Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Αρχιτεκτονική’

Εκκλησίες του Ναυπλίου


 

Οι ιστορικοί ναοί και η «Αγία Μονή»  νησίδες Ελληνικότητας και Ορθοδοξίας.

 Του Γεωργίου Αθ. Χώρα

Δρος Θεολογίας τ. Διευθυντού Υπ. Παιδείας

Από την εποχή της ακμής της δυναστείας των Κομνηνών (12ος αι.), έχομε στο Ναύπλιον και την ευρύτερή του περιοχή σπουδαία δείγματα εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής της λεγόμενης Αργειακής Σχολής της βυζαντινής τέχνης, όπως οι σταυροειδείς μετά τρούλλου εκκλησίες του Χώκκα, του Μέρμπακα, το καθολικό της «Αγίας Μονής» Αρείας, Ναυπλίου, ο κομψός μικρός ναός του Σωτήρος στο Πλατανήτι. Ανάλογες με τις ρωμαιοκαθολικές ή οθωμανικές κυριαρχίες της περιοχής είναι οι τύχες των εκκλησιών του Ναυπλίου, που έγιναν άλλοτε τόποι λατρείας του καθολικού δόγματος, άλλοτε τζαμιά και αποθήκες.

Η παλαιότερη από τις σωζόμενες σήμερα εκκλησίες του Ναυπλίου είναι της Αγίας Σοφίας στον Ψαρομαχαλά του Ναυπλίου. Η εκκλησία αυτή ήταν η μόνη, που επετράπη το 1780, μετά από παρέμβαση του δραγουμάνου του Στόλου Ν. Μαυρογένους, να λειτουργεί υπέρ των 300 περίπου Ελλήνων Ορθοδόξων της πόλεως.  Τότε την πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν οι Οθωμανοί, οι άλλες εκκλησίες ήσαν, όπως είπαμε υπό κατάληψη και ο εκκλησιασμός των Ορθοδόξων γίνονταν μόνον εκτός των τειχών, στην εκκλησία των Αγίων Πάντων και στην Ευαγγελίστρια της Πρόνοιας. Την εκκλησία της Αγ. Σοφίας ανακαίνισε το 1825 ο τότε φρούραρχος Ναυπλίου, ο στρατηγός Νάσος Φωτομάρας. Οι υπόλοιπες σωζόμενες παραδοσιακές εκκλησίες του Ναυπλίου είναι: της Παναγίας, της Παναγίτσας, του Αγίου Νικολάου, του Αγίου Σπυρίδωνος και έξω των τειχών: Αγ. Τριάδος, Αγ. Πάντων κ.ά.

Οι εκκλησίες αυτές με την απελευθέρωση ευρέθηκαν σε πολύ κακή κατάσταση, όπως ερειπωμένες ήσαν οι περισσότερες κατοικίες των Ναυπλιωτών. Την δεύτερη δεκαετία του ελεύθερου βίου στο Ναύπλιο έγιναν σύντονες προσπάθειες στήριξης, ανακαίνισης, καλλωπισμού των ναών της πόλεως και η σημερινή τους μορφή και, κατά μεγάλο μέρος, οι αγιογραφίες τους οφείλονται στην εποχή αυτή, όπως την έλεγαν της αναγεννημένης Ελλάδος», της  «Παλιγγενεσίας».

Αναγεννησιακής τέχνης είναι επίσης οι τοιχογραφίες των εκκλησιών του Ναυπλίου έργα των ζωγράφων: Βυζαντίου, Πολίτη και Γεωργαντά της σχολής του Μονάχου.

 

Ο Άγιος Νικόλαος

 

Το σημερινό τρίτο κατά σειρά κτίσμα του Αγίου Νικολάου είναι τετράπλευρη παραλληλόγραμμη βασιλική με στέγη επίπεδη κεραμοσκέπαστη, ζωγραφισμένη με καλές αγιογραφίες και με τέμπλο ξυλόγλυπτο, ανάλαφρο, που τονίζει την σε ύψος ανάταση.

Από την εσωτερική διακόσμηση του φωτεινού αυτού ναού διακρίνονται για την καλλιτεχνική τους αξία ο δεσποτικός θρόνος, ο κεντρικός – ρωσικής τέχνης – πολυέλαιος και οι μεγάλες δεσποτικές εικόνες του τέμπλου των ετών 1848-1849 έργα του γνωστού ταλαντούχου αγιογράφου των χρόνων της Εθνικής Παλιγγενεσίας Ιωάννου Δημάδη.

  

Η εκκλησία της Παναγίας


 Η εκκλησία της Παναγίας έχει μία αξιόλογη ιστορία, που όμως δεν χωράει στα περιορισμένα όρια του παρόντος δημοσιεύματος. Είναι ρυθμού βασιλικής, χωρίζεται με έξι πανύψηλες κολόνες σε τρία κλίτη, αφιερωμένη στο Γενέσιον της Θεοτόκου, τον Άγιο Δημήτριο και τον νεομάρτυρα Άγιο Αναστάσιο του Ναυπλίου (+1656).

Το σημερινό υψηλό επιβλητικό του τέμπλο είναι έξοχο δείγμα επτανησιακής τέχνης, τύπου ροκοκό, με εμφανή επίδραση δυτικού τύπου. Της ίδιας εποχής είναι προφανώς και ο Άμβωνας και ο αρχιερατικός θρόνος, που αποτελούν με το Τέμπλο καλλιτεχνική οντότητα και με τη συμμετρία των άλλων επίπλων, με τα κανονικά ανοίγματα των παραθύρων, τις μελετημένες διαστάσεις των χώρων τονίζεται η εσωτερικότητα και η κατάνυξη, που επιβάλλει  η αρχοντική  αυτή εκκλησία.

Εδώ γιορτάζεται η μνήμη του νεομάρτυρα Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1ης Φεβρουαρίου) με καθολική στο Ναύπλιο αργία, ενώ πρόσφατα τελέστηκαν τα εγκαίνια του νέου ναού, που κτίστηκε την τελευταία διετία με πρωτοβουλία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ. Ιακώβου προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου στη νέα πόλη του Ναυπλίου που αποτελεί εκπλήρωση οφειλομένου χρέους των Ναυπλιωτών προς τον Τοπικό του Άγιο.

 

Ο Άγιος Γεώργιος


 

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Ο ιστορικός ναός του Αγίου Γεωργίου.

Είναι ο ιστορικότερος ναός του Ναυπλίου, αφού συνεμμερίσθη την τύχη της χιλιόχρονης πόλης και είδε να περνούν εδώ οι επισημότερες στιγμές της Ναυπλιακής ιστορίας. Κτίσμα των Βενετών από τον ΙΣΤ΄ αιώνα έγινε τζαμί επί Τουρκοκρατίας, μετά χριστιανικός ναός και μετά πάλι τζαμί, έως την απελευθέρωση της πόλης. Στο ναό αυτό έγινε η επίσημη υποδοχή του Morosini, που με την κατάληψη του Ναυπλίου (1686) ονομάσθη «Πελοποννησιακός». Εδώ έγινε η κηδεία των Παλαιών Πατρών Γερμανού (1824), Δημ. Υψηλάντη (1832) που ετάφη στον πρόναο, εδώ η κηδεία του Καποδίστρια (1831), εδώ ακουστήκανε οι ωραιότεροι λόγοι των διδασκάλων του Γένους, που έζησαν και αυτοί στο Ναύπλιο, τα πρώτα χρόνια της Παλιγγενεσίας. Ο καθεδρικός αυτός ναός κοσμείται με ωραίες αγιογραφίες του Δημ. Γεωργαντά και του Δ. Κ. Βυζαντίου, που είναι και συγγραφέας της πάντοτε επίκαιρης ηθογραφίας με τίτλο «Βαβυλωνία», με μεγάλο αντίγραφο του Μυστικού Δείπνου του Λεονάρντο ντα Βίντσι, με θρόνο του βασιλιά  Όθωνα, με πολλές παλιές φορητές εικόνες.

 

Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος


 

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Άποψη του Αγίου Σπυρίδωνος

Χτίστηκε το 1702 επί Βενετοκρατίας με έξοδα των ορθοδόξων κατοίκων Ναυπλίου, όπως ομολογείται στη σωζόμενη κτιτορική επιγραφή. Η εκκλησία είναι γνωστή από τη δολοφονία, στην είσοδό της, του πρώτου κυβερνήτη της νεότερης Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, την 27η Σεπτεμβρίου 1831. Στο προαύλιο της εκεί μικρής πλατείας, βλέπομε την προτομή του Ναυπλιώτη ακαδημαϊκού Άγγελου Τερζάκη. Παλιές εκκλησίες είναι εκείνες του προαστείου του Ναυπλίου «Πρόνοια», δηλαδή των Αγίων Πάντων, που ήταν νεκροταφειακός ναός και εκεί έχουν ενταφιασθεί πολλές προσωπικότητες της Παλιγγενεσίας και η Ευαγγελίστρια που αποτελεί το μεγάλο παναργολικό προσκύνημα, ιδιαίτερα τη μεγάλη ημέρα της 25ης Μαρτίου. Υπάρχει ακόμη η εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου με ενθύμια των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Κτίσμα των χρόνων της Παλιγγενεσίας είναι και η βασιλική της Αγίας Τριάδος στην Πρόνοια, που άρχισε να κτίζεται επί Καποδίστρια, εκεί όπου παλαιότερα υπήρχε μικρότερη εκκλησία της Αγίας Τριάδος. Οι αγιογραφίες της είναι του ζωγράφου Αδαμαντίου Πολίτη.

Υπάρχει ακόμα το αρχαιότερο βενετικό κτίσμα στο Ναύπλιο, ο ναός της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αρχικά μονή καθολική και μετά τζαμί, η καθολική εκκλησία που παρεχωρήθη στους καθολικούς υπό του βασιλέως Όθωνος (1839) και στεγάζει τα ενθυμήματα του παρελθόντος, τάφοι παλαιών Ναυπλιωτών και την περίφημη αψίδα του Γάλλου αξιωματικού Touret, όπου διαβάζουμε τα ονόματα των Φιλελλήνων, που έπεσαν βοηθώντας τον απελευθερωτικό αγώνα. Εδώ φυλάσσεται και αξιόλογο αντίγραφο της «Sacra Famillia» του Ραφαήλ, δώρο του Φιλίππου της Γαλλίας προς τους καθολικούς του Ναυπλίου.

 

Η Αγία Μονή Ναυπλίου


Η Μόνη Αρείας

Η Μόνη Αρείας

Το «Ιερόν Παλλάδιον» του Ναυπλίου είναι η  Μονή Αρείας, ευρύτερα εδώ γνωστή μόνο με την ονομασία «Αγία Μονή». Χτίστηκε από τον επίσκοπο Άργους και Ναυπλίου Λέοντα Ατζά, το 1143 και είναι σπουδαίο καλοδιατηρημένο δείγμα βυζαντινού ναού, τόπος συνεχούς προσκυνήματος και αντικείμενο ζωηρών περιγραφών εκ μέρους των κατά καιρούς περιηγητών της Αργοναυπλίας, είναι σε οπτική επαφή με το Ναύπλιον, στις ανατολικές υπώρειες του φρουρίου «Παλαμήδι».

Η Μονή επί Φραγκοκρατίας (1212-1389) έλαβε ειδικά προνόμια από το Λατίνο επίσκοπο Άργους Σεκούνδο Νάνι, παρέμεινε σε χέρια Ελλήνων Ορθοδόξων μοναχών και επί Ενετοκρατίας (1835-1540), κατά δε την επόμενη Τουρκοκρατία παρεχωρήθη με πράξη του νοταρίου (συμβολαιογράφου) Ναυπλίου (1679) στο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, ως μετόχιο του Πανάγιου Τάφου.

Παρέμεινε πνευματικό κέντρο της περιοχής και προσφιλής τόπος διαμονής λογίων ανδρών – αντιγραφέων χειρογράφων. Κλείνοντας εδώ τη σύντομη αυτή επίσκεψη στις εκκλησίες του Ναυπλίου, επισημαίνουμε τη μεγάλη ηθική αξία και σημασία που είχαν για το ντόπιο πληθυσμό οι νησίδες αυτές της ελληνικότητας και της ορθοδοξίας και της συνεπακόλουθης ψυχικής ανάτασης, μέσα στις αντιξοότητες της πολυκύμαντης Ναυπλιακής ιστορίας.  

  

Πηγή

  

  • Περιοδικό Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Αφιέρωμα στο Ναύπλιο», Κυριακή 12 Νοεμβρίου 1995.

Read Full Post »

Πολύκλειτος ο νεότερος

 

 

 

Ιππόλυτος - Είσοδος του χορού. Επίδαυρος 1954. Αρχείο Θεατρικού Μουσείου.

Ιππόλυτος - Είσοδος του χορού. Επίδαυρος 1954. Αρχείο Θεατρικού Μουσείου.

Αργείος  αρχιτέκτονας και γλύπτης. Ήταν ο αρχιτέκτονας του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου, χωρητικότητας 14.000 θεατών, μοναδικό για την ακουστική του τελειότητα, το κάλος και την αρμονία που το καθίστα το επισημότατο των θεάτρων του αρχαίου κόσμου. Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881-83. Στις αρχές του 5ου αιώνα χτίστηκε το πέτρινο θέατρο την Αθήνα. Από τότε λίγα χρόνια πέρασαν μέχρι που η Ελληνική μεγαλοφυΐα κατασκεύασε το τελειότερο ανάμεσα σ΄ αυτά τα οικοδομήματα. Ο Πολύκλειτος δηλαδή κατασκεύασε  στο ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο, αξιοθέατο θέατρο, που ήταν βέβαια μικρότερο στο μέγεθος από αυτό της Μεγαλόπολης, στην ομορφιά όμως και στην αρμονία το πιο σημαντικό θέατρο του αρχαίου κόσμου. Ο ίδιος ο Πολύκλειτος κατασκεύασε στο ίδιο ιερό,  κοντά στο ναό του Ασκληπιού τον ονομαζόμενο Θόλο ένα στρογγυλόσχημο οίκημα από λευκή πέτρα, στο οποίο ο Παυσίας ζωγράφισε τον Έρωτα ν΄ αφήνει κάτω το τόξο και τα βέλη και αντί γι΄ αυτά να παίρνει τη  λύρα. Εδώ ήταν ζωγραφισμένη και η Μέθη να πίνει από γυάλινο ποτήρι. Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής.

 

Μέσα στον περίβολο υπήρχαν και στήλες, πριν από τον Παυσανία περισσότερες, αλλά στα χρόνια του είχαν μείνει έξι, πάνω στις οποίες ήταν γραμμένα τα ονόματα ανδρών και γυναικών που τους θεράπευσε ο Ασκληπιός, κι ακόμα και η αρρώστια από την οποία έπασχε ο καθένας και ο τρόπος της θεραπείας. Το μνημείο αυτό ανακαλύφθηκε στις ανασκαφές που έγιναν· είναι κυκλικό οικοδόμημα που περιβάλλεται από δύο γραμμές κιόνων, από τις οποίες η εξωτερική είναι Δωρικού ρυθμού, ενώ η εσωτερική Κορινθιακού, που έχει περίεργο και πρωτοφανές κιονόκρανο. Το μεγαλύτερό του μέρος είναι μαρμάρινο και οι αρχιτεκτονικές του μορφές είναι υψηλής αισθητικής αξίας, εφάμιλλες μ΄ αυτές  του Ερεχθείου.

 

Από το ακόλουθο επίγραμμα του Πολιανού που αναφέρεται στην εικόνα της Πολυξένης, φαίνεται καθαρά, ότι ο Πολύκλειτος ήταν και ζωγράφος ( Ελλ. Ανθολ. 3,267). Άλλο μάλιστα επίγραμμα του Τullius Geminus (Anall. 2p. 279.n. e. Ελλ. Ανθολογίαν)  πραγματεύεται την ιστορία του Σαλμονέα ο οποίος ακόμα βρίσκεται στον Άδη και (μαστιγώνεται) ταλαιπωρείται από τον κεραυνό του Δία.  Άλλοι όμως ισχυρίζονται πως τις δυο τούτες εικόνες δεν τις κατασκεύασε ο Πολύκλειτος, αλλά ο Πολύγνωτoς. Άδε Πολυκλείτειο…όλος πόλεμος.

 

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008. 
  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900.

 

 

 

Read Full Post »

Αγελάδας

 

 

Ονομαστός Αργείος γλύπτης. Εργάστηκε εξήντα περίπου χρόνια και άκμασε το 520- 480 π.Χ.. Εργαζόταν αποκλειστικά το χαλκό, και στη σχολή του έρχονταν όλοι οι περίφημοι γλύπτες από μακρινές χώρες για να τελειοποιηθούν.  Ο Αγελάδας είναι ο δάσκαλος των φημισμένων γλυπτών της αρχαιότητας Μύρωνα, Πολυκλείτου και Φειδία, για τον οποίο αναφέρεται και το επίγραμμα:

 

«Φειδίας ο περίθρυλος ο Αττικός ο πλάστης

ο γεγονώς και μαθητής Γελάδου του Αργείου».

 

 

Έργα του Αγελάδα

 

 

  • Κατασκεύασε άγαλμα του Ανόχου του Ταραντίνου, γιου του Αδαμάτα, ο οποίος νίκησε στο στάδιο και στο δίαυλο στην 65η Ολυμπιάδα.
  • Άγαλμα του Κλεοσθένη ο οποίος νίκησε στην 66η ολυμπιάδα με το άρμα του και τον ηνίοχο. Πάνω του είχαν γραφεί και τα ονόματα των αλόγων, Φοίνιξ και Κόραξ  και από τις δυο μεριές κοντά στο ζυγό, Κνακίας στα δεξιά και Στάμος στ΄ αριστερά. Πάνω μάλιστα στο άρμα υπήρχε και το ακόλουθο ελεγείο: Κλεοσθένης μ΄ ανέθηκεν…καλόν αγώνα Διός.
  • Το άγαλμα του Τιμασίθεου, που νίκησε στην 68η Ολυμπιάδα δύο νίκες στο παγκράτιο στην Ολυμπία και τρεις στα Πύθια (Παυσ.  6,8,6 Τιμασίθεος ανάκειται…ανηρημένος Πυθοί).
  • Το άγαλμα του Διός Ιθωμάτα που κατασκευάστηκε για χάρη των Μεσσήνιων οι οποίοι μετά την πτώση της Ιθώμης αποίκησαν τη Ναύπακτο στην 81,2 ολυμ.( Παυσ. 4,33,2).
  • Χάλκινα αγάλματα που κατασκευάστηκαν για χάρη των Αιγιέων. Παριστάνουν το βασιλιά των θεών Δία σε παιδική ηλικία και τον Ηρακλή χωρίς γένι.  Επειδή οι Αιγιείς έχουν κάποια παράδοση σύμφωνα με  την οποία ο Δίας ανατράφηκε στο Αίγιο από κάποια κατσίκα, [σελ. 256] τον παριστάνουν σαν παιδί. Και παλαιότερα, βέβαια, διάλεγαν από τα παιδιά το πιο όμορφο να  ΄ναι ιερέας του Δία. Όταν όμως γινόταν έφηβος, η τιμή πήγαινε σε άλλον. Αργότερα όμως τα ίδια  εκλέγονταν ιερείς και τα αγάλματα παρέμεναν στα σπίτια τους. Επειδή όμως και η Ιθώμη είχε όμοια παράδοση σχετικά με το Δία, υπάρχει αυτή  η καταπληκτική ομοιότητα του Ιθωμάτη Δία και του Δία στο Αίγιο.
  • Το άγαλμα του Αλεξίκακου Ηρακλή στη Μελίτη, δήμο της Αττικής. Εδώ ο ήρωας μυήθηκε στα μικρά μυστήρια και είχε ξακουστό ναό και ιερό. Το ιερό ιδρύθηκε στη διάρκεια του μεγάλου λοιμού για να δηλωθεί ότι η αρρώστια έπαψε, αφού κατάστρεψε πολλούς ανθρώπους, στην 87, 2 ολυμπιάδα, δηλαδή το 429 . (σχόλ. αριστ. βάτραχ. 501). Το άγαλμα του Ηρακλή στη Μελίτη μνημονεύει και ο Τζέτζης (chil. 8. 192). Γελάδου του Αργείου…Ηρακλέα. πρβλ.  de Hercule Attico από τον Dettmer.
  • Το άγαλμα της μούσας στο Άργος  κρατώντας βάρβιτο, ανάμεσα σε δυό άλλους, τον Κάναχο και τον Αριστοκλή, όπως μαρτυρεί το ακόλουθο επίγραμμα του Αντίπατρου.  Τρίζυγες αι  Μούσαι…ευρέτις Αρμονίας.
  • Επιπλέον,  κατασκεύασε μαζί με τον Ονατά  κι ένα σύμπλεγμα που παρίστανε πολεμιστή με χάλκινα άλογα και αιχμάλωτες γυναίκες. (Brunn geschichte der Griechischen Kunster 1 p. 90) . Αυτό  οι Ταραντίνοι το  αφιέρωσαν  στην  LXXVIII  και LXX ολυμπιάδα στους Δελφούς, σαν ανάθημα για τη νίκη που πέτυχαν ενάντια στους Μεσσάπιους, όμορούς τους βαρβάρους.

 

 

Για το ύφος του Αγελάδα σύγχρονές του εκτιμήσεις δεν υπάρχουν. Έτσι, είμαστε αναγκασμένοι να συμπληρώσουμε το κενό με τη βοήθεια των έργων του. Από αυτά, λοιπόν, προκύπτει ότι, παρά την εμμονή του στη χρήση του χαλκού, σημαντική είναι η ποικιλία των παραστάσεων. Βρίσκουμε αγάλματα θεών, αθλητών, ανδρών, ιππέων, γυναικών, γερόντων και νέων, μεμονωμένα αγάλματα αλλά και συμπλέγματα και , τέλος, ζώα. Στην Ολυμπία βρέθηκε βάθρο σπασμένο σε πολλά κομμάτια το οποίο είχε πάνω του τις εξής επιγραφές: ( inschrif. gr. bild   από τον Lowey σελ. 65) από τις οποίες μαθαίνουμε τρεις τεχνίτες: τον Ασωπόδωρο, τον Άττωτο και τον Αργειάδα, γιό του Αργείου Αγελάδα ο οποίος εργάστηκε κι αυτός για το βάθρο που κατασκεύασε ο Πραξιτέλης, ο οποίος το 461 έφυγε  από τις Συρακούσες και πήγε στην πόλη Καμάρινα που  μόλις είχε χτιστεί.

 

 

Πολεμιστές του Ριάτσε

Πολεμιστές του Ριάτσε

Στο Μουσείο του Ριάτσε (Calabria)* εκτίθενται οι διάσημοι  «χάλκινοι Πολεμιστές του Ριάτσε» έργα που αποδόθηκαν στο σπουδαίο γλύπτη Αγελάδα**.  Τα δύο αγάλματα, πρωτότυπα ελληνικά έργα του 5ου αι. π.χ. απεικονίζουν δύο δίμετρους πολεμιστές***, βρέθηκαν στην θαλάσσια περιοχή κοντά στο Ριάτσε της Καλαβρίας την 16η Αυγούστου του 1972, από έναν νεαρό δύτη από την Ρώμη, τα οποία συντηρήθηκαν στην Φλωρεντία.

 

Σύγχρονος του Αγελάδα ήταν ο Αργείος Αριστομέδων (496 π.Χ.), επιφανής γλύπτης πολλών έργων. Λίγο μετά τον Αριστομέδοντα άκμασαν στο Άργος ο Γλαύκος και ο Διονύσιος, εργαζόμενοι και οι δύο στο χαλκό, οι οποίοι δημιούργησαν πολλά έργα. Πρώτοι οι Αργείοι γλύπτες έπλασαν αγάλματα στα οποία το αριστερό σκέλος δεν πατούσε στο έδαφος με όλο το πέλμα, αλλά με το γόνατο σε κάμψη έκλινε προς τα πίσω. Η επινόηση αυτή αποδίδεται στον Πολύκλειτο, δικαία δε θεωρείται ότι οι καλλιτέχνες της Αργείας Σχολής έγιναν γι’ αυτό οι δημιουργοί της Ευρωπαϊκής τέχνης.

 

Πολεμιστές του Ριάτσε. Museo Nazionale Di Reggio Calabria.

 

 

Πρώιμη Κλασική Περίοδος (480-450 π.Χ.)

Τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου (Περσικοί Πόλεμοι, εγκαθίδρυση δημοκρατίας κτλ.) έχουν αντίκτυπο στις τέχνες και ειδικότερα στη γλυπτική. Τότε είναι που συντελούνται πολλές μεταβολές. Για παράδειγμα, το βάρος του σώματος μετατοπίζεται στα αγάλματα στο ένα σκέλος,  κάτι που έχει ως συνέπεια την αλυσιδωτή μετατόπιση και των λοιπών μελών.

Στα γυναικεία αγάλματα προβάλλει ο δωρικός πέπλος και η ανάδειξη του σώματος γίνεται με τον περιορισμό των πτυχών του. Στις πολυπρόσωπες συνθέσεις, πάλι, οι μορφές δεν είναι πια παρατακτικές αλλά υποταγμένες σε μια κεντρομόλο σύνθεση. Η πιο σημαντική αλλαγή, όμως, είναι η αντικατάσταση του μειδιάματος με μία έκφραση που δείχνει ενδοστρέφεια και  περισυλλογή, ενώ όσα κατάλοιπα ζωομορφισμού επιζούσαν έως τότε σβήνουν.

Πρωτοπόροι γλύπτες της περιόδου θεωρούνται ο Ονάτας, ο Νάξιος Αλξήνωρ, ο Αργείος Αγελάδας, ο Μύρων, ο Πυθαγόρας, που τις μορφές του χαρακτήριζε ρυθμός και συμμετρία, και ο Πολύγνωτος. Αυτοί έθεσαν τα θεμέλια της κλασικής φόρμας που θα ολοκληρώσει η γενιά του Φειδία και του Πολύκλειτου.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ρήγιον (σημ. Ρέτζιο ντι Καλάμπρια). Ελληνική αποικία στην Μεγάλη Ελλάδα χτισμένη στο στενό της Μεσσήνης.

 

**  Μεγάλα Μουσεία « Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 112. Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής, 2007.

 

Ορισμένοι αποδίδουν  στο Φειδία τους δύο Πολεμιστές του Ριάτσε και τους συνδέουν με το σύνταγμα, (σύνταγμα (το): δύο ή περισσότερα αγάλματα τοποθετημένα παρατακτικά)  που αφιέρωσαν οι Αργείοι στους Δελφούς. Κατ’ άλλους αυτά τα αγάλματα προέρχονται από ανάλογο σύνταγμα στην αγορά του Άργους και αποδίδονται στον Αλκαμένη και τον Αγελάδα. Ο ιστορικός της Τέχνης Paolo Moreno, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Ρώμης, σε εργασίες του υποστήριξε ότι τα αγάλματα αναπαριστούσαν μορφές από τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου.

*** […] Οι ανδριάντες του Ριάτσε είναι τα δύο χάλκινα αγάλματα που βρέθηκαν στη θάλασσα πριν από όχι και πολλά χρόνια. Και όχι μόνο η ανεύρεση αλλά και η άμεση ανακοίνωση του ευρήματος στις Αρχές από τον επαινούμενο – πολύ σωστά για την τιμιότητά του- ερασιτέχνη, απασχολούμενο με το υποβρύχιο ψάρεμα, Στέφανο Μαριστίνι επέτρεψε τη διάσωσή τους. Τ’ αγάλματα αυτά, κοντά στ’ άλλα, διακρίνονται για την ομορφιά, την ποιότητα, τον πλούτο και τον χαρακτήρα των διατυπώσεων της χαλκοπλαστικής της γλώσσας, και πολύ σωστά χαρακτηρίζονται ως τα μεγαλύτερα αριστουργήματα της ελληνικής πλαστικής και πιο γενικά της ελληνικής τέχνης του πέμπτου π.Χ. αιώνα, της πιο σημαντικής της περιόδου. […] Με ύψος λίγο πάνω λίγο κάτω από τα 2 μέτρα, οι ανδριάντες του Ριάτσε αναφέρονται ως ήρωες, πολεμιστές, αθλητές-οπλιτοδρόμοι, ακόμη και θεοί, λιγότερο, γιατί εικονίζονται με όπλα, ασπίδες ξίφη ή δόρατα. Για την τεχνική τους οι περισσότεροι μελετητές και οι ειδικοί στα ζητήματα της χαλκοπλαστικής δέχονται ότι έχουν κατασκευαστεί με την ίδια τεχνική, αυτή του χαμένου κεριού και από το ίδιο υλικό και κατά πάσαν πιθανότητα ακόμη και στο ίδιο εργαστήριο. […]

Κείμενο από το βιβλίο του Χρήστου Χρύσανθου, «Περικλής και Εφιάλτης τυραννοκτόνοι Οι ανδριάντες του Ριάτσε, τέχνη και ιστορία», Έκδοση της Ακαδημίας Αθηνών.

 

 

Ποιοι είναι τα αγάλματα του Ριάτσε;

 

 

Ο Περικλής και ο φίλος του Εφιάλτης είναι οι «Πολεμιστές του Ριάτσε». Τριάντα χρόνια μετά την ανάδυσή τους από τη θάλασσα του Ριάτσε της Καλαβρίας, οι δύο χάλκινοι άνδρες αποκτούν ταυτότητα. Τη νέα αυτή ερμηνεία θα παρουσιάσει στην Ακαδημία Αθηνών (3/12, 7μμ) ο ακαδημαϊκός Χρύσανθος Χρήστου, στην ομιλία του με θέμα: «Περικλής και Εφιάλτης. Οι ανδριάντες του Ριάτσε ως τυραννοκτόνοι».

Με ύψος λίγο μεγαλύτερο των δύο μέτρων, οι δύο χάλκινοι ανδριάντες, οι οποίοι βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Καλαβρίας, χρονολογούνται στα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. και οι μελετητές τούς συνδέουν με το εργαστήρι του Φειδία. Σ’ αυτό συγκλίνουν οι περισσότεροι, οι οποίοι όμως διαφωνούν με τις μορφές που εικονίζονται, αφού επιχείρησαν να τις ταυτίσουν με βάση τις πληροφορίες των Παυσανία και Πλίνιου. Κάποιοι θεώρησαν πως εικονίζονται ο Μιλτιάδης και ο Κόδρος, ενώ άλλοι πως είναι ήρωες των Αχαιών στην Ολυμπία ή επίγονοι του Θηβαϊκού κύκλου.

Η νέα ερμηνεία του Χρ. Χρήστου, βασίζεται στα ίδια τα αγάλματα και στην ανεύρεσή τους. Εξηγεί τη διαφορετική τους ηλικία, γιατί ο ένας φοράει κράνος, γιατί δημιουργήθηκαν στα μέσα του 5ου αιώνα, γιατί είναι μόνο δύο και γιατί βρέθηκαν μαζί. Οι αναφορές του Πλούταρχου στο σχήμα της κεφαλής του Περικλή (είχε πολύ μακρύ κρανίο, γι’ αυτό εικονιζόταν πάντα με περικεφαλαία), κάνουν το Χρ. Χρήστου να δεχτεί ότι η μορφή με την περικεφαλαία είναι ο Περικλής ο Ξανθίππου και ότι η άλλη ανήκει στον φίλο του, τον φτωχό και αδιάφθορο Εφιάλτη του Σοφωνίδη, που πέτυχε τον περιορισμό των εξουσιών του Αρείου Πάγου. Κίνηση που οδήγησε το 461 π.Χ. στη δολοφονία του. Σύμφωνα με τον Χρ. Χρήστου, το έργο ίσως ήταν παραγγελία του Περικλή στο στενό του φίλο Φειδία, για να τιμήσει το δολοφονημένο αρχηγό των Δημοκρατικών και να εξάρει το δικό του ρόλο.

Εφημερίδα Ριζοσπάστης Σάββατο 30 Νοέμβρη 2002.

Πηγές

  • Ιωάννου Κ. Κοφινιώτου, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών » Εν Αθήναις, Τυπογραφείον ο «Παλαμήδης» 1892. Επανέκδοση, εκδ. Εκ Προοιμίου 2008.
  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Α. Παπαγιαννοπούλου, «Προϊστορική και Κλασσική Τέχνη», σ.167-172.
  • Μεγάλα Μουσεία « Αθήνα – Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο», τόμος 19, σελ. 112. Εκδοτική σειρά από το Έθνος της Κυριακής, 2007.
  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού.

 

 

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Δήμας Βασίλης (1960 – 2020)

 

 

Δήμας ΒασίληςΖωγράφος – Αγιογράφος. Γεννήθηκε στο Άργος το 1960. Παρακολούθησε μαθήματα ζωγραφικής από τους ζωγράφους  Βασίλη Κορκόβελο και Τάσο Ρήγα. Ασχολήθηκε για αρκετά χρόνια με τη μελέτη της Βυζαντινής ζωγραφικής φιλοτεχνώντας πλήθος φορητών εικόνων, αλλά και ειδικότερα κάνοντας μια σημαντική έρευνα σε πολλά βυζαντινά μνημεία, ζωγραφίζοντας αντίγραφα και σχέδια για την μελέτη των εικονογραφικών προγραμμάτων και των λεπτομερειών των μνημειακών συνόλων.

Επίσης ασχολήθηκε επισταμένως με την έρευνα των νεοκλασικών και λαϊκών τοιχογραφιών οικιών.

Συνεργαζόταν από το 1988 με τον αγιογράφο Γεώργιο Αγγελή και ομάδα συνεργατών για την αγιογράφηση τοιχογραφιών Ιερών Ναών, φορητών εικόνων, καθώς επίσης και για τη ζωγραφική σύγχρονων τοιχογραφιών σε οικίες και επαγγελματικούς χώρους και για αποκαταστάσεις παλαιών τοιχογραφιών. Κατοικούσε στο Άργος και στην Αθήνα.

Την Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2020, υπέστη ξαφνικά έμφραγμα του μυοκαρδίου (καρδιακή προσβολή)  και απεβίωσε σε ηλικία 60 ετών. Ετάφη στον Ιερό Ναό Αγίου Βασιλείου στο Άργος.

 

  

Κοινή  επαγγελματική  δραστηριότητα  των  συνεργαζομένων  αγιογράφων

 

     

Αγιογραφίες ( τοιχογραφίες )  των  κυριοτέρων  Ιερών  Ναών:

 

Ενοριακοί  Ιεροί  Ναοί  – Ιερές  Μονές

 

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Βασιλείου – Άργος

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Σπάτα

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Φανουρίου – Οικισμός Κάρελλα Κορωπί

Ενοριακός  Ι. Ν. Υπαπαντής – Αρτέμιδα ( λούτσα )

Ενοριακός  Ι. Ν. Αγίου  Ραφαήλ – Φρέγκαινα Αργολίδος

Ιερό Ησυχαστήριο Κοιμήσεως της Θεοτόκου – Κορωπί

Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Μωυσέως – Δαλαμανάρα Αργολίδος

Ιερά Μονή Ευαγγελισμού – Αθίκια Κορινθίας

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους

 

Ιδιωτικοί  Ιεροί  Ναοί

 

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Πορτοχέλι   ( Ιδιοκτησίας Μήνου Κυριακού )

Ι. Ν. Αγίου Νικόλαου – Εκάλη  ( Ιδιοκτησίας Νικόλαου Τσαβλίρη)

Ι. Ν. Παναγίας  Μυρτιδιωτίσσης – Χαλκίδα ( Ιδιοκτησίας Γιάννη Κυριακόπουλου)

Ι. Ν. Αγίου Κων/νου και Ελένης – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας  Ζαχαρία Καπλανίδη)

Ι. Ν. Αγίου Ευσταθίου – Κερατέα ( Ιδιοκτησίας Τοπικού Συλλόγου)

 

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Ιερός Ναός Αγίου Ανδρέου – Λαύριο

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία εισόδου σε σύγχρονη κατοικία

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Οροφογραφία σε αίθουσα δεξιώσεων αστικού οικήματος

Read Full Post »

Σοφία ντε Μαρμπουά Λεμπράν  – Sophie de Marbois-Lebrun (1785-1854)

 

 

Sophie de Marbois-Lebrun

Sophie de Marbois-Lebrun

Η MarieAnneSophie Marbois (Δούκισσα της Πλακεντίας), γεννήθηκε στις 2 Απριλίου του 1785, στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής και πέθανε στις 14 Μαΐου του 1854 στην Αθήνα, μετά από μια ασυνήθιστη και γεμάτη γεγονότα ζωή. Ήταν κόρη του Γάλλου γενικού συμβούλου Francois Barbe de Marbois και της Αμερικανίδας Elisabeth More. Η Sophie Marbois παντρεύτηκε το 1802 με το Γάλλο αξιωματικό AnneCharles Lebrun (1775-1859) στο Παρίσι. Χώρισαν 30 χρόνια αργότερα, το 1831. Δύο χρόνια μετά το γάμο απόκτησαν μια κόρη, την CarolineEliza (1804-1837). Το 1804 έγινε ο πεθερός της Σοφίας Λεμπρέν υπουργός οικονομικών στην κυβέρνηση του Ναπολέοντα και το 1806 το δόθηκε το δουκάτο της Piacenza, στη βόρεια Ιταλία. Η Σοφία και ο Κάρολος Λεμπρέν απόκτησαν τον τίτλο de Plaisance το 1809. Η Σοφία και η Ελίζα ταξίδεψαν μερικούς μήνες στην Ιταλία το 1825 και το 1827 επισκέφτηκαν τη Ρώμη, όπου συνάντησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια (1777-1831) που ήταν αντιπρόσωπος της επαναστατικής κυβέρνησης της Ελλάδας. Η συνάντηση αυτή είχε αποφασιστική σημασία για τη Sophie de Plaisance, που από τότε έδωσε πολλές φορές χρήματα για να βοηθήσει την επανάσταση για την απελευθέρωση της Ελλάδας.

 

Αλληλογραφούσε με τον Καποδίστρια και αποφάσισε να επισκεφτεί την Ελλάδα συνεπαρμένη και από τον φιλελληνισμό που επικρατούσε εκείνη την εποχή στο Παρίσι. Συμμετείχε ενεργά στο συντονισμένο κίνημα των Γάλλων φιλελλήνων και ενίσχυσε οικονομικά την τότε νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση και ανέλαβε την επιμόρφωση 12 θυγατέρων αγωνιστών. Το Δεκέμβριο του 1829 ταξίδεψε μαζί με την κόρη της, δία μέσου της Κέρκυρας και της Πάτρας, στην πόλη όπου έδρευσε τότε η κυβέρνηση, το Ναύπλιο. Εκεί έφτασαν στις 3 Ιανουαρίου του 1830 και έμειναν σχεδόν ένα χρόνο. Το 1831 έμεινε ένα χρονικό διάστημα στην Αίγινα και επένδυσε χρήματα στην αγορά γης, μέσα και γύρω από την Αθήνα. Στις 16 Μαΐου του 1831, πήγαν οι δυο γυναίκες στη Ζάκυνθο και τον Οκτώβριο η Σοφία γύρισε στη Ρώμη, όπου έμαθε για τη δολοφονία του Καποδίστρια στις 9 Οκτωβρίου του 1831. Η Σοφία επιθυμούσε να επιστρέψει στην Ελλάδα και μετά από μία σύντομη περίοδο στη Φλωρεντία ξαναγύρισε, στην Αθήνα. Δεν επισκέφτηκε ποτέ πια τη Γαλλία, αλλά αλληλογραφούσε όλη τη ζωή της με τον πρώην άντρα της.

 

Η Σοφία και η Ελίζα έμειναν το 1833 στο ξενοδοχείο της Ευρώπης, στην οδό Αιόλου, αλλά το 1834-35 έχτισε δικό της σπίτι στα νοτιοδυτικά προάστεια της Αθήνας στην οδό Πειραιώς, κοντά στην τότε πλατεία των στρατιωτικών ασκήσεων.

Το σπίτι ήταν χτισμένο από ξύλο με δυο πατώματα και υπόγειο. Αμέσως μετά το 1835-37, έκανε ένα μεγάλο ταξίδι στο Λίβανο και τη Συρία μαζί με την κόρη της, που πέθανε στη Βηρυττό, από στηθικό νόσημα πιθανώς οφειλόμενο στην εξάπλωση της πανώλης.. Η Δούκισσα δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το χαμό της αγαπημένης της κόρης και βαλσάμωσε το κορμί της Ελίζας, με το οποίο επέστρεψε στην Αθήνα. Τοποθέτησε το άψυχο σώμα της στο υπόγειο της προσωρινής κατοικίας της στην οδό Πειραιώς, το οποίο είχε μετατρέψει σε παρεκκλήσιο, έχοντας υπ’ όψη να το θάψει σε μεγαλοπρεπή Ναό που σκόπευε να χτίσει στην Πεντέλη.

Robert Lefevre, 1818, προσωπογραφία της Δούκισσας της Πλακεντίας.

Ο Γάλλος φιλόσοφος Raoul Malherbe που επισκέφτηκε τον Ιούνιο του 1843 τη Σοφία, περιέγραψε το σπίτι σαν ένα άσχημο ξύλινο κτίριο που βρισκόταν στα περίχωρα της Αθήνας με θέα στο γυμνό αττικό τοπίο και κοντά σ’ ένα καινουργιοκτισμένο θέατρο. Το θέατρο Sansoni ιδρύθηκε το 1840. Το ξύλινο σπίτι της Σοφίας ήταν δίπλα από το σπίτι του Γερμανού γλύπτη Christian Heinrich Siegel (1808-1883) που ονομαζόταν «Die Burg» και ήταν σπίτι ατελιέ του. Στο πρώτο πάτωμα έμενε ο εφημέριος της αυλής της βασίλισσας Αμαλίας από το Holstein της Δανίας, ο Asmus Heinrich Luth (1806-1859) από το Σεπτέμβριο του 1842 μέχρι το Μάρτιο του 1843, σ’ ένα μεγάλο διαμέρισμα πέντε δωματίων με μπαλκόνι, κουζίνα, αυλή και κήπο.

 

Η γειτονική αυτή σχέση με τη Σοφία περιγράφηκε από τη γυναίκα του εφημέριου, την Christiane Luth, το γένος Fischer (1817-1900) στα ημερολόγιά της από την Αθήνα τα οποία έχουν εκδοθεί σε βιβλία. Η οικογένεια έμεινε στην Αθήνα στα 1839-52. Η αδελφή της Christian, η Hanne Fisher (1819-1910) έζησε με την οικογένεια Λυτ όλα τα χρόνια  που έμεινε στην Αθήνα και έγραψε τις αναμνήσεις της από τη ζωή της στην Αθήνα, όταν ήταν 70 χρονών και έμενε στο Kolding Δανίας.

 

Γράφει μεταξύ των άλλων: «δίπλα μας έμενε η Γαλλίδα Δούκισσα Πλακεντίας, μια ιδιόμορφη γυναίκα, χωρισμένη από τον άντρα της και πολύ πλούσια….».

Το σπίτι της Σοφίας κάηκε το Δεκέμβριο του 1847. Η ίδια δεν ήταν στο σπίτι, αλλά το φέρετρο της κόρης της που ήταν ακόμα στο υπόγειο. Πιθανόν η ίδια να είχε μόλις μετακομίσει στα «Ιλίσσια». Η φωτιά έχει περιγραφεί σε πολλά λογοτεχνικά έργα, επίσης και από τον Κριστιάνε Λυτ, σ’ ένα από τα ημερολόγιά της που δεν έχουν εκδοθεί, από την περίοδο που έμεναν στην Αθήνα. Σημειώνει: «Παρασκευή 19/31 Δεκεμβρίου: Το βράδυ, στη δυνατή καταιγίδα, κάηκε το σπίτι της Δούκισσας της Πλακεντίας και μαζί μ’ αυτό το βαλσαμωμένο σώμα της κόρης της. Όπως συνήθως, δεν υπήρχε κανείς να βοηθήσει, εκτός από αυτούς που ήθελαν να κλέψουν και βεβαίως, δεν υπήρχε νερό. Η Δούκισσα παρακαλούσε όλους να σώσουν το σώμα της κόρης της, αλλά κανένας δεν τολμούσε να πάει στο υπόγειο».

Η Δούκισσα της Πλακεντίας θεωρείτο εκκεντρική προσωπικότητα, με πολλούς μύθους να περιβάλλουν το πρόσωπό της και να τη συσχετίζουν με τους ληστές που κατοικούσαν στην αττική ύπαιθρο και ταλάνιζαν την Αθήνα. Στην αρχή απαρνιέται την Ορθοδοξία και ασπάζεται την Ιουδαϊκή θρησκεία. Οι κοινωνικές συναναστροφές και οι πολιτικές ιδέες της την οδήγησαν να εισάγει στην Ελλάδα μια νέα θεοκρατική κοινωνική οργάνωση μεταβάλλοντας το μέγαρό της των Ιλισίων σε κέντρο διάφορων ελλήνων και ξένων λογίων, διανέμοντας κτήματα και τίτλους ευγενείας σε εξέχουσες μεν ελληνικές οικογένειες, στερούμενη όμως από τη πρότερη αγαθοποιό κοινωφελή δράση της. Αυτό είχε ως συνέπεια να αποξενωθεί ακόμα περισσότερο. Τον Ιούνιο του 1846 η Σοφία φέρεται να αιχμαλωτίστηκε από τον Λήσταρχο Μπίμπιση αλλά ελευθερώθηκε ύστερα από επέμβαση των Χαλανδριωτών. Αυτής ακολούθησαν άλλες ιστορίες, αναδιαρθρώνοντας κάθε φορά ιστορικά γεγονότα. Γεγονός πάντως είναι πως με δικά της έξοδα ανακατασκεύασε το 1854 τη Συναγωγή στη Χαλκίδα, ενώ συνέχισε με δικά της έξοδα τη δεύτερη έκδοση των «Χρονικών» του Μεσολογγίου.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής της δεν δεχόταν καμία επίσκεψη εκτός από τη Δεσποινίδα των Τιμών της Βασίλισσας Αμαλίας, τη Φωτεινή Μαυρομιχάλη, την οποία και η ίδια είχε αναθρέψει, και την κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου Χρήστου Καψάλη. Απεβίωσε το 1854 σε ηλικία 64 χρονών. Ετάφη μαζί με την κόρη της στον Πύργο της στη Πεντέλη, αφήνοντας πίσω της μια σημαντική ιστορία στη συμβολή του φιλελληνισμού, καθώς και σημαντικά κειμήλια που κληροδότησε στο Ελληνικό Δημόσιο, πολλά από τα οποία διαχειρίστηκε ο Γεώργιος Σκουζές*. Λέγεται ότι ο τάφος της διασώθηκε μέχρι και το 1946 όταν κάποιοι ασυνείδητοι τον κατέστρεψαν.

 

Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο

 

Η ιστορία του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου αρχίζει το 1884 με την ίδρυση της ΧΑΕ. Κύριο μέλημα των ιδρυτών της ΧΑΕ ήταν η δημιουργία Μουσείου Χριστιανικής Αρχαιολογίας. Πρωταγωνιστικός υπήρξε ο ρόλος ενός από τους ιδρυτές της, του Γεωργίου Λαμπάκη. Το Μουσείο επίσημα ιδρύεται το 1914 και έως το 1923 όπου άνοιξε για το κοινό διοικείται από Εφορευτική Επιτροπή με Διευθυντή τον Αδαμάντιο Αδαμαντίου. Οι συλλογές της ΧΑΕ, που εμπλουτίστηκαν τόσο από αγορές και δωρεές έργων, όσο και από την κατάθεση κειμηλίων, τα οποία προέρχονταν από μονές της Ελλάδας και από διαλυμένες ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού, στεγάστηκαν σε αίθουσα του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

 

Villa Ilissia

Villa Ilissia

Το 1930 το Μουσείο εγκαταστάθηκε οριστικά στη Villa Ilissia, ένα συγκρότημα κτηρίων κοντά στις όχθες του Ιλισού, το οποίο κτίσθηκε από τον αρχιτέκτονα Σταμάτιο Κλεάνθη** το 1848, για τη Γαλλίδα Sophie de Marbois-Lebrun, Δούκισσα της Πλακεντίας. Το μέγαρο των Ιλισίων είναι στην πραγματικότητα ένα συγκρότημα κτιρίων. Το κεντρικό κτίριο, επενδεδυμένο εξωτερικά με μάρμαρο, αποτελείται από δύο ορόφους και υπόγειο. Πρόκειται για ένα κτίσμα που διακρίνεται για την απλότητα και την αυστηρή συμμετρία του και που υψώνεται επιβλητικό στο βάθος της αυλής, το περίγραμμα της οποίας συμπληρώνεται από δύο χαμηλές πλευρικές πτέρυγες, που προορίζονταν για βοηθητικές χρήσεις, και από το κτίριο με τον πυλώνα της εισόδου. Στο κτιριακό συγκρότημα συνδυάζονται στοιχεία του κλασικισμού όπως η επικράτηση της οριζόντιας γραμμής και οι χαμηλοί κλειστοί πύργοι, δτοιχεία του ρομαντισμού, όπως οι αψιδωτές στοές στις δύο όψεις του κεντρικόυ κτιρίου και η προβολή της στέγης. Η οικοδόμηση της Villa Ilissia κατοικήθηκε από τη Δούκισσα μέχρι το θάνατό της , το 1854. Αργότερα το συγκρότημα περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο, στέγασε για τρία χρόνια τη Σχολή Ευελπίδων και, στη συνέχεια άλλες στρατιωτικές αρχές, έως ότου συνδεθεί στη συνείδηση χιλιάδων επισκεπτών, με τη νέα μουσειακή του χρήση ως το χώρο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου της Αθήνας.


Η εξωτερική μορφή του κτιρίου παρέμεινε περίπου όπως είχε σχεδιαστεί από τον Κλεάνθη, ενώ το εσωτερικό του προσαρμόστηκε στις ανάγκες της νέας του χρήσης, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Αριστοτέλη Ζάχου και σύμφωνα με τις μουσειολογικές αντιλήψεις του τότε διευθυντή του Μουσείου, Γεώργιου Σωτηρίου, ο οποίος οργάνωσε την έκθεση, που συνεχώς εμπλουτιζόταν με νέα αποκτήματα, με επιστημονικά κριτήρια και της προσέδωσε διδακτικό χαρακτήρα και σηματοδότησε την πορεία του Μουσείου. Οι μεγαλύτερες επεμβάσεις έγιναν στο ισόγειο του κτιρίου όπου τρεις αίθουσες διαμορφώθηκαν σε χαρακτηριστικούς τύπους ναών της παλαιοχριστιανικής, βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, ενώ τα αντικείμενα και ιδίως τα γλυπτά, τοποθετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να παραπέμπουν στα κτίρια στα οποία ανήκαν. Στον άνω όροφο εκτέθηκαν, χρονολογικά και κατά ρυθμούς εικόνες και μικροτεχνήματα με κριτήριο την ταξινόμηση κατά συλλογές. Στην αριστερή πτέρυγα του συγκροτήματος παρουσιάστηκαν όλοι σχεδόν οι εικονογραφικοί τύποι της βυζαντινής ζωγραφικής, ενώ η δεξιά περιελάμβανε χειρόγραφα και αντίγραφα γλυπτών, μωσαικών και τοιχογραφιών.Η διαμόρφωση της αυλής έγινε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κίμωνα Λάσκαρη. Η μουσειολογική προταση αυτή του Γ. Σωτηρίου, ο οποίος παρέμεινε διευθυντής ως το 1960 παρέμενε (εκτός από μία αίθουσα στην αριστερή πτέρυγα του Μουσείου με χρηματοδότηση του σχεδίου Μάρσαλ το 1952) σε μεγάλο βαθμό αμεταβλητη εως το 2003.


Από το 1960 έως και σήμερα διακεκριμένοι επιστήμονες όπως ο Μανόλης Χατζηδάκης (1960-67, 1974-75), Αναστάσιος Ορλάνδος (1967-73) διετέλεσαν διευθυντές του Μουσείου συμβάλοντας στην όλο και περαιτέρω οργάνωση,εξέλιξη και καθιέρωσή του ως ένα από τα σημαντικότερα μουσεία στον ελληνικό χώρο. Σημαντικές μεταρρυθμίσεις αποτέλεσαν η κτιριακή αύξηση στο συγκρότημα του ΒΧΜ,το 1979 με την παραχώρηση του διώροφου κτιρίου όπου εγκαταστάθηκε ένα χρόνο μετά η σπουδαιότατη Συλλογή Δ. Λοβέρδου και επιμέρους τροποποιήσεις στο κτίριο διοικήσεως.

Νικόλαος Κωνστάντιος, αρχαιολόγος – μουσειολόγος

 

Υποσημειώσεις  

* Ο Γεώργιος Σκουζές (17811884) ήταν έμπορος και τραπεζίτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα και καταγόταν απο παλιά Αθηναϊκή οικογένεια. Ασχολήθηκε με τις επιχειρήσεις και τον τραπεζικό κλάδο. Αρχικά εγκαταστάθηκε στην Τεργέστη όπου απέκτησε μεγάλη περιουσία και στη συνέχεια επέστρεψε στην Ελλάδα όπου ίδρυσε πολλές τράπεζες μεταξύ των οποίων την Εθνική, την Ιονική, την Βιομηχανική κ.α. Επίσης ενίσχυσε οικονομικά τις κρητικές επαναστάσεις ενώ ήταν και μέλος της Κρητικής Εταιρείας. Απεβίωσε στην Αθήνα και παιδιά του ήταν οι Αλέξανδρος και Παύλος Σκουζές.

** Ο Σταμάτης Κλεάνθης ήταν ένας από τους επιφανέστερους Έλληνες αρχιτέκτονες του 19ου αιώνα, δημιουργός αρκετών χαρακτηριστικών κτιρίων της Αθήνας. Γεννήθηκε το 1802 στο Βελβενδό Κοζάνης. Έντάχθηκε στον Ιερό Λόχο από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αλλά αιχμαλωτίστηκε απο τους Τούρκους στη μάχη του Δραγατσανίου. Δραπέτευσε και κατόπιν πήγε στο Βερολίνο όπου σπούδασε αρχιτεκτονική. Υπήρξε λάτρης των αναγεννησιακών μορφών, τις οποίες απέδιδε με καλαισθησία και λιτότητα. Το 1828 μαζί με τον συνάδελφό του Έντουαρντ Σάουμπερτ ήρθαν στην Ελλάδα όπου ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας τους ανέθεσε την ευθύνη για τον σχεδιασμό δημοσίων κτιρίων. Το 1833 εκπόνησαν το πολεοδομικό σχέδιο της Αθήνας, το οποίο όμως δεν τέθηκε τελικά σε εφαρμογή γιατί κρίθηκε ως πολυδάπανο. Τα ονομαστότερα κτίρια του Κλεάνθη ήταν:

  • Ο Γοτθικός ναός για την Αγγλικανική παροικία στην καρδιά της πρωτεύουσας, στην οδό Φιλελλήνων.
  • Το μέγαρο της Αγγλικής πρεσβείας στη πλατεία Κλαυθμώνος, που πλέον έχει κατεδαφιστεί.
  • Το μέγαρο της Κοντέσσας Θεοτόκη στην οδό Σωκράτους.
  • Το παρά τον Ιλισσό μέγαρο της Δούκισσας της Πλακεντίας (Villa Ilissia) (1848) που έχει μετατραπεί σε Βυζαντινό Μουσείο.
  • Ο πύργος της Δουκίσσης Πλακεντίας στη Πεντέλη.
  • Το «Καστέλλον της Ροδοδάφνης».
  • Η διαμορφωμένη από τον ίδιο οικία του στην Πλάκα, όπου στεγάστηκε τα πρώτα 4 χρόνια της λειτουργίας του (18371841) το Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Πηγές

  • Περιοδικό Αρχαιολογία και τέχνες « Τα κτίρια της Δούκισσας της Πλακεντίας στην Αθήνα», Ida Haugsted,  Τεύχος 29, Δεκέμβριος 1988.
  • Υπουργείο Πολιτισμού.

Read Full Post »

Καποδιστριακό σχολείο (1ο Δημοτικό Σχολείο Άργους)

 

 

Το διδακτήριο θεμελιώθηκε στις 12 Ιουνίου 1830 και εγκαινιάστηκε στις 11 Ιουνίου 1831 παρουσία του Καποδίστρια. Τα εγκαίνια έγιναν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, γιατί ήταν γνωστό το μεγάλο ενδιαφέρον του κυβερνήτη για την παιδεία του έθνους και η ανέγερση του διδακτηρίου εξέφραζε την εκπαιδευτική πολιτική του. Παράλληλα, ήθελε ν’ αποδείξει προφανώς ο Καποδίστριας ότι είχε λαϊκά ερείσματα, σε μια εποχή που οι αντιπολιτευόμενοι έδειχναν φανερά την έχθρα τους. Ας μην ξεχνάμε πως μετά από τρεις μήνες δολοφονήθηκε.

 

Στο Άργος υπήρχαν τότε ισχυρές πολιτικές προσωπικότητες που τον αντιπολιτεύονταν, όπως ο Σπ. Τρικούπης, ο Αλ. Μαυροκορδάτος και οι Άγγλοι Ντώκινς και Τσωρς, ενώ στο πλευρό του ήταν οι Δημ. Καλλέργης και Δημ. Τσώκρης και στο σύνολό του ο λαός του Άργους. Πράγματι, κατά τα εγκαίνια προσήλθε, εκτός των επισήμων, πλήθος κόσμου και οι ομιλητές – ο επίσκοπος Ηλιουπόλεως Άνθιμος, ο τοποτηρητής Άργους Ν. Μαυρομάτης και κάποιος μαθητής – τόνισαν το γιγάντιο έργο της κυβέρνησης στο χώρο της εκπαίδευσης και είπαν τα καλύτερα λόγια για τον πατέρα του έθνους Καποδίστρια. Και υπήρξε τόσος ενθουσιασμός, ώστε διενεργήθηκε έρανος και συγκεντρώθηκαν αρκετά χρήματα για την ανέγερση κι άλλων δημόσιων καταστημάτων. Ο ίδιος ο Καποδίστριας έδωσε από το προσωπικό του βαλάντιο ένα σεβαστό ποσόν.

 

Καποδιστριακό σχολείο.

Καποδιστριακό (Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους), πιθανότατα αρχές της δεκαετίας του 1960.

Το κτίριο, όπου θα στεγαζόταν το Αλληλοδιδακτικό Σχoλείo Άργους, ανέλαβε ο Ελβετός μηχανικός Ντεβώ. Ως εργολάβος μνημονεύεται ο “τέκτων” Χαρίτων Κάππος. Ύστερα από κάποιες κακοτεχνίες και καθυστερήσεις, ο Ντεβώ απομακρύνθηκε και για την αποπεράτωση του έργου τοποθετήθηκε από τον κυβερνήτη ο αρχιτέκτονας Λάμπρος Ζαβός. Το διδακτήριο υπολογιζόταν για 300 μαθητές. Επίσης, την ίδια εποχή κτίστηκε οικία και για το δάσκαλο στο ΝΔ άκρο της μεγάλης αυλής. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια το σχολείο δεν ήταν δυνατό να λειτουργήσει κανονικά. Ο τότε δάσκαλος Ν. Φανδρίδης έμενε απλήρωτος, χρήματα για τα λειτουργικά έξοδα δεν υπήρχαν και, το χειρότερο, υπέστη μετατροπές και φθορές, γιατί προγραμματιζόταν να γίνουν εκεί οι εργασίες της Ε΄ εθνοσυνέλευσης, οι οποίες άρχισαν σ’ αυτό, αλλά συνεχίστηκαν και περατώθηκαν στην Πρόνοια Ναυπλίου (Ιούλιος 1832).

Κατά την Οθωνική περίοδο (1834 και μετά) οι μαθητές στεγάστηκαν στο σημερινό δημαρχείο, ενώ τα δικαστήρια, που λειτουργούσαν εκεί επί Καποδίστρια, μεταφέρθηκαν από τους Βαυαρούς στην πρωτεύουσα του νομού, στο Ναύπλιο. Λίγο αργότερα (1844;) το διδακτήριο είχε καταντήσει αχυρώνας, προφανώς για το ιππικό των στρατώνων, αλλά δε γνωρίζουμε πότε ακριβώς και για πόσο χρονικό διάστημα.

 

Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους. Σχολικό ενθύμιο του έτους 1955-56. Τάξη Ε’. Φωτογραφία από την ομάδα, «Παλιές φωτογραφίες του Άργους – Ταξίδι στο παρελθόν».

 

Η επόμενη είδηση είναι του 1873. Ο τότε δήμαρχος Μιχ. Παπαλεξόπουλος το επισκεύασε, για να χρησιμοποιηθεί ως δημοτικό σχολείο αρρένων. Φαίνεται πως τότε η οικία δασκάλου δεν υπήρχε πια. Το 1892 η στέγη κατέρρευσε. Ευτυχώς που οι δάσκαλοι είχαν προβλέψει την κατάρρευση και είχαν διακόψει τα μαθήματα. Το σχολείο τότε φιλοξενήθηκε στους στρατώνες. Το διδακτήριο επισκευάστηκε το 1894 και έγινε νέα διαρρύθμιση με τέσσερεις αίθουσες. Εκεί έγινε η ιδρυτική αλλά και οι επόμενες εθνοσυνελεύσεις του ιδρυθέντος τότε συλλόγου «Ο Δαναός» (1894), ενώ στην αυλή του σχολείου γινόταν η ετήσια εμποροπανήγυρις του Άργους.

 

Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους, το διδακτικό του προσωπικό (1951-1952). Όρθιοι από αριστερά: Μούλος – Οικονόμου Ξενοφώντας, Ζούζιας Γεώργιος. Καθιστοί από αριστερά: Φράγκος Γεώργιος, Δήμα – Παπαϊωάννου Αντωνία, Τσακοπούλου Ελευθερία, Καραχάλιος Σπύρος. Φωτογραφία και λεζάντα, από την ομάδα, «Παλιές φωτογραφίες του Άργους – Ταξίδι στο παρελθόν».

 

Όταν κατά τους βαλκανικούς πολέμους οι στρατώνες στέγασαν Τούρκους αιχμαλώτους, το διδακτήριο χρησιμοποιήθηκε από το στρατό. Η επόμενη είδηση είναι του 1932. Τότε έγινε σοβαρή επισκευή του διδακτηρίου και διαμορφώθηκαν πέντε αίθουσες και δύο γραφεία.

 

Το Καποδιστριακό (Α΄Δημοτικό Σχολείο Άργους), σήμερα. Φωτογραφία: Μαρίνος Αργυράκης.

 

Το 1980 κηρύσσεται διατηρητέο μνημείο, ύστερα από ενέργειες του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους, τη στιγμή που κάποιοι αμφισβητούσαν την καποδιστριακή του προέλευση και διατύπωναν την άποψη ότι έπρεπε να κατεδαφιστεί. Αλλά και αργότερα αναφύεται η ιδέα της κατεδάφισης, ύστερα μάλιστα από τον ισχυρό σεισμό του Φεβρουαρίου 1981, ο οποίος δημιούργησε κάποιες ρωγμές, παρά το γεγονός ότι είχε κηρυχθεί διατηρητέο μνημείο για δεύτερη φορά. Γλίτωσε και τότε από τους «κατεδαφιστές», οπότε το 1985 ολοκληρώνονται οι εργασίες ανακαίνισης και νέας εσωτερικής διαρρύθμισης με έξι αίθουσες διδασκαλίας. Από τότε λειτουργεί κανονικά και στεγάζει το 1ο Δημοτικό Σχολείο Άργους.

 

 

Πηγή

  •  Οδυσσέα Κουμαδωράκη, Άργος το πολυδίψιον, Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

Read Full Post »

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

 

Γενικά

 

Στην Ακρόπολη της αρχαίας πόλης της Επιδαύρου και στην Ν.Δ. πλαγιά της, ιδρύθηκε σε παλαιότερη του Ασκληπιείου περίοδο, το μικρό θέατρο, για τις δημόσιες ανάγκες έκφρασης της εποχής, κυρίως όμως για τα δρώμενα της Διονυσιακής λατρείας, γι’ αυτό και ήταν αφιερωμένο στον θεό Διόνυσο. Από τις αφιερωματικές επιγραφές, προκύπτει ότι η κατασκευή του θεάτρου, πραγματοποιήθηκε τον 4ο π.Χ. αι., από χορηγίες εξεχόντων αρχόντων και επιλέκτων προσώπων της τοπικής κοινωνίας, εκείνης της εποχής.

 
Χαρακτηριστικό του θεάτρου είναι οι επιγραφές, που αποτελούν ένα πραγματικό – ζωντανό μουσείο. Για τον λόγο αυτό αποκαλείται και «λαλούν θέατρο». Μετά από 23 αιώνες σιωπής, το 1971 άρχισε η ανασκαφή του.


Κάθε Ιούλιο, εδώ στο μικρό θέατρο, πραγματοποιούνται σημαντικές μουσικές εκδηλώσεις από το Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο τις εντάσσει στο πρόγραμμα των θερινών πολιτιστικών δραστηριοτήτων του Ε.Ο.Τ., που με την σειρά του, από το 1998 έχει αναθέσει την οργάνωση παραγωγής & εκτέλεσης των προγραμμάτων του «Μουσικού Ιουλίου», στον οργανισμό Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.

 

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

Μικρό Θέατρο Αρχαίας Επιδαύρου

 

Ίδρυση

Η αρχική μορφή του θεάτρου της πόλης της Επιδαύρου τοποθετείται στον 4ο π.Χ. αι. Αντίθετα από το διάσημο, περίπου σύγχρονο θέατρο του Ασκληπιείου που προοριζόταν να δεχτεί μεγάλα πλήθη προσκυνητών από ολόκληρο τον Ελλαδικό χώρο κατά τις εορτές, αυτό προοριζόταν να καλύψει μόνο τις ανάγκες των κατοίκων της μικρής πόλης. Έτσι το μέγεθός του ήταν πολύ μικρότερο (9 κερκίδες με 18 σειρές εδωλίων, χωρητικότητας περίπου 2.000 θέσεων). Όλα τα λίθινα εδώλια φέρουν επιγραφές με ονόματα αξιωματούχων – χορηγών από τα οποία μαθαίνουμε ότι το επιδαύριο θέατρο ήταν αφιερωμένο στο θεό Διόνυσο. Η κατασκευή του θεάτρου πρέπει να διήρκεσε από τον 4ο π.Χ. αι. μέχρι τα Ελληνιστικά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της Ρωμαιοκρατίας το θέατρο υπέστη ριζική αναμόρφωση, τα εδώλια αναδιατάχθηκαν, η ορχήστρα έγινε ημικυκλική και το αρχικό σκηνικό οικοδόμημα έδωσε τη θέση του σε ένα νέο, χτισμένο πλησιέστερα στο κοίλο. Ο χώρος φιλοξενούσε παραστάσεις δράματος και άλλες θρησκευτικές και δημόσιες εκδηλώσεις της πόλης. Ο Παυσανίας που επισκέφθηκε την πόλη της Επιδαύρου στα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. αναφέρει τους ναούς, την αγορά και το λιμάνι αλλά για το θέατρο δεν κάνει λόγο.

Αρχαιολογικό χρονικό

Το μικρό θέατρο της Επιδαύρου λειτούργησε επί περίπου επτά αιώνες. Όταν εντοπίστηκε ήταν ολοκληρωτικά καλυμμένο από έναν ελαιώνα. Η ανασκαφή του ξεκίνησε από την Ευ. Δεϊλάκη στις αρχές της δεκαετίας του ΄70 και εξελίχθηκε αργά. Για αρκετά χρόνια μεμονωμένοι κυβικοί όγκοι χώματος με ελαιόδεντρα προεξείχαν ανάμεσα στα εδώλια του ημιανεσκαμμένου κοίλου προσφέροντας ένα περίεργο θέαμα στους επισκέπτες που αντίκριζαν το χώρο από την περίφραξη. Ύστερα από διακοπή, η ανασκαφή ξανάρχισε τη δεκαετία του ΄90 και συνεχίζεται πλέον συστηματικά μέχρι σήμερα μαζί με εργασίες αναστήλωσης και ανάδειξης από την Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου (ΕΣΜΕ) του ΥΠ.ΠΟ.. Αποκαλύφθηκε η μορφή που είχε πάρει το θέατρο κατά τη ρωμαϊκή περίοδο. Η θέση του προσκηνίου ήταν κοντά στο κοίλο δίνοντας στην ορχήστρα ημικυκλική περίπου μορφή. Από το κατώτερο τμήμα του τοίχου του προσκηνίου σώζονται κάποια τμήματα, ενώ σε καλύτερη κατάσταση είναι ο τοίχος της σκηνής που είχε επενδυθεί με ορθοστάτες, κίονες, κλπ. Κατά την ύστερη ρωμαϊκή εποχή το προσκήνιο διαμορφώθηκε διαφορετικά. Από την τελευταία αυτή φάση σώζεται σε πολύ καλή κατάσταση ο τοίχος του προσκηνίου. Τα λίθινα εδώλια που λείπουν από τις ανώτερες σειρές χρησιμοποιήθηκαν κατά την ύστερη αρχαιότητα για την κατασκευή οχυρωματικού τείχους στην κορυφή της χερσονήσου. Μέρος του κοίλου και του σκηνικού οικοδομήματος καλύπτεται από την παρακείμενη αγροτική οδό. Μία παλιά διώροφη κατοικία ορθώνεται ακόμη πίσω από το χώρο της σκηνής. Ως αποτέλεσμα των εργασιών αποκατάστασης που πραγματοποιεί η ΕΣΜΕ στο αρχαίο θέατρο είναι και η συνεχής αύξηση των διατιθεμένων θέσεων για τις θερινές παραστάσεις (σήμερα διατίθενται περίπου 800 θέσεις).

Πηγές

 

  • Δήμος Επιδαύρου
  • Υπουργείο Πολιτισμού
  • Ελληνικό Φεστιβάλ

  

Read Full Post »

Θόλος/ Θυμέλη Ασκληπιείου Επιδαύρου

 

 

«Απέναντι από τον ναό (του Ασκληπιού) είναι ο τόπος που κοιμούνται οι προσκυνητές του Θεού. Ένα κυκλικό οικοδόμημα, κτισμένο εκεί κοντά, από μάρμαρο, η λεγόμενη θόλος, είναι άξιο θέας.. Μέσα στην Θόλο υπάρχει ζωγραφική παράσταση του Παυσίου, που παριστά τον Έρωτα να έχει παρατημένα τα βέλη και το τόξο και να έχει πάρει και να κρατεί την λύρα. Είναι επίσης ζωγραφισμένη η Μέθη εδώ να πίνει από γυάλινη κούπα, έργο και τούτο του Παυσίου. Η κούπα φαίνεται σαν αληθινή γυάλινη και μπορεί κανείς να ιδεί διά μέσου αυτής το πρόσωπο  της γυναίκας».

                                                                                   Παυσανίου Κορινθιακά 27, 3

 

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου

 

Η Θόλος του Ασκληπιείου της Επιδαύρου ή Θυμέλη σύμφωνα με τη σχετική οικοδομική επιγραφή, οικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 365 και του 335 π.Χ., στο πλαίσιο του μεγάλου οικοδομικού προγράμματος του Ιερού, αμέσως μετά την ολοκλήρωση κατασκευής του ναού του Ασκληπιού. Ο Παυσανίας, περιηγητής του 2ου αιώνα μ.Χ., αναφέρει ότι αρχιτέκτονας της Θόλου ήταν ο Πολύκλειτος από το Άργος.


Η Θόλος της Επιδαύρου έχει έως σήμερα τη φήμη του τελειότερου κυκλικού οικοδομήματος της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής. Το κτίριο χαρακτηρίζεται από διατάξεις αρχιτεκτονικών στοιχείων σε τριμερή οργάνωση. Η ανωδομή του αποτελείτο από τρεις ομόκεντρους κυκλικούς δακτυλίους. Εξωτερικά υπήρχε πώρινη περίσταση από 26 δωρικούς κίονες, η οποία περιέβαλε έναν πώρινο σηκό. Μια δεύτερη κυκλική κιονοστοιχία από 14 μαρμάρινους κίονες με κορινθιακό κιονόκρανο διακοσμούσε το εσωτερικό του σηκού. Το δάπεδο στο εσωτερικό της κορινθιακής κιονοστοιχίας διαμορφωνόταν από λευκές και μαύρες ρομβοειδείς πλάκες σε ένα μοναδικής σύλληψης γεωμετρικό σχέδιο. Σύμφωνα με τον Παυσανία, στο εσωτερικό του σηκού υπήρχαν ζωγραφικές παραστάσεις του ζωγράφου Παυσία. Τόσο το δωρικό πτερό όσο και το κορινθιακό περιστύλιο στήριζαν οροφή με μαρμάρινα φατνώματα φυτικής διακόσμησης. Το κτίριο στεγαζόταν από κωνική ξύλινη στέγη καλυμμένη με ένα πολύπλοκο σύστημα μαρμάρινων κεραμίδων ενώ στην κορυφή της στέγης είχε τοποθετηθεί ένα περίτεχνο κεντρικό φυτικό ακρωτήριο.

Κάτω από το περίπλοκο δάπεδο υπήρχε ένας τριμερής υπόγειος χώρος. Οι κυκλικοί διάδρομοι που τον αποτελούσαν επικοινωνούσαν μεταξύ τους με ανοίγματα ενώ φράγματα στις κατάλληλες θέσεις ανάγκαζαν τον εισερχόμενο να ακολουθήσει μαιανδροειδή πορεία. Το κυκλικό σχήμα του κτιρίου, που συνήθως χαρακτηρίζει ταφικά οικοδομήματα, καθώς και η λαβυρινθώδης μορφή του υπογείου με τους σκοτεινούς διαδρόμους παραπέμπει στο χθόνιο χαρακτήρα του Ασκληπιού, επιτρέποντας την ερμηνεία της Θόλου ως κτίριο που στέγαζε την υπόγεια κατοικία του Θεού. Εξάλλου, σύμφωνα με το μύθο, ο Θεός θεράπευε τους πιστούς του μέσα από τη γη.

Προβλεπόμενη μερική αναστήλωση της Θόλου.

Προβλεπόμενη μερική αναστήλωση της Θόλου.

 

Η Θόλος, σημαντικό οικοδόμημα στη μυστηριακή λατρεία του Ασκληπιού και σε άμεση γειτνίαση με το ναό του Ασκληπιού και τη στοά του Αβάτου, ενσωματώθηκε στα κτίρια που περιέβαλε η στοά των υστερορωμαϊκών χρόνων. Καταστράφηκε για πρώτη φορά από το μεγάλο σεισμό του 6ου μ. Χ. ενώ γύρω στο 18ο αιώνα άρχισε η διαρπαγή των πώρινων μελών, η ασβεστοποίηση των μαρμάρων και η αφαίρεση των μεταλλικών στοιχείων της. Υλικό από τη Θόλο βρέθηκε επίσης εντοιχισμένο σε βυζαντινά μνημεία της ευρύτερης περιοχής. Μετά τις ανασκαφές του τέλους του 19ου αιώνα, από το μνημείο σώζονταν μόνο οι τρεις στερεοβάτες της ανωδομής και η υπόγεια τριμερής κατασκευή του λαβυρίνθου. Σημαντικό μέρος των διάσπαρτων αρχιτεκτονικών μελών της ανωδομής χρησιμοποιήθηκε σε συνεπτυγμένες αποκαταστάσεις των αρχών του 20ου αιώνα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Επιδαύρου. Η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου εκτελεί από το 1994 πρόγραμμα μερικής αποκατάστασης του κτιρίου, στα πλαίσια του οποίου διαλύθηκαν οι παραπάνω αποκαταστάσεις. Σήμερα στο μουσείο εκτίθεται μόνο το κορινθιακό κιονόκρανο – παράδειγμα, που βρέθηκε προσεκτικά θαμμένο κοντά στο μνημείο.

 

Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου

 

 

θόλος ο [θólos] & θόλος η [θólos] : 1. καμπυλόσχημη, συνήθ. λίθινη κατασκευή για την κάλυψη ενός χώρου, της οποίας η πιο συνηθισμένη μορφή είναι η κυλινδρική: Hμισφαιρικός ~, τρούλος. Ο ~ με μικρό πλάτος λέγεται αψίδα. Kλειδί* του θόλου. ~ από πλίνθους / από μέταλλο / από τσιμέντο. Οι θόλοι των βυζαντινών ναών. Ο ~ του Πανθέου της Ρώμης. Ο ~ του αστεροσκοπείου. 2. για κτ. που μοιάζει με θόλο. α. (αστρον.) ουράνιος ~, νοητή κοίλη ημισφαιρική επιφάνεια που φτάνει ως τη γραμμή του ορίζοντα. β. (ανατ.) ονομασία για διάφορες κοιλότητες του σώματος: ~ του κρανίου / διαφράγματος. 3. (αρχαιολ.) κυκλικό οικοδόμημα με ημισφαιρική ή κωνική στέγη, που συνήθ. το περιέβαλλε μια σειρά κιόνων. 

[ελνστ. ὁ θόλος < αρχ. ἡ θόλος (μεταπλ. κατά τα άλλα αρσ. σε -ος)· λόγ. < αρχ. ἡ θόλος· λόγ. θόλ(ος) -ίσκος]

θυμέλη η [θiméli] : βωμός που βρισκόταν στο κέντρο της ορχήστρας των αρχαίων ελληνικών θεάτρων.

 

Λεξικό Τριανταφυλλίδη

 

Πηγή

 

  • Υπουργείο Πολιτισμού

 

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

  • Παναγής Καββαδίας, « Το ιερόν του Ασκληπιού εν Επιδαύρω και η θεραπεία των ασθενών», Αθήνησιν, 1900
  • Αγλαϊα Αρχοντίδου Αργύρη, Αρχαιολόγος, Επίδαυρος Εκδ. ΑΠΟΛΛΩΝ
  • Burford, A, The Greek Temple Builders at Epidauros 1969
  • Νικ. Παπαχατζή, Παυσανίου Ελλάδος Περιήγησης, Βιβλίο 2 και 3, Κορινθιακά και Λακωνικά, Αθήνα 1976, 204-216
  • ΥΠΠΟ-ΤΔΠΕΑΕ, Το έργο των επιστημονικών επιτροπών αναστήλωσης, συντήρησης και ανάδειξης μνημείων., Αθήνα 2006, 37

 

Read Full Post »

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου («Παναγίτσα» Λυγουριού)

 

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου

Μεταβυζαντινός ναός, σημαντικό κτίσμα της Β’ Ενετοκρατίας (1685-1715), που ανήκει στον τύπο του τετρακιόνιου σταυροειδούς εγγεγραμμένου με οκτάπλευρο τρούλο. Ιδιοτυπία αποτελεί η επέκταση του δυτικού σκέλους με την προσθήκη ενός επιπλέον ζεύγους κιόνων. Ο ναός δεν έχει ξεχωριστό νάρθηκα και η κύρια είσοδός του είναι στη νότια πλευρά. Κτιστό τέμπλο χωρίζει τον κυρίως ναό από το Ιερό. Η εκκλησία είναι κτισμένη από καλής ποιότητας λιθοδομή και το δάπεδο είναι πλακόστρωτο. Πάνω από την είσοδο, στο εσωτερικό του ναού, σώζεται η κτητορική επιγραφή με χρονολογία 27 Φεβρουαρίου 1701 που αναφέρει ότι ο ναός οικοδομήθηκε και εικονογραφήθηκε προς τιμή της Θεοτόκου με συνδρομές κι έξοδα από την ευρύτερη περιοχή και την κοινότητα, επί επισκόπου Δαμαλών και Πεδιάδος Ιακώβου, εφημερεύοντος ιερέως Δημητρίου και ιερέως Ιωάννου.


Ολόκληρος ο ναός είναι πλούσια εικονογραφημένος με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες. Ξεχωρίζουν η μνημειακή παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας στο δυτικό τοίχο, οι Θεομητορικές και Χριστολογικές σκηνές των πλάγιων τοίχων σε διάχωρα κόκκινης ταινίας, ο Παντοκράτωρ του τρούλου και η Πλατυτέρα του Ιερού. Στην εικονογράφηση διακρίνεται το ιδίωμα πολλών αγιογράφων. Γενικά χαρακτηριστικά είναι το στυλιζάρισμα μορφών και ενδυμάτων και η περιορισμένη χρωματική κλίμακα.

 

Πηγή

 

  • Ιστότοπος Δήμου Ασκληπιέων

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »