Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αργολίδα’

Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή [Αργολίδα] – Στάθης Ν. Καλύβας


 

Κόκκινη Τρομοκρατία: Δομή και Στόχοι – Η Αργολίδα: κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο – Η εμφάνιση του ΕΑΜ – Άνοιξη 1944 – Ιούνιος – Ιούλιος 1944 – Αύγουστος 1944 – Η δομή της κόκκινης τρομοκρατίας – Τα αίτια της κόκκινης τρομοκρατίας – Βία: Εγκαινιάζοντας την αλληλουχία – Το Μαλανδρένι και η γερμανική τρομοκρατία – Ο Δούκας (ημιορεινός οικισμός της Αργολίδας) και η λευκή τρομοκρατία – Συμπέρασμα: Η Φύση της Εμφύλιας Βίας

 

Σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να αμφισβητήσει και να συμβάλλει στην αναθεώρηση μιας κεντρικής και μάλλον κυρίαρχης παραδοχής στη έρευνα του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου: ότι η Αριστερά (το ΕΑΜ και το ΚΚΕ) υπήρξε ο κύριος (ή και μοναδικός) αποδέκτης της βίας.

Η εμφάνιση και κυριαρχία μιας τέτοιας αντίληψης δεν πρέπει να εκπλήσσει. Αφενός η ήττα σε έναν εμφύλιο πόλεμο τείνει να είναι ολοκληρωτική· ως εκ τούτου, οι υποστηρικτές της ηττημένης παράταξης υποφέρουν δυσανάλογα. Πράγματι, οι περισσότερες περιγραφές βιαιοτήτων σε βάρος οπαδών της Αριστεράς συνήθως επικεντρώνονται στο διάστημα αμέσως μετά την Κατοχή (1945-47) – που συχνά περιγράφεται ως η περίοδος της «λευκής τρομοκρατίας» – ή στην τελική φάση του Εμφυλίου πολέμου (1947-49) και τα επακόλουθά του. Αφετέρου οι αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία, άφθονες όσο και ασαφείς, αποτέλεσαν βασικό όπλο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της Δεξιάς. Έτσι, η κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς το 1974 διέγραψε όλες τις αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία.

Πράγματι, η πρόσφατη επιστημονική ιστορική έρευνα τείνει να παραβλέπει,[1] να ελαχιστοποιεί[2]  ή να εξωραΐζει[3] την αριστερή τρομοκρατία[4]. Τάσεις έμμεσης και σιωπηρής ελαχιστοποίησης του φαινομένου, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής ενός ασύμμετρου λεξιλογίου, διακρίνονται ακόμη και σε σοβαρά επιστημονικά έργα. Για παράδειγμα, η Ρίκη Βαν Μπουσχότεν χαρακτηρίζει τη βία του ΕΑΜ «επαναστατική βία» και τη βία της Δεξιάς «τρομοκρατία».[5]

Επιπλέον, οι σπάνιες αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία συνοδεύονται κατά κανόνα από ερμηνείες που σπεύδουν να επισημάνουν τον περιορισμένο, ασήμαντο ή έκτακτο χαρακτήρα της. Εν ολίγοις, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η βία της Αριστεράς υπήρξε μια εκτροπή περιορισμένης έκτασης.[6] Μολονότι αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται σε επιλεκτικά και συνήθως στρεβλά στοιχεία, παραμένει μέχρι σήμερα αδιαμφισβήτητος εξ’ αιτίας κυρίως της απουσίας συστηματικής εμπειρικής έρευνας για την εμφύλια βία. Οι διαθέσιμες πηγές είναι ανεκδοτολογικού χαρακτήρα: είτε τα σαφώς μεροληπτικά απομνημονεύματα αριστερών και δεξιών βετεράνων είτε οι σύγχρονες αφηγήσεις Βρετανών στρατιωτικών συνδέσμων, που και αυτές απαιτούν προσοχή λόγω αντιαριστερής προκατάληψης.[7] Πρόσφατες τοπικές μελέτες μεμονωμένων χωριών επιτρέπουν χρήσιμες παρατηρήσεις, αλλά παραμένουν περιορισμένης αξίας στο βαθμό που δεν μπορούν να γενικευθούν πέραν των χωριών τα οποία αφορούν.[8]

Αντίθετα, η διερεύνηση της αριστερής («κόκκινης») τρομοκρατίας που παρουσιάζεται στο άρθρο αυτό βασίζεται στην πρώτη (και μέχρι σήμερα μοναδική) συστηματική και μεγάλης κλίμακας εμπειρική διερεύνηση της εμφύλιας βίας. Βασισμένη σε εκτεταμένη έρευνα που διεξήχθη αρχικά στην Αργολίδα αλλά και στις γειτονικές περιοχές της Κορινθίας και της Αρκαδίας, η εν εξελίξει αυτή έρευνα στηρίζεται (1) σε περίπου 200 συνεντεύξεις με συμμετέχοντες και απλούς ανθρώπους στις επαρχίες Άργους και Ναυπλίας του νομού Αργολίδας· (2) στο πλούσιο αρχειακό υλικό του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και σε βρετανικά, γερμανικά και αμερικανικά αρχεία· (3) σε δημοσιευμένα και αδημοσίευτα απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες και τοπικές ιστορίες.[9]

Ως εκ τούτου, η εμπειρική βάση του παρόντος κεφαλαίου είναι εκτεταμένη (εφόσον περιλαμβάνει μια περιοχή με πληθυσμό 40.000 κατοίκους σε περίπου 60 χωριά) και ταυτόχρονα αξιόπιστη (εφόσον συνδυάζει προφορικές και γραπτές, πρόσφατες και παλιότερες, δεξιές και αριστερές πηγές και αφηγήσεις ατόμων που συμμετείχαν ενεργά στη σύγκρουση, αλλά και απλών ανθρώπων). Με βάση αυτή την έρευνα, κατάφερα να καταγράψω το σύνολο των βίαιων θανάτων στον άμαχο πληθυσμό σε δύο από τις τρεις επαρχίες της Αργολίδας. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως μολονότι η βία μπορεί να λάβει πολλές μορφές, η δολοφονία είναι μια από τις πλέον ακραίες εκφράσεις της.

Στόχος αυτής της έρευνας δεν είναι η συμβολή σε μια στείρα και πολιτικά στρατευμένη διαμάχη περί συγκριτικής ωμότητας: είναι σαφές πως όλες οι πλευρές κατέφυγαν στην τρομοκρατία. Αντίθετα, η επικέντρωση στην κόκκινη τρομοκρατία κρίνεται απαραίτητη για δύο λόγους: πρώτον, για την αποκατάσταση των γεγονότων και, δεύτερον, επειδή η ολοκληρωμένη διερεύνηση της εμφύλιας βίας προϋποθέτει τη συγκριτική ανάλυση των χρήσεων της τρομοκρατίας από το σύνολο των πολιτικών δρώντων. Ενώ, όμως, οι γνώσεις μας για τη βία της Δεξιάς, ιδιαίτερα στη διάρκεια της Κατοχής, έχουν εμπλουτιστεί από πρόσφατες έρευνες,[10] δεν ισχύει το ίδιο και για τη βία της Αριστεράς.

Στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου αυτού επισημαίνεται πως η κόκκινη τρομοκρατία στην Αργολίδα υπήρξε μια κεντρικά σχεδιασμένη διαδικασία που εξυπηρετούσε την επίτευξη των στρατηγικών στόχων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ· εξετάζεται επίσης ο βαθμός στον οποίο το πόρισμα αυτό ισχύει και για την υπόλοιπη χώρα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ίδρυση και Δράση του Ε.Α.Μ. στο Χέλι (Αραχναίο Αργολίδας)


 

Στο βιβλίο του «Το Χέλι και η συμβολή του στους Αγώνες του Έθνους», Άργος 2002, ο  Παναγιώτης Ι. Μπιμπής (Αραχναίο 1925-Άργος 2009) συμπεριλαμβάνει και τα οδυνηρά γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου που διαδραματίστηκαν στο χωρίο του, στο Χέλι (Αραχναίο Αργολίδας).

Εξιστορεί τα γεγονότα από τη δική του εμπειρία και από διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, σημειώνει χαρακτηριστικά: «Πέρασαν λίγες ημέρες ακόμα στο χωριό και στις 3 Αυγούστου (1943) έφυγα από το χωριό για την Αθήνα, προκειμένου να δώσω εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο. Τα μέχρι τώρα γεγονότα του χωριού τα περιέγραψα από δική μου εμπειρία, γιατί τα έζησα όλα και μάλιστα σε πολλά από αυτό ήμουν και πρωταγωνιστής.

Όλα δε τα υπόλοιπα γεγονότα του χωριού, μέχρι και την απελευθέρωση και τα οποία θα αναφερθούν δεν τα έζησα προσωπικά, αλλά τα περιγράφω από διηγήσεις αυτόπτων μαρτύρων, συμπατριωτών μας και συγγενικών προσώπων των πρωταγωνιστών της περιόδου εκείνης, αφού πρώτα έκανα διασταύρωση όλων των πληροφοριών, που είχα πάρει από διάφορες πηγές, ώστε τα γραφόμενα να είναι όσο το δυνατόν πλέον αξιόπιστα».

 Και η κυρία Μαρία Μπιμπή, Φιλόλογος Προτύπου Βαρβακείου Σχολής, αναφερόμενη στο βιβλίο, γράφει για τα συγκεκριμένα κεφάλαια:

«Η ιστορική του περιήγηση δεν θα μπορούσε, φυσικά, να μη συμπεριλάβει και τα νεότερα, οδυνηρά γεγονότα της κατοχής και του εμφυλίου, στα οποία πλήρωσε ο ίδιος, η οικογένειά του αλλά και όλο το χωριό, βαρύτατο φόρο αίματος. Τον πατέρα του, τέσσερις αδερφούς του, τη γυναίκα του αδερφού του, τον άνδρα της μιας αδερφής του (για να αναφέρουμε μόνο τους στενούς συγγενείς), έχασε το 1944  από τις καταδρομικές επιχειρήσεις των Γερμανών κατακτητών τον Μάϊο και από την κατάπτυστη αδερφοκτόνο μανία των ανταρτών τον Αύγουστο.

Παρ’ όλη την πατριωτική του ανάμειξη στην αντίσταση και το μέγεθος των προσωπικών του απωλειών σε ανθρώπους, η καταγραφή του είναι ψύχραιμη και αντικειμενική.

Οι ογδόντα πέντε Χελιώτες (παιδιά, γυναίκες και γέροι) που συνελήφθησαν από τους αντάρτες από το προαύλιο του Δημοτικού Σχολείου, σύρθηκαν αλυσοδεμένοι όμηροι και σφαγιάσθηκαν κτηνωδώς στην ξερή στέρνα  της Μονής Αγνούντος, προστέθηκαν  στους είκοσι εννέα πατριώτες τους οποίους είχαν εκτελέσει οι Γερμανοί, ανεβάζοντας τον αριθμό των θυμάτων σε δυσανάλογο μέγεθος θυσίας για ένα χωριό δύο χιλιάδων αθώων ψυχών.

Πένθος, ορφάνια, αποκαΐδια και τρόμος απλώθηκαν πάνω από το χωριό. Ανήκουστα γεγονότα, σπουδαία και πολλαπλώς διδακτικά, τα οποία, αν δεν έκριναν την έκβαση της μακροϊστορίας, σφράγισαν, εν τούτοις, ανεξίτηλα τη ζωή και τη μνήμη όλων των κατοίκων ενός ρωμαλέου, σε πλήθος και δυναμικό, αργολικού χωριού».

 

Θεματικές διαιρέσεις του βιβλίου:

 

Οι τελευταίες ημέρες του πολέμου στην Αργολίδα – Η Εικόνα στην Ελληνική Ύπαιθρο – Οι Ιταλοί στο Χέλι – Οι πρώτες εκδηλώσεις Εθνικής Αντίστασης των Ελλήνων – Ίδρυση και Δράση του Ε.Α.Μ. στο Χέλι – Οι Πρώτες Επισκέψεις των Εαμιτών στο Χέλι – Επίσκεψη στο Χέλι κλιμακίου του Ε.Α.Μ. από τη Μηδέα (Γκέρμπεση) – Οι Πρώτοι Πυρήνες του Ε.Α.Μ. στο Χέλι – Η Δράση των Ανταρτών στο Χέλι – Οι Πρώτες αντιδράσεις κατά του Ε.Α.Μ. στο Χέλι – Αποτυχία των Άγγλων Πρακτόρων στο Χέλι και το τέλος του Παπα-Κοκκίνη – Σύλληψη του Γεωργίου Μπιμπή και Μεταφορά του στη Γκούρα – Το Πρώτο Θύμα των Γερμανών στο Χέλι – Σύλληψη Άλλων δύο Χελιωτών από τους Αντάρτες – Επιχειρήσεις των Γερμανών στο Χέλι (Αραχναίο) το Μάιο του 1944 – Προετοιμασία των Γερμανών για τις Επιχειρήσεις – Έναρξη των Επιχειρήσεων. Οι Γερμανοί στον Αμαριανό – Οι Επιχειρήσεις των Γερμανών στην Τούρμιζα και στο Μοναστήρι – Τα Πρώτα Θύματα των Γερμανών από την Οικογένεια Μπιμπή – Συνέχεια της Σφαγής στην Τούρμιζα και στο Μοναστήρι – Επιχειρήσεις στο Χέλι (Αραχναίο) – Συνέχεια του μαρτυρίου των Χελιωτών – Εκτέλεση ακόμα πέντε ατόμων στο Χωριό και στη Γύρω Περιοχή – Περισυλλογή και Ταφή των Νεκρών του Χωριού – Γεγονότα που μεσολάβησαν από τις επιχειρήσεις των Γερμανών μέχρι την επίθεση των Ανταρτών του Ε.Λ.Α.Σ. στο Χέλι – Ενέργειες των χελιωτών μετά την σφαγή από τους Γερμανούς – Οι Χελιώτες σε ανοικτή ρήξη με τους Αντάρτες – Η Επίθεση των ανταρτών του Ε.ΛΑ.Σ. κατά του Χελιού – Σύλληψη των Ομήρων και λεηλασία του Χωριού – Πορεία των Ομήρων προς τον τόπο του Μαρτυρίου – Η Σφαγή των Εξήντα Ομήρων – Γεγονότα που μεσολάβησαν μέχρι την εκταφή των πτωμάτων – Εκταφή των Θυμάτων από το Πηγάδι – Μεταφορά των πτωμάτων στο Χέλι και ταφή Αυτών – Δημοσίευμα της Τοπικής Εφημερίδας της Αργολίδας «ΝΕΟΙ ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ» στις 29-7-1945.

 

Οι τελευταίες ημέρες του πολέμου στην Αργολίδα

 

Μετά την επίθεση των Γερμανών εναντίον της Ελλάδας και τη ραγδαία προέλαση τους, φυσικό ήταν να καταρρεύσει και το Αλβανικό μέτωπο. Ο Ελληνικός Στρατός στο σύνολο του διαλύθηκε και μερικά μόνο υπολείμματα αυτού, μαζί με συμμαχικά τμήματα, υποχωρούν και προσπαθούν συντεταγμένα και μαχόμενα να φθάσουν στα λιμάνια της Νότιας Ελλάδας για να μπουν εκεί στα Καράβια που τους περίμεναν και να φύγουν για την Κρήτη.

Την Κυριακή του Θωμά 27-4-1941 στις πέντε το απόγευμα, φθάνει στην Πλατεία του Αγίου Πέτρου στο Άργος το πρώτο Γερμανικό αυτοκίνητο και μια ώρα αργότερα το Άργος γεμίζει από Γερμανούς. Το Ναύπλιο, το Τολό, οι Μύλοι και άλλες παραλίες του Αργολικού Κόλπου έχουν ορισθεί σαν τόποι επιβίβασης Αγγλικών και Ελληνικών Στρατευμάτων σε πλοία που βρίσκονταν εκεί. Ο Διοικητής του Βρετανικού εκστρατευτικού σώματος στην Ελλάδα φεύγει με υδροπλάνο από τους Μύλους και την ίδια ημέρα 27-4-1941 βρίσκεται στην Κρήτη.

 

Γερμανοί αξιωματικοί το 1941 στο ξενοδοχείο Σαγκανά (σημερινό κτίριο Alpha Bank), πλατεία Αγίου Πέτρου Άργος.

 

Τα Γερμανικά Στούκας κατά σμήνη βομβαρδίζουν αδιάκοπα τα Αγγλικά Καράβια τα οποία βυθίζονται το ένα μετά το άλλο. Από το λιμάνι του Ναυπλίου τη νύχτα 24 προς 25 Απριλίου 1941 επιβιβάστηκαν στα Καράβια 6.685 άνδρες του Βρετανικού Στρατού και την επόμενη νύχτα 25 προς 26 Απριλίου 1941 από το λιμάνι του Τολού επιβιβάστηκαν άλλοι 4.527 Βρετανοί και όλοι κατευθύνθηκαν προς την Κρήτη όπου τελικά έφθασαν. Τα Γερμανικά Στούκας συνεχίζουν τον βομβαρδισμό τους στα λιμάνια του Αργολικού Κόλπου και δυσχεραίνουν την επιβίβαση των Άγγλων στα καράβια τους.

Έτσι 2.200 περίπου Άγγλοι παρέμειναν κοντά στα λιμάνια χωρίς να μπορούν να επιβιβαστούν στα Καράβια και να φύγουν για την Κρήτη. Από αυτούς 400 περίπου μπήκαν σε μια φορτηγίδα και ξεκίνησαν προς άγνωστη κατεύθυνση. Δεν κατάφερε όμως η φορτηγίδα αυτή να απομακρυνθεί από το λιμάνι του Ναυπλίου, γιατί κτυπήθηκε από τα Γερμανικά Στούκας και βυθίστηκε, χωρίς να γίνει γνωστό πόσοι από τους 400 επιβάτες σώθηκαν και ποια η τύχη τους.

Ένας μικρός αριθμός στρατιωτών προσπάθησε με μικρά πλοιάρια να μετακινηθεί προς τα γειτονικά νησιά και λιμάνια του Αργολικού Κόλπου χωρίς αποτέλεσμα, 1300 Άγγλοι στρατιώτες πιάστηκαν αιχμάλωτοι από τους Γερμανούς και οι υπόλοιποι έφυγαν προς το εσωτερικό της Αργολικής Χερσονήσου, διασκορπίστηκαν σε όλη την Αργολίδα και ζήτησαν προστασία από τους Έλληνες στα διάφορα χωριά και κυρίως τα ορεινά. Πολλοί κατέφυγαν προς το Χέλι και για αρκετό διάστημα οι Χελιώτες τους έκρυβαν επάνω προς την Τραπεζώνα και το βαθύ ρέμα, από όπου αρκετοί από αυτούς σε ομάδες ή και ένας ένας έφυγαν προς τη Μέση Ανατολή και άλλοι προσχώρησαν αργότερα στις αντιστασιακές οργανώσεις.

 

Ναύπλιο. Αποχώρηση συμμαχικών δυνάμεων.

 

Στην είσοδο του λιμανιού του Ναυπλίου προσάραξε το Α/Π Ulster Prince, ενώ μέσα στο λιμάνι βυθίστηκε και δεύτερο πλοίο. Πίσω στην Αρβανιτιά βρίσκονταν μισό βυθισμένα άλλα δύο Αγγλικά Καράβια. Ο Αγγλικός Στρατός στη σύγχυση και την άγρια καταδίωξη από τους Γερμανούς εγκαταλείπει τα πάντα από Καράβια ακινητοποιημένα και κατάφορτα από πάσης φύσεως υλικά, αυτοκίνητα φορτωμένα με πολεμικό υλικό και προσπαθεί με κάθε τρόπο να φύγει προς την Κρήτη, όπου αργότερα δόθηκε η τελευταία μάχη με τους Γερμανούς μέσα σε Ελληνικό έδαφος.

 

Ulster Prince (+1941). Βρετανικό επιβατηγό πλοίο. Ναυπηγήθηκε το 1930. Βομβαρδίστηκε και από γερμανικά stukas και βυθίστηκε στο Ναύπλιο το 1941.

 

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση και από τη θέα του εγκαταλειμμένου Στρατιωτικού υλικού στο Ναύπλιο και στη γύρω περιοχή, οι χωρικοί της Αργολίδας και κυρίως οι Χελιώτες σε ομάδες ή και ένας ένας κατέβηκαν στο Ναύπλιο και επιδόθηκαν στη λεηλασία των εγκαταλειμμένων εφοδίων του Αγγλικού Στρατού. Από το Στρατόπεδο του Πολυγώνου φορτώνονται σε μουλάρια παντός είδους τρόφιμα (όσπρια, ζυμαρικά, ζάχαρη, καφές, πάσης φύσεως κονσέρβες, άλευρα κ.λπ.) αλλά και άλλα υλικά χρήσιμα για οικοδομικές εργασίες, όπως ξυλεία από τη διάλυση των Στρατιωτικών Παραπηγμάτων που υπήρχαν εκεί και ακόμα λάστιχα αυτοκινήτων ολόκληρα αλλά και κομμάτια από αυτά τα οποία αργότερα χρησιμοποίησαν για σόλες στα παπούτσια τους.

Όλα δε αυτά τα υλικά τα μετέφεραν στο Χέλι είτε φορτωμένα στα μουλάρια τους είτε και στην πλάτη τους ακόμα, κάνοντας αρκετά δρομολόγια μέρα και νύχτα αφού η λεηλασία αυτή κράτησε 2-3 ημέρες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Οι Φιλέλληνες στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης» |Γιάννης Μ. Σπετσιώτης – Τζένη Δ. Ντεστάκου


 

Νέα έκδοση με τίτλο «Οι Φιλέλληνες στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης» του Γιάννη Σπετσιώτη και της Τζένης Ντεστάκου. Ένα βιβλίο αφιερωμένο, ως ελάχιστος φόρος τιμής,  στους αναφερόμενους στα Πρακτικά της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Ερμιόνης Φιλέλληνες.

 

Το 2024 ανακηρύχθηκε ως «Έτος Λόρδου Βύρωνα και Φιλελληνισμού», καθώς συμπληρώθηκαν διακόσια χρόνια από τον θάνατο του επιφανέστερου Φιλέλληνα με την τεράστια προσφορά στη χώρα μας. Το γεγονός αυτό υπήρξε η αφορμή να τιμηθεί στο πρόσωπό του ολόκληρο το Φιλελληνικό κίνημα και ειδικότερα οι χίλιοι Φιλέλληνες που στήριξαν ποικιλοτρόπως τον Αγώνα των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821.

 

Οι Φιλέλληνες στην Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης

 

Ως γνωστό η Γ’ Εθνοσυνέλευση της Ερμιόνης, σε δεκατρείς από τις είκοσι οκτώ συνεδριάσεις (προκαταρκτικές και τακτικές), απευθύνθηκε ονομαστικά σε Φιλέλληνες και Φιλελληνικές Εταιρείες που οργανώθηκαν σε χώρες της Ευρώπης αλλά και ολόκληρου του κόσμου. Έστειλε έγγραφα, επιστολές και πληρεξούσιοί της συναντήθηκαν με Φιλέλληνες μεταφέροντας τη βαθιά ελπίδα της Εθνοσυνέλευσης για βοήθεια και στήριξη του αγώνα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Α’ Βενετοκρατία στο τερριτόριο Ναυπλίου και τα φέουδα Θερμησίας και Καστρίου (Ερμιόνης) από το 1388-1540 –  Ιωάννης Αγγ. Ησαΐας


 

Από τα μέσα του 14ου αιώνα (1348) είχε ιδρυθεί από τους Καντακουζηνούς[1] το Δεσποτάτο της Πελοποννήσου με πρωτεύουσα τον Μυστρά. Το Δεσποτάτο αναδείχθηκε και σταθεροποιήθηκε από τον Μανουήλ Καντακουζηνό και βελτιώθηκε σημαντικά στο ιστορικό προσκήνιο από την αυτοκρατορική οικογένεια των Παλαιολόγων το 1383, όταν σχεδόν όλη η Πελοπόννησος, με εξαίρεση το Ναύπλιο και τη Θερμησία (Ερμιονίδα), με κέντρο τον Μυστρά είχε γίνει ελληνική (βυζαντινή).

Τους Καντακουζηνούς διαδέχτηκαν στον Μυστρά οι Παλαιολόγοι (1383 – 1460), που κατείχαν τον θρόνο και της Βασιλεύουσας. Ο 15ος αιώνας υπήρξε περίοδος ακμής και επέκτασης του Δεσποτάτου σε ολόκληρη σχεδόν την Πελοπόννησο. Την ίδια περίοδο οι Βενετοί οικειοποιήθηκαν με πλάγιους τρόπους την αργολική χερσόνησο με τις πόλεις και τα λιμάνια της (1383),[2] κυριαρχώντας στον Κορινθιακό και τον Αργολικό.

Μετά τον θάνατο του Βενετού Πατρίκιου – Πέτρου Κορνάρου, συζύγου της Μαρίας ντε Ενγκιέν, κληρονόμου του Άργους και της Ναυπλίας από τον πατέρα της Γκυ ντε Ενγκιέν, ο Δεσπότης (ηγεμόνας) του Μυστρά[3] Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος κατέλαβε το Άργος το 1390.[4] Ταυτόχρονα οι Βενετοί κατείχαν το Ναύπλιο (1389), μετά την παραχώρηση αυτού από την χήρα Μαρία Ντ’ Εγκιέν και όρισαν προβλεπτή[5] ή προνοητή τον Περάτσο Μαλιπιέρο (ευπατρίδη Βενετσάνο). Ο προαναφερόμενος Βενετός προσπάθησε να καταλάβει το γειτονικό Άργος, αλλά αποκρούστηκε από τον Δεσπότη του Μυστρά και Καλαβρύτων Θεόδωρο Α’ Παλαιολόγο.[6]

Στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα ο Θεόδωρος έβαλε σκοπό να πάρει το Ναύπλιο. Ωστόσο τον πρόλαβαν οι Βενετοί και το κατέλαβαν το 1389. Στη συνέχεια εξανάγκασαν τον ίδιο Δεσπότη του Μυστρά να συμφωνήσει στην ανταλλαγή του Άργους και του Θερμησίου με τα Μέγαρα και τον πύργο του Βασιλοποτάμου της Λακωνίας.[7]

Είναι βέβαια αξιοπαρατήρητο ότι οι Βενετοί θέλησαν να κρατήσουν την επαρχία – φέουδο[8] της Θερμησίας, ώστε να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την αλυκή, που βρισκόταν πλησίον της λιμνοθάλασσας.[9] Επιπλέον το μεσαιωνικό οχυρό – κάστρο της Θερμησίας δεν εξασφάλιζε στην αλυκή προστασία, αλλά αποτελούσε, λόγω της γεωστρατηγικής του θέσης, προστατευτικό οχύρωμα στον γειτονικό οικισμό του Θερμησιού και του σπουδαίου λιμανιού της Ερμιόνης.

 

Κάστρο Θερμησίας. Φωτογραφία από τον ιστότοπο, «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας». Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Γενικότερα παρατηρούμε ότι τα διοικητικά όρια του Ναυπλίου δεν παρέμεναν σταθερά και αμετάβλητα κατά την Α’ Βενετοκρατία, αλλά έγιναν αυξομειώσεις λόγω των πολιτικοστρατιωτικών εξελίξεων στην Αργολίδα. Τα πρώτα χρόνια η εδαφική αρμοδιότητα του Ναυπλίου εκτεινόταν σε κάποια περιορισμένη περιοχή της επαρχίας, καθώς κάποια γεωγραφικά τμήματα στα ενδότερα και συγκεκριμένα στη νότια περιοχή της Αργολίδας, που ανήκαν παλαιότερα στη δικαιοδοσία του Ναυπλίου, βρίσκονταν ακόμη στον έλεγχο των Βυζαντινών,[10] όπως ακριβώς ήταν το Κρανίδι με το χρυσόβουλο του Ανδρονίκου Β’ Παλαιολόγου (1288).[11] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Φούρνοι Αργολίδας | Σταυρούλα Γλαστρή – Αγγελική Γεωργίου


 

Οι Φούρνοι είναι πεδινό χωριό του νομού Αργολίδας. Το χωριό βρίσκεται βόρεια του Κρανιδίου, έχει παραδοσιακό νησιώτικο χρώμα με στενά καλντερίμια, κήπους γεμάτους λουλούδια και πολύχρωμα σπίτια, των οποίων η αρχιτεκτονική και το ύφος τους θυμίζει τα παραθαλάσσια χωριά της Ερμιονίδας και τα νησιά του Αργοσαρωνικού. Οι Φούρνοι υπάγονται στην κοινότητα Φούρνων της δημοτικής ενότητας Κρανιδίου του Δήμου Ερμιονίδας. Το 2021 καταγράφτηκαν 301 μόνιμοι κάτοικοι στο χωριό.

 

Φούρνοι Αργολίδας.

 

Λείψανα όλων των ιστορικών εποχών υπάρχουν εντός του χωριού, στην κορυφή του λόφου και στους δύο προϊστορικούς οικισμούς που βρίσκονται κοντά στο χωριό. Αξίζει κάποιος να επισκεφτεί ανατολικά των Φούρνων, τα Παπούλια που βρίσκονται δίπλα στο χωριό, μια πευκόφυτη περιοχή με τρεχούμενη πηγή και νερό πόσιμο. Επιπλέον, το φαράγγι Καταφύκι έχει χαρακτηριστεί σαν ιδιαίτερου φυσικού κάλλους. Το φαράγγι που διασχίζεται από χείμαρρο, με κάθετα τοιχώματα ύψους 200 μ., είναι κατάφυτο από πεύκα, πλατάνια, δάφνες κ.α και είναι ιδανικό για πεζοπορία. Αξίζει να επισκεφθεί κανείς το εκκλησάκι του Αγ.Νικολάου στην έξοδο του φαραγγιού στον Κάμπο της Ερμιόνης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μυκηναϊκή Ακρόπολη Τίρυνθας  – Άλκηστις Παπαδημητρίου


 

Σύντομη περιγραφή

 

Η Τίρυνθα κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεολιθική εποχή (7η-4η χιλιετία π.Χ.), όπως μαρτυρούν τα λιγοστά κεραμικά ευρήματα που προήλθαν από τα βαθύτερα αρχαιολογικά στρώματα, και παρέμεινε αδιάλειπτα σε χρήση μέχρι την εποχή που ιδρύθηκε η επιβλητική της οχύρωση.

Τα αρχαιότερα αρχιτεκτονικά λείψανα χρονολογούνται στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.). Μεγάλα συγκροτήματα οικιών προσαρμόζονται πάνω στις πλαγιές του λόφου και οργανώνονται γύρω από ένα τεράστιο κυκλικό οικοδόμημα (διαμέτρου 27-28 μ.) στην κορυφή του νότιου εξάρματός του, την Άνω Ακρόπολη. Παρά τις διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη χρήση του (οχυρωμένο ανάκτορο, μνημειώδες ταφικό κτίσμα ή ιερό), το κυκλικό οικοδόμημα είναι δυνατόν να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της οργάνωσης του πρώτου αστικού συστήματος ως ένας χώρος που λειτουργούσε ως διοικητικό κέντρο και είχε προσαρμοσθεί μορφολογικά στο συγκεκριμένο γεωλογικό υπόβαθρο.

Κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού (1900-1600 π.Χ.) πραγματοποιούνται επιχωματώσεις και κατασκευές ανδήρων στην Άνω Ακρόπολη με στόχο τη διαμόρφωση επίπεδων επιφανειών για την ανέγερση των κτιρίων. Παρά τις δυσκολίες στη διερεύνηση των λειψάνων αυτής της εποχής λόγω της μεταγενέστερης οικοδομικής δραστηριότητας, η κατοίκηση του χώρου θεωρείται βέβαια.

Η μεγάλη ακμή ωστόσο της Τίρυνθας συνδέεται με την Μυκηναϊκή εποχή (1600-1050 π .Χ.). Η οχύρωση και τα οικοδομικά συγκροτήματα της Ακρόπολης, που χωρίζεται σε τρία τμήματα: την Άνω, τη Μέση και την Κάτω Ακρόπολη, διαμορφώθηκαν στην διάρκεια των ανακτορικών χρόνων (14ος και 13ος αιώνας π.Χ.). Τα «κυκλώπεια» τείχη κατασκευάστηκαν σε τρεις οικοδομικές φάσεις που χρονολογούνται στις αρχές και τα τέλη του 14ου αιώνα και στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. και αποτελούν μία σταδιακή επέκταση της οχύρωσης από το νότιο και υψηλότερο προς το βόρειο και χαμηλότερο τμήμα του λόφου.

Η κύρια είσοδος της Ακρόπολης βρισκόταν στην ανατολική πλευρά και οδηγούσε μέσω μιας μεγάλης ράμπας, μήκους 47 μ., προς την Άνω Ακρόπολη. Η μεγάλη Πύλη που έχει πανομοιότυπη κατασκευή με την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες σηματοδοτούσε το σημείο έναρξης μιας εντυπωσιακής πορείας προς το Ανάκτορο. Περνώντας κανείς από διαδρόμους που διακόπτονταν από εσωτερικές Αυλές και δύο Πρόπυλα, το μεγάλο και το μικρό, κατέληγε στην κεντρική Αυλή. Η περίστυλη αυτή Αυλή με το Βωμό στη νότια πλευρά της αποτελούσε μία ενότητα με το μεγάλο Μέγαρο. Σ’ αυτούς τους χώρους κορυφώνεται και προσωποποιείται το μεγαλείο της μυκηναϊκής ανακτορικής ιδεολογίας.

 

Μυκηναϊκή Ακρόπολη Τίρυνθας. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Παράρτημα Αθηνών.

 

Εδώ ο ανώτατος άρχων, ο wanaka των πινακίδων της Γραμμικής Β’ Γραφής, δεξιώνεται τους επίσημους ξένους και τους υπηκόους του αλλά και πραγματοποιεί τις σημαντικότερες λατρευτικές τελετουργίες συγκεντρώνοντας στο πρόσωπο του όλες τις εξουσίες. Το ανακτορικό συγκρότημα πλαισιώνουν η ανατολική και δυτική Πτέρυγα με κορυφαία δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής το λεγόμενο μικρό Μέγαρο και το Λουτρό αντίστοιχα. Οι περίτεχνες νωπογραφίες που κοσμούσαν τα δάπεδα και τους τοίχους όχι μόνο του μεγάλου Μεγάρου αλλά και άλλων κτηρίων του ανακτορικού συγκροτήματος μεταφέρουν τον απόηχο του μεγαλείου της Μυκηναϊκής εποχής. Κύρια όμως μορφή έκφρασης της ισχύος του ανακτορικού συστήματος αποτελούν τα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα. Εκτός από την εντυπωσιακή οχύρωση συγκαταλέγονται σ’ αυτά και οι λεγόμενες Γαλαρίες. Χτισμένες στο ανατολικό και νότιο σκέλος του τείχους της Άνω Ακρόπολης αποτελούνται από έναν μακρύ διάδρομο, στον οποίο εφάπτεται σειρά δωματίων, που χρησίμευαν πιθανώς ως αποθηκευτικοί χώροι. Η ανατολική και νότια Γαλαρία έχουν οικοδομηθεί κατά το εκφορικό σύστημα και απολήγουν σε οξυκόρυφα τόξα.

 

REISINGER, Ernst. «Griechenland Schilderungen deutscher Reisender In zweiter, veränderter Auflage herausgegeben. Mit 90 Bildtafeln, davon 62 nach Aufnahmen der Preussischen Messbildanstalt», Leipzig, Insel-Verlag, 1923.

Η ανατολική θολωτή γαλαρία στην ακρόπολη της Τίρυνθας, από τα νότια, το 1923. Η φωτογραφία απεικονίζει ίσως το πιο διάσημο και χαρακτηριστικό σημείο της ακρόπολης, μια από τις θολωτές «Γαλαρίες», οι οποίες χτίστηκαν στα νότια και στα ανατολικά της Άνω ακρόπολης. Πρόκειται για μακρόστενους διαδρόμους με τοξωτή οξυκόρυφη στέγη, που οδηγούν σε τετράγωνα δωμάτια του τείχους.

 

Στα βόρεια της Άνω Ακρόπολης και σε χαμηλότερο επίπεδο βρίσκεται η Μέση Ακρόπολη, ένας χώρος που φιλοξένησε μεταξύ άλλων και ένα μέρος των ανακτορικών εργαστηρίων. Σ’ αυτήν οδηγεί μία κλίμακα που προστατεύεται από έναν καμπύλο Προμαχώνα και έναν Πύργο, κορυφαίο δείγμα του αμυντικού χαρακτήρα της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής των Μυκηναίων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833 – Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής – Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά


 

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε Διοικητικό κέντρο, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο.[1] Στοιχεία προσδιοριστικά της οικιστικής του φυσιογνωμίας μας προσφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες που το επισκέφθηκαν και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής.

Οι περιγραφές που ακολουθούν περιορίζονται στο Ναύπλιο, χωρίς αναφορά ή σύγκριση με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι όποιες βρίσκονταν στην ίδια η σε χειρότερη κατάσταση, και το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Το 1823, ο συνοδοιπόρος του λόρδου Byron, M. Schilizzi, περιγράφει το Ναύπλιο[2] σαν «μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη[3] και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα».

 

Η περιοχή της Χουρμαδιάς του Ναυπλίου και το Μπούρτζι, 1841. Ακουαρέλα σε χαρτί, έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντάει «παντού τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[4] Το 1827 ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί αρρύθμους».[5]

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Το 1833 τέλος, όταν φθάνει ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία, παρά τα μέτρα που εφάρμοσε ο Καποδίστριας, η κατάσταση του Ναυπλίου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, όπως φαίνεται από την περιγραφή που δίνει ο Maurer: «λιθόστρωμα η πόλις δεν είχε. Δρομάκια στενά, απ’ όπου αμάξι δεν χωρούσε να περάσει. Η  κεντρική πλατεία, η πλατεία των Πλατανιών, γεμάτη πέτρες και χώματα από τα γκρεμισμένα σπίτια»… «Η τάφρος γύρω από τα τείχη είχε μεταβληθεί σ’ ένα έλος με απαίσιες αναθυμιάσεις, κι ωστόσο κατοικούσαν εκεί μέσα άνθρωποι μαζί με γουρούνια»[6].

Διαφορετική είναι η περιγραφή του Άγγλου κληρικού Waddinghton, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1823-24.[7] Αυτός αποφεύγοντας τις επιμέρους περιγραφές, επισημαίνει τα πλεονεκτήματα εκείνα που θα επέτρεπαν την οικιστική βελτίωση της πόλεως. Κατά τη γνώμη του, το Ναύπλιο ήταν α) η πιο καλοχτισμένη πόλη της Ελλάδας, δεδομένου ότι κατοικήθηκε αποκλειστικά από Τούρκους και β) είχε υποστεί τις λιγότερες καταστροφές από τον πόλεμο, διατηρώντας το μεγαλύτερο τμήμα της σε καλή κατάσταση. Βέβαια τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά και σε σχέση με την κατάσταση των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων, προς τις όποιες συγκρινόμενο το Ναύπλιο, είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Νησιώτικα καταφύγια στον Αργολικό Κόλπο κατά τους Πρωτοβυζαντινούς αιώνες – Άδωνις Κύρου


 

Όταν ο Sinclair Hood, πριν από 30 χρόνια, κατέγραφε τις παρατηρήσεις του για τα νησιωτικά καταφύγια στον κόλπο του Γαλαξειδίου,[1] ασφαλώς δεν μπορούσε να υποθέσει, ότι η φυγή των πληθυσμών του νοτίου Ελλαδικού χώρου ενώπιον των αλλεπάλληλων βαρβαρικών επιδρομών, κατά τους λεγόμενους Σκοτεινούς Αιώνες της Πρωτοβυζαντινής περιόδου (5ος – 7ος μ.Χ. αιώνες), είχε μεταβάλει τις περισσότερες παράκτιες νησίδες της Στερεάς Ελλάδος και της Πελοποννήσου σε «σανίδες σωτηρίας» για τους πανικόβλητους εκείνους ανθρώπους.

Σήμερα, η έστω και επιπόλαια έρευνα στις νησίδες αυτές έχει αποκαλύψει άγνωστες πτυχές και συνεχώς περισσότερο διαφωτίζει μία σκοτεινή πλευρά στην ιστορική συνέχεια του μεσαιωνικού Ελληνισμού.

Στην εργασία αυτή θα συγκεντρώσουμε την προσοχή μας στον Αργολικό Κόλπο, όπου σειρά νήσων και νησίδων, κατά μήκος των νοτιοανατολικών ακτών της Αργολίδας, μας προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την επισκοπούμενη περίοδο των πρωτοβυζαντινών Σκοτεινών Αιώνων.[2]

 

Αργολικός κόλπος. Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη,1886.

 

Η συγκρότηση νησιωτικών καταφυγίων στον Αργολικό Κόλπο, μεταξύ του τέλους του 4ου  και του δευτέρου ημίσεος του 7ου μ.Χ. αιώνα, συνδέεται με τις βαρβαρικές επιδρομές που, κατά το χρονικό αυτό διάστημα, είτε από την ξηρά, είτε και από τη θάλασσα, αναστάτωσαν τον Ελληνικό χώρο. Με βάση, λοιπόν, τα ιστορικά δεδομένα και τα μέχρι τώρα αρχαιολογικά συμπεράσματα, διακρίνονται τέσσερις επί μέρους περίοδοι, που αντιστοιχούν σε ισάριθμες οικήσεις παράκτιων νησίδων του Αργολικού, που γειτόνευαν με κατοικημένες ή ευλίμενες περιοχές:

(α) Η πρώτη περίοδος συνδέεται με τη μεγάλη επιδρομή των Βησιγότθων του Αλαρίχου, που κατά το 396 μ.Χ. σαρώνουν και τον Πελοποννησιακό χώρο, όπου, μεταξύ άλλων πόλεων, καταλαμβάνουν και καταστρέφουν το Άργος.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το ρωμαϊκό ωδείο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου


 

Στο νότιο τμήμα του Ασκληπιείου της Επιδαύρου βρίσκεται το συγκρότημα του Τελετουργικού Εστιατορίου («Γυμνασίου») που απαρτίζεται από το κυρίως κτήριο του Τελετουργικού Εστιατορίου, το μνημειώδες Πρόπυλό του – που στους ρωμαϊκούς χρόνους μετατράπηκε σε ναό της Υγείας – και το ρωμαϊκό ωδείο. Θεωρείται πολύ πιθανό πως στο Εστιατόριο πραγματοποιούνταν τελετουργικά γεύματα κατά τις εορτές του Ασκληπιού, στα οποία, σύμφωνα με τις λατρευτικές δοξασίες, συμμετείχε ο θεός για να δώσει δύναμη και υγεία στους πιστούς.

 

Το συγκρότημα του Τελετουργικού Εστιατορίου από νότια. Φωτογραφία: Διάζωμα.

 

Το ρωμαϊκό ωδείο σε σχέση με το τελετουργικό εστιατόριο. Φωτογραφία: Διάζωμα.

 

Το Τελετουργικό Εστιατόριο (τέλη 4ου ή αρχές 3ου π.Χ. αιώνα) αποτελείτο από μια εσωτερική περίστυλη αυλή με δωρική κιονοστοιχία, γύρω από την οποία ήταν διατεταγμένες αίθουσες διαφόρων μεγεθών. Στα τέλη του 2ου ή στις αρχές του 3ου μ.Χ. αιώνα, κατασκευάστηκε ένα ωδείο εντός της περίστυλης αυλής. Λόγοι οικονομίας (υλικού και εργασίας) οδήγησαν στην επιλογή αυτής της θέσης: το ωδείο ενσωμάτωσε στην τοιχοποιία του ολόκληρη τη βόρεια, τη δυτική και τμήματα της ανατολικής κιονοστοιχίας της αυλής, καθώς και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη του αρχικού κτιρίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης – Περί Δημοτικών Τραγουδιών | Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης

Κυκλοφόρησε το τρίτο βιβλίο της σειράς «Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης». Περιέχει τα δημοτικά τραγούδια του τόπου μας κατά κατηγορία, ακολουθώντας την γνωστή κατάταξη των δημοτικών τραγουδιών. Είναι μια καταγραφή χρόνων που ξεκίνησε από τη δεκαετία του 1960 και αποτελεί μνημόσυνο στις ψυχές όλων εκείνων των συμπολιτών που με καλοδέχτηκαν και βοήθησαν την προσπάθειά μου. Σήμερα έχουν όλοι φύγει από τη ζωή. Πάντα θα τους ευγνωμονώ και θα ανάβω ψυχοκέρι στη μνήμη τους.

Το βιβλίο περιλαμβάνει μουσικό παράρτημα αντιπροσωπευτικών τραγουδιών της Ερμιόνης με βυζαντινή και ευρωπαϊκή σημειογραφία. Θεωρώ πως μπορεί να αποτελέσει σημαντικό βοήθημα για τους εκπαιδευτικούς και τους μαθητές των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης της Ερμιόνης. Αποτυπώνει τον πρώτο μεγάλο σταθμό της νεοελληνικής λογοτεχνίας εικονίζοντας συνάμα και την τοπική μας ιστορία και παράδοση. Στη συνέχεια δημοσιεύω ένα μικρό μέρος από την εισαγωγή του βιβλίου, γράφει ο συγγραφέας του βιβλίου  Γιάννης Μ. Σπετσιώτης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »