Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κοτζαμπάσηδες’

Πελοποννήσιοι πρόκριτοι στην Επανάσταση του 1821: Από τον Βελή Πασά στον Ιωάννη Καποδίστρια – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Η ιστορία των πελοποννησίων προκρίτων στη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 αποτελεί ακόμη και σήμερα σημείο τριβής τόσο για τους ιστορικούς όσο και για τη δημόσια ιστορία. Τελικά οι πρόκριτοι ήταν πράγματι οι «κακοί»; Ήταν οι απεχθείς συμφεροντολόγοι που εμπόδιζαν τον ηρωικό Παπαφλέσσα να ξεκινήσει την Επανά­σταση; Ήταν αυτοί που μισούσαν τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους οπλαρχηγούς, και διεκδικούσαν αποκλειστική νομή της εξουσίας; Αυτοί που, όταν κινδύνεψαν, αλλαξοπίστησαν ή έτρεξαν να σώσουν το τομάρι τους;

Παπαφλέσσας. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία. Adam Friedel.

Η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα, που ανακύπτουν εύλογα, αν ανοίξει κανείς ένα σχολικό εγχειρίδιο ή αν διαβάσει τα πάμπολλα αφιερώματα για το 1821 στον Τύπο κατά τη διάρκεια αυτού του έτους (2021), δεν είναι απλή ούτε μπορεί να απαντηθεί καταφατικά ή αρνητικά με ένα ναι ή ένα όχι. Αλλά προτού ξεκινήσει κανείς μια προ­σπάθεια πραγματικής και ειλικρινούς παρουσίασης των προκρίτων, πριν και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, θα έπρεπε να αρχίσει από την απλή, αλλά όπως φαίνεται καθόλου δεδομένη, παραδοχή ότι οι πρόκριτοι δεν αποτελούσαν ποτέ ενιαία ομάδα κοινών συμφερόντων λόγω κοινής κοινωνικής τάξης / στρώματος / κατηγορίας.[1] Αντιθέτως, τα πολλά και αντικρουόμενα συμφέροντα τους οδηγούσαν πολλές φορές σε έντονες διαμάχες που έφταναν έως και τις δολοφονίες, με απίστευτους μηχανισμούς δολοπλοκιών, που ξεκινούσαν από μικρότερης εμβέλειας προκρίτους, επεκτείνονταν στην πρωτεύουσα του πασά, την Τρίπολη, και κατέληγαν πολλές φορές στην πρωτεύ­ουσα Κωνσταντινούπολη, και στους ακόμη πιο περίπλοκους μηχανισμούς διαπλοκής, μηχανορραφιών και κέντρων επιρροής της Υψηλής Πύλης και του ίδιου του σουλτάνου. Έτσι, θα ήταν ανώφελο να εξετάσουμε τους προκρίτους ως ενιαίο σώμα απέναντι π.χ. στους οπλαρχηγούς ή τους ετερόχθονες, καθώς ποτέ δεν αποτέλεσαν κάτι τέτοιο, παρά την περί του αντιθέτου κυρίαρχη εικόνα που επικρατεί έως σήμερα.

Ας δούμε, λοιπόν, πρώτα τα διαφορετικά δίκτυα των προκρίτων, προεπαναστα­τικά, για να κατανοήσουμε και τις κυρίαρχες ομάδες. Το 1806 πασάς στην Πελοπόν­νησο είχε διοριστεί ο Βελής, γιος του Αλή πασά, ο οποίος είχε εξαιρετικές σχέσεις με την οικογένεια Λόντου της Βοστίτσας. Έτσι, όσοι πρόκριτοι βρέθηκαν στο πλευρό του Λόντου ευνοήθηκαν σε όλη τη διάρκεια της διοίκησης του Βελή (δηλαδή έως το 1812). Αντιθέτως, όσοι βρέθηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο (η πανίσχυρη την εποχή εκείνη οικογένεια Δεληγιάννη, της Καρύταινας, αλλά και άλλοι ισχυροί πρόκριτοι όπως ο Κανακάρης, ο Χαραλάμπης ή ο Περρούκας) δυσανασχετούσαν υπό το βάρος της εξουσίας του Βελή. Η σύσταση κοινής συμμαχίας των δυσαρεστημένων με τους Τούρκους αγιάνηδες και αγάδες δεν άργησε να έρθει, όταν τα κοινά συμφέροντα οδήγησαν τις συγκεκριμένες ομάδες προκρίτων να συνεργαστούν, προκειμένου να φύγει ο Βελής, κάτι που τελικά πέτυχαν με τη βοήθεια πολλών και διαφορετικών μέ­σων πίεσης, που διέθετε κάθε ομάδα στην Κωνσταντινούπολη και στους εκεί υψηλά ιστάμενους αξιωματούχους (όπως ο Χαλέτ εφέντης).

Η έλευση του Ιντσελί Σεγίντ Αχμέτ πασά στην Πελοπόννησο, τον Σεπτέμβριο του 1812, σήμανε την έναρξη μιας περιόδου κυριαρχίας για την οικογένεια Δεληγιάννη και τους συμμάχους της. Έτσι, όπως θα γράψει και ο Βλαχογιάννης, «όσο έμεινε ο Ιντζελή-Αχμέτ Πασσάς, χάρηκε κι ο «Γέρος του Μωριά» τη δύναμή του»,[2] ενώ ταυτοχρόνως ευνοήθηκαν και οι τούρκοι αγιάνηδες και αγάδες που συμμαχούσαν με τον γέρο Δεληγιάννη.[3]

Από τις πρώτες κινήσεις του Ιντσελή Σεγίντ Αχμέτ πασά ήταν να κόψει το κεφάλι του Σωτηράκη Λόντου και λίγο αργότερα να καθαιρέσει τους προεστούς του Λόντου, που είχαν δολοφονήσει στην επαρχία Εμπλακίων τον δεληγιαννικό Αναγνώστη Παπατσώνη, και στη θέση τους να διορίσει προεστούς τον γιο του Παπατσώνη, Δημήτρη, καθώς και τους Αναγνώστη Κωστόπουλο και Βεργή Αναστασόπουλο.[4] Έτσι, οι πρόκριτοι γύρω από τον Λόντο θα οπισθοχωρήσουν αυτό το διάστημα διωκόμενοι, αλλά παράλληλα θα αρχίσουν και να προετοιμάζονται για την επόμενη αλλαγή πασά.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ειδήσεις του αρχείου Περρούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα – Ηλίας Γιαννικόπουλος


 

Το πλουσιότατο αρχείο της οικογένειας Περρούκα και του βιλαετίου Άργους, απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος από τις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελούμενο από 8.000  περίπου έγγραφα και κατάστιχα. Το Αρχείο αυτό αποτελεί πολύτιμη πηγή ιστορικών και άλλων πληροφοριών, ιδιαίτερα για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το ενδιαφέρον του είναι ειδικότερο για την πόλη και την επαρχία Άργους, αλλά και γενικότερο για όλη την Πελοπόννησο.[1]

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Αρχείο και για την περιοχή Αχαΐας, και τούτο λόγω των πολλών σχέσεων και δεσμών της ευρύτερης οικογένειας Περρούκα και του βιλαετίου Άργους με την περιοχή αυτή. Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Κατά πρώτον, επί Τουρκοκρατίας στο βιλαέτι Άργους υπήγοντο και χωριά άλλων περιοχών της Πελοποννήσου, πολύ απομακρυσμένα από το Άργος. Έτσι, τα χωριά Χαλκιάνικα, Μαυρομάτι και Δουμενά, ενώ ανήκαν γεωγραφικά στο βιλαέτι των Καλαβρύτων, διοικητικά και φορολογικά υπήγοντο στο βιλαέτι του Άργους. Εξάλλου, φιλική και ίσως συγγενική σχέση με τους Περρουκαίους είχε η οικογένεια του προεστού Σωτήρη Χαραλάμπη από τη Ζαρούχλα και συχνή ήταν η αλληλογραφία μεταξύ τους, ιδίως κατά την προεπαναστατική περίοδο.[2]

Έπειτα, στενότατη ήταν η συγγενική σχέση που συνέδεε την οικογένεια Περρούκα με την οικογένεια Ζαΐμη της Κερπινής Καλαβρύτων, δεδομένου ότι η θυγατέρα του Νικολάου Περρούκα Ευδοκία είχε παντρευτεί το γιο του προεστού Ανδρουτσάκη Ζαΐμη Δημητράκη. Στο Αρχείο Περρούκα έχουν διασωθεί εκατοντάδες επιστολές του Δημητράκη Ζαΐμη και της συζύγου του Ευδοκίας προς τα αδέλφια της, με ειδήσεις αχαϊκού ενδιαφέροντος, αλλά και προεπαναστατικά δικαιοπρακτικά έγγραφα της οικογένειας Ζαΐμη, στην ελληνική και στην οθωμανική, δανειστικά ομόλογα, κ.ά.[3]

Στην παρούσα εργασία το ενδιαφέρον μας θα εστιασθεί στη σχέση της οικογένειας Περρούκα με την αχαϊκή πρωτεύουσα, την Πάτρα, με παρουσίαση των ειδήσεων που ανευρίσκονται στο Αρχείο Περρούκα για τον στην Πάτρα κλάδο της οικογένειας, δηλ. της οικογένειας Αποστόλη Περρούκα.

 

Απεικόνιση της Πάτρας, ξυλογραφία, σε βρετανική εφημερίδα της εποχής (1860).

 

Ο Αποστόλης Περρούκας ήταν γιος του προεστού και μεγάλου γαιοκτήμονα του Άργους Δημητρίου Περρούκα. Δεν γνωρίζουμε το έτος γεννήσεώς του, πιθανολογούμε πάντως ότι ήταν πρωτότοκος, δεδομένου ότι έφερε το όνομα του εκ πατρός πάππου του. Πότε μετέβη στην Πάτρα ο Αποστόλης είναι άγνωστο. Ίσως αυτό να έγινε μετά τον θάνατο του πατέρα του, δηλ. το έτος 1783 ή 1784. Πάντως το 1788 είχε εγκατασταθεί στην Πάτρα και είχε συνάψει γάμο εκεί, γιατί το έτος αυτό άρχισε η δικαστική του διαμάχη με τους συγγενείς του πεθερού του.[4] Αγνοούμε τους λόγους για τους οποίους ο Αποστόλης επέλεξε την πελοποννησιακή αυτή πόλη για μόνιμη διαμονή και εργασία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι προύχοντες της Πελοποννήσου στα Ορλωφικά και πριν το 1821 – Σαϊσανάς Βασίλειος


 

Εισαγωγή – Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης – Οι κοινότητες – Ο θεσμός των κοινοτήτων στην Πελοπόννησο κατά την Β΄ Τουρκοκρατία – Ο διοικητικός ρόλος των προεστών – Οι επαναστατικές και πολιτικές κινήσεις – Οι προεστοί ως παράγοντες στρατιωτικής και πολιτικής δράσης κατά το κίνημα των Ορλωφικών και πριν την επανάσταση του 1821 – Επίλογος – Συμπεράσματα – Παράρτημα. Προεστοί της Πελοποννήσου κατά την Β΄ Τουρκοκρατία

 

Εισαγωγή

 

Στην παρούσα εργασία θα εξεταστούν ζητήματα και προβληματικές που αφορούν τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά την δεύτερη τουρκοκρατία. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθεί ο ρόλος και η δράση τους ως παράγοντες πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ισχύος κατά την διάρκεια του κινήματος των Ορλωφικών καθώς και κατά την περίοδο που προηγήθηκε του ξεσπάσματος της Επανάστασης του 1821. Για την βέλτιστη κατανόηση του ρόλου που διαδραμάτισαν οι προεστοί στα Ορλωφικά αλλά και για να προκύψουν ορθότερες ερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι σκόπιμο και εν πολλοίς αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά στα  γεγονότα του εμπόλεμου αυτού ξεσπάσματος.

Μελετώντας κανείς, έστω και στοιχειωδώς το ιστοριογραφικό έργο  που αφορά στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη τουρκοκρατία δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ένας από τους βασικούς διοικητικούς και δημοσιονομικούς άξονες που σχετίζεται με την Ελληνορθόδοξη – και όχι μόνο – πραγματικότητα υπήρξε η άτυπη τάξη των Προεστών ή Κοτζαμπάσηδων. Βασικοί μοχλοί πολιτικής εξουσίας και οικονομικής δύναμης οι τελευταίοι άσκησαν μεγάλη κοινωνική επιρροή και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα κρίσιμα εκείνα γεωπολιτικά και στρατηγικά δεδομένα που μετέβαλαν ουσιωδώς την μοίρα όχι μόνο της Πελοποννήσου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού όπως αποδείχθηκε.[1]

Ποιοι ήταν όμως οι Προεστοί; Πώς αυτοί παγίωσαν την πολιτική και οικονομική εξουσία τους και πώς συγκροτήθηκε ιδεολογικά η ταξική τους συνείδηση, στον βαθμό βέβαια, που αυτή υπήρξε; Οι απαρχές και οι βάσεις της συγκρότησης και στοιχειοθέτησης του κοτζαμπασισμού εντοπίζονται την εποχή της δεύτερης Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685 – 1715) όταν και αναδείχτηκε μία ισχυρή αγροτική ολιγαρχία που έτεινε περιοδικά να αντικαταστήσει τους Τούρκους φεουδάρχες του παλαιού κοινωνικο-οικονομικού σχήματος. Οι νέοι αυτοί τοπικοί αρχηγοί, όντας – κατά κανόνα – φιλοβενετικά στοιχεία άντλησαν δύναμη από το διοικητικό σύστημα που εφάρμοσαν οι βενετικές αρχές αξιοποιώντας τα προνόμια που προορίζονταν για κάθε κοινότητα βάσει ειδικά διαμορφωμένου καταστατικού χάρτη. [2] Υπό αυτούς τους όρους, έτσι όπως υπαγορεύονταν από το συγκεκριμένο βενετικό σύστημα αρχών, ορισμένες οικογένειες απέκτησαν διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική και οικονομική δύναμη. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες υπήρξαν οι Σύντιχοι στην Καρύταινα, οι Νοταράδες στην Κόρινθο, οι Ζαΐμηδες στα Καλάβρυτα, οι Μπενάκηδες στην Μεσσηνία, οι Κρεββατάδες στον Μυστρά κ.α.[3]

 

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

Αυτές οι οικογένειες θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν και να εδραιώσουν την πολιτική και οικονομική τους εξουσία και μετά την οθωμανική ανακατάληψη της Πελοποννήσου το 1715. Η διαιώνιση αυτής της εξουσίας δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τους όρους κατάκτησης που υιοθετήθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ στην Πελοπόννησο από τους Οθωμανούς κυριάρχους. Πιο συγκεκριμένα οι οθωμανικές αρχές διατήρησαν τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης ο οποίος αναντίρρητα ευνοούσε τα πεδία δράσης των προυχόντων.[4] Η οικειοθελής και έγκαιρη υποταγή των προεστών στα προελαύνοντα οθωμανικά στρατεύματα και η ομαλή ένταξή τους στην νέα πολιτική πραγματικότητα που συνεπαγόταν η κατάκτηση εξασφάλισε στους πρώτους όχι μόνο την εύνοια των κατακτητών αλλά και μία δεσπόζουσα θέση μέσα στο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης με πολυσύνθετα διοικητικά και οικονομικά προνόμια.[5] Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κανέλλος Δεληγιάννης, οι πελοποννήσιοι προεστοί πέτυχαν δια σουλτανικού φιρμανίου την αναγνώριση προνομίων, κυρίως δημοκρατικήν διοίκησιν, δηλαδή δυναμική και εμπλουτισμένη τοπική αυτοδιοίκηση με αντιπροσώπους που αποφάσιζαν εις τας εκλογας και εις την διανομήν των επιτόπιων φόρων.[6] Βέβαια παρά την υπερβολή που αποδίδεται στον όρο δημοκρατική διοίκηση εντούτοις η ιστορική πραγματικότητα επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς και τις τοποθετήσεις του Δεληγιάννη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι προυχοντικές οικογένειες του Άργους (1715-1821)


  

Το παρακάτω κείμενο αναφέρεται στις προυχοντικές οικογένειες του Άργους κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία, βασισμένο στην έρευνα που πραγματοποίησε  ο Αθανάσιος Φωτόπουλος προκειμένου να αποτελέσει μέρος της διδακτορικής διατριβής του (1995) με τίτλο: «Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821».

 Ας δούμε τη γράφει για τις προυχοντικές οικογένειες του Άργους (σελ. 53).

 

Αναντίρρητα, η παλαιότερη και σημαντικότερη προυχοντική οικογένεια του Άργους ήταν οι Περρουκαίοι [1]. Η επιρροή τους δεν περιοριζόταν στην πόλη και στην επαρχία του Άργους, άλλα είχε επεκταθεί και σε άλλα μέρη της Πελοποννήσου. Γενάρχης της είναι ο Γιαννάκης, ο οποίος ζούσε επί Βενετών ή και νωρίτερα [2]. Στα μέσα του ΙΗ’ αιώνα δρα ο γιος του Αποστολής. Γιος του τελευταίου ήταν ο Δημήτριος, τον οποίο διαδέχτηκαν οι τέσσερις γιοι του Νικόλαος [3], Γεωργαντάς, Σωτήριος [4] και Αποστόλης [5]. Η οικογένεια του Νικόλαου (†12.4.1822) κράτησε τα σκήπτρα της επαρχίας μέχρι την επανάσταση και κατ’ αυτήν. Ο ίδιος διατέλεσε βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη, όπως και ο γιος του Δημήτριος. Από τους άλλους γιους του, ο Χαράλαμπος (†1822) διατηρούσε εμπορική εταιρεία στην Πάτρα και βρισκόταν σε ανταπόκριση με τον οικογενειακό εμπορικό οίκο του Άργους, ενώ ο Ιωάννης διατέλεσε προεστός Άργους τουλάχιστον μία δεκαετία πριν από την επανάσταση. Ο τελευταίος πέθανε αμέσως μετά την άλωση της Τριπολιτσάς εξαιτίας των κακουχιών, τις όποιες είχε υποστεί ως όμηρος [6].

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Σε επιγραφή του ναού των Αγίων Αδριανού και Ναταλίας, στο χωριό Κατσίγκρι [Άγιος Ανδριανός] του Ναυπλίου, αναφέρεται (1743) ότι αυτός «ιστορήθη δι’ εξόδου τού ενδοξοτάτου άρχοντος και δραγουμάνου του Μορέως κυρίω κύρ Θεοδώρου Καπελέτη εκ πόλεως Άργους», γιου του ποτέ Παπαδριανού, οικονόμου από την ίδια πόλη [7].

Μετά τα ορλωφικά εγκαθίσταται στο Άργος η οικογένεια Βλάση η Βλασόπουλου προερχόμενη από την Κοτίτσα της Λακωνίας. Γενάρχης της ήταν ο Χρήστος Βλασόπουλος, ο δε γιος του Θεοδωράκης κατέστη πλούσιος γαιοκτήμονας και προεστός, μέλος της Φιλικής Εταιρείας με τον γιο του Χρήστο [8].

Το 1783 (24 Απριλίου) [9] υπογράφονται σε έγγραφο οι προεστοί Άργους Δημ. Περρούκας και Αναστάσιος Κάβας.

Σε έγγραφο (13.7.1789) [10], ως προεστοί του βιλαετίου Άργους υπογράφονται οι ακόλουθοι: Γεώργιος Περρούκας, Νικολάκης Κάβας, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Γιάννης Ρούνης, Παναγιώτης Μίντης, Μήτρος Κατρισιώτης, Γιάννης του Νίκα, Γκίκας Μοίρας, Δημητράκης της Καλής, Ανδριανός Καρκατζέλης, Ιωάννης ιερεύς Σακελλάριος, παπα-Μιχάλης Οικονόμου, Αναστάσιος Κάβας.

Σε άλλο ανέκδοτο έγγραφο (1.4.1798), υπογράφονται οι εξής άρχοντες και λοιποί πρόκριτοι του Άργους [11]: Γεώργιος Περρούκας, Νικόλαος Περρούκας, Ιωάννης Νίκας, Γεώργος Συρίγος, Νικολής Παναγιώτου, Ιωαννάκης Μοθωναίος, Τζώρτζης Χρυσοχός, Θεοδωράκης Βλασόπουλος, Νικόλαος Σέκερης, Μήτρος Ντουσιμίνης, Αναστάσης Ντόκος, Ανδριανός του Αλεξαντρή, Πανάγος Τζότηρη, Παναγιώτης Πασχάλης, Βασίλης Ταρλής, Ηλ(ίας) Σταθόπουλος, Γιωργατζής Βώκος, Θεοδωράκης Κεφαλάς, Αναγνώστης παπα-Μιχαήλ, Τζέρτος Ιωαννούσης, Γιωργάκης Στασινόπουλος, Παναγιώτης Τζουλούφος, Γιώργος Ντοροβίνης, Γιάννος Χρυσοχός, Γιαννάκης Ιωαννούσης.

Προεπαναστατικά, προεστός του Άργους ήταν ο Θεόδωρος Μοθωνιός, που διατέλεσε και γραμματέας του τούρκου βοεβόδα Αλήμπεη [12]. Ως επίσημη οικογένεια αναφέρεται και αυτή του Παναγή Ιωαννούση [13], της οποίας μέλη ήταν ο Γεώργιος (1789) [14], ο Μιχαήλ (1791) [15], ο Τζέρτος και ο Γιαννάκης (1798). Ο Αναγνώστης Μπόνης ή Ιατρός [16], από το Μπουγιάτι [Αλέα], είχε εγκατασταθεί στο Άργος πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση και ως «άρχων ιατρός» αναφέρεται σε έγγραφο (17.11.1818) του δραγομάνου του Μορέως Γεωργάκη Ουαλεριανού [17].

Στον Κάτω Ναχαγιέ (επαρχία Ερμιονίδος), προεστός ήταν ο καπετάν Αντώνης Νάκης, του οποίου ο γιος Ν. Νάκης ήταν γραμματικός του πασά των Τρικάλων (1816) και του καϊμακάμη του πασά της Πελοποννήσου (1818) [18].

Στην επαρχία Ναυπλίου δεν αναδείχτηκε «ουδείς προεστός επίσημος και με τας απαιτουμένας δυνάμεις», όπως και σε άλλες επαρχίες της Πελοποννήσου. Και τούτο, γιατί η πόλη – όπως και η επαρχία – του Ναυπλίου «εξουσιάζετο» από τους Οθωμανούς. Κάποιοι δημογέροντες υπήρχαν μόνο σε χωριά [19].

Στις πρώτες δεκαετίες του ΙΣΤ’ αιώνα, στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο, ζει η οικογένεια Ντενασή (Denassim ή De Nassin), μέλη της οποίας συμμετέχουν στην τοπική διοίκηση της πόλης [20]· και αργότερα (1705), ο φιλοβενετός σύνδικος Κοσμάς Καλαβρός [21].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Φραντζής, Επιτομή της ιστορίας της αναγεννηθείσης Ελλάδος τομ. Δ’, σελ. 107-108· Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, Η καταστροφή του Δράμαλη ο.π., σελ. 255-259. Λείπει μια μονογραφία για την οικογένεια Περρούκα.

[2] Το όνομά του αναφέρεται το έτος 1687.

[3] Υπογράφεται σε έγγραφο του έτους 1781: IEEE, αρ. 17160.

[4] Αυτόθι· επίσης, βλ. Τάκης X. Κανδηλώρος, Η Φιλική Εταιρεία, σελ. 288, οπού και κάποια γενεαλογικά στοιχεία.

[5] IEEE (Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος), αρ. 17160.

[6] Φωτάκος, Βίοι Πελοποννησίων ανδρών…, σελ. 68. Επίσης, για την οικογένεια Περρούκα, βλ. τα εξής μελετήματα: Κων. Ν. Τριανταφύλλου, «Συμβολή στα περί οικογένειας Περρούκα Άργους-Πατρών», ΠΒ’ ΤΣΑργΣ, σελ. 157 κ.ε.· Ιωάννης Φ. Αθανασόπουλος, «Κληρονομικές διαφορές μελών της οικογένειας Περρούκα Πατρών αποκαλυπτόμενες από έγγραφα της ολλανδικής πρεσβείας Κωνσταντινουπόλεως», ΠΔ’ ΔΣΠΠ, τομ. Γ’, σελ. 177-196.

[7] Για την επιγραφή, βλ. Κωνστ. Γ. Ζησίου, Σύμμικτα, Αθήνα, 1892, σελ. 86· Αθανάσιος  Θ. Φωτόπουλος, «Συμπληρωματικά στα περί δραγομάνων του Μορέως», Journal of Oriental and African Studies 3-4 (1991-1992), σελ. 91- 92, όπου νεότερη έκδοση της επιγραφής.

[8] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 259. Βλ. και το φυλλάδιο «Έκθεσις περί της του χωρίου Δυμηνίου υποθέσεως» [1840], σελ. 4, όπου η πληροφορία ότι ο Θ. Βλάσης ήταν συγγενής των Περρουκαίων.

[9] IEEE, αρ. 17170.

[10] IEEE, αρ. 17185.

[11] Εννοείται της επαρχίας Άργους· το έγγραφο στην IEEE, αρ. 17205· ονόματα και άλλων προεστών και ψήφον εχόντων ανδρών (1818), βλ. στο βιβλίο του Σταμ. Αναστ. Αντωνόπουλου, Σταματέλος Σπηλ. Αντωνόπουλος, Αθήνα, 1918, σελ. 21-22.

[12] Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 286.

[13] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 108. Την 11.5.1818 υπογράφει δανειστικό έγγραφο ως επίτροπος του καζά Άργους: IEEE, αρ. 17354.

[14] IEEE, αρ. 17186.

[15] IEEE, αρ. 17189.

[16] Γιατί ήταν εμπειρικός ιατρός: Δημ. Κ. Βαρδουνιώτης, ο.π., σελ. 254.

[17] IEEE, αρ. 47447.

[18] Νικ. Κ. Κασομούλης, Ενθυμήματα στρατιωτικά, τομ. Α’, Αθήνα, 1940, σελ. 258, σημ. 3.

[19] Φραντζής, τομ. Δ’, σελ. 106.

[20] Για μέλη της, βλ. Λακωνικαί Σπουδαί  Γ’ (1977), σελ. 246, σημ. 7. Στα χρόνια του Βελή πασά, αναφέρεται Γεώργιος Δανεσής από τον Πραστό, έμπορος στην Κωνσταντινούπολη: Κοντάκης, σελ. 23.

[21] Μήτσας Οικονόμου, «Το προξενείο του Αρχιπελάγους στο βενετοκρατούμενο Ναύπλιο», Παρουσία Ζ’ (1991), σελ. 444-445, 470-473.

 

Αθανάσιος Θ. Φωτόπουλος

Ιστορικός – Πανεπιστήμιο Πατρών

«Οι Κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία 1715-1821», Διδακτορική διατριβή, 1995.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »