Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Άργος’

Αερόπη


 

Κόρη του βασιλιά Κατρέα  και εγγονή του  Μίνωα, γυναίκα του Ατρέα, που έγινε βασιλέας των Μυκηνών κάτω από ιδιότυπες συνθήκες. Διωγμένος από τον πατέρα του Πέλοπα απ’ την Πίσα, γιατί με τον αδελφό του Θυέστη είχαν σκοτώσει τον από άλλη μάννα αδελφό τους Χρύσιππο, είχε καταφύγει στην αυλή του ανιψιού του Ευρυσθέα.

Τότε όμως αυτός βρισκόταν σε πόλεμο με τους Ηρακλείδες, που τους υποστήριζαν οι Αθηναίοι, και δεν γύρισε πίσω, γιατί στην Αττική τον σκότωσε ο Ιόλαος (γιος του Ιφικλέα, οδηγός του άρματος του Ηρακλή, πιστός του σύντροφος στους άθλους του και στις μάχες του, όπως τον βλέπουμε στην Ησιόδεια αφήγηση της πάλης του με τον Κύκνο, βλ. Πινδ. Ίσθμ. 1,16 και επομ. Σχολ. Ασπίς 77 κέξ.).

Τότε ο λαός των Μυκηνών, όρισε βασιλέα του τον Ατρέα βάζοντας τέρμα στη δυναστεία των Περσίδων. Από τούτη τη στιγμή αρχίζει και η περιπέτεια του οίκου των Ατρειδών. Την αρχή την κάνει η Αερόπη που γίνεται ερωμένη του κουνιάδου της Θυέστη κι’ αποφασίζει μ’ αυτόν να αφαιρέσει την βασιλεία απ’ τον Ατρέα. Και να πως:

Ο Ατρέας είχε ένα χρυσόμαλλο αρνί, δώρο του Ερμή, που μ’ αυτό τον τρόπο εκδικείτο το θάνατο του γιου του Μυρτίλου, που τον είχε σκοτώσει ο Πέλοπας. Κι είχε πει πως όποιος ήταν κάτοχος του αρνιού θα ήταν και κάτοχος του θρόνου. Από δω κι’ η διχόνοια των γιών του Πέλοπα.

Ο Θυέστης με την βοήθεια της Αερόπης έκλεψε το αρνί και διακήρυξε πως αυτός ήταν ο νόμιμος κάτοχος του θρόνου. Ο Δίας για να τον ξεσκεπάσει έκανε τον ήλιο να παλινδρομήσει. Ο Ατρέας αποκαλύπτοντας την διπλή προδοσία έριξε την Αερόπη στη θάλασσα κι’ έδιωξε τον Θυέστη.

Αργότερα, δήθεν για συμφιλίωση τον κάλεσε πίσω και του έκανε τραπέζι προσφέροντας του μαγειρεμένα τα ίδια του τα παιδιά, τον Τάνταλο και τον Πλησθένη. Μετά του αποκάλυψε το αποτρόπαιο έγκλημα. Τότε ο ήλιος – από δέος προς το φριχτό τούτο περιστατικό – άλλαξε πορεία κι’ η γη σκοτείνιασε κι’ ο Θυέστης έφυγε καταρώμενος την γενιά του Ταντάλου, που οι περιπέτειες των μελών της ενέπνευσαν στους τραγικούς τις (Αισχύλο,* Σοφοκλή, Ευριπίδη) παθητικές τραγωδίες. 

 

 Υποσημείωση


 

* Ο Αισχύλος από την μακριά και αιματοβαμμένη ιστορία του οίκου των Τανταλιδών, επιλέγει εκείνα τα σημεία που αναφέρονται στους απογόνους του Πέλοπα.

Ο Πέλοπας είχε δυο παιδιά, τον Ατρέα και τον Θυέστη. Ο Ατρέας έγινε βασιλιάς των Μυκηνών και πήρε γυναίκα του την Αερόπη. Η Αερόπη όμως αγάπησε τον Θυέστη και συνωμότησε μαζί του ενάντια στον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας κατάλαβε τη συνωμοσία, έδιωξε από τις Μυκήνες τον Θυέστη, τον οποίο ακολούθησε και η Αερόπη παίρνοντας μαζί της και τον μικρό της γιο, τον Πλεισθένη, που μεγάλωσε στην εξορία, χωρίς να μάθει ότι πατέρας του ήταν ο Ατρέας.

Ο Θυέστης, μετά από καιρό στην εξορία, αποφασίζει να σκοτώσει τον Ατρέα, και για τον σκοπό αυτό στέλνει στις Μυκήνες τον μεγαλωμένο πια Πλεισθένη. Όμως εκεί, αντί να σκοτώσει ο Πλεισθένης τον Ατρέα, σκοτώνεται ο ίδιος από τον Ατρέα. Όταν ο Ατρέας μαθαίνει ότι αυτός που σκότωσε ήταν δικός του γιος και ότι τον είχε στείλει εναντίον του ο Θυέστης, αποφάσισε να εκδικηθεί με φοβερό τρόπο.

Με πρόφαση ότι επιθυμεί τη συμφιλίωση, καλεί τον Θυέστη από την εξορία, σκοτώνει τα δύο δίδυμα παιδιά του, τον προσκαλεί σε δείπνο και του προσφέρει για φαγητό, το ψημένο κρέας των παιδιών του.

Όταν ο Θυέστης κατάλαβε, εκφέρει «βαρείαν αράν», εναντίον του γένους του Πλεισθένη, δηλαδή εναντίον του οίκου του Ατρέα και των απογόνων του. Γιοι του Ατρέα είναι ο Αγαμέμνων και ο Μενέλαος, και γιος του Θυέστη ο Αίγισθος.

Πολύ αργότερα, με αφορμή την αρπαγή της Ελένης από τον Πάρη, γίνεται η εκστρατεία των Ελλήνων στην Τροία, με επικεφαλείς τους γιους του Ατρέα. Όταν συγκεντρώθηκε ο στόλος των Ελλήνων στην Αυλίδα, η θεά Αρτεμις, στέλνει αντίθετους ανέμους εμποδίζοντας τον απόπλου των πλοίων. Με υπόδειξη του μάντη Κάλχα, ο Αγαμέμνων θυσιάζει την κόρη του Ιφιγένεια προκειμένου να εξιλεωθεί απέναντι στην Άρτεμη της οποίας είχε σκοτώσει το ελάφι.

   

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Ορέστεια του Αισχύλου, Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου.

 

 

Read Full Post »

Νικίππη

 


Κόρη του Πέλοπα και της Ιπποδάμειας – αδελφή του Ατρέα, του Θυέστη και του εξώγαμου Χρύσιππου. Είναι  η γυναίκα  του  βασιλιά  των  Μυκηνών  Σθένελου*, μητέρα του Ευρυσθέα και πολλών άλλων, καθώς και του Τροιζήνα και Επιδαύρου – επώνυμων των αργολικών πόλεων.

Υποσημείωση

* Γιος Περσέα – Ανδρομέδας˙ εκθρόνισε τον Αμφιτρύωνα (πατέρα του Ηρακλή) απ’ το Άργος        και ένωσε σ’ ένα βασίλειο αυτό, την Τίρυνθα και τις Μυκήνες.

 

Πηγή

  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  

 

Read Full Post »

Ολύμπιος, Κώστας του Νικολάου ( Ναύπλιο, 1872 – Άργος 25-12-1937)


 

Διδάκτορας της Νομικής και δικηγόρος, γιος υποθηκοφύλακα του Άργους, και αυτός επηρεασμένος από τον Βαρδουνιώτη, ασχολήθηκε από νωρίς με την δημοσιογραφία ( το 1901-1902 εξέδωσε και δική του εφημερίδα, το « Σθένος». Υπήρξε ανταποκριτής Αθηναϊκών εφημερίδων και αρθρογράφος σε τοπικές, από τα ιδρυτικά μέλη του «Δαναού» και συντάκτης ιστορικού δοκιμίου με τίτλο « Περί γυμναστικής και γυμναστηρίων περά τοις Αρχαίοις Έλλησι». Ιστοριόφιλος, ολιγογράφος, το 1930 συμβάλλει στη διάσωση ιδιωτικών αρχείων και δημοσιεύει στα χρόνια εκείνα σειρά άρθρων για τοπικά ιστορικά θέματα.

 

Ολύμπιος Κώστας

Δικηγόρος που, όμως, τελικά δεν άσκησε δικηγορία, δημοσιογράφος σε τοπικές εφημερίδες και ανταποκριτής αθηναϊκών εφημερίδων στο Άργος. Η οικογένεια του πατέρα του καταγόταν από τη Ραψάνη Μακεδονίας και εί­χε καταφύγει στο Ναύπλιο μετά την Επανάσταση του 1821. Η μητέρα του (γένος Σανοπούλου) ήταν από το Άργος. Το 1903 αποκτά πτυχίο Νομικής και εγκαθίσταται οριστικά στο Άργος. Συνεργάστηκε με διάφορες τοπικές εφημερί­δες, όπως τον Δαναό (του ομωνύμου συλλόγου), Μυκήναι, Τελέσιλλα από το 1928 και με το π. Τα Τυ­χερά (1924). Ανταποκρίσεις του έχουν εντοπιστεί στο αθηναϊκό Το Άστυ, όπου καλύπτει γενικότερου ενδιαφέροντος γεγονότα, όπως την 1η Πανελλήνια Γεωργοκτηνοτροφική Έκθεση στους «Στρατώνες Καποδίστρια» του Άργους αλλά και τοπικά θέματα με οξύ και κριτικό πνεύμα.

Ο αργείος λογοτέχνης Γιώργος Λογοθέτης τον χαρακτηρίζει ως «ορμητικό, αμείλικτο, σκληρό, αλλά πάντοτε τίμιο. Η ανάμιξίς του στα διάφορα ζητήματα της πόλεως έδινε ένα έντονο παλμό. Η συμβολή του και ως θέσις και ως άρνησις ήταν πολύτιμη. Αλλά η μεγαλύτερη υπηρεσία που προσέφερε ο Ολύμπιος στην πόλη του Άργους ήταν η παρουσία του, υπό την έννοιαν του αντιπάλου δέ­ους. Δεν ήταν εύκολο να τον αγνόηση κανείς». Και συνεχίζει τονίζοντας ότι αναμίχθηκε σε κάθε είδος του λόγου χωρίς σύστημα, τάξη, συγκέντρωση και γενικότερη κατεύθυνση, γι’ αυτό και το έργο του έμεινε με χαρακτήρα του πρόσκαιρου και στενού τοπικού ενδιαφέροντος, με σπατάλη κάθε πνευματικής ζωτικότητας, γι’ αυτό και με λίγες αξιώσεις μελλοντικής προσοχής. Παρ’ όλα αυτά, υποστηρίζει ο Λογοθέτης, αν το έργο του μπορούσε να συγκεντρωθεί θα τον κατέτασσε στους πνευματικούς ηγέτες του Άργους, «δίπλα στους Διοσκούρους, που μας έδωσε η ίδια γενεά, τον Βαρδουνιώτη και τον Κοφινιώτη».

Ο Ολύμπιος σε ένα άρθρο του στην εφ. Τελέ­σιλλα («Το γυμνάσιον», αρ. φ. 23, 27 Απρ. 1930) με το ψευδώνυμο «Όλυμπος», με το οποίο υπέγραφε τις ανταποκρίσεις του στο Άστυ, αυτοχαρακτηρίζε­ται ως «ανήκων εις τας τάξεις των φανατικών βασιλοφρόνων» χτυπώντας τη βενιζελική παράταξη ως «λυμεώνες του δημοσίου χρήματος», αλλά και χαρακτηρίζοντάς τους «ανήκοντας εις την ημετέραν παράταξιν» ως «ανεξαιρέτως αδέξιοι, μπουνταλάδες (που) έφαγαν το κουτόχορτο ατελώνιστο». Στη συνέχεια χαρακτηρίζει «κοιμισμένους» τους κατοίκους του Άργους και καταλήγει με το «ημείς οι γερμανόφιλοι». Πάθος, ανεξαρτησία γνώμης (παρά τη σαφή ένταξή του σε παράταξη), ελεύθερο φρόνημα και εξυγιαντική διάθεση χαρακτήριζαν τον Ολύμπιο σε κάθε στιγμή της δημοσιογραφικής δράσης του. Στις αρχές του 20ου αιώνα διακρίθηκε για τη θαρραλέα αντίθεσή του προς τον βουλευτή Πλατούτσα, μια χαρακτηριστική μορφή λαϊκιστή και φαυλοκράτη της εποχής εκείνης.

Τα πιο συγκροτημένα άρθρα του έχουν θέμα τον αθλητισμό και τη γυμναστική, προφανώς επηρεασμένα από το κλίμα των Ολυμπιακών Αγώνων του 1896. Προς το τέλος της ζωής του δημοσίευσε δύο άλλες εξίσου σημαντικές σειρές άρθρων, στην εφ. Τελέσιλλα του 1930 και με την ευκαιρία της εκατο­νταετηρίδας από την ανεξαρτησία του ελληνικού κράτους.

Στα άρθρα αυτά εμπεριέχονται σημαντικά ανέκδοτα στοιχεία για το Άργος του 19ου αιώνα. Τέλος, στην εφ. Αργειακά Νέα δημοσιεύεται το 1933 μια άλλη σειρά άρθρων του υπό τον τίτλο: «Αι εξοχαί του Άργους», όπου επίσης έχουν καταγραφεί πολύτιμες μαρτυρίες για την πόλη και για ιστορικά κτήριά της αλλά και οξύτατη κριτική για τα κακώς κείμενα σε αυτή. Έξι χρόνια πριν τον θάνατό του έχασε το φως του, απομονώθηκε και εγκαταλείφθηκε από παλαιούς φίλους και γνωστούς του, μια «μοίρα» που βίωσε και ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης στο τέλος της ζωής του.

Βιβλιογραφία: Κ. Ολύμπιος. Περί γυμναστηρίων παρά τοις αρχαίοις ‘Ελλησι, σειρά άρθρων στην εφ. Δαναός στα φ. 16. 18, 19. 21. 22. 24. 25. 28, 29 και 30 (Απρ. – Ιουλ. 1896)· του ίδιου. Διαφορά μεταξύ γυμναστικής και αθλητισμού εν τη αρχαιότητι, εφ. Δαναός, αρ. φ. 51, 26 Ιαν.1897· Γ. Λογοθέ­της, Κώστας Ολύμπιος (νεκρολογία στο π. Τα Ηραία, τχ. 3 (Φεβρ.- Μαρτ. 1938).

 

Βασίλης Δωροβίνης

 

Πηγές


  • Βασίλης Κ. Δωροβίνης, «Ο Ιωάννης Κ. Κοφινιώτης και η Ιστορία του Άργους / Αργείοι λόγιοι και ιστορική μνήμη», Εκδόσεις Εκ προοιμίου, Άργος, 2009.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών, «Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974», τόμος Γ, Αθήνα, 2008.

 

Read Full Post »

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)


  

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Ζεγκίνης Ερν. Ιωάννης (1917-1998)

Γεννήθηκε στο Άργος το 1917 και πέθανε στην Αθήνα το 1998. Καταγόταν από πολύ παλιά οικογένεια που ήταν ενεργή από τον 18ο  αιώνα. Προσπάππος του και ομώνυμός του, αποτελεί μέλος της τριμελούς δημογεροντίας της πόλης (με τον Αλμπανόπουλο και τον Μοθωνιό) στα τελευταία χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα του Καποδίστρια. Κάνει σπουδές Νομικής και περνά από το 1945 στον εισαγγελικό κλάδο (κατέληξε εισαγγελέας Εφετών).

Συνέγραψε το «Άργος δια μέσου των αιώνων» ( Α΄ έκδοση 1948, Θεσσαλονίκη, Β΄ έκδοση 1968, Πύργος και η Γ΄ έκδοση 1996, Αθήνα ). Το έργο αυτό αποτελεί συλλογή πληθώρας ιστορικών στοιχείων για την πορεία του Άργους ανά τους αιώνες, με συνθετικά κεφάλαια για ορισμένες περιόδους, και στηρίζεται σε δημοσιευμένες μελέτες και μονογραφίες, αλλά και σε πληροφορίες περί Άργους από αρχαία κείμενα.

Ο Ζεγκίνης  δημοσίευσε και  δύο  αυτοτελείς  νομικές  μελέτες,  « Το έγκλημα και η γυναίκα» ( 1951) και « Η δίκη του Γ. Τερτσέτη» ( 1960), ενώ νομικά άρθρα του δημοσιεύτηκαν σε νομικά περιοδικά και ιστορικές επιφυλλίδες του στον τοπικό τύπο.

  

Πηγή


  • Ανέκδοτο δοκίμιο του Βασίλη Δωροβίνη « Νεότεροι Αργείοι ιστορικοί και ιστοριοδίφες».

 

 

Read Full Post »

Ο Προτεστάντης ιεραπόστολος  Ιλάϊας Ρίγκς, η αποστολή του στην Ελλάδα και τα Σχολεία του στο Άργος.


  

Ποιος ήταν

    

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs)

Ο Προτεστάντης ιεροκήρυκας Ιλάϊας Ρίγκς ( Elias Riggs) γεννήθηκε στο Νιού Πρόβιντενς της πολιτείας του Νιού Τζέρσεϊ της Αμερικής στις 19 Νοεμβρίου 1810 και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη στις 17 Ιανουαρίου 1901. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά στις 27 Ιανουαρίου 1832 σε ηλικία μόλις 21 ετών. Υπήρξε σημαντικός διανοούμενος, ενώ θα μπορούσαμε  να τον χαρακτηρίσουμε ως ιδιαίτερα χαρισματικό άτομο αφού από τεσσάρων μόλις ετών γνώριζε να διαβάζει ενώ στα εννέα του άρχισε να μαθαίνει ελληνικά και στα δεκατρία του εβραϊκά. Η εταιρεία του (American Board of Commissioners for Foreign Missions)*, πολύ νωρίς τον διόρισε ως ιεραπόστολο εκτιμώντας μεταξύ των άλλων προσόντων του την άριστη γνώση της ελληνικής, της εβραϊκής, της αρμενικής και της βουλγαρικής γλώσσας, αλλά και την επαρκή γνώση της τουρκικής και της αραβικής.

Είχε αποφοιτήσει από το Κολέγιο Άμχερστ και υπήρξε ακούραστος και ικανός μεταφραστής. Γι’ αυτό και η ιεραποστολική εταιρεία της οποίας ήταν στέλεχος, τον επέλεξε για να μεταφράσει την Βίβλο στη σύγχρονη αρμενική και βουλγαρική. Σημαντική εργασία που έτυχε ξεχωριστών επαίνων κυρίως γιατί τα κείμενα ήταν ιδιαιτέρως εύληπτα. Οι Βούλγαροι διανοούμενοι θεωρούν ότι ο ιερωμένος Ρίγκς έθεσε σε μεγάλο βαθμό τις βάσεις της σύγχρονης αρμενικής και βουλγαρικής γλώσσας.

Ο Ρίγκς μετέφρασε από τα αγγλικά στα ελληνικά, στα τουρκικά, στα αρμενικά και στα βουλγαρικά πολλούς λαοφιλείς ύμνους, ενώ συνέταξε λεξικό στην αρμενική και τουρκική. Στην Ελλάδα παρέμεινε έξη χρόνια ενώ στην Τουρκία εξήντα τρία. Για πενήντα πέντε χρόνια τον συντρόφεψε και εργάστηκε μαζί του η σύζυγός του Μάρθα, μέχρι τον θάνατό της το 1887. Τον βοήθησε δε σημαντικά στο μεταφραστικό του έργο.

 

Δράση

    

Μετά από παραμονή 2 σχεδόν ετών στην Αθήνα, ο Ρίγκς με την σύζυγό του Μάρθα ήρθαν στο Άργος με σκοπό την δημιουργία ενός σχολείου θηλέων. Στο Άργος λειτουργούσε ήδη ένα σχολείο θηλέων (ιδιαίτερο παρθεναγωγείο). Η εκπαίδευση των κοριτσιών είχε ιδιαίτερα αναπτυχθεί τότε στο Άργος, όπως στην Αίγινα, στο Ναύπλιο και στην Ερμούπολη της Σύρου.

Μετά από παραμονή έξη μηνών ο Ρίγκς διατηρεί ισχυρές επιφυλάξεις για την επιτυχία της προσπάθειάς του, εκφράζοντας την υποψία ότι εκείνοι που αντιδρούσαν στην ίδρυση του σχολείου του είχαν ισχυρές προσβάσεις στην Κυβέρνηση. Παρ’ όλα αυτά, συμπληρώνοντας ένα χρόνο παραμονής και λειτουργίας στο Άργος, στο σχολείο του φοιτούν 40 μαθήτριες. Φιλοδοξεί να ιδρύσει Ελληνικό σχολείο ενώ σχεδιάζει το σχολείο του να διαθέτει τρία τμήματα.

Α. Νηπιαγωγείο

Β. Αλληλοδιδακτικό και

Γ. Διδασκαλείο, για την επιμόρφωση διδασκαλισσών.

Οι ιεραπόστολοι στα πλαίσια των μορφωτικών και εκπαιδευτικών σχεδιασμών τους, στρέφονται προς τις γυναίκες των μικρότερων αστικών κέντρων για δύο βασικούς λόγους. Ο πρώτος λόγος ήταν ο ανταγωνισμός που συνεχώς αύξανε μεταξύ των σχολείων στα μεγάλα αστικά κέντρα. Ο δεύτερος ήταν το γεγονός ότι οι γυναίκες – στα πλαίσια των συνεχών αλλαγών των κοινωνικών συνθηκών- επεδίωκαν να μορφωθούν προκειμένου να αποκτήσουν κάποιο επάγγελμα και κατ’ επέκταση να εργαστούν.

Βέβαια, ένα άλλος σημαντικός λόγος που οι ιεραπόστολοι άρχισαν να απευθύνονται στις γυναίκες ήταν η γρήγορη εξάπλωση των σχολείων σε όλη την Ελλάδα αλλά μόνο σε επίπεδο σχεδιασμών και προοπτικής και σ’ ένα περιβάλλον εχθρικό αφού ήδη είχαν αρχίσει οι έντονες αντιδράσεις της Εκκλησίας και οι παρεμβάσεις του Κράτους. Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής ήταν η ψήφιση του Νόμου της 6ης/ 18ης Φεβρουαρίου 1834, ο οποίος έδινε άδεια διδασκαλίας αποκλειστικά στους αποφοίτους του Δημόσιου Διδασκαλείου στο Ναύπλιο.     

Το άσχημο κλίμα του 1834 ανατρέπεται στα τέλη του 1835. Οι ιεραπόστολοι βλέπουν τις συνθήκες να βελτιώνονται αισθητά αλλά δεν παύουν να υπάρχουν διακυμάνσεις. Άλλοτε ευνοϊκές και άλλοτε εχθρικές.

Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο ιερομόναχος Γερμανός με την συμπαράσταση κάποιων πολιτών, λιθοβόλησαν το σχολείο του Ρίγκς με την δικαιολογία ότι στο Αμερικανικό σχολείο γινόταν προσηλυτισμός. Ο εισαγγελέας εφετών Ναυπλίου σε έγγραφό του αναφέρει ότι «φρόνιμον να μη γενή περαιτέρω εξέτασις περί του συμβάντος».

Παρά τις αντιδράσεις και το αμφιλεγόμενο κλίμα που επικρατεί, οι ιεραπόστολοι Ρίγκς και Κίνγκ συνεχίζουν το έργο τους και μάλιστα παίρνουν την πρωτοβουλία, περισσότερο παρακινούμενοι από την ιδιότητα του δασκάλου παρά του ιεροκήρυκα – χωρίς την έγκριση της εταιρείας τους- να προγραμματίσουν την αποστολή τριών Ελληνοπαίδων στην Αμερική για να μορφωθούν σε εκεί πανεπιστήμια, με το σκεπτικό ότι άξιζαν αυτή την βοήθεια επειδή ήταν επιδεκτικά στην καλή, ηθική διδασκαλία και η επιμέλεια και η επιθυμία τους ήταν δοκιμασμένη.

Τα ονόματά τους ήταν: Λουκάς Οικονόμος, Κωνσταντίνος Μεναίος, Αναστάσιος Μεναίος ενώ ένα τέταρτος με το όνομα Αργυρός δεν ήταν βέβαιο ότι θα σταλεί με τους άλλους.

Από επιστολή του προς τους προϊσταμένους του στην Αμερική, προκύπτει ότι στις αρχές του 1836 ο Ρίγκς διατηρεί δύο σχολεία κοριτσιών με 70 μαθήτριες εκ των οποίων οι 50 παρακολουθούν συστηματικά. Ακόμη τους πληροφορεί ότι τα σχολεία του στο Άργος προοδεύουν ενώ ήδη έχουν οργανώσει ένα ανώτερο τμήμα στο οποίο φοιτούν 9 κορίτσια, το οποίο λειτουργεί με την δική τους αποκλειστική ευθύνη.

Στα μέσα του 1836 το ανώτερο αυτό τμήμα που αποκαλούν « Σεμινάριο» έχει 14 μαθήτριες οι οποίες μετά την αποφοίτηση τους θα γίνουν βοηθοί. Το τμήμα επομένως θα αποτελούσε ένα είδος Υποδιδασκαλείου και οι απόφοιτες θα βοηθούσαν στα σχολεία του.

Παρ’ όλες τις προόδους, ο Αμερικανός ιερωμένος εκφράζεται με επιφυλάξεις για το μέλλον των σχολείων και δείχνει απαισιόδοξος λόγω της παρέμβασης του Κράτους, το οποίο προγραμματίζει την ανάρτηση εικόνων στα σχολεία και την διδασκαλία της κατήχησης από Ορθόδοξους ιερείς. Αν αυτό συμβεί, τότε το μέλλον προδιαγράφεται δυσοίωνο για τα μισιοναρικά σχολεία. Βέβαια, μια άλλη κίνηση ιεραποστόλων, των επισκοπιανών, έχουν ήδη δεχτεί Ορθόδοξο ιερέα στα σχολεία τους και εύκολα- σύμφωνα με την γνώμη του Ρίγκς- θα δεχτούν και τις εικόνες.

Στα τέλη του 1836 οι ιεραπόστολοι της Αμερικανικής αποστολής (A.B.C.F.M.) οργανώθηκαν σε σώμα. Με την άφιξη ενός ακόμη ιεραποστόλου, του Νάθαν Μπέντζαμιν η ιεραποστολή ενισχύθηκε σημαντικά.

Ομόφωνα αποφασίστηκε ο Μπέντζαμιν να παραμείνει στο Άργος μαζί με τον Ρίγκς, ενώ παράλληλα πάρθηκε απόφαση για την έκδοση μιας θρησκευτικής εφημερίδας, της οποίας την ευθύνη της έκδοσης θα ανελάμβανε κάποιος ενάρετος Έλληνας.

Κι ενώ οι αντιδράσεις στο Άργος συνεχίζονται και κάποιος Ορθόδοξος ιερομόναχος ξεσηκώνει τον κόσμο να κάψουν τους ιεραπόστολους, τα σχολεία λειτουργούν κανονικά με ελάχιστες αποχωρήσεις μαθητριών. 40 μαθήτριες φοιτούν κανονικά και μάλιστα η σύζυγος του Ρίγκς, ιδρύει νηπιαγωγείο με 25 περίπου νήπια.

 

 

Οι Μαθητές των σχολείων των Ρίγκς στο Άργος

 

 1834. Ίδρυση αλληλοδιδακτικού σχολείου θηλέων.

1835. Αλληλοδιδακτικό θηλέων. 40 μαθήτριες.

1836. Οι Ρίγκς διαθέτουν δύο σχολεία αλληλοδιδακτικά. 70 μαθήτριες.

1836. Ανώτερο τμήμα, Υποδιδασκαλείο. 14 μαθήτριες.

1837. Νηπιαγωγείο. 25 νήπια.

1838. Διακοπή των προτεσταντικών σχολείων Ρίγκς.

Επόμενη κίνηση του προτεστάντη ιερέα είναι η δημιουργία Ελληνικού σχολείου. Ζητά από τα κεντρικά γραφεία την ενίσχυσή του με 500 δολάρια προκειμένου να χρηματοδοτηθεί η νέα του πρωτοβουλία. Ο ιδιοκτήτης του ακινήτου όμως, ο οποίος είναι και πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, ανατρέπει τα σχέδια του Ρίγκς. Του προτείνει να στηρίξουν το δημόσιο Ελληνικό σχολείο.

Ο Ρίγκς συμφώνησε με την προϋπόθεση να διδάσκουν το μάθημα της Αγίας Γραφής οι ιεραπόστολοι όπως εκείνοι νόμιζαν, όπως γινόταν στα Ελληνικό σχολείο της Αθήνας. Ο Δήμαρχος συμφώνησε, όμως τα σχέδια του Ρίγκς για την δημιουργία Ελληνικού σχολείου αρρένων στο Άργος δεν υλοποιήθηκε. Τελικά, ο Ρίγκς χωρίς αιτιολογία, ειδοποίησε την εταιρεία του ότι δεν χρειαζόταν πλέον την επί πλέον χρηματοδότηση, αφού ο σχεδιασμός για σχολείο ματαιώθηκε. Προφανώς ο λόγος ματαίωσης της συνεργασίας ήταν το αίτημα του ιεραπόστολου που αφορούσε στην διδασκαλία της Αγίας Γραφής από τους προτεστάντες.

Το έτος 1837 τα σχολεία των Ρίγκς και Μπέντζαμιν συνεχίζουν να λειτουργούν ενώ το σχολείο του Κίνγκ στην Αθήνα έχει κλείσει από τις αρχές του 1837.

Ένα χρόνο αργότερα, το 1838 θα κλείσει και τα σχολεία του Άργους. Στην διακοπή της λειτουργίας των σχολείων των προτεσταντών στο Άργος,  οδήγησαν κυρίως κοινωνικοί λόγοι. Στο περιοδικό « The Missionary Herald» αναφέρεται ότι « Η παράδοξα μη ευνοϊκή διάθεση του πληθυσμού στο  Άργος μας έκανε να πάρουμε μια τέτοια απόφαση».

Ο Ν. Μπέντζαμιν πήγε κοντά στον Ιωνά Κίνγκ και συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Σταθμό της Αθήνας ενώ ο Ιλάϊας Ρίγκς με την οικογένειά του μετέβη στην Σμύρνη κι ύστερα στην Κωνσταντινούπολη για να συνεχίσει εκεί.

  

Υποσημείωση

  

 * Στις αρχές  του ΙΘ’ αιώνος, παρατηρήθηκε ζωηρή κίνηση Προτεσταντών Μισσιοναρίων προς Ανατολάς. Η αποκατάσταση της τάξεως στην Μεσόγειο διευκόλυνε την εγκατάστασή τους, ενώ η δυστυχία, η φτώχεια και η αμάθεια, οι οποίες επικρατούσαν σε αυτόν τον γεωγραφικό χώρο, απέβησαν ευκόλως αντικείμενο εκμεταλλεύσεως προς επικράτησή τους. Δυτικοί Προτεστάντες διαφόρων εθνικοτήτων – Άγγλοι, Αμερικανοί, Γερμανοί, Ελβετοί κ.α.- αλλά και Παπικοί ίδρυσαν πολυάριθμους ιεραποστολικούς σταθμούς – σφύζουσες δυτικές Εστίες – στα σπουδαιότερα εκκλησιαστικά και πολιτικά κέντρα της ελευθέρης και υποδούλου Ελλάδας, τέλεια οργανωμένους, «κατεργαζόμενοι  μεθοδευμένα τον δυτικότροπο κοινωνικοπολιτικό μετασχηματισμό της».

 Κυρία οδός αυτής της προσπάθειας τους, απετέλεσε η Εκπαίδευση του αμόρφωτου λαού και μάλιστα των νέων, και η ίδρυση σχολείων, τα οποία ευρίσκοντο υπό την άμεση εποπτεία τους, καθώς η προσφερομένη σε αυτά παιδεία – οργανωμένη εκ των ιδίων – βάσει συγκεκριμένου προγράμματος, διευκόλυνε την διάδοση των ιδεών τους, αφ’ ού στους μαθητές εύρισκαν τα ευήκοα ώτα, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα αντιστάσεως από τους διαπλαθομένους και συνεπώς ευάλωτους νέους, οι οποίοι, αφ’ ενός θα διέδιδαν τις νέες σε αυτούς διδασκόμενες ιδέες, στους – συχνά αμόρφωτους – γονείς τους, κατ’ επέκτασιν δε και σε όλη την κοινωνία, αφ’ ετέρου οι ίδιοι θα αποτελούσαν την ελληνική κοινωνία του μέλλοντος, εξοικειωμένοι εξ απαλών ονύχων μετά του δυτικού περιβάλλοντος και με διαμορφωμένο αναλόγως το φρόνημα τους! Ταυτοχρόνως, στους χώρους της εκπαιδεύσεως υπήρχε πρόσφορο έδαφος για διακίνηση των προπαγανδιστικών τους εντύπων και μεταφράσεων. Έτσι οι Μισσιονάριοι, ανέπτυξαν  ένα τεράστιο εκπαιδευτικό έργο στην Ελλάδα.

   

Πηγές

 

  •  Θαναηλάκη Πόλλη, «Αμερική και Προτεσταντισμός», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2005.
  • Georgi Genov, «American Elias Riggs and his contribution to the Bulgarian National Revival», Historical Archives. Sofia, Issue 9-10, November 2000 – May 2001. (in Bulgarian)

  

Read Full Post »

Λυσιάνασσα


 

Γνωστή κι’ ως  Λυσίππη ή Λυσιμάχη. Κόρη του Πολύβου και της Μερόπης, γυναίκα του Ταλαού – γιου του Βίαντα- βασιλέα του Άργους. Είναι η μητέρα του περίφημου Άδραστου, που κληρονόμησε τον πάππο του Πόλυβο κι’ έγινε μετά βασιλέας του Άργους*.

  

Υποσημείωση

* Αφορμή στάθηκε η δολοφονία του Πρώνακτα, γιου του Ταλαού, απ’ τον Αμφιάραο και τους Αναξαγορίδες και η εκδίωξη του Άδραστου – αδελφού του δολοφονηθέντος – απ’ το Άργος. Ο Άδραστος βρίσκει καταφύγιο στον παππού του Πόλυβο που τον κάνει διάδοχό του. Από κει επιστρέφει στο Άργος με δύναμη, αλλά ο πόλεμος αποφεύγεται.  

Ο Αμφιάραος συμφιλιώνεται με τον Άδραστο και παντρεύεται την αδελφή του Αδράστου, Εριφύλη.

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.  
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

 

Read Full Post »

Εριφύλη



 

ὦ γλῶσσ᾽, ἐν οἷσιν ἀνδράσιν τιμὴν ἔχεις, ὅπου λόγοι σθένουσι τῶν ἔργων πλέον

ὅπου δὲ μὴ τἄριστ᾽ ἐλευθέρως λέγειν ἔξεστι, νικᾷ δ᾽ ἐν πόλει τὰ χείρονα,

ἁμαρτίαι σφάλλουσι τὴν σωτηρίαν γήρᾳ προσῆκον σῷζε τὴν εὐφημίαν

ἀρετῆς βέβαιαι δ᾽ εἰσὶν αἱ κτήσεις μόνης ἀνδρῶν γὰρ ἐσθλῶν στέρνον οὐ μαλάσσεται

πῶς οὖν μάχωμαι θνητὸς ὢν θείᾳ τύχῃ; ὅπου τὸ δεινόν, ἐλπίς οὐδὲν ὠφελεῖ.

ἄπελθε· κινεῖς ὕπνον ἰατρὸν νόσου

                                                                                          

ΕΡΙΦΥΛΗ _ _· καὶ γὰρ Ἀργείους ὁρῶ

 

( Από την τραγωδία του Σοφοκλή Εριφύλη, από την οποία έχουν διασωθεί ελάχιστα αποσπάσματα). 

 

 

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το περιδέραιο της Αρμονίας.

Ο Πολυνείκης προσφέρει στην Εριφύλη το περιδέραιο της Αρμονίας.

Κόρη του Ταλαού, βασιλιά του Άργους  και της Λυσιάνασσας και αδελφή του Άδραστου. Έγινε γυναίκα του Αμφιάραου και έκλεισε την διαμάχη του με τον αδελφό της για την κατοχή του θρόνου του Άργους. Έγινε αφορμή να σκοτωθεί ο άντρας της στον πόλεμο των «Επτά επί Θήβας». Πηγή της παράδοσης η «Θηβαΐς»*. Σύμφωνα μ’ αυτήν, ένα βράδυ φιλονίκησε ο Πολυνείκης των Θηβών μ’ έναν άλλο φυγάδα, τον Καλυδώνιο Τυδέα, μπροστά στ’ ανάκτορα του Άδραστου. Ο Άδραστος τους χώρισε, αλλά βλέποντας στις ασπίδες τους παραστάσεις κάπρου και λέοντα θυμήθηκε τον χρησμό που έλεγε πως έπρεπε να παντρέψει τις κόρες του μ’ έναν κάπρο κι’ ένα λιοντάρι κι’ έκανε τους φυγάδες γαμπρούς του με την υπόσχεση να τους βοηθήσει να γυρίσουν στην Θήβα. Ο Αμφιάραος εναντιώθηκε σε αυτή την απόφαση από την πρώτη στιγμή και αρνήθηκε να συμμετάσχει στην εκστρατεία, καθώς ως γνώστης της μαντικής ήξερε ότι από όσους θα έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία εκείνη, μόνο ο Άδραστος θα επέστρεφε ζωντανός, αλλά ο Πολυνείκης δωροδόκησε μ’ ένα χρυσό περιδέραιο** την Εριφύλη κι’ αυτή έπεισε τον άντρα της να πολεμήσει. Έτσι χάρη σ’ ένα κόσμημα ο Αμφιάραος σκοτώθηκε.

Απ’ τον πόλεμο γλύτωσε, χάρη στο θεογέννητο άλογό του, μόνον ο Άδραστος. Λένε πως οι Θηβαίοι επέστρεψαν τους νεκρούς είτε γιατί πιέσθηκαν απ’ τον Άδραστο είτε γιατί εξαναγκάσθηκαν απ’ τους συμμάχους τους Αθηναίους. Την πρώτη εκδοχή υποστηρίζουν οι Τραγικοί. Δεν αποκλείεται όμως να έμειναν οι νεκροί – σύμφωνα με τα ομηρικά θέσμια- βορά των θηρίων.

Ο Άδραστος πήρε μέρος και στην εκστρατεία των «Επιγόνων» αλλά μετά το θάνατο του γιού του Αιγιαλέα, αποτραβήχτηκε στα Μέγαρα, όπου και πέθανε από μελαγχολία.

Η Εριφύλη, λένε, σκοτώθηκε απ’ τον γιό της Αλκμέωνα.*** Ο Παυσανίας είδε κοντά στο ιερό του Αμφιάραου και στ’ ανάκτορα του Άδραστου στο Άργος, τον τάφο της και τον πέπλο της στο ναό της Δωτούς στα Γάβαλα.

Η δωροδοκία της στάθηκε προσφιλές θέμα της τέχνης. Στη Λάρνακα του Κύψελου, που βρίσκονταν στην Ολυμπία παριστάνονταν να κρατάει το μοιραίο περιδέραιο και τα παιδιά της Ευρυδίκη, Δημώνασσα και Αλκμέωνα, την ώρα που ξεπροβόδιζε τον Αμφιάραο.

Όσο για το περιδέραιο – σ’ αυτό και στο στέμμα της Αριάδνης οι μελετητές της μυθολογίας είδαν συμβολική εικόνα του ουράνιου τόξου – πέρασε στα χέρια πολλών. Επειδή όμως έφερνε όλεθρο στον κάτοχό του αφιερώθηκε, τελικά, στον Δελφικό ναό της Προναίας Αθηνάς.

Αργότερα, ο τύραννος των Φωκέων Φάϋλος (πέθανε στα 351 π.χ.) που λεηλάτησε τους θησαυρούς των Δελφών, το χάρισε στην ερωμένη του. Αυτή το φόρεσε για λίγο, γιατί ο νεώτερος γιός του, που τρελάθηκε, έβαλε φωτιά στο σπίτι και μαζί μ’ άλλους θησαυρούς κάηκε κι’ αυτό.

 

Υποσημειώσεις  


  

* Έπος θηβαϊκού μυθικού κύκλου.

** Το περιδέραιο αυτό είχε δοθεί στην Αρμονία (την κόρη του Άρη και της Αφροδίτης ή του Δία και της Ηλέκτρας) την ημέρα των γάμων της με τον Κάδμο, είτε απ’ τον Κάδμο είτε από τους Θεούς που παραβρέθηκαν σ’ αυτούς. Ο γάμος αυτός είχε υμνηθεί απ’ τους ποιητές, ειδικά απ’ τον Θέογνι (15-18), Πινδ. αποσπ. ( Bergk, Ελλην. Λυρ. σ. 287 έκδ. γ’).

*** Γνωρίζοντας τα πάντα ο Αμφιάραος ως μάντης, άφησε φεύγοντας για τον μοιραίο πόλεμο σκληρή εντολή στα παιδιά του: όταν μεγαλώσουν να σκοτώσουν τη μητέρα τους γιατί τον είχε στείλει σε βέβαιο θάνατο επειδή είχε θαμπωθεί από ύποπτα δώρα. Αυτή την εντολή δεν την εκτέλεσαν αμέσως τα παιδιά τους. Πέρασαν δέκα χρόνια από την εποχή της πανωλεθρίας των «Επτά». Οι Επίγονοι των Επτά ήθελαν να εκδικηθούν τον θάνατο των πατέρων τους. Το Μαντείο των Δελφών τους είπε ότι μόνο αν είχαν αρχηγό τον Αλκμέωνα, τον γιο της Εριφύλης, θα νικούσαν. Τότε ο Θέρσανδρος, ο γιος του Πολυνείκη, δωροδόκησε και πάλι την Εριφύλη με τον πέπλο της Αρμονίας, οπότε η Εριφύλη έπεισε τον Αλκμέωνα να βοηθήσει τους άλλους Επιγόνους. Ωστόσο, ο Αλκμέων, παρότι πέτυχε η εκστρατεία, όταν επέστρεψε, σκότωσε την Εριφύλη για να εκδικηθεί τον θάνατο του πατέρα του. Ο Απολλόδωρος (Γ 7, 2 και 5) γράφει ότι ο Αλκμέωνας και ο Αμφίλοχος μαζί σκότωσαν τη μητέρα τους μετά από σχετική εντολή του θεού Απόλλωνα. Το περιδέραιο και τον πέπλο της Αρμονίας, ο Αλκμέων τα αφιέρωσε στο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, ( Μύθος του Αλκμέωνα ).

 

Πηγές


  • Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά 1963 , «Ιστορία – Λαογραφία – Τέχνη – Επιστήμη», τόμος 7ος  Αθήνα, 1963.
  • Παυσανίου, «Ελλάδος Περιήγησις/Κορινθιακά – Λακωνικά»,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 2004.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Σπουδαία Αρχιερατική προσωπικότητα. Το όνομα της οικογένειάς του ήταν Παπασαράντου. Τόπος καταγωγής του ήταν το Ροϊνό Αρκαδίας. Υπηρέτησε και διακρίθηκε ως πνευματικός στον Ιερό Ναό Ρόμβης της Αθήνας, όπου πλήθος πιστών προσερχόταν προκειμένου να εξομολογηθεί.

Εκλέχτηκε το 1939 στον θρόνο της Ι.Μ. Αργολίδος σε ηλικία 63 ετών. Φρόντισε και περιέθαλψε με περισσή πατρική αγάπη το λαό της Μητρόπολής του, κατά τους δύσκολους και χαλεπούς καιρούς της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.

Εκοιμήθη το 1942, μετά από ανίατη ασθένεια. Ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου, την οποία είχε ανακαινίσει ριζικά και την είχε αναγνωρίσει ως Γυναικεία Μονή.  

 

Πηγή

 


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.

Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.

  

Πηγή


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος (Βυρτεμβέργη Βαυαρίας 1800 – Αθήνα 1887)


 

Μάγγελ Βικελίνος Ερνέστος μεταβαπτισμένος σε Μιχαήλ (Maggel Vinzenz Ernest ή Michael). Αρχιμουσικός σε ελληνικές Στρατιωτικές Ορχήστρες Πνευστών, για τον οποίο έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς αρκετές ασαφείς και αντιφατικές πληροφορίες (κατ’ άλλους ήταν Βιεννέζος, κατ’ άλλους ονομαζόταν Johannes: Ιωάννης…, κατ’ άλλους έκανε 10 παιδιά, κατ’ άλλους 22…, κατ’ άλλους πέθανε το 1840 στη Ρουμανία, κατά δε τον Μοτσενίγο* πέθανε πάλι το 1840, αλλά στην Ελλάδα, ενώ κατά τον Θ. Ν. Συναδινό,** το 1843 ο Maggel ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής ώς τη διάλυσή της το 1855.

Από την άλλη πλευρά διαθέτουμε στο Αρχείο μας την εφημερίδα «Παλιγγενεσία» της 30ης Ιανουαρίου 1887, που αναγγέλλει τον μόλις επισυμβάντα θάνατό του στην Αθήνα. Επίσης άλλοι τον γράφουν Mangel και άλλοι Maggel. Άλλοι πάλι γράφουν ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ είναι γιος του Ερνστ Μάγγελ, ο δε Αντ. Π. Φίλιππας γράφει ότι ο Μιχαήλ Μάγγελ ήταν προ του 1890 αρχιμουσικός στη «Φιλαρμονική Εταιρεία Λευκάδος». Αυτή η αντιφατικότητα των στοιχείων άνετα θα δικαιολογούσε είτε την ύπαρξη ενός δεύτερου Maggel – τον οποίο όμως κανένας ειδικός ιστορικός δεν έχει μέχρι στιγμής αναφέρει – είτε την ύπαρξη κάποιου συνονόματου γιου του Μάγγελ, που να σταδιοδρόμησε νεότατος και παράλληλα με τον πατέρα του…).

Εν πάση περιπτώσει, ο ηρωικός Μάγγελ ήρθε στην Ελλάδα προ του Φαβιέρου (1822) διαπνεόμενος από έντονο φιλελληνισμό και πήρε μέρος στην πολιορκία της Ακρόπολης (ως αγγελιοφόρος), στη μάχη των Δερβενακίων, στην πολιορκία του Ναυπλίου (1822), στις πολεμικές επιχειρήσεις της Καρύστου, της Χίου, όπως και στη μάχη του Χαϊδαρίου επικεφαλής της Ορχήστρας Πνευστών που ενίσχυε τα στρατεύματα του Φαβιέρου (1825) και σε πολλές άλλες μάχες, καταλήγοντας τραυματίας.

Ήταν ήδη λοχαγός κι όπως ίσως έγινε αντιληπτό, ο πρώτος αρχιμουσικός της Στρατιωτικής Μουσικής, που συγκροτήθηκε το 1825 και απετέλεσε μέρος του υπό τον Φαβιέρο τακτικού Στρατού (από αναφορά της Εποχής – 2678/22.9.1825 – γνωρίζουμε τη σύνθεση αυτής της μπάντας: 3 κλαρίνα, 1 φαγκότο, 1 τρομπέτα, 2 κόρνα, 1 τρομπόνι, 1 καπελκόνε και 5 εκτελεστές κρουστών).

Ο Μάγγελ τότε ασπάστηκε την Ορθοδοξία και βαφτίστηκε Μιχαήλ. Τιμήθηκε με τον τίτλο του βαρόνου και με 3 Μετάλλια εξαίρετων πράξεων (Αγώνος, Ανδρείας και Σωτήρος). Επί Καποδίστρια διορίστηκε αρχιμουσικός της πρώτης οργανωμένης Στρατιωτικής Μπάντας του Νέου Ελλ. Κράτους, που ονομάστηκε «Μουσικός Θίασος«.

Αργότερα,  «η υπὸ τον Μάγκελ Στρατιωτικὴ  Μουσικὴ επαιάνιζε δὶς της εβδομάδος και εἰς την – κατὰ την 8ην Απριλίου 1834 ιδρυθείσαν – δημοτικὴν λέσχην (εν Ναυπλίῳ), εν τη κατὰ την μεγάλην οδὸν οικία του Σπυρ. Σπηλιωτοπούλου». (Μ. Λαμπρινίδου, «Ναυπλία», σελίς 591).

Στο μεταξύ, για να μπορέσει να ανταποκριθεί καλύτερα στα καθήκοντά του, κάλεσε από τη Βαυαρία 2 βοηθούς, τον Φραντς Ζάιλερ*** και τον Κρίστιαν Βέλκερ****. Όμως κατά τη διαμονή του στο Ναύπλιο, έγινε επί Όθωνος (1834) ήρωας σοβαρότατου σκανδάλου (όπως αναφέρει στην «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής» ο Θ. Ν. Συναδινός). Προσείλκυσε δηλαδή τον έρωτα νεαρής Ιταλίδας, συζύγου Ιταλού διπλωμάτη, ο οποίος όταν το πληροφορήθηκε – έστω τελευταίος – φρόντισε να μετατεθεί ο Μάγγελ και οι μουσικοί του στο Άργος. Τότε εκείνος απήγαγε την εκλεκτή της καρδιάς του και ο Στρατός αμέσως τον απέταξε για ανάρμοστη διαγωγή, αναθέτοντας τη διεύθυνση της Μουσικής στον Αυστριακό Πράντσελ (Pranzel).

Ο Μάγγελ και η «καλή» του κατέφυγαν στη Ρουμανία, όπου περιέπεσαν σε έσχατη ένδεια και έτσι εκείνος αναγκάστηκε να γίνει υποβολέας θεάτρων. Γύρω στο 1843 φαίνεται ότι επέστρεψε στην Ελλάδα και εκμεταλλευόμενος τις τότε πολιτικές συνθήκες, κατάφερε να πάρει τον τίτλο του επίτιμου υπολοχαγού και να διοριστεί διευθυντής της Σχολής Στρατιωτικής Μουσικής (που λειτούργησε από τον Νοέμβριο του 1843 ως τον Νοέμβριο του 1855).

Συνδέθηκε στενά με αυλικούς κύκλους καθώς και με πολυάριθμες εκπροσώπους του ωραίου φύλου (στις οποίες, όπως συνάγεται, λόγω ικανοποιητικής εμφάνισης ήταν ιδιαίτερα συμπαθής). Στις ελεύθερες ώρες του, έβγαινε περίπατο συνοδευόμενος από 2 δασύτριχα άσπρα σκυλιά.

Τέλος έγινε επιθεωρητής των Στρατιωτικών Ορχηστρών και αποστρατεύθηκε με τιμές το 1870. Απέκτησε μάλλον, όπως προαναφέρθηκε, 22 παιδιά (!). Από τους γιους του, όπως έδειξε η έρευνά μας σε δυσπρόσιτα στοιχεία, 2 κατατάχτηκαν ως αξιωματικοί στον Ελληνικό Στρατό, ένας ακολούθησε το Δικαστικό στάδιο (διορίστηκε ειρηνοδίκης στον Βόλο), 3 σταδρόμησαν στο Παρίσι (2 ως γιατροί και ένας ως δερματέμπορος), άλλοι 2 εγκαταστάθηκαν στη Ρωσία (σταδιοδρομώντας ως έμποροι) και άλλοι διασκορπίστηκαν στη Γερμανία ή σε άλλα κράτη και ορισμένοι έγιναν στρατιωτικοί μουσικοί, συνεχίζοντας μια μεγάλη μουσική οικογενειακή παράδοση που φτάνει ως τις μέρες μας.

Αναφέρουμε ενδεικτικά τον Ν. Μάγγελ, τον Ι. Μάγγελ (η «Εφημερίς» της 18.10.1873 γράφει ότι συνέπραξε σε νυχτερινή συναυλία της «Ευτέρπης«), τον Ευγένιο Μάγγελ (απόστρατο υπολοχαγό της Μουσικής, που τον Ιανουάριο του 1889 ήταν ο αρχιμουσικός στη Φιλαρμονική «Ορφέας» Ζακύνθου. Εκεί έμεινε ως τον Απρίλιο του 1890, όταν τον διαδέχτηκε ο Οδυσ. Ματιότσι. Το 1892 διαδέχτηκε τον Ματιότσι, παραμένοντας ως τους σεισμούς του Ιανουαρίου 1893 που αποτελείωσαν τον ήδη διαλυμένο «Ορφέα»), τον Γεώργιο Μάγγελ (αρχιμουσικό στο Ναύπλιο σε αρκετά μεταγενέστερη εποχή) τον σύγχρονο επισκευαστή πνευστών οργάνων Ανδρέα Μάγγελ καθώς και το γνωστό αθηναϊκό κατάστημα μουσικών ειδών του Μ. Μάγγελ (Χαριλάου Τρικούπη 54) (βλ. και «Απογραφή του 1825«).

  

Υποσημειώσεις


 

* Μοτσενίγος Διονύσιος. Σύγχρονος κορνίστας. Άρχισε μουσικές σπουδές σε μικρή ηλικία στη Φιλαρμονική Εταιρεία Κερκύρας (με δάσκαλο τον Ι. Π. Αργαλιά). Συνέχισε στο Ορφείο Ωδείο Αθηνών (με τον διακεκριμένο Βαγγ. Σκούρα) και απεφοίτησε το 1993. Έχει δώσει συναυλίες με σύνολα μουσικής δωματίου, με την Ορχήστρα. των Χρωμάτων και με άλλες Ορχήστες. Από το 1989 παρακολουθεί Σεμινάρια με τον F. Orval. Είναι μέλος στην Ορχήστρα της ΕΛΣ, ιδρυτικό μέλος της Ορχήστρας «Εναρμόνια» και του «Ensemble Alternativo».

** Συναδινός Θεόδωρος Ν. (Τρίπολις 1880 – Αθήνα 1959). Λόγιος και θεατρικός συγγραφέας. Το 1897 γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστήμιου Αθηνών. Το 1904 ακολούθησε τη δημοσιογραφία ως συντάκτης στην «Ακρόπολη», όπου και παρέμεινε και εξελίχθηκε σε αρχισυντάκτη, έως το 1914 οπότε ανέλαβε την διεύθυνση της «Νέας Ελλάδος». Είχε επίσης την καλλιτεχνική διεύθυνση των μουσικών περιοδικών: «Μουσική Επιθεώρησις» (από τον Απρίλιο του 1922, λόγω στράτευσης του ιδρυτή και διευθυντή  της Νικ. Γ. Παππά τον Οκτώβριο του 1921, όταν είχε κυκλοφορήσει το πρώτο της τεύχος. Το τελευταίο τεύχος αυτού του πολύ ενδιαφέροντος εντύπου που παρακολουθούσε τις δραστηριότητες και τις εκδηλώσεις των Ελλήνων καλλιτεχνών της ευρωπαϊκής μουσικής, κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 1922) και (μαζί με τον λογοτέχνη, δημοσιογράφο και αυτοδίδακτο ζωγράφο Γεράσιμο Βώκο, Πάτρα 1868 – Παρίσι 1927, ο οποίος, εκτός του «Απόλλωνος», εξέδωσε και τα καλλιτεχνικά έντυπα: «Το Περιοδικό μας», Πειραιάς 1900 και «Καλλιτέχνης», Αθήναι 1910-1912. Ο «Απόλλων» κυκλοφόρησε από τον Ιούνιο του 1904 ως τον Ιούλιο – Αύγουστο του 1907). Το 1919 ο Συναδινός εξέδωσε την «Πρόοδο». Το δε 1920, με τον θάνατο του πεθερού του Βλάση Γαβριηλίδη, ανέλαβε διευθυντής στην «Ακρόπολη» (που διέκοψε και αυτή την έκδοσή της το 1922).

Έγραψε πολλά θεατρικά έργα και βιβλία, από τα οποία αναφέρουμε μόνο τα σχετικά με τη μουσική: «Ιστορία της Νεοελληνικής Μουσικής: 1824-1919″ (1919) – πρόκειται για βιβλίο εξαιρετικά αξιοσημείωτο και για ορισμένους αξεπέραστο, «Το ελληνικό τραγούδι» (1922), «Είμαστε μουσικώς μορφωμένοι;» (1932), κ.λπ. Έδωσε επίσης σειρά διαλέξεων στο Ωδείο Αθηνών, για όλα τα είδη του ελληνικού τραγουδιού (η 1η από αυτές, στις 22.1.1922) ενώ προηγουμένως είχε αρθρογραφήσει στον «Νουμά» για το Ωδείο Αθηνών (23.1.1909 και 22.11.1909) υποστηρίζοντας τόσο τη μουσική πολιτική του Γ. Νάζου όσο και τους εθνοκεντρικούς μουσικούς οραματισμούς του Μ. Καλομοίρη. Το 1933 εξελέγη πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (θέση που διατήρησε επί μακρά σειρά ετών). Διετέλεσε επίσης 2 φορές πρόεδρος της ΕΛΣ. Ήταν επί 14ετία καθηγητής και διευθυντής της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Τέλος, το λυρικό δράμα «Το Απόγευμα της Αγάπης» του Μ. Βάρβογλη βασίζεται σε θεατρικό έργο του.

*** Ζάιλερ Φραντς  (Seiler Franz).  Βαυαρός μουσικός μπάντας, που σταδιοδρόμησε κατά τον 19ο αι. στην Ελλάδα. Γεννήθηκε στη Γαλλία (1.1.1804). Υπηρέτησε στη Βαυαρία για 4 χρόνια ως αρχισαλπιγκτής Ιππικού (14.1.1833-1.3.1837). Κλήθηκε από τον Μάγγελ ως βοηθός του και ήρθε στην Ελλάδα με τον Όθωνα. Κατατάχτηκε στον Ελληνικό Στρατό ως εθελοντής μουσικός στις 6.3.1837 και τον ίδιο χρόνο είχε γίνει αρχιμουσικός, με καθήκοντα εκπαιδευτή των σαλπιγκτών του Στρατού. Αποστρατεύθηκε στις 23.7.1865 με το βαθμό του επικεφαλής αρχιμουσικού. Πέθανε στην Ελλάδα το 1871. Πατέρας του Αντρέα Ζάιλερ.

**** Βέλκερ Κρίστιαν (Welcker Christian). Βαυαρός στρατιωτικός μουσικός του 19ου αι. και διευθυντής της Μπάντας της Φρουράς Αθηνών. Γεννήθηκε στο Ισβαϊερμπρόκεν (Βαυαρία). Το 1843 κατατάχτηκε στη Μουσική του Ελληνικού Στρατού καλεσμένος από τον Μάγγελ (διετέλεσε βοηθός του). Επί 4 χρόνια προϋπηρέτησε στο Τάγμα της Γραμμής, ενώ την 1.9.1853 προάχθηκε σε αρχιμουσικό χορωδίας, την 1.12.1862 σε αρχιμουσικό Ανθυπασπιστή και στις 23.2.1877 σε ανθυπολοχαγό επιθεωρητή. Την 1.8.1878 του απενεμήθη ο Αργυρούς Σταυρός του Σωτήρος. Στις 29.3.1882 τιμήθηκε με το βαθμό του υπολοχαγού και στις 21.1.1886, με το βαθμό του λοχαγού 2ας τάξεως. Στις 2.3.1886 τιμήθηκε με το παράσημο του Ερυθρού Αετού 4ης τάξεως του αυτοκράτορα της Πρωσίας και στις 10.7.1887, με το παράσημο των Ιπποτών 1ης τάξεως. Αποστρατεύθηκε με αίτησή του (και με βαθμό ταγματάρχη) στις 20.1.1895. Πέθανε στις 21.3.1908. Αξίζει να σημειωθεί ότι όσο ήταν επικεφαλής της Μπάντας, την οδηγούσε κάθε πρωί κάτω από τα ανάκτορα (όταν το βασιλικό ζεύγος δεν απουσίαζε) διευθύνοντας πάντοτε αυτοπροσώπως χαρμόσυνους παιανισμούς.

  

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Musipedia, (Ελληνική Μουσιπαίδεια).

  

Πηγή


  •  Τάκης Καλογερόπουλος, Λεξικό της Ελληνικής μουσικής, εκδόσεις Γιαλλελή, 2001

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »