Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ιστορία’

Η δίκη του Σωκράτη


 

Σωκράτης

Προς το τέλος του 400 π.Χ., ένας άσημος ποιητής των Αθηνών, ο Μέλητος, κατέθεσε στον αρμόδιο άρχοντα βασιλέα τη λεγόμενη «γραφή ασεβείας» εναντίον του Σωκράτη. Ανάμεσα στην αρχή με τα μέσα Ιανουαρίου του 399 π.Χ. πρέπει να τοποθετηθεί η κλήση και η εμφάνιση του Σωκράτη ενώπιον του άρχοντα βασιλέα για προανάκριση. Κάποιο πρωί λοιπόν του Ιανουαρίου, ο Σωκράτης, αφού πρώτα πέρασε από το Λύκειο, όπου συζήτησε με τον Θεόδωρο και τον Θεαίτητο για την ουσία της επιστήμης, στη συνέχεια κατευθύνθηκε στην Αγορά, όπου – στη λεγόμενη Βασίλειο Στοά- είχε την έδρα του ο άρχων βασιλεύς, αρμόδιος γι’ αδικήματα κατά των θεών.

Εκείνη την εποχή οι δημοκρατικοί πολίτες των Αθηνών διακατέχονταν από ανασφάλεια, μήπως ανατραπεί και πάλι το δημοκρατικό πολίτευμα. Πα­ραλλήλως αρκετοί απ’ αυτούς, που μόλις είχαν επιστρέψει από τους τόπους αυτοεξορίας τους, ήταν διαποτισμένοι από μίσος εναντίον εκείνων που, στη διάρκεια της δικής τους απουσίας, είχαν προκαλέσει τη δήμευση των περιουσιών τους και τις είχαν οικειοποιηθεί, ενώ οι αρχικοί δικαιούχοι αδυνατούσαν ήδη να τις ανακτήσουν, εμποδιζόμενοι από το ψήφισμα του Αρχίνου για την αμνηστία, το οποίο φαίνεται πως είχε υπαγορευθεί από το βασιλέα της Σπάρτης Παυσανία, προκειμένου η Σπάρτη ν’ αναγνωρίσει την αποκατάσταση των δημοκρατικών θεσμών στην Αθήνα, μετά τη φυγή των Τριάκοντα τυράννων.

Έτσι λοιπόν πολλοί δημοκρατικοί, που μόλις είχαν επιστρέψει από την αυτοεξορία τους, δεν έβρισκαν άλλο τρόπο για να καταγγείλουν τους ολιγαρχικούς αντιπάλους τους, καθώς κι όσους είχαν ωφεληθεί από εκείνους, παρά μόνο με το πρόσχημα της ασέβειας έναντι των θεών, κατά το ψήφισμα του Διοπείθη, που είχε ψηφίσει η εκκλησία του δήμου το 431 π.Χ., δηλαδή ν’ ασκείται «εισαγγελία» κατ’ εκείνων που δεν πίστευαν στα θεία, όπως και κατ’ εκείνων που ερευνούσαν τ’ αντικείμενα τ’ ουρανού.

Κατά την αθηναϊκή νομοθεσία, όταν κάποιος κατέθετε στον αρμόδιο άρχοντα (εδώ στον άρχοντα βασιλέα) «γραφή», εκείνος τον πρόσταζε να την επιβεβαιώσει ενόρκως. Ο γραμματέας τηρούσε πρακτικό, το οποίο κατέγραφε – με αντίστροφη χάραξη- σε πλάκα κεριού. Στη συνέχεια έριχνε καρβουνόσκονη σ’ αυτή την πλάκα και την αποτύπωνε σε σανίδα, την οποία αναρτούσε στον ξύλινο περίβολο του μνημείου των Επώνυμων Ηρώων, ώστε να μπορεί να διαβάσει την εκκρεμούσα καταγγελία κάθε επισκέπτης της Αγοράς. Παραλλήλως ο κατήγορος κατονόμαζε τους συνηγόρους και τους μάρτυρές του.

Ο άρχων βασιλεύς καθόριζε τη σειρά της προανάκρισης με κλήρωση και στη συνέχεια καλούσε τον κατηγορούμενο, τον ενημέρωνε και τον παρακινούσε, εφ’ όσον απέκρουε την κατηγορία, να ετοιμάσει έγγραφη συνοπτική ομολογία, την «αντιγραφή» μεν, αν ο κατηγορούμενος περιοριζόταν μόνο στο ν’ αποκρούσει τις κατηγορίες της «γραφής» σε ουσιαστικό επίπεδο, την «παραγραφή» δε, αν εναντιωνόταν στο παραδεκτό της κατηγορίας, κυρίως – στην περίπτωση του Σω­κράτη –    αν θα   επικαλούνταν ότι η κατηγορία γι’ ασέβεια και διαφθορά των νέων ήταν εικονική και ότι πραγματικός λόγος της δίωξής του ήταν η μομφή της συνεργασίας με το καταρρεύσαν τυραννικό καθεστώς, κάτι που ενέπιπτε στις διατάξεις για την αμνηστία.

Για την ετοιμασία της «αντιγραφής» ή και της «παραγραφής» ο άρχων βασιλεύς παρείχε στον κατηγορούμενο επαρκή προθεσμία. Γνωρίζουμε ότι η προθεσμία για κατηγορίες φόνου ήταν αρχικώς ενός μηνός, με δυνατότητα δύο διαδοχικών ανανεώ­σεών της, δηλαδή συνολικώς έως τρεις μήνες. Στη συνέχεια ο άρχων βασιλεύς καλούσε σε προανάκριση τους συνηγόρους και τους μάρτυρες του κατηγορουμένου.

Ως συνήγοροι του Μέλητου εμφανίστηκαν ο Άνυτος και ο Λύκων. Ο Άνυτος ήταν πλούσιος βυρσοδέψης και – στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου- είχε διατελέσει στρατηγός. Κατά την τυραννία των Τριάκο­ντα είχε καταφύγει μαζί με τον Θρασύβουλο και άλλους δημοκρατικούς Αθηναίους αυτοεξόριστους στο φρούριο της Φυλής. Το τυραννικό καθεστώς είχε δημεύσει την περιουσία του, την οποία δεν μπόρεσε ν’ ανακτήσει μετά την πτώση της τυραννίας. Επιστρέφοντας στην Αθήνα βρήκε το γιο του, τον Ανθεμίωνα, προσκολλημένο στον κύκλο του Σω­κράτη. Εκείνος προσπάθησε να τον πείσει να μάθει την τέχνη του βυρσοδέψη. Μα ο νέος δεν ήθελε. Ήταν συνεπαρμένος από τη διδασκαλία του Σω­κράτη κι ήθελε ν’ α­σκηθεί και ν’ αναδειχθεί σε στοχαστικό φιλόσοφο. Ο πα­τέρας του, ο Άνυτος, αγρίεψε. Μίλησε σκληρά στο παιδί. Ακόμη πιο επιθετικά στον Σωκράτη. Εκείνος ήταν αμείλικτος. Τον επιτίμησε πως έπρεπε να ντρέπεται. Αυτός, που είχε τιμηθεί από την πόλη με τόσες τιμές, δεν είχε το δικαίωμα να καταδικάσει το ανήσυχο πνεύμα του γιου του στο ταπεινό επάγγελμα του βυρσοδέψη. Υπερίσχυσε η θέληση του Άνυτου. Δια της βίας τον απέσπασε από τον κύκλο του Σωκράτη, αλλά ο Ανθεμίων περιέπεσε σε μελαγχολία και τα βράδια μεθούσε στις ταβέρνες. Αυτούς τους δύο λόγους είχε λοιπόν ο Άνυτος για να τρέφει αδυσώπητο μίσος κατά του Σωκράτη, αφού κι αυτός ήταν ένας από εκείνους που σιώπησαν, σαν να μη συνέβαινε τίποτε το ανώμαλο, κατά τη σκοτεινή περίοδο της τυραννίας.

Οπωσδήποτε ο Σωκράτης, όταν κλήθηκε από τον άρχοντα βασιλέα κι έλαβε προθεσμία για να ετοιμάσει κείμενο «αντιγραφής» ή και «παραγραφής», άφησε να περάσει άπρακτη όλη η προθεσμία της προανάκρισης.

 

Ο Σωκράτης με τους μαθητές.

 

Στην ξενοφώντεια Απολογία εμφανίζεται ο Ερμογένης να επιπλήττει τον Σωκράτη, γιατί δεν ασχολείται με την ετοιμασία της απολογίας του, εκείνος δε ν’ απαντά ότι αρχικώς είχε δοκιμάσει να την ετοιμάσει, αλλά ότι τελικώς τον εμπόδισε το Δαιμόνιό του ν’ ασχοληθεί με την ετοιμασία της. Όταν λοιπόν – ερήμην του Σωκράτη- ολοκληρώθηκε η ανάκριση, ο άρχων Βασιλεύς όρισε – και πάλι με κλήρωση- δικάσιμο και εισήγαγε την υπόθεση στην Ηλιαία προς εκδίκαση.

Κατά την επικρατούσα εκδοχή, ο Σωκράτης δικάστηκε από την Ηλιαία, εκεί όπου σήμερα είναι τα ερείπια του λεγόμενου «τετράγωνου περιβόλου», ενός ασκεπούς περιμανδρωμένου χώρου, μέσα στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών, ανάμεσα στη Μέση και τη Νότια Στοά.

Σωκράτης, λεπτομέρεια από τη Σχολή των Αθηνών του Ραφαήλ, 1509.

Στην αρχαία Αθήνα, όταν οι νέοι συμπλήρωναν το 18ο έτος της ηλικίας τους, κατατάσσονταν για δύο χρόνια στην τάξη των εφήβων, οπότε οδηγούνταν στο σπήλαιο της Αγραύλου, στη βόρεια πλευρά της Ακρόπολης κι εκεί έδιδαν τον ιερό όρκο του Αθηναίου εφήβου, διαβεβαιώνοντας, ανάμεσα σ’ άλλα, και ότι θα υπερασπίζονται τα ιερά και τα όσια, καθώς και τις ιερές πατροπαράδοτες αρχές. Ήταν λοιπόν οι πάτριες θρησκευτικές παραδόσεις αναπόσπαστο κομμάτι των καθιδρυμένων θεσμών της πόλης, τους οποίους όφειλε κάθε πολίτης, όχι μόνο να σέβεται και να τιμά, αλλά και να υπερασπίζεται εναντίον κάθε επιβουλής, και μόνος και μετά πολλών.

Βεβαίως ο νόμος δεν προσδιόριζε με σαφήνεια ποια συγκεκριμένα πραγματικά γεγονότα συνιστούσαν το αντικείμενο της ποινικής δίωξης. Έτσι οι ένορκοι λαϊκοί δικαστές της αθηναϊκής πολιτείας είχαν ευρύτατη δικαιοπλαστική ελευθερία, με μόνο περιορισμό τον όρκο τους ότι, όπου δεν υπάρχει σαφής νόμος, θα δικάσουν κατά κρίση αγαθού ανδρός. Η γραφή ασεβείας λοιπόν ήταν μια νομικώς βάσιμη κατηγορία. Απέμενε μόνο ν’ αποδειχθεί και η ουσιαστική βασιμότητά της κατά τη δίκη.

Για τη διαφθορά των νέων, ως εγκληματική πράξη, δεν έχουμε πληροφορίες αν υπήρχε ειδική νομοθετική πρόβλεψη. Το πιθανότερο είναι πως συνιστούσε ειδικότερη εκδήλωση του κεντρικού αδικήματος της ασέβειας, με την έννοια ότι ο Σωκράτης υπονόμευε την πίστη των νέων στις θρησκευτικές και δημοκρατικές αξίες, που συγκροτούσαν την ιδεολογική τάξη της πόλης.

Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσματα του δικονομικού συστήματος της αθηναϊκής πολιτείας ήταν τ’ ακόλουθα:

α) Οι δικαστές που συγκροτούσαν τότε τα δικαστήρια ήταν ο ανώνυμος λαός. Το όνομα κάθε Αθηναίου πολίτη, που είχε συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του, και με την επιφύλαξη ότι δεν είχε στερηθεί από τα πολιτικά του δικαιώματα, όπως επίσης ότι δεν ήταν οφειλέτης του δημοσίου, έμπαινε κάθε χρόνο στην κληρωτίδα, από όπου κληρώνονταν έξι χιλιάδες πολίτες (600 από κάθε μία από τις 10 φυλές) και κατανέμονταν με νέα κλήρωση σε δέκα τμήματα, ήδη ανεξαρτήτως φυλής. Από χους 600 δικαστές κάθε σχήματος οι 500, μαζί με τον αρμόδιο (εκλεγμένο για ένα χρόνο) άρχοντα – στην περίπτωση του Σωκράτη, τον άρχοντα βασιλέα- ως πρόεδρο, συγκροτούσαν το δικαστήριο της Ηλιαίας, ενώ οι υπόλοιποι 100 παρέμεναν αναπληρωματικοί, για την περίπτωση κωλύματος κάποιου από εκείνους που είχαν κληρωθεί ως τακτικοί.

β) Καμιά δίκη δεν μπορούσε να μπαίνει σε κίνηση με την πρωτοβουλία κρατικού οργάνου, αλλά αποκλειστικά και μόνο με αναφορά (γραφή) του ενδιαφερόμενου πολίτη.

γ) Οι δικαστές, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους για την εκδίκαση της εκάστοτε νέας υπόθεσης, έδιναν τον ακόλουθο όρκο:

Θα δώσω τη δικαιοδοτική μου ψήφο σύμφωνα με τους νόμους και τα ψηφίσματα του δήμου των Αθηναίων και της Βουλής των πεντακοσίων και όπου δεν υπάρχει νομοθετική πρόβλεψη, σύμφωνα με την πιο δίκαιη λύση (…) δίχως να κάνω χάρες και δίχως να επηρεάζομαι από έχθρες (…) Δεν θα δεχθώ δώρα εξαιτίας των δικαστικών μου καθηκόντων, ούτε άμεσα ο ίδιος ούτε δια μέσου άλλου προσώπου, ούτε θ’ ανεχθώ να λάβει άλλος δώρα μ’ επί­γνωσή μου, με οποιαδήποτε μεθόδευση ή τέχνα­σμα (…) Και θ’ ακούσω με προσοχή τόσο τους κα­τηγόρους όσο και τους απολογουμένους εξ ίσου, και θα ψηφίσω αποκλειστικά για το αντικείμενο της διεξαγόμενης δίκης.

Αυτό το δικονομικό σύστημα των Αθηνών παρουσιάζει και πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα έναντι των σύγχρονων δικονομικών εγγυήσεων.

 

α) Υστερούσε κατά το ότι:

– οι δικαστές δεν ήταν επαγγελματίες δικαστές, δεν είχαν λοιπόν ειδική νομική παιδεία, ενώ εξάλλου:

– μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας, δεν συνήρχοντο σε διάσκεψη·

– δεν κατέγραφαν αιτιολογικό της απόφασής τους και

– η ενδεχομένως λαθεμένη κρίση τους δεν υπέκειτο σε προσβολή με οποιοδήποτε ένδικο μέσον ε­νώπιον ανώτερου δικαστηρίου.

 

β) Υπερτερούσε όμως κατά το ότι:

– οι δικαστές ήταν πάρα πολλοί (501), έτσι που να συγκροτούν όντως ένα μεγάλο και αξιόπιστο δείγμα της κοινής γνώμης·

– κληρώνονταν την τελευταία στιγμή πριν από τη δίκη και εισέρχονταν αμέσως στο χώρο του δικαστηρίου, κι έτσι κανένας δεν μπορούσε να τους πλησιάσει και να χους επηρεάσει·

– περιορίζονταν μόνο στο να ψηφίσουν, και μάλιστα στο πλαίσιο μυστικής ψηφοφορίας, έτσι που ήταν αδύνατο να μείνουν εκτεθειμένοι σε αντεκδικήσεις, αφού ήταν αδύνατο να βρεθεί τι είχε ψηφίσει καθένας τους·

– με το να μην αιτιολογούν τη μυστική ψήφο τους είχαν ευρύτατα περιθώρια να κρίνουν με μέτρο τις αρχές της επιείκειας, στις οποίες ασφαλώς τους παρακινούσαν οι συναισθηματικές φορτίσεις που τους προκαλούσαν οι εκάστοτε κατηγορούμενοι, καθώς προσέρχονταν συνοδευόμενοι από τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά τους. Με άλλα λόγια, οι δικαστές της Ηλιαίας ήταν κατά κανόνα αθωωτικοί, όμοια όπως κατά κανόνα είναι αθωωτικοί στην εποχή μας και οι ένορκοι, ιδίως όπως ήταν, όταν συγκροτούσαν το αμιγές ορκωτό κακουργιοδικείο· και

– οι διάδικοι, και ιδίως ο κατηγορούμενος, είχαν απεριόριστη ελευθερία λόγου, μέσα στον ίσο χρόνο που τους παρείχετο, με μέτρο την κλεψύδρα (περίπου τρεις ώρες κάθε διάδικη πλευρά). Μπορούσαν να χλευάζουν ή και να καθυβρίζουν τους δικαστές, δίχως εκείνοι να έχουν εξουσία να τους διακόψουν. Μπορούσαν να υποβάλλουν ερωτήσεις στον αντίδικο, στους συνηγόρους του ή στους μάρτυρες, δίχως το δικαστήριο να έχει εξουσία ν’ απαγορεύσει κάποια ενοχλητική ερώτηση ως άσχετη. Εξάλλου, ενώ οι διάδικοι είχαν δικαίωμα ν’ απευθύνουν ερωτήσεις μεταξύ τους, αντιθέτως οι δικαστές δεν είχαν εξουσία να υποβάλλουν ερωτήσεις. Περιορίζονταν στο ν’ ακούν και να ψηφίζουν δίχως προηγούμενη διάσκεψη, όπως έκαναν και στην εκκλησία του δήμου.

Πορτραίτο του Σωκράτη.

Η δίκη του Σωκράτη, όπως όλες οι δίκες ενώπιον της Ηλιαίας, τελείωσε την ίδια ημέρα που άρχισε. Πρώτος έλαβε το λόγο ο Μέλητος, που είχε καταθέσει τη σχετική καταγγελία. Στη συνέχεια μίλησαν οι συνήγοροί του Άνυτος και Λύκων, ενώ εξάλλου είναι βέβαιο πως εξετάστηκαν και μάρτυρες, τους οποίους ο Σωκράτης κατήγγειλε ως επίορκους ψευδομάρτυρες.

Δεν έχουμε όμως στοιχεία ως προς το τι κατέθεσαν στο δικαστήριο οι συνήγοροι και οι μάρτυρες του Σωκράτη, παρά μόνο για έναν: τον αδελφό του Χαιρεφώντα, ο οποίος κατά την πρώτη απολογία του Σωκράτη προτείνεται να μαρτυρήσει και να επιβεβαιώσει ότι ο – ήδη προαποβιώσας – Χαιρεφών είχε μεταβεί στο μαντείο των Δελφών, είχε υποβάλει το ερώτημα ποιος ήταν ο σοφότερος άνθρωπος, κι είχε λάβει την απάντηση ότι σοφότερος όλων είναι ο Σωκράτης, κάτι που τον πειθανάγκασε να ελέγχει τους Αθηναίους για να βεβαιωθεί κατά τι αυτός θεωρείται από τον Απόλλωνα ως ο σοφότερος όλων, μολονότι ένα μόνον ήξερε καλά, πως τίποτε δεν ήξερε.

Η πρώτη (και κύρια) απολογία του Σωκράτη, έτσι όπως μας την παρέδωσε ο Πλάτων, έχει τέσσερις στόχους, δηλαδή ν’ αποκρούσει:

α) τη διαβολή που επί δεκαετίες σερνόταν εξωδίκως εναντίον του, από τότε που ο Αριστοφάνης τον είχε σατιρίσει με τις Νεφέλες του ως άθεο και κερδοσκόπο σοφιστή, που διδάσκει τους νέους ν’ απολακτίζουν την πατρική εξουσία, υπό την οποία διατελούσαν,

β) την κατηγορία ότι δήθεν δεν πιστεύει στους πατροπαράδοτους θεούς, αλλά σε καινούργιες θεότητες,

γ) την κατηγορία ότι διαφθείρει το ήθος των νέων, και

δ) την υποχθόνια κατηγορία ότι διαπνέεται από αντιδημοκρατικά φρονήματα, έτσι ώστε να είναι επικίνδυνος για το δημοκρατικό πολίτευμα.

Μετά την πρώτη απολογία του Σωκράτη οι δικαστές αποσύρθηκαν σε ψηφοφορία, με το ερώτημα αν είναι ένοχος ή αθώος των αποδιδόμενων σ’ αυτόν δύο κατηγοριών, της ασέβειας και της διαφθοράς των νέων. Από τους 501 δικαστές ψήφισαν 280 πως είναι ένοχος και 221 πως είναι αθώος. Επακολούθησαν οι προτάσεις επί της ποινής.

Κατά το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας, αν ο κατηγορούμενος κρινόταν ένοχος, τότε το δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να του επιβάλει ως εναλλακτική ποινή την εξορία ή σημαντική χρηματική ποινή, που ο ίδιος ο κατηγορούμενος αντιπρότεινε. Καθώς παρατηρεί ο Χέγκελ (Hegel), επρόκειτο για μια αξιοπρόσεχτη ιδιορρυθμία της αθηναϊκής δικονομίας, με τριπλό πλεονέκτημα: πρώτον, ότι παρωθούσε τον κατηγορούμενο ν’ αποδεχθεί την κρίση του δικαστηρίου που τον κήρυξε ένοχο, δεύτερον, ότι απάλλασσε την πόλη από τη βλαπτική παρουσία του και, τρίτον, επιβεβαίωνε το φιλάνθρωπο χαρακτήρα της αθηναϊκής νομοθεσίας, αφού την επιμέτρηση της ποινής την άφηνε στην κρίση του κατηγορουμένου, που είχε ήδη αποδεχθεί τη διαγνωσθείσα ενοχή του.

Ο Μέλητος πρότεινε – και πάλι – την ποινή του θανάτου. Ο Σωκράτης αρχικώς εξέφρασε την έκπληξή του πως μόνο τριάντα ψήφοι του έλειψαν για να κηρυχθεί αθώος. Στη συνέχεια, με τη συνηθισμένη ειρωνική διάθεσή του, πρότεινε, αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής, το δικαστήριο να ψηφίσει την ισόβια τιμητική σίτισή του στη θόλο, μαζί με τους πρυτάνεις, τους ολυμπιονίκες, τους διακεκριμένους φιλοξενούμενους της πόλης και την οικογένεια των τυραννοκτόνων. Μετά τις αποδοκιμασίες που προκάλεσε αυτή η προκλητική πρόταση, εξήγησε ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα ήθελε να εγκαταλείψει την πόλη ούτε του ήταν δυνατό να υποσχεθεί ότι θα έπαυε στο μέλλον να γίνεται ενοχλητικός με το δημόσιο έ­λεγχό του, ενώ εξάλλου δεν είχε χρήματα για να καταβάλει χρηματική ποινή, παρά μόνο μία και μοναδική μνα.

Τελικώς, όμως, κάτω από τις πιέσεις και την προθυμία των μαθητών του να πληρώσουν εκείνοι τη χρηματική ποινή, πρότεινε πρόστιμο τριάντα μνων. Μάλιστα, κατά τον Ξενοφώντα, αρνήθηκε να προτείνει χρηματική ποινή, επειδή κάτι τέτοιο θα ενείχε αποδοχή της ενοχής του, κάτι που εκείνος εξακολουθούσε ν’ αποκρούει. Και ακριβώς επειδή δεν αποδέχθηκε τη δικαστική διάγνωση της ενοχής του, η τελική αντιπρότασή του για χρηματική ποινή δεν ήταν δεσμευτική για το δικαστήριο.

Το δικαστήριο αποσύρθηκε και πάλι σε ψηφοφορία, το αποτέλεσμα της οποίας ήταν η καταδίκη του σε θάνατο με ψήφους 360 έναντι 141, δηλαδή ογδόντα δικαστές που – στην πρώτη ψηφοφορία – είχαν ψηφίσει υπέρ της αθωότητάς του, τώρα υπερψήφιζαν την πρόταση για τη θανατική καταδίκη του.

Στο διάστημα που μεσολάβησε ώσπου ο άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος του δικαστηρίου, μαζί με το γραμματέα να καταγράψουν το διατακτικό της καταδικαστικής απόφασης, ο Σωκράτης απευθύνθηκε για τελευταία φορά, τόσο στους καταδικαστικούς δικαστές όσο και στους αθωωτικούς. Όμως μόνο τους τελευταίους προσφώνησε (για πρώτη φορά) ως άνδρες δικαστές. Ως τότε σταθερά απευθυνόταν στο δικαστήριο της Ηλιαίας με την προσφώνηση άνδρες Αθηναίοι, δίνοντας δηλαδή έμφαση στην αποκλειστικώς πολιτική διάσταση της κρίσης τους.

Άγαλμα του Σωκράτη στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αξιοποίησε ο Σωκράτης τις δικονομικές δυνατότητες αποτελεσματικής υπεράσπισης που του παρείχε το δικονομικό σύστημα της αθηναϊκής πολιτείας; Η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα είναι απερίφραστα αρνητική, τόσο που να παρακινεί στη σκέψη ότι δεν επρόκειτο για δολοφονική δίκη, αλλά για δίκη ενσυνείδητης αυτοκτονίας, κάτω από την ακλόνητη πίστη του Σωκράτη πως αυτό ήταν το θέλημα του θεού. Ασφαλώς δεν ταίριαζε στο ήθος του Σωκράτη να κολακέψει τους δικαστές του. Δεν ήταν όμως απαραίτητο ούτε και να τους συμπεριφερθεί με τόση προκλητικότητα, όπως αυτή αναδύεται ιδίως μέσα από το δεύτερο μέρος της πλατωνικής Απολογίας του.

Το πιθανότερο είναι πως ο Σωκράτης είχε επίγνωση του ότι παιζόταν κωμωδία, με στόχο τον εξαναγκασμό του σε προσωρινή απομάκρυνσή του από την Αθήνα, καθώς όλοι ανέμεναν πως οι φίλοι του θα τον φυγάδευαν. Νομίζω λοιπόν ότι, πέρα από τους λόγους του αυτοσεβασμού, που ασφαλώς συνέτρεχαν και τον εμπόδιζαν να εξευτελιστεί, τρεπόμενος σε φυγή, πάντως στην υπεράσπισή του υφέρπουν και δύο δικές του αντιπροκλήσεις:

Πρώτον, να επιβεβαιώσει, τόσο στους συμπολίτες του όσο και στον ίδιο, τη σταθερή εμμονή του στο να μην επιτρέπει στον εαυτό του «ηττάσθαι υπό των ηδονών». Η αποφυγή της βίαιης θανάτωσής του και η επιβίωσή του σε ξένο τόπο ήταν – στα μάτια του κόσμου – ένα καλοδεχούμενο αγαθό. Αυτός όμως ασκείται ως την τελευταία αναπνοή του ν’ αποφεύγει «ηττάσθαι υπό των ηδονών».

Η δεύτερη αντιπρόκληση, την οποία ενέχει η ενσυνείδητη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να δεχτεί να τον φυγαδέψουν, εντοπίζεται, κατά τη γνώμη μου, στη μέχρις αναίδειας υπερβολική προκλητικότητά του απέναντι στους δικαστές του, ιδίως κατά τη δεύτερη απολογία του, έτσι που ν’ αποκλείσει τη διέξοδο του χρηματικού προστίμου, ώστε να εξωθηθούν οι δικαστές στο να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Και τότε εκείνος να τους αιφνιδιάσει, δίνοντάς τους το πιο ηχηρό μάθημα ήθους και πίστης στους θεσμούς, με το να συμμορφωθεί αδιαμαρτυρήτος με τη θανατική καταδίκη του. Στα δικά του μάτια αυτός ο αιφνιδιασμός θα ήταν η δική του δραματικά ειρωνική απάντηση στη φάρσα της δίκης του. Αλλά και το πιο δραστικό μάθημα στην πόλη, που – ως τότε – δεν είχε επίγνωση της δικής του μεγάλης προσφοράς προς αυτήν.

Δίχως να έχει χαρακτήρα αντιπρόκλησης, η ενσυνείδητη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να μεθοδεύσει την αποφυγή του, εδράζεται στη στέρεη πεποίθησή του πως ο θάνατος δεν ήταν κακό, όπως πιστεύει ο πολύς και αμαθής κόσμος. Πίστευε ότι η ψυχή επιστρέφει στο θεό, απ’ όπου είχε έλθει στη γη. Σ’ αυτό το σημείο όμως θα πρέπει να συνειδητοποιηθεί ότι ο Σωκράτης δεν βάδισε προς το θάνατο αποκλειστικώς επειδή – και στην έκταση που- τον διακατείχε η βεβαιότητα της ωφελιμιστικής σκέψης για την αθανασία της ψυχής, έτσι που να προσβλέπει σ’ ένα καλύτερο μεταθανάτιο βίο, στην άλλη διάσταση της ζωής. Ασφαλώς διακατεχόταν απ’ αυτή την ένθεη υπερβατική ενόραση. Αλλά δεν την είχε ανάγκη για να βαδίσει αγέρωχος προς το θάνατο. Η άφοβη επιλογή του Σωκράτη να βαδίσει προς το θάνατο, αντί του να συμβιβαστεί και να πά­ψει να γίνεται ενοχλητικός στους Αθηναίους με την ελεγκτική του μέθοδο, ήταν αξία καθ’ αυτή.

Μολαταύτα νομίζω πως κι ο ίδιος είχε επίγνωση του ότι ήταν όμηρος δικών του ασυγχώρητων παραλείψεων, κατά το παρελθόν, εξαιτίας των οποίων ο αυτοσεβασμός του τον πειθανάγκαζε ήδη να δεχθεί την ποινή του θανάτου ως δίκαιη τιμωρία. Με τη δική του φανατική μονομέρεια, δηλαδή του ν’ απέχει ενσυνειδήτως από την πολιτική αντιδικία και τις αγορεύσεις στην εκκλησία του δήμου, δεν είχε φροντίσει να μεταπείσει τους συμπολίτες του να καταργήσουν το ψήφισμα του Διοπείθη για τη γραφή ασεβείας. Είχε λοιπόν συνειδητοποιήσει πως τώρα πια ήταν πολύ αργά – ειδικά γι’ αυτόν, που τόσα χρόνια είχε σιωπήσει – για να κατηγορήσει το ψήφισμα του Διοπείθη ως άδικο.

Ήταν άδικη η δίκη του Σωκράτη; Η απάντηση είναι: και ναι και όχι.

α) Ήταν άδικη, στην έκταση που άλλη ήταν η φανερή και άλλη η υποκρυπτόμενη αληθινή κατηγορία, για την οποία καταδικάστηκε, μολονότι το αδίκημα των αντιδημοκρατικών φρονημάτων είχε αμνηστευθεί με το ψήφισμα του Αρχίνου.

β) Αλλά δεν μπορεί να χαρακτηριστεί η δίκη ως άδικη, επειδή καταδικάστηκε για δημόσιο προσηλυτισμό σ’ άλλες θεότητες, ξένες προς τους πάτριους θεούς, καθώς και για το δημόσιο ξεσηκωμό των νέων εναντίον της πατρικής αυθεντίας, δίχως κάτι τέτοιο να έχει αποδειχθεί, ειδικώς κατά τη διαδικασία ενώπιον της Ηλιαίας. Η κρίση του δικαστηρίου – σ’ όλες τις δικαζόμενες υποθέσεις, κι όχι μόνο του Σω­κράτη – ήταν σεβαστή ως δίκαιη, όχι επειδή έπειθε με την – έτσι κι αλλιώς ελλείπουσα – αποδεικτική τεκμηρίωσή της, αλλ’ αποκλειστικώς και μόνον επειδή εξέφραζε την κυρίαρχη στην πόλη γνώμη, όπως αυτή αποτυπωνόταν με την ετυμηγορία της πλειοψηφίας ενός δικαστηρίου, που το συγκροτούσαν πεντακόσιοι κληρωμένοι ένορκοι δικαστές και ο εκλεγμένος άρχων βασιλεύς, ως πρόεδρος. Κατά το λόγο που – και στη δική μας εποχή – η ετυμηγορία των πολιτών κατά τις βουλευτικές εκλογές δεν υπόκειται στις αξιολογικές εκτιμήσεις του δίκαιου ή άδικου, κατά τον ίδιο λόγο και η ετυμηγορία των πολιτών που συγκροτούσαν το δικαστήριο της Ηλιαίας ήταν ουδέτερη από την οπτική γωνία της δίκαιης ή άδικης κρίσης. Αρκούσε η άμεση δημοκρατική της νομιμοποίηση, ως εγγύηση διατήρησης της κοινωνικής ειρήνης.

γ) Δεν ήταν άδικη η κρίση των δικαστών της Ηλιαίας ότι ο Σωκράτης δεν πίστευε στην πατροπαράδοτη Θεολογία του Δωδεκαθέου, έτσι όπως αυτή είχε διαπλαστεί από τους ποιητές, και ιδίως από τον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο θεός του Σωκράτη – το δαιμόνιό του – είχε πνευματική διάσταση. Μ’ αυτή την έννοια εισήγε όντως νέα θεολογία. Και δεν περιοριζόταν στο να πιστεύει σ’ αυτή την πνευματική διάσταση της θεότητας. Με τη δύναμη του στοχασμού του, έτσι όπως επιθετικά τον εξέφραζε στο Λύκειο, στην Αγορά, στα συμπόσια και τους δρόμους της Αθήνας, έκανε ανοιχτή προπαγάνδα εναντίον της πατροπαράδοτης λατρείας του Δωδεκα­θέου. Γι’ αυτό το λόγο και στην πλατωνική Απολο­γία του επιμένει ιδιαιτέρως ότι εκείνος δεν υπήρξε δάσκαλος κανενός. Γνώριζε καλώς ότι η βασιμότητα της κατηγορίας γι’ ασέβεια δεν σχετιζόταν με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του, αλλά με τον επιθετικό προσηλυτισμό που έκανε για χάρη τους.

δ) Ούτε ήταν αβάσιμη, και συνακόλουθα άδικη, η κατηγορία πως καθιστούσε τους νέους ικανούς να προβληματίζονται και ν’ αναζητούν λύσεις, έξω απ’ το συντηρητικό φρόνημα των πατέρων τους. Και με τις δύο τούτες καινοτομίες του ο Σωκράτης ανήγαγε τη φιλοσοφία σε κέντρο αντίδρασης εναντίον του θρησκευτικού και του πολιτικού κατεστημένου της αθηναϊκής πολιτείας. Και φυσικό είναι πως αυτό το κατεστημένο αμύνθηκε αντεπιτιθέμενο.

Όσοι, παρ’ όλ’ αυτά, επιμένουν πως η δίκη και η καταδίκη ήταν άδικες, παραβλέπουν ότι – και στη δική μας εποχή – ένας επιθετικά ενοχλητικός διανοητής δεν θα είχε καλύτερη μεταχείριση.

 

 Κώστας Ε. Μπέης

Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η δίκη του Σωκράτη», τεύχος 86, 7 Ιουνίου 2001.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Θρησκεία και εθνική ταυτότητα στην Αλβανία. Η περίπτωση των Μπεκτασήδων


  

Γεώργιος Καστριώτης

Ο N. Malkolm στο άρθρο του «Myths of Albanian national identity»[i] προσδιορίζει την «αδιαφορία για τη θρησκεία» (indifference to religion) ως έναν από τους βασικούς μύθους, στη βάση των οποίων συγκροτήθηκε η αλβανική εθνική ταυτότητα (οι υπόλοιποι είναι: ο μύθος της καταγωγής, ο μύθος της εθνικής ομοιογένειας και της πολιτισμικής καθαρότητας και ο μύθος των διαρκών εθνικών αγώνων). Το μυθικό σχήμα που διέπει τις εθνικές ρητορικές με λίγα λόγια είναι το εξής: Η θρησκευτική επιλογή και προσκόλληση σε ένα θρησκευτικό δόγμα δεν ενδιέφερε ιδιαίτερα τους Αλβανούς, διότι η εθνική τους ταυτότητα συγκροτήθηκε ανεξάρτητα από τέτοιου είδους ταυτίσεις και είναι ριζωμένη στο αρχαίο Ιλλυρικό της παρελθόν. Παρότι ο Malkolm αναφέρεται στους Αλβανούς συγγραφείς των αρχών του εικοστού αιώνα που ζουν στην Αμερική, μπορούμε να πούμε ότι αυτό το στερεότυπο με διάφορες παραλλαγές αναπαράγεται στις εθνικές αφηγήσεις των Αλβανών από το τέλος του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα.

Από τις απαρχές του αλβανικού εθνικισμού παρατηρείται η προώθηση μιας συγκεκριμένης αντίληψης περί της θρησκείας και της εθνικής ταυτότητας, η οποία βρήκε την ιδανική της έκφραση σε ένα από τα ποιήματα του γνωστού εθνικιστή συγγραφέα Pashko Vasa, το O moj Shqypni (ω φτωχή μου Αλβανία): « Ξυπνείστε, Αλβανοί, ξυπνείστε απ’ τον βαθύ σας ύπνο. Ελάτε όλοι σαν αδερφοί να δώσουμε όρκο χωρίς να σκεφτόμαστε εκκλησιά η τζαμί. Η πίστη των Αλβανών είναι ο Αλβανισμός!»[ii]

Αυτή η άποψη αποτελεί βασικό και επαναλαμβανόμενο μοτίβο σε όλα τα κείμενα της αλβανικής Rilindja (Αναγέννηση), γεγονός που δείχνει από μόνο του ότι η θρησκεία κάθε άλλο παρά αδιάφορη ήταν. Το αντίθετο, απασχολούσε ως πρόβλημα σε σχέση με τη συγκρότηση μιας ενιαίας εθνικής ταυτότητας και την προώθηση της εθνικής εν γένει ενότητας. Και πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά, αφού για πολλούς αιώνες, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας, το βασικό κριτήριο για τη συγκρότηση  συλλογικών ταυτοτήτων, πέρα από την κλίμακα των μικρών κοινοτήτων, ήταν η θρησκεία. Ουσιαστικά μια ιδεολογική επιλογή και μια εθνική επιθυμία προβάλλεται εκ των υστέρων σε μια ιστορική πραγματικότητα που είναι διαφορετική. Αυτή άλλωστε είναι και η ενοποιητική λειτουργία των μύθων, οι οποίοι έπαιξαν έναν καταλυτικό ρόλο στη συγκρότηση των νεωτερικών εθνικών ταυτοτήτων.

Μπορούμε να παραπέμψουμε εδώ στη μπροσούρα του Μ. Konitza, που είναι αντιπροσωπευτικό κείμενο της αλβανικής «Αναγέννησης».  Γράφει λοιπόν αναφερόμενος στη θρησκεία τα εξής: « Ανάμεσα στα πολλά ψεύδη που διαδίδονται προκειμένου να στηριχτεί η άποψη ότι οι Αλβανοί δεν μπορούν να συγκροτήσουν ένα ανεξάρτητο κράτος είναι και η θέση ότι αυτοί είναι διαιρεμένοι από θρησκευτικές διαφορές …Παρόλα αυτά η Αλβανία είναι ίσως η μόνη χώρα στην Ευρώπη όπου η θρησκεία δεν έχει προκαλέσει καθόλου διχασμούς ανάμεσα στους κατοίκους, οι οποίοι έχουν παραμείνει ενωμένοι καθ’ όλη τη διάρκεια της εθνικής τους ιστορίας… Γάμοι ανάμεσα σε χριστιανούς και μουσουλμάνους είναι συνηθισμένοι στην Αλβανία… Χριστιανοί και μουσουλμάνοι μπορεί να βρεθούν στην ίδια οικογένεια, ζώντας ειρηνικά κάτω από την ίδια στέγη… Οι Έλληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι που, σε μεγάλους αριθμούς, εξισλαμίστηκαν, απαρνήθηκαν την εθνικότητά τους και έγινα πράγματι πιο Τούρκοι κι απ’ τους Τούρκους. Οι Αλβανοί παρέμειναν για πάντα Αλβανοί.»[iii]

Πράγματι, με τον καιρό ο μύθος «έπιασε τόπο» και η ιδέα της εθνικής ενότητας εξουδετέρωσε σταδιακά τους θρησκευτικούς διαχωρισμούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη θέση των θρησκευτικών αντιπαλοτήτων εμφανίζονται εθνοτικού τύπου διαφορές και συγκρούσεις που εκφράζουν ακριβώς την υποχώρηση του θρησκευτικού παράγοντα ως κυρίαρχου σε ό,τι αφορά τις σχέσεις των ομάδων. Παρατηρούνται για παράδειγμα εντάσεις ανάμεσα στους Αλβανούς χριστιανούς ορθόδοξους που αποκτούν έναν εθνικό προσανατολισμό και την ορθόδοξη εκκλησιαστική ιεραρχία, όπως και ανάμεσα στους εθνικιστές μπεκτασήδες του νότου και την σουνιτική ιεραρχία.[iv]

Pashko Vasa (1825 – 1892 )

Η κορύφωση αυτής της εθνικής προσπάθειας των Αλβανών να καταστήσουν τον ίδιο τον αλβανισμό θρησκεία, περιθωριοποιώντας τις  θρησκείες που διαιρούσαν το λαό, συμβαίνει στη διάρκεια του κομμουνιστικού καθεστώτος. Έχω την εντύπωση ότι η επιβολή του αθεϊσμού έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική-λενινιστική ιδεολογία και περισσότερο με τον ιδιότυπο εθνικισμό του Εμβέρ Χότζα, ο οποίος εξέλαβε κατά γράμμα τον ποιητικό λόγο του Pashko Vasa, καθιστώντας τον αλβανισμό θρησκεία και καταργώντας δια νόμου οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική πίστη και πρακτική.[v]

Χαρακτηριστική είναι και η πραγματικότητα της Αλβανίας κατά την μετα-κομμουνιστική περίοδο. Η ανάκαμψη των θρησκειών, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση την ενότητα του αλβανικού λαού, εάν επικρατούσαν διαιρετικές αντιλήψεις και τάσεις σχετικά με το ρόλο της θρησκείας. Η ίδια η αλβανική ταυτότητα έπρεπε να αντιμετωπίσει διλήμματα ταύτισης με τη μια ή την άλλη θρησκεία, γεγονός που είχε ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές διαστάσεις. Και εδώ είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσει κανείς πως, μπροστά στον κίνδυνο να επικρατήσουν διαιρετικές λογικές με βάση τις θρησκευτικές διαφοροποιήσεις στους κόλπους του έθνους, εμφανίζεται μια φιλολογία περί αλβανικού οικουμενισμού, η οποία αρδεύει στα ιδεολογικά νερά της σκέψης των πρωτοπόρων αλβανών εθνικιστών.

Ο S. Maliqi γράφει χαρακτηριστικά: «Εάν η γύμνια που άφησε πίσω ο Κομμουνισμός μπορεί να αντικατασταθεί από κάτι, από κάποιο είδος εθνικής πίστης ή πεποίθησης, τότε είναι η πίστη ότι οι Αλβανοί είναι ένα έθνος οικουμενισμού, συνεχίζοντας την παράδοση ανθρώπων όπως ο Naim Frashëri, ο  Fan Noli  και o Gjergj Fista».[vi]

Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι οι τρεις συγκεκριμένοι εκπρόσωποι της αλβανικής εθνικής κίνησης ανήκουν σε διαφορετικές θρησκευτικές ομάδες. Ο Naim Frasheri είναι μουσουλμάνος, ο Fan Noli ορθόδοξος και ο Gjergj Fista καθολικός χριστιανός. Αυτό που τους ενώνει και που τους προσανατολίζει στην υποβάθμιση του θρησκευτικού παράγοντα είναι η πίστη στην εθνική ιδέα και στην «αναγέννηση» του αλβανικού έθνους με τη μορφή ενός ενιαίου και ανεξάρτητου κράτους. Να σημειώσουμε επίσης ότι κατά κάποιον τρόπο από τις απαρχές του αλβανικού εθνικού κινήματος διαμορφώνεται ένα κλίμα μέσα στο οποίο οι επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες συναγωνίζονται μεταξύ τους ως προς τον αλβανισμό.

 

Naim Frashëri (1846 –1900)

 

Οι ορθόδοξοι χριστιανοί σ’ αυτό το πλαίσιο αρχίζουν να αναπροσδιορίζονται ως πιο γνήσιοι Αλβανοί, υποστηρίζοντας ότι ο ορθόδοξος χριστιανισμός είναι η παλιότερη θρησκεία των Αλβανών, ενώ αντίθετα οι μουσουλμάνοι συνεργάστηκαν και ταυτίστηκαν εν πολλοίς με τους Οθωμανούς (άλλωστε γι’ αυτό τους αποκαλούν ακόμα και σήμερα «Τούρκους»). Από την πλευρά τους οι μουσουλμάνοι θεωρούν ότι αυτοί είναι πιο γνήσιοι Αλβανοί, καθώς αποτέλεσαν τον πυρήνα της εθνικής αναγέννησης και σαν μεγάλοι πατριώτες αντιστάθηκαν στους Σέρβους που επιδίωξαν να διεισδύσουν και να καταλάβουν αλβανικά εδάφη. Για τους χριστιανούς αντίθετα υποστηρίζουν ότι οι μεν ορθόδοξοι ταυτίστηκαν με τους Έλληνες οι δε καθολικοί με τους Ιταλούς. Οι καθολικοί με τη δική τους σειρά διεκδικούν μεγάλο μερίδιο της αλβανικής γνησιότητας, επειδή διατηρούν ανέπαφα τα πατροπαράδοτα ήθη και έθιμα και ιδιαίτερα το αλβανικό εθιμικό δίκαιο με τους ανάλογους κώδικες τιμής (kanuni).[vii]

Παρατηρείται λοιπόν ένας υπερθεματισμός  των θρησκευτικών ομάδων σε σχέση με την ιδεολογία του αλβανισμού που τείνει να υποκαταστήσει τη θρησκευτική πίστη. Με την αποσύνθεση της οθωμανικής αυτοκρατορίας και την ανάδυση των εθνικών κινημάτων στη Βαλκανική οι Αλβανοί βρέθηκαν μπροστά σε μια κατάσταση υστέρησης ως προς την ανάπτυξη της δικής τους εθνικής αυτοσυνειδησίας και έτσι, έστω και καθυστερημένα, προσπαθούν να ξεπεράσουν τις όποιες θρησκευτικές και άλλες πολιτισμικές διαφορές και να διαμορφώσουν κι αυτοί μια κοινή εθνική πολιτισμική κοινότητα, η οποία θα στηρίζεται σε άλλα πράγματα και όχι στη θρησκεία που έτσι κι αλλιώς διαιρεί το έθνος. Η κοινή «φυλετική» καταγωγή  και η κοινή γλώσσα αποτέλεσαν τους δύο βασικούς πυλώνες, πάνω στους οποίους έμελλε να στηριχτεί η ανάπτυξη της κοινής εθνικής συνείδησης και ταυτότητας, ζητούμενο που προϋπέθετε βεβαίως τη δημιουργία ιδεολογικών μηχανισμών όπως τα σχολεία και την ανάπτυξη ενός κοινού γλωσσικού οργάνου και μιας εθνικής λογοτεχνίας.

Ο αδελφός του Naim Frasheri Sami το έθεσε με τον πιο επιτακτικό τρόπο σε βιβλίο που εξέδωσε στο τέλος του 19ου αιώνα. Γράφει χαρακτηριστικά: «Η Αλβανία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς τους Αλβανούς, οι Αλβανοί δεν μπορούν να υπάρξουν χωρίς την αλβανική γλώσσα, και η τελευταία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το δικό της αλφάβητο και χωρίς σχολεία».[viii]

Γεώργιος Καστριώτης- Σκεντέρμπεης

Ενδιαφέρον παρουσιάζει σ’ αυτό το πλαίσιο και η χρήση της ιστορίας, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τον εθνικό ήρωα των Αλβανών Gjergj KastriotiSkanderberg ( Γεώργιο Καστριώτη- Σκεντέρμπεη). Ο Σκεντέρμπεης καταγόταν από χριστιανική φεουδαρχική οικογένεια και από παιδί τον είχαν πάρει όμηρο οι οθωμανοί στην Πύλη, προκειμένου να διασφαλίσουν τη νομιμοφροσύνη των δικών του. Εκεί ανατράφηκε ως μουσουλμάνος, πήρε το όνομα Skanderberg και υπηρέτησε ως αξιωματικός τον Σουλτάνο, φτάνοντας ως το βαθμό του στρατηγού και κερδίζοντας τον τίτλο του μπέη. Το 1443 ο Σκεντέρμπεης επέστρεψε στην πατρίδα του στη σημερινή βορειοδυτική Αλβανία, αποκήρυξε το Ισλάμ, ενώθηκε με άλλους ευγενείς της περιοχής και με την υποστήριξη του Βατικανού και της Βενετίας αντιστάθηκε για πολλά  χρόνια,  κρατώντας τον οθωμανικό στρατό έξω από την περιοχή μέχρι το θάνατό του το 1468.[ix]

 Στο παράδειγμα του Σκεντέρμπεη οι Αλβανοί εθνικιστές βρήκαν βάση για να αναπτύξουν μια εθνική ρητορική και ιδεολογία περί εθνικής αντίστασης στους εχθρούς που επιβουλεύονται την ακεραιότητα της πατρίδας και την ενότητα του αλβανικού λαού. Η περίπτωση του Σκεντέρμπεη, εκτός από τα ηρωικά χαρακτηριστικά και τις αρετές που συμπυκνώνει, φαίνεται να «βολεύει» τον εθνικό μύθο και ως προς τα θρησκευτικά του χαρακτηριστικά, καθώς αλλαξοπίστησε επανειλημμένα. Μάλιστα είναι χαρακτηριστική η επιλεκτική χρήση των χαρακτηριστικών του, αφού αποσιωπάται το βασικό στοιχείο της ιστορίας του που είναι η αντίσταση ενός χριστιανού απέναντι στους μουσουλμάνους κατακτητές.  Η εικόνα του Σκεντέρμπεη φιλοτεχνείται με τα υλικά του εθνικού μύθου, όπου η θρησκευτική διάσταση της ταυτότητάς του υποβαθμίζεται. Πάνω του προβάλλεται ο ιδεώδης τύπος του Αλβανού που υλοποιεί ανά πάσα στιγμή το δόγμα  Ky është shpata është feja («εκεί που είναι το σπαθί εκεί και η πίστη»). Ο Fan Noli στο πολύ γνωστό και δημοφιλές βιβλίο του Historia e Skëndërbeut ( Η ιστορία του Σκεντέρμπεη) γράφει: « Ο Σκεντέρμπεης ήταν ένας γνήσιος Αλβανός αφού άλλαζε την θρησκευτική του πίστη ανάλογα με την πολιτική συγκυρία».[x]

Ακόμα και οι κομμουνιστές, στην προσπάθεια τους να σφυρηλατήσουν την εθνική ταυτότητα στο πλαίσιο ενός ιδιόρρυθμου εθνικισμού, συνέδεσαν το κίνημά τους με τους αγώνες του Σκεντέρμπεη ενάντια στις εξωτερικές επιβουλές. Μάλιστα, στο πλαίσιο μιας ρητορικής για τους συνεχείς και ακατάπαυστους αγώνες του αλβανικού λαού μέσα στην ιστορία, παραλληλίζουν την αντίσταση των παρτιζάνων κατά των δυνάμεων του Άξονα με αυτή του Σκεντέρμπεη εναντίον του Σουλτάνου, τονίζοντας τα στοιχεία της αυτοάμυνας και του «μοναχικού» ηρωικού αγώνα ως τεκμηρίων της συνέχειας του αλβανικού χαρακτήρα. Ενδιαφέρων είναι επίσης ο τρόπος με τον οποίο το καθεστώς, μέσω επιλεκτικής χρήσης, προσαρμόζει την ιστορία του Σκεντέρμπεη στις ιδεολογικές του ανάγκες. Έτσι αποσιωπά το γεγονός ότι ο αγώνας του ήταν κατ’ εξοχήν αντίσταση εναντίον των μουσουλμάνων κατακτητών, υποβαθμίζοντας έτσι τη θρησκευτική διάσταση, καθώς ο θρησκευτικός παράγοντας είναι διαιρετικός για το αλβανικό έθνος.

Πρόκειται για ένα κλασικό παράδειγμα «ανάγνωσης» του παρελθόντος με βάση τις ανάγκες του παρόντος. Ουσιαστικά  μια επιθυμία, ένα ζητούμενο του παρόντος, προβάλλεται στην ιστορική πραγματικότητα. Επειδή ακριβώς το καθεστώς γνωρίζει ότι η θρησκεία μπορεί να υπονομεύσει την ενότητα του λαού, καθώς η σύνθεσή του είναι πολύ-θρησκευτική, γι’ αυτό ακριβώς υιοθετεί το μύθο για την αδιαφορία του προς αυτή. Και αυτός ο μύθος προβάλλεται ακόμα και στον Σκεντέρμπεη, στου οποίου τους αγώνες κάθε άλλο παρά απουσίαζε η θρησκευτική διάσταση.[xi] Νομίζω ότι απόδειξη για το φόβο του καθεστώτος απέναντι στη θρησκεία και ουσιαστική αναίρεση της άποψης περί αδιαφορίας του λαού αποτελεί η ίδια η επιβολή της αθεΐας στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και η μανία με την οποία αυτό επιδόθηκε στην καταστροφή των θρησκευτικών ιδρυμάτων με αποκορύφωμα την ίδρυση «Μουσείου Αθεΐας» στη Σκόδρα, μια πόλη με έντονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην ιστοριογραφία της εποχής, θα διαπιστώσει εύκολα την προσπάθεια που γίνεται να προσαρμοστεί η ιστορία του Σκεντέρμπεη στα σύγχρονα ιδεολογικά ζητούμενα. Στο βιβλίο των Pollo και  Puto Ιστορία της Αλβανίας ο Σκεντέρμπεης παρουσιάζεται σαν Αλβανός πατριώτης που αγωνίζεται εναντίον των Τούρκων και όχι σαν χριστιανός που πολεμά εναντίον μουσουλμάνων. Όταν οι συγκεκριμένοι συγγραφείς αναγκάζονται να αναφερθούν στο θέμα της θρησκευτική ταυτότητας του Σκεντέρμπεη, σπεύδουν να ξεκαθαρίσουν ότι «ποτέ του δεν υπήρξε πρόμαχος της θρησκείας, όχι ότι ήταν αντιθρησκευόμενος ή αντικαθολικός, μα γιατί μια τέτοια στάση θα είχε ολέθρια αποτελέσματα στον εθνικό πόλεμο που διεξήγαν καθολικοί και ορθόδοξοι Αλβανοί.»[xii]

Στο ίδιο βιβλίο συναντά κανείς την επίσημη θέση του Κόμματος Εργασίας για τη θρησκεία και το ρόλο της στην ιστορία της Αλβανίας: «Το πρόβλημα του ιστορικού ρόλου της θρησκείας στην Αλβανία θα πρέπει να ιδωθεί κάτω από δύο θεμελιακές πλευρές. Οι Αλβανοί χωρισμένοι από τον 11ο αιώνα σε δύο θρησκείες (καθολικοί και ορθόδοξοι) και μετά από τον 15ο αιώνα σε τρεις (καθολικοί, ορθόδοξοι και μουσουλμάνοι), αντίθετα με τους άλλους  βαλκανικούς λαούς δε χωρίστηκαν σε τόσες ανάλογες εθνικότητες. Αυτή η ιδεολογική διαφοροποίηση, παρά τις νοσηρές συνέπειες που είχε τόσους αιώνες στη χώρα, δεν κατάφερε να εξαλείψει την εθνική συνείδηση των Αλβανών. Η Αλβανία παρόλο που ήταν χωρισμένη σε τρεις εχθρικές η μια για την άλλη θρησκείες, δε γνώρισε θρησκευτικούς πολέμους στην ιστορία της.

Ο Αλβανός έγραφε ο Λόρδος Χομπχάουζ, σύντροφος του Μπάυρον στα ταξίδια του Τσάιλντ Χάρολντ στην Αλβανία, θα σας πει στην αρχή ότι είναι Αλβανός και μετά ποια είναι η θρησκεία του. Το έντονο ένστικτο της διαφύλαξης της αλβανικής εθνικότητας, ο θρησκευτικός προσηλυτισμός που επιβλήθηκε στο λαό από τους καταχτητές και το σχετικά χαμηλό επίπεδο της μάζας των κληρικών, ήταν πιθανώς, οι παράγοντες που, μόνοι ή μαζί μ’ άλλους, εμπόδισαν το ρίζωμα της θρησκείας στην ψυχή των Αλβανών.

Οι σχετικά χαλαροί δεσμοί που είχαν οι Αλβανοί με τη θρησκεία, οφείλονταν επίσης στον πολιτικό ρόλο που έπαιξε η τελευταία. Αυτή είναι  η δεύτερη θεμελιακή πλευρά του ιστορικού τα ρόλου στην Αλβανία. Οι θρησκείες χρησιμοποιήθηκαν πάντα σαν ιδεολογικά  όπλα των κατακτητών, που από τη Δύση και από την Ανατολή τις έφεραν μαζί τους. Έτσι ήδη από την καταγωγή τους βρίσκονταν ανακατεμένες με την πολιτική, χρησιμεύοντας ως στήριγμα των εισβολέων και όργανο των δυνάμεων που ενδιαφέρονταν ώστε ο θρησκευτικός διαμελισμός των Αλβανών να παίξει έναν τελείως διαλυτικό ρόλο στο πολιτικό επίπεδο…»[xiii]

Με την κατάρρευση του καθεστώτος το 1991, το ζήτημα της θρησκείας επανέρχεται και συνδέεται, όπως είναι φυσικό, και με το θέμα της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών στο πλαίσιο αναζήτησης νέων προσανατολισμών. Η ιδέα ότι το αλβανικό κράτος είναι κοσμικό κράτος και ότι η θρησκεία δεν πρέπει να συνδέεται με την πολιτική, κάτι που συνάδει και με την κυρίαρχη εθνική ιδεολογία, τίθεται υπό συζήτησιν. Ο προσανατολισμός προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, σε ό,τι αφορά τις θρησκευτικές επιλογές, δεν είναι απλά ζήτημα πίστης αλλά θέτει ευρύτερα ζητήματα πολιτισμικής και πολιτικής ένταξης, γεγονός που προσλαμβάνει σημαντικές διαστάσεις στο πλαίσιο της γνωστής συζήτησης για τη «σύγκρουση των πολιτισμών», που επικεντρώνεται στην υποτιθέμενη διαπάλη μεταξύ του δυτικού χριστιανικού κόσμου και του ανατολικού ισλάμ, όπου τα Βαλκάνια ως οριακή περιοχή με σημαντικές «ισλαμικές νησίδες» αποκτούν μια νέα επικαιρότητα και σημασία.

Το ερώτημα πράγματι τίθεται: Quo vadis Albania? Ο απαντήσεις διάφορες και ανάλογες της οπτικής γωνίας και της πολιτικής επιλογής του καθενός. Μια  πρόχειρη σχηματοποίηση θα μας έδινε τρεις βασικά απόψεις.

Η πρώτη μπορεί να χαρακτηριστεί ως «ευρωκεντρική» και αξιοποιεί το αθεϊστικό παρελθόν, χρησιμοποιώντας το ως μηδενική βάση για την ανάπτυξη μιας νέας κατά βάση χριστιανικής ταυτότητας που θα βλέπει προς τη Δύση. Σ’ αυτό το πλαίσιο οι καθολικοί υποστηρίζουν ότι  καθολικισμός είναι ο πιο κατάλληλος δρόμος ένταξης στην ευρωπαϊκή πολιτισμική κοινότητα, αφού αποτελεί την κυρίαρχη μορφή θρησκευτικής έκφρασης στην Ευρώπη. Η ορθοδοξία δεν μπορεί να εξυπηρετήσει τόσο καλά το σκοπό αυτό λόγω του περιθωριακού της ρόλου στην Ευρώπη αλλά και της ίδιας της πολιτισμικής υπόστασης. Είναι χαρακτηριστικό ότι την άποψη αυτή την υποστηρίζουν διανοούμενοι χριστιανικής και μουσουλμανικής καταγωγής, μεταξύ αυτών και ο Ισμαήλ Κανταρέ. Είναι μια άποψη που, εκτός των άλλων, συνάδει και με μια συγκεκριμένη ανάγνωση της περίπτωσης του Σκεντέρμπεη, ιδιαίτερα ως προς τη διάσταση της επιλογής μεταξύ Δύσης και Ανατολής. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό αυτό, παραπέμπω και πάλι στους Pollo και Puto, οι οποίοι χρόνια πριν και επί καθεστώτος Χότζα έγραφαν: « Κανείς δεν μπορεί ν’ αμφισβητήσει το ρόλο που έπαιξε ο Σκεντέρμπεης στις συνθήκες που δημιούργησε η οθωμανική κάθοδος στην ίδια την καρδιά της Ευρώπης, σαν υπερασπιστή του ευρωπαϊκού πολιτισμού και στρατιώτη της Αναγέννησης…».[xiv]

 

Γεώργιος Καστριώτης, αποκαλούμενος και Σκεντέρμπεης

 

Η δεύτερη άποψη σχεδόν ταυτίζεται με την κυρίαρχη αντίληψη περί της εθνικής ταυτότητας των Αλβανών, που προβάλλει τον πολύ-θρησκευτικό  της χαρακτήρα από τη μια αλλά και τη μικρή σημασία που έχει θρησκεία στη συγκρότηση της αλβανικής εθνικής ταυτότητας. Σ’ αυτή τη βάση υποστηρίζεται τόσο ο θρησκευτικός πλουραλισμός και η ανεξιθρησκία όσο και ο διαχωρισμός της θρησκείας από την πολιτική.

Η τρίτη άποψη είναι λιγότερο διαδεδομένη και αφορά τη σχέση του αλβανισμού με το ισλάμ («ισλαμο-εθνικισμός»). Παρουσιάζει μάλιστα  ενδιαφέρον η προσπάθεια των εκφραστών της να αποσείσουν το στίγμα της ταύτισης των μουσουλμάνων Αλβανών με τους Οθωμανούς, υποστηρίζοντας ότι ο εξισλαμισμός συνιστούσε «εθνική στρατηγική» για την αποφυγή του εκσλαβισμού ή εξελληνισμού του αλβανικού λαού. Προφανώς αυτή η άποψη έχει έναν αντιδυτικό χαρακτήρα και γι’ αυτό δεν μπορεί να κερδίσει έδαφος, δεδομένου του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.[xv]

 

Η περίπτωση των Μπεκτασήδων

 

Και οι μπεκτασήδες; Που εντάσσονται σ’ όλα αυτά οι μπεκτασήδες; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Και πρώτα από όλα τι είναι οι μπεκτασήδες. Ο R. Elsie στο βιβλίο του A Dictionary of Albanian religion, mythology, and folk culture αναφέρει σε γενικές γραμμές τα ακόλουθα:

Το τάγμα των μπεκτασήδων λέγεται ότι ιδρύθηκε στην Ανατολία από τον Haji Bektash Veli που έζησε τον 13ο αιώνα. Με την επέκταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας απλώθηκε και στα Βαλκάνια. Πολύ λίγα ξέρουμε για την πρώιμη παρουσία του μπεκτασισμού στην Αλβανία αλλά μπορούμε να υποθέσουμε ότι εδραιώθηκε στα τέλη του 16ου μέχρι τα μέσα του 17ου αιώνα.

Οι Αλβανοί ήσαν ιδιαίτερα δεκτικοί σε ορισμένα χαρακτηριστικά του, όπως η ανεκτικότητα και ο σεβασμός στις διαφορετικές θρησκείες και στις πρακτικές τους. Επιπλέον, αντίθετα με τις πρακτικές του ορθόδοξου ισλάμ (Sunni), που ταυτιζόταν με την οθωμανική εξουσία και την αραβική γλώσσα, ο μπεκτασισμός έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και σεβασμό στους τοπικούς πολιτισμούς και τις γλώσσες.

Ο μπεκτασισμός γνώρισε μεγάλη διάδοση τα χρόνια του Αλή Πασά, που ήταν και ο ίδιος μπεκτασής, για να διαδραματίσει έναν πρωταγωνιστικό ρόλο στην κίνηση της «εθνικής αναγέννησης» (Rilindja) των Αλβανών τον 19ο αιώνα. Εκτιμάται ότι στις αρχές του 20ού αιώνα το 15% του αλβανικού πληθυσμού ήταν μπεκτασήδες, δηλαδή το ένα τέταρτο των μουσουλμάνων της χώρας. Οι μπεκτασίδικοι τεκέδες υπήρξαν κέντρα  της αλβανικής εθνικής κίνησης, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά  την παράνομη προπαγάνδα υπέρ της αλβανικής γλώσσας και εκπαίδευσης, συμβάλλοντας αρκετά στη διακίνηση των πρώτων βιβλίων στην αλβανική γλώσσα.

Στο πρώτο εθνικό τους συνέδριο, που έγινε στην Prιshta στο Skrapar το 1922, οι μπεκτασήδες κήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τους Τούρκους μπεκτασήδες και είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι, μετά την απαγόρευση του μπεκτασισμού στην Τουρκία το 1925, κέντρο του παγκόσμιου μπεκτασισμού έγιναν τα Τίρανα.

Στον μπεκτασισμό αυτό που έχει μεγαλύτερη αξία είναι το εσωτερικό μήνυμα και όχι οι εξωτερικές συμβάσεις. Οι τελετές και οι πρακτικές τους χαρακτηρίζονται από έναν μεγάλο βαθμό ελευθεριότητας. Μερικοί μπεκτασήδες πίνουν αλκοόλ και μάλιστα σε αρκετούς τεκέδες το παράγουν οι ίδιοι. Οι γυναίκες συμμετέχουν ισότιμα με τους άνδρες στις τελετές και τις γιορτές. Επίσης ο μπεκτασισμός έχει αφομοιώσει πολλά στοιχεία από άλλες θρησκείες και συγκεκριμένα στα Βαλκάνια από τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Ένα από τα βασικά του θεολογικά χαρακτηριστικά είναι και ένα είδος πανθεϊσμού για τον οποίο οι ίδιοι επιδεικνύουν μια μάλλον μυστικιστική συμπεριφορά.

Η σημαντικότερη ίσως πηγή για τον αλβανικό μπεκτασισμό είναι το Φυλλάδιο του μπεκτασισμού (Fletore e Bektashism) του Naim Frashëri, ηγετικής μορφής του αλβανικού εθνικού κινήματος. Ο Naim Frashëri πίστευε ότι οι φιλελεύθερες ιδέες και πανθεϊστικός και συγκρητιστικός χαρακτήρας του μπεκτασισμού μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για την ανάπτυξή του ως εθνικής θρησκείας των Αλβανών. Ο συνδυασμός  μάλιστα στοιχείων του Κορανίου και της Βίβλου στην πίστη των μπεκτασήδων πίστευε ότι θα βοηθούσε στην προώθηση της ενότητας στον διαφορετικά διαιρεμένο από τις θρησκείες αλβανικό λαό.

Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα από το έργο αυτό του N. Frasheri, που δείχνουν τόσο τον πανθεϊσμό και το συγκρητισμό όσο και τον εθνικό χαρακτήρα του αλβανικού μπεκτασισμού:

 

«Οι μπεκτασήδες πιστεύουν στο Θεό το μεγάλο και αληθινό, Μωάμεθ Αλή, Χατζή, Φατιμά, Χασάν και Χουσεϊν. Στους δώδεκα ιμάμηδες που είναι …Όλοι αυτοί έχουν τον Αλή ως πατέρα τους και τη Φατιμά ως μητέρα τους. Επίσης πιστεύουν σε όλους τους ευλογημένους του παρελθόντος και του μέλλοντος, επειδή αυτοί πιστεύουν στο καλό και το λατρεύουν. Και ακριβώς επειδή πιστεύουν σ’ αυτούς και τους αγαπούν, γι’ αυτό πιστεύουν και στο Μωυσή, τη Μαρία και τον Ιησού και στους μαθητές τους. Ως ιδρυτή τους έχουν τον Jafer Sadik και ως ανώτερο τον Haji Bektash Veli που είναι από την ίδια οικογένεια. Όλοι αυτοί έχουν πει: να κάνεις το καλό και να αποφεύγεις το κακό… Η πίστη των Μπεκτασήδων είναι ένας πλατύς δρόμος που φωτίζεται από σοφία, αδελφοσύνη, φιλία, αγάπη, ανθρωπιά και όλη την καλοσύνη…»

 «Οι Μπεκτασήδες είναι αδέρφια και μια ψυχή, όχι μόνο μεταξύ τους αλλά  με όλη την ανθρωπότητα. Αγαπούν τους άλλους Μουσουλμάνους και τους Χριστιανούς σαν την ψυχή τους την ίδια και συμπεριφέρονται ευγενικά και καλά προς όλη την ανθρωπότητα. Αλλά πάνω από όλα αυτοί αγαπούν την πατρίδα τους και τους συμπατριώτες τους, γιατί αυτό είναι το καλύτερο πράγμα… Είθε να αγωνίζονται νύχτα και μέρα για το έθνος τους που το αποκαλούν πατέρα και στο οποίο ορκίζονται. Είθε να εργάζονται ενωμένοι με τους υπόλοιπους πολίτες και με τους μεγαλύτερους για τη σωτηρία της Αλβανίας και των Αλβανών, για την παιδεία και τον πολιτισμό του έθνους και της πατρίδας, για τη γλώσσα και για κάθε πρόοδο και ευτυχία…»[xvi]

 

Ας προβληματιστούμε λίγο πάρα πάνω γύρω από αυτό το ζήτημα της σχέσης του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα. Η N. Clayer, που ασχολείται συστηματικά με το θέμα εδώ και πολλά χρόνια, κατά την έκδοση στα ελληνικά του σημαντικού άρθρου της με τίτλο  «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός» αισθάνθηκε την ανάγκη να στείλει στον εκδότη για δημοσίευση ως συμπλήρωμα στο τέλος ένα σημείωμα. Στο σημείωμα αυτό ομολογεί ότι στο συγκεκριμένο άρθρο της  που είχε δημοσιευτεί δώδεκα χρόνια πριν (και πριν από την κατάρρευση του καθεστώτος) δεν είχε καταφέρει να ξεφύγει από τις «κατασκευές» του αλβανικού εθνικού μύθου γύρω από το δεσμό ανάμεσα στο μπεκτασισμό και το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

Γράφει χαρακτηριστικά ότι στο άρθρο της αναδεικνύει αυτόν τον δεσμό από το 1826 (χρονολογία της κατάργησης του σώματος  των Γενιτσάρων και της απαγόρευσης του τάγματος των μπεκτασήδων στην οθωμανική αυτοκρατορία), ενώ ο εθνικισμός δεν υφίστατο ακόμη εκείνη την εποχή μεταξύ των Αλβανών. Και συνεχίζει: «Το αντιτουρκικό και εθνικιστικό συναίσθημα», το οποίο θα έπρεπε μάλλον να χαρακτηρίσουμε ως αντιοθωμανικό, ή ακόμη μόνο αντιχαμιτικό και εθνικιστικό, γεννήθηκε επομένως αργότερα στους  αλβανούς Μπεκτασήδες και με πάρα πολλές περιπέτειες. Έτσι, δεν έχουμε τελική εικόνα του κινήματος της εθνικής αναγέννησης για τη δημιουργία της Αλβανίας που ανέφερα στο κείμενο εκείνο. Επαναλάμβανα, πράγματι, ως ιστορικές αλήθειες πολλές παραδόσεις που είχαν επινοηθεί, οι οποίες, είναι αλήθεια, κυκλοφορούν ακόμη σε πολλές μελέτες… Δεν απομένει παρά το κείμενο που φωτίζει επακριβώς το ρόλο του μπεκτασικού δικτύου  στη διακίνηση των εντύπων στην αλβανική γλώσσα και στην εκμάθηση ανάγνωσης και γραφής της γλώσσας αυτής  κατά τις τελευταίες δεκαετίες της οθωμανικής περιόδου, στη θέση που έλαβε η πλειοψηφία των μπεκτασήδων υπέρ του λατινικού αλφαβήτου, στην υποστήριξή τους προς τους αλβανούς τσέτες, στην είσοδο του εθνικισμού στο δόγμα του τάγματος από τον Ναΐμ Φράσερη, ή ακόμη στη σύνθεση εθνικιστικών ποιημάτων από μερικούς μπαμπά.. Η μελέτη αυτή προβάλλει, επίσης, την μετατροπή της αδελφότητας των Μπεκτασήδων σε μια θρησκευτική ξεχωριστή κοινότητα στα πλαίσια του ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, λόγω της αριθμητικής της δύναμης αλλά και του ρόλου της στην ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού.»[xvii]

Ανεξάρτητα από τη αποσαφήνιση των παραπάνω ερωτημάτων και πέρα από τη συζήτηση περί «επινοημένης παράδοσης», είναι γεγονός ότι από ένα σημείο και ύστερα ο μπεκτασισμός συνδέθηκε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ιδιαίτερα με τον αλβανικό εθνικισμό. Είναι γνωστό, άλλωστε, πως και οι σουνίτες Αλβανοί μουσουλμάνοι, από τη στιγμή που αρχίζει να καταρρέει η οθωμανική αυτοκρατορία, φροντίζουν να διαφοροποιηθούν σε μια προσπάθεια να αποβάλλουν από πάνω τους το στίγμα της ταύτισής τους με αυτή [xviii].

Η περίπτωση των μπεκτασήδων πέρα από τα θεολογικά της  και ευρύτερα πολιτισμικά της χαρακτηριστικά που ευνοούν την θετική της σχέση με την εθνική ιδεολογία, έχει το επιπλέον πλεονέκτημα  όχι απλά μιας πρώιμης διαφοροποίησης αλλά και μιας ουσιαστικής σύγκρουσης με το κυρίαρχο ισλάμ που εκφράζει και οθωμανική κυριαρχία. Σ’ αυτή τη βάση γίνεται περισσότερο κατανοητό γιατί ο μπεκτασισμός «βόλεψε» αρκετά στην συγκρότηση του εθνικού μύθου από τη μια και από την άλλη βοήθησε στην πραγματικότητα το αλβανικό εθνικό κίνημα.

Ο μύθος, άλλωστε, δεν είναι παρά ένας ιδεολογικός μοχλός για την ίδια τη δράση των ανθρώπων και ένας σημαντικός μηχανισμός ενεργοποίησης συλλογικών οραμάτων. Το πώς επενδύεται κάθε φορά με διαφορετικά μυθικά στοιχεία όλη αυτή η ιστορία παρουσιάζει έτσι κι αλλιώς μεγάλο ενδιαφέρον.

Η εκάστοτε εξουσία προβάλλει πάνω της το δικό της όραμα με μια επιλεκτική ανάγνωση και χρήση του ιστορικού παρελθόντος. Επιλέγω ξανά ένα κείμενο «σοσιαλιστικής» παραγωγής, όπου φαίνεται πεντακάθαρα πέρα από την εθνική και η κοινωνική ανάγνωση με ιδεολογικούς όρους: «Η αιτία της κλίσης του Ναΐμ Φράσιερη προς τον μπεκτασισμό πρέπει να αναζητηθεί επίσης στα  πραγματικά ιστορικά καθήκοντα για την επιτέλεση των οποίων εργαζόταν και μάχονταν ο Ν. Φράσιερη… Ο σουφισμός αν και αίρεση αντιπροσώπευε την ιδεολογική μορφή, που εξέφραζε την αντίθεση και τη διαμαρτυρία των λαών κατά της φεουδαρχίας, τη αντίθεση των λαών που ήταν υποδουλωμένοι και καταδυναστευόμενοι από την οθωμανική κυριαρχία… Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο λαός μας, του οποίου η παιδεία για πολλούς αιώνες ήταν στραμμένη προς το πνεύμα της θρησκείας, καταλάβαινε καλύτερα και πιο εύκολα την θρησκευτική γλώσσα. Γι’ αυτό δεν πρέπει καθόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι ο Ν. Φράσερη ψάχνει να βρει το δρόμο προς το πνεύμα και την καρδιά του αλβανικού λαού. Γι’ αυτό επικαλύπτει τις ιδέες του με θρησκευτικό περίβλημα…».[xix]

Abdyl Frashëri (1839 – 1892)

Ωστόσο, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι μπεκτασισμός και αλβανικό εθνικό κίνημα συνδέθηκαν άρρηκτα μεταξύ τους από τις απαρχές του δεύτερου. Μιας και ό,τι λέμε το λέμε με αφορμή την επίσκεψή μας στον τεκέ της Φράσιερης μπορούμε να αναφέρουμε και τα εξής ιστορικά στοιχεία: Όταν επέστρεψε από τη Σύνοδο της Πριζρένης ο Abdul Frasheri μαζί με τον  Baba Alush του τεκέ της Φράσιερης, οργάνωσε τη γνωστή συγκέντρωση, που αναφέρεται και στην επιγραφή στην είσοδο και που ήταν ουσιαστικά η πρώτη εθνικιστική συγκέντρωση στο νότο. Λέγεται μάλιστα ότι οι μπεκτασήδες δερβίσηδες στη συνέχεια δεν έπαιξαν μόνο καταλυτικό ρόλο στη διάδοση των εθνικών ιδεών αλλά άσκησαν επιρροή και στους ίδιους τους χριστιανικούς πληθυσμούς της ευρύτερης περιοχής.[xx]

Εν κατακλείδι, μπορούμε να πούμε ότι επινοημένη ή όχι, πρώιμη ή όψιμη, η σχέση του μπεκτασισμού με το αλβανικό εθνικό κίνημα είναι δεδομένη, γι’ αυτό και αναγνωρίστηκε επίσημα από το κράτος ως μια από τις θρησκείες του αλβανικού έθνους. Έτσι εξηγείται και η αναγωγή της Φράσιερης σε συμβολικό τόπο εθνικής μνήμης. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι, παρά το κλείσιμο του τεκέ από το καθεστώς, το σπίτι της οικογένειας Φράσιερη μετατρέπεται σε μουσείο εθνικής ιστορίας. Είναι έτσι κατανοητή και η παρουσία της επιγραφής για τη συγκέντρωση του 1878 στην είσοδο του τεκέ και η τοποθέτηση της μπεκτασίδικης με την αλβανική σημαία στις δυο πλευρές της εισόδου κατά τη διάρκεια του πανηγυριού της 5ης Σεπτεμβρίου.

 

Βασίλης Νιτσιάκος

Καθηγητής Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Εισήγηση στο Α΄ Επιστημονικό Συνέδριο του Τμήματος Βαλκανικών Σπουδών με θέμα: Διαστάσεις της μετάβασης και η ευρωπαϊκή προοπτική των χωρών της Βαλκανικής, Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, Φλώρινα, 10-12/11/2006.

 

Υποσημειώσεις


[i] Noel Malkolm, «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.

[ii] Βλ. G. Duijzings,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» , ο.π., σελ. 60-69, 61.

[iii] Mehmed Bey Konitza, «The Albanian Question», International conciliation,138(!919), New York, σελ. 745-788, σελ. 747-749.

[iv] Βλ. G. Duijzings, ο.π. , σελ. 62 και Stavro Skendi, The Albanian national awakening,1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.

[v] Βλ. B.J. Fischer, «Albanian nationalism in the twentieth century», sto P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.

[vi] S. Maliqi, «Albanians between east and west», στο G. Duijzings, D. Janjic and S. Maliqi (eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence, Peace Research Center, University of Nijmegen, 1997, σελ. 115-122, 122. Πρβλ. G. Duijning, ο.π., σελ.63. Επίσης βλ. St Draper, The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.

[vii] Βλ. Stavro Skendi The Albanian national awakening 1872-1912, Princeton U.P., Primceton, New Jersey, 1967, M. Vickers, Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995) και St.Draper, ο.π.

[viii] S. Sami Bey Frasheri, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913, σελ. 46, πρβλ. Stavo Sκεndi, ο.π. σελ. 129.

[ix] Βλ. M. Vickers, ο.π., σελ. 29-31 και St. Draper, ο.π., σελ.130 –131.

[x] Fan Noli, Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921 και George Castrioti Scanderberg, New York, 1947. Βλ.  Γκάζι Καπλάνι, «Θρησκεία και αλβανική εθνική ταυτότητα. Μύθοι και πραγματικότητες», Σύγχρονα Θέματα, 81(2002), σελ. 50-57.

[xi] Βλ. St. Draper, ο.π., σελ. 130-131

[xii] St. Pollo – Ar. Puto, Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ. ,σελ. 111.

[xiii] Ο.π. σελ. 366.

[xiv]Βλ. St. Pollo – Ar. Puto, o.π., σελ.122

[xv] Βλ. N. Clayer, «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ε. Ζεγκίνης (επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005, σελ. 127-157, St. Draper, ο.π. και Γκ. Καπλάνι, ο.π.

[xvi] Βλ. R. Elsie, A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company, London, 2001, σελ. 25-34. Περισσότερες πληροφορίες για το μπεκτασισμό και την εξάπλωσή στα Βαλκάνια βλ. Fr. W. Hasluck, Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004 και για τη σχέση του μπεκτασισμού με το εθνικό κίνημα στην Αλβανία βλ. Ευστρ. Ζεγκίνης (εισ.-επιμ.), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005. Ολόκληρο το κείμενο του Φυλλαδίου των Μπεκτασήδων υπάρχει δημοσιευμένο και στα δύο παραπάνω βιβλία. Σημειωτέον ότι το φυλλάδιο αυτό γνώρισε δύο εκδόσεις, μία στο Βουκουρέστι το 1896 και μία στη Θεσσαλονίκη το 1910.

[xvii] Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (εις.-επιμ.), ο.π., σελ. 75- 126, σελ. 125-126.

[xviii] Βλ. ενδεικτικά St. Skendi, ο.π.

[xix] Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152. Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 118.

[xx] Βλ. N. Clayer, ο.π., σελ. 79-80.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Clayer N., «Ισλάμ, κράτος και κοινωνία στην μετακομμουνιστική Αλβανία», στο Ζεγκίνης E.(επιμ), Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία,  Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Draper St., The conceptualization of an Albanian nation, Ethnic and Racial Studies, 20(1), 1997, σελ. 21-54.
  • Duijzings G.,  «Religion and the politics of ‘Albanianism’» στο  Schwandner-Sievers St. and B.J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company, London, 2002, σελ. 60-69.
  • Elsie R., A dictionary of Albanian religion, mythology, and  folk culture, Hurst and Company,London, 2001
  • Fischer B.J., «Albanian nationalism in the twentieth century», στο P.F.Sugar (ed.), Eastern European nationalism in the twentieth century, U.P. ofAmerica,WashingtonD.C., 1995,  σελ. 21-54.
  • Frasheri S. Bey, Was war Albanien,was ist es, was wird es werden?, aus dem Turkischen ubersertzt von A. Traxler, Vienna and Leipsig, 1913.
  • Hasluck Fr. W., Χριστιανισμός και ισλάμ την εποχή των Σουλτάνων, τ. Α.-Β., Εκάτη, Αθήνα, 2004.
  • Konitza M. Bey, «The Albanian Question», International conciliation,138(1919), New York, σελ. 745-788.
  • Maliqi S., «Albanians between east and west», στο Duijzings G., Janjic D. and  Maliqi S.(eds), Kosovo-Kosova: Confrontation or coexistence,PeaceResearchCenter,University ofNijmegen, 1997, σελ. 115-122.
  • Malkolm N., «Myths of Albanian national identity», στο St. Schwandner-Sievers and Bern. J. Fischer (eds), Albanian identities, Hurst and Company,London, 2002, σελ. 70-87.
  • Natalie Clayer, «Μπεκτασισμός και αλβανικός εθνικισμός», στο Ευστρ. Ζεγκίνης (επιμ.). Μπεκτασήδες δερβίσηδες και εθνικό κίνημα στην Αλβανία, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005.
  • Noli F., George Castrioti Scanderberg, New York, 1947.
  • Noli F., Historia e Skëndrbeut, Boston, 1921.
  • Pollo St.-Puto Ar., Ιστορία της Αλβανίας, Εκδοτική Ομάδα, Θεσσαλονίκη, χ.χ.
  • Skendi St., The Albanian national awakening, 1872-1912, Princeton U.P., Princeton,N. Jersey, 1967.
  • Vickers M., Οι Αλβανοί, Οδυσσέας, Αθήνα, 1997 (αγγλική έκδοση 1995).
  • Ziya Xholi, «A propos du pantheism de N. Frasheri », Studia Albanica, 1 (1965),  σελ. 131-152.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Βαμβακοκαλλιέργεια


 

Γενικά – Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα – Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος

  

Η αρχική χρήση του βαμβακιού από τον άνθρωπο χάνεται μέσα στο σκοτάδι της προϊστορίας. Οι αρχαιότερες ενδείξεις προέρχονται από την Ινδία. Σε ανασκαφές που έγιναν σε μια περιοχή κοντά στον Ινδό ποταμό βρέθηκαν υπολείμματα από υφάσματα και σχοινιά από βαμβάκι, που υπολογίστηκε ότι ανάγονται στο 3000 π.Χ. Η πρώτη γραπτή μαρτυρία για το βαμβάκι βρίσκεται σε ένα πανάρχαιο θρησκευτικό βιβλίο των Ινδών, που γράφηκε γύρω στο 1500 π.Χ. Μερικές εκατονταετίες αργότερα, γύρω στο 800 π.Χ., σε ένα άλλο ιερό βιβλίο στο οποίο εκτίθεται η διδασκαλία του βραχμανισμού, καθορίζεται και η εργασία εκείνων που ασχολούνταν με το πλύσιμο και την ύφανση των βαμβακερών υφασμάτων.

 

Βαμβακιές

 

Η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν άγνωστη στην αρχαία Ελλάδα. Αρκετοί συγγραφείς, όμως, αναφέρουν ότι το βαμβάκι αναπτυσσόταν στην Ινδία. Ο Ηρόδοτος κατά το 445 π.Χ. αναφέρει στην ιστορία του ότι « στην Ινδία φυτρώνουν άγρια δέντρα που παράγουν μαλλί πιο ωραίο και πιο εκλεκτό από το μαλλί των προβάτων. Από τα δέντρα αυτά οι Ινδοί εξασφαλίζουν τα ρούχα τους». Ο Ηρόδοτος αποκαλεί το βαμβάκι «είρια από ξύλου» και αναφέρει ότι οι Ινδοί ήταν ντυμένοι με «είματα από ξύλων πεποιημένα», δηλαδή με βαμβακερά υφάσματα.

Για πρώτη φορά αναφέρεται η καλλιέργεια του βαμβακιού στην αρχαία Ελλάδα από τον Παυσανία κατά τον 2  μ.Χ. αιώνα. Κατά την εποχή εκείνη το βαμβάκι ήταν γνωστό με το όνομα βύσσος.  Το όνομα βαμβάκι αναφέρεται για πρώτη φορά στη νομοθεσία του Ιουστινιανού, φαίνεται δε να προέρχεται από τη λέξη βόμβυξ με την οποία ονόμαζαν το μετάξι, που είχε προέλευσή του την Ασία. Κατά την εποχή του Ιουστινιανού, γύρω στο 552 μ.Χ., η καλλιέργεια του βαμβακιού ήταν ευρύτατα διαδεδομένη.

Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο η βαμβακοκαλλιέργεια άρχισε να αποκτά ισχύ στην Ελλάδα, λόγω κυρίως της αυξανόμενης ζήτησης που παρουσιάσθηκε σε είδη ένδυσης εξαιτίας του αποκλεισμού της Ευρωπαϊκής αγοράς από τα μεγάλα κέντρα παραγωγής της Αμερικής. Το 1911, το βαμβάκι καλλιεργείται σε 90.500 στρέμματα, τα οποία μετά από μια εικοσαετία περίπου ανήλθαν σε 200.000 στρέμματα. (Αυγουλάς ΧΕ, 1995).

 

Συλλογή βαμβακιού, Μισισιπής, 1908. Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου.

 

Η συστηματική του καλλιέργεια άρχισε μετά το 1931 με την ίδρυση των δύο κρατικών ιδρυμάτων, του Ινστιτούτου και του Οργανισμού Βάμβακος, με άμεσους στόχους την προώθηση της καλλιέργειας, την υποβοήθηση της εμπορίας του και γενικότερα την ανάπτυξη της βιομηχανίας κατεργασίας του βαμβακιού και των προϊόντων του. Η συμβολή τους φάνηκε αμέσως, αφού μέσα σε μια δεκαετία τετραπλασιάστηκε η καλλιεργούμενη με βαμβάκι έκταση.

Βαμβακοκαλλιέργεια

Το Κράτος πρόσεξε ιδιαίτερα το βαμβάκι και έλαβε τα ενδεικνυόμενα μετρά για την ενίσχυση της παραγωγής. Ο Οργανισμός Βάμβακος και οι αρμόδιες Υπηρεσίες του Υπουργείου γεωργίας διέδωσαν κατά τα πρώτα χρόνια της ίδρυσής τους παραγωγικές και υψηλής αξίας ποικιλίες βάμβακα. Οι καλλιεργητές είχαν αρχίσει να εφαρμόζουν επιστημονικές μεθόδους καλλιέργειας και καταπολέμησης εχθρών και ασθενειών του βάμβακα.

Κατά το διάστημα 1973-1982 αγοράστηκαν οι πρώτες δίσειρες βαμβακοσυλλεκτικές μηχανές με κρατική επιδότηση από τον Οργανισμό Βάμβακος, που τις παραχωρούσε για τη συγκομιδή του βαμβακιού σε Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών. Αργότερα οι μηχανές αυτές αγοράστηκαν από τις Ομάδες Κοινής Καλλιέργειας Παραγωγών που είχαν ενταχθεί στο πρόγραμμα. Κατά αυτόν τον τρόπο δόθηκε λύση στο πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών, με αποτέλεσμα την περαιτέρω επέκταση της βαμβακοκαλλιέργειας.  Η θεαματική όμως αύξηση της βαμβακοκαλλιέργειας συντελέστηκε με το πέρας του 1981, με την είσοδο δηλαδή της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Βασιλική Κώνστα

 

Βαμβακοκαλλιέργειες στην Αργολίδα


 

Βαμβάκι

Το μπαμπάκι καλλιεργούνταν στην Αργο­λίδα από πολύ παλιά. Το 1691 αναφέρεται σε έκθεση του Μαρίνου Μικέλλη προς την κυβέρνηση της Ενετικής Δημοκρατίας. Αλ­λά στα τέλη του 19ου αι. έπαψαν να το καλ­λιεργούν για χάρη της καλλιέργειας καπνού και σταφίδας, που ήταν αποδοτικότερα προϊόντα. Από το 1933 άρχισαν πάλι να καλλιεργούν μπαμπάκι σε βάρος άλλων καλλιεργειών, της τομάτας και του καπνού, ιδιαίτερα σε χωράφια που προσβάλλονταν από σκουλήκι (ριζόβιους σκώληκες) και στα οποία δεν ευδοκιμούσε ο καπνός. Ίσως η αλλαγή της καλλιέργειας να οφειλό­ταν και στην οικονομική κρίση του 1929, έτος κατά το οποίο τα καπνά είχαν πουλη­θεί σε πολύ χαμηλές τιμές ή είχαν μείνει αδιάθετα στις αποθήκες των παραγωγών.

Έσπερναν την ποικιλία «άκαλα» και οι βαμβακοφυτείες ήταν κατά κανόνα πο­τιστικές και σπανιότερα ξερικές. Επίσης, χρησιμοποιούσαν το ίδιο χωράφι, όπου εί­χαν σπείρει κυρίως κριθάρι (καλλιέργεια αμειψισποράς Αμειψισπορά είναι η εναλλαγή καλλιεργειών στο ίδιο χωράφι). Όργωναν το χωράφι τρεις φορές (φθινόπωρο, Γενάρη, Μάρτη) και τον Απρίλη έσπερναν τον βαμβακόσπορο, αφού τον μούσκευαν σε νερό με κοπριά για ένα 24ωρο και τον άφηναν μετά να στραγ­γίσει και να στεγνώσει λίγο. Αμέσως μετά τη σπορά, έκαναν ακόμη μια ελαφριά άροση, για να καλυφθεί ο σπόρος. Όταν φύ­τρωνε, αραίωναν τα νεαρά φυτά, ώστε να αναπτυχθούν και να μεγαλώσουν σωστά οι μπαμπακιές. Άλλοτε, πάλι, άνοιγαν με το αλέτρι αυλακιές κι έριχναν μέσα το σπό­ρο. Στη συνέχεια έπρεπε να κάνουν 2-3 σκαλίσματα.

Άνθος βαμβακιού. Βαρκελώνη - Σπόρος που λαμβάνεται από την Ελλάδα. Αρχείο: Victor M. Vicente Selvas.

Η συλλογή του μπαμπακιού γινόταν από τον Αύγουστο μέχρι και το Νοέμβριο καμιά φορά. Κάθε βδομάδα περνούσαν οι γυναίκες, για να μαζέψουν το γινωμένο μπαμπάκι και μάλιστα με ιδιαίτερη προσο­χή, ώστε να είναι καθαρό. Ο παραγωγός διέθετε ένα δωμάτιο για την προσωρινή του φύλαξη. Ήταν δύσκολη και βασανιστική η εργασία της συλλογής, γιατί η μπαμπακιά τσιμπούσε και έπρεπε οι εργάτριες να προ­σέχουν, για να μην αγκυλώνονται.  Βαμβακοπαραγωγοί υπήρχαν πολλοί στην ευρύτερη περιοχή του Άργους και σε πολλά χωριά: Δαλαμανάρα, Ίναχο, Χώνικα, Κουρτάκι, Λάλουκα, Μύλους, Ανυφί, Νέα Κίο, Πουλακίδα, Αργολικό, Κουτσοπόδι, Φίχτια, Μπούτια (Ήρα) και αλλού. Μάλιστα, οι αγρότες ήταν πολύ ευχαριστη­μένοι, γιατί η καλλιέργεια ήταν εύκολη, το κόστος παραγωγής χαμηλό και η απόδοση ικανοποιητική.

Έσπερναν 3 – 4 οκάδες σπό­ρο ανά στρέμμα και η αντίστοιχη σοδειά ήταν 120-150 οκάδες μπαμπάκι, το οποίο θεωρούνταν πολύ καλής ποιότητας. Από 100 οκάδες ανεκκόκκιστου μπαμπακιού, το καθαρό μπαμπάκι ήταν 36-38 οκάδες. Αλ­λά η ποιότητά του εξαρτιόταν από το μή­κος της ίνας και το αργείτικο θεωρούνταν μακρόινο (μήκος 29-32 χιλιοστά). Προπολεμικά δεν υπήρχε εκκοκκιστήριο βάμβακος στο Άργος και το παραγόμε­νο μπαμπάκι μεταφερόταν στα εκκοκκιστή­ρια του Πειραιά.

  

Εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος


 

Μέχρι το 1936 δεν υπήρχαν εκκοκκιστήρια βάμβακος στο Άργος και οι βαμβακοπαραγωγοί έστελναν τα βαμβάκια τους στον Πειραιά, επιβαρυνόμενοι τα μεταφορικά, τα οποία μάλιστα ήταν αυξημένα λό­γω του όγκου του προϊόντος. Την εποχή εκείνη λειτούργησαν δύο εκκοκκιστήρια στο Άργος, τα οποία απορροφούσαν όλη την παραγωγή της Αρ­γολίδας. Το πρώτο λειτούργησε το 1936 στην οδό Αγίου Κωνσταντίνου και ήταν ιδιοκτησία του τότε Δημάρχου Κωστή Μπόμπου. Μετά τον θάνατό του το ανέλαβε ο ανιψιός του Ηλίας Μπόμπος, ο οποίος το δούλεψε μέχρι που έκλεισε οριστικά στις αρχές της δεκαετίας 1970. Αργότερα μετατράπηκε σε κατοικία, όπου διαμένει τώρα ο γιος του Ηλία Μπόμπου Κωστής Μπόμπος.

 

Εγώ ήμουνα οδηγός στα εκκοκκιστή­ρια βάμβακος του Μπόμπου δυο χρονιές, το ’60 και το ’61. Μετέφερα τα βαμβάκια από τους αγρούς στο εκκοκκιστήριο και ύστερα, επεξεργασμένο πλέον, το μετέφερα στον Καρέλλα στο Λαύριο και στα κλωστή­ρια του Λαναρά στον Κηφισό στην Αθήνα. Τα είχε λίγο πιο πάνω από τα ΚΤΕΛ. Τα μπαμπάκια ήταν και από την Αργολίδα και από άλλες περιοχές, από τη Φιλιππιάδα της Η­πείρου, από τη Σκάλα Λακωνίας. Εδώ στην Αργολίδα τα σκήπτρα κρατούσε η Δήμαινα. Είχε πολύ μπαμπάκι η Δήμαινα. Μαρτυρία: Μπάμπης Αθ. Σπηλιόπουλος.

 

Το άλλο εκκοκκιστήριο λειτούργησε την επόμενη χρονιά (1939), αρχικά σε ενοικιαζόμενο κτίριο ιδιοκτησίας Μπόνη στην οδό Περούκα και τον επόμενο χρόνο μεταστεγάστηκε σε δικό του κτίριο στο Ν. Κόσμο (Κουρτακίου και 25ης Μαρτίου γωνία), το οποίο κτίστηκε εκείνη την εποχή για το λόγο αυτό. Ήταν το συνεταιρικό εργοστάσιο Κωνσταντίνου Τσαγκούρη και Αντώ­νη Κολύβα. (Ο δεύτερος είχε παντρευτεί την αδελφή του πρώτου). Το εργοστάσιο έκλεισε το 1975 λόγω συνταξιοδότησης των εταίρων (μαρτυρία Πέτρου Α. Κολύβα). Αργότερα το κτίριο κατεδαφίστηκε. Πρόσφατα, σε τμήμα του οικοπέδου κτίστηκε διδακτήριο για τη στέγαση του Δημοτικού Σχολείου μαθητών με ειδικές ανάγκες. Αλλά ας επανέλθουμε στη λειτουργία και στην παραγωγή των εκκοκκιστηρίων.

 

Βαμβακοκαλλιέργεια

 

Οι εργοστασιάρχες καθόριζαν την τιμή του προϊόντος και μέσω των αντιπροσώπων τους κλείνονταν οι συμφωνίες και συνέλεγαν τα μπαμπάκια της Αργολίδας, τα οποία ήταν εξαιρετικής ποιότητας. Αλλά από το 1960 και μετά αγόραζαν από άλλα μέρη μακρινά (Σκάλα Λακωνίας, Τρίκαλα Θεσσαλίας, Βό­νιτσα, Παραμυθιά, Λειβαδιά), μια και στην Αργολίδα εγκαταλείφθηκε σταδιακά η καλλιέργεια του μπαμπακιού και οι αγρότες στράφηκαν προς τα εσπεριδοειδή.

Βαμβάκι

Τα εκκοκκιστήρια λειτουργούσαν εποχιακά. Άνοιγαν αρχές Σεπτεμβρίου και την 1η Μαΐου σφραγίζονταν από τον Οργανισμό Βάμβακος. Το καλοκαίρι απαγορευόταν η εκκόκκιση, διότι το μπαμπάκι δεν είχε καθόλου υγρασία. Εξάλλου, η συλλογή ξεκινούσε τον Αύγουστο και τελείωνε το Νοέμβριο. Τα εργοστάσια είχαν πολλή δουλειά από τον Οκτώβριο μέχρι τον Ιανουάριο. «Είχαμε τότε τρεις βάρδιες με 8-10 άτομα κάθε βάρδια. Τους υπόλοιπους μήνες είχαμε δύο ή μία βάρδια. Και τον Απρίλιο συνήθως δε δουλεύαμε», μας είπε ο Πέτρος Κολύβας. Το καθαρό μπαμπάκι συσκευαζόταν σε μπάλες των 400(!) κιλών με λινάτσες και σύρματα και προωθούνταν σε κλωστήρια. Και συνεχίζει: «Είχαμε πελάτες στη Γαλλία, στην Ουγγαρία και στην Ισπανία. Εδώ στην Ελλάδα είχαμε την Πειραϊκή – Πατραϊκή, τα Κλωστήρια του Γαβρι­ήλ και του Ρετσίνα στον Πειραιά και του Μιχαηλίδη στη Θήβα».

Ο βαμβακόσπορος, που ήταν άριστη ζωοτροφή, πουλιόταν στους κτηνοτρόφους. Μάλιστα, όταν έκανε βαρυχειμωνιά και τα ζώα δεν έβγαιναν έξω για βοσκή, οι κτηνοτρόφοι κατέφευγαν στα εργοστάσια και αγόραζαν βαμβακόσπορο. Όσο σπόρο δεν απορροφούσε η κτηνοτροφία τον επεξεργάζονταν τα σπορελαιουργεία, τα οποία παρήγαγαν το βαμβακέλαιο. Κι αυτό που απόμενε ήταν η μπαμπακόπιτα, πάλι τροφή για τα ζώα. Υπήρχαν αρκετά σπορελαιουρ­γεία στην Αττική, μεγάλες επιχειρήσεις, του Μάνου, του Γερόλυμου και άλλες. (Από συνεντεύξεις που μας παραχώρησαν ευγενώς ο Βασίλης Μπόμπος και ο Πέτρος Κολύβας).

 

Οδυσσέας Κουμαδωράκης

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, «Στα χνάρια του χθες», Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2010.
  • Κώνστα Βασιλική, «Η Βαμβακοκαλλιέργεια στην Ελλάδα», Διπλωματική εργασία, Αθήνα, 2001, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Read Full Post »

Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας


 

 

1930 – 1940. Η δεκαετία του 1930 υπήρξε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδος για τον αγροτικό κόσμο της Αργολίδας, που την εποχή εκείνη βέβαια αποτελούσε το συντριπτικό μέρος του πληθυσμού. Είχε προηγηθεί μια περίοδος περίπου 20 ετών, που οι αγρότες είδαν τα εισοδήματά τους να βελτιώνονται σε σημαντικό βαθμό, κυρίως λόγω της καλής μοίρας που είχαν την εποχή αυτή τα δυο κύρια εξαγώγιμα προϊόντα της περιοχής, δηλαδή η σταφίδα και ο καπνός. Παρέμενε βέβαια σαν κυρίαρχη καλλιέργεια αυτή των δημητριακών. Η παγκόσμια όμως οικονομική κρίση του 1929 οδήγησε σε κατάρρευση την αγορά του καπνού, η δε σταφίδα είχε σταδιακά εγκαταλειφθεί λόγω της προσβολής της από τη φυλλοξήρα. Το 1929, σε σύνολο 540.000 στρεμμάτων που καλλιεργήθηκαν στον ενωμένο τότε Νομό Αργολιδοκορινθίας, η κατανομή είχε ως εξής:

Σιτηρά: 303.891 στρ.

Όσπρια:19.572 στρ.

Λαχανικά: 24.002 στρ.

Βιομηχανικά φυτά: 24.389 στρ.

Άμπελοι: 58.864 στρ.

Σταφίδα: 63.160 στρ.

Ελιές: 33.570 στρ.

Το νέο προϊόν που οι παραγωγοί επιλέγουν σε μεγάλη κλίμακα είναι η τομάτα, η οποία παραδοσιακά καλλιεργείται και τροφοδοτεί την αγορά της Αθήνας μέσω του σιδηροδρόμου. Ταυτόχρονα όμως παρατηρείται ή ίδρυση πολλών μονάδων παραγωγής τοματοπολτού ήδη από τη δεκαετία του 1920, όπως ΚΥΚΝΟΣ, ΠΕΛΑΡΓΟΣ, ΛΥΚΟΜΗΤΡΟΣ, ΚΡΙΝΟΣ, ΜΗΝΑΙΟΣ, ΑΡΓΟΛΙΚΗ, ΠΑΤΣΟΠΟΥΛΟΣ.

 

Πρόσοψη του εργοστασίου κονσερβοποιίας ΡΕΑ, 1963. Πηγή: Φωτογραφία Δ. Χαρισιάδης, Φωτογραφικό Αρχείο Μουσείου Μπενάκη.

 

Η αύξηση της παραγωγής παίρνει μεγάλες διαστάσεις και οδηγεί σε πτώση των τιμών, που το 1936 αγγίζει τα κατώτατα όρια με μεγάλο τμήμα του προϊόντος να παραμένει αδιάθετο στα χωράφια. Αυτή η κατάσταση δημιουργεί μεγάλη ένταση και προβληματισμό και αρχίζουν έντονες συζητήσεις για την εξεύρεση κάποιας λύσης. Ήδη από το 1928 έχει ιδρυθεί η Αγροτική Τράπεζα, η οποία το 1934 ιδρύει υποκατάστημα στο Άργος. Ταυτόχρονα η ίδρυση της ΠΑΣΕΓΕΣ δημιουργεί ένα θετικό πλαίσιο για την προώθηση του συνεταιριστικού κινήματος. Αρχίζουν συζητήσεις από το 1933 για την ίδρυση Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών. Το 1936 οργανώνεται στο Μέρμπακα Παναγροτικό Συνέδριο και είναι χαρακτηριστικά τα θέματα που το απασχόλησαν:

Καπνικό ζήτημα

Αγροτικά χρέη

Χημικά λιπάσματα

Αγροτική πίστις-Αγροτική Τράπεζα

Φόρος ελαίου

Προστασία βάμβακος

Τέλος το 1936, επιβάλλεται η δικτατορία Μεταξά, η οποία σε γενικές γραμμές διάκειται θετικά προς το συνεταιριστικό κίνημα. Η κρίση στη διάθεση τομάτας του 1936 οδηγεί την κυβέρνηση να αναθέσει στην ΑΤΕ τη μελέτη της ίδρυσης μετοχικού εργοστασίου κονσερβών των παραγωγών. Το επόμενο έτος (1937) η κατάσταση παραμένει η ίδια, όσον αφορά την τύχη του προϊόντος. Παρά το ότι η μελέτη του εργοστασίου έχει ολοκληρωθεί, δεν επιδεικνύεται ενδιαφέρον για την ίδρυση φορέα που θα αναλάβει την ίδρυση και λειτουργία του.

Στις 23 Ιανουαρίου 1938 έξι πρωτοπόροι συνεταιριστές σε σύσκεψη στο Ναύπλιο αποφασίζουν την ίδρυση της Ένωσης Συνεταιρισμών Παραγωγών Κηπαίων Προϊόντων Αργολίδας. Για την ιστορία τους αναφέρουμε:

Μέρμπακα: Ανδρέας Μαστοράκος

Άργος: Απόστολος Σπυρόπουλος

Χώνικα: Κωνσταντίνος Γαμβρουλάς

Ναύπλιο: Θανάσης Κούρτης

Κοφίνι: Παναγιώτης Μαστοράκος

Δαλαμανάρα: Κωνσταντίνος Χειβιδόπουλος

Είχαν κληθεί και άλλοι που αρνήθηκαν, ο δε συνεταιρισμός Ανυφίου που είχε κληθεί, τελικά εκείνη την ημέρα απουσίαζε. Είχε αναληφθεί εκστρατεία από τα ιδιωτικά εργοστάσια τοματοπολτού ώστε να αποτραπεί η ίδρυση της Ένωσης. Στο φύλλο της 6ης Φεβρουαρίου 1938 της εφημερίδας του Ναυπλίου «Σύνταγμα», δημοσιεύθηκε μεγάλο άρθρο με τίτλο «Η κόπρος του Αυγείου» που αναφερόταν σε ατασθαλίες στον αμπελουργικό συνεταιρισμό Αττικοβοιωτίας, πάνω στο οποίο προστέθηκε η φράση «αυτό θα πάθουν και οι παραγωγοί της Αργολίδας», το οποίο υπογραμμισμένο με κόκκινο μολύβι διανεμήθηκε στους αγρότες της Αργολίδας.

Όλες όμως αυτές οι προσπάθειες δεν είχαν κανένα αποτέλεσμα, γιατί η απελπιστική κατάσταση οδήγησε τους παραγωγούς να ενταχθούν στην Ένωση. Τον Ιούλιο του 1938, με κυβερνητική παρέμβαση επείσθησαν τα ιδιωτικά εργοστάσια να εκχωρήσουν τις εγκαταστάσεις τους στη νεοσύστατη Ένωση, λαμβάνοντας από αυτή το κόστος λειτουργίας τους. Η διάθεση της παραγωγής έγινε χωρίς προβλήματα και οι παραγωγοί έλαβαν 2 δρχ. ανά οκά, όταν τα 2 προηγούμενα χρόνια είχαν λάβει 0,5-0,6 δρχ. ανά οκά.

Τον Οκτώβριο του 1938, αποφασίστηκε η απόκτηση οικοπέδου για την εγκατάσταση του εργοστασίου μεταξύ της Δαλαμανάρας και του Ναυπλίου και ταυτόχρονα άρχισε η εγγραφή των ενδιαφερομένων να αποκτήσουν μετοχές. Κατά την παραγωγική περίοδο 1939 και πάλι η Ένωση προχώρησε σε παραγωγή τοματοπολτού σε όλα τα ιδιωτικά εργοστάσια της Αργολίδας. Η επιλογή του οικοπέδου αντιμετώπιζε δυσκολίες λόγω διαφωνιών των προερχομένων από την επαρχία Άργους με αυτούς που προέρχονταν από την επαρχία Ναυπλίου. Η γερμανική κατοχή διακόπτει κάθε προσπάθεια.

1940-1950. Την περίοδο 1940-1945 η Ένωση ασχολείται με προμηθευτικές εργασίες διαφόρων υλικών και εφοδίων για λογαριασμό των παραγωγών, π.χ. θειάφι, χαλκός, πατατόσπορος, τσιμέντα, υφάσματα κλπ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα βιβλία της Ένωσης ούτε μια φορά δεν αναφέρεται ότι υπάρχει κατοχή. Ταυτόχρονα ιδρύει και λειτουργεί συσσίτια στο Ἀργος και στο Ναύπλιο.

Αμέσως μετά την απελευθέρωση με την εκλογή νέου διοικητικού συμβουλίου αρχίζει η προσπάθεια εκεί που είχε σταματήσει για την κατασκευή εργοστασίου. Τελικά η επιλογή του χώρου ανάμεσα στα τρία προταθέντα αγρόκτημα Κολοκοτρώνη, αγρόκτημα χήρας Ταμπάκη και κτήμα Αγροτικών Φυλακών, ανατίθεται από το Υπουργείο Γεωργίας σε ραβδοσκόπο, λόγω της αυξημένης ανάγκης του εργοστασίου σε νερό. Η εξαγορά του οικοπέδου, εκτάσεως 12 στρεμμάτων, έγινε στις 26/3/1947, αντί 64 εκατ. δρχ. της εποχής, ισοδυνάμων με 650 χρυσές λίρες.

Η κατασκευή του εργοστασίου ΡΕΑ ολοκληρώθηκε την άνοιξη του 1949 και λειτούργησε τον Ιούλιο του 1949 και έδωσε πραγματικά λύση στο πρόβλημα της διάθεσης της βιομηχανικής τομάτας. Για την εποχή του υπήρξε ένα μοντέρνο εργοστάσιο, που στο αρχικό στάδιο διοικήθηκε από πενταμελή επιτροπή, αποτελούμενη από 2 εκπροσώπους της Ένωσης, 2 εκπροσώπους της ΑΤΕ και τον Διευθυντή Γεωργίας.

Το εργοστάσιο ΡΕΑ, το 1960

1950 – 1960. Τη δεκαετία του 1950, έπαιξε καταλυτικό ρόλο για την εξασφάλιση του αγροτικού εισοδήματος. Απορρόφησε σημαντικές ποσότητες τομάτας και το προϊόν διατέθηκε τόσο στην εσωτερική αγορά, όσο και σε εξαγωγές στην Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, Σαουδική Αραβία, Λίβανο. Συμμετείχε συστηματικά στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου και βραβεύθηκε για την ποιότητα των προϊόντων της. Φυσικά υπήρχαν και παράπονα. Αυτά αφορούσαν κυρίως την αδυναμία του εργοστασίου να παραλάβει το σύνολο της προσφερόμενης παραγωγής και οδηγούσαν σε συγκρούσεις ανάμεσα στα χωριά, αλλά και στους παραγωγούς του κάθε χωριού. Υπήρχαν επίσης διαμαρτυρίες για ανοχή στην ποιότητα της παραλαμβανόμενης τομάτας. Παραμένει όμως το αντικειμενικό γεγονός της απορρόφησης μεγάλων ποσοτήτων του προϊόντος και της ανακούφισης των παραγωγών.

1960 – 1970. Στην αρχή της δεκαετίας του 1960, αρχίζουν τα προβλήματα. Οι παραγωγοί στρέφονται στην καλλιέργεια πορτοκαλιάς και βερικοκιάς που φέρνει καλύτερο εισόδημα και εγκαταλείπουν την παραγωγή τομάτας. Αυτή η αλλαγή συνετελέσθη με εξαιρετικά γρήγορο ρυθμό. Ενώ ακόμη το 1962 υπάρχει υπερπροσφορά, το 1965 αρχίζει να παρουσιάζεται έλλειψη τομάτας. Για να καλύψει την έλλειψη Α’ ύλης η Ένωση μεταφέρει τομάτα από την Ηλεία ή τον Δομοκό, με αποτέλεσμα το κόστος μεταφοράς να είναι μεγαλύτερο του κόστους της Α’ ύλης και φυσικά την εμφάνιση ζημιών. Το 1968 κλείνει με ζημία 8.000.000 δρχ, ποσό σημαντικό για την εποχή. Σε αυτή τη σημαντική στροφή των παραγωγών, η Ένωση αδυνατεί να ακολουθήσει, παρ’ ότι ήδη από το 1956 έχει παρθεί η απόφαση για κατασκευή Συσκευαστηρίου και Χυμοποιείου εσπεριδοειδών. Από το 1962 αρχίζουν οι αποχωρήσεις μελών, η μείωση της παραγωγής και εμφανίζονται ζημίες.

 

Εργάτριες σε εργοστάσιο εσπεριδοειδών, 1963.

 

1970 – 1980. Το 1971 ένα τραγικό συμβάν ολοκληρώνει την καταστροφή. Η Ένωση πουλάει σε μια Ιταλική εταιρία 600 τόνους τοματοπολτού, η οποία φορτώνεται στο πλοίο ΙΛΟΝΑ στο Ναύπλιο. Η πώληση είναι F.O.B. και έχει ανοιχθεί η σχετική πίστωση στην Τράπεζα. Λίγα μέτρα μετά τον απόπλου το πλοίο ανατρέπεται μέσα στο λιμάνι του Ναυπλίου την 26/7/1971. Και αντί οι υπεύθυνοι της Ένωσης να πάνε στην Τράπεζα να πάρουν τα χρήματα, ασχολούνται με την ανέλκυση του φορτίου, αναλαμβάνοντας έξοδα και αφήνοντας κρίσιμο χρόνο να περάσει, οπότε με τη λήξη της πίστωσης υπάρχει αδυναμία είσπραξης. Στρέφονται δικαστικά κατά της ασφαλιστικής εταιρίας στην οποία ο ιταλός αγοραστής έχει ασφαλιστεί και φυσικά χάνουν. Είναι το τέλος μιας εποχής. Η Ένωση περιέρχεται σε ανυποληψία, η ουσιαστική της βιομηχανική λειτουργία παύει, αλλά το προσωπικό διατηρείται. Η ΑΤΕ δανειοδοτεί για την πληρωμή των μισθών. Το 1980 τα συσσωρευμένα χρέη φθάνουν τα 300.000.000 δρχ, με εκτιμώμενη από την Τράπεζα αξία του εργοστασίου 30.000.000 δρχ.

1980 – 1990. Το 1983 μια νέα Γ.Σ. και ένα νέο Δ.Σ. αποφασίζει την ανασυγκρότηση της Ένωσης. Αυτή η ανασυγκρότηση περιελάμβανε επί μέρους σημεία:

Βελτίωση του επιπέδου του προσωπικού.

Αναβάθμιση του μηχανισμού εσωτερικού ελέγχου.

Δημιουργία ιδιόκτητων παραγωγικών εγκαταστάσεων για τα σημερινά προϊόντα του νομού.

Δημιουργία εμπορικού δικτύου.

Στα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, με επιμονή επιδιώχθηκε η υλοποίηση των στόχων που τέθηκαν. Το 1983 η Ένωση νοίκιασε τα κονσερβοποιεία Εξαρχάκη, ΔΑΝΑΙΔΑ, ΕΛΝΑΚΟ, ΠΑΝ, το χυμοποιείο ΒΙΟΦΡΟΥΤ και το συσκευαστήριο Τόμπρα. Το ίδιο επαναλήφθηκε το 1984 και μερικά το 1985. Το 1986 προχώρησε στην εξαγορά του κονσερβοποιείου ΠΕΛΑΡΓΟΣ, αντί 108 εκατ. δρχ. Το εργοστάσιο είναι κτισμένο σε οικόπεδο 18.000 τ.μ. και έχει κτίρια επιφάνειας 10.000 τ.μ.

 

Το εργοστάσιο ΠΕΛΑΡΓΟΣ

 

Το 1987 κατασκευάστηκε το συσκευαστήριο και τα ψυγεία στην παραλία του Ναυπλίου. Το οικόπεδο παραχωρήθηκε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης κατά πλήρη κυριότητα στην Ένωση, έχει έκταση 80.000 τ.μ. και κτίρια 7.000 τ.μ.

1990 – 2000. Το 1990 λόγω άρνησης της ΑΤΕ να χρηματοδοτήσει την λειτουργία, η Ένωση εκχωρεί το σύνολο της παραγωγής του ΠΕΛΑΡΓΟΥ στη γαλλική συνεταιριστική οργάνωση CONSERVE GARD η οποία ήταν παραδοσιακός της πελάτης. Οι Γάλλοι αναλαμβάνουν την κάλυψη του συνόλου των εξόδων, την αμοιβή του προσωπικού του εργοστασίου και αποζημιώνουν την Ένωση για 5 χρόνια παραχώρησης, με το ποσό των 350 εκατομ. δρχ, ποσό εξαιρετικά σημαντικό, ιδιαιτέρως αν συγκριθεί με το τίμημα των 300 εκατομ. δρχ που εξασφάλισε η ΑΤΕ από την πώληση της ΣΕΚΟΒΕ την ίδια εποχή, αλλά και με το ποσό των 108 εκατ. δρχ που είχε διαθέσει η Ένωση για την εξαγορά του.

Τα χρήματα αυτά εκχωρήθηκαν στην ΑΤΕ και αποτέλεσαν τη βάση πάνω στην οποία επιχειρήθηκε η προσπάθεια οικονομικής εξυγίανσης. Ταυτόχρονα η συμπεριφορά της ΑΤΕ είχε σαν αποτέλεσμα μια βαθύτατη μεταβολή στον τρόπο σκέψης των υπευθύνων της Ένωσης. Ότι δηλαδή πρώτη προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει η άμεση απεξάρτηση από την ΑΤΕ. Αυτή η απόφαση αποτέλεσε οδηγό σε όλες τις μετέπειτα ενέργειες. Το 1995 ενοικιάστηκε το χυμοποιείο ΛΕΜΟΡΑ και το 1999 μετά την εξαγορά του ιδιωτικού χυμοποιείου ΑΡΓΟΧΥΜ, κατασκευάστηκε το συγκρότημα «Εσπερίδες» που είναι σήμερα μια από τις μεγαλύτερες μονάδες παραγωγής συμπυκνωμένων χυμών. Η έκταση του οικοπέδου είναι 34.000 τ.μ. και ο στεγασμένος χώρος 7.000 τ.μ. Το εργοστάσιο έχει δυναμικότητα απορρόφησης 30 τόνων φρούτων την ώρα, και ψυκτικές εγκαταστάσεις καταψύξεως 6.000 κ.μ.

 

Το εργοστάσιο «Εσπερίδες»

 

Στον ίδιο χώρο εγκαταστάθηκαν 3 γραμμές συσκευασίας χυμών σε Tetra Pak, σε συσκευασία 1 λιτ. και 0,25 λιτ. συνολικής δυναμικότητας 20.000 μονάδων την ώρα. Εγκαταστάθηκε μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε φιάλες ΡΕΤ, δυναμικότητας 6.000 φιαλών την ώρα και αυτή την ώρα εγκαθίσταται μια γραμμή παραγωγής αναψυκτικών σε αλουμινένια κουτιά, δυναμικότητας 300 τεμ. το λεπτό. Στο χώρο του εργοστασίου κατασκευάστηκε βιολογικός καθαρισμός για την επεξεργασία των υγρών αποβλήτων. Το νερό που είναι απαραίτητο για την λειτουργία της μονάδας μεταφέρεται από γεώτρηση δυτικά της Ν. Κίου.

Το εργοστάσιο έχει εξασφαλίσει πιστοποίηση ISO 9001:2000 και εφαρμόζει τα πρότυπα HACCP. Παράγει πάνω από 60 κωδικούς προϊόντων, τόσο με τα εμπορικά σήματα της Ένωσης, όσο και για λογαριασμό μεγάλων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Τα προϊόντα καταναλώνονται κυρίως στην Ελλάδα, αλλά και εξάγονται στην Κύπρο, στην Αρμενία, στη Γερμανία, στην Ολλανδία, στα Σκόπια κλπ.

Από το 1994 σταθεροποιείται η οικονομική κατάσταση και αρχίζει η σταδιακή αποπληρωμή χρεών του παρελθόντος. Η τράπεζα που τη δεκαετία του ’70 χρηματοδοτούσε μια χρεοκοπημένη επιχείρηση χωρίς να ζητάει τίποτα, εμφανίστηκε να απαιτεί το σύνολο των κεφαλαίων, των τόκων και των τόκων υπερημερίας. Το 1994 υπογράφηκε σύμβαση με την ΑΤΕ για την αποπληρωμή του συνόλου των χρεών σε διάστημα 15 ετών. Έχουν κανονικά εξοφληθεί οι 12 δόσεις. Ήδη η Ε.Α.Σ. Αργολίδας δεν χρειάζεται τραπεζική χρηματοδότηση προκειμένου να λειτουργήσει. Την περίοδο 1999-2006 υλοποίησε επενδύσεις € 7 εκατ. χωρίς δανεισμό και χωρίς επιδότηση, λόγω δυστυχώς της εφαρμογής των Ζ.Ο.Ε. Στο διάστημα των τελευταίων 25 ετών, επετεύχθησαν ορισμένοι στόχοι, απόλυτα μετρήσιμοι, που μετέτρεψαν την Ένωση από μια χρεοκοπημένη επιχείρηση σε μια ζωντανή παραγωγική μονάδα, με προοπτική:

 

Μεγέθη

1980 2007
Αριθμός Υπαλλήλων 35 25
Εξ αυτών πτυχιούχοι 2 15
Σύνολο οικοπέδων 12.000 τ.μ 144.000 τ.μ
Σύνολο κτιρίων 4.000 τ.μ. 28.000 τ.μ.
Εγκατεστημένη ισχύς 200 HP 4.500 HP
Ποσότητα μεταποιηθέντων αγρ.προϊόντων 200 τόνοι 40.000 τ.
Σύνολο χρεών ως προς τον Κύκλο Εργασιών 10πλασια 1/10
Σύνολο χρεών ως προς την αξία ακινήτων 10πλάσια 1/10
Επενδύσεις τελευταίας 10ετίας 0 € 7 εκατ.€
Αριθμός πελατών κανένας 300
Ανοιχτές χρηματοδοτήσεις τελ.5ετίας 5 καμία

 

Ταυτόχρονα, ανελήφθησαν πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση προβλημάτων του αγροτικού τομέα όπως:

 

  • Ανόρυξη περίπου 30 γεωτρήσεων κατά μήκος του καναλιού του Αναβάλου για υποβοήθηση του εμπλουτισμού.
  • Δημιούργησε ειδικό φυτώριο 20.000 δενδρυλλίων, τα οποία εμπλουτίστηκαν με CALES NOAKI και διανεμήθηκαν δωρεάν σε όλους τους παραγωγούς της Αργολίδας , για την αντιμετώπιση του εριώδη-αλευρώδη.
  • Βοήθησε στην οργάνωση εκδηλώσεων από Δήμους και Συλλόγους, στην έκδοση ιστορικού βιβλίου από το Δήμο Άργους, σε καλλιτεχνικές εκδηλώσεις της Νομαρχίας Αργολίδας.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης για την παραγωγή υποκειμένων βερυκοκιάς άνοσων στη Σάρκα.
  • Συμμετείχε σε ερευνητικό πρόγραμμα σε συνεργασία με την CONSERVE GARD για τη μελέτη θερμικής επεξεργασίας των βερυκόκων, για την αποφυγή του λιωσίματος των προσβεβλημένων από Σάρκα.
  • Οργάνωσε επισκέψεις παραγωγών και γεωπόνων σε καλλιέργειες στο Ισραήλ, την Ισπανία και την Ολλανδία.
  • Οργάνωσε ημερίδες με μετάκληση σημαντικών προσωπικοτήτων του τομέα μας, όπως του Τεχνικού Δ/ντή του Ινστιτούτου Εσπεριδοειδών της Βαλένθια, του Δ/ντή Ποιοτικού Ελέγχου της εταιρίας EDEKA, καθηγητών της Γεωπονικής Σχολής Αθηνών, του Εμπορικού Ακολούθου της Ελλάδας στο Μόναχο.
  • Φιλοξένησε για λογαριασμό του Ελληνικού Κράτους (Υπ. Εξωτερικών, Υπ. Γεωργίας) δεκάδες ξένες αντιπροσωπείες.
  • Εκπροσώπησε τους παραγωγούς και κάλυψε το κόστος δεκάδων δικαστικών υποθέσεων που αφορούσαν είτε κινητοποιήσεις των αγροτών, είτε θέματα εμπλουτισμού, είτε προσφυγή στο Σ.τ.Ε. για το διάταγμα περί Ζ.Ο.Ε.
  • Συμμετείχε σε πλήθος εκθέσεων όπως σε όλες του Επιμελητηρίου Αργολίδας, στις εκθέσεις ΤΡΟΦΙΜΑ ΠΟΤΑ στην Αθήνα, στη ΔΕΤΡΟΠ στη Θεσσαλονίκη, στη Διεθνή Εκθεση Λευκωσίας, στην Εκθεση Τροφίμων στη Μόσχα, στην Εκθεση Τροφίμων στο Πόζναν (Πολωνία), στην Εκθεση Τροφίμων στο Βελιγράδι, στην Εκθεση ANUGA στην Κολωνία, στην Εκθεση SIAL στο Παρίσι.

 

Πέραν όμως αυτών, η Ε.Α.Σ. Αργολίδας έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αλλαγή της φιλοσοφικής προσέγγισης του Συνεταιριστικού Κινήματος. Ήδη από το 1985, επίμονα διαμορφώθηκε η άποψη ότι πρέπει να έλθουμε σε άμεση ρήξη με την αντίληψη του κρατισμού και της ακινησίας. Υποστηρίξαμε ότι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις είναι απλά επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, με πολλούς μετόχους και όσο λιγότερη επαφή έχουν με το κράτος, τόσο καλύτερα. Για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής το κράτος έχει άλλους φορείς, τον Ο.Γ.Α., το ΠΙΚΠΑ, την Κοινωνική Πρόνοια. Η άποψη ότι οι συνεταιριστικές οργανώσεις οφείλουν να ασκούν κοινωνική πολιτική υποκρύπτει την πρόθεση κάλυψης της ανικανότητας και της κακοδιαχείρισης. Η κοινωνική προσφορά των συνεταιριστικών οργανώσεων ολοκληρώνεται με την ύπαρξή τους. Αισθανόμαστε μεγάλη ικανοποίηση γιατί αυτή η άποψη τώρα πια υιοθετείται από πολλούς. Όσοι επέμειναν στην άλλη άποψη, απλά χρεοκόπησαν.

Είναι φανερό από την παράθεση αυτών των στοιχείων ότι η Ένωση βρίσκεται σε μια αναπτυξιακή τροχιά. Είναι αυτή ακριβώς η εξέλιξη που μας κάνει να πιστεύουμε ότι υλοποιούμε τα οράματα αυτών των 6 που στις 23 Ιανουαρίου 1938 κατάφεραν να ορθώσουν το ανάστημά τους και να αναλάβουν την πρωτοβουλία της ίδρυσης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, παρά τις κατά καιρούς κακές στιγμές, η Ένωση έπαιξε ένα σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Αργολίδας. Η πορεία των 70 χρόνων μας φορτώνει με βαριές ευθύνες για τι μέλλον. Σήμερα, που το κύριο χαρακτηριστικό της εποχής είναι η δραματική συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος και η κατακόρυφη μείωση του αγροτικού πληθυσμού, είναι βέβαιο πως θα χρειαστούμε καινούριες ιδέες, αν θέλουμε να μείνουμε παρόντες στο νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται. Η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών Αργολίδας συνεχίζει να επενδύει σε μια εποχή που η Αργολίδα αποβιομηχανοποιείται ραγδαία.

Η παρουσίαση αυτή αποτελεί την ομιλία του διευθυντή της Ε.Α.Σ.Α. κ. Γιάννη Δημάκη, που έγινε στην εκδήλωση για τα 70 χρόνια της Ένωσης που γιορτάστηκαν στην αίθουσα του βουλευτικού στο Ναύπλιο, στις 18 Μαρτίου 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Βουλευτικό – Πότε χτίστηκε το μεγάλο Τζαμί «Βουλευτικό» στο Ναύπλιο


 

Ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Τουρκοκρατίας στην παλιά πόλη του Ναυπλίου είναι το μεγάλο τζαμί με το μοναδικό τριώροφο Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο) κτισμένο στα νότια πλευρά του. Το τζαμί αυτό είναι γνωστό ως «Βουλευτικό», από την πρώτη βουλή των Ελλήνων που λειτούργησε κατά την Ελληνική Επανάσταση στο χώρο αυτό από το 1825. Πρόκειται για ένα μοναδικό υπερυψωμένο μνημείο με κάλλος και μέγεθος, έργο σπουδαίου άγνωστου αρχιτέκτονα από τη μέχρι τώρα έρευνα, αλλά και ενός σπουδαίου πρωτομάστορα, όπως θα γίνει φανερό στη συνέχεια. Το μνημείο κτισμένο με πελεκητή πέτρα από γκριζόλευκο ασβεστόλιθο εντυπωσιάζει τον επισκέπτη της παλιάς πόλης, η οποία σαν ένα παλίμψηστο διατηρεί εναρμονισμένα μεταξύ τους μουσουλμανικά και χριστιανικά μνημεία,   ενσωματωμένα   στον   πολεοδομικό   ιστό, αψευδείς μάρτυρες της ιστορικής της διαδρομής.

 

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

 

Σε κάθε εποχή ανάλογα με τον κυρίαρχο της πόλης τα λατρευτικά κτίρια «άλλαζαν θρησκεία». Γιατί όπως έχει επισημάνει ο μεγάλος τραγικός ποιητής Αισχύλος στους «Πέρσες», όταν μια πόλη κυριευθεί όχι μόνο οι άνθρωποι αλλά και οι θεοί παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς. Άλλωστε, είναι αξιοσημείωτο ότι σημαντικά μνημεία της πόλης του Ναυπλίου, το τζαμί της πλατείας (Τριανόν), ο Άγιος Γεώργιος και η Φραγκοκκλησιά κτίστηκαν ως τζαμιά στη θέση χριστιανικών ναών. Η αρχιτεκτονική μορφή των τζαμιών έχει ως πρότυπο τις εκκλησίες βυζαντινού ρυθμού με τρούλο, διότι οι Οθωμανοί Τούρκοι όταν κατέκτησαν τη Βυζαντινή αυτοκρατορία δεν είχαν δική τους τέχνη και μιμήθηκαν, όπως ήταν φυσικό επακόλουθο, την τέχνη των κατακτημένων.

Το μνημείο χρονολογείται στη δεύτερη Τουρκοκρατία. Οι παραδόσεις που σχετίζονται με το μνημείο προφανώς απηχούν την ιστορική πραγματικότητα μέσα από την προφορική παράδοση. Το «Βουλευτικό» παρά το ότι πρόσφατα ανακαινίστηκε από το Δήμο Ναυπλίου (1994 – 1999) με την εποπτεία των αρμοδίων υπηρεσιών του Υπουργείου Πολιτισμού, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά και δημοσιευθεί. Διεξοδική έρευνα για το σημαντικό κτίριο του Μεντρεσέ (ιεροδιδασκαλείο), τις γνωστές φυλακές Λεονάρδου στα νότια του μεγάλου τζαμιού – «Βουλευτικού», με το οποίο αποτελεί ενιαία αρχιτεκτονική ενότητα, εκπονήθηκε πρόσφατα σε διπλωματική εργασία από την αρχιτέκτονα Β. Μαυροειδή[1]. Το μνημείο είναι γνωστό, λόγω μεγέθους, ως Μεγάλο Τζαμί και σύμφωνα με την παράδοση κτίστηκε στο τέλος του 18ου αιώνα από τον Αγά – Πασά του Ναυπλίου, που κατείχε πλούτο και πολλές αστικές και αγροτικές ιδιοκτησίες. Η μεγαλοπρεπής κατοικία του σώζεται νοτιότερα από το τζαμί και τον μεντρεσέ, η οποία στα χρόνια της επανάστασης χρησιμοποιήθηκε ως έδρα του Εκτελεστικού [2].

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό, σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.

 

Σύμφωνα με την παράδοση, δύο νέοι από τη Βενετία απόγονοι του τελευταίου Βενετού προβλεπτή του Ναυπλίου της Β’ Ενετοκρατίας (1686-1714), έφτασαν στο Ναύπλιο για να αναζητήσουν ένα κρυμμένο μεγάλο θησαυρό στην κατοικία του πρώην Ενετού προβλεπτή, όπου κατοικούσε ο Αγά Πασάς [3]. Μετά από συμφωνία μαζί του, οι δύο νέοι κατέβηκαν μια νύχτα στο υπόγειο του σπιτιού όπου ανακάλυψαν την κρύπτη με το μεγάλο θησαυρό. Ο Αγά-Πασάς θαμπώθηκε από το θησαυρό, σκότωσε τα δύο παιδιά και τα έθαψε στην κρύπτη. Μετά από αυτό το ανοσιούργημα για να απαλλαγεί από τις τύψεις αλλά και τις συμφορές που τον βρήκαν, ένας σοφός Σεΐχης ή Δερβίσης τον συμβούλευσε να κτίσει τζαμί ή τεκέ και να προσεύχεται επτά φορές την ημέρα. Αλλά ο Πασάς δεν επέζησε για να προσευχηθεί στο τζαμί που έκτιζε. Καθώς παρακολουθούσε καθημερινά τις εργασίες από το μπαλκόνι του σπιτιού του, μια μέρα το μπαλκόνι κατέρρευσε και σκοτώθηκε.

Σύμφωνα με παράδοση των μοναχών της Ιεράς Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, ο τεκές κατασκευάστηκε από πωρόλιθους της παλιάς εκκλησίας της Ι. Μ. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, την οποία κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812), γιος του Αλή Πασά, ο οποίος είχε διοριστεί Μουχαβούζης (γενικός επόπτης των φρουρίων) όλης της Πελοποννήσου. Η χήρα του Αγά – Πασά Φατιμέ μετά το θάνατο του συζύγου της και για εξαγνισμό της ψυχής της ανακαίνισε με δικές τις δαπάνες ερειπωμένο ενετικό ναό και τον μετέτρεψε σε οθωμανικό προσκύνημα, το πιθανότερο τη γνωστή σήμερα Καθολική Εκκλησία (Φραγκοκκλησιά), η οποία παραχωρήθηκε από το Βασιλιά Όθωνα για τις λατρευτικές ανάγκες των καθολικών του Ναυπλίου. Η παράδοση αυτή σε συνδυασμό με άλλες παρατηρήσεις βοηθάει να προσεγγίσουμε κατά το δυνατόν την πραγματικότητα.

 

L. Lange, Η Φραγκοκκλησιά.

 

Είναι αξιοσημείωτο ότι στο υπέρυθρο (ανώφλι) της μιας από τις τρεις δυτικές πόρτες εισόδου του Βουλευτικού είχε κτιστεί τμήμα κίονα από το θησαυρό του Ατρέα (θολωτό τάφο) των Μυκηνών [4]. Ωστόσο, ως προς την ακριβή χρονολόγηση του «Βουλευτικού» έχουν εκφραστεί διάφορες απόψεις. Σύμφωνα με την ανηρτημένη πινακίδα εσωτερικά του ανακαινισμένου κτιρίου, το μνημείο αυτό κτίστηκε το 1730 από τον Αγά Πασά -Δελβινακιώτη.

Η Σέμνη Καρούζου, το τζαμί – Βουλευτικό με βάση την τοιχοδομία, το χρονολογεί στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αιώνα και επισημαίνει ότι το τζαμί είναι κτισμένο από γκριζόλευκη πολύ καλής ποιότητας πελεκητή πέτρα, χαρακτηριστικό δείγμα της λαμπρής λαϊκής αρχιτεκτονικής [5]. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο είναι κτισμένο και το ισόγειο του Μεντρεσέ, με τον οποίο το Βουλευτικό αποτελεί ενιαίο αρχιτεκτονικό  σύνολο. Το ανώτερο τμήμα του Μεντρεσέ ο πρώτος και δεύτερος όροφος είναι κτισμένος με διαφορετικό τρόπο, με γκρίζες ασβεστολιθικές πέτρες, ενώ η στοά του τρίτου ορόφου είναι κτισμένη με πωρόλιθους.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι δύο ανώτεροι όροφοι του Μεντρεσέ χτίστηκαν σε δεύτερη φάση, ενώ οι πωρόλιθοι με τους οποίους είναι κτισμένος ο τρίτος όροφος συμφωνεί με την παράδοση ότι χτίστηκαν από τους πωρόλιθους του παλιού ναού του Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου Καρακαλά, που κατεδάφισε ο Βελή Πασάς του Ναυπλίου (1807 – 1812). Η δεύτερη φάση ανοικοδόμησης του Μεντρεσέ (2°ς -3ος όροφος) φαίνεται ότι συνεχίστηκε από τη χήρα του Αγά Πασά, Φατιμέ, το πιθανότερο στις αρχές του 19ου αιώνα.

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

 

Στο βιβλίο του Χρ. Κωνσταντινόπουλου αναφέρεται η σημαντική πληροφορία ανώνυμου λόγιου του 19ου αιώνα από τα Λαγκάδια της Αρκαδίας, σύμφωνα με την οποία το «Βουλευτικό» το έκτισε ο ξακουστός λαγκαδινός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος, ο οποίος «αυτοσχεδίως ανοικοδόμησε τους μεγαλοπρεπείς της εποχής εκείνης ναούς και προπύργια και το μέγα ειδωλείον (= ναό των ειδώλων) των Οθωμανών εις Ναύπλιον, όπου και προνόμιον εις αυτόν εχορηγήθη»[6].

Το «μέγα ειδωλείον των Οθωμανών» δεν είναι άλλο από το τζαμί του Αγά Πασά, που χρησιμοποιήθηκε για τη στέγαση του Βουλευτικού στα χρόνια της Ανεξαρτησίας (1825). Ο ξακουστός πρωτομάστορας Αντώνης Ρηγόπουλος  μας είναι γνωστός  από μια επιγραφή του 1808 στο υπέρθυρο της πόρτας του Τιμίου Προδρόμου Λαγκαδιών: «Επιστασία Αντωνίου Ρηγόπουλου, πρωτομάστορα, χειρ δε Ευσταθίου Θεοδώρου, 1808». Ωστόσο, δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονική περίοδος δράσης του. Η αναφερόμενη χρονολογία 1808 το πιθανότερο απηχεί την τελευταία περίοδο της ενεργού δράσης του.

Σημαντικές πληροφορίες για την ανέγερση ενός Τζαμιού του Ναυπλίου μας δίνει ένα σημαντικό έγγραφο, το οποίο έστειλε ο μουχαβούζης (φρούραρχος) του Ναυπλίου Ραγκή(π) Πασάς προς τους προεστούς της Ύδρας το Μάρτιο του 1816, με το οποίο τους ζητάει να του βρουν καΐκι ή άλλο καράβι για την Πόλη (Κωνσταντινούπολη), το οποίο θα μεταφέρει μαστόρους για να εξασφαλίσει κατάλληλη ξυλεία για την ανέγερση ενός τζαμιού. Το σημαντικό αυτό έγγραφο αναδημοσίευσε ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992.

«Τοις προεστώσιν της Ύδρας Ευγενέστατοι περιπόθητοι φίλοι μου ακριβοί προεστώτες καπετάν Νικόλαε και επίλοιποι, φιλικώς και ακριβώς σας χαιρετώ, ερωτώ το επιθυμητό μου χατήρι σας. Μετά τον ακριβόν μου φιλικόν χαιρετισμόν, ερωτώ δια την ευτυχή υγείαν σας όπου μου είναι επιθυμητή, αν ρωτάτε και δια μέρος μας, με την χάριν του Θεού υγιαίνομεν, όθεν σας φανερώνω, φίλοι μου, ότι πολλές φορές σας ενόχλησα με γράμματά μου, και πολλές δούλεψες και καλοσύνες είδα από το χέρι σας, και έμεινα υποχρεωμένος, όθεν και τώρα με θάρρος σας γράφω, ότι με το να ηκουλούθησεν και έχω νιγέτι (πρόθεση), ισαλά (πρώτα ο θεός) να φτιάσω ένα τζαμί εδώ εις την πατρίδα μου εις το Ανάπλι και μάζους (επίτηδες) και ήφερα τους παρόν μαστόρους από την πόλιν, λοιπόν με το να μην είχε ινταρέ (πρόβλεψη) από κεραστέ (ξυλεία), πάλι τους στέλνω μαξούς εις βασιλεύουσαν, δια να φέρουν ότι κερεστές χρειάζεται του Τζαμιού, και με το να μην έφτασε καΐκι οκαζιόν να μισεύουν από έδωθεν, τους στέλνω αυτού, όπου μπορεί να τύχη καράβι να μισεύση ή καμμίαν σακολέβαν δια βασιλεύουσαν, δια τούτο κάνω ριτζά (ζητώ, παρακαλώ) προς τους ακριβούς φίλους μου, όπου δια χατήρι μου, αμέσως όπου τύχη κανένα καΐκι ή καράβι να προστάζετε με το μέσον σας να πάρουν και αυτούς τους μαστόρους, δια να πάνε σιγούρως εις την Πάλιν, και είμαι βέβαιος εις την στενήν φιλίαν όπου έχομεν, καθώς και άλλες φορές μου εκάματε την χάριν και τώρα να επιτύχω της αιτήσεως μάλιστα όπου είναι εδική μου χρεία, και μεγάλως με υποχρεώσεις γράφω, να ακολουθήσετε, και τα κουσούρια (τις ζημιές, τα έξοδα) αφι (άφεριμ, καλά. Δηλαδή: ότι έζοδα γίνουν βάλτε τα στο λογαριασμό μου), γράφοντας σας την καλήν σας υγεία. Ταύτα και μένω.  1816 Μαρτίου Ανάπλι. Τον ενδοξοσοφολογιώτατον αδελφόν μου Ισούφ Χόντζα τον ακριβοχαιρετώ, ερωτώ το χατήρι σερίφι   του  (την  πολύτιμη   υγεία   του).   Ηγαπημένος   σας   Ραγκή   πασσάς μουχαφούζης Αναπλίου».

 (Αρχείο της κοινότητας Ύδρας 1778 – 1832 τ. 5 (1813 – 1817), εν Πειραιεί 1924 σ. 256).

Ο Ραγκή Πασάς, όπως αναφέρει ο Τάκης Μαύρος στην τοπική εφημερίδα «Ειδήσεις» 23/2/1992, ήταν σημαντική φυσιογνωμία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου και όπως προκύπτει από το αρχείο του οπλαρχηγού της Επανάστασης Αναστασίου Νέζου, αναφέρεται ως Ραγκίπ Πασάς και ήταν ιδιοκτήτης εκτεταμένων εκτάσεων (χωραφιών) στην περιοχή μεταξύ Κουτσοποδίου και Πασσά (Ινάχου). Με τον Ραγκίπ Πασά ο Α. Νέζος είχε στενή φιλία. Το παλιό όνομα Πασσάς του χωριού Ινάχου προφανώς έχει λάβει το όνομά του από τον ιδιοκτήτη των εκτάσεων της περιοχής Ραγκίπ Πασά του Ναυπλίου.

Ο Τάκης Μαύρος με την παραπάνω αναδημοσίευση του εγγράφου απλώς υπέθεσε ότι το έγγραφο σχετίζεται με το μεγάλο Τζαμί του Ναυπλίου, «το Βουλευτικό», αλλά άφησε το θέμα ανοιχτό για περαιτέρω έρευνα. Το έγγραφο αυτό με την ακριβή χρονολόγησή του το Μάρτιο του 1816 προφανώς δεν σχετίζεται με το «Βουλευτικό» και το πιθανότερο αναφέρεται στο κτίσιμο του Τζαμιού – καθολική εκκλησία της Φραγκοκκλησιάς. Με Βάση τα παραπάνω το τζαμί – Φραγκοκκλησιά προφανώς κτίστηκε μετά το μεγάλο Τζαμί – Βουλευτικό, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση στα 1817 – 1820 περίπου.

 

Καθολική Εκκλησία Μεταμορφώσεως του Σωτήρος

 

Τέλος, είναι αξιοσημείωτη μια άλλη αδημοσίευτη πληροφορία που προέρχεται από το αρχείο του Δ. Περρούκα, σύμφωνα με την οποία η Δημογεροντία του Άργους πλήρωσε χρήματα για τη μεταφορά ξυλείας με ζώα από το Άργος στο Ναύπλιο για την ανέγερση ενός τζαμιού[7]. Η δεύτερη αυτή γραπτή αναφορά το πιθανότερο σχετίζεται με το Τζαμί – Φραγκοκκλησιά, αλλά κρίνεται απαραίτητη η δημοσίευση του αρχείου Δ. Περρούκα και η ακριβής χρονολόγηση του σχετικού εγγράφου.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» του Ναυπλίου από τα παραπάνω φαίνεται ότι είναι δημιούργημα της λαϊκής αρχιτεκτονικής των λαγκαδινών μαστόρων και προοίμιο της καθαρής γραμμής του νεοκλασικισμού, που δημιουργήθηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα στο Ναύπλιο τα χρόνια της Ανεξαρτησίας. Μια συγκριτική μελέτη της λαϊκής αρχιτεκτονικής της Πελοποννήσου είναι πιθανόν να καταλήξει σε ακριβέστερα συμπεράσματα.

Στην ίδια παράδοση και συνέχεια ανήκει η Φραγκοκκλησιά, το μοναδικό κτίριο της Πλατείας Συντάγματος, το «Εστιατόριο Ελλάς» πρώην ξενοδοχείο «ΜΥΚΗΝΑΙ», η οικία Άρμανσπεργκ στην αρχή της οδού Πλαπούτα, καθώς και τα άλλα κτίρια της πόλης, αλλά και ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Ιωάννη στο Άργος.

Είναι αξιοσημείωτο ότι δίπλα ακριβώς στο λαμπρότερο ενετικό κτίριο, κόσμημα (ornamentum) της Πλατείας Συντάγματος, την Αποθήκη του Στόλου του 1713, οι Οθωμανοί έκτισαν αρκετά χρόνια αργότερα ένα Τζαμί με μεντρεσέ ανάλογου μεγέθους με το ενετικό κτίριο.

Το Τζαμί – «Βουλευτικό» προφανώς κατασκευάστηκε υπερυψωμένο λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του εδάφους, αλλά και του πρωτοφανούς σε μέγεθος ενετικού κτιρίου. Το ενιαίο μουσουλμανικό τέμενος καταλαμβάνει μεγάλη έκταση μεταξύ των παράλληλων οδών Σταϊκοπούλου και Κων/λεως, καθώς και την ενδιάμεση οδό Καποδιστρίου, την οποία διέκοψε βάναυσα, έναν από τους παλαιότερους δρόμους του Ναυπλίου, που συνεχίζεται δυτικότερα με την οδό Σπετσών σε όλο το μήκος της πόλης.

Το Μεγάλο Τζαμί – «Βουλευτικό» και ο Μεντρεσές επισκευάστηκαν στα 1825 από τον Κερκυραίο συνταγματάρχη – μηχανικό Θ. Βαλλιάνο και μετατράπηκε σε Βουλή των Ελλήνων [8]. Στη συνέχεια επισκευάστηκε το 1826 ο τρούλος, όταν χτυπήθηκε από οβίδα κατά τη διάρκεια του εμφυλίου μεταξύ των φρουράρχων του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας, Γρίβα και Φωτομάρα. Στις αρχές του 20ου αιώνα κατέρρευσε από σεισμό το προστώο του κτιρίου, του οποίου σώζονται τμήματα των κιόνων και τα κιονόκρανα στην αυλή του.

Στη μεγαλόπρεπη αίθουσα γίνονταν οι δεξιώσεις και χοροί της εποχής της Αντιβασιλείας του Όθωνα καθώς και σημαντικές εκδηλώσεις της πόλης. Ο μεντρεσές, γνωστός ως φυλακές Λεονάρδου, και το ισόγειο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκαν ως χώρος φυλακών υποδίκων το 19° έως τις τρεις πρώτες δεκαετίας του 20ού αιώνα. Εδώ φυλακίστηκε και ο πορθητής του Ναυπλίου Στάϊκος Σταϊκόπουλος. Στις φυλακές αυτές πρέπει να αναφέρεται ένα δημοτικό τραγούδι που το τραγουδάνε ακόμα σε παραδοσιακά γλέντια οι κάτοικοι της Αργολίδας:

Στ’ Ανάπλι στο Βουλευτικό

Μαρία – Μαριγώ τι γύρευες εδώ;

ήρθα να δω τ’ αδέλφια μου

τ’ αδέλφια τα δικά μου

τα φύλλα της καρδιάς μου.

Τ’ αδέλφια σου τα σκότωσαν

στ’ Ανάπλι όξω στην Πρόνοια

που στήσαν τα κανόνια

στ’ Ανάπλι όξω στην Άρεια

με τ’ άλλα παλλικάρια.

Κι η Μαριγώ σαν τ’ άκουσε

το μοιρολόι άρχισε

 

Το «Βουλευτικό» από το 1915 έως το 1932 λειτούργησε ως αρχαιολογικό μουσείο και στη συνέχεια ως ωδείο. Πρόσφατα, 1994-1998, ανακαινίστηκε και αποτελεί πνευματικό κέντρο του Δήμου Ναυπλίου, μια λειτουργική χρήση αντάξια της ιστορίας του και της πολιτιστικής παράδοσης της πόλης του Ναυπλίου.

 

Στη μνήμη του Τάκη Μαύρου

Χρήστος Ι. Πιτερός

αρχαιολόγος της Δ’ ΕΠΚΑ

 

Υποσημειώσεις


[1] Β. Μαυροειδή, «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη, αποτύπωση, αποκατάσταση, επανάχρηση και αρχιτεκτονική φωτισμού. Διπλωματική Εργασία, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Αθήνα 2006.

[2] Κ. Σπηλιωτάκη, «Τα εν Ναυπλίω κτήρια του Βουλευτικού και του Εκτελεστικού (1824 – 1826)», Δελτίο Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τ.20, Αθήνα 1973, 54-69. Χ. Δημακοπούλου, «Θεόδωρος Βαλλιάνος, Αγωνιστής και Αρχιτέκτων», Επετηρίς Ιδρύματος Νεοελληνικών Σπουδών τ.2ος Αθήνα 1981-1982, 110-122.

[3] Μ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία», Γ’ έκδοση, Ναύπλιο, 1975, 191.

[4] Μ. Λαμπρυνίδου ο.π. 190 Λ. Ρος. Αναμνήσεις και ανακοινώσεις από την Ελλάδα (1832-1833), Αθήνα 1976, 69. Χ. Πιτερός, Ναύπλιο, Αρχαιολογικό Δελτίο 54 (1999) Β1 χρονικά, 148.

[5] Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, Αθήνα 1979, 58, φωτ. 69, 86, 87.

[6] Χρ. I. Κωνσταντινόπουλου, Οι παραδοσιακοί κτίστες της Πελοποννήσου, Αθήνα 1983, σελ. 18, 24.

[7] Σ. Σπέντζας «φορολογικές και οικονομικές πληροφορίες από το Αρχείο Περρούκα», Συνέδριο Αργειακών Σπουδών «Το Άργος κατά τον 19° αιώνα» Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004 (Σύλλογος Αργείων ο Δαναός) υπό έκδοση. Πρέπει να επισημάνουμε ότι στο Ναύπλιο την περίοδο της Τουρκοκρατίας υπήρχαν περισσότερα τζαμιά.

[8] Δ. Βαρδουνιώτη, Το Βουλευτικόν, τοπική εφημερίδα ΑΡΓΟΛΙΣ έτος Η’ αρ. φύλλου 168, 1-1 1-1872, του ιδίου «Αι φυλακαί του Ναυπλίου», Εφημερίς ΑΡΓΟΛΙΣ 1 877. Ανδρ. Καρκαβίτσα, «Το Βουλευτικό», «Ταξιδιωτικά», Ναύπλιο 1892.

Read Full Post »

Διπλοβατάτζης Θωμάς (1468-1541) – Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)


 

 Έλληνας λόγιος από την Κωνσταντινούπολη (Νομομαθής – Ουμανιστής), γεννημένος στην Κέρκυρα, όπου είχε καταφύγει η οικογένειά του μετά την Άλωση. Ο πατέρας του, ο πρίγκιπας Γεώργιος Διπλοβατάτζης, από αρχοντική Βυζαντινή οικογένεια της Θράκης, πολέμησε στο πλευρό των Βασιλέων της Ισπανίας και σκοτώθηκε έξω από τα τείχη της Γρανάδας, πολεμώντας ως αρχηγός ιππικού ενάντια στους Μαυριτανούς. Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, με την προτροπή της μητέρας του Μαρίας Λασκάρεως, σπούδασε φιλοσοφία και νομικά στο πανεπιστήμιο του Σαλέρνο, στη Φεράρα και στην Πάντοβα. Το 1490 έγινε διδάκτωρ και διορίστηκε στην υπηρεσία του ηγεμόνα Ιωάννη Σφόρτσα, τοποτηρητής στο Δικαστήριο του Πέζαρο, ενώ το 1492 ανέλαβε καθήκοντα εισαγγελέα στο Πέζαρο. Παρέμεινε εκεί και μετά την πτώση των Σφόρτσα από τον Καίσαρα Βοργία. Στη συνέχεια, παραιτήθηκε το 1505 και εγκαταστάθηκε στη Ρώμη, κοντά στον πάπα Ιούλιο Β’. Δίδαξε νομικά στη Βενετία και κατόπιν επέστρεψε στο Πέζαρο, όπου έζησε ως το θάνατό του το 1541. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο, το οποίο τον κατατάσσει στους κορυφαίους μελετητές του Βυζαντινού και του ρωμαϊκού δικαίου. Τα σημαντικότερα έργα του είναι: «Περί των ενδόξων νομομαθών», που γράφτηκε στα λατινικά, «Η επιτομή των Βίων του Πλουτάρχου», «Ο Βίος Ιννοκεντίου Δ’»κ.ά.

 

Ο Θωμάς Διπλοβατάτζης, «Πατρίκιος Κωνσταντινοπολίτης», όπως ο ίδιος αποκαλούσε τον εαυτό του, αλλά και οι σύγχρονοί του διανοούμενοι, ιστορικοί και ουμανιστές, γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1468 όπου είχαν καταφύγει και διέμειναν από το 1457 έως το 1477 οι γονείς του. Πατέρας του ήταν ο πρίγκιπας Γεώρ­γιος Διπλοβατάτζης, από μεγάλη ομώνυμη οικογένεια της Θράκης, Μακεδονίας και Πελοποννήσου, «δεσπότης» της Λήμνου την οποία παρέδωσε στη Ρωμαϊκή Εκκλησία της Ρόδου το 1457, προκειμένου η νήσος αυτή να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, αυτός δε «να ανακτήσει άλλους τόπους και άλλες υποθέσεις της Αγίας Σταυροφορίας» στη Δύση.

Οι βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα.

Η μητέρα του Μαρία Λασκάρεως ήταν αδελφή του γνωστού γραμματικού Κωνσταντίνου, ο οποίος ευρίσκετο ήδη στην Ιταλία κατά την άφιξη εκεί της οικογένειας της αδελφής του. Και ο μεν πατέρας Γ. Διπλοβατάτζης, απογοητευμένος από τη στάση της Παπικής Εκκλησίας όσον αφορά την τήρηση της γραπτής συμφωνίας του 1457 για «άλλους τόπους», κατέφυγε στους βασιλείς της Ισπανίας Φερδινάνδο και Ισαβέλλα και ως «σταυροφόρος» πλέον της άλλοτε Βυζαντινής Αυτοκρατορίας εφονεύθη μαχόμε­νος ηρωικώς ως αρχηγός ιππικού κατά των Μαυρι­τανών στη Γρανάδα το 1481. Η δε μητέρα του Μαρία απέσπασε το νεαρό Θωμά από το φιλολογικό προσανατολισμό που είχε οραματισθεί γι’ αυτόν ο θείος του Κωνσταντίνος και μεταναστεύοντας στα βόρεια της Ιταλίας, έδωσε στο γιο της την ευκαιρία να σπουδάσει νομικά στα πανεπιστήμια της Πάδοβας και της Φεράρας, όπου και αναγορεύθηκε διδάκτωρ του φε­ουδαρχικού «…και του άλλοτε (ρωμαϊκού) δικαί­ου…» το 1490.

Ο Θωμάς εισέρχεται στην υπηρεσία του Ιωάννη Σφόρτσα, ηγεμόνα του κρατιδίου του Πισαύρου (Πέζαρο), προστατευόμενος της αδελφής του τελευταίου Καμίλλης, το δε 1493 διορίσθηκε σύμβουλος, δωδέκατος τη τάξει επί συνόλου δεκατεσσά­ρων, του Ηγεμονικού Συμβουλίου. Με αφορμή Διάταγμα του Σφόρτσα για τη σύνθεση του Συμβουλίου και τη σχετική «πρωτοκαθεδρία» (praecendentia) των συμβούλων (νομικών, ιατρών και πιθανώς κληρικών), ο Θωμάς υποστήριξε ότι οι «δόκτορες» έπρεπε να προηγούνται των στρατιωτικών (ιπποτών, equestres) και να κάθονται πλησιέστερα στον ηγεμόνα.

Για να αποδείξει δε του λόγου το αληθές, τη βασιμότητα του ισχυρισμού του, άρχισε τη μελέτη και συγγραφή του κυριότερου έργου του Praestantia Doctorum (Περί της υπεροχής -ή προσφοράς-των δοκτόρων). Το έργο αυτό δεν ανευρέθη ολόκληρο, πλην όμως είναι γνωστό το περιεχόμενό του: η ύλη ήταν κατανεμημένη σε 12 βιβλία. Τα πρώτα 8 διελάμβαναν για τα Ιδρύματα (σχολές, πανεπιστήμια) τα οποία απένεμαν τα διδακτορικά διπλώματα, καθώς και για τις σχετικές διαδικασίες φοίτησης, σπουδών, επιστημονικούς κλάδους.

Διεσώθη το 9ο βιβλίο υπό μορφή αντιγράφου του απολεσθέντος πρωτοτύπου χειρογράφου, το οποίο είναι γνωστό ως Liber de Claris Juris Consultis (Βιβλίο ή Βίβλος των Ενδόξων -ή Επιφανών- Νο­μομαθών). Περιλαμβάνει τις βιογραφίες, κατά χρονολογική σειρά, περισσοτέρων από 600 νομοθετών, νομομαθών και νομοδιδασκάλων της προκλασικής Ελλάδας (Φορονεύς, Μίνως), τον Μωυσή και σχεδόν όλους τους νομοθέτες της κλασικής Ελλάδας και της Κάτω Ιταλίας, τους Ρωμαίους της κλασικής και μετακλασικής περιόδου, τους Βυζαντινούς της Ιουστινιανείου περιόδου και τέλος τους νομομαθείς διαφόρων «εθνοτήτων» της τότε Ευρώπης (Ιταλούς, Γάλλους, Ισπανούς, Άγγλους, Ελβετούς, Γερμανούς) έως το έτος 1511.

Το διασωθέν έργο -τεράστιο σε έκταση- Περί των Ενδόξων Νομομαθών, γραμμένο στη λατινική γλώσσα της εποχής και σε αυστηρή και ενίοτε άκομψη διατύπωση, έχει βέβαια φιλολογικές ελλείψεις και παρατυπίες. Το περιεχόμενο είναι επίσης διάσπαρτο με αλφαβητικά σύμβολα με αναφορές βιβλίων, με παραπομπές στην Ιουστινιάνειο Νομοθεσία (Corpus Juris Civilis), αλλά ακριβές, πρωτότυπο και εν πολλοίς αποκαλυπτικό, με μοναδικό πρωτογενές υλικό, το οποίο μόνο ο Θωμάς κατείχε στη μεγάλη βιβλιοθήκη του και το κατέγραψε.

Στις αρχές του 20ού αιώνα Γερμανοί κατ’ αρχάς και αργότερα Γάλλοι προστέθηκαν σε Ιταλούς επιστήμονες για μια πιο συστηματική μελέτη και έκδοση του χειρογράφου αφ’ ε­νός, και αφ’ ετέρου για την παρουσίαση ειδικής θεματολογίας και ερμηνευτικής των πηγών και των ποικίλων καταγραφών του θ. Διπλοβατάτζη.

Εξ αυτών, οι Γερμανοί Χέρμαν Καντόροβιτς (Hermann Kantorowich) και Φριτς Σουλτς (Fritz Schulz), ιστορικός και κοινωνιολόγος ο πρώτος, φιλόλογος ο δεύτερος, μελέτησαν μεθοδικά και κα­τά τρόπο υποδειγματικό το ήμισυ του Χειρογράφου (Βιογραφίες έως και την εποχή της Ιουστινιανείου Νομοθεσίας) το οποίο και εξέδωσαν στο Βερολίνο το 1919 με εκτενή Εισαγωγή, υπομνηματισμούς, διορθώσεις, προσθήκες και ερμηνευτικά σχόλια.

Μισό αιώνα αργότερα (1968), Ιταλοί ερευνητές δημοσίευσαν το υπόλοιπο κείμενο του Χειρογρά­φου του Liber de Claris Juris Consultis, το οποίο περιέχει περίπου 300 νομομαθείς των θεωρουμένων σκοτεινών χρόνων του Μεσαίωνα (7ος-16ος αι.). Δυστυχώς δεν συμπεριλαμβάνονται στο κείμενο του Θ. Διπλοβατάτζη βυζαντινοί νομοθέτες και νομομαθείς της περιόδου αυτής, άλλοι από τον Ιουστινιανό, μολονότι ο Διπλοβατάτζης γνώριζε ελληνικά και παρακολουθούσε τη νομική κίνηση του Βυ­ζαντίου και τα γνωστά μεγάλα νομοθετήματα, όπως τα Βασιλικά των Μακεδόνων.

Η έκδοση αυτή του 1968 προτάσσει μεταφρασμένη στην ιταλική γλώσσα την Εισαγωγή της προηγούμενης έκδοσης (1919), ακολουθώντας κατά τα άλλα τη μέθοδο μελέτης των δυο Γερμανών. Το κείμενο της ιταλικής έκδοσης παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, διότι οι βιογραφίες του Θ. Διπλοβατάτζη αποτελούν αποκλειστική πηγή τόσο για τη γνωριμία με εκατοντάδες Ευρωπαίους νομομαθείς και ταυτοχρόνως κλειδί για την πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση των ιστορικών, φιλολογικών και κοινωνικών πλαισίων γένεσης της σύγχρονης ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης ως κοινού πολυεθνικού φιλολογικού προϊόντος, στις απαρχές της αναγεννησιακής εποχής.

Μεταξύ των δυο αυτών χρονολογικών οροσήμων για την ολοκλήρωση της κριτικής έκδοσης του Liber de Claris Juris Consultis, πληθώρα επί μέ­ρους ερευνών και μελετών για τον Θ. Διπλοβατάτζη, το πολυσχιδές έργο του και τη σημασία της προσφοράς του έως την εποχή μας, έκαναν την εμ­φάνισή τους στην Ιταλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία και στην Ελλάδα.

Στην κατηγορία των ερευνών αυτής της ενδιαμέσου περιόδου εντάσσονται και οι αρχειακές έρευνες και οι μελέτες του γράφοντος αυτό το σημείωμα, οι οποίες έγιναν αρχικώς στη Γαλλία και την Ιταλία στις αρχές του 1960 και στην Ελλάδα αργότερα, περίοδο κατά την οποία δεν είχε ακόμη εκδοθεί το έτερο ήμισυ των βιογραφιών του Liber De Claris Juris Consultis. Η αρχική αρχειακή μου έρευνα, που υπεβλήθη το 1965 στη Νομική Σχολή Παρισιού ως διατριβή Ιστορίας και Κοινωνιολογίας των Δικαίων, συμπλήρωσε κενά της γαλλικής βιβλιογραφίας και διαφώτισε πολλά σημεία αμφισβητούμενα ή ανεπαρκώς ή κακώς ερμηνευόμενα, με τεκμηρίωση βασιζόμενη σε ελληνικά κείμενα και επιχειρήματα.

Εν συμπεράσματι, οι αμφισβητήσεις και αρνητικές παρατηρήσεις Ευρωπαίων μελετητών για τη ζωή και το έργο αυτό του Θ. Διπλοβατάτζη είναι πολύ περιορισμένες σε αριθμό και σημασία και αντικρούονται ευχερώς. Αν αναφέρουμε τον ανυπόστατο ισχυρισμό Ιταλού ιστορικού και πολιτικού του τέλους του 19ου περί δήθεν και σλαβικής καταγω­γής του Θ. Διπλοβατάτζη, προσκομίζουμε γραπτά και επίσημα έγγραφα των 15ου και 16ου αιώνων, του ίδιου και της οικογένειάς του, επιστολή του επίσης στο Συμβούλιο της Βενετίας, στο οποίο αφιέρωσε και προσέφερε το έργο του για τα Προνόμια της Βενετίας, τα οποία αποδεικνύουν την ελληνική του καταγωγή και συνείδηση.

Το δεύτερο έργο του Θωμά Διπλοβατάτζη «Βίβλος των ενδόξων νομομαθών», 1511.

Το μέγεθος της γενικής αυτής αναγνώρισης συνοψίζεται και εκφράζεται με την ομόφωνη, ταυτόσημη και επιγραμματική διατύπωση Ιταλών, Γερ­μανών και Γάλλων νομικών, ιστορικών, φιλολόγων και κοινωνιολόγων, σύμφωνα με τους οποίους ο Θωμάς Διπλοβατάτζης ήταν «Ιδρυτής της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου» (Fondatore de la Storia Letteraria del Diritto) και «Πρόδρομος της Ιστο­ρικής Σχολής του Δικαίου» (Precursore de la Scuola Eritica del Diritto), (19ος αι.) της οποίας κύριος εκπρόσωπος ήταν ο Γερμανός Κάρολος φ. Σαβινί. Ο τελευταίος αυτός είχε επιπολαίως εκφράσει επιφυλάξεις για την αξία και τη χρησιμότητα του έργου του Θ. Διπλοβατάτζη, το οποίο, πα­ρά ταύτα, συνεβουλεύθη και χρησιμοποίησε σε μεγάλη έκταση για τη συγγραφή του τρίτομου έργου του για το Ρωμαϊκό Δίκαιο κατά τον Μεσαίωνα.

Η μετέπειτα έκδοση ολόκληρου του χειρογράφου του Liber de Claris Juris Consultis διέψευσε αρκούντως την άποψή του και απέδειξε ακριβώς το αντίθετο του ισχυρισμού του. Η αξιολόγηση του νομικού έργου του Θωμά Δι­πλοβατάτζη, τόσο με κριτήρια της εποχής του όσο και με a posteriori και σημερινές προσεγγίσεις, οδηγεί σε πολλά συμπεράσματα.

Κατ’ αρχάς ο Θ. Διπλοβατάτζης, λόγω της κλασικής ελληνικής του παιδείας (γλώσσα, ευρύ πεδίο πρόσβασης στην κλασική, μετακλασική και βυζα­ντινή γραμματεία), πέρα από την επίκτητη ρωμαϊκή και ιταλική, ήταν σε πλεονεκτική θέση σε σύγκριση με σύγχρονούς του αλλά και μετά αυτόν ιστορικούς του δικαίου, για να προβεί σε μια ολική, διαχρονική και διεθνοτική εποπτεία της γένεσης και εξέλιξης της ζωής και του έργου των νομομαθών.

Η ενοραματική αυτή αντίληψη για συγκρίσιμες παρα­μέτρους παραγωγής, διάδοσης, διάπλασης και βίω­σης ενός από τα κυριότερα πολιτιστικά αγαθά του αρ­χαίου, μεσαιωνικού και αναγεννησιακού κόσμου, ό­πως το Δίκαιο, ήταν και παρέμεινε μοναδική για την εποχή του και αξεπέραστη για τους αιώνες που ακολούθησαν. Τούτο αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι η αναγνώριση και μελέτη από μεγάλους Ευρωπαίους νομικούς, όπως ο Γερμανός Μίταϊς (Mitteis), και άλλων εθνικών δικαίων (εκτός του Ρωμαϊκού), όπως το αρχαίο ελληνικό, άρχισαν από το τέλος του 19ου αι. και μετέπειτα.

Προηγήθηκε συνεπώς ο Θ. Διπλοβατάτζης όσον αφορά και την ιδέα της παγκοσμιότητας του δικαίου, αλλά και την ουσιαστική απόδειξή της με τη συλλογή και δημοσίευση των πηγών και των δεδομένων του δικαίου των προηγειθησών δυο χιλιετιών, ντοκουμέντα που ήσαν εν πολλοίς, μόνο τότε, διαθέσιμα και προσιτά. Δυστυχώς αυτή η ευρύτητα σύλληψης και πραγμάτωσης της πρωτοποριακής για την εποχή της διπλοβατάτζειας αντίληψης και προσέγγισης του δικαϊκού πολιτισμού, δεν είχε ούτε συνέχεια ούτε αναπαραγωγή και άμεση επίπτωση έκτοτε στο θετό δίκαιο, για σχεδόν τριακόσια χρόνια. Η Δυτική Ευρώπη της Αναγέννησης, των επαναστατικών διαδικασιών του 18ου αι., καθώς και της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών το 19ο αι. στηρίχθηκε, όσον αφορά το ιδιωτικό βέβαια δίκαιο, αποκλειστικά στο Ρωμαϊκό Δίκαιο και στα κατά έθνη και κατά τόπους έθιμα και θέσμια (Στατούτα, Κανονισμούς).

Το δεύτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα του Liber de Claris Juris Consultis είναι η πρωτότυπη επιλογή της μορφής και του περιεχομένου του έργου. Ο Θ. Διπλοβατάτζης δεν ασχολήθηκε με τους θεσμούς του ουσιαστικού δικαίου (οικογενειακό, κλη­ρονομικό, συναλλακτικό), αλλά υπεισήλθε στη βάση της ανθρωπογένεσης και της διαμόρφωσης του δικαίου, με τις προσωπικότητες που παρήγαγαν τους κανόνες δικαίου, αλλά και με τα υφιστάμενα κοινωνικοπολιτικά πλαίσια της εποχής τους. Με την επιλογή αυτή κατόρθωσε να εισχωρήσει στις ρίζες και στις υποκείμενες συνθήκες διαμόρφωσης της πλούσιας ετερότητας, αλλά και της εσωτερικής ενότητας της επικρατούσας διαχρονικής έννομης συμβίωσης των ανθρώπων. Επιπλέον, για την πραγμάτωση αυτής της μεθό­δου του, προτάσσει τα πρόσωπα, δηλαδή τους νομο­θέτες και επιστήμονες, από τη ζωή και δράση των ο­ποίων παράγεται και εξαρτάται το γραπτό δίκαιο.

To έργο του Annibale Degli Abbati Olivieri, η πρώτη συστηματική παρουσίαση της ζωής και του έργου του Θωμά Διπλοβατάτζη, Πέζαρο, 1771.

Περαιτέρω, ο Θ. Διπλοβατάτζης δεν περιορίζεται σε μια μονότονη παράθεση βιογραφικών και κοινωνικών πληροφοριών, ξεκομμένων των μεν από τις δε. Ακολουθεί μια διπλή μέθοδο καταγραφής. Για κάθε βιογραφούμενο παραθέτει, σύμφωνα με λογική σειρά, το όνομα, την καταγωγή, την εθνό­τητα, την κοινωνική και άλλη προέλευση, την παι­δεία του, τη χρονολογία, τις γνώμες συγχρόνων και μεταγενεστέρων. Αναγράφει δε λεπτομέρειες τίτλων των κειμένων και δηλώνει αν έχει λάβει γνώση ο ίδιος των αναφερομένων κειμένων ή αν έχει έμμεση γνώση γι’ αυτά και από ποία πηγή. Ακο­λούθως, προβαίνει σε αξιολόγηση της προσωπικό­τητας και του έργου κάθε βιογραφούμενου. Περατώνει δε πάντα, κάνοντας μνεία του χρόνου θανά­του των πρωταγωνιστών του έργου του. Και, τέλος, ε­πικαλείται και διανθίζει τα κείμενά του, κατά περί­πτωση, και ιδιαίτερα εκείνα της μεσαιωνικής πε­ριόδου, με ποικίλες αναφορές και παράθεση φιλο­λογικών, εκτός των νομικών, πηγών με στίχους και με αποφθέγματα γνωστών φιλολόγων και ποιητών (Πετράρχης, Δάντης), καθώς και φιλοσόφων, ιστο­ρικών και ιστοριογράφων όλων των εποχών.

Από μια άλλη άποψη, κάνει κατά περίπτωση συσχετισμό του έργου των βιογραφουμένων και ανιχνεύει τις επιδράσεις που δέχθηκαν ορισμένοι από προηγουμένους τους ή και από συγχρόνους τους, φέρνοντας στην επιφάνεια τους εσωτερικούς μηχανισμούς σύγκλισης-απόκλισης λύσεων και απόψεων πάνω σε βασικά νομικά προβλήματα, δια μέσου της διάχυσης της νομικής διδασκαλίας ή της αποδοχής των νομικών κειμένων. Διαφαίνεται έτσι η επίδραση που άσκησαν οι Έλληνες νομοθέτες της κλασι­κής περιόδου στους Ρωμαίους νομοδιδασκάλους, για ορισμένους δε από αυτούς κάνει αξιολογήσεις, αποδίδοντάς τους χαρακτηρισμούς στην ελληνική γλώσσα, όπως «σοφός».

Το μεγάλο πλεονέκτημα, συνεπώς, του έργου του Διπλοβατάτζη, έστω και αν αυτό δεν είχε άμεση επίπτωση και επίδραση στη σύγχρονή του και ύστερη διαμόρφωση και εφαρμογή του παντοδύναμου Ρωμαϊκού Δικαίου, έγκειται στις εξής τρεις πρωτότυπες προσφορές του:

Ήταν ο πρώτος νομομαθής της εποχής του ο οποίος έκανε υπέρβαση της θεώρησης, μελέτης και εφαρμογής του δικαίου με τη μέθοδο των αποσπασματικών σχολίων των πηγών του Ρωμαϊκού Δι­καίου, κλείνοντας έτσι τη «Σχολή» και την εποχή των Σχολιαστών γλωσσογράφων (glossatores) και εγκαινιάζοντας τη «Σχολή» της Συστηματικής Μελέτης (postglossatores).

Ήταν επίσης και παρέμεινε ο μοναδικός ερευνητής-μελετητής του δικαίου με τη βοήθεια συγκριτικών φιλολογικών και ιστορικών κειμένων, καθώς και πρωτογενών βιωματικών δεδομένων, εντάσσοντας έτσι το θεματικό κύκλο του νομικού βίου στον ευρύτερο και συνολικό πολιτιστικό, ανθρωπιστικό (ουμανιστικό) και κοινωνιολογικό, όντας ο πρώτος νομικός – ανθρωπιστής – φιλόλογος και ο πρώτος κοινωνιογράφος – κοινωνιολόγος του δικαίου.

Η ολιστική θεώρηση δικαίου και νομικών προ­σωπικοτήτων διαφορετικών λαών, εποχών και συν­θηκών υπό τη μορφή του βιογραφικού λόγου και της προσωποποίησης και επώνυμης ταυτοποίησης της κριτικής μελέτης, γένεσης και εξέλιξης των δι­καίων, με τελική σύγκλιση τους προς το κυριαρ­χούν (πριν, στην εποχή του και στη συνέχεια μέχρι σήμερα) Ρωμαϊκό και Βυζαντινό Δίκαιο, του προσ­δίδει και μια τρίτη ιδιότητα – εκτός εκείνων του ιδρυτού της Φιλολογικής Ιστορίας του Δικαίου και του προδρόμου της Ιστορικής Σχολής του Δικαίου: εκείνη του πρωτεργάτη της έκτοτε διαμόρφωσης της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης, ως πρωταρχικού συστατικού και συνεκτικού στοιχείου της Αναγέννησης της υπεροχής της επιστήμης απέναντι στις φεουδαρχικές αξίες και του πολύπλευρου σημερινού «ευρωπαϊκού κεκτημένου».

 

Διονύσης Μαυρόγιαννης

Καθηγητής Κοινωνιολογίας,

πρ. πρύτανης  του ΔΠΘ

 

Βιβλιογραφία


 

  • Diplovatatius Thomas, Exterpa Codicis Diplovatacii, Lugduni 1769.
  • Olivieri M.H. degli Abati, Memorie di Tommaso Diplovatazio, Πέζαρο 1771.
  • Μουστοξύδης Α., Θωμάς Διπλοβατάτζης, Ελληνομνήμων, τόμος Α’, σελ. 96-114,1845.
  •  Σάθας Κ., Νεοελληνική Φιλολογία (1453-1821), 1868 Besta Enrico, Tommaso Diplovataccio e l’  opera sua, Nuovo Archivio Veneto, t. 6 (1906).
  • Kantorowich Η. και Schulz Fr., Thomae Diplovatatii: De claris juris consultis, Pars Prior, 1919.
  • Kantorowich H., «Thomae Diplovatatiia»,Breslau1931 (άρθρο).
  • Πετρόπουλος Γεώργιος, Ιστορία και Εισηγήσεις του Ρωμαϊκού Δικαίου, 1949 και β’ έκδοση 1963, σελ. 343.
  • Mavrogiannis D., Le jurisconsulte Grec Thomas Diplovatatzis:  Introduction documéntaire à sa vie et à son oeuvre (διατριβή), Παρίσι 1966, 150 σελ.
  • Rabotti G., Thomae Diplovatatti: Liber de claris juris consultis, Pars Posterior, 1968.
  • Πανταζόπουλος Νικόλαος, Οι Έλληνες της Διασποράς και το Ρωμαϊκόν Δίκαιον (1453-1821), Αντιχάρισμα, Επετηρίδα ΑΠΘ, 1986, σελ. 610-611.
  • Μαυρόγιαννης Διον., Αρχειακές έρευνες για τη ζωή και το έργο της ιστορικής κοινωνιογραφίας της ευρωπαϊκής νομικής επιστήμης του Θωμά Διπλοβατάτζη (1468-1541), Αθήνα 1981, 116 σελ., του ιδίου, Θωμάς Διπλοβατάτζης, Patrizio Constantinopolitano e Pesarese. Γενεαλογικές αναφορές, ομιλία στην Εραλδική και Γενεαλογική Εταιρεία, 1999, του ιδίου, «Ο νομομαθής και ανθρωπιστής Θωμάς Διπλοβατάτζης (1468-1541)», Ανάτυπο του Περιοδικού του Φ.Σ. Παρνασσός, τ. MB’ (2000), 16 σελ.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)», τεύχος 221, 29 Ιανουαρίου 2004.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Έτος ένα – Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη και στον κόσμο


 

 

Αύγουστος

Κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.) η καθημερινή ζωή στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία χαρακτηριζόταν από πολυμορφία. Είναι αξιοσημείωτο ότι η ρωμαϊκή κατάκτηση δεν έθιξε τα ήδη και τις συνήθειες των κατοίκων των επαρχιών που προσάρτησε, κυρίως για πολιτικούς λόγους. Μάλιστα, οι επιρροές από το ρωμαϊκό τρόπο ζωής ανιχνεύονται δύσκολα αυτήν την περίοδο στις ανατολικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπως στην Ελλάδα, τη Μ. Ασία, αλλά ακόμη και την Αίγυπτο όπου το ελληνικό στοιχείο παρέμεινε ισχυρό. Οι ελληνικοί πληθυσμοί συνέχισαν τον τρόπο ζωής τους, διατήρησαν το ημερολόγιό τους, το οποίο ήταν διαφορετικό από το ρωμαϊκό, τη θρησκεία τους και τον τρόπο εκπαίδευσής τους. Οι Ρωμαίοι που είχαν εγκατασταθεί στις ανατολικές επαρχίες ακολουθούσαν τις δικές τους καθημερινές συνήθειες, σύμφωνα με τις παραδόσεις τους και η ζωή τους δεν διέφερε από εκείνη των ανθρώπων που ζούσαν στη Ρώμη. Ο Αύγουστος παρουσιαζόταν ως προασπιστής της ειρήνης, πρόσφερε «άρτο και θεάματα» σε όλους τους υπηκόους της αυτοκρατορίας και αξίωνε συμμετοχή στις αυτοκρατορικές γιορτές και απόδοση τιμών στο πρόσωπό του.

 

Ο ρόλος του άντρα

 

Ο άντρας είχε ηγετικό ρόλο στη ρωμαϊκή κοινωνία της εποχής του Αυγούστου. Ανάλογα με την κοινωνική του θέση, είχε τη δυνατότητα να εκλεγεί στα δημόσια αξιώματα. Ήταν επίσης ο αρχηγός του οί­κου, ο οποίος αποφάσιζε αμέσως μετά τη γέννηση του παιδιού του εάν θα το αναγνώριζε ή θα προχωρούσε στην έκθεση του νεογέννητου έξω από το σπίτι ή σε έναν δημόσιο χώρο. Εάν επέλεγε να το αναθρέψει, είχε αυτομάτως απέναντί του νομική εξουσία μέχρι το θάνατό του, γεγονός που είχε προκαλέσει μεγάλη εντύπωση στους ελληνικούς πληθυσμούς των ρωμαϊκών επαρχιών. Αν και η πατρική εξουσία (patria potestas) ήταν πιο χαλαρή από την παλαιότερη εποχή της Δημοκρατίας, ο πατέρας συνέχιζε να καθορίζει τις τύχες των υπόλοιπων μελών, κυρίως των παιδιών του, πάνω στα οποία μάλιστα είχε δικαίωμα ζωής και θανάτου.

Στην εποχή του Αυγούστου χρονολογούνται τα τελευταία παραδείγματα πατεράδων που οδήγησαν τους γιους τους στη θανατική καταδίκη, ενέργεια που ξεσήκωσε την έντονη αντίδραση της κοινής γνώμης. Η συγκατάθεση του πατέρα ήταν αναγκαία προϋπόθεση για το γάμο των παιδιών του και αν ο ίδιος το αποφάσιζε μπορούσε επίσης να τον διαλύσει. Στα χέρια του, επιπλέον, περιερχόταν όλη η οικογενειακή περιουσία την οποία είχε τη δυνατότητα να διαθέσει όπως εκείνος επιθυμούσε μετά το θάνατό του και ακόμη να αποκληρώσει τα παιδιά του με ρητή αναφορά στη διαθήκη του. Στον πατέρα ανήκαν επίσης και τα χρήματα που κέρδιζε κάθε εργαζόμενος γιος, ο οποίος ενηλικιωνόταν επίσημα και αποκτούσε την ανεξαρτησία του μόνο μετά το θάνατο του πατέρα του. Σε αυτήν την περίπτωση, οι κόρες, αν δεν είχαν παντρευτεί ή αν είχαν χωρίσει, ήταν πια ελεύθερες να παντρευτούν όποιον ήθελαν. Ακόμη και η σύζυγος, η οποία νομικά μπορούσε να μη βρίσκεται κάτω από την κηδεμονία του άντρα της την εποχή του Αυγούστου, δεν εξαιρούνταν από την κυριαρχία του. Γίνεται λοιπόν φανερό ότι ο πατέρας ασκούσε μεγάλη καταπίεση σε όλα τα μέλη της οικογένειας.

 

Η θέση της γυναίκας

 

Την εποχή του Αυγούστου, η γυναίκα περνούσε τον περισσότερο χρόνο της μέσα στο σπίτι, αφού στη ρωμαϊκή κοινωνία, όπως και στην ελληνική, αυτή είχε τη φροντίδα του. Οι γυναίκες των οικονομικά ασθενέστερων στρωμάτων ασχολούνταν με τις οικιακές εργασίες, τουλάχιστον μέχρι το απόγευμα, που θα έφευγαν για τα δημόσια λουτρά. Η δράση τους όμως εκτεινόταν και σε δημόσιους χώρους, όπως η αγορά.

Πορτραίτο νέας γυναίκας – Πομπηία

Αντίθετα, οι εύπορες ήταν απαλλαγμένες από τη φροντίδα του σπιτιού, καθώς είχαν στην υπηρεσία τους πολυάριθμους δούλους. Έτσι, είχαν το χρόνο να επισκεφθούν τις φίλες τους ή να πάνε περίπατο, ενώ το βράδυ συνόδευαν συχνά τους συζύγους τους σε κοινωνικές εκδηλώσεις (π.χ. συμπόσια), όπου αυτοί ήταν προσκεκλημένοι. Τέλος, οι γυναίκες όλων των κοινωνικών τάξεων είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις θεατρικές παραστάσεις, τις ιπποδρομίες και τα θεάματα του αμφιθεάτρου. Επίσης, προσέρχονταν στα ιερά, για να συμμετάσχουν στις θρησκευτικές τελετουργίες. Η γυναίκα αυτής της εποχής αποκτούσε τη στοιχειώδη μόρφωση πηγαίνοντας στο σχολείο. Μόνο σε σπάνιες περιπτώσεις ο πατέρας προσλάμβανε για την κόρη του κάποιον ιδιωτικό δάσκαλο μετά το τέλος της βασικής της εκπαίδευσης. Τέλος, για τις γυναίκες των καλών οικογενειών, η μόρφωση συμπληρωνόταν και ολοκληρωνόταν από το σύζυγό τους. Οι αρετές μιας γυναίκας – συζύγου ήταν η ταπεινοφροσύνη, το ήθος, η πίστη, η εργατικότητα και η εντιμότητα. Μόλις 12 ετών η γυναίκα βρισκόταν σε ηλικία γάμου και στα δεκατέσσερά της θεωρούνταν ενήλικη. Ο ρόλος της στο γάμο ήταν να εξυπηρετεί τις ανάγκες του συζύγου, καταπιέζοντας συχνά τον εαυτό της, και να υποτάσσεται στη θέλησή του.

Την εποχή του Αυγούστου η γυναίκα απέκτησε, νομικά, μεγαλύτερη ανεξαρτησία στη διαχείριση της περιουσίας της λόγω χαλάρωσης της κηδεμονίας της από το σύζυγο ή τον πατέρα της. Αξιοσημείωτη είναι η εξ ολοκλήρου απαλλαγή της, εάν γινόταν μητέρα τριών παιδιών. Οι γυναίκες του αυτοκρατορικού κύκλου παρουσιάζονταν ως πρότυπα για τις υπόλοιπες Ρωμαίες της αυτοκρατορίας, αν και πολλές φορές επωφελήθηκαν από τη θέση τους, ώστε να αποκτήσουν έναν βαθμό αυτονομίας και αυτενέργειας, με αποτέλεσμα να επηρεάσουν ή ακόμη και να αντιταχθούν στην κυρίαρχη ιδεολογία της εποχής, όπως συνέβη με την κόρη του Αυγούστου, την Ιουλία. Επίσης, σύμφωνα με μαρτυρίες, η Λιβία, σύζυγος του Αυγούστου, κανόνιζε συναντήσεις με τους πρέσβεις ή απεσταλμένους όταν ο Αύγουστος ήταν απασχολημένος. Ο ίδιος πάντως υπολόγιζε τη γνώμη της, όπως φαίνεται από το ότι κρατούσε σημειώσεις με τις συμβουλές της και στη συνέχεια τις μελετούσε.

 

Ο γάμος

 

Ο γάμος ήταν μια ιδιωτική πράξη, η οποία δεν απαιτούσε την επίσημη άδεια καμιάς δημόσιας αρχής. Επίσης, κανένα έγγραφο δεν ήταν αναγκαίο, α­φού δεν υπήρχε κανενός τύπου συμβόλαιο, εκτός α­πό εκείνο που σχετιζόταν με την προίκα της νύφης. Οι Ρωμαίοι παντρεύονταν για τα χρήματα, καθώς η προίκα ήταν ο νόμιμος τρόπος για να πλουτίσουν, αλλά και για την απόκτηση παιδιών, τα οποία ως νόμιμοι κληρονόμοι αποκτούσαν το όνομα του πατέρα τους και την περιουσία και συνέχιζαν τις τάξεις των πολιτών. Έτσι, κατά τη διάρκεια του 1ου αιώνα π.Χ., ο γάμος αντιμετωπιζόταν από τον άντρα ως μέσο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του σαν πολίτης. Ο Αύγουστος, με ειδικά διατάγματα σχετικά με τη μοιχεία και το γάμο, προσπάθησε να προστατεύσει και να προωθήσει το θεσμό, κυρίως στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα.

Βασική του επίσης μέριμνα ήταν να ενθαρρύνει την τεκνοποίηση στην κυβερνούσα τάξη της Ρώμης και να αποθαρρύνει τους γάμους μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών τάξεων, προκειμένου να διατηρήσει την ομοιογένεια της ανώτερης τάξης. Ο γάμος ήταν συνήθως προαποφασισμένος από τους γονείς και ανεξάρτητος από τη θέληση των μελλόνυμφων, αφού η αγάπη δεν αποτελούσε τη βάση του θεσμού, αλλά μπορούσε να αναπτυχθεί με το πέρασμα του χρόνου.

Στα ανώτερα κοινωνικά στρώματα, ο γάμος εξυπηρετούσε πολιτικές ή οικονομικές σκοπιμότητες, αλλά η ιδεολογία του απαιτούσε την ανάπτυξη του αμοιβαίου σεβασμού, της τρυφερότητας και της πίστης. Περισσότεροι από ένας γάμοι ήταν συνηθισμένο φαινόμενο σε αυτές τις τάξεις. Η υιοθεσία ήταν μια πρακτική πολύ διαδεδομένη στη ρωμαϊκή κοινωνία. Μέσω αυτής μια οικογένεια εξασφάλιζε τη συνέχεια του ονόματος της, επέλεγε τους κληρονόμους της, αλλά συγχρόνως αποκτούσε και ο άτεκνος άντρας την ιδιότητα του pater fami­lias, που ήταν απαραίτητη από το νόμο για τους υποψηφίους των δημοσίων αξιωμάτων. Τέλος, το διαζύγιο ήταν μια απλή διαδικασία: αρκούσε η εγκατάλειψη του σπιτιού από τον ένα σύζυγο με την πρόθεση του χωρισμού. Η γυναίκα, ανεξάρτητα με το αν έπαιρνε ή όχι την πρωτοβουλία του διαζυγίου, έπρεπε να αφήσει μέρος της προίκας της στο σύζυγό της. Τα παιδιά παρέμεναν με τον πατέρα.

 

Η οικογένεια

 

Η οικογένεια αποτελούσε τη βασική κοινωνική μονάδα στη ρωμαϊκή κοινωνία, αφού μέσω αυτής μεταφέρονταν στα μέλη της ο πλούτος και η κοινωνική τους θέση. Έτσι, το μοντέλο της οικογένειας προβλήθηκε πολύ από τον Αύγουστο για λόγους πολιτικο-κοινωνικής προπαγάνδας, ξεκινώντας από την ίδια την αυτοκρατορική οικογένεια, η οποία παρουσιαζόταν να λειτουργεί ομαλά κάτω από έναν αξιοπρεπή και προστατευτικό πατέρα και μια αφοσιωμένη σύζυγο. Μια τέτοια οικογένεια μόνο είχε τη δυνατότητα να εξασφαλίσει την ειρήνη και την ευτυχία των Ρωμαίων, των παιδιών της.

 

Τοιχογραφία σπιτιού στην Πομπηία

 

Το μοντέλο αυτό προωθήθηκε και διαδόθηκε σε ολόκληρη την αυτοκρατορία μέσω των αναπαραστάσεων της οικογένειας του Αυγούστου σε έργα τέχνης, νομίσματα και βωμούς, καθώς και μέσω της μνημόνευσής της σε επιγραφές οικοδομημάτων, αλλά και σε τελετές. Δημόσια εικόνα και πολιτικό πρόγραμμα ήταν συνειδητά συνυφασμένα και η γυναίκα έπαιζε ρόλο και στα δύο. Η γυναίκα και τα παιδιά του αυτοκράτορα ήταν σύμβολα νομιμότητας και το εχέγγυο ενός ειρηνικού μέλλοντος. Στην πραγματικότητα, βέβαια, η οικογένεια του Αυγούστου δεν χαρακτηριζόταν από την αρμονικότητα την οποία προέβαλε στους υπηκόους. Η κόρη του, Ιουλία, ήταν γνωστή για τα ερωτικά της σκάνδαλα. Αλλά και ο ίδιος ο Αύγουστος δεν αποτελούσε παραδειγματικό οικογενειάρχη, αφού η αδυναμία του στις εξωσυζυγικές σχέσεις είχε οδηγήσει τη σύζυ­γό του, Λιβία, να του εξασφαλίζει ερωμένες ακόμη και όταν αυτός βρισκόταν πια σε μεγάλη ηλικία!

 

Τα παιδιά

 

Μετά τη γέννησή του, το βρέφος παραδιδόταν σε μια παραμάνα που ήταν δούλη. Αυτή ήταν υπεύθυνη για την ανατροφή του, σε συνεργασία με έναν παιδαγωγό (τροφός) που αναλάμβανε την εκπαίδευση του παιδιού μέχρι την εφηβεία. Ο παιδαγωγός του μάθαινε να μιλάει και αργότερα να διαβάζει. Μάλιστα, στους αριστοκρατικούς κύκλους προσλαμβάνονταν Έλληνες παιδαγωγοί, ώστε το παιδί να διδαχθεί από νωρίς ελληνικά, τη γλώσσα του πολιτισμού. Το σχολείο αποτελούσε έναν αναγνωρισμένο θεσμό. Σημαντικός αριθμός παιδιών πήγαινε στο σχολείο μέχρι την ηλικία των δώδεκα ετών. Αγόρια και κορίτσια παρακολουθούσαν μαζί τα μαθήματα, σε μικτά δηλαδή σχολεία, που γίνονταν το πρωί. Εκεί διδάσκονταν τους κλασικούς συγγραφείς και τη μυθολογία. Μετά τα δώδεκα και μέχρι τα δεκαοχτώ, ανώτερη εκπαίδευση αποκτούσαν μόνο τα αγόρια και μάλιστα των εύπορων οικογενειών. Τότε διδάσκονταν τη ρητορική, καθώς η ευφράδεια στο βήμα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ρωμαϊκό κόσμο.

Στις ελληνικές επαρχίες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η στοιχειώδης εκπαίδευση των παιδιών συνεχιζόταν μέχρι την ηλικία των δεκαέξι ετών και το σχολείο εξακολουθούσε να αποτελεί χώρο προετοιμασίας για τη δημόσια ζωή, με τα μαθήματα να γίνονται στην παλαίστρα και στο γυμνάσιο και την έμφαση στην άθληση του σώματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο χαρακτήρας της ρωμαϊκής εκπαίδευσης ήταν πολύ διαφορετικός, αφού δεν είχε στόχο τη διάπλαση του χαρακτήρα του παιδιού και την ένταξή του στην κοινωνία. Εφοδίαζε το νέο με βασικές γνώσεις, ενώ οι σπουδές στη ρητορική του προσέδιδαν γόητρο. Τα κορίτσια εγκατέλειπαν το σπίτι τους όταν παντρεύονταν, ενώ τα αγόρια, των οποίων η ηλικία γάμου ήταν γύρω στα 30, απομακρύνονταν από το πατρικό τους σπίτι είτε για να υπηρετήσουν τη θητεία τους στο στρατό είτε για να διαχειριστούν μέρος της πατρικής περιουσίας που βρισκόταν σε άλλη περιοχή.

 

Εργασίες και επαγγέλματα

 

Το επάγγελμα που ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι καθοριζόταν κατά κανόνα από την κοινωνική τάξη στην  οποία ανήκαν. Έτσι η εργασία για βιοπορισμό ήταν ασυμβίβαστη με την κοινωνική θέση των Ρωμαίων αριστοκρατών. Η ενασχόληση με τη γεωργία, όμως, ήταν αποδεκτή ακόμη και για τους συγκλητικούς. Οι Ρωμαίοι των ανώτερων κοινωνικών στρω­μάτων έκαναν καριέρα κυρίως στο στρατό και στην κυβέρνηση, όπου κατείχαν τα α­ξιώματα του ταμία, του αγορανόμου, του δημάρχου, του πραίτορα κατ του υπάτου. Η θητεία σε αυτά ήταν ετήσια και δεν πληρωνόταν. Έτσι, ο γιος ενός συγκλητικού σε ηλικία 16 ετών εισαγόταν στην τάξη των ιππέων και στα 17 μπορούσε να αναλάβει το πρώτο του δημόσιο αξίωμα (π.χ. διοικητής του νομισματοκοπείου).

Η δικηγορία μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο βήμα προς μια καριέρα στην πολιτική. Μολονότι οι νομικές συμβουλές έπρεπε να δίνονται δωρεάν και οι δικηγόροι απαγορευόταν να δέχονταν αμοιβές, πολύτιμα δώρα και γενναιόδωρα μερίδια από κληρονομιές λάμβαναν οι επιτυχημένοι. Η τάξη των ιππέων ασχολείται κυρίως με τις επιχειρήσεις, τα δημόσια έργα και το εμπόριο. Επίσης, στις επαρχίες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εμφανί­ζονταν ως δανειστές και ταμίες των προσόδων. Ένα επάγγελμα με μεγάλη άνθηση στη Ρώμη ή­ταν του τραπεζίτη, ο οποίος δεν περιοριζόταν στη διευκόλυνση των συναλλαγών, αλλά παράλληλα έ­παιζε το ρόλο του δανειστή και βοηθούσε τους πε­λάτες του να επενδύσουν τα χρήματά τους.

Οι απελεύθεροι εργάζονταν ως τεχνίτες ή αν ήταν μορφωμένοι ως υπάλληλοι στις κρατικές υπηρεσίες (π.χ. γραμματείς). Την ιατρική ασκούσαν κυρίως α­πελεύθεροι και ξένοι. Φημισμένοι γιατροί στη Ρώ­μη ήταν οι Έλληνες, στους οποίους μάλιστα ο Αύ­γουστος παραχώρησε πολλά προνόμια. Οι μικροέμποροι και τεχνίτες (π.χ. ο φούρναρης, ο τσαγκάρης, ο κλειδαράς, ο χρυσοχόος, ο βυρσοδέ­ψης) είχαν τα καταστήματα ή τα εργαστήριά τους στην αγορά ή σε συγκεκριμένες συνοικίες της πόλης και πολλοί από αυτούς οργανώνονταν σε συντεχνίες. Τέλος, η άνεργη μερίδα του πληθυσμού ανακουφιζόταν με τακτικές κρατικές διανομές τροφίμων, ενώ πολλοί νέοι είχαν στραφεί και στο μισθοφορικό στρατό που σε περιόδους ειρήνης απασχολούνταν σε δημόσια έργα.

 

Η ενδυμασία

 

Ενδυμασία

Ο ενδυματολογικός κώδικας έπαιζε μεγάλο ρόλο στη ζωή των Ρωμαίων. Υπήρχαν ενδύματα για το σπίτι, καθώς και άλλα για τις δημόσιες εμφανίσεις. Το κατεξοχήν ένδυμα των Ρωμαίων πολιτών ήταν η τόγκα, που φοριόταν σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Η τόγκα ήταν ένα ημικυκλικού σχήματος μάλλινο ύφασμα, διαμέτρου6 μ. περίπου την εποχή του Αυγούστου και κάλυπτε το σώμα από τους ώμους μέχρι τα πόδια, αφήνοντας ελεύθερο μόνο το δεξί χέρι. Απαιτούσε μεγάλη επιδεξιότητα και πολύ χρόνο για να φορεθεί λόγω της ιδιαίτερης επιτήδευσης των πτυχώσεών της. Οι χρωματικές της διαβαθμίσεις ήταν ενδεικτικές για την κοινωνική θέση του πολίτη. Η τόγκα των ανώτερων αξιωμα­τούχων είχε κατά μήκος της άκρης της μια πλατιά πορφυρή ταινία, σύμβολο εξουσίας και πλούτου, ε­νώ τόγκα του μέσου ενήλικου πολίτη είχε το φυσικό χρώμα του μάλλινου υφάσματος.

Οι πιο συντηρητικοί αριστοκράτες έριχναν πάνω από την τόγκα την τήβεννο, κατά το παράδειγμα του Αυγούστου, ως ένδειξη της πίστης τους στα παλιά ήθη. Τέλος, ο ελληνικού τύπου χιτώνας, δύο κομ­μάτια μάλλινου ή λινού υφάσματος ραμμένα μαζί, ήταν ένα πολύ συνηθισμένο ένδυμα για τους Ρωμαίους και φοριόταν τόσο από άντρες όσο και από γυναίκες. Πίσω έπεφτε ακανόνιστα μέχρι τα γόνα­τα, ενώ μπροστά κατέβαινε πιο χαμηλά και είχε κο­ντά μανίκια.

Ο χιτώνας των γυναικών ήταν μακρύτερος και έφθανε συχνά μέχρι τη φτέρνα. Συχνά δενόταν με μια ζώνη πάνω από τη μέση. Μέσα από το χιτώνα, την τήβεννο και την τόγκα φοριόταν ένα λινό κομμάτι ύφασμα που δενόταν γύρω από τη μέση και αποτελούσε το εσώρουχο. Τέλος, ένα άλλο ένδυμα το οποίο φοριόταν κάτω από την τόγκα, αλλά και μέσα στο σπίτι ήταν το χιτώνιο. Τα υποδήματα των Ρωμαίων ήταν ο σολέες, ένα είδος δηλαδή σανδαλιών των οποίων η σόλα δενό­ταν με κορδόνια στο πάνω μέρος του ποδιού ή πέδι­λα με σχοινένια ή δερμάτινη σόλα που συγκρατείτο με διασταυρούμενους ιμάντες, καθώς και τα χοντρά, ξύλινα παπούτσια, οι κόθορνοι.

 

Η περιποίηση του σώματος

 

Από την εποχή του Αυγούστου γενικεύτηκε η καθημερινή φροντίδα του σώματος με το λουτρό πριν από το δείπνο, που σηματοδοτούσε τη μετάβαση από την ένταση της ημέρας στη χαλάρωση, καθώς και με την περιποίηση των μαλλιών και το τακτικό ξύρισμα των αντρών. Η περιποίηση του σώματος αποτελούσε ένα βασικό στοιχείο της καθημερινής ζωής της πόλης – οι Ρωμαίοι που ζούσαν στην επαρχία έδιναν σε αυτή λιγότερη σημασία – και χαρακτήριζε τον άνθρωπο, όπως και το ένδυμα. Οι Ρωμαίοι έκαναν το ημερήσιο μπάνιο τους είτε στα δημόσια λουτρά, χωριστά για άντρες και γυναίκες, είτε σε ιδιωτικά, εάν ήταν αρκετά εύποροι και διέθεταν λουτρά στο σπίτι τους. Τα δημόσια λουτρά ήταν προσιτά ακόμη και στους πιο φτωχούς, καθώς η είσοδος στοίχιζε πολύ λίγο. Διέθεταν επίσης χώρους για αθλοπαιδιές και ηλιοθεραπεία, πισίνες, αποδυτήρια και δωμάτια για μασάζ.

Η διαδικασία σε ένα οργανωμένο λουτρό περιλάμβανε δύο φάσεις: στην πρώτη με τη θερμότητα και τον ατμό το σώμα ζεσταινόταν και κατά συνέπεια χαλάρωνε και το νερό στη συνέχεια το καθάριζε και το αναζωογονούσε. Για την επίτευξη του πρώτου στόχου εφαρμόζονταν η παραμονή σε δωμάτιο ατμού (σάουνα), το παιχνίδι της μπάλας ή η ηλιοθεραπεία. Έπειτα ακολουθούσε το ζεστό, το χλιαρό και το κρύο μπάνιο σε διαφορετικούς χώρους. Το τακτικό ξύρισμα των αντρών ήταν ένα επίσης χαρακτηριστικό που σηματοδότησε την εποχή του Αυγούστου. Μόνο βέβαια οι πιο κομψοί ξυρίζονταν καθημερινά. Όσοι πολίτες δεν ήταν σε θέση να ε­πωμιστούν το έξοδο του ιδιωτικού κουρέα συνωστίζονταν στα κουρεία της Ρώμης και των άλλων ρω­μαϊκών πόλεων, τα οποία σταδιακά απέκτησαν το χαρακτήρα ενός χώρου κοινωνικής συναναστροφής.

Οι κουρείς ξύριζαν, κούρευαν, κατσάρωναν και έβαφαν τα μαλλιά των πελατών τους. Αρκετοί Ρω­μαίοι για να αποφύγουν τα ατυχήματα του ξυραφιού κατέφευγαν σε πιο ριζικές μεθόδους, όπως η χρήση αποτριχωτικών αλοιφών (από ρητίνη και πίσσα) ή ακόμη και στις λαβίδες της τσιμπίδας. Η πρώτη φροντίδα της Ρωμαίας το πρωί ήταν το χτένισμα των μαλλιών της, το οποίο την εποχή του Αυγούστου δεν διαρκούσε πολύ ώρα, καθώς η κόμμωση δεν ήταν περίτεχνη. Συχνό ήταν το χτένισμα σε κοτσίδες που τις τύλιγαν σε σχήμα στεφάνης πάνω από το μέτωπο. Οι γυναίκες κατέφευγαν στις κομμώτριες για τα πολύπλοκα χτενίσματα, αλλά και για αποτρίχωση, βάψιμο μαλλιών και προσώπου.

 

Τα φαγητά

 

Τα φημισμένα ρωμαϊκά συμπόσια με τα «εξωτικά» φαγητά (π.χ. παγόνια και στρουθοκαμήλους) δημιουργούν μια εσφαλμένη εικόνα για τις διατροφικές συνήθειες των μεσαίων και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Το σιτάρι ήταν ο βασικό συστατικό της τροφής της ρωμαϊκής οικογένειας στα χρόνια του Αυγούστου. Με αυτό μαγείρευαν έναν πολτό για το δείπνο (ce­na) – το κύριο γεύμα της μέρας γύρω στις 17.00 – 18.00 το χειμώνα και μια ώρα νωρίτερα το καλοκαίρι, με το τέλος της δουλειάς – του οποίου η γευστική μονο­τονία έσπαγε με τη χρήση καρυκευμάτων.

Η ποικιλία στο βραδινό τραπέζι εξασφαλιζόταν με τα λαχανικά και τις ελιές, ενώ μόνο σε εορταστικές ημέρες έτρωγαν ελάχιστο κρέας, ψάρια και πουλερικά. Το ψωμί αλειφόταν με ένα μίγμα τυριού, λαδιού, σκόρδου και αλατιού. Πολλοί Ρωμαίοι ξεκινούσαν τη μέρα τους χωρίς πρωινό (jentaculum), ενώ άλλοι έτρωγαν πολύ ελαφρά, όπως ψωμί με αλάτι ή μέλι, χουρμάδες ή ε­λιές. Το πρόγευμα ήταν συνήθως ένα κομμάτι τυρί και ψωμί, ενώ το μεσημεριανό (prandium), που μπορούσε και αυτό να περιοριστεί σε ένα κομμάτι ψωμί, εμπλουτιζόταν συχνά με λαχανικά, φρούτα και λίγο κρασί.

Οι εύποροι Ρωμαίοι, αντίθετα, έτρωγαν καθημερινά πλουσιοπάροχα και συχνά οργάνωναν συμπόσια, δηλαδή επίσημα γεύματα για συγγενείς, φίλους και πελάτες. Το γεύμα ξεκινούσε με πολλά ορεκτικά, όπως σαλάτες, ραπανάκια, μανιτάρια, αυγά, στρείδια, σαρδέλες, τα οποία συνοδεύονταν από κρασί με μέ­λι. Στη συνέχεια ακολουθούσαν τα κύρια πιάτα με ψάρια (τόνος, μπαρμπούνια, χέλια, γαρίδες), πουλε­ρικά (κοτόπουλο, πάπια, χήνα, στρουθοκάμηλος, πέρδικα, φασιανός, περιστέρι, παγόνι) και κρέας (ε­λάφι, αγριογούρουνο, αγριοκάτσικο, χοιρινό, αρνί, λαγός). Τα κρέατα σερβίρονταν ψητά, βραστά ή γεμιστά με φρούτα και καρυκεύματα. Σε όλη τη διάρκεια του φαγητού, δούλοι πρόσφεραν κρασί, το οποίο συνήθως έπιναν, όπως και οι Έλληνες, αναμεμιγμένο με νερό σε αναλογία 1 προς 2. Τέλος, προσφέρονταν τα επιδόρπια, φρούτα και αρτοπαρασκευάσματα με μέλι. Το φαγητό συχνά σερβιρόταν σε πολυτελή ασημένια σκεύη. Οι συνδαιτυμόνες εί­χαν στη διάθεσή τους μαχαίρια, οδοντογλυφίδες και κουτάλια. Οι Ρωμαίοι έτρωγαν με τα δάχτυλα.

 

Διασκεδάσεις – παιχνίδια

 

Ο Αύγουστος της Πρίμα Πόρτα, μια από τις διασημότερες απεικονίσεις του πρώτου Αυτοκράτορα της Ρώμης. Μουσείο Βατικανού.

Ο Αύγουστος εξασφάλισε για το λαό της Ρώμης «άρτο και θεάματα», δηλαδή ανέλαβε τον επισιτισμό των απόρων υπηκόων με τακτικά συσσίτια και επίσης φρόντισε για τη διασκέδαση τους, οργανώνοντας θεάματα και εκδηλώσεις στο χώρο της αγοράς (forum) στα στάδια, στον ιππόδρομο, στα αμφιθέατρα, στα θέατρα. Ο ίδιος κι η οικογένειά του παρακολουθούσαν τα θεάματα αυτά ανελλιπώς. Αυτό ήταν το μεγάλο έργο της εσωτερικής του πολιτικής με στόχο τη διαρκή απασχόληση των υπηκόων, μειώνοντας έτσι τον κίνδυνο στάσεων και άλλων εκδηλώσεων δυσαρέσκειας. Οι Ρωμαίοι είχαν πολλές αργίες, σχετιζόμενες κατά κανόνα με τις θρησκευτικές γιορτές, κατά τη διάρκεια των οποίων διοργανώνονταν ποικίλες εκδηλώσεις και αγώνες. Ο Αύγουστος καθιέρωσε από το 11 π.Χ. τακτικούς αγώνες την ημέρα των γενεθλίων του και αναδιοργάνωσε τους αγώνες για τον εορτασμό της αλλαγής εκατονταετηρίδας (17 π.Χ.).

Ιππόδρομος: Εκεί πραγματοποιούνταν οι ιπποδρομίες και οι αρματοδρομίες, η συχνότητα των οποίων, την εποχή του Αυγούστου, έφθανε τις 12 την ημέρα. Αποτελούσαν σημαντική διέξοδο για ο λαό της Ρώμης και την πρώτη θέση στις προτιμήσεις του. Στον ιππόδρομο, πέρα από τους αγώνες, το πρόγραμμα περιλάμβανε συχνά και ακροβατικά. Οι έφιπποι οδηγούσαν δύο άλογα και πηδούσαν από το ένα στο άλλο ή ιππεύοντας συμμετείχαν σε χει­ρισμούς όπλων. Ο λαός πήγαινε στον ιππόδρομο ντυμένος επίσημα, φορώντας δηλαδή την εορταστι­κή του τήβεννο, όπως είχε καθορίσει σχετικό διά­ταγμα του Αυγούστου. Συχνότατο φαινόμενο αποτε­λούσαν τα στοιχήματα σχετικά με την απόδοση συ­γκεκριμένων αλόγων και ιππέων.

θέατρο: Παίζονταν ακόμη τα έργα των κλασικών Ελλήνων δημιουργών, αλλά η θεατρική παραγωγή αυτού του τύπου είχε αρχίσει να φθίνει. Τα θεατρικά είδη που επικράτησαν ήταν ο μίμος και η παντομίμα. Ο μίμος συνίστατο σε κωμικές σκηνές που παρουσίαζαν με φαιδρότητα γεγονότα από την καθημερινή ζωή σχολιάζοντας πρόσωπα και καταστάσεις. Η πολιτική σάτιρα ήταν επίσης μέρος της θε­ματολογίας του. Στο μίμο συμμετείχαν και γυναίκες ηθοποιοί. Διάσημος μιμογάφος κατά την εποχή του Αυγούστου ήταν ο Φιλιστίων από τη Μ. Ασία. Στην παντομίμα όλη η ερμηνεία περιορίστηκε σε έναν μόνο ηθοποιό, ο οποίος με τις ρυθμικές κινήσεις και τις χειρονομίες ενσάρκωνε όλα τα πρόσωπα και τη δράση. Πολύ φημισμένος παντομίμος της εποχής ήταν ο Πυλάδης.

Αμφιθέατρο: Εκεί πραγματοποιούνταν οι μονομαχίες  που αποτελούσαν μια από τις πιο αγαπημένες διασκεδάσεις του ρωμαϊκού λαού. Μπορούσαν να τις παρακολουθούν πέρα από τους Ρωμαίους πολίτες, γυναίκες, ξένοι και δούλοι. Οι παραστάσεις διαρκούσαν από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου. Οι μονομάχοι (gladiatores) ήταν δούλοι, αλλά και ελεύθεροι που προέρχονταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και δελεάζονταν από τις μεγάλες ανταμοιβές των νικητών μονομάχων. Ανάμεσα τους βρίσκονταν ακόμη αιχμάλωτοι πολέμου και κακοποιοί. Στην αρένα καλούνταν να αναμετρηθούν με άγρια ζώα (venationes) ή να συμπλακούν μεταξύ τους σε αιματηρές μονομαχίες. Πέρα από τις μονομαχίες υπήρχαν και παραστάσεις εξημερωμένων και γυμνασμένων ζώων, αλλά και αιματηρές συ­μπλοκές ζώων. Ο μικρός αριθμός των αμφιθεάτρων που βρέθηκαν στις ανατολικές επαρχίες της Ρώμης αποτελεί ένδειξη ότι τα αιματηρά θεάματα άργησαν να εδραιωθούν σε περιοχές με ελληνικούς πληθυσμούς. Η αρχαιολογική έρευνα, όμως, έχει δείξει ό­τι για τις μονομαχίες και την πάλη ζώων χρησιμοποιούνταν στις περιοχές αυτές κατάλληλα διαμορφωμένα θέατρα.

Ο Αύγουστος, πέρα από τις αιματηρές μονομαχίες, έκανε προσπάθεια να ανασυστήσει τους ελληνικούς αθλητικούς αγώνες, οι οποίοι ανέπτυσσαν άλλα ιδεώδη στο λαό και ενίσχυαν το πνεύμα μέσω της άσκησης του σώματος. Μάλιστα μετά τη νίκη του κατά του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο, οργάνωσε τα Άκτια, αθλητικούς αγώνες που τελού­νταν στη Ρώμη, αλλά και στις επαρχίες κάθε τέσσερα χρόνια. Στάδια, όπως της Ολυμπίας, των Δελ­φών και της Επιδαύρου στέγαζαν αγώνες κατά τη Ρωμαϊκή περίοδο. Τις ημέρες που δεν υπήρχαν θεάματα, οι Ρωμαί­οι περνούσαν το απόγευμα τους κάνοντας περιπά­τους στους δρόμους, στις πλατείες, στις στοές και στους κήπους με παιχνίδια, αθλητικές ασκήσεις και λουτρά, μένοντας έτσι απασχολημένοι μέχρι την ώρα του δείπνου.

Το μεγάλο πάθος των Ρωμαίων ή­ταν τα τυχερά παιχνίδια, τα οποία μάλιστα ελέγχονταν από τον Αύγουστο και απαγορεύονταν εκτός από την περίοδο των Σατουρναλίων. Δημοφιλή ήταν τα ζάρια, τα κότσια και το τάβλι, καθώς και ένα παιχνίδι με καρύδια που διασκέδαζε μικρούς και με­γάλους. Συναγωνίζονταν να ανοίξουν τα καρύδια χωρίς να τα σπάσουν ή άλλοτε με βολή ακριβείας να στήσουν το καρύδι τους σε ένα σωρό από αυτά χωρίς να τα διαλύσουν ή, τέλος, να χτυπήσουν με έ­να καρύδι εκείνα των αντιπάλων τους.

 

Θρησκεία

 

Η ρωμαϊκή θρησκεία ήταν ένα κράμα θεοτήτων των ντόπιων ιταλικών φυλών και των ελληνικού πανθέου. Οι Ρωμαίοι δεν δίστασαν να υιοθετήσουν και νέους θεούς από τους κατακτημένους λαούς, ό­πως τις μυστηριακές λατρείες της Ανατολής προς τι­μή της Μεγάλης Μητέρας θεάς, της φρυγικής Κυ­βέλης, της αιγυπτιακής Ίσιδας. Τηρούσαν επίσης με μεγάλη τυπικότητα το τελετουργικό των θρησκευτι­κών τους εορτών, σημαντικότερες από τις οποίες ήταν τα Paternalia, κατά την οποία τιμούσαν τους προγό­νους, τα Cerialia, αφιερωμένα στη γεωργία και τα Campitalia προς τιμήν των θεοτήτων των οδών.

Πα­ράλληλα, οι υπήκοοι των επαρχιών της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ελεύθεροι να ακολουθούν τη δι­κή τους θρησκεία και να τελούν τις δικές τους γιορ­τές σύμφωνα με το ημερολογιακό τους έτος. Ο Αύγουστος, γοητευμένος από τις μυστηριακές λατρείες, στάθηκε ιδιαίτερα ευνοϊκός απέναντί τους και μάλιστα ταξίδεψε ο ίδιος στην Αθήνα για να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια. Ανέλαβε επίσης την αναδιοργάνωση παλαιότερων λατρειών, κυρίως των θεοτήτων των οδών και την ανοικοδόμηση να­ών. Από την εποχή του και σε όλη τη διάρκεια της αυτοκρατορικής περιόδου, παρουσιάστηκε έξαρση της λατρείας των αφηρημένων εννοιών, όπως της Ειρήνης (Pax), της Τύχης (Fortuna), της Ομόνοιας (Concordia), της Αφθονίας (Ops). Η λατρεία τους εξυπηρετούσε κυρίως την πολιτική προπαγάνδα και είχε μεγάλη απήχηση σε όλη την αυτοκρατο­ρία, καθώς οι υπήκοοι είχαν πειστεί ότι μόνο κάτω από μια ισχυρή Ρώμη, όπως αυτή εμφανιζόταν την εποχή του Αυγούστου, θα μπορούσαν οι ιδέες αυτές να πραγματωθούν.

Η συστηματοποίηση της λατρείας του αυτοκράτορα ως θεού, μετά το θάνατό του, πραγματοποιήθηκε στη Ρώμη από τον Αύγουστο και βρήκε μεγάλη απήχηση στις επαρχίες, κυρίως τις ανατολικές όπου ανάλογες τιμές αποδίδονταν στους ηγεμόνες ήδη α­πό την εποχή του Μ. Αλεξάνδρου. Έτσι, τιμούσαν τους Ρωμαίους αυτοκράτορες με αγώνες, λατρευτικά αγάλματα, ναούς και θυσίες προς τιμήν τους, πράξεις κυρίως πολιτικού – διπλωματικού και λιγότερο θρησκευτικού χαρακτήρα. Τέλος, ο Αύγουστος συγκέντρωσε στο πρόσωπό του όλα τα ανώτατα ιερατικά αξιώματα, συνδέοντας έτσι τη ρωμαϊκή θρησκεία με το πρόσωπό του. Επωμίστηκε μάλιστα όλες τις δαπάνες για την ανοικοδόμηση και επισκευή ναών, ανυψώνοντας τον εαυτό του σε μέγιστο προστάτη της θρησκείας και αναδεικνύοντας τη μοναδική του σχέση με το θεό.

 

Ελένη Ζυμή

Δρ Κλασικής Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Οξφόρδης

 

Βιβλιογραφία


 

 

  • ALPOELDI, G., Ιστορία της Ρωμαϊκής Κοινωνίας. Μτφ. Α. Χανιώτης, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Α8ήνα 1988.
  • BALDSON, J.P.VD., Ρωμαίες γυναίκες και τα έθιμά τους. Μτφ. Ν. Πετρόχειλος, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1984.
  • BRADLEY, KR., Slavery and Society in the Roman Empire,CambridgeUniversityPress,Cambridge1994.
  • COWELL, F.R., Everyday Life in ancientRome, B.T. Batsford,London1961.
  • DIXON, S., The Roman family, John Hopkins University Press, Baltimore 1992.
  • DUPONT, F., Daily Life in ancientRome, TransL CH. WcodalL, BlackwelL,Oxford1992.
  • GALINSKY, K, Augustan Culture. An Interpretive Introduction. Princeton University Press, Princeton, N. Jersey 1996.
  • ΚΑΡΚΩΠΙΝΟ, Ζ., Η καθημερινή ζωή στη Ρώμη στο απόγειο της Αυτοκρατορίας. Μτφ. Κ. Παναγιώτου, Εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 1990.
  • POTTER, D.S., MATTINGLY, D.J., Life, Death and Entertainment in the Roman Empire, TheUniversityofMichiganPress,Ann Arbor1999.
  • PRICE, S.R.F., «The place of religion:Romein the Early Empire», στο The Cambridge Ancient History. Vol. X The Augustan Empire, 43 BC-AD 69, Cambrigde University Press, Cambridge 1996.
  • ROBERT, L., Les gladiateurs dans Γ Orient Grec, A.M. Hakkert,Amsterdam1971.
  • VEYNE, P., (éd.), A History of Private Life. I. From PaganRometoByzantium,HarvardUniversityPress,Cambrigde,Massachusetts/London,England1996.
  • WIEDEMAN, T., Adults and children in theRoman empire, Yale University Press, N. Heaven/London 1989.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Έτος 1 μ.Χ.», τεύχος 11, 30 Δεκεμβρίου 1999.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Κουλιγκάς Βασίλης (1909- 2001)


 

Ο συγγραφέας Βασίλης Κουλιγκάς, με την οικογένειά του. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Γεννήθηκε στην Κίο της Μικράς Ασίας το 1909. Γονείς του ήταν ο Παναγιώτης Κουλιγκάς και η Αναστασία Σαρηβαλάση. Ο πατέρας του είχε παντοπωλείο στην Κίο, αλλά υπηρετούσε και στο λεγόμενο «Σεφκιέτι», Επιμελητεία στα Ελληνικά, υπηρεσία για το ψάρεμα και το πάστωμα της παλαμίδας για την προμήθεια του τουρκικού στρατού [1]. Συχνά ταξίδευε λοιπόν στην Πόλη και συνδύαζε την επίσκεψη αυτή με την ολοκλήρωση δουλειών για το μαγαζί που διατηρούσε στην Κίο. Έτσι, 5 χρονών ο Βασίλης, έκανε το πρώτο ταξίδι του με ελληνικό πλοίο στην Κωνσταντινούπολη συνοδεύοντας τον πατέρα του [2]. Ο Παναγιώτης Κουλιγκάς επιπλέον μαζί με τον αδελφό του Ευστράτιο, είχαν αγοράσει στην Κίο οικόπεδο από τον πατέρα του Τζελάλ Μπαγιάρ, μετέπειτα πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας, στο οποίο ανέγειραν, Μεταξοσκωληκοτροφείο ( «Μποτζελίκι» στα τούρκικα ) [3] και μαγαζιά.

Το 1914-1915 ο Βασίλης Κουλιγκάς φοίτησε στην Πρώτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου στην Κίο. Συνέχισε τη φοίτηση στο Αρρεναγωγείο της Κίου με διευθυντή τον Παναγιώτη Πινάτση. Αφηγείται ο ίδιος στα βιβλία του, την καλή του επίδοση στα Τουρκικά, απαραίτητο μάθημα στα ελληνικά σχολεία της Κίου, για την οποία βραβεύτηκε με επαίνους [4]. Ήταν μέλος των προσκόπων αλλά και του Μουσικού Συλλόγου. Έψελνε στην Κοίμηση της Θεοτόκου και συμμετείχε στην εκκλησιαστική λατρεία [5]. «Σαν παιδιά ζούσαμε σε ένα περιβάλλον οικογενειακό και ανεξάρτητα από την οικονομική άνεση της κάθε οικογένειας, ήμασταν όλοι Κιώτες», έλεγε συχνά στα παιδιά του. Το καλοκαίρι του 1918 , θυμάται ανάμεσα στ’ άλλα, ότι ο πατέρας του έστειλε την οικογένεια, μητέρα και δύο παιδιά για παραθερισμό σε τουρκόφωνο χωριό με Έλληνες χριστιανούς κατοίκους κοντά στην Προύσσα, το Τεπετζίκι. Ο Βασίλης Κουλιγκάς έπαιζε με την μπάντα του Μουσικού Συλλόγου κατά την είσοδο στην πόλη του αγγλικού στόλου και του ελληνικού απελευθερωτικού στρατού τον Ιούλιο του 1920. Η μέρα αυτή, όπως δήλωνε, ήταν η ευτυχέστερη της ζωής του.

 

Κίος, τελευταία μέρα πριν από την εγκατάλειψη. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Τον Αύγουστο του 1922, μετά την κατάρρευση του μετώπου, μαζί με πολλές άλλες οικογένειες περίμενε στο λιμάνι της Κίου, με τη μητέρα και τα δυο μικρότερα αδέλφια του, Γιώργο και Μανώλη, το πλοίο που θα τους μετέφερε στην Πόλη. Ο πατέρας του αρχικά έμεινε πίσω για να βρει μεγάλο μεταφορικό μέσο προκειμένου να φορτώσει τα είδη του σπιτιού και του μαγαζιού. Τελικά έφυγε την επόμενη μέρα ύστερα από πληροφορίες για την κατάσταση του Μετώπου. Έτσι, στις 26 Αυγούστου 1922,  δυο   μέρες  πριν  από   την αναχώρηση του ελληνικού στρατού, τελικά έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη με μικρό πλοίο υπό αγγλική σημαία, που είχαν στείλει Πολίτες συγγενείς τους.

 

Κίος, η παραλία του Μπαλουκπαζαριού, έρημη με τα δέματα εγκαταλειμμένα. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

Ο Πρωθυπουργός Δημήτριος Γούναρης και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζηανέστης, στην Κίο, λίγο πριν από την καταστροφή. Δημοσιεύεται στο: «Κίος η αλησμόνητη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1995.

 

Ήδη στην Κίο είχε φτάσει ο συνταγματάρχης Ζήρας με δύο τάγματα στρατού και είχε δημιουργήσει την ελπίδα στους κατοίκους ότι η αναχώρηση από την Κίο ήταν προσωρινή, αφού ο τουρκικός στρατός θα αναχαιτιζόταν από τον ελληνικό. Ο μικρός Βασίλης με θάρρος και τη σιγουριά της νίκης μίλησε σε Τούρκους ανώτερους υπαλλήλους που τον ρώτησαν για την κατάσταση στην Κίο. Το φθινόπωρο του ’22 ο Βασίλης Κουλιγκάς βρέθηκε με την οικογένειά του πρόσφυγας στη Θεσσαλονίκη. Όπως αναφέρει ο ίδιος [6], η αναχώρηση των προσφύγων από την Προποντίδα έγινε σε δύο στάδια: τον Αύγουστο του 1922 από τις πατρίδες τους στην Ανατολική Θράκη ( Ρεδαιστός, Ηράκλεια, Συλίβρια ), πρώτο στάδιο και τον Σεπτέμβριο από την Αν. Θράκη στην Ηπειρωτική Ελλάδα, δεύτερο στάδιο.

Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη

Έτσι, στη Ρεδαιστό είχε φτάσει αρχικά η Αναστασία Κουλιγκά με τους τρεις γιους της. Εκεί συναντήθηκε με το σύζυγό της, Παναγιώτη Κουλιγκά, που είχε καθυστερήσει την αναχώρησή του από την Κίο. Όλοι μαζί έφυγαν για την Θεσσαλονίκη. Ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της οικογένειας Κουλιγκά και του μικρού Βασίλη ξεκινάει εκεί. Τραγικές ήταν οι πρώτες μέρες της εγκατάστασης στην πόλη, αγωνιώδεις οι προσπάθειες για προσωρινή στέγαση και για «επαγγελματική τακτοποίηση» στη συνέχεια. Η Θεσσαλονίκη, είχε μετατραπεί σε προσφυγούπολη, σύμφωνα με τα λόγια του ίδιου.

Φοιτά στο «Ανατόλια», το Αμερικανικό Κολλέγιο, και κερδίζει μετάλλια από την ενασχόλησή του με τον αθλητισμό. Καλλιεργεί την ατομική πειθαρχία και πλάθει έναν δυναμικό και γεμάτο θέληση χαρακτήρα, όπως αφηγείται σήμερα ο γαμπρός του, Κωνσταντίνος Παύλου. Αποφοιτά από το κολλέγιο το 1929 με επαίνους. Το καλοκαίρι αυτής της χρονιάς δημιουργείται ένας σύλλογος αποφοίτων από τους πρώτους 25 μαθητές του «Ανατόλια» που μόλις είχαν αποφοιτήσει. Όπως διηγούνταν ο ίδιος ο Κουλιγκάς, η τάξη του πραγματοποίησε εκδρομή στο τέλος του σχολικού έτους, στο ημιτελές κτίριο του νέου σχολείου. Φύτεψαν όλοι από ένα δέντρο. Τη συνήθεια αυτή ακολούθησαν οι απόφοιτοι και των επόμενων ετών.

Κίος η αλησμόνητη

«Οι δεσμοί μας με το αγαπημένο μας σχολειό, με το οποίο συνδεθήκαμε έξη ολόκληρα χρόνια (μπήκαμε παιδιά και βγήκαμε παλικάρια) ήταν τόσο μεγάλοι, που δεν θέλαμε να αποχωριστούμε οριστικά» λέει ο ίδιος. «Θέλαμε να διατηρήσουμε ένα δεσμό που να συνεχίζεται και μετά την αποφοίτησή μας. Για αυτό, αρκετό καιρό σκεπτόμασταν και μελετούσαμε για τη δημιουργία του Συλλόγου Αποφοίτων. Και το κατορθώσαμε το καλοκαίρι του 1929». Μαζί με τα άλλα ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου βρήκαν και συμπεριέλαβαν στο Σύλλογο αποφοίτων και μαθητές παλιότερων ετών, που ήρθαν ως πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μια και το αρχικό κολλέγιο λειτουργούσε στη Μερζιφούντα του Πόντου. Πολλοί από αυτούς δεν είχαν κατορθώσει να αποφοιτήσουν μετά τα γεγονότα της Μ. Ασίας και τη μεταφορά του κολλεγίου Ανατόλια στην Ελλάδα [7].

Σκόρπιες μνήμες

Ο Κουλιγκάς μετά την αποφοίτησή του εργάζεται στην οικογενειακή επιχείρηση εμπορίου παστών προϊόντων. Μετακομίζει στη συνέχεια στην Αθήνα. Εκεί ασχολείται με το εμπόριο καταναλωτικών προϊόντων και μετά από λίγο καιρό συνεργάζεται με το φίλο του από την Κίο, Φρίξο Θεοδωρίδη, στο ναυτιλιακό του γραφείο. Γνωρίζει και παντρεύεται τη Ζωζώ Αυγουστίνου, μια «αριστοκρατική νέα», όπως έλεγε ο ίδιος, από την Κίο, ήδη εγκατεστημένη στον Πειραιά. Η χαρά του ήταν μεγάλη, μια και η καταγωγή της ήταν από την Κίο. Παντρευτήκανε στην εκκλησία της Αγίας Φωτεινής στην Νέα Σμύρνη και εγκατασταθήκανε στο Παλαιό Φάληρο. Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Παναγιώτη και τη Μαρία Κουλιγκά.

Ο Παναγιώτης ασχολήθηκε με τον αθλητισμό, όπως και ο πατέρας του. Εκπροσώπησε την Ελλάδα σε 3 Ολυμπιάδες και αναδείχτηκε Ολυμπιονίκης στην ιστιοπλοΐα. Σήμερα διατηρεί σχολή ιστιοπλοΐας στο Παλαιό Φάληρο. Η Μαρία τον φρόντισε μέχρι το τέλος της ζωής του. Στα τρία εγγόνια του (Χριστιάνα, Βασίλη Κουλιγκά και Τζώρτζη Παύλου) διηγούνταν με λεπτομέρειες τη ζωή του στην Κίο, αλλά και όσα έζησε με τη γυναίκα του, με την οποία ήταν πολύ δεμένος. Όταν την έχασε, επέλεξε να ζει μόνος του στο Παλαιό Φάληρο. Αφιερώνεται από τότε στην Κίο. Καταγράφει τις αναμνήσεις του, ψάχνει τα αίτια και τις αφορμές για την καταστροφή. Γράφει έτσι σταδιακά τρία βιβλία, γεμάτα μνήμες ζωής για την αλησμόνητη πατρίδα του. Τα αφιερώνει στη γυναίκα του.

  • Κίος, 1912-22, Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1988.
  • Κίος, 1912-22, Σκόρπιες μνήμες, Βασίλη Κουλιγκά, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1993.
  • Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995.

Έλεγε, «Ποιος περίμενε ότι θα γίνω συγγραφέας;». Όταν έγραψε το πρώτο βιβλίο, τον πίεσαν να γράψει και τα επόμενα. Σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ένας λόγος που με ανάγκασε να γράψω είναι ότι οι περισσότεροι επιζήσαντες από την καταστροφή ολιγοστεύουν. Φεύγει ο ένας μετά τον άλλον και εμείς, τα παιδιά τότε , αποτελούμε την τελευταία γενιά. Θα φύγουμε κι εμείς μια μέρα όπως φύγανε οι μεγαλύτεροί μας και δε θα υπάρχει κανείς επιζών για να διηγηθεί στους απογόνους μας περιστατικά και λεπτομέρειες από τη χαμένη μας πατρίδα. Για να μάθουν τα παιδιά των παιδιών μας, γεννημένα από Κιώτες γονείς, περισσότερα για το μικρασιατικό πολιτισμό, που δυστυχώς δεν υπάρχει πια.»

Ο στρατηγός Αλέξανδρος Μαζαράκης – Αινιάν, διοικητής της Μεραρχίας Σμύρνης που έδρευε στην Κίο, με τον Τούρκο στρατηγό Τζαφέρ Ταγιάρ ο οποίος είχε συλληφθεί αιχμάλωτος στην Θράκη. Δημοσιεύεται στο: «Οι αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», Εκδόσεις Δωδώνη, 1988.

Το 1988 σε εκδηλώσεις μνήμης για την Κίο της Μ. Ασίας λέει ο ίδιος: «Την περιγραφή την έκανα από τις αναμνήσεις μου. Από όσα θυμάμαι. Και θυμάμαι πολλά. Διότι αγαπούσα πολύ την πατρίδα μου. Και όποιος αγαπά, θυμάται. Γι’ αυτό, όσα γράφω, είναι όλα σωστά, όλα αληθινά». «Όπου κι αν πάγω, όπου κι αν βρεθώ, Κίο μου πάντα εσένα νοσταλγώ», γράφει το 1990 σε ποίημα αφιερωμένο στην Κίο με τον τίτλο «Νοσταλγία». [8] Τα τελευταία χρόνια επισκεπτόταν συχνά τη Νέα Κίο. Αποτελούσε το τιμώμενο πρόσωπο σε τοπικές πολιτιστικές εκδηλώσεις. Συμμετείχε στο Σύλλογο Απανταχού Κιωτών. Είχε χαρίσει μάλιστα στο Λαογραφικό Μουσείο Ν. Κίου έναν πίνακα κεντημένο από τη μητέρα του, Αναστασία Σαρηβαλάση, με τα μαλλιά της. Διοργανώθηκε ειδικά από το Σύλλογο εκδήλωση για να τονιστεί η σημασία της δωρεάς αυτής.

Όπως αναφέρει ο ίδιος σε συνέντευξή του για το Αρχείο Μαρτυριών του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού [9], στις 14-3-1997, επί τρία χρόνια τουλάχιστον δεν κοιμόταν, αλλά ονειρευόταν πότε θα πάει να δει την Κίο. Όταν κάποια στιγμή ταξίδεψε στην πατρίδα του, το 1982, συμφιλιωμένος με την πραγματικότητα, δε γύρισε στενοχωρημένος, αλλά με χαμόγελο , γιατί ξαναβρέθηκε στους χώρους στους οποίους μεγάλωσε, γιατί αντίκρισε ξανά την πολυαγαπημένη του Κίο. Πέθανε στην Αθήνα το 2001. «Βασίλης Κουλιγκάς» έχει προταθεί να ονομαστεί το Νηπιαγωγείο Ν. Κίου, που βρίσκεται μπροστά από την οδό Β. Κουλιγκά. Η οδός αυτή ονομάστηκε έτσι το 2001 μετά το θάνατο του Κουλιγκά. Είναι η τρίτη παράλληλος της παραλιακής οδού Ναυπλίου – Κίου – Μύλων.  Το Δημοτικό Συμβούλιο αιτιολόγησε την απόφασή του για την συγκεκριμένη ονοματοδοσία της οδού, με το σκεπτικό ότι τα τρία βιβλία του Κουλιγκά αποτελούν «μεγάλη προσφορά για τους νεώτερους, προκειμένου να γνωρίσουν την ιστορία της αλησμόνητης πατρίδας» (Πρακτικά Δήμου Ν. Κίου, απ. 90/2001 ).

  

Υποσημειώσεις


[1] Η υπηρεσία στο Σεφκιέτι, καθαρά ελληνική υποχρέωση, ήταν ένας τρόπος για τους Έλληνες κατοίκους της περιοχής να αποφύγουν τα λεγόμενα Αμελέ Ταμπουρού, τα τάγματα εργασίας. Οι Κιώτες ψαράδες εγκαταστάθηκαν στο συνοικισμό «ΧαμντίΜπεϊ» και με την εμπειρία τους, έφτιαξαν γρι γρι και γέμισαν, όπως αναφέρει στο βιβλίο του, Κίος η αλησμόνητη, Από όσα ακόμα θυμάμαι, Εκδ. ΔΩΔΩΝΗ, 1995, ο Κουλιγκάς, την αγορά με ψάρια.

[2] Θυμάται ένα ζέπελιν στον ουρανό της Πόλης, γερμανικό αερόπλοιο, ενδεικτικό των καλών σχέσεων της Γερμανίας με την Τουρκία, όπως σχολιάζει και ο ίδιος. Θυμάται ακόμα ελληνικά πλοία στον Βόσπορο αλλά και τη βασιλική πομπή του Σουλτάνου, όταν περνούσε τη γέφυρα του Γαλατά.

[3] Το Μποτζελίκι βρήκε ανέπαφο στην επίσκεψη στην Κίο το 1982 ο Βασίλης Κουλιγκάς.

[4] Αναφέρει μάλιστα ότι η μητέρα του είχε προσλάβει μια Εβραία δασκάλα στο σπίτι. Σ’ αυτήν οφειλόταν η καλή γνώση της τουρκικής γλώσσας. Μετά τη συνθηκολόγηση της Τουρκίας κατά το τέλος του πολέμου, τα διπλώματα αυτά ο Βασίλης Κουλιγκάς τα έσκισε όπως λέει ο ίδιος (Κίος η αλησμόνητη, σελ. 41).

[5] Οι γονείς του ήταν «Θεοφοβούμενοι», όπως αναφέρει ο ίδιος.

[6] «Κίος η αλησμόνητη», Δωδώνη, 1995.

[7] Επίσημα αναγνωρίστηκε ο Σύλλογος από το κράτος το 1937. Ουσιαστικά όμως ιδρύθηκε το 1929.

[8] σελ. 124, Βασίλη Κουλιγκά, Κίος 1912-1922, Σκόρπιες μνήμες, Εκδ. Δωδώνη.

[9] Ο Β. Κουλιγκάς το Μάρτιο του 1997 είχε δώσει συνέντευξη στο αρμόδιο τμήμα ιστορικών τεκμηρίων του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού. Στη διεύθυνση http://www.ikaros.fhw.gr βρίσκονται τα video στα οποία ο Κουλιγκάς, αφηγείται χαρακτηριστικά περιστατικά από τη ζωή του στην Κίο, αλλά και από το τελευταίο του ταξίδι στην πατρίδα της Μ. Ασίας.

 

Πηγή


  • Γυμνάσιο Νέας Κίου, «Η εντεύθεν και εκείθεν του Αιγαίου Κίος», Νέα Κίος, 2010.

Read Full Post »

Έτος 1 μ.Χ.


 

Ο Χρόνος, που μας φαίνεται με ποτάμι που κυλά, δεν είναι παρά ένα αχανές και στατικό τοπίο. Εκείνο που κινείται δεν είναι παρά το μάτι του θεατή». Thornton Wilder, «Η όγδοη μέρα της Δημιουργίας».

 

Τα χρόνια που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο, όπως και οι αποφασιστικές μάχες, συνιστούσαν ανέκαθεν προσφιλές για τους ιστορικούς θέμα. Το γιατί, γίνεται φανερό για ορισμένα από αυτά τα έτη – 1453, 1789, 1914: οι καλά πληροφο­ρημένοι της εποχής ένιωθαν ότι κάτι σημαντικό συ­νέβαινε, παρ’ όλο που δεν μπορούσαν να προβλέ­ψουν όλες τις συνέπειές του. Συχνότερα, ωστόσο, οι μεγάλες ιστορικές διεργασίες ξεκινούν άδηλα και μόνον πολύ αργότερα, κοιτώντας πίσω, είναι εφικτό να εντοπιστεί η κρίσιμη ημερομηνία. Τέτοιο έτος είναι το Έτος 1. Μάλιστα, από όλα τα σημαντικά έ­τη της Ιστορίας είναι το πλέον περίεργο, διότι ου­δείς ζων την εποχή εκείνη αλλά και αιώνες αργό­τερα είχε την παραμικρή ιδέα ότι εκείνο το έτος ή­ταν το Έτος 1. Εάν ποτέ αναφέρονταν στο έτος αυτό, εννοούσαν το έτος κατά το οποίο δημιουργήθηκε ο κόσμος, και όχι ό,τι εμείς εννοούμε με το1 A. D. (Anno Domini: Έτος του Κυρίου μας ή μ.Χ.)

 

Ιησούς

 

Για παράδειγμα, τι έτος αναγραφόταν σε ένα πι­στοποιητικό γεννήσεως, σε μια συμβολαιογραφική πράξη γάμου, σε μια εμπορική συμφωνία που συ­ντάχθηκαν το Έτος 1; Στο ερώτημα αυτό δεν μπο­ρούμε να δώσουμε μία και μόνη απάντηση, καθώς για τις περισσότερες δραστηριότητες της καθημερι­νής ζωής γινόταν χρήση ημερομηνιών ανάλογα με το γεωγραφικό μήκος και πλάτος του κόσμου. Στη Ρώμη ένα συμβόλαιο θα μπορούσε να έχει ημερο­μηνία «επί υπατείας του Ιουλίου Καίσαρα, γιου του Αυγούστου και του Αιμιλίου Παύλου, γιου του Παύ­λου». Σε άλλα σημεία του κόσμου τα έτη καθορίζο­νταν από τις βασιλείες ή από τη θητεία ντόπιων αρ­χόντων και ιερέων.

Σε μας όλα αυτά μπορεί να φαίνονται χαώδη, καθώς είμαστε συνηθισμένοι σε ένα συνεχές, σταθερό ημερολόγιο, το οποίο λίγο πολύ χρησιμοποιείται σε όλον τον κόσμο, αλλά τελικά (εκείνο το σύστημα) ήταν αρκετά λειτουργικό. Μόνον οι λόγιοι αντιμετώπιζαν σύγχυση, αυτοί που απαιτούσαν ακριβή απάντηση στην ερώτηση «πόσο χρόνο πριν» ή εκείνοι που επιθυμούσαν να συγχρονίσουν τα γεγονότα στην ελληνική και ρωμαϊκή Ιστορία. Προς ικανο­ποίησή τους εφευρέθηκαν αρκετά συστήματα.

Στη Ρώμη, οι λόγιοι μετρούσαν συχνά τα γεγονότα από τη θρυλούμενη ίδρυση της πόλης του Ρωμύλου, το έτος που έχουμε ονομάσει 753 π.Χ. Στην Ελλάδα χρησιμοποιούσαν μονάδες χρονικών περιόδων ανά 4 χρόνια, τις Ολυμπιάδες, αρχίζοντας από τους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες το 776 π.Χ. Στα δύο αυτά συστήματα, το Έτος 1 ήταν αντίστοιχα το 754 από κτήσεως Ρώμης (AB URBE CONDITA) και το πρώ­το έτος της 195ης Ολυμπιάδας.

Κανένα σύστημα δεν ήταν επίσημο: κάθε λόγιος και ιστορικός ήταν ελεύθερος να επιλέξει εκείνο που προτιμούσε, ένα μόνο ή συνδυασμό. Ως εκ τούτου δεν προκαλεί έκπληξη ότι οι Χριστιανοί χρειάστηκαν πολύ χρόνο για να διαμορφώσουν και να εισαγάγουν δικό τους σύστημα. Η τιμή ανήκει σε έναν ανατολικό ελληνόφωνο μοναχό, τον Διονύσιο το Μικρό, που έζησε στη Ρώμη στο πρώτο μισό του έκτου αιώνα.

Αυτός υπολόγισε ότι ο Χρι­στός γεννήθηκε το 754 από κτίσεως Ρώμης, ονόμασε το έτος αυτό anno Domini (a.D.) «Έτος του Κυρίου μας» (μ.Χ) και μέτρησε τα έτη που προηγήθηκαν του συγκεκριμένου έτους ως τόσα ante Christum «προ Χριστού». Η μέτρησή του ήταν ελαφρώς ανακριβής. Οι μόνες πραγματικές ενδείξεις υπάρχουν σε δύο από τα τέσσερα Ευαγγέλια και δυστυχώς είναι συγκρουόμενες και ασυμβίβαστες. Αν ο Ματθαίος ορθώς ορίζει την ημερομηνία της εξόδου προς την Αίγυπτο, τότε ο Ιησούς γεννήθηκε λίγο πριν ή κατά το τελευταίο έτος της βασιλείας του Ηρώδη του Μεγάλου, ο οποίος πέθανε το 4 π.Χ. Εάν όμως ο Λουκάς έχει δίκιο, συνδέοντας τη Γέννηση με μια απογραφή – «Όλοι πήγαν να εγ­γραφούν, ο καθείς στην πόλη του»- τότε η ημερο­μηνία θα πρέπει να είναι το6 a.D. (μ.Χ.) ή ίσως και το7 a.D. Σε καμία από τις δύο περιπτώσεις το1 a.D. δεν θεωρείται πιθανό.

Ωστόσο, το χρονολογικό σύστημα του Διονυσίου επεκτάθηκε σταδιακά, πρώτα στη Δύση και με πιο αργούς ρυθμούς στην Ανατολή, μέχρι που καθιερώθηκε σχεδόν ανά την υφήλιο. Το Έτος 1 – όποιο κι αν ήταν – κατέστη σημαντικό έτος, για πολλούς το σημαντικότερο της Ιστορίας. Εάν το 6 a.D. είναι το ορθό έτος, τότε ο Ιησούς γεννήθηκε στην νεοϊδρυθείσα ρωμαϊ­κή επαρχία της Ιουδαίας. Τη χρονιά αυτή, οι Ρωμαίοι καθαίρεσαν τον γιο του Ηρώδη Αρχέλαο, κατέλαβαν την Ιουδαία και έστειλαν εκεί τον κυβερνήτη της Συρίας Κυρήνιο, ο οποίος έλαβε διαταγή να οργανώσει την πρώτη απογραφή. Η Γαλιλαία, από την άλλη, αφέθηκε ελεύθερη να συνεχίσει υπό την εξουσία της οικογένειας του Ηρώδη για ακόμη μία γενεά.

Η αρκετά περίπλοκη αυτή πολιτική κατάσταση δεν ήταν πρωτόγνωρη για τις επαρχίες στο ανατολικό σύνορο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, όπου η πολιτική της αυτοκρατορίας ταλαντευόταν ανάμεσα στη στήριξη των τοπικών πελατών – βασιλέων και την απευθείας διακυβέρνηση. Στο κάτω κάτω η Παλαιστίνη ήταν πολύ μακριά από τη Ρώμη και, πολύ πιο κοντά, στην πατρίδα, τα προβλήματα ήταν πιεστικά: εκείνη την εποχή μεγάλες δυνάμεις ήταν απασχολημένες με την επιχείρηση ενσωμάτωσης του γερμανικού εδάφους μεταξύ Ρήνου και Έλβα. Εξολοθρεύτηκαν τελικά το9 a.D. με μια προδοτική ενέδρα του Αρμινίου, ενός Γερμανού λήσταρχου που είχε υπηρετήσει στα ρωμαϊκά βοηθητικά στρατεύματα και του είχε δοθεί τιμητικά η ρωμαϊκή υπηκοότητα.

Η καταστροφή αυτή, στο Δάσος του Τόιτεμπουργκ, προκάλεσε τελικά τη μετατόπιση του βορείου συνόρου της αυτοκρατορίας στη γραμμή Ρήνου – Δούναβη, η οποία αργότερα μεταβλήθηκε αρκετές φορές για να περιλάβει και τη Βρετανία μετά την κατάληψή της. Δυτικό σύνορο ήταν ο Ατλαντικός Ωκεανός και νότιο τα Όρη του Άτλαντα, η Σαχάρα και οι καταρράκτες του Νείλου – παρ’ ότι πολλά από τα τμήματα της βόρειας Αφρικής είχαν πανομοιότυπη μεταβλητή πολιτική ιστορία όπως η Ιουδαία.

Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν μια αυτοκρατορία με τη στενότερη δυνατή έννοια του όρου. Ο «ρω­μαϊκός λαός» – δηλαδή οι Ρωμαίοι πολίτες, που ήταν κατά το μάλλον συγκεντρωμένοι στη Ρώμη και την κεντρική και βόρεια Ιταλία – εξουσίαζαν όλους τους υπολοίπους ως υποτελείς. Η αυτοκρατορία εκτός Ιταλίας ήταν χωρισμένη στις ούτω καλούμενες provinciae, που δεν ήταν επαρχίες κατά τον τρόπο που σήμερα το Οντάριο είναι επαρχία του Καναδά, αλλά μάλλον αποικίες, όπως η Ινδία ή η Νιγηρία ήταν βρετανικές αποικίες πριν κερδίσουν την ανεξαρτησία τους. Η συνολική επιφάνεια της αυτοκρατορίας το1 a.D. ήταν περίπου 1.250.000 τετραγωνικά μίλια με πληθυσμό ίσως 60.000.000.

 

Ρωμαϊκή αυτοκρατορία το 395 μ. Χ. (Historical Atlas by William R. Shepherd, 1911).

 

Είναι άκρως αμφίβολο εάν οποιοσδήποτε εντός ή εκτός της διοίκησης ήξερε τον πραγματικό αριθμό του πληθυσμού. Απογραφές γίνονταν, αλλά σε άτακτα διαστήματα, σε διαφορετικό χρόνο και σε διαφορετικές επαρχίες. Αποκλειστικός δε στόχος των απογραφών ήταν να ενημερώσουν τους φορολογικούς καταλόγους: ο φοροσυλλέκτης μαζί με το στρατιώτη ήταν ο πλέον εμφανής και πανταχού παρών σύνδεσμος μεταξύ των επαρχιών και της Ρώμης.

Η Ρώμη είχε αρχίσει κιόλας από τον 3ο αιώνα π.Χ. την κατάκτηση επαρχιών και η διαδικασία δεν ολοκληρώθηκε παρά το δεύτερο αιώνα της χριστιανικής εποχής. Τα κίνητρα της επέκτασης της αυτοκρατορίας είναι συχνά παραπλανητικά, διότι η άμυνα και η στρατηγική μπορούν με εύσχημο τρόπο να προβληθούν ως δικαιολογία: όσο περισσότερο επεκτείνονται τα σύνορα τόσο μειώνονται και οι απειλές – πραγματικές ή φανταστικές. Αλλά στην αρχαιότητα γενικώς και μεταξύ των Ρωμαίων ειδικότερα, φαίνεται πως η προσπάθεια συγκάλυψης ή άρνησης της (ιμπεριαλιστικής) εκμετάλλευσης από πλευράς αυτοκρατορίας ήταν πολύ μικρότερη από ό,τι στους σύγχρονους καιρούς.

Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι που ευλαβώς προβάλλονταν για την κατάκτηση και την ενσωμάτωση (εδαφών) σε διάφορες χρονικές στιγμές, το δικαίωμα άμεσης αποκόμισης ωφελημάτων από τα κατακτημένα εδάφη ήταν αβίαστα αναγνωρισμένο. Αυτό σήμαινε όχι μόνον κρατικούς φόρους – σε αγαθά, υπηρεσίες και κεφάλαια – αλλά συχνά και σημαντικά ατομικά εισοδήματα, νόμιμα ή παράνομα, για τους ανώτατους αξιωματούχους και τα μέλη των συντεχνιών είσπραξης φόρων. Η Ρώμη είχε συμφέρον να διατηρεί την αυτοκρατορία της ειρηνική και πειθαρχημένη με όσο το δυνατόν αποτελεσματικές τοπικές διοικήσεις. Για την επιτυχία αυτού του τελευταίου, εξαρτιόταν κυρίως από τις τοπικές ηγετικές τάξεις – αφού δεν είχε ανθρώπους δικούς της – οι οποίες έπαιζαν συνήθως το φιλορωμαϊκό εξισορροπητικό ρόλο για την αποτροπή μιας εξέγερσης.

Από την αρχή της επέκτασης της Ρώμης, οι ταγοί της είχαν υιοθετήσει την πολιτική της μέγιστης δυνατής μη παρέμβασης σε κοινωνικούς και πολιτιστικούς θεσμούς, όχι τόσο ορμώμενοι από την ευρεία θεωρία ή την αρχή της ανοχής, αλλά από μια πολύ πιο απλή σκέψη. Ποιος ο λόγος να ασχοληθούμε; Η Ρώμη δεν είχε καμία «αποστολή» – ο μύθος αυτός καθιερώθηκε αναδρομικά, πολύ αργότερα. Η Ρώμη ήθελε να διοικεί αποτελεσματικά και επανειλημμένως διαπίστωνε ότι η ελάχιστη επέμβαση την αποζημίωνε. Παρ’ όλο που ο Ρωμαίος έπαρχος διατήρησε στην ουσία απόλυτη εξουσία και δεν δίσταζε να τη χρησιμοποιεί όποτε το έκρινε αναγκαίο, όπως όταν επέβαλε τη θανατική ποινή. Υπό κανονικές συνθήκες, οι καθημερινές ζωές πάρα πολλών ανθρώπων ελάχιστα επηρεάζονταν από τη ρωμαϊκή διακυβέρνηση. Αυτό ίσχυε σε μεγάλο βαθμό στα ανατολικά τμήματα της αυτοκρατορίας, που είχαν αναπτυγμένο πολιτισμό πολύ πριν έρθουν οι Ρωμαίοι. Οι περιοχές αυτές παρέμειναν διαφορετικές – μεταξύ τους, αλλά και σε σχέση με τη Δύση- τόσο διαφορετικές όσο ήταν και την εποχή της ανεξαρτησίας τους.

Το ημερολόγιο είναι τελείως συμπτωματικό, το ίδιο και η γλώσσα. Φυσικά τα λατινικά ήταν η επίσημη γλώσσα του ρωμαϊκού κράτους. Δεν ήταν όμως η γλώσσα που μιλιόταν στην Ανατολή ή ακόμη και σε ορισμένες περιοχές της Δύσης όπως η Σικελία και η Λιβύη. Εκεί, οι ηγετικές τάξεις και οι διανοούμενοι μιλούσαν, έγραφαν και σκέπτονταν στα ελληνικά, οι δε υπόλοιποι στη μητρική γλώσσα τους – σε ορισμένα μέρη ελληνικά, σε άλλα αραμαϊκά ή αιγυπτικά κ.λπ. Οι μορφωμένοι Ρωμαίοι γνώριζαν σε κάποιο βαθμό τα ελληνικά, αλλά οι ισότιμοί τους στις ανατολικές επαρχίες σπανίως έμπαιναν στον κόπο να μάθουν λατινικά εξίσου καλά.

Όταν ο Ιώσηπος – γόνος μιας ιουδαϊκής ιερατικής οικογένειας, με υψηλή μόρφωση, που γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Ιουδαία – έγραψε το «Περί του Ιουδαϊκού Πολέμου», φιλορωμαϊκή μαρτυρία από την πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια των Ρωμαίων και την καταστροφή του Να­ού το70 a.D., η πρώτη εκδοχή του διατυπώθηκε στα αραμαϊκά και η δεύτερη στα ελληνικά.

Ο Ιώσηπος ήταν Φαρισαίος και γι’ αυτόν οι φαύλοι του λαού του ήταν οι ζηλωτές, οι οποίοι υποδαύλισαν και ηγήθηκαν της εξέγερσης κατά της Ρώμης. Η αγαπημένη του λέξη ήταν «ληστές», οπότε οι ληστές, οι ζηλωτές και οι χαμηλότερες τάξεις είναι ουσιαστικά συνώνυμα στα βιβλία του. Οι ισχυροί Ρωμαίοι χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να καταστείλουν την εβραϊκή εξέγερση – ακριβώς διότι η κοινωνική εξέγερση, η επιθυμία για ανεξαρτησία και η θρησκευτική διαμάχη αποτελούσαν ένα σύμπλεγμα. Βρισκόμαστε σε μια εποχή που μια ομάδα λίγων, στη μια πλευρά της όχθης, ευημερούσαν, ενώ η συντριπτική πλειονότητα στην άλλη πλευρά επιβίωνε σε συνθήκες απόλυτης φτώχειας.

Το γαργαντούικο συ­μπόσιο που παραθέτει ο απελεύθερος Τριμαλχίων οτο «Σατυρικόν» του Πετρώνιου είναι αστείο χάρη στην υπερβολή του: η περιγραφή γελοιοποιεί, αλλά δεν είναι τελείως φανταστική. Η περιουσία του Η­ρώδη του Μεγάλου αποτελούσε ανεξάντλητο θέμα σχολιασμού για τον Ιώσηπο. Αλλά οι υφαντές λινών της Ταρσού – οι ειδικευμένοι ελεύθεροι δεξιοτέχνες, που τα προϊόντα τους είχαν ζήτηση σε ολόκληρη την αυτοκρατορία – δεν μπορούσαν ποτέ να πληρώσουν το μικρό ποσόν που απαιτείτο προκειμένου να λάβουν την ιθαγένεια στην πόλη τους. Εκτός Ιουδαίας σπανίως γίνονταν σοβαρές εξεγέρσεις. Υπήρχε δυστυχία και γκρίνια στους εκμεταλλευόμενους λαούς του ιμπέριουμ, που δεν επαρκούσε όμως στο να καταγραφεί στις επίσημες Δέλτους: πως η Ιστορία τείνει να είναι η ιστορία των νι­κητών με τους ηττημένους λαούς σε έναν παθητικό, σε μεγάλο βαθμό σιωπηρό και απρόσωπο ρόλο…

Το Έτος 1, οι Ρωμαίοι απολάμβαναν τη θέση τους με ικανοποίηση. Ήταν οι ηγέτες του πολιτισμένου – όπως ήθελαν να πιστεύουν – κόσμου αλλά είχαν καταφέρει επίσης να εξέλθουν με επιτυχία από μια μακρά, απελπιστικά βίαιη και επικίνδυνη περίοδο εμφυλίου πολέμου. Ο δημοκρατικός μηχανισμός της διοίκησης, του οποίου ηγείτο αποκλειστικά η ολιγαρχική Σύγκλητος – που έστελνε τις νικηφόρες ρωμαϊκές λεγεώνες στα ανατολικά, τα δυτικά, τα βόρεια και τα νότια και που διαμόρφωσε τη μεγαλύτερη αυτοκρατορία που υπήρξε ποτέ στον κόσμο – είχε αποδιοργανωθεί από το τέλος του 2ου αιώνα π.Χ. Ποικίλες προσπάθειες για την αναβίωσή της απέτυχαν, μέχρι που ο μικρανιψιός και υιοθετημένος γιος του Ιουλίου Καίσαρα, ο Οκτάβιος, αντικατέστησε τελικά το παλαιό σύστημα με τη μοναρχία – παρ’ ότι η επίσημη ορολογία του βασιλείου διατηρούνταν προσεκτικά, καθώς ανακατασκευάζονταν ένα δημοκρατικό προσωπείο, με Σύγκλητο, Δή­μους, Δημάρχους, λαϊκή συνέλευση, υπάτους, πραίτορες κ.ο.κ. Το προσωπείο αυτό, όμως, δεν είναι τίποτα περισσότερο από ό,τι λέει η λέξη: «προσωπείο». Στόχος του ήταν να συγκαλύπτει την πραγματικότητα που υπήρχε πίσω από αυτό.

Αύγουστος

Τον Ιανουάριο του 27 π.Χ., η Σύγκλητος επικύρωσε επισήμως τη θέση που ο Οκτάβιος κέρδισε με τα όπλα και του έδωσε νέο όνομα, Αύγουστος, με το οποίο είναι έκτοτε γνωστός. Ταυτόχρονα, επελέγη ένας κατ’ ευφημισμόν τίτλος γι’ αυτόν, princeps (σ.μ.: ηγεμών) – μέχρι τότε, κοινή λατινική λέξη που το λεξικό ορίζει ως «ο πρώτος ηγέτης, κύριος, το πλέον διακεκριμένο πρόσωπο» – τίτλος που ήταν απαλλαγμένος από τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις του REX (βασιλιάς). Ήταν επίσης Imperator (σ.μ.: αυτοκρά­τωρ στρατηγός), στρατιωτικός τίτλος που εχρησιμοποιείτο συχνά για να δηλώσει την ειδική σχέση με τη λαϊκή βάση και την εγγύηση της εξουσίας του: το στρατό, που αποτελούνταν κατά το ήμισυ από Ρω­μαίους πολίτες στις λεγεώνες και κατά το ήμισυ από βοηθητικά στρατεύματα που στρατολογούνταν στις λιγότερο «εκρωμαϊσμένες» επαρχίες.

Είκοσι επτά χρόνια αργότερα, ο Αύγουστος είχε το σταθερό έλεγχο μιας αυτοκρατορίας που ο ίδιος είχε σημαντικά επεκτείνει. Περιορισμένες εξεγέρσεις, υποκινούμενες από αντιμοναρχικά αισθήματα κατεστάλησαν και κάθε χρονίζουσα παρανόηση αναφορικά με την πραγματική φύση της εξουσίας του ήρθη. Το 2 π.Χ. του δόθηκε ο τίτλος pater patriae, Πατέρας της Πατρίδας, που θύμιζε στους Ρωμαίους πολίτες τη δεσποτική εξουσία του Ρωμαίου πάτερ φαμίλια τόσο όσο και την πατρική μεγαλοθυμία. Έζησε ως το 14 a.D., προσβλέποντας σε μία μόνο τιμή: την επίσημη θεοποίησή του μετά θάνατον (όπως είχε ήδη γίνει με τον Ιούλιο Καίσαρα). Εξίσου σημαντικοί με την απόκτηση τίτλων ήταν οι εμφανείς ελιγμοί του για την εγκατάσταση μιας βασιλικής δυναστείας: ο Αύγουστος και ουδείς άλλος θα επέλεγε το διάδο­χό του και στη διαδικασία αυτή ποδοπάτησε μερικές από τις βαθιά ριζωμένες ρωμαϊκές παραδόσεις.

Το 4 π.Χ. η Σύγκλητος απεφάνθη με διάταγμα ότι οι δύο εγγονοί του (και υιοθετημένοι γιοι του) ο Γάιος και ο Λεύκιος θα ονομαστούν ύπατοι σε ηλικία δεκαπέντε ετών και θα αναλάβουν μόλις γίνουν είκοσι. Και οι δύο πήραν τον τίτλο «ηγεμόνες της Νεολαίας». Αυτό το μωρολόγημα σήμαινε στην πραγματικότητα πρίγκιπας (σ.μ.: διάδοχος του θρόνου).

Το Έτος 1, ο Γάιος που είχε συμπληρώσει τα 20, εξελέγη ύπατος μαζί με τον άνδρα της αδελφής του, Αιμίλιο Παύλο. Τότε η τύχη του Αυγούστου τον εγκατέλειψε: ο Λεύκιος πέθανε τον επόμενο χρόνο και ο Γάιος το 4 a.D. Ο ασθενής και γηραιός αυτοκράτορας κίνησε διαδικασία για την υιοθεσία του Τιβέριου, καθιστώντας σαφές ότι δεν το έκανε με χαρά. Ο Τιβέριος τελικά τον διαδέχτηκε. Η ομαλή και ειρηνική ανάληψη της εξουσίας από τον Τιβέριο αποτυπώνει την πλήρη διάσταση της επιτυχίας του Αυγούστου. Οι ιστορικοί αποκαλούν ορθώς τον Αύγουστο «αρχιτέκτονα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας». Όταν ο  επεκτατισμός το αποδεκτό μοντέλο, η αναφορά στο όνομά του ήταν σαφώς κολακευτική.

Τώρα, όμως, η κοινή γνώμη μεταστράφηκε, αν και λιγότερο για ορισμένους ίσως από ό,τι για άλλους – ο Ε. Μ. Φόρστερ αποκαλεί τον Αύγουστο «έναν από τους πλέον μισητούς επιτυχημένους άνδρες του κόσμου». Δύσκολα διαβάζει κάποιος σήμερα ευχάριστα τους παρακάτω στίχους:

«Και ιδού, ιδού ο άν­δρας, ο υπεσχημένος πού γνωρίζετε / ο Καίσαρας Αύγουστος, γιος του θεού, προορισμένος να κυβερ­νήσει / Όπως ο Κρόνος κυ­βέρνησε στο Λάτιο, και ε­κεί / Να φέρει πίσω την επο­χή του χρυσού: η αυτοκρατο­ρία του θα επεκταθεί /Πέρα από τους Γαράμαντες[i] και τους Ινδιάνους, στη γη πέρα από το ζωδιακό / κύκλο».

Ο Βιργίλιος [ii] και ο Οράτιος ήταν οι δεσπόζουσες φυσιογνωμίες του φιλολογικού κύκλου, τους οποίους υποστήριζε ένας από τους στενότερους και πλουσιότερους φίλους του Αυγούστου, ο «διαπλεκόμενος» Μαικήνας. (Δεν είναι τυχαίο που το όνομα Μαικήνας έγινε κοινή λέξη στις ευρωπαϊκές γλώσσες).

 

Ο Αύγουστος της Πρίμα Πόρτα, μια από τις διασημότερες απεικονίσεις του πρώτου Αυτοκράτορα της Ρώμης. Μουσείο Βατικανού.

 

Ο Αύγουστος είχε σκεφθεί τα πάντα: τόσο η κοινή γνώμη όσο και τα οικονομικά, οι ρυθμίσεις για τη δυναστεία, η προμήθεια σε τρόφιμα και ο στρατός δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. Επιστρατεύθηκε ακόμη και η κοπή νομισμάτων. Όταν του δόθηκε ο τίτλος pater patriae, για παράδειγμα, το κεντρικό νομισματοκοπείο στο Λούγκντουνουμ (Λιόν) άρχισε να κόβει ασημένια νομίσματα που έφεραν την κεφαλή του με την επιγραφή pater pa­triae στη μία όψη. Στην άλλη, εικονίζονταν οι δύο νεαροί εγγονοί του με τηβέννους, με τα εμβλήματα του ιερατείου και την επιγραφή «Γάιος και Λεύκιος Καίσαρ, γιοι (από υιοθεσία) του Αυγούστου, μελλοντικοί ύπατοι, ηγεμόνες της νεολαίας». Τα νομίσματα κυκλοφόρησαν ταχέως και η ανταπόκριση δεν ήταν αργή. Το θέμα το δανείστηκαν οι ποιητές, ενώ οι γλειψιματίες ιδιώτες και κοινότητες το χρησιμοποίησαν σε αφιερωματικές επιγραφές στα μνημεία των πόλεών τους. Θα ήταν όμως λάθος να μιλήσουμε κυνικά για εκπορνευμένη τέχνη.

Πόπλιος Βιργίλιος Μάρων

Ούτε ο Βιργί­λιος ούτε ο Οράτιος, που απεβίωσαν το 19 και το 8 π.Χ. αντίστοιχα, ούτε και ο ιστο­ρικός Λίβιος, που το Έτος 1 συνέγραφε ακόμη την τεράστια επική ιστορία της Ρώμης, αγοράστηκαν με την πραγματική έννοια του όρου. Ο Οράτιος ήταν γιος ενός πλούσιου πρώην σκλάβου, ενώ ο Βιργίλιος και ο Λίβιος προέρχονταν από τις ευκατάστατες μεσαίες τάξεις της βόρειας Ιταλίας. Οι τάξεις αυτές είχαν υποφέρει πολύ κατά τη διάρκεια των εμφυλίων πολέμων, αλλά τώρα η ειρήνη – η pax Augusta – είχε επανέλθει, μαζί και η ζωηρή ελπίδα για το μέλλον, τόσο στη Ρώμη όσο και στην αυτοκρατορία. Με την αίσθηση του αναβιωμένου κύρους θα ερχόταν και η ηθική κάθαρση και αναγέννηση. Αυτή η τελευταία ήταν αγαπημένο θέμα του Αυγούστου. Εκφραζόταν σε πολλά νομοθετικά διατάγματα, που συντάχθηκαν με στόχο να καμφθεί η υπερβολικά φθοροποιός προσωπική ζωή, η ακολασία και η διαφθορά στις ανώτερες τάξεις.

 Στόχος ήταν να επιστρέψουν οι ανώτερες τάξεις – όχι στην ελευθερία και την ισχύ που είχαν στα χρόνια της Δημοκρατίας, αλλά στην υπεύθυνη συμμετοχή στο στρατό και τη δημόσια διοίκηση υπό τους πρίγκιπες. Ο ίδιος ο Αύγουστος, κατά το βιογράφο του Σουητώνιο,[iii] παρακολουθούσε απαγγελίες ποιημάτων και αναγνώσεις Ιστορίας και μάλιστα τις ευχαριστιόταν «αν ήταν σοβαρές και ο συγγραφέας πρώτης γραμμής». Δεν είναι εύκολο να κρίνει κανείς τις ηθικές σταυροφορίες: οι σταθερές, τα κίνητρα και η πραγματικότητα είναι σαν τα παγόβουνα. Ασφαλώς η ορατή πλευρά του κλίματος της εποχής έδειχνε τη διαφθορά, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη οι διαφορές μεταξύ των παλαιών και των σύγχρονων αξιών. Επαρκής απόδειξη είναι ο εξοστρακισμός – σε διαφορετικές περιόδους – της κόρης και της εγγονής του Αυγούστου για σεξουαλική διαφθορά.

Ένας αριθμός υψηλόβαθμων αξιωματούχων εξορίστηκαν μαζί με την κόρη του Αυγούστου ως συνεργοί της. Ο δε σύζυγος της εγγονής, Αιμίλιος Παύλος (που ήταν ο δεύτερος ύπατος το Έτος 1), εκτελέστηκε. Υπάρχει ωστόσο κάτι μυστηριώδες αναφορικά και με τις δύο υποθέσεις. Δεν υφίσταται ιδιαίτερος λόγος να απαλλάξουμε κάποια από τις δύο Ιουλίες, αλλά δεν μπορούμε να μην πούμε ότι μια συνωμοσία από το δυναστικό παλάτι διαδραμάτισε το σημαντικότερο ρόλο.

Οβίδιος

Η συνωμοσία ήταν ενδημική στην αυτοκρατορία και δεν είναι επουσιώδες ότι συνιστούσε την εσώτερη ψυχή του καθεστώτος από την εποχή της βασιλείας του ιδρυτή της. Ένα από τα θύματα της νεαρότερης Ιουλίας ήταν ο ποιητής Οβίδιος, ο οποίος εξορίστηκε στην Τόμι (Κωστάντζα) της Μαύρης θάλασ­σας και αναγκάστηκε να ζήσει εκεί τα υπόλοιπα δέκα χρόνια της ζωής του παραπονούμενος, μεμψιμοιρώντας και εκλιπαρώντας με τους πιο γλοιώδεις τρόπους να του δοθεί χάρις, πράγμα που δεν έγινε ποτέ. Κατά μία έννοια, ο Οβίδιος συνοψίζει στην καριέρα του το μεγάλο παράδοξο της Ρώμης των ημερών του. Τι έκανε για να αξίζει τόσο σοβαρή τιμωρία; Απ’ ό,τι ξέρουμε τίποτα ή, στη χειρότερη περίπτωση, κάτι μηδαμινό.

Δέκα χρόνια νωρίτερα, όμως, είχε γράψει την «Τέχνη του έρωτος» και κατά τη διάρκεια της λαμπερής του καριέρας – ήταν τρομερά δημοφιλής – ανήκε σε έναν κύκλο ποιητών και διανοουμένων οι οποίοι είχαν προσφέρει μόνον με τα λόγια υπηρεσίες στις νίκες του νέου βασιλείου, ενώ στην προσωπική τους ζωή -ω, ποία ντροπή! – απολάμβαναν τις χαρές του έρωτα, ενώ ο αυτοκράτορας ζητούσε ηθική αναγέννηση.

 Η pax Augusta εφαρμόστηκε με στρατιωτική πυγμή, η φιλολογική αναγέννηση έπρεπε να ευθυγραμμιστεί, η έννομος τάξη μπορούσε να παραβιαστεί ανάλογα με την επιθυμία του ηγέτη. Οι κτηνωδίες δεν ενοχλούσαν κανέναν. Ο κατάλογος με τις μαζικές φιλανθρωπίες του Αυγούστου, που διαμορφώθηκε για να εκδοθεί μετά το θάνατό του, περιελάμβανε τη χορηγία οκτώ τερατωδών εκδηλώσεων στις οποίες έλαβαν μέρος δέκα χιλιάδες μονομάχοι, ο μεγαλύτερος αριθμός που έχει καταγραφεί ποτέ.

Ήταν ο δημοφιλέστερος τύπος δημοσίου θεάματος στην Αυτοκρατορία. Αν το θέατρο ήταν το χαρακτηριστικό κοσμικό οικοδόμημα του κλασικού ελληνικού πολιτισμού, το ρωμαϊκό αμφιθέατρο ήταν το αντίστοιχό του. Οι επικριτές του αυτοκρατορικού συστήματος (οι λίγες φωνές που ακούμε) δεν έβαλαν κατά της βαναυσότητάς του, αλλά κατά της αυθαιρεσίας και της δουλοπρέπειας που καλλιεργούσε. Αυτοί καλλιεργούσαν την αναπόφευκτη συνωμοτική ατμόσφαιρα. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε μια σημαντική πολιτιστική αναγέννηση την εποχή του Αυγούστου. Και επικρατούσε ειρήνη σε όλη την αυτοκρατορία για το μεγαλύτερο διάστημα, ειρήνη δίχως την πολιτική ελευθερία, όπως κάποτε την είχαν εννοήσει οι Έλληνες, ούτε ακόμη την ελευθερία με τη στενή έννοια του όρου και με βάση την εμπειρία της δημοκρατικής Ρώμης, αλλά ειρήνη με διάρκεια ίσως πολύ μεγαλύτερη από ό,τι ποτέ είχε γνωρίσει ο μεσογειακός κόσμος.

Η ρωμαϊκή και ιταλική αντίδραση τεκμηριώνεται από λογοτεχνικά και γλυπτά μνημεία και καθίσταται εύκολα κατανοητή. Τι γινόταν όμως με τους «επαρχιώτες», τους υποτελείς και ειδικότερα τι συνέβαινε με τη μεγάλη μάζα αυτών, οι οποίοι δεν ήταν τοπικοί μεγιστάνες που υποστήριζαν τη Ρώμη σε αντάλλαγμα για τα οφέλη που απεκόμιζαν; Η απάντηση, που αφορά κυρίως την Ανατολή, μπορεί σε έναν βαθμό να είναι η εξής: άρχισαν να λατρεύουν τον Αύγουστο Σεβαστό, Ευεργέτη και Αντιπρόσωπο του θεού, ακριβώς όπως είχαν θεοποιηθεί τους προηγούμενους αιώνες Πτο­λεμαίους, Σελευκίδες και άλλους ηγέτες.

Για τους Ρωμαίους, ο Αύγουστος έπρεπε να πεθάνει για να κερδίσει τη θεοποίηση και εν τω μεταξύ μόνον ο γενέθλιός του δαίμων (daemon), το αθάνατο πνεύμα που ζούσε μέσα του, δικαιούταν έναν βωμό. Στην Ανατολή όμως με τις διαφορετικές παραδόσεις, χτίζονταν ναοί προς τιμήν του θεού Αυγού­στου. Αυτή η θρησκευτική λατρεία της εξουσίας δεν θα πρέπει να υποτιμηθεί ούτε να παρεξηγηθεί. Ήταν λατρεία με τη στενή έννοια, όσο κι αν είναι σήμερα δύσκολο να την αντιληφθούμε. Δεν σήμαινε ότι υπήρχε ευρέως λαϊκός ενθουσιασμός για τον ηγέτη ως πρόσωπο ούτε κάτι πιο θετικό από την απλή αποδοχή των γεγονότων της ζωής. Η ισχύς έπρεπε να είναι αντικείμενο λατρείας, τούτο ήταν αυτονόητο: η ισχύς των φυσικών δυνάμεων. Δηλαδή το Πεπρωμένο ή η Τύχη, οι τόσοι θεοί και οι θεές με τα διάφορα πρόσωπα τους και η μεγάλη εξουσία στη Γη. Διαφορετική συμπεριφορά θα ήταν ανόητη και θα επέφερε κάποια τιμωρία, αν και η ανταμοιβή για όποιον επιδείκνυε σεβασμό δεν ήταν δυστυχώς εγγυημένη, τουλάχιστον εν ζωή.

Σε μια τόσο μονόπλευρη σχέση, σε έναν κόσμο με ελάχιστες ελπίδες υλικής επιτυχίας για την πλειονότητα του ελεύθερου πληθυσμού (ας μη μιλήσουμε για τους δούλους) και όπου η γήινη εξουσία ήταν τόσο κοντά στο δεσποτισμό, ο φόβος και όχι η αγάπη ήταν συχνά το κυρίαρχο συναίσθημα πίσω από τη λατρεία, στην καλύτερη περίπτωση δε φόβος και αγάπη μαζί. Η θρησκεία στράφηκε στη σωτηρία στον άλλο κόσμο, ενώ άλλοτε ενδιαφερόταν κατά κύριο λόγο για τη ζωή σε αυτόν εδώ τον κόσμο. Όσο περίπλοκη κι αν ήταν η ψυχολογία, η λατρεία του αυτοκράτορα συνιστούσε το συνεκτικό κρί­κο της αυτοκρατορίας.

 

Μ. I. Finley

Μετάφραση: Έρση Βατού

Το κείμενο είναι του Μ. I. Finley, από το Aspects of Antiquity-Discoveries and Controversies, σελίδες 185-199, (δεύτερη έκδοση, Εκδοτικός οίκος Penguin Books in association with Chatto & Windus.)

Ο M. I. Finley ήταν Οικονομικός Ιστορικός. Γεννήθηκε το 1912 στις ΗΠΑ. Σπούδασε στο Κολούμπια και σταδιοδρόμησε στην Αγγλία, όπου κατέφυγε το 1954 ως πρόσφυγας των μακαρθικών διώξεων. Το 1970 έγινε καθηγητής της αρχαίας Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, όπου και δίδαξε μέχρι το θάνατό του το 1986. Οι κύριοι τομείς των επιστημονικών του ενδιαφερόντων ήσαν η κοινωνική δομή του ελληνο-ρωμαϊκού κόσμου, η οικονομική του συγκρότηση – λειτουργία και ο θεσμός της δουλείας. Τα Βιβλία του: «Αρχαία Οικονομία» (1973) και «Αρχαία Δουλεία και Σύγχρονη Ιδεολογία» (1980) χαρακτηρίσθηκαν από την κριτική ως εξόχως σημαντικά.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Γαράμαντες: μεγάλη λιβυκή εθνότητα, που κατοικούσε στις οάσεις της ανατολικής Σαχάρας. Τις πρώτες πληροφορίες για το λαό μας δίνει ο Ηρόδοτος. Οι Γαράμαντες ήταν άγριος και αμιγής φυλετικά λαός και κατεδίωκαν με τέθριππα τους Αιθίοπες τρωγλοδύτες. Η περιοχή όπου ζούσαν, το σημερινό Φεζάν, περιήλθε στη ρωμαϊκή κυριαρχία το 21 π.Χ.

[ii] Ο Βιργίλιος αναφέρεται ως Βεργίλιος στην εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάνικα, η οποία αποτέλεσε την «πυξίδα» για την ορθή απόδοση όρων, τοπωνυμίων και ονομάτων στα ελληνικά.

[iii] Σουητώνιος: Ρωμαίος βιογράφος και αρχαιοδίφης, που έζησε πιθανότατα στη Ρώμη από το 69 μ.Χ. έως το 122 μ.Χ. Το πλήρες όνομά του ήταν Γάιος Σουητώνιος Τράγκιλλος. Στα έργα του περιλαμβάνεται το De viris Ulustribus «Περί επιφανών ανδρών» (συλλογή Βιογραφιών περίφημων πνευματικών μορφών της Ρώμης), από το οποίο αντλήσαμε όλη τη γνώση περί τη ζωή των διακεκριμένων συγγραφέων της Ρώμης. Το έργο του De vita Caesarum «Βίοι Καισάρων» (γύρω από τη ζωή των 11 πρώτων αυτοκρατόρων) ήταν γεμάτο σκανδαλολογίες και του χάρισε φήμη. Ήταν προστατευόμενος του Πλινίου του Νεώτερου, χάρις στον οποίο εξασφάλισε θέση χιλιάρχου στο στρατό, την οποία όμως εγκατέλειψε.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Έτος 1 μ.Χ.», τεύχος 11, 30 Δεκεμβρίου 1999.

  

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Aργυροπούλου Δ. Pωξάνη


 

Pωξάνη Aργυροπούλου

Η Pωξάνη Δ. Aργυροπούλου, κόρη του Αργείου διπλωμάτη Δημητρίου Αργυρόπουλου και της Μυρώς Παλαιολόγου από τη Σμύρνη, είναι ομότιμη Διευθύντρια Eρευνών στο Ινστιτούτο Nεοελληνικών Eρευνών του Eθνικού Iδρύματος Eρευνών, γεννήθηκε στην Aθήνα το 1942· απόφοιτος του Αμερικανικού Κολλεγίου Pierce, σπούδασε φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Παρισίων (Σορβόννη) και είναι διδάκτωρ στην ιστορία της φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Καθοριστική για τη μετέπειτα πορεία της υπήρξε η γνωριμία της, το 1966, με τον Κωνσταντίνο Θ. Δημαρά, διευθυντή του Κέντρου Νεοελληνικών Ερευνών του τότε Βασιλικού Ιδρύματος Ερευνών, ο οποίος προσανατόλισε τα ενδιαφέροντά της προς ζητήματα της νεοελληνικής παιδείας, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Από τότε εντάχθηκε στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών με επίκεντρο των ερευνών της τη νεοελληνική διανόηση από τον δέκατο όγδοο ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, εντάσσοντας συγκριτικά τις ιδεολογικές εκδηλώσεις της στο ευρωπαϊκό περίγραμμα· έχει επίσης ασχοληθεί με θέματα της ευρωπαϊκής σκέψης (Βίκο, Βολταίρος, Κοντορσέ, κυρία ντε Στάλ, κ.ά.)

Έχει συγγράψει πάνω από διακόσιες μελέτες, ανακοινώσεις σε συνέδρια και άρθρα σε ελληνικά και ξένα περιοδικά, εγκυκλοπαίδειες και συλλογικά έργα. Ασχολήθηκε με τη μετάφραση φιλοσοφικών κειμένων και τελευταία δημοσίευσε, με εκτενή εισαγωγή και σχόλια, τη πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου του Βολταίρου, Ο αδαής φιλόσοφος, (Αθήνα, εκδ. Πόλις, 2009).

Σε συνεργασία με την Άννα Tαμπάκη εξέδωσε το έργο, Tα ελληνικά προεπαναστατικά περιοδικά. Eυρετήρια Γ’ «Eιδήσεις δια τα Aνατολικά μέρη 1811. Eλληνικός Tηλέγραφος 1812-1836. Φιλολογικός Tηλέγραφος 1817-1821 (Αθήνα, KNE-EIE, 1983). Η κόρη  της Αλεξάνδρα Λουγγή είναι ψυχολόγος και μητέρα του Κωστή-Αχιλλέα Στόκα.

Eίναι συγγραφέας των εξής βιβλίων:

  • Marco Renieri, «Armonie Della Storia Dell’ Umanità», Ακαδημία Αθηνών, Κέντρον Έρευνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας, Αθήναι, 2014.
  • O Bενιαμίν Λέσβιος και η ευρωπαϊκή σκέψη του δεκάτου ογδόου αιώνα (Αθήνα, ΙNE-EIE,  2003).
  • N. Kαζάζης, H Γαλλική Eπανάστασις. Mέρος έκτον. Eισαγωγή-έκδοση κειμένου-σχόλια (Αθήνα, KNE-EIE-Tροχαλία, 1993).
  • Bενιαμίν Λέσβιος, Στοιχεία ηθικής, Eισαγωγή-σχόλια-κριτικό υπόμνημα (Αθήνα, KNE-EIE, 1994).
  • H Φιλοσοφική σκέψη στην Eλλάδα από το 1820 ως το 1922 (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 1999). Τόμος A’: Eυρωπαϊκές επιδράσεις και προσπάθειες μιάς εθνικής φιλοσοφίας (1828-1875). Τόμος B’: H φιλοσοφία μεταξύ επιστήμης  και θρησκείας, 1876-1922 (Αθήνα, Γνώση,  1995-1998,).
  • Les intellectuels grecs à la recherche de Byzance (1860-1912)  (Αθήνα, ΙNE-EIE, 2001).
  • O νεοελληνικός ηθικός και πολιτικός στοχασμός. Aπό τον Διαφωτισμό στον Pομαντισμό (Θεσσαλονική, Bάνιας, 2003).
  • Προσεγγίσεις της νεοελληνικής φιλοσοφίας (Θεσσαλονίκη, Bάνιας, 2004).
  • La période italienne de Marco Renieri et ses premières années en Grèce (Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, 2019)

 

Πηγή


  • Αρχείο, Αργολικής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »