Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ναύπλιο’

Από την Επανάσταση στην Μοναρχία

 


 

Κάθε επανάσταση που οδήγησε στην δημιουργία εθνικού κράτους και μάλιστα οι δυο μεγάλες, όπως η αγγλική και η γαλλική, θεμελιώθηκαν σε ένα μείζονα συμβολισμό: την κατάργηση του θεσμού της βασιλείας, η οποία συχνά συνοδευόταν με την εκτέλεση του βασιλιά. Στην περίπτωση της ελληνικής επανάστασης έχουμε μια όλως διαφορετική εξέλιξη που κατέληξε στην απόλυτη μοναρχία, κατέληξε κυρίως στην δημιουργία του βασιλικού θεσμού.

Για αυτή την εξέλιξη, που δεν ταίριαζε καθόλου με τα πρότυπα που είχε δημιουργήσει ιδίως η γαλλική επανάσταση, αλλά ούτε με τις αλλεπάλληλες Εθνοσυνελεύσεις και τα τρία Συντάγματα που ψηφίστηκαν κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης, Έλληνες ιστορικοί αλλά και συνάδελφοι από άλλες χώρες που ασχολήθηκαν με την ελληνική ιστορία, επιδίωξαν να δώσουν μια εξήγηση.

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833

Η ερμηνεία  που επικράτησε τόσο στους Έλληνες ιστορικούς όσο και στους άλλους ιδίως κατά τον 20ο αιώνα, ήταν αυτούσιο δάνειο από τα πολιτικά συνθήματα τμημάτων των ηγετικών ομάδων των Ελλήνων και άρχισαν να στρέφονται κατά του Όθωνα από το 1836 – 37.

Η ερμηνεία αυτή συνοπτικά υποστηρίζει, πως ο βασιλικός θεσμός που εξέφρασε ο Όθωνας καθώς και το πολίτευμα της απόλυτης μοναρχίας ήταν αποκλειστική επιλογή των μεγάλων δυνάμεων της εποχής, επιλογή η οποία είχε ως μοναδικό μέλημα τον έλεγχο των Ελλήνων και του νεοσύστατου κράτους. Η ερμηνεία αυτή είναι υπερβολικά μονοσήμαντη και ιδεολογικά βολική. Ο λόγος είναι ότι φθάνει στο σημείο να εμφανίζει τους Έλληνες, παρότι έχουν κάνει μια επανάσταση, να είναι απλώς χειραγωγούμενοι από τις μεγάλες δυνάμεις, και ακόμη το ελληνικό κράτος να έχει τόσο πολύ σημαντική  θέση ώστε να πρέπει πάση θυσία να ελεγχθεί από τα ισχυρά κράτη.

Αν πάψει κανείς να υιοθετεί την άποψη που είχαν οι άνθρωποι της εποχής για την Μοναρχία, δηλαδή να αντιγράφει τις πηγές παίρνοντας στην ονομαστική τους αξία τις εκτιμήσεις αρκετών Ελλήνων ηγετών της εποχής για την πολιτική τους εξουσία, τότε μπορεί να περιλάβει στις τάσεις διαμόρφωσης του πολιτειακού καθεστώτος  και την εσωτερική δυναμική του πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ξεκινώντας ιδίως από την δεύτερη περίοδο της επανάστασης, την περίοδο της αρχόμενης δυνητικής συντριβής της.

 

Η καμπή της επανάστασης 


 

Όταν εκτεταμένα κοινωνικά στρώματα επαναστατούν, όπως για παράδειγμα τα αστικά και αγροτικά στην Γαλλία, ο συσχετισμός δύναμης  μεταξύ αυτών και της εξουσίας εναντίον της οποίας στρέφονται, μπορεί να είναι υπέρ των επαναστατημένων. Αντίθετα, οι Έλληνες επαναστάτες όταν εξεγέρθηκαν  δεν αποτελούσαν αρχικά παρά μια μικρή ομάδα, συνασπισμό κοινωνικά ετερογενών ελίτ στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας.

Η μεγάλη γεωγραφική διασπορά των ελληνικών ηγετικών ομάδων, ιδίως όμως οι μάλλον αδύναμες εσωτερικές κοινωνικές συμμαχίες με τα ευρύτατα τμήματα του αγροτικού πληθυσμού, οδήγησαν γρήγορα τις ηγετικές ομάδες της επανάστασης στην σύμπηξη ποικίλων προνομιακών σχέσεων με μεγάλες δυνάμεις.

Από το 1825, οπότε η επανάσταση άρχιζε να καταρρέει εμφανώς, οι γνώμες για τις εκδοχές της πολιτειακής συγκρότησης που θα επέτρεπαν να μην χαθούν εντελώς οι επιτυχίες της πρώτης επαναστατικής περιόδου, ήταν πολλές και αντιφατικές. Κάποιοι θυμήθηκαν το σερβικό παράδειγμα και πρότειναν μια μικρή ηγεμονία υπό Ρώσο ή Γάλλο πρίγκιπα, που θα περιοριζόταν λίγο πολύ στα όρια της Πελοποννήσου, άλλοι, σε μια παραλλαγή της προηγουμένης, πρόκριναν μια συνθηκολόγηση με τους Οθωμανούς που θα άφηνε πάλι την Πελοπόννησο ως ημιανεξάρτητο κρατίδιο, άλλοι καλλιεργούσαν την εκδοχή μιας λύσης που θα άφηνε την Πελοπόννησο υπό την κοινή προστασία της Πύλης και μιας μεγάλης δύναμης, και άλλη εφάρμοζαν μια σκέτη συνθηκολόγηση, το «προσκύνημα».

Όλες οι λύσεις που προτείνονταν την περίοδο της ήττας είχαν τα κοινά χαρακτηριστικά ότι συρρίκνωναν δραστικά την επικράτεια που έλεγχε η Διοίκηση, και εξαλείφανε σχεδόν πλήρως το πολιτικό και ιδεολογικό πρόταγμα συγκρότησης ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Σε σχέση με τα σχέδια της Φιλικής Εταιρίας αλλά και τους στόχους των πρώτων χρόνων της επανάστασης, όλες σχεδόν οι προτάσεις υποχωρούσαν τόσο, ώστε η επανάσταση να εκπίπτει εκ του αποτελέσματος σε ένα είδος εξέγερσης για την απλή αλλαγή του ηγεμόνα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος

Ορισμένους μήνες πριν, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, αντιλαμβανόμενος ότι ο ορισμός του Γεωργίου Κάνιγκ, ως Υπουργού Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας κατά το τέλος του 1823, σήμαινε την σταδιακή εγκατάλειψη της δέσμευσης της Μεγάλης Βρετανίας έναντι της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέστειλε στο νέο Υπουργό επιστολή η οποία συνοπτικά διατύπωνε την ακόλουθη πολιτική πρόταση: σας προσφέρουμε διαρκή συμμαχία, αν σώσετε την ελληνική επανάσταση, υπονοώντας ότι αν δεν ενδιαφερθεί η Μεγάλη Βρετανία, ασφαλώς κάποια από τις μεγάλες δυνάμεις θα στέρξει σε βοήθεια. Αυτή είναι η πολιτική πρόταση του Φαναριώτη  ριζοσπάστη φιλικού προς την κατεξοχήν φιλελεύθερη δύναμη της εποχής, την οποία αναδιατύπωσαν επί το απλοϊκότερο, εξαναγκασμένοι ή αυτοβούλως, και άλλοι Έλληνες ηγέτες πολλούς μήνες αργότερα και την απέστειλαν ως έκκληση του ελληνικού έθνους προς την Μεγάλη Βρετανία.

Βέβαια, η ελληνική επανάσταση, και πάλι από πρωτοβουλία του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, είχε ήδη τύχει μιας οιονεί διεθνούς αναγνώρισης από τα δυο μικρά δάνεια που είχε εξασφαλίσει το 1822 – 23  στο κέντρο της διεθνούς χρηματαγοράς, στο City, επίσης είχε κυριολεκτικά ξεσηκώσει τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες, είχε ακόμη περιβληθεί  ηρωικό χαρακτήρα, επειδή πολεμούσαν λίγοι ενάντια σε μια ακόμα ισχυρή αυτοκρατορία, που επιπλέον εθεωρείτο η πλέον σκοταδιστική της εποχής της. Αφού στο εσωτερικό μέτωπο ο συσχετισμός είχε καταρρεύσει σε βάρος των Ελλήνων, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος συνέλαβε την ιδέα της αξιοποίησης του ευνοϊκού για τους Έλληνες συσχετισμού στην Ευρώπη.

Σύμβολα, δίκτυα διεθνούς αλληλεγγύης και πολιτικός εκβιασμός στην επιστολή του Φαναριώτη διαφωτιστή διανοούμενου προς τον υπουργό εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας, υπονοούσε πως αν δεν ήταν αυτή η δύναμη που θα στήριζε την ελληνική επανάσταση, θα μπορούσε να είναι μια άλλη.

Η στρατηγική αυτή σύλληψη περιλάμβανε και μια ακόμη κίνηση, σχετική με τον εσωτερικό συσχετισμό, αυτή που με την εισβολή του Ιμπραήμ και το Μεσολόγγι στα πρόθυρα της κατάρρευσης  ήταν πολιτικά αναγκαία: την δράση του στρατιωτικού ηγέτη των Ελλήνων, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην Πελοπόννησο ενάντια στους «προσκυνημένους» στον Ιμπραήμ. Η δράση αυτή, με την απόλυτη κάλυψη, αν όχι ευθεία οργάνωση του Ιωάννη Κωλέττη, Γραμματέα τότε του Εκτελεστικού, ανατέθηκε στους Ρουμελιώτες Αρματωλούς και τους Σουλιώτες.

Αυτές οι ομάδες των ενόπλων ανέλαβαν να εκκαθαρίσουν την Πελοπόννησο από τους «προσκυνημένους», να τους τρομάξουν περισσότερο από ότι ο Ιμπραήμ ώστε να επανέλθουν στην υπηρεσία της Εθνικής Διοίκησης. Με αυτές τις κινήσεις πολιτικά γινόταν σαφές προς κάθε κατεύθυνση πως, παρά τις συντριπτικές ήττες που είχε υποστεί ήδη, η ελληνική επαναστατική ηγεσία δεν είχε σκοπό να εγκαταλείψει τον αρχικό στόχο της, την δημιουργία ανεξάρτητου εθνικού κράτους. Οι πρώτες νίκες του Γέρου του Μοριά, που κατάφερε με το σύστημα του δεκατισμού του ελληνικού πληθυσμού και των προυχόντων που έλεγχε ο Ιμπραήμ στην κατακτημένη από τους Αιγυπτίους Πελοπόννησο, κατέστησαν τις προθέσεις των Ελλήνων ηγετών σαφέστατες προς κάθε κατεύθυνση, διέγειραν την μουδιασμένη αλληλεγγύη των ευρωπαίων φιλελλήνων.

Η πολιτική σύλληψη του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου ήταν, όπως πάντα, μεγάλης στρατηγικής εμβέλειας: πρόσφερε προνομιακή σχέση  κατά προτεραιότητα στην Μεγάλη Βρετανία ή σε όποια  δύναμη θα βοηθούσε τους Έλληνες και ταυτοχρόνως ξεκίνησε με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη μια (απελπισμένη στην πραγματικότητα) αντεπίθεση στην Πελοπόννησο, ελπίζοντας και στην ενεργοποίηση των πιέσεων των ευρωπαίων φιλελλήνων προς τις κυβερνήσεις τους. Ταυτοχρόνως ακύρωνε κάθε πιθανό συμβιβασμό σε σχέση με την μείζονα στόχευση της επανάστασης. Το σχέδιο πέτυχε. Η θετική στροφή της Μεγάλης Βρετανίας, η συμφωνία των τριών μεγάλων δυνάμεων  της εποχής, ακολούθως η συγκρότηση του συμμαχικού στόλου και τέλος η ναυμαχία του Ναβαρίνου.  Αυτή η πορεία αντιστροφής της ήττας των Ελλήνων οδήγησε αργότερα στην ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού εθνικού κράτους και φυσικά στην ένταξη του ελληνικού κράτους στην Δύση και ως εκ τούτου στην μόνιμη ανάμιξη των Δυτικών στα της Ελλάδας.

 

Ο Κυβερνήτης


 

Ιωάννης Καποδίστριας

Οι Έλληνες λοιπόν άρχισαν οι ίδιοι να συζητούν από το 1824 – 25 την επιλογή ενός σημαίνοντος προσώπου προερχόμενου από κάποια ευρωπαϊκή δύναμη που θα αναλάμβανε τον ρόλο του ηγεμόνα του αναδυόμενου ελληνικού έθνους. Και αυτό ξεκίνησε από τις δικές τους πολιτικές ανάγκες. Με στόχο να ενοποιήσουν τις άκρως ανταγωνιστικές ελληνικές επαναστατικές ηγεσίες, αλλά και να κατοχυρώσουν τις κατακτήσεις της επανάστασης από τον οξύτατο τοπικιστικό ανταγωνισμό με την κεντρική Διοίκηση.

Ιδίως όμως να ενισχύσουν την πολιτική τους δύναμη έναντι της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η οποία παρά τις μέχρι τότε ήττες της διέθετε συντριπτική ισχύ έναντι των Ελλήνων και από το 1825 είχε αρχίσει να συντρίβει, όπως είπαμε, τις επαναστατικές δυνάμεις των Ελλήνων.

Κινήσεις ανεύρεσης ηγεμόνα έγιναν πολλές, προς την Ρωσία και την Γαλλία ιδίως. Ωστόσο, μεταξύ της απολυταρχικής εξουσίας ενός πιθανού ηγεμόνα και της κατανομής των εξουσιών μεταξύ δυο αντιπροσωπευτικών πολιτικών θεσμών, όπως είχε επικρατήσει στη διάρκεια της επανάστασης , επικράτησε ένας συμβιβασμός.

Στο τελευταίο Σύνταγμα της επανάστασης, στο Σύνταγμα της Τροιζήνας  που ψηφίστηκε το 1827, καθιερώθηκε ένας μονοπρόσωπος θεσμός, αυτός του Κυβερνήτη. Ο θεσμός αυτός ήταν ενισχυμένος με ειδικές εξουσίες, οι οποίες καταργούσαν το παλαιό Εκτελεστικό και έφθαναν μέχρι και την παράκαμψη του Βουλευτικού. Στόχος του θεσμού αυτού ήταν η ικανοποίηση των νέων πολιτικών αναγκών. Δηλαδή η διακυβέρνηση του αναδυόμενου έθνους, την οποία οι ανταγωνισμοί των πολιτικών ρευμάτων που είχαν διαμορφωθεί κατά την διάρκεια της επανάστασης  είχαν καταστήσει πολιτικά αδύνατη. 

Η επιλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη, εκτός από εξαιρετικά εύστοχη για το εσωτερικό μέτωπο, δήλωνε και την επιδίωξη των ελληνικών ηγετικών ρευμάτων της επανάστασης να εκπροσωπηθούν στις επερχόμενες διεθνείς διαπραγματεύσεις για την αναγνώριση του ελληνικού έθνους από μία προσωπικότητα κύρους.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας από την πλευρά του, παρέκαμψε το Βουλευτικό και τα πολιτικά κόμματα, αλλά διατήρησε την κοινή πολιτική τους στρατηγική: συγκρότηση ενιαίου εθνικού κράτους δυτικού τύπου και ενσωμάτωση των παραδοσιακών τοπικών εξουσιών στην κεντρική Διοίκηση, δηλαδή στο εθνικό κράτος. Και σε χρόνο μηδέν, με τη βοήθεια της  γαλλικής στρατιωτικής αποστολής και πολλών στελεχών της επανάστασης, αναδείχθηκε σε σύμβολο του κράτους αυτού, σε έναν Homme d’ Etat, που ενδιαφερόταν πρωτίστως για την συγκρότηση του κράτους, τον καθορισμό της επικράτειας και την αναγνώριση της ανεξαρτησίας. Ο θεσμός του Κυβερνήτη και η έμπρακτη διαχείρισή του από τον Ιωάννη Καποδίστρια, παρότι ήταν ένας συμβιβασμός, καθιέρωνε οριστικά την επικρατέστερη πολιτική επιδίωξη να συγκροτηθεί ενιαίο εθνικό κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Η δολοφονία του τον Σεπτέμβριο του 1831 ήταν μια απλοϊκή  απόπειρα ακύρωσης αυτής της επιδίωξης, από τους κατεξοχήν εκπροσώπους του παραδοσιακού ένοπλου τοπικισμού. 

 

Η μοναρχία


 

Πορτραίτο του Όθωνα. Έργο του Karl Joseph Stieler.

Η δολοφονία του Καποδίστρια αποστέρησε τους Έλληνες από τον μοναδικό εκπρόσωπο των ελληνικών επιδιώξεων στις μεγάλες δυνάμεις. Και ταυτοχρόνως η παρόξυνση  του  τοπικισμού, και του ανταγωνισμού  των ηγετικών ελληνικών ομάδων, και ο εμφύλιος που ακολούθησε και μετά την αναγνώριση του ελληνικού έθνους το 1832, έθεσαν ξανά με οξύτητα το ζήτημα της διακυβέρνησης των Ελλήνων.

Οι ελληνικές πολιτικές ηγεσίες, και ιδίως ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, πολεμώντας τον Καποδίστρια στο όνομα του Συντάγματος, κατέληξαν σε έναν εμφύλιο, αν και όχι γενικευμένο, αλλά αρκετό ώστε να θέσει σε αμφισβήτηση τα θεμελιώδη κεκτημένα της επανάστασης. Δηλαδή, την εθνική επικράτεια που εκκρεμούσε ακόμη να προσδιοριστεί, την πολιτική ανεξαρτησία των Ελλήνων που επίσης εκκρεμούσε να αναγνωριστεί διεθνώς, και το υπό συγκρότηση εθνικό κράτος, την κεντρική διοίκηση, δηλαδή, που έπρεπε  να οικοδομηθεί σχεδόν εξαρχής.

Κοντολογίς, ένα τουλάχιστον χρόνο πριν την επίσημη διεθνή αναγνώριση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, όλα τα επιτεύγματα της επανάστασης μετεωρίζονταν με τις τάσεις εσωτερικής αποσύνθεσης να ενισχύονται. Η επιλογή, συνεπώς, ενός ευρωπαίου πρίγκιπα για την θέση του Έλληνα μονάρχη, του Όθωνα της Βαυαρίας, ο οποίος μάλιστα προερχόταν από ένα βασίλειο υψηλού κύρους με φιλέλληνα βασιλιά, αλλά περιορισμένης πολιτικής δύναμης, υπήρξε ένας ευτυχής συμβιβασμός για όλους.

Οι Έλληνες με τον θεσμό του βασιλιά έλυναν το ζήτημα της διακυβέρνησής τους και διέσωζαν όλες τις θεμελιώδεις κατακτήσεις τους, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα και την συνταγματική διακυβέρνηση. Ενώ οι μεγάλες δυνάμεις με την επιλογή του Όθωνα δεν έχαναν τις δυνατότητες της επιρροής τους στο νέο έθνος.

Η αντιβασιλεία που ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας μέχρι το 1837 ακολούθησε και στην πραγματικότητα απλώς εφάρμοσε την πολιτική του Καποδίστρια. Συγκρότηση κράτους και ενσωμάτωση του συνόλου των τοπικών κοινωνιών που απαρτίζανε την Ελλάδα, αυτοί ήταν συνοπτικά οι στόχοι της Αντιβασιλείας. Και αυτοί οι δυο μείζονες στόχοι εκφράστηκαν με μια σωρεία πολιτικών μέτρων, όπως η συγκρότηση στρατού και χωροφυλακής, δικαστικού συστήματος, οργάνωση εκπαιδευτικού συστήματος, έκδοση εθνικού νομίσματος, ίδρυση μιας ιδιότυπης κεντρικής Τράπεζας κτλ. Η διαφορά είναι ότι σε αντίθεση με τον Καποδίστρια, η Αντιβασιλεία άσκησε αυτή την πολιτική σε ένα πλαίσιο ικανοποιητικής πολιτικής σταθερότητας και με την χρηματική άνεση που της παρείχε το δάνειο της ανεξαρτησίας.

Η Αντιβασιλεία, όπως και ο Καποδίστριας αλλά και αργότερα ο Όθωνας, προσπάθησε και εν πολλοίς κατάφερε να υπερκεράσει τα κόμματα, ενίοτε να συμβιβάσει τις αντιθέσεις τους με την κεντρική εξουσία, οι οποίες ήδη από το 1829 εκφράζονταν με την απαίτηση εφαρμογής του Συντάγματος.

Ο στόχος των συνασπισμένων μεσαίων στελεχών των τριών κομμάτων για Σύνταγμα επιτεύχθηκε, όπως είναι γνωστό με το προνουντσιαμέντο της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843.

Φυσικά, οι βασικές αρχές της ισότητας έναντι του Νόμου, των βασικών ελευθεριών και όλες οι θεμελιώδεις αρχές, εκτός από τα πολιτικά δικαιώματα, εφαρμόζονταν ήδη από την περίοδο της απόλυτης μοναρχίας. Τα πολιτικά δικαιώματα εφαρμόστηκαν εν τέλει για το μεγαλύτερο μέρος του ανδρικού πληθυσμού με το Σύνταγμα του 1844. Ωστόσο, εκ του αποτελέσματος προκύπτει ότι δεν διευκόλυναν την πολιτική ανάπτυξη της κοινωνίας. Το κύριο αποτέλεσμα της εφαρμογής τους ήταν ότι σχεδόν αμέσως ενσωμάτωσαν την κεντρική εξουσία στο παλαιό δίκτυο των τοπικών κοινωνιών, αποστερώντας έτσι πολύ νωρίς την πολιτική από την σχετική της αυτοτέλεια.

 

Η Βουλή


 

Παρότι η αναθεωρητική Βουλή του 1843 – 44 ήταν αποτέλεσμα της ήττας του Όθωνα έναντι των ριζοσπαστών συνταγματικών της τρικομματικής συμμαχίας, η σύνθεσή της παρά ταύτα φαίνεται ότι ενίσχυσε την Μοναρχία στους πολιτικούς συσχετισμούς. Και οι ευνοϊκοί συσχετισμοί καθόρισαν σε σημαντικό  βαθμό τις επιλογές ως προς τους θεμελιώδεις  προσανατολισμούς της χώρας μέχρι την ανατροπή του Όθωνα. Ευνόησαν συγκεκριμένα την εφαρμογή της μίας από τις δυο βασικές και μεταξύ τους ανταγωνιστικές στρατηγικές για την ανάπτυξη της Ελλάδας, και ό,τι συνεπαγόταν η κάθε στρατηγική για το ρόλο το κράτους.

Ιωάννης Κωλέτης

Η μία στρατηγική, που εξέφραζε ιδίως το αγγλικό κόμμα και ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος  ως μετριοπαθής συνταγματικός, επιδίωκε την ταχεία ένταξη των Ελλήνων στο πολιτικό και θεσμικό σύστημα του εθνικού κράτους και το ελληνικό κράτος στη χορεία των δυτικών κρατών. Και για τούτο προέβλεπε την βαθμιαία πολιτική, θεσμική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας στα σύνορα που είχαν αναγνωρίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Η άλλη, που εξέφραζε ιδίως το ρωσικό κόμμα και αργότερα ο Ιωάννης Κωλέτης, έθετε ως στρατηγική προτεραιότητα την διεύρυνση της εθνικής επικράτειας που πήρε το σχήμα της μεγάλης ιδέας – αν και το περιεχόμενο αυτής της στρατηγικής απέληξε  πολύ διαφορετικά από ότι ο ίδιος ο Ιωάννης Κωλλέτης είχε συλλάβει. Η Αντιβασιλεία εφάρμοσε συστηματικά την πρώτη επιλογή. Η αλλαγή του προσανατολισμού προς την δεύτερη ξεκίνησε με τον Όθωνα.

Ο νέος βασιλιάς δύο μόλις χρόνια από την ενηλικίωσή του, και την ανάληψη των καθηκόντων του και με αφορμή μία από τις πολλές κρίσεις του ανατολικού ζητήματος το 1839, εξεδήλωσε εμπράκτως τον στρατηγικό προσανατολισμό του. Εφάρμοσε για δύο χρόνια, μέχρι το 1841, ένα σύστημα κυκλικών συμμαχιών με τις δυνάμεις που αποτελούσαν στην εκάστοτε συγκυρία της κρίσης, τον κύριο εχθρό της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Παράλληλα στο ίδιο  διάστημα κατάφερε να εξωθήσει σε παραίτηση την μετριοπαθή κυβέρνηση του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ακυρώνοντας τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις που επιδίωκε ο αρχηγός του αγγλικού κόμματος.  

Η αποτυχία στην οποία οδηγήθηκε ο Όθωνας από την Μεγάλη Βρετανία με την λήξη της κρίσης το 1841, δεν τον εμπόδισε αργότερα, με την έκρηξη του Κριμαϊκού πολέμου στις αρχές της δεκαετίες του 1850, να ταχθεί με το μέρος της Ρωσίας αποβλέποντας και πάλι στην διεύρυνση της ελληνικής επικράτειας. Αυτή η δεύτερη απόπειρα του Όθωνα εφαρμογής της Μεγάλης Ιδέας απέληξε σε μία ακόμη μείζονα πολιτική αποτυχία. Και οδήγησε στην κατάληψη του Πειραιά και της Αθήνας από τα στρατεύματα των Γάλλων και των Άγγλων, καθώς και στον προσωρινό έλεγχο της διακυβέρνησης της χώρας.

Αυτή υπήρξε η αρχή του τέλους για τον Όθωνα και την βασιλεία του, η οποία καταλύθηκε οριστικά από μία σειρά αστικών εξεγέρσεων μεταξύ 1861 και 1863. Οι εξεγέρσεις αυτές επέτυχαν όχι απλώς την έξωσή του, αλλά την ανατροπή του πολιτεύματος της Συνταγματικής Μοναρχίας και την επικράτηση της Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Επρόκειτο για αμιγώς αστικές εξεγέρσεις που στρέφονταν εναντίον ενός καθεστώτος και του βασιλιά, ο οποίος, παρακινημένος από τον κλασικισμό με τον οποίο είχε ανατραφεί, ταυτίστηκε υπερβολικά με κάποιο φανταστικό κλασσικό μεγαλείο της Ελλάδας και ελάχιστα με την κοινωνική και πολιτική της πραγματικότητα.

  

Επίλογος 


 

Οι αστικές ομάδες, μετά τις επιτυχημένες εξεγέρσεις τους κατά το 1861 – 63 και το δημοκρατικό πολίτευμα που εγκαθίδρυσαν, προσέδωσαν μία νέα δυναμική στο ελληνικό εθνικό κράτος και την κοινωνία του, ιδίως στις πόλεις, όπου λίγο πολύ ο ανερχόμενος αστικός πληθυσμός  έλεγχε και τους δημοτικούς θεσμούς.

Συνοπτικά, από το τέλος της δεκαετίας του 1860 διαμορφώθηκε μία νέα πολιτική στρατηγική για το έθνος, σύνθεση μάλλον των δύο παλαιότερων. Ο τυχοδιωκτισμός της Μεγάλης Ιδέας παραμερίστηκε, όχι όμως και η επιδίωξη διεύρυνσης της επικράτειας. Ωστόσο, η επιδίωξη αυτή πραγματοποιόταν με αμιγώς πολιτικά μέσα, που τηρούσαν σχολαστικά τους συσχετισμούς των ευρωπαϊκών δυνάμεων στη Βαλκανική.

Σε ότι αφορά στην εσωτερική πολιτική, το κύριο περιεχόμενό της, το κέντρο βάρους της, επικεντρώθηκε στην ανάπτυξη και τον εξορθολογισμό των δομών και της λειτουργίας του κράτους, καθώς και στην ενίσχυση της οικονομικής δυναμικής, ιδίως των ανερχόμενων αστικών ομάδων. Η νέα αυτή δυναμική πολιτικής  και κοινωνικής ανάπτυξης διήρκεσε σχεδόν έως το τέλος του 19ου αιώνα. Και τα πεπραγμένα της όχι μόνο σταθεροποίησαν, αλλά διεύρυναν πολλαπλασιαστικά τον θεμελιώδη στόχο που είχε επικρατήσει μετά από αλλεπάλληλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της ελληνικής επανάστασης.       

    

Πέτρος Πιζάνιας

Καθηγητής Νεότερης Ελληνικής Ιστορίας,

Τμήμα Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο. 

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αργολίδα – Εναλλακτικές Διαδρομές (Με αφετηρία το Ναύπλιο)


 

Δεν μπορεί, όλο και κάποιο Σαββατοκύριακο θα έχετε επισκεφθεί το Ναύπλιο. Για την παλιά πόλη δεν χρειάζεται να πει κανείς τίποτα και που να βρει τόσες λέξεις για να την περιγράψει; Τα λέει όλα μόνη της.

Το Ναύπλιο μοιάζει με τη Σελήνη. Μας γοητεύει η μπροστινή η φωτεινή πλευρά του με τα γραφικά σοκάκια και τα βενετσιάνικα κτίρια, αλλά αγνοούμε την πίσω του, τη μυστηριώδη. Αυτήν θα κληθούμε τώρα να ανακαλύψουμε με τα πόδια ή με το ποδήλατο. 

   

1η Διαδρομή: Μπανιέρες – Αρβανιτιά 


   

Διασχίζουμε όλο το λιμάνι προς τα δυτικά και συνεχίζουμε αριστερά εκεί που μας οδηγεί το σοκάκι κάτω από τα τείχη της Ακροναυπλίας. Αφού αφήσουμε δεξιά μας τα τελευταία αναψυκτήρια συναντάμε τα σκαλοπάτια που μας οδηγούν στην Παναγίτσα.

Ένας βράχος σκαλισμένος από τη φύση με τη μορφή Ποσειδώνα ατενίζει το απέραντο γαλάζιο. Ίσια μπροστά μας στέκεται ο φάρος, άγρυπνος  φρουρός  του βράχου τρεμοσβήνει μιμούμενος τα αστέρια. Το  αεράκι που φυσά εδώ είναι το πιο φρέσκο κι έρχεται κατευθείαν απ’  το πέλαγος που ανοίγεται μπροστά μας.

Μια διαδρομή για ονειροπόλους, για μέρα και νύχτα, για ερωτευμένους και μοναχικούς. Τα ψηλά βράχια της Ακροναυπλίας από τη μια, και η θάλασσα στα πόδια σου απ΄ την άλλη. Είναι η στιγμή που οι πλούσιοι και φτωχοί μοιράζονται τα ίδια πράγματα, τα ίδια συναισθήματα που η φύση τα προσφέρει απλόχερα σε όσους την εκτιμούνε. Κι όσο το θαλασσινό νερό που γλύφει τα βράχια της ακτής σε καλεί να τ΄ αγκαλιάσεις, άλλο τόσο τα κάθετα βράχια σε καλούν να τα δαμάσεις.

Λένε πως τα βράχια κοκκίνισαν από το αίμα των κρατουμένων της Ακροναυπλίας και απ’ αυτό των Αρβανιτών που ρίχτηκαν στο γκρεμό από τους Τούρκους. Όσα κι αν ξέπλυνε ο χρόνος κι η βροχή, όσα κι αν κάλυψε το βουητό των κυμάτων, τόσα και περισσότερα συναισθήματα σου γεννούν οι πινελιές της φύσης, κάνοντας τη φαντασία σου να καλπάζει σαν κατάλευκο Άτι σχηματισμένο από τους αφρούς του κύματος.

Περνώντας μέσα από την Καμάρα που σχηματίζει ο βράχος κατευθυνόμαστε προς την Αρβανιτιά. Η ακτή αρχίζει να γίνεται πιο ομαλή και ανά τακτά διαστήματα πέτρινα σκαλοπάτια σε οδηγούν εκεί που σκάει το κύμα για να ακούσεις το τραγούδι του Φλοίσβου, που γιατρεύει πληγές και γαληνεύει την ψυχή.

Πλησιάζοντας την πλαζ της Αρβανιτιάς οι φραγκοσυκιές παραχωρούν τον χώρο τους σε πεύκα και κυπαρίσσια που φυτρώνουν μέσα απ’ τα βράχια εκμεταλλευόμενα κάθε σπιθαμή χώματος.

Ο βράχος του Παλαμηδίου με τα 999 σκαλοπάτια, όπως τα έχει μετρήσει η λαϊκή παράδοση και το πλατύσκαλο  σπασμένο από τα πέταλα του αλόγου του Κολοκοτρώνη, ξεπροβάλει μπροστά μας  εκεί που τεχνικά διακόπηκε η επικοινωνία των δυο κάστρων  του Αναπλιού προκειμένου να διανοιχθεί τάφρος και στη συνέχεια ο δρόμος που οδηγεί από το Ναύπλιο στην Αρβανιτιά και στην Ακροναυπλία.

Μπορεί η ανθρώπινη δύναμη να χώρισε βίαια τους δυο λόφους όμως η ψυχή σε καλεί να συνεχίσεις  τη διαδρομή προς την Καραθώνα, ξεφεύγοντας από τις ιστορικές μνήμες και το χρόνο.

 

2η Διαδρομή: Αρβανιτιά – Καραθώνα


  

Από τον χώρο στάθμευσης στην Αρβανιτιά ξετυλίγεται μπροστά μας μια θαυμάσια διαδρομή με συχνές εναλλαγές βλάστησης και τοπίου για τους λάτρεις του τζόκινγκ και του ποδηλάτου αλλά και για τα ζωάκια σας που χρειάζονται και αυτά να ξεφύγουν από τον καναπέ και το μπαλκόνι του σπιτιού σας.

Ήδη στα πρώτα βήματα ή στις πρώτες πεταλιές η αλέα με τα πεύκα και τις δάφνες σας προδιαθέτει να τρέξετε για να προλάβετε όλες τις εικόνες τις διαδρομής. Όσο κι να βιαστείτε, όσες φορές κι αν κάνετε τη διαδρομή  ποτέ δεν θα είναι η ίδια, το φως κάθε λεπτό τη σκηνοθετεί διαφορετικά.

Μοιάζει με άγρια διαδρομή, όπως τα φραγκόσυκα των βράχων που μόνο όταν αντιμετωπίζεις με λεπτότητα και επιδεξιότητα θα μπορέσεις πραγματικά να τα γευθείς. Χωμάτινη διαδρομή  με μόνο μια δύσκολη ανηφοριά για τους ποδηλάτες και αυτή κατά την επιστροφή. Εδώ δεν θα συναντήσετε ούτε το πλακόστρωτο της προηγούμενης διαδρομής, ούτε τα φανάρια σας φέγγουν τον δρόμο. Μόνο ένα καντηλάκι στο εικονοστάσι του Αγίου Γεωργίου να σας χαρίζει το φως του προσδίδοντας μυστήριο στο τοπίο.

Μερικά μέτρα πιο κάτω μια πέτρινη βρύση  θα αποτελέσει σταθμό στο να ταξινομήσει κανείς τις σκέψεις του. 

Τώρα είστε μόνοι σας ή μάλλον όχι, είστε εσείς και η φύση.

Σε κάθε στροφή του δρόμου ξεπροβάλλει και ένα άλλο διαφορετικό «περιγιάλι κρυφό«, που σας φέρνει στη μνήμη τα λόγια του Σεφέρη, μόνο που εδώ δεν χρειάζεται να αλλάξετε ζωή, βρισκόσαστε ήδη στο σωστό δρόμο.

Τα πεύκα και τα κυπαρίσσια διαδέχεται η χαμηλή βλάστηση από περίεργα στρογγυλά θαμνάκια που διεκδικούν τη δική τους αναγνώριση από τον επισκέπτη. Στη συνέχεια πολλοί απότομοι βράχοι μας προϊδεάζουν ότι στην επόμενη στροφή η εικόνα του τοπίου θα αλλάξει και πάλι.

Πράγματι μπροστά μας προβάλλει ένας άλλος και ένας άλλος και ένας άλλος κολπίσκος και ξαφνικά ο κόλπος της Καραθώνας, της μεγαλύτερης παραλίας του νομού,  βραβευμένη με «γαλάζια Σημαία», καταφύγιο των ψαράδων, των κολυμβητών, των εραστών, αλλά και χώρος διασκέδασης, αφού τα αναψυκτήρια και οι ταβέρνες προσφέρονται ιδιαίτερα το καλοκαίρι για «μακριές λευκές νύχτες».

Μερικά ερασιτεχνικά αλιευτικά σκάφη παραμένουν δεμένα στο λιμανάκι ανυπόμονα κάθε στιγμή να γλιστρήσουν πάνω στα κύματα, όπως ακριβώς οι σερφίστες που δεν χορταίνουν να καβαλικεύουν τα κύματα της Καραθώνας.

Κατεβείτε στην παραλία και βαδίστε στην αμμουδιά ως την άλλη άκρη στο εκκλησάκι του Αγίου Κωνσταντίνου και από κει μπορείτε, από μια άλλη γωνιά, να ξαναδείτε το βράχο της Ακροναυπλίας και το Παλαμήδι να διαγράφονται στον ορίζοντα. Αν έχετε χρόνο τότε αφήστε το σούρουπο να έρθει και απολαύστε το ηλιοβασίλεμα γεμίζοντας χρώμα την ψυχή και την σκέψη σας.      

 

© Κείμενο – Φωτογραφίες, Άκης Ντάνος.

 

Πηγή


  • Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, «Αργολίδα – Εναλλακτικές Διαδρομές / Πεζοπορία – Ποδηλασία – Αυτοκίνητο», 2009.

Read Full Post »

Συνάντηση  με το συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό


Ο Σύνδεσμος Φιλολόγων Αργολίδας σας προσκαλεί σε συνάντηση με το συγγραφέα και ακαδημαϊκό Θανάση Βαλτινό, την Παρασκευή 14 Μαΐου 2010 και ώρα 20.00 στο χώρο του Βουλευτικού στο Ναύπλιο.  

Ο συγγραφέας συζητά μαζί μας για την τύχη της νεοελληνικής λογοτεχνίας και των νεοελλήνων συγγραφέων στο σύγχρονο κόσμο.

 

Θανάσης Βαλτινός


Ο Θανάσης Βαλτινός γεννήθηκε στο Καστρί Κυνουρίας, το 1932. Οικογενειακές μετακινήσεις, που συνδέονται με τις δυσκολίες των κατοχικών και μετακατοχικών χρόνων, τον ανάγκασαν να φοιτήσει κατά σειρά στα γυμνάσια Σπάρτης, Γυθείου και Τρίπολης.

Το 1950 ήρθε στην Αθήνα όπου ζει έως σήμερα. Σπούδασε κινηματογράφο. Μετά το 1974 έζησε κατά διαστήματα στο εξωτερικό: Αγγλία, Δυτικό Βερολίνο και Η.Π.Α., καλεσμένος από Πανεπιστήμια ή άλλα πνευματικά ιδρύματα.

Έχει μεταφράσει τις «Τρωάδες» του Ευριπίδη και την «Ορέστεια» του Αισχύλου, που παίχτηκαν στην Επίδαυρο το 1979 και 1980 αντιστοίχως, από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν. Έχει γράψει σενάρια για τον κινηματογράφο.

Το 1984 τιμήθηκε με το βραβείο σεναρίου στο Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του Θ. Αγγελόπουλου «Ταξίδι στα Κύθηρα«. Το 1990 τιμήθηκε επίσης με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο: «Στοιχεία για την Δεκαετία του `60». Διετέλεσε μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Επιστημών και Τεχνών, της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, καθώς και της Εταιρείας Συγγραφέων της οποίας υπήρξε πρόεδρος επί σειρά ετών. Διετέλεσε γενικός Διευθυντής του 2ου Καναλιού της Εθνικής τηλεόρασης 1989-1990.

Στις 5 Ιουνίου 2008 εκλέχτηκε τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, στην έδρα της Νέας Ελληνικής Πεζογραφίας της Τάξης των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών. Τα βιβλία που έχει εκδώσει είναι τα εξής: – «Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο πρώτο: Αμερική», Κέδρος, 1972 – «Η Κάθοδος των εννιά», Κέδρος, 1978 – «Τρία Ελληνικά μονόπρακτα», Κέδρος, 1978 – «Εθισμός στη νικοτίνη» [διήγημα, στο τομίδιο] «Τρία διηγήματα», Θανάσης Βαλτινός, Χριστόφορος Μηλιώνης, Δημήτρης Νόλλας, Στιγμή – «Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο», Στιγμή, 1985 – «Στοιχεία για την δεκαετία του `60», Στιγμή 1989 – «Θα βρείτε τα οστά μου υπό βροχήν», Διηγήματα, Άγρα 1992 – «Φτερά Μπεκάτσας», Άγρα 1993 – «Ορθοκωστά», Άγρα 1994 – «Συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Βιβλίο δεύτερο: Βαλκανικοί – `22», Ωκεανίδα, 2000 – «Ημερολόγιο 1836-2011», Ωκεανίδα, 2001 – «Εθισμός στη νικοτίνη», Διηγήματα, Μεταίχμιο, 2003 – «Άνθη της αβύσσου», Εστία, 2008.  Τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες.

 

Read Full Post »

Σχολείο Θηλέων της Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerange) στο Ναύπλιο 

 


 

Η εκπαίδευση στην  Αργολίδα επί Καποδίστρια (1828-1832) 

 Η εκπαίδευση θηλέων στο Ναύπλιο – Παρθεναγωγείο Σαρλότ Βολμεράνζ

 

Όσο και να προσπαθήσει κανείς να ωραιοποιήσει την εικόνα μιας ιστορικής περιόδου χάρη σε σποραδικά μόνο και αποσπασματικά γεγονότα, όπως αυτά προέκυψαν κυρίως κατά τη διάρκεια του νεοελληνικού διαφωτισμού και λίγο μετά, αυτή η προσπάθεια στο τέλος δεν ευοδώνεται και δε μπορεί να αλλοιώσει την εικόνα και να προκαλέσει συμπεράσματα διαφορετικά απ’ αυτά που προκύπτουν αυτονόητα από μια γενική και αντικειμενική ιστορική θεώρηση.

Η διαπίστωση αυτή έχει σχέση και με την εκπαίδευση ή την αγωγή, όπως λεγόταν τότε, των θηλέων στους μετά την απελευθέρωση χρόνους που, ως συνέχεια  των αντιλήψεων που επικρατούσαν στην ανδροκρατούμενη ελληνική κοινωνία από τα χρόνια της τουρκοκρατίας εις βάρος της γυναίκας, την καθιστούσαν εξαιρετικά δυσχερή και προβληματική.

Και τούτο γιατί η κοινωνία αυτή από τη μια μεριά θεωρούσε τη γυναίκα κοινωνικά υποδεέστερη από τον άνδρα, αρνούμενη να της δοθούν ίσα δικαιώματα και ανάλογη θέση στη διαμορφούμενη κοινωνικά πραγματικότητα και από την άλλη πίστευε ότι δεν ήταν επιτρεπτή κι αμέτοχη κινδύνων η συμμετοχή και ο συγχρωτισμός της με το άλλο φύλο, για αυτό έπρεπε να αποφευχθεί κατά το δυνατόν, τουλάχιστον στους εκπαιδευτικούς χώρους.

  

Η Σαρλότ Βολμεράνζ έρχεται στην Ελλάδα του Καποδίστρια

 


 

Ιωάννης Καποδίστριας – Μουσείο Μπενάκη. Λιθογραφία του καλλιτέχνη Λ. Νικιάδη.

Αυτή η ζοφερή για την Ελληνίδα εικόνα και η συναφής αντίληψη του ελληνικού πληθυσμού για τη φοίτηση των κοριτσιών δεν έπρεπε να είχε αγνοηθεί ούτε να είχε περάσει απαρατήρητη από μια φωτισμένη κι έμπειρη παιδαγωγό, όπως η Σαρλότ Βολμεράνζ , η οποία είχε έρθει πρόσφατα, το 1831, στην Ελλάδα, έπειτα από μια επιτυχημένη εκπαιδευτική θητεία στη Ρωσία.

Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας κατά το διάστημα της υπερτριετούς του διακυβέρνησης ενδιαφερόταν ο ίδιος προσωπικά, τόσο για την οργάνωση όσο και για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Το ενδιαφέρον του για τη δημόσια εκπαίδευση ήταν φανερό από της προσπάθειές του στην Επτάνησο Πολιτεία (είχε επιτελέσει Επιθεωρητής Σχολείων), ήταν ένας διαρκής αγώνας για την οργάνωση και επέκτασή της.

Αυτός είχε μάλιστα συλλάβει πρώτος και την ιδέα της ίδρυσης Πανεπιστημίου στην Επτάνησο Πολιτεία, που αν και δεν μπόρεσε να εφαρμόσει στις ημέρες του, λόγω του διορισμού του στην υπηρεσία του τσάρου της Ρωσίας, κατόρθωσε αργότερα, υποκινώντας, παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας το φιλέλληνα και φιλόμουσο Άγγλο λόρδο Γκίλφορδ να συμβάλλει αποφασιστικά στην ίδρυση της Ιόνιας Ακαδημίας[i], στην Κέρκυρα το 1824.

Αυτός είχε συμβάλει στην ίδρυση της Φιλομούσου Εταιρίας της Βιέννης. Αυτός, τέλος είχε παρακολουθήσει τη λειτουργία και τα μαθήματα στο σχολείο του Fellemberg[ii] που λειτουργούσε στη βάση των παιδαγωγικών και μεθοδολογικών αρχών του Pestalozzi.

Αυτή η εκπαιδευτική προπαίδεια του έδινε τις απαραίτητες εμπειρίες να συνεχίσει τις προσπάθειές του τώρα στην Ελλάδα. Λίγο αργότερα με την απελευθέρωση του τμήματος της Ελλάδας που αποτέλεσε το νεοσύστατο κι αδύναμο Ελληνικό Κράτος, είχε δώσει επείγουσα προτεραιότητα στην οργάνωση κι ανάπτυξη της εκπαίδευσής του. Με τα υφιστάμενα τότε σχολεία της Αλληλοδιδακτικής[iii] τα οποία ιδρύονταν κατά δεκάδες, το ένα μετά το άλλο, με την αμέριστη στήριξη, παρακολούθηση και βοήθειά του, η Ελλάδα προδιέγραφε ένα μέλλον αρκετά ευοίωνο για την εκπαίδευση, όπως άλλωστε για τους άλλους νευραλγικούς τομείς.

Στον Ιωάννη Καποδίστρια λοιπόν θα μπορούσε να προβλέπει με ελπίδα η Βολμεράνζ, όταν φθάνει στην Ελλάδα. Αποφασίζει λοιπόν να μεταβεί στο Ναύπλιο, το 1831, και να απευθυνθεί στον Ιωάννη Καποδίστρια ο οποίος συμφωνεί με το σχέδιο της για την μόρφωση των κοριτσιών[iv] και της υπόσχεται να συνεπικουρήσει το έργο της.

  

Παράλληλη λειτουργία δημόσιας και ιδιωτικής εκπαίδευσης

 


  

Ιδιωτική εκπαίδευση  εγκαινίασε τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας και η Γαλλίδα παιδαγωγός Σαρλότ Βολμεράνζ, η οποία φρόντισε συστηματικά για την ομαλή λειτουργία της σχολής θηλέων που επέλεξε να υπηρετήσει.

Η έναρξη της λειτουργίας του σχολείου Βολμεράνζ, που ακολουθεί την έλευσή της στο Ναύπλιο, και η ένταξή της στο πλαίσιο της ιδιωτικής εκπαίδευσης δεν είναι κάτι το εντελώς καινούριο στο νεοσύστατο κράτος. Στο σημείο αυτό έχει τη θέση της η πληροφορία ότι εκτός από τη δημόσια εκπαίδευση έχουμε και τη λειτουργία ιδιωτικής εκπαίδευσης από Έλληνες και ξένους λόγιους.

Οι ξένοι όμως εκπαιδευτικοί, στην προσπάθειά τους να συστήσουν και να λειτουργήσουν ιδιωτικά σχολεία στη χώρα μας και να αντέξουν στο δυσβάσταχτο οικονομικό βάρος της λειτουργίας τους, αναγκάζονται να χρηματοδοτούνται  ή από φιλελληνικές οργανώσεις του εξωτερικού ή από διάφορες ξένες ιεραποστολές, με σαφή την πρόθεση των τελευταίων να τους εξαναγκάσουν σε κατά παραγγελία προσηλυτιστική θρησκευτική δραστηριότητα. Αυτό φάνηκε περισσότερο στη συνέχεια της λειτουργίας τους  στα χρόνια που ακολούθησαν με αποτέλεσμα την έντονη παρέμβαση της ελληνικής εκκλησίας και άλλων ποικιλώνυμων παραγόντων και την πρόκληση αναταραχών.

Είχαμε εσφαλμένα την εντύπωση ότι η Σαρλότ Βολμεράνζ ανήκε στην κατηγορία που περιγράφηκε πιο πάνω, ότι δηλαδή είχε αποσταλεί στην Ελλάδα από το φιλελληνικό κομιτάτο των Παρισίων, το οποίο και τη χρηματοδοτούσε με απώτερο σκοπό την τέλεση ετερόδοξου προσηλυτισμού. Από ανέκδοτο όμως υπόμνημα, που έστειλε η Βολμεράνζ στον Ιωάννη Καποδίστρια το 1831, γίνεται σαφές ότι η Γαλλίδα βρισκόταν ήδη στη Ρωσία, όταν ξέσπασε η επανάσταση  κι εκπαίδευε δεσποινίδες της ανώτερης  κοινωνικής τάξης.

Εκεί ενημερωνόταν για τους αγώνες των Ελλήνων, που την επηρέασαν βαθύτατα. Γνωρίζει ακόμα το μέγεθος της συμμετοχής  και της προσφοράς της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα, ως απότοκο του νεοελληνικού διαφωτισμού στην εξέγερση των Ελλήνων  με την Ελληνική Επανάσταση του 1821, που συνδυαζόταν με την ομόθυμη απόφασή τους για την ανάπτυξη της εκπαίδευσης. Κι επειδή ο θαυμασμός της  για τους Έλληνες ήταν μεγάλος ήθελε κι αυτή να μετάσχει  σε αυτόν τον φιλόδοξο αγώνα και να προσφέρει αυτό που μπορούσε: την αξιόλογη διδακτική και παιδαγωγική της πείρα, που απέρρεε από μια εικοσαετή επιτυχημένη εκπαιδευτική παρουσία.  

Η Βολμεράνζ προστατεύει με κοινωνική ευαισθησία ένα μικρό αριθμό απόρων κορασίδων, ενώ ταυτόχρονα γίνονται μαθήτριές της άλλα κορίτσια καταβάλλοντας μάλιστα ορισμένη αμοιβή. Ταυτόχρονα, ελπίζοντας σε βελτίωση των οικονομικών του κράτους, αναμένει τη βοήθεια του Ιωάννη Καποδίστρια, που της είχε υποσχεθεί με κάθε ειλικρίνεια. Δυστυχώς όμως γι’ αυτήν, έρχεται η στυγερή δολοφονία του κι έτσι ανατρέπονται όλα όσα της είχε υποσχεθεί.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, μετά τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, την αναρχία που επικράτησε για πολύ καιρό και την εξαθλίωση του πληθυσμού και των προσφύγων που συνέρρεαν ακατάπαυστα από όλη την Ελλάδα, καθώς και την οικονομική ανυπαρξία του κράτους, βλέπει με απόγνωση να μειώνεται δραστικά ο αριθμός των μαθητριών της. Αυτό όμως δεν την απογοητεύει και συνεχίζει ακάθεκτη το μεγαλεπήβολο έργο της, αναμένοντας ταυτόχρονα τις μελλοντικές εξελίξεις.    

   

Άφιξη του Όθωνα και της Αντιβασιλείας

 


 

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος

Έπεται, τον Ιανουάριο του 1833, η εγκατάσταση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας στο Ναύπλιο. Ο εντεταλμένος για την εκπαίδευση αντιβασιλέας, καθηγητής G. L. Von Maurer[v]  συντάσσει τον οργανικό νόμο της 6ης Φεβρουαρίου 1834 θέτοντας τις βάσεις για την οργάνωση της Δημοτικής Εκπαίδευσης.

Ο ίδιος « είναι άριστα καταρτισμένος και στα εκπαιδευτικά θέματα, αν και στηρίχθηκε σε λανθασμένες βάσεις, θεωρώντας ότι η πτωχή και αιμορροούσα ακόμα Ελλάδα μπορούσε να κινηθεί στο εκπαιδευτικό πλαίσιο της Βαυαρίας, που είχε σοβαρή οικονομική, διοικητική και εκπαιδευτική διάρθρωση  και που η αυτοδιοίκησή της στην οποία στηριζόταν η δημοτική εκπαίδευση είχε άπειρες οικονομικές δυνατότητες για τη λειτουργία της. Διαπιστώνει όμως και ευαισθητοποίηση στον τομέα της γυναικείας εκπαίδευσης, αν και το εκπαιδευτικό νομοθέτημα της 6ης Φεβρουαρίου 1834 δεν άφηνε πολλές δυνατότητες για ένα τέτοιο εγχείρημα που θα ήταν συμβατό με τα ισχύοντα τότε πρότυπα της Δύσης»[vi].

 

Η Βολμεράνζ υποβάλλει σχετικό «προσχέδιο»

 


 

Γι’ αυτό, τον ίδιο χρόνο της εγκατάστασης της αντιβασιλείας, τον Οκτώβριο του 1833, υπογράφει ένα υπόμνημα που καλύπτει 12 σελίδες, γραμμένες καλλιγραφικά με τον τίτλο: «Προσχέδιον εκπαιδευτικού οίκου νεαρών δεσποινίδων. Κάτω από τη διεύθυνση της κας Volmerange».

Κι αυτό το περιληπτικό αλλά περιεκτικό σχέδιο είχε υπογραφεί στο Ναύπλιο, την πρωτεύουσα του ελεύθερου πια κράτους, έπειτα από μια μακραίωνη δουλεία στους Τούρκους, το Ναύπλιο, που μαζί με την Αίγινα αποτελούν τώρα τα δύο από τα πιο σημαντικά πνευματικά και εκπαιδευτικά κέντρα της χώρας, χωρίς να αγνοούνται βέβαια και τα υπόλοιπα που διστακτικά αλλά φιλόδοξα παίρνουν τη θέση που τους αρμόζει, όπως το Άργος, η Ερμούπολη, η Πάτρα, η Αθήνα.

Μέχρι τότε είχαν γίνει προσπάθειες ίδρυσης παρόμοιων σχολείων, που είχαν όμως μικρή διάρκεια λειτουργίας. Ξεχώρισαν ανάμεσα τους τρία μόνο αλληλοδιδακτικά σχολεία θηλέων που λειτουργούσαν στο Άργος, στο Ναύπλιο και στην Αθήνα.

 

 Η λειτουργία του «Βασιλικού Σχολείου»

 


 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αλλά ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στο «Βασιλικό Σχολείο», όπως το ονόμασε η Σαρλότ Βολμεράνζ. Τα αρχικό κτήριο που πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτεί η Βολμεράνζ, δε γνωρίζουμε που ακριβώς βρισκόταν.

Φυσικά, όταν την άνοιξη του 1834 βρίσκεται άλλο μεγαλύτερο και  περισσότερο κατάλληλο κτίριο, το σχολείο εγκαθίσταται εκεί. Δεν είναι όμως η μοναδική μεταφορά. Ακολουθεί για λίγους μήνες η χρήση της οικίας Βαρσαμή στην πλατεία Λουδοβίκου (σημερινή πλατεία Συντάγματος) το 1836, απ’ όπου στο τέλος του χρόνου έχουμε την οριστική μεταφορά του σχολείου στην Αθήνα που είναι πια από καιρό η νέα πρωτεύουσα. Η επιλογή του διδακτηρίου είναι ένα βαρύ διώροφο κτήριο, η οικία του πρίγκιπα Καρατζά, στην Πλάκα, στη γωνία των οδών Σαρρή και Κραναού.  

Η όχι καλή πορεία της Σχολής Θηλέων  στο Ναύπλιο και των άλλων σχολείων του ίδιου τύπου οφείλεται από τη μια στην απροθυμία των πολιτών για την εκπαίδευση των κοριτσιών και από την άλλη στη μεταφορά της πρωτεύουσας του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα, που είχε ως αποτέλεσμα τη μετακίνηση των πνευματικών, πολιτικών, κοινωνικών, οικονομικών και διοικητικών προσωπικοτήτων, όλης δηλαδή της νομενκλατούρας του νεοελληνικού κράτους που με τη φοίτηση των κοριτσιών της θα στήριζαν την λειτουργία αυτών των σχολείων. 

 

Στόχοι του Σχολείου

 


  

Το σχολείο, το οποίο αρχικά, λόγω ενοικίου  είχε επιχορηγηθεί από την Κυβέρνηση με «φοίνικες εξήκοντα κατά μήνα»[vii]  παρά το γενικότερο ιδεολογικοπολιτικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο που ευνοούσε την αυταρχική αγωγή, λειτούργησε σε ένα πλαίσιο αντιαυταρχικής αγωγής. Αυτό το πρωτότυπο αντιαυταρχικό σχολείο δε θέλει να δημιουργήσει «σοφές γυναίκες».

Οι μαθήτριες που δέχεται είναι από 5- 16 ετών και πρέπει να αποκτήσουν τόσες γνώσεις στις επιστήμες, όσες είναι απαραίτητες ώστε να τις ολοκληρώσουν ως καλές νοικοκυρές και καλές μητέρες για να δημιουργήσουν μια ισορροπημένη κι ευτυχισμένη οικογένεια.

Το δυναμικό του σχολείου απαρτίζεται από μαθήτριες που μπορεί να είναι εσωτερικές και εξωτερικές. Ένας αριθμός 15-20 νεαρών κοριτσιών είναι υπότροφοι του κράτους ως οφειλή στους πατέρες τους, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους υπερασπιζόμενοι την ανεξαρτησία της Πατρίδας,  αργότερα δε προστίθενται  άλλες δύο, οι θυγατέρες του Γ. Καραϊσκάκη.

Η κατάθεση του ποσού, που είχε προσδιοριστεί ως δίδακτρα, δινόταν προκαταβολικά από το κράτος και μ’ αυτό τον  τρόπο διευκολυνόταν οικονομικά το σχολείο έτσι ώστε να οργανωθεί πιο σωστά. Φυσικά υπήρχαν και οι υπόλοιπες μαθήτριες που οι γονείς τους πλήρωναν κανονικά τα δίδακτρα.

  

Υλικοτεχνικές κι άλλες προϋποθέσεις του Σχολείου

 


 

Στο σχέδιο της ίδρυσης του παρθεναγωγείου, που αν και ήταν περιληπτικό ήταν σαφές και πλήρως οργανωμένο: Υπήρχε σαφής διαχωρισμός δεκατριών επιμέρους τμημάτων που αφορούσαν το κτήριο, το δυναμικό του σχολείου, τον ιματισμό, τη σίτιση, την αντιμετώπιση των ασθενειών, τους κοιτώνες, τις ασκήσεις, την εκπαίδευση τόσο τη θρησκευτική όσο και την ηθική, τις σπουδές, τα διαλείμματα, αλλά και την αξιολόγηση με τη χρήση επιβράβευσης αλλά και τιμωριών όπου κι όποτε απαιτούνταν.  

Ας ασχοληθούμε συνοπτικά με τους τομείς που αναφέρθηκαν. Για το  ποιες μαθήτριες φοιτούσαν και ποιες προϋποθέσεις απαιτούνταν έχουμε ήδη αναφερθεί παραπάνω.

Οι εκπαιδευτικές ανάγκες απαιτούσαν το κτηριακό να συγκεντρώνει τόσους χώρους ώστε να εξυπηρετούνται οι μαθήτριες. Ένα διώροφο οικοδόμημα με τον κήπο ήταν ιδανικό. Στον πρώτο όροφο στεγάζονταν όσα σχετίζονταν με τη σίτιση  των ατόμων που έμεναν εκεί, δηλαδή η κουζίνα, η τραπεζαρία, η αποθήκη τόσο των τροφίμων όσο και του καύσιμου υλικού (ξύλο και κάρβουνο), τα δωμάτια του υπηρετικού προσωπικού , καθώς και ο χώρος υποδοχής των γονέων – επισκεπτών. Στον επάνω όροφο δύο αίθουσες διδασκαλίας, ο κοιτώνας των μαθητριών, το δωμάτιο θρησκευτικών καθηκόντων και φυσικά ο ιδιαίτερος χώρος της κ. Βολμεράνζ.

Κάθε μαθήτρια υποχρεωνόταν να φέρνει μαζί και την «προίκα» της, που αποτελείτο από δύο ποδιές, δυο φορέματα ραμμένα σύμφωνα με το σχέδιο που είχε ορίσει το σχολείο, δύο κορσέδες, τρία μισοφόρια, έξι πουκάμισα, έξι εσώρουχα, έξι μαντήλια, έξι πετσέτες, τρία ζευγάρια παπούτσια, έξι ζευγάρια κάλτσες, ένα φέσι κι ένα μάλλινο καπέλο.

Δυστυχώς δεν είναι εξακριβωμένο μέχρι τώρα, αν τηρήθηκαν όλα όσα προαναφέρθηκαν, γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα τότε περνούσε πολύ δύσκολα χρόνια μετά από την περίοδο της τουρκοκρατίας και της Ελληνικής επανάστασης.

Η ισορροπημένη διατροφή, που ήταν κατανεμημένη σε τέσσερα γεύματα ημερησίως, προσαρμόζεται ανάλογα με τα εποχιακά προϊόντα με την φροντίδα ειδικής επιτροπής κυριών. Το σίγουρο είναι ότι θα έπρεπε το διαιτολόγιο να ήταν άφθονο, ομοιόμορφο και κατά βάση θρεπτικό  και υγιεινό. Φυσικά, όπως η θρησκευτική διαπαιδαγώγηση το απαιτούσε, τηρούνταν και οι νηστείες, αλλά πάντα μετά από συνεννόηση του γιατρού και του εφημέριου.

 

Η Βολμεράνζ αποδέχεται την ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης

 


 

Η Σαρλότ Βολμεράνζ  αντιστάθηκε στον πειρασμό να συνδέσει και να τροποποιήσει το πρόγραμμα, το πνεύμα της παρεχόμενης εκπαίδευσης και τις όποιες «άδηλες πρακτικές» της σχολής της  με μια προσηλυτιστική θρησκευτική πρόθεση κι ενέργεια στον καθολικισμό, όπως αποπειράθηκαν κι επιδίωξαν άλλα σχολεία ξένα, καθολικά και προτεσταντικά, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Η Σαρλότ Βολμεράνζ, αν και η ίδια ήταν καθολική, σεβάστηκε τη θρησκευτική, την πολιτική και την ηθική παράδοση της χώρας, την οποία επέλεξε να προσφέρει τη διδακτική της εμπειρία.

Έτσι ανέθεσε την κατήχηση των κοριτσιών στον ορθόδοξο εφημέριο, που φυσικά ήταν ο υπεύθυνος για την τέλεση της Θείας Λειτουργίας αλλά και όλων των άλλων ακολουθιών, όσες έπρεπε να παρακολουθήσουν οι σπουδάστριες. Το βέβαιο ήταν ότι δινόταν εξέχουσα θέση στη θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, γιατί σύμφωνα με τις πεποιθήσεις της κας Βολμεράνζ από τη σωστή διαπαιδαγώγηση εξαρτιόταν και η ολοκλήρωση της προσωπικότητας των κοριτσιών και η επίτευξη της ευτυχίας τους, που περιλαμβανόταν στους  σκοπούς λειτουργίας της σχολής.   

 

Πρόγραμμα μαθημάτων – Μεθοδολογία – Παιδονομία

 


 

Το πρόγραμμα μαθημάτων απαρτιζόταν από την εκμάθηση ανάγνωσης της γραφής, τόσο στα Ελληνικά όσο και στα Γαλλικά, την καλλιγραφία, την αριθμητική, τη γεωγραφία, την ιστορία, τη μυθολογία, και τη λογοτεχνία. Από πρακτικής πλευράς, σε ότι αφορούσε κατ’ αρχάς, στην εξοικείωση και αργότερα στην εξάσκηση στις οικιακές τέχνες και λειτουργίες, δινόταν έμφαση στο ράψιμο και στο κέντημα.

Έμφαση δινόταν και στη ζωγραφική και τη μουσική. Σπουδαία θέση κατείχε κι ο χορός, καθώς και η γυμναστική με τη χρήση στεφανίων και κορίνων.  Η μεθοδολογία στη διδασκαλία των μαθημάτων στηριζόταν στις αρχές της αλληλοδιδακτικής, η οποία επικρατούσε, από έλλειψη δασκάλων, σε όλο τον κόσμο κ ιδιαίτερα στην Ελλάδα και τις άλλες υπανάπτυκτες χώρες.

Φυσικά, σύμφωνα με τις αρχές της αντιαυταρχικής αγωγής, δε γινόταν χρήση εργαλείων τιμωρίας, όπως βέργα ή μαστίγιο, ούτε καν αναφερόταν ως απειλή ο εγκλεισμός σε κάποιο σκοτεινό δωμάτιο.

Φυσικά υπήρχαν τιμωρίες που απευθυνόταν σε μαθήτριες που δε πειθαρχούσαν στους κανόνες λειτουργίας της σχολής, αλλά αυτές δεν ήταν εξουθενωτικές και ιδιαίτερα αντιπαιδαγωγικές αλλά ήπιες και αντιστοιχούσαν κυρίως στη στέρηση του φρούτου, του γλυκού ή στην παράθεση δείπνου χωρίς τραπεζομάντιλα για τις τιμωρημένες.

Όσο για την επιβράβευση  της σωστής συμπεριφοράς και της καλής επίδοσης στα μαθήματα, αυτή γινόταν μπροστά σε όλο το προσωπικό σε ειδική τελετή και μπορούσε να είναι κάτι το απλό για μας, όπως μια γαλάζια κορδέλα, (ένα είδος παράσημου), ή ένα λευκοκεντημένο φόρεμα  έργο – δημιούργημα των υπόλοιπων μαθητριών, με τη δέσμευση να είναι η «καλή» φορεσιά των κυριακάτικων πρωινών και των γιορτών. Η επιβράβευση μπορούσε να είναι ακόμα και η τιμητική θέση δίπλα στη διευθύντρια της Σχολής κατά τη διάρκεια του γεύματος.

  

Η εξέλιξη και το τέλος του Σχολείου Θηλέων της Βολμεράνζ  

 


  

Για την ιστορία και μόνο ως προς την τύχη της σχολής της Βολμεράνζ έχουμε να δηλώσουμε την πληροφορία ότι η Βολμεράνζ προσφέρει της υπηρεσίες τις μέχρι το 1840, θεωρώντας ότι δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει η ίδια αυτά που επιθυμούσε, γιατί είχε αρχίσει πλέον να κουράζεται.

Τη θέση της Διευθύντριας παίρνει τότε η Ελένη Πιτταδάκη, η οποία είχε φοιτήσει ως μαθήτρια στο σχολείο Χίλντερ της Ερμούπολης. Είχε αποκτήσει αρκετή πείρα ως δασκάλα στη σχολή Χιλ (1832-1834), στο αλληλοδιδακτικό σχολείο θηλέων Ναυπλίου (3 χρόνια) και ως διευθύντρια στο σχολείο της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρίας (1840).

Το 1852 το σχολείο κλείνει οριστικά και οι μαθήτριές του προωθούνται στο Αρσάκειο. Ήδη το σχολείο είχε οδηγηθεί σε άσχημη οικονομική κατάσταση, γιατί από τα πενήντα οκτώ (58) παιδιά (και λέμε παιδιά ανάμεσα στα κορίτσια ήταν και τρία μικρά αγοράκια), έντεκα (11) κορίτσια φοιτούσαν με υποτροφία του κράτους, δεκαπέντε (15) κορίτσια ήταν άπορα κι έτσι σπούδαζαν χωρίς να καταβάλουν δίδακτρα, αλλά και τα υπόλοιπα, τριάντα δύο (32), είχαν γονείς που αδυνατούσαν να είναι συνεπείς στις οικονομικές τους υποχρεώσεις.

Ένα αναπάντητο, μέχρι σήμερα, ερώτημα αιωρείται: τι να απέγινε άραγε η Σαρλότ Βολμεράνζ, «η ευγενής και αξιοσέβαστη διδάσκαλος»[viii], όπως προσφυώς χαρακτηρίστηκε από τον τότε νομάρχη Αργολίδας και Κορινθίας (το 1836) σε υπηρεσιακή έκθεσή του, η οποία στην ηλικία των πενήντα ετών περίπου αποφασίζει να επιστρέψει στα πάτρια εδάφη; Το μόνο που μπορούμε να υποθέσουμε, στηριζόμενοι στην άψογη συμπεριφορά της και την ανιδιοτελή άσκηση των καθηκόντων της, είναι ότι θα τελεύτησε τη μεστή εμπειριών κι εκπαιδευτικής δράσης επίγεια ζωή της με ήσυχη και ήρεμη τη συνείδηση της.  

 

 Βασιλική Α. Παγούνη

Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Η Ιόνια Ακαδημία αποτελούσε Πανεπιστήμιο με τέσσερις σχολές, τη Θεολογική, τη Φιλοσοφική,  τη Νομική, και την Ιατρική και λειτουργούσε μέχρι την ενσωμάτωση των Ιονίων Νήσων στην Ελλάδα, το 1864.

[ii]Από το συγκεκριμένο σχολείο και τις πρακτικές ασκήσεις και δραστηριότητές του πήρε τα απαραίτητα παιδαγωγικά και διδακτικά στοιχεία, στη βάση των οποίων στήριξε τη φιλοσοφία, τους στόχους και τη λειτουργία κάποιων εκπαιδευτηρίων, όπως του Ορφανοτροφείου της Αίγινας, της Γεωργικής Σχολής της Τίρυνθας.

[iii] Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ήταν σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης κι οφείλουν το όνομά τους  στη μέθοδο διδασκαλίας που ήταν τότε η αλληλοδιδακτική ή λανγκαστεριανή μέθοδος, όπου οι καλύτεροι μαθητές, οι πρωτόσχολοι, με την καθοδήγηση, τη βοήθεια και την επίβλεψη του δασκάλου  δίδασκαν τους υπολοίπους. Τα αλληλοδιδακτικά σχολεία ελλείψει δασκάλων λειτούργησαν ως το 1880, που αντικαταστάθηκαν από τα σχολεία της συνδιδακτικής μεθόδου.  

[iv] Πριν από την έλευσή του στην Ελλάδα είχε αποφασίσει με τη βοήθεια της αγαπημένης του φίλης Ρωξάνδρας Στρούτζα την εκπόνηση προγράμματος για τη μόρφωση της Ελληνίδας. Η αβεβαιότητα όμως των πρώτων χρόνων του ελευθέρου βίου και οι αμέτρητοι κίνδυνοι που το περιέβαλλαν δεν του είχαν επιτρέψει τελικά την πρόσκληση της Ρωξάνδρας Στρούτζα για την εφαρμογή του προγράμματος τους (βλ. Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στρούτζα), Έκτη έκδοση, Εκδ. Πατάκη, 2000. Πρώτη έκδοση Εστία, 1936.

[v]  Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός, (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976, σ.σ 529-530.

[vi] Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991, σ.64.

[vii] Αθουσάκης Γ. Αδάμ, «Η Εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο» (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).

[viii]  Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλλέλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), Ελληνικά παρθεναγωγεία, 27 Ιανουαρίου 2002.

 

 

Βιβλιογραφία

 


 

  • Αθουσάκης  Γ. Αδάμ, «Η εκπαίδευση στην Αργολίδα και Μεγαρίδα κατά την Καποδιστριακή περίοδο», (Διδακτορική Διατριβή, Πάτρα 1998).
  • Αντωνίου Δαυΐδ, Τα προγράμματα της Μέσης Εκπαίδευσης (1833-1929), Τόμος Α’ Αθήνα, Ι. Α. Ε. Ν. – 17, 1987.
  • Δρούγκα Αναστασίου, Η αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού στην Ελλάδα, Ναύπλιο 1991.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830 – 1893), Αθήνα Ι. Α. Ε. Ν. – 2, 1986.
  • Ζιώγου – Καραστεργίου Σ., Γυναίκες και ανώτατη εκπαίδευση στην Ελλάδα, Θεσσαλονίκη, 1988.
  • Καρδαμίτση – Αδάμη Μάρω, Η φιλέλλην Σαρλότ Βολμεράνζ, Εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (Επτά ημέρες), ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ, 27 Ιανουαρίου 2002.
  • Κούκου Ελένη, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και η Ρωξάνδρα Στούρτζα, 1936.
  • Μάουρερ Γκ. Λ., Ο Ελληνικός λαός (μετάφραση Όλγας Ρομπάκη) Αθήνα 1976.
  • Μπουζάκης Σήφης, Νεοελληνική Εκπαίδευση (1821 – 1985), Αθήνα 1986.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα, IV (2000), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων.
  • Παπαδάκη Λυδία, Η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα, Αθήνα 1992.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιώτης Κωνσταντίνος


 

Ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης από το Ναύπλιο είναι ένας νέος ποιητής αλλά και συγγραφέας. Ήδη η πρώτη του δουλειά κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ. Πρόκειται για την ποιητική συλλογή με τίτλο «Του Πάθους Φτερουγίσματα».

 

Ο Κωνσταντίνος Σπηλιώτης γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1970 όπου ζει μόνιμα. Σπούδασε γεωπόνος και ασχολείται με την αρχιτεκτονική τοπίου. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται στο Υπουργείο Πολιτισμού.

Αγαπά τα ταξίδια και τον αθλητισμό.  Έχει γράψει ποιήματα και θεατρικά έργα. Στα ενδιαφέροντά  του είναι και η δημιουργία επιτραπέζιων παιχνιδιών.

Η ποιητική συλλογή «Του πάθους φτερουγίσματα» είναι η πρώτη του εμφάνιση στα ελληνικά γράμματα.

 

Του Πάθους Φτερουγίσματα

Μας αναφέρει ο δημιουργός:

Όλες του πάθους οι όψεις δεν είναι παρά μικρά φτερουγίσματα καρδιάς. Πάθος για τον έρωτα, πάθος για την αλήθεια, πάθος για την ίδια τη ζωή. Αμέτρητες ήταν οι φορές που αναρωτηθήκαμε αν τα καμώματα αυτά, τα φτερουγίσματα, είναι αρκετά να μας ωθήσουν ούτως ώστε να πετάξουμε σε ανώτερο επίπεδο ζωής ή απλώς να μας χαρίσουν ένα πρόσκαιρο χαμόγελο. Ο καθένας μας έχει τη δύναμη και, κάποια στιγμή την ευκαιρία, να ανοίξει διάπλατα τα φτερά της δικής του καρδιάς και να απαντήσει.

Η συλλογή αποτελείται από 28 ποιήματα και το εξώφυλλό της κοσμεί πίνακας του Νικολάου Γύζη.

Read Full Post »

Ρούβαλης Γεώργιος (1949-2019)


 

Ρούβαλης Γεώργιος

Γεννήθηκε το 1949 στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Ναύπλιο. Γιος της ποιήτριας  Τερέζας Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη και του δικηγόρου Τάκη Ρούβαλη.   Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Κοινωνιολογία, διεθνείς σχέσεις, οικονομικά, ιστορία και λατινοαμερικάνικες σπουδές στο Παρίσι από όπου πήρε διδακτορικό (Πανεπιστήμιο Παρίσι Χ).

Καθηγητής στα Πανεπιστήμια UNAM (Εθνικό Αυτόνομο) και UAM (Μητροπολιτικό Αυτόνομο) της Πόλης του Μεξικού. Επίσης, επισκέπτης καθηγητής στα Πανεπιστήμια Σιμόν Μπολίβαρ και Ινστιτούτο Ανωτέρων Διπλωματικών Σπουδών στο Καράκας της Βενεζουέλας.

Από το 1987 ήταν υπάλληλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, μέλος της Διπλωματικής Υπηρεσίας της Κομισιόν, αποσπασμένος για τρία χρόνια στο Υπουργείο Εξωτερικών (υπεύθυνος για τη Λατινική Αμερική). Το Νοέμβριο του 2004 συνταξιοδοτήθηκε.

Μετέφρασε  λατινοαμερικάνους συγγραφείς και ποιητές στα ελληνικά. Ήταν γενικός γραμματέας της Εταιρείας Ελλήνων Ισπανιστών. Είχε δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, «Επιστροφή στ’ Ανάπλι», 2002 και «Τα ταξίδια του Οδυσσέα», 2003, καθώς και τη συλλογή διηγημάτων «Στ’ Ανάπλι», 2005, εκδόσεις Γαβριηλίδη, Αθήνα.

Επίσης, είχε εκδώσει το βιβλίο Τάκη Ρούβαλη, «Άρθρα και χρονογραφήματα στη Μάχη, 1962-63», Ναύπλιο, 2003. Το 2008 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ναύπλιον-Σπηλιάδου 1»  – Αφήγημα- Εκδόσεις Ναύδετο, 2008, 352 σελίδες, υπόδειγμα μικροϊστορίας της πόλης για τρεις δεκαετίες (1950 – 1970).

Ήταν Καθηγητής στο Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Μετάφρασης του Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2005 και Ιστορίας και Λογοτεχνίας της Λατινικής Αμερικής, στην Εταιρεία Φίλων του Λαού, Λαϊκό Πανεπιστήμιο, από το 2002. Ασχολήθηκε επιπροσθέτως με ερευνητικά θέματα τοπικής ιστορίας στην Πελοπόννησο. Υπήρξε συντονιστής έκδοσης του περιοδικού τόμου του Δήμου Ναυπλιέων ‘‘Ναυπλιακά Ανάλεκτα’’ από το 2003.

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 70 ετών την Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2019, σε νοσηλευτικό ίδρυμα στην Αθήνα έπειτα από πολύχρονη ασθένεια.

 

Πηγή


 

  •  Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.

 

 Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ρούβαλη – Παπαδόγιαννη Τερέζα (1918-1985)    


 

   

Η Τερέζα Ρούβαλη ήταν ποιήτρια, πηγαία, «ποιήτρια εκ γενετής». Έγραφε από τα παιδικά της χρόνια μέχρι περίπου τη μέρα του θανάτου της. Εκτός από τα βασικά θέματα της ποίησής της: την αγάπη για την ειρήνη, τον άνθρωπο, τα παιδιά, την καταδίκη του πολέμου, τις λυρικές εξάρσεις της, ένα άλλο βασικό θέμα της ποίησής της είναι και το Ναύπλιο… 

  

Τερέζα Παπαδόγιαννη - Ρούβαλη

Η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη  γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη στις 4 Οκτωβρίου του 1918 από πατέρα αξιωματικό του πυροβολικού και μητέρα ελληνορουμάνα, πιανίστρια και λυρική τραγουδίστρια. Λόγω του επαγγέλματος του πατέρα της, πέρασε την παιδική της ηλικία σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας, Αθήνα, Λάρισα, Ξάνθη, Κομοτηνή, Δράμα, Γιάννενα μέχρι να καταλήξει όλη η οικογένεια οριστικά πια στην Αθήνα, σ’ ένα νεοκλασσικό της Κυψέλης, που σώζεται μέχρι σήμερα κι απ’ όπου η νεαρή Τερέζα έφυγε το 1951 για να εγκατασταθεί στην θετή της και μόνιμη πατρίδα τ΄ Ανάπλι, μαζί με τον άντρα της, συντοπίτη δικηγόρο Τάκη Ρούβαλη και τον δίχρονο τότε γιο της Γιωργάκη. 

Η Τερέζα Ρούβαλη ήταν ποιήτρια, πηγαία, «ποιήτρια εκ γενετής», ας μας επιτραπεί ο όρος. Έγραφε από τα παιδικά της χρόνια μέχρι περίπου τη μέρα του θανάτου της, τον Φεβρουάριο του 1985. Το ποιητικό της ταλέντο διέβλεψε η σημαντική ποιήτρια  Κατίνα Παππά που η νεαρή Τερέζα είχε φιλόλογο στο σχολείο. Η Τερέζα Ρούβαλη τη θεωρούσε καθοδηγήτριά της στην ποιητική τέχνη. Διάλεξε όμως τον ιατρικό κλάδο και μπήκε στην Οδοντιατρική Σχολή τη δύσκολη χρονιά του 1940.   

Ο Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης, πριν από κίνημα του 1935.

Η σχέση της με το Ναύπλιο χρονολογείται από το 1936 όπου ο πατέρας της βρέθηκε στην Ακροναυπλία, έχοντας λάβει μέρος στο κίνημα του ’35. Η Τερέζα Παπαδόγιαννη φοίτησε στο Λύκειο Ναυπλίου για ενάμιση χρόνο και τότε πρωτογνωρίστηκε με τον Τάκη Ρούβαλη. 

Παντρεύτηκαν μες την κατοχή, την Πρωτοχρονιά του 1944. Έλαβε μέρος στην Εθνική Αντίσταση σαν νεαρή φοιτήτρια, πρώτα σαν αδελφή νοσοκόμα και ύστερα στην ΕΠΟΝ και στον ΕΛΑΣ, στον οποίο ο πατέρας της Συνταγματάρχης Κώστας Παπαδόγιαννης έπαιξε ηγετικό ρόλο. Σ’ εκείνη την εποχή οφείλουμε τα λυρικά και πατριωτικά της  πρώτα ολοκληρωμένα  ποιήματα.   

Το 1949 εξέδοσε την πρώτη της ποιητική συλλογή  με τίτλο «Μυρτιές». Ποίηση λυρική, κλασσική, σε θαυμαστό 15σύλλαβο και κάποτε σε άψογο 12σύλλαβο. Λες κι η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη δεν είχε απλώς ενστερνισθεί τους αυστηρούς κανόνες της ρίμας, αλλά τους είχε περίπου σωματοποιήσει. 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

Στην δεκαετία ’50 – ’60 γράφει αδιάκοπα, αντλώντας τα θέματά της από την εποχή και τα βιώματά της. Δημοσιεύει που και που ποιήματά της στον Αθηναϊκό και τοπικό Τύπο, ενώ μεταφράζει κι αποδίδει λογοτεχνικά Ίψεν, Κίπλιν, Ρομαίν Ρολλάν, στη μαχητική εφημεριδούλα «ΜΑΧΗ» που εκδίδει στις αρχές του ’60 ο Τάκης Ρούβαλης. 

Ο βιοπορισμός και οι δυσκολίες της εποχής δεν της επέτρεψαν να εκδόσει άλλες συλλογές μέχρι το 1974, όπου εκδίδεται  η συλλογή «Κομπάρσοι» από τις εκδόσεις του λογοτεχνικού περιοδικού «Νέα Σκέψη». 

Εκείνη την εποχή, στη μεταπολίτευση, μπαίνει και στο φιλολογικό κύκλο του Μάριου Βαγιάνου. Ακολουθεί η συλλογή «Το καμίνι της οργής», το 1976 με ποίηση σε ελεύθερο στίχο πλέον, ενώ το 1977 επανεκδίδονται οι «Μυρτιές». Το 1979 εκδίδονται και ορισμένα από τα άπειρα διηγήματά της με τίτλο «Εφοίτησεν εις Αναμορφωτήριον…» και το 1983 εκδίδεται η τελευταία της ποιητική συλλογή «Ανατολή και Δύση». 

Τα έργα της γίνονται αμέσως δεκτά με θέρμη από σπουδαίους ομότεχνους της, σαν την Έλλη Αλεξίου και το Γιάννη Σκαρίμπα, τον Ι. Μ. Παναγιωτόπουλο και τον Ανδρέα Καραντώνη, τον Δημήτρη Σιατόπουλο, αλλά και από τον φίλο της Θεόδωρο Κωστούρο, έχοντας πάντα δίπλα της τον αγαπημένο της Χρήστο Κουλούρη κι αργότερα τον Ευάγγελο Ρόζο που την περιλαμβάνει στην ποιητική του Ανθολογία. 

Σύντομα έρχονται και οι επίσημες διακρίσεις, στο Κόμο της Ιταλίας, καλύτερη ποιητική συλλογή «Κομπάρσοι», 1974. Α’ Βραβείο Ποίησης στον διαγωνισμό των Δελφικών Αμφικτυονιών το 1977, όπου, θεία ειρωνία, παίρνει το βραβείο εις μνήμην του Στέλιου Σπεράντζα,  του δασκάλου της, αφού η φοιτήτρια της Οδοντιατρικής Τερέζα Παπαδόγιαννη είχε θητεύσει για χρόνια στο πλευρό του ως βοηθός του καθηγητή και σπουδαίου ποιητή. Α’ βραβείο ποίησης στα Κηφίσια το 1978, Α΄ Έπαινος  από τον Σύνδεσμο Ελλάδα – Κύπρος για διηγήματά της το 1979. Ποιήματά της  μεταφράστηκαν στο Βέλγιο, την Ιταλία, τη Γαλλία και την Ισπανία και κατόπιν ανθολογήθηκαν. 

Ακόμα, μελοποιήθηκαν κι ακούστηκαν στη Λυρική Σκηνή και στον Παρνασσό, αλλά και στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Γίναν κιόλας αφορμή για φιλοτέχνηση πινάκων ζωγραφικής. Αναγνωρίζοντας την όποια προσφορά της στην ποίηση, το Υπουργείο Πολιτισμού της απένειμε τιμητική λογοτεχνική σύνταξη. 

Η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη πέθανε σχετικά νέα αφήνοντας ικανό όγκο ανέκδοτου έργου από ποίηση, διηγήματα και νουβέλες. Η οικογένεια και οι φίλοι της φιλοδοξούν να δουν σύντομα το φως της δημοσιότητας. 

Αγάπησε το Ναύπλιο σαν την κύρια γενέτειρά της κι ας είδε το φως της στη Σαλονίκη κι ας μην έζησε εδώ παρά 18 χρόνια. Ήταν και ένιωθε όμως  πια αναπλιωτοπούλα. Άνθρωπος με ιδιαίτερη συναισθηματική ευφυΐα, εξαιρετικά κοινωνικός κι αγαπητός θέλησε να μείνει για πάντα στην πόλη μας. 

Το σώμα της βρίσκεται στο νεκροταφείο μας, μαζί με του άντρα της Τάκη που πέθανε μερικούς μόλις μήνες πριν από κείνη. Αλλά το πνεύμα της, όλο και συλλαμβάνεται να κόβει βόλτες εφηβικά μπρος στο σπίτι όπου έζησε, στη Σπηλιάδου 1, στη βεράντα με το γιασεμί της, στην παραλία και στο Φανάρι, στο αγαπημένο της αναχωρητήριο, την Παναγίτσα και, πάνω απ’ όλα, στα Βραχατέικα που λάτρευε. Νομίζω ότι μας κρυφοκοιτάζει από κάποια γωνιά εδώ, στα πρώην καμαράκια του Ωδείου και κάτι σχολιάζει με τη λεπτή της ειρωνία. 

Γιατί οφείλουμε να πούμε ότι η Τερέζα Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη είχε ισχυρή, θελκτική και έντονη προσωπικότητα, που δεν αντανακλάται υποχρεωτικά στα γραπτά της. Η εκλεπτυσμένη της, εν τούτοις, ειρωνία και το λεπτό της χιούμορ είναι διάχυτα τόσο σε αρκετά από τα ποιήματά της όσο και σε πολλά από τα πεζογραφήματά της. Πάντα, όμως, «επί καλώ», «σμιλεμένα» θα λέγαμε, με τον διάχυτο ανθρωπισμό που κυρίως την διέκρινε. Σημείο κοινό (και όχι μόνο) με του συζύγου της, νομικού και εκδότη Τάκη Ρούβαλη. 

Με την πάροδο των χρόνων και την πιο επισταμένη εξέταση των πονημάτων της από λογοτεχνικής σκοπιάς, διαπιστώνεται η ποιότητα της γραφής της, η οποία οφείλεται και στην επιμέλειά της. Από ένστικτο και από τελειομανία, η λογοτέχνις γνώριζε πως δεν αρκεί να ρίξεις στο χαρτί μιαν ιδέα, χρειάζεται ξανακοίταγμα και άπειρες διορθώσεις· το έκανε πρόθυμα και με ενάργεια συνήθιζε να απορρίπτει, να σβύνει και να ξαναγράφει άπειρες φορές την κάθε λέξη, γραμμή, στίχο, μέχρι να πει «τυπωθήτω». Αυτήν την ποιότητα διείδαν αμέσως λογοτέχνες της ολκής ενός Σκαρίμπα και μίας Έλλης Αλεξίου, λογοτέχνες και εκδότες της ολκής ενός  Χρήστου Κουλούρη κι ενός Φιλλιπότη. 

Θα λέγαμε ακόμη πως θα ήταν μια βιαστική εκτίμηση να αποδόσουμε σκέτον ανθρωπισμό στη λογοτεχνική σοδειά της Τερέζας – Παπαδόγιαννη – Ρούβαλη. Αντιθέτως, δίπλα στην εντυπωσιακή αίσθηση του ρυθμού που διέθετε η ποιήτρια και πεζογράφος, η οποία αντανακλάται κατά τον ποιο ολοκληρωμένο τρόπο στη ρίμα της, διαπιστώνεται όλο και συχνότερα η μεγάλη της ικανότητα στο «ποιείν ποίησιν», απ’ αφορμή το εκάστοτε «τίποτα» στο βλέμμα τον άλλων. 

Και αν η εκπληκτική της ρίμα είναι αυτό που την χαρακτηρίζει κατά την διάρκεια πολλών ετών, η στροφή της στον μη έμμετρο λόγο μετά το 1968 δεν στερείται επ’ ουδενί   λογοτεχνικής μαστοριάς και γητειάς. 

Είναι δε επαληθευμένο ότι αν κάτι αποστρεφόταν η λογοτέχνις είναι η μίμηση. Δεν ακολούθησε, δηλαδή, τον συρμό, λόγω των κελευσμάτων του καιρού της, αλλά δοκίμασε τις μικρές της δυνάμεις και στο μη έμμετρο και σε πολλές περιπτώσεις πέτυχε ανάλογα αποτελέσματα μ’ εκείνα της ρίμας της, προσπάθεια που προέκυψε ομαλά και πηγαία. Είναι σίγουρο ότι την τελική αποτίμηση της όποιας προσφοράς της θα πράξει η Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. 

Σε δυο βασικές της αρετές, εν τούτοις, δεν θα μπορούσε παρά να κλίνει  το γόνυ: στη λογοτεχνική της τιμιότητα και στη λογοτεχνική της επάρκεια, που αποκτήθηκε με εντυπωσιακού όγκου σχολιασμένες αναγνώσεις όλων των ειδών του γραπτού λόγου. Το ευάριθμο κοινό της θα συνεχίσει να τέρπεται με τους στίχους της και τα, κάποτε, χιουμοριστικά και άρτια εν πολλοίς πεζογραφήματά της. 

      

Αμαλία Ρούβαλη 

Αθήνα, 8 Οκτωβρίου 2003     

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία της συγγραφέως). 

Οι φωτογραφίες του Κωνσταντίνου Παπαδογιάννη προέρχονται από την ιστοσελίδα, http://kostaspapadogiannis.blogspot.com/ 

  

Πηγή  


 

  •  Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Ναύπλιο 2004.

Read Full Post »

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου Αδελφών Ουρσουλινών (1916-1920)

 


Η παρουσία και η εκπαιδευτική δραστηριότητα των διαφόρων καθολικών ταγμάτων, είχε ως σκοπό όχι μόνο την διαποίμανση και εκπαίδευση των καθολικών κατοίκων της Ελλάδας αλλά και την διάδοση της καθολικής πίστης σε ορθόδοξους που φοιτούσαν στα σχολεία τους, και τα οποία λειτουργούσαν κυρίως με την υποστήριξη της καθολικής εκκλησίας. Μετά την εγκατάσταση τους στην Ελλάδα (Φραγκισκανών, Δομινικανών κυρίως όμως Ιησουιτών και Καπουτσίνων) άρχισαν να λειτουργούν τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα σχολεία στοιχειώδους εκπαίδευσης στις καθολικές κοινότητες διαφόρων πόλεων και κυρίως νησιών.

Στην Αθήνα, την Άνδρο, τα Επτάνησα, το Ναύπλιο, την Μήλο και την Πάρο, δημιούργησαν σχολεία οι Καπουτσίνοι. Στην Σαντορίνη και την Τήνο οι Ιησουίτες. Στην Κρήτη, την Μακεδονία, την Νάξο, την Σύρο και την Χίο, Καπουτσίνοι και Ιησουίτες, που μάλιστα αρκετές φορές λειτουργούσαν και ανταγωνιστικά μεταξύ τους. Ιδιαίτερα στα νησιά Σύρο, Νάξο, Τήνο και Χίο, καπουτσίνοι και Ιησουίτες οργάνωναν χωριστά επιμορφωτικά σεμινάρια, ετοιμάζοντας στελέχη για τον καθολικό κλήρο του Αιγαίου.

 

Οι Αδελφές Ουρσουλίνες

 


  

Αγία Άγγελα Μερίτσι

Το 1533 η Αγία Άγγελα Μερίτσι* (Angela Merici: 1474-1540) άρχισε να συγκεντρώνει νέες κοπέλες, προτείνοντας τους να ζήσουν έναν άτυπο μοναχικό βίο. Η κάθε μία ζούσε στο σπίτι της αλλά ήταν στην υπηρεσία του Θεού.

Μέσα σε λίγα χρόνια ο αριθμός τους αυξήθηκε σημαντικά. Η Αδελφότητα πρόσφερε σημαντικό κοινωνικό έργο αλλά και δίδασκε την χριστιανική πίστη. Στις 18 Μαρτίου 1537 η ιδρύτρια αφιερώνει την Αδελφότητα στην Αγία Ούρσουλα, που μαρτύρησε τον 5ου αιώνα, προτιμώντας τον θάνατο παρά την προδοσία της παρθενίας της.

Όταν πέθανε η Αγία Άγγελα, στις 27 Ιανουαρίου 1540, η Αδελφότητα αριθμούσε περισσότερα από 150 μέλη. Κατά τον 17ο αιώνα οι Αδελφές Ουρσουλίνες, αρχίζουν να εξαπλώνονται σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Τον 18ο αιώνα φτάνουν και στην Ελλάδα. Στην Τήνο (15 Ιουλίου 1704) εμφανίζονται οι δύο πρώτες ελληνίδες Ουρσουλίνες από το Κάστρο της Νάξου.  Πρόκειται για αφιερωμένες γυναίκες που ζουν με την οικογένεια τους αλλά τηρούν το κανονισμό της Αγίας Άγγελας και βοηθούν τους εφημέριους στο ποιμαντικό και κατηχητικό τους έργο.

Εσωτερικό Ιεράς Μονής Ουρσουλινών, στα Λουτρά Τήνου.

Οργανωμένο μοναστήρι  δημιουργείται το 1862. Εκεί, στεγάστηκαν: ορφανοτροφείο, οικοτροφείο, γαλλικό Γυμνάσιο, Πανεπιστήμιο, ελληνικό Δημοτικό, ταπητουργία, ραπτική, αργαλειοί κ.λ.π. Το όλο έργο οφείλεται ουσιαστικά στην αγγλικής καταγωγής Μαρία- Άννα Ληβς, η οποία είχε γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη το 1825 και είχε ασπαστεί το μοναχικό σχήμα των Ουρσουλινών από το 1853.

Την περίοδο 1910-1930 φοιτούν στη Σχολή 300 οικότροφες μαθήτριες απ’ όλη την Ελλάδα. Στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Σχολή έκλεισε. Μετά τον πόλεμο, η επαναλειτουργία της Σχολής ήταν πολύ δύσκολη. Η έλλειψη  μαθητριών και τα νέα οικονομικά και κοινωνικά δεδομένα εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία της. Περιορίζεται στην εκπαίδευση των παιδιών του Δημοτικού. Το 1984 το σχολείο έκλεισε οριστικά.   

Στην Νάξο το 1739, μετά από μερικές αποτυχημένες προσπάθειες τελικά κατορθώνουν να εγκατασταθούν. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένες στην μόρφωση των κοριτσιών και την διάδοση της χριστιανικής καθολικής πίστης. Μετά την εγκατάστασή τους άρχισαν να συγκεντρώνουν κορίτσια από το Αιγαίο αλλά και από την Κωνσταντινούπολη και την Εγγύς Ανατολή. Μετά την Επανάσταση, η Σχολή γνωρίζει μεγάλη ακμή και εξελίσσεται σε ένα από τα καλλίτερα σχολεία του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Στο Παγκόσμιο πόλεμο η Σχολή αναγκάζεται να κλείσει. Μετά τον πόλεμο, έγιναν προσπάθειες να επαναλειτουργήσει, οι συνθήκες όμως είχαν αλλάξει και η σχολή το 1970 έκλεισε.

 

Οι Ουρσουλίνες στο Ναύπλιο

 


  

Μεγάλο μέρος της καλής κοινωνίας του Ναυπλίου, ήθελε τα κορίτσια της να μορφωθούν και να αποκτήσουν τα κατάλληλα εφόδια για την βελτίωση του πολιτιστικού και βιοτικού τους επιπέδου. Έτσι στο Ναύπλιο συναντάμε από τα χρόνια του Καποδίστρια ακόμη ιδιωτικά παρθεναγωγεία, όπως της Γαλλίδας Σαρλότ Βολμεράνζ (Charlotte Volmerang) όπου τα κορίτσια μάθαιναν γραφή και ανάγνωση στην Ελληνική και Γαλλική γλώσσα, ιστορία, γεωγραφία αλλά και οικοκυρικά και χειροτεχνία.

Γαλλική Σχολή Ναυπλίου. Δεκαετία του 1910. (Φωτ. Αρχείο Ν. Σαββάκη)

Στην Ενδεκάτη, εκεί που σήμερα υπάρχει η Alpha Bank, στη γωνία της 25ης Μαρτίου και Ασκληπιού, υπήρχε το κτίριο που στεγάζονταν οι καθολικές αδελφές Ουρσουλίνες. Εκεί ιδρύθηκε η σχολή των Ουρσουλινών που λειτούργησε μόλις τέσσερα χρόνια. Από τον Ιούλιο του 1916 μέχρι τον Ιούλιο του 1920. Οι Ναυπλιώτες την αποκαλούσαν συνήθως «Γαλλική Σχολή».

« Διευθύντρια στο Ναύπλιο ήταν η αδελφή Κλημεντίνη Carriere ( Marie de lenfant Jesus). O Μ. Ρούσσος Μηλιδώνης δημοσιεύει και αίτηση 139 οικογενειαρχών του Ναυπλίου, με ημερομηνία 1 Μαΐου (ή 14 Μαΐου) 1916 προς τον Καθολικό Αρχιεπίσκοπο Αθηνών L. Petit, με την οποία ζητούν την σύσταση Γαλλικού Παρθεναγωγείου ( « καθόσον σπουδαίως θα συντελέσει εις την ταχείαν και τελείαν εκμάθησιν της γαλλικής γλώσσης υπό των τέκνων μας»).

 
 

Η εσωτερική αυλή του φράγκικου μοναστηριού των Καλογραιών. (Φωτ. Σ. Καρούζου: ‘‘Το Ναύπλιο’’)

Οι πρώτες υπογραφές είναι του Γενικού Αρχίατρου ε.α. Σωτ.Κ. Παπαδόπουλου, του φαρμακοποιού Ιωάννη Οικονόμου, του υπολοχαγού Πυροβολικού Θεοδ. Λιάπη, του κτηματία Β. Χρονά και του δικηγόρου Δ. Πασπαλιάρη. Από τους υπογράφοντες, μόνον ο Παναγιώτης Ιωάννου Ιατρός, ιδιοκτήτης- συντάκτης της εφημερίδας Σύνταγμα, ήταν καθολικός. Υπογράφουν ακόμη ο Σ. Θ. Σοφρώνης, Αρχίατρος και Δήμαρχος (1926-27), η οικογένεια Καραπαύλου, ο Ι. Τερζάκης, βουλευτής Αργολίδος, ο Α. Πιλαφιτζής, δικηγόρος και πρόξενος της Γαλλίας, ο Κ. Παπαντωνίου και άλλοι ανώτεροι αξιωματικοί.

 

Επτά μοναχές από την Τήνο και την Νάξο φτάνουν στο Ναύπλιο τον Ιούλιο του 1916 για να υπηρετήσουν το σχολείο, οι οποίες έγιναν δεκτές με εχθρική διάθεση από τον Μητροπολίτη Αργολίδος Αθ. Λάσκαρη. Το 1920 εκδηλώθηκε επιδημία πανώλης στην Αργολίδα, το σχολείο επιτάχθηκε για την στέγαση των ασθενών, ενώ ο ιδιοκτήτης του κτιρίου Νικ. Παπανικολάου ζητούσε αύξηση του ενοικίου, γεγονότα που οδήγησαν στο κλείσιμο του».  

Και συνεχίζει ο Γιώργος Ρούβαλης στο άρθρο του στην τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού «ναύδετο» το Φθινόπωρο του 2008. « Φοίτησαν 67 κορίτσια, 50 εσωτερικά και 17 εξωτερικά. Κατ’ έτος, ο αριθμός φοιτητριών ήταν 50 με 60. Το 1/3 ήταν εσωτερικές από το Άργος και άλλες πόλεις της Πελοποννήσου. Το μόνο αγόρι ήταν ο Καίσαρ Χειλέλης, μετέπειτα ξενοδόχος και κληρονόμος του ξενοδοχείου Μεγάλη Βρετανία στην πλατεία Φιλελλήνων.

Κατά το σχολικό έτος 1918-19 τα δίδακτρα ήταν 360 δραχμές και 40 επιπλέον για όσα κορίτσια έπαιρναν μαθήματα πιάνου. Το πρόγραμμα μαθημάτων περιελάμβανε γραφή και ανάγνωση στα ελληνικά και γαλλικά, αριθμητική, γεωγραφία, μουσική και ιδιαίτερα μαθήματα κλειδοκυμβάλου ( πιάνου) και μαντολίνου, γραφικές τέχνες, κέντημα και εργόχειρο».  

Μετά από χρόνια, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε ως στέγη των προσφύγων Μικρασιατών. Το 1949 στέγασε το παγοποιείο Κοκκίνου και τέλος κατεδαφίστηκε στην δεκαετία του 1970.

 

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών

 


 

Έμβλημα των μαθητών των Ουρσουλινών

Η Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών Αθηνών λειτουργεί από το 1947. Το 1952 άρχισε να λειτουργεί στο Ψυχικό εκπαιδευτικό συγκρότημα Γυμνασίου – Λυκείου, το οποίο ολοκληρώθηκε με Δημοτικό Σχολείο το 1976 στην περιοχή του Αμαρουσίου. Σήμερα διατηρεί Νηπιαγωγείο, Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο για αγόρια και κορίτσια. Είναι η συνέχεια των σχολείων της Τήνου και της Νάξου.

Μέσα στο 19ο αιώνα το σχολείο διαμορφώθηκε σιγά – σιγά σε «Ελληνογαλλικό», το πρώτο χρονικά εκπαιδευτικό ίδρυμα αυτού του είδους στην Ελλάδα, για την μαθητεία στη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα. Διατηρεί αυτό το χαρακτήρα του μέχρι σήμερα με τις υψηλότατες επιδόσεις των μαθητών του στη γαλλοφωνία.

Στον 21ο αιώνα καλλιεργώντας πάντα το πνεύμα της Αγάπης και της Αλληλεγγύης, στοχεύει στην άρτια εκπαίδευση και διαπαιδαγώγηση των μαθητών του σύμφωνα με τις σύγχρονες απαιτήσεις. Αποδεικνύουν την προσφορά του οι λαμπρές επιδόσεις των μαθητών του στο Πανεπιστήμιο και στη συνέχεια στον επιστημονικό τομέα, στις τέχνες, στα γράμματα αλλά και γενικά στο στίβο της ζωής!

 

 Υποσημείωση

 


 

* Άγγελα Μερίτσι (Angela Merici: 1474-1540). Γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1474 στο Ντεζεντιάνο της βόρειας Ιταλίας. Ήταν η δευτερότοκη κόρη μιας βαθειά θρησκευόμενης χριστιανικής αγροτικής οικογένειας. Από πολύ μικρή, ορφάνεψε από πατέρα και μητέρα. Ο αδελφός της μητέρας τους, αναλαμβάνει την κηδεμονία των δυο κοριτσιών. Δέκα χρόνια αργότερα πεθαίνει η μεγαλύτερή της αδελφή.

Η Άγγελα μένει μόνη της. Συνεχίζει να ζει μια έντονη πνευματική ζωή και μάλλον ασκητική. Το 1506, εξαιτίας ενός οράματος, αισθάνεται την ανάγκη να ιδρύσει μια κοινότητα που θα ήταν στην υπηρεσία του Θεού. Το 1516 μεταφέρεται στην πόλη Μπρέσια για να ζήσει με το ζεύγος Ιερώνυμου και Κατερίνας Ντεζεντζάνο, μια οικογένεια μεγαλοαστών της εποχής.

Η Άγγελα συνεχίζει, παρά ταύτα την απλή και έντονη θρησκευτική της ζωή, ενώ το 1524 επισκέπτεται τους Αγίους Τόπους. Από το 1525 ζει ήσυχα προσφέροντας τις κοινωνικές της υπηρεσίες και τις καλές της συμβουλές σε όποιον της τις ζητούσε και όπου μπορούσε. Το 1533 ιδρύει τη μοναχική αδελφότητα των Ουρσουλινών. Στις 27 Ιανουαρίου του 1540 και σε ηλικία 66 ετών, πεθαίνει. Στις 30 Απριλίου 1768, ο πάπας Κλήμης ο 13ος  την ανακήρυξε Μακαρία και στις 24 Μαΐου ο Πίος ο 7ος Αγία.

 

 

Πηγές


  • Γιώργος Ρούβαλης, «Οι πέτρες και οι Άνθρωποι / Μικροϊστορία του Ναυπλίου», Εκδόσεις Ναύδετο, Ναύπλιο, 2009.
  • Περιοδικό «Ναύδετο», Τριμηνιαία έκδοση πολιτισμού, τεύχος 8, Ναύπλιο, 2008.
  • Δαυίδ Αντωνίου, «Γαλλικά Σχολεία στην Ελλάδα / Απόπειρα Πρώτης Καταγραφής», Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine,  Αθήνα, 2009.
  • Ελληνογαλλική Σχολή Ουρσουλινών – http://www.ursulines.gr/
  • Καθολική Εκκλησία Τήνου – http://www.catholic.gr/

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »