Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κάστρο Άργους’

  Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους,

V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Read Full Post »

Η συμβολή των Λακεδαιμονίων στην προάσπιση της ακρόπολης του Άργους (Ιούλιος 1822)


 

Την 10η Ιουλίου του 1822 στον Αχλαδόκαμπο, στο Χάνι του Αγά πασά[1], έγινε πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο έλαβαν μέρος οι: Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Πέτρος Μαυρομιχάλης, Δημήτριος Υψηλάντης, Αρχιμανδρίτης Φλέσσας, Πάνος Κολοκοτρώνης, Διονύσιος Ευμορφόπουλος, τα παιδιά του Πέτρου Μαυρομιχάλη, Γιωργάκης και Ιωάννης, καθώς και οι Λακεδαιμόνιοι Παναγιώτης Κρεββατάς, Αντώνιος Κουμουστιώτης, Πέτρος Αναγνωστόπουλος (Μπαρμπιτσιώτης), Ανδρέας και Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος[2]. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Ο Δράμαλης είχε ήδη φθάσει στην Κόρινθο (6 Ιουλίου) και είχε καταλάβει μάλιστα τον Ακροκόρινθο (8 Ιουλίου).

Μία μέρα πριν ο πλούσιος προεστώς του Μυστρά Παναγιώτης Κρεββατάς και ο Θ. Κολοκοτρώνης έδωσαν τα χέρια να μείνουν πιστοί φίλοι εκπληρούντες στο ακέραιο το χρέος τους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Ο Κρεββατάς ανακοίνωσε ότι θέτει στη διάθεση του αρχηγού «ένα μιλιούνι γρόσια» για τις ανάγκες του πολέμου. Ο Θ. Κολοκοτρώνης δεν αποδέχτηκε την προσφορά και ζήτησε στρατιώτες και πολεμοφόδια, πράγμα που έγινε αμέσως αποδεκτό. Ο Κρεββατάς μετά τη σύσκεψη αναχώρησε για στρατολόγηση νέων μαχητών[3].

Το κύριο θέμα της σύσκεψης ήταν η απόκρουση της εισβολής του Δράμαλη. Οι Έλληνες έπρεπε πάση θυσία να κερδίσουν χρόνο. Ο Πλαπούτας γράφει σχετικά: «Να στείλουμε στρατιώτες να πιάσουνε το Άργος το κάστρο, όσο να μαζευτούν στρατεύματα»[4]. Ο Θ. Κολοκοτρώνης στη διάρκεια της σύσκεψης εξέθεσε με σαφήνεια και στέρεο ένστικτο το σχέδιό του, το οποίο έτυχε γενικής αποδοχής.

Τα κύρια σημεία του ήταν: 1) η «σταθερή κατάληψη επίκαιρων σημείων ώστε να απομονωθεί ο Δράμαλης μέσα στην Αργολίδα, 2) η κατάληψη του παλαιού κάστρου του Άργους, ώστε να απασχοληθούν αρκετές δυνάμεις του Δράμαλη, ώσπου να το καταλάβουν, και έτσι να χαθεί πολύτιμος χρόνος για τους εχθρούς και 3) η καταπόνηση και αφανισμός των Τούρκων στην αργολική ενδοχώρα από έλλειψη τροφών»[5].

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Ο Σπ. Τρικούπης γράφει ότι τις ημέρες εκείνες της ταραχής και του φόβου που είχε εμπνεύσει στους Έλληνες η στρατιά του Δράμαλη ο Μανιάτης Θανάσης Καρύγιαννης αυθορμήτως ενεργών ανήλθε στο φρούριο επικεφαλής δέκα γενναίων εθελοντών και ύψωσε τη σημαία της ελευθερίας[6].

Ο Καρύγιαννης ή Καράγιαννης όμως δεν ήταν Μανιάτης. Νεότερες καταγραφές που στηρίζονται τόσο στην προφορική παράδοση όσο και στα μητρώα των χωριών πείθουν ότι ο ριψοκίνδυνος Καρύγιαννης καταγόταν από την Αράχοβα Λακεδαίμονος[7].

Καταπτοημένοι οι κάτοικοι του Άργους εγκαταλείπουν τα σπίτια τους κατευθυνόμενοι προς ασφαλέστερα μέρη, ενώ πενήντα Τούρκοι ιππείς προπορευόμενοι εισέρχονται στην πόλη. Από την ακρόπολη μόλις είδε «πλήρης τόλμης και ζήλου» ο Καρύγιαννης την εξέλιξη που έπαιρναν τα πράγματα, κατέβηκε στην πόλη και επέπληξε τους πολίτες. Φιλοτιμήθηκαν τότε, πολλοί, ανέκτησαν το θάρρος τους και κατεδίωξαν τους εισβολείς. Στη συνέχεια ο Καρύγιαννης ανήλθε στην ακρόπολη, όπου ήδη κυμάτιζε η σημαία[8].

Ο Κολοκοτρώνης θέτει σε άμεση ενέργεια το σχέδιό του:

 

«Έκραξα τότε τον Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη και το Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο και τον Αντώνη Κουμουστιώτη και τους λέγω: Να πάτε να μου πιάσετε το κάστρο του Άργους με 100 ανθρώπους διαλεκτούς, και πιάνοντας το κάστρο να κάμετε φανό, ότι έπιασαν το κάστρο. Με απεκρίθηκαν: Πάμε, μα χανόμεθα. Τους είπα: Πηγαίνετε κι εγώ σας παίρνω εις τον λαιμό μου. Και έτσι επήγαν και έκαμαν τον φανό»[9].

 

Η πρόταση του Κολοκοτρώνη για άνοδο στην ακρόπολη του Άργους δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Όλοι αναλογίζονταν το επικίνδυνο του εγχειρήματος. Πρώτος προσφέρθηκε, σύμφωνα με την παράδοση, ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης υπό τον όρο να τον ακολουθήσει ο Πάνος Κολοκοτρώνης[10]. Τον ίδιο σκεπτικισμό εξέφρασε και ο Αντώνιος Κουμουστιώτης, ο οποίος ως προϋπόθεση έθεσε τη σύμπραξη του Πέτρου Μπαρμπιτσιώτη. Ακόμη ζήτησε από τον Κολοκοτρώνη: «το παιδί το δικό σου και του Μπέη, (Μαυρομιχάλη) και τον αγιουτάντε του Πρίγκιπα (υπασπιστή του Δ. Υψηλάντη)»[11].

Τούτους θέλησε την ώρα εκείνη να ακολουθήσει και ο Δ. Υψηλάντης, ο γενναίος αυτός και ανιδιοτελής αγωνιστής. Ο Κολοκοτρώνης, αναμετρώντας τις ευθύνες που επωμιζόταν, εξέφρασε την αντίρρησή του: «δεν είναι δική σου δουλειά αυτή, πρίγκιπα. Να υπάγεις εκεί όπου σου λέγω»[12].

Η απόφαση ελήφθη και τα στρατιωτικά τμήματα με τους αρχηγούς τους Πέτρο Μπαρμπιτσιώτη[13], Θεόδωρο Ζαχαρόπουλο[14] και τον Αντώνιο Κουμουστιώτη[15] ανήλθον στο φρούριο και πήραν θέσεις μάχης. Όλοι αυτοί που υπάκουσαν στα λόγια του Αρχηγού και έσπευσαν να ανταποκριθούν στο μεγάλο χρέος ήταν Λακεδαιμόνιοι. Οι περισσότεροι από την πλευρά του Πάρνωνα Μπαρμπιτσιώτες, Αραχoβίτες, Βαμβακίτες, Μεγαλοβρυσιώτες, Βρεστιανίτες, Βασαραίοι, Τσιντζινιώτες, Βουτιανίτες, Βρουλιώτες και από την πλευρά του Ταϋγέτου Κουμουστιώτες, Παλιοπαναγίτες, Διποταμίτες, Ντοριζιώτες, Αρκασιώτες κ.α.

Ήταν περίπου 200 άνδρες[16]. Στο κάστρο τους υποδέχτηκε με έκρηξη ενθουσιασμού ο Καρύγιαννης με τους λίγους υπερασπιστές. Τότε κρίθηκε σκόπιμο να οχυρωθεί και το κάτωθεν του φρουρίου μοναστήρι της Κεκρυμμένης Παναγίας[17].

Λίγο αργότερα ανήλθαν στο φρούριο ο Δ. Υψηλάντης, ο Γιωργάκης και ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης, ο Πάνος Κολοκοτρώνης και ο Ηλίας Τσαλαφατίνος. Στις 12 Ιουλίου οι υπερασπιστές του φρουρίου ανέρχονταν σε 700 περίπου[18]. Την ίδια ημέρα εισέρχεται και ο Δράμαλης στο Άργος και απορεί για την κατάληψη του φρουρίου. Κατανοεί φυσικά τον αντιπερισπασμό που επιχειρούν οι Έλληνες και δίνει εντολή για άμεση πολιορκία και ταχεία εκπόρθησή του.

Οι Τούρκοι είχαν πληροφορίες ότι στο φρούριο φυλάσσονταν θησαυροί. Σχετικά ο Κολοκοτρώνης γράφει: «Όταν κατέβηκαν οι Τούρκοι, επήγαν και πολιόρκησαν το Παλιόκαστρο του Άργους και οι Τούρκοι ήσαν δυο πασάδες. Οι πασάδες έλεγαν των στρατιωτών: Εδώ είναι το βιός του κόσμου, το Ανάπλι το έχουμε, τ’ άλλα τα παίρνομε όλα»[19]. Πράγματι μέσα στο κάστρο ευρίσκονταν «πολλά μπακάλικα πράγματα, ρύζι, ζάχαρη, τυρί και ό,τι άλλα πωλούν οι μπακάληδες», τα οποία ως λάφυρα κάποιοι είχαν μεταφέρει εκεί για περισσότερη ασφάλεια[20].

Οι πολιορκούμενοι άφηναν να εννοηθεί ότι στο φρούριο υπήρχαν τρόφιμα για πολύ καιρό[21]. Η φήμη για ζωοτροφές και πολύτιμα αντικείμενα φαίνεται ότι εντασσόταν και στο σχέδιο του Κολοκοτρώνη για απασχόληση των Τούρκων. Ερεθίζοντας το θυμικό των πασάδων για αμύθητα κέρδη ο Κολοκοτρώνης στόχευε να κερδίσει το χρόνο που του ήταν απαραίτητος για τη συγκέντρωση των απαραίτητων δυνάμεων[22].

Παράλληλα, ο Κολοκοτρώνης δίνει εντολή να καούν τα σπαρτά του αργολικού κάμπου[23]. Ο Δ. Τσόκρης, ο Ν. Σταματελόπουλος και οι άλλοι Αργείοι οπλαρχηγοί, μία μέρα πριν εισέλθουν οι Τούρκοι στο Άργος, καίνε τις θημωνιές και όσα σπαρτά ήσαν ασυγκόμιστα. Ακόμη έκαψαν σπίτια και αποθήκες όπου υπήρχαν η μπορούσαν να εναποτεθούν καρποί και τροφές. Τότε κάηκε και το αρχοντικό του τελευταίου Βοεβόντα του Άργους Αλήμπεη. «Η χώρα μεταβλήθη εις απέραντον και απαισίαν ανθρακιάν»[24].

Στο σπίτι του Αλήμπεη είχαν εναποταμιευθεί πολλές τροφές, ικανές να θρέψουν τουλάχιστον για ένα μήνα τα στρατεύματα του Δράμαλη[25]. Κατά το θερμότατο εκείνο καλοκαίρι τα πηγάδια είχαν στερέψει. Και το λίγο νερό που είχε απομείνει σε κάποια είχε δηλητηριαστεί από την οξείδωση των χάλκινων σκευών, τα οποία οι Αργείοι είχαν ρίψει σ’ αυτά για απόκρυψη και διάσωση[26]. Λέγεται ακόμη ότι ο Κολοκοτρώνης είχε διατάξει να ρίξουν σ’ όλα τα πηγάδια φλώμο[27]. Οι πληροφορίες για ύπαρξη στο μοναστήρι ιερών σκευών των εκκλησιών που επρόκειτο να εκποιηθούν για τις ανάγκες του Αγώνα είναι ένας άλλος λόγος που εξέτρεφε το πολεμικό μένος των Τούρκων[28].

 

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

 

Η πραγματικότητα, πάντως, όπως τη βίωσαν οι υπερασπιστές του φρουρίου, ήταν διαφορετική. Τη 10η Ιουλίου μετά από μικρές συμπλοκές με τις εμπροσθοφυλακές του Δράμαλη, όταν εισήλθαν στο φρούριο, βρήκαν μόνο αλεύρι, αραποσίτι, ζάχαρη, ρύζι. Ούτε νερό, ούτε ξύλα για φωτιά. Μία ενετική στέρνα με λάσπη. Από τη λάσπη, τοποθετώντας τη στα μαντήλια τους, δρόσιζαν τη γλώσσα τους. Τη δίψα μετρίαζε η πείνα, γιατί στην πραγματικότητα οι τροφές ήταν ελάχιστες[29].

Οι Τούρκοι κάλεσαν τους Έλληνες να προσκυνήσουν, αλλ’ ο Δ. Υψηλάντης απέκρουσε την πρόταση, αποπέμποντας τους απεσταλμένους[30]. Μετά απ’ αυτό η πολιορκία άρχισε πεισματώδης και συνεχίσθηκε μέρα και νύχτα. Κατά πάγια τακτική οι Τούρκοι δεν άφηναν ανοικτά μέτωπα στα μετόπισθεν[31]. Οι Τούρκοι ανήγειραν γρήγορα οχυρώματα, ένα είδος λίθινης ζώνης, και από αυτά πυροβολούσαν τους πολιορκημένους[32]. Λόγω της ελλείψεως τροφών και κυρίως νερού αποφασίστηκε ορισμένοι να εξέλθουν. Ήδη το σχέδιο του Αρχηγού ετίθετο σε πλήρη εφαρμογή με κατάληψη στρατηγικής σημασίας χώρων ενόψει της οπισθοχώρησης του Δράμαλη προς την Κόρινθο. Έπειτα από επιτυχή αντιπερισπασμό του Πλαπούτα[33] την 16η η 17η Ιουλίου εξήλθαν ο Υψηλάντης, ο Γιωργάκης Μαυρομιχάλης και ο Π. Κολοκοτρώνης. Έμειναν 350. Το νερό αρκούσε για λίγες ημέρες[34].

Ο κλοιός στένευε διαρκώς γύρω από τους πολιορκουμένους, οι οποίοι «έκαναν σινιάλα» ζητώντας βοήθεια. Το τουρκικό πυροβολικό, τοποθετημένο στο λόφο του προφήτη Ηλία, ΒΑ του Παλαιοκάστρου, έβαλλε συνεχώς. Στις 20 Ιουλίου, εορτή του προφήτη Ηλία, ο Κολοκοτρώνης «έκραξε εις τους μύλους τους Αργίτικους»[35] και εξέθεσε δια μακρών την κατάσταση[36]. Αποφασίστηκε νέα επίθεση, η οποία, παρά «τον κεραυνώδη πυροβολισμόν»[37], δεν έφερε το αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Στις 22 και 23 του μηνός ο Κολοκοτρώνης, έπειτα από γόνιμη επανεκτίμηση, εφαρμόζει γενικευμένη επίθεση, «ολοτρόγυρα», όπως ο ίδιος λέει, σε μία προσπάθεια να φθάσουν οι ελληνικές δυνάμεις ως τα τείχη. Οι πολιορκούμενοι, αφού έκαναν «φανό», αξιοποίησαν την ευκαιρία και εξήλθαν επιτυγχάνοντας να διασπάσουν τον κλοιό και να ενωθούν τις πρωινές ώρες με τους επιτιθέμενους[38]. Φαίνεται ότι και κάποια συνεννόηση είχε γίνει με τους πολιορκούντες αυτούς Αλβανούς, οι οποίοι και τη γλώσσα γνώριζαν και μερικοί απ’ αυτούς ήταν χριστιανοί[39].

Οι μαρτυρίες των ιστορικών της εποχής συμπίπτουν γενικά στο ότι ο αντιπερισπασμός υπήρξε επιτυχής και η έξοδος αβλαβής[40]. Το πρωί έτρεξαν όλοι προς το Κεφαλάρι, το οποίο, προς απελπισία τους, είχε στερέψει[41]. Ρίχτηκαν τότε στις μικρές λίμνες που υπήρχαν και εκεί έσβησαν την παρατεταμένη δίψα τους. Το φαινόμενο της λειψυδρίας θεωρήθηκε κακός οιωνός για τους Έλληνες[42].

Το πρωί της 24ης Ιουλίου οι Τούρκοι εισήλθον στο φρούριο και μη ευρόντες τίποτε άξιο λόγου συνειδητοποίησαν την πλάνη τους. Από τους υπερασπιστές του φρουρίου μόνο ένας Έλληνας δεν μπόρεσε να εξέλθει. Κατά τον Τρικούπη επρόκειτο για τον γενναίο πρόμαχο Αθ. Καρύγιαννη, ο οποίος ευρέθη κοιμώμενος κατά την ώρα της εξόδου. Όταν ξύπνησε και είδε ότι ευρισκόταν ανάμεσα στους εχθρούς, τοποθέτησε στο κεφάλι του ένα κακάβι και προσποιούμενος τον παράφρονα διέλαθε της προσοχής των κατακτητών[43].

Ο Φωτάκος απορρίπτει με πλήθος επιχειρημάτων την άποψη αυτή και φαίνεται ότι έχει δίκιο.

Είναι έξω από κάθε λογική σε στιγμές σύγκρουσης ένας διακεκριμένος πολεμιστής, ο πρώτος φρούραρχος του κάστρου, να καταληφθεί κοιμώμενος[44]. Αυτός που παρέμεινε στο κάστρο δεν ήταν ο Αθ. Καρύγιαννης, αλλά ένας οπλίτης από το χωριό Βαμβακού της Λακεδαίμονος, ονόματι Λιναρδάκος, ο οποίος είχε τυφλωθεί τις προηγούμενες ημέρες από μπαρούτι που «κατά τύχη άναψε» κατά τη διάρκεια παρασκευής φυσεκίων. Τις πληροφορίες του ο Φωτάκος αντλεί από πολεμιστές που κατάγονταν από το χωριό Βρέστενα και Βαμβακού, και που επιζούσαν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του έργου του, όπως ο Αναγνώστης Σταυρόπουλος[45].

Ο Λιναρδής Παπαχριστοφίλου[46], όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήταν και ο μόνος που δεν κατάφερε να ακολουθήσει τους εξερχόμενους συμπολεμιστές του. Οι Τούρκοι εισελθόντες στο φρούριο τον εφόνευσαν. Αυτό συνάγεται από αίτηση των κληρονόμων του (20-6-1865) και πιστοποιητικό του οπλαρχηγού Π. Μπαρμπιτσιώτη[47].

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας συνέβη και το εξής:

«Την ημέραν και την ώραν κατά την οποίαν οι άνθρωποι εκοιμώντο εις τον ίσκιον, διότι τις νύκτες έμεναν άγρυπνοι, έπεσε μία πέτρα από το τείχος του φρουρίου, η, οποία εζούπησε την κεφαλήν ενός άλλου στρατιώτου από το χωρίον Κουμουστά της Σπάρτης… Ο Κουμουστιώτης… και άλλοι πολλοί, όπου καθένας εύρισκε τόπον εις το τείχος, έβαλαν ξύλον, καρφί, παλούκι ή και άλλο τι δια να κρεμούν την λάσπη και αυτοί έπειτα εξαπλώνοντο από κάτω, άνοιγαν το στόμα των δια να σταλάζει μέσα εις αυτό το νερόν της λάσπης και να δροσίζει την διψασμένην καρδίαν των. Ο Κουμουστιώτης, λοιπόν, έχων ένα κομμάτι ξύλον στρογγυλόν ωσάν ραβδί, το έβαλεν επάνω εις το τείχος, επλάκωσε το ξύλον με μίαν πλάκαν, έπειτα εκρέμασεν από αυτό το ταγάρι και αυτός εξαπλώθη από κάτω και έπινε το νερόν, το οποίον έσταζεν εις το στόμα του. Αλλ’ εν τω μεταξύ τούτω εφύσηξεν άνεμος δυνατός, ο οποίος εκούνησε το ταγάρι πολύ, έσεισεν την πλάκαν, η οποία αμέσως έπεσε και τον εζούπησεν, ως είπομεν, στην κεφαλήν και απέθανεν»[48].

 

Ο άγνωστος Κουμουστιώτης, ο ανώνυμος νεκρός της πατρίδας, καταγόταν από την Κουμουστά, το παλιό κεφαλοχώρι των ανατολικών υπωρειών του Ταϋγέτου. Ευνοημένο από το Θεό έχει εξήντα πηγές που καθιστούν το έδαφος εύφορο και πολύκαρπο. Δυο απ’ αυτές, η βρύση των Πενταυλών και η βρύση του Πουλιού, απετέλεσαν πηγή έμπνευσης και υμνήθηκαν από δυο μεγάλους ποιητές, τον Άγγελο Σικελιανό[49] και το Νικηφόρο Βρεττάκο[50]. Ο ανώνυμος Κουμουστιώτης τις ημέρες εκείνες του Ιουλίου που οι πυριφλεγείς ακτίνες του ήλιου πυρπολούσαν το Παλιόκαστρο, καθώς το ταγάρι του διΰλιζε τη λάσπη και άφηνε τη δροσιά του νερού να πέφτει σταγόνα – σταγόνα, ασφαλώς θα σκεφτόταν τα κεφαλάρια της Κουμουστάς, τις χάρες της οποίας υμνεί το παρακάτω δίστιχο:

«Όμορφη που είσαι, Κουμουστά, με την ανηφοριά σου,

τις μαρμαρένιες βρύσες σου, τα κρύα τα νερά σου»[51].

Η έρευνα στο Αρχείο Αγωνιστών και τις σύγχρονες προς τα γεγονότα πηγές έχει φέρει στο φως και ονόματα αυτών που έλαβαν μέρος στην επικίνδυνη αποστολή: Δημήτρης Δρούγας, Πανάγος Κονταλώνης, Θεόδωρος Δ. Κονταλώνης, Μήτρος Μαχαίρας, Κωσταντής Μπαστής ή Βαστής, Αναγνώστης Μπουκίδης (ή Βουκίδης), Αθανάσιος Α. Μπουκίδης (γυιός του προηγουμένου), Παναγιώτης Ευστ. Μπουκίδης, Παναγιώτης Γ. Χαρακας[52], Γεώργιος Δρουγάς (ιερέας), Κωνσταντίνος Ηλιόπουλος, Πέτρος Μ. Κερχουλάς (Αράχοβα)[53], Γιωργάκης Σκλαβοχωρίτης (Αμύκλες)[54], Γρηγόριος Μωϋσάκος, Θανάσης Μπαλτάκος (Παλιοπαναγιά)[55].

Ειδικότερα, ο Γρηγόριος Μωϋσάκος, όπως συνάγεται από αίτηση των απογόνων του,«εφονεύθη εντός του φρουρίου του Άργους, όταν ήταν πολιορκημένον το φρούριον»[56].

Γι’ αυτόν όμως ο Ηλίας Γιατράκος, εξουσιοδοτημένος γιατρός του Αγώνα, στις σημειώσεις του και στη στήλη: Όσοι επληγώθησαν εις το κάστρο του Άργους, όταν ήλθεν ο Δράμαλης, αναφέρει: «Γρηγόριος Μωυσάκος, Διποταμίτης, πληγωμένος εις το χέρι τον εκοίταξα ημέρες 28». Ακόμη ο Παναγιώτης Αλεξανδράκης, Λεονάρδος Παπαχριστοφίλου (Λιναρδής), Αναγνώστης Σταυρόπουλος, Βενιζέλος Γιαννακόπουλος (Βαμβακού)[57],Αργύρης Τσαγκαρούλης (Βρουλιάς, Σελλασία)[58].

Μέσα στο φρούριο τραυματίστηκαν οι: Γεώργιος Δημάκος, Γεώργιος Κουμουστιώτης, (παιδί του παπα-Βασίλη Οικονόμου), Αθανάσιος Μανιάτης από τον Αρκασά, Γεώργιος Σμυρναίος, Παναγιώτης Μποζατζής, Πισινοχωρίτης, ανεψιός του παπα-Καλομοίρη από τη Βορδώνια, Γιάννης Κωνσταντάκος από τα Τζίντζινα, Θανάσης Μπαλτάκος από την Παλιοπαναγιά, Γιάννης Ζερβέας από την Καρδαμύλη[59]. Από τους αρχηγούς δυο φορές τραυματίστηκε ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης[60].

Η σημασία της πρόσκαιρης αντίστασης στην Ακρόπολη του Άργους υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα ονόματα των ανδρών εκείνων πρέπει να αναγράφονται και να τυγχάνουν της ευγνωμοσύνης του έθνους[61]. Η πολιορκία του κάστρου κράτησε 12 μέρες. Η αντίσταση ήταν η πρώτη που συνάντησε ο Δράμαλης απ’ αρχής της εκστρατείας του[62].

Η έπειτα από συντονισμένη επίθεση ασφαλής έξοδος των αγωνιστών ενέβαλε ασφαλώς στη σκέψη του Δράμαλη και τις πρώτες αμφιβολίες για την αποτελεσματικότητα των ενεργειών του. Η επίτευξη από ελληνικής πλευράς του αντικειμενικού στόχου, που ήταν η καθυστέρηση και η καταπόνηση του αντιπάλου, ανύψωσε το ηθικό των αγωνιζομένων για την απελευθέρωσή τους και έδωσε την ευκαιρία στον Αρχηγό να καταστήσει τις ενέργειες του περισσότερο αποτελεσματικές.

Στο μεταξύ απ’ όλες τις περιοχές της Πελοποννήσου συνέρρεαν στρατεύματα. Οι Τούρκοι απώλεσαν πολύτιμο χρόνο, στη διάρκεια του οποίου συγκροτήθηκε αξιόμαχη ελληνική δύναμη[63]. Οι εκτιμήσεις των ιστορικών συγκλίνουν: «Η κράτησις της ακροπόλεως του Άργους έγινεν αφορμή, της απωλείας του Δράμαλη»[64]. Είναι ο πρώτος σοβαρός αντιπερισπασμός που πέτυχε πλήρως τους στόχους του[65]. «Η πράξις αύτη ανήκει εις τας γενναιοτέρας και αποτελεσματικοτέρας εκδουλεύσεις τους αγώνος τούτου»[66].

Στην Εθνική Συνέλευση της 25ης Φεβρουαρίου 1844 υπεβλήθη πρόταση για απονομή αριστείου στους πολιορκηθέντες εκείνους μαχητές[67]. Οι συνθήκες δεν ήταν τότε πρόσφορες. Η ώρα της δικαίωσης συνήθως αργεί. Το κατόρθωμά τους επισκιάστηκε, όπως ήταν φυσικό άλλωστε, από τη θρυλική «νίλα» του Δράμαλη, η οποία και έθεσε τις βάσεις για την απελευθέρωση της Ελλάδος.

  

Θεόδωρος Σ. Κατσουλάκος

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών

Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

   

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Υποσημειώσεις


 

 

[1] Θ. Ρηγόπουλου, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – Επιμέλεια – Ευρετήριο Α. Θ. Φωτόπουλου. Αθήναι 1979, σσ. 253-254. Ο Θ. Ρηγόπουλος, γραμματικός του Πάνου Κολοκοτρώνη, που παρίστατο στη σύσκεψη, αναφέρει ως ημερομηνία τέλεσής της τη νύκτα της 8ης προς 9η Ιουλίου. Βλ. Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266. Φωτάκου (Φωτίου Χρυσανθοπούλου), Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής επαναστάσεως, Επιμέλεια Θ. Βαγενά- Α. Ηλιόπουλου- Π. Ν. Κοντοέ, εκδ. Νεοϊστορικής Βιβλιοθήκης, Αθήναι 1955, σ. 261.

[2] Ν. Δ. Ματθαίου, Ο πρωτοκλέφτης Ζαχαρίας. Αθήνα 1998, σ. 372.

[3] Φωτάκος, 260. Ο Θ. Ρηγόπουλος (σ. 26) αρνείται τα διαμειφθέντα και προσθέτει ότι μπορεί να άκουσαν ο Φωτάκος και ο Μ. Οικονόμου.

[4] Πλαπούτας, Επιμ. Α. Τσέλαλη, Εκδ. Γιαννίκου. Αθήνα 1962, σ. 266.

[5] Β. Σφυρόερα, «Σταθεροποίηση της Επαναστάσεως 1822-1823», Ι.Ε.Ε., τ. ΙΒ, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1975, σ. 251. Στο πλαίσιο του σχεδίου είχαν καταληφθεί οι στρατηγικές θέσεις στο Κιβέρι, το Κεφαλάρι, το χωριό Ζαχαρία, το Δερβενάκι, το Αγινόρι.

[6] Σπ. Τρικούπη, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως, τομ. Β . Αθήναι, Ι.Ν. Σιδέρης 1925, σ. 287. Για τον Θανάση Καρύγιαννη ο Φωτάκος (σ. 258, σημ. 1) γράφει ότι ήταν αχώριστος φίλος του Η. Τσαλαφατίνου, ανδρός γενναίου και ανιδιοτελούς. Και συμπληρώνει: «δεν αμαρτάνομεν να τους ονομάσωμεν Αγίους Αναργύρους».

[7] Ν.Δ. Ματθαίου, 624-625 και Κ. Πίτσιου, Λακωνικές σελίδες. Αθήνα 1971, σ. 71. Ο Ι. Ε. Ζεγκίνης, Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 19963, σ. 259, γράφει ότι το φρούριο είχε καταλάβει ο Θανάσης Καράγιαννης «Μανιάτης ή κατά τίνας Κυνουριεύς».

[8] Σπ. Τρικούπης, οπ.π., τ. Α’, σσ. 186-187.

[9] Θ. Κολοκοτρώνη, Απομνημονεύματα. Εισαγωγή – επιμέλεια Έλλης Αλεξίου. Αθήνα, Μέρμηγκας, χ.χ., σ. 319.

[10] Κ. Πίτσιου, Καρυαί (Αράχοβα) Λακεδαίμονος. Αθήνα, Ηλία Ν. Δικαίου, 1948, σ. 175.

[11] Τα στοιχεία αυτά αντλούνται από τα απομνημονεύματα του Δ. Δημητρακάκη (περιοδικό Μαλεβός 1923). Δ. Κρεββατά, Από τον Παναγιώτη Κρεββατά στον Ελευθέριο Βενιζέλο. Αθήνα 1994, σ. 202.

[12] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 254. Την εγκυρότητα των λόγων του Κολοκοτρώνη επιβεβαιώνει ως εξής: «ήμην αυτήκοος όλων των λεχθέντων».

[13] Ο Πέτρος Μπαρμπιτσιώτης, γυιός του Ανάσταση Καραδόντη, γεννήθηκε στην Μπαρμπίτσα το 1785. Από την πρώτη στιγμή του Αγώνα επικεφαλής των συγχωριανών του κινήθηκε όπου το χρέος τον καλούσε. Σημαντικό γεγονός της πολυκύμαντης ιστορίας του ήταν η ενίσχυση το βράδυ της 12ης προς 13ης Μαΐου 1821 του ταμπουριού του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη στο πιο κρίσιμο σημείο της μάχης. Στη διάρκεια της πολιορκίας του κάστρου του Άργους, όπως βεβαιώνει ο ίδιος αργότερα, λαβώθηκε δυο φορές. Τιμώντας τη δράση του ο Κολοκοτρώνης, σύμφωνα με την παράδοση, του είπε: «Πέτρο, Αναγνωστάδων παιδιά είναι πολλά και συ πρέπει να ξεχωρίζεις απ’ τους άλλους. Γιατί δεν παίρνεις τ’ όνομα της πατρίδος σου της ξακουστής Μπαρμπίτσας». Το 1844 εξελέγη βουλευτής, αλλά ο κοινοβουλευτικός βίος δεν τον συγκινούσε ιδιαίτερα. Κράτησε το βαθμό του συνταγματάρχη που του απονεμήθηκε το 1847. Πέθανε το 1871. Ν.Δ. Ματθαίος, 584-593. Κ. Μ. Πίτσιος, 174-176.

[14] Ο Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος ήταν γυιός του πρωτοκλέφτη Ζαχαρία από τη Φλωρού, δεύτερη γυναίκα του, γυναικάδελφος του Νικηταρά και γαμπρός του κλεφταρματολού Νικοτσάρα, του οποίου είχε νυμφευθεί την κόρη. Πέθανε στο Άργος το 1836. Ματθαίος, σσ. 575-580.

[15] Ο Αντώνιος Κουμουστιώτης καταγόταν από την Κουμουστά Λακεδαίμονος. Από αναφορά των γυιών του, Δημήτρη και Παναγιώτη (12.5.1846), συνάγεται ότι ο πατέρας τους ήταν κλέφτης. Συνελήφθη στον πύργο του Κουμουνδουράκη από τον Ραλιάμπεη και μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έμεινε πέντε χρόνια. Στη διάρκεια της Επανάστασης ηγήθη συμπατριωτών του και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Απέθανε το 1830. Βλ. Δ. Δικαιάκου, «Αντώνιος Κουμουστιώτης», Το Ξηροκάμπι 12(1972) σσ. 3-4. Π. Τεκόση, «Νέα στοιχεία δια την δράσιν του Αντωνίου Κουμουστιώτη»,Το Ξηροκάμπι 13(1972) σσ. 1-3. Δ. Γ. Κ. Κατσαφάνα, Παλαιοπαναγιά, Ανώγεια και Ξηροκάμπι. Αθήνα 1989, σ. 274-277. Δ. Γ. Λάσκαρι, Το Ξηροκάμπι της Λακεδαίμονος. Αθήνα 2002, σσ. 63-64. Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 560-561, σημ. 6.

[16] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[17] Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[18] Β. Σφυρόερας, 252. Σπ. Τρικούπης, τομ. Α’, 188.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, 320. Οι Τούρκοι είχαν πειστεί ότι στο φρούριο φυλάσσονταν τα πλούτη των Αργείων και ότι υπήρχαν αποθήκες πλήρεις εφοδίων. Παλαιών Πατρών Γερμανού, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Βεργίνα, 1996, σ. 106. Κ. Δεληγιάννη, Απομνημονεύματα. Αθήνα, Γ. Τσουκαλά, χ.χ., τομ. Β, σ. 51.

[20] Φωτάκος, 271.

[21] Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύματα, τομ. Α’. Αθήναι, Καραβία, 1972, σ. 415.

[22] Φωτάκος, 262.

[23] Φωτάκος, σ. 262.

[24] Δ. Κ. Βαρδουνιώτου, Η καταστροφή του Δράμαλη. Εν Τριπόλει 1913, σ. 120.

[25] Α. Φραντζή, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος, τομ. Β’. εν Αθήναις 1839, σ. 214.

[26] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

[27] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 26. Ο γαλακτώδης χυμός του φυτού αυτού είναι δηλητηριώδης. Συχνά οι άνθρωποι χρησιμοποιούν το φυτό για αλίευση στα ποτάμια ή τα πηγάδια.

[28] Θ. Ρηγόπουλος, σ. 27.

[29] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 26-27.

[30] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261. Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[31] Φωτάκος, 262.

[32] Δ. Κ. Μπαρδουνιώτης, 124.

[33] Ο Πλαπούτας εισήλθε στο φρούριο και ενίσχυσε με πολεμοφόδια τους αμυνόμενους. Ο Δ. Υψηλάντης εκφώνησε πατριωτικό λόγο, δίνοντας υπόσχεση ότι δεν θα τους αφήσουν να χαθούν, Φωτάκος, 268.

[34] Σπ. Τρικούπης, σ. 189.

[35] Υπήρχαν και μύλοι Αφεντικοί.

[36] Θ. Κολοκοτρώνης, σ. 321.

[37] Α. Φραντζής, σ. 222.

[38] Θ. Κολοκοτρώνης, 321. Θ. Ρηγόπουλος, 31. Φωτάκος, σ. 269.

[39] Φωτάκος, σσ. 272-273.

[40] Α. Φραντζής, σ. 223. Μ. Οικονόμου, Ιστορικά της ελληνικής παλιγγενεσίας (φωτοτυπική επανέκδοση), Εκδ. Δημοσίας Βιβλιοθήκης της Σχολής Δημητσάνης. Αθήναι 1976, σ. 356.

[41] Το Άργος στην αρχαιότητα εφέρετο ως «πολυδίψιον», («και κεν ελέγχιστος πολυδίψιον Άργος ικοίμην», Ομήρου, Ιλιάς Δ 171), που μετέβαλε σε «ένυδρον» ο Δαναός («Άργος άνυδρον εόν Δαναός εποίησεν ένυδρον», Ησιόδου, Αποσπ. 58).

[42] Θ. Ρηγόπουλος, σσ. 31-32.

[43] Σπ. Τρικούπης, σ. 191.

[44] Φωτάκος, σσ. 269-270, σημ. 1.

[45] Φωτάκος, σ. 270. Τον ίδιο λόγο επικαλείται και ο Α. Φραντζής (σ. 223, σημ. 1): «εις μόνον εκ των εν τη ακροπόλει του Άργους Ελλήνων βεβλαμμένος ων από πυρίτιδα».

[46] Ν.Δ. Ματθαίος, σ. 375, σημ. 65. Λιναρδής ήταν και το επώνυμο των απογόνων του.

[47] Ν.Δ. Ματθαίος, σσ. 636-637. Αντίθετα ο Ν. Σπηλιάδης, σ. 418, γράφει: «ό,τι αυτόν τον δυστυχή με το πυρίκαυστο πρόσωπο δεν θέλησαν οι Τούρκοι να φονεύσουν».

[48] Φωτάκος, σσ. 270-271.

[49] Γ.Π. Μανουσόπουλου, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Ταΰγετος. Η Φάρις 5, 19936.

[50] Νικηφόρου Βρεττάκου, Τα Ποιήματα. Αθήναι 1981, σσ. 252-253.

[51] Βούλας Κονίδη, «Στην παλιά Κουμουστά», Η Φάρις 35 (2003) σ. 15.

[52] Κ. Μ. Πίτσιος, σσ. 165-171.

[53] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 614-615.

[54] Σ. Π. Αντωνάκου, Αμύκλαι, Αθήνα 1982, σ. 234.

[55] Δ. Γ. Κατσαφάνας, σσ. 261, 283.

[56] Δ. Γ. Κατσαφάνας, 266.

[57] Η. Παπαθανασόπουλου, «Νοσηλεία τραυματιών (1821-1825) και Λάκωνες αιχμάλωτοι κατά τας επιδρομάς του Ιμπραήμ (1825-1826)», Λακωνικαί Σπουδαί 1(1972) σ. 301.

[58] Ν. Δ. Ματθαίος, σσ. 629-630, 636-637, 639 και Φωτάκος, σ. 270.

[59] Ν. Δ. Ματθαίος, 675-676.

[60] Η. Παπαθανασόπουλος, σσ. 300-301. Ν. Δ. Ματθαίος, σ. 591.

[61] G. Finley, Ηistory of the Greek Revolution. London 1861, σσ. 388-389.

[62] Ι. Ε. Ζεγκίνης, σ. 261.

[63] Κ. Μέντελσον – Μπαρτόλντυ, Επίτομη ιστορία της Ελληνικής επανάστασης, μτφ. Ελένης Γαρίδη. Αθήνα, Τολίδης, χ.χ., σ. 114.

[64] Α. Κοντάκη, Απομνημονεύματα. Αθήναι 1957, σ. 84.

[65] Α. Βακαλόπουλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τομ. ΣΤ’. Θεσσαλονίκη 1982, σ. 234.

[66] Α. Πρόκες-Όστεν, Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, μετφ. Γ.Ε. Αντωνιάδου, τομ. Α’. Αθήνησι 1869, σ. 175.

[67] Ι.Ε. Ζεγκίνης, σ. 264.

Read Full Post »

Άργος, «Peloponnesus :notes of study and travel», 1858. – William George Clark

 

 

Ο William George Clark ξεκινάει από την Αθήνα και περιηγείται την Πελοπόννησο, ακολουθώντας την πορεία Κόρινθος, Άργος, Καρυά, Μαντινεία, Σπάρτη, Καλαμάτα, Ναυαρίνο, Φιγαλεία, Ολυμπία, Πύργος, Πάτρα, Αίγιο, Φενεός, Στυμφαλία, Σικυών.

 

Ο περιηγητής έφτασε στο Άργος παραμονές του Πάσχα αφού προηγουμένως έχει επισκεφθεί τη Νεμέα και τις Μυκήνες.  Από το Άργος θα κινηθεί προς Μαντινεία μέσω Καρυάς. Στο βιβλίο του «Peloponnesus :notes of study and travel», για το Άργος αφιερώνει 25 σελίδες (90-114), όπου μας προσφέρει μια ενδιαφέρουσα περιγραφή των κατοίκων, της πόλης και των αρχαιοτήτων της. Το έργο συμπληρώνον 5 χάρτες της Πελοποννήσου, του ιερού του Ισθμού, της Νεστάνης και Μαντινείας, της Σπάρτης και του Ναυαρίνου. Ο τελευταίος μάλιστα είναι έργο εξαιρετικής χάραξης.

 

 

Το Άργος και οι γειτονικές περιοχές

 

 

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Άποψη του Άργους 1837. F. Hevre, A residense in Greece and Turkey, London 1837.

Το πρωί του Σαββάτου 19 Απριλίου η πόλη του Άργους ήταν γεμάτη κόσμο. Το Σάββατο είναι ημέρα παζαριού και οι δρόμοι ήταν πλημμυρισμένοι από εμπορεύματα και πωλητές. Αγρότες είχαν φέρει καλάθια με κρεμμύδια, πράσσα, ραδίκια, κάρδαμο και άλλα σαρακοστιανά. Από την άλλη μεριά, οι κάτοικοι της πόλης τους προκαλούν επιδεικνύοντας τις ενδυμασίες τους, από φέσι μέχρι τσαρούχια και παντόφλες, από τσίτινα υφάσματα (πιθανώς) από το Μάντσεστερ, μαχαίρια (ίσως) από το Σέφφιλντ μέχρι άσπρες ομπρέλες δυο δραχμές το κομμάτι, εγγυημένες από αγγλικά εργοστάσια. Απ’ όσο μπορεί να καταλάβει κανείς, η πόλη φαίνεται να ευημερεί περισσότερο από όλες τις άλλες πόλεις της Ελλάδας. Τα σπίτια είναι χτισμένα με τρόπο ακατέργαστο, ασοβάντιστα, χωρίς μαρμαροκονία, από συνήθεια περισσότερο κι όχι για κάποιον άλλο λόγο. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι οι κάτοικοι ασχολήθηκαν πάρα πολύ να χτίσουν σκεπές για τα κεφάλια τους, που δεν τους έμεινε καιρός να ενδιαφερθούν και για την πολυτέλεια του λιθοστρώματος και της αποχέτευσης. Κι αυτό δε βρίσκεται μακριά από την αλήθεια. Φθάσαμε τελικά σε μια μεγάλη άπλα, όπου ο οδηγός μας – ελλείψει αρχαίου μύθου- μας διηγήθηκε ένα νεότερο για τη γάτα και το ποντίκι: «εδώ», είπε, «όταν οι Γάλλοι κατείχαν το Άργος, έσφαξαν δεν ξέρω και γω πόσα παιδιά την ώρα που γύριζαν από το σχολείο τους». Δεν ήταν αυτό το μόνο περιστατικό που με έκανε να συμπεράνω ότι οι νεοέλληνες είχαν τόση «τόλμη στη φαντασία» όση τουλάχιστον και οι αρχαίοι τους πρόγονοι. Σ’ αυτή την άπλα υπάρχουν μερικά Ρωμαϊκά ερείπια αδύνατο να αναγνωριστούν – ίσως απομεινάρια από τη μετά τον Παυσανία εποχή – και κοντά σ’ αυτά το μόνο σημαντικό απομεινάρι του αρχαίου Άργους: οι λαξευμένες κερκίδες που αποτελούσαν το κέντρο του θεάτρου. «Τα δυο του άκρα ήταν φτιαγμένα από τεράστιου μεγέθους τραχιές πέτρες και ασβεστοκτονία, χτισμένες κανονικά. Τώρα αυτά είναι απλώς άμορφοι σωροί απορριμμάτων. Το ακάλυπτο μέρος του θεάτρου διατηρεί τα απομεινάρια 67σειρών εδωλίων, σε τρία τμήματα χωρισμένα με διαζώματα. Στο επάνω τμήμα υπάρχουν 19 σειρές και στο κάτω 32. Μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν και άλλα τμήματα κάτω από τη γη».

 

Μέτρησα 35 σειρές στο κατώτερο τμήμα, 16 στο μεσαίο και 18 στο ανώτερο, όλες μαζί 69. Οι «ευθύγραμμες σειρές εδωλίων ανασκαμμένες στο βράχο δίπλα στο θέατρο» είναι τώρα καλυμμένες από καλλιεργήσιμη γη. Παρατήρησα αργότερα, κοντά στο θέατρο της Χαιρώνειας, εδώλια παρόμοια με αυτά που είδε εδώ ο συνταγματάρχης  Leake.  Δεν πιστεύω να ήταν ένα είδος φουαγιέ για τους θεατές στα διαλείμματα των παραστάσεων, αλλά περισσότερο μου φάνηκαν σαν απλά σκαλιά για να διευκολύνουν την πρόσβαση και αποχώρηση των επάνω κερκίδων.

 

 

Κάστρο του Άργους

 

 

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

Ένα απότομο πετρώδες μονοπάτι οδηγεί από εκεί στην κορυφή που στέφεται από το μεγάλο κάστρο του Άργους. Μια οχυρή θέση, η οποία, αφού φυλάχτηκε ζηλότυπα από όλους τους τυράννους της περιοχής, από τον Ακρίσιο και μετά, έχει αφεθεί, μετά την παλινόρθωση της ελευθερίας, στη μοναξιά και τη φθορά. Μπαίνεις σε ένα μικρό περίβολο χτισμένο με ακατέργαστες πέτρες εναλλασσόμενες με τούβλα, Βυζαντινής κατασκευής υποθέτω. Και διαμέσου αυτού περνάς στον κεντρικό περίβολο, ένα ακανόνιστο πολύγωνο, που σε κάθε γωνιά φρουρείται με πύργους. Ο τοίχος έχει τεράστιο πάχος. Υπάρχει ένα φαρδύ μονοπάτι γύρω από τις επάλξεις, που γίνεται προσιτό κατά διαστήματα με σκαλιά. Ανάμεσα στα άλλα ερείπια ο εσωτερικός περίβολος περιλαμβάνει και μια μικρή εκκλησία με κόγχη. Αυτός ο περίβολος είναι φανερά μεταβυζαντινής κατασκευής, αφού παρατήρησα μαρμάρινους σταυρούς ανάγλυφα, καθώς και άλλα κοσμήματα, που ανήκαν σε ελληνική εκκλησία, κτισμένα στους τοίχους. Είναι χωρίς αμφιβολία δουλειά των Γάλλων αρχόντων του Μοριά. Οι δυο περίβολοι καταλαμβάνουν την κορυφή του λόφου και περιστοιχίζονται στις τρεις πλευρές από ένα μεγαλύτερο περίβολο σε ένα σημαντικά χαμηλότερο επίπεδο, που επίσης υποστηρίζεται από ισχυρό τείχος με πύργους κατά διαστήματα. Οι πύργοι κατά το μεγαλύτερο μέρος τους είναι τετράγωνοι. Παρόλ’ αυτά, παρατήρησα τρεις στρογγυλούς και έναν τραπεζοειδή. Στην εξωτερική αυλή υπάρχουν αρκετές στέρνες. Στη βόρεια και στη βορειοδυτική πλευρά των τειχών είδα σημαντικό τμήμα Κυκλώπειας λιθοδομής δεύτερης τάξης, κι ο συνταγματάρχης Leake είδε μερικά πρώτης τάξης. Η ελληνική εργασία εμφανίζεται σποραδικά. Σε ένα μέρος – όπου ένας μεγάλος σωρός συντρίμματα από έκρηξη πιθανότατα – παρατήρησα τα εναλλασσόμενα στρώματα πλατιών τούβλων και τσιμέντου, που δείχνουν την κατασκευή των Ρωμαίων λεγεωνάριων. Η παρούσα κατασκευή, κυρίως Φράγκικη, αλλά και μερικώς Βυζαντινή, επιδιορθώθηκε από Βενετούς και Τούρκους. Λίγα μέρη έχουν τέτοια συνεχή ιστορία, καταγραμμένη τόσο καθαρά, ώστε να μπορεί να διαβαστεί στα τείχη τους. Συμπεριλαμβάνουν στη διαδρομή τους ένα χρονικό διάστημα πολύ μεγαλύτερο από αυτό που περιέχουν τα τείχη της Τίρυνθας, και ελάχιστα μικρότερο από αυτό των Μυκηνών. Είναι ίσως ανάλογο συνολικά με τα χρονικά όρια της αρχαίας πόλης των ηρωικών χρόνων, έχοντας, όπως η Τίρυνθα, την ακρόπολη σε υψηλότερο επίπεδο, όπου τώρα βρίσκεται ο εσωτερικός περίβολος του παρόντος φρουρίου. Οι τύχες τους, όμως, ήταν διαφορετικές. Ενώ η Τίρυνθα και οι Μυκήνες δεν αναπτύχθηκαν πέρα από τα όρια του αρχαίου κόσμου και εγκαταλείφθηκαν μάλιστα από τότε που κατεδαφίστηκαν, περίπου 2000 χρόνια πριν, η Λάρισα του Άργους κατοικήθηκε συνεχώς. Το πτολίεθρον των Αχαιών έγινε Ακρόπολη της ελληνικής πόλης, φρούριο για τη Ρωμαϊκή και Βυζαντινή Αυτοκρατορία και, στο Μεσαίωνα, καθώς «η σβούρα του χρόνου πέτυχε την εκδίκηση της» έγινε φεουδαρχικό κάστρο των Φράγκων ηγεμόνων. Μ’ αυτό τον τρόπο επέστρεψε στο σκοπό για τον οποίο είχε κτιστεί από τους Κύκλωπες. ‘Όταν οι Φράγκοι εισέβαλαν στο Μοριά το 1207, βρισκόταν κάτω από την κατοχή του Λέοντα Σγουρού, ενός Έλληνα που κατείχε επίσης την Κόρινθο και τη Ναυπλία στο όνομα του αυτοκράτορα. Κι ενώ απουσίαζε ο δεσπότης, που ήταν οχυρωμένος στον Ακροκόρινθο, η πόλη κατελήφθη με την πρώτη επίθεση από τον Guilliame de Champlitte, «pour ce il estoiet en plain», λέει το Φράγκικο χρονικό.

 

Αλλά το κάστρο δεν πάρθηκε παρά το 1248, όταν δόθηκε από το Βιλεαρδουίνο στο σύμμαχο του Κύριο των Αθηνών Γκιγιώμ de la Roche «μαζί με το ωραίο κάστρο του Ναυπλίου». Τον επόμενο αιώνα πέρασε στην κυριαρχία της οικογένειας των Enghien. Γρήγορα μετά την τελική έξωση των Φράγκων ακολούθησε την κατάρρευση του ελληνικού κράτους. Κι από τότε το κάστρο κρατήθηκε, όπως όλα τα άλλα, εναλλάξ από Τούρκους κι Ενετούς – κύριους όχι το ίδιο καταπιεστικούς, αλλά το ίδιο μισητούς, μια και δεν υπάρχει διαβάθμιση στο μίσος που νιώθει ένας Έλληνας για τους αφέντες του. Τώρα που η ελευθερία και η ασφάλεια έχουν επιτρέψει πάλι την ελεύθερη ανάπτυξη των φυσικών πλεονεκτημάτων, ένα νέο Άργος ανατέλλει στην αρχαία τοποθεσία κατά κύριο λόγο. Τα φυσικά πλεονεκτήματα που διαθέτει το Άργος είναι φανερά.

 

 

Αργείτικη πεδιάδα

 

Ο τόπος είναι περισσότερο ευρύχωρος από αυτόν των απομονωμένων Μυκηνών, πιο υγιεινός από τη χαμηλή Τίρυνθα. Κι ελέγχει πολύ περισσότερες υπόγειες δεξαμενές ύδατος από τους δυο άλλους τόπους, με πηγές και υδραγωγεία. Ο Κιφησσός του, που ο Ποσειδών χτύπησε πάνω στην οργή του, πίστευαν ακόμη ότι έρρεε υπογείως και εμπλούτιζε τα πηγάδια της πόλης. Τα στρατιωτικά πλεονεκτήματα της θέσης του Άργους δεν είναι λιγότερο φανερά. Βρίσκεται στη διασταύρωση, ή, για να πούμε καλύτερα, στο γάγγλιο των διαφόρων δρόμων προς Λακωνία και Αρκαδία, όπου, κατά την ιστορική περίοδο του Άργους, κατοικούσαν οι πιο φοβεροί του εχθροί, αλλά και οι πιο ικανοί του σύμμαχοι. Η εισβολή των Λακώνων ήταν αυτό που φοβούνταν περισσότερο, και καμιά άλλη θέση δεν μπορούσε τόσο καλά να ελέγχει και να προστατεύει την πεδιάδα. Μ’ αυτά αναμφίβολοι συνενώθηκαν και άλλες αιτίες περισσότερο λεπτές και περισσότερο πολύπλοκες. Οι πηγές της εθνικής ευημερίας έχουν ρίζες βαθιές. Βλέπουμε μερικά έθνη να ακμάζουν με όλων των ειδών τα φυσικά εμπόδια, και άλλα να φθίνουν παρόλα τα πολύμορφοι φυσικά πλεονεκτήματα. Κι άλλες φορές το πνεύμα κι η ζωντάνια ενός λαού αποτυγχάνουν και σβήνουν χωρίς να υπάρχουν εξωτερικά αίτια επαρκή να εξηγήσουν το γεγονός. Χρησιμοποιούμε μία  κοινότοπη παρομοίωση, αλλά έχουμε κάποιο δίκαιο, όταν συγκρίνουμε τη ζωή ενός έθνους με τη ζωή ενός ανθρώπου ή όταν μιλάμε για την άμπωτη και την παλίρροια της ευημερίας ενός έθνους.

 

Η θέα από τα τείχη της Λάρισας είναι θαυμάσια. Μπροστά στα πόδια μας, στην κατηφόρα, εκτείνεται η πόλη με τους κροσσοτούς της κήπους και τα καταπράσινα  οπορωφόρα δένδρα, με συστάδες κυπαρισσιών εδώ και κει και  αριστερά τη φιδωτή με απότομες καμπύλες λευκή, φαρδιά κοίτη του Χάραδρου. Καθώς  η εποχή των βροχών δεν είχε μπει για τα καλά, δε φαινόταν ούτε σταγόνα νερού. Είχε όλο απορροφηθεί από την άμμο και το ψιλό χαλίκι, το είχε πιει όλο το διψασμένο χώμα του Άργους. Πέρα μακριά εκτείνεται η επίπεδη πεδιάδα, πράσινη από τα καινούρια σπαρτά, βαμβάκι και καπνό. Προς τα δεξιά ο βάλτος και μετά η καμπύλη της παραλίας που τελειώνει στην πόλη και στο λιμάνι του Ναυπλίου, πάνω από το οποίο υψώνεται ο βράχος του Παλαμηδιού με το κάστρο. Η Αργείτικη πεδιάδα κλείνεται σε όλες τις άλλες εκτός από τη θάλασσα πλευρές από οδοντωτές κρημνώδεις οροσειρές. Μακριά από  ανατολικά είναι η κορυφή του Αραχναίου. Στα βόρεια το φανταστικό σχήμα της Φούκας. Η Κυλλήνη υψώνεται στα βορειοδυτικά κι ανάμεσα τους τα μακρινά χιόνια του Παρνασσού.

 

Το απόγευμα πήγαμε στο Ναύπλιο. Μόλις φτάσαμε δραπετεύσαμε ευτυχώς από  τους βρώμικους δρόμους του κι από το ακόμη πιο βρώμικο πανδοχείο και πήραμε μια βάρκα για να  διασχίσουμε τον κόλπο. ‘Όσο βρισκόμαστε μέσα στον κόλπο, κάθε βύθισμα κουπιού ανακινούσε ρυπαρή λάσπη κι σήκωνε δυσωδία χειρότερη κι από του Τάμεση. Δεν μπορεί παρά να απορήσει κανείς γιατί το Ναύπλιο δεν ήταν ιδιαιτέρως υπεύθυνο για πανώλη, μια και μέχρι τα χρόνια αυτά υπήρξε τέτοια επιδημία. Η αιτία για την εξαφάνιση της νομίζω ήταν η εξής:

 

Πανώλης ήταν μια γενική ονομασία, που δινόταν από τους αμαθείς και τους αμβλύνοες Φράγκους του Μεσαίωνα και τους Ανατολίτες όλων των εποχών σε μια ποικιλία επιδημικών ασθενειών, η κάθε μια από τις οποίες έχει τώρα πάρει το κατάλληλο όνομα. Η μάστιγα δεν απομακρύνθηκε, μόνο που οι πάσχοντες έχουν μάθει πια να διακρίνουν τα διαφορετικοί είδη από τα οποία αποτελείται. Αλλά αυτοί παρεμπιπτόντως.

 

Παρατήρησα καθώς πλέαμε κατά μήκος του κόλπου ότι το κάστρο του Άργους παρουσίαζε την εμφάνιση ενός κανονικού επιμήκους τετραγώνου, έτσι ώστε, εκτός κι αν ήταν πολύ διαφορετικό στα αρχαία χρόνια, το σχήμα του να μη δικαιολογεί το όνομα με το οποίο είναι γνωστό στον Πλούταρχο: «ασπίς». Κομμάτια, όμως, του αρχαίου τείχους, που υπάρχουν ακόμη, και στον εξωτερικό και στον εσωτερικό περίβολο, καταδείχνουν ότι η έκταση του παλιά ήταν ίδια με τη σημερινή, και ότι το σχήμα του ήταν σχεδόν απαράλλακτο. Αν είναι έτσι, η καταγωγή της επωνυμίας «ασπίς» θα πρέπει να αναζητηθεί αλλού. Ίσως σε κάποια πανάρχαιη τοπική λαϊκή έκφραση στο Άργος. Προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να αναζητηθεί, αλλά ποτέ βεβαίως δε θα βρεθεί. Αν δε φαινόταν σχεδόν παράλογο και να προσπαθήσει κανείς να μαντεύσει τη λύση αυτού του γρίφου, θα πρότεινα ότι αποτελεί μια λαϊκή ονομασία για  το «η έσω πόλις».

 

 

Λέρνα  

 

Σε μια ώρα και είκοσι λεπτά, άλλοτε με τα κουπιά κι άλλοτε με τα πανιά, remis velis, με τη βοήθεια μιας ασθενούς και άστατης αύρας , φτάσαμε στους Μύλους, όπου και μέρος για αποβίβαση. Μερικά φτωχά σπίτια ένα γύρω ορίζουν την τοποθεσία της αρχαίας Λέρνας. Κατά μήκος της παραλίας υπάρχει μια μακρόστενη λωρίδα από στέρεο ψιλό χαλίκι. Αλλά ανάμεσα, σ’ αυτό και στους πρόποδες των λόφων, φιδόσυρτα μονοπάτια και λάκκοι ξέχειλοι με λιμνάζοντα νερά, μας θυμίζουν ότι περνάμε το βάλτο της Λέρνας.

 

Στην άκρη της terra firma  μια πηγή με άφθονο νερό ρέει μέσα από το βράχο, ενώ κοντά εκεί είναι και μια ήρεμη βαθιά λιμνούλα. Αυτά τα χαρακτηριστικά της φύσης παραμένουν αναλλοίωτα, ενώ τα άλση, οι ναοί και το αγάλματα, τα οποία αφθονούσαν σ’ αυτή την περιοχή, δεν άφησαν πίσω τους ούτε ένα απομεινάρι. Ο ταξιδιώτης που επισκέφτηκε πριν από 17 αιώνες αυτήν εδώ την περιοχή γράφει: «Είδα και μια πηγή, ονομαζόμενη του Αμφιάραου, καθώς και την Αλκυονία λίμνη, από την οποία οι Αργείοι λένε πως ο Διόνυσος πήγε στον Άδη για να φέρει πάνω τη Σεμέλη. Το βάθος της Αλκυονίας δεν έχει πέρας, και δεν ξέρω κανένα άνθρωπο να μπόρεσε να βρει τον πυθμένα της με κανένα τρόπο, αφού κι ο Νέρων που ετοίμασε σκοινιά πολλών σταδίων και τα έδεσε το ένα με το άλλο και έδεσε σ’ αυτά και μολύβι και μεταχειρίστηκε οτιδήποτε άλλο θα του ήταν χρήσιμο, στη δοκιμή, ούτε αυτός μπόρεσε να βρει κανένα όριο του βάθους».

 

Και καθώς, ελλείψει άλλων εργαλείων για να συγκρίνουμε το βάθος της λίμνης Αλκυονίας με τη ευπιστία του Παυσανία, ρίχναμε πετραδάκια σ’ αυτήν, ένας αγρότης  που έσκαβε σ’ έναν διπλανό κήπο, αφού μας πλησίασε και μας πληροφόρησε ότι ήταν και ιερέας, υποστήριξε την άποψη ότι η λίμνη δεν είχε βυθό, γιατί κάποτε κάποιος προσπάθησε να τη βυθομετρήσει με ένα νήμα 77 οργιών και δεν τα κατάφερε. Εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για την ίδια λίμνη με αυτή του Παυσανία.

 

Ο Παυσανίας συνεχίζει: «Άκουσα και το εξής: το νερό της λίμνης, όπως συμπεραίνει κανείς από την όψη του, είναι γαλήνιο και ήρεμο. Αν και φαίνεται όμως έτσι, πιάνει οποιονδήποτε τολμήσει να το διασχίσει κολυμπώντας και τον τραβάει στο βάθος. Η περιφέρεια της λίμνης δεν είναι μεγάλη, αλλά περίπου το ένα τρίτο του σταδίου», δηλ. 67 γιάρδες και, υποθέτω, σχεδόν όσο και σήμερα, «στις όχθες της υπάρχουν χλόη και σχίνοι», στα οποία θα πρόσθετα κίτρινα κρίνα και αγριοσέλινα. Σε μια τράφο εδώ κοντά είδα δυο μεγάλα νερόφιδα – Λερναίες Ύδρες – κιτρινόμαυρα. Τα όντα αυτά αφθονούν ακόμη εδώ. Ο Παυσανίας δράττεται της ευκαιρίας να σημειώσει ότι, κατά τη γνώμη του, η Ύδρα, την οποία σκότωσε εδώ ο Ηρακλής, διέφερε από τις άλλες Ύδρες μόνο στο μέγεθος και στο δηλητήριο, όχι στον αριθμό των κεφαλών: «Ο Πείσανδρος όμως από την Κάμειρο, για να φαίνεται το θηρίο πιο φοβερό, και για να γίνει το ποίημα, του πιο σπουδαίο, γι’ αυτούς τους λόγους παρουσίασε την ύδρα με πολλά κεφάλια». Ήταν ο ίδιος Πείσανδρος που, περιφρονώντας τον παλιό μύθο για τον Ηρακλή που σκοτώνει τις Στυμφαλίδες όρνιθες, για να κάνει πιο τρομερό τον ήρωα του, τον παρουσίασε να τις φοβίζει και να τις διώχνει μακριά χτυπώντας κρόταλα. Sic itur ad astra.

 

 

Πυραμίδα του Ελληνικού

 

 

«ένας ποταμός με σωστή ονομασία», όπως λέει ο Αισχύλος, αφού τον περάσαμε κι ανεβήκαμε στην αντίπερα πλαγιά του λόφου, φτάσαμε τελικά μπροστά σ’ ένα κτίσμα, την Πυραμίδα, το οποίο έγινε θέμα πολλών αμφισβητήσεων. Ο Παυσανίας, του οποίου μερικές φορές η συντομία είναι τόσο παράξενη και προκλητική όσο άλλες φορές η μακρηγορία του, εδώ μας αφήνει στο σκοτάδι. Όλα όσα γράφει αναφορικά με την Πυραμίδα είναι τα εξής:

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Πυραμίδα του Ελληνικού. Σχέδιο εκ του φυσικού H. Belle, Paris 1881

Εδώ μας περίμεναν και τ’ άλογα μας. Πηγαίνοντας προς τα δυτικά κατά μήκος της δεξιάς όχθης ενός ξεροπόταμου, του αρχαίου Χείμαρρου,

 

 

«Γυρίζοντας πάλι κανείς στο δρόμο που οδηγεί προς την Τεγέα έχει δεξιά του λεγόμενου Τρόχου τις Κεγχρεές. Και πολυάνδρια υπάρχουν εδώ για Αργείους που νίκησαν σε μάχη τους Λακεδαιμονίους περί τας Υσιάς. Η μάχη αυτή εύρισκα πως είχε γίνει όταν κυβερνούσε στην Αθήνα ο Πεισίστρατος».

 

Αυτά τα πολυάνδρια (ομαδικοί τάφοι) ήταν συνηθισμένα στην Ελλάδα. Το πολυάνδριο των Αθηναίων στο Μαραθώνα ήταν τύμβος και στην κορυφή του στήλη ή κίονες ενεπίγραφοι με τα ονόματα των νεκρών. Αυτό των Λακεδαιμονίων στις Θερμοπύλες το ίδιο. Αυτό των Βοιωτών στη Χαιρώνεια ήταν τύμβος και στην κορυφή του ένα λιοντάρι. Σε όλες τις περιπτώσεις το ουσιώδες μέρος του μνημείου φαίνεται να το σχηματίζει ένας τύμβος.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, η «Πυραμίδα» είναι χτισμένη πάνω σ’ ένα ύψωμα, το οποίο με την πρώτη ματιά φαίνεται τεχνητό. Μια πιο επισταμένη έρευνα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι φυσικό, καθώς ο φυσικός βράχος εμφανίζεται σε ορισμένα σημεία της επιφάνειας. Αυτό που ίσως συνέβη είναι ότι, αφού η φύση πρόσφερε το ύψωμα, η έλλειψη χώματος και η αφθονία λίθων σ’ αυτή την άχαρη λοφοπλαγιά πρότειναν ένα κτίσμα αντί για επιτύμβια επιχωμάτωση. Το κτίσμα είναι τετραγωνικό και εισέρχεται κανείς από ένα στενό πέρασμα που σχηματίζεται από τον τοίχο που βρίσκεται από πάνω, κατά τα παραδείγματα της Τίρυνθας και των Μυκηνών. Οι εξωτερικοί τοίχοι αρχίζουν να παίρνουν μια κλίση προς το εσωτερικό από ένα ύψος τριών ποδιών από την επιφάνεια του εδάφους, δημιουργώντας έτσι μια γωνία τριάντα περίπου μοιρών σε σχέση με την κάθετο. Οι εσωτερικοί τοίχοι δεν παρουσιάζουν αυτή την κλίση. Το εσωτερικό είναι σχεδόν τετράγωνο περίπου 23 πόδια, και οι εξωτερικοί τοίχοι στα θεμέλια έχουν πάχος 9-10 πόδια. Εφόσον όμως οι εσωτερικοί τοίχοι δεν είναι επικλινείς, είναι φανερό ότι η ονομασία «Πυραμίδα» δεν έχει αποδοθεί σωστά σ’ αυτό το κτήριο. Ο τοίχος πρέπει να καταλήγει στο μεταίχμιο στην κορυφή επικλινούς πέτρινου τοίχου, σ’ ένα ύψος γύρω στα 12-14 πόδια από το έδαφος. Υπάρχει πόρτα εισόδου, της οποίας η κορυφή είναι σχηματισμένη από πέτρες επικρεμάμενες μέχρι να συναντηθούν στον κολοφώνα, σαν τη γνωστή πύλη στην Τίρυνθα. Ένα άλλο παράδειγμα απαντάται στα Κυκλώπεια τείχη του Τούσκουλου.

Το σχήμα όλου του κτηρίου είναι πολυγωνικό, και, πράγμα που είναι ασυνήθιστο σε κτήρια αρχαία Ελληνικά όλων των ρυθμών, οι πέτρες ενώνονται με ασβεστοκονία. Μ’ αυτό τον τρόπο, είμαι πεισμένος, πρέπει να έχει διαμορφωθεί μέρος του αρχικού οικοδομήματος και όχι, όπως προτείνει ο συνταγματάρχης Leake, αυτό να οφείλεται σε κατοπινές επιδιορθώσεις. Τώρα το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο σκοπό εξυπηρέτησε αυτό το κτίριο. Είναι ξεκάθαρο ότι δεν προορίζονταν για φρούριο, μια και ο επικλινής εξωτερικός τοίχος, από τον οποίο μπορεί κανείς να σκαρφαλώσει, θα διευκόλυνε την επίθεση εχθρού, και ο ίσιος εσωτερικός τοίχος, πάνω από τον οποίο δεν μπορεί να δει κανείς, θα εμπόδιζε την άμυνα. Κλίνω λοιπόν προς τη γνώμη ότι πρόκειται για πολυάνδριο. Όπως το κτήριο σε καμιά περίπτωση δεν είναι πυραμίδα και καθώς υπήρχαν πιθανώς πολλά παρόμοια κτίσματα τότε στην Ελλάδα, ο Παυσανίας δε σκέφτηκε να κάνει καμιά παρατήρηση για το σχήμα του. Η αντίρρηση ότι το είδος αυτό είναι πολύ πρώιμο για τη συγκεκριμένη χρονολογία παραμένει απλώς και μόνο υπόθεση. Δεν ξέρουμε πότε σταμάτησαν να εγείρονται πολυγωνικά κτήρια. Πιθανώς συνέχισαν να κατασκευάζονται σε μερικές περιπτώσεις πολύ αργότερα από τότε που η γεωμετρική ελληνική ήταν σε γενική χρήση, π.χ. όπου τα απαραίτητα εργαλεία, η δεξιότητα και ο χρόνος το επέτρεπαν.

Αυτό είναι το είδος της κατασκευής που μπορεί κανείς να πιστέψει ότι οι επιζώντες ενός στρατού ανήγειραν προς τιμή των συντρόφων τους. Το σχέδιο που παραδίδει ο συνταγματάρχης Leake απεικονίζει τις πέτρες πολύ πιο μικρές από όσο πραγματικά είναι. Ούτε τα θεμέλια δεν είναι σε καμιά περίπτωση τόσο κανονικά όσο στην εικόνα. Υπάρχουν και μερικά ερείπια ενός ελληνικού κτηρίου και άλλα ίχνη αρχαίας εγκατάστασης, από τα οποία συμπεραίνουμε ότι οι Κεχρεές του Παυσανία βρίσκονταν εκεί.

 

Ερασίνος  

 

 

Ο δρόμος από τον οποίο επιστρέψαμε στο Άργος περνάει από ένα άλλο μέρος που ονομάζεται «Μύλοι», συνηθισμένο τοπωνύμιο στην Ελλάδα. Οι μύλοι στην περίπτωση αυτή κινούνται από τις πηγές του Ερασίνου, ο οποίος έχει την πηγή του στους πρόποδες ενός κρημνώδους λόφου. Αυτός «ο γιος του βράχου» βρίσκεται ήδη σε πλήρη ανάπτυξη από τη στιγμή της γέννησης του, σαν την Αθηνά, και ξεχύνεται με άφθονα κρυστάλλινα νερά. Επάνω στο πρόσωπο του βράχου βρίσκεται μια μεγάλη σπηλιά, ένα μέρος της οποίας έχει κτιστεί κι έχει γίνει εκκλησία. Τα άλλα ελίσσονται μέσα στην καρδιά του λόφου. Γύρο  στους μύλους φυτρώνουν ιτιές, λεύκες, μουριές και άλλα «ήμερα» δένδρα. Εδώ οι Αργείοι συνήθιζαν να κάνουν ένα πανηγύρι που το έλεγαν «τύρβη», προς τιμή του Διόνυσου και του Πάνα. Είναι τόσο όμορφη και, αυτό που το επιτείνει περισσότερο για το σκοπό αυτό, τόσο ευχάριστη αυτή η τοποθεσία που, αν βρισκόταν κοντά στην Αθήνα, θα μας ήταν ήδη γνωστή από κάποιο αθάνατο τραγούδι. Χωρίς αμφιβολία οι προσευχές τραγουδιούνταν σε αρκετούς αργειακούς διθυράμβους. Υποθέτω ότι κανείς ποταμός με τόσο όγκο νερού δεν έχει τόσο μικρό μήκος, όπως ο Ερασίνος – λίγο περισσότερο από ένα μίλι. Οι αρχαίοι τον ταύτισαν με τον ποταμό που εξαφανίζεται στη Στυμφαλία. Μια θεωρία που, κατά περίεργο τρόπο, βρήκε ανταπόκριση και στα νεότερα χρόνια . Ο συνταγματάρχης Mure πιστεύει ότι το γεγονός έχει εξακριβωθεί με πραγματικό πείραμα, πέταξαν δηλ. κάτι στη Στυμφαλία και το είδαν να εμφανίζεται στους Μύλους. Δεν υπάρχει ούτε η παραμικρή μαρτυρία ότι έγινε ένα τέτοιο πείραμα. Θα απαιτούσε πολύ κόπο, υπομονή και εργασία, και οι αρχαίοι Έλληνες δεν ήταν συνηθισμένοι να τα αφιερώνουν όλα αυτά στη μελέτη των φυσικών φαινομένων. Εκτός από αυτό, και αν ακόμη υπήρχε κάποια σύνδεση ανάμεσα στα ποτάμια, δεν είναι πολύ πιθανό ότι ένα τέτοιο πείραμα θα το εξακρίβωνε. Ότι και να ριχνόταν μέσα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα ξαναεμφανίζονταν ποτέ. Επιπλέουσες ουσίες θα εγκλωβίζονταν και χρωματιστή ύλη θα διυλίζονταν κατά τη διαδρομή. Η ιστορία με τον Αλφειό και την Αρέθουσα και χίλιες δυο τέτοιες ανοησίες αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες θα πίστευαν οτιδήποτε για τα νερά αυτού του κόσμου. Ούτε το πρόβλημα της απόστασης ούτε η κατεύθυνση ούτε η διαφορά επιπέδου παρεμπόδιζε ένα θρύλο. Γι’ αυτούς ένας ποταμός ήταν ένας θεός και μια πηγή μια νύμφη – πρόσωπα αλλά και πράγματα επίσης- και οι δυο ιδέες ήταν αξεδιάλυτα ανακατεμένες στη λαϊκή σκέψη. Αν το νερό δεν μπορεί να τρέξει προς την πηγή του, μια νύμφη ή ένας θεός μπορούν. Σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση τα φανερά γεγονότα θα μπορούσαν να οδηγήσουν ένα λιγότερο εύπιστο λαό να συναγάγει αυτό το συμπέρασμα. Ένας ποταμός με άφθονα νερά επίσης εμφανίζεται κοντά στο Άργος. Τι πιο φανερό από το να προσθέσεις ένα κι ένα. Τώρα που γνωρίζουμε μερικά πράγματα για τη σύνθεση του φλοιού της γης φαίνεται παράξενο μια τέτοια θεωρία να υποστηρίζεται ακόμη, λαμβανομένου υπόψη ότι ανάμεσα στα δυο αυτά μέρη παρεμβάλλονται πολλές λοφοσειρές, με χώματα ανασκαμμένα άτακτα -μια αταξία που, πρέπει να επικρατεί και κάτω από το έδαφος όπως και επάνω σ’ αυτό. Υπάρχουν, λοιπόν, άπειρες πιθανότητες, ένα ρεύμα νερού να μην μπορεί να συνεχίζεται στο ίδιο κανάλι μετά από τόση απόσταση. Πιθανότατα τα νερά του ποταμού της Στυμφαλίας, διαχωριζόμενα σε εκατοντάδες ρυάκια, τροφοδοτούν τις πηγές του Ασωπού και της Νεμέας, και καταλήγουν Κορινθιακό, ενώ ο Ερασίνος αποτελεί το κύριο όργανο της φύσης για να μεταφέρει τα νερά του Αρτεμίσιου στον κόλπο του Άργους.

 

Είχε αρχίσει να νυχτώνει όταν ξανανεβήκαμε. Πλάι στο δρόμο ρέει ένα ρυάκι με άφθονο νερό προερχόμενο από τον Ερασίνο και προορισμένο να αρδεύει  τους αργείτικους αγρούς και κήπους. Πλήθος βατράχων μας επιτέθηκαν με πείσμα με φωνές πολύ πιο δυνατές και τραχιές από τις φωνές των βατράχων στην Αγγλία. Άρχισαν μ’ ένα βουβό προπαρασκευαστικό ήχο, σαν ένα παλιό ολλανδικό ρολόι που βογγάει στην προσπάθεια του να χτυπήσει τις ώρες, και κατέληξαν με μια διαδοχή από συγκεχυμένα «κουάκ». Η γλώσσα των βατράχων δεν μπορεί να αποδοθεί καλύτερα σε έναρθρη ομιλία από τα «Βρεκεκέξ κουάξ κονάξ» του Αριστοφάνη.

 

Οι άνδρες μας τους πέταγαν πέτρες για να σταματήσουν τις φωνασκίες τους, αλλά δεν κατάφερναν τίποτα. Όταν ο Διόνυσος λέει στο έργο «Αχ, νόμιζα ότι θα έπρεπε να σταματήσω το κοάξ σας στο τέλος» φαντάζομαι ότι το κάνει χτυπώντας το χορό των βατράχων στο κεφάλι με το κουπί του. Πιθανότατα ο χορός θα ήταν τοποθετημένος στη σειρά στο πίσω μέρος της σκηνής, με τα κεφάλια μονάχα να προεξέχουν από το έδαφος, ενώ ο Διόνυσος κωπηλατεί με τη βάρκα του (το πάτωμα γι’ αυτή τη σκηνή θα έχει μεταβληθεί σε λίμνη) με τη βοήθεια του «μηχανοποιού» που βρίσκεται από κάτω. Είναι κρίμα που δε μας σώθηκαν οι σκηνικές οδηγίες του αρχαίου δράματος.

 

 

 

Περιοδικό Ελλέβορος « Πρώτο Αφιέρωμα στο Άργος», σελ. 13-21, τεύχος 11, 1994.

Μετάφρασηεπιμέλεια: Λεφτέρης Μπαρδάκος.

  

Πηγή

  •  Clark, William George, 1821-1878. « Peloponnesus :notes of study and travel». London : John W. Parker and son,1858.

 

Read Full Post »

Κάστρο Άργους The Castle of Argos

Κάστρο Άργους - The Castle or Argos

Κάστρο Άργους - The Castle or Argos

 

 

 

 

Φωτογραφία: Σαράντος Καχριμάνης

 

Copyright: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

Read Full Post »

Άργος  


 

Ιστορική πόλη της Πελοποννήσου και σημαντικό εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο της Αργολίδας.  Είναι η πρωτεύουσα της επαρχίας του Άργους στο νομό Αργολίδας και είναι η μεγαλύτερη πόλη του νομού με πληθυσμό 24.239 κατοίκους (απογραφή 2001). Μετά την εφαρμογή του νόμου περί συνενώσεων των Δήμων, του γνωστού «Καλλικράτη» ο Δήμος Άργους μετονομάστηκε σε Δήμο Άργους-Μυκηνών και εντάχθηκαν οι πρώην Δήμοι: Μυκηναίων, Κουτσοποδίου, Λυρκείας, Λέρνας και Νέας Κίου. Βρίσκεται σε απόσταση 136 χιλιομέτρων από την Αθήνα  και η απόστασή του από το Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του νομού, είναι 12 χιλιόμετρα.

 

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

 

Το Άργος, η αρχαιότερη συνεχώς κατοικούμενη πόλη της Ευρώπης και της Ελλάδας, παρά τις καταστροφές που υπέστη κατά καιρούς από επιδρομείς και κατακτητές, πάντοτε κτιζόταν στην ίδια θέση. Αυτό βεβαιώνεται και σήμερα από την αρχαιολογική σκαπάνη στα υπό οικοδόμηση οικόπεδα, τα οποία αποκαλύπτουν τη ζωή των παλαιότερων εποχών.

Η θέση της πόλης ήταν ιδανική για δύο κυρίως λόγους. Οι δύο λόφοι, της Ασπίδας (84μ.) και ιδίως της Λάρισας (289μ.), παρείχαν μεγάλη ασφάλεια στους κατοίκους. Παράλληλα, τα δύο αυτά υψώματα εισχωρούν βαθιά στο αργολικό πεδίο και φέρνουν την πόλη κοντά στο Τημένιο, που ήταν ανέκαθεν το επίνειό της.

Έτσι εξηγείται γιατί διαμέσου των αιώνων, παρά τις αλλεπάλληλες διώξεις και καταστροφές, η πόλη επέμενε να ευρίσκεται στην ίδια πάντα θέση. Άμεση συνέπεια αυτής της πραγματικότητας ήταν να μη διατηρηθούν πολλά από τα μνημεία και επιπλέον να καθίσταται δύσκολος ή και αδύνατος ο εντοπισμός τους από τους αρχαιολόγους. [1] Το αρχαίο Άργος εκτεινόταν δυτικά και ΒΔ μέχρι τη Λάρισα και την Ασπίδα, ΝΔ μέχρι και την αρχαία αγορά και ΝΑ μέχρι τον Άγιο Κωνσταντίνο.

Η πόλη υπήρχε σαν οικισμός από τη νεολιθική εποχή. Τα κεραμικά που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι στο τέλος της 3ης π.Χ. χιλιετίας υπήρχε σημαντικός οικισμός στην Ασπίδα, ο οποίος αυξήθηκε εντυπωσιακά στις αρχές της επόμενης χιλιετίας. Ανάμεσα στα λείψανα συγκαταλέγονται και ίχνη τείχους, που εντοπίστηκαν στην κορυφή και στη νότια πλαγιά του λόφου, καθώς και μεγάλο νεκροταφείο με τύμβους στις ανατολικές υπώρειες. Επίσης, βρέθηκαν αρκετοί θαλαμοειδείς τάφοι στις Πορτίτσες – αρχ. Δειράδα – στις υπώρειες των δύο λόφων. Πολλές φορές χρησιμοποιούσαν πίθους για την ταφή των νεκρών. Τέτοιοι πίθοι σώζονται στο μουσείο του Άργους.

Κατά τη μυκηναϊκή περίοδο πιθανότατα υπήρχαν ακροπόλεις στη Λάρισα και στην Ασπίδα, ενώ ο οικισμός εξακολουθούσε να απλώνεται προς νότο. Το μυκηναϊκό Άργος εντοπίζεται περίπου στην περιοχή που περικλείεται από τους δρόμους Κορίνθου, Τσώκρη και Καρατζά. Και φαίνεται πως το Άργος ήταν μέχρι το 1.200 π.X. μία από τις σπουδαιότερες πόλεις της Αργολίδας.

 

Προϊστορικοί Χρόνοι

Ύστερα από μια σύντομη παρακμή, η οποία συμπίπτει με τη γενικότερη παρακμή του Μυκηναϊκού πολιτισμού, γνώρισε νέα ανάπτυξη μετά την κάθοδο των Δωριέων. Οι περισσότερες πληροφορίες για την ακμή και την έκταση της πόλης προέρχονται από τους τάφους, που εντοπίστηκαν από τη μια άκρη της πόλης μέχρι την άλλη, από τον Ξεριά μέχρι και πέρα από την Παναγία. Η πόλη είχε αρκετή ζωή και ήταν πυκνοκατοικημένη. Η κατάληψη της αργολικής πεδιάδας από τους Δωριείς έγινε περίπου το 1125-1120 π.Χ. [2]   

Οι Δωριείς αυτοί ήταν εξαιρετικά δυναμικοί και εξοπλισμένοι με τα πλέον σύγχρονα όπλα της εποχής τους. Στα μέσα του επόμενου αιώνα κατέλαβαν την υπόλοιπη Αργολίδα, τη Σικυώνα και τη Μεγαρίδα. Από τη διάσπαση των Δωριέων, που εγκαταστάθηκαν στην πεδιάδα του Άργους, προέκυψαν τρία μικρότερα βασίλεια, το βασίλειο του Άργους, το βασίλειο των Μυκηνών και το βασίλειο της Τίρυνθας, με μικρό πληθυσμό, αφού και οι Δωριείς, που είχαν κατακλύσει την Πελοπόννησο, στο σύνολό τους ήταν oλιγάριθμoι (βλ. υποσ. 2 για τον μυθικό Τήμενο).

Το κράτος των Αργείων ξεπέρασε σε δύναμη και έκταση όλα τα άλλα της κεντρικής και βόρειας Πελοποννήσου. Κατέλαβε τη Θυρεάτιδα και την Κυνουρία, προωθήθηκε ως τον Μαλέα και κατέλαβε τα Κύθηρα, δηλαδή σημεία συνοριακά με τη Σπάρτη, για την οποία το Άργος εξελισσόταν έτσι σε πολύ ισχυρό και επικίνδυνο εχθρό. Για την ιστορία του δωρικού Άργους από τη σύστασή του (περ. 1.120 π.Χ.) μέχρι τον 8ο αι. π.Χ. ελάχιστα γνωρίζουμε, όπως την ύπαρξη κεραμικών εργαστηρίων και διάφορες συγκρούσεις με γειτονικά κράτη, όπως με την Κόρινθο και την Ασίνη, την οποία κατέστρεψε στο τέλος του 8ου αι. π.Χ. Επίσης, σχετικά με την κοινωνική οργάνωσή τους, γνωρίζουμε ότι υποχρέωναν τους κατακτημένους να καλλιεργούν τους κλήρους, που μοιράστηκαν σαν κατακτητές, και να τους προσφέρουν σημαντικό μέρος από το εισόδημα. Αυτοί οι «δουλοπάροικοι» στο Άργος ονομάζονταν γυμνήτες. [3]  

Παρόμοια καθεστώτα συναντάμε σ’ όλες σχεδόν τις δωρικές κοινωνίες. Οι γυμνήτες διέφεραν από τους δούλους· οι τελευταίοι θεωρούνταν ιδιοκτησία των ιδιωτών. Το ισχυρό δωρικό Άργος προστατευόταν από τείχη, λείψανα των οποίων εντοπίζονται ακόμα και σήμερα. Οι δύο ακροπόλεις, φυσικά, ήταν οχυρωμένες και συνδέονταν μεταξύ τους με τείχος στον αυχένα.

Εκεί, στις σημερινές Πορτίτσες, ήταν και η σημαντικότερη ίσως πύλη, η πύλη της Δειράδος. Εξάλλου, με βεβαιότητα θεωρούμε ότι από εκεί ήταν η είσοδος προς την πόλη μέχρι τους νεότερους χρόνους (περίοδος 1821). Υπήρχαν άλλες τρεις πύλες, η μία στο ανατολικό άκρο, που οδηγούσε στις Μυκήνες, άλλη μία στο ΝΑ άκρο που οδηγούσε στην Τίρυνθα και η τρίτη στο ΝΔ προς Λέρνη και κεντρική Πελοπόννησο. Το τείχος κατέβαινε από τη ΝΑ πλευρά της Ασπίδας, περνούσε λίγο ανατολικότερα της οδού Κορίνθου και του Αγίου Πέτρου, άφηνε ανατολικά του το σημείο, όπου σήμερα βρίσκεται ο Άγιος Κωνσταντίνος, κατόπιν τραβούσε ΝΔ, αγκάλιαζε όλη την αγορά και ανηφορίζοντας επί της νότιας πλευράς του λόφου της Λάρισας, κατέληγε στο κάστρο της ακρόπολης.

 

Ιστορικοί Χρόνοι

 

Η ιστορική περίοδος ουσιαστικά έχει αφετηρία τη βασιλεία του Φείδωνος. Ο Φείδων (7ος αι. π.Χ.), που θεωρείται μακρινός απόγονος του Τήμενου, είναι το πρώτο ιστορικό πρόσωπο του Άργους. Επί της εποχής του η πόλη παρουσίασε ιδιαίτερη ακμή. Είναι η εποχή της μεγάλης ανάπτυξης πριν από την ανάδειξη της Σπάρτης σε πρώτη δύναμη της Πελοποννήσου. Ο μεγάλος κίνδυνος για το Άργος ήταν η ισχυρή Σπάρτη, η οποία του αμφισβητούσε την ηγεμονία της Πελοποννήσου. Γύρω από αυτό το μακροχρόνιο και αξεπέραστο μίσος διαμορφώνεται η πολιτική του Άργους, η οποία αργότερα θα έχει δημοκρατικούς προσανατολισμούς. Αυτός ήταν ένας πρόσθετος λόγος της οξύτητας μεταξύ των δύο πόλεων.

Μνημονεύονται διάφορες συγκρούσεις, όπως η μάχη του 669 π.Χ. στις Υσιές (Αχλαδόκαμπο), όπου νίκησαν οι Αργείοι, καθώς επίσης και η μάχη του 547 π.Χ. στη Θυρέα (περ. Κυνουρίας) με νικητές τους Σπαρτιάτες. Επίσης, το 494 π.Χ., τότε που χάθηκαν 8.000 Αργείοι στο Άλσος της Σηπείας, η πόλη απειλήθηκε σοβαρά από τον Κλεομένη. Γι’ αυτό και οι σύμμαχοι του Άργους το εγκαταλείπουν, πρώτα οι μακρινοί και ύστερα της Αργολίδας. Γρήγορα όμως θα συνέλθει, θα κυριαρχήσει στην ευρύτερη περιοχή και θα συνάψει συμμαχία με τους Αθηναίους. Κατά τους μηδικούς πολέμους οι Αργείοι έμειναν ουδέτεροι, γιατί δεν ήθελαν προφανώς να αγωνιστούν πλάι στους Λακεδαιμονίους. Αργότερα, στον πελοποννησιακό πόλεμο, ήταν πιστοί σύμμαχοι των Αθηναίων. Μετά το 404 π.Χ. δεν παρουσιάζει αξιόλογη δύναμη. Οι εχθροί εισέρχονται στην πόλη και τη λεηλατούν, όπως ο Πύρρος, ο βασιλιάς της Ηπείρου, το 272, ο οποίος σκοτώθηκε από κεραμίδι, που του έριξε Αργείτισσα στο κεφάλι. Αργότερα το Άργος προσχώρησε στην Aχαϊκή Συμπολιτεία (229 π.Χ.).

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Από τους Ρωμαίους κατελήφθη το 146 π.Χ. Αν κρίνουμε από την ξενάγηση του Παυσανία, το Άργος επί ρωμαιοκρατίας βρισκόταν σε εξαιρετικά καλή κατάσταση. Πότε ακριβώς εκχριστιανίστηκε το Άργος δεν γνωρίζουμε. Ο λατίνος επίσκοπος και εκκλησιαστικός ποιητής Παυλίνος (353 – 431 μ.Χ.) μας πληροφορεί ότι το  χριστιανισμό δίδαξε στο Άργος ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού Ανδρέας. Ίσως όμως να κήρυξε πρώτος ο Απόστολος Παύλος, όταν βρισκόταν για αρκετούς μήνες στην Κόρινθο. Πιθανότατα, λοιπόν, το Άργος γνώρισε το χριστιανισμό στα μέσα περίπου του 1ου αιώνα.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο το Άργος ήταν άσημο. Βέβαιο είναι ότι λεηλατήθηκε από τους Γότθους του Αλάριχου στο τέλος του 4ου αιώνα, οι οποίοι ξεκίνησαν από τη Θράκη, διέσχισαν τον Ελλαδικό χώρο και κατέληξαν στην Ισπανία, όπου ίδρυσαν το Βησιγοτθικό κράτος. Το Άργος παρουσιάζει εκ νέου αξιόλογη ακμή μετά το 1189, όταν έγινε μητρόπολη με την ένωση των Επισκοπών Άργους και Ναυπλίας.

Το Άργος υπέστη δύο μεγάλες καταστροφές από τους Τούρκους, την πρώτη επί Ενετοκρατίας το 1397 από το στρατηγό Βαγιαζήτ Γιακούβ. Κατεδαφίστηκαν τότε τα τείχη, η πόλη λεηλατήθηκε και πολλοί Αργείοι αιχμαλωτίστηκαν και διακομίστηκαν στη Μικρά Ασία. Η άλλη έγινε το 1463, όταν Έλληνες και Ενετοί δεν μπόρεσαν να σώσουν την πόλη από το νέο κατακτητή, ο οποίος σάρωνε προοδευτικά όλα τα βαλκάνια. Η πρώτη περίοδος της Τουρκοκρατίας κράτησε μέχρι το 1683 και η δεύτερη από το 1715-1821. Τα ενδιάμεσα χρόνια (1683-1715) το Άργος ήταν πάλι υπό Ενετική κυριαρχία.

Το 1821 το Άργος ήταν από τις πρώτες πόλεις που επαναστάτησαν στις 2 Απριλίου, όταν ένοπλο σώμα με επικεφαλή τον Σταματέλο Αντωνόπουλο ανέκοψε την πορεία 300 Τούρκων ιππέων στη Δαλαμανάρα, οι οποίοι κατευθύνονταν προς το Άργος, και τους ανάγκασε να επιστρέψουν στ’ Ανάπλι.

Το Άργος κινδύνευσε και υπέστη τρεις καταστροφές στη διάρκεια της επανάστασης. Πρώτος τη λεηλάτησε και έκανε σφαγές ο Κεχαγιάμπεης μετά τη νίκη του στον Ξεριά (Απρ. 1821). Ακολούθησε η προέλαση του  Δράμαλη  τον Ιούλιο 1822 και τέλος του Ιμπραήμ τον Ιούνιο 1825. Η τελευταία οδυνηρή καταστροφή, που υπέστη ο πληθυσμός του Άργους, ήταν η σφαγή του 1833 από τους Γάλλους.

 

Θέα του Άργους και του κάστρου της Λάρισας.

 

Το έτος 1822 το Άργος ήταν έδρα της γενικής διοίκησης. Πολλά γεγονότα, στρατιωτικά και πολιτικά, που σημάδεψαν την πορεία και την εξέλιξη της επανάστασης, συνδέθηκαν με την πόλη μας. Ο Δημήτριος Υψηλάντης την είχε επιλέξει για τις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης. Οι αντιπρόσωποι ορκίστηκαν στην παλιά εκκλησία του Αϊ-Γιάννη, που ήταν ημιυπόγεια. Οι εργασίες τελικά έγιναν στη Νέα Επίδαυρο.

Επίσης, στο αρχαίο θέατρο του Άργους έγιναν οι εργασίες της Δ΄ Εθνοσυνέλευσης επί Καποδίστρια (1829) και μετά τη δολοφονία του ήταν να γίνουν οι εργασίες της Ε΄ Εθνοσυνέλευσης (Δεκέμβριος 1831), αλλά ήταν τόσο φορτισμένη η ατμόσφαιρα και είχαν φτάσει στα πρόθυρα σύρραξης, που οι εργασίες τελικά πραγματοποιήθηκαν στο Ναύπλιο. Γιατί, όταν οι κυβερνητικοί πληρεξούσιοι ανακήρυξαν τον Αυγουστίνο, αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, Πρόεδρο της Ελληνικής Κυβέρνησης, επήλθε οριστική ρήξη με τους «Συνταγματικούς» του Ι. Κωλέττη, που συνεδρίαζαν σε άλλο οίκημα, και μπροστά στη σύρραξη που θα ξεσπούσε, ο πληθυσμός του Άργους έντρομος εγκατέλειπε την πόλη, για να σωθεί.

 

Σήμερα 

 

Σήμερα, είναι η δεύτερη σε πληθυσμό μεγαλύτερη πόλη της Περιφέρειας Πελοποννήσου, με έντονη εμπορική, βιομηχανική και αγροτική δραστηριότητα. Είναι μια σύγχρονη πόλη, που αναπτύσσεται πολύπλευρα και με δυναμισμό. Καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου και ιδιαίτερα το καλοκαίρι, μπορεί να αποτελέσει προορισμό πολιτιστικού τουρισμού, τόσο για τη γνωριμία με την πόλη, όσο και για τη παρακολούθηση επιλεγμένων καλλιτεχνικών γεγονότων που πραγματοποιούνται σε στεγασμένους αλλά και γοητευτικούς υπαίθριους χώρους, με βασικότερους αυτούς του  Αρχαίου Θεάτρου και του κάστρου της Λάρισας.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

 Βρίσκεται στο  κέντρο του μεγαλύτερου Αρχαιολογικού πάρκου του κόσμου, το οποίο περιλαμβάνει τις Μυκήνες (10 χλμ), την Αρχαία Τίρυνθα (6 χλμ), το Ναύπλιο (12χλμ), τη Λέρνα (10 χλμ) , την Επίδαυρο (40 χλμ ) μπορεί να αποτελέσει αφετηρία εξορμήσεων για τη γνωριμία τόσο με τους χώρους αυτούς, όσο και με τις φυσικές ομορφιές της Αργολίδας.

Ως η  αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας, συμμετέχει στο Δίκτυο των Αρχαιότερων Πόλεων της Ευρώπης και αποτελεί το μεγαλύτερο υπαίθριο μουσείο της χώρας, με πολυάριθμα και μοναδικά ευρήματα που τοποθετούνται σε κάθε ιστορική περίοδο των Ελλήνων. Έχει να προτείνει στον επισκέπτη πλήθος μνημείων από τους προϊστορικούς και ιστορικούς χρόνους, μουσεία, ιστορικές εκκλησίες και πλούσια εκκλησιαστικά κειμήλια, την παλιά πόλη, χαρακτηριστικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, νεοκλασικά κτίρια, κ.λ.π.

 

Βιβλιογραφία

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινίωτου, « Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων Χρόνων Μέχρις Ημών», Εν Αθήναις, 1892.
  • Ιωάννου Ζεγκίνη, « Το Άργος Δια Μέσου των Αιώνων», Αθήναι, 1957.  
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις «Εκ προοιμίου», Άργος, 2007.
 
 
 
Υποσημειώσεις

 

 [1]  Οι ανασκαφές άρχισαν στις αρχές του 20ου αι. από τον Ολλανδό αρχαιολόγο Βόλγκραφ (Vollgraff). Εντοπίστηκαν τα τείχη και ανασκάφηκε ο προϊστορικός οικισμός και το ιερό του Απόλλωνα και της Αθηνάς στην Ασπίδα. Παράλληλα άρχισε η έρευνα στην αρχαία αγορά και στο θέατρο. Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν συστηματικά από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή της Αθήνας το 1951 και συνεχίζονται. Ιδιαίτερα σημαντική θεωρείται η προσφορά του Πωλ Κουρμπέν. Επίσης, τα τελευταία 25 χρόνια Έλληνες αρχαιολόγοι μελετούν κυρίως ιδιοκτησίες ιδιωτών με αρχαιότητες.

 [2] Σύμφωνα με την παράδοση των αρχαίων, οι Δωριείς διαπεραιώθηκαν στην Πελοπόννησο από το Ρίο και ο Τήμενος, προερχόμενος από την Αρκαδία, εισέβαλε στο αργολικό πεδίο –όπως και ο Ιμπραήμ το 1825 – και έδωσε μάχη με τους Αχαιούς στην παραθαλάσσια περιοχή που πήρε το όνομά του. Κατόπιν κατέλαβε το Άργος και τις Μυκήνες και στη συνέχεια επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την Επίδαυρο, την Κόρινθο και τη Σικυώνα. Ο μυθικός Τήμενος θεωρείται ο τρίτος κατά σειρά θεμελιωτής του Άργους μετά το Φορωνέα και το Δαναό.

Ιδρυτής του Άργους φέρεται ο Ίναχος, ο οποίος καταγόταν από παλαιούς Αργείους αποίκους της Αιγύπτου, επέστρεψε από την Αίγυπτο στην πατρίδα των πατέρων του, ίδρυσε το Άργος και έγινε βασιλιάς. Άλλη εκδοχή του μύθου θέλει τον Ίναχο αυτόχθονα. Από αυτόν η περιοχή ονομάστηκε Ιναχία και οι απόγονοί του Ιναχίδες. Επίσης, έδωσε το όνομά του στον ποταμό Ίναχο, ο οποίος στη συνέχεια στέρεψε από την οργή του Ποσειδώνα και το Άργος έγινε «πολυδίψιον», επειδή ο Ίναχος δέχτηκε ως  προστάτισσα θεά της πόλης την Ήρα αντί του Ποσειδώνα. Κατόπιν κυβέρνησε ο γιος του Φορωνεύς, γι’ αυτό και η πόλη ονομάστηκε Φορωνικό άστυ.

Δώδεκα γενιές αργότερα έρχεται από την  Αίγυπτο ο Δαναός με τις πενήντα θυγατέρες του και γίνεται βασιλιάς. Με αφορμή διάφορα κείμενα που βασίζονται στους μύθους για την προέλευση του Δαναού από την Αίγυπτο, μερικοί ιστορικοί «προσπάθησαν να βρουν επιβεβαιωτικά στοιχεία, αλλά παρά τη σοφία που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, δεν πέτυχαν το στόχο τους» (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους της Εκδοτικής Αθηνών, τ. Α΄, σ. 362).

Άλλος μύθος θέλει το Δαναό εγγονό του Ίναχου. Κατόπιν βασίλεψε ο γαμπρός του προηγούμενου, ο Λυγκεύς, τον οποίο δεν σκότωσε η γυναίκα του Υπερμήστρα κατά το πρώτο βράδυ του γάμου τους, όπως έπραξαν οι άλλες Δαναΐδες με εντολή του πατέρα τους.

Τα εγγόνια του Λυγκέα και της Υπερμήστρας, ο Ακρίσιος και ο Προίτος, μάλωσαν και μοίρασαν το βασίλειο· ο Προίτος κράτησε την Τίρυνθα και ο Ακρίσιος το Άργος, που αναδείχτηκε ισχυρότερο και ενδοξότερο.

Ο Περσέας ήταν εγγονός του Aκρίσιoυ και γεννήθηκε με θαυματουργικό τρόπο, από την ένωση της Δανάης με το Δία, που την επισκέφτηκε στη φυλακή με τη μορφή χρυσής βροχής. Εγγονή του Περσέα ήταν η Αλκμήνη, η μητέρα του Ηρακλή, στον οποίο ανέθεσε ο Ευρυσθέας επικίνδυνες αποστολές και πραγματοποίησε έτσι τους δώδεκα γνωστούς άθλους του. Μετά το θάνατο του Ηρακλή, οι Ηρακλείδες διώχτηκαν από τον Ευρυσθέα. Εμφανίζονται και πάλι με αρχηγούς τον Τήμενο, τον Κρεσφόντη και τον Αριστόδημο, παιδιά του Αριστομάχου, οι οποίοι κατέλαβαν την Πελοπόννησο. Στη μοιρασιά ο Τήμενος κράτησε το Άργος.

 
 [3] Βλ. Ιστορία του Ελλ. Έθνους, Εκδ. Αθηνών, τ. Β΄, σ. 42.

 

Read Full Post »