεκριμένα, το 1931 κατασκευάζονταν υποδήματα ανδρών, γυναικών και παιδιών, για πελάτες εκτός φυλακής. Η αγγειοπλαστική και η κεραμοποιία αναπτύχθηκαν καθαρά για τον καλλωπισμό των κήπων, αλλά και των στεγών της φυλακής. Η καλαθοποιία, ως ενασχόληση, κέρδισε το ενδιαφέρον πολλών κρατουμένων, καθόσον τα κέρδη που αποκόμιζαν εκείνη την εποχή όσοι ασκούσαν το επάγγελμα του καλαθοποιού ήταν αρκετά για το ξεκίνημά τους εκτός φυλακής, χωρίς να απαιτείται ουσιαστικό κεφάλαιο.

Τα σημαντικότερα όμως βήματα στη βιοτεχνία έγιναν το 1932. Η σκέψη να παρασκευάζουν οι κρατούμενοι τον άρτο και το τυρί για το συσσίτιό τους εδραίωσε στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας τη βιοτεχνία που, μέχρι και σήμερα, της αποδίδει τα μεγαλύτερα έσοδα.

Τα έσοδα της αγροτικής φυλακής, από τα πρώτα έτη της ίδρυσής της, ήταν τέτοια που διαφαινόταν ότι ως παραγωγική μονάδα, και με μια ορθή οικονομική διαχείριση, θα απέδιδε κέρδη. Ο συνδυασμός ανάμεσα στις πωλήσεις των προϊόντων και στο εργατικό δυναμικό των κρατουμένων εδραίωνε τα προϊόντα στην τοπική αγορά.

 

Η διαχρονική σημασία της εργασίας των κρατουμένων

 

Η κυριότερη απαίτηση για να πετύχει η εδραίωση του θεσμού των αγροτικών φυλακών ήταν η γνώση της προσωπικότητας του εγκληματία. Αυτό συνίστατο στην προαγωγή της εξατομίκευσης και στην καθημερινή ενασχόληση του διευθυντή των φυλακών, του ιερέα/δασκάλου και του προσωπικού της φύλαξης με την προσωπικότητα του εγκληματία.

Η επιλογή της εργασίας του εγκλείστου καθοριζόταν από τις συνθήκες τέλεσης του εγκλήματος, αλλά και από την κοινωνική, οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση πριν διαπράξει το έγκλημα. Λόγω της αγροτικής ελληνικής οικονομίας της εποχής (1930), οι κρατούμενοι είχαν ήδη εμπειρία στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες. Η προσαρμογή του κρατουμένου στην αγροτική φυλακή ήταν τριπλή, φυσική, επαγγελματική και διανοητική. Η ανάθεση εργασίας μετέτρεπε και τον πιο εσωστρεφή, οκνηρό και φοβισμένο κρατούμενο σε εργατικό, φίλεργο άνθρωπο, με όνειρα για τη ζωή του. Η επαφή του με τη φύση και τα ζώα απέκρουε κάθε ψυχογενή πάθηση, καθώς και τη μονοτονία του μυαλού που χαρακτηρίζει κάθε έγκλειστο.

Ο ρόλος του προσωπικού της Τίρυνθας ήταν η κοινωνική άμυνα της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στους εγκλείστους των αγροτικών φυλακών. Το προσωπικό της εποχής είχε εμπειρία στις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες, καθόσον ο πρωτογενής τομέας ήταν η βασική ασχολία των κατοίκων της Αργολίδας. Την εμπειρία του τη μετέδιδε και στους κρατουμένους, τους νουθετούσε και ανέφερε κάθε δραστηριότητά τους στον διευθυντή των φυλακών, κάτι που αποτυπωνόταν καθημερινά στο ημερολόγιο της φυλακής. Το προσωπικό της φύλαξης εργαζόταν επί εικοσιτετραώρου βάσεως.

Η τροποποίηση του νόμου Περί φυλακών στις 28 Σεπτεμβρίου 1925 μετέτρεψε την εργασία των κρατουμένων σε υποχρεωτική. «Η εργασία είναι το έτερον στοιχείο αποτίσεως ποινής». Ο κατάδικος δεν είχε τη δυνατότητα να αρνηθεί την εργασία, η οποία απέβλεπε στην υγιεινή και ηθική βελτίωση, στην επαγγελματική μόρφωση και στην οικονομική του υποστήριξη (έκθεση του διευθυντή των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Αλεξ. Κουλάτσου, 1932).

Συμπερασματικά, από τα πρώτα έτη της λειτουργίας της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας ο σκοπός της ίδρυσής της είχε επιτευχθεί. Η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας περιλαμβάνει πια καλλιεργήσιμες εκτάσεις, κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις και βιοτεχνικές μονάδες που συντηρούνται από την εργασία των κρατουμένων. Η ελληνική και κυρίως η τοπική κοινωνία μόνο κέρδος είχε από τη θεσμοθέτησή της. Η κοινωνικοποίηση των κρατουμένων και η ηθικοποίηση του εγκληματία μέσω της εργασίας έδωσε την απάντηση σε πολλά μοντέλα αντεγκληματικής πολιτικής που εφαρμόστηκαν την ίδια περίοδο σε παγκόσμιο επίπεδο. Ο πρωτογενής τομέας, στον οποίο στηρίχθηκε όλη η οικονομία της εποχής, συντήρησε για πολλές δεκαετίες την αυτάρκεια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, και αυτή με τη σειρά της επέφερε μόνο κέρδη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης, υλικά και κυρίως ηθικά. Η κοινωνική άμυνα της πολιτείας, που μαστιζόταν από τη φτώχεια και τις αρρώστιες, απέναντι στα εγκλήματα ήταν η πρωτοποριακή στρατηγική της υγιούς επανένταξης των ατόμων με παρεκκλίνουσα συμπεριφορά, που θα είχαν επιλύσει τα βιοποριστικά τους προβλήματα.

 

Αναδρομή ανάμεσα στις δεκαετίες

 

Το 1952 ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Καλογερόπουλος Σπυρίδωνας επισημαίνει την αναγκαιότητα της ανασύστασης της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας. Τονίζει ότι οι συνέπειες του πολέμου, της εχθρικής κατοχής και του Εμφυλίου διέκοψαν κάθε δημιουργική εργασία και ότι επήλθαν πολλές φθορές στις εγκαταστάσεις της φυλακής, ενώ επαινεί το προσωπικό αναφέροντας ότι, πέρα από τις συμβατικές υποχρεώσεις του, ασχολείται και με την παραγωγική ανασύσταση της φυλακής. Η μέριμνα από την πολιτεία ήταν άμεση. Η έκθεση του Γεωργικού Επιθεωρητή των Φυλακών δίνει και το εισιτήριο για την οικονομική ενίσχυση της φυλακής, τονίζοντας ότι «οι φυλακές της Τίρυνθας είναι η δεύτερη Αγροτική Φυλακή του Κράτους η οποία όχι μόνο πραγματοποιούσε σημαντικά κέρδη, αλλά ήταν πρότυπο στην εργασία και στα κέρδη» (σύμφωνα με όσα έγραψε ο Γενικός Διευθυντής κ. Τριανταφυλλίδης στον Γεωργικό Επιθεωρητή).

Αξιόλογη μεταρρύθμιση στο σωφρονιστικό σύστημα της εποχής ήταν η καθιέρωση των «επί λόγω τιμής εργαζομένων» με την υπ’ αριθ. 10339/25-2-1955, άρθρο 2, Διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης «Περί Οργανώσεως Ανοικτών Σωφρονιστικών Καταστημάτων». Για να ενταχθεί ένας κρατούμενος στην ομάδα των «επί λόγω τιμής», έπρεπε να πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Να είναι εργαζόμενος κρατούμενος χωρίς διαρκή και άμεση επίβλεψη, β) να είναι κρατούμενος με έως δύο ποινές φυλάκισης ή πρόσκαιρης κάθειρξης ή να έχει εκτίσει το ¼ της ποινής του μέχρι 12 έτη κάθειρξης, γ) να μην έχει ροπή προς το έγκλημα, σύμφωνα με ιατρική ψυχολογική και κοινωνική εξέταση, και δ) να επιδεικνύει καλή διαγωγή. Παράλληλα, θεσμοθετήθηκε η σύσταση επιτροπής, απαρτιζόμενης από τον διευθυντή, τον γεωπόνο, τον ιερέα και τον ιατρό της φυλακής, που θα επέβλεπε τις εργασίες των κρατουμένων οι οποίοι θα έδιναν υπόσχεση λόγου τιμής απέναντι στους υπαλλήλους και στους υπόλοιπους κρατουμένους.

Ακολούθως, από το 1960 οι τεχνικές εργασίες στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας για την εύρυθμη λειτουργία της, άνθησαν. Επικεντρώθηκαν στην ύδρευση και στην κατασκευή γεωτρήσεων. Στη στήλη «Τεχνικές Εργασίες» της εφημερίδας Νέα Πορεία του Νομού Αργολίδας, αναφέρθηκε στις 5 Αυγούστου 1962 η ίδρυση υδατόπυργου με αλεξικέραυνο στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας.

Σημαντικό ήταν το γεγονός ότι ο διευθυντής της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας κ. Δερμιτζάκης αναφέρει στις 21-10-1960 το ξεκίνημα των εργασιών ανέγερσης κατοικιών για τη στέγαση των υπαλλήλων με τις οικογένειές τους, λαμβάνοντας υπόψη του την ανάγκη στέγασης «των υπαλλήλων με οικογένεια που διαμένουν σε ανθυγιεινά οικήματα, καθώς και των άλλων οι οποίοι στερούνται κατοικία» (ελεύθερη απόδοση στη δημοτική).

Η μελέτη του γεωργικού απολογισμού μάς δηλώνει ότι τα φυτώρια των δένδρων, ειδικά δε των εσπεριδοειδών, μονοπωλούσαν το ενδιαφέρον της εποχής. Σε γενικές γραμμές η εκμάθηση τεχνών στους κρατουμένους παρέμεινε η ίδια (καλαθοπλεκτική, αρτοποιία, ξυλουργία, ραπτική, σιδηρουργία, υποδηματοποιία, τυροκομία) και τη δεκαετία του ’60. Η γεωργία και η κτηνοτροφία εκσυγχρονίστηκαν με μηχανές (χειράμαξες, χειροκίνητες αντλίες, χορτοκοπτική μηχανή, αμελκτική μηχανή). Η προμήθεια αυτοκινήτου για τη μεταφορά προϊόντων στην Αθήνα ήταν το μέσο «για την επίτευξη καλύτερων τιμών» (γεωργικός απολογισμός του 1960, προϊστάμενος Γεωργικής Υπηρεσίας Αθανάσιος Σκαρτσίλας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’70 η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας απασχόλησε τον πανελλαδικό Tύπο. Σε ανάλυση που έκανε σε δημοσίευμά του στην εφημερίδα Βραδυνή (22-9-1976, αριθμός φύλλου 18.193), ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας Γεώργιος Καρπούζος ανέφερε ότι ο σωφρονισμός του κρατουμένου διαβαθμίζεται σε τρεις τάξεις. Η πρώτη τάξη ήταν η περίοδος της παρατήρησης του κρατουμένου και διαρκούσε το πολύ έως έξι μήνες. Σε αυτή πραγματοποιούνταν έρευνα της σωματικής και ψυχικής υγείας του κρατουμένου, του προηγούμενου βίου του και των επαγγελματικών του κλίσεων. Στη δεύτερη τάξη το Συμβούλιο του καταστήματος διενεργούσε τοποθέτηση ύστερα από βαθύτερη εκτίμηση της εν γένει διαγωγής του κρατουμένου και, όταν αυξανόταν προοδευτικά η εμπιστοσύνη προς αυτόν, έδινε έγκριση ώστε να τοποθετηθεί ο κρατούμενος στην ομάδα των «επί λόγω τιμής», όπου εργαζόταν στους αγρούς χωρίς επίβλεψη. Ακολούθως, στην τρίτη τάξη ο κρατούμενος μεταφερόταν στο ανοιχτό σωφρονιστικό κατάστημα, όπου δεν φρουρείτο. Σε αυτό οι κρατούμενοι απολάμβαναν ανέσεις και ελευθερία, ενώ οι υπάλληλοι ενεργούσαν για την επανένταξή τους στην κοινωνία. Σημειωτέον είναι ότι, σύμφωνα με το δημοσίευμα, πολλοί κρατούμενοι αυτής της τάξης εργάζονταν τα πρωινά σε ιδιωτικές εργασίες και επέστρεφαν το απόγευμα χωρίς συνοδεία.

Σε έτερο δημοσίευμα (εφημερίδα Βραδυνή, 23-9-1976, αριθμός φύλλου 18.194) ο διευθυντής των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας ανέλυσε τα αποτελέσματα του έργου των υπαλλήλων της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας στον σωφρονισμό των κρατουμένων, τονίζοντας ότι οι κρατούμενοι που αποφυλακίσθηκαν την πενταετία 1970-1975 αποκαταστάθηκαν πλήρως κοινωνικά, ενώ παρεξέκλινε από αυτούς μόνο το 5%.

Από τους γεωργικούς απολογισμούς των ετών από το 1973 έως και το 1975 (γεωργικοί απολογισμοί προϊσταμένου Γεωργικής Υπηρεσίας Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας Δημητρίου Μπόλη) προκύπτει ότι οι γεωργικές καλλιέργειες και οι κτηνοτροφικές δραστηριότητες απέδιδαν τα μέγιστα στη φυλακή. Τούτο διαφαίνεται και στον τοπικό Τύπο, στην εφημερίδα Αργολικά Νέα (29-5-1975, αριθμός φύλλου 266), όπου αναφέρεται ότι, λόγω των αποδόσεων (ποιοτικών και ποσοτικών) των εσπεριδοειδών (πορτοκαλιών) που καλλιεργούνταν στην Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας, οι ντόπιοι έμποροι είχαν υποστεί οικονομική ζημιά. Τα πορτοκάλια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας ήταν ανάρπαστα και πρώτα στη ζήτηση για τις εξαγωγές, σύμφωνα με το δημοσίευμα.

Ακολούθως, οι τοπικοί παράγοντες της εποχής αντιλαμβάνονταν ότι η Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας αποτελούσε την Εδέμ της Αργολίδας και επιδίωκαν να πείσουν την κοινή γνώμη προκειμένου να μετατραπεί σε Γεωπονική Σχολή (Αργολικά Νέα, 16-9-1976, αριθμός φύλλου 295).

 

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα και κτίρια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, όπως απεικονίζονται σε σπάνιο φωτογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1950 (ιστορικό αρχείο Α.Φ. Τίρυνθας)

Άνθρωποι, ζώα, δέντρα και κτίρια της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας, όπως απεικονίζονται σε σπάνιο φωτογραφικό υλικό της δεκαετίας του 1950 (ιστορικό αρχείο Α.Φ. Τίρυνθας)

 

Οι επόμενες δεκαετίες, δυστυχώς, με βάση τους γεωργικούς προϋπολογισμούς και απολογισμούς, έδειξαν μια παραγωγική στατικότητα, μια επαναληπτικότητα σε ό,τι αφορά τις γεωργικές καλλιέργειες και κτηνοτροφικές δραστηριότητες. Για πρώτη φορά οι πωλήσεις στα ζώα παρουσίασαν καθοδική πορεία, ενώ δεν έγινε καμία ουσιαστική μελέτη που να αφορά τις καλλιέργειες. Θεωρητικά αποτυπωνόταν ότι οι εισπράξεις από εσπεριδοειδή μειώνονταν, αλλά δεν πάρθηκε καμία ριζική απόφαση που θα είχε μακρόπνοο αποτέλεσμα.

Για πρώτη φορά το αντικείμενο της εργασίας των κρατουμένων διαχωρίζεται από το φυλακτικό προσωπικό. Υπεύθυνοι είναι πλέον οι γεωργοτεχνίτες, οι οποίοι έχουν την αρμοδιότητα να διδάξουν στους κρατουμένους τις γεωργικές, κτηνοτροφικές και τεχνικές εργασίες. Το 1985 η πολιτεία ενέταξε την Αγροτική Φυλακή Τίρυνθας σε πειράματα αρδεύσεων για τρία έτη, κάτι που βοήθησε τις καλλιέργειες κτηνοτροφικών φυτών τα οποία χρησιμοποιούνταν για εσωτερική κατανάλωση από τα ζώα της φυλακής.

Το 1990, με πιο συντονισμένη προσπάθεια από την πλευρά των υπαλλήλων αλλά και με την ορθή επιλογή κρατουμένων, η οικονομική και σωφρονιστική απόδοση της φυλακής είχε αξιόλογο αποτέλεσμα. Το μόνο πρόβλημα το οποίο διογκώθηκε με το πέρασμα των ετών ήταν η έλλειψη προγραμματισμού στην εκμηχάνιση των καλλιεργειών και των κτηνοτροφικών μονάδων.

Ο σωφρονιστικός και ο ποινικός έλεγχος των κρατουμένων της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας παρέμεινε σε υψηλό επίπεδο. Οι επισκέψεις σχολών (εισαγγελέων, δικαστών), συλλόγων (δικηγορικών), όπως και εκπροσώπων των σωφρονιστικών συστημάτων άλλων χωρών, καθώς και προξένων, ήταν τακτικές.

Το πέρασμα της Ελλάδας από τον πρωτογενή τομέα στον τριτογενή χωρίς μακροοικονομική μελέτη, η μεγάλη εισροή αλλοδαπών στη χώρα μας χωρίς κοινωνική και ανθρωπιστική μέριμνα και προγραμματισμό, ήταν λογικό να διαταράξουν και τη λειτουργία της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας.

Στα τέλη του 1990 το φυλετικό μωσαϊκό των κρατουμένων άλλαξε, ακολουθώντας τους μεταναστευτικούς παλμούς της κοινωνίας. Η εμπιστοσύνη και η ευκαιρία για σωφρονισμό με εργασία σε καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης έπρεπε να δοθεί και σε ανθρώπους που ήταν μετανάστες στη χώρα μας. Ήταν επιτακτική η ανάγκη μεταγωγής αλλοδαπών (μετά τον ενδελεχή έλεγχο από τα Συμβούλια των κλειστών φυλακών) σε καθεστώς ημιελεύθερης διαβίωσης, έτσι ώστε να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία ομαλά, αποκτώντας σταδιακά και εργασιακό υπόβαθρο στην επανένταξή τους. Επίσης, μετά το 1995, η πολιτεία εξέτασε σταδιακά και το ενδεχόμενο να μετάγονται στις αγροτικές φυλακές και κρατούμενοι που είχαν απεξαρτηθεί πλήρως από τοξικές ουσίες και επιδίωκαν να εργασθούν.

 

Το Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας ενενήντα χρόνια μετά

 

Το διώροφο νεοκλασικό διοικητήριο [2], που ήταν αρχικά η θερινή έπαυλη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδος Ι. Καποδίστρια και στη συνέχεια γεωργική σχολή, έχει ανακαινιστεί σύμφωνα με τις υποδείξεις της αρχαιολογίας, καθόσον το αγροτικό κατάστημα κράτησης βρίσκεται σε Α΄αρχαιολογική ζώνη.

 

Το σπίτι του Καποδίστρια κάτω από τα τείχη της Τίρυνθας, σημερινό «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών, λιθογραφία, 1843.

Το σπίτι του Καποδίστρια κάτω από τα τείχη της Τίρυνθας, σημερινό «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών, λιθογραφία, 1843.

 

Το αγροτικό κατάστημα κράτησης περιλαμβάνει μόνο θαλάμους κοιτωνισμού, ενώ υφίστανται και άλλοι βοηθητικοί χώροι όπως μαγειρείο, αρτοποιείο, αίθουσα διαλέξεων, αίθουσα διδασκαλίας και βιβλιοθήκη. Το μαγειρείο και το αρτοποιείο ανταποκρίνονται στις σύγχρονες ανάγκες. Με την εποπτεία της Αρχαιολογίας Ναυπλίου έχει πραγματοποιηθεί αναπαλαίωση και αντικατάσταση της στέγης και της κεραμοσκεπής των αποθηκών των συνεργείων. Συγκεκριμένα, στις αποθήκες αυτές φυλάσσονται τα τρόφιμα και τα παραγόμενα προϊόντα από τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις (κρέατα, λαχανικά, κηπευτικά κ.λπ.) που προορίζονται για την τροφοδοσία των κρατουμένων (της ενταύθα φυλακής αλλά και των κρατουμένων του Κ.Κ. Ναυπλίου και του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης του Κορυδαλλού). Επίσης εκεί έχουν τοποθετηθεί και οι ψυκτικοί θάλαμοι όπου διατηρούνται τα κρέατα και τα λαχανικά μέχρι τη μεταφορά και τη διάθεσή τους. Τα συνεργεία της φυλακής στεγάζονται σε σύγχρονες κτιριακές εγκαταστάσεις και καλύπτουν τις ανάγκες συντήρησης των μηχανημάτων και της κτιριακής υποδομής της φυλακής, γενικότερα.

Οι κτηνοτροφικές μονάδες απαρτίζονται από κτίρια της άνω γραμμής και της κάτω γραμμής [3], όπου σταβλίζονται τα ζώα, καθώς και από θαλάμους μικρών διαστάσεων όπου διαμένουν οι εργαζόμενοι στις εγκαταστάσεις αυτές κρατούμενοι. Από την υπηρεσία καταβάλλονται συνεχώς προσπάθειες για τον εκσυγχρονισμό και τη βελτίωση των εν λόγω εγκαταστάσεων αλλά και ολόκληρου του κτιριακού συγκροτήματος της φυλακής γενικότερα, με στόχο τη διασφάλιση ικανοποιητικών συνθηκών διαβίωσης των φιλοξενούμενων εδώ κρατουμένων, αλλά και των υπαλλήλων.

 

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

Ο δρόμος από το Ναύπλιο προς το Άργος, λίγο πριν φθάσουμε στην Τίρυνθα το 1922.

 

Το κτίριο Αγάμων διατηρήθηκε, όμως εκεί δεν διαμένουν πλέον υπάλληλοι, αλλά κρατούμενοι που ονομάζονται αγροφύλακες. Είναι υπεύθυνοι για τις γεωργικές καλλιέργειες και πολλοί από αυτούς έχουν εμπειρία και πιστοποίηση για τη χρήση των γεωργικών μηχανημάτων. Το εξωτερικό κτίριο ανακαινίστηκε διατηρώντας την ομοιομορφία και τις προδιαγραφές της αρχιτεκτονικής της περιοχής.

Αξιόλογο κτίριο είναι και οι αποθήκες των σιτηρών, όπως και ο μύλος όπου αλέθουμε τους καρπούς που παράγουμε για να σιτίζουμε τα ζώα. Οι αποθήκες αυτές ήταν το ιπποστάσιο του Ιωάννη Καποδίστρια.

Το συγκρότημα του καταστήματος και οι κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις υδροδοτούνται με πόσιμο νερό από δίκτυα. Παράλληλα λειτουργεί και άλλο δίκτυο υδροδότησης, το δε νερό προέρχεται από τις γεωτρήσεις της φυλακής. Το νερό όμως αυτό είναι μη πόσιμο και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καθαριότητα των χώρων της φυλακής και των κτηνοτροφικών μονάδων, καθώς και για την άρδευση των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Το νερό αυτό διοχετεύεται στο δίκτυο μέσω αντλητικών συγκροτημάτων και μεγάλης αποθηκευτικής επίγειας δεξαμενής. Τα ανθρώπινα και οικιακά λύματα της φυλακής μεταφέρονται μέσω αντλιοστασίων και αποχετευτικού αγωγού στον σταθμό βιολογικού καθαρισμού της πόλης του Ναυπλίου.

 

Περιβάλλον

Το γεωφυσικό περιβάλλον του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας είναι ποικιλόμορφο. Στο βόρειο τμήμα το υπέδαφος είναι περισσότερο ξηρό και πετρώδες και ενδείκνυται για καλλιέργειες όπως πατάτας, ελαιόδεντρων και κηπευτικών. Είναι ιδανικό για τη διαμονή των ζώων κατά τους χειμερινούς μήνες. Αντιθέτως, στο νότιο τμήμα (παραθαλάσσια), λόγω του υδροφόρου ορίζοντα που είναι πολύ υψηλός, το έδαφος είναι πιο βαλτώδες. Στις εκτάσεις αυτές καλλιεργούνται κτηνοτροφικά φυτά, δημητριακά και σιτηρά. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες τα ζώα μεταφέρονται σε θερινό ποίμνιο ή μπανιέρες (για τους χοίρους), έτσι ώστε να είναι πιο παραγωγική η ανάπτυξή τους.  Γενικότερα όμως το κλίμα είναι ιδανικό για την καλλιέργεια και την παραγωγή εσπεριδοειδών. Σε γενικές γραμμές το κλίμα είναι ήπιο και δρα ευεργετικά στην ψυχολογία των κρατουμένων, ενώ βοηθάει στην παραγωγική διαδικασία γενικότερα.

 

Γεωργία-Κτηνοτροφία-βιοτεχνία

Το «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας, φωτογραφία εποχής,  από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Το «Διοικητήριο» των Αγροτικών Φυλακών Τίρυνθας, φωτογραφία εποχής, από το φωτογραφικό αρχείο του Προοδευτικού Συλλόγου Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».

Το Αγροτικό Κατάστημα Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας αποτελεί και σήμερα αξιόλογη παραγωγική μονάδα αγροτικών και κτηνοτροφικών προϊόντων, δραστηριοποιείται δε στους εξής τομείς:

Γεωργικός τομέας: Καλλιεργήσιμη έκταση 705 στρέμματα, ακαλλιέργητη (δρόμοι, κτίρια, βοσκότοποι) 395 στρέμματα, συνολική έκταση 1.100. Καλλιεργούνται εσπεριδοειδή σε μεγάλη έκταση. Τα προϊόντα αυτά καλύπτουν τις ανάγκες των δύο καταστημάτων κράτησης της Αργολίδας και του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού. Οι πλεονάζουσες ποσότητες εσπεριδοειδών διατίθενται στο ελεύθερο εμπόριο. Από την ελαιοκομία παράγεται ελαιόλαδο που καλύπτει εν μέρει τις ανάγκες τροφοδοσίας των κρατουμένων της φυλακής. Τέλος, καλλιεργούνται λαχανικά, σιτηρά – δημητριακά και κτηνοτροφικά φυτά. Η παραγωγή λαχανικών καλύπτει τις τοπικές ανάγκες και οι πλεονάζουσες ποσότητες διατίθενται για την κάλυψη των αναγκών του συγκροτήματος των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού και του Κ.Κ. Ναυπλίου. Η παραγωγή σιτηρών και κτηνοτροφικών φυτών καλύπτει τις εκτροφικές ανάγκες του ζωικού κεφαλαίου του καταστήματος.

Κτηνοτροφικός τομέας: Εκτρέφονται βοοειδή, αρνιά, χοίροι, κόνικλοι (κουνέλια), όρνιθες και κοτόπουλα. Η παραγωγή κρέατος καλύπτει κατά κύριο λόγο τις διατροφικές ανάγκες των κρατουμένων του ενταύθα καταστήματος κράτησης και οι πλεονάζουσες ποσότητες διατίθενται στο συγκρότημα των καταστημάτων κράτησης Κορυδαλλού και του Κ.Κ. Ναυπλίου. Τα πλεονάζοντα αρνιά, χοίροι, κόνικλοι και βοοειδή πωλούνται στο ελεύθερο εμπόριο και τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά κατατίθενται στους λογαριασμούς των Κεφαλαίων Εργασίας Κρατουμένων. Επίσης οι παραγόμενες ποσότητες πρόβειου γάλακτος διατίθενται με τακτικό πλειοδοτικό διαγωνισμό στο ελεύθερο εμπόριο και τα εισπραττόμενα χρηματικά ποσά κατατίθενται στους ίδιους, ως άνω χρηματικούς λογαριασμούς.

Βιοτεχνικός τομέας: Υφίσταται σύγχρονη μονάδα αρτοποιείου που παρασκευάζει ψωμί και καλύπτει τις καθημερινές ανάγκες αρτοτροφοδοσίας των κρατουμένων του Αγροτικού Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας και του Καταστήματος Κράτησης Ναυπλίου. Το αρτοποιείο παράγει ψωμί, 142 τόννους περίπου σε ετήσια βάση, με απόδοση 157%! Επίσης και το γιαουρτοποιείο παράγει σε ετήσια βάση περίπου 17.000 κεσέδες γιαούρτι και καλύπτει τις ανάγκες διατροφής των κρατουμένων.

 

Κίνηση Κρατουμένων

Όπως είναι αντιληπτό, η αρχή του θεσμού των αγροτικών καταστημάτων κράτησης στηρίζεται στο να γίνουν οι κρατούμενοι όσο το δυνατόν πιο υπεύθυνα άτομα, καθώς και στην ομαλή επανένταξή τους στην κοινωνία, νιώθοντας την προσφορά τους σε αυτήν. Δίνεται έμφαση στην προσωπική ευθύνη του κάθε ατόμου που μετάγεται στο κατάστημα για εργασία, ενώ παράλληλα το προσωπικό του καταστήματος προσπαθεί να ενσταλάξει στους τροφίμους τον σεβασμό στον συνάνθρωπο και στο περιβάλλον.

Η δράση των κρατουμένων με την προσωπική τους εργασία κινητοποιεί τη διαντίδραση με τους εκπροσώπους της κοινωνίας, τους υπαλλήλους (π.χ. τους γεωπόνους, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τη διεύθυνση), για να εισηγηθούν να τους εντάξουν στο κοινωνικό σύνολο με την επιβράβευση του έργου τους, υπολογίζοντας δηλαδή τα ημερομίσθιά τους τα οποία θα μειώσουν ευεργετικά το υπόλοιπο της ποινής τους.

Το έτος 2014 για τις αγροτικές φυλακές ήταν πιο αισιόδοξο από τα προηγούμενα έτη όσον αφορά το εργατικό δυναμικό των κρατουμένων. Αυτό προήλθε από την τροποποίηση των προϋποθέσεων μεταγωγής κρατουμένων στα αγροτικά καταστήματα με την υπ’ αριθμ. 81630/9-10-2014 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, βάσει της οποίας μετάγονται κρατούμενοι με ποινές ή συνολικές ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης επτά ετών χωρίς προϋποθέσεις. Με αυτές τις προϋποθέσεις δόθηκε η δυνατότητα στα Συμβούλια Εργασίας των αγροτικών φυλακών να μπορούν να διοχετεύουν εργατικό δυναμικό στις καθημερινές εργασίες και ανάγκες της φυλακής από το υπάρχον εργατικό δυναμικό της φυλακής, δίνοντας σημαντικό κίνητρο και σκοπό στους κρατουμένους ώστε να γίνουν ακόμα πιο παραγωγικοί και συνεργάσιμοι. Στη συνέχεια, η αξιολόγηση των ουσιαστικών (εργατικότητα, ηθικός έλεγχος) και των τυπικών (ύψος ποινής και έκτιση αυτής) προϋποθέσεων του ανωτέρω δείγματος κρατουμένων από το Πειθαρχικό Συμβούλιο της φυλακής οδηγεί στο να λάβουν οι κρατούμενοι άδειες, όπου αυτόματα κερδίζουν το δικαίωμα της διαβίωσης στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις της φυλακής χωρίς ουσιαστική επίβλεψη.

Παράλληλα μετάγονται και κρατούμενοι που έχουν λάβει τακτικές άδειες από τα καταστήματα κράτησης, ενώ με σχετικές διαταγές του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και κατόπιν απόφασης του Συμβουλίου Εργασίας του Α.Κ.Κ.Ε. Τίρυνθας, τοποθετούνται για εργασία στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις της φυλακής.

 

Εργασία Κρατουμένων

Είναι κατανοητό ότι η μέριμνά μας είναι να αναθέσουμε ένα αντικείμενο εργασίας ανάλογα με τις προϋποθέσεις κράτησης του κάθε κρατουμένου και προσπαθούμε να τους εμφυσήσουμε υπευθυνότητα και απόκτηση αυτοπεποίθησης, σεβασμού προς τον εαυτό τους και, κατ’ επέκταση, σεβασμού προς τους άλλους συνανθρώπους τους. Οι κρατούμενοι στο κλειστό τμήμα της φυλακής εργάζονται στο μαγειρείο και στο αρτοποιείο της, καθώς και στην καθαριότητα των θαλάμων και των κοινόχρηστων χώρων της.

Όσοι συγκεντρώνουν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για εργασία στον αγροτικό τομέα της φυλακής, απασχολούνται στα αγροκτήματα τις πρωινές ώρες σε μια ομάδα περίπου 10-15 ατόμων συνοδεία ενός φύλακα και ενός γεωργοτεχνίτη φυτικής παραγωγής και επιστρέφουν στο κεντρικό τμήμα του καταστήματος. Συνήθως καλλιεργούν κηπευτικά και συμμετέχουν στο μάζεμα των εσπεριδοειδών και των ελαιών, πάντα με την επίβλεψη των υπαλλήλων.

Ορισμένοι κρατούμενοι απασχολούνται στο τεχνικό τμήμα: στο ηλεκτρολογείο, ως υδραυλικοί, στο ξυλουργείο, αφού πρώτα μας αποδείξουν ότι έχουν τεχνικές γνώσεις. Οι εργασίες τους είναι αναγκαίες για την καθημερινή λειτουργία των εγκαταστάσεων, την επισκευή και τη συντήρηση των κτιρίων.

Τέλος, οι κρατούμενοι που λαμβάνουν τακτικές άδειες διαμένουν στις αγροκτηνοτροφικές εγκαταστάσεις. Διαμένουν σε παραδοσιακά σπιτάκια που συντηρούνται από τους ίδιους με τη βοήθεια της υπηρεσίας. Κάθε κρατούμενος έχει τον δικό του χώρο, όπου διαμένει και τον καθαρίζει. Κατά τη διάρκεια της ημέρας οι περισσότεροι κρατούμενοι απασχολούνται σε διάφορες εργασίες, όπως είναι η εκτροφή των ζώων και η καλλιέργεια της γης.

Οι κρατούμενοι που απασχολούνται στα πρόβατα, στα αρνιά και στα βοοειδή επιτελούν εργασίες όπως είναι η σίτιση και το βούρτσισμα των ζώων, η συγκέντρωση και η ανακύκλωση του φυτικού και ζωικού λιπάσματος, η κουρά των προβάτων, η επισκευή των φρακτών, η συντήρηση του αχυρώνα και η εποπτεία των ακαλλιέργητων βοσκοτόπων, ενώ συμμετέχουν στη διαδικασία του τοκετού οποιαδήποτε ώρα.

Παράλληλα, εκτρέφονται όρνιθες ελευθέρας βοσκής που παράγουν αυγά για τη σίτιση των κρατουμένων, καθώς και η ποικιλία ενός ορισμένου είδους κουνελιών η οποία είναι γνωστή πανελλαδικώς και αυξάνει τον ζήλο των κρατουμένων να ασχοληθούν μετά την αποφυλάκισή τους με τη συγκεκριμένη αυτή εκτροφή.

Σε άπαντες τους εργαζόμενους κρατουμένους υπολογίζονται ευεργετικά ημέρες εργασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τα προεδρικά διατάγματα, η δε τοποθέτηση σε εργασία αποφασίζεται από το Συμβούλιο Εργασίας Κρατουμένων.

 

Πειθαρχία Κρατουμένων

Σε γενικές γραμμές η τάξη και η πειθαρχία στο κατάστημα διατηρούνται λόγω του κινήτρου της εργασίας των κρατουμένων. Οι μεμονωμένες περιπτώσεις πειθαρχικών παραβάσεων αντιμετωπίζονται ανάλογα με τη σοβαρότητά τους, είτε με την επιβολή πειθαρχικών ποινών είτε με την παροχή συμβουλών, συστάσεων ή παρατηρήσεων. Για την επιβολή των εν λόγω πειθαρχικών ποινών τηρούμε τη νόμιμη διαδικασία, την προβλεπόμενη από τον σωφρονιστικό κώδικα. Επίσης ορισμένοι απείθαρχοι κρατούμενοι μετάγονται σε κλειστές φυλακές για λόγους τάξης, κατά την προβλεπόμενη διαδικασία από τον Κώδικα.

 

Σίτιση Κρατουμένων

Τα παρασκευαζόμενα και χορηγούμενα συσσίτια στους κρατουμένους είναι αρίστης ποιότητας και σε ικανοποιητικές ποσότητες. Παρασκευάζονται κατά το πλείστον από νωπά προϊόντα αρίστης ποιότητας που παράγει η φυλακή και από αυτά που προμηθεύεται η υπηρεσία από το ελεύθερο εμπόριο, με τη διαδικασία που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις περί προμηθειών. Στα είδη που προμηθεύεται η υπηρεσία από το εμπόριο γίνεται έλεγχος της ποσότητας και της ποιότητας αυτών σε κάθε παραλαβή, δείγματα δε των προϊόντων αυτών αποστέλλονται για έλεγχο στις αρμόδιες υπηρεσίες του κράτους. Στη σίτιση των κρατουμένων λαμβάνουμε απαραίτητα υπόψη τη θρησκεία των κρατουμένων και την ιατρική σύσταση για δίαιτα κάποιων εξ αυτών.

 

Προτάσεις  

Ο θεσμός των αγροτικών καταστημάτων κράτησης έχει αποδείξει, στα χρόνια της ύπαρξής του, ότι αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αντεγκληματικών πολιτικών. Συγκεκριμένα, τα αγροτικά καταστήματα κράτησης είναι ενσωματωμένα στο κοινωνικό σώμα και οργανώνουν μεθοδευμένες και παραγωγικές απαντήσεις για κάθε είδος εγκληματικού φαινομένου μέσω της αποδυνάμωσής του. Από την ίδρυσή τους δεν αποτέλεσαν ποτέ συγκυριακή επιλογή. Απεναντίας, τα αγροτικά καταστήματα ήταν προϊόν μιας σφαιρικής θεώρησης, μιας συνεκτικής αντεγκληματικής πολιτικής για την αποφυγή κάθε παρεκκλίνουσας συμπεριφοράς του ατόμου και για τον πλήρη σωφρονισμό του.

Οι κρατούμενοι, διανύοντας το τελευταίο στάδιο έκτισης της ποινής τους, διαπιστώνουν ότι η πολιτεία δεν είναι μόνο τιμωρός για τις έκνομες ενέργειές τους αλλά και «άνθρωπος», αφού δεν τους κλείνει πια στο σκοτεινό και ανήλιο κελί αλλά τους αφήνει να ζουν μέσα στη φύση σε ημιελεύθερο καθεστώς, προετοιμάζοντάς τους και με σειρά άλλων ευεργετικών μέτρων (άδειες, ευεργετικά υπολογιζόμενες ημέρες εργασίας κ.λπ.) για την κοινωνική τους επανένταξη. Και είναι γνωστό ότι, καίτοι διαμένει μεγάλος αριθμός κρατουμένων εκτός της φυλακής χωρίς ουσιαστική επίβλεψη, οι αποδράσεις των κρατουμένων της κατηγορίας αυτής είναι ελάχιστες, ενώ η ψυχική τους υγεία είναι αρίστη.

Με ίδιο σκεπτικό λειτουργεί και η διαμονή κρατουμένων με ποινές μέχρι επτά χρόνια κάθειρξης χωρίς προϋποθέσεις. Οι κρατούμενοι αυτών των κατηγοριών, αντί να εκτίουν τις ποινές αδρανείς δικάζοντας με το μυαλό τον εαυτό τους, κοιτωνίζονται πλέον στα αγροτικά καταστήματα, όπου με την εργασία τους μειώνουν την ποινή τους και παράλληλα αντιλαμβάνονται ότι η κοινωνία τούς χρειάζεται και τους θεωρεί αναπόσπαστο κομμάτι της.

Άποψή μας είναι ότι πρέπει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων να έχει πάντα ενσωματωμένο στη σωφρονιστική του πολιτική τον θεσμό των αγροτικών καταστημάτων κράτησης. Να διαφυλάξει αυτή την εναλλακτική μορφή σωφρονισμού, ως μορφή αειφόρου ανάπτυξης της κοινωνίας μας.

Επίσης θα πρέπει να ανοιχθούν δίαυλοι συνεργασίας της υπηρεσίας μας (της γεωργικής) με γεωπονικά πανεπιστήμια, έτσι ώστε να βελτιώσουμε την τεχνογνωσία μας στις αγροτικές καλλιέργειες και στις κτηνοτροφικές μας δραστηριότητες, με σκοπό να γίνουν ανταγωνιστικές αλλά και να στηρίζονται στην αειφόρο ανάπτυξη μέσω της εναλλακτικής γεωργίας και κτηνοτροφίας. Ακολούθως, θα πρέπει να συνεχισθεί η υπάρχουσα συνεργασία μας με συνεταιρισμούς του νομού μας, έτσι ώστε να μπορούμε να διοχετεύουμε τα προϊόντα μας στο ευρύτερο εμπόριο. Τέτοιες συνεργασίες αναπτύχθηκαν μετά το 2011 με τον Συνεταιρισμό Αγελαδοτρόφων Αργολίδας και με τοπικά εργοστάσια, όπου απορροφούν το αγελαδινό μας γάλα για την παρασκευή σοκολατούχου γάλακτος και κρεμών, καθώς και τα εσπεριδοειδή μας αντίστοιχα για την παρασκευή χυμών.

Έχουμε ήδη προτείνει σε δύο βιολογικές φαρμακευτικές εταιρίες να συνεργαστούμε, για να μπορούμε να καλλιεργούμε εναλλακτικά φαρμακευτικά φυτά, όπως ρίγανη, ματζουράνα (έχει γίνει με μεγάλη επιτυχία στο παρελθόν), χαμομήλι και στέβια, και αναμένουμε απάντηση συνεργασίας.

Σημαντικό θα ήταν να εξετάσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το ενδεχόμενο να αποδεσμευτούν οι τιμές πώλησης των προϊόντων μας από τις τιμές εμπορίου της Νομαρχίας, όταν πρόκειται να πουλήσουμε προϊόντα σε άλλα καταστήματα κράτησης, με σκοπό να είμαστε προτεραιότητά τους. Η ενίσχυση και η επέκταση της καλλιέργειας των δημητριακών στα χωράφια του καταστήματός μας, μας βοήθησε να εκτρέφουμε τα ζώα μας με δικές μας ζωοτροφές, μειώνοντας έτσι το κόστος εκτροφής τους. Σεβόμενοι την ιστορία του καταστήματός μας ως της πρώτης γεωπονικής σχολής που καθιέρωσε την καλλιέργεια πατάτας, επεκτείναμε την καλλιέργειά της, με αποτέλεσμα πολύ ενθαρρυντικό.

Η ύπαρξη κτιριακών εγκαταστάσεων (παλαιών σφαγείων) μάς δίνει τη δυνατότητα να σκεφτούμε ότι θα μπορούσαμε να επαναλειτουργήσουμε τα σφαγεία σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές και να εξυπηρετούμε και πολίτες, με αποτέλεσμα να έχουμε ένα επιπλέον έσοδο στο γεωργικό μας ταμείο.

Επιπλέον, ζητάμε να εξετασθεί το ενδεχόμενο να ενισχυθούν τα ημερομίσθια των κρατουμένων που εργάζονται στο αρτοποιείο και στις αποθήκες της αγροτικής φυλακής, καθόσον οι κρατούμενοι αυτοί εργάζονται πολλές ώρες (από τα ξημερώματα) και λαμβάνουν ένα ημερομίσθιο, ενώ θα μπορούσαν να λαμβάνουν ένα και μισό (1 & ½), έτσι ώστε να προτρέπονται οι κρατούμενοι από τις κλειστές φυλακές να μεταχθούν στο κλειστό τμήμα της αγροτικής φυλακής με μεγαλύτερο ημερομίσθιο.

Θεωρούμε ότι θα ήταν σημαντικό εκ μέρους και των άλλων Διευθύνσεων των καταστημάτων κράτησης της Ελλάδας το έργο της ενίσχυσης των ατόμων που πληρούν τις προϋποθέσεις να εργαστούν στις αγροτικές φυλακές και έχουν κάποια εμπειρία σε μια τέχνη, έτσι ώστε να μπορούμε, αφού υφίσταται ο εξοπλισμός στα συνεργεία μας, να φτιάχνουμε π.χ. πινακίδες, επιγραφές, σκεύη, έπιπλα ή και συσκευασίες για άλλες δημόσιες υπηρεσίες ή άλλα σωφρονιστικά καταστήματα.

Η τοποθεσία του Α.Κ.Κ.Ε. Τίρυνθας ακριβώς απέναντι από τον Ο.Α.Ε.Δ. Αργολίδας μάς έχει οδηγήσει στη σκέψη ότι θα μπορούσαμε να εξετάσουμε το ενδεχόμενο οι εξωτερικοί κρατούμενοι που λαμβάνουν άδειες και επιθυμούν να αποκτήσουν πιστοποίηση σε κάποια τέχνη, να μπορούν να συμμετέχουν στα μαθήματα και στα εργαστήρια του Ο.Α.Ε.Δ.

Στις βλέψεις μας για το μέλλον είναι να διατηρήσουμε όλα τα παραπάνω προϊόντα μας σε καλή ποιότητα και σε αρεστή ποσότητα. Σκοπός μας είναι να ενισχύσουμε, πέρα από τον πρωτογενή τομέα, τον τομέα της συσκευασίας και μεταποίησης των προϊόντων μας, έτσι ώστε να γίνουμε ακόμα πιο ανταγωνιστικοί σε αυτά. Βέβαια, η δημιουργία ενός συσκευαστηρίου μαζί με σφαγείο προϋποθέτει κάποιο οικονομικό κόστος για τα επόμενα έτη, αλλά θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο θα μπορέσουμε να το αποσβέσουμε σχετικά γρήγορα.

Προτροπή όλων μας είναι μια αντεγκληματική πολιτική που κάνει επίκληση «στη δύναμη της αλληλεγγύης και στη διαπαιδαγώγηση της εμπιστοσύνης στον άνθρωπο» [4]. Γνώμονας για τη συνέχιση του έργου μας είναι μια αντεγκληματική πολιτική που θα βασίζεται στην αειφόρο ανάπτυξη του κοινωνικού ιστού και θα εμπεριέχει τον σωφρονισμό συνδυάζοντάς τον με παραγωγική εργασία.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Βλ. Marc Ancel: Η νέα κοινωνική άμυνα, κεφάλαιο VI «Η νέα κοινωνική άμυνα σύμφωνα με την θετική και εποικοδομητική της έποψη», σ. 391 κ.ε., μετ. Η. Σαγκουνίδου – Δασκαλάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1995.

[2] Διοικητήριο: το κτίριο στο οποίο στεγάζονται σήμερα τα γραφεία της Αγροτικής Φυλακής Τίρυνθας. Ονομάζεται έτσι λόγω μιας μεγάλης επιγραφής που υπάρχει σε αυτό, στην οποία αναγράφεται η συγκεκριμένη αυτή λέξη.

[3] Άνω γραμμή – κάτω γραμμή: Όροι που χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ του ορεινού και του παραθαλάσσιου τμήματος, τα οποία διαχωρίζονται με την παλαιά εθνική οδό Αθηνών – Ναυπλίου. Επ’ αυτών βρίσκονται και θέσεις φύλαξης, στις οποίες τοποθετούνται μέλη του φυλακτικού προσωπικού για την άσκηση καθηκόντων επιτήρησης.

 [4] Βλ. Mireille Delmas – Marty: «Πρότυπα και τάσεις αντεγκληματικής πολιτικής», μετ. Χ. Ζαραφωνίτου, Νομική Βιβλιοθήκη, Αθήνα 1991, σ. 162.

 

Ευαγγελία Κατερίνη

Προϊσταμένη Διευθύνσεως Αγροτικού

Καταστήματος Κράτησης Ενηλίκων Τίρυνθας

Περιοδικό «Οιονεί…Κρατούμενος», περιοδική έκδοση για τις φυλακές και το σωφρονιστικό σύστημα η οποία πραγματοποιείται με τη στήριξη της Ομοσπονδίας Σωφρονιστικών Υπαλλήλων Ελλάδος (ΟΣΥΕ), Αρ. Φύλλου 19, Μάρτιος- Απρίλιος- Μάιος, 2015.


Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη: Πρόδρομη παρουσίαση.


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» πρόδρομη ανακοίνωση της Δρ. Σοφίας Πατούρα- Σπανού με θέμα: «Πνευματικές διαδρομές στο β’ μισό του 19ου αιώνα μέσα από την ανέκδοτη αλληλογραφία του Αργείου λόγιου και ιστορικού Δημητρίου Βαρδουνιώτη», στα πλαίσια του επιστημονικού Συμποσίου: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.

Είναι γνωστό ότι ιστορικά πρόσωπα, αφανή και σχεδόν άγνωστα έως κάποια χρονική στιγμή, αναδύθηκαν από τη σιωπή και εμφανίσθηκαν στο προσκήνιό της ιστορίας, είτε λόγω της φυσικής εξέλιξης της έρευνας και των δυνατοτήτων της, είτε συχνά από τυχαίους παράγοντες. Εν προκειμένω συντρέχουν και οι δύο λόγοι. Από τη μια, η σταδιακή ψηφιοποίηση των φιλολογικών περιοδικών και των άλλων εντύπων του 19ου και 20ού αιώνα, παρέχει την ευκαιρία στους ερευνητές να γνωρίσουν και να καταγράψουν, μαζί με τα ονόματα και τα έργα των γνωστών λογίων, και εκείνα των αδικημένων από την νεότερη έρευνα, ανάμεσα στα οποία περίοπτη θέση κατέχει το όνομα και το έργο του Δημητρίου Βαρδουνιώτη.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Από την άλλη, αναφορικά με το συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο, η συμπτωματική δωρεά, η προσεκτική φύλαξη και η απόφαση, από την πλευρά μου, της αξιοποίησης του αρχείου της προσωπικής του αλληλογραφίας, έρχεται να φωτίσει ακόμη περισσότερο το πορτρέτο μιας σημαντικής μορφής της μετεπαναστατικής γενιάς του β’ μισού του 19ου αιώνα. Η απουσία εκτενούς βιβλιογραφίας και ο περιορισμένος αριθμός αναφορών στο όνομά του, δεν μπορούν να μειώσουν κατά κανένα τρόπο την αξία του. Γιατί ο Αργείος λόγιος υπήρξε σπουδαίος ιστορικός, λογοτέχνης, λαογράφος, δημοσιογράφος κυρίως όμως ακούραστος σκαπανέας του παρελθόντος. Κυνηγητής της γνώσης και της δόξας, από τη μια μεριά τρυγάει αχόρταγα το μέλι των βιβλίων κι από την άλλη σκαρώνει στίχους, διηγήματα, σκαλαθύρματα, κριτικές, μελετήματα κάθε λογής μπαίνοντας δικαιωματικά στη χορεία των αττικιζόντων παντoιογράφων, αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος σε μια από τις λίγες μελέτες που έχουν γραφτεί για τη ζωή και το έργο του.

Την εξήγηση της αγνοημένης ως σήμερα λογιοσύνης του, δίνει προφητικά, 90 περίπου χρόνια πριν, ο σύγχρονός του Γεώργιος Λογοθέτης, το 1928, σ’ ένα κριτικό σημείωμα, αφιερωμένο στη μνήμη του: Σε μια αποστροφή του λόγου του για τον Ζαν-Μωρεάς, που έγινε πασίγνωστος και διάσημος λόγω της εγκατάστασης και της λογοτεχνικής δημιουργίας του στο Παρίσι, κλείνοντας τη μελέτη του επισημαίνει: Ο Βαρδουνιώτης δεν θα περνούσε ασφαλώς τόσον αγνοημένος, αν δεν αγαπούσε τόσο την μικρή του πατρίδα, το Άργος και δεν περιωρίζετο στη ζωή της και την ιστορία της. Ο επαρχιώτης λοιπόν λόγιος, μακριά από τα φιλολογικά σαλόνια της εποχής, μακριά από τις δημόσιες σχέσεις και τις ζυμώσεις που συντελούνταν στους λογοτεχνικούς συλλόγους, στα πνευματικά κέντρα και στα εκδοτικά στέκια της Πρωτεύουσας, ζούσε μόνιμα στη μικρή του πόλη. Δούλευε ακούραστα, σχεδόν υπεράνθρωπα, για την πνευματική προαγωγή του τόπου του αλλά και του Έθνους, ασκώντας παράλληλα με επιτυχία το επάγγελμα του δικηγόρου.

Παρά ταύτα, οι σύγχρονοι ομότεχνοί του Αθηναίοι φαίνεται πως τον γνώριζαν καλά, αναφέρονταν συχνά σε εκείνον και συζητούσαν για το έργο του, παρά τη φυσική του απουσία από το Κέντρο. Εκτιμώντας τη φιλεργατικότητά του, τη φιλοτιμία του και την αξία του πολυδιάστατου έργου του, δεν φείδονταν ευμενών και επαινετικών σχολίων και δεν δίσταζαν να ζητούν τη συνδρομή του για ποικιλία θεμάτων. O εκδότης της Ποικίλης Στοάς Ιωάννης Αρσένης, σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη το 1882, αφού του μεταφέρει την μεγάλη απήχηση που είχε στο αναγνωστικό κοινό το δημοσίευμά του στο Ημερολόγιο του ’82, το οποίο αναδημοσιεύθηκε από την Εστία, του εκφράζει επίσης πολλών τα ειλικρινή συγχαρητήρια δια το σοβαρόν έργον των εθίμων.

Νικόλαος Πολίτης

Νικόλαος Πολίτης

Δέκα χρόνια αργότερα ο Μπάμπης Άννινος, ζητώντας του επίμονα να του αποστείλει εγκαίρως και καμμίαν άλλην πραγματείαν ωσάν την πρώτην προσθέτει στην επιστολή του: Ο Άγγελος Βλάχος, προχθές εις του Σουρή το σπίτι μού ωμίλησε πολύ επαινετικά περί της πραγματείας σου. Την ίδια εκτίμηση εκφράζει και ο Νικόλαος Πολίτης σε επιστολή που του απευθύνει, το 1890: παρηκολούθησα πάντοτε την ακαταπόνητον φιλολογικήν και δημοσιογραφικήν εργασίαν σας, τοσούτο μάλλον αξίαν τιμής, καθ’ όσον δεν παρεμποδίζει αυτήν, ουδέ μαραίνει τον προς ταύτην αναγκαίον ζήλον και ενθουσιασμόν -ας μοι επιτραπή δέ η λέξις αύτη προκειμένου περί της διαμονής σας εν πόλει εστερημένη ως αι πλείσται δυστυχώς των ελληνικών πόλεων, φιλολογικής κινήσεως και οιουδήποτε κέντρου εκ των απαραιτήτων προς πνευματικήν εργασίαν. Ας σημειωθεί ότι ο Βαρδουνιώτης τροφοδοτούσε συνεχώς το έργο του μεγάλου λαογράφου με ανέκδοτο λαογραφικό υλικό, όπως δημοτικά τραγούδια, παροιμίες, έθιμα και άλλα «μνημεία» της δημώδους φιλολογίας. Σε μία από τις πρώτες επιστολές του προς τον Βαρδουνιώτη, ο τακτικός αλληλογράφος του Αρσένης, πέρα από τον προσωπικό του θαυμασμό, τού μεταφέρει την εντύπωση του Ιωάννη Καμπούρογλου για τη συμβολή του στη Νέα εφημερίδα, αλλά και τη γενικότερη εικόνα που είχε για εκείνον: Σε ηγάπησε πολύ ο κ. Καμπούρογλου – καίτοι ως μοι είπεν προτού να σε γνωρίση είχε ακούσει πολλά λαμπρά δι εσέ, και δημοσία επήνεσε την φιλοπονίαν σου, την ευφυΐαν σου, τον ευγενή σου χαρακτήρα, την αγαθήν σου ψυχήν και τας γνώσεις σου. Σε δική του επιστολή προς τον Βαρδουνιώτη, ο Ιωάννης Καμπούρογλου, εξαίροντας την ακαταπόνητη ερευνητική του δραστηριότητα, αναφωνεί: Εύγε τη ιχνηλατική σου δυνάμει εις τ’ άδυτα παρελθόντα.

Η παροιμιώδης φράση του Βαρδουνιώτη ανάπαυσις δεν είναι η αποχή από την εργασία, αλλά η αλλαγή εργασίας καταδεικνύει τη σιδερένια του θέληση για γνώση και πνευματική δημιουργία και επιβεβαιώνει τη γνώμη που είχαν γι αυτόν οι ομότεχνοι αλληλογράφοι του. Είναι δύσκολον να γεννηθεί μία τοιαύτη ιδιοφυΐα και να ακμάση δια τόσον εμμόνου, φωτεινής, ακριβοδικαίας, εμπνευσμένης και ευθικριτικής φιλοπονίας θα γράψει σε αφιέρωμα στον Αργείο λόγιο τού περιοδικού Ηραία το 1939, αρκετά δηλαδή χρόνια μετά το θάνατό του, ο στενός του φίλος και συνεργάτης Δημήτριος Καμπούρογλου.

Ο Βαρδουνιώτης, γεννημένος το 1947 σε μια προνομιούχο ιστορικά πόλη και ανήκοντας στη μετεπαναστατική γενιά των εντατικών εθνικών διεργασιών, με έμφυτη κλίση στην ιστορική έρευνα, τη λογοτεχνία και την πολιτική δράση, μετέσχε καθολικά στα δρώμενα της εποχής του. Συντάκτης και εκδότης πολλών τοπικών εφημερίδων, συνιδρυτής και αντιπρόεδρος του ιστορικού φιλολογικού συλλόγου Δαναός και αργότερα ιδρυτής του Ινάχου, πατριάρχης των γραμμάτων και αριστοτέχνης του καλάμου κατά τον συντοπίτη του λόγιο Νικόλαο Γκινόπουλο, δεν μπορούσε να περιοριστεί πνευματικά στα στενά όρια της τότε Αργολιδοκορινθίας.

Ο συγγραφέας των έργων Εκδρομαί εις Μυκήνας, Καταστροφή του Δράμαλη, Αφνειός Κόρινθος, Φρύνη, Μπουμπουλίνα, Εδουάρδος Μάσσων, Εμμανουήλ Καλλέργης, έγινε γρήγορα γνωστός στους αθηναϊκούς κύκλους και απέσπασε σπουδαίες κριτικές από τον τότε κυρίαρχο Τύπο της Πρωτεύουσας. Εφημερίδες όπως οι Καιροί του Κανελλίδη, η Πόλις, η Εστία, η Νέα Εφημερίς, ο Νέος Τύπος κ. α., τού έπλεξαν το εγκώμιο μετά τη γοητευτική διάλεξη που έδωσε στον φιλολογικό σύλλογο Παρνασσό περί της Αφνειού Κορίνθου στις 9 Δεκεμβρίου του 1894. Στις 13 του ίδιου μήνα η εφημερίδα Πόλις έγραψε: Σπανίως ανάγνωσμα δημόσιον έτυχε τόσον ομοθύμου επιδοκιμασίας όσον το εν τω συλλόγω «Παρνασσώ» γενόμενον παρά του Δ. Βαρδουνιώτου δικηγόρου εξ Άργους, κατά την εσπέραν της Παρασκευής. … Ο κ. Βαρδουνιώτης, γνωστός και πρότερον, … κατέκτησε την συμπάθειαν και την εκτίμησιν των μέχρις ασφυξίας συνωθουμένων άνω και κάτω εν τη μεγάλη αιθούση του συλλόγου «Παρνασσού» επιλέκτων ακροατών του.

Το ιστορικό έργο, βέβαια, με το οποίο είναι ταυτισμένο το όνομά του, πρωτότυπο και δυνατό, βασική πηγή της νεότερης ιστορίας μας, είναι η Καταστροφή του Δράμαλη. Κάτοχος του μεγαλύτερου μέρους του αρχείου του Νικηταρά και του στρατηγού Τσώκρη και αυτήκοος μάρτυς ζωντανών αφηγήσεων των πρεσβυτέρων τού περιβάλλοντός του, συνέθεσε την ιστορία της μάχης των Δερβενακίων με αξιόπιστο και αριστοτεχνικό τρόπο. Ο Δημήτριος Καμπούρογλου, χαρακτηρίζοντας αυτή τη μονογραφία «μνημειώδη», σημείωνε: εις τα Δερβενάκια, που κάποτε θα στολισθούν με δάσος ανδριάντων, πρέπει ξεχωριστή, απόμακρα, αλλά περίοπτος να σελαγίση και η μορφή του Βαρδουνιώτη.

Η ευρυμάθεια, η πνευματική του εμβέλεια, ο ακάματος ζήλος του για την ιστορική και λογοτεχνική παραγωγή, η εθνική προσφορά του και η εμπλοκή του στα πολιτικά πράγματα, ξεδιπλώνονται στις πολυάριθμες σελίδες των ανέκδοτων επιστολών τού προσωπικού του αρχείου. Πρόκειται για έναν μεγάλο αριθμό επιστολών προς τον Βαρδουνιώτη (350 περίπου) από πλήθος αλληλογράφων, γνωστών λογίων, πολιτικών και νομικών της εποχής. Χρονολογικά η αλληλογραφία εκτείνεται από το 1869, έτος της πρώτης επιστολής από τον λόγιο, διευθυντή της Βιβλιοθήκης της Ανδρίτσαινας, Αναστάσιο Παπαδήμο, έως το 1924, χρονιά του θανάτου του, κατά την οποία λαμβάνει την τελευταία επιστολή από τον επιστήθιο φίλο του Δημήτριο Καμπούρογλου.

Το μεγαλύτερο μέρος των επιστολών προέρχεται από κύκλους λογίων της Αθήνας αλλά και άλλων κέντρων της εποχής, ακόμη και από τον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό: την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη, τη Δράμα, τη Σμύρνη, την Αλεξάνδρεια, τα Ιεροσόλυμα. Οι επιστολές υπογράφονται από εκδότες, διευθυντές και αρθρογράφους των κορυφαίων τότε λογοτεχνικών δελτίων και φιλολογικών περιοδικών, Ημερολογίων, εφημερίδων και συγγραμμάτων. Οι συνεχείς και επίμονες προσκλήσεις τους προς τον Βαρδουνιώτη για συμμετοχή στη σύνθεση της ύλης των εντύπων τους, συχνά μάλιστα από το ξεκίνημά τους, δείχνει την αναγνώριση και την εκτίμηση που είχε κερδίσει ως συγγραφέας και πνευματικός δημιουργός. Από το περιεχόμενο των επιστολών προκύπτει ότι ο Βαρδουνιώτης, ξεπερνώντας τα τοπικά όρια της πνευματικής δράσης του, τροφοδοτούσε αδιάλειπτα πολλά από τα έντυπα της εποχής εκείνης με τις δικές του συμβολές: διηγήματα, άρθρα, κριτικά σημειώματα, ποιήματα, ιστορικές αναφορές, δοκίμια, σατιρικά και λαϊκά αφηγήματα, έγγραφα, κ. ά.

Δεσμίνης Δημοσθένης

Δεσμίνης Δημοσθένης

Τα Ημερολόγια του Σκόκου και της Σβορώνου, η Ποικίλη Στοά του Αρσένη, το Αττικόν Ημερολόγιον του Ειρηναίου Ασώπιου, ο Παρνασσός, η Εστία, το Εγκυκλοπαιδικόν Ημερολόγιον του Κουτούβαλη στη Σμύρνη, ο Απόλλων του Σακελλαρόπουλου, το Ελληνικόν Ημερολόγιον στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, το Αθηναϊκόν Ημερολόγιον των Μαυρογένη-Πρίντεζη, ο Βόσπορος και οι Αναμνήσεις στην Κωνσταντινούπολη, και πολλά ακόμη, φιλοξένησαν στις σελίδες τους κείμενα του Βαρδουνιώτη. Ως αρθρογράφος και ανταποκριτής, συνεργάσθηκε επίσης με πολλές εφημερίδες όπως, την Πρωτεύουσα εφημερίδα του Δημητρακόπουλου, την Δαναΐδα του Δεσμίνη, την Ηχώ των Αθηνών του Πασσαγιάννη, την εφημερίδα Καιροί του Πέτρου Καννελίδη, τις εφημερίδες Λαός και Έθνος, το Άστυ και τον Νεολόγο του Άννινου, τη Νέα Εφημερίδα των Δημητρίου και Ιωάννη Καμπούρογλου, ακόμη και με την βραχύβια Καθημερινή του Μίκιου Λάμπρου, κ. ά.

Συντάκτες επιστολών όπως ο Σκόκος, ο Άννινος, ο Αρσένης, ο Καννελίδης, ο Τιμολέων Φιλήμων, ο Ν. Πολίτης, ο Γεώργιος Σουρής, ο ανασκαφέας των Μυκηνών Χρ. Τσούντας, οι Ιωάννης και Δημήτριος Καμπούρογλου, η Ελένη Σβορώνου, ο Ειρηναίος Ασώπιος, ο Αναστάσιος Παπαδήμος, ο Νεοκλής Καζάζης, ο Ιάκωβος Τομπάζης, η Άννα Σερουΐου, οι ιστορικοί Σπ, Λάμπρος και Νικόλαος Βέης και πολλοί άλλοι – αδύνατο ν’ αναφερθώ σε όλους- ανταλλάσσουν μαζί του πληροφορίες και απόψεις ιστορικού και λογοτεχνικού ενδιαφέροντος. Ανταλλάσσουν βιβλία, περιοδικά, εφημερίδες, συχνά κριτικές σκέψεις και ιδέες για τα νέα λογοτεχνικά ρεύματα, τις νέες εκδόσεις, και φυσικά τις πολιτικές εξελίξεις και τις κοινωνικές αλλαγές. Οι ιδρυτές της νεοελληνικής κωμωδίας Πολύβιος Δημητρακόπουλος και Νικόλαος Λάσκαρης σε πολυσέλιδες επιστολές τους, ζητούν τη γνώμη του για τα δικά τους έργα, συχνά όμως και τη συγγραφική συνδρομή του. Ευρωπαίοι Ελληνιστές, όπως ο γλωσσολόγος και φιλόλογος Eduard Engel από το Βερολίνο, ο λατινιστής και ελληνιστής Ernste Schulze από το Bautzen της Σαξονίας και η πρωτοπόρος γαλλίδα Julliette Αdam ζητούν και παρέχουν αμοιβαία, ιστορικό, αρχαιολογικό και φιλολογικό υλικό δυσεύρετο στη μία ή την άλλη πλευρά. Ας σημειωθεί μάλιστα ότι ο Schulze, με τον οποίο είχε πολύχρονη μεγάλη αλληλογραφία, μεταφράζει άρθρα και δοκίμια του Βαρδουνιώτη και τα δημοσιεύει στο τοπικό γερμανικό Τύπο.

Το στοιχείο όμως που χαρακτηρίζει ιδιαίτερα την πολυδιάστατη προσωπικότητα και το πολύπλευρο έργο του Βαρδουνιώτη είναι η εθνική προσφορά του. Ακούραστος συλλέκτης και πιστός θεματοφύλακας των μνημείων του ιστορικού παρελθόντος, δίνει προσωπικούς αγώνες για τη διάσωση των πολλών και ποικίλων αρχαιοτήτων της Αργολίδας, η οποία στερούνταν εκείνη την εποχή ενός στοιχειώδους χώρου φύλαξης των σπουδαίων αρχαιολογικών καταλοίπων της περιοχής. Ο Βαρδουνιώτης ωστόσο δεν αρκείται μόνο στο μακρινό ιστορικό παρελθόν. Εργάζεται με πάθος και μεθοδικότητα, όπως αργότερα ο Βλαχογιάννης στην Αθήνα, για τη συλλογή και τη διάσωση των νεότερων ιστορικών τεκμηρίων της πατρίδας, τεκμήρια που θ’ αποτελέσουν τον πυρήνα της νεότερης ιστορίας της Ελλάδας. Στο περιεχόμενο τριών επιστολών που λαμβάνει από την Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία μαρτυρείται και αναγνωρίζεται δεόντως από τους ιθύνοντες, η μεγάλη εθνική προσφορά του με την αποστολή πλήθους εγγράφων αφορώντων στην Ελληνική Επανάσταση του 1821. Μία εκτενής φράση του προέδρου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας Ιωάννου Μπόταση σε επιστολή του προς τον Βαρδουνιώτη καταδεικνύει τη γενναιόδωρη έναντι του ιστορικού του χρέους στάση του: βεβαίως είσθε πρώτος εν τη πρώτη γραμμή εκείνων οίτινες κατήρτισαν την πλουσίαν συλλογήν ιστορικών πηγών ας η καθ’ ημάς Εταιρεία δύναται να θέση εις την διάθεσιν των ερευνητών επ’ ωφελεία της ευκλεούς ιστορίας του Έθνους. Ο αριθμός των 10.625 εγγράφων που ο μεγάλος συλλέκτης των γραπτών εθνικών κειμηλίων είχε αποστείλει στην Εταιρεία έως το 1915, προκαλούν τη συγκίνηση και το θαυμασμό του προέδρου και του γραμματέως της Εταιρείας, Μπόταση και Ράδου. Τον Απρίλιο του 1909, ο Κωνσταντίνος Ράδος του ανακοινώνει ότι το Διοικητικόν Συμβούλιον της Εταιρείας έκανε διάβημα προς τον Υπουργό των Εξωτερικών εγγράφως τε και προφορικώς όπως ούτος προβή εις την αρμόζουσαν, τη φιλοπονία της φιλεπιστημοσύνης υμών, ηθικήν εκ μέρους του κράτους ικανοποίησίν σας· και συμπληρώνει: Τούτο το διάβημα εθεώρησεν καθήκον της η Εταιρεία ημών να κάμη, ανθ’ ων υπέρ της Εθνικής Ιστορίας κοπιάτε.

Η εθνική προσφορά του Βαρδουνιώτη δεν περιορίζεται στα σύνορα της ελεύθερης μόνο Ελλάδας. Το ταξίδι του στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη το 1890 και η γνωριμία του με σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής κοινότητας της πόλης, τον ευαισθητοποιούν γύρω από το Μακεδονικό και το επιτακτικό αίτημα της απελευθέρωσης του υπόδουλου ακόμη ελληνισμού. Η αλληλογραφία του μαζί τους, κυρίως δε οι εκτενείς επιστολές που επί 15ετία λαμβάνει από τον γιατρό και μακεδονομάχο στη συνέχεια Δημήτριο Ρίζο (τον επονομαζόμενο Ευμένη), αποκαλύπτουν την εναγώνια προσπάθεια του Βαρδουνιώτη να βοηθήσει με όποιο τρόπο μπορεί και με όσα μέσα διαθέτει, τη μεγάλη εθνική υπόθεση. Στέλνει με δυσκολία αθηναϊκά και άλλα έντυπα στη Θεσσαλονίκη και συμβάλλει στην δημοσιοποίηση και προβολή των εθνικών θεμάτων και των εσωτερικών προβλημάτων της ελληνικής κοινότητας της πόλης, είτε προσωπικά είτε με τη βοήθεια φίλων και γνωστών του.

Σε ιδιαίτερη ενότητα μπορεί κανείς να εντάξει τις επιστολές προς τον Βαρδουνιώτη από λογίους συντοπίτες του, όπως ήταν οι εκπαιδευτικοί Ιωάννης Κοφινιώτης, Γεώργιος Δαλδάκης, oι νομικοί και λόγιοι Δημοσθένης Δεσμίνης και Νικόλαος Δημαράς, κ. .α., οι οποίοι αναδεικνύουν στο περιεχόμενό τους ζητήματα της εκπαίδευσης αλλά και τοπικά προβλήματα από την έλλειψη υποδομών όπως ήταν η μή συντήρηση του σιδηρόδρομου και των τρένων καθώς και η απουσία δικτύου άρδευσης της αργολικής πεδιάδας. Σημαντικές είναι και οι επιστολές ανδρών της γενιάς του Βαρδουνιώτη, υιών κατά κύριο λόγο και συγγενών αγωνιστών και πολιτικών της Επανάστασης, με δράση κυρίως στο Ναύπλιο και το Άργος: του Ιωάννη Νικηταρά, του Αναστασίου Γενναδίου, του Εμμανουήλ Καλλέργη και του ανεψιού του πολιτικού Δημητρίου Καλλέργη, του Ψύλλα, του Ιωάννη Τρικούπη. Από τις επιστολές ορισμένων από αυτούς καθώς και από εκείνες κορυφαίων πολιτικών που πρωταγωνίστησαν στον πολιτικό στίβο της εποχής, αποκαλύπτεται η πολιτική επιρροή που μπορούσε ν’ ασκήσει ο Βαρδουνιώτης στο εκλογικό σώμα της ιδιαίτερης πατρίδας του, λόγω του κύρους του και της ισχυρής προσωπικότητάς του.

Το ευρύ ιδεολογικό φάσμα που καλύπτουν οι επιστολές των πολιτικών αλληλογράφων του δεν επιτρέπουν τον ακριβή προσδιορισμό του δικού του πολιτικο-ιδεολογικού στίγματος. Εμφανίζεται μάλλον μετριοπαθής στο πολιτικό πεδίο, το οποίο πρέπει να είχε επισκιασθεί από την αφοσίωσή του στη δικηγορία και την εντατική ενασχόλησή του με την έρευνα και τη συγγραφή. Στα μέσα της δεκαετίας του ’80, πάντως, δύο έγκριτοι δημοσιολόγοι της εποχής, οι εκδότες Σκόκος και Άννινος επιζητούν την συνεργασία του για τα νεότευκτα έντυπά τους λόγω των φιλελευθέρων και προοδευτικών αρχών του, τις οποίες, όπως του υπενθυμίζει ο πρώτος, δημοσία πολλάκις κηρύττετε. Όλα αυτά βέβαια μέχρι την περίοδο του εθνικού διχασμού, όταν κατά τρόπο ανεξήγητο, όπως σημειώνει ο Σπύρος Παναγιωτόπουλος που τον γνώριζε προσωπικά, συντάσσεται ενεργά με τους βασιλόφρονες, αναδεικνύεται σε ηγετική μορφή τους στο Άργος, και στη συνέχεια το 1918 εκτοπίζεται στη Χίο και τη Μυτιλήνη. Η εξορία και η άφατη λύπη του για τη Μικρασιατική καταστροφή που επακολούθησε, κλόνισαν σοβαρά την υγεία του και επηρέασαν την πνευματική παραγωγή του. Τον Μάρτιο του 1924 πέθανε στην αγαπημένη του πατρίδα, το Άργος, αφήνοντας πίσω του ένα μεγάλο και πολυσύνθετο έργο. Χρέος δικό μας είναι να το αναζητήσουμε, να το εντοπίσουμε και να το αναδείξουμε.

Αθήνα 15/5/2015

Σοφία Πατούρα- Σπανού                                        

Διευθύντρια Ερευνών/Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

Επιστημονικό Συμπόσιο: Ελληνικότητα και ετερότητα: Πολιτισμικές διαμεσολαβήσεις και «Εθνικός Χαρακτήρας» στον 19ο αιώνα. 14-17 Μαΐου 2015, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Αθήνα.


Read Full Post »

Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους (9 Ιούλη 1715). Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μνήμων» τ. 5ος, Αθήνα, 1975.


 

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

[…] Τα νέα για τη ρωσοτουρκική συνθήκη του 1711  έχουν φτάσει στο Μοριά κι αμέσως αρχίζουν οι πρώτες σοβαρές ανησυχίες. Δε μας ξενίζει το γεγονός πως η πρώτη υποψία για τον κίνδυνο, που απειλεί τώρα την Πελοπόννησο, σπέρνεται από Έλληνες που ζουν στη Βενετία. Αυτοί, στη θέση που βρίσκονται, έχουν τη δυνατότητα καλύτερης πληροφόρησης, αφού πηγή τους είναι η ίδια η Βενετία. Η εμπορική τάξη φυσικά είναι αυτή που περισσότερο θα πληγεί από έναν πόλεμο, γι΄αυτό και οι φόβοι των εμπόρων είναι αμεσότεροι και εντονότεροι. Ανησυχούν οι έμποροι του ελληνικού χώρου για τις περιουσίες τους και σπεύδουν να επιστήσουν την προσοχή των αφεντάδων τους στη Βενετία, να μη ξανοιχτούν σε οικο­νομικές επενδύσεις στο Μοριά στέλνοντας χρήματα για το σκοπό αυτό ούτε και στα πιο έμπιστά τους πρόσωπα. Ξαφνικά κάθε ανησυχία για το ενδεχόμενο πολέμου φαίνεται να σταματάει και για διόμισι περίπου χρόνια δε γίνεται ο παραμικρός λόγος γύρω από το θέμα που τόσο τους αναστά­τωσε.

Οι εμπορικές σχέσεις μεταξύ Μοριά και Βενετίας στο διάστημα αυτό, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία των συναλλασσομένων προσώπων, μοιάζει να διεξάγονται σε κανονικό ρυθμό κι η ζωή στη μητρό­πολη και στην αποικία της, φαινομενικά τουλάχιστον, κυλάει ομαλά.

Για το επίσημο βενετικό κράτος όμως το φάσμα του πολέμου με την Τουρκία δεν έσβησε ούτε για μιά στιγμή, παρά τις προσπάθειες της Πύλης να κρύψει τις πραγματικές της προθέσεις και να παραπλανήσει τον αντίπαλο, στηρί­ζοντας έτσι την επιτυχία των σχεδίων της στον αιφνιδιασμό. Η Γερουσία, πάντα άγρυπνη, εντείνει τις προσπάθειες ενίσχυσης όλων των φρουρίων στο Μοριά. Οι εκθέσεις των τελευταίων Βενετών διοικητών, που φτάνουν στο Συμβούλιο, μιλάνε διεξοδικά για τις εντατικές οχυρωματικές εργασίες, που γίνονται κυρίως στην πρωτεύουσα της βενετικής Πελοποννήσου. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της υποψίας και την ένταση του εξοπλισμού κι από τις δυό πλευρές, περνάνε περισσότερα από δυό χρόνια, όταν το Γενάρη του 1715 αρχίζει να φουντώνει πάλι το άγχος του πολέμου…

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης της κας Ευτυχίας  Λιάτα πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Μαρτυρίες για την πτώση τ’ Αναπλιού στους Τούρκους

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »