Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Κρανίδι’

Περιπέτειες Κρανιδιωτών ναυτικών στη θάλασσα των Κυθήρων (Τέλη 18ου αι.)


 

Στο Τοπικό Αρχείο Κυθήρων σώζονται δέσμες εγγράφων με γενικό τίτλο «Prove di Fortuna e Processi sopra li Naufraggi», οι οποίες ανήκουν χρονικά στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και συγκεκριμένα στην περίοδο 1767-1792 [1]. Πρόκειται για ανέκδοτο υλικό, πλούσιο σε ειδήσεις για τη ναυ­τιλιακή κίνηση στην περιοχή των Κυθήρων. Γενικότερα όμως παρέχει άφθονες πληροφορίες για τους κινδύνους που αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί στα ταξίδια τους. Ανάλογα έγγραφα υπάρχουν και σε άλλα αρχεία των βενετο­κρατούμενων εκείνη την περίοδο νησιών, καθώς και στην ίδια τη Βενετία [2]. Σύμφωνα με τα έγγραφα αυτά κάθε καπετάνιος ή ιδιοκτήτης πλοίου που ναυάγησε ή έπαθε ζημιές, ήταν υποχρεωμένος μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες να παρουσιασθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του τόπου όπου συνέβη το ατύχη­μα και σε περίπτωση που βρισκόταν στο εξωτερικό, στις προξενικές αρχές, για να αναφέρει τις ζημιές που έπαθε το ίδιο το πλοίο ή το φορτίο του (ναυάγιο, βλάβη, πυρκαγιά), καθώς και τα αίτια που τις προξένησαν (καιρι­κές συνθήκες, πειρατές ή κουρσάροι).

 

Κύθηρα

 

Η «Prova di Fortuna» ονομαζόταν και «Processo sopra il Naufraggio» γιατί η αρμόδια αρχή ήταν υποχρεωμένη να κρατήσει πρακτικά (δικογραφία) για τα αίτια του ατυχήματος βάση ερω­τηματολογίου που έθετε υπόψη του καπετάνιου και των μελών του πληρώμα­τος, κυρίως σε περίπτωση αμφιβολιών. Στα πρακτικά καταγράφονταν ακόμα αναλυτικά το είδος και το βάρος του φορτίου που μετέφερε το πλοίο, όπως επίσης και ο αριθμός των προσώπων που επέβαιναν σε αυτό. Επισυνάπτον­ταν, τέλος, οποιεσδήποτε πληροφορίες που θα διαφώτιζαν την υπόθεση [3]. Αφού ολοκληρωνόταν η παραπάνω διαδικασία, η αρμόδια υπηρεσία του τόπου όπου συνέβη το ατύχημα ήταν υποχρεωμένη να βοηθήσει το πλήρωμα του πλοίου να συνεχίσει το ταξίδι του, εισπράττοντας βέβαια το ανάλογο χρηματικό ποσό[4].

Από τις «Prove di Fortuna» που σώζονται στο Τοπικό Αρχείο Κυθή­ρων επέλεξα ενδεικτικά τρεις υποθέσεις, τις οποίες θεώρησα αντιπροσωπευ­τικές αλλά και ιστορικά χρήσιμες και ενδιαφέρουσες, γιατί είχαν τρία κοινά σημεία. Πρώτο, τα πλοία που αναφέρονται σε αυτές αναχώρησαν από το ίδιο λιμάνι, τα Χανιά. Δεύτερο, μετέφεραν και τα τρία κατά κύριο λόγο σαπούνι και τρίτο, είχαν καπετάνιους και πλήρωμα από το Κρανίδι. Ας εξετάσουμε λοιπόν αναλυτικά αυτά τα τρία επεισόδια που συνέβησαν στη θάλασσα των Κυθήρων.

Επεισόδιο πρώτο: Μια βάρκα από το Κρανίδι με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μιχάλη του Κωσταντή, μετέφερε 29 κιβώτια σαπούνι και κά­στανα από τα Χανιά στη Σμύρνη. Το εμπόρευμα ανήκε σε Χανιώτη Τούρκο έμπορο. Εκτός από το πλήρωμα το οποίο ήταν συνολικά πέντε ναυτικοί, στο πλοίο επέβαιναν και δύο ταξιδιώτες, ένας Γάλλος ναυτικός και ένας Τούρκος. Η βάρκα ξεκίνησε από τα Χανιά στις 14 Μαρτίου του 1780, αλλά εξαιτίας του δυνατού βορείου ανέμου αναγκάστηκε την επομένη ημέρα να προσορμισθεί στην περιοχή Άγιος Νικόλαος του Αυλέμονα Κυθήρων. Στην προσπάθειά της όμως να εισέλθει στον όρμο έσπασε το τιμόνι. Από το τράνταγμα του φορτίου η βάρκα θα βυθιζόταν, αν δεν την βοηθούσε ένα άλλο βενετικό πλοίο που είχε αράξει πριν από ήμερες στο ίδιο λιμάνι.

Στη συνέχεια το εμπόρευμα της βάρκας φορτώθηκε στο βενετικό πλοίο γιατί εκείνη βυθίστηκε σχεδόν ολόκληρη. Ο καραβοκύρης όμως της βάρκας δεν παρουσιάστηκε εγκαίρως για να συνταχθεί η «Prova di Fortuna» επειδή ισχυριζόταν ότι το εμπόρευμα ήταν κλεμμένο. Με διαταγή όμως του Προ­βλεπτή και Καστελάνου των Κυθήρων Pietro Marcello [5] αποφασίστηκε να ακολουθηθεί η νόμιμη διαδικασία. Την επομένη ημέρα η βάρκα τραβήχτηκε έξω και εκλέχτηκαν δύο εκτιμητές κατάλληλοι για να υπολογίσουν το εμπό­ρευμά της, το οποίο, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας ανερχόταν σε 450 πιάστρα. Ύστερα από δύο ημέρες, στις 17 Μαρτίου του 1780, η βάρκα απέπλευσε από τα Κύθηρα για να συνεχίσει προφανώς το ταξίδι της [6].

 

Views in the Seven Ionian Islands, Edward Lear, London 1863. The castle of Kythera and Kapsali and the Kytherian peasants. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Επεισόδιο δεύτερο: Το δεύτερο πλοίο ήταν μια σακολέβα [7] από το Κρανίδι, με καπετάνιο τον Κρανιδιώτη Μανώλη Φούτα. Το καράβι ξεκίνησε από τα Χανιά στις 30 Δεκεμβρίου 1780 ημέρα Σάββατο με φορτίο 12 κιβώτια σαπούνι, λεμόνια και κάστανα, για λογαριασμό του ίδιου του καραβοκύρη, με προορισμό το Ναύπλιο. Το πλήρωμα αποτελούσαν 8 ναυτικοί και 4 Τούρκοι επιβάτες. Ξημερώνοντας η Κυριακή και αφού είχε αφήσει τα Κύθηρα, το πλοίο προσπαθώντας να περάσει το ακρωτήριο του San Angelo (Μαλέας)[8] έχασε από δυνατό βόρειο άνεμο έναν ναυτικό και τη φελούκα του [9]. Τελικά προσάραξε στην Αγία Πελαγία, collegata per fianco nella sabionera χωρίς σπουδαίες ζημιές. Ακολουθήθηκε και σ’ αυτήν την περίπτωση η προβλεπό­μενη από τους νόμους διαδικασία.

Η αξία των εμπορευμάτων εκτιμήθηκε σε 300 πιάστρα. Όμως σε επιστολή του συνημμένη στην «Prova di Fortuna» στις 21 Μαρτίου ο Βενετός υποπρόξενος (vice console) στα Χανιά, Luca Corner[10], αναφέρει ότι κάποιος Τούρκος από τα Χανιά, ονομαζόμενος Οσμάν Αγάς, συμπλοιοκτήτης του καραβοκύρη Μανώλη Φούτα, ισχυριζό­ταν ότι είχε φορτώσει στο πλοίο σαπούνι, από το οποίο κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων, όταν εκείνο αναγκάστηκε να προσαράξει στα Κύθηρα, εν γνώσει του καραβοκύρη. Έτσι ο υποπρόξενος ζητά από τον Προβλεπτή και Καστελάνο των Κυθήρων, Pietro Marcello να διερευνήσει την υπόθεση με τρόπο ώστε να ικανοποιηθεί ο Τούρκος έμπορος και για έναν επιπρόσθετο λόγο: οι Τούρκοι ήταν υπεροπτικοί απέναντι στους Βενετούς εμπόρους στο λιμάνι των Χανίων και για την ειρηνική διεξαγωγή του εμπορίου έπρεπε να αποφεύγεται οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να τους ενοχλήσει. Στην απάντησή του ο Καστελάνος των Κυθήρων βεβαιώνει ότι από το σαπούνι που μετέφερε ο Κρανιδιώτης καπετάνιος δεν κλάπηκε ποσότητα αξίας 50 πιάστρων αλλά το σαπούνι δόθηκε σε 50 περίπου πρόσωπα, που χρειάστηκαν για να ανελκύσουν το πλοίο. Έτσι στη δεύτερη επιστολή του στις 24 Μαΐου 1781 ο Βενετός υποπρόξενος παραδέχτηκε ότι ο Τούρκος έλεγε ψέματα και ότι τελικά ο καραβοκύρης δεν σφετερίστηκε τα χρήματα [11].

Επεισόδιο τρίτο: Χρονολογείται δώδεκα περίπου χρόνια αργότερα από τα άλλα δύο, στις 29 Απριλίου 1792. Πρόκειται ξανά για μία σακολέβα από τα Χανιά, ονομαζόμενη Beata Vergine, με τούρκικη σημαία και καπετά­νιο τον Κρανιδιώτη Λουκά Λέκκα. Είχε φορτίο 145 κιβώτια σαπούνι και πλήρωμα επτά ναυτικούς και έναν έμπορο από τα Γιάννενα. Από τις υπο­γραφές του πληρώματος μαθαίνουμε ότι εκτός από τον καραβοκύρη, Κρανι­διώτες ήταν οι τέσσερις από τους επτά ναυτικούς. Το πλοίο ξεκίνησε από τα Χανιά στις 10 Απριλίου με προορισμό την Άρτα. Στη διαδρομή προς τα Κύθηρα, επειδή καταδιωκόταν από μία μαλτέζικη γαλεότα, προσπάθησε να κρυφτεί στα νησάκια Κόφες (σημ. Κοφινίδια), αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί έπεσε επάνω σε ένα άλλο πλοίο, το όποιο σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του πληρώματος θεωρήθηκε πειρατικό, επειδή δεν διακρινόταν η σημαία του.

Ο καραβοκύρης για να αποφύγει τα πυρά του πειρατικού πλοίου αναγ­κάστηκε να αγκυροβολήσει στον όρμο των Μυρτιδιών, πιστεύοντας ότι σ’ αυτό το μέρος θα ήταν ασφαλής. Όμως μετά από ελάχιστη ώρα είδε να τους πλησιάζουν δύο βάρκες αρματωμένες οι οποίες θεώρησε ότι ανήκαν στο πειρατικό πλοίο. Έτσι αναγκάστηκε να εγκατάλειψη το καράβι και να κατέβη στο νησί ο ίδιος και το πλήρωμα έκτος από τον έμπορο, ένα ναυτικό και το μούτσο που παρέμειναν σ’ αυτό. Οι υποτιθέμενοι πειρατές αφού έκοψαν την άγκυρα του πλοίου το οδήγησαν μέχρι το δικό τους, τελικά όμως το εγκατέλειψαν στην τύχη του. Τότε όλοι συνειδητοποίησαν ότι το εχθρικό πλοίο δεν ήταν πειρατικό, όπως αρχικά πίστευαν αλλά γαλλική φρεγάτα, που προφανώς ασκούσε πειρατεία.

Σ’ αυτό το σημείο ο καπετάνιος μαζί με το πλήρωμα (εκτός από τα τρία προαναφερθέντα πρόσωπα) αναχώρησε με τα πόδια για το Καψάλι απ’ όπου θα έπαιρνε βοήθεια για να διασώσει ότι μπορούσε. Όσοι όμως είχαν μείνει μέσα στο πλοίο κατά τη διάρκεια της νύχτας προσπάθησαν να αγκυροβολήσουν, αλλά ο άνεμος δεν τούς το επέ­τρεψε και αναγκάστηκαν να πετάξουν στη θάλασσα 28 κιβώτια σαπούνι. Καθώς είχαν καταστραφεί τα πανιά, το πλοίο αφέθηκε μόνο του στον άνεμο, ο οποίος τους οδήγησε στις ακτές της Κορώνης, όπου παρέμειναν τέσσερις ημέρες. Κατόπιν γύρισαν πίσω στα Κύθηρα και αγκυροβόλησαν στην ακτή που βρίσκεται ανάμεσα στα Μυρτίδια και το Μελιδόνι και εκεί συναντήθη­καν με τον καπετάνιο και το υπόλοιπο πλήρωμα, οι οποίοι είχαν έλθει στο μεταξύ για να περισυλλέξουν την κομμένη άγκυρα. Η ατυχία τους όμως συνεχίστηκε, γιατί κατά την επιστροφή τους στο Καψάλι, απ’ όπου θα προ­μηθεύονταν καινούργια πανιά, έπεσαν επάνω σ’ ένα βράχο, ο οποίος στάθη­κε αιτία ν’ ανοίξει ρωγμή στο πλοίο. Στην περίπτωση αυτή ο Προβλεπτής και Καστελάνος των Κυθήρων, Antonio Dandolo[12], ρώτησε ξεχωριστά όλους τους επιβάτες του πλοίου για να βεβαιωθεί και να σχηματίσει ολοκληρωμένη εικόνα του ατυχήματος. Από την κατάθεση του εμπόρου έγινε γνωστό ότι είχε ναυλώσει το πλοίο προς 192,2 πιάστρα και είχε επενδύσει στο φορτίο του άλλα 600 πιάστρα [13].

 

A Series of Twelve Views in the Mediterranean Grecian Archipelago Bosphorus and the Black Sea, Cospatrick Baillie Hamilton, London 1857. View of the Kapsali bay ant the castle of Kythera. Συλλογή Δήμητρα Ανδριτσάκη – Φωτιάδη.

 

Αυτά τα τρία επεισόδια δεν είναι βέβαια μοναδικά, γιατί τέτοιου είδους κινδύνους αντιμετώπιζαν όλοι οι ναυτικοί στα ταξίδια τους επί αιώνες. Όμως εκείνο που έχει σημασία είναι ότι για πρώτη φορά μπορούμε να παρακολουθήσουμε από κοντά το ταξίδι ενός πλοίου όχι στην αρχή του (εξασφάλιση φορτίου, συγκρότηση πληρώματος, επισκευές και ανεφοδιασμός), ούτε στο τέλος του (απολογισμός, κατανομή δηλαδή των κερδών και των ζημιών) [14], αλλά κατά τη διάρκεια της πορείας του. Πληροφορίες γι’ αυτό το στάδιο του ταξιδιού σώζονται κυρίως από περιγραφές ταξιδιωτών και όχι από τους ίδιους τους ναυτικούς [15]. Ένα στοιχείο που χρειάζεται να επισημανθεί είναι ότι τα κύρια αίτια των ατυχημάτων ήταν ο δυνατός άνεμος, αλλά και οι πειρατικές επιδρομές, που συνήθως σημειώνονταν στην περιοχή των Κυθήρων.

Οι συνθήκες ναυ­σιπλοΐας στη θάλασσα της νότιας Πελοποννήσου, κυρίως στο στενό Κυθήρων – Κάβο Μαληά, ήταν δύσκολες σε όλη τη διάρκεια της Βενετοκρατίας, όπως συνάγεται τόσο από τις αφηγήσεις ταξιδιωτών όσο και από τα πολλά ναυάγια που συνέβαιναν στην περιοχή, εξαιτίας των δυνατών ανέμων και των θαλασσίων ρευμάτων. Παράλληλα ολόκληρη η περιοχή ανάμεσα στη νότια Πελοπόννησο και την Κρήτη αποτελούσε χώρο κατάλληλο για λεία ή επιδρομή των πειρατών και των κουρσάρων, επειδή ήταν υποχρεωτικό πέ­ρασμα για όσα πλοία ταξίδευαν προς τα λιμάνια της Ανατολικής Μεσο­γείου. Επιπλέον οι πειρατές επιδίωκαν τη σύγκρουση στην συγκεκριμένη περιοχή, επειδή η επιχείρηση, χάρη στις αντίξοες καιρικές συνθήκες, συνή­θως θα είχε επιτυχία [16].

 

Χάρτης

 

Όμως από τις «Prove di Fortuna» μπορούμε να εξάγουμε και άλλα στοιχεία όπως για τον τύπο, την προέλευση και τη σημαία των πλοίων, την αξία, το είδος και την ποσότητα του φορτίου, τον αριθμό και την καταγωγή των πληρωμάτων και τα λιμάνια, για τα οποία προορίζονταν τα εμπορεύμα­τα. Σύμφωνα λοιπόν με τα παραπάνω επεισόδια, τα τρία πλοία που αναφέρον­ται ήταν μικρού εκτοπίσματος (βάρκα και δύο σακολέβες). Το ένα είχε τούρ­κικη σημαία, ενώ στα άλλα δύο αυτή δεν σημειώνεται. Τα πληρώματά τους αριθμούσαν από 5 έως 8 ναύτες και το βασικό εμπόρευμα που μετέφεραν, εκτός από τα κάστανα και τα λεμόνια, ήταν το σαπούνι, που προερχόταν από τις σαπουνοποιΐες των Χανιών. Η συνολική αξία του φορτίου των πλοίων σε πιάστρα ήταν 400 (μαζί με το πλοίο), 300 και 792,2 αντίστοιχα.

Τόπος αναχωρήσεως και των τριών πλοίων ήταν τα Χανιά. Η εμπορική ανάπτυξη της περιοχής αυτής συνδέεται με τη ραγδαία επέκταση της ελαιοκαλλιέργειας. Η αύξηση της παραγωγής λαδιού με τη σειρά της δημιούρ­γησε τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της βιομηχανίας σαπουνιού. Όπως είναι γνωστό στα τέλη του 18ου αι. ανθούσε η σαπουνοποιΐα στην Κρήτη. Μεγάλες ποσότητες σαπουνιού εξάγονταν στην Κωνσταντινούπολη, στη Σμύρνη, στη Χίο, στη Θεσσαλονίκη και στην Αίγυπτο. Ειδικότερα η Κων­σταντινούπολη, η Θεσσαλονίκη και η Σμύρνη απορροφούσαν το 73% των εξαγωγών του κρητικού σαπουνιού την περίοδο 1782-1788[17].

Τόποι προορισμού των πλοίων ήταν τρία σημαντικά λιμάνια της Ανα­τολικής Μεσογείου αυτή την περίοδο. Είδαμε ότι στη Σμύρνη, που αναφέρε­ται ως τόπος προορισμού στο πρώτο επεισόδιο, έφθαναν μεγάλες ποσότητες κρητικού σαπουνιού και είναι γνωστό ότι ήταν ένα από τα εμπορικότερα λιμάνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [18]. Η κίνηση επίσης στο λιμάνι του Ναυπλίου, το οποίο αποτελεί τόπο προορισμού στο δεύτερο επεισόδιο, ήταν σταθερή σε όλη τη διάρκεια του 18ου αιώνα. Το Ναύπλιο μαζί με το λιμάνι της Πάτρας ήταν από τα σημαντικότερα εξαγωγικά κέντρα σιταριού στην Πελοπόννησο [19]. Στο τρίτο επεισόδιο ως τόπος προορισμού αναφέρεται η Άρτα, η οποία υπήρξε ονομαστή σκάλα διακινήσεως προϊόντων σε ολό­κληρο το 18ο αιώνα. Εξάλλου από το 1702 υπήρχε εκεί γαλλικό προξενείο για να ελέγχει τις ναυτιλιακές δραστηριότητες και να προστατεύει το γαλλι­κό εμπόριο [20].

 

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

 

Ένα τελευταίο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η καταγωγή των πληρωμάτων, το Κρανίδι στην προκειμένη περίπτωση. Η καταγωγή σπουδαίων ναυτικών από την περιοχή αυτή της Πελοποννήσου αποτελούσε παράδοση ισάξια με άλλων ναυτικών περιοχών[21]. Δύο μεγάλες οικογένειες εφοπλιστών, του Γκίνη και του Χατζηαναργύρου κατάγονταν από το Κρανί­δι [22]. Είναι γνωστό επίσης ότι οι ναυτικοί του τόπου κατά τον 19ο αι. έχτισαν το ναό του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου [23]. Η δράση των Κρανιδιωτών ναυτικών πρέπει να ενταχθεί στην ευρύτερη ανάπτυξη της ελληνικής ναυτι­λίας που σημειώνεται αυτή την περίοδο. Εξάλλου η αποκατάσταση των σχέσεων της Τουρκίας με τη Βενετία μετά το 1765 έδωσε νέα ώθηση στη ναυτιλιακή κίνηση των λιμανιών τόσο των βενετοκρατούμενων όσο και των τουρκοκρατούμενων περιοχών [24].

 

Αγγελική Πανοπούλου

Ανακοίνωση στο Δ’ Διεθνές Συνέδριο Πελοποννησιακών Σπουδών (Κόρινθος 9-16 Σεπτεμβρίου 1990) 

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά Αρχεία του Κράτους, Τοπικό Αρχείο Κυθήρων, Κατάστιχα Βενετικής Καγκελαρίας, 75 άρ. 20 (477), [στο εξής: Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ.]. Για το Αρχείο Κυθήρων βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Les archives vénitiennes de Cythére. Un fonds historique négli-sé, Byzantinische Forschungen 5 (1977), σσ. 249-252 (= Βενετική παρουσία στα Κύθηρα. Αρχειακές Μαρτυρίες, Αθήνα 1991, αρ. Β’).

[2] Για τις «Prove di Fortuna» που υπάρχουν στο Αρχείο της Κεφαλονιάς, βλ. G. Ζ a c c h é, «Prove di Fortuna»: Una inedite fonte per lo studio della navigazione commerciale nelle acque di Cefalonia nel XVIII secolo, Πρακτικά του E’ Διεθνούς Πανιωνίου Συνεδρίου, τ. 1, Αργοστόλι 1989, σ. 155. Του ίδιου, «Prove di Fortuna», fonti inedite per lo studio dei rischi della navigazione mercantile (XVI-XVIII secolo): il caso di Cefalonia, Studi Vene­ziani 15 (1988), σσ. 253-270, όπου και βιβλιογραφία για ανάλογα έγγραφα που σώζονται στο Κρατικό Αρχείο της Βενετίας. «Prove di Fortuna» σώζονται και στο Κρατικό Αρ­χείο της Ραγούζας (σημ. Dubrovnic). Βλ. J. L u e t i c, «Prove di fortuna», di navi veneziane a Ragusa, Bolletino dell’ Istituto di Storia della Società e dello Stato Veneziano 2 (1960), σσ. 215-221.

[3] Zacché, «Prove di Fortuna», Una inedite fonte, ο.π., σσ. 156-157. Για την πρα­κτική της συντάξεως της «Prove di Fortuna», τόσο στις βενετοκρατούμενες περιοχές όσο και στις τουρκοκρατούμενες, βλ. Δ. Γκόφα, Η φόρτωσις επί του καταστρώματος. Ιστορικά. Συμβολή εις την Ιστορίαν του εθιμικού ναυτικού δικαίου της Μεσογείου ιδία δε του ελληνικού, Αθήναι 1965, σσ. 116-117. Ο Γ. Κωνσταντινίδης, Καράβια, καπετάνιοι και συντροφοναύται, 1800-1830, Αθήνα 1954, σ. 54 ορίζει ως εξής την «Prova di Fortuna»: «ήτο πιστοποιητικόν εκδιδόμενον παρά κοινότητος ή άλλης αρχής, προς τον πλοίαρχον σκάφους ναυαγήσαντος ή υποστάντος αβαρίαν ή ζημίας». Η «Prova di For­tuna» ήταν έγγραφο ανάλογο με τη σημερινή «διαμαρτυρία». Βλ. Α. I. Τζαμτζή, Ναυτικοί, καράβια και λιμάνια, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, έκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 119.

[4] Σε κάθε «Prova di Fortuna» αναγράφεται κατάλογος των εξόδων του πλοίου για την ανέλκυσή του και την παραμονή του στο λιμάνι (πληρωμή εργατών, εκτιμητών της αξίας του φορτίου, κ.λπ.). Υπήρχαν μάλιστα σύμφωνα με τα έγγραφα ειδικοί για την ανέλκυση πλοίων, οι recuperadori.

[5] Τα Κύθηρα διοικούσε Προβλεπτής και Καστελάνος (Provveditor e Castellari), βλ. Χρύσας Α. Μαλτέζου, Επτάνησα, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτι­κή Αθηνών, τ. 10, Αθήνα 1974, σ. 220. Ο Pietro Marcello διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1778-1780 (C. Hopf, Chroniques gréco-romanes inédites ou peu connues publiées avec notes et tables généalogiques, Βερολίνο 1873, σ. 413).

[6] Γ.Α.Κ., T.A.K., δέσμη άρ. 13 [1780]: «Processo per il Naufragio di una barca Cragnidiota a saccoleva del caravochiro Micali di Constantin».

[7] Γι’ αυτό τον τύπο πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σσ. 115 και 140. Βλ. επίσης Σ. Φ. Αργυρού, Η πειρατεία από το 1500 π.Χ. έως το 1860. Ιστορία και Θρύλος, Αθήνα 21963, σ. 172 σημ. 16.

[8] Το ακρωτήριο Μαλέας ονομαζόταν από τους δυτικούς περιηγητές San Angelo, βλ. ΜΕΕ, τ. ΣΤ’, σ. 576 (λ. Μαλέας) και Ε. A r m a ο, In giro per il mar Egeo con Vincenzo Coronelli. Note di Tipologia, Toponomastica e Storia Medievali, dinasti e famiglie italiane in Levante, Φλωρεντία 1951, σ. 325.

[9] Για τον τύπο του πλοίου βλ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. 157.

[10] Ερρ. Μοάτσου, Το βενετικόν προξενείον Κρήτης επί Τουρκοκρατίας. Ανέκδοτα έγγραφα (1672-1682), Θησαυρίσματα 6 (1969), σσ. 238-243. Βενετός πρόξενος στα Χανιά εγκαθίσταται μετά το 1765, όταν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις της Βενετίας με την Τουρκία. Βλ. σχετικά Γιολάντας Τριανταφυλλίδου- Baladie, Το εμπόριο και η οικονομία της Κρήτης (1669-1795), Ηράκλειο 1988, σ. 73. Στοιχεία για τον υποπρόξενο Luca Corner υπάρχουν και στις δύο παραπάνω μελέτες.

[11] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη άρ. 14 [1780]: «Processo per Naufragio della barca patro-neggiata da Manoli Futa Cragnidioto con carico di sapone alle rive di Santa Pelagia con suporte lettere del vice console Veneto di Canea».

[12] Ο Antonio Dandolo διετέλεσε Προβλεπτής την περίοδο 1790-1792 (Hopf, ό.π., σ. 413).

[13] Γ.Α.Κ., Τ.Α.Κ., δέσμη αρ. 22 [1792]: «Prova di Fortuna del carabochiro Luca Lecca di Giorgachi da Cranidi del sacoleva con bandiera ottomana nominatola Beata Vergine, ut intus».

[14] Β. Κρεμμυδά, Ελληνική Ναυτιλία 1776-1835, τ. 2. Οι Μηχανισμοί, Αθήνα 1986, σσ. 62-63.

[15] Ο.π., σ. 62 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σσ. 81-84.

[16] Αλεξάνδρας Κραντονέλλη, Ιστορία της πειρατείας στους πρώτους χρό­νους της τουρκοκρατίας 1390-1358, Αθήνα 1985, σ. 327 και Τριανταφυλλίδου-Baladie, ο.π., σ. 86-88.

[17] Τριανταφυλλίδου-Baladié, ο.π., σσ. 133-166, ειδικότερα τη σ. 139. Β. Κρεμμυδά, Οι σαπουνοποιΐες της Κρήτης στο 18ο αιώνα, Αθήνα 1974, σ. 59 και Yo­lande Triantafyllidou, L’ industrie du savon en Crète au XVIII siècle: aspects écono­miques et sociaux, Études Balkaniques 11/4 (1975), σσ. 75-87.

[18] Για τα προϊόντα που εισάγονται και εξάγονται από το λιμάνι της Σμύρνης βλ. Elena Frangakis-Syrett, The commerce ofSmyrna in the Eighteenth Century (1700-1820), Αθήνα 1992, σσ. 189-247.

[19] Β. Κρεμμυδά, Το εμπόριο της Πελοποννήσου στο 18ο αιώνα (1715-1792) (με βάση τα γαλλικά αρχεία), Αθήνα 1972, σσ. 21-25.

[20] Σ. Βορείου (=Σ. Μάξιμου), Το ελληνικό εμπορικό ναυτικό κατά τον XVIII αιώνα, Αθήνα 1940, σ. 10 και Γ. Α. Σιορόκα, Το γαλλικό προξενείο της Άρτας (1702-1789), Ιωάννινα 1981, σ. 37-55.

[21] Παντελεήμονος Κ. Καρανικόλα, Το Κρανίδι, κομμάτια από την χαμένη ιστορία του, Κόρινθος 1980, σσ. 19-20 και Marina Petronoti, The organization of production and labour at Kranidi (1821-1900), Actes du He Collogue International d’ Histoi­re, Économies Méditerranéennes Équilibres et Intercommunications XHIe-XIXe siècles, τ. 2, Αθήνα 1986, σσ. 266-267 και σσ. 273-274.

[22] Β. Κρεμμυδά, Αρχείο Χατζηπαναγιώτη, τ. Α’ Χατζηπαναγιώτης – Πολίτης, Αθήνα 1973, σ. 143 σημ. 1 και σ. 144 σημ. 5.

[23] (Ντιάνας Αντωνακάτου – Τ. Μαύρου), Αργολίδος περιήγησις, Έκδοσις Νομού Αργολίδος 1973, σ. 144-145 και Καρανικόλα, ο.π., σ. 43 – 45.

[24] Γ. Λεονταρίτη, Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία (1453-1850), Αθήνα Ε.Μ.Ν.Ε. – Μνήμων 1981, σσ. 37-52. (Πρώτη δημοσίευση στον τόμο Ελληνική Εμπορική Ναυτιλία, εκδ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1972, σ. 29 – 42).

Πηγή


  • Πελοποννησιακά, τόμος ΚΑ’, Αθήναι, 1995.   

  

Read Full Post »

Θεοφάνεια στο Κρανίδι Αργολίδας


 

«Εν Ιορδάνη Βαπτιζομένου Σου Κύριε…»

Μεγάλη εορτή του Χριστιανισμού, σε ανάμνηση της Βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου και είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα. Λέγεται, επίσης, Επιφάνεια και Φώτα.

 

Η Βάπτιση του Ιησού Χριστού

Την παραμονή των Φώτων λένε τα κάλαντα και τους δίνουνε μαζέδες σαρακοστιανούς, γιατί δεν τρώνε την παραμονή των Φώτων, για να πιουν αγιασμό. Και τους δίνανε βέβαια την κότα* με τον φιόγκο στον λαιμό. Και μετά τις γιορτές μαζευόντουσαν όλοι ή έξω στα περιβόλια ή σ’ ένα σπίτι και τις τρώγανε και γλεντάγανε.

*[ Τα κάλαντα τα λέγανε όλη την ημέρα τα παιδιά. Το βραδάκι πηγαίνανε τα νέα ανδρόγυνα, στα σπίτια, και τα λέγανε, και τους δίδανε άρα (=καρύδια), λεφτοκάρα (=φουντούκια), ρεμπεμπλιά (=στραγάλια αφράτα). Τους δίνανε παλιά και από μια κότα, με κόκκινο φιόγκο στο λαιμό].      

 

Σήμερις τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας

(και τον Ιησού μας ο βαφτισμός).

Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό

είν’ η Παναγία η Δέσποινα

με τα θυμιατούρια στα δάχτυλα

και τον Άγιο Γιάννη παρακαλεί:

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε,

δύνασαι να βαφτίσεις Θεού παιδί;

Δύναμαι και θέλω και προσκυνώ

και τον Κύριό μας παρακαλώ)!

Καλημέρα, καλημέρα

Και πάντα καλημέρα, φωνάζανε από γύρω.

***

Σήμερον τα Φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη τ’ αφέντη μας!

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

Σήμερα βαπτίζεται ο Χριστός

εις τον Ιορδάνη τον ποταμό.

Καλημέρα, καλημέρα

και πάντα καλημέρα!

 

Ο αγιασμός άρχιζε από τις τέσσερις το πρωί. Έχει πολλά ευαγγέλια. Και μετά γυρίζει ο παπάς στα σπίτια κι αγιάζει. Έρχεται με δυο παιδιά, με τον σταυρό και το βασιλικό στο χέρι. Το ένα παιδί κρατά­ει την κανάτα με το νερό, το άλλο κρατάει ταγάρι και του ρίχνουνε πορτοκάλια, μανταρίνια και του δίνουνε και λεφτά. Ο κάθε παπάς πάει στην ενορία του, αλλά πάνε και σ’ άλλες.

Οι καλικάτζαροι φεύγουν την παραμονή που έρχεται ο παπάς με την αγιαστούρα και πάνε στα βουνά. Φεύγουν από την καμινάδα, αφού ο παπάς τους διώχνει. Και παίρνανε ένα ξύλο μακρύ και δένανε πάνω μια ντ(ο)ροβάτα (=θάμνος αγκαθωτός, που χρησιμοποιείται σαν σκούπα) και σκουπίζαμε την καμινάδα και λέγαμε:

 

Ντάλιεν καλκτσάρετ ντ λ-μνν

ε δε θόινν

κάκε γιαμ, κάκε μαθόννε

μαρ μπουκν πρτ τ’ ινιζόνε

(= Βγαίνουν οι καλικάτζαροι στ’ αλώνια

και λένε, τόσο είμαι, τόσο με λένε,

παίρνω ψωμί, για το Θεό).

 

Των Φώτων είναι που βαφτίζεται ο Χριστός. Εκείνη την ημέρα ρίχνουνε τον σταυρό στην κολυμπήθρα. Όποιος ήθελε να δει που τον ρίχνανε στη θάλασσα, πήγαινε ή στο Χέλι ή στην Κοιλάδα κι εκεί πέφτανε στη θάλασσα και πιάνανε τον σταυρό. Και μετά, αυτοί που τον πιάνανε, τον γυρνούσανε στο χωριό, στα σπίτια, και τους δίνανε λεφτά. Τα βάζανε στον δίσκο. Αλλά δώθε, που δεν έχει θάλασσα κοντά τον ρίχνανε στην κολυμπήθρα.

Με τον αγιασμό ραντίζανε τα χωράφια και το σπίτι, όποιος ήθελε. Γιατί παίρνανε αγιασμό από την εκκλησία σε μποτιλίτσες.  Αλλά δεν έκανε να ρίξεις απ’ αυτό στη στέρνα, γιατ’ είναι μεγάλος αγια­σμός. Μια φορά ένας είχε ρίξει και την άδειασε όλη. Ή θα τον αφήσεις όλο το χρόνο στην εικόνα, με το καντήλι ακοίμητο ή θα τον χύσεις σ’ ένα μέρος που να μην πατιέται.

Την άλλη μέρα πάλι, είναι γιορτή. Γιορτάζει ο νουνός του Χρι­στού και γίνεται στην εκκλησία πανήγυρις.

Του Αγίου Τρύφωνος ραντίζουνε με αγιασμό τ’ αμπέλια. Ρίχνου­νε και στα βαρέλια. Και κείνη την ημέρα κλαδεύουνε τ’ αμπέλια. Της Υπαπαντής, στις 2 Φεβρουαρίου, άλλοτε ήτανε η γιορτή της μητέρας. Και γιορτάζανε κι οι μπακάληδες. Κάνανε μεγάλη αρτο­κλασία και μέχρι τώρα. Άλλα χρόνια γυρνούσανε και γλεντούσανε με βιολιά. Πιστεύανε ότι ο Άγιος Χαράλαμπος έδιωξε την ακρίδα. Και υπάρχει εκκλησία του Αγίου και την ημέρα της γιορτής μαζευότανε κόσμος και γινότανε πανηγύρι.

 

 Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Πρωτοχρονιά στο Κρανίδι Αργολίδας


 

Ψαράδικο καΐκι 1944.

Τότες, παλιά, τη βασιλόπιτα τη φτιάνανε σαν ψωμί. Και στο ζυ­μάρι ρίχνανε λίγη μαστιχούλα ποτό, λίγο λαδάκι μέσα και γινότανε αφράτο το ψωμί. Και κάνανε με το πηρόνι τις φέτες κι όταν ερχό­ντουσαν από την εκκλησία, τ’ Αγιού Βασιλειού, πήγαινε ο νοικοκύ­ρης του σπιτιού και την έκοβε πριν απ’ το φαγητό.

Και μελετούσε πρώτα πρώτα: της εικόνας, μετά, του χωραφιού, μετά, του αφεντι­κού, δηλαδή του ίδιου, μετά εμένα, της γυναίκας, μετά των παιδιών, στη σειρά, με την ηλικία, κι έπαιρν’ ο καθένας το κομμάτι του κι έψα­χνε να βρει τον παρά. Κι όποιος τον εύρισκε, ήτανε τυχερός και ου χαρά, πο ‘βρισκε τον παρά!

Και τον τυλίγανε τον παρά, έτσι όπως ήτανε, χωρίς να τον καθαρίσουνε, σ’ ένα βαμπάκι άσπρο, και τον βάζανε στην εικόνα. Τον άλλο χρόνο, τον βάζανε πάλι στην πίτα. Ο πα­ράς ήτανε ασημένιος. Το βράδυ της παραμονής τρώγανε μελομακάρονα, φούσκζες (=λουκουμάδες) και μεζέδες. Τηγανίζανε χοιρινό, κεφτεδάκια. Κι όλη την ημέρα πάλι λέγανε τα κάλαντα. Το πρωί τα παιδιά, το βράδυ τ’ αντρόγενα. Και τους δίνανε πάλι τα ίδια, όπως τα Χριστούγεννα, και στ’ αντρόγενα τις κότες:

 

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,

ψιλή μου δεντρολιβανιά

κι αρχή καλός μας χρόνος,

εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

 

Αρχή που βγήκε ο Χριστός,

Άγιος και πνευματικός,

στη γη να περπατήσει

και να μας καλοκαρδίσει.

 

Άγιος Βασίλης έρχεται,

άρχοντες τον κατέχετε

(και δεν μας καταδέχεται)

από την Καισαρεία,

συ’ σ’ αρχόντισσα κυρία.

 

Βαστά εικόνα και χαρτί

ζαχαροκάντιο, ζυμωτή,

χαρτί και καλαμάρι,

δες κι εμέ το παλικάρι!

 

Το καλαμάρι έγραφε,

η μοίρα μου τι μ’ έγραφε

(τη μοίρα μου την ξέγραφε)

και το χαρτί ομίλει (ομίλειε),

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε.

 

Άγιε μου καλέ Βασίλη,

άσπρε μου, χρυσέ μου ήλιε!

 

Βασίλη, πόθεν έρχεσαι

και δε μας καταδέχεσαι;

Και πόθεν κατεβαίνεις

και δε μας απαντυχαίνεις;

 

Από τη μάνα μ ‘ έρχομαι

κι εγώ σας καταδέχομαι

και στο σχολειό μου πάγω,

δε μου λέτε τι να κάμω;

 

Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,

κάτσε τον πόνο σου να πεις,

κάτσε να τραγουδήσεις

και να μας καλοκαρδίσεις.

 

Εγώ γράμματα (ε)μάθαινα

και να σας πω τι πάθαινα:

τραγούδια δεν ηξεύρω,

αντικρύ μου να σε εύρω.

 

Και σαν ηξεύρεις γράμματα,

πόσες φορές με κλάματα,

πες μας την αλφαβήτα,

πώς τα πέρασες τη νύχτα.

 

Χλωρό ραβδί, ξηρό ραβδί,

πότε στη πόρτα της να βγεί;

χλωρά βλαστάρια πέτα,

ροδοκόκκινη βιολέτα.

 

Κι απάνω στα βλαστάρια της

και στα περικλωνάρια της

πέρδικες κελαιδούσαν,

μάτια μου δεν της μηνούσαν.

 

Δεν ήταν μόνο πέρδικες,

γαρουφαλιές λεβέντικες,

μόν’ και περιστεράκια,

μαύρα μου, γλυκά ματάκια.

 

Και του χρόνου!

 

Το βράδυ της παραμονής παίζανε χαρτάκια και το στρόπι (=κότσι). Είναι ένα κόκαλο από αρνί, στρογγυλό ήτανε, και το πετούσανε και ξέρανε αυτοί από ποια μεριά ήτανε η ευτυχία κι από πού η δυ­στυχία. Το πετούσανε, κι απ’ όπου γύριζε. Παίζανε και την κορόνα. Πιο πολύ την κορόνα παλιά, όχι τόσο τα χαρτιά. Και την άλλη μέρα, τ’ Αγιού Βασιλειού, ποιος θα ‘κανε ποδαρι­κό. Ποιος θα ‘μπαίνε κ-μπ-μπάρδης, δηλαδή ασπροπόδαρος. Κι όποιος έμπαινε του βάζανε ένα κομμάτι βαμπάκι στο παπούτσι και παρά, διπλό, δίφραγκο, ό,τι ήτανε.

Βέβαια, θέλαμε τον καλύτερο να ‘ρχότανε, γιατί, μας φαινότανε, θα ‘φερνε πλούτη. Και λέγανε, αυτός είναι τυχερός, θα πάμε καλά φέτος! Άμα τους τυχαίνανε αναποδιές, τον λέγανε γρουσούζη. Αλλά σε μένα μια χρονιά ήρθε κ-μπ-μπάρδης ένας ζητιάνος. Κουρελιασμένος, πολύ ζητιάνος. Και μου είπανε, άσ’ τον, διώχτ’ τον! Αλλά εγώ του ‘βαλα βαμπάκι και παρά το παπούτσι και την ευτυχία που ‘χαμε κείνη τη χρονιά!… Και στον ελαιώνα το λάδι, και τ’ αμπέλι! Ας ήτανε ζητιάνος, ήτανε τυχερός.

Το ποδαρικό το ‘κανε όποιος έμπαινε πρώτο στο σπίτι. Ξένος όμως. Όχι να ‘βγαινε ένας από το σπίτι έξω και να ξανάμπαινε! Κι όποιος έμπαινε, τον λέγανε κ-μπ-μπάρδη, ασπροπόδαρο. Μέχρι τώ­ρα το κάνουν αυτό. Το βράδυ πηγαίνανε επισκέψεις, έτσι, σε σπίτια συγγενικά, κι ας μην είχανε γιορτές, και κερνούσανε μελομακάρονα, κουραμπιέδες, αμυγδαλωτά, ό,τι είχανε για κείνη τη μέρα. Αλλά φτιάνανε δύο βασι­λόπιτες. Τη μία την κόβανε την ημέρα τ’ Αγιού Βασιλειού, κανονικά, μετά την εκκλησία. Την άλλη την κόβανε το βράδυ, που ερχότανε ο καινούριος χρόνος.

  

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγονλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

Πηγή


  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

Η Κυβέρνηση στο Κρανίδι (1823)


Στα τέλη Νοεμβρίου 1823 το Βουλευτικό καταφεύγει στο Κρανίδι για να βρίσκεται πιο κοντά στα ναυτικά νησιά που το υποστήριζαν. Από εκεί κηρύσσει παράνομο το Εκτελεστικό και κηρύσσει νέο, με επικεφαλής τον υδραίο μεγαλοκαραβοκύρη Γεώργιο Κουντουριώτη και μέλη τους Παναγιώτη Μπόταση, Ιωάννη Κωλέττη, Νικόλαο Λόντο και Ανδρέα Ζαΐμη. Έτσι, δημιουργούνται δύο πόλοι εξουσίας, ο ένας με έδρα το Κρανίδι («Κυβερνητικοί») και ο άλλος με έδρα την Τριπολιτσά («Αντικυβερνητικοί»). Η μία κυβέρνηση κατηγορούσε την άλλη ως παράνομη, ενώ και οι δύο προκήρυξαν εκλογές για την ανάδειξη νέου Βουλευτικού.

Οι «Αντικυβερνητικοί» κατηγορούσαν τους «Κυβερνητικούς» ότι θέλουν να παραδώσουν την Ελλάδα στους Άγγλους, ενώ οι «Κυβερνητικοί» εξέφραζαν τους φόβους για τις δικτατορικές τάσεις των στρατιωτικών, που αποτελούσαν τη ραχοκοκαλιά των «Αντικυβερνητικών». Η πλάστιγγα έγειρε εύκολα υπέρ των «Κυβερνητικών», που είχαν τη δύναμη και τον πλούτο. Συσπείρωναν τους νησιώτες εφοπλιστές και κεφαλαιούχους, τους περισσότερους ρουμελιώτες οπλαρχηγούς, το μεγαλύτερο μέρος των πελοποννησίων γαιοκτημόνων, τους Έλληνες του εξωτερικού και τους περισσότερους φιλέλληνες. Ο Κολοκοτρώνης μπορεί να ήταν η ψυχή των «Αντικυβερνητικών», αλλά οι δυνάμεις που τον υποστήριζαν ήταν περιορισμένες.

  

Κουντουριώτης Γεώργιος, λιθογραφία, Εθνικόν Ημερολόγιον, Αθήνα, 1863.

Η Β’ Εθνική Συνέλευση είχε συνέλθει στο Άστρος της Κυνουρίας από τις 30 του Μάρ­τη του 1823 και είχε τελειώσει στις 18 του Απρίλη του ίδιου χρόνου. Αταξία, ανωμαλία και έλλειψη αμοιβαίας εμπιστοσύνης, ανάμεσα στους πολιτικούς και τους στρατιωτικούς που την απαρτίζανε, χαρακτήρισαν τις συνεδριάσεις της. Οι διαφορές μεταξύ των δυο κομμά­των είχαν αρχίσει πριν ακόμη από τη συνέλευση:  

«Οι πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των, εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς, θεωρούντας αυτούς άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως, να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύ­ματα δια των εισοδημάτων των επαρχιών˙ επειδή δε επί των επαναστάσεων, τουτέστιν εν καιροίς καθ’ους δεν ισχύει ο νόμος, το ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί, ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς υποχειρίους των».[i]

Μια από τις αποφάσεις της συνέλευσης του Άστρους ήταν η κατάργηση των κεντρικών Αρχών του Μοριά και της Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδας, όπως και η κατάργηση του τίτλου του αρχιστράτηγου που είχε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και που διατάχτηκε από τη συνέλευση να παραδώσει τα κάστρα του Αναπλιού, καθώς και τα έγγραφα τα σταλμένα απέξω, προς τις ελληνικές αρχές: «Ο Κολοκοτρώνης παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ’ απεποιήθη την παράδοσιν των φρουρίων επί λόγω ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις και ότι επί τη προσεχεί συστάσει αυτής τα παρέδιδε».[ii]

Η Εθνική Συνέλευση του Άστρους άρχισε και τελείωσε κάτω από την επιρροή του κόμ­ματος των πολιτικών και έδωσε όλες τις εξουσίες σ’ αυτούς, πράγμα που προξένησε αγανά­κτηση στους στρατιωτικούς, με συνέπεια να δημιουργηθεί κρίσιμη κατάσταση που οδηγού­σε σε εμφύλια σύρραξη, κάτι που για την ώρα τουλάχιστο αποφεύχθηκε την τελευταία στιγ­μή.

Κάτω από τις συνθήκες αυτές το Εκτελεστικό ή Νομοτελεστικό, κόμμα των πολεμικών, μπήκε στ’ Ανάπλι, παρά τις αντιρρήσεις του Βουλευτικού, κόμματος των πολιτικών, που εγκαταστάθηκε στο Άργος. Το Νομοτελεστικό εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι στις 25 του Νοέμ­βρη του 1823.

Το Νομοτελεστικό επηρεαζόταν άμεσα από τον Κολοκοτρώνη. Αλληλοκατηγορίες άρχισαν ανάμεσα στα δυο κόμματα. Οι βουλευτές που είχαν εγκατα­σταθεί στο Άργος χαρακτήριζαν τους στρατιωτικούς του Αναπλιού παράνομους. Η ίδια κατηγορία απευθυνόταν και από τ’ Ανάπλι προς το Άργος. Έτσι καταλήξανε στις αλληλοκαθαιρέσεις.

Οι νομοτελεστικοί του Αναπλιού αποφάσισαν να προλάβουν την καθαίρεση διαλύο­ντας τα μέλη του βουλευτικού του Άργους:  

«Φοβούμενοι δε και την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν ότι οι εν Άργει βουλευταί ενήργον εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον φρούραρχον Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού τους άλλους βουλευτάς».[iii]

Στο μεταξύ στο χωριό Μέρμπακα γίνονταν προσπάθειες για συμφιλίωση και συμβιβασμό των δυο κομμάτων, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι οι τρεις στρατιωτικοί μαζί με οπλι­σμένους άντρες κατευθύνθηκαν στο Άργος: «Οι σταλέντες υπήγαν εις το Άργος εν συνοδεία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία και διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και αίροντες χείρα επί τινας αυτών˙ επάτησαν δε δια νυκτός και οικίας βουλευτών και μη ευρόντες τους ενοικούντας τας εγύμνωσαν».[iv]

Τελικά τα αρχεία σώθηκαν, γιατί ο πολιτάρχης του Άργους Θεόδωρος Ζαχαρόπουλος, γιος του θρυλικού Ζαχαριά, μπόρεσε και τα πήρε επιτήδεια από τα χέρια του γυναικαδελ­φού του Νικηταρά και τα παρέδωσε στη βουλή, απόπου για ένδειξη ευγνωμοσύνης δέχτηκε ένα σπαθί.

 Ὀμως οι αποσταλμένοι από τ’ Ανάπλι, μετά τη διάλυση της βουλής, δεν φρόντισαν να πάρουν μέτρα, ώστε να μη μπορούν να ξανασυγκεντρωθούν οι βουλευτές που είχαν δια­σκορπιστεί, πράγμα που θα είχε ως συνέπεια και την πτώση τους. Έτσι οι βουλευτές μπόρε­σαν και συνεννοήθηκαν και φύγανε κρυφά από το Άργος, άλλοι από τη στεριά και άλλοι από τη θάλασσα, και συγκεντρώθηκαν στο Κρανίδι: «…επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και των Σπετσών, ων οι κά­τοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών».[v]

Ο Λαμπρυνίδης, αναφερόμενος σε τούτο το γεγονός, γράφει ότι στο Κρανίδι μαζεύτη­καν οι βουλευτές και οι φίλοι τους Υδραίοι και Σπετσιώτες και καθαίρεσαν μέλη του Εκτε­λεστικού. Οι καθαιρεμένοι έφυγαν τότε από τ’ Ανάπλι και πήγαν στην Τριπολιτσά. Εκεί κα­θαίρεσαν τους βρισκόμενους στο Κρανίδι. Το αποτέλεσμα ήταν να γίνουν δυο κυβερνήσεις, η μια στην Τριπολιτσά και η άλλη στο Κρανίδι.[vi]  Αυτά τον Μάρτη του 1824.

Ο Τρικούπης μας δίνει περισσότερες πληροφορίες: «Αφού συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 Δεκεμβρίου τα εν Αργεί συμβάντα και τα αίτια δια μετέβησαν εκεί. Ασμένως εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι και τους ενθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσης ταύτης γνώμης των νησιωτών, και βλέπο­ντες ότι πάσα απόπειρα συμβιβασμού ήτο ματαία και ότι πάσα ελπίς επιστροφής των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν την 6 Ιανουαρίου 1824 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην».[vii]

Μετά την πλήρη καθαίρεση του νομοτελεστικού, στο Κρανίδι αποφασίστηκε η σύσταση κυβέρνησης όπου προσκλήθηκαν να πάρουν μέρος και οι Σπετσονυδριώτες. Έτσι εκλέχτηκε πρόεδρος της κυβέρνησης ο Γιώργης Κουντουριώτης, αφού ο μεγαλύτερος αδελφός του Λάζαρος δεν αποδέχτηκε. Εκλέχτηκαν επίσης ως μέλη ο Παναγιώτης Μπότασης και ο Νι­κόλας Λόντος και διατηρήθηκαν στη θέση τους τα δυο παλιά μέλη του νομοτελεστικού Ζαΐμης και Κωλέττης, που είχαν τα ίδια φρονήματα με τους βουλευτές του Κρανιδιού.

Πρώτη ενέργεια των νέων νομοτελεστών ήταν να καλέσουν τις επαρχίες, που οι βου­λευτές τους είχαν αποχωρήσει και είχαν καθαιρεθεί, να προβούν στην εκλογή άλλων βου­λευτών και να τους στείλουν στο Κρανίδι.

Στο μεταξύ οι νομοτελεστές του Αναπλιού προβαίνανε στις δικές τους ενέργειες: «Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς, μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και αποστολήν άλλων αντ’ εκείνων επί συγκροτή­σει νέου βουλευτικού».[viii]

Αποτέλεσμα λοιπόν των διαφορών, της ασυνεννοησίας και της φιλοδοξίας για το προ­βάδισμα μεταξύ των μελών του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήταν ο σχηματισμός δυο κυβερνήσεων: «…ώστε εσυστήθησαν δυο κυβερνήσεις η μεν εν Κρανιδίω, η δε εν Τριπο­λιτσά και αποκαλούμεναι αμοιβαίως παράνομοι».[ix]

Πολλές προσπάθειες συμβιβασμού είχανε γίνει στο μεταξύ, χωρίς να επιτευχθεί συμφι­λίωση. Ο Υψηλάντης, που εκείνο τον καιρό είχε αποτραβηχτεί στην Τριπολιτσά, πήγε κι αυτός στο Κρανίδι με την ελπίδα να πετύχει κάποιο συμβιβασμό, αλλά τίποτε δεν μπόρεσε να πετύχει. Και στο μεταξύ τα σημάδια εμφύλιου πολέμου πλήθαιναν στην αναστατωμένη ατμόσφαιρα του Μοριά. Η κατάσταση περιπλέχτηκε ακόμη περισσότερο με την προσχώρηση στην κυβέρνηση του Κρανιδιού του Δικαίου Παπαφλέσα, που έφυγε νύχτα από την Τριπολιτσά, όπου και ήταν υπουργός των εσωτερικών στην εκεί κυβέρνηση, αποδυναμώνοντας έτσι τους ομόφρονές του.

Μέσα στην ταραγμένη ατμόσφαιρα ο Κολοκοτρώνης έδωσε οδηγίες στο γιο του Πάνο να παραδώσει τ’ Ανάπλι στους Ζαΐμη και Λόντο, με το όρο πως, παράλληλα με την παρά­δοση, η κυβέρνησή τους θα πλήρωνε τους μισθούς των στρατιωτών που ήσαν στα φρούρια. Έτσι η κυβέρνηση έφυγε από το Κρανίδι και εγκαταστάθηκε στ’ Ανάπλι, κηρύσσοντάς το πρωτεύουσά της. Μέσα στην όλη αυτή κατάσταση άρχισαν συγκρούσεις σε διάφορα μέρη του Μοριά, που δεν άργησαν να εξελιχτούν σε εμφύλιο πόλεμο.

 

Γιόνα Μικέ Παιδούση – Παπαντωνίου, « Η Ερμιονίδα ανά  τους  Αιώνες », Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα, Αθήνα 1996.

  

Υποσημειώσεις


  

 [i] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 35.

 [ii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 36

 [iii] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 74.

[iv] Στον ίδιο και στο ίδιο.

[v] Στον ίδιο ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[vi] Λαμπρυνίδης, Οι Αλβανοί, σ. 249.

[vii] Τρικούπης ο.π. τομ. 3, σ. 75.

[viii] Στον ίδιο ο.π. τομ.3, σ. 76.

[ix] Στον ίδιο και στο ίδιο.

Read Full Post »

Κόκκινος επιτάφιος 


 

epitafiosΣυγγραφέας: Παΐδούση – Παπαντωνίου Γιόνα Μικέ

Εκδότης: Βιβλιόραμα

ISBN: 960-8087-74-0

Έτος έκδοσης: 2008

 
Στο βιβλίο της λαογράφου Γιόνας Μικέ Παϊδούση ξεδιπλώνεται η καθημερινότητα  της Κατοχής στα χωριά της Ερμιονίδας στη βόρειο ανατολική Πελοπόννησο. Καμβά της διήγησης αποτελεί η σταδιακή ανάπτυξη της ΕΠΟΝ στις περιοχές εκείνες, οι ελπίδες και οι αντιδράσεις που γέννησε το εαμικό κίνημα, η ένταξη σε αυτό μελών οικογενειών από υψηλά κοινωνικά στρώματα, η στάση των τοπικών κοινωνιών.

Εκτός από την παρουσίαση της πολιτικής και πολιτιστικής δράσης των αντιστασιακών οργανώσεων, βασικό στοιχείο του βιβλίου είναι η δραματική σύγκρουση στο εσωτερικό της ελληνικής κοινωνίας κατά την περίοδο του πολέμου, η παρουσία και δράση των Ταγμάτων Ασφαλείας στην περιοχή και η αλλαγή των ανθρωπίνων σχέσεων κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με το ταξίδι της συγγραφέα στην Αθήνα και την άφιξή της στις σκληρές ημέρες της δεκεμβριανής σύγκρουσης του 1944. Στοιχείο παρόν με τρόπο άμεσο και έμμεσο σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, ο θάνατος του αδελφού της, η έλλειψη του πατέρα, η στάση της μάνας, η μάχη για τη διατήρηση της δικής της αξιοπρέπειας και της οικογένειάς της.

«Έχουν ξεκληριστεί οικογένειες. Βλέπει κανείς και θλίβεται κείνα τα παιδάκια με τα αδύνατα ποδαράκια και χεράκια, με τις φουσκωμένες κοιλίτσες από τον ερεθισμένο σπλήνα. Και το τελευταίο που θα σκεφτούν είναι ο γιατρός – και τούτο όταν είναι πια αργά. Τούτα τα πλάσματα δεν ξέρουν σχεδόν τίποτα από μαγειρεμένο φαγητό. Ένα κομμάτι ψωμί, κι αυτό μετρημένο, είναι όλο κι όλο για να χορτάσουν την πείνα τους. Το αβγό μόνο που το βλέπουν, γιατί τα στέλνουν οι μανάδες τους στον μπακάλη, να το δώσουν, για να πάρουν λίγο ρύζι. Με συγχωρείτε, σύντροφε Παπά, δεν μπορώ να συνεχίσω.»

Έσπασε η καρδιά μου. Με πήραν τα κλάματα. Ο σύντροφος μου έσφιξε το χέρι με κατανόηση.
«Καλά, και συ με ποιους δουλεύεις;» ρώτησε.

«Είναι πολύ δύσκολο. Για καλή τύχη υπάρχουν μερικοί νέοι, με γράμματα του δημοτικού, αλλά με ανοιχτό μυαλό. Αυτοί αποκτήσανε γρήγορα συνείδηση του αγώνα. Αυτοί φέρανε τις αδελφές τους στην ΕΠΟΝ και τις μανάδες τους στην Εθνική Αλληλεγγύη.»
«Φαντάζομαι την Αντίδραση που αντιμετωπίζεις».

«Η Αντίδραση είναι οργανωμένη. Μα δεν είναι μόνο αυτό, και κάνουν ακόμη τους Βασιλικούς με το μισό τσαρούχι… Αντιμετωπίζω επικρίσεις, ακόμη και απειλές. Τα σχόλια σε βάρος μου αφθονούν. Ήρθαν στιγμές που βρέθηκα σε αμηχανία. Μα σαν αντίκρισα αυτές τις μορφές, τις σκαμμένες από το μόχθο και τη στέρηση, σαν αντίκριζα τα χλωμά προσωπάκια των παιδιών με τα φθινοπωρινά μάτια, έπαιρνα κουράγιο και προχωρούσα. Φτάνει να σας πω, για να πάρετε μια ιδέα της ατμόσφαιρας που μέσα της ζω και δουλεύω, πως μια συγγένισσά μου με σταμάτησε στο δρόμο και οργισμένη μου είπε να ντρέπομαι που είμαι παλιοκόριτσο, που προσβάλλω τέτοιο σόι, που πάω με τους αντάρτες για να παντρευτώ χωρίς προίκα, αφού έχω προίκα, και πως θέλω να φέρω τους κομμουνιστές για να κλείσουν την εκκλησία. Μα σαν έρθει ο βασιλιάς, θα με βάλει να του φιλήσω τα πόδια. Οι άντρες είναι λιγότερο εκδηλωτικοί. Κάνουν πως δε με βλέπουν. Με προσπερνούν χωρίς να χαιρετήσουν. Μόνο ένας, προσπερνώντας με στο δρόμο, έλεγε μέσα από τα δόντια του, με τρόπο που να τ’ ακούσω: «Κρίμα τα γράμματα που έμαθες, κόρη του γιατρού».»

Read Full Post »

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιά.


 

Παραδοσιακή φορεσιά – ανδρική και γυναικεία – του Κρανιδίου και της ευρύτερης περιοχής της Ερμιονίδας. Ομιλία  της Ερμιονίτισας κας Μαρίκας Κανέλλη – Τουτουντζή, συλλέκτριας παραδοσιακών ενδυμασιών σε κούκλες μινιατούρες από την Ελλάδα και χώρες του εξωτερικού, στο Λαογραφικό Κέντρο Δήμου Κρανιδίου, την Κυριακή 17 Μαΐου 2009. 

 

 […] Οι παραδοσιακές Ελληνικές φορεσιές είναι εκδήλωση της λαϊκής μας τέχνης και ο λαός εκφράζεται μέσα από αυτές. Είναι ένας σύνδεσμος του παρελθόντος με το παρόν. Γνώρισαν την μεγαλύτερή τους άνθηση στα τέλη του 18ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη  και στα Γιάννενα. Εκεί η καλλιτεχνική και τεχνική δημιουργία έφτασαν στο απόγειό τους. Χαρακτηριστικό είναι το νανούρισμα « κοιμήσου και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου, στα Γιάννενα τα ρούχα σου και τα χρυσαφικά σου».

Στο Κρανίδι στο κεφαλοχώρι της επαρχίας μας και στην ευρύτερη περιοχή του η γυναικεία φορεσιά ήταν αρχικά απλή. Η φούστα η βαμβακερή ή μάλλινη μακριά, με πιέτες ή σούρες. Από μέσα φοριόταν λευκό μπλουζάκι και από πάνω ένα κοντό μεσάτο σακάκι. Στο κεφάλι φορούσαν απλό λευκό μαντίλι με αζούρ στο τελείωμα, που το έλεγαν τσεμπέρι ή κούντρο.

Η αντρική φορεσιά ήταν νησιώτικη, φορούσαν πολύπτυχη βράκα σε μπλε ή γαλάζιο χρώμα, λευκό πουκάμισο με φαρδιά μανίκια και από πάνω ένα γιλέκο, βελούδινο ή τσόχινο, κεντημένο με σχέδια από σκούρο κορδόνι και πλεκτά κουμπιά. Στη μέση φορούσαν πολύχρωμο μεταξωτό ζωνάρι και στο κεφάλι φεσάκι το λεγόμενο καλπάκι. Αυτή τη στολή την λέγανε Καραμάνικη.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΌπως βλέπουμε η επιρροή για το Κρανίδι αλλά και γενικότερα για την Ερμιονίδα, έρχεται περισσότερο από τη θάλασσα παρά από τη στεριά. Έτσι αναφέρει και η κα Μαρία Βελιώτη σε δημοσιευμένο κείμενό της σε έκδοση του Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος. Και έτσι είναι διότι οι φορεσιές της Ερμιονίδας έμοιαζαν με αυτές της Ύδρας και των Σπετσών. Στο Κρανίδι φορέθηκε από λιγοστούς άνδρες και η φουστανέλα. Οι πατριώτες μας ναυτικοί άρχισαν να φέρνουν από ταξίδια τους δώρα στις γυναίκες τους πολυτελή υφάσματα. Έτσι οι φούστες των γυναικών του 18ου και 19ου αιώνα έγινα ταφταδένιες ή βελούδινες, πάντα φαρδιές με σούρες. Το ζακετάκι μεσάτο μεταξωτό ή βελούδινο- ανάλογα με την εποχή και από μέσα λευκοκεντημένο πουκάμισο με πιετάκια και χειροποίητες δαντέλες. Το απλό λευκό μαντίλι του κεφαλιού αντικατέστησε η χρυσοκέντητη από Υδραίες κεντήστρες πιέτα που ήταν το ωραιότερο εξάρτημα- αξεσουάρ όπως θα λέγαμε σήμερα – της Κρανιδιώτικης φορεσιάς.

Οι γυναίκες του Κρανιδίου ξεχώριζαν από όλη την επαρχία για τα πολυτελή ρούχα τους, όπως ξεχώριζαν και τα υπέροχα αρχοντικά πετρόκτιστα σπίτια τους που είχαν κτίσει οι καραβοκυραίοι και καπεταναίοι άνδρες τους. Από τις Υδραίες κεντήστρες έμαθαν την τέχνη της χρυσοκέντητης πιέτας Κρανιδιώτισες, που έφτιαχναν πραγματικά έργα τέχνης συναγωνιζόμενες η μια την άλλη για την ωραιότερη πιέτα. Αναφέρω μερικά ονόματα από κεντήστρες που είχαν την καλοσύνη να με πληροφορήσουν η κα Μαρία Τσεγκή και η θεία μου Μαρία Βογανάτση από την Ερμιόνη, όπως τους είχαν διηγηθεί οι μητέρες τους. Ήταν η Σταματίνα του Καράκαλου, η Καλλιώ Στελλάκη, η Δέσποινα Τσιρτσίκου, η Ελένη Παπαμιχαήλ, η ονομαστή Μαριγώ και άλλες.

Οι πιέτες ήταν τριγωνικές τριών ειδών. Η πρώτη η χρυσή ήταν νυφική (δώρο του γαμπρού μαζί με τα κοσμήματα) κεντημένη με χρυσή κλωστή η ψιλό χρυσό σύρμα (το τερτίλι). Στο τελείωμα είχε κίτρινη μπιρμπίλα από μεταξωτή κλωστή. Μερικές πιέτες είχαν πάνω τους ραμμένα αληθινά μαργαριτάρια. Αυτήν την πιέτα εκτός από την ημέρα του γάμου τη φορούσαν και στις μεγάλες γιορτές. Η δεύτερη πιέτα λεγόταν Πρεβάζι και οι κεντημένες στο χέρι πολύχρωμες μεταξωτές κλάρες, δηλαδή κλαδιά με λουλούδια, ξεκινούσαν από τη γωνία του τριγώνου και απλωνόταν δεξιά και αριστερά έως στις άκρες της πιέτας.

Κρανιδιώτικη παραδοσιακή τοπική φορεσιάΣτην τρίτη πιέτα οι πολύχρωμες μεταξωτές κλωστές αντικατεστάθησαν με τον καιρό από άσπρο μετάξι. Στις άκρες κεντούσαν φεστόνια που σχημάτιζαν γλώσσες. Κάθε γλώσσα είχε ένα ασπροκεντημένο λουλούδι. Αυτήν την πιέτα, που ήταν πολύ όμορφο κομμάτι της φορεσιάς τη φορούσαν στην εκκλησία όταν οι άνδρες ταξίδευαν ή έλειπαν στην Αμερική. Την πρώτη πιέτα και τη δεύτερη που ήταν πλουμιστές τις φορούσαν όταν συνοδεύονταν από τους άνδρες τους. Το μαντίλι της κεφαλής είχε τραγουδηθεί σε όλη την Ελλάδα. Δεν έμεινε πίσω και το Κρανίδι. Σε Αρβανίτικο τραγούδι ένας ερωτευμένος λέει στη καλή του. « Στο μαντίλι με τα πουλιά άγγιξα το χέρι μου και κάηκα». Όλες οι πιέτες ήταν φυτόσχημες παραστάσεις. Μια προίκα είχε τουλάχιστον δυό πιέτες. Το 1903 υπήρξε προίκα με 12 πιέτες μας λέει από πληροφορίες γυναικών της επαρχίας μας η λαογράφος κα Βελιώτη. Στις αρχές του 19ου αιώνα μια τέτοια πιέτα στοίχιζε περίπου 1.500 δρχ, μεγάλο ποσό για την εποχή και μαζί με τα κοσμήματα έφτανε 5.000 δρχ.
Όλες οι πιέτες ήταν φοδραρισμένες με κίτρινο ύφασμα, σύμβολο γονιμότητας και εξ’ αιτίας του κίτρινου χρώματος τις έλεγαν και καναρίνια. Για τα πένθη έφτιαχναν και τις πένθιμες με μαύρα λουλούδια κεντημένες ή ολόμαυρη δαντέλα για το βαρύ πένθος.

Η πιέτα σαν ονομασία για το κεφαλομάντηλο πρέπει να είναι τοπικός όρος, διότι σε καμία βιβλιογραφία δεν συνάντησα τη λέξη πιέτα. Μάλιστα στην έκδοση «Ελληνικές φορεσιές» της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας το συγκεκριμένο κεφαλομάντηλο αναφέρεται σαν Υδραίικο τσεμπέρι η νυφική καλύπτρα. Η πιέτα λοιπόν που σημαίνει πτυχή έδωσε το όνομα στο τοπικό μας μαντήλι διότι η ομορφιά στο δέσιμο οφείλεται στις πτυχές δηλαδή, που σχηματίζονται κυρίως γύρω από το πρόσωπο. Το ίδιο ισχυρίζεται και η κα Γιάννα Παπαντωνίου σε αναφορά στις πιέτες.

Την πιέτα δεν γνώριζαν όλες οι γυναίκες να την δένουν σωστά, γι’ αυτό οι περισσότερες την έπαιρναν από την κεντήστρα έτοιμη δεμένη και την φορούσαν περνώντας την πάνω από το κεφάλι. Απλωνόταν στην πλάτη και στους ώμους σαν εσάρπα και αφού σταύρωνε μπροστά στο στήθος οι άκρες της δένονταν έντεχνα πίσω από το κεφάλι. Έτσι απλωμένη έδειχνε όμορφα η φυτόσχημη παράσταση της.

Στο τέλος οι γιαγιάδες μας συμπλήρωναν το στόλισμα της πιέτας με χρυσές καρφίτσες στις πτυχές, για να κρατηθούν αυτές στην αρχική του θέση. Οι καρφίτσες είχαν σχήματα και ανάλογα με το σχήμα τις έλεγαν χεράκια , πέταλα, στέμματα κτλ.
Μέσα από την πιέτα φορούσαν ένα λευκό μαντήλι από τουλουπάνι, το φακιόλι. Το φορούσαν για δυό λόγους. Πρώτον για να κρατούν την πιέτα καθαρή και δεύτερον για να καρφιτσώνονται καλύτερα και σταθερότερα οι καρφίτσες.

Το στολισμό του ντυσίματός τους συμπλήρωναν ο Ρώσικος μαλαματένιος τους όπως τον έλεγαν σταυρός (χρυσός), «οι περισπωμένες» και τα «κοφινάκια» σκουλαρίκια, η χρυσή μάρκα με το όνομά τους σκαλιστό, και η άγκυρα, δυο χαρακτηριστικές καρφίτσες του τόπου μας.

Μια εικόνα περιγράφει ο αείμνηστος δάσκαλος από την Ερμιόνη Μιχ. Παπαβασηλείου στο βιβλίο του, «Οι Μητσαίοι» αγωνιστές του 1821 το σπίτι των οποίων έχουμε την τιμή να είναι δικό μας. Λέει λοιπόν για τη μητέρα των Μητσαίων». Της καπετάν Γιώργαινας – έτσι έμεινε στην ιστορία το όνομά της – που το στήθος της στόλιζε πάντα ένας μεγάλος ολόχρυσος Ρούσικος σταυρός. Να αναφέρω εδώ ότι η καπετάν Γιώργαινα ήταν αρχόντισσα από γενιά ηρώων καπεταναίων της ιστορικής φαμίλιας Σαρρή από το Κρανίδι.

Η πιέτα φοριόταν από τον 18ο αιώνα και συνέχισαν να την φορούν έως τις αρχές του 20ου αι. Μετά άρχισαν να φοριούνται στο Κρανίδι και σε όλη την επαρχία μας Ευρωπαϊκά φορέματα. Πολλές γυναίκες εγκατέλειψαν την πιέτα και άφησαν ελεύθερο το κεφάλι χτενισμένο με φουσκωτό περίτεχνο χτένισμα και χωρίστρα στη μέση ή χτένισμα με αρχοντικό κότσο.

Από προσωπικές μου αναμνήσεις η πιέτα φορέθηκε έως το 1966 και σιγά – σιγά μπήκε στα σεντούκια των αρχοντικών. Σώθηκαν αρκετές πιέτες που στολίζουν το λαογραφικό σας μουσείο, το Ι.Λ.Μ. Ερμιόνης, στολίζουν κορνιζαρισμένες τα σαλόνια πολλών σπιτιών, μεγάλος αριθμός δόθηκε στις εκκλησίες για άμφια και τις υπόλοιπες σύμφωνα με επιθυμία των γυναικών όταν έφυγαν από τη ζωή τις πήραν μαζί τους για πάντα.

Όσον αφορά τις ανδρικές φορεσιές εξευρωπαΐστηκαν γρηγορότερα από τις γυναικείες και στις αρχές του 20ου αιώνα μετριόντουσαν στα δάκτυλα σε ολόκληρη την επαρχία.  Από τα μπαούλα όπου φυλάσσονταν οι βράκες και οι φουστανέλες, οι ταφταδένιες φούστες και τα γιλεκάκια που ήσαν φορεσιές των παππούδων και των γιαγιάδων μας, ας ανασύρουμε και τις αναμνήσεις των παιδικών μας χρόνων, τότε που οι μητέρες μας κολλάριζαν τις φουστανέλες για τις παρελάσεις και τα θεατρικά, τότε που σιδέρωναν τις βράκες, που φρεσκάρανε τις ταφταδένιες φούστες για να ντυθούμε Βλαχούλες και Αμαλίες, βρακοφόροι και φουστανελάδες και ας κλείσουμε τη σημερινή ομιλία με αυτές τις θύμησες»[…].

 Δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα  «ΑΡΓΟΛΙΔΑ», Τετάρτη 27 Μαΐου 2009.

Read Full Post »

Γάμος στο Κρανίδι (Λαογραφία)

 

Για να παντρευτεί μια κοπέλα, γινότανε προξενιό. Κι η κοπέλα έπρεπε να ήτανε καλή, αν δεν ήτανε καλή, δεν την παίρνανε. Φρόντιζε ο πατέρας γι’ αυτό ή του κοριτσιού ή του παιδιού. Με τον γείτονα, με τον συγγενή, πηγαίνανε, βρίσκανε το κατάλληλο κορίτσι, πηγαίνανε, λέγανε μερικές φορές, άλλοτε συμφωνούσανε, άλλοτε δεν συμφωνούσανε. Κι όταν συμφωνούσανε, κανονίζανε την προίκα. Χτήματα είχανε τότες, είχαν και λεφτά, αλλά πιο πολύ είχανε χτήματα. Κι όλ’ αυτά τα κανονίζανε, τα συζητάγανε στο σπίτι, σ’ αυτόνε που αρχινούσε το προξενιό. Κι ήτανε κάτι επιτήδειοι, που ξέρανε για προξενιά, οι προξενητάδες. Κι οι συγγενείς όμως. Εδώ είναι ο Σό­λων, ο Γκίκιζας, η Μαρία η Κουτσοτάσαινα, που ‘καμε και το δικό μου προξενιό. Και σαν τελείωνε το προξενιό, κανονίζανε οι συγγενείς να γνωριστούν ο γαμπρός κι η νύφη. Ή την ήξερε ο γαμπρός τη νύφη ή θα περνούσε έξω από ένα καφενείο και θα την έβλεπε ο γαμπρός κι εκείνη θα ‘βλεπε πάλι τον γαμπρό. Κι όταν θέλανε και τα δυο μέρη, συμφωνούσανε και στην προίκα και σ’ όλα, και μετά παγαίνανε στο σπίτι, για να περάσουν το σημάδι στη νύφη. Πηγαίνανε οι γονείς, αδέρφια, αν είχε ο γαμπρός, αδερφές, πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και της φορούσανε ένα πρόχειρο δαχτυλίδι. Βράδυ πηγαίνανε κι είχανε μεζέδες, το γλυκό… Και μετά κανονίζανε μια μέρα, θα περνούσαν τις βέρες. Τραγούδια, χοροί, βιολιά, πιάνανε τους χορούς μέσα στο σπίτι. Σηκωνότανε ο πατέρας του γαμπρού και φορούσε της νύφης και ο πατέρας της νύφης φορούσε του γαμπρού. Και τους ευχόντουσαν για τη στέψη. Τη μια Κυριακή περνούσανε τις βέρες, την άλλη φτιάνανε γλυκά, δίπλες, αμυγδαλωτά, κουραμπιέδες, τα βάζανε σε πιατέλες, τις βάζανε σε δίσκο νικέλινο με χεράκια κι από πάνω ρίχνανε μεταξωτή πετσέτα. Πηγαίνανε δέκα πιατέλες στη σειρά. Κι όταν πηγαίνανε τα γλυκά του γαμπρού στη νύφη, τότε ξεκινούσανε απ’ τη νύφη στο γαμπρό. Τα λέγανε απλάδες και τα πηγαίνανε παιδάκια. Αλλάζανε τα γλυκά.

 

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Γάμος στο Κρανίδι 1958

Οι αρραβωνιασμένοι όλον αυτόν τον καιρό, βλεπόντουσαν. Η νύφη πήγαινε στου γαμπρού, ο γαμπρός στης νύφης, βγαίνανε κι οι δύο μόνοι τους και πηγαίνανε επισκέψεις. Αλλ’ άμα ήταν να κάνουνε μεγάλο ταξίδι, να πάνε, ας πούμε στον Πειραιά, έπρεπε να πάει κάποιος μαζί τους. Ο αρραβώνας κρατούσε και μήνα και έξι μήνες και χρόνο, ανάλογα. Αν ήσαν έτοιμοι, παντρευόντουσαν γρήγορα, αλλιώς αργούσανε. Τα προικοσύμφωνα τα κάνανε σε συμβολαιογραφείο και γράφα­νε την προίκα στ’ όνομα του γαμπρού ή στο όνομα και των δύο μαζί. Μετά τις απλάδες, ψωνίζανε και μετά γινότανε ο γάμος. Φτιάνα­νε τη στοίβα με τα ρούχα. Καζάνια, ταψιά, ρούχα, παπλώματα, κουρελούνες, μαρούλες, κιλίμια, τσέργες, όλα. Για έπιπλα, δίνανε κομό, κασέλα, τραπέζι. Τα παλιά χρόνια δεν είχανε ούτε κρεβάτια. Τα φτιάνανε με στρίποδα και με σανίδια και βάζανε ‘κει ένα στρώμα. Το φτιάνανε μόνοι τους από βαμπάκι. Και πηγαίνανε και τα ραίνανε με κουφέτες κι αν θα ‘μεναν σ’ άλλο σπίτι, τα βάζανε σ’ ένα κάρο με άλογα και τα πηγαίνανε στο σπίτι και τα ραίνανε με κουφέτες κι αμύ­γδαλα.

 

Προσκαλούσανε τους συγγενείς, αλλά τότες δεν είχανε προσκλητήρια. Πήγαινε ο πατέρας του κοριτσιού και καλούσε τους συγγενείς τους κι ο πατέρας του παιδιού πάλι τους δικούς τους. Και λέγανε, στις τάδε του μηνός θα γίνει ο γάμος! Σας προσκαλώ να ‘ρθείτε! Και πηγαίνανε στον γάμο. Άλλοι πηγαίνανε δώρα, άλλοι δεν πηγαίνανε. Καμιά πιατέλα, ύφασμα, τέτοια πράματα. Κουμπάρος γινότανε ο νουνός του κοριτσιού ή του γαμπρού. Κι αν είχε πεθάνει, άλλος, ξέ­νος. Παράνυφοι γινόντουσαν μικρά παιδιά, αλλά δεν τα ντύνανε όπως τώρα. Με τα ρούχα τους. Πιο πολύ, του κουμπάρου τα παιδιά.

Τα ψωμιά του γάμου τα φτιάνανε την προπαραμονή. Πιάνανε μπροζύμι και ρίχνανε και λεφτά, καλούσανε τους γειτόνους και πιά­νανε ένα παιδί αρσενικό και του βουτάγανε το κεφάλι μέσα στη σκά­φη, στο αλεύρι. Τα ψωμιά τα κάνανε προσφορές μεγάλες και τα σκαλίζανε γύρω γύρω με το πηρόνι και τα κάνανε σαν μύλους, σαν τα πανιά του μύλου. Οι βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) είχαν ένα συνήθειο και στο ψήσιμο φέρνανε ένα ψωμί κι ένα αρνί. Εδώ όμως δεν είχαμε τέ­τοια. Το ζυμάρι του ψωμιού το ζύμων’ η μάνα του κοριτσιού. Και μετά προετοιμάζανε το γάμο. Είχανε τα σφαχτά, τα ψήνανε, βράζανε μακαρόνια στο καζάνι, είχανε και φρούτα, όχι πολλά, γιατί δεν υπήρχανε τότες πολλά. Η στέψη γινόταν περσότερο στο σπίτι της νύ­φης, και στην εκκλησία, αλλά πιο πολύ στο σπίτι της νύφης.

Την ημέρα του γάμου πλενότανε η νύφη στη σκάφη και την ντύ­νανε. Τραγουδούσανε τότες τη νυφούλα:

 

Νυφούλα, τα στολίδια σου και τα διαμαντικά σου,

με γεια σου, με χαρά σου!

Ας είν’ η ώρα η καλή κι η ώρα ευλογημένη,

που την ευλόγησ’ ο παπάς με το δεξί τον χέρι.

Σήμερα λάμπει ο ουρανός, σήμερα λάμπ’ η μέρα,

σήμερα στεφανώνεται ο αϊτός την περιστέρα.

Γαμπρέ μου, σε παρακαλώ,

το κρίνο που σου δίνουμε,

να μη μας το μαράνεις!

Να ζήσ’ η νύφη κι ο γαμπρός,

να ζήσει κι ο κουμπάρος!

Χρόνους πολλούς να χαίρεσαι,

με γεια σου, με χαρά σου,

και τα πεθερικά σου!

 

Της φορούσανε το νυφικό. Παλιά, είχανε ζακέτα μεσάτη, μπεζ, όλο καστίσματα κι είχανε άσπρα κάτω τα μανίκια και άσπρα στο στήθος κι από μέσα άσπρο όρθιο γιακά. Κι είχανε το τσεμπέρι το νυφικό, άσπρο. Άλλες είχανε πέπλο, αλλά πιο πολύ είχανε τσεμπέρι. Ήταν χρυσοκεντημένο. Κεντημένο με χρυσοκλωστή πίσω απ’ τ’ αυ­τιά και πίσω απ’ το κεφάλι, που ένωναν οι δύο μύτες του τσεμπεριού με άλλη καρφίτσα-χεράκι. Και μπροστά πέντε καρφίτσες και κά­τω τη μάρκα, δηλαδή καρφίτσα με τ’ όνομα αυτής που το φόραγε. Κι ήσανε χρυσά και φορούσανε και σταυρό χρυσό. Κι εκείνα πο ‘χανε πίσω από τ’ αυτιά, χρυσά ήσανε. Αυτά τα είχε πάει ο αρραβωνιαστικός στον αρραβώνα, δώρο στη νύφη μαζί με το νυφικό, δηλαδή το σα­κάκι και τη φούστα τη φαρδιά και το τσεμπέρι το νυφικό. Στις νύφες κάνανε δώρο και πολλά δαχτυλίδια. Αν είχε πολλά αδέρφια ο γα­μπρός, ο καθένας έκανε δώρο στη νύφη από ένα δαχτυλίδι. Γι’ αυτό φορούσανε πολλά δαχτυλίδια παλιά, και στα τέσσερα δάχτυλα και στα δύο χέρια. Γιατί αυτά τα φορούσαν και μετά τον γάμο. Και το τσεμπέρι το χρυσό το είχανε για καλό και το φορούσανε στις γιορτές. Κι όταν παγαίνανε στην εκκλησία, ήτανε όλες με τα τσεμπέρια τα χρυσά.

Άμα ο γαμπρός έκανε δώρο στη νύφη το χρυσό τσεμπέρι, έπρεπε η νύφη να φοράει τσεμπέρι πάντοτε. Γιατί, στα πιο νέα χρόνια, ο γα­μπρός πήγαινε στη νύφη καμιά φορά, αντί για τσεμπέρι, καπέλο και γάντια. Και τότε η νύφη, θα έπρεπε να φοράει πάντα καπέλο, όχι τσεμπέρι. Αλλά αυτό το κάνανε μερικοί πλούσιοι. Οι πιο πολλοί, στέλνανε τσεμπέρι. Και τη ντύνανε τη νύφη κοπέλες γειτόνισσες κι ήταν ένα παιδί (=αγόρι) που της φόραγε τα παπούτσια. Κι έπρεπε να έχει και τους δυο γονιούς του.

 

Ο γαμπρός φορούσε φουφούλα, γελέκο, φέσι, ζωνάρι στη μέση και μπότες από δέρμα. Η νύφη έκανε δώρο στον γαμπρό παντόφλες κεντητές, πουκάμισα, κάλτσες και πετσέτα. Όταν γινότανε ο γάμος, παίρνανε τον γαμπρό και τον κουμπάρο από το σπίτι με τα όργανα. Μπροστά πηγαίνανε οι οργανοπαίχτες. Λαούτα, βιολιά, σαντούρια. Πίσω πήγαινε ο δίσκος με τις λαμπάδες, την κουλούρα και τα κουφέτα, με το ποτήρι και τις μποτίλιες με το κρασί. Τα όργανα τα παίρνανε απ’ τον κουμπάρο. Μετά περνούσανε και παίρνανε το γαμπρό. Μετά πηγαίνανε στης νύφης και γινότανε η στέψη. Μόλις φτάνανε εκεί, ο γαμπρός καθότανε έξω. Ο πατέρας του γαμπρού έμπαινε μέσα. Η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς της κι έκλαιγε. Καθότανε στην καρέκλα κι ο πεθερός της της έδινε μια λίρα και της την έβαζε μέσα στο παπούτσι και τη σήκωνε απ’ την καρέκλα. Κι εκείνη του φίλαγε το χέρι του πεθερού. Κι όταν τη σήκων’ απ’ την καρέκλα, είχανε ένα ποτήρι μ’ αλατόνερο κι ο πατέρας της τη ράντι­ζε μ’ αυτό κι έλεγε: «νερό κι αλάτι ό,τι είπαμε». Κι έπειτα η μάνα της, τη ράντιζε κι εκείνη. Κι η νύφη έκανε μετάνοιες και φίλαγε το χέρι του πατέρα και της μάνας της. Κι ο πεθερός της την πήγαινε έξω, που την περίμενε ο γαμπρός. Και ο γαμπρός σταύρωνε την πόρτα με τη λίρα που έδωσε στη νύφη ο πεθερός της που τη σήκων’ απ’ την καρέ­κλα. Κι άμα η στέψη γινότανε στην εκκλησία, πήγαιναν μπροστά ο κου­μπάρος με τον γαμπρό κι η νύφη από πίσω με τους δικούς της. Μετά την παίρνανε οι συγγενείς του γαμπρού, όταν γινότανε η στέψη.

Άμα γινότανε η στέψη στο σπίτι της νύφης, μπαίνανε μέσα, και η μάνα της νύφης έδινε από μια κουταλιά γλυκό στον γαμπρό και στη νύφη. Τον κουμπάρο τον… γελούσε. Πήγαινε να του δώσει γλυκό, του τό ‘παιρνε, πήγαινε του δώσει, του τό ‘παιρνε, την τρίτη φορά, τό ‘βαζε αυτή στο στόμα. Και πιάνανε τα γέλια.

Μετά τη στέψη, πηγαίνανε το ζευγάρι στο σπίτι του. Κι η μάνα του γαμπρού τους έπιανε και τους δύο μαζί μ’ ένα άσπρο μαντίλι και τους πήγαινε και τους έβαζε στον καναπέ. Κι εκεί χωρίζανε οι συγγενείς. Οι συγγενείς της νύφης πηγαίνανε στο σπίτι της νύφης και τρώ­γανε. Και του γαμπρού, μένανε στο σπίτι του γαμπρού και χορεύανε όλοι μαζί μέχρι το πρωί. Και μετά παίρνουν τον κουμπάρο και τον πηγαίνουν στο σπίτι του. Και μετά μένουν οι συμπεθέροι και χορεύ­ουν όσο θέλουν. Το ζευγάρι έμενε σπίτι του, δεν το παίρνανε. Οι συ­μπεθέροι χορεύανε με τη σειρά τον γαμπρό και τη νύφη στο καινούργιο σπίτι και μετά φεύγανε και τους αφήνανε. Βγαίνανε σε τρεις μέρες, γιατί δεν έκανε να βγουν πιο νωρίς, γιατί φυλάγανε το στεφάνι. Το γλέντι δεν κρατούσε πολύ, μια μέρα, δύο το πολύ. Και γάμοι γινόντουσαν απόκριες, Πάσχα, Χριστούγεννα, καλοκαίρι. Τη Μεγάλη Σαρακοστή δεν έκανε.

Η στέψη γινότανε πάντα στο χωριό της νύφης. Άμα ο γαμπρός ήταν από άλλο χωριό, ερχότανε μ’ ένα άλογο. Έριχνε κι ένα μπετενί κόκκινο με φούντες στο σαμάρι, γιατ’ ήτανε, βλέπεις, γαμπρός. Κι όλοι οι συγγενείς του, πάνω σε ζώα.

Τα στέφανα και τότες τα φτιάνανε από συρματάκι, ντυμένο με άσπρο και κάτι λουλουδάκια. Είχανε δύο λαμπάδες άσπρες που τις κρατούσανε ένα κορίτσι κι ένα παιδί (=αγόρι). Ο παπάς έριχνε στο ποτήρι κουμανταρία κι έδινε στον γαμπρό τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές και μετά πάλι τρεις φορές στη νύφη και μετά του κου­μπάρου· κι έπειτα αυτός το ‘δινε πίσω, στους συγγενείς, κι όποιος προλάβαινε, το ‘παιρνε κι έπινε. Και το ψωμί το μοιράζανε. Κι όταν γυρίζανε γύρω γύρω, τους ραίνανε με κουφέτες, με ρύζι, με δεκάρες. Και το ποτήρι με το κρασί, όποιος προλάβαινε, το ‘κλεβε και το πή­γαινε σπίτι του. Τα κουφέτα του δίσκου τα μοιράζανε και τα βάζανε κάτω απ’ το μαξιλάρι κι έβλεπαν όνειρο οι ανύπαντρες, και λέγανε «αυτόν θα πάρω».

Μετά τη στέψη, η νύφη πήγαινε μπροστά, μαζί με τους συγγενείς του γαμπρού, και πίσω οι συγγενείς της νύφης. Όταν μπαίνανε σπίτι η νύφη κι ο γαμπρός, δίνανε μια κότα. Της δένανε κι ένα φιόγκο στον λαιμό και λέγανε στους γονείς της νύφης: «Η την κότα ή την Κατίνα», ας πούμε, «ή την κότα ή την Κατίνα»· σαν ν’ άξιζε η κοπέλα μια κότα. Και την παίρνανε την κότα οι γονείς του κοριτσιού και την τρώγανε την άλλη μέρα. Σπάζανε και ρόδι στην πόρτα κι έμπαινε η νύφη με το δεξί πόδι. Στο γλέντι, έπαιρνε ο πατέρας του γαμπρού το γαμπρό και τη νύ­φη και τους χόρευε. Κι έπειτα τους χορεύανε όλοι οι συγγενείς του γαμπρού, και της νύφης οι συμπεθέροι. Κι ύστερα χορεύανε τον κουμπάρο. Ο κουμπάρος καθότανε δίπλα στον γαμπρό, τρώγανε και μετά τραγουδούσανε και χορεύανε καλαματιανούς, συρτούς, τσάμικους, και στο τέλος πια, αν κανένας ήθελε, χόρευε και ζεϊμπέκικο.

Το ζευγάρι, όπως είπαμε, έβγαινε μετά το γάμο, ύστερα από τρεις ημέρες. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, η μάνα της νύφης έκανε το πρώτο τραπέζι στο ζευγάρι. Και πήγαιναν οι αδερφές της, τ’ αδέρφια του γαμπρού. Και τους έφτιανε και παστίτσιο και ψητό και μακαρό­νια και πουπέκι (=γαλακτομπούρεκο) ενώ στον γάμο δε φτιάνανε γλυκά, δεν τρώγανε, δεν χορεύανε· αλλά κανά τραγούδι, ε, το λέγανε:

 

πουλιά, και παγώνια και κανερίνια μου,

μην την εξυπνάτε την πάπια χήνα μου.

Είσαι ένας ήλιος, φεγγάρι λαμπερό.

Θάμπωσες το φως μου και δεν μπορώ να ιδώ.

 

Μετά οι νιόπαντροι βγαίνανε μαζί κανονικά πηγαίνανε στην εκκλησία και αρχίζανε τις επισκέψεις σ’ όσους είχανε πάει στο γάμο. Την Κυριακή γινότανε αυτό. Κι η νύφη έκανε δώρο στην οικογένεια του γαμπρού παντόφλες κεντητές στο τελάρο. Στον πεθερό, την πεθερά, στα κουνιάδια. Στα χρόνια μου, δεν είχα ακούσει να κοιτάζουν τα σεντόνια· Χρι­στός και Παναγία! Βλάχοι (=Βαλτιτσιώτες) τα κοιτάζανε και κάνανε σημαία και τραγουδάγανε. Κι άμα η νύφη δεν ήτανε εντάξει, τη διώχνανε. Εγώ όμως δεν είχα ακούσει τέτοιο πράμα. Τη δεύτερη Κυριακή μετά τον γάμο, πήγαινε το ζευγάρι η μάνα του γαμπρού στην εκκλησία, κι έβαζε τη νύφη στη θέση που καθότανε η ίδια. Αν δεν ζούσε, τους πήγαινε κάποιος άλλος από το σόι όμως του γαμπρού πάλι. Για ένα χρόνο μετά τον γάμο, δεν έπρεπε να πάνε σ’ άλλο γάμο ή κηδεία.

 

Μαρτυρίες

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Ε’ τάξης Δημοτικού.

 

Πηγή

  •  Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.

Read Full Post »

Μάιος στο Κρανίδι – Λαογραφία

 

ΜάηςΤην Πρωτομαγιά βγαίνανε έξω, μαζεύανε τον «Μάη», μ’ αυγά κόκκινα και κουλούρια, που τα ‘χανε από τη Λαμπρή. Μαζεύανε λουλούδια, τα βάζανε απέξω απ’ την πόρτα και του Άη Γιαννιού της Ψώρας (24 Ιουνίου) τα καίγανε. Και σταυρό κάνανε, και στεφάνια, και σκέτο τον «Μάη» κάνανε, μια ανθοδέσμη δηλαδή. Μέσα στον «Μάη» βάζανε σκόρδο, ένα κομμάτι ελιά, σπαρτό στάρι, κριθάρι και λουλούδια, παπαρούνες, διάφορα…

Εκεί στην εξοχή τρώγανε, διασκεδάζανε, χορεύανε, μαζεύανε λουλούδια και τα βάζανε στο κεφάλι, κάνανε ανθοδέσμες, τραγουδούσανε «Μάη, χρυσομάη, Μάη με δροσιές, Μάη, χρυσομάη, μ’ άσπρες φο­ρεσιές».

Πασαλείβανε τα πρόβατα με μούργα στο πρόσωπο, για να μην τα χτυπάει ο γούδερος. Επειδή ο ήλιος είναι ζεστός, τα κάνει όλο βού­λες κι έχουν φαγούρα.

Η Αγία Μαύρα είν’ η Παναγία. Και λένε να μη ζυμώνεις την ημέρα της γιορτής, στις Τρεις του μηνός, γιατί τα ψωμιά γίνονται μαύρα. Και ποια μέρα θα τύχει της Αγίας Μαύρας; Τετάρτη; Όλο τον χρόνο, την Τετάρτη δεν αρχίζουνε δουλειές! Δεν κόβουνε, σας πούμε, ένα φόρεμα, δεν αρχίζουν ένα κέντημα, δεν παντρεύονται!

Του Αγίου Κωνσταντίνου, ήτανε μεγάλη γιορτή. Έχει εκκλησία δώθε Άγιο Κωνσταντίνο και την ημέρα της γιορτής πηγαίνανε όλος ο κόσμος στη λειτουργία. Κι αυτή την ημέρα βγάζανε, παλιά, τα χειμω­νιάτικα και φορούσανε τα καλοκαιρινά, τα κοντομάνικα. Της Μεσοπεντηκοστής πηγαίνανε στην εκκλησία, γονατίζανε τρεις φορές, τους περνούσε ο παπάς ευχή κι έλεγε για τις ψυχές.

Της Αναλήψεως, οι τσοπαναραίοι μοιράζανε γάλα στους γειτόνους, και το βούτυρο που φτιάνανε κείνη την ημέρα, το φυλάγανε και το ‘χανε σαν φάρμακο. Έβαζαν παντού αν έσπαγε πόδι, χέρι, για όλα, γιατί ήτανε της Αναλήψεως. Και τη νύχτα καθόντουσαν ως το πρωί και περιμένανε να δουν τον Χριστό, που θ’ ανέβαινε στους ουρανούς. Μια φορά, μια γριά, είδε, λέει, μια λάμψη στον ουρανό κι ένα σταυρό. Άνοιγε, βλέπεις, ο ουρανός εκείνος το βράδυ.

Το Σάββατο πριν απ’ την Πεντηκοστή ψέλνανε, διαβάζανε πολλά ονόματα πεθαμένων, πηγαίνανε στο νεκροταφείο, ψέλνανε τρισάγιο, γιατί θα μπαίνανε οι ψυχές στον Άδη.

Του Αγίου Πνεύματος πηγαίνανε ο κόσμος στον εσπερινό στην Αγία Τριάδα και μαζευόντουσαν πολλοί εκεί και πουλούσαν βερίκοκα, αγγούρια, γλυκά, παγωτά, ο Μανολάκης, ο μπάρμπα Γιώργης ο Καπέβης…

 

Μαρτυρίες

Βαγγελίτσα Πουλή, ετών 77, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαρία Μανιάτη, ετών 55, απόφοιτη Δημοτικού.

Μαριγούλα Λάμπρου, ετών 80, αυτοδίδακτη στην ανάγνωση.

 

 

Πηγή

 

  • Σοφία Π. Λεπτοπούλου, «Λαογραφικά από το Κρανίδι», Εκδόσεις, Δήμου Κρανιδίου, 2001.  

Read Full Post »

 

Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων

 

 

Ο παλαιός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

Αν λάβουμε υπόψη τις εικόνες του παλαιού τέμπλου που σώζονται στον Ι. Ναό και χρονολογούνται τη περίοδο 1700-1750, το πιθανότερο είναι ότι πρώτος Ναός του αγίου Νικολάου είχε κτιστεί στα τέλη του 17ου αρχές του 18ου αιώνα.

 

Γράφει ο Εμμανουήλ Δρίτσας:  

 

img_1119a1«…Εις το νοτίως μέρος των οικιών μεταξύ τούτων, ένθα υπάρχει το υψηλότερο έδαφος, είδος μικράς ραχούλας …υπήρχε ο ειδωλολατρικός ναός του θεού της θαλάσσης Ποσειδώνος π. Χ. Εις τα ερείπια του Ναού τούτου οι πρόγονοί μας Διδυμιώται έκτισαν επί Οθωμανικής εποχής (τουρκικής) πριν του 1800 μ.Χ. Εκ θεμελίων μίαν καινουργή εκκλησίας διαστάσεων 40 Χ 15 μέτρων περίπου όν η σκεπή του ήτον ολόκληρος συνεχόμενη από το Ιερόν μέχρι του καμπαναριού θολωτή με θόλον και από του θόλου είχαν Κεραμοσκεπή και με κεράμους (κεραμίδια) αρχαία μεγάλου μεγέθους 0,50 Χ 0,15 εκατοστών του μέτρου, ήταν χριστιανικός Ιερός Ναός αφιερωμένος και εορτάζοντος εις την μνήμην του Αγίου Νικολάου 6 Δεκεμβρίου που είναι προστάτης θαλασσινών (ναυτικών μας)…»

 

Ο ίδιος μνημονεύει ένα ποίημα «…το οποίο άγνωστος ποιητής πρόγονός μας το είχε συντάξει Αλβανιστί…» που εν ολίγοις μαρτυρεί πως ο πρώτος αυτός Ναός φτιάχτηκε κρυφά από τον πασά της Τρίπολης (άλλωστε απαγορευόταν με νόμο το εκ θεμελίων κτίσιμο χριστιανικών Ναών) μετά από δωροδοκία του Αγά των Διδύμων με τριακόσια γρόσια.

 

«Ο παπαδήμας που τον φάγαν οι λύκοι και το Ιερό Ευαγγέλιο του 1813»

 

 

Η παλαιότερη γραπτή μαρτυρία για την Εκκλησία μας υπάρχει στην πρώτη σελίδα σωζόμενου Ιερού Ευαγγελίου εκδόσεως 1813, το οποίο φυλάσσεται μετά από συντήρηση στον Ιερό Ναό. Εκεί διαβάζουμε την παρακάτω ιδιόχειρη αφιέρωση του ιερέως Ιωάννου:

 

« 1803 Φεβρουαρίου 20 Εχειροτονήθη ο Παπαδήμας υπό Αρχιερέως του τόπου Γρηγορίου και έδωσε γρόσια του Δεσπότη 20 1803 2 Ιουλίου ελάβωσε ο λύκος λυσσασμένος τον Παπαδήμα εις την Πελεγή και έζησε μήνες 2. Πρώτη Σεπτεμβρίου έδωσε τέλος της ζωής του ο Θεός μακαρίση αυτόν και μνημονεύεται, αφιερώνει το Ευαγγέλιον εις τον Άγιον Νικόλαον Δημητρίου ιερέως Λαβρεντίου μοναχού Ιωαν. Αγγελίνας των γονέων, εγράφη δια χειρός εμού του αμαρτωλού, Ιωάννου Ιερέως του ποτέ Δημητρίου Μερκούρη από χωρίου Δίδυμον. Η χειρ γράψαντος θα σήπεται το δε γράψιμον εις τον αιώνα μένει δια ενθύμιον, γράφω δε ότι εις τας χίλιας οκτακοσίας ογδοήκοντα οκτώ εχειροτονήθη και παρά αρχιερέως του τόπου ονόματι Ιακώβου χωρίς κανένα παρά…. ο Θεός εξεύρει.»

 

 

Ο νέος Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου

 

 

Η νέα εκκλησία του Αγίου Νικολάου άρχισε να κτίζεται γύρω από την παλαιά το 1911. Γράφει ο Εμ. Δρίτσας:

 

 «…απέχουν περίπου 4 μέτρα εκ του παλαιού τοίχους της παλαιάς εκκλησίας σκάβονται τα νέα θεμέλια… επί 6 μέτρα βάθους και 1 μέτρο πλάτους…» Αρχιτέκτων Μηχανικός ήταν «..καταγόμενος εξ Ιταλίας και λεγόμενος κύριος Σαβατίνος…». Αυτός πήρε την ευθύνη να προχωρήσει η ανέγερση του Ναού καθώς στη θεμελίωση δεν εύρισκαν στέρεο έδαφος αλλά χώμα, κεραμίδια και ανθρώπινα οστά. Οι κτίστες ήταν από την Κάρπαθο και «…οικοδομήθη… με όλην την οικοδομικήν τέχνην των σχεδιαγραμμάτων των Βυζαντινών Χριστιανικών Ναών με μεγάλους ασβεστόλιθους όλους πελεκητούς σε τετράγωνους (αγκωνάρια) και έφθασε το κτίσιμο τούτο εις ύψος 6 μέτρων περίπου χρησιμοποιηθέντων οικοδομικών υλικών μόνον άμμον και άσβεστον και εκτίσθηκαν όλες οι αι εξωτερικές θύρες και παράθυρα με θολωτά σκεπάσματα (πρέκια)…»

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

Α΄ Χαιρετισμοί εις την θεοτόκον. Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου Διδύμων 2009.

 

 

Το κτίσιμο του Ναού σταμάτησε εκεί στα 6 μέτρα το Σεπτέμβριο του 1912 με την κήρυξη του ελληνοτουρκικού πολέμου.

 

Το 1939 έγινε νέα προσπάθεια της κοινότητος Διδύμων για αποπεράτωση του Ναού καθώς:

 

«…κατόρθωσε να συγκεντρώσει στο ταμείο της περίπου 1.000.000 δραχμάς αλλά επειδή το ποσόν δεν επαρκούσε να τελειοποιηθεί εις το αρχικόν σχέδιον του συνταχθέντος από το 1911…ανέθεσε η κοινότης Διδύμων μετά των εκκλησιαστικών συμβούλων εις του συμπατριώτας μας αρχιτέκτονας …Αλέξανδρον Π. Βερδελήν και Ιωάννην Αν. Αντωνόπουλον και δωρεάν εργασθέντες ετροποποοίησαν το αρχικόν σχέδιον του Ιερού του Αγίου Νικολάου με νέο σχεδιάγραμμα… προκυρήχθη και μειοδοτική δημοπρασία και αναδείχθη τελευταίος μειοδότης εκ Κρανιδίου καταγόμενος και εις Αθήνας εδρεύον διπλωματούχος εργολάβος κ. Αντώνιος Σκρεπετής, αλλά φεύ επήλθεν συν τω χρόνω το έτος 1940 ο Ελληνο-Ιταλικός πόλεμος…»

 

Η αποπεράτωση

 

 Ο Ιερός Ναός του Αγίου Νικολάου τελικώς αποπερατώθηκε στο διάστημα που ήταν εφημέριος ο κρητικός π. Καλλίνικος Καρπαθιωτάκης (1967-1970), Ιερομόναχος της Μονής Αγίου Γεωργίου Επανωσήφη του Ηρακλείου Κρήτης, με πρωτοβουλία και επίβλεψη του τότε Μητροπολίτου Ύδρας κου Ιεροθέου. Υπό του ιδίου Μητροπολίτου έγιναν τα εγκαίνια του Ιερού Ναού την Ε΄ Κυριακή των Νηστειών του έτους 1980 εφημερεύοντος του π. Χαράλαμπου Οικονομόπουλου (1975-2006). Επί της 30ετούς εφημερίας του π. Χαράλαμπου έγιναν πλείστα έργα στο εσωτερικό και εξωτερικό του Ναού, κτίστηκε το περίτεχνο Καμπαναριό, διαμορφώθηκε και καλλωπίστηκε ο προαύλιος χώρος, ανακαινίσθηκαν πολλά εξωκλήσια.

 

Αρχιτεκτονική

 

 Ο Ναός είναι εγγεγραμμένος σταυροειδής με τρούλο, έχει ελαφρώς εξέχουσες τις κεραίες του σταυρού, τρία κλίτη που χωρίζονται με 10 πεσσούς (τετράγωνες κολώνες), τρία διαφορετικά επίπεδα (κυρίως Ναός, σολέας και Ιερό Βήμα) ενώ υπάρχουν τρεις κόγχες εξωτερικές (μια μεγάλη κεντρική και δύο μικρές), και δυο μικρές εσωτερικές (πρόθεση και διακονικό). Το συνολικό εμβαδόν του είναι περίπου 260 m2 .

 

Ο Ναός σήμερα

 

Ο Ναός μας σήμερα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Σε εξέλιξη βρίσκεται η αποπεράτωση της Εικονογράφησης απομένουν όμως ακόμα το δυτικό μέρος με παραστάσεις του δωδεκαόρτου και ο γυναικωνίτης. Ταυτόχρονα πραγματοποιείται ορθομαρμάρωση στο εσωτερικό, ήδη τελείωσε το Ιερό Βήμα και ακολουθούν οι πεσσοί(κολώνες) και ο υπόλοιπος Ναός. Θα ακολουθήσει η αποπεράτωση και διαμόρφωση του γυναικωνίτη.

Ο Ενοριακός Ναός διαθέτει συνολικά 14 εξωκκλήσια που μαζί με τον Κοιμητηριακό Ναό λειτουργούνται πολλάκις στη διάρκεια του έτους, επίσης περιλαμβάνει την εκκλησία του αγίου Αθανασίου του χωριού Ράδου και τη σπουδαία «Μονή Αυγού» του 15ου αιώνα.

 

Υποσημείωση

 

 

Οι Ιστορικές Πηγές: «Μηχανογραφημέναι Ιστορικαί Αληθιναί Περιηγήσεις Περιφερείας Διδύμων – Κρανιδίου υπό του ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ Δ. ΔΡΙΤΣΑ εκ ΔΙΔΥΜΩΝ ΚΡΑΝΙΔΙΟΥ ΕΡΜΙΟΝΙΔΟΣ από τα έτη 1907-1973.»

Αυτός είναι ο τίτλος του πρωτότυπου, δακτυλογραφημένου εντύπου του 1974, το οποίο αποκαλείται από τον ίδιο τον συγγραφέα «Ιστορική Μελέτη» «συνταχθείσα ιδιοχείρως… το έτος 1973» και δωρήθηκε πρόσφατα στην Ενορία μας από τον κο Κωνσταντίνο Σκυλή τον οποίον ευχαριστούμε θερμά. Το περιεχόμενο αυτής της κατάθεσης και μαρτυρίας αποδείχτηκε πολύτιμο αφού μας δίνει σημαντικές πληροφορίες για την ιστορία του τόπου, του Ναού και των Παρεκκλησίων. Στην πρώτη σελίδα έχει αντίγραφο επιστολής του Μητροπολίτου Κορινθίας Παντελεήμων με ημερομηνία 11-4-1970 που παρακινεί τον συγγραφέα να στείλει αντίγραφο της Μελέτης στην Ακαδημία Αθηνών ενώ σε υποσημείωση στην ίδια σελίδα αναφέρεται ότι εστάλη στην Ακαδημία «προς κρήσιν» με αριθ. Πρωτ. 74917/6-5-1974.

Πληροφορίες από την μελέτη αυτή περιέλαβε στο βιβλίο του «Μνήμες Ερμιονίδος», ο Ηπειρώτης Προκόπιος Τσιμάνης, το 1975. Αν και στο βιβλίο κυριαρχεί η υποκειμενική κριτική του συγγραφέα, δεν παύει να είναι άλλη μια σημαντική ιστορική πηγή.

 

 

 

Το παρόν αντλεί τις πληροφορίες του από το αντίστοιχο άρθρο της Ενορίας Διδύμων, στο διαδυκτιακό ενοριακό «συμπόσιο».  Υπεύθυνος: Πατήρ Κοσμάς.

Read Full Post »

Ντελάλης (Παραδοσιακά επαγγέλματα – Κρανίδι)

 

 

Περικλής Βυζάντιος «Ντελάλης» (1893-1972)

Περικλής Βυζάντιος «Ντελάλης» (1893-1972)

Ο Ντελάλης* διαλαλούσε τα νέα, τις παραγγελίες που έπαιρνε από τις αρχές ή για τα εμπορεύματα που έφερναν οι πραματευτάδες. Τα παλιά τα χρόνια που δεν είχαν ανακαλυφτεί το ραδιόφωνο, η τηλεόραση και το μεγάφωνο οι αρχές είχαν πρόβλημα να επικοινωνήσουν με τους κατοίκους και να τους πουν για κάποια πράγματα ή αποφάσεις που τους αφορούσαν. Η δυνατή φωνή και κυρίως ο τρόπος που παρουσίαζαν συνοπτικά τα νέα ή διαφήμιζαν τα προϊόντα, τους καθιστούσε γνωστούς στην τοπική κοινωνία. Έβαζε την παλάμη στο στόμα, σαν χωνί, κι έπαιρνε τις γειτονιές φωνάζοντας. Η αμοιβή του ήταν ένα ποτηράκι τσίπουρο ή λίγο κολατσιό.

Ο τελευταίος  ντελάλης των Διδύμων Παναγής (αριστερά) με τον φωτογράφο Στέφο Αλεξανδρίδη.

Ο τελευταίος ντελάλης των Διδύμων Παναγής (αριστερά) με τον φωτογράφο Στέφο Αλεξανδρίδη.

Στο Κρανίδι υπήρχαν αρκετοί που ασκούσαν το παραδοσιακό επάγγελμα του Ντελάλη. Ορισμένοι μάλιστα είχαν ιδιαίτερα δυνατή φωνή και τους προτιμούσαν. Κάθε φορά που κάποιος ήθελε να ανακοινώσει  κάτι που εμπορευόταν έστελνε το ντελάλη να φωνάξει στους Κρανιδιώτες  τα νέα. Για παράδειγμα αν ερχόταν ένα καράβι που πουλούσε πατάτες στο Πόρτο Χέλι ,  την προηγούμενη μέρα ο ντελάλης φώναζε σε όλο το Κρανίδι πως όποιος ήθελε πατάτες μπορούσε να πάει την επόμενη  μέρα να τις αγοράσει στο Πόρτο Χέλι.

 

 Άλλοτε πάλι ο δήμος έστελνε τον ντελάλη να ενημερώσει τους δημότες του για διάφορα τοπικά ζητήματα Η ευρεία διάδοση των εφημερίδων, του ραδιοφώνου και της τηλεόρασης υποκατέστησε σταδιακά τους ντελάληδες σε όλα τα χωριά της περιοχής. Σήμερα τους συναντάμε στις λαϊκές αγορές, που βροντοφωνάζουν την πραμάτεια ή τα προϊόντα τους.

Υποσημείωση

 

 

* ντελάλης ο [delális] & τελάλης ο [telális]: αυτός που ανακοίνωνε φωναχτά στους δρόμους αποφάσεις ή διαταγές της διοίκησης ή άλλα γεγονότα που αφορούσαν τους κατοίκους ενός τόπου: Οι προεστοί έβαλαν ντελάληδες να διαλαλήσουν τον ερχομό των Tούρκων. ΦΡ βγάζω ντελάλη, κοινολογώ κτ. που θα έπρεπε να το κρατήσω μυστικό: Δεν μπορείς να του εμπιστευτείς τίποτε, γιατί θα βγάλει αμέσως ντελάλη.

[τελ-: μσν. *τελάλης (πρβ. μσν. τελάλισσα) < τουρκ. tellâl (από τα αραβ.) -ης· ντελ-: ηχηροπ. του αρχικού [t > d] από συμπροφ. με το άρθρο στην αιτ. [ton-te > tonde > ton-de] 

 

Πηγές

  • Ιστότοπος Γυμνασίου Κρανιδίου
  • Λεξικό Τριανταφυλλίδη

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »