Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Μαρία Βασιλείου’

Το νερό και το μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας


 

Θεωρείται ότι η ζωή αναδύθηκε από το νερό. Σύμφωνα με την επικρατέστερη  θεωρία, τα πρώτα βιομόρια σχηματίσθηκαν στα βάθη των πρωτόγονων ωκεανών. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι οι πρώιμοι οργανισμοί αναπτύχθηκαν σε βάθος 10μ.  από την επιφάνεια του νερού. Τα μόρια που περιείχαν άνθρακα συνενώθηκαν και σε μετέπειτα στάδιο ανέπτυξαν την ικανότητα της αναπαραγωγής, που θεωρείται το πρώτο σημάδι ζωής.

Η εξέλιξη ξεκίνησε εκεί που υπήρχε νερό. Πολλοί πολιτισμοί αναπτύχθηκαν κατά μήκος  των ακτών  και στις όχθες των ποταμών της Μεσογείου. Αναφέρουμε ενδεικτικά  τον  Μινωικό, τον Μυκηναϊκό, τον Κλασικό Ελληνικό και Ελληνιστικό πολιτισμό, αλλά και τους πολιτισμούς των Φοινίκων, των Ετρούσκων, των Ρωμαίων, των Αράβων και των Οθωμανών. Ο Αιγυπτιακός πολιτισμός άνθησε στις όχθες του Νείλου. Ο Ηρόδοτος έγραψε ότι η χώρα της Αιγύπτου ήταν ένα απόκτημα, «το δώρο του ποταμού». Πριν τον Αιγυπτιακό πολιτισμό, ένας άλλος ήκμασε στη Μεσοποταμία, ανάμεσα σε δύο μεγάλους ποταμούς της Ασίας, τον Τίγρη και τον Ευφράτη.

Η σημασία του νερού θεωρήθηκε τόσο μεγάλη, που ορισμένοι φιλόσοφοι, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, το θεώρησαν ως «Αρχή των Πάντων», o Ηράκλειτος, έδωσε τις πρώτες ιδέες  για τον κύκλο του νερού, ενώ ένας άλλος φιλόσοφος, ο Εμπεδοκλής, όπως αργότερα και ο Αριστοτέλης, περιέγραψαν το νερό ως ένα από τα τέσσερα στοιχεία που συνιστούν την ύλη.

Όλοι οι μύθοι και οι θρύλοι που εξιστορούν τη γέννηση του σύμπαντος, παρουσιάζουν το νερό ως σύμβολο της ζωής και το συνδέουν με υδάτινες θεότητες.

Έτσι, κατά την Ελληνική κοσµοαντίληψη, ο Ωκεανός θεωρούνταν ο πατέρας όλων των θεών και οι θεοί του Ολύμπου ορκίζονταν στα νερά της Στυγός. Ο ίδιος ο Ζευς μεταμορφώνεται σε βροχή και γονιμοποιεί την Γη, ενώ ο αντίστοιχος Ορφικός Ύµνος τον αποκαλεί «αστραπαίο», «βρονταίο», «κεραύνιο», «φυτάλιο». Ο Πατέρας θεών και ανθρώπων ταυτίζεται µε την παραγωγή και το περιβάλλον γενικότερα, η δε συµβία του,  Ήρα αναφέρεται ως «όµβρων Μήτηρ».

Ο Ποσειδώνας είναι ο κατεξοχήν θεός του υγρού στοιχείου. Στην «Ελληνική Μυθολογία» του Ι. Κακριδή αναφέρεται ότι ο Ποσειδών έχει δύο παλάτια. Το πρώτο βρίσκεται στον Όλυµπο, ενώ το δεύτερο, στα βάθη της θάλασσας, όπου περνά τις µέρες και τις νύχτες του µε την γυναίκα του Αµφιτρίτη. Από τη δοξασία αυτή και από τις προσωνυµίες που είχε «Κρηναίος», «Πετραίος», «Επιλήµνιος» θεωρήθηκε προστάτης κάθε υγρού στοιχείου, ο κατεξοχήν προστάτης των ναυτικών και των ψαράδων-όπως ο Αη Νικόλας της χριστιανικής θρησκείας.

Αντικείμενο προβληματισμού των αρχαίων Ελλήνων, φαίνεται ότι υπήρξε και η προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και η διαμόρφωση περιβαλλοντικής συνείδησης, με την επινόηση τριών θαλάσσιων θεοτήτων:

  • Της Ακταίας, η οποία προστάτευε τις ακτές από τα ναυάγια και τα απορρίματα των πλοίων που μεταφέρονταν με τα κύματα,
  • Της Αλκίππης, προστάτιδας του θαλάσσιου βυθού και
  • Της Ασίνης, η οποία επέβλεπε τα πλοία.

Στους καπετάνιους που ακολουθούσαν τους Κανονισμούς και προστάτευαν τον πυθμένα και τις ακτές απονέμονταν η «Ασίνηος Λίθος» ενώ στις εισόδους των λιμανιών έστηναν μαρμάρινες στήλες με την επιγραφή ΑΛΟΝ ΣΕΒΟΥ (να σέβεσαι την θάλασσα).

Νόμοι του Σόλωνα, για τη δίκαιη κατανομή έχουν μείνει στην ιστορία σαν παραδείγματα σωστής και δίκαιης διαχείρισης του πόρου αυτού. (Koutsoyiannis et al. 2008). Οι νόμοι αυτοί, μετέπειτα, περιγράφηκαν από τον Πλούταρχο, ως εξής :

  • εάν υπήρχε ένα δημόσιο πηγάδι σε απόσταση 4 σταδίων (710 μέτρα), όλοι θα χρησιμοποιούσαν αυτό
  • εάν το πηγάδι ήταν μακρύτερα, θα έπρεπε να ανοιχτεί πηγάδι με ιδιωτικά μέσα
  • εάν είχαν σκάψει για 18 μέτρα και δεν είχαν βρει νερό είχαν το δικαίωμα να παίρνουν μια υδρία (20 λίτρα) 2 φορές την ημέρα από τους γείτονές τους.

Το νερό έχει ξεχωριστή σημασία και βαρύτητα και σε όλες τις μεγάλες μονοθεϊστικές θρησκείες που συναντούμε στην περιοχή της Μεσογείου. Έτσι, στον Μουσουλμανισμό, στον Ιουδαϊσμό και τον Χριστιανισμό το νερό αποτελεί σύμβολο αγνότητας και το μέσο με το οποίο, καθαγιάζει το Άγιο Πνεύμα.

Σύμφωνα με το Νόμο του Μωυσή, το συχνό λουτρό, άρα η αγάπη για το νερό και την καθαριότητα αποκτά  πνευματική αξία. Γι’ αυτό, οι ακόλουθοι της Εβραϊκής, αλλά και της Μουσουλμανικής πίστης, πρέπει να καθαρίζονται με νερό κάθε φορά που εισέρχονται σε σημεία λατρείας – αντιστοιχία με τον «λουτήρα» των Χριστιανών -, ενώ οι Χριστιανοί βαπτίζονται στο νερό για να καθαριστούν από το προπατορικό αμάρτημα. Άλλη μια ιερουργία του Χριστιανισμού είναι ο αγιασμός των πιστών, όπως και των κτηρίων. Το πιο ζωτικό στοιχείο της ζωής όλων των έμβιων όντων εκτιμήθηκε  ιδιαίτερα και από τον Ιησού Χριστό. «Χριστός εφάνη εν Ιορδάνη αγιάσαι τα ύδατα».

Σε όποια θρησκευτικά συστήματα και αν απαντάται, το νερό διατηρεί πάντα την λειτουργία του: διασπά, καταλύει, «νίπτει τα ανομήματα», έχει ενέργεια εξαγνισμού, αλλά και αναγέννησης.

Από τα πανάρχαια χρόνια, αναπτύχθηκαν ιδιαίτερες τεχνικές για την συγκέντρωση, την αποθήκευση και τη διανομή του νερού και φτιάχτηκαν διάφορα υδραυλικά και εγγειοβελτιωτικά έργα.

Οι κρήνες (βρύσες) είναι πολύ διαδεδομένες στην Ελλάδα, ήδη από την αρχαιότητα: η Εννεάκρουνος και η Κλεψύδρα στην Αθήνα, η Κασταλία στους Δελφούς, κ.ά. Στην αρχαία Ρώμη στις δημόσιες κρήνες το νερό ανάβλυζε από κάποιο γλυπτό (σιντριβάνια). Στο Βυζάντιο κυριαρχεί η «φιάλη», κρήνη στην αυλή των μοναστηριών, με διάκοσμο από τη χριστιανική παράδοση (σταυροί, χερουβείμ, κ.ά.) για να προστατεύουν το νερό,την πηγή της ζωής, από τα «κακά πνεύματα».

Οι άνθρωποι πίστευαν ότι το νερό ήταν ευπρόσβλητο από «κακές» δυνάμεις, κάτι που εκφραζόταν μέσα σε δοξασίες και μυθολογίες για υπερφυσικούς φύλακες των νερών, δράκους, τέρατα, φίδια, κ.λπ. Στα νεότερα έθιμα επιβιώνουν πολλές δοξασίες από την αρχέγονη λατρεία του νερού, που επηρέασαν τον διάκοσμο της κρήνης με συμβολικά σχέδια (δράκοι, αετοί, φίδια, λιοντάρια, κ.ά.). Πεντάλφες, κυπαρίσσια, γλάστρες, ρόδακες, αντικριστά ζώα, κ.ά. δηλώνουν ανατολικές επιρροές, ενώ τα ανθοφόρα ή φρουτοφόρα αγγεία, αχιβάδες, κ.ά. δυτικές επιρροές.

 

Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας

 

Η ακμή των τεχνικών υδραυλικών έργων των Μυκηναίων στην Πελοπόννησο και των Μινύων στη Βοιωτία και τη Θεσσαλία, σύμφωνα με τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά ευρήματα, τοποθετείται χρονολογικά στον 14ο και 13ο αιώνα π.Χ. Τα συστήματα εκμετάλλευσης που είναι πρωτόγνωρα και μοναδικά στην Ευρώπη, είχαν ως κύριο στόχο  την προστασία από πλημμυρικά φαινόμενα, την απόκτηση και την εξασφάλιση καλλιεργήσιμων γαιών και την βελτίωση της ποιότητας του εδάφους, με τον έλεγχο της θέσης και του μεγέθους των λιμνών που σχηματίζονταν. Αποτέλεσμα των τεχνικών παρεμβάσεων  ήταν τα προηγμένα εγγειοβελτιωτικά έργα, που εξασφάλιζαν  απορροή των υδάτων από κατοικημένες και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Στα ανατολικά περιθώρια του Αργολικού πεδίου, στην κοίτη του Μεγάλου Ρέματος, δύο χιλιόμετρα ανατολικά της Νέας Τίρυνθας και πέντε περίπου χιλιόμετρα από την Ακρόπολη της Τίρυνθας έχει εντοπισθεί ένα μοναδικό τεχνικό έργο του 13ου π.Χ. αιώνα, το «Μυκηναϊκό φράγμα της Αρχαίας Τίρυνθας».

Στο  εύφορο Αργολικό πεδίο, η αρχαιολογική σκαπάνη έχει φέρει στο φώς ευρήματα που πιστοποιούν ότι η περιοχή κατοικείτο 50.000 χρόνια πριν. Την νεολιθική εποχή αναπτύχθηκαν οι πρώτοι οικισμοί και μέχρι το 4.000 π.χ. οι οργανωμένοι οικισμοί ήταν ελάχιστοι. Μετά το έτος αυτό, δημιουργήθηκαν 17 οικισμοί και ο αριθμός τους μαζί με τον πληθυσμό συνέχιζε να αυξάνεται μέχρι το 2.500 π.Χ. Η γη εκαλλιεργείτο εντατικά και οι ανάγκες σε κρέας, μαλλί και δέρμα αυξάνονταν. Οι γύρω λόφοι άρχισαν να κατοικούνται, από περιοίκους, κυρίως  βοσκούς και εκτρέφονταν πρόβατα και γίδια με συνεχώς αυξανόμενο αριθμό. Τα δάση αποψιλώνονται, τόσο για την προμήθεια της ξυλείας που χρησιμοποιείτο στις κατασκευές, όσο και για να δώσουν την θέση τους σε βοσκοτόπια. Οι ανασκαφές στην περιοχή των λόφων, έφεραν στο φως κεφαλές εκατοντάδων τσεκουριών υλοτομίας, από σκληρή πέτρα.

Τα πρώτα σημάδια της εδαφικής διάβρωσης κάνουν την εμφάνισή τους, ήδη από το 3.500 π.Χ.  Στις λεκάνες, οι οποίες  τροφοδοτούν τους χειμάρρους η βλάστηση έχει μειωθεί, ο όγκος των ομβρίων που απορρέουν γίνεται μεγαλύτερος, και ο ρυθμός διάβρωσης του εδάφους εντονότερος. Στην περιοχή της Τίρυνθας ο ποταμός κατά καιρούς πλημμυρίζει και καλύπτει την πεδιάδα με φερτά υλικά. Κατά τα πρώτα στάδια, το πάχος των στρωμάτων που σχηματίζονται από τις φερτές ύλες, είναι λεπτό και ευπρόσδεκτο από τους αγρότες, διότι φέρνει νέα συστατικά που βελτιώνουν την απόδοση των φυτών. Οι καταστροφές των καλλιεργειών αλλά και των οικισμών εξ αιτίας των πλημμυρών δεν είναι συχνές και όποτε συμβαίνουν έχουν περιορισμένη έκταση.

Η υποβάθμιση όμως των ορεινών λεκανών συνεχίζεται, οι πλημμύρες εμφανίζονται κατά μικρότερα χρονικά διαστήματα και είναι πιο απειλητικές, η πεδιάδα κατακλύζεται πιο συχνά καταστρέφοντας τις καλλιέργειες, το επιφανειακό έδαφος ξεπλένεται και δημιουργούνται τοπικά έλη που φέρνουν αρρώστιες.  Συγχρόνως η θάλασσα μπροστά από την πόλη αρχίζει να επιχώνεται, κάνοντας την ακτογραμμή να απομακρύνεται. Τα πρώτα σημάδια καταστροφικών πλημμυρών ανιχνεύονται ήδη από το 2.800 π.Χ.

Η πρώτη αντίδραση των κατοίκων που είχε στόχο κυρίως την προστασία των καλλιεργειών, ήταν η κατασκευή ορισμένων έργων διαχείρισης των ορεινών λεκανών απορροής, κυρίως μέσω λίθινων αναβαθμών, για την συγκράτηση των φερτών και την καθυστέρηση της απορροής. Τέτοιοι αναβαθμοί έχουν εντοπισθεί από τους αρχαιολόγους σε ρέματα που κατεβαίνουν από τις πλαγιές των λόφων γύρω από την Τίρυνθα. Τα έργα αυτά όμως δεν ήταν ικανά να σταματήσουν την υποβάθμιση του εδάφους. Η διάβρωση της πεδιάδας συνεχιζόταν και σε αυτό συνέβαλε και η ευρεία πλέον χρήση του αρότρου.

Από τα ορεινά της ανατολικής Αργολίδας κατέβαινε ο εξαιρετικά ορμητικός χείμαρρος της Τίρυνθας, απειλώντας κάθε τόσο να πλημμυρίσει την πόλη της Αρχαίας Τίρυνθας που βρισκόταν στους πρόποδες της περίφημης Ακρόπολης και να επιχώσει την παράκτια ζώνη, απομακρύνοντας την Τίρυνθα από τη θάλασσα.  Είναι πολύ πιθανόν οι εκβολές και ο κάτω ρους της Λάκισας (Παλαιάς κοίτης του ρέματος της Τίρυνθας πριν την εκτροπή) να χρησιμοποιείτο κάποτε και ως αλιευτικό καταφύγιο για τα σκάφη των ψαράδων της πόλης, όπως συμβαίνει σήμερα με τον κάτω ρου του ποταμού Ερασίνου στη Νέα Κίο, ο οποίος βρίσκεται 5 χλμ. δυτικά του παλιού Τημένιου.

Μετά από καταστροφικές πλημμύρες, στα τέλη της εποχής του Χαλκού, που έχουν επιβεβαιωθεί από γεωλογικές – αρχαιολογικές έρευνες, αποφασίστηκε και υλοποιήθηκε η εκτροπή του επικίνδυνου χειμάρρου ως εξής:

Περίπου 4χλμ. ανατολικά της πόλης αποκλείστηκε η βαθιά κοίτη πλάτους 50μ. με πρόχωμα ύψους  10μ και μήκους 100μ περίπου, επενδεδυμένου μερικά και ενισχυμένου στα άκρα με ογκολίθους και διανοίχθηκε τεχνητό κανάλι, το οποίο σήμερα ονομάζεται Μεγάλο Ρέμα,  μήκους 1,5χλμ. μετέφερε τα νερά στη γειτονική κοίτη του ρέματος Αγίου Αδριανού. Η νέα διώρυγα σκάφθηκε στο ίδιο βάθος και πλάτος που είχε η παλιά κοίτη. Η επιλογή της τοποθεσίας του έργου, καθώς και το σημείο εκτροπής (εκεί όπου η μακρόστενη κοιλάδα του χειμάρρου ανοίγεται προς την πεδιάδα και όπου μπόρεσαν να περιληφθούν και  μικρότεροι ακραίοι παραπόταμοι) αποδεικνύουν την ακρίβεια με την οποία οι κατασκευαστές είχαν διερευνήσει τις υδρολογικές παραμέτρους του συστήματος. Το φράγμα απέκοψε τα 4/5 της επιφάνειας απορροής του χειμάρρου (περίπου 21 τ.χλμ). Εκτιμάται ότι για την κατασκευή του απαιτήθηκαν εκσκαφές όγκου 160.000κ.μ. περίπου, η κατασκευή του τεχνητού καναλιού διήρκησε περίπου  τέσσερα χρόνια και σε ημερήσια βάση εργαζόταν 100 άτομα, ενώ η κατασκευή του φράγματος πρέπει να έγινε  σε ένα χρόνο και μάλιστα την ξηρή περίοδο και εργάσθηκαν επιπλέον 33 άτομα και πολλά ζώα για τη μεταφορά των χωμάτων και των ογκολίθων. (Φωτοπούλου Λήδα «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», μεταπτυχιακή εργασία, Αθήνα, Οκτώβριος, 2009). Εικ. 1.

 

Εικ.1 Υπολείμματα από τον τοίχο του φράγματος 1β. Το Μυκηναϊκό φράγμα της Τίρυνθας (30.000m³ όγκου χώματος), Α,Β,Γ: το σύνολο του έργου για την εκτροπή των χειμάρρων 1,2 και 3, Δ η παλιά κοίτη «Λάκισα». Πηγή: Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή».

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας στην κοίτη του Αγίου Ανδριανού λειτουργεί  μέχρι σήμερα, ακριβώς όπως την είχαν σχεδιάσει και εκτελέσει οι Μυκηναίοι. Αντίθετα δεν λειτουργεί πλέον ένας δεύτερος τεχνητός αγωγός απορροής προς τα νότια, που οδηγούσε νερό και φερτά υλικά πέρα από τον όρμο της Τίρυνθας, στον όρμο του Ναυπλίου, που την εποχή εκείνη εισχωρούσε βαθιά στην ξηρά. Η πρόσχωση του όρμου αυτού είναι αποτέλεσμα της πανάρχαιας εκτροπής του ποταμού. Οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι, Ενετοί μηχανικοί του μεσαίωνα υλοποίησαν την εκτροπή όλων των χειμάρρων στον όρμο της Τίρυνθας, που με τη σειρά του δέχτηκε τόσες προσχώσεις, ώστε η τότε παραλιακή πόλη να βρίσκεται σήμερα 1,5 χλμ. από την ακτή του κόλπου της Αργολίδας. (Εικόνα 2).

 

Εικ.2: Τοπογραφικός χάρτης της ευρύτερης περιοχής του Μυκηναικού φράγματος και της Aρχαίας Τίρυνθας Α. Η αδρανής κοίτη του χειμάρρου πριν από 3.200 χρόνια, Β. Η πιο πρόσφατη εκτροπή του ποταμού από τους Βενετούς πριν 500 χρόνια περίπου, C. η τεχνητή κοίτη του ρέματος. Πηγή : Jost Knauss, Argolische Studien.

 

Η εκτροπή του χειμάρρου της Τίρυνθας αποτελεί, όπως και ο μεγάλος αγωγός των Μινύων στην Κωπαΐδα, έργο της μυκηναϊκής υδραυλικής τεχνικής.

Το φράγμα της Τίρυνθας και το κανάλι εκτροπής του Μεγάλου Ρέματος,  για πολλούς,  αποτελούν το πραγματικό ιστορικό υπόβαθρο του μύθου του ήρωα Ηρακλή για τον άθλο του καθαρισμού των στάβλων του Αυγεία, του πλούσιου βασιλιά της Ήλιδας με τα 3.000 βόδια, από την κοπριά, που είχε μαζευτεί εκεί επί τριάντα χρόνια. Ο Ηρακλής τους καθάρισε στρέφοντας τα νερά του Πηνειού και του Αλφειού προς τους στάβλους. Άλλωστε η Μυκηναϊκή Τίρυνθα, είναι ο χώρος, όπου ο Ηρακλής ζει τουλάχιστον 12 χρόνια, υπηρετώντας υποχρεωτικά τον Ευρυσθέα, βασιλιά της Τίρυνθας και πραγματοποιεί  άθλους,  προκειμένου να εξαγνισθεί για το φόνο της γυναίκας του και των παιδιών του.

Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι αυτό το τεχνικό θαύμα των Μυκηναίων μηχανικών εξακολουθεί να λειτουργεί επί 3.300 χρόνια μέχρι σήμερα, έστω και εν μέρει, προστατεύοντας τη περιοχή της Τίρυνθας από τις εποχιακές πλημμύρες.

Η πόλη της Τίρυνθας απαλλάχθηκε από τις πλημμύρες και τα φερτά υλικά σταμάτησαν να επιχώνουν τον θαλάσσιο χώρο.

Το φράγμα και το κανάλι εκτροπής πέτυχαν το σκοπό, για τον οποίο κατασκευάστηκαν, εκτρέποντας τις πλημμυρικές παροχές μακριά από την Τίρυνθα.

Προσωρινά επετεύχθη και η προστασία της θαλάσσιας περιοχής, η επίχωση όμως του Αργολικού κόλπου μπροστά από την Ακρόπολη συνεχίστηκε από τα θαλάσσια ρεύματα που μετέφεραν τα φερτά υλικά από τη νέα εκβολή. (Εικ.3).

 

Εικ.3 : Πιθανή θέση της ακτογραμμής της εποχή της εκτροπής του ποταμού. Πηγή: «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προιστορική Εποχή», από Ηλία Μαριολάκο, Ιωάννη Φουντούλη και Ιωάννη Μπαντέκα.

 

Παράλληλα  η εκτροπή του ποταμού μείωσε τους διαθέσιμους υδρευτικούς πόρους, που ήταν απαραίτητοι στην πόλη και στέρησε από τον υδροφόρο ορίζοντα και κατ’ επέκταση από τις καλλιέργειες, μέρος της ετήσιας ανατροφοδοσίας.

 

Πηγές


 

  • Αγαπητίδης Σ.Ι  «Προστασία του περιβάλλοντος. Αρχαίοι και Νεοέλληνες», Περιοδικό Ιστορία, Τεύχος 215, Μάιος 1986.
  • Knauss J. 1996. Argolische  Studien.  Alte  Strassen – Alten Wasserbauten, Flussumleituns von Tiryns. Munchen,71-121.
  • Κ. Σουέρεφ, (επιμ), «Υδάτινες σχέσεις: Το νερό ως πηγή ζωής κατά την αρχαιότητα», Θεσσαλονίκη, 2000.
  • Δελτίο της Ελληνικής Γεωλογικής  Εταιρίας, τόμος XXXVI, 2004, Πρακτικά 10ου Διεθνούς Συνεδρίου, Θεσ/νίκη,  Απρίλιος 2004 «GEOMORPHOLOGICAL AND ARCHAEOLOGICAL STUDY OF THE BROADER AREA OF THE MYCENAEAN DAM OF MEGALO REMA AND ANCIENT TIRYNS, SOUTHEASTERN ARGIVE PLAIN, PELOPONNESUS» Μαρουκιάν Χ., Γάκη – Παπαναστασίου Κ. και Πιτερός Χρήστος.
  • ΥΠΕΠΘ, Δήμος Στυλίδας, Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Στυλίδας, «Γεωμυθολογικά Μονοπάτια», Εκπαιδευτικό Υλικό, ΚΠΕ Στυλίδας, Ιούνιος, 2008.
  • Παναγιώτης Ψύχας, «ΤΟ ΜΥΚΗΝΑΪΚΟ ΦΡΑΓΜΑ ΤΗΣ ΤΙΡΥΝΘΑΣ»,  22 Μαΐου, 2008  στο academia. Edu.
  • Ηλίας Μαριολάκος, Ιωάννης Φουντούλης & Ιωάννης Μπαντέκας, «Γεωτεχνολογικές Γνώσεις κατά την Προϊστορική Εποχή», Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Τμήμα Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος Τομέας Γεωλογίας και Γεωπεριβάλλοντος, Λευκωσία, 16 Ιανουαρίου, 2009.
  • Διαρκής κατάλογος κηρυγμένων αρχαιολογικών χώρων και μνημείων listedmonuments.culture.gr.
  • Φωτοπούλου Λήδα, «Αρχαίο Φράγμα της Τίρυνθας», ΕΘΝΙΚΟ ΜΕΤΣΟΒΙΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ – ΔΙΑΤΜΗΜΑΤIΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΕΠΙΣΤΗΜΗ & ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ ΥΔΑΤΙΚΩΝ ΠΟΡΩΝ», ΑΘΗΝΑ, ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2009.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην Οργάνωση και Διοίκηση

 

Άρθρα Μαρίας Βασιλείου:

Read Full Post »

Η περίπτωση του Παλαμήδη στην εποχή της αθηναϊκής δημοκρατίας – © Μαρία Βασιλείου


 

Είναι κοινός τόπος να πούμε ότι ο Όμηρος δεν είναι η αρχή, αλλά το κορύφωμα μιας μακρόχρονης εξελικτικής πορείας, της επικής παράδοσης. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι για τον πόλεμο της Τροίας – κι όχι μόνο γι’ αυτόν – υπήρχε ένα πλούσιο επικό υλικό που απλώθηκε στον ελληνικό χώρο μέσα στους αιώνες, από την καταστροφή του μυκηναϊκού κόσμου ως και τον όγδοο αιώνα π.Χ. Αυτή ήταν η κατ’ εξοχήν «ηρωική» εποχή και καλύτερα η εποχή που ευνόησε τη δημιουργία της ηρωικής ποίησης.(1)

Το τέλος αυτής της «ηρωικής» εποχής σημειώνεται με τη διάδοση της γραφής και τα ομηρικά έπη, που από πολλές απόψεις αποτελούν μεγάλη τομή. Δεν είναι μόνο που η ποιητική πρόθεση του Ομήρου ήταν διαφορετική από των προκατόχων του, είναι και το ότι ο Όμηρος εγκαινίασε έναν τρόπο χειρισμού του μύθου που, όσο κι αν συνδέεται στενά με την επική παράδοση, δεν παύει να προοιωνίζει και να προεξοφλεί, ως ένα σημείο, τη «λυρική» και κυρίως την «τραγική» εκμετάλλευση του μύθου στα χέρια των ποιητών που ακολούθησαν.

Παλαμήδης. «Promptuarium Iconum Insigniorum», Guillaume Rouille, France, in 1553.

Σύμφωνα με την ομηρική παράδοση και με μεταγενέστερες πηγές που φτάνουν μέχρι τον Δάρη τον Φρύγα ο Παλαμήδης ήταν ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες του Τρωϊκού πολέμου φημισμένος ιδιαίτερα για τις ανακαλύψεις του και αποτελούσε μια σημαντική προσωπικότητα για την εξέλιξη του πολιτισμού.

Με βάση τις πηγές που υπάρχουν για τον Παλαμήδη η ανασύνθεση του μύθου έχει ως εξής: Η Ελένη αρπάχθηκε από τον Πάρη. Οι Έλληνες Βασιλείς «αποφασίζουν» εκστρατεία ενάντια στην Τροία για την ανάκτηση της Ελένης. Κατά την στρατολόγηση των Ελλήνων ο Παλαμήδης κατευθύνεται στην Ιθάκη, για να καλέσει στον στρατό τον Οδυσσέα, ο οποίος επειδή δεν ήθελε να τους ακολουθήσει προσποιήθηκε τον τρελό (είτε ρίχνοντας στη γη αλάτι είτε ζεύοντας μαζί στ΄ αλέτρι ένα βόδι και ένα άλογο). Ο Παλαμήδης, όμως, απέδειξε ότι ο Οδυσσέας προσποιούνταν τον τρελό (είτε απειλώντας ότι θα σκοτώσει τον Τηλέμαχο είτε βάζοντας τον Τηλέμαχο μπροστά στο αλέτρι, οπότε ο Οδυσσέας αναγκάστηκε να σταματήσει την προσποίηση). Από τότε ξεκίνησε η έχθρα ανάμεσα στον Οδυσσέα και τον Παλαμήδη. Στην Τροία αυτή η έχθρα κορυφώθηκε μέσω κάποιων περιστατικών που ανέδειξαν την ικανότητα και επιδεξιότητα του Παλαμήδη στην εξεύρεση λύσεων, για την αντιμετώπιση προβλημάτων του στρατεύματος.

Για την εκδίκηση του Οδυσσέα η πιο γνωστή εκδοχή έχει ως εξής: Ο Οδυσσέας βάζει ένα Φρύγα αιχμάλωτο να γράψει ένα γράμμα δήθεν σταλμένο από τον Πρίαμο στον Παλαμήδη που θα αποδείκνυε την προδοσία του τελευταίου εις βάρος των Ελλήνων. Κατόπιν ο Οδυσσέας τοποθετεί κρυφά αυτό το γράμμα μαζί με χρυσάφι στην σκηνή του Παλαμήδη. Ακολούθως, κατηγορείται ο Παλαμήδης για προδοσία, το γράμμα και το χρυσάφι ανακαλύπτονται στη σκηνή του, δικάζεται και κρίνεται ένοχος. Οι Έλληνες αρχηγοί διατάζουν τον λιθοβολισμό του.

Ο μύθος του Παλαμήδη, εμφανίζεται για πρώτη φορά στα Κύπρια Έπη. Πρόκειται για ένα από τα ποιήματα του λεγόμενου επικού κύκλου, μιας σειράς δηλαδή από μικρά έπη που πλαισιώνουν τη δράση της Ιλιάδας και διηγούνται τα «γεγονότα», πριν από αυτήν αλλά και ως το τέλος του πολέμου και την επιστροφή των Αχαιών. Είναι φανερό ότι η θέση τους μέσα στον επικό κύκλο κάνει τα Κύπρια σημαντική πηγή για τη γνώση του τρωικού πολέμου γενικά και του μύθου του Παλαμήδη ειδικά, για τον οποίο αποτελεί την πιο παλιά μαρτυρία, ιδιαίτερα αν, όπως υποστηρίζουν μερικοί, είναι έπος πιο πρώιμο από την Ιλιάδα.

Το περιεχόμενο των Κυπρίων, μαζί με τα άλλα έπη του Κύκλου διασώζει μεγάλο μέρος από το σύνολο των διηγήσεων για την τρωική εκστρατεία, και είναι ένα τμήμα από το πλούσιο υλικό που είχε στη διάθεση της η επική ποίηση. Το υλικό αυτό ήταν ένα πλήθος από, ιερές ιστορίες, ιστορικές αναμνήσεις, αιτιολογικές παραδόσεις, λογοποιίες, παραμύθια,ναυτικές τερατολογίες, επινοήσεις των επικών ποιητών κλπ (2).

Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο, ο Παλαμήδης ήταν γιος του Ναυπλίου και της Φιλύρας ή της Ησιόνης ή της Κλυμένης. Η Φιλύρα σχετίζεται με θεσσαλικούς μύθους, και έχει τη θέση της μητέρας του Κενταύρου Χείρωνα. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Παλαμήδης υπήρξε, μαζί με άλλους γνωστούς ήρωες, μαθητής του διάσημου Κένταυρου και είναι ενδιαφέρουσα η άποψη που φέρνει μαθητή και δάσκαλο να έχουν μητέρα με το ίδιο όνομα. Η Ησιόνη επίσης έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μυθολογία των Λοκρών, αφού έτσι ονομάζεται η μητέρα του λοκρού ήρωα Δευκαλίωνα αλλά και η μητέρα του Ορχομενού, γενάρχισσα του οίκου των Μινύων.

Η Κλυμένη, τέλος, έπαιξε ρόλο στην αργείτικη παράδοση, αφού εμφανίζεται στενή συγγένισσα των Ατρειδών: σύμφωνα με το μύθο, ο πατέρας της Κατρέας, γιος του Μίνωα, την έδωσε στον Ναύπλιο, για να τη μεταφέρει μαζί με την αδερφή της Αερόπη σε ξένη χώρα. Ο Ναύπλιος όμως παντρεύτηκε την Κλυμένη και έδωσε την Αερόπη γυναίκα στον Πλεισθένη, γιο του Ατρέα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. (3)

Φαίνεται πως πρόκειται για τοπικές παραδόσεις, κάθε μια από τις οποίες «δίνει» στον ήρωα τη δική της μητέρα του τόπου, σε μια προσπάθεια να οικειοποιηθεί τον μύθο ή να διεκδικήσει την πατρότητά του. Αξιοσημείωτο πάντως στοιχείο και για τις τρεις παραλλαγές αποτελεί το γεγονός ότι και οι τρεις, Φιλύρα, Ησιόνη, Κλυμένη, έχουν κοινό χαρακτηριστικό, τη σχέση τους με το υγρό στοιχείο: Οι δύο πρώτες είναι κόρες του Ωκεανού και της Θέτιδας, η τρίτη εγγονή του θαλασσοκράτορα Μίνωα. Σε κάθε περίπτωση δηλαδή ο Παλαμήδης είναι απόγονος ενός γνωστού θαλασσινού ήρωα, του Ωκεανού ή του Μίνωα.

Τελικά, από τις τοπικές παραδόσεις φαίνεται ότι επικράτησε η Κλυμένη, ίσως γιατί, την πρόβαλαν οι τραγικοί ποιητές, ή γιατί ο μύθος της, αιτιολογεί τη στενή επικοινωνία του Ναυπλίου με τη γειτονική σ’ αυτό πρωτεύουσα του μυκηναϊκού κράτους καθώς και τις επιδράσεις, που αναμφισβήτητα δέχτηκε ο μυκηναϊκός από τον μινωικό πολιτισμό.

Όσον αφορά τον πατέρα του, καμιά μαρτυρία δεν αμφισβητεί πως είναι ο Ναύπλιος, με τα πρόσωπα  του ψαρά (Αλκιδάμαντας, ‘Οδυσσεύς ), ή του αργοναύτη (Αργοναυτικά του Ορφέα , Υγίνος, Μύθος ), ή και χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα: ο μοναδικός γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, εγγονός από πέμπτη γενιά ενός άλλου Ναυπλίου, που εκείνος ήταν αργοναύτης (Αργοναυτικά του Απολλώνιου Ρόδιου).

Σχετικά με την καταγωγή του, από τις μαρτυρίες που υπάρχουν, οι δύο τον αναφέρουν ως Αργείτη (Τάκιτος, Annales, Υγίνος Μύθος ), η μια ως Ευβοιώτη (Γρηγ. Ναζιανζηνός, Λόγος) – καμιά ως Ναυπλιώτη. Φαίνεται, ότι ο Παλαμήδης, που η παράδοση τον θέλει γιο του Ναυπλίου και της Κλυμένης και εγγονό του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης γεννήθηκε στο Άργος, απ’ όπου αργότερα «μεταφυτεύτηκε» στο Ναύπλιο. Δηλαδή ο Παλαμήδης συνδέθηκε μέσα από το συγγενικό κύκλο του πατέρα του με το Άργος, για να γίνει αργότερα Ναυπλιώτης. Βέβαια οι μαρτυρίες του Τάκιτου και του Υγίνου είναι μεταγενέστερες, όταν πια το Ναύπλιο είχε χάσει την αυτονομία του, υποταγμένο στο γειτονικό Άργος, ήδη, από την εποχή του δεύτερου μεσσηνιακού πολέμου. Από τότε το Ναύπλιο  εμφανίζεται στην αρχαία λογοτεχνία μόνο σαν λιμάνι του Άργους.

 

Ο Παλαμήδης μπροστά στον Αγαμέμνονα. Πίνακας του Ρέμπραντ,1626. Museum De Lakenhal.

 

Ο Όμηρος δεν αναφέρει σχεδόν τίποτα για τον Παλαμήδη. Η σιωπή του, δημιουργεί το εύλογο ερώτημα, αν ο επικός Όμηρος γνώριζε το μύθο του Παλαμήδη, αν δηλαδή ο μύθος ανάγεται ή όχι στο παραδοσιακό υλικό, που είχε στη διάθεση του ο ποιητής. Δύσκολα μπορούμε να πιστέψουμε ότι ο Όμηρος αγνοούσε τον Παλαμήδη.

Υπάρχουν σημεία στα δύο ομηρικά έπη που φαίνεται να υπαινίσσονται τον ήρωα. Όπως, παρατηρεί ο Μ. Χριστόπουλος (4): α) στο ω 118-9 υπάρχει υπαινιγμός στην πρεσβεία των Αχαιών που είχε σταλεί στην Ιθάκη προκειμένου να πείσει τον Οδυσσέα να ακολουθήσει τους Αχαιούς στην Τροία β) Υπάρχουν δυο αποσπάσματα στην Ιλιάδα όπου ο Οδυσσέας αυτοπαρουσιάζεται ως γιος του Τηλέμαχου, κάτι που ίσως αποτελεί υπαινιγμό στην απειλή της ζωής του μικρού Τηλέμαχου από τον Παλαμήδη στην Ιθάκη. γ) Στη ραψωδία Κ (Δολώνεια) υφέρπει η παρουσία του Παλαμήδη.

Ο Γοργίας, σοφιστής και ρήτορας, γεννήθηκε στους Λεοντίνους της Σικελίας, περίπου το 490 π.Χ και έζησε σύμφωνα με τις πηγές 105 ή 109 χρόνια. Έφτασε στην Αθήνα το 427 π.Χ. Την εποχή του Γοργία, στην Αθήνα, στο πλαίσιο πλέον της πόλης-κράτους, η συμμετοχή στα κοινά και στα αθηναϊκά δικαστήρια απαιτεί την συμμετοχή των πολιτών και την άσκηση των δημοκρατικών τους καθηκόντων. Καταλαβαίνουμε, λοιπόν, πόσο σημαντική ήταν η ικανότητα του πολίτη να μπορεί να εκφράζεται με ευγλωττία και πειθώ. Οι σοφιστές που καταφθάνουν στην Αθήνα παρουσιάζονται ως δάσκαλοι της τέχνης του λόγου και υποστηρίζουν – με το αζημίωτο βέβαια – ότι μπορούν να κάνουν τους πολίτες ικανότατους στη χρήση του λόγου. Ανάμεσα στους σοφιστές, ο Γοργίας περισσότερο από κάθε άλλον έβαλε στην διδακτική του ατζέντα την ρητορική και πιστώνεται μάλιστα με τον ορισμό της ως «πειθοῦς δημιουργός». Κατά τη διδασκαλία του είναι πιθανό ότι παρουσίαζε ένα λόγο-πρότυπο, τον οποίο οι μαθητές του έπρεπε ν΄ αποστηθίσουν και να τον μιμηθούν. Αυτοί οι λόγοι, «εκμεταλλεύονταν» μυθικά θέματα (π.χ μύθος του Παλαμήδη) για την άντληση επιχειρημάτων, τα οποία όμως, έχουν δυνατότητα εφαρμογής και σε σύγχρονα, εκφραζόμενα της εποχής του. Ο Γοργίας κατέχει εξέχουσα θέση ανάμεσα στους σοφιστές και η συμβολή του στην εξέλιξη της ρητορικής είναι σημαντικότατη. Έγραψε «Τέχναι» – εγχειρίδια που έδιναν ρητορικές οδηγίες και περιείχαν λόγους-πρότυπα προς αποστήθιση

Στην λογοτεχνία, την περίοδο που ζει ο Γοργίας, από την αρχαϊκή ποιητική παράδοση (έπος, λυρική ποίηση) έχουμε περάσει στην εμφάνιση και την κυριαρχία της τραγωδίας, της κωμωδίας, την εξέλιξη πεζογραφικών ειδών (ιστοριογραφικά και δικανικά κείμενα) και την προβολή της φιλοσοφίας και της ρητορικής, ενώ παράλληλα αφθονούν τα ρητορικά εγχειρίδια που περιέχουν οδηγίες και τεχνικές για την παραγωγή λόγων. Την ίδια χρονική περίοδο αναπτύσσεται το φαινόμενο κατά το οποίο κάποιοι σοφιστές αντλούν μυθικά πρόσωπα από την επική παράδοση και τα βάζουν να εκφωνούν λόγους (mytho-forensic speeeches).

Οι τέσσερις διασωθέντες λόγοι από την περίοδο αυτή, οι οποίοι ανήκουν στο είδος των mytho-forensic speeches, (δηλαδή λόγοι-υβρίδια, καθώς σ΄ αυτούς διασταυρώνεται ο μύθος με την ρητορική και η αρχαϊκή με την κλασική περίοδο). Παρά την ανταγωνιστική σχέση της ποίησης, ειδικά της ομηρικής και της σοφιστικής, οι τέσσερις αυτοί λόγοι δείχνουν μια συμφιλιωτική τάση ανάμεσα στις δύο: μυθικά πρόσωπα που απαντούν στην προγενέστερη ποίηση γίνονται φορείς σοφιστικών τεχνικών. Προφανώς, οι σοφιστές των λόγων αυτών χρησιμοποιούν μυθικές φιγούρες, για να κάνουν τους λόγους τους προσφιλέστερους στους μαθητές τους. Ένας από αυτούς τους τέσσερις λόγους είναι και η «Υπέρ Παλαμήδους Απολογία» του Γοργία.

Συνοπτικά το περιεχόμενο του λόγου έχει ως εξής: ο Παλαμήδης ενώπιον ενός υποτιθέμενου δικαστηρίου προσπαθεί να πετύχει την αθώωσή του υποστηρίζοντας ότι δεν πρόδωσε τους Έλληνες. Λέει στους δικαστές ότι αυτό που πραγματικά φοβάται δεν είναι ο θάνατος, αλλά η ατιμωτική θανάτωση. Κατόπιν, επιχειρηματολογεί πάνω σε δυο άξονες – του δυνατού και της βούλησης -, υποστηρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να έχει τη δυνατότητα να προδώσει τους Έλληνες στους Τρώες και ότι ακόμα και αν την είχε δε θα επιθυμούσε κάτι τέτοιο. Ακολούθως απευθύνεται στον κατήγορο του τον Οδυσσέα χωρίς, όμως, να επιτίθεται στο ήθος του κατηγόρου. Αντίθετα, αναφέρεται στις δικές του αρετές.

Στην Υπέρ Παλαμήδους Απολογία του Γοργία, ο Γοργίας χρησιμοποιεί τη μυθική μορφή του Παλαμήδη ως φορέα επιχειρημάτων, ο μύθος συνδέεται στο λόγο του Γοργία, με τη ρητορική και τίθενται οι βάσεις για την παρουσίαση του Παλαμήδη ως σοφιστή.

Ο Φλάβιος Φιλόστρατος παρουσιάζει τον μυθικό Παλαμήδη σε δύο έργα του: α) Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα και τον β) Ηρωϊκό. Ο Φλάβιος Φιλόστρατος ήταν μέλος μιας αθηναϊκής οικογένειας με καταγωγή από τη Λήμνο και ταυτίζεται από τους μελετητές με τον δεύτερο από τους τρεις συγγραφείς που φέρουν το ίδιο όνομα, όπως γνωρίζουμε από το βυζαντινό λεξικό της Σούδας του 10αι. μ.Χ. Γεννήθηκε γύρω στο 170 μ.Χ. και πέθανε στα μέσα περίπου του 3 αι. μ.Χ.. Μεγάλωσε στην Αθήνα και έλαβε ρητορική εκπαίδευση σ΄ αυτή την πόλη με την έντονη σοφιστική δραστηριότητα. Πιθανώς πριν το 207 μ.Χ. εντάχθηκε στον κύκλο της Ιουλίας Δόμνας, μητέρας του αυτοκράτορα Καρακάλλα. Για την περίοδο που ζει ο σοφιστής Φιλόστρατος λόγω της μεγάλης εμβέλειας που αποκτά η ρητορική έχει επικρατήσει ο όρος «Δεύτερη Σοφιστική», ο οποίος μάλιστα ήταν επινόηση του ίδιου του Φιλόστρατου.

Στο «Τὰ ἐς τὸν Ἀπολλώνιον Τυανέα» παρακολουθούμε την πορεία και τα ταξίδια του νεοπυθαγόρειου φιλοσόφου Απολλώνιου, κατά τη διάρκεια των οποίων εκτελεί διάφορα θαύματα, ενώ συνοδεύεται από τον μαθητή του, τον Δάμη από τη Νινευή. Στο τέταρτο βιβλίο συναντάμε τον Παλαμήδη όταν ο Απολλώνιος επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα κοντά στην Τροία. Ο ήρωας εν είδει ποιητή θα αποκαλύψει στον Απολλώνιο ορισμένες αλήθειες για τον τρωϊκό πόλεμο σε μια συνάντηση που αφορμάται εν μέρει από την παράδοση που ήθελε τον ίδιο τον Όμηρο να επισκέπτεται τον τάφο του Αχιλλέα, να τυφλώνεται από την λάμψη των όπλων του και ως αντάλλαγμα γι΄αυτό το συμβάν οι Μούσες να του χαρίζουν το δώρο της ποίησης. Από τα λόγια του Αχιλλέα για τον Παλαμήδη διαπιστώνουμε ότι ο ήρωας μέσα από μια σωρεία επιθέτων σε υπερθετικό βαθμό (π.χ.«σοφώτατος,… μαχιμώτατος…) θεωρεί τον Παλαμήδη μια εξέχουσα μορφή που ξεπερνούσε τους άλλους συμπολεμιστές του στη σοφία, την ομορφιά και την ικανότητα στον πόλεμο. Ο Παλαμήδης παρουσιάζεται ως πρότυπο ανδρείας και σοφίας, κάτι που θα επιδιώξει ο Φιλόστρατος πολύ περισσότερο στον «Ηρωϊκό». Ο Αχιλλέας προτρέπει τον Απολλώνιο που μοιράζεται το ίδιο χαρακτηριστικό με τον Παλαμήδη (δηλ. τη σοφία) να πάει στον τάφο του ήρωα που βρίσκεται στα μικρασιατικά παράλια απέναντι από τη Μήθυμνα της Λέσβου, να φροντίσει τον τάφο του και να αναστηλώσει το πεσμένο άγαλμα του ήρωα, κάτι που ο Απολλώνιος θα σπεύσει να εκτελέσει. Όταν φτάνει στον τάφο του ήρωα, τον χαρακτηρίζει σοφό σ΄όλα, πηγή της γλώσσας, των Μουσών και του ίδιου του του εαυτού και ετοιμάζεται να αποκαταστήσει την αδικία που του έκαναν οι Αχαιοί φροντίζοντας την ανέγερση του αγάλματός του.

Στον «Ηρωϊκό» ο ήρωας αποτελεί μια από τις τρεις σπουδαιότερες μορφές – ήρωες του έργου μαζί με τον Πρωτεσίλαο και τον Αχιλλέα. Στο συγκεκριμένο έργο παρακολουθούμε ένα διάλογο που διαδραματίζεται σε μια πόλη της Θράκης, τον Ελαιούντα, ανάμεσα σ΄ έναν αμπελουργό και έναν Φοίνικα έμπορο. Ο αμπελουργός έχει αφοσιωθεί στη λατρεία του ήρωα Πρωτεσίλαου που ήταν ο πρώτος από την πλευρά των Αχαιών που έχασε τη ζωή του στην εκστρατεία. Επιπλέον, ο αμπελουργός αποκαλύπτει ότι επικοινωνεί τακτικά με τον ήρωα Πρωτεσίλαο, ο οποίος είναι γνώστης όλων των ομηρικών ιστοριών, αλλά επιπλέον γνωρίζει και ιστορίες που είναι άγνωστες στους ποιητές. Ο Πρωτεσίλαος ισχυρίζεται ότι ο Όμηρος έδωσε μεγάλη σημασία μόνο στον Αχιλλέα και τον Οδυσσέα, ενώ άλλους σημαντικούς ήρωες, όπως τον Παλαμήδη, τους παρέβλεψε. Ενώ ο αμπελουργός αποκαλύπτει στον Φοίνικα ιστορίες που έμαθε από τον Πρωτεσίλαο, παρουσιάζει  τους πρωταγωνιστές – ήρωες της τρωϊκής εκστρατείας, από τους οποίους άλλους εξετάζει μεμονωμένα και άλλους σε ζεύγη. Σ΄ αυτόν τον κατάλογο των ηρώων δίνει έμφαση στα ταλέντα, την εξωτερική εμφάνιση τους, καθώς και σε ανέκδοτα ηθικού χαρακτήρα. Τέλος, κρίνει τον τρόπο παρουσίασης τους από τον Όμηρο και κάνει τις αναγκαίες διορθώσεις.

Και οι τρεις μεγάλοι τραγικοί ποιητές (Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης) έγραψαν τρία ομώνυμα δράματα για τον συγκεκριμένο μυθικό ήρωα παρουσιάζοντάς τον ως θύμα της ίντριγκας του Οδυσσέα. Ειδικά ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης δείχνουν να ευνοούν τον Παλαμήδη εις βάρος του Οδυσσέα, και το μυθικό υλικό που διαθέτουν για τον Παλαμήδη υφίσταται μια «πολιτικοποίηση», η οποία ενσαρκώνει την κόντρα ισχυρών και αδυνάμων που βρίσκει αντιστοιχίες στην πολιτική πραγματικότητα της Αθήνας του 5αι. π.Χ. Συνεπώς, την περίοδο αυτή, προβάλλει έντονα η πολιτική πλευρά των ηρώων, η οποία είχε δευτερεύουσα θέση στο έπος.

Από τον 6αι. π.Χ. ο Όμηρος δέχτηκε κριτική για τον τρόπο που παρουσίαζε τους θεούς και για την αξιοπιστία των γεγονότων που διηγείται, με τον Πλάτωνα να καταδικάζει τα ομηρικά ποιήματα ως ανήθικα και επικίνδυνα. Μαζί με τη φήμη του Ομήρου, όπως ήταν αναμενόμενο, επηρεάστηκε αρνητικά και η φήμη του Οδυσσέα. Ένα από τα αρνητικά επεισόδια της ζωής του Οδυσσέα, το οποίο εκμεταλλεύτηκαν οι επικριτές του, ήταν ο άδικος θάνατος του Παλαμήδη.

Ο Παλαμήδης από τον 5αι. π.Χ. έχει γίνει το αρχέτυπο του αθώου μάρτυρα που νικιέται από τους ισχυρούς. Για τις ιδιαίτερες ιδιότητες και εφευρέσεις που αποδόθηκαν στον Παλαμήδη ενδιαφέρουσες πληροφορίες μας δίνει ο Φιλόστρατος, που ζει και γράφει σε μια εποχή σημαδεμένη από το μυστικισμό και τη μαγεία.

Στην εποχή του σοφιστή οι μυστηριακές Θρησκείες της ανατολής, που από καιρό είχαν εισβάλει στη Δύση, κυριαρχούν σε όλη τη ρωμαϊκή επικράτεια και, ανακατεμένες με τους θεούς του ελληνορωμαϊκού πανθέου, δημιουργούν μια πανσπερμία θρησκειών και λατρειών. Τις καινούργιες θρησκείες τις αγκάλιασαν τα πλατιά λαϊκά στρώματα των υπηκόων της αυτοκρατορίας που, εξαθλιωμένα καθώς ήταν από την οικονομική τους ιδιαίτερα κατάσταση, έβρισκαν σ’ αυτές την παρηγοριά για μια μεταθανάτια λύτρωση, αλλά και πολλοί διανοούμενοι και συγγραφείς που αισθάνονταν την ανάγκη να βρουν στήριγμα στις υπερφυσικές δυνάμεις, καθώς δεν τους ικανοποιούσε η επίσημη θρησκεία Η εισβολή αυτών των θρησκειών έδωσε μεγάλη ώθηση στην αστρολογία και τη μαγεία. (Οι άνθρωποι πάντα αισθάνονταν την ανάγκη να προβλέψουν το μέλλον τους).

Η επίδραση της εποχής λοιπόν θεωρείται δεδομένη στον «Ηρωικό» και τη βλέπουμε ίσως και σε μερικές λεπτομέρειες του μύθου του Παλαμήδη, στον οποίον επίσης θα μπορούσαν να ανιχνευθούν και σημεία του νεοπυθαγορισμού, όπως :

  • Όταν έγινε έκλειψη ηλίου, οι Αχαιοί άρχισαν να ανησυχούν θεωρώντας αυτό το συμβάν οιωνό για τον πόλεμο. Ο Παλαμήδης, για να τους καθησυχάσει, τους δίνει μια λογική ερμηνεία του φαινομένου λέγοντας ότι η σελήνη πέρασε εκείνη τη στιγμή μπροστά από τον ήλιο και αυτό εξηγεί την επικράτηση σκοταδιού για λίγο. Ωστόσο, δίνει και θρησκευτική ερμηνεία. Αν ο οιωνός αυτός προμηνύει κάτι κακό, η βλάβη θα είναι για τους Τρώες, γιατί σε εκείνους οφείλεται ο πόλεμος. Κατόπιν υποδεικνύει στο στράτευμα τελετουργικά μέσα (προσευχές και θυσία στον ήλιο), τα οποία συνδέονται με αρχαίες τελετουργίες σχετιζόμενες με τον έλεγχο του καιρού. Από το επεισόδιο αυτό ο Παλαμήδης εμφανίζεται να έχει γνώσεις αστρονομίας και να είναι μάντης, αφού μπορεί να ερμηνεύει τα σημάδια.
  • Στον «Ηρωϊκό» ο Παλαμήδης ούτε πλοία διαθέτει, ούτε υπηρέτρια και ερωμένη ούτε δέχεται τα χρήματα των Αχαιών ούτε του αρέσει η επιδίωξη του πλουτισμού. Διαφαίνεται δηλαδή μια τάση για ασκητική ζωή, όπου μπορούν ν’ ανιχνευθούν επιδράσεις του νεοπυθαγορισμού, ενός από τα κυρίαρχα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής.

Στην ικανότητα του να βρίσκει λύσεις χρωστάει, μάλλον ο Παλαμήδης και τη φήμη του ως Πρώτου Ευρετού: έτσι ονομάστηκαν μία σειρά μυθικά αλλά και ιστορικά, κάποτε, πρόσωπα στα οποία αποδόθηκαν διάφορες εφευρέσεις – ανάμεσα τους αρκετοί θεοί και ήρωες, όπως ο Ήφαιστος, ο Ερμής, η Αθηνά Εργάνη, ο Φορωνέας, ο Προμηθέας κ.ά.

Οι πρώτοι ευρετές εμφανίζονται να διεκδικούν (ή τους αποδίδονται) διάφορες εφευρέσεις τον 7ο/6ο π.Χ.αι. που είναι εποχή μεταρρυθμίσεων με νεωτερισμούς και εφευρέσεις, εποχή που το άτομο συνειδητοποιεί την ιδιαιτερότητα του και προσπαθεί να ξεχωρίσει από το σύνολο. Έτσι, ευρετές θεωρήθηκαν οι θεοί και ήρωες, που, σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, είχαν διαπρέψει σε ανάλογα πράγματα (μ’ αυτά που τους αποδίδονται) ή που φαίνονταν προορισμένοι, για την κάθε εφεύρεση, με βάση την ιδιαίτερη συμπεριφορά τους.

Είναι γνωστό ότι σε πολλούς αρχαίους πολιτισμούς της ανατολής και ιδιαίτερα στην Αίγυπτο τα γράμματα, είχαν θεϊκή προέλευση και ήταν προνόμιο μιας ειδικής τάξης, – του ιερατείου -, που απολάμβανε γι’ αυτό ξεχωριστή τιμή. Αλλά και ο Παλαμήδης, σύμφωνα με το Φιλόστρατο, με Θεία αποκάλυψη βρήκε τα γράμματα: έγώ γράμματα ούχ εύρον αλλ’ υπ’αυτών ευρέθην’ εν Μουσών οίκω κείμενα εδείτο ανδρός τοιούτου, θεοί δε τα τοιαύτα δι’ανδρών σοφών αναφαίνουσι (Ήρωικός,. 33,11).

Τα γράμματα λοιπόν έχουν άμεση σχέση με το μυστικισμό και τη μαγεία. Δεν είναι τυχαίο ότι την εφεύρεση διεκδικούν μυθικές μορφές που η σχέση τους με τη μαγεία είναι γνωστή, όπως ο Ερμής, ο Σίσυφος, ο Κάδμος, και ο Προμηθέας.

Το πιο παλιό και το πιο μεγάλο ελληνικό ζάρι. Στο ανθρώπινο κεφάλι, που εικονίζεται στη μια πλευρά του ζαριού, η αρχαιολόγος Karusu αναγνωρίζει τον Παλαμήδη. Με βάση τα χαρακτηριστικά της παράστασης η Karusu συμπεραίνει πως πρόκειται για έργο του ζωγράφου των Κριών, που έζησε στα μέσα του 7ου π.Χ. αι. – το ζάρι, όπως λέει, πρέπει να το τοποθετήσουμε στα πρώιμα έργα του καλλιτέχνη. Στο α ‘ μισό του 7ου π.Χ. α ι. το χρονολογεί και ο Ι . θ . Κακριδής, Ελληνική Μυθολογία , τ. 5, Αθήνα 1986.

Οι πεσσοί επίσης δεν είναι ελληνική εφεύρεση. Το παιγνίδι αυτό με τη γενική έννοια του όρου το συναντάμε πολύ νωρίς στους αρχαίους πολιτισμούς των ανατολικών λαών. Υπολογίζεται ότι οι Αιγύπτιοι ήδη από το 3000 π.Χ. γνώριζαν ένα επιτραπέζιο παιγνίδι με πεσσούς. Στη Μεσοποταμία ανακαλύφτηκαν λείψανα ενός τέτοιου παιγνιδιού, ενώ βρέθηκαν στοιχεία που αποδεικνύουν την ύπαρξη ενός παιγνιδιού με πεσσούς και σε πολιτισμούς παράλληλους με τον αιγυπτιακό, όπως ο κρητομυκηναϊκός. Οι πεσσοί λοιπόν είναι γνωστοί στα μυκηναϊκά χρόνια και άσχετα με το αν τους ξαναφέρνουν αργότερα στον ελληνικό χώρο, όπως και τα γράμματα, οι Φοίνικες, μπαίνουν δικαιωματικά στον τρωικό κύκλο, όπου συνδέονται με τον εφευρέτη. Με γνώση της λειτουργίας του παιγνιδιού στο στρατό, που βαριέται και δυσανασχετεί – πολύ περισσότερο αν υπάρχει και πείνα – πλάθεται ένας μύθος σύμφωνα με τον οποίο ο Παλαμήδης «εφευρίσκει» με κάποια ευκαιρία τους πεσσούς. Τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα της εφεύρεσης τονίζει ο Σοφοκλής με τη φράση «τερπνόν αργίας άκος», ενώ παράλληλα φαίνεται να της αναγνωρίζει και παιδευτικό χαρακτήρα : «χρόνου τε διατριβάς σοφωτάτας».

Εκτός από τα γράμματα, τους πεσσούς και τα στρατιωτικά, τις πιο παλιές και πιο στενά συνδεμένες με τον Παλαμήδη εφευρέσεις, του αποδόθηκαν, σε μεταγενέστερες εποχές και άλλες εφευρέσεις, άλλοτε σχετικές με την όλη παρουσία του στο μύθο και άλλοτε όχι. Συμβαίνει λοιπόν και με τον Παλαμήδη ό,τι και με τους άλλους Πρώτους Ευρετές, τον Ερμή, την Αθηνά Εργάνη, τον Προμηθέα: οι μεταγενέστεροι δηλαδή με ευκολία απέδιδαν σ’ αυτούς καινούργιες εφευρέσεις, πέρα από τις συγκεκριμένες με τις οποίες ήταν συνδεδεμένο το όνομά τους.

 Αξίζει να αναφέρουμε τα μέτρα και σταθμά, μια εφεύρεση που συνδέεται άμεσα με την πολιτική και οικονομική κατάσταση της εποχής. Οι κάτοικοι δηλαδή της Αργολίδας έψαχναν ένα εφευρέτη να του αποδώσουν το αργείτικο σύστημα μέτρων και σταθμών, που αυτήν την εποχή διεκδικούσε το προβάδισμα απέναντι στο αιγινητικό και το λυδικό-ιωνικό. Ένας ντόπιος ήρωας εφευρετικός, όπως ο Παλαμήδης, ήταν το κατάλληλο πρόσωπο.

Με την πληθώρα των εφευρέσεων που διεκδικούσαν την πατρότητα του Παλαμήδη, το όνομα του ταυτίσθηκε με την εξυπνάδα και την εφευρετικότητα: με αυτήν την έννοια το χρησιμοποιεί ο Πλάτωνας όταν στο Φαιδρό (261d) χαρακτηρίζει το Ζήνωνα «Ελεατικό Παλαμήδη» και ο Εύπολις όταν σατιρίζοντας κάποια εφεύρεση τη χαρακτηρίζει «Παλαμηδική» Στους Βατράχους ο κωμικός Αριστοφάνης με την φράση «εύγε ω Παλάμηδες, ω σοφωτάτη φύσις», αντιμετωπίζει με ειρωνεία τις ιδέες του Ευριπίδη για την αθηναϊκή πολιτική. Γενικότερα, άλλωστε, τον 5ο π.Χ. αι. οι όροι ευρετής, εύρημα, ευρίσκειν ταυτίζονται με τους όρους σοφιστής, σόφισμα, σοφίζειν.

Ωστόσο η επιλογή του Παλαμήδη δεν είναι τυχαία. Ο Παλαμήδης θα πρέπει να συγκέντρωνε ορισμένες εξαιρετικές ικανότητες, που κατάφεραν να επιζήσουν ως τον 3ο μ.Χ. αι., ώσπου να τις ανακαλύψει και να τις προβάλει, όπως απαιτούσε η εποχή του, ο Φιλόστρατος.

 

Υποσημειώσεις


  1. «Τα ποιήματα του κύκλου ιστορούν την ύλη τους σε χρονολογική σειρά από την αρχή ως το τέλος, έτσι που η δράση τους να κρατάει και μήνες και χρόνια ολόκληρα… Αντίθετα, η Ιλιάδα συσφαιρώνει την ύλη της γύρω από ένα επίπεδο μόνο, το θυμό του Αχιλλέα, σ’ ελάχιστες μέσα μέρες, και όμως είναι «Ι λ ι ά δ α» ιστορία δηλαδή, όλου του πολέμου της Τροίας : Ι. θ . Κακριδής, Ομηρικές Έρευνες.
  2. Ι. θ. Κακριδής, Προ Ομηρικά.
  3. Christopoulos M. (2014) «Odysseus, Diomedes, Dolon and Palamedes. Crimes of Mystery and Imagination» στο Χριστόπουλος Μ., Παΐζη – Αποστολοπούλου Μ. (επιμ.), Έγκλημα και τιμωρία στην ομηρική και αρχαϊκή ποίηση, 3-7 Σεπτεμβρίου 2013, Ιθάκη: Κέντρο Οδυσσειακών σπουδών: 153-66.

Βιβλιογραφία


  • ΚΑΚΡΙΔΗΣ, Ι. Θ.:- Ελληνική Μυθολογία,  Αθήνα 1986. «Ιστορία και σύγχρονη λαΐκή παράδοση», Ευθύνη, Μάρτης 1973. «Ξαναγυρίζοντας στον Όμηρο», Αθήνα 1979. «Ομηρικές έρευνες», Αθήνα 1967( = 1943). «Προομηρικά, Ομηρικά, Ησιόδεια», Αθήνα 1980.
  •  ΖΩΓΡΑΦΟΥ-ΛΥΡΑ Γ.(1987) «Ο μύθος του Παλαμήδη στην αρχαία ελληνική γραμματεία», Διδακτορική Διατριβή, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
  • «Από την Πρώτη στη Δεύτερη Σοφιστική: η περίπτωση του Παλαμήδη», ΕΚΠΑ, Τμήμα Φιλολογίας, Κατεύθυνση  Κλασική, Αθήνα, 2015. «Σεμινάριο Η’ Εξαμήνου: Αβδούλου Ελένη Επόπτης Καθηγητής: Καραδήμας Δημήτρης.

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος- Ωκεανογράφος

MS στην οργάνωση και Διοίκηση

Τέως Διευθύντρια του Υπουργείου Ανάπτυξης και Τροφίμων

Read Full Post »

Ο βοτανολόγος Θεόδωρος Ορφανίδης και η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου


 

Θεόδωρος Ορφανίδης

Ο Θεόδωρος Γ. Ορφανίδης, γεννήθηκε στη Σμύρνη, το 1817 από γονείς Χιώτες. Μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, η οικογένειά του αναγκάστηκε να μετακομίσει. Πέρασε τα παιδικά χρόνια του στη Σύρο και την Τήνο. Μετά την Απελευθέρωση η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και από το 1835 στην Αθήνα, όπου ο ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές σπουδές του και διορίστηκε γραφέας στο Υπουργείο Εσωτερικών.

Στην Αθήνα, επιδόθηκε – μιμούμενος τον Αλέξανδρο Σούτσο – στην πολιτική σάτιρα, εκδίδοντας την ποιητική συλλογή «Ο Μένιππος» (1836) και το περιοδικό «Ο Τοξότης» (1840).

Σε σατιρικό ποίημα της συλλογής του «Ο Μένιππος» προανήγγειλε την ίδρυση του Πανεπιστημίου με τους εξής ευρηματικούς στίχους: «θε να κάμωμεν ακόμα και μεγάλον και τρανόν / το Πανεπιστήμιόν μας εις την πόλιν Αθηνών. / Τότε θε να αναλάμψη στας Αθήνας η σοφία, / και τα καφενεία όλα θα γενούν διδασκαλεία. / Την σοφίαν τότε όλοι απ’ τ’ αυτιά θε να βαστούν, / και σοφίαν κ’ οι βαστάζοι άφευκτα θα εμπλησθούν».

Ωστόσο, επειδή ασκούσε δριμεία κριτική κατά της βαυαρικής αντιβασιλείας με τα γραπτά του, απολύθηκε από τη θέση του στο Υπουργείο και φυλακίστηκε για τρείς ημέρες.

Το 1844, με προσωπική παρέμβαση του Πρωθυπουργού, Ιωάννη Κωλέττη – ο οποίος ήθελε να τον απομακρύνει από την Αθήνα – πήγε με υποτροφία της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Παρίσι όπου σπούδασε Φυτολογία κοντά στους διακεκριμένους Καθηγητές Adrien de Jussieu, Adolphe – Théodore Brogniart, Joseph Decaisne και Achille Richard. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα διορίζεται, στις 11 Μαρτίου 1850, Έκτακτος Καθηγητής της Βοτανικής στο Πανεπιστήμιο και στις 18 Αυγούστου 1854 Τακτικός Καθηγητής, θέση στην οποία παρέμεινε για περισσότερο από τριάντα χρόνια.
Το 1862 συμμετείχε ως Πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου στη Β’ Εθνική Συνέλευση των Αθηνών, ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1867 – 1868 χρημάτισε Πρύτανης.

Υπήρξε ακούραστος ερευνητής της ελληνικής χλωρίδας (chloris hellenica) από το 1848, συλλέγοντας, καταγράφοντας και περιγράφοντας τα διάφορα είδη της, με αποτέλεσμα να διαθέτει μια ιδιαίτερα αξιόλογη συλλογή αποξηραμένων φυτών που αριθμούσε 45.000 είδη, η οποία το 1873 αγοράστηκε από τον ομογενή εθνικό ευεργέτη Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη για να παραχωρηθεί στη συνέχεια στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου.

Ταξίδεψε σε όλη την Ελλάδα μελετώντας συστηματικά τον φυτικό της πλούτο και δημοσίευσε τα πορίσματα των ερευνών του στο έργο του «Flora Graeca Exciccata». Οι μελέτες του αξιοποιήθηκαν από αρκετούς ευρωπαίους επιστήμονες και τον καθιέρωσαν στον επιστημονικό χώρο.

Με την ιδιότητα του Εφόρου του Βοτανικού Κήπου και του Δημόσιου Δενδροκομείου εισήγαγε στην Ελλάδα άγνωστα ως τότε καλλωπιστικά και άλλα φυτά (π.χ. ευκάλυπτος, φυστικιά κ.ά.) και δραστηριοποιήθηκε στο σχεδιασμό και τη δημιουργία δημόσιων πάρκων, προεξάρχοντος του Εθνικού (Βασιλικού) Κήπου.

Ανακάλυψε πενήντα περίπου είδη ελληνικών βοτάνων και έθεσε τις βάσεις της ελληνικής ονοματολογίας τους, μελετώντας τους αρχαίους (Λατίνους) συγγραφείς και εντοπίζοντας τις αρχαίες ονομασίες που εκείνοι έδιναν στα βότανα. Ασχολήθηκε με την ελληνική αμπελουργία και διέκρινε 111 ποικιλίες που καλλιεργούνταν στην Αττική από τις 480 και πλέον που καλλιεργούνταν σε όλη την Ελλάδα.

-Πήρε μέρος σε πολλά επιστημονικά συνέδρια και εξέδωσε το επιστημονικό περιοδικό «Γεωπονικά» (1872 – 1876), του οποίου κυκλοφόρησαν έξι τόμοι. Σκοπός των δημοσιευμάτων του περιοδικού ήταν «η παροχή γνώσεων καλλιέργειας και κτηνοτροφίας σε ύφος απλούν, συγγενεύον προς τα ήθη και την γλώσσαν των πλείστων αναγνωστών». Για το λόγο αυτό τα άρθρα του παρείχαν «επεξηγήσεις επιστημονικών και βοτανολογικών όρων καθώς και φυσικών, χημικών και κλιματολογικών γνώσεων χρησίμων για τον Γεωπόνο ο οποίος ασχολείται είτε με την καλλιέργεια των φυτών είτε με την ανατροφήν και περιποίησιν των ωφελίμων ζώων».

Στο περιοδικό υπήρχαν μόνιμες στήλες όπως: Δενδροκομία – Ανθοκομία, Στοιχεία βοτανικής αναγκαία εις πάντα άνθρωπον, Φυσικαί και χημικαί γνώσεις αναγκαίαι εις τον Γεωπόνον, Γεωργικά εργαλεία κ.ά., αλλά και άρθρα αφιερωμένα σε ειδικά θέματα. Στη στήλη «Διάφορα» αναφέρονταν γεωργικά και κτηνοτροφικά νέα από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Επίσης υπήρχαν υπέροχα σχεδιαγράμματα συνοδευτικά των κειμένων και παράθεση της επιστημονικής ονομασίας (στα λατινικά) των φυτών στα οποία γινόταν αναφορά. Κληροδότησε στο Πανεπιστήμιο μια πολύτιμη συλλογή του από ξύλα εκατόν πενήντα, περίπου, ελληνικών ειδών δέντρων.

Στις επιστημονικές εργασίες του περιλαμβάνονται: Περί της αυτοφυούς ελληνικής βλαστήσεως (Πρυτανικός Λόγος, 1868) – Catalogus systematicus herbariis florentine (1877) – Σύντομος πραγματεία περί τινών σπουδαίων φυτών, νεωστί καλλιεργηθέντων εν’ Ελλάδι (1870). Επίσης ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τόσο η Έκθεσή του σχετικά με την κατάσταση του Φυσιογραφικού Μουσείου του Πανεπιστημίου (1865), όσο και η Έκθεσή του προς την Πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου, σχετικά με την αγορασθείσα από τον Θεόδωρο Π. Ροδοκανάκη και δωρηθείσα στο νεοσύστατο Βοτανικό Μουσείο του Πανεπιστημίου φυτολογική συλλογή του (1874).

Η ακαδημαϊκής του σταδιοδρομία συμπορεύθηκε με τη λογοτεχνία και την ποίηση δημοσιεύοντας έργα του στο περιοδικό «Πανδώρα» και συμμετέχοντας, είτε ως υποψήφιος, είτε ως εισηγητής σε ποιητικούς διαγωνισμούς σε τρείς από τους οποίους διακρίθηκε.

Σύμφωνα με ένα άρθρο του περιοδικού Μπουκέτο – περιοδικό ποικίλης ύλης, του μεσοπολέμου – ο Ορφανίδης έγραψε τον «Καρασεβδαλή» λίγο πριν φύγει για τη Γαλλία, το 1844, όταν είχε έρθει στο Ναύπλιο για να αποχαιρετήσει τους εδώ φίλους του. Ήταν καλεσμένος από τον δήμαρχο Ναυπλίου Σπ. Παπαλεξόπουλο και στο αποχαιρετιστήριο τραπέζι το κρασί τελείωσε νωρίς, οπότε ο Ορφανίδης έστειλε την εξής έμμετρη παράκληση στην οικοδέσποινα, την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

ΤΗι ΚΑΛΛΙΟΠΗι ΠΑΠΑΛΕΞΟΠΟΥΛΟΥ

Δύο λάβετε φιάλας, κι αντ’ αυτών παρακαλώ σας
στείλατέ μου δύο άλλας, πλήρεις όμως και κλειστάς
από το γλυκύ σας μαύρο και από το κόκκινό σας,
το οποίον εμψυχώνει τους αψύχους ποιητάς.

Ο θεάνθρωπος Χριστός μας μετεποίησεν εις οίνον
πλήρεις ύδατος υδρίας εις τον γάμον του Κανά
Συ, Κυρά μου, χωρίς άλλο υπερβαίνεις και εκείνον
επειδή πληροίς δι’ οίνου τας φιάλας τας κενάς!

Η οικοδέσποινα,πιθανόν κολακευμένη από την ελαφρώς βέβηλη σύγκριση, έστειλε μια ντουζίνα μποτίλιες οίνου στην παρέα, και το βράδυ ο Ορφανίδης της παρουσίασε σε περγαμηνή το ποίημα Καρασεβνταλής (αυτός που έχει καρασεβντά, μεγάλο ερωτικό καημό).

Ο Καρασεβνταλής

Ποιός είδε νέον σεβνταλή, καρδιών ποιός είδε κλέφτη,
να εξυπνάει με το αχ! και με το βαχ! να πέφτει;
Ωσάν το χιόνι ν’ αναλεί, σαν το κερί να σβήνει,
και μοναχός το ντέρτι του να πικροκαταπίνει;
Εγώ τον είδα, κ’ εις εμέ εφάνη ο καημένος
ωσάν δερβίσης σκυθρωπός, σαν μπεκτασής θλιμμένος.
Για μιά μικρή Γενί-ντουνιά, πού’ δαν τα δυό του μάτια,
καρά-σεβντάς τον έπιασε, και θα γενεί κομμάτια.
Οπόταν τα μεσάνυχτα αργολαλούν οι κούκκοι,
πηγαίνει και της τραγουδεί με νάι και με μπουζούκι:

»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Είναι το άσπρο στήθος σου ταζέδικο κα’ι’μάκι,
του Αϊντίν-ισάρ χαλβάς το κάθε σου χεράκι,
μουχαλεμπί και γκιούλ-σερμπέτ ο αναστεναγμός σου,
και του Χατζή-Μπεκίρ λουκούμ ο τρυφερός λαιμός σου΄
ο κάθε λόγος σου γλυκός σαν ραβανί αφράτο
και σαν ζεστός σαράι-λοκμάς με μέλι μυρωδάτο.
Κι είν’ ο σεβντάς μου δυνατός, που να γραφεί δε φτάνει
κι αν γίνει ο ουρανός χαρτί κι η θάλασσα μελάνι.

Τι αγοράζεις κάρβουνα να ψήνεις το φαΐ σου;
Γιαγκίνι έχω στην καρδιά, που τ’ άναψες ατή σου!
Αντίκρυ μου τον τεντζερέ με το φαΐ σου στήσε,
και λάδι στο γιαγκίνι μου με μια ματιά σου χύσε!
Κι ευθύς που ένα Αχ εντέρ! το στόμα μου αναδώσει,
και το φαΐ σου θα ψηθεί κι ο τεντζερές θα λιώσει!
»Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! Κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω.

Εσύ ’σαι η χρυσή ουρί, και διά σε, ντουντού μου,
ή ντιπ θα χάσω, ή θα βρω το ρέμπελο το νου μου!
Κι εις το Τζενέτ, στους πρόποδας του πιλαφένιου όρους,
θε να περάσω μετά σού στιγμάς αγγελοφόρους.
Ο βουτυρένιος ποταμός και του μελιού το ρεύμα,
τόσον δεν θα ευχαριστούν του σκλάβου σου το πνεύμα,
όσο το νούρι σου, κουζούμ, και το γλυκό φιλί σου,
και όσο το ναζλίδικο και τρυφερό κορμί σου.

Αμάν, κουζούμ! αμάν, γιαβρούμ! κάνε, χανούμ, ινσάφι!
Μηδέ καλέμι ουλεμά το ντέρτι μου δε γράφει.
Για σένα εμπαΐλντισα εις τον ντουνιάν επάνω,
κι αν εγεννήθην σεβνταλής, ασίκης θ’ αποθάνω!»

Αυτά της λέει ο ντερτιλής και πριν ακόμα φύγει,
σαν του Τσεχνέμ το βάραθρον το στόμα του ανοίγει,
κι ελπίζων ιλαρότερος ο πόνος του να γίνει,
βώλον δραμίων είκοσι αφιόνι καταπίνει.

Πηγές


 

  • Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήμιον Αθηνών Τμήμα Βιολογίας- Ιστορικά Στοιχεία
  • Εθνικό Κέντρο Βιβλίου
  • Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών
  • Sarantakos.wordpress.com «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία».

 

Επιμέλεια Κειμένου
Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Read Full Post »

Παράκτιοι Απολιθωματοφόροι Σχηματισμοί – Ζωή του Παρελθόντος


 

Η ιστορία των φυσικών επιστημών δεν ακολουθεί μια γραμμική πορεία στον χρόνο.   Υπερφυσικές αντιλήψεις της πρώιμης ανθρώπινης σκέψης αλληλοκαλύπτονται με φιλοσοφικές θεωρήσεις για τον κόσμο, που και αυτές με την σειρά τους συμπλέκονται και συμπορεύονται με νεότερες επιστημονικές ιδέες βασισμένες στο πείραμα και την παρατήρηση. Επιπρόσθετα, οι οικονομικές, κοινωνικές και θρησκευτικές αντιλήψεις κάθε εποχής και τόπου, δημιουργούν τον καμβά πάνω στον οποίον παλιές και νέες ιδέες αλληλοσυγκρούονται.

Τα κάθε λογής υπολείμματα ή ίχνη οργανισμών (ζώων και φυτών) που διατηρούνται μέσα στους γεωλογικούς σχηματισμούς καλούνται απολιθώματα (από +λίθος=πέτρα, αγγλικά fossil, από το λατινικό fossilis=εξορυγμένος) (Stearn & Carroll 1989, Babin 1991).

Το απολίθωμα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του γεωλογικού περιβάλλοντος, που το φιλοξενεί (πέτρωμα) και των γεωλογικών διεργασιών που το δημιούργησαν, ενώ, παράλληλα, συνιστά τη μαρτυρία ενός οργανισμού που έζησε σε κάποιο πραγματικό παρελθόντα χρόνο και τόπο. Το απολίθωμα συμπυκνώνει στην ύλη και μορφή του πληροφορίες που καλούνται να ανιχνεύσουν και ερμηνεύσουν οι βιολογικές και γεωλογικές επιστήμες. Με άλλα λόγια, τα απολιθώματα είναι τα γράμματα με τα οποία ο πλανήτης μας γράφει την ιστορία του, ενώ τα στρώματα (πετρώματα) της Γης είναι οι σελίδες της.

 

Θωράκιο του Ταφικού Κύκλου Α των Μυκηνών, από κογχυλιάτη λίθο.

 

Τα απολιθώματα διακρίνονται σε δύο γενικές κατηγορίες: α) τα σωματικά απολιθώματα (body fossils), τα οποία αντιπροσωπεύουν διατήρηση σωματικού ιστού, συνήθως σκληρά εσω – ή εξω – σκελετικά μέρη ή σπανιότερα το σύνολο των σκληρών ή ακόμη πιο σπάνια και των μαλακών μερών του οργανισμού και β) τα ιχνοαπολιθώματα (trace fossils ή ichnofossils), τα οποία αποτελούν μαρτυρίες της παρουσίας και δράσης του οργανισμού χωρίς όμως να διατηρείται ο ίδιος (π.χ. ίχνη βάδισης, ερπυσμού).

 

Αμμωνίτης Επιδαύρου από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Ασκληπιείου Επιδαύρου.

 

Η χρονική κλίμακα της Παλαιολιθικής προιστορίας στηρίζεται στην γεωλογική κλίμακα του χρόνου και σε αλληλένδετα γεωλογικά-κλιματικά φαινόμενα, όπως οι παγετώδεις και οι μεσοπαγετώδεις περίοδοι του Τεταρτογενούς.

Το Τεταρτογενές που είναι η πιο σημαντική περίοδος για την εξέλιξη του Ανθρώπου (HOMO SAPIENS – Ο Σοφός Άνθρωπος) χωρίζεται σε: Πλειστόκαινο (από 1,8 εκατ. χρόνια έως 10.000 χρόνια πριν από σήμερα) και Ολόκαινο (από 10.000 χρόνια έως σήμερα), που είναι δύο πολύ σημαντικές περίοδοι της εξέλιξης.

Στο Πλειστόκαινο, που είχε διάρκεια 1,8 εκατ. χρόνια, υπήρξαν τέσσερις παγετώδεις περίοδοι με τα αντίστοιχα μεσοπαγετώδη διαστήματα. Μέσα στο Πλειστόκαινο εξαφανίστηκε ο Homo habilis (Ο ικανός άνθρωπος), και εμφανίστηκαν ο Homo erectus (ο όρθιος άνθρωπος) πριν 1,6 εκατ. χρόνια, ο Homo sapiens neandertalis πριν 80.000 χρόνια και ο Homo sapiens sapiens (ο σοφότατος άνθρωπος) πριν 35.000 χρόνια. Η Πλειστοκαινική περίοδος συμπίπτει σχεδόν  με την Παλαιολιθική εποχή. Στα απολιθώματα δόθηκε  υπερφυσική διάσταση, μέσα στο γενικό κλίμα δεισιδαιμονικών και μυθολογικών θεωρήσεων για την φύση, που φαίνεται  να κυριαρχεί και στην αντίληψη των πρώτων ιστορικών χρόνων.

Ο Ξενοφάνης ο Κολοφώνιος (570 π.Χ. – 480 π.Χ.)

Μια νέα αντίληψη αρχίζει να διαμορφώνεται από το 700 π.χ, στην αρχαία Ιωνία. Εκεί  Έλληνες φιλόσοφοι θέτουν τους θεμέλιους λίθους της επιστήμης. Μερικοί απ’ αυτούς όπως, ο Θαλής ο Μιλήσιος (640-550 π.χ), ο Αναξίμανδρος (610-545 π.χ), ο Πυθαγόρας (580-500 π.χ), ο Ξενοφάνης  ο Κολοφώνιος (570-480 π.χ) και ο Ηρόδοτος (484-425 π.χ) θα αναγνωρίσουν την οργανική προέλευση των απολιθωμάτων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002, Παυλίδης 2007). Γι αυτούς  τα απολιθωμένα όστρακα σε διάφορες περιοχές της ενδοχώρας του τότε γνωστού κόσμου, αποτελούν μαρτυρίες της αλλοτινής παρουσίας της θάλασσας εκεί.

Σχεδόν δύο αιώνες μετά, ο Αριστοτέλης (384-322 π.χ) στα Μετεωρολογικά του, θα ενστερνισθεί τις απόψεις αυτές θεωρώντας ότι τα απολιθωμένα όστρακα υπήρξαν κάποτε ζώντες οργανισμοί. Ωστόσο, παρανοήσεις επικρατούν μέχρι και τον Μεσαίωνα (500-1450 μ.Χ.), συνδυάζοντας δύο αντιθετικές αντιλήψεις για την ιστορία της Γης και της Ζωής:

Την αριστοτέλεια φιλοσοφία αφενός, που θεωρεί τον κόσμο, τα φυτά και τα ζώα αιώνια, αδημιούργητα και αμετάβλητα και αφετέρου την αναδυόμενη στον δυτικό κόσμο βιβλική διδασκαλία, που θεωρεί το σύμπαν και τα περιεχόμενά του δημιουργήματα του Θεού και την ηλικία της πλάσης μόλις μερικών χιλιάδων χρόνων (Kuban 2000, Δερμιτζάκης & Τσούρου 2002). Στον Μεσαίωνα τα απολιθώματα αντιμετωπίζονται ως έργα του Θεού ή του Διαβόλου, ιδιοτροπίες της φύσης υπολείμματα του κατακλυσμού του Νώε ή το αποτέλεσμα «πλαστικής δύναμης» (vis plastica), μιας ακαθόριστης ενδογενούς διεργασίας της Γης.

Ο πολυσχιδής αναγεννησιακός ζωγράφος Λεονάρντο ντα Βίντσι (1452-1519) σηματοδοτεί την είσοδο στην περίοδο του πολιτιστικού κινήματος της Αναγέννησης (14ος-17ος αιώνας), κατά την οποία αναπτύσσεται η σύγχρονη επιστημονική μέθοδος, που αλλάζει οριστικά τον τρόπο μελέτης του κόσμου (Kuban 2000, Δερμιτζάκης 2002). Παρατηρώντας απολιθώματα στα ιζήματα της Λομβαρδίας όπου κατοικούσε σημειώνει: Πάνω από τις πεδιάδες της Ιταλίας, όπου σήμερα πετάνε σμήνη πουλιών, κολυμπούσαν κάποτε κοπάδια από ψάρια. Διαπίστωσε επιπλέον ότι οι διάφοροι ορίζοντες απολιθωμάτων αντιστοιχούν σε διαφορετικούς χρόνους δημιουργίας/καταστροφής, αμφισβητώντας  με τεκμήρια την ευρύτατη διαδεδομένη αντίληψη πως όλα προέρχονται από τον βιβλικό Κατακλυσμό. Είναι η εποχή του Γαλιλαίου, του Νεύτωνα, του Ντεκάρτ, του Μπέικον κ.ά. Εντούτοις, η κοινή αντίληψη αλλά και μεγάλη μερίδα των λογίων της εποχής , εξακολουθούν να πιστεύουν  πως τα απολιθώματα προέρχονται από τον κατακλυσμό του Νώε ή άλλες καταστροφές που συνέβησαν λίγες μόλις χιλιάδες χρόνια πριν.

Στα τέλη του 17ου και αρχές 18ου αιώνα, η επιστημονική επανάσταση θα οδηγήσει την Γαλλία και άλλες ευρωπαικές χώρες στον Διαφωτισμό, της ανερχόμενης αστικής τάξης του Βολταίρου, του Μοντεσκιέ, του Ντιντερό,του Ρουσσώ κ.ά.

Η γαλλική Επανάσταση (1789-1799) θα φέρει μία ακόμη καινοτομία στις επιστήμες της φυσικής ιστορίας. Οι διατηρούμενες από την Αναγέννηση ιδιωτικές συλλογές αξιοπερίεργων αντικειμένων (συμπεριλαμβανομένων των απολιθωμάτων, γνωστές ως Cabinet de Curiosites ή Wunderkammer (Δωμάτια Αξιοπερίεργων ή Θαυμάτων) θα φύγουν από τα χέρια της εκπίπτουσας αριστοκρατίας του 18ου αιώνα, δημιουργώντας τα πρώτα δημόσια ευρωπακά Μουσεία Φυσικής Ιστορίας. Είναι γνωστο ότι μέσα από το σύνολο των υλικών καταλοίπων ανθρωπογενών αλλά και ζωικών/φυτικών που έρχονται στο φως σε μια αρχαιολογική ανασκαφή, μια ξεχωριστή κατηγορία που χρήζει ειδικής μελέτης είναι αυτή των μαλακίων.

Τα μαλάκια συνιστούν μια συνομοταξία του ζωικού βασιλείου που χαρακτηρίζεται από τεράστια ποικιλομορφία ειδών. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός τους φτάνει τα 150.000 αρτίγονα είδη και είναι η δεύτερη συνομοταξία μετά τα αρθρόποδα. Μαλάκια σημαίνει ζώα με μαλακό σώμα και στην πλειοψηφία τους καλύπτονται από σκληρό κέλυφος.

Tο μέρος του μαλακίου που αντιστέκεται στη φθορά του χρόνου είναι το  εξωτερικό του κέλυφος, αποκτώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο αρχαιολογική αξία. Το όστρεο, λοιπόν, στα μαλάκια εκκρίνεται από την εξωτερική αδενική επιφάνεια του μανδύα, ο οποίος καλύπτει το μαλακό σώμα του ζώου.  Tα εξωτερικά κελύφη των μαλακίων (με εξαίρεση τα πολυπλακοφόρα) είναι βασικά όμοια: υπάρχει ένα εξωτερικό στρώμα, το περιόστρακο, που αποτελείται από κεράτινη ουσία, την κογχυολίνη, και χρωστικές. Το στρώμα αυτό προστατεύει τα υποκείμενα στρώματα από οξέα που περιέχονται στο νερό και δίνει το χρώμα στο κέλυφος. Έχει οργανική σύσταση και δε διασώζεται αρχαιολογικά. Το υπόλοιπο κέλυφος είναι ασβεστιτικό.

Χάρις στην αξιοσημείωτη ανθεκτικότητά τους σε συνθήκες φυσικής ή χημικής διάβρωσης,-γεγονός που οφείλεται στην παρουσία του ανθρακικού ασβεστίου στην σύστασή τους -τα θαλάσσια μαλάκια αποτελούν σύνηθες εύρημα αρχαιολογικών θέσεων και ιδιαίτερα αυτών που βρίσκονται κοντά στην θάλασσα.

Τα μαλάκια, είτε προέρχονται από την θάλασσα, είτε είναι του γλυκού νερού ή και χερσαία, συνιστούν μια κατηγορία του ζωικού βασιλείου που απ’ ότι φαίνεται αποτέλεσε αντικείμενο συλλογής και κατανάλωσης από τον άνθρωπο, μάλλον σ’ ένα ύστερο στάδιο της εξέλιξής του, γύρω στα 300.000 χρόνια από σήμερα (Claassen 1998).

Η συστηματική εκμετάλλευση οστράκων διαπιστώνεται αρχαιολογικά, σε οικουμενική κλίμακα μόλις κατά την γεωλογική περίοδο του Ολόκαινου (περίπου 10.000 χρόνια από σήμερα). Τα ευρήματα της παλαιολιθικής περιόδου είναι περιορισμένα, γεγονός που ίσως οφείλεται στις δραματικές αλλαγές που γνώρισε η επιφάνεια και το κλίμα του πλανήτη κατά το πέρας του Πλειστόκαινου, με πιο βασική την άνοδο της στάθμης της θάλασσας, που με την σειρά της οδήγησε στον καταποντισμό απέραντων παραθαλάσσιων εκτάσεων.

Με την έναρξη του Ολοκαίνου και την σταδιακή σταθεροποίηση των ακτογραμμών στην κατάσταση που είναι σήμερα, διαπιστώνεται μια αλλαγή και αρχίζει πλέον η συστηματική κατανάλωση οστρέων από τον άνθρωπο σε παγκόσμιο επίπεδο, από την Ιαπωνία μέχρι την Γη του Πυρρός και από την Καλιφόρνια έως την Τασμανία.

Στην Ελλάδα, οι πρώτες μνείες για μαλακολογικό υλικό γίνονται από τον Τσούντα στο έργο του για τις Κυκλάδες το 1898-1899, μόλις το 1968.

Ο N. j. Shackleton στήνει τον θεμέλιο λίθο στην έρευνα, δημοσιεύοντας τις πρώτες συστηματικές μελέτες για τα είδη των μαλακίων που συλλέχθηκαν από τις ανασκαφές στην νεολιθική Κνωσσό (1968). Αξιοσημείωτη είναι η ογκώδης και συνάμα φιλόδοξη εργασία της Judith C. Shackleton για τα μαλάκια από το σπήλαιο Φράχθι της Αργολίδας (1988).

Τα μαλάκια υπήρξαν, ανέκαθεν, μια από τις θεμελιώδεις πηγές διατροφής του προϊστορικού ανθρώπου στο Αιγαίο. Τόσο τα θαλάσσια όσο και του γλυκού νερού, αλλά και τα χερσαία, έπαιζαν πάντοτε έναν ρόλο έστω και περιορισμένο στο διατροφικό σύστημα των διαφόρων κοινωνιών του πλανήτη. Οι λόγοι που συνετέλεσαν σ’ αυτό είναι αφενός η ευκολία με την οποία συλλέγονται και αφετέρου η θρεπτική τους αξία (Καραλή 2001). Το κέλυφος των μαλακίων χρησιμοποιήθηκε ευρέως από τον προϊστορικό άνθρωπο (αλλά μέχρι και σήμερα) ως αντικείμενο διακόσμησης. Εκτός από κόσμημα, το όστρεο του μαλακίου χρησιμοποιήθηκε από τον άνθρωπο και ως εργαλείο, για το σχήμα του, την ευκολία κατεργασίας του και την ανθεκτική του φύση.

Όπως έχει αποδειχτεί, τα όστρεα κατά την προϊστορία χρησίμευσαν και ως ανταλλάξιμα προϊόντα που μάλιστα, μέσω πολύπλοκων δικτύων ταξίδευαν εκατοντάδες χιλιόμετρα στην ενδοχώρα της Ευρώπης. Ο λόγος γίνεται για τα περίφημα βραχιόλια από Spondylus (σπανιότερα και από Glycimeris) τα οποία κατά τη διάρκεια της Μέσης και Νεότερης νεολιθικής είχαν αποκτήσει μεγάλη ανταλλακτική αξία, γι’ αυτό και τα βρίσκουμε σε προϊστορικές θέσεις των Βαλκανίων και της ανατολικής Ευρώπης (Karali 1999: 47).

Όπως με όλα τα αντικείμενα του υλικού πολιτισμού και του φυσικού περίγυρου του ανθρώπου, έτσι και στα κοχύλια είχαν αποδοθεί ιδιότητες συμβολικές ήδη από τα πανάρχαια χρόνια. Ο χρωματισμός της επιφάνειάς τους, το σχήμα, το μέγεθος είναι οι πιο εμφανείς παράγοντες για την απόκτηση μιας πλειάδας συμβολισμών που έχουν σχέση αφενός με τη γυναικεία γονιμότητα και σεξουαλικότητα και αφετέρου με την επιθυμία για ευτυχισμένο βίο, για ευζωία (Claassen 1998: 203).

Τα μαλάκια, εκτός από τις πληροφορίες που μας προσφέρουν για τις διατροφικές, κοινωνικές και γενικότερες πολιτιστικές συνήθειες των προϊστορικών πληθυσμών, αποτελούν αξιόλογους αρχαιοπεριβαλλοντικούς δείκτες (Καραλή 2002α: 745).

Η γνώση των τόπων διαβίωσης, το σχήμα και μέγεθος του οστρέου καθώς και η χημική ανάλυση της σύστασής του παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για το μορφοκλιματολογικό πλαίσιο της εποχής, δηλαδή την παλαιογεωγραφία, τις κλιματικές συνθήκες και την πανίδα της εκάστοτε περιοχής. Έτσι για παράδειγμα, σε ιζήματα μιας θαλάσσιας επίκλυσης που έγινε στο Πλειστόκαινο (Τυρρήνιο) συναντάμε συνήθως τα χαρακτηριστικά είδη Natica lactea, Strombus bubonius, Conus guinaicus που δείχνουν θερμή μεσοπαγετώδη εποχή.

Το Strobus bubonius είναι ένα γαστερόποδο που έζησε στην τελευταία Μεσοπαγετώδη  Περίοδο του Πλειστοκαίνου, όταν  το επίπεδο της θάλασσας ήταν πέντε (5) μέτρα υψηλότερα από ότι είναι σήμερα. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, το strombus bubonius αποτελεί τον «μάρτυρα»  που δείχνει ότι η θερμή θάλασσα από το Γιβλαρτάρ εισχώρησε στην Μεσογειακή λεκάνη.

 

Strombus bubonius

 

Στην ακτή Αρβανιτιάς, στο Ναύπλιο, είναι γνωστή απολιθωματοφόρος εμφάνιση Τυρρηνίου που περιγράφεται από τον Keraudren (1970-72). Αντιπροσωπεύεται από επικλυσιγενή κροκαλοπαγή και ψηφιδοκροκαλοπαγή, εντός των οποίων διατηρούνται τα πλέον ανθεκτικά απολιθώματα Strombus bubonius.

 

Λεπτομέρεια της εμφάνισης strombus bubonius στην ακτή της Αρβανιτιάς.

 

Στην παραλία της Αρβανιτιάς, ο βράχος είναι ασβεστόλιθος, που έχει υποστεί έντονη διαγένεση και το υλικό από το οποίο προήλθε είναι ο άργιλος Πρόκειται σύμφωνα με τους γεωλόγους για «νεαρό βράχο», μόλις 120.000 ετών ή και νεότερο μόλις 80.000 ετών!

 

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

MS, στην Οργάνωση και Διοίκηση, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πολυ(δ)ίψιον Άργος  – Μυθολογία και Γεωλογία |Μαρία Βασιλείου, Βιολόγος-Ωκεανογράφος


 

Η Γεωμυθολογία είναι το διεπιστημονικό πεδίο, που προσπαθεί να ανακαλύψει την σχέση των αρχαίων μύθων και του παλαιοπεριβάλλοντος, δηλαδή του γεωλογικού περιβάλλοντος των πρώτων ανθρώπων, μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι πρώιμοι πολιτισμοί [1].

Οι γεωλογικές διεργασίες που οφείλονται σε γεωλογικά γεγονότα, όπως, οι κλιματοευστατικές κινήσεις, η ανύψωση ή η μείωση των πάγων, οι κλιματικές αλλαγές, οι προσχώσεις νήσων, ακτών οι αλλαγές στις κοίτες των ποταμών έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην μετανάστευση των ειδών και στην εγκατάσταση των πρώτων ανθρώπων. Τα μεμονωμένα γεωλογικά γεγονότα, όπως οι εκρήξεις ηφαιστείων, οι πλημμύρες, οι σεισμοί, οι κατολισθήσεις, οι κομήτες αλλάζουν επίσης δραστικά την ζωή ολόκληρων εθνών μόνιμα ή προσωρινά και εξ αιτίας των απότομων μεταβολών που προκαλούν, αποτελούν υλικό των μύθων. Αυτό το αδιαμόρφωτο σύνολο διασπάσθηκε στην συνέχεια, σε ό,τι αποτέλεσε τις ξεχωριστές πλευρές της ανθρώπινης σκέψης, την επιστήμη, την τέχνη, την θρησκεία, την φιλοσοφία.

Μεταξύ του 18.000 και 6.000 b.p. στον «Ελληνικό χώρο» συνέβησαν έντονες γεωπεριβαλλοντικές αλλαγές, που αποτέλεσαν για τους κατοίκους του Αιγαίου τραυματικά γεγονότα. Επίσης οι κλιματικές ανακατατάξεις των τελευταίων 18.000 χρόνων μετέβαλλαν δραστικά και την μορφολογία του χώρου.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα καιρικά φαινόμενα ήταν σημαντικά για τον άνθρωπο εκείνης της εποχής που είχε περάσει από το στάδιο του τροφοσυλλέκτη στο στάδιο του τροφοπαραγωγού και εξαρτιόταν από την καλλιέργεια της γης.

Κατά τον καθηγητή Η. Μαριολάκο, οι μάχες μεταξύ γενεών των θεών και μεταξύ θεών, για τις οποίες έγραψαν ο Ησίοδος και ο Όμηρος, πρέπει να έγιναν στην περίοδο των σφοδρών ανακατατάξεων του 18.000 και 6.000 b.p.

Ο μύθος αρχικά, ήταν ο καθημερινός λόγος των πρωτόγονων ανθρώπων, ο οποίος βρισκόταν σε άμεση εξάρτηση με την εμπειρία τους. Στον λόγο αυτό συνυπάρχουν η πραγματική αιτία, αλλά και ένας ποιητικός, δεισιδαιμονικός τρόπος σκέψης που αποτελούσε κάποτε ολόκληρη την πνευματική ζωή της κοινωνίας και το έδαφος πάνω στο οποίο διαμορφώθηκε η ανθρώπινη σκέψη [2]. Οι άνθρωποι λοιπόν, «ερμήνευσαν» και «χρέωσαν»  τις καταστροφές που συνέβησαν στους Θεούς τους, οι οποίοι πολλές φορές στην προσπάθειά τους να επιβληθούν παρουσιάζονται εξαπατητές, ψεύτες και ανήθικοι σαν εγκληματίες [3].

Όταν η περιοχή πήρε τη σημερινή της μορφή, η γη έπαψε να οργιάζει και οι νέοι θεοί ήταν υπεύθυνοι γι αυτό το καλό. Ίσως η νέα γενιά θεών συμβολίζει και την νέα μορφή του φυσικού περιβάλλοντος που αντικατέστησε το προηγούμενο.

Φαίνεται λοιπόν ότι οι μύθοι ενός λαού είναι σαν ιστορικά ντοκουμέντα προφορικής παράδοσης που περιέχουν και μνήμες επεξήγησης  των γεωλογικών φαινομένων, που έδωσαν και την αφορμή στην επινόησή τους. Οι μύθοι αυτοί διασκορπίσθηκαν και επηρέασαν τους γύρω πολιτισμούς και σε κάποιες περιπτώσεις έφτασαν μέχρι και την σημερινή εποχή [4].

 

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

Ας δούμε πως περιγράφει Ο Στράβων στα «Γεωγραφικά» του την αργολική πεδιάδα

Πολυ(δ)ίψιον Άργος

«Η δε πόλις του Άργους έχει κτιστεί σε έδαφος γενικώς επίπεδο και έχει ως ακρόπολη λόφο, ο οποίος λέγεται Λάρισα και του οποίου ο περίβολος είναι αρκετά ισχυρός, στην κορυφή του δε υπάρχει ναός του Δία΄ρέει δε πλησίον της πόλης ο ποταμός Ίναχος, είδος χειμάρρου γεμάτου με χαράδρες, που πηγάζει από το όρος Λύρκειο. Στον μύθο ως γνωστόν ο ποταμός αυτός έχει άλλη πηγή, αλλά όπως είπαμε παραπάνω, αυτό είναι πλάσμα των ποιητών. Πρέπει δε να υπάρχει επίσης πλάσμα των ποιητών στην παράδοση η οποία μας λέει ότι το Άργος στερούνταν τελείως νερού, πριν ή «οι Δαναοί από τον ξηρό αυτό τόπο κάνουν τόπο δροσερό και υγρό».

Όλη πράγματι η χώρα γύρω από την πόλη είναι χαμηλή και αυλακώνεται από ρεύματα υδάτων ή είναι καλυμμένη από λίμνες και έλη και η ίδια η πόλη τροφοδοτείται άφθονα με νερό από πηγάδια, τα οποία συναντά κανείς σε κάθε βήμα και τα οποία είναι πολύ αβαθή. Έχουν μόνο άδικο να κατηγορούν τον Όμηρο γι’ αυτό και για το ότι προσπαθεί να παρασύρει και εμάς στην πλάνη: «και εγώ θα επέστρεφα γεμάτος όνειδος στο ξηρό Άργος». Εδώ πράγματι η λέξη πολυδίψιον βρίσκεται αντί της λέξης πολυπόθητον και έχει την σημασία του πολύ αγαπητού, το οποίο πολλοί διψούν.Ίσως η αληθινή γραφή είναι πολυίψιον, χωρίς δ, όπως είναι η λέξη πολύφθορο στο Σοφοκλή «και ο οίκος αυτός των Πελοπιδών τόσο σκληρά χτυπημένος», γιατί το ρήμα ίψασθαι σημαίνει κάποια φθορά και βλάβη «τώρα μεν δοκιμάζει, αμέσως δε έπειτα η οργή του θα στραφεί κατά των γιών των Αχαιών». Πρέπει να προσθέσουμε ότι στο εν λόγω χωρίο δεν πρόκειται για την πόλη του Άργους, στην οποία δεν έμελλε να γυρίσει ο Αγαμέμνονας, αλλά για ολόκληρη την Πελοπόννησο, η οποία δεν είναι και αυτή βεβαίως διψασμένη από νερό… Ένας ποταμός, ο οποίος διαρρέει το έδαφος του Άργους είναι ο Ίναχος.Υπάρχει όμως και άλλος ποταμός, ο Ερασίνος, ο οποίος πηγάζει από την Στυμφαλία και μάλιστα από την εκεί λίμνη που λέγεται Στυμφαλίδα, η οποία υπήρξε τόσο ονομαστή για τα φτερωτά εκείνα τέρατα, τα οποία ονομάζονταν και αυτά Στυμφαλίδες όρνιθες και τα οποία ο Ηρακλής έδιωξε από εκεί με τα χτυπήματα του τόξου του και βοηθούμενος από τον θόρυβο των τυμπάνων.’Αλλά λένε ότι ο ποταμός αυτός, προτού εισέλθει στην Αργολίδα και διασχίσει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους, δηλαδή ο Ερασίνος, χάνεται κάτω από τη γη και έπειτα εμφανίζεται και γεμίζει νερά την πεδιάδα……πρέπει να μνημονεύσουμε και πηγή που βρίσκεται κοντά στην Λέρνα και λέγεται Αμυμώνη. Η δε Λέρνα, η οποία ανήκει στο έδαφος του Άργους και των Μυκηνών, υπήρξε το μέρος όπου ο Ηρακλής κατά τον Μύθο φόνευσε την Ύδρα. Για τους καθαρμούς δε που γίνονταν στα ύδατα της λίμνης αυτής, προήλθε η παροιμιώδης έκφραση: «ολόκληρη η Λέρνα γεμάτη από κακά». Η χώρα μεν ολόκληρη παραδέχονται, ότι είναι γεμάτη από νερά, λένε όμως ότι αυτή η πόλη είχε κτισθεί σε τοποθεσία άνυδρη, έχει όμως πολλά φρέατα, τα οποία οφείλει στην ευτυχή ανακάλυψη των θυγατέρων του Δαναού, από αυτό αναφέρουν τον στίχο του Ησίοδου «Άργος στερούνταν ύδατος αλλά χάρη στις Δαναίδες, το ύδωρ αφθονεί σ’αυτό. Δείχνουν δε ακόμη και  σήμερα τέσσερα από τα φρέατα αυτά, τα οποία θεωρούνται ιερά και τυγχάνουν εξαιρετικού σεβασμού, επιμένουν δε να μας δείχνουν την ξηρότητα του εδάφους μέσα στην αφθονία των υδάτων» [5].

 

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

Τοπίο στον Ίναχο. D. Cox jun. Από το βιβλίο του Christopher Wordsworth, «Greece Pictorial, Descriptive and Historical». London 1844.

 

Στην Πρώιμη εποχή του χαλκού η στάθμη της θάλασσας ήταν 4,7 χλμ πάνω από την σημερινή ακτογραμμή και φυσικά η αργολική πεδιάδα ήταν καλυμμένη από νερό. Είχε σχηματισθεί ένα φυσικό παράκτιο φράγμα και μία λίμνη γλυκού νερού, που εκτεινόταν από την Λέρνα ως το Άργος, ενώ η υπερχείλιση του Ίναχου είχε κάνει τις πεδιάδες που διέσχιζε, πολύ εύφορες. Στην Αργολίδα άλλωστε, αποδίδεται  ο κατακλυσμός του Ίναχου, που συνδέεται με τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.

Όταν αργότερα τα νερά αποσύρθηκαν, από κλιματοευστατικές μεταβολές, ολόκληρο το Αργό πεδίο μετατράπηκε σε εύφορο τόπο. Έτσι μπορεί να δικαιολογείται και ο μύθος που λέει ότι ο Φορωνέας, απόγονος του Ίναχου, συγκέντρωσε σε άστυ τους ανθρώπους που μέχρι τότε ζούσαν στα βουνά. Με την αποστράγγιση της πεδιάδας σχετίζεται και μύθος που λέει ότι ο Ίναχος έκρινε τη διαφορά μεταξύ Ήρας και Ποσειδώνα για την κατοχή του Άργους και όταν ψήφισε υπέρ της Ήρας, ο Ποσειδώνας του επέτρεψε να έχει νερά μόνο τον χειμώνα, τον μετέτρεψε δηλαδή σε χείμαρρο [6].

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν - εκτός της Υπερμνήστρας - από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

Το μαρτύριο των Δαναίδων. Μετά την δολοφονία των συζύγων τους καταδικάστηκαν – εκτός της Υπερμνήστρας – από τους Κριτές του Κάτω Κόσμου να γεμίζουν με νερό ένα τρύπιο πιθάρι. Ένα ακόμη χαρακτικό από τα 60 της συλλογής Mr Favereau, τα οποία δημοσίευσε ο Αbbe de Marolles, στο βιβλίο του « Ο Ναός του Μουσών».

Ο Δαναός (2850-500 π.χ), που πιθανόν ήρθε αυτήν την περίοδο, βρήκε το Άργος άνυδρο. Το τρύπιο πιθάρι (τετρημένος πίθος) που οι πενήντα κόρες του Δαναού καταδικάσθηκαν να προσπαθούν αιώνια να γεμίσουν στον Άδη, είναι μια οπτικοποιημένη και μυθολογική αναλογία για το πώς μάζες νερού χάνονται από την επιφάνεια μέσα σε καρστικούς λάκκους και καταβόθρες.Το πιθάρι πιθανώς απεικονίζει συγκεκριμένα τα καρστικά ανοίγματα, τα χάσματα και τις ρωγμές μέσω των οποίων τα επιφανειακά ύδατα βυθίζονται [7].

Ο Ηρακλής αντίθετα ήρθε στην περιοχή όταν αυτή είχε μετατραπεί σε έλος [8]. Ο Η. Μαριολάκος [9], δίνοντας μια γεωμυθολογική ερμηνεία της Λερναίας Ύδρας αναφέρει τα εξής: «Η πηγή της Λέρνας είναι μια τυπική καρστική πηγή, που συνδέεται υπογείως με καταβόθρες με μία ορεινή λεκάνη απορροής. Μια τέτοια πηγή εκβάλλει από πολλά σημεία, ανάλογα με την εποχή του έτους και τα ατμοσφαιρικά κατακρημνίσματα. Κάθε κεφάλι αποτελεί ένα σημείο εκροής. Ακόμα όμως και αν το νερό είναι λίγο, το κεντρικό στόμιο της Λέρνας δεν έχει ποτέ στερέψει. Αν προσπαθήσει κανείς κλείνοντας το άνοιγμα να αποκόψει τη ροή σ’ ένα σημείο της πηγής, το νερό θα εκβάλλει από άλλα δύο ίσως και περισσότερα σημεία, αφού η πηγή αποτελεί ένα υπόγειο σύστημα συγκοινωνούντων αγωγών. Το κόψιμο τελικά και της αθάνατης κεφαλής συμβολίζει την διευθέτηση από τον ήρωα, της ροής του νερού προς την θάλασσα. Οι άθλοι του Ηρακλή με την Λερναία Ύδρα και τις Στυμφαλίδες Όρνιθες σχετιζονται με υδραυλικού περιεχομένου έργα του ήρωα. Άλλωστε όλοι οι γεώμυθοι του Ηρακλή σχετίζονται με το γεωπεριβάλλον του τόπου στον οποίον αναφέρονται και αφορούν εγγειοβελτιωτικά και υδραυλικά έργα που καλυτέρεψαν την ζωή των κατοίκων των περιοχών αυτών ή εμπλέκονται με ιδιαίτερες συνθήκες και γεωλογικά μορφώματα [10].

 

Στην παραπάνω εικόνα αποτυπώνεται η ανασύσταση της περιοχής του Άργους σε διάφορες περιόδους. (Λυριτζής, Ραυτοπούλου, 1998).

Στην παραπάνω εικόνα αποτυπώνεται η ανασύσταση της περιοχής του Άργους σε διάφορες περιόδους. (Λυριτζής, Ραυτοπούλου, 1998).

 

Οι παραπάνω μύθοι για την ίδια περιοχή μιλούν για διαφορετικές υδρογεωλογικές συνθήκες π.χ ο μύθος για τον Δαναό μιλά για ανυδρία, ο μύθος για τον Ηρακλή μιλά για έλος και ο μύθος για τον Ποσειδώνα και την Ήρα για ποτάμια που στερεύουν καθώς και για γεωλογικούς σχηματισμούς που έχουν χαθεί, όπως η Αλκυονία λίμνη και το έλος της Λέρνας.

Γενικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η περιοχή του Άργους υπέστη, από την Εποχή του Χαλκού και μετά, έντονες φυσικογεωλογικές μεταβολές, που αποτυπώθηκαν στην μνήμη των κατοίκων και μεταφέρθηκαν στις επόμενες γενιές, μέσω των μύθων.

 

 Υποσημειώσεις


[1] Μαριολάκος, 2005.

[2] Λάμπρου, 2003.

[3] Μαριολάκος, 2005.

[4] Piccardi et Masse, 2007.

[5] Στράβων, Γεωγραφικά 8.6.7. μετάφραση Πάπυρος, 1975.

[6]  Απολλόδωρος 2.1.4 Παυσανίας 8.22.2.

[7]  Clendelon,2009.

[8] Λυριτζής, Ραυτοπούλου, 1998.

[9] Μαριολάκος, 1998.

[10] Μαριολάκος, 2011 Γεωμυθολογική προσέγγιση των άθλων και των άλλων έργων του Ηρακλή.

 

Βιβλιογραφία


  • Λυριτζής Ι., Ραυτοπούλου Μ., (1998), «Αργολίδα: Σύνδεση των προϊστορικών μύθων με τα γεω-περιβαλλοντικά και αρχαιολογικά στοιχεία», Περιοδικό Αρχαιολογία και Τέχνες, Τεύχος 69, σελ. 60-66.
  • Μαριολάκος Ηλίας, (2005), «Έριδες μεταξύ των Θεών στην Ελληνική Μυθολογία. Μία Γεωμυθολογική– Φυσικογεωλογική Προσέγγιση», Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Σώμα Ομοτίμων Καθηγητών.
  • Ψύχας Π, (2006), …100.000 χρόνια ανθρώπινης παρουσίας στην Αργολίδα, Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Νέας Κίου.
  • Μαριολάκος Ηλίας, (2010), «Γεωμυθολογική προσέγγιση των άθλων και των άλλων έργων του Ηρακλή», εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 26-1-2010.
  • Γεωμυθολογία http://geomythology.awardspace.com/2008
  • Διδακτορική Διατριβή, Σοφία Φαρμάκη,(2013) «’Ατλας Γεωμυθολογίας της Πελοποννήσου, σύνδεση αρχαιολογίας και γεωλογίας», Πάτρα 2013.

Μαρία Βασιλείου

Βιολόγος-Ωκεανογράφος

MS, στην Οργάνωση και Διοίκηση, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »