Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Επανάσταση 21’

Touret Αύγουστος Ιλαρίων (Auguste Hilarion Touret 1797 – 1858)


 

Γάλλος φιλέλληνας, πρώην αξιωματικός των Ουσάρων. Ήρθε στην Ελλάδα το 1825 και τάχτηκε στο ιππικό σώμα του Φαβιέρου. Διακρίθηκε στις μάχες του Φαλήρου και της Χίου. Μετά την απελευθέρωση παρέμεινε στον Ελληνικό Στρατό. Στο Ναύπλιο κατοίκησε μόνιμα το 1832 και ήταν η ψύχη της καθολικής κοινότητας, έως το 1845 όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην  Αθήνα με τον τίτλο «υπασπιστή του Βασιλιά».

 

Auguste Hilarion Touret

Από τις ευγενέστερες μορφές φιλελλήνων του Εικοσιένα, ο υποσυνταγματάρχης Touret  γεννήθηκε στην πόλη Sarreguemines επί των γαλλογερμανικών συνόρων, στις 23 Αυγούστου 1797. Νέος επέλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία στην οποία διακρίθηκε και ο πατέρας του Ιλαρίων.

«Τα τελευταία έτη της γαλλικής Αυτοκρατορίας, γράφει ο μνημονευθείς Ερρίκος Fornesy στις βιογραφίες Φιλελλήλων το 1860, ήταν τα πρώτα του στρατιωτικού του βίου. Εξηκολούθησε υπηρετών την πατρίδα του έως του έτους 1825. Παρητήθη τότε του βαθμού αξιωματικού των Ουσάρων όπως ακολουθήσει τους άλλους εθελοντάς τους οποίους ο ηρωισμός του ελληνικού αγώνος παρεκίνει τα συμμερισθώσι την δόξα και τους κινδύνους. Ο Φαβιέρος τον έθεσε εις το τακτικόν ιππικόν και απέκτησεν υπόληψιν εις Φάληρον και άλλας εκστρατείας, ιδίως εν Χίω, όπου η διαγωγή του και η των ιππέων του επηνεύθη κολακευτικά υπό του γενικού διοικητού την επαύριον της εξόδου των Τούρκων εις την οποίαν τόσον γενναίως αντέστησαν τα τακτικά στρατεύματα.

Ο συνταγματάρχης Touret είχε, εκτός του στρατιωτικού του ζήλου, και αληθή ικα­νότητα την οποίαν επεβεβαίου και το στρατιωτικόν του παράστημα. Ήτο ακούραστος εις την υπηρεσία, αυστηρός αλλά δίκαιος. Η ανήσυχος ενεργητικότητα του τον παρέ­συρε πολλάκις πέραν των αυστηρών ορίων των δικαιωμάτων του. Άριστος σύντρο­φος, πλήρης ευγενείας και απαράμιλλου φιλοφροσύνης ετιμάτο και ηγαπάτο. Εις αυ­τόν οφείλονται αι πρώται σημειώσεις περί Φιλελλήνων εν αις συνεργάτης του επέπρωτο μετά λύπης να γράψη και το όνομα του φίλου τόσον προώρως θανόντος».

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το 1830, ο Touret ήρθε στο Άργος όπου νυμφεύτηκε στις 16 Μαΐου την εκ Τοσκάνης της Ιταλίας Μαρία-Θηρεσία Pelloni. Ο γάμος καταγράφηκε στο Ληξιαρχικό Βιβλίο της καθολικής Εκκλησί­ας Ναυπλίου σελ. 7 αρ. 30.

Το μυστήριο τελέστηκε από τον ιερέα Κάνδιδο Conchetti, λειτουργό γαλλικής φρεγάτας, παρουσία του γάλλου στρατηγού Gerard. Παράνυμφοι ήταν οι γάλλοι συνταγματάρχες Pellion και Paurie. Το επόμενο έτος οι νεόνυμφοι μετώκησαν στο Ναύπλιο.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού του Σώματος Πυροβολικού. Με την ιδιότητα αυτή τον επισκέφτηκε ο άγγλος ναύαρχος G. Cochrane ο οποίος έγραψε στο Ημερολόγιο του στις 3 Αυγούστου 1836:

 «Το πρωινό τούτο επισκέφτηκα τον Major Torette, Διοικητή του τόπου, παλαιό μου γνώριμο. Κατοικεί μαζί με τη σύζυγό του σ’ ένα πολύ ωραίο σπίτι, κοντά στην πύλη της πόλης. Η κυρία Torette με πληροφόρησε ότι τους επισκέφτηκαν πρόσφατα ο πρέσβης της Γαλλίας κ. Lagrenée με τη σύζυγό του. Με την ευκαιρία αυτή οργάνωσαν χοροεσπερίδα στην οποία έλαβαν μέρος 60 Ελληνίδες. Αναφέρω το γεγονός για να πω ότι κοινωνική ζωή δεν υπάρχει μόνο στην Αθήνα».

Το 1845 οι Touret ήρθαν οριστικά στην Αθήνα. Ο Αύγουστος Ιλαρίων τιμήθηκε με τα αξιώματα του αυλάρχου, του διευθυντού του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και της οικονομικής Υπηρεσίας του Στρατού. Το 1850 ίδρυσε την πυροσβεστική Υπη­ρεσία Αθηνών σε γαλλικά πρότυπα. Οι πυροσβέστες έφεραν πολύχρωμη στολή, υψηλό ορειχάλκινο κράνος με μακρύ ερυθρό λοφίο.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1854 απεβίωσε η Μαρία Θηρεσία Touret. Ασθενής ταξίδε­ψε ο Αύγουστος Ιλαρίων Touret στην πατρίδα του Sarreguemines για θεραπεία. Ο θάνατος τον βρήκε στον Πειραιά στις 28 Αυγούστου 1858 ενώ κατερχόταν από το πλοίο με το οποίο επέστρεψε από τη Γαλλία. Επιθυμία του ήταν να πεθάνει στην Ελλάδα στην οποία αφιέρωσε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Ενταφιάστηκε δίπλα στη σύζυγό του στο Νεκροταφείο «Τράχονες» (το σημερινό Α’ Νεκροτα­φείο). Είχε τιμηθεί με 5 ελληνικά και γαλλικά παράσημα.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Στην Καθολική Εκκλησία του Ναυπλίου υπάρχει  λιτή ξύλινη αψίδα, δωρεά του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Touret, που κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Η αψίδα, που έμεινε γνωστή ως «αψίδα Τουρέ», είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα ξένων Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σελ. 233-235, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιατρική στα κείμενα του Μακρυγιάννη

 


 

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά.

Σε ηλικία 23 ετών μυείται στην φιλική εταιρεία. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με  αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στην μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στην μάχη για την άλωση της Υπάτης, στην μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλύτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήσηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμμελε ταχέως  να αποθάνη» συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον, έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».  

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι» γράφει.

Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς  όπου έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια)  αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε  λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη  ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού».

Εκεί όμως πυροβολώντας τον οι Τούρκοι τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο «από μουσκέτο» «και τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα για να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά.  Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη».

Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί όπως μας πληροφορεί στην συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα – ο γιατρός – και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».

Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φθάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου.

Ο Μακρυγιάννης, που τον γνώριζε από  τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στην Ρούμελη – τον είχε εμπιστοσύνη – και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ. Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά γι’ αυτό όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξύλινου όπλου ένεκα του τραύματός του».

Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826 τραυματίστηκε σοβαρά από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πως το περιγράφει ο ίδιος:

Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι , τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό.  Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος μ’ άφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος».

Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισοντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες . Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποι του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».

Την αυγή πιάστηκε  ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δεχόταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά κι είχε στραγγίξει το αίμα του όλο.

Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα είχε καμμία υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης.

«Τότε με ́πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα οπού μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα».

Γι΄ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι:

«Σωματικός ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής  τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους το 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χείρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών».

Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».

Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περιόδου 1835 – 1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη:

«Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι, ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας, Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.

«Οι υποφαινόμενοι ιατροί  επισκεφθέντες των στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπτύωσιν αποσταθείσαν και  ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της Ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.

Τον Απρίλιο του 1851 με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήταν μεγάλη αδιαντροπιά» γράφει ο Σεφέρης. 

Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες  ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμία όμως δεν τόλμησε να δημοσίευση τη διαμαρτυρία του αυτή.

«Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δυο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα, και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μετά από λίγες ημέρες τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας».

Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο οδηγήθηκε στην φυλακή πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «Ο Μακρυγιάννης ετάφη ζών».

Ο αρχίατρος Τράϊμπερ που τον επισκέφθηκε γράφει πως το δωμάτιο του ήταν «δωσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και  το Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.

Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες  – κήλη και προστάτης – τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά «δεν έχασε , ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλούσης πάντοτε».

Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859.

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή όπου πέρασε… πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου «Φάγε αυτές Στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα». Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου ζωντανός είμαι η πεθαμένος »  

Στις 27 Απριλίου 1864 πέθανε «εξ υπερβαλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειο του λόγο ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε:

«Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι  πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς.

Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσφορίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν τεράστιαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν: Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη.

Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης  ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος  εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθαίνειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».

Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης για τον θάνατο του Γκούρα  κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο.

Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά  έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια).

Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά …Μας είπε με χωρατά. Εγώ θα πεθάνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον:

«Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στη χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι  μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινες μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους , κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί οπού είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός , και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλι ξηλωνέταν, κι  έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλία οπούταν η πληγή. Και ζή τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».

Ο Βλαχογιάννης επεξηγώντας τη ραφή των τραυμάτων «δια κεφάλων μυρμήγκων» γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκώσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».

Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και Θάματα«. Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα.

«Τα 1837 γράφει μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα  αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…»

Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους, – επιστήμονες και εμπειρικούς – γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης , που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατροχειρούργος   Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμπάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.

Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν» όπως γράφει. Και συνεχίζει:

«Τους γιατρούς τους πλερώνομεν  τον καθένα από ‘να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός οπού μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην το δοξάσουμε και τον ευχαριστήσομεν;».

Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρωνόνταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δυο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά την μάχη στους Μύλους.

Περιγράφει ακόμη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα.

Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβλέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» ( η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα έξι.

Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από τη Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του  «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».

Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη  ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατάντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα».

Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος» 

Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι την μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το κάστρος των Αθηνών, μίαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε  οι άνθρωποι έλπιζαν οτ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιάν μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού.

Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό,  εις τ’ Ανάπλι μου είχε γένει έν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα  ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849, (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιές μου, αισθάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το «δεσαν καλά». 

Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες τις πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της  εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για  την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».

Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών στις 13/3/1853 «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαράς και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».

Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.

  

Γιάννης Πατσώνης,

Παιδίατρος

© Ιατρικά Θέματα, Τριμηνιαία έκδοση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος 33, 2005.

 

Πήγες  

 


  • Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, (εκδόσεις Γαλαξίας Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάϋρον.
  • Γ. Σεφέρης: Δοκιμές (ένας Έλληνας: Ο Μακρυγιάννης). 
  • Δ. Σταμέλος:» Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποπιοΐας», Εστία.
  • Γ. Μαρρές: Μακρυγιάννης  – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
  • Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
  • Τετράδια ευθύνης: για τον Μακρυγιάννη. 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δαγρές Γιαννάκος (Λαογραφικά της Αργολίδος)


 

 

Το κείμενο δανειστήκαμε από το βιβλίο του Δημοσιογράφου Κώστα Δ. Σεραφείμ « Λαογραφικά της Αργολίδος».

  

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 η Καρυά ανέδειξε πολλά παλληκάρια με αρχηγό τον Γιαννάκο Δαγρέ του οποίου το σπίτι δεν σώζεται παρά μόνο η γνωστή τοποθεσία. Ο Γιαννάκος Δαγρές γιός του Γεωργίου Δαγρέ μετά τον θάνατο του πατέρα του αναλαμβάνει το αρματωλίκι του Αρτεμισίου. Συνεδέθη διά στενής φιλίας μετά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τον οποίον  ακολουθούσε σε διάφορες ασκήσεις, αναγνωρίσεις εδάφους, ενέδρες, συμπλοκές με τους αλλαξοπίστους Αλβανούς και σε διάφορες άλλες επιχειρήσεις.

Από όλους είχαν αναγνωρισθεί οι ικανότητες και η μεγάλη αξία του Γιαννάκου Δαγρέ. Όταν ο Κεχαγιά- Μπέης κατέβηκε στο Άργος για να περάσει προς την Τρίπολι  ο Δαγρές με τα παλικάρια του έσωσε τα γυναικόπαιδα από βέβαια σφαγή  όταν έντρομα  έτρεχαν προς τα ριζώματα της Άκοβας και του Βρουστίου γα να κρυφτούν.

Όταν ο Κεχαγιά – Μπέης φθάνει στην Τρίπολι  ο Δαγρές τον ακολουθεί. Εκεί δεν περιωρίζεται μόνο σε μικροσυμπλοκές για τρόφιμα και άλογα αλλά αναμειγνύεται και στις πλέον επικίνδυνες ενέδρες εναντίον των Τούρκων.  Σε μια ενέδρα φονεύει τον Αλήμπεη και σώζει τον Αρχιμανδρίτη Αθανασόπουλον.

Επρωτοστάτησε με υπόδειξη του Κολοκοτρώνη στην κατασκευή της περιωνύμου τάφρου της «γράνας» και έλαβε μέρος στην μάχη αυτής. Δέχεται όμως αιφνιδιαστική επίθεση από τον Κεχαγιά – Μπέη παρά την Κανίστρα που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του Χτενιά. Με αντεπίθεση όμως ο Δαγρές τον υποχρεώνει να γυρίσει πίσω και να υποστεί την συμφορά της γράνας.

Η παράδοση αναφέρει ότι περικυκλομένος ο Δαγρές καταφεύγει σε κρύπτη του βουνού για να  μην συλληφθεί ζωντανός από τους Τούρκους. Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την είσοδον διότι σε απόπειρα καθόδου των επί της κρύπτης σημαδεύονται ευστόχως και καλύπτουν την είσοδον με πτώματα. Τότε συλλαμβάνουν το σχέδιο να ρίξουν μέσα στην κρύπτη τις αναμμένες κάπες τους για να πεθάνει από ασφυξία. Βλέποντας όμως τη φωτιά ο Κολοκοτρώνης σπεύδει και ελευθερώνει αυτόν.

Πρίν της απελευθερώσεώς του προηγήθη μια συζήτηση  του Δαγρέ με τους Τούρκους η οποία έχει αποθανατιστεί στο τραγούδι:

«εχτές, προχθές που πέρναγα στα κλέφτικα λημέρια άκουσα αναστεναγμούς κι’ αντρίκια μοιρολόγια. Ποιος νάταν που βλαστήμαγε κι’ έχυνε μαύρα δάκρυα; Οι Τούρκοι τον φωνάζανε και τον παρακαλούσαν.

Έβγα Δαγρέ προσκύνησε και δός μας τ’ άρματά σου, να περπατάς ελεύθερος Τούρκος μη σε πειράζει. Μα μήπως είμαι νιόπαντρος νύφη να προσκυνήσω; Είμαι ο καπετάν Δαγρές είμαι ο Βλαχοκαρυώτης. Το Θοδωράκη καρτερώ και θα σας πολεμήσω. Ακόμα ο λόγος έστεκε και συνεχειά κρατιώταν Κολοκοτρώνης έφθασε και το Γιαννάκο κράζει. Πούσε Γιαννάκο βρ’ αδελφέ βρέ καπετάνιε;

Ποιος είσαι εσύ που μου μιλάς εσύ που μου φωνάζεις; Γιαννάκο δε με γνώρισες που είμαι ο Κολοκοτρώνης; Αν είσαι συ ο Θοδωρής, είσαι ο Κολοκοτρώνης δείξε σημάδια μυστικά άλλος να μη γνωρίζει, ιδές την ταμπακέρα μου την φούντα του φεσιού μου».

Ο Δαγρές είχε και ένα πρωτοπαλίκαρο τον Καραντζούλη ή Σκούληκα. Στο θάνατο του οποίου αναφέρεται το εξής τραγούδι; «Κλάφτε κλαριά κλάφτε δεντριά το Γιώργη Σκούληκα το Γιώργηκαραντζούλη που ήταν και κάτω στη γλυκειά βρύση με τρεις κανάλους. Μα κι’ ο Δαγρές του φώναξε κι’ ο Δαγρές του λέγει: Γιώργη μου κάτσε φρόνημα. Γιώργη μου κάτσε χάμου. Γιώργη μου μη φαντάζεσαι πως έχεις φυλαχτάρι».

Κατά το έτος 1826 πέρασε από το χωριό το μήνα Ιούλιο μέρος του στρατού του Ιμπραήμ. Οι κάτοικοι έφυγαν από το χωριό ενώ αυτός επυρπόλισε μερικές οικίες, εφόνευσε μερικούς γέροντες που έμειναν στο χωριό και τον ιερομόναχον από τα Τσιπιανά.

Τότε εφόνευσαν και την ωραία Κατερίνα Μουρτοπούλου, λεχώνα με το μικρό της. Περί αυτής η παράδοση λέγει ότι να την πάρουν αιχμάλωτη, αλλά επειδή αρνήθηκε και αντεστάθη την φόνευσαν. Σώζεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

«Νάταν ημέρα βροχερή μωρ’ Κατερίνα μωρ’ Μουρτοπούλα κι η νύχτα χιονισμένη που κίνησε ο Μπραΐμ πασάς από την Αλεξάνδρα ή από το Ναυαρίνο. Και  τρεις κολώνες γίνηκαν και οι τρεις φαρμακωμένες. Η μιά πηγαίνει απ’ το Λουκά κι’ άλλη από τις πόρτες κι’ η Τρίτη η χειρότερη απ’ την Καρυά πηγαίνει.

Μα παίρνει στάνες πρόβατα και βουρκολούς γελάδια, και παίρνει και μια νιόπαντρη τριών ημερών λεχώνα. Μπροστά την πάν δεν περπατεί πίσω την βάλουν στέκει. Κι’ ένα μικρό Μπεόπουλο την κρυφοκουβεντιάζει, νυφούλα για δεν περπατάς δεν πας κοντά στους άλλους; Μη σε βαραίνουν τα φλωριά, μη σε βαραίνει η φούντα; Δεν με βαραίνουν τα φλωριά δεν με βαραίνει η φούντα μα με βαραίνει το παιδί που άφησα στην κούνια. Της κούνιας επαρήγγειλε της κούνιας παραγγέλει, κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια μου λύστο δέστο. Μα μήπως είμαι η μάννα του για να το μεγαλώσω;»

  

Κώστας Δ. Σεραφείμ

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία του Συγγραφέα).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

 Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης – Τροιζήνας


 

 Η  Γ’ Εθνοσυνέλευση, γνωστή σαν Συνέλευση της Τροιζήνας, συνήλθε διαδοχικά, στη Νέα Επίδαυρο, στην Ερμιόνη και στην Τροιζήνα (19 Μαρτίου-5 Μαΐου 1827). Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτη της Ελλάδας» για επταετή θητεία, ψήφισε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος». Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και για το λόγο αυτό διακήρυττε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Τη ρητή αυτή διακήρυξη επαναλάμβαναν όλα τα Ελληνικά Συντάγματα μετά το 1864.

Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα. Καθιέρωνε μιαν αυστηρή διάκριση των εξουσιών αναθέτοντας στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, ονομαζόμενο Βουλή, τη νομοθετική. Ο Κυβερνήτης είχε απλώς το δικαίωμα αναβλητικού veto στα νομοσχέδια, ενώ δεν είχε και το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Ο ίδιος ήταν «απαραβίαστος», ενώ οι «Γραμματείς της Επικράτειας», δηλαδή οι Υπουργοί, αναλάμβαναν την ευθύνη για τις δημόσιες πράξεις του (και έτσι ενυπήρχαν στο Σύνταγμα του 1827 τα πρώτα ψήγματα της κοινοβουλευτικής αρχής). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας εμπεριέχει την αρτιότερη και πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών μεταξύ των Συνταγμάτων της εποχής.

Το Σύνταγμα της Τροιζήνας προσπάθησε να συνδυάσει την ανάγκη ισχυρής κεντρικής εξουσίας με την ύπαρξη δημοκρατικών δομών, η ισχύς του όμως ανεστάλη λίγο μετά την άφιξη στην Ελλάδα του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Ιανουάριο του 1828.

 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των αντιπροσώπων της επαναστατημένης Ελλάδας είχε αρχί­σει τις εργασίες της στις 6 του Απρίλη του 1826 στην Επίδαυρο, αλλά σε λίγες μέρες διακό­πηκε από τους διαπληκτισμούς και τις διχόνοιες που ξέσπασαν ανάμεσα στα μέλη της. Τότε η διοικητική επιτροπή της Ελλάδας, που την αποτελούσαν ο Ανδρέας Ζαΐμης ως πρόεδρος και γενικός γραμματέας ο Χιώτης γιατρός και πολιτικός Γεώργιος Γλαράκης και μέλη οι Δ. Τσαμαδός, Π. Μαυρομιχάλης, Σ. Τρικούπης, Π. Δ. Δημητρακόπουλος, Α. Χ. Αναργύρου, Α. Μοναρχίδης, Κ. Ζώτος και I. Βλάχος, πήγε στην Αίγινα και με τον ισχυρισμό ότι μόνο αυτή είχε το δικαίωμα να ορίσει τον τόπο, όπου θα έπρεπε να συνεχιστούν οι εργασίες της συνέλευσης, κάλεσε τους πληρεξούσιους να πάνε εκεί.

Επίσης τούτη η επιτροπή υποστήριζε ότι είχε και το δικαίωμα να αναγνωρίζει ως νόμιμους πληρεξούσιους του έθνους μόνο αυ­τούς που απαρτίζανε την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου. Και σύμφωνα με τούτη την άποψη, η συνέλευση που θα γινόταν στην Αίγινα θα υπολογιζόταν ως συνέχεια εκείνης της Επιδαύρου, όπου και θα έπαιρναν μέρος μόνο οι πληρεξούσιοι που ήταν πριν στην Επί­δαυρο.

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Αλλά μια μεγάλη ομάδα πληρεξούσιων διαφώνησε με όλα αυτά. Για τον τόπο της συνέ­χισης των εργασιών της εθνικής συνέλευσης είχε αντίρρηση και ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης, όμως δεν παρέλειπε να πιέζει την επιτροπή της συνέλευσης για την ανάγκη να μη χάνεται χρόνος. Από τ’ Ανάπλι τον Οκτώβρη του 1826 παρότρυνε τούτη την επιτροπή γράφοντας: «Τώρα είναι καιρός να προκηρύξετε, ως επιτροπή της Συνελεύσεως, να τελειώσωμεν την Συνέλευσιν του απερασμένου Απριλίου και θέλει χασομερίσωμε. Τώρα είναι καιρός, είναι χειμώνας και ούτε ημείς πολεμούμε, ούτε ο Ιμπραΐμης». Σε ερώτηση της επιτροπής, για το ποιον τόπο θεωρούσε σίγουρο για τη συνέλευση, αποκρίθηκε: «Απάνω στην Πελοπόννησο να γένη η Συνέλευσις, να έχωμε και έγνοια τον Ιμπραΐμη οπού να δίνωμε εις το στρατικό βοήθειαν εις κάθε ανάγκην, διότι έχομε τον εχθρόν εις την πόρτα μας». Και για σίγουρους τόπους πρότεινε: «Είναι το Λενίδι, είναι το Κρανίδι, είναι το Καστρί, είναι και η Πιάδα, από τους τέσσερους τόπους, όποιον θέλετε εκλεχτέ».

Και συνεχίζει: «Με αποκρίθηκαν: Να ρωτήσωμεν και την διοικητικήν επιτροπήν. Και ανταμώσαμεν, και ωμίλησαν τα δυο σώματα, και αποφάσισαν με δόλο, ή εις τον Πόρο, ή εις την Αίγιναν, δια να κάμουν την Συνέλευσιν κατά θέλησίν τους, όποιον πληρεξούσιον θέλουν να εμβάζουν, όποιον δεν θέλουν να μην τον δέχωνται εις το νησί. Και μου αποκρίθηκε η επιτροπή την ομιλίαν οπού έκαμε με το άλλο σώμα το Κυβερνητικό ότι να γένη η Συνέλευσις εις τον Πόρο ή εις την Αί­γινα. Και εγώ δεν το εδέχθηκα, και τους επροφασίστηκα ότι: Εγώ εις το γιαλό δεν εμπαίνω γιατί έκαμα όρκο όταν με είχαν εις την Ύδρα[i] και δεν μπαίνω πλοίο στο πέλαγο. Εάν δεν είμαι εις την Συνέλευσιν εγώ που ήμουν ένα άτομο δεν έβλαβε, όμως είχα πολλούς ψήφους, και από άρματα και από πολιτικούς, είχα και άλλους που δεν ήθελαν να πάνε».

  

Η Συνέλευση στην Ερμιόνη


 

Ύστερα από μάταιες προσπάθειες για συνεννόηση ο Κολοκοτρώνης αποφάσισε να πάει στην Ερμιόνη: «Και της ευθύς επήγα εις το σπίτι μου και καβάλληκα και επήρα και τον Τσώκρη[ii] με διακοσίους ανθρώπους και τον Νικολάκη Πονηρό[iii] και Αναγνωστάκο, ανήμε­ρα του Αγίου Δημητρίου, και όσο να πάγω στην Ερμιόνη εσύναξα τετρακοσίους. Και μα­θαίνοντας ότι εγώ πάγω στην Ερμιόνη, σηκώθηκαν και αι δύο επιτροπαί και επήγαν εις την Αίγινα και επροκήρυξαν την Συνέλευσιν. Και επροκήρυξα και εγώ να μαζωχτούν να κάμωμε την Συνέλευσιν στην Ερμιόνη.

Έστειλα τον Νικολάκη Πονηρό εις την Ύδρα, εις τον κυρ-Γιώργη[iv] και λοιπούς Υδραίους και ήλθον οι Υδραίοι και η Συνέλευσις η εδική μας ήτον ως ενενήντα πληρεξούσιοι και εις την Αίγινα ήτον πενήντα με ταις δυο επιτροπές».

Στην Ερμιόνη λοιπόν μαζεύτηκαν οι περισσότεροι πληρεξούσιοι, που κατά το Αρχείο Μάμουκα ήσαν 141[v], αν και ο Κολοκοτρώνης τους υπολογίζει ως 90. Εκεί παραβρέθηκαν, εκτός από τους πληρεξούσιους που είχαν πάρει μέρος στη συνέλευση της Επιδαύρου, και άλλοι από επαρχίες που είχαν αγωνιστεί ενάντια στους Τούρκους και είχαν απελευθερωθεί και που αυτοί της Αίγινας δεν ήθελαν να τους αναγνωρίσουν.

Ο Κολοκοτρώνης είχε στρατοπεδεύσει στην Ερμιόνη από τον Νοέμβρη του 1826 και επιδιδόταν σε δραστήριες ενέργειες για να συνεχιστεί η συνέλευση εκεί, ερχόμενος σε συνεν­νόηση με τους κυριότερους πολιτικούς και στρατιωτικούς της επαναστατημένης Ελλάδας. Αλλά οι συγκεντρωμένοι στην Αίγινα πληρεξούσιοι επιμένανε στην άποψή τους και για τον τόπο της συνέλευσης και για την αναγνώριση των αντιπροσώπων. Όσοι πάλι μαζεύτη­καν στην Ερμιόνη παραμένανε αμετάπειστοι, υποστηρίζοντας ότι η άποψη αυτή ούτε νόμι­μη ήταν, ούτε δίκαιη, και ότι τον τόπο της συνέλευσης μόνο η πλειοψηφία των πληρεξού­σιων, με ανανεωμένη μάλιστα τη λαϊκή εντολή, μπορούσε να τον καθορίσει.

Η διαμάχη αυτή είχε συγκλονίσει το λαό και το στρατό σε όλη την επαναστατημένη χώ­ρα. Η γενική κατάσταση ήτανε κρίσιμη. Το Μεσολόγγι έπεσε. Η ακρόπολη της Αθήνας κιν­δύνευε. Ο στρατός είχε εξαντληθεί και πολεμοφόδια και τρόφιμα δεν υπήρχαν. Κι ακόμα οι διαπραγματεύσεις για ειρήνη, που γίνονταν στην Κωνσταντινούπολη μεταξύ των Τούρκων και των Ευρωπαίων πρεσβευτών με επικεφαλής τον Βρετανό πρέσβη, είχανε σταματήσει, αφού δεν στέλνονταν οδηγίες από την Ελλάδα. Γενική απογοήτευση επικρατούσε που κο­ρυφωνόταν από τη διαμάχη των πληρεξούσιων του Έθνους.

Η απειλή, να καταστραφεί ό,τι είχε επιτευχθεί ως τώρα για τον απελευθερωτικό αγώνα και για τη σωτηρία της πατρίδας, είτανε φανερή. Μέσα στις συνθήκες αυτές με πρωτοβουλία του Κολοκοτρώνη προκηρύχτηκε η έναρξη των εργασιών της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης στην Ερμιόνη. Εκλέχτηκε πρόεδρος της συνέλευ­σης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αλλά παραιτήθηκε και τον διαδέχτηκε ο γιατρός Γεώργιος Σισίνης με γραμματέα τον Νικόλαο Σπηλιάδη, που διέθετε εξαίρετη μόρφωση και γλωσσο­μάθεια. Βοηθοί του πρώτου γραμματέα ορίστηκαν οι Μιχαήλ Οικονόμου και Γεώργιος Χρηστίδης ή Μιχαήλ Χρυσηίδης. Ο Σισίνης φιλοξενήθηκε σε σπίτι Κομμά. Βουλευτήριο έγινε το σπίτι Οικονόμου. Ο Κολοκοτρώνης, που τότε ήταν γενικός αρχηγός του Στρατού, είχε εγκαταστήσει το αρχη­γείο του στο σπίτι του Γιάννη Μήτσα-Μίτζα.[vi]

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση της Ερμιόνης πραγματοποίησε δέκα προκαταρκτικές συνε­δριάσεις, από 18 του Γενάρη του 1827 ως τις 10 του Φλεβάρη, και δεκαεπτά τακτικές, που άρχισαν στις 11 του Φλεβάρη και τέλειωσαν στις 17 του Μάρτη του ίδιου χρόνου. Κατά τις προκαταρκτικές συνεδριάσεις εκλέχτηκε φρούραρχος της συνέλευσης ο στρα­τηγός Νικήτας Σταματελόπουλος – Νικηταράς, ανεψιός του Κολοκοτρώνη, και αποφασίστη­κε όπως η φρουρά αποτελεστεί απο τετρακόσιους άντρες. Και για να αντιμετωπιστούν τα έξοδα γενικά, αποφασίστηκε η πώληση των προσόδων του Κάτω Ναχαγέ.

Στη διάρκεια τούτων των συνεδριάσεων έφτασε έγγραφο από την Αίγινα με την πρότα­ση να συγκληθεί η Εθνοσυνέλευση σε τρίτον τόπο. Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση-πρόσκληση να πάνε εκεί οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, όπου με το δικαίωμα της πλειοψη­φίας είχε αποφασιστεί και οριστεί ως τόπος της συνέλευσης. Έφτασε επίσης γράμμα από τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, γραμμένο στο στρατόπεδο του στο Δίστομο της Λειβαδιάς. Ο γενικός αρχηγός των στρατοπέδων της Στερεάς Ελλάδας συ­νιστούσε ομόνοια και αδελφοσύνη και πρότεινε ως τρίτον τόπο της συνέλευσης τη Σαλαμίνα.

Από την Ερμιόνη στάλθηκε απάντηση όπου αναφερόταν: «Τώρα εσχάτως ήλθον απε­σταλμένοι και εξ Αιγίνης δι’αυτήν την ιδίαν περί του τόπου υπόθεσιν και είδον ότι το δι­καίωμα των πλειόνων και ουχί άλλος τις αποφασίζει τόπον Συνελεύσεως την Ερμιόνην, ήτις και άλλως είναι τόπος κατά πάντα πρόσφορος και κατάλληλος δια τούτο και όσοι δεν κυριεύονται ειμή υπό απλούν το συμφέρον της Πατρίδος δεν έμειναν αμετάπειστοι, ούτε θ’αργήσουν να μεταβούν και εκείνοι εξ Αιγίνης εδώ και τους άλλους να παρακινήσουν να μεταβούν».[vii]

Κι ακόμη ζητούσαν από τον Καραϊσκάκη να παρακινήσει τους πληρεξούσι­ους των μερών του να πάνε στην Ερμιόνη το γρηγορότερο για να μην «αναβάλλεται η ωφέ­λεια της Πατρίδος» σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Δεύτερο έγγραφο έφτασε από την Αίγινα, που καλούσε τους πληρεξούσιους της Ερμιό­νης να πάνε εκεί και τόνιζε ότι καμιά πράξη των συγκεντρωμένων στην Ερμιόνη δεν θα αναγνωριζόταν ως νόμιμη. Σε τούτο δεν δόθηκε απάντηση.

Πριν αρχίσουν οι τακτικές συνεδριάσεις, έγινε θρησκευτική τελετή στην εκκλησιά των Ταξιαρχών και ακολούθησε ορκωμοσία των πληρεξούσιων. Στη συνέχεια άρχισαν οι εργα­σίες της πρώτης τακτικής συνεδρίασης, όπου πάρθηκε απόφαση να μη θεωρηθούν ως νόμι­μοι οι πληρεξούσιοι της Αίγινας, γιατί δεν αντιπροσώπευαν το λαό. Μετά εγκρίθηκε ο κα­νονισμός των εργασιών του σώματος, οι διατάξεις δηλαδή των συνεδριάσεων και καθορί­στηκαν οι οδηγίες προς το φρούραρχο και προς τον αστυνόμο.

Κατά τις τακτικές αυτές συνεδριάσεις αποφασίστηκε να εκστρατεύσει ο Γενναίος Κο­λοκοτρώνης για να ενισχύσει το στρατόπεδο της Αττικής με 4.500 άντρες.[viii]

Επίσης εγκρίθηκε η πρόταση να ακολουθήσουν οι συνεδριάσεις της Ερμιόνης τον αριθ­μό των προηγούμενων συνεδριάσεων της Επιδαύρου ως συνέχειά τους. Δεύτερη πρόταση που εγκρίθηκε ήτανε να σταλεί γράμμα προς τον πρεσβευτή της Αγγλίας στην Κωνσταντι­νούπολη Stratford Canning,  όπου να αναφέρεται η ευγνωμοσύνη του ελληνικού έθνους προς αυτόν και προς τους πρεσβευτές των άλλων μεγάλων δυνάμεων, για τη θερμή υποστή­ριξη των ελληνικών δικαίων κατά τις διαπραγματεύσεις τους με τους Τούρκους για ειρήνη.

Στη διάρκεια της πέμπτης συνεδρίασης διαβάστηκε μήνυμα του αγωνιστή Αναστάση Λιδωρίκη από τη Δωρίδα, γραμμένο στη Σαλαμίνα, όπου έκανε γνωστό στη συνέλευση, ότι έρχεται στην Ερμιόνη μαζί με άλλους πληρεξούσιους από τη Στερεά Ελλάδα.

Στις συνεδριάσεις της Ερμιόνης συζητήθηκαν πολλά θέματα και πάρθηκαν αποφάσεις, όπως η απόφαση να αποζημιωθούν από τα ωφελήματα της ελληνικής επικράτειας, μετά την οποιαδήποτε αποκατάσταση του Έθνους, όσοι αγωνιστές ζημιώθηκαν και δυστύχησαν και εγκρίθηκε ανάλογο ψήφισμα. Διαβάστηκαν ακόμη αναφορές από διάφορα μέρη που ζητού­σαν βοήθεια σε πολεμοφόδια, τρόφιμα, γιδοπρόβατα, ζωοτροφές.

Από τη 13η συνεδρίαση στάλθηκε γράμμα προς το λόρδο Thomas Cochrane, που βρισκό­τανε τότε στη Μεσόγειο, με την παράκληση να έρθει στις ελληνικές θάλασσες και να βοηθή­σει στον απελευθερωτικόν αγώνα. Στην ίδια συνέλευση αποφασίστηκε όπως η βάση του ελ­ληνικού πολιτεύματος να είναι Κοινοβουλευτική.

Στη 16η συνέλευση διαβάστηκε έγγραφο του Κολοκοτρώνη, όπου πρότεινε τον Άγγλο στρατηγό  Richard Church ως αρχιστράτηγο των ελληνικών δυνάμεων της ξηράς και το λόρ­δο Cochrane ως αρχηγό των ναυτικών δυνάμεων. Ακόμη πρότεινε την εκλογή κυβερνήτη της Ελλάδας υποδείχνοντας τον πολιτικό και διπλωμάτη Ιωάννη Καποδίστρια.

 Γράφει σχε­τικά ο Κολοκοτρώνης:

«Και ημείς τον Μάρτιον μήνα, σαν εγινήκαμε πλήρεις ενενήντα, αρχίσαμεν ταις εργασίαις μας και εβάλαμεν πρόεδρον τον Σισίνην. Τότινες έφτασε και ο Κό­χραν και τον εψηφίσαμεν αρχιθαλάσσιον εις ταις τρεις μοίραις Σπετσών, Υδραίων και Ψα­ρών. Εις τον ίδιον καιρόν ήλθε και ο Τσούρτς, διατί έλεγε η Συνέλευσις της Αιγίνης, ότι ο Κολοκοτρώνης γυρεύει πάντα να γίνη αρχιστράτηγος της Ελλάδος, κ’εγώ αποφάσισα, δια να μην ευρίσκουν αυτήν την πρόφασιν, έρηξα την φιλοτιμίαν μου κάτω δια την αγάπην της Πατρίδος, και έρηξαν κάτω την φιλοτιμίαν τους και αι τρεις νήσοι, και υπόγραψαν αρχιθαλάσσιον τον Κόχραν».

Η διαίρεση ανάμεσα στους πληρεξούσιους της Αίγινας, που ήσαν οπαδοί της κυβέρνη­σης του Αντρέα Ζαΐμη, και σε κείνους της Ερμιόνης, που ανήκαν στην αντιπολίτευση, εξα­κολουθούσε, αφού ούτε οι πρώτοι υποχωρούσαν, ούτε οι δεύτεροι: «Η διαίρεσις ακολου­θούσε τρεις μήνας. Ο Άμιλτων ευρισκότανε τον τότε καιρό εκεί, επήγαινε και εις την Αίγι­να και έρχονταν και εις ημάς να μας ενώση να κάμωμε την συνέλευσίν μας και ημείς ελέγαμε: Ας έλθουν εδώ οι Αιγινήται, που είμεθα πλειότεροι και τους δεχόμαστε. Εκείνοι έλεγαν το ίδιο. Και εφιλονικούνταν το πράγμα και έγραφαν εις τον μινίστρο Κάνιγγ ως επιτροπή και εγώ έγραφα ατομικώς. Και ελάβαιναν και εκείνοι απόκρισιν, ελάβαινα και εγώ».

Πολλές προσπάθειες καταβάλανε οι Άγγλοι για την ένωση των δυο ομάδων, αλλά η πλειοψηφία των πληρεξούσιων της Ερμιόνης ήταν αποφασισμένη να συνεχίσει τη συνέλευ­ση εκεί και οι προσπάθειες δεν καρποφορούσαν: «Και ερχόμενος ο Κόχραν εις τον Πόρον, επήρα τον Μεταξά[ix] να τον ανταμώσω εις το καράβι και ωμιλήσαμεν τα όσα αποφάσισε η συνέλευσίς μας. Αυτός εζήτησε την ένωσιν και ημείς ελέγαμεν την ιδίαν ομιλίαν: Ας έλθη η συνέλευσις της Αίγινας και ημείς την δεχόμεθα.

Και είδα εις την ομιλίαν του την φαντασίαν οπού είχεν ο Κόχραν και εγώ του αποκρίθηκα, ως ‘Ελλην, φαντασμένα. Βγαίνοντας αναχωρήσαμεν και επήγαμεν πίσω στην Ερμιόνη και εκρατήσαμε και τον γκενεράλη Τσούρτς εις την Ερμιόνη. Και τότε έσμιξε ο Κόχραν με τον Τσούρτς και έγιναν μια γνώμη δια να μας συμβιβάσουν».

Μέσα στις συνθήκες αυτές έφτασε στη συνέλευση της Ερμιόνης και η έκκληση από την Αθήνα για βοήθεια: «Εκείναις ταις ώραις έγραφαν από την Αθήνα, ότι είναι στενοχωρημέ­νοι από στρατεύματα, και τότε η συνέλευσις μ’ επεφόρτισε να στείλω στρατεύματα, και διέ­ταξα τον Γενναίον και όλαις ταις επαρχίαις και σε είκοσι ημέραις έγινε με τρεις χιλιάδας, και με υποσχέθηκε η συνέλευσις ότι να τους πληρώσει, το έθνος, τους λουφέδες και έτσι εμείναμε ήσυχοι. Τότες ήλθαν οι δυο αρχηγοί της θαλάσσης και της ξηράς να μας ενώσουν, και να εύρουν ένα τρίτον τόπον, δια να τελειώσουν την συνέλευσιν, και ο τρίτος τόπος ήταν η Τροιζήνα, λεγόμενη Δαμαλά.

Όμως αποκρίθημεν των αρχηγών: «Ημείς πηγαίνομεν, όσα πρακτικά έχομεν κάμει να είναι επικυρωμένα από την συνέλευσιν, η φρουρά να μείνη η ιδία (τον Νικηταρά είχαμεν) και αν στερχθούν ερχόμεθα και ημείς εις την Τροιζήνα. Και έτσι εστέρχθησαν οι Αιγινήται. Και εσηκώθημεν και τα δύο μέρη και εσμίξαμεν εις την Τροιζήνα, και ενωμένοι εις την Τροιζήνα αρχίσαμεν τα πρακτικά (όσα είχαμεν καμωμένα ημείς έμειναν ασάλευτα) και αρχίσαμεν εμπρός».[x]

Τελικά οι προσπάθειες για ένωση έφεραν αποτέλεσμα και αφού έγινε δεχτός ο όρος των πληρεξούσιων της Ερμιόνης να αναγνωριστούν τα πρακτικά της συνέλευσής τους. Η περιπόθητη ένωση έφερε ανακούφιση και στο λαό και στο στρατό ύστερα από πολύμηνη αγωνία.

Οι ιστορικοί, αναφερόμενοι στη συνέλευση της Ερμιόνης, γράφουν: «Η θέση της Ερμιό­νης ήτο τοιαύτη, και εθεωρείτο τόσον ασφαλής, λόγω της γειτονίας προς τας δύο πολεμι­κάς νήσους και το Ναύπλιον, ώστε πολλοί κατέφευγον εις αυτήν, μετά δε τους εμφυλίους πολέμους, τας διαιρέσεις και την κατάστασιν την δημιουργηθείσαν δια της πτώσεως του Μεσολογγίου, προεκρίθη από τους αντιπολιτευμένους την νέαν κυβέρνησιν του Ανδρέα Ζαΐμη, ως τόπος της Εθνικής Συνελεύσεως.

Πράγματι όταν η Γ’ εν Επιδαύρω συνέλευσις ανέβαλε τας εργασίας της, εψήφισεν ότι θα συνήρχετο τον Σεπτέμβριον 1826 εις ό,τι μέρος θα συνεκαλήτο από την επιτροπήν της συνελεύσεως. Δις οι πληρεξούσιοι εκλήθησαν εις τον Πόρον και ουδείς μετέβη. Αφού δε απεφασίσθη να συγκληθή η συνέλευσις εις Αίγιναν, όπου και η κυβέρνησις, οι αντιπολιτευόμενοι έχοντες επί κεφαλής τον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, εξωθούμενοι από τους Κουντουριώτας και αριθμούντες τους κρατίστους εκ των κατά ξηράν και θάλασσαν πολεμικών αρχηγών, συνεκεντρώθησαν εις Ερμιόνην και εκάλεσαν τους λοιπούς παλαιούς και νέους συναδέλφους, να συνέλθωσιν εις το Καστρί, δυνάμει του ψηφίσματος της εν Επιδαύρω Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως.

Εν τούτοις και μεταξύ των αντιπολιτευομένων επήλθε διαφωνία, ήτις εκλόνισε την δύναμίν των προς στιγμήν απειλήσασαν να επικράτηση. Εστάλησαν εξ Αιγίνης πρεσβείαι όπως μεταπείσουν τους εν Ερμιό­νη. Επί μακρόν και ο Άγγλος κομμοδόρος Χάμιλτων και εμμέσως ο εν Κωνσταντινουπόλει πρεσβευτής Στράτφορδ Κάνιγγ επάσχιζον προς τούτο. Επροτείνετο τέλος να εξευρεθή ουδέτερος τόπος, ένθα, εάν δεν εφαίνετο ο καπνός των πολιορκούντων την Ακρόπολιν κα­νονίων, να ηκούετο τουλάχιστον ο κρότος αυτών. Ουδέν όμως ίσχυσε.

  

Τροιζήνα


 

Τροιζήνα

Και την 11 Φεβρου­αρίου 1827 εκηρύχθη η έναρξις της εν Ερμιόνη Εθνικής συνελεύσεως, υπό την προεδρίαν του γηραιού Σισίνη. Κατ’ εκείνας τας ημέρας κατέφθασεν ο Ριχάρδος Τσουρτζ, και μετ’ αυ­τόν, κατά Μάρτιον ο λόρδος Κόχραν. Αμφότεροι συνήνεσαν εις την εκλογήν ως τόπου της συνελεύσεως την Τροιζήνα (των Δαμαλών), πικρότατα δε εμέμφθησαν τους εν Ερμιόνη επι­μένοντας. Ο Κόχραν μάλιστα απηύθυνε δριμύτατον έγγραφον, χάρις εις το οποίον οι εν Ερμιόνη επείσθησαν να μεταβώσιν εις Τροιζήνα. Και ούτω διελύθη το κέντρον τούτο της αντιπολιτευομένης τον Ζαΐμην μερίδος, χωρίς να θεωρηθή ως πραγματική η εν Ερμιόνη Εθνική συνέλευσις».[xi]

Στον Δαμαλά (Τροιζήνα) συνεχίστηκαν και τέλειωσαν οι εργασίες της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης και εκεί ψηφίστηκε η εκλογή του Ιωάννη Καποδίστρια[xii] ως κυβερνήτη.

Παρά την ικανοποίηση που ένιωσε και ο λαός της Ερμιόνης για την ένωση των πληρε­ξούσιων, λυπήθηκε πολύ που δεν θα άκουγε πια τα «τούμπανα» που καλούσαν τα μέλη της συνέλευσης στο Βουλευτήριο και θα έλειπε από τον τόπο τους η ζωηρή κίνηση. Η μεγάλη συγκίνηση και η ιδιαίτερη ανησυχία που είχε κυριέψει λαό και πολεμιστές στο διάστημα της διαίρεσης και η αγωνία για την ένωση και τη σωτηρία του αγώνα και της πατρίδας δεν αγνοήθηκαν από τη λαϊκή μούσα. Οι παρακάτω στίχοι τραγουδιούνταν και στο στρατόπεδο του Καραϊσκάκη και σε όλη την επαναστατημένη Ελλάδα:

Στην Αιγίνη δε θα γίνει.

Στην Ερμιόνη δεν τελειώνει.

Στο Δαμαλά πάει καλά.

Εκεί θα τελειωθεί

και η Ελλάδα θα σωθεί.[xiii]

 

Πηγές


  • Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.
  • Βουλή των Ελλήνων, «Από την Επανάσταση έως την Καθιέρωση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας  (1821-1864)».

 

 

Υποσημειώσεις


[i] Κατά τον εμφύλιο που ξέσπασε ανάμεσα στους επαναστάτες μετά τις νίκες στα Δερβενάκια και στ’ Ανάπλι ο Κολοκοτρώνης έχασε το γιο του Πάνο και ο ίδιος φυλακίστηκε στην Ύδρα.

[ii] Είναι ο αγωνιστής Δημήτριος Τσώκρης από το Άργος.

[iii] Νικόλαος Πονηρόπουλος, νομικός που ο Κολοκοτρώνης συνήθιζε να τον λέει Πονηρό.

[iv] Πρόκειται για τον Υδραίο πολιτικό Γιώργη Κουντουριώτη.

[v] Ιωάννου Ηρ. Μάλλωση, Η εν Ερμιόνη Γ’ Εθνοσυνέλευσις, Αθήναι 1930, σ. 14-18.

[vi] Ο άξιος Ερμιονίτης αγωνιστής Γιάννης Μήτσας-Μίτζας με την έκρηξη της επανάστασης τέθηκε επικεφαλής Ερμιονιτών και Διδυμιωτών αγωνιστών και πήρε μέρος σε μάχες στο Άργος, στα Δερβενάκια, στο Παλαμήδι και αλλού. Στη διάρκεια της εθνικής συνέλευσης διοικούσε 45 άντρες φρουρούς της Ερμιόνης. Στη συνέχεια πήγε στην Αττική και τέθηκε στις διαταγές του Καραϊσκάκη. Στην άτυχη μάχη του Νέου Φαλήρου βρήκε ένδοξο θάνα­το στο πλευρό του αρχηγού του. Ο Κολοκοτρώνης τον εκτιμούσε ιδιαίτερα. Ισάξιος του ήταν και ο αδελφός του Σταμάτης.

[vii] Μάλλωσης ο.π. σ. 23

[viii] Κατά τον Κολοκοτρώνη, ο.π. σ. 145, τρεις χιλιάδες.

[ix] Αντρέας Μεταξάς, πολιτικός και στρατιωτικός του αγώνα του 1821 από την Κεφαλονιά.

[x] Κολοκοτρώνης ο.π. α. 145-146. – Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 267.

[xi] Γ. Δ. Καψάλης – Γ. Δ. Κορομηλάς, Μεγ. Ελλ. Εγκ. τομ. 11, σ. 570, Ερμιόνη.

[xii] Στις 14 Απριλίου 1827 η συνέλευση εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια Κυβερνήτη της Ελλάδος, για επτά χρόνια. Στις σχετικές συζητήσεις παρατηρήθηκε διχογνωμία και η τελική επιλογή προκάλεσε δυσάρεστα αισθήματα σε ορισμένους προύχοντες. Εκδόθηκαν συνολικά 24 ψηφίσματα στα οποία, μεταξύ άλλων, διορίστηκε επιτροπή για τον έλεγχο των δανείων, αποκαταστάθηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης στα πολιτικά του δικαιώματα, ενώ ψηφίσθηκαν ομόφωνα αρχηγοί των δυνάμεων ξηράς και θάλασσας οι Ριχάρδος Τσωρτς (Richard Church) και ο λόρδος Cochrane αντίστοιχα.

Στην Τροιζήνα, η συνέλευση αναθεώρησε τον Νόμο της Επιδαύρου, το σύνταγμα που είχε ψηφίσει η Β’ Εθνοσυνέλευση στο Άστρος το 1823. Η Συνέλευση της Τροιζήνας ψήφισε την 1η Μαΐου 1827 το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος», το τρίτο κατά σειρά της ελληνικής επανάστασης και περισσότερο δημοκρατικό και φιλελεύθερο από τα προηγούμενα. Για την απονομή της δικαιοσύνης θεσμοθετήθηκαν τα ειρηνοδικεία, τα επαρχιακά και ανέκκλητα, ενώ ορίστηκε επιπλέον «ανώτατο» ή «ακυρωτικό δικαστήριο» στην έδρα της κυβέρνησης.

[xiii] Μάλλωσης ο.π. σ. 12.

 

Read Full Post »

Κασομούλης Νικόλαος (1795 – 1872)


Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1795 και πέθανε το 1872. Από τα νεανικά του χρόνια έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας και πήρε μέρος σε πολλές μάχες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Πολέμησε στα Ψαρά, στην Ύδρα , στους Μύλους, στο Μεσολόγγι. Πρωτοστάτησε στη Έξοδο και περιέγραψε κατόπιν με αφηγηματική δύναμη τη γενναιότητα των πολιορκημένων. Πολέμησε επίσης στην Αττική και στην Κόρινθο.

 

Νικόλαος Κασομούλης (1795-1872)

Αγωνιστής του 1821 και συγγραφέας απομνημονευμάτων του Αγώνα, γεννημένος στην Κοζάνη. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1820. Υπήρξε ένας από τους κύριους οργανωτές της επανάστασης του Ολύμπου.* Μετά την αποτυχία της, κατέφυγε στην περιοχή του Ασπροπόταμου και έγινε γραμματικός του καπετάνιου Στορνάρη, τον οποίο και ακολούθησε σε όλες τις μάχες. Υπήρξε συνεργάτης του Καραϊσκάκη. Το 1826 βρίσκεται μεταξύ των πολιορκημένων στο Μεσολόγγι, μαζί με τους αδερφούς του, Δημήτριο και Γεώργιο. Συνέταξε την απόφαση της εξόδου καθ’ υπαγόρευση του Επισκόπου Ρωγών, Ιωσήφ και επιφορτίστηκε την αποστολή να συντονίσει τις ενέργειες όλων των τμημάτων, ώστε να επιτύχει η Έξοδος. Κατά την έξοδο τραυματίστηκε θανάσιμα ο αδερφός του Δημήτριος.

Μετά την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους κατέλαβε διάφορα στρατιωτικά αξιώματα, τόσο επί Καποδίστρια, όσο και επί Όθωνα. Έγινε φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, καθώς και φρούραρχος στη Λαμία και το Μπούρτζι. Συμμετείχε στην καταστολή των εξεγέρσεων το 1836, για την οποία δίνει πολύτιμες πληροφορίες στο Ημερολόγιο.  Έγραψε τα απομνημονεύματα του Αγώνα με τίτλο «Ενθυμήματα στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων», έργο σημαντικό για την Επανάσταση, αλλά και για την κοινωνία της εποχής.

Στο έργο του Κασομούλη, εκτός των άλλων, βρίσκουμε και πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με την καθημερινότητα κατά το 19ο αιώνα, αλλά και σχετικά με τις συμπεριφορές και τις νοοτροπίες των αγωνιστών του ΄21, τον τρόπο ενδυμασίας και γενικά τον τρόπο ζωής κατά την περίοδο αυτή. Οι πληροφορίες αυτές είναι σημαντικές για την ανάλυση και την περιγραφή των κωδικών επικοινωνίας, τόσο των κυρίαρχων όσο και των επιμέρους περιθωριακών συμπεριφορών, οι οποίες χαρακτηρίζουν την εποχή του 19ου αιώνα στα Βαλκάνια και ειδικότερα στις ελληνικές περιοχές.

 

Υποσημείωση


  

* Νικόλαος Κασομούλης και ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αφού πέρασαν από τα Ψαρά και την Ύδρα, έφθασαν στην Πελοπόννησο. Στις 29 Σεπτεμβρίου 1821 συνάντησαν τον Δημήτριο Υψηλάντη στο Άργος. Ο τελευταίος, σε συνεργασία με τον Κασομούλη, συνέλαβε ένα φιλόδοξο σχέδιο γενικευμένου ξεσηκωμού της Μακεδονίας. Σύμφωνα με αυτό, θα αποστελλόταν δύναμη τακτικού στρατού στη Μακεδονία υπό τις διαταγές ενός υπασπιστή του Υψηλάντη, του Γρηγορίου Σάλα. Παράλληλα οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου και της δυτικής Μακεδονίας θα καταλάμβαναν καίριες θέσεις, π.χ. τη γέφυρα επί του Αξιού και τα Τέμπη.

Ιδιαίτερα σημαντικός προβλεπόταν να είναι ο ρόλος της Νάουσας, η οποία διέθετε, σύμφωνα με τον Κασομούλη, «άφθονα ντουφέκια και σπαθιά». Επειδή τα εφόδια δεν επαρκούσαν στην Πελοπόννησο, ο Κασομούλης και ο Σάλας αναζήτησαν βοήθεια στις Κυκλάδες. Η περιοδεία τους, όμως, είχε πενιχρά αποτελέσματα.

Εκτός αυτού ο Σάλας αποδείχθηκε κατώτερος των περιστάσεων και ασχολήθηκε περισσότερο με την προσωπική του διασκέδαση. Ο Κασομούλης, αφού κατόρθωσε να συγκεντρώσει με κόπο ελάχιστα πολεμοφόδια στα Ψαρά, επέστρεψε στον Όλυμπο.

Μπροστά στον επαναστατικό αναβρασμό που επικρατούσε, ο Αβδούλ Αμπούδ συνέλαβε πολλούς ομήρους στη δυτική Μακεδονία. Παρόλα αυτά οι οπλαρχηγοί του Ολύμπου ύψωσαν τη σημαία της Επανάστασης στις 8 Μαρτίου 1822. Οι Τούρκοι, χάρη στην υπεροπλία τους, κατέστειλαν την εξέγερση σύντομα. Σχεδόν ταυτόχρονα εξεγέρθηκε και η Νάουσα. Η αντίδραση των Τούρκων ήταν σκληρή, αλλά η πόλη αντέταξε ηρωική άμυνα. Τελικά, στα μέσα Απριλίου 1822 ο Αβδούλ Αμπούδ, με ένα στράτευμα 20.000 ανδρών, κατέβαλε τους επαναστάτες και έσφαξε τον πληθυσμό. Με αυτό τον τραγικό τρόπο έσβησε και η τελευταία επαναστατική εστία στη Μακεδονία.

  

Πηγές


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οι περιθωριακοί», τεύχος 265, 16 Δεκεμβρίου 2004.
  • Περιοδικό Στρατιωτική Ιστορία, Αρ. Τεύχους 133, Σεπτέμβριος 2007.

Read Full Post »

Η Επανάσταση του ’21 και η αναγνώριση της Ελλάδας από την Αϊτή (1822)


Η Αϊτή υπήρξε η πρώτη χώρα στον κόσμο που αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση και την Ελλάδα ως ανεξάρτητο κράτος. Το 1822, ο πρόεδρος της Αϊτής, Ζαν Πιερ Μπουαγιέ (JeanPierre Boyer), απέστειλε στην Ελληνική Επιτροπή των Παρισίων και τα μέλη του «διευθυντηρίου» της, Αδαμάντιο Κοραή, Κ. Πολυχρονιάδη, Α. Βογορίδη και Χρ. Κλωνάρη, επιστολή, με την οποία η χώρα της Καραϊβικής αναγνώριζε τότε την ανεξάρτητη Ελλάδα.

Ζαν Πιερ Μπουαγιέ

Είχε προηγηθεί επιστολή του Κοραή και άλλων επιφανών Ελλήνων των Παρισίων προς τον Βόγιερ, με την οποία του ζητούσαν βοήθεια για την Επανάσταση, κατόπιν συστάσεων του περίφημου στρατηγού Λαφαγιέτ και του Επισκόπου Βλαισών Γρηγορίου, που είχε επισκεφθεί την περιοχή. Η Αϊτή, προϊόν της Γαλλικής Επανάστασης, ήταν η πρώτη χώρα που κατάργησε τη δουλεία και κυβερνήθηκε από μαύρους.

Το γράμμα προς τον Αδαμάντιο Κοραή και τους άλλους τρεις Έλληνες, διασώθηκε, σε ελληνική μετάφραση, στο Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Ελληνικής Επαναστάσεως του φιλικού και αγωνιστή του ’21, Ιωάννου Φιλήμονος:

 

Επιστολή Μπουαγιέ προς Αδαμάντιο  Κοραή

 

Ιωάννης Πέτρου Βόγερ, πρόεδρος του Χαϊτίου (Αϊτή), προς τους πολίτας της Ελλάδος Α. Κοραήν, Κ. Πολυχρονιάδην, Α. Βογορίδην και Χρ. Κλωνάρην.

Εις τα Παρίσια

Πριν ή δεχθώμεν την επιστολή υμών, σημειουμένην εκ Παρισίων τη 20ή παρελθόντος Αυγούστου, έφθασεν ενταύθα η είδησις της επαναστάσεως των συμπολιτών υμών κατά του δεσποτισμού, του επί τρεις περίπου διαρκέσαντος εκατονταετηρίδας. Μετά μεγάλου ενθουσιασμού εμάθομεν ότι η Ελλάς αναγκασθείσα τέλος πάντων εδράξατο των όπλων, ίνα κτήσηται την ελευθερίαν αυτής και την θέσιν, ην μεταξύ των εθνών του κόσμου κατείχε.

Μία τόσον ωραία και τόσον νόμιμος υπόθεσις, και προ πάντων αι συνοδεύσασαι ταύτην πρώται επιτυχίαι, ουκ εισίν αδιάφοροι τοις Χαϊτίοις, οίτινες, ως οι Ελληνες επί πολύν καιρόν έκλινον τον αυχένα υπό ζυγόν επονείδιστον και διά των αλύσεων αυτών συνέτριψαν την κεφαλήν της τυραννίας.

Ευχηθέντες προς τον ουρανόν, όπως υπερασπισθή τους απογόνους του Λεωνίδου, εσκέφθημεν ίνα συντρέξωμεν τας γενναίας δυνάμεις τούτων, ει μη διά στρατευμάτων και πολεμοφοδίων, τουλάχιστον διά χρημάτων, ως χρησίμων εσομένων διά προμήθειαν όπλων, ων έχετε ανάγκην. Συμβεβηκότα όμως, επιβαλόντα τη πατρίδι ημών μεγάλην ανάγκη, επησχόλησαν όλον το χρηματικόν, εξ ου η Διοίκησις ηδύνατο καταβάλει μέρος.

Σήμερον έτι η επανάστασις, η κατά το ανατολικόν μέρος της νήσου επικρατούσα, υπάρχει νέον προς την εκτέλεσιν αυτού του σκοπού κώλυμα. Επειδή το μέρος όπερ ηνώθη μετά της Δημοκρατίας, ης προεδρεύω, υπάρχει εν μεγίστη ενδεία και προκαλεί δικαίως μεγάλην του ταμείου ημών την δαπάνην. Εάν δ’ επέλθωσι κατάλληλοι, ως επιθυμούμεν, αι περιστάσεις, τότε βοηθήσωμεν προς τιμήν τοις τέκνοις της Ελλάδος, όσον δυνηθώμεν.

Πολίται, διερμηνεύσατε προς τους συμπατριώτας υμών τας θερμοτέρας ευχάς, ας λαός του Χαϊτίου αναπέμπει υπέρ της ελευθερώσεως αυτών. Οι μεταγενέστεροι Ελληνες ελπίζουσιν εν τη αναγεννωμένη ιστορία τούτων άξια της Σαλαμίνος τρόπαια. Είθε παρόμοιοι τοις προγόνοις αυτών αποδεικνυόμενοι και υπό των διαταγών του Μιλτιάδου διευθυνόμενοι, δυνηθώσιν εν τοις πεδίοις του νέου Μαραθώνος τον θρίαμβον της ιεράς υποθέσεως, ην επεχείρησαν υπέρ των δικαιωμάτων αυτών, της θρησκείας και της πατρίδος. Είθε, τέλος, διά των φρονίμων διατάξεων αυτών μνημονευθώσιν εν τη ιστορία οι κληρονόμοι της καρτερίας και των αρετών των προγόνων.

Τη 15η Ιανουαρίου 1822 και 19η της Ανεξαρτησίας

 

Πηγές


  • Καθημερινή, αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.
  • Διονυσίου Κόκκινου «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος 2, σελίδες 444-446, και Τάσου Βουρνά, «Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας», Αθήνα, εκδόσεις Τολίδης, σελ. 94.
  • Ελευθεροτυπία, «Το αναγνωστικό της τελευταίας σελίδας», Χρήστος Μιχαηλίδης, Πέμπτη 14 Ιανουαρίου 2010.

  

 

Αϊτή – Από την επανάσταση των σκλάβων στην απόλυτη φτώχεια


Mark Danner

The New York Times

H Αϊτή είναι η αγαπημένη τραγωδία όλων. Πολύ πριν την πλήξει η καταστροφική μανία του Εγκέλαδου, ο έξω κόσμος, και ιδιαίτερα οι Αμερικανοί, μιλούσαν για την Αϊτή μόνον με όρους συνώνυμους της μιζέριας και της δυστυχίας.

Κι όμως δεν υπάρχει τίποτα μυστικιστικό γύρω από τα δεινά της χώρας αυτής, ούτε καμία κατάρα που την καταδιώκει. Από την ανεξαρτησία της, αλλά και πριν από αυτή, υπεύθυνοι για τα δεινά της Αϊτής υπήρξαν άνθρωποι, όχι δαίμονες. Αν και φυσική καταστροφή, ο σεισμός οδήγησε στο θάνατο δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους εξαιτίας της διαφθοράς και της αδυναμίας του κράτους της Αϊτής. Όση κι αν είναι η βοήθεια που θα λάβει η χώρα αυτή δεν θα μπορέσει να ανακάμψει αν δεν αντιμετωπισθούν τα αίτια που είναι υπεύθυνα για τα δεινά της.

 

Ένδοξη ιστορία


 

Επανάσταση στη Αϊτή

Το 1804 η ανακήρυξη της ελεύθερης Δημοκρατίας της Αϊτής αποτέλεσε ιστορικό θρίαμβο για το έθνος αυτό. Είναι δύσκολο πραγματικά να υπερβάλλει κανείς αναφερόμενος στην ένδοξη ιστορία της γέννησης αυτού του κράτους. Εκατοντάδες χιλιάδες σκλάβοι από την Αφρική είχαν δουλέψει σκληρά για να καταστήσουν το Σαντ Ντομίνγκ, όπως ήταν τότε γνωστή η Αϊτή, την πλουσιότερη αποικία της γης, ένα τεράστιο εργοστάσιο παραγωγής ζαχαροκάλαμου, τον πιο ακριβό καρπό του 18ου αιώνα. Από γενιά σε γενιά, οι δευτερότοκοι γιοι των πλούσιων γαλλικών οικογενειών έφθαναν από τη Γαλλία στην άλλη άκρη του κόσμου προκειμένου να αναλάβουν τις τεράστιες φυτείες, να χαρούν όσα είχαν να προσφέρουν οι καλλίγραμμες σκλάβες από την Αφρική και να φτιάξουν τις περιουσίες τους.

Ακόμη και για τα δεδομένα της εποχής εκείνης οι συνθήκες που επικρατούσαν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου ήταν άθλιες. Οι σκλάβοι πέθαιναν νέοι. Έκαναν λίγα παιδιά. Όσο αυξάνονταν οι εξαγωγές ζάχαρης και καφέ, αυξάνονταν οι εισαγωγές νεαρών Αφρικανών. Κι έτσι όταν έφτασε η ώρα της μεγάλης εξέγερσης του 1791, η πλειοψηφία των περίπου 500.000 μαύρων που ξεσηκώθηκαν είχαν γεννηθεί στην Αφρική, μιλούσαν αφρικανικές γλώσσες και λάτρευαν Αφρικανούς θεούς.

Maitland και Louverture

Στη διάρκεια μιας απίστευτα σύνθετης δεκαετούς σύγκρουσης, αυτοί οι Αφρικανοί στρατιώτες-σκλάβοι υπό την ηγεσία θρυλικών αρχηγών όπως ο Τουσέν Λουβερτούρ και ο Ζαν Ζακ Ντεσαλίνες, νίκησαν τρεις δυτικούς στρατούς, μεταξύ των οποίων την υπερδύναμη της εποχής, τη Γαλλία του Ναπολέοντα. Στη διάρκεια ενός πραγματικά άγριου πολέμου – «Κάψτε σπίτια, κόψτε κεφάλια», ήταν το σύνθημα του Ντεσαλίνες- οι σκλάβοι δολοφόνησαν τα λευκά αφεντικά τους και κατάφεραν να διώξουν τα υπόλοιπα από τη γη αυτή.

Την 1η Ιανουαρίου του 1804, όταν ο Ντεσαλίνες δημιούργησε τη σημαία της Αϊτής, αφαιρώντας το λευκό τμήμα από τη γαλλική σημαία, είχε πετύχει ό,τι δεν είχε πετύχει ο Σπάρτακος. Είχε οδηγήσει σε θρίαμβο τη μοναδική επιτυχημένη εξέγερση σκλάβων στην ιστορία.

Η Αϊτή έγινε η πρώτη ανεξάρτητη μαύρη δημοκρατία του κόσμου και η δεύτερη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου. Δυστυχώς, η πρώτη ανεξάρτητη δημοκρατία του Δυτικού ημισφαιρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την επαναστατική της διακήρυξη «όλοι οι άνθρωποι γενιούνται ίσοι», αντιμετώπισαν αυτούς τους ανθρώπους που είχαν κερδίσει μόνοι τους την ελευθερία τους με περιφρόνηση και φόβο. Η Αϊτή αποτελούσε παράδειγμα ενός αγώνα για την ελευθερία που απλώς είχε παρατραβήξει σκορπώντας τον τρόμο στους γαιοκτήμονες του αμερικανικού νότου που διατηρούσαν ακόμη σκλάβους.

 

Το εμπάργκο


 

Για το λόγο αυτό οι Ηνωμένες Πολιτείες αρνούνταν επί έξι δεκαετίες να αναγνωρίσουν την Αϊτή, μέχρι που το έκανε ο Αβραάμ Λίνκολν το 1862. Αντιθέτως, μαζί με τις υπόλοιπες αποικιοκρατικές δυνάμεις της εποχής, οι Ηνωμένες Πολιτείες… αντάμειψαν την Αϊτή με ένα ασφυκτικό οικονομικό εμπάργκο, αναγκάζοντάς την παράλληλα να πληρώσει αποζημιώσεις στον πρώην αποικιοκρατικό της δυνάστη.

Το νέο έθνος, με τις φυτείες και τις πόλεις του κατεστραμμένες από τον πόλεμο, γονάτισε υπό το βάρος των αστρονομικών αποζημιώσεων, οι οποίες στραγγάλισαν την οικονομία της για περισσότερο από έναν αιώνα. Μέσα σε αυτό το κλίμα, της απομόνωσης και της περιφρόνησης, γεννήθηκε το περίεργο πολιτικό σύστημα της χώρας, το οποίο θύμιζε κακοφορμισμένο μοντέλο της κοινωνίας των σκλάβων της εποχής της αποικιοκρατίας.

Λίγο μετά την ανεξαρτησία, οι μεγάλες φυτείες διαλύθηκαν και τμήματά τους μοιράστηκαν στους πρώην σκλάβους, γεγονός που κατέστησε την Αϊτή μια χώρα μικρών γαιοκτημόνων, η απομωνομένη ύπαιθρος της οποίος παρέμενε, σε ό,τι αφορούσε τη γλώσσα, τη θρησκεία και της συνήθειες, βασικά αφρικανική.

Ανίκανοι να αντικαταστήσουν τους λευκούς, τα μέλη της νέας αϊτινής ελίτ εγκατέλειψαν τις φυτείες και αποφάσισαν να θέσουν υπό τον έλεγχό τους τον μόνο θεσμό που μπορούσε να επιβάλλει φόρους στα προϊόντα τους: την κυβέρνηση. Όσο οι απελεύθεροι σκλάβοι δούλευαν σκληρά για να κάνουν τη γη τους να αποδώσει, η ισχυρή μειοψηφία απομυζούσε τους καρπούς των κόπων τους μέσω της φορολογίας.

Η αϊτινή ιστορία έκτοτε αποτελείται από μια μακρά σειρά συγκρούσεων για τον έλεγχο του κράτους μεταξύ φραξιών που πολλές φορές καθορίζονταν από το χρώμα του δέρματος. Η άσκηση της πολιτικής δεν ήταν παρά μια διαρκής ίντριγκα, γεμάτη συγκρούσεις, ανατροπές και δολοφονίες.

 

Η αμερικανική κατοχή και η δικτατορία Papa Doc


 

Το 1915 οι λευκοί επέστρεψαν, με την απόβαση Αμερικανών πεζοναυτών σε μια επιχείρηση που είχε στόχο τον τερματισμό μιας σύγκρουσης, η οποία υπό τη σκιά του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έμοιαζε να αποτελεί απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Στη διάρκεια της σχεδόν εικοσαετούς κυριαρχίας τους, οι Αμερικανοί έχτισαν στην Αϊτή δρόμους και γέφυρες, έστησαν τις υποδομές για τη δημιουργία της πρωτεύουσας Πορτ-ο-Πρενς και έστειλαν τους Αϊτινούς στο εξωτερικό να σπουδάσουν, με την ελπίδα δημιουργίας μιας πιο σταθερής μεσαίας τάξης.

Όταν αποχώρησαν, στην πραγματικότητα λίγα πράγματα είχαν αλλάξει. Ο αϊτινός εθνικισμός, ο οποίος είχε πυροδοτηθεί εκ νέου με την άφιξη των Αμερικανών, οδήγησε τελικώς στην εξουσία το 1957 τον Φρανσουά Ντιβαλιέ, τον περίφημο Papa Doc έναν από τους πιο αιμοσταγείς δικτάτορες της ιστορίας.

Η εποχή Ντιβαλιέ έληξε το 1986 με την ανατροπή του γιου του Ζαν Κλοντ, γνωστού ως Baby Doc, και έδωσε τη θέση της στην τελευταία φάση της ασταθούς αϊτινής ιστορίας η οποία έχει τα τελευταία 25 χρόνια σηματοδοτηθεί από δικτατορίες και εξεγέρσεις, κάποιες σχετικά δημοκρατικές εκλογές, μια δεύτερη αμερικανική κατοχή και καμιά δωδεκαριά Αϊτινούς ηγέτες, που εναλλάσσονται στην εξουσία της πιο φτωχής χώρας του δυτικού ημισφαιρίου.

Καθημερινή, Αρ. φύλλου 27390, Αθήνα, Κυριακή 31 Ιανουαρίου 2010.

 

Read Full Post »

Αδελφοί Αντωνόπουλοι


 

Αντωνόπουλος Γεώργιος. Αρχείο Οικογένειας Δραγούμη. (Πανδέκτης)

Λαμπροί πατριώτες υπήρξαν οι αδελφοί Αντώνιος και Γεώργιος Μιχ. Αντωνόπουλοι, από την Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας. Ήταν πλουσιότατοι μεγαλέμποροι, εγκατεστημένοι στην Τεργέστη, προ της επαναστάσεως. Διέπρεψαν όμως για την φιλοπατρία που επέδειξαν. Όπως ιστορούν ο Φιλήμων και ο Φραντζής, οι Αντωνόπουλοι, από τους οποίους ο Αντώνιος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία από το 1819, απέστειλαν στον αγώνα χρήματα, όπλα, πυρίτιδα, μόλυβδο και λοιπά πολεμοφόδια και από τους οποίους και συντηρήθηκε η επανάσταση κατά το ξεκίνημά της. Ομοίως φρόντιζαν για τον εξοπλισμό των διερχόμενων την Τεργέστη Ελλήνων.

Μεγάλες συνδρομές παραχώρησαν και στον Δημήτριο Υψηλάντη τον Μάιο του 1821, ο οποίος κατάφθανε από τη Ρωσία στην Ελλάδα μέσω της Τεργέστης. Όταν γνώρισαν τον Υψηλάντη από τους μυημένους πατριώτες, αισθάνθηκαν μεγάλη πατριωτική συγκίνηση και ξέσπασαν σε δάκρυα και ακράτητο ενθουσιασμό, αμέσως δε του προσέφεραν πολλά χρήματα και πολεμοφόδια για τον αγώνα της πατρίδας. Ο δε Γεώργιος τον ακολούθησε στην Ελλάδα, εγκαταλείποντας το προσοδοφόρο εμπόριο και την ευμάρειά του στην Τεργέστη.

Ο Αντώνιος δε λησμόνησε την ιδιαίτερη πατρίδα του στην Ανδρίτσαινα. Το 1814 δώρισε σ’ αυτή μανουάλια και εκκλησιαστικά βιβλία για την εκκλησία της. Το 1831 δώρισε στον Άγιο Νικόλαο της Ανδρίτσαινας για τον ευπρεπισμό του μεγάλο κώδωνα, οριχάλκινο, ενισχύοντας με αυτές τις δωρεές το θρησκευτικό αίσθημα των συμπατριωτών του. Την 3η Μαΐου 1830 απέστειλε πολύτιμη δωρεά μέσω του αδελφού του Γεωργίου στο Ναύπλιο στον Κυβερνήτη Καποδίστρια, η οποία αποτελείτο από πέντε κιβώτια γεμάτα βιβλία Ελλήνων συγγραφέων, 1370 σε τόμους ή σώματα και 200 τάλληρα δίστηλα, για να διανεμηθούν στα σχολεία του έθνους, με την παράκληση να προτιμηθεί η πατρίδα του Ανδρίτσαινα. Αυτό για να υποστηρίξει τη δημόσια εκπαίδευση αυτής και του έθνους και να αναπτυχθεί η σπουδή των γραμμάτων.

Ο δε Κυβερνήτης, που είχε πράξει πολλά για τη δημόσια εκπαίδευση, καταχάρηκε και με το έγγραφό του της 8ης Μαΐου 1830 εξέφρασε επισήμως προς τον πατριώτη δωρητή «την ευγνωμοσύνη του και την οφειλόμενη προς τους χρηστούς πολίτες υπόληψη και τιμή, διαβεβαίωσε δε αυτόν, ότι για τη γη που τον γέννησε, την Ανδρίτσαινα, θα πράξει το καλύτερο, δημιουργώντας σε αυτήν σχολείο αλληλοδιδακτικό, πολύτιμο και κοινωφελέστατο τον καιρό εκείνο και θα διαθέσει μέσω αυτής και την προσφορά των 200 δίστηλων».

Ο δε Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος ήλθε στην Ελλάδα, συνοδευμένος από τον Δημήτριο Υψηλάντη, ως ταμίας, σύμβουλος και ένθερμος συναγωνιστής του. Ο Υψηλάντης, που τον εκτιμούσε εξαιρετικά, τον χαρακτήριζε και ονόμαζε «φιλογενέστατο και αξιόπιστο» στο πρώτο του έγγραφο, που απέστειλε στην Ύδρα προς τους εφόρους της Πελοποννήσου.

Στην Ελλάδα ο Γεώργιος Μ. Αντωνόπουλος έγινε επιφανής και ανήλθε στα ανώτατα αξιώματα της πολιτείας. Μετά την πτώση του Ναυπλίου (1822) εγκαταστάθηκε σε αυτή την πόλη και αναδείχθηκε ως ένας από τους πρώτους πολίτες της. Διετέλεσε αντιπρόσωπος της επαρχίας Ναυπλίου στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας το 1827, κατά την άφιξη του Κυβερνήτη δημογέρων Ναυπλίου και πληρεξούσιος της πόλης στις εθνικές συνελεύσεις του Άργους το 1829 και 1831, γερουσιαστής επί Καποδίστρια και επί Όθωνα, Σύμβουλος της Επικράτειας και από το 1837 έως το 1842 δήμαρχος Ναυπλιέων. Ως δήμαρχος το 1837 παραχώρησε μέρος του δημαρχικού μισθού του στο γυμνάσιο του Ναυπλίου για την αγορά γεωγραφικών σφαιρών, φυσικών εργαλείων και λοιπών,  ποσό που ξεπέρασε τις 2700 δραχμές, αποδεικνύοντας έτσι τα πατριωτικά και φιλεκπαιδευτικά αισθήματά του.

Δημιούργησε δε περίβλεπτη οικογένεια. Νυμφεύθηκε την επιφανή κόρη του προύχοντα του Άργους Σταματέλου Αντωνόπουλου, Ειρήνη, την ονομαζόμενη και Κυρά του Ναυπλίου. Απέκτησε τα εξής έξοχα παιδιά:

Τον Μιχαήλ, που διετέλεσε διπλωμάτης, βουλευτής Ναυπλίου και υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημόσιας Εκπαίδευσης το 1870.

Τον Αντώνιο, διπλωματικό υπάλληλο.

Τον Αλέξανδρο, πρόξενο της Γαλλίας, βουλευτή Ναυπλίας επί τέσσερις βουλευτικές περιόδους και ήδη διευθυντή του υποκαταστήματος της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας στη Ζάκυνθο.

Την Ασπασία, σύζυγο του Ιω. Δαμιανού, διαπρεπούς νομικού, βουλευτή Ύδρας και υπουργού Δικαιοσύνης επί Όθωνα, σύζυγο από το δεύτερό της γάμο του Βασιλ. Κάββα*, γιου του διάσημου Αργείου Μιχαήλ Κάββα.**

Την Πηνελόπη σύζυγο Ευθύμιου Κεχαγιά, υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας, βουλευτή Παρνασίδδος, και πολλές φορές υπουργού Οικονομικών.

Την Ελένη, σύζυγο Θεοδ. Ν. Γκίκα, βουλευτή Ύδρας.

Την Ευφροσύνη, σύζυγο Αποστόλου Αθανασιάδη, νομομαθούς, προέδρου Εφετών, προέδρου του Ελεγκτικού Συνεδρίου, βουλευτή Γορτυνίας και υπουργού Οικονομικών και τη Χαρίκλεια Γ. Ιατρού, πολιτικού, βουλευτή Ναυπλίας και νομάρχη. Ο λαμπρός πατέρας των λαμπρών αυτών απόγονων και έγκριτος πατριώτης και πολιτευτής πέθανε κατά το έτος 1865.

  

Υποσημειώσεις


* Ο Βασίλειος Κάββας (Άργος, 1824 – Αθήνα, 1915) ήταν ο μικρότερος γιος του Μιχαήλ Κάββα. Υπήρξε Βασιλικός Επίτροπος σε διάφορες θέσεις και πρόεδρος της “Εταιρίας Μεταλλουργίων Λαυρίου” το  1915. Το 1871 παντρεύτηκε την Ασπασία Αντωνοπούλου, χήρα Ιωάννη Δαμιανού.

** Ο Μιχαήλ Κάββας (τέλη 19ου αι. – Τρίπολη, 1840) υπήρξε διακεκριμένος γιατρός επί τουρκοκρατίας και αγωνιστής της επανάστασης.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.

Read Full Post »

Οικογένεια Βλάσση


 

Γνωστός γενάρχης της ιστορικής και επιφανούς οικογένειας του Άργους είναι ο  Χρήστος Βλασσόπουλος ο οποίος καταγόταν από την κοντινή στη Σπάρτη κωμόπολη Κοτίτσα,* που άλλοτε άκμαζε και τώρα έχει ερημώσει. Μετά το 1770 μετοίκησε** αυτός  και τα παιδιά του στο Άργος και αναδείχθηκαν σε πλουσιότατους, δυνατούς και διάσημους προύχοντες.

Ο Άγγλος περιηγητής William Gell, που ήρθε τρεις φο­ρές στην Ελλάδα από το 1801 μέχρι το 1806, αναφερόμενος στο Άργος ση­μειώνει: «…Ελάχιστοι Τούρκοι ζούσαν στην πολιτεία. Ο ξένος μπορούσε να βρει κατάλυμα στο σπίτι του άρχοντα Βλασσόπουλου, πλούσιου εμπόρου, προ­στατευόμενου των Άγγλων. Υποδεχόταν τους ξένους με φιλοφροσύνη και συ­γκέντρωνε την εκτίμηση των συμπατριωτών του».***

Μνεία επίσης για το Βλασσόπουλο κάνει και η λαίδη Έλγιν (σύζυγος του λόρδου Έλγιν, πρεσβευ­τή στην Κωνσταντινούπολη), που ταξίδεψε στις αρχές Απριλίου του 1802 στην Ελλάδα: «Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτσάμπαση Βλασσόπουλου που ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων». Επίσης είναι γνωστό ότι ο Βλασσόπουλος «έκανε ανασκαφές στην περιοχή (Άργος) για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4-7-1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στο Βλασσόπου­λο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα».****

Γιος του ήταν ο Θεοδωράκης Χρ. Βλάσσης, επιφανέστατος και μεγαλοκτήμων προεστός της Πελοποννήσου και έγκριτος πατριώτης. Μέλος της Φιλικής Εταιρίας και της Α’ Συνελεύσεως της Επιδαύρου, έγινε το 1822 ο πρώτος Μινίστρος (Υπουργός) του Δικαίου. Πέθανε τον Απρίλιο του 1822. Από τη σύζυγό του Ασημίνα κόρη Σταμ. Γιαννακόπουλου, από την Κοτίτσα, γεννήθηκαν 11 παιδιά:

Ο Χρήστος, μέλος της Φιλικής Εταιρίας, ο οποίος και ήταν παρών στην Α’ και Β’ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου, το 1822 ήταν μέλος της Προσωρινής Διοικήσεως, με την οποία συνεργάστηκε κατά τα Δραμαλικά, αλλά και της Βουλής. Το 1823 διετέλεσε έπαρχος Ναυπλίου, μέλος της Γ’ Εθνικής Συνέλευσης της Τροιζήνας, της Πρόνοιας το 1832 και στη συνέλευση του 1843 σύμβουλος της Επικράτειας. Επίσης υπήρξε 1ος δήμαρχος Άργους (1834) και γερουσιαστής (1844).

 

Η οικία του πρώτου Δημάρχου της πόλης του Άργους Χρήστου Βλάσση (1834-1838), νότια του Ιερού Ναού Αγίας Αικατερίνης.

 

Ο Ιωάννης, περίφημος ιατρός, με σπουδές στην Πατάβια της Ιταλίας, μέλος της Φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825, δήμαρχος Άργους το 1854 και βουλευτής το 1844, 1859 και 1861.

Ο Κωνσταντίνος, κτηματίας του Άργους, ο οποίος έγινε και δήμαρχος.

Ο Νικόλαος, κτηματίας του Άργους.

Η Αλεξάνδρα σύζυγος Σπ. Σπηλιωτόπουλου, του αγωνιστή από τη Δημητσάνα.

Η Μαρία σύζυγος Ιω. Ζωϊόπουλου, Κορίνθιου ευπατρίδη.

Η Ευδοκία σύζυγος Παναγ. Κοτήρα.

Η Ευφροσύνη σύζυγος Αλεξ. Πλατύκα.

Η Αικατερίνη σύζυγος Π. Πολυδώρου και

Η Φωτεινή σύζυγος Νικολ. Αν. Ιατρού.

Άλλα παιδιά του Χρήστου Βλασσόπουλου ήταν η Ελένη,  ο Γεώργιος, ο Νικήτας, ο Διονύσιος και μία κόρη, η οποία παντρεύτηκε τον Γ. Θεοδωρόπουλο ή Κουρούπη από την Κοτίτσα και απέκτησε με αυτόν μία κόρη, τη Μαρίτσα, σύζυγο του Δημητράκη Κάββα, γόνου της ομώνυμης μεγάλης οικογένειας του Άργους.

Ο Φωτάκος γράφει: Η πολυμελής αυτή οικογένεια των Βλάσιδων συνεισέφερεν εξ ιδίων εις τον αγώνα, και πολιτικώς υπηρέτησαν αυτόν. Ο δε Χρήστος υπήρξε πληρεξούσιος των Εθνικών Συνελεύσεων, βουλευτής και γερουσιαστής. 

 

Υποσημειώσεις


 

* Κοτίτσα. Στην είσοδο του Λογκανίκου από το δρόμο της Σπάρτης βρίσκεται ο ιστορικός οικισμός της Κοτίτζας ή Κοτίτσας. Ένας τόπος προικισμένος γεωλογικά με πανέμορφα μαγευτικά τοπία, θεωρείται από τα υγιεινότερα θέρετρα της περιοχής.

Σύμφωνα με τις ιστορικές πηγές, ο συνοικισμός άκμασε μετά το 15ο αιώνα και κατοικήθηκε από γνωστές οικογένειες του βυζαντινού και μεταβυζαντινού Μυστρά. Ήταν πατρίδα αρχόντων και πραματευτάδων που πήραν ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821. Το χωριό καταστράφηκε εντελώς από τους Τουρκαλβανούς μετά τα Ορλωφικά (1770).  Σώζονται μόνο ερείπια κτισμάτων και ναών της Βυζαντινής περιόδου, που μαρτυρούν την αρχοντιά της  Κοτίτσας.

** Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά την Επανάσταση του 1770 φτά­νουν στο Άργος σημαντικοί μετέπειτα άρχοντες (Βλασσόπουλος, Αντωνό­πουλος). Το γεγονός αυτό θα πρέπει να συνδυαστεί με το ειδικό καθεστώς που ίσχυε για το βιλαέτι του Άργους, όπως αναφέρει ο περιηγητής Leake (1804-1810). Ο Κυριάκος Σιμόπουλος σημειώνει χαρακτηριστικά: «Το βιλαέτι του Άργους ήταν φέουδο μιας σουλτάνας και για πολλά χρόνια είχε απαλ­λαγεί από την υποχρέωση να προσφέρει καταλύματα στους ταξιδιώτες. Ακόμη και πασάδες που περνούσαν από τον κάμπο έπρεπε να σταθούν έξω από την πόλη για ν’ αλλάξουν τα άλογα τους. Τα προνόμια αυτά είχαν προσελκύσει στο Άργος πολλούς εύπορους Έλληνες».

*** Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», τ. Γ1 (1800-1810), Αθήνα 1999, 122.

**** Κυριάκου Σιμόπουλου, ό.π, τ. Γ2 (1810-1821), Αθήνα 1999, 315-316.

  

Πηγή


  • Δημητρίου Κ. Βαρδουνιώτου, « Καταστροφή του Δράμαλη », Εκ των τυπογραφείων Εφημερίδος ¨Μορέας¨, Εν Τριπόλει 1913.
  • Βασίλης Τσιλιμίγκρας, «Ιστορική Γενεαλογία στην Τουρκοκρατία», Δαναός, Τόμος ΙΙΙ, Άργος, 2003.

Read Full Post »

Η διαθήκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, 3 Μαΐου 1841

 


Ο Κολοκοτρώνης υπήρξε ο κορυφαίος του μεγάλου Αγώνα και η συμβολή του στην υπόθεση της ελευθερίας μοναδική και ασύγκριτη. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου 1843 σε ηλικία 73 ετών από συμφόρηση. Το Μάιο του 1841 ευρισκόμενος στο κτήμα του,  πέριξ του Ναυπλίου, κάλεσε το Συμβολαιογράφο Χαράλαμπο Παπαδόπουλο και συνέταξε τη διαθήκη του, την οποία ο ιστορικός Τάκης Κανδηλώρος* δημοσίευσε στην «Αρκαδική Επετηρίς» το 1906.       

 

(Αριθμός Συμβολαίου 12776, σελίς 567)

 

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, A. Friedel, 1827.

Κατά το χιλιοστόν οκτακοσιοστόν τεσσαρακοστόν πρώτον έτος, την τρίτην του μηνός Μαΐου, ημέραν Σάββατον, ώραν εβδόμην πριν της μεσημβρίας, πα­ρουσιασθείς εν τω συμβολαιογραφικώ μας γραφείω και οικία μου υπ’ αριθ. 37 τριάκοντα επτά, τη κειμένη παρά τω ανακτορίω, ενώπιον εμού του υπογεγραμμένου Συμβολαιογράφου Ναυπλίας Χαραλάμπους Παπαδοπούλου, κα­τοίκου Ναυπλίου, ο κύριος Ιωάννης του ποτέ Γεωργίου Κουτζοπαπά από το χωρίον Αχούρια της Μαντινείας, γνωστός μας υπηρέτης προ πολλών ετών του αντιστρατήγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, ευρισκόμενος ήδη παρ’ αυτώ, μοι είπεν ότι απεστάλη πάρα του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, να με προσκαλέση δια να απέλθω εις την εκλαμπρότητά του, κάτοικον μεν εις Αθήνας, αλλ’ ήδη διαμένοντα προς το παρόν εις το πέριξ της Ναυ­πλίας κτήμα του ονομαζόμενον Κιουλουτεπέ.

Όθεν παραλαβών δύο μάρτυρας τους κυρίους τον Συνταγματάρχην Στρατιωτικόν Νομοεπιθεωρητήν Αργολιδοκορινθίας Αλέξιον Βλαχόπουλον και Νικόλαον Σπηλιάδην, κτηματίαν, κα­τοίκους Ναυπλίου κατά την ενορίαν της Παναγίας γνωστούς μας πολίτας Έλλη­νας και ασχέτους πάσης συγγενείας με την εκλαμπρότητά του και απήλθον εις το πέριξ της Ναυπλίας μνησθέν κτήμα του μετά των ειρημένων μαρτύρων, όπου εύρον την εκλαμπρότητά του τον γνωστόν μας αντιστράτηγον κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην υγιαίνοντα και έχοντα τας φρένας του σώας, τον οποίον ερωτήσας διατί με προσεκάλεσεν, απεκρίθη και ενώπιον των μαρτύρων, ότι θέλω να μου γράψης την διαθήκην.

Όθεν προσεκάλεσα τους διαληφθέντας μάρτυρας να ορκισθώσιν δια να φυλάξωσι μυστικόν ό,τι ήθελον ακούσει εις την παρούσαν δια­θήκην του, μέχρι δηλαδή της αποβιώσεως του ειρημένου αντιστράτηγου κυρίου Θεοδώρου Κολοκοτρώνη, οίτινες επιθέσαντες τας χείρας των επί της εικόνος της Θεοτόκου ωρκίσθησαν ως εφεξής: «και ορκιζόμεθα να φυλάξωμεν μυστικόν ό,τι ήθελεν ακούσωμεν εις την παρούσαν διαθήκην του αντιστρατήγου κυρίου Θεο­δώρου Κολοκοτρώνη μέχρι της αποβιώσεώς του».

Μετά δε την ορκοδοσίαν των μαρτύρων ήρξατο ο μνησθείς διαθέτης, η εκλαμπρότης του ο αντιστράτηγος κύριος Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, να ομολογή ιδίω του στόματι οικειοθελώς και απαραβιάστως ενώπιόν μου και των ειρημένων μαρτύρων, του οποίου τους λόγους γράφω εγώ ο υπογεγραμμένος συμβολαιογράφος  Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπαδόπουλος εις την παρούσαν διαθήκην του απαραλλάκτως και αυτολεξεί, ως εφεξής :

«Ζητώ από τον Θεόν συγχώρησιν και από εχθρούς και από φίλους και από συγγενείς. Αποφασίζω και αφίνω κληρο­νόμους τα παιδιά μου τον Γενναίον και Κωνσταντίνον και Παναγιωτάκην και να λάβουν από όσην περιουσίαν και αν έχω κινητά και ακίνητα να γίνη εις τρία μερίδια, να λάβη εν μερίδιον ο Γενναίος, ένα μερίδιον ο Κωνσταντής και ένα μερίδιον να ήνε δι’ εμέ τον πατέρα τους αλλά όσον ζω εγώ όλη η περιουσία μου να ήνε εδική μου και όντας πεθάνω εγώ τότε να γίνη η μοιρασιά καθώς λέγω επάνω και αφ’ ου πεθάνω το ιδικόν μου μερίδιον να λάβη δύο μερίδια ο Γενναίος και ένα μερίδιον ο υιός μου Παναγιωτάκης, τον οποίον απέκτησα με την Μαργαρίταν θυγατέρα του Αγγελή Βελισσάρη από τα Χαλικιάνικα, τον οποίον Πα­ναγιωτάκην να έχουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος μέσα εις το σπίτι μας, να τον αναθρέψουν και να τον σπουδάσουν, ώστε να γενή είκοσι χρο­νών και τον οποίον Παναγιωτάκην τον κηρύττω και αναγνωρίζω ως υιόν μου και ως τοιούτον να τον γνωρίζουν και τα άλλα μου παιδιά και αφού γενή είκοσι χρονών τότε να λάβη το μερίδιόν του καθώς λέγω και ας ζήση με την μάνα του, ή όπως στοχασθή αυτός μόνος του, και αν πεθάνη ο Παναγιωτάκης, τότε το με­ρίδιον του, δηλαδή την κληρονομίαν όπου του δίδω, να την λάβουν τα παιδιά μου ο Γενναίος και Κωνσταντίνος και της μητρός του να έχουν να τής δίδουν πέ­ντε χιλιάδες δραχμαίς δια τα γερατειά της και εν όσω ζη ο Παναγιωτάκης και γενή είκοσι χρόνων καθώς είπα να ήνε και η μάνα του μαζή εις το σπίτι μας και να συζή και τρέφεται με το παιδί της και η περιουσία μου, όση είνε και ορίζω κατ’ ευθείαν εις το όνομα μου και εις το όνομα του Γενναίου ακίνητα κτήματα, αυτοκίνητα, κινητά ήγουν τζεβαϊρικά ασημικά, άρματα σκεύη και έπιπλα του σπητιού να μοιρασθούν όλα κατά τον ανωτέρω τρόπον.

Με όλον ότι είνε εις όνο­μα του Γενναίου τα κτήματα και αυτός τα καλλιεργεί και ενεργεί όλας μας τας υποθέσεις, άλλα όλα αυτά αποκτήθησαν εν ονόματι του οσπητιού μας και δια της συνδρομής της εδικής μου και της πατρικής ενεργείας, τόσον με λόγον, κα­θώς και με έργον και με χρήματα αλλά όλη η περιουσία του οσπητιού μας, κα­θώς επάνω λέγω εις την παρούσαν μου διαθήκην να μοιρασθή καθώς διατάττω χωρίς να γίνη διαφορετικά.

Ο Γενναίος, επειδή είνε ο μεγαλήτερος των παιδιών μου, αυτός να εκτέλεση την διαθήκην μου και να μοιράση, καθώς λέγω, χωρίς να αδικηθή κανένα μου από τα παιδιά εις το παραμικρόν.

Τα ζαπράζια (: ασημένια κοσμήματα της πα­ραδοσιακής φορεσιάς), όπου έχω από τον πατέρα μου, να τα πάρη ο υιός μου Κωνσταντίνος γιατί του τα είχα προ καιρού χαρισμένα. Η Γεωργίτσα του Γεν­ναίου να προικισθή από μέσα το σπίτι μας δηλαδή από το κοινόν. Την εικόνα, όπου μου έχει χαρισμένην ο στρατηγός Ρεβελιώτης και το σπαθί μου όπου φορώ, να το λάβη ο υιός μου Παναγιωτάκης και να μην εμπούν σε μοίρασμα και ο Κωνσταντίνος ο υιός μου να παντρευθή μέσα από το σπίτι μας, δηλαδή όλα τα έξοδα. Την ταμπακέρα, όπου έχω από τον Κυβερνήτην, την χαρίζω του έγγονά μου του Κωνσταντάκη του Γενναίου. Αυτή η υστερνή μου θέλησις, και καθώς παραγγέλλω να εκτελεσθή η παρούσα μου διαθήκη, χωρίς καμμία φιλονεικία μεταξύ των παιδιών μου, εις τα οποία αφίνω την πατρικήν μου ευχήν, καθώς και εις όλους τους συγγενείς και φίλους μου και εχθρούς μου, αν είχα.

Η περιουσία μου συνίσταται εις σπίτια, αμπέλια, σταφίδες, περιβόλια, μύλους, δέντρα διάφορα, πρόβατα, ασημικά, τζεβαϊρικά (: κοσμήματα), άρματα, σκεύη διάφορα, τραπέζας και λοιπά και να μοιρασθή μετά τον θάνατον μου, καθώς διέ­ταξα».

Τον ερώτησα αν έχη ευχαρίστησιν να αφήση τινά βοήθειαν εις φιλανθρωπικά καταστήματα, απεκρίθη: «έκαμα ό,τι ημπόρεσα και θέλω κάμει όσον θα ζήσω».

Ταύτα ωμολόγησεν ενώπιον μου και των μαρτύρων ο διαθέτης κύριος Θεό­δωρος Κολοκοτρώνης οικειοθελώς ιδίω αυτού στόματι, και ταύτα πάντα έγρα­ψα εγώ ο υπογεγραμμένος Συμβολαιογράφος Ναυπλίας Χαράλαμπος Παπα­δόπουλος εις την παρούσαν του διαθήκην αυτολεξεί, ως εξεφράσθη, την οποίαν ταύτην διαθήκην του, αφ’ ου ανέγνωσα ευκρινώς ενώπιόν του και των ειρημέ­νων μαρτύρων και αφού παρετήρησαν αυτήν και οι μάρτυρες, ότι έγραφα απαραλλάκτως κατά τας διατάξεις του αυτού διαθέτου, υπεγράφη παρά της εκλαμπρότητός του ιδιοχείρως του, υπεγράφη παρά των μαρτύρων και παρ’ εμού του Συμβολαιογράφου Χαράλαμπους Παπαδοπούλου.

 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

Αλέξιος Βλαχόπουλος μάρτυς

Νικόλαος Σπηλιάδης μάρτυς

Ο Συμβολαιογράφος

Χαράλαμπος Παπαδόπουλος

  

Υποσημείωση

 


* Ο Τ. Χ. Κανδηλώρος [1874-1934] ήταν δικηγόρος στον Πύργο, έπειτα διορίστηκε στο Υπουργείο Οικονομικών και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ασχολήθηκε με ιστορικές και άλλες μελέτες. Έγραψε την «Ιστορία της Δημητσάνης» και την «Ιστορία της Γορυτνίας», τη «Βιογραφία του Πατριάρχου Γρηγορίου του Ε'», τη «Δίκη του Κολοκοτρώνη», τον «Αρματωλισμό της Πελοποννήσου» και άλλα βιβλία, ιστορικά, λαογραφικά κλπ. Το 1903 εξέδωσε την «Αρκαδική επετηρίδα», σε 2 τόμους [1903 και 1906]. Ο Κανδηλώρος υπήρξε πρωτοπόρος στην έρευνα της ιστορίας της Δημητσάνας, της Γορτυνίας και της Πελοποννήσου γενικότερα. Τα έργα του διαβάζονται με ενδιαφέρον και σήμερα, διότι περιέχουν αξιόλογες ιστορικές πληροφορίες.

 

Πηγές

 


  • Τάκης Χ. Κανδηλώρος, «Η διαθήκη του Κολοκοτρώνη», Αρκαδική Επετηρίς 2, 1906.
  • Δημήτρης Δημητρόπουλος, «Θεόδωρος Κολοκοτρώνης», Τα Νέα, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »