Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος’

Χρήστος Κων. Αίσωπος ή «Τζίτζης»


 

Χρήστος Αίσωπος

Χρήστος Αίσωπος

Τον φώναζαν «Τζίτζη» γιατί από μικρός, ήταν μικροσκοπικός. Ονομαζόταν Χρήστος Αίσωπος. Είχε γεννηθεί στο Λυγουριό Αργολίδας το 1908 και ήταν το πρώτο από τα πέντε παιδιά του Κωνσταντίνου («Αναγνώστη») Αισώπου και της Βασιλικής (το γένος Γ. Δουράνου). Είχε εργαστεί ως μηχανικός του Πολεμικού και του Εμπορικού Ναυτικού. Στην κατοχή, επειδή ήταν οργανωμένος στο ΕΑΜ και βρέθηκαν στο σπίτι του στο Λυγουριό δύο βιβλία Μαρξιστικού περιεχομένου, βασανίστηκε και εκτελέστηκε από τα Γερμανικά στρατεύματα την 1η Ιουνίου 1944.

Κατά τον χρόνο της εκτέλεσής του, ο πατέρας του δεν υπήρχε· είχε πεθάνει από το 1941. Η μητέρα του Βασιλική, η «θεία Αναγνώσταινα», ήταν 60 ετών. Ο αδελφός του ο Παντελής ήταν 34 ετών, παντρεμένος και με δύο παιδιά. Η μεγάλη αδελφή του, η Ευγενία, 31 ετών, παντρεμένη με τον Κωνσταντίνο Φ. Τυροβολά. Η μικρή, η Αγγελική ήταν 28 ετών και ο Γιώργος ο «Κουτσός» 25 ετών.

Ο «Τζίτζης» από μικρός ήταν επαγγελματίας ναυτικός. Για μεγάλο διάστημα είχε υπηρετήσει στο Πολεμικό πλοίο «ΑΕΤΟΣ» με τον βαθμό του υποκελευστή. Στον πόλεμο του ’40 βρέθηκε να δουλεύει ως μηχανικός σε ένα εμπορικό πλοίο το οποίο το 1941 βομβαρδίστηκε από τους Γερμανούς έξω από το λιμάνι του Πειραιά και βυθίστηκε. Ο «Τζίτζης» πρόλαβε να πέσει στη θάλασσα και κολυμπώντας βγήκε στην κοντινή Σαλαμίνα. Κάποιοι θυμούνται και μας διηγήθηκαν πως έφτασε στο Λυγουριό ξυπόλητος και ρακένδυτος.

Η απασχόληση του στο χωριό τα χρόνια της κατοχής ήταν ένα περιβολάκι που διατηρούσε η οικογένειά του στη θέση «Κρανιά». Όλοι έχουν να λένε πως ήταν ένας ευφυής, φιλήσυχος και μελετηρός άνθρωπος. Δεν έκρυβε στις λιγοστές κουβέντες του την πίστη του στην δημοκρατία και την κοινωνική δικαιοσύνη. Ήταν από τους πρώτους που συμμετείχαν στην οργάνωση του ΕΑΜ που δημιουργήθηκε στο Λυγουριό.

Πρωτοστάτες του σχηματισμού και της δράσης της Οργάνωσης ήταν τρία αδέλφια από το Άργος, εργολάβοι, ονομαζόμενοι «Ζαρογιανναίοι». Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος, ήταν απολυμένος τμηματάρχης του Υπουργείου Δημοσίων Έργων επί Μεταξά και έδινε παρουσία κάθε μήνα στην Αστυνομία. Αυτός ήταν και ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της Μαρξιστικής-κομμουνιστικής ιδεολογίας. Ο Νίκος, ο δεύτερος, ήταν πολιτικός μηχανικός. Ο Πέτρος, ο μικρότερος, είχε πλείστες καλλιτεχνικές ανησυχίες (ηθοποιός, ερασιτέχνης μουσικός,…) και ήταν παροιμιώδης γλεντζές και γυναικοκατακτητής στο προπολεμικό Λυγουριό.

Πριν ακόμη από τον πόλεμο οι «Ζαρογιανναίοι» είχαν πάρει την εργολαβία κατασκευής του δρόμου Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου με επιστάτη το Λυγουριάτη Θανάση Χρόνη. Ο Κώστας ο Ζαρόγιαννης, που συνήθως επέβλεπε τα έργα και το προσωπικό, δεν ξεχνούσε την ιδεολογία του ακόμα και εν ώρα εργασίας. Όλοι θυμούνται πως κάθε πρωί, κατά τις 10, «υποχρέωνε» τους εργαζόμενους σε διάλειμμα, για καφέ και συζήτηση. Εκεί, με το κύρος του ιδεολογικά ενημερωμένου στελέχους, ανέλυε τις κοινωνικές αδικίες, την «εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο», το δίκιο και τα δικαιώματα των εργαζομένων. Ένας απροσδόκητος εργοδότης…

Τα χρόνια της κατοχής – και ιδιαίτερα το καλοκαίρι του 1942 – τόποι συνάντησης των μελών του ΕΑΜ και πεδίο διαφώτισης και προπαγάνδας ήταν τα δεκάδες περιβολάκια των Λυγουριάτικων οικογενειών. Τα περισσότερα δημιουργήθηκαν λόγω της πείνας και της κατοχής σε κάθε τόπο που υπήρχε λίγο νεράκι… Στη «Νάπα», στο «Γερό» (Ιερό), στο «Μπουλμέτι», στα «Κρανιά», στου «Τζερέκου» και αλλού.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Μια προπολεμική φωτογραφία: Στη μέση ο Πέτρος Ζαρόγιαννης, αριστερά ο Χρήστος Αίσωπος και δεξιά ο Γιάννης Ν. Καψάλης.

Εκεί πηγαινοέρχονταν τα μεσημέρια πότε ο Κώστας και πότε ο Πέτρος ο Ζαρόγιαννης μ’ ένα ποδήλατο, όταν ξαπόσταιναν οι περιβολάρηδες για «μια μπουκιά ψωμί». Εκεί άνοιγε η κουβέντα και φούντωνε ο διάλογος. Εκεί όλοι μιλούσαν και άκουγαν για την πορεία του πολέμου – Ελ Αλαμέιν, Στάλινγκραντ – για την Αντίσταση και την Ελευθερία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη και τη Δημοκρατία. Εκεί όλοι μιλούσαν και συμφωνούσαν για την παραδειγματική τιμωρία που περίμενε μετά την απελευθέρωση τους δοσίλογους, τους μαυραγορίτες και τους κάθε λογής συνεργάτες των στρατευμάτων κατοχής. Η Οργάνωση του ΕΑΜ σε πλήρη ανάπτυξη. Διαφώτιση, προπαγάνδα και στρατολόγηση νέων μελών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι νέες και οι νέοι που ανταποκρίθηκαν.

Παράλληλα όμως με τη διαφωτιστική – προπαγανδιστική δουλειά της Οργάνωσης, λίγους μήνες πριν από τη σύλληψη του «Τζίτζη», στην περιοχή του Λυγουριού, συνέβη ένα σημαντικό γεγονός, που διαμόρφωσε συνθήκες πολέμου. Το γερμανικό φυλάκιο στο «Γερό» (Ιερό Ασκληπιείου) χτυπήθηκε από αντάρτες του ΕΛΑΣ, ανήμερα την Κυριακή της τελευταίας Αποκριάς, την 1η Μαρτίου 1944. Το Λυγουριό εκείνη την ημέρα είχε διπλή γιορτή, από τη μια την παραδοσιακή τελευταία Αποκριά και από την άλλη την πρόσφατη αποχώρηση των Γερμανών από το χωριό τους. (Οι Ιταλοί είχαν φύγει από την προηγούμενη χρονιά).

Οι κατακτητές άφησαν στην περιοχή μόνο μία φρουρά, στο φυλάκιο του Ασκληπιείου, που βρισκόταν βορειοανατολικά του αρχαιολογικού χώρου και λίγο πριν από το εκκλησάκι της Αγίας Άννας. Το φυλάκιο ήταν μια εγκατάσταση λίγων δωματίων, που περιστοιχιζόταν από πέτρινα ορύγματα και που είχε κατασκευαστεί από τους Γερμανούς με υποχρεωτική εργασία Λυγουριατών. Εκεί είχαν εγκαταστήσει γεννήτρια, ασύρματο, τηλέφωνο και μαγειρείο. Οι εγκαταστάσεις του φυλακίου καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Γερμανούς με εκρηκτικά όταν αποχώρησαν οριστικά από τον τόπο μας το καλοκαίρι του 1944.

Στην ολιγομελή φρουρά του φυλακίου υπηρετούσε κι ένας πανύψηλος καλοκάγαθος Γερμανοπολωνός στρατιώτης, ονόματι Ρίχελ. Αυτός, λόγω της μακροχρόνιας παραμονής του στον τόπο μας και των συνθηκών της κατοχής που διαμορφώθηκαν, είχε συμπονέσει τους φτωχούς χωριάτες και ιδιαίτερα τα στερημένα παιδιά των αγροτοκτηνοτρόφων της περιοχής. Δεν ήταν λίγες οι φορές, τον καιρό της πείνας, που τους έδινε κάτι να φάνε. Ο Χρήστος Γ. Σαρρής – επτάχρονο παιδάκι τότε – θυμάται πως από τα χέρια του Ρίχελ πήρε και έφαγε την πρώτη σοκολάτα της ζωής του. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως σε αυτό το φυλάκιο υπηρετούσε επίσης και ο δεκαοχτάχρονος τότε Γερμανός στρατιώτης ονόματι Άϊντς. Αυτός τελικά επέζησε του πολέμου και το 1979 επισκέφτηκε τον τόπο μας και βαθύτατα συγκινημένος (κλαίγοντας) προσκύνησε τα ερείπια του φυλακίου. Τέλος, μάγειρας του φυλακίου ήταν ο 35χρονος γερμανός στρατιώτης ονόματι Αρτούρ, ο γηραιότερος της φρουράς, αλκοολικός και πασίγνωστος στους ντόπιους, που δεν τον «χόρταιναν» κρασί.

Την ημέρα της τελευταίας Αποκριάς, που εξιστορούμε, είχε κατέβει και ο Ρίχελ στο Λυγουριό. Ήθελε να παρακολουθήσει τις εορταστικές εκδηλώσεις των χωρικών, ίσως όμως ήθελε και να τους αποχαιρετήσει· όλοι ήξεραν ότι οι Γερμανοί «χάνουν τον πόλεμο» και ότι σύντομα θα οπισθοχωρούσαν. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που τον υποδέχτηκαν και τον κέρασαν.

Εκείνες τις ώρες της διασκέδασης, λίγο πριν από το μεσημέρι, στην περιοχή του αρχαίου θεάτρου, μια μικρή ομάδα ανταρτών του ΕΛΑΣ, προερχόμενη από την περιοχή της Κορίνθου, υπό τον καπετάν «Χάρο» κατά κόσμον Παπαρρήγα (μετέπειτα πεθερό της μέχρι πρότινος Γραμματέως του Κ.Κ.Ε.) περικύκλωσαν από απόσταση το γερμανικό φυλάκιο. Έστησαν ένα πολυβόλο στη θέση «Χαρανί», πλησίον του Μαλεάτα και όρθωσαν πρόχειρες πολεμίστρες με «λιανοντούφεκα» ανατολικά από το στανοτόπι του Βασίλη Σαρρή («Ξαλιά»).

Πριν εκδηλώσουν την επίθεση, «υποχρέωσαν» δύο Λυγουριάτες που βρήκαν στην περιοχή, τον Δημήτρη Μιχ. Γιαννούλη και τον Παναγιώτη Ιω. Γκοβάτση, να κόψουν με χειροπρίονα δύο τηλεγραφόξυλα και με αυτά να καταστρέψουν την τηλεφωνική σύνδεση του φυλακίου. Στη συνέχεια, έριξαν μερικές ριπές με το πολυβόλο και κάποιες βολές με τα τουφέκια εναντίον των γερμανικών εγκαταστάσεων. Όταν όμως δέχτηκαν τη σφοδρή αντεπίθεση των Γερμανών, αποσύρθηκαν προς νότο με κατεύθυνση την Ερμιονίδα, που ήταν ο προορισμός τους. Απώλειες ή τραυματισμοί δεν υπήρξαν για καμιά από τις δύο πλευρές. Η «επιχείρηση» αυτή των ανταρτών εναντίον του γερμανικού φυλακίου πιθανότατα δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα επιπόλαιο περιστατικό, αυθόρμητο και απροσχεδίαστο, που παρ’ ολίγον να κάψει στην κυριολεξία το Λυγουριό και να πυροδοτήσει την γερμανική εκδικητικότητα.

Οι Γερμανοί, όταν διαπίστωσαν την καταστροφή της τηλεφωνικής γραμμής, χρησιμοποίησαν τον ασύρματο και ειδοποίησαν την Κεντρική Διοίκηση στο Ναύπλιον ζητώντας ενισχύσεις, οι οποίες και δεν άργησαν να έρθουν. Πρώτα-πρώτα έφτασαν από τον Σαρωνικό δύο πολεμικά υδροπλάνα, που διέγραψαν μία κυκλική επιθετική περιπολία πάνω από την περιοχή.

Οι κάτοικοι του Λυγουριού με το πρώτο βουητό των υδροπλάνων και τις απανωτές ριπές των πολυβόλων, που γάζωναν τους γύρω λόφους, διέκοψαν απότομα την αποκριάτικη διασκέδαση. Επικράτησε πανδαιμόνιο. Με ιδιαίτερη σπουδή οι τρομοκρατημένοι χωρικοί ετοίμασαν τη φυγή τους στην ύπαιθρο. Γέμισαν τις γούρνες με νερό και τάισαν τα πουλερικά και τα ζωντανά του σπιτιού. Βύζαξαν τα αρνιά και τα κατσίκια και τα έκλεισαν στους στάβλους. Δεν ήξεραν πότε θα γυρίσουν. Έριξαν στα καπούλια και στα σαμάρια των ζώων λίγες κουβέρτες, μερικές αλλαξιές, ένα καρβέλι ψωμί και κάποια λιγοστά εφόδια. Τα μωρά βρήκαν καταφύγιο στην αγκαλιά της μάνας και τα μεγαλύτερα παιδιά κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα βγήκαν από το χωριό και όλες οι οικογένειες σκόρπισαν στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Μόνο λίγοι γέροι έμειναν πίσω καρτερώντας τον πιθανό κίνδυνο παρά τη σίγουρη ταλαιπωρία της «εξόδου».

Οι περισσότερες οικογένειες αναζήτησαν την προστασία τους στα περιβόλια τους και στα κοντινά ξωκλήσια. Ο Αη Γιώργης, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Αθανάσιος και ο Άγιος Μερκούριος μετατράπηκαν σε πραγματικά καταφύγια πίστης και ελπίδας. Τα γυναικόπαιδα είχαν την προτεραιότητα στην προστασία. Ορισμένοι νέοι και οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν με προφυλάξεις σε ψηλούς βράχους και αγνάντευαν το χωριό που σε λίγο – κατά τις φήμες – θα καιγόταν. Ευτυχώς το κακό δεν έγινε. Πολλοί ισχυρίζονται πως αυτό οφείλεται στην πεισματική και πειστική παρέμβαση του στρατιώτη Ρίχελ που έπεισε τους ανωτέρους του πως οι αντάρτες που «χτύπησαν» το φυλάκιο ήταν φερτοί και δεν είχαν καμία σχέση με τους φιλήσυχους Λυγουριάτες.

Εν τω μεταξύ κατέφθασαν στο έρημο χωριό από το Ναύπλιον δύο τεθωρακισμένα καμιόνια με πάνοπλους στρατιώτες. Παράλληλα τα υδροπλάνα συνέχιζαν τις εκκωφαντικές περιπολίες τους και «γάζωναν» με τις ριπές τους τα γύρω υψώματα.

Αθώο θύμα της αεροπορικής αυτής επίθεσης υπήρξε η άτυχη Χριστίνα, σύζυγος του Περίανδρου Σκοτώρη, 30 ετών και μητέρα ενός εξάχρονου αγοριού, του Κώστα. Έπεσε νεκρή πηγαίνοντας στην περιοχή «Μόνουκα» από μια αεροπορική ριπή πλησίον του Λυγουριάτικου νεκροταφείου, πριν προλάβει να κρυφτεί στα δέντρα του περιβόλου. Η επτάχρονη τότε Φωτούλα Μιχ. Ξυπολιά θυμάται πως το άψυχο σώμα της μεταφέρθηκε στο χωριό με το γαϊδουράκι του πατέρα της Παναγιώτη Ν. Δεληγιάννη.

Την από αέρος γερμανική επίθεση δέχτηκε και η Κατερίνα, σύζυγος Γεωργίου Περ. Καψάλη, στην περιοχή του Αη Γιώργη, όταν πήγαινε με το γάιδαρό της να προφυλαχτεί, κρατώντας στην αγκαλιά της τον τετράχρονο γιο της Περικλή. Όταν είδε από μακριά τ’ αεροπλάνα και συνειδητοποίησε τον κίνδυνο, πρόλαβε να κατέβει από το ζώο και με τον μικρό Περικλή στην αγκαλιά της κρύφτηκαν στους παρακείμενους θάμνους. Οι φονικές ριπές του αεροπλάνου τελικά σκότωσαν μόνο το άτυχο ζώο.

Στον απόηχο του «χτυπήματος» του φυλακίου, ένα άλλο αιματηρό επεισόδιο συνέβη στη θέση «Χάνι» του γειτονικού Αδαμίου. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια του κυνηγητού που εξαπέλυσαν κατά των ανταρτών, οι Γερμανοί έστειλαν και ένα απόσπασμα προς την κατεύθυνση της φυγής τους. Αυτό το απόσπασμα, αφού παρέκαμψε τη θέση «Κολώνες» του Ιερού, βγήκε αγνάντι στην Αδαμιώτικη περιοχή «Χάνι», λίγο μετά το «Σέλκι». Σε αυτή την επιχείρηση οι Γερμανοί δεν συνάντησαν πουθενά αντάρτες και στράφηκαν στους άμαχους. Για τους ένοπλους κατακτητές, ό,τι εκινείτο ήταν στόχος.

Έτσι τα πυρά των Γερμανών σκότωσαν τον γέροντα Παναγιώτη Καραφωτιά, που όταν τους είδε έτρεξε να κρυφτεί στο βουνό, αλλά δεν πρόλαβε. Στη συνέχεια, τραυμάτισαν σοβαρά στα πόδια την εντεκάχρονη τότε Ιωάννα (Γιαννούλα) Χρ. Παπαδόγιαννη, μετέπειτα σύζυγο Γεωργίου Κ. Καραφωτιά, που εκινείτο στην αυλή του σπιτιού της. Όταν πλησίασαν οι εξαγριωμένοι Γερμανοί, πυρπόλησαν και το σπίτι του Παπαδόγιαννη γιατί το θεώρησαν κρησφύγετο των διερχόμενων ανταρτών. Αυτή την εξήγηση έδωσε στους τρομοκρατημένους παθόντες ο Έλληνας χωροφύλακας και διερμηνέας των κατακτητών ονόματι Κρεμπενιός, που τότε υπηρετούσε στο Σταθμό του Λυγουριού.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Ο Χρήστος Κ. Αίσωπος στην αρχή της θητείας του στο Ναύσταθμο.

Το περιβολάκι της οικογένειας του «Τζίτζη» βρισκόταν στη θέση «Κρανιά», νοτιοανατολικά του χωριού. Από εκεί ο Χρήστος, έχοντας δίπλα του την απέραντη κρυψώνα του βουνού, ζούσε σαν καταζητούμενος των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, παρότι δεν είχε κατηγορηθεί ή διαπράξει κανένα έγκλημα πέραν της προσήλωσής του στη Μαρξιστική θεωρία. Έτσι, όπως κάθε τόσο, πιθανότατα, την Κυριακή 29 Μαΐου 1944, ξεκίνησε από το περιβόλι του, με κάθε προφύλαξη, να φτάσει στο πατρικό του σπίτι για προμήθειες. Πολύ πριν πλησιάσει, κάποιοι άλλοι περιβολάρηδες τον ειδοποίησαν: «Πρόσεχε» του είπαν «το χωριό σήμερα είναι γεμάτο από Γερμανούς και Ταγματασφαλίτες….». Αυτός τους αγνόησε… Το είχε ξανακάνει… Όταν όμως μπήκε στο σπίτι του, «μπουκάρισαν» ξωπίσω του οι κρυμμένοι ένοπλοι διώκτες του και τον συνέλαβαν.

Έψαξαν σε κάθε γωνιά του σπιτιού για όπλα ή κάποιο άλλο ενοχοποιητικό στοιχείο. Δεν βρήκαν τίποτα, παρά μόνο δυο βιβλία – κομμουνιστικά είπαν – κρυμμένα στην αποθήκη με τα κάρβουνα. Με τα «ενοχοποιητικά» αυτά ευρήματα – τα Μαρξιστικά βιβλία – οι δεσμώτες του τον οδήγησαν στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού για ανάκριση.

Εκεί για τρεις ημέρες και τρεις νύχτες τον βασάνισαν φριχτά, προκειμένου να του αποσπάσουν πληροφορίες για κρυψώνες όπλων και ονόματα ανταρτών. Εκείνες τις ημέρες και τις νύχτες στη γειτονιά της Αστυνομίας δεν κοιμήθηκε κανένας από τα βογγητά του άτυχου κρατούμενου. Ο Χρήστος φαίνεται πως άντεξε, γιατί δεν ακολούθησαν άλλες συλλήψεις. Το μόνο που μπορεί να αναφερθεί, χωρίς να συσχετισθεί, είναι πως εκείνες τις ημέρες, με τη σύλληψη του «Τζίτζη», είχαμε και τις ανακρίσεις από τους Γερμανούς του εφημέριου παπα -Γρηγόρη Πετρουλά, που λίγο έλειψε να τον εκτελέσουν κι αυτόν – τελικά τη γλίτωσε αλλά του απαγορεύτηκε να επανέλθει στην ενορία του στο Λυγουριό.

Ο Πετρουλάς είχε κατηγορηθεί για αντιγερμανική προπαγάνδα «από άμβωνος» και για μια φωτογραφία που έφτασε στα χέρια των κατακτητών από ντόπιους «καλοθελητές» στην οποία ο ιερέας απεικονιζόταν με αρμάδες «χιαστί» εν μέσω ανταρτών του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Απόλυτα σαφής είναι η αναφορά του με ημερομηνία 11 Ιουλίου 1944 προς τον Σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αργολίδος, που γράφει επί λέξει: «Λαμβάνω την τιμήν ευσεβάστως ν’ αναφέρω Υμίν, ότι η Γερμανική Αστυνομική αρχή μου απαγόρευσε να επανέλθω εις την οργανικήν μου θέσιν εν Λυγουρίοις, καθότιν ευρίσκει λόγους σοβαρούς προς τούτο… Ασπάζομαι την δεξιάν σας. Το πνευματικόν σας τέκνο Γρ. Πετρουλάς». (Πηγή: Αρχείο Ιεράς Μητρόπολης Αργολίδας).

Ύστερα από τρία μερόνυχτα φρικτών βασανιστηρίων ο «Τζίτζης» βρισκόταν σε άθλια κατάσταση στα κρατητήρια της Αστυνομίας του Λυγουριού· αιμόφυρτος, νηστικός και κυρίως διψασμένος, δύσκολα στεκόταν στα πληγωμένα πόδια του. Αυτό διαπίστωσε όταν τον αντίκρισε από τον μικρό φωταγωγό της φυλακής του – και αυτό μαρτύρησε – η πρώτη του εξαδέλφη Μαριγώ, σύζυγος Δημητρίου Χρ. Μελλά ή «Μπόρη».

Αυτή και μόνο, με αξιοζήλευτο θάρρος και αυταπάρνηση, προσέγγισε τον χώρο του βασανιστηρίου του, χωρίς να γίνει αντιληπτή. Με απαράμιλλη ευρηματικότητα, ψυχραιμία και μυστικότητα, χρησιμοποίησε το ημιυπόγειο της διπλανής με το κρατητήριο χαμοκέλας, ιδιοκτησίας τότε Παντελή Γκοβάτση (σημερινή οικία Κων. Τζάνου) και πέρασε «σαν φίδι» στο σκοτεινό σοκάκι της Αστυνομίας. Έτσι προσέγγισε τη φυλακή του κρατούμενου εξαδέλφου της και του έδωσε μέσα από τα κάγκελα του φεγγίτη λίγη τροφή και κυρίως το πολύτιμο νερό, που τόσο είχε ανάγκη.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Ο Χρήστος Αίσωπος με την αδελφή του Ευγενία Τυροβολά που έμελλε να ζήσει το τραγικό τέλος του.

Σ’ αυτό το μικρό αλλά βασανιστικό διάστημα η αδελφή του Χρήστου, η Ευγενία Τυροβολά, με την συνδρομή του δικολάβου Κωνσταντίνου Αισώπου συμπλήρωσε μια «αίτηση χάριτος» και μάζεψε υπογραφές θετικές από όλο το χωριό. Υπέγραψαν πάρα πολλοί ομοϊδεάτες και αντίθετοι. Μέχρι και η Ελενίτσα, η χήρα του Χρηστάκη του Τόλια του γιατρού, που τον προηγούμενο χρόνο – το 1943 – είχε εκτελεστεί μαζί με τον Παλαιοεπιδαύριο Βάσο Φελιμέγκα από Λιμνιάτες αντάρτες στην Προσύμνη. Τόσο αγαπητός ήταν. Όταν όμως ο γιατρός ο «Καλέρης» (Κ. Καλαματιανός) είδε όλες αυτές τις υπογραφές, τη διαβεβαίωσε πως αυτό το πλήθος των υπογραφών, που έδειχνε πόσο αγαπητός ήταν στην τοπική κοινωνία, θα ήταν και ο σίγουρος θάνατός του. Την έπεισε να σκίσουν την αίτηση και να συντάξουν καινούργια. Δεν πρόλαβαν…

Οι Γερμανικές αρχές, αφού με την ανάκριση και τα βασανιστήρια δεν μπόρεσαν ν’ αποσπάσουν καμιά πληροφορία, πήραν την αποτρόπαια απόφαση: «Εις θάνατον…» – χωρίς φυσικά ο δυστυχής κρατούμενος να τύχει οποιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας και υπεράσπισης. Τέτοια χρόνια τέτοια λόγια. Έτσι το πρωί της 1ης Ιουνίου 1944, ημέρα Τετάρτη, οι πάνοπλοι Γερμανοί στρατιώτες οδήγησαν «σηκωτό» τον αιμόφυρτο και ανήμπορο Χρήστο έξω από το χωριό.

Μαρτυρίες για τη διαδρομή που ακολούθησαν δεν υπάρχουν. Όλοι οι χωριανοί είχαν κρυφτεί και κλειστεί στα σπίτια τους. Η θλιβερή κουστωδία, για να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο, πρέπει να πήρε τη βορειοδυτική διαδρομή, από το προαύλιο της Αγίας Τριάδας προς τον «Πλάτανο». Από εκεί θα κατηφόρισαν προς το δρόμο της Επιδαύρου. Αμέσως μετά το σπίτι του Κώστα Καμπίτη («Μπόμπη»), μπήκαν στην αριστερή πλευρά της ασφάλτου, σε ένα χωράφι ιδιοκτησίας τότε Δημητρίου Γκάτζιου («Σπόγγου»), που σήμερα είναι χτισμένη η κατοικία του Παναγιώτη Φωτ. Χουντάλα. Εκεί στον ίσκιο μιας εύρωστης γκοριτσιάς σταμάτησαν. Χωρίς άλλη διαδικασία και καθυστέρηση ο επικεφαλής της Γερμανικής φρουράς έβγαλε το πιστόλι του και σημάδεψε τον «Τζίτζη» στο κούτελο. Η σφαίρα βγήκε από το πίσω μέρος της κεφαλής του, που άνοιξε σαν τσόφλι καρυδιού και σκόρπισαν τα μυαλά του στο χώμα. Η ώρα ήταν εννέα το πρωί και κάποια παιδιά παρακολούθησαν την εκτέλεση από μακριά. Οι εκτελεστές για πολλή ώρα απαγόρευσαν σε οποιονδήποτε να πλησιάσει το άψυχο σώμα εκτός… από τα σμήνη των μυγών, που λόγω της ζέστης δεν άργησαν να σκεπάσουν – στην κυριολεξία – τα χαίνοντα τραύματα του νεκρού. Φρίκη πραγματική.

Αυτή την αποτρόπαια εικόνα αντίκρισε, όταν έφυγαν οι Γερμανοί, και μας περιέγραψε ο δεκαπεντάχρονος τότε και «αυτόπτης» Αναστάσιος Δ. Μελλάς («Μπόρης»), γιός της Μαριγώς που προαναφέραμε. Όταν μαθεύτηκε το κακό στο χωριό, στο σπίτι του αδικοσκοτωμένου Χρήστου, βρίσκονταν μόνο η άμοιρη μητέρα του Βασιλική, η «θεια Αναγνώσταινα» και η μεγάλη αδελφή του Ευγενία Τυροβολά. Εκείνες μόνο έτρεξαν αλλόφρονες να τον θρηνήσουν και να τον παραλάβουν. Όλοι οι άλλοι του σπιτιού έλειπαν.

Η μικρή του αδελφή Αγγελική βρισκόταν κοντά στον αδελφό της το Γιώργη, σε νοσοκομείο της Αθήνας, όπου ο τελευταίος νοσηλευόταν ύστερα από τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του. Αυτοί οι δύο το τραγικό γεγονός της εκτέλεσης του αδελφού τους το έμαθαν μετά από σαράντα μέρες, όταν επέστρεψαν στο σπίτι τους στο Λυγουριό. Ο άλλος αδελφός τους, ο Παντελής, ήταν κρατούμενος για πολιτικούς λόγους στις φυλακές της Ακροναυπλίας. Η γυναίκα του η «Βγενιά» για περισσότερη προστασία είχε μετακομίσει στο πατρικό της, στη Νέα Επίδαυρο, έχοντας μαζί της την τετράχρονη κόρη της και το νεογέννητο γιο της. Εκεί ειδοποιήθηκε για το κακό αυθημερόν, λαβαίνοντας από το Λυγουριό το θλιβερό μήνυμα του πένθους μέσα σε ένα ταγάρι που έκρυβε ένα μαύρο τσεμπέρι. Ώσπου να μάθει τα ακριβή γεγονότα «δεν ήξερε για ποιόν να θρηνήσει…». Αυτά τα διηγείται ακόμη η θεια «Βγενιά» παρά τα βαθιά της γεράματα.

«Η ακριβής περιγραφή του περιστατικού και των συνθηκών θανατώσεως του θύματος…» περιέχεται στη σχετική αγωγή που συνέταξε στις 23 Αυγούστου 1995 ο Ναυπλιώτης δικηγόρος Παν. Λαλούσης για την «Διεκδίκηση πολεμικών επανορθώσεων από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας». Αντιγράφουμε: «Η θανάτωση έγινε με όπλο από Γερμανούς στρατιώτες μέσα στο Λυγουριό πλησίον της οικίας Αναστ. Λιάτα («Τασέλου») την 1η Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην και ώραν 9 π.μ. αφού είχε υποστεί πολλά βασανιστήρια, για λόγους αντιθέσεώς του στη ναζιστική θεωρία. Μετά τη θανάτωση οι συγχωριανοί ειδοποίησαν την οικογένειάν του που τον έθαψε κατά τις 6 μ.μ. της ίδιας μέρας τοποθετημένο επάνω σε φύλλο ξύλινης πόρτας».

Η ληξιαρχική πράξη θανάτου, με αριθμό 7, παρελήφθη από την μητέρα του θύματος Βασιλική, στις 12 το μεσημέρι. Την υπογράφει ο τότε Ληξίαρχος και διορισμένος Πρόεδρος της Κοινότητας Βασ. Διδασκάλου («Μπιλ»). Διαβάζουμε: «την πρώτην του μηνός Ιουνίου 1944 ημέραν Τετάρτην… απεβίωσεν φονευθείς ο υιός της Χρήστος Κ. Αίσωπος… Ο θάνατος κατά την πιστοποίησιν του ιατρού Κων. Καλαματιανού επήλθεν εκ τραύματος δι’ όπλου». Στο περιθώριο του εγγράφου και με διαφορετικό γραφολογικό χαρακτήρα υπάρχει ετεροχρονισμένη η σημείωση: «Εφονεύθη παρά γερμανών».

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του «αυτόπτη» δεκαοχτάχρονου τότε Κώστα Π. Γκοβάτση («Μοίρα»), που βρέθηκε την ώρα της διακομιδής στην «Πάνω Πλατεία» του Λυγουριού, ο νεκρός είχε τοποθετηθεί επάνω σε μία ξύλινη σκάλα. Την ξύλινη πόρτα που αναφέρει η αγωγή του δικηγόρου δεν θυμάται να την είδε. Το πιθανότερο είναι ότι η πόρτα με τη σορό τοποθετήθηκε σκεπασμένη με σεντόνι επάνω στη σκάλα κι έτσι μεταφέρθηκε από τον τόπο της εκτέλεσης στο ιατρείο του Κων. Καλαματιανού για τη γνωμάτευση και από κει στο Νεκροταφείο.

Τη μακάβρια μεταφορά ανέλαβαν, εκ περιτροπής, κρατώντας την ξύλινη σκάλα από τις άκρες της, ο φανοποιός Πέτρος Σπανόπουλος («Πετράκης»), ο Στέλιος Κωστάκης («Πίκρας») και η αδελφή του νεκρού, Ευγενία· αυτή η τραγική λυγερόκορμη νέα γυναίκα, που εκείνη την ημέρα – μονάχη ουσιαστικά – αντιμετώπισε και διαχειρίστηκε με ιδιαίτερο πείσμα το αβάσταχτο πένθος και τον φαρμακερό πόνο, τον δικό της, της μάνας της και του σπιτιού τους ολόκληρου· αυτή που πρώτη το πρωί, στον τόπο της εκτέλεσης σκέπασε μ’ ένα σεντόνι το θλιβερό λείψανο του αδελφού της και τελευταία το βράδυ, με σφιγμένα τα δόντια, τον μετέφερε μέχρι το Νεκροταφείο· αυτή που βάσταξε και απομόνωσε με λεόντεια γενναιότητα τον ανεκδήλωτο θρήνο της, αδιαφορώντας για την παρουσία των μισητών εκτελεστών. Η Ευγενία Τυροβολά, μια υπερήφανη φυσιογνωμία, φερμένη και βγαλμένη από την τραγική «Αντιγόνη» του αρχαίου ποιητή.

Τέλος εκείνο που θυμάται και μας μετέφερε επίσης ο Κώστας Γκοβάτσης είναι πως η νεκρώσιμη συνοδεία των ελάχιστων συγγενών δεν ξεπερνούσε τα επτά με οκτώ άτομα. Οι άλλοι χωριανοί, απόλυτα τρομοκρατημένοι, είτε είχαν φύγει μακριά από το χωριό είτε είχαν κλειδωθεί στα σπίτια τους.

Η ταφή του άτυχου – και ξεχασμένου από κοινωνία και πολιτεία – Χρήστου Αίσωπου έγινε χωρίς παπά και νεκρώσιμη ακολουθία κατόπιν διαταγής των στρατευμάτων κατοχής. Έφυγε από αυτόν τον κόσμο, άδικα και απάνθρωπα.

Το επίσημο Γερμανικό κράτος ουδέποτε έδωσε λόγο συγγνώμης ή αποζημίωση. Σήμερα, 70 χρόνια από τότε – και επειδή οι ήρωες ζουν ανάμεσά μας όσο τους θυμόμαστε – κλείνουμε αυτό το σημείωμα και το δημοσιοποιούμε σαν ελάχιστο φόρο τιμής και μνήμης στον τραγικό συμπατριώτη μας και ήρωα, Χρήστο Κων. Αίσωπο.

 

Γιάννης Σαρρής (Δραγώνας)

Λυγουριό, Μάιος 2014


Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

O Ε.Λ.Α.Ν. (Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό) και η δράση του στην Ερμιονίδα


 

Σημαντικό ρόλο στον αγώνα της Αντίστασης κατά των Γερμανικών δυνάμεων Κατοχής, στην Πελοπόννησο, έπαιξε και μια ολιγάριθμη αλλά ιδιαίτερα μαχητική ομάδα καταδρομών που ανέπτυξε στην Ερμιονίδα το ΕΑΜ. Πρόκειται για το ΕΛΑΝ, το Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό.

Η ιστορία κάπως επαναλαμβάνεται. Στα ίδια νερά της Ερμιονίδας, πριν 180 χρόνια, ένας άλλος καταδρομέας, ο Λενιδιώτης Ανδρέας Τσακώνης, διαδραμάτισε τον ίδιο ρόλο. Παραμονεύοντας πίσω από τους κάβους της περιοχής, έκανε τη διαδρομή προβληματική σε κάθε τούρκικο καράβι που θα διακινδύνευε να μπει στα νερά του Αργολικού κόλπου. Τέτοια ήταν η δράση του, ώστε οι Τουρκικές αρχές ν’ ασχοληθούν μαζί του, αλλά χωρίς αποτέλεσμα, γιατί η ιστορία, από όσα στοιχεία διασώθηκαν στο Αρχείο της Ύδρας (τόμ. 1, σ. 8081) δεν αναφέρει αν τελικά τον συνέλαβαν.

Ας δούμε, όμως, ποια ήταν η δράση αυτή του ΕΛΑΝ, έτσι όπως την διηγήθηκαν αυτοί που την έζησαν και επέζησαν.

Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι Γερμανοί, για να μεταφέρουν τα εφόδια του στρατού τους στην Κρήτη, χρησιμοποιούσαν ελληνικά καΐκια, αρπαγμένα, επιταγμένα ή κατά κάποιον οποιονδήποτε τρόπο αναγκασμένα να εκτελέσουν τις διαταγές τους. Τα φόρτωναν σε κάποιο λιμάνι της Αττικής κι εκείνα, ξεκινώντας το απόγευμα και παραπλέοντας τις ακτές της Πελοποννήσου, προσπαθούσαν ταξιδεύοντας ολοταχώς τη νύχτα να βρίσκονται τα ξημερώματα σε κάποιο λιμάνι της Κρήτης. Το δρομολόγιο αυτό των καϊκιών περνούσε ανάμεσα στον Άη Γιώργη της Ύδρας και το νησάκι Δοκός.

Το 1943, ένας θαρραλέος και ριψοκίνδυνος γεωπόνος, ο Τάσος Κακαβούτης, Γραμματέας του ΕΑΜ Ερμιονίδας, συνέλαβε την ιδέα να οργανώσει μιαν ομάδα καταδρομών και να παρεμποδίσει αυτή τη μεταφορά εφοδίων προς τα στρατεύματα κατοχής της Κρήτης. Την οργάνωση της ομάδας αυτής του ΕΛΑΝ την είχαν αναλάβει και νωρίτερα μερικά παιδιά από την Ερμιόνη, αλλά μέχρι τότε δεν είχαν αναπτύξει καμία δράση. Τότε, στις αρχές του 1944, μια ολιγάριθμη ομάδα ανταρτών αποσπάται από το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ, που είχε την έδρα του στην περιοχή της Στυμφαλίας και στέλνεται στην Ερμιονίδα. Από τα μέλη αυτής της ομάδας δημιουργήθηκε ο βασικός πυρήνας του ΕΛΑΝ.

Ένα από τα μέλη της, ο Παναγιώτης Καραμπίνας από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας, γνωστός με το ψευδώνυμο «καπετάν Τζαβέλας», που τον συναντήσαμε στο σπίτι του, στην Παραλία της Ακράτας, μας διηγείται:

«Εγώ, τότε, είχα καταταχτεί στο 6° Σύνταγμα του ΕΛΑΣ και μια μέρα, αρχές του 1944, πήραμε την εντολή να σχηματίσουμε μιαν ομάδα κρούσεως και να κατεβούμε στα Δίδυμα. Είμαστε επτά. Ο Γιώργος ο Λέκας, από το Γκέρμπεσι (Μιδέα) της Αργολίδας, γνωστός με το ψευδώνυμο καπετάν Λευτεριάς, ο Γιάννης Σκινάς ή Τίγρης από το Χαρβάτι (Μυκήνες), ο Τάσος Οικονόμου από τις Λίμνες, ο καπετάν Γιάννης Μοριάς και άλλα δύο παιδιά, που δεν θυμούμαι τα ονόματά τους.

Εκείνες τις ημέρες, θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη 1944, δύο εγγλέζικα αεροπλάνα βομβάρδισαν μέσα στο λιμάνι των Σπετσών τον ¨Κέφαλο¨, ένα καράβι μιας Κακαμπουρίνας από τα Μέθανα, επιταγμένο από τους Γερμανούς και φορτωμένο άλευρα, και το βούλιαξαν. Αλλά, φεύγοντας μετά τον βομβαρδισμό, το ένα από τ’ αεροπλάνα χτύπησε στον φάρο, έχασε το ένα του φτερό και πέφτοντας στη θάλασσα, στη τοποθεσία ¨Γαρύφαλλου¨, βούλιαξε σε 18 οργιές νερό. Είχε πλήρωμα δύο αεροπόρους. Ο ένας πρόλαβε και γλύτωσε με το αλεξίπτωτο. Τον έκρυψε ένας ψαράς, ο Βαγγέλης Οικονόμου ή Παραπόλας, και τον φυγάδεψε κατόπιν στα Δίδυμα. Ο άλλος παρασύρθηκε με το σκάφος στον βυθό. Από τους Γερμανούς στρατιώτες, που αποτελούσαν την φρουρά του καραβιού, δυο σκοτώθηκαν, δυο άλλοι επιβιβάστηκαν σε κάποιο καΐκι και γύρισαν στον Πειραιά, δυο κατέφυγαν στο ξενοδοχείο του Καρδάση, στις Σπέτσες, και ο τελευταίος, εφτά ήσαν όλοι, ο Φριτς, μπήκε σε κάποιο περαστικό καΐκι και πήγε στο Ναύπλιο για να ειδοποιήσει για ό,τι είχε γίνει».

Μόλις φτάσαμε στα Δίδυμα, συνεχίζει την αφήγησή του ο Καπετάν Τζαβέλας, «θα ’ταν 15 ή 16 του Φλεβάρη, έρχεται ο Σμυρλής από τις Σπέτσες και μας είπε για τον βομβαρδισμό, το βυθισμένο αεροπλάνο, το καράβι, τους δυο Γερμανούς, που μένανε στο ξενοδοχείο. Μας είπε ακόμη και για τρία επιταγμένα καΐκια, που ήταν φορτωμένα στο λιμάνι. Αποφασίσαμε να πάμε να πιάσουμε τους Γερμανούς και τα καΐκια και να προσπαθήσουμε να διασώσουμε ό,τι μπορούσαμε από το μισοβυθισμένο καράβι και από το αεροπλάνο. Κατεβήκαμε στο Πόρτο Χέλι, πήραμε ένα καΐκι και περάσαμε στις Σπέτσες. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής κι εγώ. Πήγαμε στο σπίτι του Πασαμήτρου, όπου και μείναμε εκείνη τη βραδιά. Την άλλη μέρα, ο Παντελής Αρμένης, που είχε καφενείο στο Παλιό Λιμάνι και που αργότερα έγινε κουνιάδος μου, μας έφερε σ’ επαφή με τους ναύτες των τριών επιταγμένων καϊκιών, που πρόθυμα δέχτηκαν να μας βοηθήσουν να πάρουμε τα καΐκια. Πράγματι, το βράδυ, ανεβήκαμε στα τρία καΐκια και τα πήγαμε στην Κοιλάδα. Το ένα ήταν οργανωμένο και το αφήσαμε ελεύθερο. Μέσα στ’ άλλα δυο βρήκαμε 75 τηλέφωνα και 350 τσουβάλια με Χριστουγεννιάτικα δέματα για τους Γερμανούς της Κρήτης, γλυκά, τσιγάρα και άλλα τέτοια είδη. Χιλιάδες κουτιά μαρμελάδα, χοιρομέρια, και καμμιά δεκαριά κεφάλια παρμεζάνα, που το καθένα τους ζύγιζε 70-80 κιλά, και που μοιράστηκαν αργότερα στον πληθυσμό. Πολλά προωθήθηκαν για τη Γκούρα της Στυμφαλίας, όπου όπως είπαμε ήταν το Αρχηγείο του ΕΛΑΣ. Οι ναύτες των καϊκιών έμειναν στις τάξεις τού ΕΛΑΣ και μάλιστα δύο απ’ αυτά τα παιδιά κρεμάστηκαν αργότερα στις Σπέτσες.

Τα εφόδια αυτά τα μεταφέραμε από την Κοιλάδα στα Δίδυμα και τα παραδώσαμε στην Οργάνωση. Γυρίσαμε κατόπιν στις Σπέτσες και πήγαμε στον Αρμένη, ο οποίος μας υπέδειξε το ξενοδοχείο όπου έμεναν οι Γερμανοί. Είμαστε έξη. Ο καπετάν Λευτεριάς, ο Σμυρλής, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας, ο Δημήτρης ο Κατεμής (Κανάρης), ο Γιάννης ο Σκινάς ή Τίγρης, κι εγώ. Μας είπαν σε ποιο δωμάτιο ήσαν οι Γερμανοί κι άκουγαν ράδιο. Ήταν και κάτι κοριτσόπουλα και χορεύανε. Μπήκαμε ξαφνικά μέσα φωνάζοντας Αλτ. Ο ένας από τους Γερμανούς έκανε μια προσπάθεια να πιάσει μια χειροβομβίδα, που είχε περασμένη στη μπότα του, αλλά ο Τρομάρας, με μια ριπή, τον πρόλαβε και τον σκότωσε. Είναι αλήθεια πως θέλαμε να τον πιάσουμε κι εκείνον ζωντανό, έτσι όμως που ήρθαν τα πράγματα δεν γινόταν αλλιώς. Πήραμε τον οπλισμό τους, είπαμε στους ανθρώπους του ξενοδοχείου να τυλίξουν τον νεκρό σ’ ένα σεντόνι και να τον φουντάρουν στα βαθειά και φύγαμε για τα Δίδυμα, παίρνοντας μαζί μας και τα δυο μυδράλια του καραβιού, που οι Γερμανοί είχαν αφαιρέσει από το μισοβυθισμένο καράβι και είχαν τοποθετήσει για φύλαξη στο καφενείο του Αρμένη.

Την άλλη μέρα, ο Γερμανός ο Φριτς, που είχε πάει στο Ναύπλιο και επέστρεφε στις Σπέτσες, πιάστηκε και οδηγήθηκε κι αυτός στα Δίδυμα».

Εδώ, πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκκλιση στην αφήγηση του καπετάν Τζαβέλα. Το επεισόδιο αυτό είχε τις συνέπειές του. Ο δήμαρχος Σπετσών, ο Λεκός, κατά μίαν εκδοχή, θορυβημένος από τον φόνο των δυο Γερμανών και φοβούμενος τα αντίποινα που περίμεναν αυτόν και το νησί, πήγε στον Πειραιά, συνοδευόμενος από τον γιατρό τον Κόχυλα. Παρουσιάστηκαν στις Γερμανικές Αρχές και ανέφεραν τα γεγονότα, προσπαθώντας να πείσουν τους Γερμανούς ότι ο ντόπιος πληθυσμός ήταν αμέτοχος σ’ αυτό το επεισόδιο.

Οι Γερμανοί, έχοντας την πληροφορία ότι οι καταδρομείς είχαν τη βάση τους κάπου στην Ερμιονίδα, επάνδρωσαν δυο μεγάλα σιδερένια καΐκια και ανήμερα το Πάσχα του 1944, αποβιβάστηκαν στην Κοιλάδα. Δείρανε, σκοτώσανε, κάψανε κάτι σπίτια στην Ερμιόνη και φύγανε. Η ενέργεια αυτή των Γερμανών θεωρήθηκε ότι ήταν αποτέλεσμα της αναφοράς του Λεκού και του Κόχυλα και παρ’ όλο που ήσαν πρόσωπα αγαπητά σ’ όλους, εκτελέσθηκαν, μαζί με τον Διαμαντόπουλο τον αρχιτέκτονα και τον Κατραμάδο.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση - Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Τάσος Γεωργοπαπαδάκος (1911- 1987). Φιλόλογος και συγγραφέας. Κατά την διάρκεια της κατοχής πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση μέσα από τις γραμμές του ΕΑΜ στην Ύδρα. Εκτός των άλλων έγραψε και το: «Μνήμες από την Εθνική Αντίσταση – Η δράση του ΕΛΑΝ Αργολικού», Θεσσαλονίκη 1987. Αρχείο φωτογραφίας: Μιχάλης Ν. Γεωργοπαπαδάκος.

Από τότε, ο καπετάν Τζαβέλας και ο Τάσος Κακαβούτης οργάνωσαν συστηματικά το ΕΛΑΝ. Πήραν ένα καΐκι του Παντελή του Μπάμη, ένα τρεχαντήρι καμιά 30αριά τόνων, του βγάλανε το άλμπουρο για να μην διακρίνεται εύκολα από μακριά, βάλανε ένα μυδράλιο στην πλώρη και το προστατέψανε με τσουβάλια με χώμα. Παίρνανε πληροφορίες από τον Τάσο Παπαδάκο [Τάσος Γεωργοπαπαδάκος], που ήταν γραμματέας στη Μητρόπολη της Ύδρας και διερμηνέας των εκεί Γερμανών. Τους ειδοποιούσε με το τηλέφωνο πόσα καΐκια και πότε επρόκειτο να περάσουν, αν ήταν οπλισμένα κι αν είχαν συνοδεία από Γερμανούς. Στις επιχειρήσεις αυτές λάβαιναν μέρος συνήθως πέντε παιδιά. Ο Μήτσος ο Κρεμύδας, ο Βασίλης ο Λιώσης, ο Σταύρος Χατζησταύρος από το Κρανίδι, ο Παναγιώτης ο Τρομάρας κι ο καπετάν Τζαβέλας. Συνολικά πιάσανε 17-18 καΐκια, απ’ όπου πήρανε πολλά τρόφιμα. Μ’ αυτά, που τα προωθούσαν με ζώα στη Στυμφαλία, ενισχύθηκε σημαντικά ο αγώνας του ΕΛΑΣ στην Πελοπόννησο.

 

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

Χάρτης των βασικών δρομολογίων υων επίτακτων σκαφων που εφοδίαζαν τις γερμανικές φρουρές την περίοδο 1943-1944. Παπαδόπουλου Α. Δημητρίου, ΕΛΑΝ, Ελληνικό Λαϊκό Απελευθερωτικό Ναυτικό 1943-1945, Πολεμικές Σελίδες. Τεύχος 14ο, Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007, σελ. 35.

 

Ας ξαναγυρίσουμε όμως στη διήγηση τού καπετάν Τζαβέλα.

 

«Αφού παραδώσαμε τον οπλισμό των Γερμανών και τον αιχμάλωτο στα Δίδυμα, ξαναγυρίσαμε στις Σπέτσες, πήραμε δύτες, ανασύραμε το αεροπλάνο και του βγάλαμε τα πέντε μυδράλια πού είχε. Αυτά δούλευαν με ηλεκτρισμό, αλλά εμείς τα προωθήσαμε στο Τάγμα, όπου και τα μετέτρεψαν και τα έκαναν να δουλεύουν με σκαντάλη.

Εκείνες τις ημέρες, μας έφεραν την πληροφορία ότι στη Σκαμνιά, στη Σέριφο, είχε βουλιάξει ένα βαπόρι και ότι οι επτά Γερμανοί, που ήταν η φρουρά του, είχαν πάρει δύτες, έβγαζαν από το βαπόρι ό,τι μπορούσαν και το πούλαγαν. Αποφασίσαμε με τον Παντελή τον Αρμένη να πάμε να τους πιάσουμε.

Μπήκαμε σ’ ένα γερό καΐκι και πήγαμε στο Λειβάδι στη Σέριφο οι τρεις. Ο Παντελής ο Αρμένης, ο καπετάν Αντρέας, που ήταν καπετάνιος σ’ ένα από τα επιταγμένα καΐκια που είχαμε αράξει στην Κοιλάδα κι εγώ. Βάλαμε τα σήματα του Ερυθρού Σταυρού για να μη μας χτυπήσουν τα αεροπλάνα. Τα αυτόματα τα τυλίξαμε στα πανιά για να μη φαίνονται. Βγήκαμε στο Λειβάδι, το κεντρικό λιμάνι του νησιού, όπου και συνδεθήκαμε και μάθαμε για τους Γερμανούς στη Σκαμνιά. Μένανε σ’ ένα εκκλησάκι που το είχαν οχυρώσει κι επέβλεπαν από ψηλά το βαπόρι. Μάθαμε, ακόμη, ότι στο λιμάνι της Σέριφου ήταν αραγμένο ένα μεγάλο καΐκι του Γκόβερη, γνωστού τότε μεγαλοϊχθυέμπορου του Πειραιά, που αγόραζε ψάρια για τις ανάγκες του Γερμανικού Στρατού. Είχε και μια φρουρά από τρεις Γερμανούς. Τα πυρομαχικά μας δεν ήταν πολλά και δεν μας επέτρεπαν να επιτεθούμε εναντίον των Γερμανών της Σκαμνιάς. Έπειτα, ένας σύνδεσμος που στείλαμε να πάει να ιδεί και να ’ρθει να μας πει τι γινόταν, αργούσε να γυρίσει. Γι’ αυτό καταλήξαμε στην απόφαση να επιτεθούμε στο δεύτερο καΐκι, του Γκόβερη.

Φύγαμε με τα πόδια για το λιμάνι – δεν θυμάμαι πώς λεγόταν – όπου βρισκόταν το καΐκι, φορώντας πέδιλα και φανελάκια για να φαινόμαστε σαν ψαράδες. Τα πιστόλια τα περάσαμε στη ζώνη, μέσα από το παντελόνι. Όταν φτάσαμε στο λιμάνι, όπου ήταν το καΐκι του Γκόβερη, ήταν μεσημέρι. Είδαμε τους δυο από τους τρεις Γερμανούς να κοιμούνται στο προαύλιο ενός καφενείου, αλλά δεν βλέπαμε τον τρίτο κι αυτό μας έκανε να διστάσουμε να τους επιτεθούμε. Ώσπου να ιδούμε πού ήταν ο τρίτος Γερμανός, η ώρα πέρασε και οι δυο Γερμανοί ξύπνησαν και τότε είδαμε ότι ο τρίτος Γερμανός, ένας βαθμοφόρος, ήταν στην ταράτσα του σπιτιού και φύλαγε το καΐκι και τους συντρόφους του που κοιμόντουσαν. Πλησιάσαμε στο καΐκι και είπαμε στους ναύτες πως μάθαμε ότι αγοράζει ψάρια και ότι κι εμείς ψαράδες είμαστε, αλλά ότι το καΐκι μας έχει πάθει βλάβη στο Λειβάδι και τα ψάρια μας θα χαλάγανε και θα τα πετάγαμε. Μας ρώτησαν τι ψάρια ήταν και τι ζητάγαμε και τους απαντήσαμε ότι στη κατάσταση που είμαστε, ελάτε να τα δείτε και δώστε μας ό,τι θέλετε. Προσπαθούσαμε να τους φέρουμε στο καΐκι μας, όπου είχαμε τα αυτόματα. Είπανε ότι θα ’ρθούνε τ’ απόγεμα. Φύγαμε και γυρίσαμε στο Λειβάδι. Στο λιμάνι ήσαν κι άλλα καΐκια. Είπαμε σ’ ένα απ’ αυτά που ετοιμαζόταν να σαλπάρει να περιμένει και να φύγει μόλις ακούσει τη μηχανή του Γκόβερη να έρχεται, και στους άλλους στο λιμάνι να πουν ότι το καΐκι με τα ψάρια έφτιαξε τη μηχανή του και ¨Νάτο, έφυγε¨. Εμείς ανεβήκαμε με τα αυτόματα και κρυφτήκαμε πίσω από κάτι φραγκοσυκιές που ’σαν πάνω από το καΐκι μας και περιμέναμε.

Σε λίγο έφτασε το καΐκι του Γκόβερη με τους τρεις Γερμανούς. Ρώτησαν για το χαλασμένο καΐκι με τα ψάρια. Όταν τους είπαν ότι είχε φύγει, και πραγματικά είδαν ένα καΐκι ν’ απομακρύνεται, κι επειδή ο καιρός είχε αρχίσει να φρεσκάρει, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο Λειβάδι και άραξαν δίπλα μας.

Σε λίγο άρχισε να νυχτώνει και μέσα στο μισοσκόταδο είδα τον έναν από τους Γερμανούς, τον βαθμοφόρο, να πηγαίνει να κοιμηθεί στην πρύμνη με τον μηχανικό, ενώ οι άλλοι δυο κατέβηκαν κάτω στην πλώρη, μαζί με τ’ άλλο πλήρωμα.

Αφήσαμε να περάσει η ώρα, να τους πάρει ο ύπνος καλά και σιγά-σιγά βγήκαμε από τις φραγκοσυκιές, ανεβήκαμε στο καΐκι μας και περάσαμε στου Γκόβερη. Εγώ πήγα κατ’ ευθείαν στην πρύμνη, όπου κοιμόταν ο Γερμανός, ενώ οι άλλοι πήγαν στο άνοιγμα της πλώρης. Σκούντησα με το αυτόματο τον Έλληνα μηχανικό, που με νόημα μου έδειξε πού κοιμόταν ο Γερμανός. Τον σκούντησα κι αυτόν και μόλις άνοιξε τα μάτια του και είδε το αυτόματο, είπε έντρομος: ¨Εν τάξει, εν τάξει¨, σηκώνοντας τα χέρια του πάνω από το κεφάλι του. Την ώρα πού γινόντουσαν αυτά, στην πλώρη ο Σμυρλής με τον Αρμένη προσπάθησαν να συλλάβουν τους δυο άλλους Γερμανούς, που κοιμόντουσαν κάτω. Οι Γερμανοί όμως αυτοί αντιστάθηκαν και άρχισαν να πυροβολούν. Είπαμε να τους ρίξουμε μια χειροβομβίδα, αλλά συλλογιστήκαμε το πλήρωμα που θα σκοτωνόταν κι εκείνο μαζί τους. Δέσαμε τότε τον Γερμανό στο κατάρτι και πλησίασα στο άνοιγμα της πλώρης. Το αυτόματό μου, ίσως γιατί τα πυρομαχικά είχαν υγρανθεί, παθαίνει εμπλοκή, και με το πιστόλι πια πυροβόλησα προς το μέρος που, στη λάμψη των πυροβολισμών, νόμιζα πως ήσαν οι Γερμανοί. Αποτέλεσμα ήταν να τραυματίσω τον έναν στο χέρι και τον άλλον στο πόδι. Σταμάτησαν κάθε αντίσταση, τους βγάλαμε έξω και τους δέσαμε τα τραύματά τους. Μετά, τους φέραμε στην Ερμιόνη, μαζί με το καΐκι του Γκόβερη και τους παραδώσαμε στην τοπική οργάνωση».

Αυτή ήταν η ιστορία, που διηγήθηκε ο Παναγιώτης Καραμπίνας, με το πιο απλό ύφος, χωρίς το παραμικρό ίχνος περηφάνιας, λες και διηγιόταν μια ασήμαντη ιστοριούλα. Κι όμως, αυτά τα επεισόδια, παρ’ όλο τον προσωπικό και τοπικό χαρακτήρα τους, πρέπει να σημειωθούν και να μείνουν στην Ιστορία, σαν φωτεινά παραδείγματα θάρρους.

 

Να ιδούμε όμως και τι απέγινε το τμήμα εκείνο του ΕΛΑΝ.

 

«Στις αρχές του καλοκαιριού τού 1944, οι Γερμανοί άρχισαν τις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Ξεκίνησαν από την περιοχή του Ναυπλίου και χτενίζοντας κυριολεκτικά τη Ναυπλία έφτασαν και στην Ερμιονίδα. Ένα τμήμα του ΕΛΑΣ από το 6ο Σύνταγμα ήταν καταυλισμένο στην Πελεή, ένα χωριό κοντά στα Δίδυμα. Το τμήμα αυτό, πιεζόμενο από τις ανώτερες Γερμανικές δυνάμεις, κατεβαίνει ένα απόγεμα στην Κορακιά, επιβιβάζεται στα καΐκια που όπως είπαμε είχαμε πάρει πριν λίγες μέρες στο λιμάνι των Σπετσών και παρ’ όλο τον κίνδυνο να τους αντιληφθούν οι Γερμανοί καταφέραμε, κατά τη διάρκεια της νύχτας, να περάσουμε στη Σαμπατική της Κυνουρίας, παίρνοντας μαζί μας και την ¨Καταδίωξη¨, έτσι λέγαμε το σκάφος του Γκόβερη, γιατί είχε γερή μηχανή. Τους τραυματίες τους βγάλαμε στο Άστρος. Τα ένοπλα τμήματα μόλις πρόλαβαν να σκορπίσουν στους ελαιώνες της Σαμπατικής και του Λεωνιδίου, γιατί ξημερώνοντας ήρθαν τα αεροπλάνα. Μείναμε καμιά δεκαπενταριά μέρες στην Πλάκα. Τότε μας έκαναν οι Γερμανοί μιαν επίθεση με τορπιλακάτους και γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να βουλιάξουμε την ¨Καταδίωξη¨, στον Άη Γιώργη, στα Πούληθρα.

Μαζί μας δεν ήρθαν όλοι, μερικοί έμειναν. Ένας απ’ αυτούς, ο Γιώργος ο Λέκας, ο καπετάν Λευτεριάς, κατέβηκε κι αυτός κάτω στην Κορακιά για να φύγει μαζί με τους άλλους, αλλά την τελευταία στιγμή λέει στον καπετάνιο του τμήματος εκείνου:

– Αποφάσισα να μείνω εδώ και να συνεχίσω από εδώ τον αγώνα.

– Είναι επικίνδυνο αυτό που κάνεις, του λέει ο καπετάνιος, αλλά δεν μπορώ να στο απαγορέψω. Έλα μαζί μας. Πού θα πας; Πού θα κρυφτείς;

– Έχω ανθρώπους να με κρύψουν στις Σπέτσες, είπε και πήδησε στη στεριά.

Έφυγε μέσα στο σκοτάδι, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατο. Αργότερα μάθαμε πως κατέφυγε στις Σπέτσες, στο σπίτι του Αρμένη. Στις Σπέτσες είχε καταφύγει ο Πανουργιάς και άλλοι. Αλλά τα πάθη είχαν εξαγριωθεί κι εκεί. Τον πρόδωσαν τον Λέκα, και αναγκάστηκε να πάει να κρυφτεί μέσα στη σπηλιά του ¨Μπεκίρη¨. Αλλά κι εκεί τον βρήκαν. Αντιστάθηκε όσο είχε πυρομαχικά. Ύστερα παραδόθηκε. Έπειτα από έναν άγριο ξυλοδαρμό, μισοζώντανο τον κρέμασαν μαζί μ’ οκτώ άλλους μπροστά στο Ποσειδώνιο, στη Ντάμπια. Αυτόν, τους τρεις Πασαμητραίους, Άγγελο, Γιώργο και τη γυναίκα του, τον Βασίλη Οικονόμου, τον Δημοσθένη Οικονόμου, και τον Μιχάλη Ευσταθίου, τον ταχυδρομικό Γιάννη Τσιρτσίκο, τον Θάνο τον Κοντοβράκη από το Κρανίδι. Εκείνες τις μέρες κρέμασαν και σκότωσαν κι άλλους στις Σπέτσες. Θυμάμαι τον Δημήτρη τον Φαφούτη, τον Κατσαβίδα, τον Κωσταρίδα, τον καπετάν Αντρέα, που ήταν καπετάνιος ενός από τα καΐκια που είχαμε πάρει, όπως είπαμε παραπάνω.

Γιώργος Σκούρτης  (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη - Παπαθανασίου.

Γιώργος Σκούρτης (καπετάν-Πανουργιάς). Αρχείο: Κυριακούλα Σκούρτη – Παπαθανασίου.

Ο Πανουργιάς [Γιώργος Σκούρτης]  κρύφτηκε μέσα σ’ ένα άδειο μνημείο στο νεκροταφείο, αλλά έπειτα από 5-6 ημέρες τον ήβραν κι αυτόν και τον σκότωσαν. Δυο άλλους, τον Κακαβούτη και τον Φώτη τον Στρατάκο, τους περιέθαλψε ο τότε Δεσπότης της Ύδρας, αλλά τους πρόδωσαν. Τους μετέφεραν στο Κρανίδι και τους κρέμασαν στην πλατεία για παραδειγματισμό. Του Στρατάκου του είχαν σπάσει τη σπονδυλική στήλη και δεν μπορούσε να σταθεί όρθιος, γι’ αυτό από το αυτοκίνητο που τους έφερε τον έσερναν μέχρι την κρεμάλα. Οι Γερμανοί παρακολουθούσαν τον απαγχονισμό χωρίς να παίρνουν μέρος. Περιορίστηκαν μόνο να βγάζουν φωτογραφίες.

«Εγώ, με τη γυναίκα μου την Κατίνα, άλλες τέσσερις γυναίκες και οχτώ άντρες», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας, «προσπαθήσαμε από το Λεωνίδιο να φτάσουμε στον Χελμό. Κάπου, όμως, κοντά στην Καρυά του Άργους μας πιάσανε. Μας πήγαν και μας φυλάκισαν στην Ακροναυπλία. Από εκεί ελευθερωθήκαμε όταν έφυγαν οι Γερμανοί. Εμείς, όμως, συνεχίσαμε τον αγώνα. Ξαναπήγα πάλι στην Ερμιόνη, βρήκα άλλα παιδιά, τον Χαρίλαο τον Λάμπουρα, έναν Γιάννη, έναν Χρήστο, και άλλους που δεν τους θυμούμαι πια. Πήραμε ένα καΐκι, του Νίκου του Γκλέζου κι αρχίσαμε να περιπολούμε ανάμεσα [στις] Σπέτσες, όπου είχαν συγκεντρωμένους τους άντρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, και την Κορακιά. Στα Δεκεμβριανά καταφύγαμε στον Γέρακα της Λακωνίας. Από κει περάσαμε στο Άστρος, όπου και παραδώσαμε τον οπλισμό μας».

«Αυτή ήταν η δράση μου στο ΕΛΑΝ», συνεχίζει ο καπετάν Τζαβέλας. «Αυτά μπόρεσα να κάνω για την πατρίδα μου κι αυτά έκανα. Και γι’ αυτά που έδωσαν 17 χρόνια φυλακή».

Αυτή ήταν, με λίγα λόγια, η σύντομη δράση του ΕΛΑΝ. Λίγο κράτησε, 5-6 μήνες, αλλ’ όταν μια μέρα η ιστορία βάλει τα πράγματα στη θέση τους, το ΕΛΑΝ της Ερμιονίδας θα έχει να παρουσιάσει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Ελληνικής Αντίστασης.

 

Τάκης Μαύρος

Read Full Post »

Οι γερμανικές αποζημιώσεις


 

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, η Γερμανία ως η κατ’ εξοχήν ηττημένη χώρα έφερε την υποχρέωση να καταβάλει επανορθώσεις στους νικητές, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν και η Ελλάδα. Στη Διάσκεψη των Επανορθώσεων του Παρισιού, το 1945, η οποία δεν ασχολήθηκε με το γενικότερο ζήτημα των γερμανικών επανορθώσεων αλλά περιορίστηκε μόνο στη διανομή των γερμανικών βιομηχανιών και των ενεργητικών εκτός Γερμανίας, η Ελλάδα έλαβε ποσοστό 7,05% επί των συγκεκριμένων αποδόσεων. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχούσε, σύμφωνα με τη Διασυμμαχική Επιτροπή Επανορθώσεων, μόλις σε 25 εκατ. δολάρια, τα οποία καταβλήθηκαν όχι σε χρήμα αλλά πρωτίστως σε μηχανολογικό εξοπλισμό που εν πολλοίς αποδείχθηκε ακατάλληλος για τη φύση της ελληνικής οικονομίας. Οι καταβολές αυτές προορίζονταν όμως κατά κύριο λόγο για την οικονομική ανασυγκρότηση του κράτους και όχι για την αποζημίωση των θυμάτων της τετράχρονης κατοχής.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Ιούνιος 1944. Η καταστροφή του Διστόμου από τους Γερμανούς κατακτητές, σε αντίποινα για την ανάπτυξη της Αντίστασης. Οι αποζημιώσεις που κατεβλήθησαν στα θύματα της Κατοχής ανήλθαν σε 115 εκατ. μάρκα.

Οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες είχαν φροντίσει ήδη από νωρίς για την υποστήριξη και την αποκατάσταση των υπηκόων τους που είχαν πληγεί από τον πόλεμο, προχωρώντας στην καταβολή συντάξεων, επιδομάτων, οικονομικών ενισχύσεων, σε κάποιες περιπτώσεις προσφέροντας ακόμα και ταξίδια αναψυχής, προκειμένου να μπορέσουν τα θύματα να συνέλθουν από τις κακουχίες. Στην Ελλάδα αντίθετα δεν λήφθηκε καμία ουσιαστική μέριμνα. Όπως σημείωνε άλλωστε και το υπουργείο Οικονομικών, η δυνατότητα κρατικών παροχών καθίστατο πρακτικά ανέφικτη «λόγω της σοβαράς οικονομικής επιβαρύνσεως του δημοσίου, ην είναι φύσει αδύνατον τούτο να φέρει». Τα θύματα των αντιποίνων, των εκτελέσεων, των μεγάλων σφαγών είχαν αφεθεί συνεπώς χωρίς καμία κρατική φροντίδα. Το γεγονός αυτό ανάγκαζε πολλές από τις κοινότητες που είχαν υποστεί την ακραία βιαιότητα των γερμανικών στρατευμάτων, όπως τα Καλάβρυτα και η Κλεισούρα, να στρέφονται στη Γερμανία για βοήθεια, ζητώντας από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση την καταβολή αποζημιώσεων. Οι εκκλήσεις έπεφταν όμως στο κενό.

Την αντιμετώπιση αυτή οι Γερμανοί δεν την επιφύλασσαν φυσικά μόνο στους Έλληνες. Παρόμοιες απορριπτικές απαντήσεις λάμβαναν και όλες οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες που ζητούσαν, όχι μόνο σε επίπεδο συλλόγων θυμάτων αλλά και σε επίπεδο κυβερνήσεων, την καταβολή αποζημιώσεων στα θύματα. Οι αρχές στη Βόννη αφενός δεν ήθελαν να ανοίξουν την κερκόπορτα, αφού κατανοούσαν πως αν δέχονταν να καταβάλουν αποζημιώσεις σε μια χώρα ή σε μια κατηγορία θυμάτων θα ακολουθούσε πλημμυρίδα αντίστοιχων απαιτήσεων, τις οποίες δεν θα μπορούσαν πλέον να απορρίψουν. Αφετέρου προσπαθούσαν πάση θυσία να μην πλήξουν την προστατευτική ισχύ του περίφημου άρθρου 5 του Συμφώνου του Λονδίνου του 1953, σύμφωνα με το οποίο το ζήτημα της καταβολής των γερμανικών πολεμικών οφειλών αναβαλλόταν μέχρι την επανένωση των δύο Γερμανιών, αν και όποτε συνέβαινε αυτή, και την υπογραφή συνθήκης ειρήνης μεταξύ της ενιαίας Γερμανίας και των πρώην αντιπάλων της.

 

Συμμετοχή σε κοινό ευρωπαϊκό διάβημα προς τη Βόννη

 

Η αρνητική αυτή στάση που κρατούσε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (ΟΔΓ) στο αίτημα για την αποζημίωση των θυμάτων είχε δυσαρεστήσει έντονα τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, δεδομένου ότι η ΟΔΓ είχε ψηφίσει εσωτερικό νόμο για την αποζημίωση των Γερμανών πληγέντων, ο οποίος όμως απέκλειε από τις παροχές τούς αλλοδαπούς υπηκόους.

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Μάιος 1941. Επίσκεψη ανωτάτων αξιωματικών του γερμανικού στρατού στην Ακρόπολη. (συλλογή Μ. Γ. Τσαγκάρη).

Στις αρχές του 1956 συναντήθηκαν στη Χάγη εκπρόσωποι των κυβερνήσεων της Γαλλίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, προκειμένου να εξετάσουν τη δυνατότητα διαβήματος προς τη γερμανική κυβέρνηση, με σκοπό να απαιτήσουν την καταβολή αποζημιώσεων και στα θύματα των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κρατών. Στην πρωτοβουλία ανταποκρίθηκαν αμέσως θετικά η Δανία, η Νορβηγία και η Μεγάλη Βρετανία. Αντίθετα, η Ελλάδα εμφανίστηκε διστακτική, καθώς επίκειτο η επίσκεψη του Γερμανού προέδρου Τέοντορ Χόυς, και οι ελληνικές Αρχές θεωρούσαν τουλάχιστον άκομψο να προσχωρήσουν στην πρωτοβουλία τη δεδομένη στιγμή. Ύστερα όμως από τις έντονες πιέσεις της αντιπολίτευσης, της κοινής γνώμης, των υπόλοιπων ευρωπαϊκών κυβερνήσεων αλλά και των συλλόγων θυμάτων, που κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Χόυς κατέκλυσαν τη γερμανική πρεσβεία στην Αθήνα με επιστολές, ζητώντας την καταβολή αποζημιώσεων, η κυβέρνηση Καραμανλή πείστηκε να συμμετάσχει στο κοινό ευρωπαϊκό διάβημα.

Η αρχική αντίδραση της ΟΔΓ στις αξιώσεις των Ευρωπαίων υπήρξε κάθετα αρνητική. Καθώς όμως οι πιέσεις συνεχίζονταν με αμείωτη ένταση, οι Γερμανοί αξιωματούχοι συνειδητοποίησαν πως δεν ήταν πλέον εφικτό να κωφεύουν στο πανευρωπαϊκό αίτημα για την καταβολή αποζημιώσεων στα αλλοδαπά θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Με ρηματική διακοίνωση που απέστειλε τον Δεκέμβριο του 1958 στις εμπλεκόμενες κυβερνήσεις, η Βόννη δέχθηκε να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την αποζημίωση των πληγέντων.

Οι ελληνικές απαιτήσεις, όπως διατυπώνονταν από τον υπουργό Εξωτερικών Ευάγγελο Αβέρωφ, ανέρχονταν αρχικά στα 200 εκατ. μάρκα, ένα ποσό όμως που απορρίφθηκε πάραυτα από τους Γερμανούς ως εξωπραγματικό. Μετά από επίπονες διαπραγματεύσεις και την απειλή της ελληνικής αντιπροσωπείας ότι η αποτυχία των συνομιλιών θα μπορούσε να βλάψει ανεπανόρθωτα τις διμερείς σχέσεις και κυρίως να αναχαιτίσει την απρόσκοπτη συνέχιση της φιλοδυτικής πορείας της χώρας, η Βόννη συμφώνησε στην καταβολή 115 εκατ. μάρκων, παρά τις αντιδράσεις του ομοσπονδιακού υπουργείου Οικονομικών, το οποίο θεωρούσε πως η ΟΔΓ υποχωρούσε στις υπερβολικές αξιώσεις των Ελλήνων. Είχε άλλωστε προηγηθεί η ψήφιση από το ελληνικό Κοινοβούλιο φωτογραφικού νόμου με τον οποίο αφηνόταν ελεύθερος ο Μαξιμίλιαν Μέρτεν, ο τελευταίος Γερμανός που κρατούνταν στις ελληνικές φυλακές για εγκλήματα πολέμου.

Στις συζητήσεις που διεξήχθησαν σε εξαιρετικά τεταμένο κλίμα στη Βουλή κατά την ψήφιση του νόμου αλλά και στα δημοσιεύματα του Τύπου κυριαρχούσε ένα μόνο αίτημα: μετά την τεράστια υποχώρηση που έκανε η Ελλάδα, με στόχο την περαιτέρω προώθηση των ελληνογερμανικών σχέσεων, η ΟΔΓ ήταν πλέον υποχρεωμένη να αποζημιώσει τα θύματα της Κατοχής.

 

Πώς μοιράστηκαν τα χρήματα στους δικαιούχους

 

Στις 18 Μαρτίου 1960 υπογράφηκε η «Σύμβασις μεταξύ του Βασιλείου της Ελλάδος και της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας περί παροχών υπέρ Ελλήνων υπηκόων θιγέντων υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως». Η ΟΔΓ θα κατέβαλλε το ποσό των 115 εκατ. μάρκων «υπέρ των υπό εθνικοσοσιαλιστικών μέτρων διώξεως διά λόγους φυλής, θρησκείας ή κοσμοθεωρίας θιγέντων Ελλήνων υπηκόων». Η διανομή των χρημάτων πραγματοποιήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.Δ. 4178/1961, το οποίο, εκτός των άλλων, καθόριζε και το ύψος της αποζημίωσης που αντιστοιχούσε σε κάθε κατηγορία θυμάτων. Το ανώτατο ποσό αποζημίωσης που μπορούσε να επιδικαστεί ανερχόταν στις 70.000 δρχ. Τα θύματα κλήθηκαν να υποβάλουν αιτήσεις στα κατά τόπους πρωτοδικεία, τα οποία είχαν καταστεί αρμόδια για την απονομή των αποζημιώσεων. Τα 115 εκατ. μοιράστηκαν σε 96.876 δικαιούχους. Αντίθετα με τις εκατέρωθεν κατηγορίες πως το ποσό της αποζημίωσης το καρπώθηκαν οι υποστηρικτές της ΕΡΕ ή αποκλειστικά οι Εβραίοι, η έρευνα κατέδειξε ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει, αφού αποζημιώθηκαν εξίσου οι Εβραίοι όσο και οι χριστιανοί θύματα του Εθνικοσοσιαλισμού. Αποζημίωση καταβλήθηκε επίσης και στα θύματα σφαγών και αντιποίνων ανά την Ελλάδα.

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Βόννη, Νοέμβριος 1958. Καραμανλής και Αντενάουερ υπογράφουν διμερές ελληνογερμανικό πρωτόκολλο συνεργασίας ενώ ο Ευ. Αβέρωφ παρακολουθεί. Στις διαπραγματεύσεις για τις γερμανικές αποζημιώσεις έγινε προσπάθεια να μη διαταραχτούν οι ελληνογερμανικές σχέσεις κυρίως για οικονομικούς, αλλά και για πολιτικούς λόγους. Αρχείο: Ίδρυμα «Κωνσταντίνος Κ. Καραμανλής».

Αν επιχειρήσουμε να συγκρίνουμε τα ποσά που έλαβαν οι δικαιούχοι στις διάφορες χώρες, θα διαπιστώσουμε μεγάλες ανομοιομορφίες. Υπήρξαν χώρες οι οποίες έλαβαν υψηλά ποσά σε σύγκριση με τον αριθμό των θυμάτων τους. Ενδεικτικά αναφέρουμε την περίπτωση της Νορβηγίας: το ποσό που έλαβε κάθε δικαιούχος αντιστοιχούσε εν πολλοίς με το ετήσιο εισόδημα ενός Νορβηγού εργάτη. Η Μεγάλη Βρετανία έλαβε 11 εκατ. μάρκα και, έχοντας υπερβάλει στον αριθμό των θυμάτων, αναζητούσε άτομα να διαθέσει το ποσό, προκειμένου να μην αναγκαστεί να επιστρέψει στη Γερμανία τα χρήματα που έμεναν αδιάθετα. Αποζημιώσεις, έστω και μικρές, έλαβαν ακόμα και χώρες που έμειναν ουδέτερες στον πόλεμο, όπως η Σουηδία και η Ελβετία, η οποία, μάλιστα, δεν θέλησε να συμμετάσχει από την αρχή στο διάβημα των ευρωπαϊκών κρατών, καθώς το θεωρούσε ασυμβίβαστο με την ουδετερότητα που είχε υιοθετήσει.

Αντίθετα, τα 115 εκατ. που καταβλήθηκαν στην Ελλάδα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για να αποζημιωθούν ικανοποιητικά τα θύματα της ναζιστικής κατοχής. Η κυβέρνηση Καραμανλή, μη έχοντας καταφέρει να συγκεντρώσει συγκεκριμένα στοιχεία για τον αριθμό των θυμάτων και κατ’ επέκταση και των δικαιούχων, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν αναπάντεχα μεγάλο αριθμό αιτήσεων, με συνέπεια οι ελληνικές αρχές να αναγκαστούν να περικόψουν τις αποζημιώσεις. Έτσι, στους δικαιούχους καταβλήθηκε μόλις το 55% της αποζημίωσης που τους είχαν επιδικάσει τα πρωτοδικεία. Στην πραγματικότητα, βέβαια, τα ποσά των αποζημιώσεων που έφτασαν τελικά στα χέρια των θυμάτων ήταν ακόμα μικρότερα, αφού το Ν.Δ. 4178 προέβλεπε την καταβολή αμοιβής ύψους 5% επί της επιδικασμένης αποζημίωσης στους δικηγόρους που χειρίστηκαν την απαραίτητη διαδικασία στα πρωτοδικεία.

 

Θύελλα αντιδράσεων από την περικοπή των κονδυλίων

 

Όπως ήταν επόμενο, η περικοπή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, με τα θύματα να απαιτούν την εξ ολοκλήρου καταβολή της επιδικασμένης αποζημίωσης. Προκειμένου να αμβλύνουν τις αντιδράσεις, οι ελληνικές Αρχές εξέταζαν το ενδεχόμενο να καταβληθεί το υπόλοιπο της αποζημίωσης από τον κρατικό προϋπολογισμό, μια πρόταση όμως που δεν προχώρησε. Η περικοπή ήταν εν γνώσει και των Γερμανών αξιωματούχων, οι οποίοι παρακολουθούσαν γεμάτοι ανησυχία τις εξελίξεις, φοβούμενοι πως η ελληνική κυβέρνηση θα απευθυνόταν εκ νέου στην ΟΔΓ, ζητώντας επιπλέον χρήματα ώστε να καταστεί δυνατή η καταβολή ολόκληρων των επιδικασμένων αποζημιώσεων στους δικαιούχους. Κάτι τέτοιο όμως δεν συνέβη. Χρειάστηκε να περάσει πάνω από μία δεκαετία για να δοθεί το 1975, πάλι επί κυβέρνησης Καραμανλή, ένα επιπλέον 4% των χρημάτων.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, τα θύματα δεν έπαψαν να απευθύνονται στις ελληνικές Αρχές, ζητώντας την καταβολή και του υπόλοιπου ποσού της αποζημίωσης. Η πάγια απάντηση ήταν πως η έγερση εκ νέου απαιτήσεων θα μπορούσε να υλοποιηθεί μόνο μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών και την υπογραφή συμφώνου ειρήνης με την ενιαία Γερμανία. Πράγματι, το 1990 η Γερμανία επανενώθηκε, χωρίς όμως να υπογραφεί κανένα σύμφωνο ειρήνης, προκειμένου το άρθρο 5 του Συμφώνου του Λονδίνου να συνεχίσει τυπικά να υφίσταται σε ισχύ, καθιστώντας έτσι αδύνατη οποιαδήποτε συζήτηση για την καταβολή των γερμανικών οφειλών. Οι Έλληνες πληγέντες της γερμανικής κατοχής κατέληξαν να λάβουν τυπικά το 59%, ουσιαστικά όμως μόλις το 54% της αποζημίωσης που τους επιδικάσθηκε.

 

Δέσποινα-Γεωργία Κωνσταντινάκου

Διδάκτωρ Νεότερης Ιστορίας του Τμήματος Ιστορίας

και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Εφημερίδα «Καθημερινή», Κυριακή 9 Αυγούστου 2015, επιμέλεια: Ευάνθης Χατζηβασιλείου.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts