Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο (1791 – 1878)[*]


  

Το πιο κάτω κείμενο, που αφορά στην έκδοση του «Αργολικού Ιστορικού Αρχείου» από το Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός», αποτελεί περίληψη ομιλίας του Τάσου Γριτσόπουλου που εκφωνήθηκε στην αίθουσα του «Δαναού» την 3η Μαΐου 1994.

  

Μέσα από τούς κόλπους του «Δαναού» ένας τόμος Αργολικός φύτρωσε με πολύτιμη Αργολική και άλλη ιστορική ύλη. Και περιλαμβάνει αυτός ο τόμος έντυπη την αρχειακή συλλογή, που φιλοξενεί, διασφαλίζει και συντηρεί ως ιερό θησαύρισμα ο «Δαναός» στις αρχειοθήκες του με την επωνυμία «Αρχείον Τσόκρη» και «Ιστορικόν Αρχείον Άργους».

Από το 1951 στην κατοχή του «Δαναού» βρίσκεται το προσωπικό αρχείο του στρατηγού Δημητρίου Τσόκρη. Μαζί με δύο άλλες μικρές συλλογές (απαρτίζουν συνολικά περίπου 600 έγγραφα). Αυτά περιέχονται σ’ αυτόν τον Τόμο, που τιτλοφορήθηκε «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον». Ταξινομημένο λοιπόν το «Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον» του τόμου έχει υποδιαιρεθεί σ’ επί μέρους ενότητες.

Πρώτη είναι η ενότητα με το κυρίως προσωπι­κό αρχείο Τσόκρη.

Δεύτερη είναι ένα τμήμα από το προσωπικό αρχείο Νικη­ταρά.

Χ ω ρ ι σ τ ή κατάταξη έχουν άλλα δημόσια έγγραφα, που συμπληρώνονται με ιδιωτικά και μετεπαναστατικά έγγραφα.

Σε γενική θεώρηση πρόκειται για πολύτιμη ιστορική ύλη, για μία νέα πηγή για την μελέτη της Ελληνικής Επαναστά­σεως ως προς το Άργος, την περιοικίδα, τα πρόσωπα και γενικότερα την Παλιγγε­νεσία, όσον εν μέρει και για την μετεπαναστατική περίοδο.

Δημήτριος Τσόκρης

Δημήτριος Τσόκρης

Από το προσωπικό του αρχείο ο Αργείος οπλαρχηγός Δημήτριος Τσόκρης αναδύεται ατόφιος, όπως και ο Νικηταράς περίπου από το τμήμα του δικού του. Δύο στρατιωτικές μορφές αναγνωρισμένες και καταξιωμένες. Πολιτικά και στρατιωτικά πρόσωπα παρελαύνουν από τα εκδιδόμενα έγγραφα πάσης φύσεως. Κουντουριώτης, Λόντος, Ζαΐμης, Δεληγιάννης, Μαυροκορδάτος, Βρεσθένης Θεοδώρητος, Πλαπούτας, Γρηγόριος Δικαίος, Τομαράς, Γιατράκος, Κάββας, Χαραλάμπης, Θεόδωρος, Πάνος και Γενναίος Κολοκοτρωναίοι.

Του Θοδωράκη τα γράμματα περικλείουν μεί­ζον ενδιαφέρον. «Παιδί μου Τσόκρη», είναι η προσφώνησή του. Ο μελετητής θα βρει ποικίλου χαρακτήρα θέματα και ζητήματα σ’ αυτά τα γράμματα σε τόνους συναισθηματικούς, στρατιωτικούς, πατριωτικούς, για το κάθε τι, για τα στρατιωτικά, τα πολιτικά, τα παραστρατιωτικά πράγματα, για τις θέσεις που έπαιρνε ο γενικός Αρχηγός κάθε φορά επάνω σ’ αυτά. Σ’ ένα του γράμμα ο Θοδωράκης συνιστούσε στον Τσόκρη να συμπαρασταθεί στους αδελφούς Περούκα, γιατί δανειστές τους προσ­παθούσαν να σφετερισθούν κτήματά τους μ’ εντολή της Κυβερνήσεως το 1832.

Μνημείο χαρακτηρίζεται μία επιστολή από το Κάτω Μπέλεσι, του παπα-Αναστάση, με ημερομηνία 2 Μαρτίου 1824 προς τον Τσόκρη. Είμεθα δικοί σου, πρόθυμοι όλοι να θυσιασθούμε για το χατίρι σου, του έγραφε. Αλλά παρακαλούσαν «όσον δεν είναι αναμμένο το ντουφέκι, να τους απαρατήσουν». Και προσέθεταν ότι «ικετεύουν τον Κύριον να μην ανοίξη το ντουφέκι αδέλφια προς αδέλφια», αν όμως γίνει το «θέλημα του διαβόλου», μόλις ειδοποιηθούν μ’ ένα πουλάκι, φθάνουν αμέσως. Πρόκειται για τον δεύτερο εμφύλιο πόλεμο και ο Τσόκρης που ανήκε στο Κολοκοτρωνικό στρατό­πεδο δεν είχε διαφορετική πολιτική.

Παρουσιάζοντας με σύντομα λόγια το περιεχόμενο του Τόμου θα διατυπώσω εκ προοιμίου ορισμένες πληροφοριακές παρατηρήσεις για μια ωχρά ενημέρωση της Αργειακής κοινωνίας.

Νικήτας, επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Πρώτον. Τα έγγραφα είναι όλα σχεδόν πρωτότυπα. Ενδιαφέρουν την Παλιγ­γενεσία κατά κύριο λόγο καθ’ εαυτά, όχι με αναφορά σε διαδοχική σειρά γεγονό­των σ’ εξέλιξη, ώστε να παρακολουθεί κανείς την αλληλουχία τους. Επομένως σπα­νίως υπάρχει κάποια σύνδεση των περιστατικών, στα οποία αναφέρονται τα έγγραφα.

Δεύτερον. Κάθε έγγραφο κάποια είδηση περιέχει, σχετική προς τα πολιτικά, στρατιωτικά, παραστρατιωτικά πράγματα του πολέμου. Επομένως απεικονίζονται πτυχές του απελευθερωτικού Αγώνος και των χρόνων που ακολούθησαν. Κατά το πλείστον, οι άσχετες μεταξύ των χρονικώς, τοπικώς, ως προς τα πρόσωπα και τα πράγματα ειδήσεις των εγγράφων ασφαλώς είναι χρήσιμες και στον ερευνητή από­κειται δια συνδυασμού να τις συσχετίσει προς τα πράγματα και τα πρόσωπα και προ πάντων να τις εντάξει στην βραδέως διαμορφούμενη κρατική μηχανή του εξερχόμε­νου από την δουλεία Έθνους.

Τρίτον. Αν ο μελετητής του Αρχείου δεν βρει εντελώς άγνωστα επεισόδια του διεξαγομένου πολέμου, θα βρει κάποιες λεπτομέρειες πολύ χρήσιμες για την κατανόηση της δράσεως των προσώπων σε διάφορες περιπτώσεις, σε συσχετισμό μάλιστα με τα τοπικά πράγματα, με τις δυσκολίες του πολέμου και την αντιμετώπιση των δυσκολιών.

Τέταρτον. Υπάρχουν δευτερεύοντα στοιχεία στα έγγραφα. Είναι, ας πούμε, παραστρατιωτικά, έχουν χαρακτήρα αστυνομικό. Στα δευτερεύοντα αυτά στοιχεία εν πολλοίς κρύπτεται ο παλαιός άνθρωπος της δουλείας που δεν απέβαλε ακόμη την αστάθεια της αποιχομένης καταστάσεως. Παρά την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τον πλησίον και το πιεστικό δίκαιο, προσπαθεί να προσαρμοσθεί στην νέα κατάσταση. Για την μελέτη της νέας μορφής της κοινωνίας, όπως τείνει να σχηματοποιηθεί κάτω από την κλαγγή των όπλων μέσα στην μεταβατική περίοδο της εθνικής ζωής, τα προσφερόμενα αυτά στοιχεία, τα δευτερεύοντα, είναι πολύτιμα.

 

Αργολικό Ιστορικό Αρχείο

 

Ήδη είναι ανάγκη να αναφέρω ότι το τμήμα του εκδιδομένου Αρχείου που φέρει τον τίτλο «Κυβερνητικά Έγγραφα» δεν έχει καμία σχέση με την συλλογή Τσόκρη, δηλ. με τα προσωπικά του έγγραφα. Αυτά τα έγγραφα του τμήματος μεταξύ των ετών 1823-1825 απευθύνονται προς το Βουλευτικό, το Εκτελεστικό, το Υπουργείο Πολέμου από διάφορα άτομα ή υπηρεσίες, και προσωπικά προς τον Αλ.
Μαυροκορδάτο, όχι όμως για προσωπικά του ζητήματα αλλά της Κυβερνήσεως, αφού ήταν Γεν. Γραμματεύς του Εκτελεστικού. Τα θιγόμενα θέματα είναι εντελώς άσχετα προς τον Τσόκρη και την περιοχή του, είναι σαφώς δημόσια έγγραφα, που οπωσδήποτε περιέχουν ειδήσεις και αυτές αναλύονται στην Εισαγωγή του Τόμου, πλην όμως προκαλούν ενδιαφέρον για τον ερευνητή.

Σ’ ένα έγγραφο απ’ αυτά, στις 17 Οκτωβρίου ο Έπαρχος Μυκόνου και Σύρας απευθύνεται στο Εκτελεστικό και του συνιστά τον παρουσιαζόμενο Γάλλο Φιλέλληνα Αλέξανδρο Jacgerschmid (Τζακγκερσμίντ), προερχόμενον από την Μασσαλία, για να ταχθεί «εις δούλευσιν της πατρίδος μας». Κακογραμμένο το όνομα του Γάλλου φιλέλληνα δεν διαβαζόταν καλά. Οι εκδότες του Τόμου δια της κ. Ιλεάνας Κ. Κοτσώνη απευθύνθηκαν στον Γάλλο καθηγητή της κ. Roger Milliex και αυτός μέσω του Γάλλου γραφολόγου καθηγητού Hugues Jean de Dianoux μας έδωκε από το Παρίσι την σωστή ανάγνωση του ονόμα­τος του Alex Jacgerschmid και την πληροφορία ότι αυτός ο ίδιος εξέδωσε το 1829 στο Παρίσι το ταξιδιωτικό βιβλίο «Athènes et Constantinople», με απόψεις και διαγράμ­ματα των σημαντικότερων πόλεων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και με έγγραφα που συνελέγησαν επί τόπου κατά τα έτη 1825-1828.

Άλλα δύο έγγραφα άσχετα και προς την Αργολίδα και τον Τσόκρη και τον Αγώνα, περιέχονται στον τόμο. Μάλιστα είναι τα παλαιότερα του όλου εκδιδομένου Αρχείου και ανήκουν στην πρώτη δέσμη της συλλογής «Δαναού». Εξ αυτών το ένα είναι γραμμένο σε παλαιά σλαβωνική δυσκολομετάφραστη γλώσσα. Λοιπόν κατά το σωτήριο έτος 1791 οι δημογέροντες της Πέτσας (Σπετσών) βεβαιώνουν ότι ήταν συνεταιρισμένοι καραβοκύρηδες ο Ανάργυρος Παύλου και ο Αναστάσης Μπούφας. Ο δεύτερος ήταν χρεωμένος στην οικογένεια Μαυρογένη και η Υψηλή Πύλη έσπευσε να κατασχέσει το μερίδιο Μπούφα μόλις ο Μαυρογένης καταδικάστηκε σε θάνατο και η περιουσία του εδημεύθη. Και το ρωσικό έγγραφο στηρίζεται σε μαρτυρίες επισήμων Τούρκων για να βεβαιώσει πώς ο Αναστάσης Μπούφας, κάτοικος Ύδρας, χρωστούσε στον Μαυρογένη 6.500 πιάστρα και για να εισπραχθούν αυτά από το δημόσιο της Τουρκίας πουλήθηκε το μερίδιό του από το μαζικό σκάφος Παύλου – Μπούφα. Αναδύεται από τα έγγραφα αυτά ο Νικόλαος Μαυρογένης. Ήταν δραγομάνος του Στόλου κατά τα έτη 1770-1786. Φίλος του Kαπουδάν – πασά Χασάν πασά Τζεζαερλή, τον ακολούθησε στην Πελοπόννησο κατά την επιχείρηση εναντίον των Αλβανών μετά τα Ορλωφικά.

Τον Ιούλιο 1779 αναφέρεται ότι είχαν προσορμισθεί στους Μύλους του Άργους και συνεννοούντο με τους Κλέφτες για συνεργασία εναν­τίον των Αλβανών. Αυτός συνέβαλε στην συνεργασία των. Έδωκαν εμπιστοσύνη οι Κλέφτες στον Τούρκο ναύαρχο και συνέπραξαν στην εξόντωση των Αλβανών, για να ησυχάσει ο τόπος, χάρις στην μεσολάβηση του δραγομάνου Μαυρογένη[1]. Αλλ’ ο Μαυρογένης κατόρθωσε να σχετισθεί και πιο πέρα με τα Πελοποννησιακά πράγματα.

Πρώτον ρυθμίζοντας διαμάχη των Μανιατών μπέηδων Κουτήφαρη και Τρουπάκη· από τον καταδικασμένο σε θάνατο Κουτήφαρη έλαβε χρεωστική ομολογία και ανέλαβε αυτός να πληρώσει στην τουρκική εξουσία το προϊόν της δημευθείσης πε­ριουσίας του καταδικασθέντος μπέη, παίρνοντας σ’ αντάλλαγμα μέγα μέρος της περιουσίας του [2].

Δεύτερον ο Μαυρογένης συνέβαλε στην εφαρμογή του τουρκικού σχεδίου για την πλήρη υποταγή της Πελοποννήσου και μέσα στο σχέδιο αυτό ήταν η εξόντωση του Κωσταντή Κολοκοτρώνη και του Παναγιώταρου στον Πύργο του τελευταίου στην Καστανιά της Μάνης [3]. Στα πολύτιμα Απομνημονεύματα του Θ. Κολοκοτρώνη αναφέρονται τα εξής: «Τους 1780 εκατέβη ο καπετάνμπεης κ’ εχάλασε τον πατέρα μου και τον Παναγιώταρο Βενετσανάκη· ήλθεν η αρμάδα εις το Μαραθο­νήσι…, ο Παναγιώταρος επροσκάλεσε βοήθεια από τους Μανιάτες και υποσχέθηκαν να πάνε και ο δραγουμάνος Μαυρογένης ως Έλλην και τεχνίτης έκαμε τον Μιχάλη Τρουπάκη μπέη και δια να τον κάμη μπέη αλικότισε (=εμπόδισε) την βοήθεια και επήρε το κάστρο»[4].

Ο δραγομάνος του Στόλου Ν. Μαυρογένης το 1786 εξελέγη ηγεμών Βλαχίας. Διάδοχός του δραγομάνος του Στόλου έγινε ο ανεψιός του Στ. Μαυρογένης. Ομολο­γουμένως η προσφορά των Φαναριωτών προς το υπόδουλο Έθνος υπήρξε σημαντι­κή, όχι παραπάνω από την υπηρεσία τους προ τον κατακτητή. Αλλά το τίμημα για όσους ανήρχοντο στ’ ανώτατα αξιώματα ήταν βαρύ. Συχνά πλήρωσαν με την ζωή τους. Την 8 Ιουλίου 1790 ο Ν. Μαυρογένης έχασε τον ηγεμονικό θρόνο. Την 1 Οκτωβρίου του ιδίου έτους αποκεφαλίστηκε και η περιουσία του εδημεύθη [5]. Έτσι ο Υδραίος πλοιοκτήτης Μπούφας έχασε το μερίδιό του από το συνεταιρικό καΐκι με τον Παύλο. Το τουρκικό δημόσιο φρόντισε να εισπράξει το χρέος του προς τον Μαυρογένη. Τα δύο έγγραφα του Αργειακού Αρχείου (άγνωστο πώς κατέληξαν στον «Δα­ναό») μας υποχρέωσαν ν’ ανασκαλέψουμε τις σχέσεις των Μαυρογένηδων με την Πελοπόννησο. Προφανές είναι, ότι τα στοιχεία αυτά είναι χρήσιμα για την έρευνα.

Προσπάθησα, όσο μπορούσα συντομότερα, να δώσω μία ωχρά εικόνα του περιεχομένου – και της αξίας – του ογκώδους αυτού Τόμου, τον οποίον εξέδωσε ο «Δαναός» και παρουσιάζει κατά τον εορτασμό της Εκατονταετηρίδας του. Δύο στελέχη της Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπουδών (ο Πρόεδρος και ο Γεν. Γραμματεύς) τον προσωπικό τους μόχθο για την έκδοση του Τόμου από του βήματος τούτου καταθέ­τουν, προς τιμή και δόξα του γεραρού «Δαναού».

ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994.

 

 Υποσημειώσεις


* Σύλλογος Αργείων «Ο ΔΑΝΑΟΣ». Έτος Εκατονταετηρίδας (1894-1994). ΑΡΓΟΛΙΚΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΝ ΑΡΧΕΙΟΝ 1791-1878, έκδοση μ’ ευθύνη Τάσου Αθ. Γριτσόπουλου – Κων. Λ. Κοτσώνη, Αθήναι 1994, σσ. 567 (ανατύπωσις από τον τ. Κ’ (1992-93) των «Πελοποννησιακών»).

1 Π. Κοντογιάννη, Oι Έλληνες κατά τον πρώτον επί Αικατερίνης Β’ Ρωσο-τουρκικόν πόλεμον, εν Αθήναις 1903, σ.σ. 431- 432.

2 Τ. ΑΘ. Γριτσοπούλου, Τα Ορλωφικά, εν Αθήναις 1967, σσ. 170-171.

3 Αυτόθι, σσ. 171-172.

4 Θ. Κολοκοτρώνη, Διήγησις συμβάντων, επανέκδ. Εταιρείας Πελοποννησιακών Σπου­δών, Αθήναι 1981, σσ. 6-7.

5 Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 105 κέξ.

 

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.

  

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Η γέννηση του Ιησού – «Βρέφος Κείμενον εν Φάτνη»


 

Οι αρχαιότερες και πλέον αξιόπιστες πηγές που έχει στη διάθεσή της η έρευνα του βίου του Ιησού είναι αναμφισβήτητα τα Ευαγγέλια. Τα σχετικά με τη σύλληψη και γέννηση του θείου βρέφους διασώζονται σε δύο διηγήσεις, που περιέχονται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου (1:18-2:23) και του Λου­κά (1:26-56 και 2:1-40). Οι δυο εκδοχές συμφωνούν σε πολλά σημεία, ωστόσο δεν λείπουν και οι διαφορές, οι οποίες δεν περιορίζονται στην παρουσίαση των γεγονότων, αλλά επεκτείνονται και στον τρόπο με τον οποίο ο Ματθαίος και ο Λουκάς συσχετίζουν τη γέννηση του Ιησού με την ευρύτερη ιουδαϊκή παράδοση. Οι διαφοροποιήσεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως αποτέλεσμα της εκά­στοτε ιστορικής συγκυρίας και των διαφορετικών ποιμαντικών προτεραιοτήτων που καλούνταν να εξυπηρετήσει καθένα από τα ευαγγελικά κείμενα.

Ο Απόστολος και Ευαγγελιστής Ματθαίος.

Από μια πληθώρα προφορικών και γραπτών παραδόσεων περί του Ιησού που είχε στη διάθεσή του, ο κάθε συγγραφέας αξιοποίησε τα σημεία εκείνα που ανταποκρίνονταν στους σκοπούς της συγγραφής και στις εθνικές ή πνευματικές ιδιαιτερότητες των παραληπτών του κειμένου.[1] Παρά τις διαφορές, όμως, είναι προφανές πως οι συγγραφείς χρησιμοποιούν τις διηγήσεις της γεννήσεως προκειμένου να εντάξουν τον Ιησού στην ιστορία της σωτηρίας.

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενικώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.

Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεννήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρήσει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».

Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

 

Η Παναγία και το Θείο Βρέφος με την Αγία Μαρτίνα και την Αγία Αγνή (1-597-99). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Ουάσινγκτον, Εθνική Πινακοθήκη.

 

Σχετικά με το έτερο χρονολογικό στοιχείο που παρέχει το Ευαγγέλιο του Λουκά, τη ρωμαϊκή απογραφή, τα πράγματα είναι ακόμη πιο ασαφή. Ο ιερός συγγραφέας την αποδίδει σε απόφαση του Καίσαρα Αυγούστου (27 π.Χ,- 14 μ.Χ.)· επίσης, συνδέει τη διενέργειά της με τον έξαρχο της Συ­ρίας Κυρήνιο. Ωστόσο, η σύγχρονη έρευνα είναι σε θέση να γνωρίζει ότι στο διάστημα εντός του οποίου υπολογίζεται η γέννηση (6 – 4 π.Χ.) έξαρχοι στη Συρία ήταν αρχικά ο Σέντιος Σατουρνίνος και κατόπιν ο Κουιντίλιος Βάρος, ο οποίος βρισκόταν εν ενεργεία όταν πέθανε ο Ηρώδης ο Μέγας. Ο Κυρήνιος, που αναφέρει ο Λουκάς, ηγεμόνευε στη Συρία κατά την εποχή του θανάτου του Αρχέλαου, γιου και διαδόχου του Ηρώδη, το 6 μ.Χ., και ήταν πράγματι υπεύθυνος για τη διεξαγωγή απογραφής, προκειμένου να επανακαθοριστούν τα ποσά των φόρων.

Ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Μικρογραφία βυζαντινού χειρογράφου.

Επομένως, η απογραφή που υποτίθεται πως ανάγκασε τον Ιωσήφ να μεταβεί με την έγκυο Μαρία στη Βηθλεέμ έγινε, στην πραγματικότητα, περίπου μια δεκαετία αργότερα.[2] Πρόκειται, άραγε, για σύγχυση του έτους της απογραφής με το έτος θανάτου του Ηρώδη, στην οποία περιπίπτει ο Λουκάς παρασυρόμενος από τις πηγές του; Ή μήπως το όλο σκηνικό της απογραφής είναι ένα συνειδητό τέχνασμα του συγγραφέα, στην προ­σπάθειά του να διασυνδεθεί τον γνωστό σε όλους ως «Ναζωραίο», Ιησού, με την πόλη του Δαβίδ, προσδίδοντάς του μεσσιανικό κύρος; Δεν είναι εύκολο να απαντήσει κανείς.

Όμως, η χρονολογική τοποθέτηση δεν είναι το μοναδικό ανακριβές στοιχείο σχετικά με την απογραφή του Κυρηνίου. Η τελευταία αφορούσε τους κατοίκους της Ιουδαίας, της Σαμάρειας και της Ιδουμαίας και όχι της Γαλιλαίας, επομένως δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σ’ αυτήν ο Ιωσήφ, που κατοικούσε στη Ναζαρέτ. Ακόμη περισσότερο, η απογραφή αυτή (όπως, άλλωστε, οι περισσότερες απογραφές της αρχαιότητας) είχε σκοπό να συνδέσει τους υπηκόους της αυτοκρατορίας με τη γη τους, ώστε να καταγραφούν επακριβώς οι γαιοκτησίες και να υπολογιστούν οι φόροι. Το σύνηθες, επομένως, ήταν να μετακινούνται οι απογραφείς και όχι οι φορολογούμενοι.[3]

Όλα αυτά εισάγουν στο γενικότερο προβληματισμό αναφορικά με την ιστορική ακρίβεια των συνδεόμενων με τη γέννηση περιστατικών. Ο Λουκάς την τοποθετεί σ’ ένα ποιμενικό σκηνικό, περιγράφοντάς την ουράνια όραση των βοσκών της περιοχής, που τους μετέτρεψε σε πρώτους κήρυκες της ενανθρώπισης (Λκ. 2:13-20). Το σκηνικό του Κα­τά Ματθαίον είναι συνθετότερο. Αναφέρει ότι αμέσως μετά τη γέννηση, «μάγοι από ανατολών» επισκέφθηκαν την Ιερουσαλήμ, εκφράζοντας την επιθυμία να προσκυνήσουν τον αρτιγέννητο βασιλιά (Μτ. 2:1-2). Το γεγονός ότι σοφοί άνδρες από την Ανατολή (πιθανότατα Πέρσες ιερείς του ζωροαστρισμού) υπεβλήθησαν στον κόπο ενός μακρινού ταξιδιού προκειμένου να προσκυνήσουν ένα ταπεινό «παιδίον» (Μτ. 2:11), χαρίζοντάς του, μάλιστα, πολύτιμα δώρα, είναι από μόνο του εντυπωσιακό και αναδεικνύει τη σπουδαιότητα της γέννησης.

 

«Η γέννηση». Έργο του Costa Lorenzo (Μουσείο Καλών Τεχνών της Λυών).

 

Ο Ιησούς παρουσιάζεται ήδη από την παιδική του ηλικία ως βασιλιάς, ιερέας και προφήτης (τριπλός συμβολισμός των δώρων των Μάγων)· αυτό έρχεται σε ευθεία αντίφαση με τη γενική εικόνα που είχαν για τον Ιησού, ως υιό του ξυλουργού Ιωσήφ, οι σύγχρονοί του. Ισχύει κι εδώ ό,τι και στην περίπτωση της υποδοχής του Ιησού στο Ναό από τον Συμεών, την ημέρα της περιτομής· ο δίκαιος και ευλαβής γέροντας «βλέπει» στο πρόσωπο του βρέφους εκείνο που δεν είναι σε θέση να δει ο πολύς κόσμος: τη θεία αποστολή του (Λκ. 2:25-35).

Η φύση του αστέρα που οδήγησε τους Μάγους απασχόλησε όχι μονάχα τη θεολογία, αλλά και την αστρονομία. Κατά καιρούς οι επιστήμονες έχουν δώσει διάφορες ερμηνείες: ότι επρόκειτο για σύνοδο πλανητών, για υπερκαινοφανή αστέρα, για κομήτη, ακόμη και για μετεωρίτη. Η σύγχρονη αστρονομία, ωστόσο, δεν θεωρεί πειστικές τις ερμηνείες αυτές. Σε τελευταία ανάλυση, εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο η φύση του φαινομένου όσο η αξία του ως «σημείου» της έλευσης του Μεσ­σία, της γέννησης ενός βασιλιά.

Στη συνέχεια ο Ματθαίος καταγράφει την αντίδραση του Ηρώδη: διέταξε τη σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ και των περιχώρων «από διετούς και κατωτέρω» (Μτ. 2:16). Η απόφαση αυτή δεν ξενίζει, καθώς γνωρίζουμε ότι ο Ηρώδης ο Μέγας υπήρξε μέγας παράφρων. Διακατεχόμενος από παθολογική φοβία μήπως συνωμοτούν εναντίον του, είχε δολοφονήσει κατά καιρούς πολλούς συγγενείς του, τις συζύγους του, ακόμη και ορισμένους γιους του, αλλά και αξιωματούχους και αρχιερείς που δεν κατόρθωναν να αποκτήσουν την εύνοιά του.

 

«Η Χριστού Γέννησις», Βασίλης Δήμας, Τοιχογραφία – Ανατολική καμάρα Ιερού Ναού Αγίου Ανδρέα (Λαύριο).

 

Ενδεικτική του ήθους του ανδρός είναι η διαταγή που έδωσε λίγες ώρες πριν πεθάνει μέσα σε φρικτούς πόνους «σκωληκόβρωτος», να συγκεντρώσουν τους άρχοντες του ιουδαϊκού λαού στον Ιππόδρομο και να τους εκτελέσουν μόλις ξεψυχήσει, ώστε η μέρα αυτή να είναι αναγκαστικά ημέρα γενικού πένθους – αφού γνώριζε όχι κανείς δεν επρόκειτο να θρηνήσει για το δικό του θάνατο. Δεν είναι, επομένως, διόλου απίθανο ένας τέτοιος κακούργος να διέταξε τη σφαγή. Ωστόσο, αν αναλογιστούμε ότι η εν λόγω περιοχή δεν είχε περισσότερα από χίλια άτομα πληθυσμό, αλλά και ότι μια εκτεταμένη σφαγή θα προκαλούσε την εξέγερση του λαού, πρέπει να δε­χθούμε ότι ο αριθμός των σφαγιασθέντων νηπίων δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 30 – 40.[4]  Σε ποιο συμπέρασμα οδηγούν τα παραπάνω; Είναι, άραγε, το όλο σκηνικό της γέννησης δημιούργημα της φαντασίας των ευαγγελιστών; Μια τέτοια ακραία άποψη αδικεί, νομίζουμε, τους συγγραφείς των ιερών κειμένων.

Οι τελευταίοι αφ’ ενός δεν φιλοδοξούν να παρουσιάσουν μια λεπτομερειακή βιογραφία του Ιησού και αφ’ ετέρου διαθέτουν μια αίσθηση περί ιστορικότητας πολύ διαφορετική από τη δική μας. Η αξίωση για ορθολογική, αντικειμενική και χωρίς προϋποθέσεις καταγραφή των γεγονότων αποτελεί, ως γνωστόν, νεοτερικό ιστοριογραφικό εφεύρημα και ως εκ τούτου είναι άγνωστη στους αρχαίους συγγραφείς. Τα περιστατικά, συνεπώς, που περιγράφονται στα Ευαγγέλια δεν είναι αυθαίρετες κατασκευές, αλλά διαφορετικές αναγνώσεις της πραγματικότητας, που συντελούν στην ανάδειξη του βαθύτερου νοήματος των ιστορικών γεγονότων.

Τελικά, το ζητούμενο για τους ευαγγελιστές είναι να παρουσιαστεί μια αναντίρρητη, κατ’ αυτούς, ιστορική αλήθεια: ότι ο Ιησούς είναι Υιός θεού, συνελήφθη υπερφυώς και θαυματουργικά (ευαγγελισμός, εκ παρθένου γέννηση), είδε το φως σε έναν κόσμο ταραχών και ταλαιπωρίας, όπου πολύ νωρίς έγινε στόχος διεφθαρμένων και αντίθεων εξουσιών (απειλή Ηρώ­δη, δραπέτευση στην Αίγυπτο), αλλά και όπου αναγνωρίστηκε και υμνήθηκε ως θεϊκός σωτήρας – όχι μόνο του Ισραήλ, αλλά της οικουμένης ολόκληρης (προφητεία Συμεών, προσκύνηση Μάγων, αγγελικός ύμνος). Αποκαλύπτουν, επομένως, οι διηγήσεις αυτές το μέγα μυστήριο της θείας οικονομίας· διαβεβαιώνουν τους παραλήπτες των κειμένων ότι το βρέφος – Ιησούς ήταν εξαρχής ενταγμένο στο σχέδιο του θεού Πατρός για τη σωτηρία του κόσμου.

 

Η Προσκύνηση των Ποιμένων (περ. 1610). Ελ Γκρέκο, Λάδι σε μουσαμά, Νέα Υόρκη, Μητροπολιτικό Μουσείο.

 

Θα κλείσουμε με μια θρησκειολογική παρατήρηση, που φωτίζει, πιστεύουμε, μια άλλη όψη της ενσάρκωσης. Η διαφορά του θείου βρέφους – Χριστού από κάθε άλλο θείο βρέφος μπορεί να συνοψιστεί στο εξής: για πρώτη φορά ο θεός δεν εμφανίζεται απλώς με τη μορφή ανθρώπου, αλλά γίνεται άνθρωπος πραγματικός. Αυτό δεν σημαίνει απλώς ότι κατέρχεται στον κόσμο, αλλά ότι εισέρχεται στο χρόνο, πράγμα πολύ διαφορετικό, καθώς υπογραμμίζει την ιστορικότητα, μοναδικότητα και αποφασιστική σημασία του γεγονότος. Οι άλλες εμφανίσεις είναι είτε εκδηλώσεις – ανθρωπόμορφες εκβλαστήσεις (αβατάρες) του απρόσωπου Απολύτου, όπως στην περίπτωση της Άπω Ανατολής, είτε προσωποποιημένες αναπαραστάσεις του φυσικού δράματος (θάνατος – επαναγέννηση), όπως στην περίπτωση των αρχαίων μυστηριακών λατρειών. Έχουν, δηλαδή, μυθικό και αρχετυπικό χαρακτήρα, γι’ αυτό και τις χαρακτηρίζει η περιοδικότητα, η επαναληπτικότητα και η ομοιομορφία. Τυπολογικά ανήκουν στο κυκλικό κοσμοείδωλο της αρχαϊκής θρησκευτικότητας ως ιεροφάνειες ενταγμένες στον αέναο φυσικό κύκλο.[5]

Αντίθετα, η γέννηση του Χριστού συνδέεται με το ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο, όπου προκρίνεται η ευθύγραμμη κατανόηση του χρόνου και συλλαμβάνεται για πρώτη φορά η έννοια της ιστορικότητας (της μοναδικότητας των γεγονότων ως αυτοτελών συμβάντων). Από την άποψη αυτή, απ’ όλες τις γεννήσεις θεών, μονάχα η γέννηση του Ιησού είναι ιστορικό γεγονός – όχι επειδή οι άλλοι είναι ανύπαρκτοι ή ψευδείς θεοί, αλλά επειδή είναι υπάρξεις εξ ορισμού μυθικές, ανιστορικές. Δικαίως, επομένως, στέκει ως αφετηριακό σημείο μέτρησης του χρόνου, ως γεγονός που διχοτομεί και συνάμα ενοποιεί την ιστορία, παρέχοντάς της νόημα και λυτρωτική δυναμική.

 

Δημήτρης Μπεκριδάκης

θεολόγος – Θρησκειολόγος

 

 Υποσημειώσεις


[1] Εισαγωγικά βλ. Σ. Αγουρίδης, Εισαγωγή εις την Καινήν Διαθήκην, Αθήνα 1971, σελ. 121-126, Ε. Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, μτφρ. Γ. Βλάχος, Αθήνα 1998, σελ. 111-141.

[2] Βλ. Γ. Πατρώνος, Η Ιστορική Πορεία του Ιησού, Αθήνα, 1991, σελ. 120-123 και Σ. Αγουρίδης, Ιστορία των Χρόνων της Καινής Διαθήκης, Θεσσαλονίκη, 19854, σελ. 276-277.

[3] Βλ. Ε. Π. Σάντερς, ό.π., σελ. 156-157.

[4] Ο υπερβολικός αριθμός των 14.000 που αναφέρει το Συναξάρι δεν έχει ιστορική, αλλά αποκαλυπτική σημασία. Βλ. Γ. Πατρώνος, ό.π., σελ. 162-163.

[5] Για το αρχαϊκό και ιουδαιοχριστιανικό κοσμοείδωλο βλ. Μ. Eliade, Κόσμος και Ιστορία, μτφρ. Σ. Ψάλτου, Αθήνα 1999.

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η γέννηση των Θεών», τεύχος 165, 27 Δεκεμβρίου 2002.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ηρώδης ο Μέγας (73 – 4 π.Χ.*) – Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


 

Ηρώδης

Ηρώδης ο Μέγας Βασιλιάς της Ιουδαίας, αραβικής καταγωγής. Ήταν γιος του στρατηγού Αντιπάτρου, συνεργάτη των Ρωμαίων, ο οποίος μαζί με το διεκδικητή του θρόνου Υρκανό βοήθησε τον Καίσαρα με στρατό όταν αυτός έφτασε στην Αλεξάνδρεια. Ο Αντίπατρος σε ανταμοιβή έγινε τετράρχης της Γαλιλαίος το 47 π.Χ., έπειτα κυβερνήτης της Κοίλης Συρίας και επί Αντωνίνου, Βασιλιάς της Ιουδαίας. Τα παιδιά του επίσης απέκτησαν αξιώματα και ο Ηρώδης έγινε τότε έπαρχος στη Γαλιλαία.

Ο Ηρώδης, αφού εξασφάλισε την εύνοια της Ρώμης, ελίχθηκε στις συμμαχίες του ανάμεσα στον Βρούτο, τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, τασσόμενος κάθε φορά με το μέρος του νικητή. Παρά το γεγονός ότι παρέδωσε σημαντικό έργο στην περιοχή, ωστόσο ήταν ως χαρακτήρας αδίστακτος σε κάθε εγκληματική του ενέργεια που θα μπορούσε να του εξασφαλίσει την εξουσία του, ήταν φιλόδοξος και ακόλαστος. Ήταν απάνθρωπος σε σημείο που δεν δίστασε να σφάξει την ίδια του τη γυναίκα, τρία από τα παιδιά του, τον πεθερό του και φυσικά παρέμεινε στην ιστορία ως αιμοσταγής Βασιλιάς σφάζοντας τα αθώα νήπια της Βηθλεέμ (Ματθ. Β’ 16-18). Πέθανε λίγο μετά τη σφαγή των νηπίων από φριχτή και επίπονη ασθένεια, πληρώνοντας έτσι, σύμφωνα με τη χριστιανική παράδοση, το αποτρόπαιο έγκλημά του.

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο θεολόγος – θρησκειολόγος  Δημήτρης  Μπεχριδάκης, διευθυντής του περιοδικού « Θρησκειολογία- Ιερά/Βέβηλα» γράφει:

Ένα σημαντικό ζήτημα που απασχόλησε για αιώνες την έρευνα είναι αυτό της χρονολόγησης της γεννήσεως του Ιησού Χριστού. Παρ’ όλο που σήμερα θεωρείται γενι­κώς λυμένο, το ακριβές έτος γέννησης παραμένει άγνωστο (όπως, άλλωστε, ο μήνας και η ημέρα). Οι ευαγγελιστές τοποθετούν τα γεγονότα «εν ημέραις Ηρώδου, του βασιλέως» (Μτ. 2:1, Λκ. 1:5)· αυτή φαίνεται να είναι η πιο ασφαλής ένδειξη που έχουμε στη διάθεσή μας από χρονολογικής απόψεως.

Ο Ηρώδης ο Μέγας βασίλευσε από το 37 π.Χ. έως το 4 π.Χ., οπότε και πέθανε από υδρωπικία στο ανάκτορό του στην Ιεριχώ. Ο Χριστός γεν­νήθηκε σίγουρα λίγο πριν από το θάνατο του Ηρώδη, αφού οι Μάγοι επισκέφθηκαν τον τελευ­ταίο στα Ιεροσόλυμα, προτού, δηλαδή, αναχωρή­σει βαριά άρρωστος για την Ιεριχώ. Έτσι, η πλειονότητα των σύγχρονων ερευνητών έχει καταλήξει ότι η γέννηση του Ιησού πρέπει να τοποθετηθεί στο διάστημα ανάμεσα στο 6 και το 4 «προ Χρι­στού».

Το παράδοξο που εμφανίζεται σ’ αυτή τη χρονολόγηση οφείλεται στο σφάλμα ενός Σκύθη μοναχού, του Διονυσίου του Μικρού, ο οποίος έζησε στη Ρώμη τον 4ο αιώνα μ.Χ. και επεξεργάστηκε ένα ημερολόγιο που είχε αφετηρία το έτος γέννησης του Χριστού. Λόγω των περιορισμένων πηγών του, ο Διονύσιος δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια ούτε το θάνατο του Ηρώδη ούτε την απογραφή του Κυρηνίου, με αποτέλεσμα να τοποθετήσει τη γέννηση μερικά χρόνια αργότερα, δηλαδή το 754 από κτίσεως Ρώμης, αντί του ορθού 747. Όταν, από τον 6ο αιώνα και εξής, το ημερολόγιο του Διονυσίου έγινε γενικά αποδεκτό, το λάθος διαιωνίστηκε, ενώ οποιαδήποτε απόπειρα διόρθωσής του στις μέρες μας θα προκαλούσε χάος.

 

 

Η σφαγή των νηπίων κατά την Καινή Διαθήκη


  

Του Γεωργίου Π. Πατρώνου

Ομότιμου καθηγητή Θεολογικής

Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Από το 63 π.Χ. χρονολογείται η ουσιαστική ρωμαϊκή κυριαρχία στην Παλαιστίνη. Έκτοτε, οι εμφύλιοι πόλεμοι ως μέσον άσκησης πολιτικής και θρησκευτικής εξουσίας στη χώρα αυτή, καθώς και οι συχνές επαναστάσεις εναντίον της Ρώμης με αρχηγούς συνήθως θρησκευτικούς ηγέτες που θεωρούνταν από το λαό Μεσσίες, αποτελούσαν σύνηθες φαινόμενο. Κυρίαρχη μορφή αυτής της περιόδου υπήρξε ο Ηρώδης ο Μέγας, ο οποίος αναγνωρίστηκε από τη Ρώμη ως βασιλέας της Ιουδαίας, εξαιτίας της φιλορωμαϊκής πολιτικής του. Δια του γάμου του, μάλιστα, με τη Μαριάμμη, από αρχιερατική οικογένεια, εγγονή του Υρκανού Β’, κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο πρόσωπό του εκτός από την πολιτική και τη θρησκευτική εξουσία. Στη θέση του αρχιερέα διόρισε τον άβουλο αλλά παμπόνηρο Άννα, πεθερό στη συνέχεια του Καϊάφα, γνωστούς από τις ευαγγελικές διηγήσεις για την καταδίκη και το θάνατο του Ιησού.

Το προσωνύμιο «μέγας» ο Ηρώδης το απέκτησε χάρη στα μεγαλεπήβολα σχέδιά του για ανοικοδόμηση των Ιεροσολύμων και των άλλων μεγάλων πόλεων με φρούρια, ιπποδρόμους, θέατρα και άλλα μεγαλοπρεπή κτίρια και μνημεία. Σύγχρονοί του συγγραφείς τον επαινούσαν γι’ αυτή την οικοδομική του πολιτική και ιδιαίτερα για την ανακατασκευή του Ναού των Ιεροσολύμων, που σκοπό είχε να εξυψώσει το γόητρο των Ιουδαίων σε ολόκληρη τη ρωμαϊκή επικράτεια. Παράλληλα, κτίζοντας παντού «Καισάρεια», μνημεία προς τιμήν του Αυγούστου, που θεωρούνται σήμερα από τα λαμπρότερα της περιόδου, ο Ηρώδης πέτυχε σε μεγάλο βαθμό την εύνοια του Ρωμαίου αυτοκράτορα. Ακόμη, ενισχύοντας οικονομικά πολλές ελληνικές πόλεις και συμβάλλοντας στην ανέγερση δημοσίων οικοδομημάτων, επεδίωξε να καλλιεργήσει το προφίλ του φιλέλληνα ευεργέτη.

Η βασιλεία του (40 (ουσιαστικά το 37) – 4 π.Χ.), ωστόσο, εξελίχθηκε σε μια από τις τραγικότερες περιόδους στην ιστορία του ιουδαϊσμού λόγω των πολλών και φρικτών εγκλημάτων του. Με την ά­νοδό του στο θρόνο, εκτέλεσε 45 από τα 71 μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου και αποκεφάλισε ή εξόρισε τους περισσότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς αξιωματούχους της ιουδαϊκής κοινωνίας. Ανέγγιχτη δεν έμεινε ούτε η ίδια του η οικογενείας. Με εντολή του δολοφονήθηκαν η πεθερά του, η γυναίκα του Μαριάμμη που υπεραγαπούσε, ακόμη και τα παιδιά του Αλέξανδρος, Αριστό­βουλος και Αντίπατρος, εξαιτίας της υποψίας ότι προετοίμαζαν την ανατροπή του. Οι ανατριχιαστικές πράξεις του τον οδήγησαν τελικά στην παραφροσύνη, και η κάθε απόφαση και ενέργειά του αποτελούσε απόρροια της καθολικής του σχιζοφρένειας.

Ο θάνατος του Ηρώδη υπήρξε τραγικότερος και από τη ζωή του. Τα τελευταία του χρόνια υπέφερε φρικτά και πέθανε, κατά μια εκδοχή, από καθολι­κό καρκίνο και υδρωπικία το Μάρτιο του 4 π.Χ. Μέσα σε αφόρητους πόνους και γεμάτος οργή και μανία για τους πάντες και τα πάντα, έδωσε ως ύστατη εντολή να σφαγιασθούν στον ιππόδρομο όλα τα ανώτερα στελέχη της πολιτικής, στρατιωτικής και θρησκευτικής ηγεσίας, ώστε κατά το θάνατό του να θρηνήσει αναγκαστικά ολόκληρη η χώρα.

Ενδεικτικό της καθολικής μετά θάνατον απαξίωσης προς το πρόσωπό του ήταν το σκωπτικό επίγραμμα που με εντολή του ίδιου του Ρωμαίου αυτοκράτορα χαράχτηκε στον τάφο του: «θα προτιμού­σα να ήμουν χοίρος του Ηρώδη παρά γιος του». Μια τέτοια εγκληματική ψυχοπαθολογική προσωπικότητα δεν φαίνεται απίθανο να έδωσε εντολή να σφαγιαστούν όλα τα άρρενα νήπια «από δύο ε­τών και κάτω» στη Βηθλεέμ και τα περίχωρά της προς αποφυγήν μιας απειλής – ακόμη και δυνητικής – από τη γέννηση του Ιησού, όπως περιγράφει ο ευαγγελιστής Ματθαίος.

 

Η σφαγή των νηπίων ως ιστορικό γεγονός

 

Η σφαγή των νηπίων - Χαρακτικό του Gustave Doré

Η σφαγή των νηπίων της Βηθλεέμ κατά το χρόνο της γέννησης του Ιησού Χριστού αποτελεί γεγονός πολυσυζητημένο και ιδιαίτερα αμφισβητημένο τόσο ως προς την αγριότητά του όσο και ως προς τον αριθμό των 14.000, στον οποίο κατά την παράδοση ανήλθαν τα θανατωθέντα βρέφη. Μια πραγματική γενοκτονία εμφανίζεται να έλαβε χώρα δίχως την παραμικρή μαρτυρημένη αντίδραση του λαού της Ιουδαίας ή της ρωμαϊκής διοίκησης. Πολλοί μελε­τητές θεωρούν αδύνατο να πραγματοποιήθηκε μια τέτοια εκστρατεία με πλήρη μυστικότητα σε τόσο σύντομο χρόνο, οπότε η συγκεκριμένη ευαγγελική αναφορά (Ματθ. 2,16-18) θα πρέπει, κατά την άπο­ψή τους, να εκληφθεί ως «συμβολική διήγηση» και να ενταχθεί στο χώρο της θρησκευτικής μυθοπλασίας και της φιλολογικής μυθολογίας των αρχαίων ανατολικών λαών.

Αν, όμως, συσχετίσουμε την ευαγγελική αυτή διήγηση με τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα των χρόνων της Καινής Διαθήκης και ιδιαίτερα με όσα είναι γνωστά για την προσωπικότητα του Ηρώ­δη, τότε η περιγραφή του Ματθαίου φαίνεται να αποκτά χαρακτήρα μάλλον ρεαλιστικό. Προληπτικές ή κατασταλτικές, επιλεκτικές ή μαζικές, οι δολοφονίες αντιφρονούντων και ανταγωνιστών αποτελούσαν στην αρχαιότητα – και συχνά ακόμη α­ποτελούν – σύνηθες γνώρισμα του βίου και της πολιτείας των ασκούντων απολυταρχική εξουσία.

Ωστόσο, οι ιστορικές πηγές, ακόμη και οι αδιάφορες προς το χριστιανισμό, παρουσιάζουν γλαφυρά το βασιλιά Ηρώδη ως φυσιογνωμία σχιζοφρενή και ιδιαζόντως εγκληματική, που η υπέρμετρη φιλοδοξία και αρχομανία ωθούσαν στην άσκηση στυγνής πολιτικής χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τις συνέπειες. Η εξουσία στα χέρια του εμφανίζεται ως όργανο ικανοποίησης των παράδοξων επιδιώξεων και των σκοτεινών επιθυμιών του. Το ότι αμέσως μετά την ανάρρησή του στο θρόνο διέταξε τη γενική σφαγή όλων των αντιπάλων του, εκδηλωμένων ή δυνητικών, μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά τους, που έντρομοι είχαν καταφύγει στα όρη και στις σπηλιές, και ότι αργότερα δεν δίστασε να δολοφονήσει και τα μέλη της ίδιας του της οικογένειας, αποτελούν σημαντικά προηγούμενα για την ιστορική προσέγγιση της «σφαγής των νηπίων».

Η βασιλεία του Ηρώδη περιγράφεται ως μια ατελείωτη σειρά ραδιουργιών, δολοπλοκιών και εκτελέσεων, και η επί μακρόν επικράτησή του χαρακτηρίζεται ως η σκοτεινότερη και αλγεινότερη περίοδος της ιουδαϊκής ιστορίας, επενδυμένη με όρους πολιτικού σκοταδισμού και θρησκευτικού αποκαλυπτισμού.

Οι Μάγοι - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Στα μάτια οικείων και εχθρών, ευγενών και απλού λαού, ο Ηρώδης εξελίχθηκε σε προσω­ποποίηση του δαιμονικού στοιχείου, σε «αποκαλυ­πτικό θηρίο» βγαλμένο από τα Δανιήλεια οράματα του παρελθόντος, που δημιουργούσε ιδιαίτερα στα εξουθενωμένα λαϊκά στρώματα έντονες εσχατολογικές προσδοκίες για άμεση επέμβαση του θεού και έλευση του αναμενόμενου Λυτρωτή και Μεσσία. Έναντι του καταχθόνιου και σκοτεινού βασιλιά Ηρώδη εμφανίζεται, λοιπόν, ένας νέος «άρχων ειρήνης» με τη μορφή θείου βρέφους, το οποίο καλούνται να προσκυνήσουν οι Ποιμένες ως εκπρόσωποι του αγνού και άδολου λαού του Ισραήλ, και οι Μάγοι της Ανατολής ως εκπρόσωποι των εθνών όλης της οικουμένης.

Το ελπιδοφόρο και χαρμόσυνο, όμως, γεγονός της γέννησης του Ιησού Χριστού επισκιάζεται, κατά τον ευαγγελιστή Ματθαίο, από την τραγική και αποτρόπαια πράξη της σφαγής των νηπίων. Μια προσεκτικότερη προσέγγιση της ιστορικής αξιοπιστίας και της θεολογικής ερμηνευτικής του γεγονότος αυτού καθίσταται αναγκαία, καθώς τα ευαγγελικά κείμενα δεν εκθέτουν απλώς τα γενόμενα, αλλά τα ερμηνεύουν κιόλας θεολογικά.

Με άλλα λόγια αποτελούν ένα είδος «σπουδής» επί των ιστορικών φαινομένων – κατά την επιτυχή ρήση του μεγάλου ιστορικού Α. Τόινμπι (Α. Toynbee) («Studies of History») – με θε­ολογική προοπτική. Η ύπαρξη «σημείων» έλευσης ενός νέου «άρχοντα» κατά τη διαβεβαίωση των Μάγων της Ανατολής και των ερμηνευτών ραβίνων – δηλαδή των εκπροσώπων της επιστήμης και της θρησκείας, που ως γνωστόν ερωτήθηκαν διερευνητικά από τον ίδιο τον Ηρώδη (Ματθ. 2, 4)- ήταν ενδεχομένως υπεραρκετή για να οδηγήσει τον παθολογικά ανασφαλή «βασιλίσκο της Ιουδαίας» στη λήψη των οικείων προς αυτόν προληπτικών μέτρων.

Υπό τους αυστηρούς όρους της επιστημονικής ιστορικής ακρίβειας, ωστόσο, ο αριθμός των 14 χιλιάδων θανατωθέντων νηπίων κατά την παράδοση δημιουργεί – ακόμη και για τα δεδομένα του Ηρώδη – ανυπέρβλητα προβλήματα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που μας παρέχουν οι πηγές και ιδιαίτερα ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος – σύγχρονος των ευαγγελιστών Λουκά και Ιωάννη και άρα καλός γνώστης της εποχής των ευαγγελικών γεγονότων – η κωμόπολη της αρχαίας Βηθλε­έμ και τα περίχωρά της θα πρέπει τότε να είχαν πληθυσμό ίσως λίγο μεγαλύτερο από χίλιους κα­τοίκους. Η σφαγή των αρρένων νηπίων «από διε­τούς και κατωτέρω» δεν θα ήταν, επομένως, στην πραγματικότητα δυνατό να αφορά περισσότερα από 30 ή το ανώτατο 40, με βάση τα στατιστικά δεδομένα που προκύπτουν από την πληθυσμιακή κατανομή της συγκεκριμένης περιοχής.Ένας τέτοιος αριθμός θα καθιστούσε πολύ πιο πιθανό, κατά τους ιστορικούς, ο Ηρώδης να αποτόλμησε όντως ακόμη ένα τραγικό εγχείρημα προκειμένου να διασφαλίσει την εξουσία του από την έστω και υποθετική απειλή της εμφάνισης ενός διεκδικητή του θρόνου.

Η «αναίρεση» μερικών δεκάδων νηπίων, άσημων αγροτικών οικογενειών μιας απομακρυσμένης και αγνοημένης περιοχής, δεν θα αποτελούσε «παρά μόνο ένα μικρό και ασήμαντο επεισόδιο» στο βίο και την πολιτεία του, όπως εύστοχα παρατηρεί ένας σύγχρονος ερευνητής, ένα πταίσμα σε σύγκριση με τα άλλα του εγκλήματα, που δεν επιβάρυνε αισθητά τον ήδη μακρύ κατάλογο των θυμάτων της καχυποψίας του, και δεν διαφοροποιούσε ιδιαίτερα την ούτως ή άλλως έκρυθμη τοπική κατάσταση ώστε να προκαλέσει την παρέμβαση της Ρώμης στο συγκεκριμένο ζήτημα.

Εν προκειμένω, είναι γεγονός ότι πουθενά στα ιερά κείμενα των Ευαγγελίων δεν καταγράφεται συγκεκριμένος αριθμός «αναιρεθέντων νηπίων». Η αναφορά στη σφαγή «χιλιάδων όντων δεκατεσσάρων» αρρένων τέκνων προέρχεται αντίθετα από την ιερή παράδοση της Εκκλησίας μας – από το εορτολογικό Συναξάρι της συγκεκριμένης ημέρας- και μάλιστα με την επισήμανση ότι τα νήπια αυτά εντάσσονται στο χώρο των Μαρτύρων της Εκκλησίας και θεωρούνται ως οι πρώτοι ανώνυμοι και «αναρίθμητοι» μάρτυρες της χριστιανικής πίστης. Αυτό ακριβώς το στοιχείο προσδίδει, επομένως, στο όλο ζήτημα παράλληλα προς την ιστορική και μία ιδιαίτερη «συμβολική» παράμετρο, που καθιστά απαραίτητη τη θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση.

 

Η θεολογική σημειολογία του αριθμού των «αναιρεθέντων νηπίων»

 

Όπως ήδη επισημάνθηκε, τα Ευαγγέλια δεν ε­πέχουν θέση «χρονικών» ή απλών «δημοσιογραφικών εκθέσεων» επί των ιστορικών γεγονότων. Σκοπός τους δεν είναι η απλή ενημέρωση κάποιων αναγνωστών, αλλά η πνευματική καθοδήγηση και η θεολογική παίδευση των πιστών στο πλαίσιο του κατηχητικού και ποιμαντικού ρόλου της Εκκλησίας. Υπό το πρίσμα αυτό, η σφαγή των νηπίων έχει ιδιαίτερο θεολογικό νόημα για τα ιερά κείμενα, και ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την ερμηνευτική προσέγγιση και κατανόηση της σημειολογίας των γεγονότων στην ευαγγελική διήγηση. Στην παράδοση του ιουδαϊκού λαού και τη θεολογία της Παλαιάς Διαθήκης υπήρχε το «ιστορικό» προηγούμενο ακόμη μιας δίωξης και «σφαγής».

Η φυγή στην Αίγυπτο - Giotto di Bondone, Arena Chapel (ca. 1305)

Συγκεκριμένα, η εξιστόρηση του βιβλίου της Εξόδου εμφανίζει τον αλλοεθνή και αλλόθρησκο Φαραώ της Αιγύπτου να είχε διατάξει τη θανάτωση με πνιγμό στον Νείλο ποταμό όλων των πρωτότοκων αγοριών των Ισραηλιτών, μια πραγματική γε­νοκτονία, που σκοπό είχε τη μείωση του αριθμού των δούλων Εβραίων οι οποίοι αυξάνονταν με ανησυχητικό ρυθμό στη χώρα. Το στοιχείο αυτό αξιοποιήθηκε από τους ιερούς συγγραφείς της Καινής Διαθήκης ως θεολογικό προηγούμενο στη γλώσσα της ερμηνευτικής «προτύπωσης» για την παράλληλη θεολογική προσέγ­γιση και ερμηνεία του αντίστοιχου γεγονότος της σφαγής των νηπίων από ένα «νέο Φαραώ», τον αλ­λόθρησκο και μισητό βασιλιά της Ιουδαίας Ηρώ­δη. Όπως ο παλαιός Φαραώ εξέφραζε τις αντίπα­λες δυνάμεις του σκότους και της καταπίεσης αντι­δρώντας στα «σημεία» της εφαρμογής του σχεδίου του θεού για τη σωτηρία και ιστορική καταξίωση του Ισραήλ, έτσι και ο Ηρώδης ως «νέος Φαραώ» ενσαρκώνει με τις πράξεις του τις ίδιες δαιμονικές δυνάμεις για την παρεμπόδιση της έλευσης του Σω­τήρα του κόσμου και την ιστορική καταξίωση του νέου Ισραήλ.

Κατά το Ευαγγέλιο του Ματθαίου, ο Ιησούς αποκαλύπτεται από τη βρεφική ήδη ηλικία ως ο Χρι­στός και ο Κύριος, ο απεσταλμένος του θεού για τη σωτηρία του κόσμου. Και ο Ηρώδης, που κατά ένα μανιακό και παράφρονα τρόπο «ζητεί την ψυχήν του Παιδίου», φανερώνεται με τις ενέργειές του ως εκπρόσωπος των δυνάμεων του κακού και παρου­σιάζεται με τη μορφή Αντιχρίστου. Ο ισχυρός του παρόντος, όμως, είναι ο ουσιαστικά αδύναμος, και το ευάλωτο Βρέφος θα αναδειχθεί ο τελικός νικη­τής.

Το γεγονός της σφαγής των νηπίων αποκτά έτσι και μια σωτηριολογική και εσχατολογική προ­οπτική, εφ’ όσον εντάσσεται παράλληλα μεταξύ των «σημείων των εσχάτων» που προϊδεάζουν και προετοιμάζουν για την τελική συντριβή του κακού και την επικράτηση του καλού.

Σε αυτή τη γραμμή της θεολογικής σημειολογίας, η σφαγή των νηπίων φέρνει επίσης στο νου και την προφητεία του Ιερεμία, ο οποίος επτά αιώνες πριν είχε προαναγγεί­λει προφητικά και περιγράψει ποιητικά την ακόλουθη αποκαλυπτική σκηνή: «Φωνή εν Ραμά ηκούσθη θρήνος και κλαυθμός και οδυρμός πολύς· Ραχήλ κλαίουσα τα τέκνα αυτής και ουκ ήθε­λε παρακληθήναι, ότι ουκ εισίν» (Ιερ. 31, 15). Ο ιστορικός και ευαγγελιστής Ματθαίος κάνει χρήση της προφητικής αυτής ρήσης και θεολογεί ερμη­νευτικά πάνω στο σύγχρονό του γεγονός του «θρή­νου, του κλαυθμού και του οδυρμού» της Βηθλεέμ (Ματθ. 2,18).

Η αρχαία προφητεία αναφερόταν στις θυσίες κατά την έξοδο του παλαιού Ισραήλ από την Αίγυπτο. Και όπως τότε ο Μωυσής μαζί με τον Ιη­σού του Ναυή οδήγησαν το λαό του θεού μακριά από την Αίγυπτο και την «αιγυπτιώδη ανελευθερία», από τον Φαραώ και τη φαραωνική δουλεία προς τη γη της επαγγελίας και της ελευθερίας, έτσι και τώρα ένας «νέος Μωυσής» και «νέος Ιη­σούς» θα οδηγήσει το λαό του σε μια νέα έξοδο προς μια νέα γη της επαγγελίας, προς μια εσχατο­λογική χώρα ελευθερίας και αξιοπρέπειας.

Γι’ αυτό ο ευαγγελιστής Ματθαίος εμπνευσμένα υπογραμμίζει σε αυτόν το θεολογικό συμβολισμό και την «προτύπωση» γεγονότων ότι «εξ Αιγύπτου» και πάλι ο θεός κάλεσε ηγέτη για το λαό Του και για τη μεγάλη «έξοδο» στην ιστορία των νέων χρόνων (Ματθ. 2, 15).

Ο απόστολος Παύλος και πολλοί ερμηνευτές Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν εκτεταμένη χρήση των θεολογικών πλέον όρων «Αίγυπτος» και «Φα­ραώ» στην τυπολογική τους ερμηνεία με καθαρά θεολογικό χαρακτήρα. Η φυγή του θείου Βρέφους στην Αίγυπτο ως επακόλουθο της σφαγής των νη­πίων της Βηθλεέμ αποκτά, πέρα από την ιστορική της σημασία, και εσχατολογικές προεκτάσεις ωσάν μια άλλη «κάθοδος του Υιού του θεού στον Άδη». Εκεί, στον «Άδη της Αιγύπτου», ο Ιησούς Χριστός ως «νέος Μωυσής» θα συναντήσει το λαό του και θα τον καλέσει σε μια νέα εσχατολογική «έξοδο» προς τη νέα γη της επαγγελίας, τη Βασιλεία του θεού.

Όσον αφορά, τέλος, τον αριθμό 14.000 που η ιερή παράδοση διασώζει για τα σφαγιασθέντα νήπια, αυτός δεν οφείλεται σε λογιστικό σφάλμα, αλλά προέρχεται από την επίδραση της ιουδαϊκής αποκαλυπτικής αριθμολογίας. Πρόκειται στην ουσία για πολλαπλάσιο του ιερού αριθμού 7 των Εβραίων, ο οποίος συμβολίζει την ολότητα και την καθο­λικότητα.

Ομοίως στην Αποκάλυψη του Ιωάννη συναντάται σημειολογική αναφορά στον έτερο ιε­ρό αριθμό 12 και στα πολλαπλάσιά του, με την επισήμανση ότι κατά τους έσχατους χρόνους ο Ιη­σούς Χριστός θα συνοδεύεται και πάλι από τους μάρτυρές του, που στην ολότητα και τελειότητά τους ανέρχονται σε 144.000 (Αποκ. 14,1). Και σε αυτήν ασφαλώς την περίπτωση δεν πρόκειται για πραγματικό αριθμό, αλλά για θεολογικό συμβολισμό της καθολικότητας της Εκκλησίας, η οποία συγκροτείται και εκπροσωπείται στην ιστορία από τους Μάρτυρες. Οι ανά τους αιώνες θυσιαζόμενοι και μαρτυρούντες Άγιοι εκφράζουν την ιστορική και εσχατολογική ενότητα της Εκκλησίας. Όσοι προσεταιρίζονται την εξουσία και τη δύναμη συ­ντάσσονται με τους εκάστοτε «Φαραώ» και «Ηρώδεις» της ιστορίας.

Η αναφορά του ευαγγελιστή στο γεγονός της σφαγής και της θυσίας εκφράζει κατά τον πλέον ε­ναργή τρόπο ότι ο Ιησούς και οι πιστοί του δεν πραγματοποιούν την ιστορική τους πορεία μέσα σε έναν κόσμο ρομαντικό και ειδυλλιακό, αλλά κυ­ριαρχούμενο από το ρεαλισμό της βίας, της ανελευθερίας, των καταπιέσεων και των διωγμών. Οι ι­σχυροί «Φαραώ» και «Ηρώδεις» που διαφεντεύουν συνήθως τις τύχες των λαών, εκπροσωπούν τις α­ντίθετες και δαιμονικές δυνάμεις, διαιωνίζοντας και επαυξάνοντας το κακό και την αδικία σε βάρος των αδυνάτων.

Το θείο Βρέφος, που από την πρώτη στιγμή δοκίμασε την απειλή και τη βία, την αμφισβήτηση και την απόρριψη, καθόρισε το πρότυπο της μαρτυρικής ζωής εκείνων που θα ακολου­θήσουν πιστά τα ίχνη του μέχρις εσχάτων του ιστορικού χρόνου. Η ιστορία της Εκκλησίας με το πλήθος των μαρτύρων επαληθεύει συνεχώς την τραγική πραγματικότητα πως δεν μπορεί να υπάρξει καμιά αλλαγή στον κόσμο χωρίς τους ομολογητές της αλήθειας και τους μάρτυρες της ελευθερίας.

Δια της αφήγησης του περιστατικού της σφαγής των νηπίων υπογραμμίζεται, λοιπόν, για ακόμη μια φορά το μόνιμο ιστορικό ερώτημα με ποιους οφείλει κανείς τελικά να συντάσσεται, με τους ισχυρούς «Ηρώδεις» ή με τους αθώους και αδύναμους ανθρώπους που ως τέκνα του «εσφαγμένου Αρνίου» και αθώα νήπια γίνονται μάρτυρες της αλήθειας «από καταβολής κόσμου» (Αποκ. 13, 8). Αυτό άλλωστε είναι και ένα από τα καίρια ερωτήματα στα οποία επιχειρεί να δώσει απάντηση ο χριστιανισμός δια των ιερών του κειμένων.

 

Σημείωση:

Για λεπτομερέστερη ιστορική και θεολογική ερμηνευτική προσέγγιση του γεγονότος της σφαγής των νηπίων βλ. Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η Ιστορική Πορεία τον Ιησού (από τη φάτνη ως τον κενό τάφο), Εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1991, σ. 580.      

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Ο Ηρώδης και η σφαγή των νηπίων», τεύχος 216, 18 Δεκεμβρίου 2003.

Read Full Post »

Η παράδοση για τα σκαλιά του Παλαμηδίου


 

 

Εισαγωγικά

Το Παλαμήδι, το θρυλικό βενετσιάνικο [i] κάστρο τ’ Αναπλιού, είναι αναμφισβήτητα το πιο γνωστό από τα κάστρα μας. Χίλιους να ρωτήσομε για το πρώτο κάστρο που τους έρχεται στο νου, οι 999 θ’ απαντήσουν: – Το Παλαμήδι…! Αν συνεχίσομε και ζητήσομε να μας πουν πόσα σκαλιά έχει η περίφημη, σχήματος διαδοχικών ζήτα, σκάλα του, οι απαντήσεις εδώ θα ‘ναι, στους 999 από τους χίλιους: – 999 σκαλιά…! Επίδραση της παράδοσης, που θέλει τα σκαλιά του Παλαμηδιού 999 και που αποτελεί μια πρόσθετη απόδειξη της διάδοσής της, βρίσκομε σ’ ένα σύγχρονο έντεχνο ερωτικό τραγούδι. Μερικοί στίχοι του τραγουδιού [ii], που στιχουργός του είναι ο Θοδωρής Γκόνης:

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά

με φέρανε κοντά σου,

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά

στα χείλη τα δικά σου,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

……………………………………………..

Εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλιά,

κάποτε ήταν χίλια

κάθε σκαλί κι ένα φιλί.

Εννιακόσια ενενήντα εννέα φιλιά,

πότε θα γίνουν χίλια,

κάθε σκαλί κι άλλο φιλί.

………………………………………………

Με την παράδοση αυτή, που τόσο διαδεδομένη είναι, θ’ ασχοληθούμε παρα­κάτω. Πρώτα θα δούμε τους διάφορους, πλην του αριθμού 999, αριθμούς των σκαλιών, που μας παραδίδονται από γραπτές πηγές. Στη συνέχεια, από γρα­πτές πηγές πάλι, θα προσκομίσομε μαρτυρίες του αριθμού 999 των σκαλιών, όσες μπορέσαμε να συγκεντρώσομε, χωρίς να έχομε ερευνήσει σ’ όλη την έκτασή της τη Ναυπλιακή Βιβλιογραφία [iii], που πραγματικά είναι απέραντη. Ύστερα ακολουθούν μαρτυρίες του αριθμού 999 σ’ άλλες παραδόσεις, που θα τις χρειαστούμε, μαζί με πρόσθετα άλλα στοιχεία, για το σχολιασμό μας στο τέλος.

 

Παλαμήδι

 

Μαρτυρίες του αριθμού των σκαλιών


 

 

Αριθμοί σκαλιών = 999

Στις πηγές που ανατρέξαμε συναντήσαμε τους παρακάτω (πλην του 999) αριθμούς για τα σκαλιά (σε παρένθεση ο αριθμός των μαρτυριών): 800 (1), 850 (1), 857 (3), 860 (1), 880 (3), 890 (5), 900 (5), 913 (1), 960 (3) και 1000 (7).

Από τις παραπάνω μαρτυρίες θα δώσομε μόνο δύο, τις παλιότερες που συναντήσαμε:

(α) Μιχ. Σ. Γρηγορόπουλος, Περιηγήσεις εν Ελλάδι…, Αθήνησιν 1882, σελ. 56: «…κλίμαξ εξ 900 περίπου βαθμίδων».

(β) Σπυρ. Κ. Προφαντόπουλος, Αρχαία Μνημεία Ναυπλίας και Άργους ήτοι Οδηγός, Εν Αθήναις 1895, σελ. 10: «… δια της ζητοειδούς λιθίνης κλίμακος, ήτις αποτελείται εξ 890 βαθμίδων…».

 

Αριθμός σκαλιών 999

 

Το πλήθος των μαρτυριών που συγκεντρώσαμε είναι 41. Θα πρέπει να σημειώσομε ότι δεν είναι όλες ανεξάρτητες αλλήλων (δηλ. πρωτογενείς). Μερικές – κυρίως των οδηγών – έχουν παραληφθεί από προγενέστερες γραπτές πηγές. Η παράθεσή τους γίνεται κατά χρονολογική σειρά.

(α) Εντυπώσεις Νεοσύλλεκτου. Το Παλαμήδι, «Η Κυθηραϊκή» (Αθη­νών), περ. Β’, έτος Β’, 19/6-1-1927, σελ. 4: «Όταν εφέτος ανέβηκα τα 999 σκαλοπάτια του εστοχάστηκα πολλά πράγματα».

(β) Λ.θ.Α., Απ’ όσα χάνονται… Το Παλαμήδι, «Εκδρομικά», τ. Ε’, τεύχ. 48, Μάιος 1933, σελ. 131: «… η παράδοση θέλει 999…».

(γ) Άγγελος Τερζάκης, Το Παλαμήδι [iv]. [Εις:] Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου, Αθήναι 1946, σελ. 33: «Τα σκαλιά που φέρνουνε στην κορφή έχουν αριθμό καβαλιστικό: 999».

(δ) Γιάννης Κατράλης – Παν. Μαστοράκος, Ταξίδια στο Μοριά…, Αθή­ναι 1952, σελ. 58: «… αποτελείται από 499 (διάβαζε 999) πέτρινα σκαλοπά­τια…».

(ε) Προοδ. Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιον: Ιστορία – Μνημεία – Τίρυνς – Επίδαυρος, Ναύπλιον 1953, σελ. 6: «… με τα 999 σκαλοπά­τια του…».

(στ) Γεώργιος Ν. Αλμυρούζης, Γαλάζιοι Αντίλαλοι, Χίος 1953, σελ. 57. «Η άνοδος στο Παλαμήδι δεν είναι από τις εύκολες δουλειές. Πρέπει να διασκελίσει κανείς 999 σκαλοπάτια, όπως λέγουν, διότι το χιλιοστό σκαλο­πάτι, σύμφωνα με την στοματική παράδοση, το έσπασε το άλογο του Κολο­κοτρώνη. Φυσικά μόνο με την φαντασία τους μπορούσαν να ανεβάσουν το άλογο του Κολοκοτρώνη εκεί πάνω. Στην πραγματικότητα τα σκαλοπάτια είναι 890».

(ζ) Άγγ. Αθ. Κλεισιούνης, Το Ναύπλιον…, «Πελοποννησιακόν Ημερολόγιον» Διον. I. Βογοπούλου 1 (1954) σελ. 10 = «Αστυνομικά Χρονικά» 2 (1954) σελ. 1005: «… 999 σκαλοπάτια, κατά τις λαϊκές παραδόσεις».

(η) Φοίβος Δέλφης, Διήμερη εκδρομή στο Μωριά…, «Ο Αττικός», τεύχ. 69-70, Σεπ/ριος-Οκτ/ριος 1954, σελ. 11: «Έχει 999 σκαλιά».

(θ) Λούλα Μαυρουλίδου, Ταξίδια. Α’ Λυρικό Προσκύνημα στους τό­πους της αιώνιας Ελλάδας, Αθήνα 1954, σελ. 26: «Εννιακόσια ενενήντα εν­νιά σκαλοπάτια…».

(ι) Mímica Cranaki, Gréce, Paris, Ed. du Seuil 1955, σελ. 156 (και Paris 1971, σελ. 154): «… Palamidi; un escalier de 999 marches…».

(ια) Αργολίς: Μυκήναι – Τίρυνς – Ναύπλιον – Επίδαυρος. Προοίμια: I. Παπαδημητρίου. Κείμενα: Γ. Ταρσούλη, Αθήνα, Εκδόσεις Μ. Πεχλιβανίδη & Σίας, χωρίς χρονολογία (= 1958;), σελ. 14: «… πρέπει, λέει, ν’ ανεβείς 999 σκαλιά. Πραγματικά τα σκαλιά είναι 860…».

(ιβ) Eust. Theodoropoulos, This is Greece, Athens 1959, σελ. 111: «Palamide is a picturesque castle located on a rock with a stair-way consisting of 999 steps».

(ιγ) Gordon Cooper, A Fortnight in Greece, London, Percival Marshall 1960, σελ. 57: «… reached by climbing exactly 999 steps».

(ιδ) Πέτρος Χάρης, Φθινόπωρο στ’ Ανάπλι… «Πελοποννησιακή Πρω­τοχρονιά» 6 (1962), σελ. 51: «… ανεβήκαμε τα 999 σκαλιά του…».

(ιε) Εγκυκλ. Πάπυρος – Λαρούς, τ. 10, Αθήναι 1964, σελ. 961, λ. Παλαμή­δι: «… δι’ ελικοειδούς κλίμακος εχούσης 999 βαθμίδας…».

(ιστ) Κ. Ντελόπουλος, Ναύπλιο, «Ηώς», περ. Τρίτη, 7 (1964), αριθ. 73-75, σελ. 71: «… 999 τα θέλει ο θρύλος…».

(ιζ) Γιάννης Πανίτσας, Ταξιδεύοντας. Μοριάς, Πάτραι 1965, σελ. 83: «Είναι 999, όπως λένε, αλλά έχασα το μέτρημα…».

(ιη) Κ. Παλαιολόγου – Βρετού, Το λίκνο της Νέας Ελλάδας. Ναύπλιο, «Περιηγητική», τεύχ. 85, Ιανουάριος 1966, σελ. 29: «… τα 999 σκαλιά, καθώς τα θέλει ο μύθος (857 είναι στην πραγματικότητα)».

(ιθ) Zina Joannides, Greece four-day classical tour, Athens, χωρίς χρο­νολογία (και: Β’ έκδ. 1969), σελ. 57: «… to climb 999 steps…».

 

Άποψη του Ναυπλίου με το Παλαμήδι, J.J. Wolfensberger, 1844.

 

(κ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Ναύπλιον, Αθήνα 1970, χωρίς σελιδαρίθμηση: «… στη θρυλική των 999 βαθμίδων».

(κα) Νικ. Κολοκούρης, Ναύπλιον: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος και τα κάστρα της, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 8, Ιούλιος 1971, σελ. 23: «… κλίμαξ με 999 σκαλοπάτια…».

(κβ) Νικ. Κολοκούρης, Το Παλαμήδι: Κάστρον ιστορικόν, «Ματιές στις Φωτιές», τεύχ. 9, Αύγουστος 1971, σελ. 24: «… πετρίνη κλίμαξ εξ 999 βαθμίδων (σκαλοπατιών), ήσαν δε τα σκαλοπάτια (1000) χίλια, αλλά, κατά την παράδοσιν, το ένα το έσπασεν ο Κολοκοτρώνης με το άλογό του, όταν ανήρχετο δια πρώτην φοράν επί του Παλαμηδίου μετά την απελευθέρωσιν της πόλεως του Ναυπλίου».

(κγ) Αθηνά Ταρσούλη, Κάστρα και Πολιτείες του Μοριά, Αθήνα 1971, σελ. 66: «… από μια ατέλειωτη σκάλα, με παρά ένα χίλια σκαλοπάτια…».

(κδ) Πάνος Λιαλιάτσης, Ναύπλιον. Τουριστικός Οδηγός, Αθήναι 1972, σελ. 23: «… τα 999 σκαλιά, που ανακαινίσθηκαν την εποχή του Όθωνος».

(κε) Leónidas Β. Lellos, Greece: History – Museums – Monuments, Athens 1972, σελ. 59: «… a climb of 999 steps».

(κστ) Ελλάς. E’ Πελοπόννησος, «Ελλάς του Νότου» (Λεμεσού), τεύχ. Κ’ – ΚΑ’, Νοέμ. – Δεκέμ. 1972, σελ. 1299: «Έχει 999 σκαλοπάτια».

(κζ) Ντιάνα Αντωνακάτου, Αργολίδος Περιήγησις, Έκδοσις Νομαρ­χίας Αργολίδος 1973, σελ. 104: «… τα 999 – ως θέλει η παράδοση – σκαλοπά­τια…».

(κη) Αθηνά Ταρσούλη, Στην παλιά πρωτεύουσα το Ανάπλι. Η πρώτη Βουλή των Ελλήνων, «Εργατική Επιθεώρησις», τεύχ. 65, Μάιος 1973, σελ. 23: «… τα 999 σκαλοπάτια του φοβερού Παλαμηδίου».

(κθ) Κώστας Ρωμαίος, Οι αινιγματικοί «αργυράσπιδες» του Μεγάλου Αλεξάνδρου, «Λαβύρινθος» 1 (1973-4), σελ. 226: «… για πολλά κάστρα ο λαϊκός θρύλος επιμένει να υποστηρίζει ότι τα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί ψηλά είναι ακριβώς 999. Πρόκειται για έναν αριθμό που είναι τουλάχιστο παράδοξος. Υπόκειται βέβαια η «προσεκτική σκοπιμότητα», να μη συμπλη­ρωθεί ο αριθμός χίλια με ένα ακόμη σκαλοπάτι. Αλλά, γιατί; Δεν έχω υπ’ όψη μου να έχει ασχοληθεί ποτέ κανείς άλλος με αυτό τον περίεργο αριθμό. Αλλά νομίζω τώρα, σε συσχετισμό με όσα πιστεύονται για τον αριθμό χίλια, ότι καταβάλλεται μια συστηματική φροντίδα, γιατί θα είναι το «μοιραίο σκαλοπάτι» της καταστροφής και του ολέθρου. Το κάστρο, που έχει χίλια σκαλοπάτια, προορίζεται να κυριευθεί εύκολα. Το κάστρο όμως με τα 999 σκαλοπάτια θα παραμένει ανηφορικό, δύσκολο, άπαρτο. Τέτοιο είναι το περήφανο Κάστρο του Παλαμηδίου στο Ανάπλι. Έχει 999 σκαλοπάτια, εί­ναι για τούτο ένα κάστρο δυνατό και άπαρτο».

(λ) Χάρη Πάτση, Άλφα – Ωμέγα Εγκυκλοπαίδεια, Αθήνα 1976, τ. 9, σελ. 155, λ. Παλαμήδι: «Ο ένας από αυτούς ήταν αρχικά θολωτός, αργότερα δε αντικαταστάθηκε με κλιμακωτή ανάβαση που είχε 999 σκαλοπάτια».

(λα) Ελένη Γ. Βαλαβάνη, Ταξίδι στ’ Ανάπλι. Χρονικό, Αθήνα, Δωδώνη 1977, σελ. 133: «… τα πέτρινά μου εννιακόσια ενενήντα εννέα σκαλοπάτια».

(λβ) Γεώργιος Καρπούζος, Τη νύχτα της 29ης προς 30ης Νοεμβρίου 1822 πήραμε το Παλαμήδι, «Η Γνώμη» (Πατρών), 6 (1977), 297/28-11-1977, σελ. 3α: «… από ζητοειδή λιθίνη κλίμακα 999 βαθμίδων».

(λγ) Πάνος Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Ναύπλιο: Η πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδος, «Ο. Γ. Α.», τεύχ. 1, Ιανουάριος 1978, σελ. 27: «… με τα 999 σκαλοπάτια του».

(λδ) Εγκυκλ. Ηλίου, τ. 17, Αθήνα 1979, σελ. 473, λ. Παλαμήδιον: «… δια κλιμακωτής αναβάσεως από 999 βαθμίδας».

(λε) Κατερίνα Μαργέλη, Ταξίδι στη χώρα του Πέλοπα, Αθήνα, Σκαρα­βαίος 1979, σελ. 19: «Μα κυττάτε, πάνω στέκει το Παλαμήδι με τα 999 σκαλιά του».

(λστ) Peter Sheldon, The Péloponnèse: Four millenia of history [Εις:] Fodor’sGreece 1979,New York 1979, σελ. 213: «… 999 steps leading up from the town».

(λζ) Νέα Μεγάλη Ελλ. Εγκυκλ. Χάρη Πάτση, τ. 26, Αθήνα 1980, σελ. 98, λ. Παλαμήδιον: «… σκάλα που έχει 999 σκαλοπάτια».

(λη) Μεγάλη Εγκυκλ. Κόσμος, Θεσσαλονίκη, Θ. Γ. Κοντέος, 1980, τ. 21, σελ. 125, λ. Παλαμήδι: «… με 999 σκαλιά».

(λθ) Το Ναύπλιο: Μια πόλη για όλες τις εποχές, «Αστυνομική Επιθεώ­ρηση» 1 (1984), σελ. 157: «… με 857 σκαλοπάτια (999 για την παράδοση)…».

(μ) Εγκυκλ. νέα δομή, τ. 21, Αθήνα, χωρίς χρονολογία (1985;), σελ. 230, λ. Παλαμήδι: «… μιας ελικοειδούς σκάλας, που έχει 999 σκαλιά».

(μα) Ιω. Δ. Κανδήλης, Η Ελλάδα όπως την έζησα και τη γνώρισα (1920-1940), Αθήνα, Τάσος Πιτσιλάς 1990, σελ. 73: «Σ’ αυτό ανεβήκαμε από τη σκάλα των 999 τεράστιων κατά το ύψος σκαλοπατιών του».

 

Μαρτυρίες του 999 σ’ άλλες παραδόσεις


 

 

Εκκλησίες Θεοδώρας

Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου, Απ’ τη Μέση του Γριπονησιού…, Αθήνα 1978, σελ. 65: «Αργότερα η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, είπε ο παππούς, στη θέση του ειδωλολατρικού ναού [στα Έρια Ευβοίας] έκτισε ένα μοναστήρι, το 999 λένε, και το 1000, γιατί έχτισε 1000, σ’ όλη την αυτοκρατορία, στη Χιλιαδού στους Στρόπωνες…». Και στη σελ. 66: «Είναι η εικόνα και η εκκλησία θαυματουργική, βλέ­πεις ο αριθμός 999 είναι λένε ιερός».

 

Εκκλησίες Σαμοθράκης

 

(α) Αλίκη Νικολαΐδου, Σαμοθράκη: ένα πολύπαθο ακριτικό νησί, «Επι­θεώρηση Χωροφυλακής» 11 (1980), σελ. 627: «Αυτό το σμαραγδένιο και πάντα δροσερό νησί [η Σαμοθράκη]… με τις 999 εκκλησούλες του…».

(β) Πάνος Γ. Καρυκόπουλος, Ταξίδια στην Ελλάδα. Σαμοθράκη, «Ο.Γ.Α.», τεύχ. 38, Φεβρουάριος 1981, σελ. 11: «… αποκαλύπτεις… τις 999 εκκλησούλες της…».

(γ) Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε. Σήμερα προστέθηκε και ο Άγιος Νεκτάριος και έγιναν 1000».

 

Κάμαρες παλατιού στην Κρήτη

 

Επαμ. Σταματιάδης, Ικαριακά, Σάμος 1893, σελ. 15: «Τον παλαιόν καιρό ήταν στην Κρήτη ένας βασιλιάς, που είχε ένα πολύ μεγάλο παλάτι μ’ εννια­κόσιες ενενήντα εννιά κάμερες»[v].

 

Παράθυρα τον τζαμιού της Αδριανούπολης

 

(α) Δ. Χόνδρος, Το τζαμί της Ανδριανουπόλεως…, «Λαογραφία» 5 (1915-6), σελ. 636: «Όταν εκτίσθη το τζαμί της Αδριανουπόλεως με τα 999 παράθυρα…»

(β) Νατάλης Εμμ. Πετρόβιτς, Αναμνήσεις. Σερραίων ομηρεία…, «Σερραϊκά Χρονικά», 6 (1973), σελ. 51, σημ. 1: «Το τζαμί του Σουλτάν Σελήμ έχει κι αυτό την ιστορία του. Όταν το χάρηκε καινούργιο και τελειωμένο, ο σουλτάνος ρώτησε πόσα παραθύρια έχει και ο αρχιτέκτων Σινάν Σινάνογλου (ελληνικής καταγωγής) με περηφάνια του λέγει: – Χίλια (τουρκικά «μπιν»). Θυμωμένος ο σουλτάνος από την πτωχή μονοσύλλαβο απάντηση διέταξε να φράξουν το ένα. – Και τώρα, ξαναρωτά, πόσα παράθυρα έχει; – Εννιακό­σια ενενήντα εννιά, ήταν η απάντηση που έλαβε. – Τόσα να μείνουν, λέγει ο σουλτάνος. Σήμερα στους περιηγητάς δείχνουν το χτισμένο παράθυρο».

 

Παράθυρα Αγίας Σοφίας

Νίνα Κοκκαλίδου – Ναχμία, Η Σαμοθράκη του χθες και του σήμερα, «Επιλογές του μήνα», Χρόνος 8, τεύχ. 97, Σεπτ/ριος 1990, σ. 162 (Ένθετο εφημ. «Μακεδονία» Θεσ/νίκης, 23426 / 7-10-1990): «Τ’ αφιερώματα στα δύ­σβατα και βατά μέρη του νησιού, σημάδια πέτρινα, εκκλησάκια, εκκλησίες, είναι 999, όσα τα παράθυρα της Αγίας Σοφίας, λένε.

 

Σχόλια


  

Ο Ναυπλιώτης συγγραφέας Άγγ. Τερζάκης αποδίδει στον αριθμό 999 των σκαλιών το χαρακτηρισμό «καβαλιστικός», δηλ. ότι κρύβει κάποια μαγική, μυστικιστική ιδιότητα. Χρήση του αριθμού στη μαγεία (σ’ επωδές κλπ.) δεν γνωρίζω. Βρίσκομε πάντως τους αριθμούς 99 και 9.999: τον πρώτο σε κυπριακό κατάδεσμο [vi] και κρητικές επωδές [vii] και τον δεύτερο σε βυζαντινό εξορκισμό [viii]. Όμως η χρήση τους, όπως θα δούμε παρακάτω και για τις άλλες περιπτώσεις, σχετίζεται με τις αντίστοιχες δυνάμεις του αριθμού 10 (δηλ. 102= 100 και 104 = 10.000).

 

karl krazeisen - Το Παλαμήδι με τμήμα του Ναυπλίου.

 

Ο Λ. Γ. Παπακωνσταντίνου μιλεί για ιερότητα του αριθμού 999, τον οποίο συνδέει με την πυθαγόρεια διδασκαλία, λέγοντας ότι το «3 φορές 9» συμβολίζει «την πλήρη δικαιοσύνη που απονέμει το θείον» (σελ. 66, σημ. 1). Είναι μια ερμηνεία αβάσιμη και αστήρικτη [ix]. Η ψηφιακή δομή του αριθμού (τρία εννιάρια) δεν έχει καμιά σχέση με τη χρήση του στις προηγούμενες παραδόσεις. Αριθμούς μ’ όμοια ψηφία βρίσκομε, βέβαια, να χρησιμοποιού­νται για διάφορους λόγους (π.χ. ο αριθμός 666 της «Αποκαλύψεως» 13,18 ή ο αριθμός των 33.333 στίχων της καζαντζακικής «Οδύσσειας»). Δεν θα εξετάσομε εδώ όλες τις χρήσεις τους, θα πούμε μόνο πως ορισμένες φορές χρησι­μοποιούνται, λόγω της εύκολης απομνημόνευσής τους, σε τίτλους βιβλίων [x]κλπ., όχι όμως και στις παραδόσεις που είδαμε.

Σ’ αυτές ο αριθμός χρησιμοποιείται λόγω ενός χαρακτηριστικού της αριθμητικής φύσης του: να υπολείπεται του χίλια κατά μία μονάδα. Ο αριθ­μός χίλια, βέβαια, όπως και οι άλλες δυνάμεις της βάσης του αριθμητικού μας συστήματος, δηλ. του δέκα, έχουν ευρεία χρήση ως αριθμοί «στρογγυ­λοί». Παρατηρείται τώρα το εξής: Σε πολλές παραδόσεις (κι όχι μόνο) εμφανίζονται διάφορα σύνολα των οποίων ο πληθικός αριθμών των στοιχείων τους είναι ένας «στρογγυλός» αριθμός – δύναμη του δέκα (100, 1000 κλπ.) συν ή πλην μία μονάδα (δηλ. 99 ή 101, 999 ή 1001 κλπ.). Και στις δύο περιπτώ­σεις το στοιχείο που υπολείπεται ή περισσεύει έχει μιαν ιδιότητα που το κάνει να ξεχωρίζει από τα κοινά. Τόσο με τους αριθμούς 101 και 1001, όσο και με τους αριθμούς 99 και 999 (αυτά τα είδαμε) υπάρχουν πολλά παραδείγματα [xi]. Θ’ αναφέρομε δύο με τον αριθμό 101:

(α) «Τα Σφακιά (εννοείται η Χώρα Σφακίων) είχανε εκατομιά εκκλησίες κι οι εκατό είναι βρομένες κι η μιά δεν ευρέθηκε…»[xii].

(β) «Κολαΐνα = χρυσούν περιδέραιον γυναικείον, συγκείμενον εκ χρυ­σής αλύσεως πλήρους φλωρίων 101… εν μέσω δε σταυρός ή Αγιοκωνσταντινάτον ή μέγα ενετικόν φλωρίον…»[xiii].

Μπαίνει τώρα ένα πρόβλημα: πώς θ’ ανιχνεύσομε την ιδιότητα του ξε­χωριστού στοιχείου, όταν γι’ αυτό δεν μας μιλεί ρητά μια παράδοση που έχομε μπροστά μας; Βέβαια, όσον αφορά το Παλαμήδι, έχομε την εκδοχή του χιλιοστού σκαλιού, που το έσπασε, λέει, τ’ άλογο του Κολοκοτρώνη. Έχω τη γνώμη, όμως, ότι αυτή η ερμηνεία είναι επιγενής, δηλ. δόθηκε εκ των υστέρων, για να δικαιολογηθεί ο αριθμός 999. Μια πρώιμη μαρτυρία της, που θα την έκανε ισχυρή, μας λείπει για την ώρα. Δεν αρκεί, νομίζω, η ύπαρξη και μόνο του κοινού πληθικού αριθμού σε δυο παραδόσεις, για να αποτελέσει το λόγο συσχέτισης των στοιχείων (αντικειμένων) τους. Γιατί, η ένα προς ένα «απεικόνιση» (σύμφωνα με τη μαθηματική έννοια του όρου) πρέπει να αφορά εν προκειμένω σε όμοια ή συγγενικά στοιχεία, π.χ. σε κτίσματα, όπως γίνεται στην περίπτωση της παράδοσης της Σαμοθράκης, όπου «απεικονίζονται» οι εκκλησίες της στα ισάριθμα παράθυρα της Αγίας Σοφίας.

Έτσι η ερμηνεία του Κ. Ρωμαίου (κθ), σύμφωνα με την οποία τα σκαλιά του Παλαμηδιού αντιστοιχούν προς τα 999 χρόνια μιας χιλιετίας και το ένα προς το χιλιοστό έτος, που θεωρείται καταστροφικό [xiv], είναι, νομίζω, ατυχής. Με την ίδια λογική θα μπορούσαμε να εξηγήσομε την παρουσία του αριθμού 999 και στις άλλες παραδόσεις. Όμως, είδαμε πόσο αναπάντεχη είναι η εξήγηση για τα 999 παράθυρα του τζαμιού της Αδριανούπολης.

(Σημειώνομε ακόμα, χωρίς αυτό να έχει ιδιαίτερη σημασία, πως δεν γνωρίζομε άλλη σκάλα κάστρου με 999 σκαλιά [xv] και ο Κ. Ρωμαίος, που λέει ότι: «… για πολλά… τα σκαλοπάτια… είναι ακριβώς 999» (κθ) δεν προ­σκομίζει παράδειγμα άλλο εκτός του Παλαμηδιού. Τότε τι συμβαίνει με το χιλιοστό «νοητό» σκαλί του Παλαμηδιού; Στον βαθμό, όπως πιστεύω, που δεν έχουμε πειστική μαρτυρία για τη φύση του, το ζήτημα παραμένει ανοιχτό.

 

Αντρέας Π. Χατζηπολάκης

 

Υποσημειώσεις


[i] Ιστορικά και αρχιτεκτονικά στοιχεία του ναυπλιακού μνημείου βλέπει στις παρακάτω τεκμηριωμένες εργασίες: (α) Κ. Andrews, Castles of the Morea, New Jersey 1953. (β) Σ. Καρούζου, To Ναύπλιο, Αθήνα, Εμπορική Τράπεζα, 1979. (γ) Τ. Μαύρος, Το Παλαμήδι. Ιστορική αναδρομή, Αθήνα 1988.

[ii] Ο τίτλος του είναι: «999 σκαλιά» και περιέχεται στο δίσκο μακράς διαρκείας: «Κορίτσι και Γυναίκα» (μουσική: Γιώργος Ανδρέου, τραγούδι: Ελένη Τσαλιγκοπούλου, έκδοση: LYRA 4525, Αθήνα 1989).

[iii] Για την έρευνά μας χρήσιμη θα ήταν η εργασία του Άγγ. Κλ(εισιούνη), Ναυ­πλιακή Βιβλιογραφία. Πρώτη Σειρά, «Χρονικά του Μοριά» 1 ( 1952), 77-82. Όμως στην Εθνική Βιβλιοθήκη Ελλάδος, που αναζητήσαμε το περιοδικό, δεν βρέθηκε στη θέση του. Στη Βιβλιοθή­κη της Βουλής, που απευθυνθήκαμε στη συνέχεια, δεν το είχαν. Τα σχόλια, για την κατάσταση των υποτιθέμενων κιβωτών της εθνικής πνευματικής κληρονομιάς μας, περιττεύουν…

[iv] Αναδημοσιεύσεις του διηγήματος (της περικοπής): (α) «Πελοποννησιακή Πρωτοχρο­νιά» 9 (1965), σελ. 14. (β) Π. Β. Λιαλιάτσης, Ναυπλιακή Ανθολογία 1540-1968, Ναύπλιον 1969, σελ. 77 (όπου, αντί «φέρνουνε» γράφεται «πάνε»).

[v] Το κείμενο από τη συλλογή του Ν . Γ. Πολίτη, Παραδόσεις, τ. Α’, Εν Αθήναις 1904, σελ. 29, αριθ. 45. Αναδημοσιεύσεις: (α) Β. Ψ ι λ ά κ η ς. Ιστορία της Κρήτης…, τ. Α’, Εν Χανίοις 1909, σελ. 206. (β) Μ. Γιαλουράκης, Κρήτη, Αθήνα I960, σελ. 51 (χωρίς μνεία πηγής).

[vi] Βλέπε Στίλπων Π. Κυριακίδης, Κυπριακοί Επωδαί, «Λαογραφία» 6 (1917-8), σελ. 610.

[vii] Βλέπε Ευαγγ. Κ. Φ ραγκ ά κ ι. Συμβολή στα λαογραφικά της Κρήτης, Αθήνα 1949, σελ. 48.

[viii] Βλέπε Fritz Pradel, Griechische und Süditalienische Gebete, Beschwörungen und Rezepte des Mittelalters, Giessen, A. Töpelmann 1907, σελ. 21.

[ix] Στην περίπτωση της ευβοϊκής παράδοσης, για τα χίλια μοναστήρια, νομίζω ότι απλώς αιτιολογείται η ονομασία «Χιλιαδού» του χωριού, με το χιλιοστό μοναστήρι, που υποτίθεται ότι έκτισε εκεί η Θεοδώρα.

[x] Υπάρχουν πολλά παραδείγματα. Θ’ αρκεστούμε μόνο σε δύο (ένα ελληνικό και ένα ξένο), στα οποία χρησιμοποιείται ο τετραψήφιος 2222: (α) Κ . Γ ε ω ρ γ ί ζ α ς, 2222 Ερωτήσεις και Απαντήσεις Χημείας, Αθήνα 1972. (β) S.E.M. Camille Gorgé, Voyage de 2222 kilomètres en Anatolie, Ankara 1951.

[xi] Πολυάριθμα, που έχουμε συγκεντρώσει, θ’ αποτελέσουν αντικείμενο παρόμοιας μ’ αυ­τήν εργασίας μας.

[xii] Από τη συλλογή των δημοτικών παραδόσεων του χωριού μου Ανώπολη Σφακίων Κρή­της (ανέκδοτη).

[xiii] Βλέπε Π. Γ. Βλαστός, Ο Γάμος εν Κρήτη…, Εν Αθήναις 1893, σελ. 158, λ. κολαΐνα = ——, Νέαι ανακαλύψεις λειψάνων Κρητικού Θεάτρου. Απολλώνιος και Αρχιστράτη, «Κρητικός Λαός» I (1909), σελ. 39, σημ. 12.

[xiv] Παράβαλε: «Προς τα τέλη της πρώτης μεταχριστιανικής χιλιετηρίδας, το Δεκέμβριο του έτους 999 μ.Χ., πολλοί άνθρωποι απ’ τις χριστιανικές χώρες πίστεψαν ότι επίκειται το τέλος του κόσμου και προετοιμάστηκαν να το υποδεχτούν με ασυνήθιστο τρόπο…» (C. Berlitz, 1999: Η συντέλεια, Αθήνα, Ωρόρα 1981, σελ. 19).

[xv] Μόνο για την αρχαία «Κακιά Σκάλα» των Δελφών συνάντησα να λέγεται πως είναι «με χίλια κι ακόμα σκαλοπάτια» (πάντως όχι 999). Βλέπε: Γεώργιος Ε. Καψάλης, Στη Φωκίδα του 1851…, Αθήνα 1974, σελ. 31.

 

Πηγή


 

  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα Ι (1992), έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »