Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Φιλοσοφία’

Αίας – Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης, στο «Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.


 

Η αυτοκτονία έχει αποτελέσει τόσο για τον κοινό νου, όσο και για την φιλοσοφία εξόχως ερεθιστικό ζήτημα, το οποίο συ­νήθως είναι αδιαπέραστο από την ανθρώπινη λογική. Ακόμη και ο Σοπενχάουερ, ο γνωστός και ως ο φιλόσοφος της απαισιοδοξίας, δυσκολεύεται να βρει νόημα στο απονενοημένο αυτό διάβημα. Κατά τον Σοπενχάουερ η αυτοκτονία αποτελεί ένα πείραμα: στην απόπειρά της ελλοχεύει ένα άρρητο ερώτημα που ο υποψήφιος αυτόχειρας απευθύνει στην φύση προσπαθώντας να την εξαναγκάσει να απαντήσει. Το ερώτη­μα έχει ως εξής: τι αλλαγή θα μπορούσε να επιφέρει ο θάνατός μου στην κατάστασή μου και στην αντίληψη που έχω για τα πράγματα; Ωστόσο, λέει ο Σοπενχάουερ, το πείραμα είναι αδέξιο και αλυσιτελές. Και τούτο διότι προϋποθέτει την καταστροφή αυτού που θέτει το ερώτημα, ώστε, τελικά, η όποια απάντηση να μην φθάνει ποτέ στον ενδιαφερόμενο. Η δυτική τουλάχιστον διανόηση, τελώντας υπό την έντονη επιρροή του Χριστιανισμού για περισσότερα από δυο χιλιάδες χρόνια, έχει αντιμε­τωπίσει την αυτοκτονία κατά κύριο λόγο είτε με απαξιωτική αμηχανία, είτε με απροκάλυπτη εχθρότητα. Ωστόσο, η αντιμετώπιση της αυτοκτο­νίας δεν ήταν πάντοτε αυτή.

Κατά την αρχαιότητα, ορισμένως, η αυτοκτονία ενίοτε συνιστούσε λε­λογισμένη απόφαση για την διασφάλιση της τιμής και της αξιοπρέπειας του αυτόχειρα. Στην κατηγορία αυτήν κατατάσσεται ένα από τα πρώτα καταγεγραμμένα στην λογοτεχνία αντίστοιχα περιστατικά. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για την αυτοκτονία του Αίαντα, βασιλιά της Σαλαμίνας, γιου του Τελαμώνα και εγγονού του Αιακού, την οποία παραδίδουν τα έπη του Ομηρικού κύκλου, συγκεκριμένα η 11η ραψωδία της Οδύσσειας, η Αιθιοπίδα και η Μικρή Ιλιάδα. Αιώνες αργότερα ο Σοφοκλής επιλέγει να καταστήσει την αυτοκτονία του Αίαντα άξονα της τραγωδίας που φέρει το όνομα του μυθικού ήρωα. Κατά τον μύθο, συγκεκριμένα, όταν ο Αχιλλέας πέφτει νεκρός από το βέλος του Πάρι, ο Αίας και ο Οδυσσέας κατορθώνουν να αποκρούσουν τους Τρώες που προσπαθούν να πάρουν το πτώμα του ήρωα στην κατοχή τους ως λάφυρο ή, έστω, να σκυλεύσουν την πανοπλία του. Παρότι ο Αίας είναι εκείνος που με την απαράμιλλη δύναμή του σώζει την σωρό του Αχιλλέα από τους εχθρούς, τα όπλα του ήρωα τελικώς δίδονται ως βραβείο στον Οδυσσέα. Ο Αίας, νιώθοντας αδικημένος και μειωμένος, αδυνατεί να συγκρατήσει την οργή του και αποφασίζει το βράδυ της ίδιας μέρας να σκοτώσει τους αρχηγούς των Αχαιών που τον αδίκησαν. Η Αθηνά, όμως, συσκοτίζει τον νου του και τον στρέφει σε ένα κοπάδι πρόβατα, το οποίο ο Αίας εξολοθρεύει. Το πρωί, όταν καταλαβαίνει τι έχει κάνει, αισθάνεται αφόρητη ντροπή, και σχεδιάζει την αυτοκτονία του με τα εξής λόγια:

Ύστερα θα’ βρω ένα μέρος/ που δεν πατάει ποτέ ποδάρι ανθρώπου/ και αυτό το παρά μισητό σπαθί μου, βαθιά στη γη θα χώσω/ όπου κανένας, δεν θα το ξαναδεί, μονάχα ο Άδης. Και μετά: ἐγὼ γὰρ εἶμ᾽ ἐκεῖσ᾽ ὅποι πορευτέον· καὶ τάχ᾽ ἄν μ᾽ ἴσως πύθοισθε, κεἰ νῦν δυστυχῶ, σεσωσμένον. Δηλαδή: εγώ θα πάω εκεί που πρέπει/ …εσείς, σύντομα θα μάθετε πως έχω πια σω­θεί. Ο Αίας, όντως, πραγματοποιεί τις εξαγγελίες του.

Τα σημεία που αποκαλύπτουν το αξιακό σύστημα του Αίαντα μπο­ρούν να εντοπιστούν στις φράσεις «όποι πορευτέον» και «πύθοισθε με σεσωσμένον». Ο Αίας θεωρεί πως πράγματι οφείλει να πορευθεί έναν συγκεκριμένο δρόμο, αυτόν της αυτοκτονίας, κάτι που εμφαίνεται με την χρήση του ρηματικού επιθέτου «πορευτέον». Επίσης, υποστηρίζει πως η επιλογή της αυτοκτονίας Θα αποτελέσει την σωτηρία του, και πως αυτό θα είναι απολύτως προφανές για όσους πληροφορηθούν τον αυτο­χειριασμό του. Γιατί, όμως, οφείλει ένας λαμπρός πολεμιστής να θέσει τέλος στη ζωή του; Και υπό ποία οπτική η αυτοκτονία θα μπορούσε να εκληφθεί ως σωτηρία; Σωτηρία από τι; Είναι προφανές πως εμείς σή­μερα δεν μοιραζόμαστε τις απόψεις του Αίαντα, και πως το αξιακό μας σύστημα είναι ιεραρχημένο κατά εντελώς διαφορετικό τρόπο. Από τους μέσους χρόνους και εντεύθεν η ανθρώπινη ζωή τοποθετείται παγίως στην κορυφή της αξιολογικής κλίμακας του ηθικού προσώπου. Συνεπώς τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί τόσο σημαίνον ηθικώς, ώστε να θέσει κάποιος οικειοθελώς τέλος στην ζωή του χάριν αυτού. Οι ήρωες νομι­μοποιούνται, ασφαλώς, να διακινδυνεύουν αυτό το ύψιστο αγαθό χάριν της ελευθερίας. Ωστόσο, για να έχει αξία η διακινδύνευσή τους αυτή, θα πρέπει οι ίδιοι να επιθυμούν να ζήσουν, και όχι να πεθάνουν.

 

Ο Αίαντας αυτοκτονεί. Μετόπη από τον ναό της Ήρας στην αρχαία Ποσειδωνία, περίπου 6ος αι. π.Χ. Ποσειδωνία (Paestum), Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Κατά την προκλασική, κλασική και ελληνιστική αρχαιότητα, ωστόσο, η ζωή δεν αντιμετωπιζόταν ως το υπέρτατο αγαθό, ούτε περιεβάλετο με την ηθική αξία που σήμερα διαθέτει. Αντιθέτως, αξίες όπως η υστεροφη­μία και η προσωπική τιμή αναγνωρίζονταν ως υπέρτερες, και το ηθικό πρόσωπο όχι μόνον εδικαιούτο, αλλά πολλές φορές υπεχρεούτο να θέτει τέλος στην ζωή του ώστε να διασφαλίσει κάποια από αυτές. Πάμπολλες περιπτώσεις αυτοκτονίας εν ονόματι της τιμής από την αρχαιότητα έχουν διατηρηθεί στην ιστορική μνήμη, άλλες ανταποκρινόμενες σε ιστορικά γεγονότα, και άλλες καλυμμένες από άχλη του μύθου.

Ο Μενοικέας, ο γιος του Κρέοντα, συγκεκριμένα, λέγεται πως όταν άκουσε από τον μάντη Τειρεσία πως μόνον ο θάνατος ενός από τους σπαρτούς μπορούσε να σώσει την πόλη του, την Θήβα, από την πολιορκία των επτά βασι­λέων, ρίχτηκε χωρίς δισταγμό στο σπαθί του. Ο Σωκράτης επέλεξε τον θάνατο ενώ μπορούσε να τον αποφύγει, θέλοντας να τιμήσει την στάση που είχε κρατήσει έως τότε στην ζωή του και να αποφύγει την ατίμωση που θα επέφερε η εκ μέρους του εγκατάλειψη της θέσεως που παγίως και εντόνως πρέσβευε, πως δηλαδή ο πολίτης υποχρεούται να υπακούει ακόμη και σε άδικους ή σκληρούς νόμους. Ο Βρούτος, όταν ηττήθηκε στους Φιλίππους από τον Μάρκο Αντώνιο και τον Οκταβιανό, επέλεξε την αυτοκτονία αντί της ατιμωτικής παράδοσης, λέγοντας κατά τον Πλούταρχο: «πάνυ μεν ουν φευκτέον, άλλα διά των χειρών, ού διά των ποδών», δηλαδή: οπωσδήποτε πρέπει να δραπετεύσουμε, αλλά με τα χέρια, όχι με τα πόδια. Ο Κάτων ο νεώτερος έδωσε τέλος στην ζωή του με ήρεμη αποφασιστικότητα όταν ο Ιούλιος Καίσαρας επικράτησε του Πομπήιου. Ο Καίσαρας λέγεται πως, όταν πληροφορήθηκε το γεγονός, είπε: «Κάτωνα, σε φθονώ για τον θάνατό σου, όπως εσύ θα με φθονούσε εάν σου χάριζα την ζωή». Αυτές, και πολλές άλλες περιπτώσεις αυτο­κτονίας από την αρχαιότητα, ενέπνευσαν ανά τους αιώνες αμέτρητους ζωγράφους, γλύπτες και ποιητές, και πολλάκις εξυμνήθηκαν ως πράξεις ανδρείας, τιμής και ηθικής υπεροχής. Καμία, ωστόσο, αυτοκτονία κατά την αρχαιότητα δεν προβλήθηκε ή υμνήθηκε περισσότερο από αυτήν του Αίαντα, την οποία, μάλιστα, ο Σοφοκλής κατά παράβαση των ειωθότων επέλεξε να αναπαραστήσει επί σκηνής.

Είναι προφανές πως η αυτοκτονία δεν θα αντιμετωπιζόταν κατ’ αυτόν τον τρόπο, εάν δεν υποστηριζόταν από κάποιο συμπαγές και συνεκτικό ηθικό σύστημα ευρείας αποδοχής. Το σύστημα αυτό δεν ήταν άλλο από εκείνο της Στοάς και των εκπροσώπων της, οι οποίοι αναδείχθηκαν σε ένθερμους υποστηρικτές της αυτοκτονίας, της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, όπως την αποκαλούσαν, όταν οι συνθήκες επέβαλλαν κάτι τέτοιο. Την θέση τους αυτή, μάλιστα, δεν παρέλειπαν να την εφαρμόζουν και οι ίδιοι. Δεν είναι παράδοξο πως οι Στωικοί αποτελούν την φιλοσοφική κάστα με τους περισσότερους αυτόχειρες μεταξύ των μελών της. Ο Ζή­νων από το Κίτιο, ο αρχηγέτης της σχολής, έθεσε ο ίδιος τέλος στην ζωή του κρατώντας την αναπνοή του όταν, ύστερα από μια πτώση του, έχασε τον έλεγχο του σώματός του, όπως παραδίδει ο Διογένης ο Λαέρτιος. Ο Κλεάνθης ο Φρέαντλις από την Ασσό, μαθητής του Ζήνωνος, σε βαθύ γήρας και ύστερα από ένα πρόβλημα υγείας που τον έφερε κοντά στον θάνατο, αρνήθηκε να δεχθεί τροφή με σκοπό να πεθάνει. Δικαιολόγησε την απόφασή του αυτή λέγοντας πως ήδη είχε κάνει την μισή διαδρομή προς τον θάνατο, και δεν σκόπευε να γυρίσει πίσω στην αρχή, ώστε κάποτε να την επαναλάβει ολόκληρη εκ νέου.

Η αδιαφορία αυτή προς τον θάνατο, η οποία ενίοτε μεταφράζεται σε ανοικτή προτίμηση, δεν είναι διόλου ξένη προς την γενικότερη ηθική θεωρία των Στωικών. Συγκεκριμένα, για αυτούς ο ηθικός ορίζοντας του ανθρώπου περιλαμβάνει μόνον δύο σημεία αναφοράς: την αρετή και την κακία. Όλα τα υπόλοιπα για τους Στωικούς είναι αδιάφορα. Ο πλούτος και η υγεία, επί παραδείγματι. Για τον καθημερινό άνθρωπο, και τότε και σήμερα, αποτελούν ευλογία. Όχι, όμως, για έναν Στωικό. Για τους Στωικούς αμφότερα συνιστούν απλώς αδιάφορες καταστάσεις, χωρίς κάποια ιδιαίτερη αξία. Αυτό, βέβαια, στην σκέψη των Στωικών δεν σημαίνει πως ο άνθρωπος δεν δικαιολογείται να τρέφει μια ελαφρά προτίμηση προς την υγεία, ας πούμε, και όχι προς την ασθένεια. Απλώς, η υγεία δεν είναι τόσο σημαντική καθ’ εαυτήν, ώστε να αποτελέσει αυτοσκοπό. Μόνο η αρετή μπορεί να αποτελεί αυτοσκοπό για το ηθικό πρόσωπο. Η υγεία, ο πλούτος, η ένδεια, η ασθένεια, και οποιαδήποτε άλλη κατάσταση αντιμετωπίζουμε στον βίο μας, είναι απλώς ένα μέσον προς την επίτευξη της αρετής, και μόνον ως τέτοιο μπορεί να έχει κάποια ηθική αξία. Η υγεία, στην οποία ήδη αναφερθήκαμε, έχει αξία μόνον εάν μας οδηγεί στην αρετή. Εάν, ωστόσο, μας σπρώχνει προς την κακία, τότε καθίσταται επιζήμια. Για τον Νέρωνα ή τον Χίτλερ, επί παραδείγματι, το γεγονός πως έχαιραν άκρας σωματικής υγείας δεν απο­δείχθηκε καθόλου επωφελές, αφού δεν τους οδήγησε στην αρετή, αλλά στην κακία. Για τον Νίτσε και τον Μπετόβεν, αντιστρόφως, η κακή τους υγεία τους οδήγησε στην αρετή, έστω την καλλιτεχνική ή λογοτεχνική. Ο Χίτλερ, κατά την οπτική των Στωικών, θα ήταν πολύ ευτυχέστερος εάν η υγεία του ήταν τόσο κλονισμένη, ώστε να περιστέλλει την ροπή του στο έγκλημα.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει για την ζωή. Αυτή δεν είναι παρά ένα μέσον ώστε το ηθικό πρόσωπο να οδηγείται στην αρετή. Ορισμένες φορές, ωστόσο, η ζωή κατά τους Στωικούς καθίσταται βάρος για τον άνθρωπο, και τροχοπέδη στην επιδίωξη της αρετής. Είναι οι περιπτώσεις εκείνες, επί παραδείγματι, που ο άνθρωπος χάνει τον έλεγχο είτε του σώματός του, είτε της πορείας των γεγονότων της ζωής του. Ο Αίας, ας πούμε, εάν δεν έθετε τέλος στην ζωή του, θα έπρεπε να υποστεί την περιφρόνη­ση ή την συγκατάβαση των συμπολεμιστών του. Δεν ήταν στο χέρι του να μεταβάλλει την κατάσταση αυτή. Πάντοτε θα ήταν ζωντανή στην μνήμη όλων η ατιμωτική θέση στην οποία κάποτε βρέθηκε, σκιάζοντας και απαξιώνοντας κάθε μέχρι τούδε επίτευγμά του, καθώς και κάθε μελλοντικό. Ο μόνος τρόπος του ήρωα ώστε να διατηρήσει την αρετή του, με τον τρόπο, βέβαια, που εκείνος την αντιλαμβάνεται, είναι να θέσει τέλος στην ζωή του.

Ο Κάτων ο νεώτερος, στον οποίον ήδη ανα­φερθήκαμε, εάν δεν επέλεγε τον αυτοχειριασμό, θα ήταν αναγκασμένος να προσβλέπει στην μεγαλοψυχία του εχθρού του, του Ιουλίου Καίσαρα. Και εάν ο Καίσαρας απεδεικνύετο μεγαλόψυχος προς αυτόν, ο Κάτων θα οφείλε είτε να καταστεί φερέφωνο του ευεργέτη του, είτε να σιωπά. Στην σκέψη του, ωστόσο, τίποτα από τα δύο δεν θα συνέτεινε στην δια­φύλαξη της αρετής του. Για τον Κάτωνα, ο οποίος ήταν ο ίδιος Στωικός φιλόσοφος, η ζωή αποτελούσε πλέον βάρος, το οποίο θα τον απέτρεπε από την άσκηση της αρετής. Κάθε φορά που το δίλημμα τίθεται μεταξύ της διατήρησης της ζωής μας ή της διαφύλαξης της αρετής μας, για έναν Στωικό δεν υφίσταται καμία πραγματική δυσκολία. Αυτός απλώς οφείλει να εξαγάγει αυτοβούλως και άμεσα τον εαυτό του εκ του βίου, ώστε να προασπίσει το ύψιστο ανθρώπινο αγαθό, την αρετή του. Αυτή η εξαγωγή εκ του βίου αντιμετωπίζεται από τους Στωικούς ως απολύτως εύλογη, κατά τον ίδιο τρόπο που ο Αίας – παρότι ο ίδιος δεν ήταν, και ούτε άλλωστε, θα μπορούσε να είναι μέλος της Ποικίλης Στοάς – θεωρεί πως όταν οι οικείοι του πληροφορηθούν τον χαμό του, θα τον αντιληφθούν ως σωτηρία για τον ίδιο. Ο αυτοχειριασμός στην περίπτωση αυτή δεν αποτελεί προϊόν παρόρμησης και πάθους, αποτέλεσμα πλεονάζουσας ορμής, αλλά απότοκο έλλογης διεργασίας και διασκεπτικής προσέγγι­σης. Με άλλα λόγια, για τους Στωικούς η αυτοκτονία αποτελεί επιλογή που όχι μόνον συνάδει με τον λόγο, αλλά πολλές φορές επιβάλλεται από αυτόν.

Η έννοια της ευλόγου εξαγωγής εκ του βίου, του έλλογου όσο και λελογισμένου αυτοχειριασμού, συνοψίζεται κατά τον καλύτερο τρόπο στην σκέψη του Επίκτητου. Κατά τον Επίκτητο οι καταστάσεις στην ζωή μας διακρίνονται στις εφ’ ημίν και στις ουκ εφ’ ημίν. Με άλλα λόγια, σε εκείνες που βρίσκονται στον έλεγχό μας, και σε εκείνες που εκ φύσεως αδυνατούμε να ελέγξουμε. Μεταξύ των ουκ εφ’ ημίν ο Επίκτητος κα­τατάσσει τον πλούτο, την υγεία, την καλή τύχη, την καλή ή την κακή φήμη και άλλα. Στα εφ’ ημίν ανήκουν μεταξύ άλλων οι γνώμες μας, οι επιθυμίες και οι επιδιώξεις μας, καθώς και οτιδήποτε άλλο μπορούμε να προκαλέσουμε οι ίδιοι στον εαυτό μας. Ένα από αυτά, είναι κατά τον Επίκτητο ο αυτοχειριασμός, ο οποίος ενίοτε αναδεικνύεται ως εκού­σια αυτολύτρωση. Γράφει συγκεκριμένα: η ζωή είναι ένα δωμάτιο, στο οποίο που και που μπαίνει καπνός. Εάν ο καπνός είναι τόσο λίγος, ώστε να μπορεί ο ένοικος του δωματίου να τον ανεχθεί, τότε ο τελευταίος μπορεί να παραμείνει μέσα στο δωμάτιο, εάν το επιθυμεί. Εάν, ωστόσο, ο καπνός γίνει πυκνός και η ατμόσφαιρα αποπνικτική, τότε ο ένοικος του δωματίου δεν έχει παρά να ανοίξει την πόρτα και να βγει έξω.

Με άλλα λόγια, μας λέει ο Επίκτητος, είναι ανόητο να γαντζώνεται κάποιος σε μια ζωή που δεν έχει πλέον να του προσφέρει τίποτα καλό, αλλά αντίθετα τείνει να γίνει – ή έχει ήδη καταστεί – αφόρητη. Η πλέον εύλογη επιλογή, στην περίπτωση αυτή, είναι η αυτόβουλη εξαγωγή εκ του βίου, ο αυτοχειριασμός. Και τούτο, δεδομένου του γεγονότος πως ουδείς μας αναγκάζει να παραμείνουμε ζωντανοί, εάν οι ίδιοι δεν το επιθυμούμε. Όπως γράφει ο Σενέκας στην έβδομη επιστολή του, «ας είμαστε ευγνώμονες προς τους Θεούς για το γεγονός πως κανείς από εμάς δεν υποχρεούται να διατηρηθεί στην ζωή ενάντια την θέλησή του».

Ο ήρεμος και σταθερός τρόπος με τον οποίον ο Επίκτητος προβάλλει την αυτοκτονία ως διέξοδο από καταστάσεις της ζωής που δεν υπόκεινται στον έλεγχό μας και μας επιβαρύνουν αφόρητα, δείχνει πως αφ’ ενός ο ίδιος πίστευε βαθιά αυτά που υπεστήριζε, αφ’ ετέρου πως στις θέσεις του αποκρυσταλλώνεται μια μακρά και ενεργή φιλοσοφική πα­ράδοση σε σχέση με την αυτοκτονία.

Εντούτοις, το έλλογο της αυτοκτο­νίας ως διεξόδου από τα δεινά του βίου δεν είναι αμάχητο. Απεναντίας, πολλοί φιλόσοφοι, τόσο κατά το απώτερο παρελθόν όσο και πιο πρόσφα­τα, έχουν αμφισβητήσει την ευστάθεια της προσέγγισης των Στωικών. Ορισμένως, πολλοί έχουν κατά καιρούς εντοπίσει ένα αδύναμο σημείο στην εκ μέρους των Στωικών υπεράσπιση της λογικότητος της αυτοκτο­νίας. Συγκεκριμένα, στην προτροπή του Επίκτητου να ανοίξουμε την πόρτα του δωματίου ώστε να γλιτώσουμε από τον καπνό, υποφώσκει μια άρρητη μεν, απτή δε σύγκριση: εντός του δωματίου η κατάσταση εί­ναι αφόρητη, συνεπώς έξω δεν μπορεί παρά να είναι καλύτερη. Και εάν όντως πρόκειται για ένα δωμάτιο που έχει γεμίσει καπνό, η σύγκριση πράγματι ευσταθεί. Και τούτο διότι όλοι γνωρίζουμε πως, ενώ στον περιορισμένο χώρο του δωματίου ο καπνός δεν μας αφήνει να αναπνεύσουμε, έξω από το δωμάτιο είναι αδύνατον η κατάσταση να είναι εξίσου αποπνικτική, αφού ο καπνός δεν συγκεντρώνεται σε ένα σημείο, αλλά διαχέεται στην ατμόσφαιρα. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο σε ό,τι αφορά στην ζωή και στον θάνατο, επομένως η σύγκριση δεν μπορεί να είναι εξ ίσου επιτυχής. Και τούτο διότι, ενώ όλοι γνωρίζουμε και μπορούμε να περιγράφουμε τα δεινά που όσο ζούμε μας μαστίζουν, ουδείς γνωρίζει ή δύναται να περιγράφει την κατάσταση του θανάτου. Συνεπώς, η σύγκρι­ση που ελλοχεύει στην επιλογή της αυτοκτονίας, δυνάμει της οποίας ο θάνατος είναι προτιμότερος από τη ζωή, είναι αυθαίρετη, αφού γνωρί­ζουμε μόνον τη ζωή, αλλά όχι τον θάνατο. Πως είναι δυνατόν, λοιπόν, να τον προτιμούμε από την ζωή; Ακριβώς για τον λόγο αυτό η υπό συνθήκες προτίμηση των Στωικών προς τον θάνατο έχει θεωρηθεί πως στηρίζεται σε μία ασύμμετρη σύγκριση και, συνεπώς, ο αυτοχειριασμός δεν μπορεί να συνιστά έλλογη επιλογή, αλλά απονενοημένο διάβημα, στο οποίο ο αυτόχειρας οδηγείται από μια πλεονάζουσα ορμή, από το στιγμιαίο, δηλαδή, πάθος.

Η προσέγγιση αυτή, βεβαίως, διόλου δεν απαξιώνει την επιλογή του Αίαντα, καθώς και όλων όσοι, όπως αυτός, θέλησαν και πέτυχαν να ξεφύγουν από μια ζωή που ένιωθαν να τους φυλακίζει, χωρίς να τους υπόσχεται τίποτα αγαθό. Και τούτο διότι, ακόμη και εάν ο αυτοχειριασμός είναι είτε ανόητος είτε απλώς ακατανόητος, τα κίνητρα ορισμένων εκ των αυτοχείρων είναι αγαθά. Και στην ηθική τα κίνητρα μιας επιλογής έχουν ενίοτε μεγαλύτερη βαρύτητα από τα αποτελέσματα της εν λόγω επιλογής, ή από την συνεκτικότητα του σκεπτικού που είτε λανθάνει σε αυτήν, είτε ρητώς δηλούται μέσω αυτής. Η αυτοκτονία εν ονόματι της τιμής ή για την διασφάλιση της αρετής σίγουρα δείχνει πως ο αυτόχειρας υπήρξε στην ζωή του ιδιαίτερα ευαίσθητος ως προς τα εν λόγω ιδανικά, και αυτό δεν είναι αξιοκατάκριτο. Αντιθέτως, μορφές όπως ο Αίας, ο γιος του Τελαμώνα, ή ο Βρούτος και ο Σωκράτης, θα ήταν λιγότερο ανάγλυφες στην σκέψη μας εάν είχαν συμβιβασθεί με μια ζωή κατώτερη των ιδίων.

Ευάγγελος Πρωτοπαπαδάκης 

Δρ. Φιλοσοφίας Λέκτωρ Εφαρμοσμένης Ηθικής του Ε.Κ.Π.Α.

«Ο Όμηρος και η Ελληνική Σκέψη», Εκδόσεις εργαστηριού μελέτης του Θεσμικού Λόγου, Ε.Κ.Π.Α., Αθήνα, 2019.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και η εικόνα που παρατίθεται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

Read Full Post »

Ο Πλατωνισμός του Giambattista Vico – © Ρωξάνη Αργυροπούλου στον τόμο, «Η πρόσληψη των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων από τις απαρχές και μέχρι τον ΙΖ´ αιώνα», Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας της Ακαδημίας Αθηνών, 2017, σ. 156-168.


 

Πορτρέτο του Giambattista Vico (Τζαμπαττίστα Βίκο 1668 -1744), έργο του Francesco Solimena.

Με τo σύγγραμμά του Αρχές για μια νέα επιστήμη περί της κοινής φύσεως των εθνών (Principj di scienza nuova dintorno alla comune natura delle nazioni, ο Giambattista Vico, καθηγητής της ρητορικής στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, έθεσε καινούργιες κατευθύνσεις στη θεωρητική μελέτη της ιστορίας του πολιτισμού· προσπάθησε πρώτος να συλλάβει τους νόμους που την διέπουν χρησιμοποιώντας μιαν πρωτότυπη για εκείνη την εποχή συγκριτική ανθρωπολογική μέθοδο σχετικά με τη θεματολογία των κοινωνικοπολιτιστικών φαινομένων. Σύγχρονος του Montesquieu εγκαινιάζει μια φιλοσοφία της ιστορίας, η οποία διέπεται από δικούς της νόμους. Στη συνολική θεώρηση της ανθρώπινης πολιτισμικής εξέλιξης ο Ναπολιτάνος φιλόσοφος διακρίνει μια κυκλική σπειροειδή κίνηση με «ροές και παλινδρομήσεις» (corsi και ricorsi). Η νέα αυτή επιστήμη της ιστορίας οικοδομείται πάνω στην πνευματική παράδοση και την κοινωνική συλλογικότητα, καθώς ο άνθρωπος, κατά τον Vico, είναι σε θέση να κατανοήσει μόνο όσα ο ίδιος έχει δημιουργήσει. Η επιστήμη αυτή οφείλει να καλύπτει όλες τις εκφάνσεις των δραστηριοτήτων του ανθρώπου στον κοινωνικό βίο, στην πολιτική, στη θρησκεία, στη γλωσσολογία και στην ηθική. Οι βικιανές ερμηνείες, όπως παρατήρησε ο Max Horkheimer συνιστούν πρότυπα για εκείνον που επιδιώκει να μελετήσει τις πολιτιστικές εκδηλώσεις του ανθρωπίνου πνεύματος σε αλληλεπίδραση με τις κοινωνικοπολιτικές σχέσεις που τις καθορίζουν.

Παραμερίζοντας τον αλληλοσυγκρουόμενο προβληματισμό των εμπειριστών και των ορθολογιστών, ο Vico επιδόθηκε στην αμφισβήτηση των φιλοσοφικών διαμαχών οι οποίες αναπτύχθηκαν στον καιρό του με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στην οριστική απομάκρυνσή του από αυτές. Εντούτοις με την πάροδο των ετών, οι αντιλήψεις του, παρότι άργησαν να γίνουν ευρύτερα γνωστές στην Ευρώπη, θα αποτελέσουν αντικείμενο ειδικών προσεγγίσεων που, με κίνδυνο όμως τον αναχρονισμό, τείνουν να αποδώσουν μιαν υπέρμετρη σημασία σε ορισμένες κατευθύνσεις του στοχασμού του χωρίς να εκτιμούν ορθά τις περισσότερες φορές την πρωτοτυπία της προσπάθειάς του στη δική του εποχή. Ο λόγος είναι ότι ο πρωτοφανής αριθμός αυτών των προσπαθειών ανταποκρίθηκε σε σύγχρονες φιλοσοφικές τάσεις με αποτέλεσμα οι απόψεις του να περιπλέκονται προσαρμοζόμενες σε ριζικά αντίθετες φιλοσοφικές απόψεις. Πρόκειται για ένα ερμηνευτικό φαινόμενο το οποίο απασχόλησε τον Isaiah Berlin ο οποίος το απέδωσε στη συνθετότητα αλλά και στην περιπλοκότητα της βικιανής θεματολογίας η οποία κάθε άλλο παρά μονοσήμαντη είναι, επιτρέποντας πολλαπλές ερμηνείες εξαιτίας του μεταφορικού του λόγου. Ειδικότερα, εντυπωσιακή περίπτωση αποτελούν οι αντίθετες απόψεις που υποστηρίχθηκαν πρόσφατα από δύο σπουδαίους ιστορικούς των ιδεών, τον Jonathan I. Israel και τον Zeev Sternhell. Kατατάσσοντας τον Vico o πρώτος στον λεγόμενο ριζοσπαστικό Διαφωτισμό και o δεύτερος στο ρεύμα του αντι-Διαφωτισμού.

Με μια φιλοσοφική αντίληψη της ιστορίας, η οποία αντλεί στοιχεία από τη μελέτη των γραπτών μαρτυριών, των μύθων, της θρησκείας, της γλώσσας και του δικαίου, ο Vico ακολούθησε έναν δρόμο προσωπικό και μοναχικό· αρνήθηκε να αποδώσει στον εαυτό του θέση προτύπου και παρέμεινε συνεπώς ο μεγάλος απών του καιρού του στο στερέωμα της διανόησης. Αναμφίβολα το στοιχείο αυτό δηλώνει εκ μέρους του μιαν επιφυλακτικότητα η οποία οφείλεται κυρίως στην αποστασιοποίηση του από την επελθούσα αλλαγή στην εύθραυστη πολιτική συγκυρία του βασιλείου της Νεάπολης στην καμπή του δεκάτου εβδόμου αιώνα. Όταν έναν αιώνα αργότερα οι βικιανές ιδέες ανταποκρίθηκαν στα αιτήματα του ρομαντισμού στον τομέα της ιστορίας, της μελέτης της γλώσσας και της αισθητικής, μεταξύ των πρώτων που αναζωογόνησαν τη δυναμική των θεωρήσεών του και εμπνεύστηκαν από τις ιδέες του, ξεχώρισαν οι διανοητές του Risorgimento καθώς και ο Jules Michelet με τη μετάφρασή του στη γαλλική γλώσσα του Scienza nuova. Για τον πολιτικό και φιλόσοφο Giuseppe Ferrari (1811-1876), στον οποίο οφείλεται η πρώτη κριτική έκδοση των βικιανών Απάντων (1835- 1837), ο Vico συνιστά τον τελευταίο φιλόσοφο της περιόδου της ιταλικής Αναγέννησης, μιαν αντίληψη που επίσης ενστερνίζεται ο Eugenio Garin στην Ιστορία της ιταλικής φιλοσοφίας  και που είχαν αποδεχθεί προγενέ­στεροί του κορυφαίοι μελετητές, όπως οι Benedetto Croce και Giovanni Gentile…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης της κυρίας Ρωξάνης Αργυροπούλου πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Πλατωνισμός του Giambattista Vico

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Σοφιστές – Σοφιστική


 

Ο 5ος αι. π.Χ., που οριοθετείται από δυο σημαντικά ιστορικά γεγονότα για τους Έλληνες, την Περσική εισβολή και τον Πελοπον­νησιακό πόλεμο, είναι μια εποχή απίστευτης ακμής του πολιτικού και πνευματικού βίου, εποχή έντονου προβληματισμού και ανακατατάξεων, με κέντρο την Αθήνα. Μετά την ανάπτυξη του εμπορίου και της χρημα­τιστικής, που δημιούργησαν νέες οικονομικές μορφές, τους αποικισμούς, που άνοιξαν τον οπτικό ορίζοντα, την ακμή της λυρικής ποίησης, που έ­μαθε τους ανθρώπους να εκφράζονται, η παλιά αριστοκρατική ηθική φαίνεται γερασμένη. Ο άνθρωπος πνίγεται από τα δεσμά της παράδοσης και τις ταξικές προκαταλήψεις και αρχίζει να συνειδητοποιεί τη δύναμή του. Διάχυτη είναι η ροπή για ορθολογική κριτική όλων των σχέσεων. Το κενό αυτό στην πολιτική και πνευματική ζωή της Ελλάδας, και ιδιαίτερα της Αθήνας, ήρθαν να καλύψουν οι σοφιστές [1].

Σκηνή δικαστηρίου στην παλιά Ρώμη. Εκδίωξη των Σοφιστών. Λιθογραφία, Paget, HM (Henry Marriott), 1899.  Συλλογή Mid-Manhattan Library.

Σκηνή δικαστηρίου στην παλιά Ρώμη. Εκδίωξη των Σοφιστών. Λιθογραφία, Paget, HM (Henry Marriott), 1899. Συλλογή Mid-Manhattan Library.

Νεωτεριστές με επαναστατική κοσμοθεωρία, τροφοδότησαν το πνεύ­μα της αδίστακτης κριτικής, που διψούσε για αλλαγή και πρόοδο, συ­μπλήρωσαν την ιωνική ορθολογιστική φιλοσοφία, διερεύνησαν τον άν­θρωπο σαν άτομο και σαν κοινωνικό ον, ανέτρεψαν το δογματισμό και τις παραδοσιακές μορφές θρησκευτικού και ηθικοπολιτικού βίου, έκαναν αντικείμενο της έρευνάς τους τη γνωστική δύναμη του ανθρώπινου νου και μόνο σ’ αυτή έδειξαν απόλυτη εμπιστοσύνη.

Η φιλοσοφία τους εκτό­πισε την ποίηση, που είχε ως τώρα τα πρωτεία, και έγινε ο μοναδικός φο­ρέας της αττικής μόρφωσης. Με τα μαθήματα που έδιναν πηγαίνοντας από πόλη σε πόλη κέντρισαν τους συγχρόνους τους να απαρνηθούν την πολιτιστική πραγματικότητα και να αναζητήσουν την αλήθεια ακολου­θώντας ένα νέο δρόμο. Η πνευματική αυτογνωσία που επιδίωκαν ήταν όρος για την απελευθέρωση του ατόμου από την αριστοκρατική παρά­δοση και τη συνειδητή συμμετοχή του στη διοίκηση του κράτους. Έτσι έγιναν οι πρώτοι θεωρητικοί θεμελιωτές της δημοκρατίας και κατέλαβαν την πρώτη θέση στην ιστορία της πολιτικής μόρφωσης των Ελλήνων.

Η φιλοσοφία τους έχει δυο βασικές διαφορές από την προηγούμενη φιλοσοφία:

α) απευθύνεται σ’ ένα ευρύτερο κοινό, ενώ η προηγούμενη φιλοσοφία έμεινε περιορισμένη σε στενούς κύκλους, σε μια πνευματικά και οικονομικά ανώτερη τάξη.

β) Έχει ως σκοπό το μετασχηματισμό της γνώσης σε ενέργεια, θέτει δηλ. τη γνώση στην υπηρεσία της πρακτικής ζωής, ενώ η προηγούμενη φιλοσοφία θεωρούσε τη γνώση αυτοσκοπό.

Μέθοδος των σοφιστών είναι η επαγωγή. Ξεκινούν από την εμπειρία και με βάση τα εμπειρικά δεδομένα συνάγουν ορισμένα συμπεράσματα θεωρητικού και πρακτικού χαρακτήρα, όπως για το δυνατό ή το αδύνατο ή το σχετικό της γνώσης, για την αρχή, την πρόοδο και το σκοπό του αν­θρώπινου πολιτισμού, για την αρχή και τη δομή της γλώσσας, για τη γέ­νεση και το χαρακτήρα ή την αξία της θρησκείας, για τη διαφορά ελεύ­θερων και σκλάβων, Ελλήνων και βαρβάρων, για τη διαμόρφωση και την αξία των νόμων, για τη γένεση της κοινωνίας κ.λ.π.

Οι σοφιστές διέδωσαν στο λαό φιλοσοφικά αγαθά, ξύπνησαν το γε­νικό ενδιαφέρον των Ελλήνων για τη φιλοσοφία και έγιναν διάσημοι «καθηγητές» που συνετέλεσαν στην ανύψωση του μορφωτικού και πολι­τιστικού επιπέδου του λαού. Οι νεωτεριστικές τους απόψεις ενθουσίαζαν ιδιαίτερα τους νέους της εποχής, που συνωθούνταν για να ακούσουν τους τολμηρούς καθηγητές – φιλόσοφους. Επειδή όμως έδρασαν σε μια εποχή ανακατατάξεων και υπήρξαν καρπός και όργανο μιας αναστάτωσης στη νοοτροπία και στη ζωή των Ελλήνων, που στέκονταν τότε στο κατώφλι μιας νέας εποχής, οδηγήθηκαν και σε μερικά μονόπλευρα, υπερβολικά και ίσως επικίνδυνα συμπεράσματα. Έδωσαν έτσι την ευκαιρία στο κα­τεστημένο της εποχής να τους κατηγορήσει, να τους συκοφαντήσει και να παρουσιάσει στους μεταγενέστερους την εικόνα τους αλλοιωμένη, παρα­ποιημένη και κακογραμμένη. Το γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία αν σκε­φτούμε πως ό,τι ξέρουμε για τους σοφιστές το γνωρίζουμε κυρίως από μαρτυρίες των εχθρών τους, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, που τους παρουσίασαν λίγο-πολύ ως απατεώνες, αγύρτες και ψευτοφιλόσοφους που καπηλεύονταν τη σοφία και την επιστήμη.

Οι σοφιστές είχαν και μια άλλη ατυχία, που έγινε αιτία να καταδι­καστούν σε πνευματικό θάνατο για ολόκληρες χιλιετίες: Έμειναν πλανό­διοι δάσκαλοι και δεν ίδρυσαν σχολές, στις οποίες θα ήταν δυνατό οι μα­θητές να επαγρυπνήσουν για τη διαφύλαξη των συγγραμμάτων τους και την υπεράσπιση της τιμής τους. Τα συγγράμματά τους χάθηκαν ή, το πιο πιθανό, τα κατέστρεψαν οι ολιγαρχικοί που επικράτησαν σ’ όλη την Ελ­λάδα ύστερα από την υποταγή στους Μακεδόνες. Η έκταση όμως των γνώσεων και η δημιουργική μεγαλοφυΐα τους είχαν δημιουργήσει μια ζω­ντανή παράδοση, που έγινε η πιο σημαντική πηγή για τη φιλοσοφική α­νάπτυξη της αρχαιότητας.

Κυριότεροι σοφιστές ήταν ο Πρωταγόρας, ο Γοργίας, ο Πρόδικος, ο Ιππίας, ο Αλκιδάμας, ο Λυκόφρων, ο Αντιφώντας, ο Ιππόδαμος, ο Φα­λέας. Οι εχθροί τους σκόπιμα ανέμειξαν στη σοφιστική κίνηση, ονό­ματα γνωστών πολιτικών εκπροσώπων της ολιγαρχίας, όπως τον Καλλικλή, φανατικό εχθρό των σοφιστών, τον τυχοδιώκτη Κριτία, έναν από τους αιμοσταγείς τριάκοντα τυράννους, και το Θρασύβουλο από τη Χαλκηδόνα, οι οποίοι χρησιμοποίησαν σοφιστικά επιχειρήματα για να κατα­πολεμήσουν τους ασύμφορους για την ολιγαρχία δημοκρατικούς νόμους του Περικλή, ενώ οι θεωρίες τους δεν έχουν την παραμικρή συγγένεια με τη σοφιστική σκέψη.

 

Υποσημειώσεις 


 

[1] Lesky Α., Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, σελ. 481 κ.ε.

– Ντόκα Αγ., Ελληνικός Διαφωτισμός, σελ. 66-74.

– Βέικου Θ., Η Αρχαία Σοφιστική, σελ. 27-35.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

«Ανθολόγιο | Δώδεκα Αποσπάσματα Αρχαίων Ελλήνων Συγγραφέων», Εκδόσεις Gutenberg, Αθήνα, 1997.

 

Read Full Post »

Ο Αργείος φιλόσοφος Αρποκρατίων και η γενικότερη φιλοσοφική κίνηση

στο κλασικό και ρωμαϊκό Άργος, Αργειακή Γη, τεύχος 4, 2008.

Δρ Γεώργιος Στείρης – Λέκτωρ Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών


 

  Αρποκρατίων (2ος αι. μ.Χ.). Πλατωνικός φιλόσοφος από το Άργος. Υπήρξε μαθητής του φιλοσόφου Αττικού, ο οποίος ανήκε στην παράδοση της μέσης πλατωνικής φιλοσοφίας. Έγραψε αναλυτικότατα σχόλια για το σύνολο σχεδόν των κειμένων του Πλάτωνα σε 24 τόμους.

Η πόλη του Άργους υπερηφανεύεται για την πλουσιότατη ιστορία της και την αδιάλειπτη πολιτιστική προσφορά της στο πέρασμα των αιώνων, από την απώτατη προϊστορία έως τη σύγχρονη εποχή. Παρότι όμως έχουν χυθεί τόνοι μελάνης από αξιολογότατους ερευνητές εδώ και αιώνες, το παρελθόν του Άργους δεν έχει ακόμα φωτιστεί επαρκώς. Εξακολουθούν να υπάρχουν περιοχές και θεματικές, οι οποίες δεν έχουν μελετηθεί συστηματικά, περιμένοντας υπομονετικά τα φώτα της έρευνας. Μια τέτοια επιχειρείται να αναδειχθεί στην παρούσα μελέτη, με την προσδοκία της συμβολής στην προβολή μιας υποτιμημένης, αλλά εξόχως ενδιαφέρουσας πτυχής της πνευματικής ιστορίας αυτής της πόλης.

Πλάτων

Πλάτων

Ο Αργείος Αρποκρατίων υπήρξε φιλόσοφος και υπομνηματιστής του 2ου μ.Χ. αιώνα. Όσον αφορά στην καταγωγή του δεν αμφισβητείται από καμιά πηγή. Υπάρχει πάντοτε όμως το δυνητικό ενδεχόμενο να υποστηριχθεί πως ίσως κατήγετο από κάποιο άλλο Άργος, το Αμφιλόχειο, το Ορεστικό ή αυτό στην Κύπρο. Η απουσία όμως οποιουδήποτε επιπρόσθετου γεωγραφικού προσδιορισμού στο όνομα του στις αρχαίες πηγές είναι ικανή να αποδείξει το άτοπο τέτοιων ισχυρισμών, αφού η απλή αναφορά στο Άργος δεν μπορεί παρά να υποδεικνύει τη γνωστότερη από τις συνονόματες πόλεις, το Αργολικό Άργος. Όπως θα φανεί και στη συνέχεια του κειμένου, η στενή σχέση του Αρποκρατίωνα με την οικογένεια των Αττικών, μπορεί κάλλιστα να υποστηριχθεί από την αργειακή του καταγωγή.

Για τη συνέχεια της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Ο Αργείος φιλόσοφος Αρποκρατίων.

Η ανακοίνωση στα Αγγλικά, από το καταξιωμένο διεθνές περιοδικό για τις κλασσικές σπουδές –   ЗБОРНИК МАТИЦЕ СРПСКЕ  ЗА КЛАСИЧНЕ СТУДИЈЕ | JOURNAL OF CLASSICAL STUDIES MATICA SRPSKA – το οποίο εκδίδεται στη Σερβία. Harpocration, the argive philosopher, and the overall philosophical movement in classical and roman Argos. Double click on the link: Harpocration

Read Full Post »

Μουσούρος Μάρκος (1470 – 1517)


 

Μάρκος Μουσούρος

 Έλληνας φιλόλογος και εκδότης, ο επιφανέστερος ίσως της αναγεννησιακής περιόδου, γεννημένος στο Ηράκλειο Κρήτης. Σπούδασε αρχικά στον Χάνδακα, στο σχολείο της Αγίας Αικατερίνης του Σινά και αργότερα στην Ιταλία. Το 1486 έφυγε για τη Φλωρεντία όπου μαθήτευσε κοντά στο μεγάλο Έλληνα λόγιο Ιανό Λάσκαρι.

 Από το 1494 εγκαταστάθηκε στη Βενετία, όπου γνωρίστηκε με τον εκδότη ουμανιστή Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τις τεράστιες γνώσεις του Μάρκου Μουσούρου για την κλασική ελληνική γραμματεία. Ο Μανούτιος συνεργάστηκε έκτοτε στενά με τον Μουσούρο στις εκδόσεις Ελλήνων φιλοσόφων και ποιητών. Με επιμέλεια του Μάρκου Μουσούρου εκδόθηκαν τα έργα του Αριστοφάνη το 1498, καθώς και δυο τόμοι με τίτλο Έλληνες επιστολογράφοι  το επόμενο έτος.

Ο Μουσούρος έγινε γρήγορα διάσημος. Δίδαξε ελληνική φιλολογία στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας και στην Πλατωνική Ακαδημία της Βενετίας, όπου εγκαταστάθηκε συνδεόμενος με την ανώτερη κοινωνική τάξη της πόλης. Εξέδωσε τραγωδίες του Ευριπίδη το 1503 και το 1513 τα άπαντα του Πλάτωνα. Φλεγόμενος από το πάθος του για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τους Τούρκους, προσπάθησε να πείσει τον πάπα Λέοντα I’ να παρέμβει στους Ευρωπαίους ώστε να βοηθήσουν προς το σκοπό αυτό. Η φήμη του στην Ιταλία ήταν τεράστια και ανέλαβε την οργάνωση της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης στη Βενετία. Πέθανε στη Ρώμη το 1517.

  

Φιλόλογος και εκδότης

  

Ο Πέτρος Μπέμπο (Pietro Bembo), (Βενετός καρδινά­λιος και φίλος του Μάρκου Μουσούρου), λέει στους Βενετούς αριστοκράτες: «Γειτονεύουμε με τους Έλληνες και κατέχουμε όχι λίγες από τις πό­λεις και τα νησιά τους, γι’ αυτό και έχετε στη διά­θεσή σας και ανθρώπους και βιβλία για να διδαχθείτε…».

Ο επιφανέστατος Έλληνας φιλόλογος της Αναγέννησης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο (π. 1470) και πέθανε στη Ρώμη το 1517. Από μικρός είχε δείξει την κλίση του στα γράμματα και αρχικά σπούδασε την ελληνική γλώσσα στο σχολείο της Αγίας Αι­κατερίνης του Σινά, στον Χάνδακα. Κατόπιν πήγε στη Φλωρεντία (1486), όπου σπούδασε δίπλα στον Ιανό Λάσκαρι.

Τα λατινικά και τα ελληνικά τα έ­μαθε σε εκπληκτικό βαθμό τελειότητας. Επανήλθε για λίγο καιρό στην Κρήτη, αλλά το 1494 είχε επι­στρέψει στην Ιταλία και συγκεκριμένα στη Βενετία.

Εκεί γνώρισε τον εκδότη-τυπογράφο Άλδο Μανούτιο, ο οποίος εκτίμησε τις γνώσεις του νεαρού Μάρκου Μουσούρου και τον προσέλαβε ως βοηθό του και επιστημονικό επόπτη στα έργα που εξέδιδε στο τυπογραφείο του. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Μουσούρος είχε αποκτήσει αρκετή εμπειρία και το 1497 δημοσιεύτηκε από αυτό το τυπογραφείο το Dictionarium graecum copiosissimum με επί­γραμμα του Μουσούρου. Το επόμενο έτος (1498) δημοσιεύθηκαν με επιστασία του Μουσούρου εν­νέα κωμωδίες του Αριστοφάνη και το Μάρτιο του 1499, σε δυο τόμους, οι Έλληνες Επιστολογράφοι.Το έργο περιελάμβανε μια συλλογή επιστολών που αποδίδονταν σε είκοσι έξι κλασικούς και πρώι­μους χριστιανούς συγγραφείς.

Μάρκος Μουσούρος, χαλκογραφία, Reusner, Icones Clarorum Vivorum, 1589.

Πλέον, η φήμη του Μουσούρου ως εκδότη, επιστημονικού επόπτη και γνώστη της αρχαίας ελληνικής και της λατινικής γλώσσας άρχισε να διαδίδεται έξω από τη Βενετία, σε όλη την ουμανιστική Ιταλία. Στις αρχές του 1500, έπειτα από σύσταση του Άλδου Μανούτιου, πήγε στο Κάρπι, μια κωμόπολη κοντά στη Φεράρα, και δίδαξε ελληνικά και λατινικά τον δούκα Αλμπέρ­το Πίο (Alberto Ρίο), ο οποίος έκτοτε έγινε και στενός του φίλος. Η ήσυχη ζωή σε αυτή την κωμό­πολη γρήγορα έκανε τον Μουσούρο να επιθυμήσει πάλι την κοσμοπολίτικη Βενετία, στην οποία και επέστρεψε σύντομα.

Αυτό τον καιρό (1500) είχε ι­δρυθεί από τους Άλδο Μανούτιο, Ιωάννη Γρηγορόπουλο (στενό φίλο του Μουσούρου) και Σκιπίωνα Καρτερόμαχο η λεγόμενη Νέα Ακαδημία, η οποία ήταν μια εταιρεία λογίων της Βενετίας για την προαγωγή των ελληνικών σπουδών. Εκεί πήγαινε αρκετές φορές και ο Μουσούρος και δίδασκε αρκε­τά συχνά τα ελληνικά. Μέλη της Ακαδημίας αυτής ήταν περίπου σαράντα Έλληνες και Ιταλοί ουμανι­στές και όλοι μιλούσαν τα ελληνικά. Η εταιρεία εί­χε σκοπό, πέρα από τα άλλα, τη μελέτη των εκδό­σεων των αρχαίων συγγραφέων.

Στη Βενετία ο Μουσούρος άρχισε να αποκτά φιλίες με μέλη της ανώτερης κοινωνικής τάξης. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να εκτιμη­θούν ακόμη περισσότερο οι εξαιρετικές του ικανότητες από αυτή την ίδια τη διοίκηση της Βενετίας. Έτσι, η Βενετική Γερουσία του απέ­νειμε το αξίωμα «Publica Graecarum Literarum Officina» (1503). Στην ουσία επρόκειτο για το α­ξίωμα του Λογοκριτού για τα ελληνικά βιβλία που τυπώνονταν στη Βενετία, σύμφωνα με το οποίο κά­θε ελληνικό βιβλίο που εκδιδόταν στη Βενετία και στις κτήσεις της έπρεπε να έχει την έγκριση του ό­τι ήταν σύμφωνο με τη θρησκεία και την ηθική. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1516. Το 1503-1504 ο Άλδος Μανούτιος εξέδωσε δεκαεπτά τραγω­δίες του Ευριπίδη των οποίων την έκδοση επιμελήθηκε πάλι ο Μουσούρος.

Η Βενετική Γερουσία πρέπει να είχε μείνει αρκετά ευχαριστημένη μαζί του, γιατί τον διόρισε (1504) καθηγητή της ελληνι­κής γλώσσας στη Βενετία και αργότερα καθηγητή των ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Πάντοβας (1506). Εκεί δίδασκε το πρωί ελληνική γραμματική και το απόγευμα Όμηρο, Ησίοδο, θεόκριτο και άλλους. Επιπλέον, δίδασκε μετάφραση από τα ελληνικά στα λατινικά και αντίστροφα. Κατά τα έτη 1509-1516 η Βενετία ενεπλάκη σε σκληρό πόλεμο με εχθρούς της μέσα στην Ιταλία. Έτσι, ο Μουσούρος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Πάντοβα (1509) και επανήλθε στη Βενετία. Χά­ρη σης ενέργειες του φίλου του και γραμματέα της Γερουσίας Φραγκίσκου Φατζιουόλι (Francenco Fagiuoli) ιδρύθηκε πάλι στη Βενετία η έδρα των ελληνικών και ο Μουσούρος έγινε καθηγητής (1512).

Ο ακάματος Άλδος Μανούτιος, παρά τις δυ­σκολίες που είχε λόγω του πολέμου, δεν σταμάτησε ποτέ το έργο του. Έτσι εξέδωσε με τον Μουσούρο μια γραμματική ελληνικών του Μανουήλ Χρυσολωρά, γνωστή με τον τίτλο Ερωτήματα (1512). Το επόμενο έτος (Σεπτέμβριος του 1513) ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν ίσως το σημαντικότερο από τα έργα τους, τα Άπαντα του Πλάτωνα, με αφιέρωση του Μουσούρου στο φιλόμουσο πάπα Λέ­οντα Ι’ (1513-1521).

Αυτός ήταν γιος του φιλέλληνα και φιλομαθή Λαυρεντίου των Μεδίκων της Φλω­ρεντίας, ο οποίος κατά τον προηγούμενο αιώνα εί­χε δάσκαλο τον περίφημο Έλληνα φιλόλογο και φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο. Ο Μουσούρος, φλεγόμενος από ελληνικά αισθήματα και επιθυμώντας την απελευθέρωση της Ελλάδας, συνέθεσε στα αρχαία ελληνικά μια ωδή αφιερωμένη στον Πλάτωνα και τη δημοσίευσε στην αρχή της πρώτης έκδοσης των έργων του αρχαίου φιλοσόφου. Με αυτή την ωδή απευθυνόταν στο φίλο του πάπα Λέοντα Ι’, τον επαινούσε και, δια στόματος Πλάτωνα, του ζητούσε να βοηθήσει στην απελευθέρωση των Ελλήνων, αφού έπειθε τους Ευρωπαίους άρχοντες να μονοιάσουν.

Μάρκος Μουσούρος. Τσόκος Διονύσιος, ελαιογραφία, Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Τα επόμενα έτη ο Μανούτιος με τον Μουσούρο εξέδωσαν τον Ησύχιο και τον Αθηναίο (1514) και τον Θεόκριτο (1515). Το βενετικό κράτος εκτιμούσε απεριόριστα πλέον τον Μάρκο Μουσούρο και το 1515 η Βενετική Γερουσία παρέδωσε σε αυτόν και στο Βενετό λόγιο Μπατίστα Ενιάτσιο (Battista Egnazzio) οχτακόσια χειρόγραφα του Βησσαρίωνα (1403-1472) για να τα ταξινομήσουν, δημιουργώντας έτσι τα πρώτα τμήματα της βιβλιο­θήκης που τότε ιδρύθηκε στην πλατεία του Αγίου Μάρκου και που σήμερα ονομάζεται Μαρκιανή.

Αυτό το έτος μια τραγωδία συντάραξε τη ζωή του Μουσούρου, καθώς το Φεβρουάριο πέθανε ο συ­νεργάτης του Άλδος Μανούτιος.

Έτσι, ο Μουσούρος αποφάσισε να μετανα­στεύσει στη Ρώμη (μέσα του 1516) ώστε να βοηθήσει το δάσκαλό του Ιανό Λάσκαρι, στην οργάνωση του Ελληνικού Γυμνασίου και στη διδασκαλία των ελληνικών σε αυ­τό, σκοπό για τον οποίο τον είχε προσκαλέσει ήδη από το 1513 ο πάπας Λέων Ι’.

Στη Ρώμη ο Μουσούρος, παράλληλα με τη διδασκαλία, συνέχισε την επιμελημένη έκδοση και άλλων κλασικών. Από το τυπογραφείο του Βερνάρδου Τζιούντα (Bernardo Giunta) στη Φλωρεντία, εξέδωσε τα Αλιευτικά του Οιππιανού (Ιούλιος 1515), δεκάξι λόγους του Γρηγορίου του Ναζιανζηνού και τον Παυσανία με α­φιερωματική επιστολή στον Ιανό Λάσκαρι (1516). Ο Μάρκος Μουσούρος δεν επέστρεψε ποτέ στη Βενετία.

Στη Ρώμη είχε γίνει και ιερέας, είχε διορισθεί από τον πάπα Λέοντα Ι’ ως επίσκοπος Ιεράπετρας Κρήτης και αργότερα Μονεμβασίας, αλλά δεν πρό­φτασε ποτέ να πάει εκεί. Ύστερα από δίμηνη ασθέ­νεια απεβίωσε ξημερώματα της 25ης Νοεμβρίου 1517 στη Ρώμη, όπου και τάφηκε στην εκκλησία της Σάντα Μαρία ντε Πάτσε (Santa Maria de Pace).

Η είδηση του θανάτου του προκάλεσε μεγά­λη έκπληξη και θλίψη σε όλη την Ιταλία, ιδιαίτε­ρα στους κόλπους των ουμανιστών. Στην κηδεία του παραβρέθηκαν αρκετοί επίσκοποι, ο πρεσβευτής της Πορτογαλίας στη Ρώμη, ο πρεσβευτής της Βε­νετίας Μάρκος Μίνιο (Marco Minio), οι αντιπρό­σωποι του καρδινάλιου Ιουλίου των Μεδίκων (Jules de Mediéis) και μελλοντικού πάπα Κλήμη Ζ’, με τον οποίο ο Μουσούρος ήταν πολύ φίλος, και πολλοί άλλοι.

Σύμφωνα με το διαπρεπή ερευνητή της ελληνι­κής μεσαιωνικής ιστορίας Μανούσο Μανούσακα, ο Μάρκος Μουσούρος ήταν: «…ο μεγαλύτερος φι­λόλογος και εκδότης των κλασικών συγγραφέων που ο Ελληνισμός δώρισε στην Ευρώπη πριν από τον Κοραή». Πράγματι, δεν θα είχαμε και πολλά να προσθέσουμε σε αυτή την άποψη.

Ο Μουσούρος αφιέρωσε τη ζωή του στο να υπηρετεί από το πόστο του τη σκλαβωμένη Ελλάδα. Λιτός, αφιλοχρήματος και μεγάλος εραστής των γραμμάτων, πίστευε ακρά­δαντα ότι τα ελληνικά φώτα και η μόρφωση ήταν τα μόνα εφόδια με τα οποία οι σκλαβωμένοι Έλληνες μπορούσαν σιγά σιγά να αντιληφθούν την κατάστα­ση στην οποία ευρίσκονταν και να ελπίζουν σε κά­τι καλύτερο, δηλαδή την απελευθέρωσή τους.

Ίσως και μόνο αυτή η ωδή που αφιέρωσε το 1513 στον πά­πα Λέοντα Ι’ είναι αρκετή απόδειξη της φιλοπατρίας του. Επιπλέον, το ποίημα αυτό, που είναι άψογο α­πό φιλολογικής απόψεως, συνετέλεσε τα μέγιστα με τις αλλεπάλληλες εκδόσεις του στο να τραβήξει την προσοχή των ουμανιστών στη σκλαβωμένη Ελλάδα. Επιπλέον, καλλιέργησε την ιδέα της ένο­πλης επέμβασης σε αυτή από τη μεριά της Ευρώ­πης για την απελευθέρωση της.

Πέρα από αυτά, η αξία του Μάρκου Μουσούρου ως μεγάλου δασκάλου της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας, με εμ­βέλεια που ξεπερνούσε τα όρια της ουμανιστικής Ιταλίας, φαίνεται και από το γεγονός ότι στα μαθήματά του προσέρχονταν αρκετοί φοιτητές, Ιταλοί και Ευρωπαίοι, μερικοί από τους οποίους αργότερα έγι­ναν αρκετά γνωστοί.

Κάποια ονόματα είναι ίσως αρκετά για να πείσουν τον καθένα για αυτό: ο Ιταλός Λάζαρος Μποναμίκο (Bonamico), ο οποίος αργό­τερα διορίστηκε καθηγητής των ελληνικών και λατινικών στην Πάντοβα και στη Ρώμη, ο Γιρόλαμος Αλεάντρο (Girolamo Aleandro), ο οποίος πήγε στο Παρίσι και συνέβαλε στην ίδρυση έδρας για τη διδασκαλία των ελληνικών, ο Γερμανός δομινικα­νός μοναχός και λόγιος Ιωάννης Κόνον (Johan Conon), ο οποίος εισήγαγε τις ελληνικές σπουδές στη Γερμανία, ο Γάλλος λόγιος Ζερμέν ντε Μπρι (Germain de Brie), ο Γάλλος πρεσβευτής στη Βε­νετία Ζαν ντε Πινς (Jean de Pins), ο Ούγγρος αν­θρωπιστής και λόγιος Γιάνους Βέρτεσι (Janus Vertessy), ο Τσέχος ανθρωπιστής Gelenius, ο Πέ­τρος Αλτσιόνιο (Pietro Alcionio), μετέπειτα καθη­γητής ελληνικών στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, και βέβαια ο γνωστός σε όλους Έρασμος, ο ο­ποίος συχνά φιλοξενούσε τον Μουσούρο στο σπίτι του και συνήθιζε να λέει για το δάσκαλό του ότι εί­ναι «…άνδρας πολυμαθέστατος και πανεπιστήμονας, κλειδοκράτορας της ελληνικής γλώσσας και θαυ­μάσιος ειδήμονας της λατινικής φωνής…».

Αλλά και οι σχολιασμένες εκδόσεις του Μουσούρου αποκαλύπτουν την απέραντη αρχαιομάθειά του και την κριτική οξύνοιά του, πράγματα για τα οποία ο Μάρ­κος Μουσούρος αναγνωρίστηκε από τους συγχρό­νους του και τους μεταγενεστέρους ως ο δεινότερος ελληνιστής των χρόνων της Αναγέννησης.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ.σ. 80-92.
  • Γ. Καλιτσουνάκης, «Ματθαίος Δεβαρής και τω εν Ρώμη Ελληνικόν Γυμνάσιον», Αθηνά, 26 (1914), σ.σ. 81-102.
  • Δ. θερειάνος, Αδαμάντιος Κοραής, σ.σ. 14-22, Τεργέστη 1889.
  • Κ. Γιαννακόπουλος, Έλληνες λόγιοι στη Βενετία. Μελέτες επί της διαδόσεως των ελληνικών γραμμάτων από του Βυζαντίου στη Δυτική Ευρώπη, Αθήνα 1965.
  • Γ. Μ. Σηφάκης, «Μάρκου Μουσούρου του Κρητός ποίημα εις τον Πλάτωνα», Κρητικά Χρονικά, 8 (1954), σ.σ. 366-388.
  • E. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siecle, Πάρισι 1962, p.p. 108-124
  • J. Berenger, Ph. Contamine, Fr. Rapp, Γενική Ιστορία της Ευρώπης. Η Ευρώπη από το 1300 μέχρι το 1600, μτφ.
  • Π. Παπαδόπουλος, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1980.
  • A. F. Didot, Alde Manuce et l’ Hellénisme à Venice, Paris 1875.
  • Man. Manoussacas, «La date de la morte de Marc Musurus», Studi Veneziani, 12 (1970), σ.σ. 459 – 463.
    Ferrajoli Α. «Il ruolo della corte di Leone X. Prelati domestici», Archivio della Società Romana di Storia Patria, 39 (1916), σ.σ. 544-545.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Σωκράτης (470/469 – 399 π.Χ.)


 

Ένας από τους σημαντικότερους φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Γεννήθηκε στην Αθήνα, ήταν γιος του γλύπτη Σωφρονίσκου, μητέρα του ήταν η μαία Φαιναρέτη και σύζυγός του η Ξανθίππη. Ο ίδιος ήταν εξαιρετικά άσχημος, αλλά και γοητευτικός. Δίδασκε πως η αυτοσυνειδησία, η φιλοπατρία και η υπακοή στους νόμους είναι ο ηθικός ανθρώπινος προορισμός. Έδωσε μάλιστα το προσωπικό του παράδειγμα, πολεμώντας γενναία στον Πελοποννησιακό πόλεμο, λαμβάνοντας μέρος σε μάχες, σώζοντας μάλιστα στην Ποτίδαια τη ζωή του αγαπημένου του μαθητή Αλκιβιάδη. Η σκληρή κριτική του όμως προκάλεσε αντιδράσεις και συγχύσεις, όπως φαίνεται και στον Αριστοφάνη, όπου η μορφή του δασκάλου γίνεται σχεδόν καρικατούρα.

Ίσως το γεγονός πως ανάμεσα στους μαθητές του υπήρχαν και ορισμένοι δηλωμένοι εχθροί της δημοκρατίας, όπως ο Κριτίας, να οδήγησε -μαζί με ορισμένα σημεία της διδασκαλίας του- στην απαγγελία κατηγοριών εναντίον του. Ο Σωκράτης αντιμετώπισε τους κατηγόρους του με αξιοπρέπεια, συνέπεια, αλλά και με ειρωνεία. Η Απολογία του μας είναι γνωστή από το ομώνυμο έργο του μαθητή του Πλάτωνα. Τελικά το δικαστήριο, με ισχνή πλειοψηφία, τον καταδίκασε σε θάνατο και η ποινή εκτελέστηκε το 399 π.Χ., όταν ο Σωκράτης ήπιε το κώνειο. Πολλοί μαθητές του προσπάθησαν χωρίς αποτέλεσμα να τον πείσουν να αποδράσει, αφού ο Σωκράτης δέχτηκε μέχρι τέλους την άδικη ποινή. Ο Σωκράτης δεν άφησε γραπτά κείμενα, αλλά επηρέασε βαθιά όλη τη μεταγενέστερη φιλοσοφία, ιδίως δια μέσου του Πλάτωνα.

 

Η ζωή και η προσωπικότητα του Σωκράτη

 

Σωκράτης

Ο Σωκράτης, γιος του γλύπτη (λιθοξόου) Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης, γεννήθηκε στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Δήμο Αλωπεκής, το 470 ή το 469 π.Χ. Αυτοδίδακτος στη φιλοσοφία, σχετίστηκε για λί­γο με τους Σοφιστές και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Διογένη του Λαέρτιου για ένα μικρό διάστημα έγινε μαθητής του Αναξαγόρα.

Ο ίδιος έθεσε για αποστολή του να ξυπνήσει τους συμπολίτες του από τη διανοητική νάρκη ακολουθώντας μια εσωτερική φωνή, το «δαιμόνιον». Έβλεπε τη φιλοσοφία ως «υπηρεσία στο θεό». Έδειξε παλικαριά στη ζωή, αν και κατά βάση φτω­χός, έχοντας σύντροφο της ζωής του τη δύστροπη Ξανθίππη κι αργότερα την ευγενέστερη Μυρτώ. Από την πρώτη απέκτησε ένα γιο, τον Λαμπροκλή κι από τη δεύτερη, στα ύστερα χρόνια του, άλλους δυο γιους, τον Σωφρονίσκο και τον Μενέξενο. Δεν πήρε ποτέ χρήματα για τη διδασκαλία του· ήταν τύπος ολιγαρκής.

Διακρίθηκε για την ηθική του αγνότητα, τη δικαιοσύνη, την ευσέβεια, την ε­ξυπνάδα, τη φαιδρότητα και τη γαλήνη. Δεν επε­δίωξε να λάβει πολιτικά αξιώματα. Μια φορά μόνο εξελέγη «πρόεδρος εν ταις εκκλησίαις» κατά τη μαρτυρία του Ξενοφώντα, και πιστός τηρητής αυτός των νόμων της πατρίδας «ουκ επέτρεψεν τω δήμω παρά τους νόμους ψηφίσασθαι» κατά τη δίκη των στρατηγών.

Εξεπλήρωσε τα στρατιωτικά του καθή­κοντα κι έλαβε μέρος σε τρεις εκστρατείες: στην Ποτίδαια (432-429 π.Χ.), στο Δήλιο (424 π.Χ.) και στην Αμφίπολη (422 π.Χ.), όπου επέδειξε απαρά­μιλλη ανδρεία. Στους συγχρόνους του έδινε την εντύπωση πε­ρίεργου ανθρώπου, που άλλοτε βυθιζόταν σε βαθιά περισυλλογή κι άλλοτε περπατούσε στους δρόμους υποβάλλοντας χαρακτηριστικές ερωτήσεις στους ανθρώπους.

 

Άγαλμα του Σωκράτη στο προαύλιο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Η άσχημη μορφή του, όπως ο ίδιος ο Σωκράτης την περιγράφει στο «Συμπόσιο» του Ξενοφώντα, μαζί με την αδιαφορία για την εξωτερική του εμφάνιση, δημιουργούσε αντίθεση στην ευθιξία της αττικής καλαισθησίας. Αλλά και ο τρόπος της ζωής του ήταν απλός. Ελάμβανε τόση τροφή όση του αρκούσε και έπινε μόνον όταν διψούσε. Υποστήριζε ότι τα πολλά φα­γητά και ποτά βλάπτουν όχι μόνο «τάς κοιλίας, αλλά καί τάς κεφαλάς καί τάς ψυχάς».

Ωστόσο δεν θα μπορούσε κανείς να τον χαρα­κτηρίσει απόκοσμο. Και τις συναναστροφές επεδίωκε και στα συμπόσια, όταν τον καλούσαν, συμ­μετείχε. Σ’ αυτά, παρά τη συνήθειά του, φορούσε κομψά ενδύματα, όπως και οι άλλοι συμποσιαστές. Αν κρίνουμε από τις περιγραφές που διασώζουν στα «Συμπόσιά» τους ο Πλάτων και ο Ξενοφών, η παρουσία του Σωκράτη σ’ αυτά ήταν περιζήτητη.

Αλλά και ο ίδιος, κατά τον Διογένη Λαέρτιο, κα­λούσε Αθηναίους για δείπνο, παρά τις διαμαρτυρίες της Ξανθίππης. Φρόντιζε και για την εξάσκηση του σώματός του και το διατηρούσε σε καλή φυσική κατάσταση. Εί­ναι γνωστό ότι συχνά πήγαινε στα Γυμναστήρια, όχι μόνο για να συζητεί με τους νέους Αθηναίους, αλλά και για να ασκείται ο ίδιος. Η μετρημένη και λιτή ζωή του εξασφάλιζε άριστη υγεία και ενώ οι Αθηναίοι πολλές φορές είχαν προσβληθεί από λοι­μώδεις ασθένειες, αυτός δεν αρρώστησε ποτέ.

Αξιοσημείωτο στη ζωή του Σωκράτη είναι το γε­γονός ότι δεν ένιωσε την ανάγκη να ταξιδεύει, ό­πως έκαναν οι περισσότεροι φιλόσοφοι, εκτός από την περίπτωση που συμμετείχε στις εκστρατείες. Σ’ αυτές έδειξε απαράμιλλη γενναιότητα. Λέγεται ό­τι στη μάχη του Δηλίου πήρε στους ώμους του τον Ξενοφώντα που είχε πέσει από το άλογό του. Τότε ενώ σχεδόν όλοι οι Αθηναίοι ετράπησαν σε άτακτη φυγή, αυτός οπισθοχωρούσε με ηρεμία και γύριζε κάπου κάπου αγριοκοιτάζοντας, έτοιμος να αντεπιτεθεί αν δεχόταν επίθεση. Όλο τον άλλο καιρό ο Σωκράτης παρέμεινε στην Αθήνα, κάνοντας οξύτατες συζητήσεις, προσπαθώντας να μάθει τους Αθηναίους ν’ αναζητούν την α­λήθεια. Υπάρχει βέβαια η μαρτυρία του Ίωνα του Χίου, ότι στα νιάτα του ο Σωκράτης ταξίδεψε στη Σάμο. Ο Αριστοτέλης επίσης ισχυρίζεται ότι πήγε και στους Δελφούς. Μια νεότερη μαρτυρία, που παρουσιάζει ο Φαβωρίνος στα δικά του «Απομνη­μονεύματα», πιστοποιεί ότι ο Σωκράτης πήγε και στον Ισθμό.

Παρ’ όλ’ αυτά, προκαλούσε την προσοχή και το ενδιαφέρον των συμπολιτών του και δεν τους άφη­νε αδιάφορους η παρουσία του, ούτε το περιεχόμενο της διδασκαλίας του. Για τούτο και οι περισσότεροι εξέφραζαν το θαυ­μασμό τους για το αδούλωτο φρόνημα και την εμ­μονή του στις αρχές του. Προκαλούσε όμως και το φθόνο και τη δυσαρέσκεια για τις καινούργιες ιδέ­ες που έβαζε στο προσκήνιο της ζωής των Αθηναί­ων. Έτσι εξηγείται και η διακωμώδησή του στα έρ­γα του Αριστοφάνη («Νεφέλες», «Όρνιθες» κ.α.), αλλά και οι επίσημες κατηγορίες που διατυπώθη­καν αργότερα και τον οδήγησαν τελικά στη δίκη, την καταδίκη και το θάνατο.

 

Σωκράτης, λεπτομέρεια από τη Σχολή των Αθηνών του Ραφαήλ, 1509.

 

Ο ίδιος δεν έγραψε τίποτε και ό,τι γνωρί­ζουμε γι’ αυτόν οφείλεται στους μαθητές του Πλάτωνα και Ξενοφώντα κυρίως, στον Αριστοτέλη και τον Αριστοφάνη κα­τά δεύτερο λόγο, όπως επίσης και στις πληροφορίες που υπάρχουν σε όσα κείμενα διασώ­θηκαν του Αντισθένη του Κυνικού και του Αισχί­νη του Σφήττιου, καθώς και στις μεταγενέστερες συγγραφές του Διογένη του Λαέρτιου.

Υποστηρίζεται επίσης όμως και η εκδοχή ότι ο ί­διος ο Σωκράτης κρατούσε σημειώσεις, που τις οι­κειοποιήθηκε, μετά το θάνατό του, ο Αντισθένης ή κατ’ άλλους ο Αισχίνης. Η προσωπικότητά του, κατά τον Εντ. Τσέλερ (Ed. Zeller) «δείχνει μια περίεργη ένωση κριτικής οξύνοιας και βαθιάς θρησκευτικότητας, νηφάλιου ορ­θολογισμού και μυστικής πίστης».

Στις θρησκευτικές του αντιλήψεις φαίνεται ότι έχει επηρεαστεί α­πό τις απόψεις των προσωκρατικών και ίσως ιδιαί­τερα του Ξενοφάνη για το θείο. Είναι χαρακτηριστι­κή η γνώμη του, που μας τη διασώζει ο Ξενοφών: «Το θείον τουσούτον και τοιούτον εστί, ώσθ’ άμα πάντα οράν και πάντα ακούειν και πανταχού παρείναι και άμα πάντων επιμελείσθαι» (Απομνημ.). Για τούτο και όταν διατυπώθηκε εναντίον του η κατηγορία, δεν κατηγορήθηκε για αθεΐα, αλλά για ασέβεια στους παραδοσιακούς θεούς. Αυτό είναι σαφέστατο: «Ους μεν ή πόλις νομίζει θεούς, ου νομίζων, έτερα δε καινά δαιμόνια εισφέρων». Και είναι απορίας άξιο πως οδηγήθηκε στη δίκη βάσει του νόμου (ψήφισμα) του Διοπείθη που θεω­ρείται ως αδίκημα η αθεΐα.

 

Πίνακας με τον Σωκράτη και τους μαθητές.

 

Κύριο μέλημα του Σωκράτη ήταν πως θα κάνει τους ανθρώπους καλύτερους κι αυτό το εξελάμβανε ως υπέρτατη υποχρέωση που απέρρεε από ειδική εντολή που του δόθηκε από το θεό. Αυτό το επε­δίωκε με την προσωπική επικοινωνία, με το διά­λογο, με το παράδειγμά του και τον τρόπο της ζωής του. Χρησιμοποιούσε ως μέσον διδασκαλίας μια πε­ρίεργη μέθοδο δοκιμής ανθρώπων («εξετάζειν εαυτόν και τους άλλους») που την ασκούσε πρόσω­πο με πρόσωπο, μέθοδο που την είπαν διαλεκτι­κή.

Ταυτόχρονα με τη μαιευτική του ζητούσε να γεννήσει μέσα στους ανθρώπους την ορμή για το καλό. Ορισμένες φορές έδινε την εντύπωση ότι ο ί­διος δεν ήξερε αυτό που ρωτούσε το συνομιλητή του, δεν αργούσε όμως να ξεσκεπάσει την άγνοια των άλλων κι έτσι φαινόταν η στάση του αυτή σαν ειρωνεία. Συζητούσε συνήθως στην Αγορά και συνανα­στρεφόταν τους ώριμους πολίτες, έδειχνε όμως ιδι­αίτερο ενδιαφέρον για τους νέους ανθρώπους, που τους συναντούσε στα γυμναστήρια και τις παλαί­στρες.

Η συναναστροφή του αυτή έδωσε αφορμή να κα­τηγορηθεί ότι «τους νέους διαφθείρει». Όσους συ­ναναστρεφόταν ήξερε να συζητεί μαζί τους θέματα που ενδιαφέρουν όλους τους ανθρώπους και απέ­φευγε να εξετάζει τα φυσικά φαινόμενα. Κατά πως μας παραδίδει ο Ξενοφών: «Αυτός (δηλ. ο Σωκράτης) αεί περί των ανθρώπειων διελέγετο, σκοπών τι καλόν, τι αισχρόν, τι ευσεβές, τι ασεβές, τι δίκαιον, τι άδικον, τι σωφροσύνη, τι μα­νία, τι ανδρεία, τι δειλία, τι πόλις, τι πολιτικός, τι αρχή ανθρώπων, τι αρχικός ανθρώπων…» (Απομν. Α’ α, 16). Για την επίτευξη αυτού του σκοπού χρησιμοποι­ούσε τον κριτικό στοχασμό, αναθεωρούσε το κατε­στημένο και αναζητούσε την αλήθεια με τη δύνα­μη του νου. Υποστήριζε ότι η αλήθεια βρίσκεται έξω από τις προσωπικές απόψεις, είναι αντικειμενική και σ’ αυ­τήν θεμελιώνεται η επιστήμη.

Δίδασκε ότι η αρετή ταυτίζεται με τη σοφία που απ’ αυτήν απορρέουν όλες οι άλλες αρετές, γιατί αυτή είναι το υπέρτατο αγαθό και την αντιπαρέβαλλε στα αγαθά που φάνταζαν αξιοζήλευτα στη λαϊκή συνείδηση: την ομορφιά, τον πλούτο, τη δύ­ναμη, τη δόξα, τη σωματική αλκή, τις ηδονές των αισθήσεων κ.ά.

 

Ο Σωκράτης απομακρύνει τον Αλκιβιάδη από την αγκαλιά της αισθησιακής απόλαυσης. Λάδι σε καμβά του Ζαν Μπατίστ Ρενό, 1791. Μουσείο Λούβρου, Παρίσι.

 

Παρά το γεγονός ότι μετά την κατάλυση της δη­μοκρατίας στην Αθήνα από τους Τριάκοντα δεν αυ­τοεξορίστηκε, υπήρξε ο ίδιος δημοκρατικότατος, ό­πως αποδεικνύεται από πολλά περιστατικά της ζω­ής του και κυρίως από το γεγονός ότι δεν συνέπραξε με το τυραννικό καθεστώς. Όπως μας πληροφο­ρεί ο Διογένης ο Λαέρτιος, με κίνδυνο της ζωής του αρνήθηκε να υπακούσει στους περί τον Κριτία ολιγαρχικούς που τον διέταξαν να συλλάβει, μαζί με άλλους, τον Λέοντα τον Σαλαμίνιο και να τους τον παραδώσει για να τον θανατώσουν.

Όχι μόνο αγνόησε την εντολή, αλλά χωρίς ν’ απαντήσει πήγε στο σπίτι του. Από τότε άρχισε να καταδιώκεται και να εμποδίζεται στην αποστολή που ο ίδιος είχε επιλέξει. Ο Κριτίας ιδιαίτερα, που για ένα διάστημα είχε παρακολουθήσει τη διδα­σκαλία του και που ο Σωκράτης πολλές φορές είχε ελέγξει τις απρέπειές του, τώρα με την ισχύ που του έδινε η εξουσία του, μαζί με τον Χαρικλή σχεδόν του απαγόρευσαν να συναναστρέφεται και να διδά­σκει τους νέους κάτω των τριάντα ετών.

Δυο στοιχεία της βιογραφίας του Σωκράτη παραμένουν αινιγματικά και παράξενα, ό­πως σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Αλμπιν Λέσκι (Albin Lesky). Το πρώτο είναι ο δελφικός χρησμός που δόθηκε στον Χαι­ρεφώντα που πρόβαλε τον Σωκράτη ως τον πιο δί­καιο και τον πιο σοφό απ’ όλους τους ανθρώπους. Η διάκριση αυτή εναρμονίζεται απόλυτα με το σε­βασμό που έδειχνε εκείνος απέναντι στο πιο σπου­δαίο μαντείο της Ελλάδας. Το δεύτερο είναι το «δαιμόνιο», αυτή η παράξενη εσωτερική φωνή, που σε κάθε στιγμή της ζωής του τού έδειχνε τι πρέπει ν’ αποφεύγει. Κατά κάποιον ανερμήνευτο τρόπο, ήταν πάντοτε μια αποτρεπτική φωνή.

Ο Εντ. Τσέλερ δίνει τη δική του, ωστόσο, ερμηνεία στο σωκρατικό «δαιμόνιο»: «Ήταν μια ένταση της αίσθησης που έφτανε στο σημείο ώστε το θαμπό συναίσθημα, που από τα νιά­τα του ήδη τον εμπόδιζε από ορισμένες πράξεις, να το παίρνει για θεϊκό σημάδι, για χαρισμένο εσωτε­ρικό μαντείο…» (σ. 124). Ο Λέσκι υποστηρίζει, όμως πως «ήταν ένα άλογο στοιχείο που είχε τη δική του θέση σ’ αυτόν τον άνθρωπο που έβαλε τον εαυτό του με πάθος στην υπηρεσία του λόγου». (σ. 695).

Μια τέτοια προσωπικότητα ήταν φυσικό να δημιουργήσει έντονες αντιδράσεις. Εκείνο που δεν συγ­χώρησαν ποτέ στον Σωκράτη οι επικριτές του, ήταν κυρίως ο ελεγκτικός τρόπος της διδασκαλίας του. Ο ίδιος άλλωστε χαρακτήριζε τον εαυτό του «αλο­γόμυγα» που τσιμπούσε για να ξυπνήσουν από το λήθαργό τους οι άνθρωποι.

Αυτός ήταν βέβαια ένας ισχυρός λόγος για να ε­πισύρει την οργή αρκετών Αθηναίων εναντίον του. Αλλά υπήρχε και άλλος λόγος. Πολλοί πλούσιοι Αθηναίοι έβλεπαν πως ο Σωκράτης εξασκεί τέτοια επίδραση στα παιδιά τους, ώστε αυτά να επαναστα­τούν στο κατεστημένο και να διαλύουν τα σχέδια των γονιών τους γι’ αυτά. Οι περιπτώσεις των δυο από τους κύριους κατήγορους του Σωκράτη, του Άνυτου και του Λύκωνα, είναι αποδεικτικές.

Η αποκαλούμενη φυλακή του Σωκράτη στο λόφο του Φιλοπάππου.

Ο βαθύτερος όμως λόγος της κατηγορίας και της καταδίκης του Σωκράτη πρέπει ν’ αναζητηθεί στην αντίθεση πολλών Αθηναίων και ιδιαίτερα του δη­μοκρατικού κόμματος στο κλίμα ενός πρωτόφαντου για την εποχή νεοτεριστικού διαφωτισμού που εκ­προσωπούσε και δίδασκε ο Σωκράτης. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δυο άνδρες, ο Αλκι­βιάδης και ο Κριτίας, που η πολιτική τους σταδιοδρομία στο σύνολό της υπήρξε βλαπτική για την Αθήνα, υπήρξαν μαθητές του, έγειρε τελικά την πλάστιγγα της δικαστικής γνώμης κατά του Σω­κράτη.

Ο Μέλητος, με υπόδειξη του Άνυτου που υπήρξε ο βασικός υποκινητής για την κατηγορία με τη συνηγορία του Λύκωνα, υπέβαλε τη μήνυση κατά του Αθώου στο αθηναϊκό δικαστήριο και ο Σωκράτης οδηγήθηκε μπροστά στους κρι­τές του για να δώσει λόγο των ενεργειών του. Η στάση του κατά και μετά τη δίκη υπήρξε όντως φιλοσοφική. Δεν εκλιπάρησε, δεν έκλαψε, δεν κατέφυγε σε απολογητικά τεχνάσματα.

Σ’ όσες «Απολογίες» μας διέσωσαν οι μαθητές του, κυρίως ο Πλάτωνας και ο Ξενοφώντας, η στάση του Σω­κράτη διακρίνεται για την αξιοπρέπεια και την αν­δρεία. Κι όταν εκδόθηκε η καταδικαστική απόφα­ση, τη δέχτηκε ατάραχος, γαλήνιος και με τη φαι­δρότητα που τον διέκρινε. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο δεσμωτήριο -περίπου ένα μήνα- δεν καταδέχτηκε να χρησιμοποιήσει αντιφιλοσοφική μέθοδο και να προβεί σε ενέργεια ατιμωτική, κατά τις υποδείξεις των φίλων του και ιδιαίτερα του Κρίτωνα, για να α­ποδράσει και να σωθεί. Έμεινε εκεί, πιστός στους νόμους που, αν και άδικα, τον υποχρέωσαν να πιει το κώνειο και να πε­θάνει. Ήταν το πρώτο έτος της 95ης Ολυμπιάδας, φθινό­πωρο μάλλον του 399 π.Χ. Ο Σωκράτης όπως έζησε έτσι και πέθανε. Η Ιστο­ρία τον δικαίωσε και τον ανέδειξε ως τον μέγιστο α­νάμεσα στους μέγιστους φιλοσόφους του κόσμου.

 

Η φυλακή του Σωκράτη όπως τη φαντάστηκε ο Νταβίντ. Πίνακας του Zακ-Λουί Νταβίντ (1787) Ο Θάνατος του Σωκράτη. Metropolitan Museum of Art, Νέα Υόρκη.

 

Ο Σωκράτης δεν ίδρυσε σχολή και κανείς δεν μπόρεσε να πάρει απ’ αυτόν συγκε­κριμένο φιλοσοφικό σύστημα και να το αναπτύξει. Ωστόσο η ώθηση που έδωσε στη φιλοσοφία με τον ανθρωπολογικό της προσδιορισμό ήταν ουσιαστική όπως φαίνεται στο έργο των επιγόνων και κυρίως στον Πλάτωνα.

Ο μεγάλος αυτός μαθητής του Σωκράτη, γόνος αρι­στοκρατικής αθηναϊκής οικογένειας, μικρανιψιός του Κριτία και ανιψιός του άλλου εκλεκτού μαθη­τή του Σωκράτη, του Χαρμίδη, έδωσε στη φιλοσο­φία του έκφραση έντονα ιδεαλιστική. Ο δαιμόνιος αυτός μαθητής του Σωκράτη, κατά τον Τσέλερ, δια­πίστωσε ότι η άρρωστη πολιτεία, όπως φανερώθηκε στα μάτια του ύστερα από το θάνατο του Σωκράτη, δεν μπορούσε να σωθεί με καμιά αλλαγή στο πολίτευμα παρά μονάχα με μια νέα αντίληψη, με την ηθική αγωγή του λαού. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης διαμορφώνει τελικά το φιλοσοφικό σύστημά του, που θα το προ­εκτείνει με την ίδρυση της Ακαδημίας και θα τη διασώσει στα συγγράμματά του. Άλλοι πάλι μαθητές του Σωκράτη, αφορμώμενοι από την ηθική και ανθρωπολογική βάση της σω­κρατικής διδασκαλίας, θα δημιουργήσουν σχολές με αισθητή τη διαφοροποίησή τους.

Αναφερόμαστε στις κυριότερες:

α. Η Μεγαρική με τον Ευκλείδη και τον Στίλπωνα.

 β. Η Ηλιο-Ερετρική με τον Φαίδωνα και τον Μενέδημο.

 γ. Η Κυνική με τον Αντισθένη, τον Διογένη και τον Κράτη.

 δ. Η Κυρηναϊκή με τον Αρίστιππο.

Σπύρος Γ. Μοσχονάς

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Η δίκη του Σωκράτη», τεύχος 86, 7 Ιουνίου 2001.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αργυρόπουλος Ιωάννης (1394 – 1486)


 

Έλληνες διαπρέψαντες στη Δύση (15ος αιώνας)

Έλληνας λόγιος και κληρικός. Σπούδασε φιλοσοφία και θεολογία στην Πάντοβα. Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης έφυγε στη Φλωρεντία, ασπάστηκε τον καθολικισμό και δίδαξε στην πλατωνική ακαδημία στην έδρα της ελληνικής ποίησης και φιλοσοφίας.

 

Ιωάννης Αργυρόπουλος, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος γεννήθηκε στην Κωνστα­ντινούπολη (1394). Από μικρός τάχθηκε στους κόλπους και στις τάξεις της εκκλησίας. Όταν ήταν ακόμη διάκονος, πήρε μέρος στη Σύνοδο της Φλωρεντίας (1438-1439) και για πρώτη φορά ήρθε σε άμεση επαφή με τους μεγαλύτερους λογί­ους της Δυτικής Ευρώπης του 15ου αιώνα. Λίγα χρόνια αργότερα μετέβη στην Πάντοβα της Ιταλίας (1443), όπου έμεινε αρκετά χρόνια κι έμαθε λατινι­κά. Εκείνα τα χρόνια πρέπει να είχε αναληφθεί ό­τι πλησίαζε το τέλος της Κωνσταντινούπολης, αλλά και το ότι ο Ελληνισμός μπορούσε να επιζήσει και να συντηρηθεί στην Ιταλία, στις αυλές των πλουσίων και των ουμανιστών ηγεμόνων των διάφορων κρατιδίων. Παρά ταύτα, επανήλθε στην Κωνσταντινούπολη που υπεραγαπούσε και δεν έφυγε από αυ­τήν παρά μονάχα μετά την Άλωση της από τους Τούρκους (1453). Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών της παραμονής του στη Βασιλεύουσα διακρί­θηκε ως καθηγητής της ελληνικής φιλολογίας και ως ηγέτης της θρησκευτικοπολιτικής κίνησης για την ένωση των Εκκλησιών.

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης απλώς επιβε­βαίωσε τις απόψεις του Αργυρόπουλου για την πτωτική πορεία του Ελληνισμού. Έτσι, μετά την Άλωση, μετέβη κι αυτός μαζί με πολλούς άλλους ως πρόσφυγας στη Φλωρεντία, όπου και προσχώρησε στον καθολικισμό. Εκεί βρέθηκε σε ένα φιλικό πε­ριβάλλον, διαμορφωμένο ήδη από τα προηγούμενα ταξίδια του και μπήκε στην προστασία των Μεδί­κων, που την εποχή εκείνη είχαν την εξουσία.

Ηγεμόνας της πόλης ήταν ο Κοσμάς Μέδικος (1434-1464), ο οποίος είχε ονομαστεί και «Περικλής της Φλωρεντίας» λόγω της αγάπης που έδειχνε στις τέχνες και τα γράμματα, ιδιαίτερα δε στην ελληνική φιλοσοφία και διανόηση των κλασικών χρόνων. Μάλιστα, είχε ιδρύσει στη Φλωρεντία την Πλατωνι­κή Ακαδημία, για να διαδώσει τις ιδέες του πολύ γνωστού και διάσημου στην Ιταλία Γεωργίου Γεμι­στού ή Πλήθωνος.

Όταν ο Αργυρόπουλος έφτασε στη Φλωρεντία, εκτιμήθηκε πολύ από τον Κοσμά Μέδικο, ο οποίος τον προσέλαβε ιδιαίτερο δάσκαλο της αρχαίας ελληνικής για το γιο του, Λαυρέντιο. Όταν ο Λαυρέντιος ανέλαβε τη διοίκηση της Φλω­ρεντίας, ανέθεσε στον Αργυρόπουλο τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας στην Ακα­δημία με την υποστήριξη και του μαθητή του και Ιταλού ουμανιστή Δονάτου Ατσαγιόλι (Donato Acciauoli)- και δίδαξε σε αυτή τη θέση αρκετά χρόνια. Ο Αργυρόπουλος γρήγορα έγινε γνωστός στους λόγιους κύκλους της Ιταλίας κι έτσι ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για τον Λαυρέντιο Μέδικο να δώσει νέα αίγλη στην Ακαδημία, αλλά και στην πόλη του γενικά.

Πράγματι, ο Λαυρέντιος δεν έπεσε έξω σης προβλέψεις του και η επιτυχημένη δι­δασκαλία του Αργυρόπουλου εξέτεινε τη φήμη του σε όλη την Ιταλία. Έτσι, πολλοί μαθητές συνέρρεαν από κάθε γωνιά της Ιταλίας, αλλά και έξω από αυτήν, προκειμένου να ενταχθούν στους κύκλους των μαθημάτων του Ιωάννη Αργυρόπουλου. Μεταξύ των μαθητών του εξέχουσα θέση έχουν οι Δονάτος Ατσαγιόλι και Άγγελος Πολιτσιάνο (Angelo Poli­ziano). Άλλος σημαντικός μαθητής του Αργυρό­πουλου (και συγγενής του γνωστού Ιωάννη Χρυσολωρά) ήταν και ο Ιωάννης Μαρία Φίλελφος, γιος του γνωστού Ιταλού ουμανιστή Φραγκίσκου Φίλελφο (Francesco Filelfo).

Ο Αργυρόπουλος ήταν θαυμαστής κυρίως του Αριστοτέλη, αλλά δεν απέρριπτε και τον Πλάτω­να. Εξάλλου σε όλη τη διδακτική διαδρομή του στην Ιταλία δίδαξε τόσο για τον Πλάτωνα όσο και για τον Αριστοτέλη με την ίδια επιτυχία.

Το μάθημά του στο πανεπιστήμιο ήταν μάλλον πρωτοπορια­κό, καθώς οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις και αργότερα πήγαιναν στο σπίτι του και μέσα από μια συζήτηση υπέβαλλαν σε αυτόν τις απορίες και τις ερωτήσεις που είχαν. Ο Αργυρόπουλος, πέρα α­πό τις καταπληκτικές γνώσεις φιλοσοφίας που εί­χε, πιο μεγάλη εντύπωση έκανε στους μαθητές του για το γεγονός ότι γνώριζε πολύ καλά τη λατινική γλώσσα, την οποία έμαθε στην Ιταλία όπου και πέ­ρασε πολλά χρόνια της ζωής του, τόσο πριν όσο και μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Και αυτό του έδινε τη δυνατότητα να κρίνει και να σχολιάζει τους Ρωμαίους φιλοσόφους. Ιδιαίτερα δε τον ίδιο τον Κικέρωνα, προς τον οποίο ήταν ιδιαίτερα εχθρικός και του οποίου τη φήμη ως φιλοσόφου τη θεωρούσε μάλλον υπερβολική.

Μάλιστα έλεγε ότι ο Κικέρωνας δεν γνώριζε καλά την ελληνική γλώσσα και δεν μπορούσε να κατανοήσει τα δι­δάγματα των Ελλήνων φιλοσόφων γιατί ήταν ημιμαθής! Αυτή η γνώμη του Αργυρόπουλου κι άλλες παρόμοιες για τους Ρωμαίους φιλοσόφους της Αρχαιότητας επηρέασαν πολύ και τους μαθητές του, οι οποίοι πλέον έβλεπαν μέσα από ένα διαφορετικό πρίσμα τη φιλοσοφία των αρχαίων κλασικών, Ελλήνων και Ρωμαίων.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος δίδαξε από την έδρα της πλατωνικής φιλοσοφίας μέχρι και το 1471, ο­πότε και εγκατέλειψε τη Φλωρεντία λόγω της πανώλους που έπεσε εκεί και χτύπησε και την οικογένειά του. Εκείνη τη χρονιά έχασε δυο παιδιά του, ενώ δυο άλλα έζησαν. Μετά τη φυγή του από τη Φλωρεντία, ο Αργυρόπουλος πήγε στην αυλή του Ούγγρου βασιλιά Ματθία Κορβίνου για να διδά­ξει ελληνικά, αλλά δεν παρέμεινε για πολύ καιρό.

Ιωάννης Αργυρόπουλος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, 1866.

Ακούραστος καθώς ήταν, από την Ουγγαρία επέ­στρεψε στην Ιταλία και πήγε στη Ρώμη, όπου βρή­κε τον Έλληνα φίλο του, το γνωστό Βησσαρίωνα, αλλά και το νεαρό, και μετέπειτα πάπα, Σίξτο Δ’. Στη Ρώμη ασχολήθηκε με τις μεταφράσεις και δεν είχε πολύ χρόνο για διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας και φιλοσοφίας. Παρά ταύτα, δίδαξε αρ­κετά την αριστοτελική φιλοσοφία με μεγάλη επι­τυχία. Γρήγορα, όμως, τον κυρίεψε η νοσταλγία για την αγαπημένη του πόλη, τη Φλωρεντία, και το οικείο περιβάλλον που είχε εγκαταλείψει λίγα χρόνια πριν. Έτσι, γρήγορα εγκατέλειψε τη Ρώμη και το 1477 βρισκόταν πάλι στη Φλωρεντία, όπου δίδασκε τα ελληνικά. Λίγα χρόνια αργότερα, κου­ρασμένος πια και γέρος, αποσύρθηκε για τελευ­ταία φορά στη Ρώμη. Εκεί, δυστυχώς γι’ αυτόν, έ­πεσε σε έσχατη ένδεια, και μάλιστα έφτασε στο ση­μείο να πουλάει τα βιβλία του για να ζήσει. Ο θά­νατος δεν άργησε να τον βρει γύρω στο 1486.

Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος είχε αποκτήσει μεγά­λη φήμη στην Ιταλία, πιο πολύ ως δάσκαλος των ελληνικών και της φιλοσοφίας παρά ως συγγρα­φέας, αντιγραφέας ή μεταφραστής. Παρά ταύτα, το  συγγραφικό του έργο δεν είναι αμελητέο. Επίσης, και οι μεταφράσεις έργων του Αριστοτέλη, όπως τα Πολιτικά και τα Ηθικά από τα ελληνικά στα λατινικά, και διάφορων άλλων έργων κλασικών και θεολογικές μελέτες είναι πολύ σημαντικά έργα.

Αναλυτικότερα, τα σπουδαιότερα συγγράμματά του είναι τα εξής:

1) Εκκλησιαστικά ποιήματα,

2) Πε­ρί συλλογισμού,

3) Περί Αριστοτελικής Φιλοσο­φίας,

4) Περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος προς τον Δούκα Νικόλαο Νοταρά,

5) Λόγος πε­ριττής Συνόδου της Φλωρεντίας,

6) Λύσεις φιλοσοφικών ζητημάτων προς τους εκ Κύπρου προ­τείναντας,

7) Σχόλια εις τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλους.

Κοντά σε αυτά, οι σπουδαιότε­ρες μεταφράσεις στα λατινικά από τα ελληνικά εί­ναι: 1) Αριστοτέλους: Περί φυσικής ακροάσεως, Ηθικά Νικομάχεια, Περί ουρανού, Περί γενέσε­ως και φθοράς, Μετεωρολογικά, Περί ψυχής, Περί αισθήσεως, Περί μνήμης, 2) Βασιλείου του Μεγάλου Ομιλία εις εξαήμερον.

Η συμβολή του Ιωάννη Αργυρόπουλου στη διάδοση της ελληνικής γλώσσας στην Ευρώπη είναι μεγίστη. Ειδικά στη Φλω­ρεντία, όπου διέμεινε αρκετά χρόνια, τον θεωρούσαν και ήταν από τους πλέον ση­μαντικούς Έλληνες εκπρόσωπους του 15ου αιώνα στη διδασκαλία των ελληνικών και της φιλοσοφίας μαζί με τον Μιχαήλ Μάρουλλο Ταρχανιώτη, με­τά τον Μανουήλ Χρυσολωρά, που δίδαξε στο εκεί πανεπιστήμιο στα τέλη του 14ου αιώνα (1396-1399).

Η εκτίμηση που απολάμβανε στη Φλωρεντία ο Αργυρόπουλος ήταν μεγάλη όχι μόνο από τους λο­γίους της πόλης, αλλά και από τους μαθητές του. Ένας από αυτούς, ο περίφημος λόγιος Δονάτος Ατσαγιόλι έλεγε ότι όταν ο Αργυρόπουλος δίδασκε, τότε φαινόταν να αναγεννώνται οι χρόνοι των αρ­χαίων φιλοσόφων. Ο Αργυρόπουλος στη Φλωρε­ντία ήταν αυτός ο οποίος πραγματικά έδωσε ώθηση στις ελληνικές σπουδές και στη μελέτη της ελληνικής φιλοσοφίας, κάτω από ένα νέο και καινοτό­μο πνεύμα και προοπτική.

Γρήγορα η φήμη του ως δασκάλου της ελληνικής αλλά και της λατινικής γλώσσας διαδόθηκε και πέρα από την Ιταλία και για μερικά χρόνια επισκέφθηκε την αυλή του Ούγ­γρου βασιλιά, για να διδάξει και εκεί. Πέρα από τη διδασκαλία του, που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους συγχρόνους του, με τις μεταφράσεις του στα λατινικά των Ελλήνων κλασικών και ιδιαίτερα του Αριστοτέλη, έδωσε τη δυνατότητα στους λογίους Ιταλούς ουμανιστές της εποχής του να γνωρίσουν το ελληνικό πνεύμα και την αρχαία ελληνική δια­νόηση στην πιο τέλεια μορφή τους. Δικαίως θα μπορούσε να πει κάποιος πως αν θεωρήσουμε ότι ο Χρυσολωράς ήταν αυτός από τους Έλληνες ο οποίος συνέβαλε στο ξεκίνημα της αναγέννησης των ελληνικών σπουδών στη Φλωρεντία και την Ιτα­λία, τότε ο Αργυρόπουλος ήταν από τους πιο άξιους συνεχιστές του.

 

Θάνος Κονδύλης,

Διδάκτωρ Μεσαιωνικής Ιστορίας – Συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


 

  • Κ. Σάθας, Νεοελληνική φιλολογία, Αθήνα 1868, σ. 45- 48.
  • Ζαβίρας Γεώργιος, Νέα Ελλάς, Αθήνα 1872, σ. 63-64.
  • Παύλος Καρολίδης, Ιστορία της Νέας Ελλάδας, Αθήνα 1925, σ. 252.
  • Ε. Legrand, Bibliographie Hellénique, XVe et XVle siècle, Παρίσι 1962, pp. 81/97/132.
  • J. Burckhardt, Ο πολιτισμός της Αναγέννησης στην Ιταλία, Νεφέλη, Αθήνα 1997.
  • P. Burke, The Renaissance, Macmillan,Λονδίνο 1987.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Older Posts »