Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ’ ενός Ναυπλιέως


 

Τα συμβάντα της Ναυπλιακής επαναστάσεως

Χρονικό μοναδικό και πολύτιμο

 

Το χρονικό της αιματηρής αυτής επανάστασης που συγκλόνισε την Ελλάδα για 67 ημέρες και δυναμίτισε το θρόνο του Όθωνα, το έγραψε και το εξέδωσε σε βιβλίο ένας συγγραφέας που κράτησε την ανωνυμία του. Το βιβλίο έχει 94 σελίδες και τιτλοφορείται «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862». Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα τίθεται η φράση: «Υφ’ ενός ΝΑΥΠΛΙΕΩΣ».

Το ανώνυμο αυτό βιβλίο, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, επανέκδωσε με τη μέθοδο της φωτογραφικής ανατύπωσης, ύστερα από 134 χρόνια η μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα». Στον πρόλογο του βιβλίου, ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος μας δίνει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, και μας μιλά για το περιεχόμενο και τον ανώνυμο συγγραφέα.  Ας δούμε τι αναφέρει για τα δύο τελευταία.         

 

Το περιεχόμενο

 

Το βιβλίο του ανώνυμου Ναυπλιέως χωρίζεται σε δύο μέρη, αν και όχι τόσο ευδιάκριτα από τεχνικής πλευράς. Το πρώτο και εκτενέστερο (67 σελίδες) περιέχει την ιστορική αφήγηση, ενώ το δεύτερο (27 σελίδες) αποτελεί παράρτη­μα στο οποίο παραθέτει έγγραφα που εξεδόθησαν τις ημέρες της επαναστάσεως από την επαναστατική Επιτροπή, τον Αρχηγό, και το Δήμαρχο Ναυπλιέων. Περιλαμβάνει ακόμα ψηφίσματα συμπαράστασης των Δημοτικών Συμβουλίων αρκετών πόλεων, το έγγραφο της επιτροπής προς τους πρέσβεις Αγγλίας, Γαλ­λίας και Ρωσίας και πολλά άλλα, συνολικά 22 τον αριθμό.

 

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ' ενός Ναυπλιέως

 

Στις 9 πρώτες σελίδες του α’ μέρους εκθέτει το σκοπό της συγγραφής του, τα αίτια της επα­νάστασης, τους πρωτεργάτες της προετοιμασίας και τους λόγους της επίσπευσής της. Στις επόμενες 17 σελίδες περιγράφονται οι πρώτες ενέργειες των επαναστατών, η εκλογή αρχηγού και επαναστατικής επιτροπής, η ορκωμοσία, η διακήρυξη αρχών και σκοπών, η απόφαση να οχυρωθούν και να παραμείνουν στο Ναύπλιο περιμένοντας να ξεσπάσει η επανάσταση και σε άλλες πόλεις, και γενικά η διευθέτηση όλων των ζητημάτων που αφορούσαν τη ζωή της πόλης και την οργάνωση της άμυνας απέναντι στον κυβερνητικό στρατό, που έσπευσε αστραπιαία να πολιορκήσει το Ναύπλιο, υπό τη διοίκηση του υπασπιστή του Όθωνα Ελβετού στρατηγού Χαν.

Από τη σελίδα 27 έως τη σελίδα 66 έχουμε ένα συστηματικό χρονικό με τις μάχες ανάμεσα σε επαναστάτες και κυβερνητικό στρατό, που έγιναν αρχικά στη περιφέρεια του Ναυπλίου, Άρια, Προφήτη Ηλία, Μύλους Ταμπακόπουλου (σημερινές εργατικές κατοικίες), Κατσίγκρι, (Άγιος Ανδριανός), Τολό, Χαϊδάρι (Δρέ­πανο), και στη συνέχεια το σταδιακό σφίξιμο του Ναυπλίου με την πτώση των παραπάνω θέσεων και την πυρπόληση της Πρόνοιας.

Καταγράφονται οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, η δύναμη των εμπολέμων και εξαίρεται ο ηρωισμός στο πεδίο της μάχης. Διατρέχει γρήγορα τις μέρες που δεν έχουν σπουδαία γεγονότα και κάνει λεπτομερή πε­ριγραφή των αξιόλογων μαχών και των πολε­μικών κατορθωμάτων. Αναφέρεται διεξοδικά στο διχασμό των επα­ναστατών μετά τον αποκλεισμό τους μέσα στα τείχη αλλά και στον ενθουσιασμό μετά τη συμφιλίωση των πολιτών.

Περιγράφει συγκινητικά και με αξιοπαρατήρη­τες κρίσεις τις τελευταίες μέρες, όταν εκκενώνεται η πόλη από τις οικογένειες και η Επιτροπή αποφασίζει την παράδοση της πό­λης, παρόλο που η αμνηστία που έδωσε ο Όθωνας δεν ήταν Γενική, όπως ήταν ο όρος των διαπραγματεύσεων. Ιδιαίτερα συγκινητική εί­ναι η περιγραφή των σκηνών που εκτυλίχθηκαν στην πόλη τις τελευταίες δύο μέρες πριν την παράδοση. Η γνώση της ανθρώπινης ψυχολο­γίας του επιτρέπει να ζωγραφίζει στην εντέλεια τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και τη στάση του πλήθους. Ο επίλογος είναι από τις ωραιότερες σελίδες του έργου. Περιέχει μια έξοχη επανεκτίμηση – επιβεβαίωση των αιτιών της επανάστασης και έναν κλαυθμό για τους γενναίους που χάθηκαν στα πεδία της τιμής. Και, όπως συχνά συμβαί­νει στο έθνος μας, στρέφει το νου και τις ελπίδες του στους εκτός Ελλάδος Έλληνες.

 

Ο συγγραφέας

 

Ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που αφηγείται. Πρόκειται μάλλον για αξιωματικό που πήρε μέρος στην επανάσταση, και μάλιστα από θέση που του επέτρεπε να έχει καλή πληροφόρηση. Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του «ΟΘΩΝΑΣ – Η ΕΞΩΣΗ» πιθανολογεί ότι «το ανώνυμο αυτό βιβλιαράκι, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, ίσως γράφτηκε από τον ταγματάρχη της Στρατιωτικής Οικονομίας Σπυρ. Κυδωνάκη που ήταν τότε επιμελητής της φρουράς του Αναπλιού». Από όποιον, όμως, και να γράφτηκε αποτελεί μαρτυρία πολύτιμη για τα δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, που συγκλόνισαν το θρόνο του Όθωνα τόσο, ώστε λίγους μήνες αργότερα δεν χρειάστηκε παρά μια αναίμακτη εξέγερση για την οριστική εκθρόνισή του.

Γιατί όμως ανώνυμος; Η επιλογή της ανωνυμίας ενισχύει την άποψη ότι ήταν αξιωματικός (πως ήταν επαναστάτης το δηλώνει άμεσα και έμμεσα ο ίδιος). Πιθανόν συνεχίζει τη σταδιοδρομία του, αφού δόθηκε αμνηστία, και έχει λόγους να μην προκαλεί «το σύστημα». Ο σπουδαιότερος όμως λόγος είναι ότι θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά του. Είναι χαρακτήρας αμερόληπτος, παρόλο που βρέθηκε στη μια πλευρά, και θέλει ν’ αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αν έγραφε επώνυμα ή θα δυσαρεστούσε τους πιο θερμόαιμους από τους συναγωνιστές και φίλους του, ή θα παρασυρόταν σε τόνους υπερβολικούς. Προτίμησε λοιπόν την ασφάλεια της ανωνυμίας που του επέτρεψε να εκθέσει τα γεγονότα και να αξιολογήσει πρόσωπα και καταστάσεις χωρίς ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Όταν δεν αφηγείται, αλλά κρίνει, αιτιολογεί γίνεται περισσότερο φανερή η δύναμη της σκέψης του και η αντικειμενική του διάθεση. Δεν διστάζει, για παράδειγμα, ν’ αναγνωρίζει αρετές στον αρχηγό του αντίπαλου στρατοπέδου, Ελβετό στρατηγό Χαν, ή να επικρίνει ενέργειες του ηρωικού υπολοχαγού και φίλου του (κατά δήλωση του) Δ. Γρίβα, που υπήρξε η ψυχή της επανάστασης. Μια κάποια εντύπωση προκαλεί η συντομότατη αναφορά του στην Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, πρωτεργάτιδα στην προετοιμασία της επανάστασης. Φαίνεται πως ενοχλείται από τη συμμετοχή γυναικών στα πολιτικά ζητήματα και δεν το κρύβει. «Εν γένει δε το γυναικείον φύλον παρατηρείται έχον μεγίστην τάσιν να εξέλθει του προορισμού του και να λάβη θέσιν επίφοβον εις τα περί ελευθερίας ζητήματα», γράφει στη σελίδα 51.

Η αναφορά του στους πολίτες είναι πολύ περιορισμένη και γίνεται κυρίως για να αναφέρει τη συμμετοχή τους στην επανάσταση. Δεν ασχολείται με τις άλλες όψεις της ζωής στην πόλη, αυτές τις 67 μέρες. Ακόμα και για την εφημερίδα της επανάστασης, το «Συνταγματικό  Έλληνα», κάνει μόνο μια σύντομη μνεία. Το ύφος του συγγραφέα είναι μάλλον λιτό και λυρικό, μολονότι η χρήση της καθαρεύουσας δίνει την εντύπωση μιας μεγαλοπρέπειας. Διακρίνεται για τη σαφήνειά του, την παραστατικότητα της έκφρασής του και τη γλωσσική του επάρκεια. Ξέρει να αφηγείται, ξέρει να στοχάζεται, ξέρει να αξιολογεί.

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία του Ναυπλίου, καθώς και από την έκθεση βιβλίου, η οποία θα λειτουργήσει στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.   

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και το Σερβικό ζήτημα


 

Το Φεβρουάριο του 1804 στη σερβική ορεινή περιοχή της Σουμάντιγια (Sumadija) ξέσπασε το πρώτο εθνικοαπελευθερωτικό της Χερσονήσου του Αίμου, το κίνημα των Σέρβων υπό τον Γεώργιο Πέτροβιτς, που μας είναι περισσότερο γνωστός σαν Καραγιώργης. Το κίνημα αυτό, παρόλο τον ηρωισμό των Σέρβων, θα καταπνιγεί στο αίμα του. Οι διεθνείς συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη, και κυρίως η ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου που υπογράφτηκε στα 1812, συνετέλεσαν στο να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης των Σέρβων επαναστατών στα 1813 [1]. Μετά όμως από δύο χρόνια οι Σέρβοι θα ξαναπάρουν τα όπλα, τη φορά αυτή υπό τον Μίλος Ομπρένοβιτς [2] (Milos Obrenovic), ο οποίος, ακολουθώντας διπλωματικές με­θόδους, κατόρθωσε να επιτύχει την πολυπόθητη αυτονομία για τη χώ­ρα του το έτος 1830.

 

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός των Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

 

Τα επαναστατικά κινήματα των Σέρβων συγκίνησαν τις ψυχές και των άλλων λαών της Χερσονήσου του Αίμου. Έτσι, ανάμεσα στους άλλους, πολλοί Έλληνες έμποροι της Διασποράς, Έλληνες ιεράρχες στις διάφορες βαλκανικές μητροπόλεις, Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες, όπως ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας, ο Ιωάννης Καρατζάς, ηγεμόνας του ίδιου ρουμανικού πριγκιπάτου, ο Κωνσταντίνος Ροδοφοινίκιν, έξοχος Έλληνας διπλωμάτης στη ρωσι­κή υπηρεσία, και ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάν­νης Καποδίστριας, έσπευσαν να βοηθήσουν τους ομόδοξους Σέρβους στον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα [ 3].

Τις σχέσεις του Καποδίστρια με τους Σέρβους μπορούμε να τις διαι­ρέσουμε σχηματικά σε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη αρχίζει το 1812 και τελειώνει το 1815, η δεύτερη δε περίοδος καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από το 1816 ως το 1821, οπότε είναι πια υπουργός των Εξωτερικών του τσάρου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους Σέρβους επαναστάτες κατά τη διαμονή του στο Βουκουρέστι το έτος 1812. Έχοντας αναλάβει τότε τη διεύθυνση του διπλωματικού γραφεί­ου του Ρώσου αρχιστράτηγου Παύλου Βασιλίεβιτς Τσιτσαγκόφ, ο Καποδίστριας είχε την ευκαιρία να επιδείξει τα εξαιρετικά του προσό­ντα, χάρη στα οποία θα διαπρέψει αργότερα στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Όταν ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας έφθα­σε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, η ειρήνη με τους Τούρκους είχε ήδη υπογραφεί βεβιασμένα, γιατί ο τσάρος, μπροστά στον επαπειλούμενο νέο κατά της Γαλλίας πόλεμο, ήθελε να είναι σε θέση να ανακαλέσει, το ταχύτερο δυνατόν, τον στρατό του που βρισκόταν στη Χερσόνησο του Αίμου [4].

Όπως έγραφε αργότερα ο Ιωάννης Καποδίστριας στην αυτοβιογραφία του, «Η διπλωματία δεν είχε πλέον να πράξη τι το σοβαρόν εκείθεν του Δουνάβεως. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, καίπερ ανεφάρμοστος, ώφειλε να επικυρωθή, όπερ και εγέντο. Η Δικαι­οσύνη, η Θρησκεία και η Φιλανθρωπία απήτουν εν τούτοις παρηγορίαν τινά δια τους λαούς ους η Ρωσία δια τετάρτην φοράν ηναγκάζετο να εγκατάλειψη εις την εκδίκησιν των Τούρκων… Αι παρηγορίαι αύ­ται εδόθησαν. Οι Σέρβοι έλαβον μεγάλας βοηθείας εις χρήματα, εις όπλα και εις πολεμοφόδια»[5].

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, παρά τα μεγάλα ευ­ρωπαϊκά προβλήματα που συζητούσαν στην αυστριακή πρωτεύουσα, ο Καποδίστριας δεν λησμόνησε τους Σέρβους. Ήδη πριν από την έναρξη του Συνεδρίου, ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, σε ακρόαση που είχε στη Βιέννη πλησίον του τσάρου, τόνισε τη θλιβε­ρή κατάσταση, στην οποία η συνθήκη του Βουκουρεστίου είχε οδηγή­σει τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσίας και των ομόδοξων προς αυτή λαών στην Ανατολή[6].

Τρανή απόδειξη του ενδιαφέροντος, το οποίο επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για τη Σερβική υπόθεση κατά τη διάρκεια του Συνεδρί­ου της Βιέννης, παρέχουν τα απομνημονεύματά του πρωθιερέα Ματ­θαίου Νενάντοβιτς [7] (Matisa Nenadovic). Συγκεκριμένα, μετά την ολο­σχερή κατάπνιξη της Α΄ Σερβικής Επανάστασης (1813), οι Σέρβοι  φυ­γάδες, που είχαν εναπομείνει στην Αυστρία μετά την αναχώρηση του Καραγιώργη για τη Ρωσία, απέστειλαν στην αυστριακή πρωτεύουσα το Νενάντοβιτς με τον σκοπό να προσπαθήσει να επισύρει την προσοχή των εκεί συγκεντρωμένων ισχυρών της γης για τη δεινή κατάστα­ση που βρίσκονταν τότε οι συμπατριώτες του. Στα σπουδαία απομνημονεύματά του αφηγείται κατά τρόπο συγκινητικό τις πολύτιμες υπη­ρεσίες, τις οποίες ο Καποδίστριας πρόσφερε στους δεινοπαθούντες Σέρβους.

 

Ιωάννης Καποδίστριας

 

Η επιστροφή του Ιωάννη Καποδίστρια στη Ρωσία και ο ταυτόχρονος διορισμός του στο υψηλό αξίωμα του υπουργού των Εξωτερικών εγκαινιάζουν μια νέα φάση στις σχέσεις του Έλληνα διπλωμάτη με τους Σέρβους που είχαν αρπάξει για δεύτερη φορά τα όπλα εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Συγκεκριμένα, στις αρχές του έτους 1816 ο Καποδίστριας επιφορτίστηκε να συντάξει τις οδηγίες για τον Γρηγόριο Αλεξάντροβιτς Στρόγκανοφ, ο οποίος, ως νέος πρέσβης της Ρω­σίας, θα μετέβαινε στην Κωνσταντινούπολη. Με την ευκαιρία αυτή ο Έλληνας διπλωμάτης επιχείρησε να πείσει τον τσάρο, ώστε, επιδεικνύοντας απέναντι στην Τουρκία σθεναρή στάση, να απαιτήσει τη λύση των ζητημάτων που εκκρεμούσαν μεταξύ των δύο κρατών από το έτος 1812. Και για να γίνουμε πιο σαφείς:

Όταν έγινε δεκτός από τον Αλέ­ξανδρο Α΄, ο Ιωάννης Καποδίστριας απέδειξε στον τσάρο ότι το γράμμα – και όχι βέβαια το πνεύμα- της συνθήκης του Βουκουρεστίου άφηνε στην Αυτοκρατορία των Οθωμανών πλήρη ελευθερία δράσις απέναντι στους Μολδοβλάχους και στους δυστυχείς Σέρβους· ταυτό­χρονα δε πήρε το θάρρος να προτείνει στον Ρώσο αυτοκράτορα να δοθεί στην αποστολή του βαρόνου Στρόγκανοφ εντελώς διαφορετι­κός χαρακτήρας. Αλλά ας αφήσουμε να εκθέσει ο ίδιος ο Καποδί­στριας τους λόγους που απηύθυνε τότε προς τον Ρώσο τσάρο:

 

«Αντί να αποσταλεί ούτος (δηλαδή ο Στρόγκανοφ), Μεγαλειότατε, όπως διαπραγματευθεί την εκτέλεσιν ανεφαρμόστου συνθήκης, ας λάβωμεν ως αφετηρίαν την διακοίνωσιν ην ο αρχιστράτηγος του στρα­τού του Δουνάβεως (δηλαδή ο Τσιτσαγκόφ) επέδωσεν εις τον Μέγαν Βεζύρην κατά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της συνθήκης ταύ­της. Η διακοίνωσις αύτη εδήλου εις την Πύλην, ότι εάν δεν ενεργήσει από κοινού μετά της Ρωσίας κατά του Ναπολέοντος, η συνθήκη θα εί­ναι άκυρος… Επομένως, η Ρωσία δικαιούται να προτείνει εις τους Τούρκους νέαν συνθήκην ειρήνης, συνοδεύουσα δε την πρότασίν της διά στρατιωτικής κινήσεως εις τα σύνορα και εν των Ευξείνω, δύναται να είναι βεβαία ότι οι Τούρκοι θα παραδεχθούν ταύτην. Ούτω θα δυνηθή τέλος η Ρωσία να απαλλάξει δια παντός τους Μολδαβούς, τους Βλάχους και τους Σέρβους από της αυθαιρέτου και καταθλιπτικής διοικήσεως ήτις τους καταπιέζει. Η Μολδαβία, η Βλαχία και η Σερβία δεν δύνανται άραγε να σχηματίσουσιν τρεις ομόσπονδους ηγεμονίας, κυβερνώμενος υπό ηγεμόνων εκ τριών διαφόρων δυναστειών, οίτινες δύνανται να εκλεγούν εκ των ηγεμονικών οίκων της Γερμανίας, ίνα ούτω συμβιβασθούν πάντα τα συμφέροντα και ορθή πάσα αφορμή ζη­λοτυπίας; Δια να μη στερηθή δε η Πύλη των δικαιωμάτων αυτής, δύνα­ται να απονεμηθή εις αυτήν, ως κυρίαρχου Δυνάμεως το δικαίωμα του προμηθεύεσθαι δια την Κωνσταντινούπολιν ζωοτροφίας των τριών τούτων ηγεμονιών επί μετρία τιμή…»[8]

 

Αλλά και με άλλα επιχειρήματα προσπάθησε ο Ιωάννης Καποδί­στριας να πείσει τον τσάρο Αλέξανδρο Α’ να προβεί σε αναθεώρηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου και να βοηθήσει τους Σέρβους κα τους άλλους ομόδοξους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Έλλη­νας διπλωμάτης, τονίζοντας τα μεγάλα οφέλη που θα μπορούσε να φέ­ρει ένας τέτοιος συνδυασμός, έλεγε στον Ρώσο αυτοκράτορα τα εξής:

 

«Η ευφορία των χωρών τούτων, οι περιεχόμενοι εν αυταίς θησαυροί, οι εκμεταλλευθησόμενοι δια των τεχνών, της βιομηχανίας, του εμπο­ρίου και του ελευθέρου επί του Δουνάβεως πλου, θα προσφέρουν εις την Ρωσίαν, ως και εις την Αυστρίαν, την Γερμανίαν και τα άλλα πολι­τισμένα έθνη, μεγίστας ωφελείας. Οι Χριστιανοί της Ανατολής, εγκαθιστάμενοι εις τα νέα ταύτα κράτη, θα ωφελήσουν αυτά και θα καρ­πωθούν αμοιβαίαν ωφέλειαν, και εκείνοι δε, οίτινες θα μείνουν εισέτι υπό το συντετριμμένον σκήπτρον της Οθωμανικής κυβερνήσεως, θα υπομένουν τότε το παρόν επί τη ελπίδι μέλλοντος εξησφαλισμένου. Με την ελπίδα ταύτην ζουν ήδη από αιώνων οι χριστιανοί, βλέποντες δε αυτήν πραγματοποιουμένην τέλος δια τους αδελφούς αυτών Δάκας και Σέρβους, προς τι θα ζητήσουν ταύτην αλλαχού που και ουχί εν τη δικαιοσύνη και ελευθεριότητι της Ρωσίας; Αλλά τούτο θα είχε και αλ­λάς έτι συνεπείας. Παρέχουσα ενώπιον του κόσμου τοιούτον παρά­δειγμα μετριοπάθειας, δεν θα αφόπλιση αράγε η Ρωσία την ζηλοτυπίαν όλων των άλλων κυβερνήσεων;»[9]

 

Όλες όμως οι προτάσεις του Καποδίστρια, μολονότι περιείχαν ισχυρά επιχειρήματα, δεν έγιναν δεκτές από τον Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α’, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε καμιά διάθεση, επί του παρόντος τουλάχιστον, να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Οθω­μανικής Αυτοκρατορίας. Και ιδού πως ακριβώς έχει η απάντηση που έδωσε ο Ρώσος τσάρος προς τον έλληνα διπλωμάτη: «Αι σκέψεις αύ­ται είναι πολύ λογικοί, αλλά δια να εκτέλεση τις τι πρέπει να προσφυ­γή εις το τηλεβόλον, τούθ’ όπερ δεν επιθυμή. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως οι δε τοιούτοι πόλεμοι επιδρούν κακώς επί του ηθικού των στρατευμάτων. Του τελευταίου τούτου σεις ο ίδιος υπήρξατε μάρτυς. Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερεωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ίδουν εις ρήξιν προς τους Τούρκους»[10].

Τα γεγονότα, που επακολούθησαν, απέδειξαν πόσο ορθά είχε προΐδει τα πράγματα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Στρόγκανοφ, φθά­νοντας στην Κωνσταντινούπολη, βρέθηκε μπροστά στην απροθυμία και έντονη άρνηση της Υψηλής Πύλης να συζητήσει για την επίλυση των ρωσοτουρκικών διαφορών. Γι’ αυτό και οι ενέργειες του υπέρ των Σέρβων, που διήρκεσαν από τα 1816 ως τα 1821, δηλαδή, επί τέσσερα και πλέον έτη, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Από τα 1821, έτος έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης και διακοπής των ρωσοτουρκι­κών σχέσεων εξαιτίας της επανάστασης αυτής – η ρύθμιση του Σερβι­κού ζητήματος θα συνδεθεί με την τύχη των Ελλήνων επαναστατών και μόνο η εγκαινίαση σθεναράς πολιτικής από τον τσάρο Νικόλαο Α’, διάδοχο του Αλεξάνδρου Α, θα επιτρέψει στους Σέρβους τον δια­κανονισμό των ζητημάτων τους, που εκκρεμούσαν από δέκα πέντε και πλέον χρόνια, την οριστική ρύθμιση της τύχης τους».

 

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

Καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Djordjevic, Ιστορία της Σερβίας, 1800-1918, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 17 κ.ε.

[2] Mih. Gavriolovic, Mitos Obrenovií, τ. 1,Beograd 1908, σσ. 152 κ.ε.

[3] Για τη συμμετοχή των Ελλήνων κατά την Α’ και Β’ Σερβική Επανάσταση βλ. τις παρακάτω νεότερες μελέτες: Kliment Dzambazovski, «Grci u Pivom Srpskom Ustanku» (Οι Έλληνες κατά την Α Σερβική Επανάσταση», Λ Ελληνοσερβικό Συμπόσιο. Πρακτι­κά, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 185 κ.ε. Α. Αγγελόπουλος «Η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τα πνευματικός σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος», στα Πρακτικά του ίδιου Συμποσίου, σσ. 197 κ.ε.

[4] Μιχαήλ Θ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώ­νας, 1804-1830, Αθήναι 1936, σσ. 44-45.

[5] Χρησιμοποιούμε εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της μελέτης μας, το κείμενο της ωραίας μετάφρασης της Αυτοβιογραφίας του Καποδίστρια που εκπόνησε ο αείμνηστος καθηγητής μου Μιχαήλ Λάσκαρης (βλ. Ιωάννου Καποδίστρια, Αυτοβιογραφία, Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρη, έκδ. β’, Αθήναι 1968,σ.. 31-32).

[6] Βλ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι, σα. 47-48, σημ. 1, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[7] Matija Nenadovic, Memoari (Απομνημονεύματα), Beograd. 1867, σα 225,375.

[8] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 76-77

[9] Καποδίστριας, ό.π., σσ. 77-78.

[10] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 79.

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

Read Full Post »

Τριτάκης  Ν. Διονύσιος  (1827-1902)


 

Διονύσιος Τριτάκης

Ο Διονύσιος Τριτάκης, στρατιωτικός,  γεννήθηκε στις 24-5-1827* στα Μέθανα, την ημέρα που λύθηκε η πολιορκία της Ακρόπολης στην οποία ο πατέρας του, συνταγματάρχης Νικόλαος Τριτάκης, πήρε μέρος και πολέμησε με τον Φαβιέρο. Σπούδασε στη Σχο­λή Ευελπίδων και εντάχθηκε στο Ιππικό του ελληνικού στρατού. Στην Ναυπλιακή επανάσταση μαζί με τον Δημήτριο Γρίβα έπαιξε πρω­ταγωνιστικό ρόλο.

Στη Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια αναφέρεται:

 «Αι πρώται αψιμαχίαι και συγκρούσεις μεταξύ στασιαστών και κυβερνητικού στρατού ήρξαντο από τα Δερβένια της Κορινθίας, όπου ο εκ των στασιαστών αξιωματικός του Ιππικού Τριτάκης, ηγούμενος ιππέων, επεζήτησε να αναστείλη την κάθοδον των κυβερνητικών».

Η μαχητική θέση του και η στιβαρή αντίσταση του προς τα βασιλικά στρατεύματα, ήταν και ο λόγος που εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

 

Πορτραίτο του υποστράτηγου Διονύσιου Τριτάκη, τέλη 19ου αιώνα, έργο του Γεωργίου Ροϊλού (1867-1928).

 

Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την περίθαλψη των αποστράτων φτωχών αξιωματικών και υπαξιωματικών του Ιππικού. Το 1866 συγκρότησε Σώμα εθελοντών στην Αθήνα και κατέβηκε στην Κρήτη όπου πολέμησε στους Κάμπους, στους Λάκκους και στον Ομαλό. Η Κρήτη αναγνωρίζοντας τους αγώνες του γι’ αυτήν, τον ανέδειξε πρώτο πληρεξούσιο της Επαρχίας Κυδωνίας εκ του Δήμου Ακρωτηρίου, από την οποία καταγόταν. Κάποιες αντίξοες συνθήκες όμως τον ανάγκασαν να παραιτηθεί από το στρατό και να ιδιωτεύσει. Έφτασε στο βαθμό του υποστρατήγου και πέθανε στην Αθήνα στις 15-2-1902. Είχε τιμηθεί με τον Ελληνικό Ταξιάρχη.

  

Υποσημείωση


 * Το Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών αναφέρει ότι ο Διονύσιος Τριτάκης γεννήθηκε το έτος 1826 ή 1828 και πέθανε το 1902 ή 1905.

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνική εικονογραφημένη επετηρίς, Αθήνα, 1912.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Μιαούλης Αθανάσιος (1815- 1867)


 

Αθανάσιος Μιαούλης

Αθανάσιος Μιαούλης: Στρατιωτικός και πολιτικός. Ήταν πέμπτος γιος του ναυάρχου Ανδρέα Μιαούλη (1815-1867). Γεννήθηκε στην Ύδρα το 1815 και ως υπότροφος του βασιλιά Λουδοβίκου της Βαυαρίας σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή του Μονάχου. Υπηρέτησε στο αγγλικό ναυτικό, μετά στο ελληνικό και αργότερα διορίστηκε υπασπιστής του Όθωνα. Εισήρθε στην πολιτική και εκλέχθηκε βουλευτής Ύδρας το Σεπτέμβριο του 1855.

Στην Κυβέρνηση Δημητρίου Βούλγαρη, ανέλαβε το υπουργείο των Ναυτικών το 1855. Μετά την παραίτηση του Βούλγαρη ανέλαβε ως πρωθυπουργός. Ήταν αφοσιωμένος στο θρόνο αλλά επί της πρωθυπουργίας του (13 Νοεμβρίου 1857 – 26 Μαΐου 1862), άρχισαν να πυκνώνουν οι λαϊκές εκδηλώσεις κατά του Όθωνα, των οποίων αποκορύφωμα υπήρξε η Ναυπλιακή επανάσταση.

Κατέστειλε μεν την επανάσταση αλλά αμέσως μετά υπέβαλε την παραίτησή του και παρέδωσε την εξουσία στον τελευταίο πρωθυπουργό του Όθωνα, τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Έκτοτε δεν διαδραμάτισε κανένα πολιτικό ρόλο. Με την εκθρόνιση του Όθωνα αναγκάστηκε να εκπατρισθεί και επανήλθε μετά την άνοδο του Γεωργίου Α΄ στον Ελληνικό θρόνο.  Πέθανε το 1867 στο Παρίσι.

 

Πηγή


  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Παπαζαφειρόπουλος Ιωάννης (1829-1879)


 

Προκήρυξη της Κυβέρνησης Βάλβη (1863), η οποία αναγορεύει Συνταγματικό Βασιλέα τον Γεώργιο Α'. Φέρει την υπογραφή του Ιωάννη Παπαζαφειρόπουλου.

Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829. Σπούδασε Νομικά στην Αθήνα και τη Λειψία. Το 1862 ήταν δικηγόρος στο Ναύπλιο. Φανατικός αντιμοναρχικός, πήρε μέρος στην Ναυπλιακή επανάσταση. Μετά την αποτυχία της εξορίστηκε και μέχρι την Οκτωβριανή επανάσταση διέμεινε στην Αλεξάνδρεια.

Όταν επανήλθε, μετά την έξωση του Όθωνα, αναδείχτηκε πληρεξούσιος της Τρίπολης στην Συνέλευση της Αθήνας, όπου, νεότατος, αναρριχήθηκε στην θέση του υπουργού Δικαιοσύνης στην Κυβέρνηση Ζηνοβίου Βάλβη (1863) και στην Κυβέρνηση Θρασύβουλου Ζαΐμη (1871). Έκτοτε αντιπροσώπευε διαρκώς την επαρχία του στη Βουλή. Ο Ιωάννης Παπαζαφειρόπουλος υπήρξε ένα από τα επιφανέστερα μέλη του Ελληνικού Κοινοβουλίου και απολάμβανε της αγάπης όσων των γνώριζαν. Πέθανε στην Τρίπολη στις 5 Αυγούστου 1879 από τυφοειδή πυρετό.

  

Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Δελτίον της Εστίας – αριθ. 137, 12 Αυγούστου 1879.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ασίνη


  

Ασίνη: Αρχαία παραλιακή κωμόπολη της Αργολίδος που αναφέρεται στην Ιλιάδα του Ομήρου. Τα ερείπιά της βρίσκονται στη θέση «Καστράκι» ή «Παλαιόκαστρο», κοντά στο Τολό, σε απόσταση 9 χλμ. από το Ναύπλιο

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Η Ασίνη ανήκε στο βασίλειο του Άργους και προϊστορικοί κάτοικοί της ήταν οι Δρύοπες. Το 740 π.Χ. καταστράφηκε από τους Αργείους και από την καταστροφή σώθηκε μόνο ο ναός του Πυθαέως Απόλλωνος. Οι κάτοικοί της τότε την εγκατέλειψαν και εγκαταστάθηκαν ως άποικοι στη Μεσσηνία, όπου ίδρυσαν την ομώνυμη πόλη. Κατά τις αρχαιολογικές έρευνες, που άρχισαν το 1922 από Σουηδούς αρχαιολόγους, βρέθηκαν ερείπια αρχαίου τείχους πλάτους 2 μέτρων και μήκους περίπου 125, ναού, νεκροπόλεως κ.ά. και εντοπίστηκε η σημερινή θέση της.

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Μυκηναϊκό ειδώλιο από την Ασίνη, γνωστό ως ο «άρχων της Ασίνης» (12ος αιώνας π.Χ.)

Με τις ανασκαφές αυτές ήλθαν στο φως κοσμήματα, χρυσοποίκιλτα ξίφη και το μυστηριώδες προσωπείο, «ο Άρχων της Ασίνης» (Lord of Asine, όπως το χαρακτήρισαν οι ξένοι), μικρό πορτραίτο από αργιλώδη γη, που σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο Ναυπλίου. Σώζονται επίσης ερείπια της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής.

Το όνομα Ασίνη έχει σήμερα  δημοτικό διαμέρισμα του Δήμου Ναυπλίου, με 1100 περίπου κατοίκους, που βρίσκεται πολύ κοντά στο Τολό, και απέχει από το Ναύπλιο 8 χλμ.Το χωριό αυτό ονομαζόταν παλαιότερα Τζαφέρ Αγά, από το όνομα ενός Τούρκου τοπάρχη. Το ίδιο όνομα έχουν επίσης ένα χωριό της επαρχίας Πυλίας του νομού Μεσσηνίας, που κτίστηκε στη θέση της αρχαίας ομώνυμης πόλεως, μία αρχαία πόλη της Λακωνίας 5 χλμ. ΝΔ του Γυθείου, μία πόλη της Κύπρου, που αναφέρεται από το Στέφανο Βυζάντιο, και μία πόλη της Κιλικίας στη Μικρά Ασία.

Γιώργος Σεφέρης

Ο Γιώργος Σεφέρης στην Ασίνη. Ο Γιώργος Σεφέρης (1900-1971), που τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, αποθανάτισε την Ασίνη, το αρχαίο λιμάνι κοντά στο Ναύπλιο, στο ποίημά του «Ο Βασιλιάς της Ασίνης», από την συλλογή ποιημάτων του Deck Diaries B. Το ποίημα είναι ένα ελεγείο για τον χαμένο χρόνο, την ασημαντοσύνη της ανθρώπινης ύπαρξης και την ματαιότητα της δόξας. Ο Βασιλιάς της Ασίνης, που κυβερνούσε κατά την Μυκηναϊκή περίοδο, ο Σεφέρης λέει γι’ αυτόν, ότι ήταν σίγουρα ένας παντοδύναμος άνδρας της εποχής του, και έπαιρνε αποφάσεις που επηρέαζαν τις ζωές των άλλων, έχει χαθεί, έχει εξαφανιστεί αλλά αναφέρεται στην Ιλιάδα. Τίποτα δεν έμεινε μακροπρόθεσμα, από το πέρασμα των ανθρώπων στον κόσμο, προειδοποιεί ο Σεφέρης.

 

Γιώργος Σεφέρης: Ο βασιλιάς της Ασίνης

Ασίνην τε…

ΙΛΙΑΔΑ

 

Κοιτάξαμε όλο το πρωί γύρω-γύρω το κάστρο

αρχίζοντας από το μέρος του ίσκιου εκεί που η θάλασσα

πράσινη  και  χωρίς αναλαμπή, το  στήθος σκοτωμένου παγονιού

μας δέχτηκε όπως ο καιρός χωρίς κανένα χάσμα.

 

Οι φλέβες του βράχου κατέβαιναν από ψηλά

στριμμένα κλήματα γυμνά πολύκλωνα ζωντανεύοντας

στ΄ άγγιγμα του νερού, καθώς το μάτι ακολουθώντας τις

πάλευε να ξεφύγει το κουραστικό λίκνισμα

χάνοντας δύναμη ολοένα.

  

Από το μέρος του ήλιου ένας μακρύς γιαλός ολάνοιχτος

και το φως τρίβοντας διαμαντικά στα μεγάλα τείχη.

Κανένα πλάσμα ζωντανό τ’ αγριοπερίστερα φευγάτα

κι ο βασιλιάς της  Ασίνης που τον γυρεύουμε δυο χρόνια τώρα

άγνωστος λησμονημένος απ’ όλους κι από τον  Όμηρο

μόνο μια λέξη στην  Ιλιάδα κι εκείνη αβέβαιη

ριγμένη εδώ σαν την εντάφια χρυσή προσωπίδα.

 

Την άγγιξες, Θυμάσαι τον  ήχο της; κούφιο μέσα στο φως

σαν το στεγνό πιθάρι στο σκαμμένο χώμα

κι ο ίδιος ήχος μες στη θάλασσα με τα κουπιά μας.

Ο βασιλιάς της  Ασίνης ένα κενό κάτω απ’ την προσωπίδα

παντού μαζί μας παντού μαζί μας, κάτω από ένα όνομα:

«Ασίνην τε… Ασίνην τε…»

 και τα παιδιά του αγάλματα

κι οι πόθοι του φτερουγίσματα πουλιών κι ο αγέρας

στα διαστήματα των στοχασμών του και τα καράβια του

αραγμένα σ’ άφαντο λιμάνι

κάτω απ’ την προσωπίδα ένα κενό.

 

Πίσω από τα μεγάλα μάτια τα καμπύλα χείλια τους βοστρύχους

ανάγλυφα στο μαλαματένιο σκέπασμα της  ύπαρξής μας

ένα σημείο σκοτεινό που ταξιδεύει σαν το ψάρι

μέσα στην  αυγινή γαλήνη του πελάγου και το βλέπεις:

ένα κενό παντού μαζί μας.

 

Και το πουλί που πέταξε τον  άλλο χειμώνα

με σπασμένη φτερούγα σκήνωμα ζωής,

κι η νέα γυναίκα που έφυγε να παίξει

με τα σκυλόδοντα του καλοκαιριού

κι η ψυχή που γύρεψε τσιρίζοντας τον  κάτω κόσμο

κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει

ο χείμαρρος του ήλιου με τ’ αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη.

 

Κι ο ποιητής αργοπορεί κοιτάζοντας τις πέτρες κι αναρωτιέται

υπάρχουν άραγε

ανάμεσα στις χαλασμένες τούτες γραμμές τις ακμές τις

αιχμές τα κοίλα και τις καμπύλες

υπάρχουν άραγε

εδώ που συναντιέται το πέρασμα της  βροχής του αγέρα

και της  φθοράς

υπάρχουν, η κίνηση του προσώπου το σχήμα της  στοργής

εκείνων που λιγόστεψαν τόσο παράξενα μες στη ζωή μας

αυτών που απόμειναν σκιές κυμάτων και στοχασμοί με

την απεραντοσύνη του πελάγου

ή μήπως όχι δεν απομένει τίποτε παρά μόνο το βάρος

η νοσταλγία του βάρους μιας ύπαρξης ζωντανής

εκεί που μένουμε τώρα ανυπόστατοι λυγίζοντας

σαν τα κλωνάρια της  φριχτής ιτιάς σωριασμένα μέσα στη

διάρκεια της  απελπισίας

ενώ το ρέμα κίτρινο κατεβάζει αργά βούρλα ξεριζωμένα

μες στο βούρκο

εικόνα μορφής που μαρμάρωσε με την απόφαση μιας πίκρας παντοτινής.

Ο ποιητής ένα κενό.

 

 Ασπιδοφόρος ο ήλιος ανέβαινε πολεμώντας

κι από το βάθος της  σπηλιάς μια νυχτερίδα τρομαγμένη

χτύπησε πάνω στο φως σαν τη σαΐτα πάνω στο σκουτάρι:

«Ασίνην τε Ασίνην τε…».

Να ‘ταν αυτή ο βασιλιάς της Ασίνης

που τον  γυρεύουμε τόσο προσεχτικά σε τούτη την ακρόπολη

αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την υφή του πάνω στις πέτρες.

 

Ασίνη, καλοκαίρι ’38 – Αθήνα, Γεν. ’40

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • http://nylou.com

Read Full Post »

Λαμπρυνίδης Μιχαήλ (1850 ή 1851 -1915)


 

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης

Μιχαήλ Λαμπρυνίδης: Λόγιος, συγγραφέας, πολιτικός και νομομαθής (διδάκτωρ της νομικής) από το Ναύπλιο. Διετέλεσε βουλευτής Ναυπλίας, σύμβουλος της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας και συγγραφέας ιστορικών μελετών. Ήταν ανεψιός της Καλλιόπης Παπαλεξοπούλου. Εργασίες του δημοσιεύτηκαν σε επιστημονικά περιοδικά της εποχής του και στην εφημερίδα «Αθήναι».

Η Ευτυχία Λιάτα, στον πρόλογό της για την τέταρτη έκδοση της «Ναυπλίας», 2001, σημειώνει: «Ο Μιχαήλ Λαμπρυνίδης, μοιράζοντας τη ζωή του κατά διαστήματα ανάμεσα στο Ναύπλιο και στην Αθήνα, δεν αποκόβεται από τον επιστημονικό περίγυρο, τις πνευματικές ζυμώσεις και τον επαγωγικό διάλογο του κέντρου. Η ευρυμάθεια, η καλλιέργεια και η μεθοδικότητά του θα αποτυπωθούν στο πλούσιο και θεματικά ποικίλο έργο του, που ξεπερνάει κατά πολύ τα τοπικά όρια και επεκτείνεται σε θέματα γενικότερης εμβέλειας, όπως είναι για παράδειγμα οι οικονομολογικές του μελέτες».

Από τα πιο σημαντικά του έργα αναφέρουμε:

  • «Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς»*, ιστορική μελέτη. Εν Αθήναις: Τύποις Εκδοτικής Εταιρείας, 1898.
  • «Οι θεσμοί παρ’ Έλλησιν», Ιστορική επισκόπησις. Εν Αθήναις :Εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου,1903.
  • « Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / Ύδρα –Σπέτσαι. Η χερσόνησος του Αίμου και οι κάτοικοι αυτής (Επίμετρον)».** Εν Αθήναις Τυπογραφείον «Εστία», Κ. Μάϊσνερ και Ν. Καργαδούρη,1907.

 

Υποσημειώσεις


 

* Ένα μόνο χρόνο αργότερα από την έκδοση της «Ναυπλίας» ο Λαμπρυνίδης ξεκινά έρευνα, για την συλλογή νέων στοιχείων, που οδηγεί σε μια δεύτερη γραφή της «Ναυπλίας», επαυξημένης και βελτιωμένης (υπερδιπλάσιας), σε απλούστερη αλλά πάντα κομψή καθαρεύουσα, με σκοπό να κυκλοφορήσει το 1914. Το 1949 η κόρη του συγγραφέα Χαρίκλεια Α. Χαρτουλάρη τη δώρισε στον Προοδευτικό Σύλλογο Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», με το ρητό όρο της δημοσίευσης. Δυστυχώς έως σήμερα παραμένει ανέκδοτη στα συρτάρια του συλλόγου.

** Μία από τις πρώτες απόπειρες ιστορικής σύνθεσης για τον αλβανικό εποικισμό του νοτιοελλαδικού χώρου κατά τους ύστερους βυζαντινούς χρόνους. Ο συγγραφέας,  τοποθετεί την πρώτη αλβανική εγκατάσταση στην Πελοπόννησο μεταξύ των ετών 1370-1380 και εξιστορεί τη συμμετοχή των Αλβανών στους απελευθερωτικούς αγώνες του ελληνικού Γένους μέχρι και την Επανάσταση του 1821. Ασπάζεται την «πελασγική θεωρία», δηλαδή τη «συγγένεια αίματος» και τις «κοινές ρίζες» Ελλήνων και Αλβανών. Οι Αλβανοί «απετέλουν απλούν γένος της αυτής ομοφυλίας». Η πραγματεία του για την «εθνολογική καταγωγή των Αλβανογενών Ελλήνων», όπως ο ίδιος αναφέρει, είχε ιδιαίτερη σημασία την αυγή του 20ού αιώνα, όταν οι εθνικοί ανταγωνισμοί στα Βαλκάνια είχαν κορυφωθεί και η προοπτική συμπερίληψης της (αγέννητης) Αλβανίας στην επικράτεια του ελληνικού κράτους ήταν ακόμη ανοικτή.

 

Πηγές


  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, « Η Ναυπλία από των Αρχαιοτάτων Χρόνων μέχρι των καθ΄ ημάς », έκδοση 4η, Ναύπλιο, 2001.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον / ‘Υδρα-Σπέτσαι», Αναστατικές Εκδόσεις, Διονύσιος Νότη Καραβίας, Αθήνα, 1987.

 

Read Full Post »

Κορωναίος Ν. Πάνος  (1809-1899)


 

Πάνος Κορωναίος

Στρατιωτικός και πολιτικός. Γεννήθηκε το 1808 στην Κωνσταντινούπολη από γονείς κυθηραϊκής καταγωγής.  Η αδελφή του Κλεοπάτρα, η οποία παντρεύτηκε τον Κυθήριο ριζοσπάστη βουλευτή (Κοινοβούλιο Ιονίου Πολιτείας) Δημήτριο Ραπτάκη ήταν η γιαγιά του μουσικού Κλέωνος Τριανταφύλλου γνωστού ως Αττίκ. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία και σε ηλικία 17 περίπου χρονών κατατάχθηκε εθε­λοντικά στον τακτικό στρατό υπό τον Φαβιέρο στο Ναύπλιο και πήρε μέρος σε διάφορες μάχες και στην άτυχη απόπειρα του τελευταίου να καταλάβει τη Χίο (1827). To επόμενο έτος τέθηκε υπό τις διαταγές ενός άλλου Γάλλου αξιωματικού, του στρατηγού Μαιζόν. Οι Αγγλογάλλοι, μετά το πρωτόκολλο του Λονδίνου (Ιούλιος, 1828), που διασφάλιζε διεθνώς την ελληνική ανεξαρτησία, έστειλαν ένα γαλλικό στρατιωτικό σώμα υπό τον στρατηγό Μαιζόν για να εκδιώξει τα τουρκοαιγυπτιακά στρατεύματα του Ιμπραήμ.

 

Κορωναίος Πάνος, φωτογραφία Πέτρος Μωραΐτης.

 

Ο Κορωναίος, έχοντας αποκτήσει πολύτιμη εμπειρία καθώς και πολλά τραύματα από τις μάχες, εισήλθε ως υπότροφος στη νεοϊδρυθείσα Σχολή Ευελπίδων με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια. Το 1831 ήταν μόλις 23 ετών όταν αποφοίτησε ανάμεσα στους οκτώ πρώτους της σχολής, με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού του Πυροβολικού. Την 1η Δεκεμβρίου 1833 προήχθη σε υπολοχαγό και τοποθετήθηκε Υπασπιστής του Πυροβολικού Σώματος. Το 1837 έγινε λοχαγός και τοποθετήθηκε στο Ναύπλιο. Στην επανάσταση του 1843 τάχθηκε υπέρ των συνταγματικών ελευθεριών της Ελλάδας. Σύντομα εναντιώθηκε στο καθεστώς του Όθωνα και ετέθη από το Βασιλιά σε αργία δια απολύσεως από το 1853 έως το 1859. Έφυγε στο Παρίσι και ασχολήθηκε με στρατιωτικές μελέτες.

Πάνος Κορωναίος, Ξυλογραφία, 1899.

Το 1854 κατατάχθηκε στα ρωσικά στρατεύματα και ορίστηκε αρχηγός του εθελοντικού σώματος Επτανησίων Ελλήνων. Συμμετείχε στον πόλεμο της Κριμαίας 1853 – 1856 με τους Ρώσους ενάντια στους Τούρκους. Με τη μαχητικότητά του και τις επιδόσεις του στην ιστορική διάβαση του Δουνάβεως και άλλες νικηφόρες μάχες του απονεμήθηκε παράσημο από τη Ρωσία. Το 1860 πολέμησε με το γαλλικό στρατό στην εκστρατεία της Συρίας. Παρασημοφορήθηκε επίσης από τη γαλλική κυβέρνηση με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής.

Υπήρξε οργανωτής της Ναυπλιακής Επανάστασης το Φεβρουάριου του 1862 και ένας από τους ηγέτες της επανάστασης που κατέληξε στην εκθρόνισή του Όθωνα (Ο­κτώβριος του ίδιου χρόνου). Στους μήνες της Μεσοβασιλείας (1862 – 63) αναδείχτηκε ηγετικό στέλεχος της παράταξης των Ορεινών (του Κωνσταντίνου Κανάρη) και – ως υπουργός Στρατιωτικών – αντιμετώπισε τις εμ­φύλιες συγκρούσεις του Ιουνίου 1863 («Ιουνιανά»).

Πάνος Κορωναίος, Ποικίλη Στοά, 1899.

Μετά την άνοδο του Γεωργίου Α’ στο θρόνο (Οκτώβριος 1863), ο Κορω­ναίος ανέλαβε διάφορα ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα και το 1866 συμμετέσχε στην εξέγερση της Κρήτης. Κατά την περίοδο που ακολούθησε αναδείχτηκε σε σημαίνου­σα πολιτική φυσιογνωμία της χώρας (το 1868 εξελέγη βουλευτής Αττικής, το 1875, 1879 και 1885 βουλευτής Κυθήρων), ασκώντας παράλληλα και τα στρα­τιωτικά του καθήκοντα. Αποστρα­τεύτηκε το 1880 με το βαθμό του αντιστράτηγου του πυροβολικού και κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του πρωταγωνίστησε στην ίδρυση και δραστηριοποίηση πατριωτικών σωματείων και οργανώσεων. Έχει συγγράψει στρατιωτικές με­λέτες, καθώς και το Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός της Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου (1863). Πέθανε στις 17 Νοέμβρη του 1899 στην Αθήνα.

  

Πηγές


  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Εκδοτική Αθηνών, τομ. 5, 1986.
  • Βαγγέλης Γεωργίου, «Ο Εμφύλιος πόλεμος του 1863»,  Ιστορία εικονογραφημένη, Εκδοτικός οργανισμός Πάπυρος, τεύχος 493, Ιούλιος 2009.
  • Τρύφων Ευαγγελίδης, «Ιστορία του Όθωνος, βασιλέως της Ελλάδος (1832-1862)», Αθήνα 1893.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εχθρικές ενέργειες των Άγγλων εναντίον του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους των Αθηνών και της Κέρκυρας υπάρ­χουν πλήθος εγγράφων για τις συνωμοτικές ενέργειες του Άγγλου και του Γάλλου αντιπρέσβεων εναντίον του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδί­στρια και των πολλών άλλων ξένων προξένων, αξιωματικών και ναυάρ­χων και δύο αυτών χωρών, οι οποίοι υποκινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες αρχηγούς να στασιάσουν εναντίον του Κυβερνήτου.

1. Από το μεγάλο αυτό αριθμό των εγγράφων – πηγών που αποδει­κνύουν με τον πιο αδιαμφισβήτητο τρόπο την ενοχή των δύο αυτών ξέ­νων δυνάμεων, τόσο στα στασιαστικά κινήματα και τις ανταρσίες των Ελλήνων όσο και στην τραγική τελευταία πράξη της δολοφονίας του Καποδίστρια, αναφέρω στην παρούσα ανακοίνωσή μου μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα και πληροφορίες από τις αδιάψευστες αυ­τές ιστορικές πηγές που αφορούν αποκλειστικά στις ενέργειες των Άγγλων, για τους οποίους οι πάντες έγραφαν -κυρίως οι νεώτεροι- ότι δεν υπάρχουν στοιχεία αποδεικτικά. Καταβάλλεται δε προσπά­θεια να φανερώσουν τη χρονολογική εξέλιξη.

Μία από τις παλαιότερες ειδήσεις για την στάση των ξένων εκπρο­σώπων -κυρίως της Γαλλίας και Αγγλίας- που είχαν καταφθάσει στον Πόρο τον Ιούνιο του 1828 για την περιβόητη συνδιάσκεψη του Πόρου, είναι οι συζητήσεις που θα είχαν με τον Κυβερνήτη και τους άλλους Έλληνες αρμοδίους για το θέμα της διαμορφώσεως των συνόρων του ελληνικού κράτους.

Ο Γάλλος συνταγματάρχης Theophile Feburier, σε έκθεσή του, στις 28 Αυγούστου 1828, προς τον Γάλλο κόμη Rayneval, που αντικαθι­στούσε προσωρινά τον επίσημο αντιπρόσωπο της Γαλλίας στον Πόρο de la Ferronays, του έκανε σαφή λόγο για την αντίδραση που οργανωνόταν στα σκοτεινά από τους Άγγλους και Γάλλους εκπροσώπους εναντίον του Καποδίστρια. Ο Γάλλος στρατηγός την προηγούμενη ημέρα μάλιστα είχε δεχθεί την επίσκεψη δύο μελών της οικογενείας Μαυρομιχάλη, οι οποίοι καταφέρθηκαν με πάθος εναντίον του Κυβερνήτη και έθεσαν τους εαυτούς τους στη διάθεση των Γάλλων και Άγγλων για κάθε τους αντικυβερνητική ενέργεια[1].

Ακόμη πιο σαφής και κατηγορηματικός για την στάση των Άγγλων εκπροσώπων στην συνδιάσκεψη του Πόρου εναντίον του Καποδί­στρια είναι ο Ρώσος εκπρόσωπος, ο διπλωμάτης J. Ribeaupierre, που ήταν παρών και αυτόπτης μάρτυς όλων αυτών των μακρών συζητήσεων και αντιδράσεων, που κράτησαν έξι ολόκληρους μήνες. Γράφει στα Ιστορικά Απομνημονεύματά του[2]:

 «Η εποχή εκείνη υπήρξε λίαν κοπιώδης εις εμέ. Η Αγγλία απηρνείτο το ίδιον αυτής δημιούργημα, ο δε Canning επισταμένως προσεπάθει να ελαττώσει τα όρια των συνό­ρων της δυστήνου Ελλάδος, ίνα μη δυνηθεί και αναπτύξει τας θαλασσί­ους αυτής δυνάμεις. Εζήτει πάσαν πρόφασιν να εγείρει εις τον κόμητα Καποδίστριαν προσκόμματα, να εξεγείρει τους εχθρούς της τάξεως και παρείχε εις τον Κυβερνήτην πάσαν δυσχέρειαν. Έχω δε πλήρη πεποίθησιν ότι η χειρ η οποία εφόνευσε τον Καποδίστριαν εξοπλίσθη πα­ρά πράκτορος της απεχθούς Αγγλίας!…».

2. Στον Πύργο της Ηλείας η Αγγλία είχε τοποθετήσει ως αντιπρόξενό της τον Αναστάσιο Πασχουάλη, όπως αναφέρεται στα έγγραφα, τα εξαιρετικώς πολλά, που σχετίζονται με την κατασκοπευτική του δρά­ση και τις σκοτεινές ενέργειές του. Σε έγγραφο της Γραμματείας της Επικρατείας προς τον επί των Εξωτερικών Γραμματέα της Κυβερνήσεως, της 17 Ιουλίου 1829, από το Άργος [3], αναφέρεται ότι ο κατά την Ελλάδα έκτακτος Επίτροπος κατήγγελε «στασιώδεις τινάς πράξεις», που γίνονταν στον Πύργο της Ηλείας. Και βεβαίωνε ότι «οι πρωταίτιοι αυτών των πράξεων συγκρο­τούσαν νυκτερινός και μυστικός συνελεύσεις εις του Αναστασίου Πασχουάλη, Αγγλικού Αντιπροξένου την οικίαν, ήτις είναι εν γένει το καταφύγιον όλων, όσους καταδιώκει δι’ ατοπήματα η επιτόπιος αρ­χή». Δεν εκρίθη όμως αυτό να τον συλλάβουν πριν από την ενημέρωση του Άγγλου αντιπρέσβη Dawkins. Το υπουργικό Συμβούλιο ανέθεσε στον επί των Εξωτερικών Γραμματέα να επισημάνει στον Άγγλο αντι­πρέσβη, ότι αν όντως ήταν υπάλληλός του «να τον σωφρονίσει μόνος του, ειδεμή να ειδοποιήσει περί του εναντίου την Κυβέρνησιν, ήτις τό­τε θέλει λάβει η ιδία περί αυτού τα ανήκοντα μέτρα».

Από την μέχρι τώρα έρευνά μου δεν μπόρεσα να εύρω πληροφορίες για την απάντηση ή τις ενέργειες του Dawkins. Το πιθανότερο είναι ότι δεν προέβη σε καμιά αποφασιστική ενέργεια. Στις 6 Δεκεμβρίου 1829 ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιωάννης Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς την κυβέρνηση [4] ανέφερε ότι στην οικία του «αγγλι­κού προξένου» στον Πύργο, συνεχίζονταν οι συγκεντρώσεις των «κα­κοβούλων» και ανέφερε και τα ονόματα των Ελλήνων, που συμμετεί­χαν: «Λυκούργος Κρεστενίτης, Παπαγεωργίου, Γαλάνης, Παπασχοινάς, Α. Αχόλου, Α. Ξυλάρης, Αναγνώστης Τσιτσίκας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Σλαϊδής, και Α. Παπασταθόπουλος».

Τόμας Γκόρντον, έργο του Καρλ Κρατσάιζεν , Πόρος, 13 Απριλίου 1827.

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Ν. Καλλέργης, σε έγγραφό του προς τον Κυβερνήτη Καποδίστρια, από το Ναύπλιο, στις 2 Νοεμβρίου 1828, ανέφερε μια απίθανη και εξαιρετικά σημαντική πληροφορία για τον Άγγλο αντιπρέσβη Dawkins, ενδεικτική για την μετέπειτα αντικαποδιστριακή στάση του [5]: «Έφθασε ενταύθα (στο Ναύπλιο) εκ Ζακύνθου, προ της εχθές το εσπέρας επί του πλοίου του συνταγμα­τάρχου Κυρίου Θωμά Γόρδων, ο Κύριος Dawkins, Άγγλος, και σήμε­ρον προς το εσπέρας ή αύριον το πρωΐ εκκινεί δια ξηράς εις αντάμωσιν της Κυβερνήσεως. Μολονότι η ευγένειά του δεν εκοινοποίησε τί­ποτε, ούτε δια τον ερχομόν του, ούτε δια τον βαθμόν του υποκειμένου του, φημίζεται όμως ότι είναι πρέσβης απεσταλμένος προς την ελληνικήν Κυβέρνησιν…». Ο Καλλέργης τον επισκέφθηκε στην οικία του Γόρδων όπου έμενε και του πρόσφερε τις υπηρεσίες του.

Για την συνεχή συνεργασία του Άγγλου αντιπροξένου Παχουάλη ή Πασχουαλίνου, όπως αναφέρεται, με τον Λυκούργο Κρεστενίτη υπάρχουν αρκετές επώνυμες καταθέσεις, όταν άρχισαν σχετικές ανα­κρίσεις. Σε κατάθεση ενός μάρτυρα με δυσανάγνωστη υπογραφή, από την Αγουλινίτσα του Πύργου, της 29 Νοεμβρίου 1829 [6], αναφέρεται ότι ο Κρεστενίτης πληρωνόταν από τους «Ιγγλέζους» προκειμένου να «βγαίνει στο παζάρι και να λέγει, ότι οι Ιγγλέζοι είναι έθνος καλό και υπερασπίζονται τους φτωχούς Έλληνας και θα είδομεν το καλόν από αυτούς. Και λείποντες αυτοί είμεθα χαμένοι…».

Είχαν οργανώσει στον Πύργο και μυστική Εταιρεία. Και όταν ο μάρτυς, προσποιούμενος ζήτησε να γίνει «μέλος του φρονήματός της» του είπαν ότι ο Κρεστενίτης «μας είπεν ότι να παστρεύομεν τα τουφέκια μας και το περισσότερον τας μπιστόλες, διότι αυτές θα δουλεύουν καλιότερα διότι ο Καποδίστριας το παραχάλασε και εις ολίγας ημέρας έρχεται πρίγκυψ Ιγγλέζος, ο οποίος είναι και συγγενής του βασιλέως και είναι και πλούσιος άνθρωπος. Ο οποίος εις δέκα ημέρες έρχεται και ο Καποδίστριας πάει την στράτα του, διότι άλλα υποσχέθηκε και άλλα κάνει και τους απάτησεν όλους. Και οι πληρεξούσιοι άνοιξαν τα μάτια τους και εμετανόησαν και τόσον είναι προκομένοι οι Ιγγλέζοι, όπου δια 16 ημέρες ήλθεν Ιγγλέζος από την Λόνδραν και εκόνεψε σπίτι μου… κατ’ αίτησιν της Γε­νικής αστυνομίας του τμήματος της Ήλιδος δίδω την παρούσαν μου μαρτυρίαν και υπογράφομαι…».

Παρόμοια κατάθεση έκαναν την άλλη ημέρα, στις 30 Νοεμβρίου 1829, στο ίδιο αστυνομικό τμήμα και ο Αθανάσιος Φωτόπουλος και ο Αλέξης Κοτέρης(;) [7].

Στις 6 Δεκεμβρίου 1829, ο Γενικός Αστυνόμος της Ήλιδος Ιω. Μανιατόπουλος, σε αναφορά του προς τον έκτακτον επίτροπον της ίδιας επαρχίας, έδινε ακόμη πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για τη δράση του «κονσόλου της Βρεταννίας» στον Πύργο Αν. Πασχαλινού. Στην οικία του «εσυστήθη εταιρεία, η οποία σκοπόν έχουσα να αρχεύσουν οι Άγγλοι εις την Ελλάδα και ο αρχηγός αυτής είναι ο διαληφθείς κονσό­λας, όστις υπόσχεται εις εκείνους οίτινες καταχηθώσιν μεγάλας υπο­σχέσεις και ότι θέλουν χαίρονται ευδαιμονίαν» οικονομικήν. Τις πλη­ροφορίες αυτές τις είχε από τον Νικόλ. Πατρώνα, που είχε στενή φι­λία με τον Άγγλο πρόξενο και οσάκις τον επισκεπτόταν του «επαινού­σε τους Άγγλους και κατηγορούσε τον έξοχον Κυβερνήτην και να υπόσχεται μεγάλα πράγματα εις εκείνους οι οποίοι φρονούν δια τους Άγγλους».

Ο Πατρώνας ανέφερε ακόμη ότι ο Άγγλος πρόξενος είχε κατατάξει και «τους αποστόλους όπου έχει κατηχημένους ως έπεται: Αη κλάσις: Λυκούργον Κρεστενίτην, ένθερμος ζηλωτής και κορυφαίος των αποστόλων. Βα: παπά Γεώργιος Οικονόμου, Γαλάνης, Παπασχινάς, Αλέξανδρος Άχολος, γαμβρός του κονσόλου. Γη: Αναστάσιος Ζηλάρας(;), Αναγνώστης Τζίτζικας, Διονύσιος Σκούφος, Νικίας, Πιλαΐδης, επιστήθιος του Λυκούργου, Αθανάσιος Παπασταθόπουλος, ωσαύτως». Όλοι αυτοί «ομιλούν πλαγίως εις τους σχετικούς τους», προκειμένου να αυξήσουν τα μέλη της μυστικής αντικαποδιστριακής εταιρείας. Και όλοι προσπαθούσαν «να κινήσουν τον λαόν εις οχλαγωγίαν», εναντίον της κυβερνήσεως του Καποδίστρια. Ο Μανιατόπουλος προέτρεψε τον Πατρώνα «να υπάγει να κατηχηθεί εις αυτήν την εταιρείαν, με ό,τι μέσα ημπορέσει, όπου να ανακαλύψωμεν αυτήν», έγραφε στην αναφορά του. Μετά τρεις ημέρες, στις 9 Δεκεμβρίου 1829, ο Μανιατόπουλος πλη­ροφορούσε τον έκτακτον Επίτροπον Ήλιδος ότι ένας φίλος του – που δεν τον ονομάζει – του είπε ότι η εταιρεία αυτή είχε επεκταθεί και στα χωριά και ένας κάτοικος του χωριού Καραμελέα Λακωνίας «ενεργεί δια την γνωστήν σας Εταιρείαν και υπόσχεται μισθούς και βαθμόν εις εκείνους, οι οποίοι ήθελον τον ακολουθήσει»[8].

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Τα γεγονότα αυτά ανησύχησαν την κυβέρνηση, η οποία ανέθεσε στον Παναγ. Αναγνωστόπουλο να ερευνήσει με κάθε προφύλαξη την υπόθεση του Άγγλου προξένου στον Πύργο. Ο Αναγνωστόπουλος, σε μακρά αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, από τον Πύργον, στις 15 Δεκεμβρίου 1829[9] τον ενημέρωνε λεπτομερώς για την ανησυχητική κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη αυτή, λόγω των συνωμοτικών ενεργειών του Πασχαλινού. «Η πόλις αυτή, έγραφε, είναι η εστία όλων των κακών ανεξαιρέτως- είναι συστημένη υπό των εγωιστών εχθρών της Ελλάδος, φωλεά τις δι’ ενός υπουργού του Πασχαλίγκου κονσό­λου… αυτός έχει όνομα και μορφήν άλλην αλλά καρδίαν εγωϊστού και τίγρεως. Το σπίτι του είναι ως μία λέσχη, όπου συναθροίζοναι συνεχώς οι προσήλυτοι και εταίροι και συνομιλούν και σχεδιάζουν κινήματα τινά δεικνύουν το πράγμα εναργέστατα ως μίαν εταιρείαν…».

Και σε άλλο σημείο αναφέρει: «Ο Πασχαλίγκος έλαβε πρό τινων ημερών επιστολήν τινά αξιωματι­κών εξ Αγγλίας, ειδοποιητικήν των πιστών του και πολυειδών εκδουλεύσεων. Του προσδιορίζονται εκ της (βασιλικής) Αυλής του δια μισθόν ενιαύσιον δίστηλα χίλια και διακοσίας λίρας στερλίνας δι’ αποζημίωσιν εξόδων του… Λέγει πολλά και μαινόμενος κατά καθεστώτων και κατά της Σ(εβαστής) Κυβερνήσεως…».

Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρει ακόμη ότι «πέντε άνθρωποι διορι­σμένοι από την ενταύθα φωλεάν των εταίρων θέλει υπάγουν τρεις ώρας μακράν της Αγουλινίτσας, εις το χωρίον Ανεμοχώρι, δια να φυλάξουν εκεί και πάρουν εκ του ταχυδρομείου τα γράμματα της Κυβερνήσεως». Και ζητούσε άμεση αποστολή στρατιωτικής ενισχύσεως. Πιστεύει ότι βασικός σκοπός όλων αυτών των ενεργειών του Άγγλου προξένου – σύμφωνα με τις εντολές που έχει πάρει από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του – είναι να πείσει τις ευρωπαϊκές χώρες ότι ο ελληνικός λαός δεν θέλει τον Κυβερνήτη «ως μη φυλάξαντα όσα υπεσχέθη». Γι’ αυτό και σκοπεύουν να «εκδιώξωσι τας αρχάς (τις κρατικές) και να φέρουν την αναρχίαν και των μαχαιροφόρων την επικράτησιν», όπως και στο πρόσφατο παρελθόν[10].

Ο προσωρινός Διοικητής Λεβαδείας και Θηβών Αθανάσιος Λιδωρίκης, σε αναφορά του προς τον Πληρεξούσιο Τοποτηρητή της Κυ­βερνήσεως, στις επαρχίες της Στερεάς Ελλάδος, Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Αράχοβα, στις 7 Σεπτεμβρίου 1829, μεταξύ των άλλων πληροφοριών, που του έδινε για τις μάχες στην Στερεά Ελλάδα του ανέφερε ότι «οι Τούρκοι εις Εύριπον τρέφουν μεγάλας ελπίδας ότι αγγλικά πλοία μέλλουν να τους φέρουν τροφάς και να τους βοηθήσωσι» ποικιλοτρόπως[11].

Σε μακρά καταγραφή, κατά χρονολογική σειρά, των συνωμοτικών γεγονότων, ξένων και Ελλήνων, από τις αστυνομικές αρχές, στις 22 Μαρτίου 1831, ο Β. Μπουντούρης, αναφέρει[12]:

 «Οι κακόβουλοι περι­μένουν ανυπομόνως τον Μιαούλην. Συνήλθαν εις το κατάστημα της Τυπογραφίας (στην ‘Υδρα) και ομίλησαν τι να κάμουν, αν ιδούν τινά ανά­γκην. Εσυμβουλεύθησαν και τους Κουντουριώτας, οίτινες τους ενεθάρ­ρυναν, υποσχόμενοι:

1ον: Ν’ ανοίξουν το θησαυροφυλάκιόν των δια το γενικόν καλόν της Πατρίδος.

2ον: Είπαν εις τους πλοιάχους να μην απελπίζονται ότι έχουν εξωτερικούς βοηθούς (Άγγλους και Γάλλους).

3ον: Προς τον Δώκινς και Ρουάν[13], πέμπουν ανά 15 φύλλα του Απόλ­λωνος- και αυτοί ευχαριστηθέστες υπεσχέθησαν να δώσουν βοήθειαν, εν χρεία και ναυτιλιακά έγγραφα.

4ον: Ότι κατά τας ειδήσεις Μαυρο­κορδάτου και Τρικούπη, τα της Δυτικής Ελλάδος και Αιγαίου Πελά­γους υπάγουν καλά εις τον σκοπόν τους[14].

5ον: Ότι οι αντιπρέσβεις (Dawkins και Rouen) έπιασαν γράμματα του Κυβερνήτου προς την Ρωσίαν, διαλαμβάνοντα ότι προσπαθεί να φέρει τα πράγματα της Ελλάδος εις τον σκοπόν της Ρωσίας και επρόσθετε να μην επικυρώσει την έκτασιν των ορίων της Ελλάδος[15].

6ον: Ότι οι αυτοί αντιπρέσβεις τους υπόσχονται δάνειον διανεμηθησόμενον εις τους αντικυβερνήτας. Και δι’ όλα αυτά κηρύττουν θάνατον (του Κυβερνήτου) αλλ’ ουχί παύσιν της εφημερίδος» (του Απόλλωνος).

Ο ίδιος ο Βασίλειος Μπουντούρης, σε άλλο σημείωμά του στην ίδια αναφορά, γράφει, στις 3 Ιανουαρίου 1830, ότι «το πλοίον του Σ. Μπουντούρη ύψωσε την τρίχρουν σημαίαν (την γαλλική) με κανονιοβολισμούς». Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Γ. Ράδος, στις 22 Δεκεμβρίου 1829, στο ίδιο έγγραφο, αναφέρει ότι «πολλοί ραδιούργοι φλυαρούν ασυστόλως κατά της Κυβερνήσεως. Η περιοδεία τον Γόρδων (του Άγγλου στρατηγού) εις την Πελοπόννησον δίδει υποψίας ταραχής. Η υπόσχεσις του Λη (Georges Lee, Άγγλος πράκτορας) και του Μάσσων δια μερικόν δάνειον (στους αντικυβερνητικούς) αγνοείται εις τι απο­βλέπει». Επίσης ο Ράδος έστελνε στην αστυνομία «ονόματα Άγγλων εχόντων σχέσεις με τους Δεληγιάννηδες, Παπαλεξόπουλον, Σπηλιωτόπουλον κ.λ.π.»[16].

Στις 30 Απριλίου 1831, ο ναύαρχος Κων. Κανάρης, σε επιστολή του προς τον αδελφό του Κυβερνήτη Βιάρο Καποδίστρια, μεταξύ άλλων πληροφοριών για την τραγική κατάσταση της Ελλάδος, γράφει[17]: «… Η πρόοδος του καιρού δίδει αιτίας εμψυχώσεως εις την ραδιουργίαν και τα ποικιλόχρωα χρώματα των ξένων συνοπαδών της[18], δια των οποίων παριστάνουσιν εις τους μωρούς την αθανασίαν, έκαμαν τους ανόητους να λατρεύουν ως ημιθέους τους αρχηγούς της. Κατάσκοποι πληροφορίαι αναφέρουν και περί της αλώσεως του Ιω. Γρηγορακόγκονα· ήδη ούτε και τους πιστούς Σπαρτιάτας, ούτε εις τινα εξ αυτών εμπορεί τινάς να πιστεύσει ή να επιχειρισθεί φιλανθρωπικάς ενεργείας. Όλοι διε­φθαρμένοι (από τους ξένους). Άλλος από τας ανεξαλήπτους καταχρή­σεις τον άλλος από την αλλαγή της τύχης του (εννοεί με τα χρήματα που έλαβε), την οποίαν κολακεύεται να ελπίσει από την ανωμαλίαν και άλλος να πραγματεύεται την Σ. Κυβέρνησιν και να καταχράται το επιχεόμενον εις την αχαριστίαν άφθονον έλεός της, και άλλος άλλως. Δεν μένει πλέον ίχνος ελπίδος δια να θεραπευθεί η πληγή με έμπλαστρα μαλακτικά · αυτά ίσως επαπειλούν εις την γάγκρεναν!»

Ο προσωρινός Διοικητής των επαρχιών Νησίου, Ανδρούσης, Εμπλακίων και Λεονταρίου Σταμάτης Σεραφείμ, σε επιστολή του προς τον Κυβερνήτη, από το Νησί της Καλαμάτας, στις 20 Μαΐου 1829, ανέφερε μεταξύ άλλων[19]: Κατά την περιοδεία που έκανε στις επαρ­χίες που διοικούσε, διεπίστωσε ότι τα πνεύματα των κατοίκων ήταν πολύ ταραγμένα εξαιτίας «λόγων διασπαρέντων… από Ναύπλιον και Τριπολιτσάν… Οι λόγοι αυτοί είναι ότι εκ των συμμαχικών δυνάμεων απεφασίσθη ηγεμών τις δια την διοίκησιν της Ελλάδος εκ των εν Γερ­μανία πριγκίπων, και ότι δια να έλθει δεν μένει παρά να δείξουν κά­ποιον θέλησιν κατά τούτο οι Έλληνες. Τοιούτους λόγους… διεκήρυξεν, ως πληροφορούμαι, εις Τριπολιτζάν ο Άγγλος Γ. Λις… όστις φοβηθείς από ενδεχόμενα εναντίον του των κατοίκων κινήματα έφυγεν δια νυ­κτός εκείθεν, ως γράφει η Δημογεροντία της επαρχίας Τριπολιτζάς».

Ο Καποδίστριας του απάντησε, από το Άργος, στις 7 Ιουλίου 1829, ότι του εστάλθηκε ήδη «εικοσιπενταρχία της εκτελεστικής δυνάμεως από τον προσωρινόν Διοικητήν των Μεσσηνιακών φρουρίων», προκει­μένου να ηρεμήσουν τους κατοίκους της επαρχίας του «από την απάτην εις την οποίαν τους έρριψεν η κακόνοια και η ραδιουργία τινών…»[20].

Ο διοικητής Σταμάτης Σεραφείμ, σε μεταγενέστερη επιστολή του προς την Γραμματείαν της Επικρατείας, από το Νησί, στις 18 Δεκεμ­βρίου 1829, έδινε συγκλονιστικές πληροφορίες για την αναταραχή που επικρατούσε στην επαρχία του, από τις διαδόσεις που διέσπειραν «ραδιούργοι», παρακινούμενοι από ξένους και κυρίως Άγγλους πρά­κτορες[21]:

 «Κατ’ αυτάς ελθόντες τινές από Τριπολιτζάν, ετάραξαν την κοινήν ησυχίαν των πολιτών διασπείραντες… ότι ο Γρίβας εισπήδησεν νυκτός εις Ναύπλιον, με δώδεκα χιλιάδας στρατιώτας, εκυρίευσεν το φρούριον, τα δε μέλη της Κυβερνήσεως και τον Αρχηγόν (τον Κυβερνήτην) επέρασεν εν στόματι μαχαίρας ότι εις το Άργος εσκόρπισεν και επέρασεν εις Σπέτζας και άλλους τοιούτους λόγους, οι οποίοι επροξένησαν τόσην ταραχήν, ώστε ολίγον έλειψεν οι ήσυχοι κάτοικοι των χω­ρίων να απαρατήσουν τας κατοικίας των και να καταφύγουν εις τα όρη…».

Ο έκτακτος επίτροπος Αργολίδος Κων. Ράδος, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτη, από το Ναύπλιο, στις 30 Δεκεμβρίου 1829 [22], του έδινε ακόμη πιο σαφείς πληροφορίες για τις συνωμοτικές ενέργειες των ξένων και κυρίως του Άγγλου στρατηγού Γκόρντων:

 «Διάφοροι ξένοι περιφερόμενοι εις τας διαφόρους επαρχίας τον κράτους και συ­χνά μεταβαίνοντες από Αίγιναν εις Άργος και Ναύπλιον και ενταύθα εις τα εκείσε, κοινολογούν ακαταπαύστως τόσους δημεγερτικούς λόγους και πλαστάς ειδήσεις, ώστε είναι απορίας άξιον, πώς μέχρι τούδε το αποτέλεσμά των δεν διέγειρε τους λαούς εις παντελή απειθαρχίαν διότι σιμά εις τας αποτροπαίους φλυαρίας των κατά των καθεστώτων, ότι είναι παράνομα, κηρύττουν, υπό το πρόσχημα θετικών ειδήσεων εις τας συναναστροφάς των, και δια των ομοφρονούντων των προς απαντάς, ότι η Κυβέρνησίς μας είναι αποδεδοκιμασμένη από τας τρεις συμμάχους δυνάμεις και ότι τούτου ένεκα εδιώρισαν (οι ξένες δυνά­μεις) άλλην αρχήν δια να δώσει και σύνταγμα εις την Ελλάδα, το οποί­ον της αφαίρεσεν η καθεστώτα αρχή και άλλα παρόμοια ανατρεπτικά της ησυχίας κακοβούλως διασπέρνουν και τα οποία, μ’ όλην την αφοσίωσιν των λαών και ευχαρίστησίν των, εις την καθεστώσαν Κυβέρνησιν, κατά φυσικόν λόγον, είναι αδύνατον, αν δεν περισταλεί η τόλμη των μέχρι τέλους, να μη κατασπαραχθεί, η μετά τοσούτους κόπους και ιδρώτας ευτυχής εισαχθείσα πειθαρχία και αρμονία».

Ο Ράδος στη συ­νέχεια αναφέρει τις αντικαποδιστριακές ενέργειες του Άγγλου πρά­κτορα Thomas Gordon, τον οποίον ξένοι συγγραφείς τον χαρακτηρί­ζουν ως θαυμαστή του Metternich και τουρκόφιλο, ο οποίος μαζί με άλλους Άγγλους τον G. Lee, τον Finlay και τον Church, αποτελούσαν τους πιο σημαντικούς πράκτορες της Αγγλίας στην Ελλάδα, και παρακινούσαν τους αντικαποδιστριακούς Έλληνες, που είχαν ιδρύσει το «πατριωτικόν κόμμα», όπως το ονόμαζαν, σε αντιδραστικές ενέργειες εναντίον του Κυβερνήτη[23]:

«Μ’ όλον ότι παρασιωπώ ήδη τα ονόματα των όσοι ανεδέχθησαν το ολέθρων τούτο έργον δια να μας φέρουν εις την φρικτήν ανωμαλίαν, εκ της οποίας μόλις ηρχίσαμεν να ανασάνωμεν πώς, (και εννοεί τα ονό­ματα των Άγγλων πρακτόρων) ημπορεί κανείς να εκλάβει με αδιαφορίαν την εις Πελοπόννησον περιοδείαν του κυρίου Γόρδωνος, και τι εζήτει εις Πάτρας και μάλιστα εις Καλάβρυτα; Διατί όλοι οι τοιούτοι (εννοεί τους Έλληνες) έχουν σχέσεις και συναναστροφάς με τους εγνωσμένους δυσαρέστους; Και διατί οι τελευταίοι, μετά την αντάμωσίν των (με τον Gordon) διασπείρουν μυρίας απευκταίας ψευδολογήσεις; Και τι δηλοί το μερικόν δάνειον, το οποίον εδοκίμασαν να προ­βάλλουν κρυφίως εις μερικούς πολίτας οι κύριοι Λι και Μάσσων, και περί του οποίου εγκαίρως ειδοποιηθεί η Σεβαστή Κυβέρνησις; Αναμφι­βόλως εκ τούτων μόνον δύναται έκαστος να γνωρίσει, ότι υποκρύ­πτουν (οι Άγγλοι) ραδιουργικόν πνεύμα, επισκοπώ να δυνηθούν υπό διάφορα προσχήματα να εφελκύουν ει δυνατόν κόμμα του Έθνους και τελευταίον να ενεργήσουν την σκοπουμένην ανατροπήν των καθεστώ­των, δια να μας καταστήσουν και αύθις έρμαιον και παρανάλωμα της τρομερός αναρχίας…».

Ο πρώην προεστός της Λεβαδείας Νικόλαος Νάκος, σε αναφορά του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια, από το Μεσολόγγι, στις 15 Ια­νουαρίου 1830[24], του έγραφε ποιος ήταν ο λόγος των επωνύμων Ελλή­νων, που ήσαν αντικυβερνητικοί: «… τον πειρασμόν τον έχουσιν εν όσω δεν απολαμβάνουν τα βεζιριέτια[25] τους, δηλαδή τας μακαρίτισας αυ­θαιρέτους εξουσίας των…». Και στη συνέχεια αναφέρεται στην περί­πτωση του Άγγλου Gordon: «Ο κύριος Παύλος Πονσιέρ, όστις έγινε προσήλυτος της ευθυδρομίας μου, αυθόρμητος ελθών μυστικώς μ’ είπεν ότι ο παγκάκιστος Γόρδων και ο Ρόμπινσον, προλαβόντως είχαν γράψει προς τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδος ερεθιστικός επιστολάς, πλήρεις αισχρολογιών και δημηγερσιών δια να μη δεχθούν τον νέο διοργανισμόν, ως αντιβαίνοντα την ελευθερίαν και την λαμπρότη­τα των θυσιών των αλλ’ όπως δύνανται να επιμένουσιν εις τα δίκαιά των και εις τας απαιτήσεις των, διότι εντός ολίγου τα πράγματα λαμβάνουσι μορφήν και ότι μετ’ ολίγον θέλει διαβώσιν ενταύθα (στο Ναύ­πλιο) και συνομιλήσωσιν… Αλλ’ όταν ήκουσαν ότι εδώ βασιλεύει ευνο­μία, ησυχία κ.τ.λ. φαίνεται να ήλλαξαν σχέδιον και ούτω μελετούν να απεράσουν εις Μύτικα και Δραγομέστον, όπου προσκαλέσαντες τους αποδοκιμασμένους αρχηγούς και στρατιώτας», τους παρακινούσαν να «κάμουν και αυτοί τας μυαράς συνδιαλέξεις των».

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 25 Μαρτίου του 1831 ο Ν. Παγκαλάκης, σε επιστολή του, από το Μαραθονήσι της Μάνης, προς τον Κυβερνήτη, του έγραφε ότι από πληροφορίες που του έδωσαν, τις οποίες όμως δεν μπόρεσε να εξα­κριβώσει, η οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων συνέχιζε την συνωμο­σία της [26], «… η φιλαργυρία και η φιλαρχία έκαμε τους μικρούς Μαυρομιχάλας να επιμείνωσι μέχρι τάδε εις τον ολέθριον σκοπόν των… Η εντεύθεν απελπισία των τους ηνάγκασε να προσφύγουν εις το σύνηθες καταφύγιόν των, τη νηπιότητα του εν Λιμένι όχλου και ακολουθούντες τα διαγεγραμμένα ίχνη της περισινής γενικής συνωμοσίας, ύψωσαν τας σημαίας των, διέσπειραν βοηθήματα Άγγλων, χρήματα εκ ζακύνθου, συνενόησιν με την’Υδραν και Σπέτσας και άλλα παρόμοια».

Ο Ιωάννης Μελάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδί­στρια, από την Πάτρα, στις 4 Ιουλίου 1831, μεταξύ άλλων του έγραφε ότι η φοβερή αντικυβερνητική εφημερίδα του Πολυζωίδη «ο Απόλλων, με την ταραχοποιόν του λύραν, ταράττει και τας ενταύθα ακοάς και την λύραν αυτήν την χρεωστούμεν του ενταύθα προξένου της Μ. Βρετανίας. Μολονότι αυτή η βρομολύρα δεν αμφιβάλλω ότι κινείται από εξωτερικούς εχθρούς της Ελλάδος ελπίζω εις την θείαν Πρόνοιαν… να την συντρίψω…».

Ο Δ. Χοϊδάς, σε επιστολή του προς τον Αυγουστίνο Καποδίστρια 27], από την Τρίπολη, στις 10 Αυγούστου 1831, ανάμεσα σε πολλές άλλες σημαντικές πληροφορίες για την τραγική κατάσταση που επικρατούσε σε όλη τη χώρα, του έγραφε ότι οι Υδραίοι έλεγαν ότι «την φρεγάδαν (Ελλάς)[28] την έκαυσαν δι ‘ αδείας του πρέσβεως της Αγγλίας, όστις τους υπεσχέθη ότι τους δίδει άλλην» και η αστυνομία του Ναυπλίου είχε πλη­ροφορίες «ότι οι δύο πρέσβεις (Αγγλίας και Γαλλίας) έλαβαν μέρος με τους Υδραίους και ότι έγραψαν εις τον Ρίκορδ[29] να παύσει από τας κατ’ αυτών εχθροπραξίας του έως ότου να έλθει ο παρά των τριών δυνάμεων απεστελλόμενος πληρεξούσιος, όστις είναι ο ναύαρχος Άγγλος, της μοί­ρας τον Αιγαίον πελάγους…». Και πρόσθετε ότι στην ‘Υδρα είχαν κα­ταφθάσει «δύο πλοία γαλλικόν και αγγλικόν… και οι δύο ναύαρχοι (ο Άγγλος και ο Γάλλος) με τρόπον προσφέρουσι βοηθήματα εις την Ύδραν και τους λέγουσι να επιμένουν εις τον σκοπόν των και να μη φοβώνται διόλου, διότι επιτυγχάνουσι το ποθούμενον…»29α.

Ιωάννης Καποδίστριας, πίνακας του Σερ Thomas Lawrence (1769-1830). Ο πίνακας φιλοτεχνήθηκε στη Βιέννη, ανήκει στη Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ Β΄ και είναι εκτεθειμένος στον Πύργο του Windsor στην αίθουσα του Βατερλώ.

Ο διοικητής του Πόρου, σε αναφορά του προς τον Κυβερνήτην, της 22 Ιουλίου 1831, τον πληροφορούσε για την κατάσταση που επικρα­τούσε στο νησί, από τις ενέργειες του Μιαούλη, για την ετοιμαζομένη ανατίναξη των ελληνικών πολεμικών πλοίων και κυρίως της ναυαρχίδος «Ελλάς»[30]. Ο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορδ προσπάθησε ματαίως να πείσει τον Μιαούλη να μην ανατινάξει το ιστορικό δίκροτο[31]. Και πρό­σθετε: «Ο Μιαούλης συνέρχεται συνεχώς μετά των προκρίτων του Πό­ρου και τους διδάσκει εις την γλώσσαν των. Κηρύττεται δε αναφανδόν ότι αι δύο άλλαι δυνάμεις – Αγγλία, Γαλλία – υπερασπίζονται τους επαναστάτας και η Κυβέρνησις κοπιάζει εις μάτην με τους Ρώσους». Ο Λάζαρος Κουντουριώτης, σε επιστολή του προς τους αντικαποδιστριακούς Ν. Γκίκα και Χ. Μέξη – τον Ιούλιον 1831, χωρίς ημερομη­νία – τους έγραφε ότι οι δυο αντιπρέσβεις της Αγγλίας και της Γαλλίας «εδέχθησαν τον αδελφόν του (Γεώργιον) και τους λοιπούς (αντικαποδιστριακούς) με φιλικά αισθήματα και εδικαίωσαν τα εύλογα ζητήμα­τά των… Η Κυβέρνησις εδυσαρεστήθη και εσκληρύνθη έτι μάλλον από τας προς αυτούς δεξιώσεις των αντιπρέσβεων, των υπερασπιστών τον Απόλλωνος…»[32].

 Ο Λεόντιος Καμπάνης, σε επιστολή του προς τον πρόεδρον του Ορφανοτροφείου, από την Αίγινα στις 31 Ιουλίου 1831, του έγραφε ότι όταν πήγε στη Σύρο [33], ο Αμβρόσιος Σκαραμαγκάς τον «προσκάλε­σε κατ’ ιδίαν και του είπεν ότι ο Κυβερνήτης είναι πεσμένος εντός του μηνός… και ότι και αν ακόμη δεν τον βλέπεις πεσμένον, ημείς εκλέγομε ιδικούς μας πληρεξουσίους και εις την πρώτην σννεδρίασιν της Συνε­λεύσεως πίπτει… Ο Λεοπόλδος όστις δεν εδέχθη τον θρόνον του Βελγί­ου θέλει έλθει εις την Ελλάδα και έως ου φθάσει, οι πρέσβεις των Δυνά­μεων (Αγγλίας-Γαλλίας) οίτινες επρότρεψαν τούτο το κίνημα θα λά­βουν τας ηνίας της Κυβερνήσεως εωσού φθάσει ο Λεοπόλδος!… Οι Υδραίοι χωρίς την σύμπραξίν των δεν ήθελαν κινηθεί…».

Ο αστυνόμος Αίγινας Γ. Φωτόπουλος, στις 4 Αυγούστου 1831, γρά­φει στον Κυβερνήτη, ότι αμέσως μετά την ανατίναξη των πολεμικών πλοίων από τον Μιαούλη στον Πόρο «υπήγαν έξω της Ύδρας δύο φρεγάται, αγγλική και γαλλική και εν βρίκιον και υπήγαν εις αυτάς οι πρό­κριτοι (της Ύδρας) και εκ των Ψαριανών ο Ν. Αποστόλου και Μοναρχίδης, ο Κοντόσταυλος και οι Ποριώτες και έμειναν μέσα πολλήν ώρα…».

Στις 5 Αυγούστου 1831, ο Θεόδωρος Ξένος, γράφει από τη Σύρο ότι «οι Υδραίοι έλαβαν αρκετάς ώρας συνδιάλεξιν εις Πόρον με τους ναυ­άρχους Άγγλον και Γάλλον…».

Στις 8 Αυγούστου 1831, ο Διοικητής Τήνου προς τον Κυβερνήτην, του έγραφε ότι μόλις έφθασε στο λιμάνι του νησιού ένα υδραίικο πλοίο οι αντιπρόξενοι της Αγγλίας, Γαλλίας και Ολλανδίας το χαιρέ­τισαν «δια της υψώσεως της σημαίας των, την οποίαν είχον υψωμένην μέχρις εσπέρας…». Πρόσθετε δε ότι είχε ακριβείς πληροφορίες «πως οι αντιπρόξενοι ούτοι συνήργουν όσα μυστικώς ηδύναντο, εις το να πείθωσι τον λαόν ότι το κίνημα των Υδραίων είναι ενεργούμενον δι ‘ άλ­λον δακτύλον…»[34].

Οι μαρτυρίες για την συνενοχή και των Άγγλων – εκτός από τους Γάλλους – δεν τελειώνουν εδώ. Αυτές που αναφέρθηκαν, όλες από τις ανέκδοτες πρωτογενείς πηγές, είναι τόσο σαφείς και κατηγορηματι­κές, ώστε δεν αφήνουν κενά και αμφιβολίες. Σαν επίλογο και επισφράγισμα, σε όσα αναφέρθηκαν καταγράφω μια επιγραμματική φράση του Λεοπόλδου, όπου κατηγορηματικά δήλωσε γιατί δεν αποδέχθηκε τον θρόνο της Ελλάδος. Όταν το 1863 ο νεοεκλεγμένος βασιλιάς της Ελλάδος Γεώργιος ταξίδευε για την Ελλάδα σταμάτησε στις Βρυξέλλες και επισκέφθηκε τον Λεοπόλδο. Ο Λεοπόλδος αποτεινόμενος στους Έλληνες, που αποτελούσαν τη συ­νοδεία του νέου βασιλέως, τους είπε: «Μία των κυριωτέρων αιτιών, δια τας οποίας απεποιήθην το στέμμα της Ελλάδος ήτο η πεποίθησίς μου ότι δεν θα ημπορούσα να πράξω ό,τι σκεπτόμουν αγαθόν εις τον τόπον σας… Η Αγγλία τότε δεν είχε απολύτως καμμίαν αγαθήν προαίρεσιν δια την Ελλάδα. Ακριβώς η τοιαύτη της Αγγλίας δυσμένεια με ηνάγκασε να αποποιηθώ της Ελλάδος»[35]!!!

 

 Ελένη Ε. Κούκου

Ομ. Καθηγήτρια του Εθνικού & Καποδιστριακού

Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London, 1828-1831, Thessaloniki 1970, o. 195 κ.ε.

[2] ΓΑΚ, Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. Δ. 58, Ελληνική μετάφραση βλ. και στον «Παρνασσό», τ. Ζ’ (1883), σ. 686.

[3] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Καποδιστριακά, φάκ. ΚΔ 58.

[4] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[5] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 148, αριθ. 2255.

[6] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[7] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[8] Στον ίδιο φάκελο του ΓΑΚ, ό.π.

[9] ΓΑΚ, στον ίδιο φάκελο αριθ. 95, ό.π.

[10] Βλ. και ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95 και 93 και άλλες αναφορές για το ίδιο θέμα του Π. Αναγνωστοπούλου, στις 3 και 6 Σεπτεμβρίου 1830, στις 9 Απριλίου 1831 κ.ά.

[11] ΓΑΚ, Αρχείον Βλαχογιάννη, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 118.

[12] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι, φάκ. 97.

[13] Ο Άγγλος και ο Γάλλος αντιπρέσβεις.

[14] Εννοούσε τις κατά του Κυβερνήτου ενέργειές τους.

[15] Επειδή Αγγλία και Γαλλία ήθελαν να περιορίσουν την Ελλάδα, ως τον Ισθμό της Κορίνθου.

[16] Δυστυχώς δεν βρέθηκε αυτό το έγγραφο.

[17] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 221.

[18] Εννοεί τους Άγγλους και Γάλλους, όπως αναφέρει σε άλλο έγγραφο.

[19] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 202.

[20] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 208. Σκόπιμα δεν αναφέρει ποιοι ήταν οι ραδιούργοι», που τους γνώριζε όμως πολύ καλά, όπως ο ίδιος γράφει σε πολλές άλλες επιστολές του.

[21] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228.

[22] ΓΑΚ, Γενική Γραμματεία, φάκ. 228, αριθ. εγγράφου 4421.

[23] D. Fleming, John Capodistrias and the Conference of London 1828-1831, Thessaloniki 1970, α 82 κ.ε’. – Douglas Dakin, British and American Philhellenes during the War of Greek independence, 1823-1833, Thessaloniki 1955, σ. 188 κ.ε’. – Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, 4, μέρος 1, σ. 127 κ.έ., έκδ. Κ. Διαμαντή.

[24] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 16Α.

[25] Τα προνόμια του βεζίρη.

[26] ΓΑΚ, Έκτακτοι Επίτροποι – Γενικοί Διοικηταί, φάκ. 95.

[27] ΓΑΚ, Πληρεξούσιοι Τοποτηρηταί, φάκ. 19.

[28] Η ναυαρχίδα του ελληνικού στόλου, που ανατίναξε στον Πόρο ο Μιαούλης.

[29] Τον Ρώσο ναύαρχο.

[29]α Τη δολοφονία του Καποδίστρια.

[30] ΓΑΚ, Ιστορικό Αρχείο Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[31] Η ανατίναξη των πλοίων έγινε την 1η Αυγούστου 1831.

[32], 33 Όλες αυτές οι επιστολές στον ίδιο «φάκελο Α’ Περί των εξ Ύδρας κινημάτων», ΓΑΚ, Ιστορικόν Αρχείον Βλαχογιάννη, φάκ. 222.

[34] Στον ίδιο φάκελλο των ΓΑΚ.

[35] «Εθνικόν Ημερολόγιον», 1869, σ. 254 σημ. του Μαρίνου Π. Βρετού.

  

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

 

 

Σχετικά θέματα:

  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »