Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Στρατιωτικοί’

Προσωπογραφίες: Χουρσίτ  Πασάς 

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

Ο Χουρσίτ πασάς, Καυκάσιος χριστιανικής καταγωγής που εξισλαμίστηκε. Μετά την επιτυχή καταστολή της επανάστασης των Σέρβων, το Νοέμβριο του 1820 διορίσθηκε διοικητής της Πελοποννήσου (μόρα βαλεσής) με έδρα την Τριπολιτσά και αρχηγός (σερασκέρης) της εκστρατείας κατά του αποστάτη Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Όταν το 1822 περιέπεσε στην δυσμένεια του σουλτάνου αυτοκτόνησε.

  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Λιθογραφία, Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier, Τυπ. P. Simonau, Λονδίνο, Φεβρουάριος 1826.

«Η δε Οθωμανική Πόρτα από μεν τον κατά του Αλή Πασά πόλεμον δεν παρητήθη, υπώπτευε δε και τα των Ελλήνων πράγματα· όθεν διώρισε Μπινά Εμίνην εις την Πελοπόννησον να επισκευάση τα φρούρια, και να τα εφοδιάση· διώρισε δε και τον τότε ηγε­μονεύοντα εκεί Ιμπραχήμ Πασά να περιέλθη εις επίσκεψιν όλων των φρουρίων της Πελοποννήσου, δια να ιδή, εάν καλώς επεσκευάσθησαν και εφωδιάσθησαν και μετά την περιήγησίν του, εκείνον μεν διώρισαν εις άλλην ηγεμονίαν, εις δε την της Πελοποννήσου διωρίσθη ο Χουρσήτ Πασάς …  εν ω κατεγίνοντο να θεραπεύσωσι και την εκείνων δυσαρέσκειαν, και εκ συμφώνου άπαντες να φροντίσωσι περί της ευταξίας του πράγματος, έφθασεν εις την Πελοπόννησον ο Χουρσήτ Πασάς, περί του οποίου οι εν Κωνσταντινουπόλει Αδελφοί ειδοποίησαν, ότι έχει μυστικάς επιταγάς να παρατηρήση προσεκτικώς τα κινήματα των Πελοποννησίων, και, αν η χρεία το καλή, να εμβάση στρατεύματα από την Ρούμελην προς ασφάλειαν. Όθεν έμειναν οι Πρόκριτοι της Πελοποννήσου συνεσταλμένοι, υποπτεύοντες μάλλον από τον Δραγουμάνον, Σταυράκην Ιωβίκην, Κωνσταντινουπολίτην, όστις λάτρης ων του Οθωμανικού γένους, παρατηρεί να ανακάλυψη τι, δια να προδώση τους Ομογενείς.
  

Προσωπογραφία του Χουρσίτ Πασά. Εκδ. Adam Friedel, Λιθ. Bouvier. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1827.

   Ο Χουρσήτ Πασάς λοιπόν, αφ’ ου παρετήρησε με όμμα Οθωμανικόν το εσωτερικόν της Πελοποννήσου, και δεν είδε τι ψηλαφητόν πράγμα εναντίον της Διοικήσεως, ημέλησε την από της Ρούμελης είσοδον των Στρατευμάτων, και επροσπάθει να αναπαύση και την Πόρταν. Αλλ’ η Οθωμανική Πόρτα, αφ’ ου ανεκάλυψε καλώς τα της Εταιρίας και δια διαφόρων προδοσιών και δια των εγγράφων, όπου ευρέθησαν εις τον Αριστείδην και Ίππατρον οίτινες συνελήφθησαν ο μεν εις την Σερβίαν, ο δε εις την Μακεδονίαν, έλαβε μέτρα δραστηριώτερα κατά του Ελληνικού Έθνους· και τον μεν Χουρσήτ Πασάν διώρισεν Αρχιστράτηγον εναντίον του Αλή Πασά, επειδή και η εκείνου υπόθεσις δεν επρόβαινε κατά την αρέσκειαν του Σουλτάνου….» [ Γερμανού 1837]

(Πηγή: Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «ADAM FRIEDEL / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007). 

Χουρσίτ Πασάς. Εκδ. Adam Friedel. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Λονδίνο - Παρίσι, 1829.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ευμορφόπουλος Διονύσιος (Ιθάκη 1780 ή 1785 – Πάτρα 1861)


 

Διονύσιος Ευμορφόπουλος

Φιλικός και αγωνιστής του 1821. Καταγόταν από το Μυστρά, από όπου η οικογέ­νειά του είχε φύγει μετά τα Ορλωφικά (1770) και είχε εγκατασταθεί στην Ιθάκη και ο πατέρας του συμμετέσχε ως κυβερνήτης καταδρομι­κού πλοίου στη ναυτική μοίρα του Λάμπρου Κατσώνη. Ο Διονύσιος Ευμορφόπουλος έγι­νε επίσης ναυτικός και το χειμώνα του 1818 – 19 βρέθηκε στη Βλαχία, όπου σχετίστηκε με ανώτερα στε­λέχη της Φιλικής Εταιρείας και μυή­θηκε στους σκοπούς της. Ανέλαβε αμέσως διάφορες εμπιστευτικές αποστολές στην Πελοπόννησο και την Κωνσταντινούπολη.

Το 1820, εκτελώντας ανώτερη διαταγή, ορ­γάνωσε τη δολοφονία του φιλικού Κυριάκου Καμαρηνού, ο οποίος είχε θεωρηθεί εξαιρετικά επικίνδυνος για την Εταιρεία. Τον Ιανουάριο του επόμενου χρόνου (1821) ο Ευμορ­φόπουλος πήγε στην Ύδρα και από εκεί πέρασε στο Μοριά, όπου συ­νεργάστηκε με τους πρωτεργάτες της εθνικής εξέγερσης.

Συνεχής υπήρξε η παρουσία του Ευμορφόπουλου στα πεδία των μα­χών σε όλη τη διάρκεια του Αγώνα. Επικεφαλής σώματος, κυρίως από Επτανήσιους πολέμησε στα δυο πρώτα χρόνια στην Πελοπόννησο και τη Στερεά Ελλάδα.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Καρύταινας (1821) υπό το Θεόδωρο Κολοκο­τρώνη και αγωνίστηκε με το Δημή­τριο Υψηλάντη και το Νικηταρά στο Άργος, στους Μύλους, στον Άγιο Σώστη και στο Αγιονόρι ενα­ντίον του Δράμαλη (Ιούλιος 1822). Το καλοκαίρι του 1824 τοποθετήθηκε από την κυβέρνηση του Γεωργίου Κουντουριώτη αρχηγός του στρατοπέδου στα Δερβενοχώρια της Κο­ρινθίας (Ιούλιος 1824), από όπου έσπευσε σε βοήθεια του Ιωάννη Γκούρα στις επιτυχημένες του επι­χειρήσεις στην Αττική εναντίον του Ομέρ πασά της Καρύστου (Ιούλιος- Αύγουστος 1824). Στο τέλος του ίδιου χρόνου ονομάστηκε στρατηγός.

Σε όλο το διάστημα της πολιορκίας της Ακρόπολης της Αθήνας από τα στρα­τεύματα του Κιουταχή (Αύγουστος 1826 – Μάιος 1827) ο Ευμορφόπουλος βρισκόταν μέσα στο φρούριο και, όπως αναφέρεται, διακρίθηκε για τις διοικητικές του ικανότητες και τη γενναιότητά του. Πήρε επίσης μέρος στην εκστρατεία του αρχι­στράτηγου Τσώρτς στη Δυτική Ελ­λάδα (τέλη 1827).

 Το Μάρτιο του 1828, στα πλαίσια των προσπαθειών της ανασύνταξης και στελέχωσης του άτακτου στρατού από τον Καποδίστρια, διορίστηκε διοικητής της Η’ χιλιαρχίας της ανατολικής Ελλά­δας. Με την ιδιότητά του αυτή πο­λέμησε σε πολλές μάχες στην Κε­ντρική Ρούμελη υπό τις διαταγές του Δημήτριου Υψηλάντη. Από τις σημαντικές του επιτυχίες την πε­ρίοδο αυτή υπήρξε η κατάληψη της Πέτρας της Βοιωτίας (Νοέμβριος 1828), όπου αργότερα (Σεπτέμβριος 1829) δόθηκε η τελευταία μάχη του Αγώ­να στη νικηφόρα έκβαση της οποίας σημαντικά συνέβαλε.

Μετά την Απελευθέρωση ο Ευ­μορφόπουλος ονομάστηκε συνταγ­ματάρχης της Φάλαγγας και λίγο πριν από το θάνατό του υποστράτη­γος. Για την πολεμική του δράση έγραψε μια σύντομη και λιτή έκθε­ση που έστειλε στο Φωτάκο (Δεκέμβριος 1857), η οποία πρωτοδημοσιεύτηκε το 1884 στο περιοδικό Εβδομάδα (αριθ. 12, 13, 14) και το 1957 εκδό­θηκε στη σειρά «Απομνημονεύμα­τα» (εκδόσεων Γ. Τσουκαλά) με ει­σαγωγή του Εμμανουήλ Πρωτοψάλ­τη και τίτλο Απόσπασμα Εκθέσεως.

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙΙ

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

 

Ο Πανουργιάς κυριεύει τον Ακροκόρινθον ( Η άλωση του Ακροκορίνθου). Peter Von Hess.

 

Κωνσταντίνος Κανάρης. Ο Κανάρης πυρπολεί περί τη Χίον την ναυαρχίδα του Καρά Αλή. Peter Von Hess.

 

Δημήτριος Πλαπούτας. Ο Πλαπούτας υπερασπίζεται τα Δερβένια και τον Ισθμόν. Peter Von Hess.
 

Δημήτριος Υψηλάντης. Ο Υψηλάντης υπερασπίζεται ανδρείως την πόλιν Άργος. Peter Von Hess.




Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Ο Κολοκοτρώνης εν Λέρνη συναγείρει τους νικητάς του Δράμαλη. Peter Von Hess.

 

Αναγνώστης Πετιμεζάς. Θάνατος του Πετμεζά. Peter Von Hess.

 

Ο Στάικος Σταϊκόπουλος κυριεύει εξ εφόδου το Παλαμίδιον. Peter Von Hess.

 

Ανδρέας Λόντος. Ο Λόντος εξολοθρεύει περί την Βοστίτσαν δια λοιμού 3000 εχθρών. Peter Von Hess.

 

Μάρκος Μπότσαρης. Ο Βότσαρης μετά 300 ανδρών εν Καρπενησίω αποθνήσκει τροπαιοφόρος. Peter Von Hess.

 

Βιογραφικό:  



Νικηταράς. Ο Νικηταράς καταθραύσας το ιππικόν του Δραμαπασσά, επονομάζεται Τουρκοφάγος. Peter Von Hess.

 

 

Read Full Post »

Γρίβας Θεοδωράκης (Πρέβεζα, 1797 – Μεσολόγγι, 1862)


 

Προσωπογραφία του Οπλαρχηγού και Στρατηγού Θεόδωρου Γρίβα

Οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821 και στρατιωτικός στις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους. Γιος του Δημητρίου (Δράκου) Γρίβα, ήταν από το 1815 αρματολός στη Ρούμελη και στην εφηβική του ηλι­κία υπηρέτησε στην αυλή του Αλή πασά. Με την έναρξη του Αγώνα, από την Αιτωλία, όπου βρισκόταν, άρχισε τη δράση του: στα τέλη Μαΐου 1821 πολέμησε στη μάχη του Βραχωρίου (Αγρινίου) δίπλα σε άλ­λους οπλαρχηγούς (Δημήτρη Μακρή, Αθανάσιο Ραζηκότσικα και Αλέξη Βλαχόπουλο).

Τον Αύγου­στο του ίδιου χρόνου πήρε μέρος στη μάχη του Γηροκομειού Πατρών και συνέχισε σε άλλες περιοχές τις επιθέσεις εναντίον των Τούρκων. Επικεφαλής τμήματος, που είχε οργανώσει ο ίδιος, ακολούθησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο στη μά­χη του Πέτα (Ιούνιος 1822) και μετά την αποτυχία της επιχείρησης αυ­τής πέρασε στην Πελοπόννησο, αφού προηγουμένως κατόρθωσε να αποκρούσει αποτελεσματικά τις τουρκικές επιθέσεις.

Στα μέσα Νοεμβρίου 1822 ο Γρί­βας μπήκε στο πολιορκημένο Μεσο­λόγγι, για να ενισχύσει την άμυνά του, και μετά τη λύση της πολιορ­κίας ξαναγύρισε στην Πελοπόννη­σο. Συνεργάστηκε τότε με τον Κο­λοκοτρώνη, στο πλευρό του οποίου στάθηκε και κατά το μεγαλύτερο διάστημα του εμφύλιου πολέμου του 1824 – 25. Στα αμέσως επόμε­να χρόνια ο Γρίβας μεταπήδησε στο αντίπαλο στρατόπεδο και όταν έληξαν οι εργασίες της Τρίτης Εθνικής Συνέλευσης (άνοιξη 1827) κατέλα­βε το Παλαμήδι, επιδιώκοντας την αύξηση της επιρροής του στα πελοποννησιακά πράγματα.

Μετά την άφιξη του Καποδίστρια (1828), ο Γρί­βας παρέδωσε το Παλαμήδι στον κυβερνήτη και συμφιλιώθηκε με τους αντιπάλους του, η στάση του όμως κατά τα τελευταία χρόνια του Αγώνα και ιδιαίτερα η τυραννική συ­μπεριφορά του είχε προκαλέσει την αγανάκτηση της στρατιωτικής μερί­δας, αλλά και των κατοίκων της Αρ­γολίδας. Μετά την άφιξη του βασιλιά ‘Οθωνα (Ιαν. 1833) η Αντιβασιλεία αγνό­ησε το Γρίβα και τον απέκλεισε από την απονομή τιμητικών διακρίσεων, εκείνος όμως όταν τον Αύγουστο του 1834 εκδηλώθηκαν ταραχές στη Μεσσηνία, προσφέρθηκε να πο­λεμήσει τους «αντάρτες».

Σε συ­νεργασία με το Χατζηχρήστο και άλλους παλαιούς οπλαρχηγούς κα­τέστειλε την εξέγερση και απελευ­θέρωσε Βαυαρούς που είχαν συλ­ληφθεί από τους Μανιάτες. Το Φεβρουάριο επίσης του 1836 συνερ­γάστηκε για την καταστολή ανταρ­σίας που ξέσπασε στην Ακαρνανία. Η δράση του ως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 δεν εί­ναι γνωστή, είναι όμως βέβαιο ότι πήρε μέρος στην Εθνική Συνέλευση που ψήφισε το Σύνταγμα του 1844.

Οπαδός πια του «γαλλικού» κόμ­ματος και αντίπαλος του Αλέξαν­δρου Μαυροκορδάτου, ο Γρίβας ορ­γάνωσε κίνημα εναντίον του στην Ακαρνανία τον Απρίλιο του 1844, αλλά κατά την πρωθυπουργία του «γαλλόφιλου» Ιωάννη Κωλέττη, το 1847, ύψωσε τη σημαία της ανταρ­σίας στο χωριό Περατιά της Ακαρ­νανίας (παλαιά έδρα των Γριβαίων), όπου πολιορκήθηκε και με δυσκολία κατόρθωσε να διαφύγει στα Επτά­νησα.

Κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού πολέμου (1853-55), όταν ξέσπασαν (1854) απελευθερωτικά κινήματα στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και την Ήπειρο, ο Γρίβας, αφού παραιτή­θηκε από το βαθμό του στρατηγού, που του είχε στο μεταξύ απονεμη­θεί, ανέλαβε την αρχηγία του αγώνα στην Ήπειρο, όπου πολέμησε επί μήνες.

Υπήρξε επίσης ένας από τους κύριους πρωτεργάτες της εξέ­γερσης που κατέληξε στην έξωση του Όθωνα: από την Ακαρνανία, όπου βρισκόταν στις αρχές Οκτω­βρίου 1862, σχεδίαζε να κατευθυν­θεί στην Αθήνα με το στρατιωτικό σώμα που για το σκοπό αυτό είχε οργανώσει. Στο Αγρίνιο όμως πλη­ροφορήθηκε την εξέγερση στην ελ­ληνική πρωτεύουσα και παρέμεινε στο Μεσολόγγι με μικρή δύναμη 500 ανδρών. Στην προσωρινή κυβέρνηση, που σχηματίστηκε μετά την έξωση με πρόεδρο το Δημήτριο Βούλγαρη ο Γρίβας δε συμπεριλήφθηκε και γι’ αυτό χολωμένος αποφάσισε να βαδί­σει εναντίον της πρωτεύουσας και να διεκδικήσει την εξουσία.

Η κυβέρνηση ανέθεσε τότε στον Μπενιζέλο Ρούφο και στον Επαμεινώνδα Δεληγεώργη να συναντήσουν το Γρίβα στο Μεσολόγγι και να του ανακοινώσουν την απόφασή της «να αποδώση εις τον γενναίον αντιστράτηγον τον βαθμόν του στρατάρχου, τον ανώτατον στρατιωτικόν βαθμόν των πεπολιτισμένων εθνών». Η κυ­βερνητική αντιπροσωπεία όμως βρήκε άρρωστο το Γρίβα, που πέθανε στις 24 Οκτωβρίου 1862. Γιος του ήταν ο Δημήτριος Γρίβας ο οποίος γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1829.

Ο Γρίβας, όπως προκύπτει από όσα είναι ως τώρα γνωστά, υπήρξε ανυπότακτος αλλά και ασταθής στις πολιτικές του θέσεις. Διαπνεόταν από φιλελεύθερες ιδέες, που το υπόβαθρό τους δεν είναι σαφές, και σε ορισμένες περιπτώσεις επη­ρεάστηκε από προσωπικά πάθη. Αποτελεί οπωσδήποτε μια ιδιότυπη περίπτωση του Αγώνα του 1821 και των χρόνων του Όθωνα, που δεν έχει ως τώρα μελετηθεί.

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γκούρας Ιωάννης (Παρνασσίδα, 1791 – Αθήνα, 1826)


 

Γκούρας Γιάννης

Αγωνιστής του 1821. Συγγενής του αρματολού (γέρο) Πανουργιά, από τον οποίο είναι πιθανό ότι μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία, είχε υπηρετήσει πριν από την Επανάσταση στο αρματολίκι του Οδυσσέα Ανδρούτσου και είχε ανα­λάβει κατά την προετοιμασία του Αγώνα δύσκολες αποστολές. Με την έκρηξη της Επανάστασης ο Γκούρας στρατολόγησε 700 περί­που άνδρες από την περιοχή της Παρνασσίδας και στις 23 Μαρτίου 1821, ύστερα από επιστολή του Ανδρούτσου προς τους Γαλαξιδιώτες, συναντήθηκε μαζί του. Στις 27 Μαρ­τίου με τον Πανουργιά και με οπλαρ­χηγούς των Γαλαξιδιωτών βάδισαν εναντίον της Άμφισσας (Σάλωνα), που την κατέλαβαν ύστερα από τε­τράωρο αγώνα.

Στις 8 Μαΐου ο Γκούρας πολέμησε στο πλευρό του Ανδρούτσου στο Χάνι της Γραβιάς και μετά την επιτυχία των Ελλήνων κατευθύνθηκε, μαζί με άλλους οπλαρχηγούς, προς την Υπάτη (Πατρατζίκι), που η κατάληψή της θεω­ρήθηκε αναγκαία για την ανατροπή των τουρκικών σχεδίων. Στη θέση Αετός, κοντά στο χωριό Καστανιά, περικυκλώθηκε από τους Τούρκους και ύστερα από σκληρή μάχη κατόρ­θωσε να διαφύγει και συνέχισε την παρενοχλητική του δράση εναντίον των δυνάμεων του Ομέρ Βρυώνη. Στις 26 Αυγούστου ο Γκούρας βρισκόταν στα Βασιλικά, όπου είχε σπεύσει για να ανακόψει την προ­έλαση των Τούρκων του Μπεϋράν πασά προς τη Βοιωτία και την Πελο­πόννησο, και στη μάχη που ακολού­θησε διακρίθηκε για τη στρατηγική του ικανότητα και την ανδρεία του.

Σύμφωνα με επιστολή του Ανδρού­τσου προς τους Μεσολογγίτες, στη μάχη αυτή «ο Γκούρας ξεσπαθώντας και μεθώντας από τον πόλεμο, το θρήνος οπού έκαμεν τις διηγήσεται». Αμέσως ύστερα σχεδίασε με τον Ανδρούτσο και το (γέρο) Δυοβουνιώτη εκστρατεία εναντίον της Υπάτης, που όμως ματαιώθηκε. Τρεις μήνες αργότερα ο Γκούρας πήρε μέρος στη συνέλευση των Σαλώνων, (15 Νοεμβρ. 1821), από την οποία προήλθε η «Νομική Διάταξις της Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος», που είχε συνταχθεί από το Θεόδω­ρο Νέγρη. Κατά τη σύγκρουση του Οδυσσέα Ανδρούτσου με τον «Άρειο Πάγο» που ελεγχόταν από το Νέγρη, ο Γκούρας αρνήθηκε να αντικαταστήσει τον Ανδρούτσο στην ηγεσία των στρατευμάτων της Λιβα­δειάς, όπως του πρότεινε ο Φαναριώτης πολιτικός.

Όταν ο επικη­ρυγμένος Ανδρούτσος αμνηστεύτηκε, διόρισε τον Γκούρα (Αύγ. 1822) φρούραρχο της Ακρόπολης των Αθηνών και στη θέση αυτή έμει­νε, με ελάχιστα διαλείμματα, ως το 1824. Κατά το διάστημα αυτό η στά­ση του απέναντι στους Αθηναίους υπήρξε αυταρχική και τυραννική: στην προσπάθειά του να επιβληθεί συνέλαβε και φυλάκισε προκρίτους και άλλους κατοίκους, που αντιδρού­σαν στα σχέδια του, και στις 23 Ιου­νίου 1823 διέταξε τη θανάτωση του προκρίτου Νικολάου Σαρρή, που είχε αντισταθεί στις βιαιότητες των στρατιωτών του Γκούρα.

Στη διάρκεια του εμφύλιου πολέ­μου ο Γκούρας εντάχθηκε στην παράταξη του Κουντουριώτη και του Κωλέττη, και στις 23 Νοεμβρίου 1824, ύστερα από πρόσκλησή τους, εισέβαλε στην Πελοπόννησο  επικεφαλής ρουμελιώτικων στρατευμάτων για να κτυπήσει τους «αντικυβερνητικούς».

Ο ικανός στρατιωτικός ηγέτης, που στις αρχές Ιουλίου 1824 είχε κατα­τροπωθεί τους Τούρκους του Ομέρ πασά της Καρύστου στο Μαραθώνα, στρεφόταν τώρα εναντίον παλαιών συμπολεμιστών του, λεηλατούσε [είχε σωρεύσει τεράστια περιουσία, όχι μόνο από τη λαφυραγωγία, αλλά και από κάθε διαθέσιμη πηγή] στο πέρασμά του τα χωριά και ταπεί­νωνε πολιτικούς του αντιπάλους, που αναζητούσαν καταφύγιο στη δυτική Στερεά Ελλάδα. Μετά την εξουδετέρωση των αντι­πάλων της η κυβέρνηση Κουντου­ριώτη διόρισε τον Γκούρα (20 Φεβρουαρίου 1825) αρχηγό «των στρατοπέδων της Ανατολικής Ελλάδος» παραγκωνίζοντας οριστικά τον Ανδρούτσο, που είχε κατηγορηθεί για συνεννοή­σεις με τους Τούρκους, και συγκε­κριμένα για «συμφωνία» με τον Ομέρ πασά.

Ο Γκούρας με διαταγή της κυβέρνησης του Ναυπλίου, βάδισε τότε εναντίον του Οδυσσέα, που αφού αντιστάθηκε, αναγκάστηκε τελικά να παραδοθεί στο παλιό πρωτοπαλί­καρό του. Ο Γκούρας τον έστειλε στην Αθήνα με συνοδεία και στις 5 Ιουνίου με διαταγή του προς τον οπλαρχηγό του Ιωάννη Μαμούρη και δυο ακόμη άνδρες, ο Ανδρού­τσος, που είχε φυλακιστεί στον Πύρ­γο (Γουλά) δεξιά στην είσοδο των Προπυλαίων, θανατώθηκε. Για να θεωρηθεί μάλιστα ότι σκοτώθηκε στην προσπάθειά του να δραπετεύ­σει, ρίχτηκε στο λιθόστρωτο του να­ού της Απτέρου Νίκης.

Κατά την τελευταία φάση της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογ­γίου (1825 – 26), ο Γκούρας κατόρ­θωσε να ανακόψει προσωρινά την προέλαση τουρκικών στρατευμάτων από την ανατολική Στερεά στην Πελοπόννησο. Αποσύρθηκε κατόπιν στην Αθήνα και ενώ είχε την ευθύνη για την άμυνα ολόκληρης της Αττι­κής προτίμησε να κλειστεί στην Ακρόπολη, πιστεύοντας στην καίρια σημασία της θέσης για την εξέλιξη του Αγώνα.

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ακρόπολης από τον Κιουταχή, τη νύκτα της 30ής Σε­πτεμβρίου προς την 1η Οκτωβρίου 1826, ο Γκούρας σκοτώθηκε και κη­δεύτηκε την επομένη από τους άν­δρες του μπροστά στον Παρθενώνα. [Στις 12 Ιανουαρίου 1827 τουρκικές βόμβες έπεσαν πάνω στη σκεπή του Ερεχθείου, η οποία κατέρρευσε και καταπλάκωσε την οικογένεια Γκούρα. Νεκρές ανασύρθηκαν η Ασήμω  σύζυγος του Γκούρα,  η αδελφή της Κάρμαινα με τα τρία παιδιά της, μία ανεψιά του Γκούρα και μία υπηρέτρια].

 

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Η Κήρυξη της Επανάστασης στη Μάνη

 

  

Η Φιλική Εταιρεία προετοιμαζόταν για μια παμβαλκανική επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού και γι’ αυτό ξεκίνησε από τη Μολδοβλαχία υπό τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, το Φεβρουάριο του 1821. Στις προεπαναστατικές ενέργειες της ηγεσίας της εταιρείας ήταν η προετοιμασία και της κυρίως  Ελλάδας, όπου είχαν αποσταλεί πολλοί Φιλικοί.

Η σημασία της Μάνης για την Επανάσταση είχε επισημανθεί πολύ έγκαιρα και όχι βεβαίως τυχαία. Το μαχητικό πνεύμα των κατοίκων, το υψηλό πολεμικό τους φρόνημα, η αυτονομία της περιοχής και η απουσία τουρκικής εξουσίας ήταν ευνοϊκοί παράγοντες για την επιτυχία της πολεμικής εξέγερσης. Στις παραμονές του Αγώνα υπήρχαν εκεί ένοπλα σώματα υπό την ηγεσία έμπειρων αρχηγών και αρκετοί Φιλικοί είχαν μεταβεί για να προετοιμάσουν το έδαφος.

Ο Κολοκοτρώνης, ο οποίος προεπαναστατικά βρισκόταν στη Ζάκυνθο, μνημονεύει στα απομνημονεύματά του ότι στις 6 Ιανουαρίου 1821 έφθασε στην Καρδαμύλη «εις του πατρικού φίλου Παναγιώτη Μούρτζινου» και μέχρι το Μάρτιο φρόντιζε για την εσωτερική ηρεμία λόγω των αντιζηλιών που υπήρχαν μεταξύ των τοπικών, ισχυρών και πολυάριθμων οικογενειών.  [1] Η συνένωση αυτή και η ομόνοια μεταξύ των αρχηγών ήταν απαραίτητη για την επιτυχία του Αγώνα.

Εν τω μεταξύ η αποτυχία της Επανάστασης στη Μολδοβλαχία οδήγησε στην Εθνική Ελληνική Επανάσταση που ξεκίνησε από την Πελοπόννησο. Ήδη από τις αρχές Μαρτίου και πριν ακόμη οριστεί η ημέρα της έναρξης των πολεμικών επιχειρήσεων, παρατηρείται επαναστατικός αναβρασμός που όλο και δυνάμωνε, παρά τα μέτρα εκφοβισμού των Τούρκων με τις συλλήψεις ομήρων και την κράτηση των αρχιερέων και προκρίτων στην Τρίπολη μετά τη γνωστή παραπλανητική πρόσκληση.  [2]

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Μπέης της Μάνης. Πρόεδρος του Εκτελεστικού της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδας το 1822. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1830.

Στη Μάνη υπήρχε διχογνωμία ως προς τον κατάλληλο χρόνο έναρξης της Επανάστασης. Στην Ανατολική Μάνη από τις αρχές Μαρτίου επικρατούσε απροκάλυπτη πολεμική κινητοποίηση με τη στρατολόγηση ανδρών και την προμήθεια πολεμοφοδίων. Στη Δυτική Μάνη, που τελούσε υπό την άμεση επιρροή του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, επικρατούσε μια φαινομενική τάξη λόγω των δισταγμών του τελευταίου, ο οποίος ανησυχούσε πως οποιαδήποτε πρόωρη και ασυντόνιστη κίνηση των ντόπιων θα προξενούσε στρατιωτική επέμβαση των Τούρκων και ακύρωση της όλης προσπάθειας. Τους φόβους του αυτούς εξέφρασε και εγγράφως στις 11 Μαρτίου προς τους Πιέρρο-Μαγγιόρο και Γεωργάκη Γρηγοράκηδες, γιους του παλιού μπέη της Μάνης.  [3]

Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης (1773-1848) ήταν ο τοπικός ηγεμόνας από το 1815 όταν ανέλαβε από το σουλτάνο το αξίωμα του μπέη της Μάνης (εξ ου και Πετρόμπεης), τίτλο που μέχρι τότε κατείχε ο Θεοδωρόμπεης Γρηγοράκης, ο οποίος είχε καθαιρεθεί. Χάρη στο αξίωμα αυτό και στις αναμφισβήτητες ικανότητές του, ο Πετρόμπεης κατάφερε να επιβληθεί στην περιοχή τόσο στους Έλληνες όσο και στους Τούρκους και να αποκτήσει μεγάλη επιρροή. Από το 1818 είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρεία από τον Κυριάκο Καμαρινό και αργότερα μύησε και ο ίδιος τους κυριότερους αρχηγούς της Μάνης. Υπήρξε συνετός και έμπειρος αρχηγός, ένθερμος πατριώτης, διορατικός και δεν ενθουσιαζόταν εύκολα.

Οι διαβεβαιώσεις του Παπαφλέσσα για επέμβαση της Ρωσίας στην επικείμενη ελληνική ένοπλη εξέγερση με την κήρυξη ρωσοτουρκικού πολέμου και την αποστολή ένοπλης δύναμης στην Ελλάδα και για την ύπαρξη πληθώρας οικονομικών μέσων δεν έπειθαν το διστακτικό Μαυρομιχάλη, ο οποίος προσπαθούσε να διασταυρώσει τις πληροφορίες του από τον Καποδίστρια και την ηγεσία της Φιλικής Εταιρείας. Πίστευε ότι οποιαδήποτε βεβιασμένη και ασυντόνιστη κίνηση θα έβαζε σε μεγάλο κίνδυνο την όλη προετοιμασία.

Οι τουρκικές αρχές ήδη υποψιάζονταν τον Πετρόμπεη εξαιτίας της απειθαρχίας του να συλλάβει τον Κολοκοτρώνη και τον Παπαφλέσσα και σχεδία­ζαν την αντικατάστασή του από τη θέση του μπέη. Ο τελευταίος ξεγέλασε τις ανησυχίες του εχθρού με την αποστολή του γιου του Αναστάση στην Τρίπολη στη σχετική πρόσκληση των Τούρκων.

Στα μέσα Μαρτίου στο λιμάνι του Αρμυρού κατέ­πλευσε το πλοίο με τα πολεμοφόδια που είχαν στείλει οι Φιλικοί της Σμύρνης. Ο πολυμήχανος Παπαφλέσσας σκέφτηκε να κάνει συμμέτοχο το δι­στακτικό Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη και του ζήτησε να εκδώσει άδεια εκτελωνισμού του φορτίου. Έτσι, σε περίπτωση αποκάλυψης του πραγματικού πε­ριεχομένου του, ο Πετρόμπεης θα βρισκόταν εκτε­θειμένος στους Τούρκους ως συνεργός των επαναστατών.

Πράγματι, όταν η μεταφορά του φορτίου α­πό ένοπλους χωρικούς έγινε γνωστή στον Σουλεϊμάν αγά Αρναούτογλου, βοεβόδα της Καλαμάτας, οι πρόκριτοι προφασίστηκαν ότι μετέφεραν λάδι και ότι αναγκάζονταν να είναι ένοπλοι για τον κίν­δυνο των ληστών. Ο Αρναούτογλου τότε ανήσυχος ζήτησε ενισχύσεις από τον Πετρόμπεη, ο οποίος έ­στειλε στις 20 Μαρτίου στην Καλαμάτα το γιο του Ηλία  [4] επικεφαλής σώματος 150 Μανιατών για να προστατέψει την πόλη.

Σύμφωνα με τον Ιωάννη Φιλήμονα, οι αρχιερείς και πρόκριτοι της Αχαΐας, που είχαν συνέλθει στη Λαύρα, πρότειναν στον Πετρόμπεη «την προκαταρκτικήν κίνησιν των Λακωνικών όπλων», επι­σημαίνοντας τα πλεονεκτήματα της περιοχής λόγω του ιδιότυπου πολιτικού καθεστώτος και της πολε­μικής εμπειρίας των κατοίκων.

Οι Μανιάτες ο­πλαρχηγοί ήταν πλέον πεπεισμένοι για την επί­σπευση των πολεμικών επιχειρήσεων. Σύμφωνα δε με τοπική παράδοση, στις 17 Μαρτίου στην Αρεόπολη – Τσίμοβα οι καπεταναίοι της Μάνης με επι­κεφαλής τον Κατσάκο Μαυρομιχάλη κήρυξαν την Επανάσταση και έγινε δοξολογία στο ναό των Ταξιαρχών. Παράδοση που επιβεβαιώνεται από τις πληροφορίες του Φιλήμονος και του Ιωάννη-Γενναίου Κολοκοτρώνη, γιου του Θεόδωρου. Κατά τον Κολοκοτρώνη, οι Έλληνες «διενοούντο περί της ενάρξεως του πολέμου» και «όθεν την 17ην Μαρτίου οι πρόκριτοι της Μάνης συνεννοήθησαν να λάβωσι τα όπλα κατά των Τούρκων».

Στη μικρή πλατεία μπροστά από το ναό, στη θέση «Κοτρώνι», υψώθηκε η επαναστατική σημαία που είχε κατασκευαστεί πρόχειρα από λευκό ύφασμα και μαύρο σταυρό. Σύμφωνα με την ίδια παράδοση και όπως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, οι ιερείς ευλόγησαν τη σημαία και οι οπλαρχηγοί, μεταξύ των οποίων και ο Πετρόμπεης, ορκίστηκαν ότι θα αγωνιστούν για την ελευθερία του έθνους. Η ημέρα της 17ης Μαρτίου έχει κηρυχθεί από το κράτος ως τοπική εθνική εορτή της Αρεόπολης.

Η επιλογή της περιοχής αυτής για την κή­ρυξη της Επανάστασης δεν κρίθηκε τυ­χαία, αφού η Τσίμοβα – Αρεόπολη ήταν επί ηγεμονίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη η «πολιτική πρωτεύουσα» της Μάνης, ο εκεί μεγάλος πύργος του αποτελούσε το διοικητή­ριό του και εκεί έμεναν τα ισχυρότερα μέλη της οι­κογένειάς του. Επίσης η Τσίμοβα αποτέλεσε το κέ­ντρο του επαναστατικού αγώνα της Μάνης. Στη συνέχεια άρχισε η πολεμική προετοιμασία και οργανώθηκαν δύο στρατιωτικά τμήματα, της Ανατολικής και της Δυτικής Μάνης, τα οποία έ­δρασαν χωρισμένα, αλλά ταυτόχρονα υπό τους το­πικούς τους αρχηγούς, το μεν πρώτο προς Λακε­δαίμονα και το δεύτερο προς Καλαμάτα.

Στα γεγονότα της Δυτικής Μάνης πρωτοστάτησε ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Δεδομένου ότι οι τοπικές τουρκικές δυνάμεις είχαν αποσυρθεί στην εκστρατεία υπό τον Χουρσίτ πασά εναντίον του Αλή πασά, ο Αρναούτογλου διέθετε μόνο μια μι­κρή, αλλά εμπειροπόλεμη δύναμη 100 ανδρών, η οποία θα μπορούσε να κρατήσει την άμυνα της πό­λης για κάποιο διάστημα μέχρι την άφιξη ενισχύ­σεων.

 

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, «ο Μαυρομιχάλης επανιστά την Μεσσηνίαν».

 

Ήταν συνεπώς κατάλληλη η ευκαιρία να καταληφθεί η Καλαμάτα και με όσο το δυνατό λιγότερες απώλειες. Ο Πετρόμπεης ζήτησε από τους Παπαφλέσσα, Κεφάλα και Αναγνωσταρά να κατα­λάβουν τους λόφους γύρω από την Καλαμάτα και να οχυρωθούν εκεί. Η προαναφερθείσα όμως πα­ρουσία των Μανιατών του Ηλία Μαυρομιχάλη εν­θάρρυνε τα ένοπλα σώματα της Μεσσηνίας, τα ο­ποία ανυπομονούσαν να εισέλθουν πρόωρα στην πόλη προδίδοντας τα σχέδια των συμπατριωτών τους. Οι πρόκριτοι της πόλης τότε, σε συνεννόηση με τον Πετρόμπεη, συμβούλευσαν τον Αρναούτο­γλου να ζητήσει τη βοήθεια του ίδιου του Πετρό­μπεη, όπως και έγινε.

Το μεσημέρι της 22ας Μαρ­τίου μια στρατιά 2.500 ανδρών με επικεφαλής τον Πετρόμπεη εξόρμησε προς τις πεδιάδες της Μεσ­σηνίας. Μαζί του ήταν πολλά μέλη της οικογένει­άς του, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και καπετάνιοι της Δυτικής Μάνης: ο Μούρτζινος, οι Καπετανάκηδες, οι Κουμουντουράκηδες, ο Παναγιώτης Βενετσανάκος, ο Κυβέλος, ο Χριστέας κ.ά. Το πρωί της επόμενης μέρας είχαν πλέον εισέλθει στην Καλαμάτα, μαζί τους ήταν οι Παπαφλέσσας, Αναγνωσταράς, Νικηταράς και οι άλλοι οπλαρχη­γοί που φυλούσαν τους γύρω λόφους, αφού πρώτα απέκοψαν κάθε προσπάθεια διαφυγής των Τούρ­κων προς Τρίπολη. Ο Αρναούτογλου παρέδωσε την πόλη χωρίς αντίσταση, έπειτα από σχετικό πρωτόκολλο και αφού διασφαλίστηκε η ζωή των Τούρκων.

Το μεσημέρι της 23ης Μαρτίου, στις όχθες του χειμάρρου Νέδωνος και μπροστά από τη βυζαντι­νή εκκλησία των Αγίων Αποστόλων έγινε πανη­γυρική δοξολογία, κατά την οποία 24 ιερείς και ιε­ρομόναχοι ευλόγησαν τις σημαίες των αγωνιστών και τους όρκισαν για τον απελευθερωτικό αγώνα. Ακολούθησε σύσκεψη των οπλαρχηγών και των προκρίτων, κατά την οποία αποφασίστηκε η σύστα­ση επαναστατικής επιτροπής, της «Μεσσηνιακής Γερουσίας» ή «Συγκλήτου», με σκοπό το συντονι­σμό του επαναστατικού αγώνα. Η ηγεσία δόθηκε στον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, ο οποίος έλαβε τον τίτλο του «αρχιστράτηγου των σπαρτιατικών δυ­νάμεων».

Την ίδια μέρα ο Πετρόμπεης, ως πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας, απέστειλε «προειδοποίησιν εις τας ευρωπαϊκάς αυλάς», γνωρίζο­ντας την Επανάσταση των Πελοποννησίων και ζη­τώντας βοήθεια για την Ελλάδα «εκ της οποίας και υμείς εφωτίσθητε […] όσον τάχος την φιλάνθρωπον συνδρομήν και διά χρημάτων και διά ό­πλων, και διά συμβουλής», διαβεβαιώνοντας για την έμπρακτη απόδειξη της ευγνωμοσύνης της. Η «προειδοποίησις» αυτή αποτελεί το πρώτο διπλω­ματικό έγγραφο της επαναστατημένης Ελλάδας προς τις ξένες δυνάμεις.

 

Η προκήρυξη του Πέτρου Μαυρομιχάλη και της Μεσσηνιακής Συγκλήτου. (Αρχεία υπουργείου Εξωτερικών Μεγάλης Βρετανίας)

 

Ένα δεύτερο κείμενο της Γερουσίας υπογεγραμ­μένο από τον Πετρόμπεη απευθυνόταν, το Μάιο του ίδιου χρόνου, προς τους Αμερικανούς πολίτες. Το κείμενο αυτό στάλθηκε μέσω του Αδαμάντιου Κο­ραή στον Αμερικανό καθηγητή του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ και γερουσιαστή  Έντουαρντ Έβερετ και αποτελεί την πρώτη προσπάθεια κινητοποίησης των αμερικανικών φιλελληνικών αισθημάτων.  [5]

Στην Ανατολική Μάνη οι πολεμικές επιχειρή­σεις άρχισαν ταυτόχρονα με τη Δυτική. [6] Στην Ανατολική Μάνη υπήρχαν πάνω από 1.500 Βαρδουνιώτες Τούρκοι, πολύ γενναίοι και έμπειροι πολε­μιστές, οχυρωμένοι σε πύργους. Αυτοί συχνά αναστάτωναν την Πελοπόννησο και τις ίδιες τις τουρ­κικές αρχές «άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι άλλο­τε ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί». [7] Επίσης το φρούριο του Μυστρά ήταν πολύ καλά οχυρωμέ­νο από πολυάριθμους Τούρκους. Υπό τις συνθήκες αυτές η κατάσταση ήταν δύσκολη για τους Ανατολι­κούς Μανιάτες και η αντίσταση των Τούρκων θα καθυστερούσε πολύ τις επιχειρήσεις στην Πελο­πόννησο.

Έτσι, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης (αδελφός του Πετρόμπεη και συγγενής των Γρηγοράκηδων), ο οποίος (όπως και οι άλλοι οπλαρχηγοί) διατη­ρούσε καλές σχέσεις με τους Βαρδουνιώτες, άρχι­σε σκόπιμα να διαδίδει ότι έρχονται ευρωπαϊκές (φράγκικες) ενισχύσεις, γεγονός που θορύβησε τους Τούρκους, οι οποίοι άρχισαν με τις οικογένει­ές τους να εγκαταλείπουν τους πύργους τους, είτε «μικροψυχήσαντες» είτε φοβούμενοι ότι δεν θα άντεχαν σε μακρόχρονη πολιορκία. Καθώς έφευγαν διέδωσαν τον πανικό τους σε όλη τη Λακεδαίμονα.

Από τις 20 Μαρτίου οι Γρηγοράκηδες μαζί με άλ­λους οπλαρχηγούς της Ανατολικής Μάνης (Π. Κοσονάκο, I. Κατσούλη κ.ά.) είχαν αρχίσει να συ­γκροτούν πολεμικά σώματα και κατευθύνονταν προς το Μαραθονήσι-Γύθειο, όπου ύψωσαν την ε­παναστατική σημαία στις 22 Μαρτίου.

Στη συνέχεια ορισμένα πολεμικά σώματα στράφηκαν προς την Κυνουρία για να ενι­σχύσουν την πολιορκία της Τρίπολης, ενώ τα μεγαλύτερα προς την πεδιάδα του Έλους για την πολιορκία του ισχυρότατου φρουρί­ου της Μονεμβασίας. Η κατάληψή του είχε μεγάλη σημασία για την πορεία της Επανάστασης λόγω του θαλάσσιου αποκλεισμού των Τούρκων από εκείνη την πλευρά. Στις 28 Μαρτίου, έπειτα από δοξολογία που τέλεσε ο επίσκοπος Έλους Άνθιμος, άρχισε η από ξηράς πολιορκία, και λίγες μέρες αργότερα ο θαλάσσιος αποκλεισμός.

  

Αννίτα  Ν. Πρασσά

Δρ. Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

προϊσταμένη Γενικών Αρχείων Κράτους Ν. Μαγνησίας

 

Υποσημειώσεις


 [1]  Άπαντα Κολοκοτρώνη, εισαγ. – επιμ. Έλλη Αλεξίου, Αθήνα (Ιστορικές Εκδόσεις 1821), τ. 2, σ. 277.

 [2] Απόστ. Β. Δασκαλάκης, «Η προπαρασκευή της Ελληνικής Επαναστάσεως εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Α’ (1972), σ. 1-72. 

[3] Για την επανάσταση στη Μάνη, βλ. Απόστ. Β. Δασκαλάκη, «Η έναρξις της Επαναστάσεως και τα πρώτα επαναστατικά γεγονότα εις την Λακωνίαν», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1975), σ. 5-62 και Έφης Αλλαμανή, «Έναρξη της Επαναστάσεως στην Ελλάδα. Εξάπλωση και τοπική επικράτησή της», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, τ. ΙΒ’, σ. 87-91, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[4] Γι’ αυτόν, βλ. Δικαίου Β. Βαγιακάκου, «Ηλίας Πετρόμπεη Μαυρομιχάλης», Λακωνικαί Σπουδαί, τ. Β’ (1972), σ. 223-243.

[5] Σχετικά βλ. Θάνου Βαγενά και Ευρ. Δημητρακοπούλου, Αμερικανοί φιλέλληνες εθελοντές στο Εικοσιένα, Αθήνα 1949, σ. 8-13.

[6] Για την επανάσταση στην Ανατολική Μάνη, βλ. Κ. Ν. Παπαμιχαλόπουλου, Πολιορκία και άλωσις της Μονεμβασίας υπό των Ελλήνων τω 1821, Αθήναι 1874, σ. 56 επ., Δασκαλάκη, ό.π., σ. 41 επ., όπου και αποσπάσματα σύγχρονων με τα γεγονότα πηγών.

[7] Σπυρ. Τρικούπης, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως  (έκδ. Β’, 1978), τ. Α’, σ. 68.       

Πηγή


 

  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « 1821 Η κήρυξη της Επανάστασης», τεύχος 229, 24 Μαρτίου 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γιατράκος Γιωργάκης (Άρνα Λακωνίας; – Άργος 1841) 


 

Κλέφτης στα προεπαναστατικά χρόνια και οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821. Στα τέλη του 1822 κατηγορή­θηκε ότι αναμίχθηκε στη δολοφονία του πρόκριτου του Μυστρά Παναγιώτη Κρεββατά (Νοέμβριος 1822), επειδή φοβόταν, όπως αναφέρεται, ότι ο τελευταίος θα παραχωρούσε τη στρατιωτική διοίκηση της επαρ­χίας του Μυστρά στο Νικηταρά ή επειδή παρακινήθηκε από τους «κυβερνητικούς» αντιπάλους του Θεό­δωρου Κολοκοτρώνη, στην παρά­ταξη του οποίου ανήκε ο Κρεββατάς. Τον Ιούνιο του 1823 διορίσθηκε φρούραρχος του Βουλευτικού. Κατά τους εμφύλιους πολέμους στήριξε τους «πολιτικούς» και τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κου­ντουριώτη. Στο τέλος όμως αντιλή­φθηκε την κρισιμότητα της εσωτερι­κής κατάστασης και κατέβαλε κάποιες προσπάθειες να συμβιβάσει τις αντιμαχόμενες μερίδες.

Ως οπλαρχηγός ο Γιωργάκης Για­τράκος διακρίθηκε ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις των Πελοποννησίων για την αναχαίτιση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Συγκεκριμένα με 800 Μυστριώτες ταμπουρώθηκε στο χωριό Δυρράχι της Αρκαδίας, για να βοηθήσει το Θεό­δωρο Κολοκοτρώνη και τους άλλους Έλληνες αρχηγούς στην προσπά­θειά τους να ανακόψουν την προέ­λαση του Ιμπραήμ στο βουνό Τραμπάλα (Ιούνιος 1825). Ο Γιατράκος και οι άνδρες του δέχτηκαν σφοδρό­τατη επίθεση του εχθρού και καταγκρεμίστηκαν στους απόκρημνους βράχους, ενώ ο ίδιος τραυματίστη­κε. Αργότερα (Αύγουστος 1826) υπήρξε από τους αρχηγούς των συμπατριω­τών του Μανιατών (ανάμεσά τους και οι αδερφοί του Νικόλαος και Παναγιώτης Γιατράκος) που απέ­κρουσαν τις ισχυρότατες δυνάμεις του Ιμπραήμ στο Πολυ(τσ)άραβο της Μάνης και ματαίωσαν τα σχέδια του τελευταίου να καταλάβει την πε­ριοχή. Πέθανε το 1841 στο Άργος, με το βαθμό του υποστράτηγου και ασκώντας καθήκοντα νομοεπιθεωρητού.    

 

Επιστολή του Γεωργάκη Γιατράκου προς τον Ιωάννη Κωλέττη με χρονολογία 23 Σεπτεμβρίου 1832, στο οποίο ο Γιατράκος αναφέρει στον Κωλέττη ότι δεν ανέχεται την παρουσία του Ν. Ζέρβα, απεσταλμένου του Κολοκοτρώνη και επιθυμεί να μεταβεί στο Άργος με τους αδελφούς Κατσάκο και Δελιγεωργόπουλο. ( Ακαδημία Αθηνών – Αρχειακή συλλογή ΚΕΙΝΕ – Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη).

 

Γιατράκος

 

  

Επίθετο ιστορικής μανιάτικης οικογένειας, που καταγόταν, σύμφωνα με μια παράδοση, από το φλωρεντινό οίκο των Μεδίκων. Ως γενάρχης της ελληνικής οικογένειας αναφέρεται ο Πέτρος Μέδι­κος, που το 1331 ακολούθησε τον τιτουλάριο δούκα των Αθηνών Γκωτιέ Β’ ντε Μπριέν στην αποτυχημένη του προσπάθεια να διώξει τους Καταλανούς από το δουκάτο του. Στη συνέχεια ο Φλωρεντινός ευπατρίδης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου εξελλήνισε το όνομά του σε «Ιατρός».

Αργότερα, μετά την κατάκτηση του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς (1540), οι απόγονοι του Πέτρου Μέδικου ή Ιατρού κατέφυγαν σε βενετοκρατούμενες κυρίως περιοχές. Στη Μάνη η οικογένεια εμφανίζεται από το 1582 και το επίθετό της, παίρνοντας τη γνωστή κατάληξη των μανιάτικων επωνύμων, μετατράπηκε σε «Γιατράκος».

Οι Γιατράκοι εγκαταστάθηκαν στα Βαρδουνοχώρια, αναδείχτηκαν σε ισχυρούς προύχο­ντες και ανέπτυξαν στα προεπαναστατικά χρόνια σημαντική δραστηριότητα εναντίον των Τούρκων. Αναφέρεται επίσης ότι μέρος της δημο­τικότητάς τους το όφειλαν στις κληρονομικές εμπειρικές ιατρικές τους γνώσεις. Από τους Γιατράκους που έδρασαν στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης αξιολογότεροι είναι οι πέντε γιοι του Ιωάννη Γιατράκου, Νικόλαος Γιατράκος (Άρνα Λακω­νίας, ; – Σπάρτη, 1846), Μιχαήλ Για­τράκος (Άρνα, ; – Άργος, 1850), Ηλίας Γιατράκος (Άρνα, ; – Σπάρτη, 1875), στρατιωτικός που έφτασε στο βαθμό του υποστράτηγου, Γιωρ­γάκης Γιατράκος και Παναγιώτης Γιατράκος.

 

Αλίκη Σολωμού

Αρχαιολόγος



Πηγή


  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,    Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)


 

Δράμαλης (Μαχμούτ) πασάς (1780 – 1822)

Τούρκος αρχιστρά­τηγος, αρχηγός της μεγάλης τουρ­κικής εκστρατείας στην Πελοπόν­νησο κατά το δεύτερο χρόνο της Ελληνικής Επανάστασης (1822). Γεννήθηκε στη Δράμα, γεγονός στο οποίο όφειλε την προσωνυμία του Δράμαλης, ήταν γιος ισχυρού τοπάρχη (ντερέμπη) και από μικρός ακολούθησε το στρατιωτικό στάδιο αποκτώντας πολεμική πείρα στις εκ­στρατείες του τουρκικού στρατού στη Βαλκανική. Λόγω των ικανοτή­των του αλλά και της εύνοιας της μητέρας του σουλτάνου Μαχμούτ Β’ και του μεγάλου βεζίρη Χαλέτ κατόρθωσε να καταλάβει υψηλά αξιώματα.

Ο Δράμαλης, ανέλαβε μετά το 1808 την τοπαρχία της Δράμας ονο­μάστηκε πασάς και επιδόθηκε με επιτυχία σε πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη και τη Μακεδονία. Φιλό­δοξος και φιλοχρήματος απέκτησε μεγάλα πλούτη και ζούσε με χλιδή σε πολυτελέστατα ανάκτορα, τα οποία όμως κατέστρεψε (1818) ο Αλή πασάς Τεπελενλής σε αντίποι­να για την υποστήριξη του Δράμαλη προς τον εχθρό του Ισμαήλ Πασό­μπεη. Το Μάιο του 1820 ο Δράμα­λης τοποθετήθηκε από την Υψηλή Πύλη διοικητής της Λάρισας και τον ίδιο χρόνο, ύστερα από τη ρήξη του σουλτάνου με τον Αλή, διατάχθηκε να συνεκστρατεύσει με τον αρχηγό των σουλτανικών στρατευμάτων Πασόμπεη εναντίον του τυράννου των Ιωαννίνων.

Μετά την έκρηξη του ελ­ληνικού Αγώνα, ο Δράμαλης, που βρισκόταν στα Ιωάννινα, κίνησε μέρος των στρατευμάτων του στη ΝΑ Θεσσαλία και τα Άγραφα και κατέ­πνιξε με αγριότητα τις πρώτες εξε­γέρσεις (Μάιος και Ιούλιος 1821). Στους πρώτους μήνες του 1822 ο Δράμαλης κινήθηκε προς την Ανα­τολική Στερεά Ελλάδα. Αντιμετωπί­στηκε με επιτυχία από τα ελληνικά στρατεύματα υπό τους Οδυσσέα Ανδρούτσο, Νικηταρά και Δημή­τριο Υψηλάντη στο Πατρατζίκι (Υπάτη), Στυλίδα και Αγία Μαρίνα, αλλά λόγω των τότε εσωτερικών αντιθέσεων ανάμεσα στους στρα­τιωτικούς και τον Άρειο Πάγο παρέμεινε κύριος της κατάστασης.

 

Δράμαλης Μαχμούτ πασάς (1780 – 1822) – Λιθογραφία του Giovani Boggi, 1826. Δημοσιεύεται στο λεύκωμα με 24 πορτραίτα Ελλήνων και Οθωμανών αξιωματούχων που έδρασαν κατά την Ελληνική Επανάσταση με τίτλο: «Collection de portraits des personnages Turcs and Grecs les plus recommes soit par leur cruate soit par leur bravoure dans la guerre actuelle de la Grece», Παρίσι, 1826.

 

Την άνοιξη του ίδιου χρόνου η Τουρκία αποφάσισε να κτυπήσει το κέντρο της Επανάστασης, την Πε­λοπόννησο. Μολονότι το αρχικό τουρκικό σχέδιο μιας συνδυασμέ­νης εισβολής του στρατού από την Ανατολική και τη Δυτική Στερεά Ελ­λάδα, με παράλληλη δράση του οθωμανικού στόλου στο Αιγαίο, προ­έβλεπε ως αρχηγό της το Μεχμέτ Χουρσίτ πασά, ξαφνικά η αρχιστρατηγία ανατέθηκε στο Δράμαλη. Έλληνες ιστορικοί και απομνημονευματογράφοι υποστηρίζουν ότι η με­ταβολή αυτή οφειλόταν στη δυσμέ­νεια της Πύλης προς το Χουρσίτ ως σφετεριστή των θησαυρών του Αλή πασά, ενώ ο Τούρκος ιστοριογρά­φος Αχμέτ Τζεβντέτ ισχυρίζεται ότι ο διορισμός του Δράμαλη έγινε με υπόδειξη του ίδιου του Χουρσίτ, ο οποίος επιφορτίστηκε επίσημα την όλη επιχείρηση με απόλυτη ευθύνη για τη διοργάνωση και τον ανεφο­διασμό του εκστρατευτικού σώμα­τος.

Ο Δράμαλης, που ανακηρύχτηκε «μόρα βαλεσής» και «σερασκέρης», άρχισε την πορεία του προς την Πε­λοπόννησο ξεκινώντας από την πε­ριοχή του Σπερχειού, όπου ήταν συγκεντρωμένο το τουρκικό στρά­τευμα. Τη στρατιά, σύμφωνα με τις πιο έγκυρες πηγές, αποτελούσαν 25.000 πολεμιστές, πεζοί και έφιπ­ποι, τη συμπλήρωναν πυροβόλα και φορτηγά ζώα και την πλαισίωνε ένα επιτελείο επίλεκτων στρατηγών. Ο Δράμαλης έφτασε στη Θήβα (1 Ιουλίου) και αφού την πυρπόλησε, κι­νήθηκε με ταχύτητα προς τη Μεγαρίδα. Από εκεί κατευθύνθηκε στον Ισθμό και την Κόρινθο (6 Ιουλίου), έγινε κύριος του Ακροκορίνθου (8 Ιουλίου) και προέλασε στην αργολική πεδιάδα, χωρίς να συναντήσει καμιά ουσιαστική αντίσταση.

Στις 13 Ιουλί­ου μπήκε στο Άργος, που είχε εγ­καταλειφθεί από τους κατοίκους του και την κυβέρνηση και εκεί στρατοπέδευσε. Η δεινή κατάστα­ση, στην οποία περιήλθαν τότε οι επαναστατημένοι Έλληνες, αντιμετωπίστηκε χάρη στη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη που πήρε τα κατάλληλα για την περίσταση μέτρα. Έτσι αποτράπηκε η διείσδυση του Δράμαλη στο εσωτερικό της Πελοποννήσου και εξουδετερώθηκε κάθε προσπάθεια ανεφοδιασμού ή ενίσχυσής του, με αποτέλεσμα να καταπονηθεί το στράτευμά του από την έλλειψη τροφών.

Αποκομμένος τότε στον Αργολικό κάμπο, ο Τούρκος στρατάρχης πήρε την απόφαση να οπι­σθοδρομήσει στην Κόρινθο, αφή­νοντας να διαρρεύσει η δήθεν πρό­θεσή του να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά.

Ο Κολοκοτρώνης όμως κατανόησε τις προθέσεις του και έσπευσε έγκαιρα να καταλάβει τα στενά των Δερβενακίων. Στις 26 Ιουλίου η τουρκική στρατιά εμφανί­στηκε στις στενωπές αυτές διαβά­σεις (Δερβενάκι, Άγιος Σώστης) και η σύγκρουση που ακολούθησε διήρκεσε ολόκληρη την ημέρα και υπήρξε φονικότατη για τις τουρκι­κές δυνάμεις (υπολογίζεται πως σκοτώθηκαν περίπου 2.500 – 3.000 Τούρκοι). Μετά την πανωλεθρία του ο Δράμαλης οπισθοχώρησε στην περιοχή Γλυκειά Ναυπλίου.

Δυο μέρες αργότερα, καθώς επιχειρούσε να επιστρέψει στην Κόρινθο μέσο του Αγιονορίου, κτυπήθηκε από το Νικη­ταρά και με μεγάλες απώλειες διέ­φυγε με τα υπολείμματα του στρατού του. Στην Κόρινθο δέχτηκε νέα ελληνική επίθεση (30 Ιουλίου) που αποσκοπούσε στην αποτροπή της εξόδου του προς τη Δυτική Πελο­πόννησο ή τη Στερεά. Μέχρι το θά­νατό του (τέλη Οκτωβρίου), ο Δράμαλης επιχείρησε και άλλες απόπειρες δι­αφυγής, αλλά απέτυχε. Πέθανε στην Κόρινθο από τη λύπη του για την αποτυχία του ή από τύφο, σύμ­φωνα με ορισμένες μαρτυρίες.

 

Αλίκη Σολωμού

  

Πηγές


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, «Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος «Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασ. Σφυρόερας «Εκστρατεία και κατα­στροφή του Δράμαλη», Ιστορία Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών (1975, τ. ΙΒ’, σ. 249 – 258).
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό, « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».  


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  13  Φεβρουαρίου 2011  και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «ο Δαναός» θα μιλήσει:

 

ο  κ. Ιωάννης Αντωνόπουλος

Ιστορικός – Ερευνητής

Συνεργάτης Παντείου Πανεπιστημίου

με θέμα: « Η Ελληνική Επανάσταση και η Ευρωπαϊκή

Διπλωματία: Οικονομικές, Πολιτικές και

Γεωπολιτικές Διαστάσεις του Ελληνικού Ζητήματος».

 

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Ιωάννης Αντωνόπουλος


 

Είναι ερευνητής ιστορικός, διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.       Σπούδασε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα Πανεπιστήμια της Caen Νορμανδίας και Paris Ι-Sorbonne στη Γαλλία.

Έχει ειδικευτεί στην Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό, στην Οικονομική Ιστορία, την Ιστορία των Διεθνών Σχέσεων, καθώς και στην Ιστορία της Εκπαίδευσης.

Έχει εργαστεί ως Ειδικός Επιστήμονας – Ερευνητής στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών και διδάσκει στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (Πάντειο Πανεπιστήμιο, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, Στρατιωτική και Αστυνομική Ακαδημία.)

Είναι συγγραφέας ικανού αριθμού μελετών και επιστημονικών άρθρων στους τομείς των ενδιαφερόντων του, όπως οι Ελληνογαλλικές σχέσεις  19ος– 20ος αιώνας, ο γαλλικός ιμπεριαλισμός στην Ελλάδα, οι πολιτικές διαστάσεις του δημοσίου δανεισμού, τεχνολογική εκπαίδευση και ανάπτυξη στην Ελλάδα 19ος– 20ος αιώνας, γαλλογερμανικός ανταγωνισμός στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κ.α.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »