Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Ορθοδοξία’

Μητροπολίτης Θηβαΐδος Πορφύριος, (Πατριαρχείο Αλεξανδρείας)


Μητροπολίτης Θηβαΐδος Πορφύριος

Ο κατά κόσμον Κωνσταντίνος Σκίκος γεννήθηκε στον Ίναχο Αργολίδος το 1940. Διάκονος χειροτονήθηκε το 1966 και Πρεσβύτερος το 1969. Το 1970 έλαβε το οφίκιο του Αρχιμανδρίτη. Υπηρέτησε ως Ηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Παλαιού Καΐρου από το 1985 μέχρι το 1990.

Στις 17 Ιουνίου 1990 χειροτονήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος Βαβυλώνος. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1997 εξελέγη Επίσκοπος Μπουκόμπας. Στις 23 Νοεμβρίου 1999 παραιτήθηκε. Στις 14 Μαρτίου 2003 τοποθετήθηκε τιτουλάριος Επίσκοπος Συΐνης. Στις 27 Οκτωβρίου 2004 προήχθη σε τιτουλάριο Μητροπολίτη Θηβαΐδος.

 

  

Πηγές


Ιστοσελίδα Μάρκου Μάρκου, Θεολόγου.

Ιστοσελίδα Ιδιωτική οδός, Παναγιώτης Αντ. Ανδριόπουλος,

Read Full Post »

Το μαρτύριο του νεομάρτυρος Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως (1655) και το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του – Άρχιμ. Γεωργίου Αθ. Χώρα († 4.8.2005)


 

Άγιος Αναστάσιος

Ο Άγιος Αναστάσιος, γέννημα και θρέμμα του Ναυπλίου, ήταν κατά το επάγγελμα ζωγράφος και μάλιστα «επιτήδειος εις την Τέχνην». Ήδη από τα προηγούμενα του Αναστάσιου χρόνια είναι γνωστοί οι επώνυμοι Ναυπλιώτες και Αργείοι  αγιογράφοι, οι οποίοι εργάζονται καλλιτεχνικώς ανά την Πελοπόννησον κατά τον 17ον και τον επόμενον αιώνα: Δημήτριος και Γεώργιος Μόσχος, Νατάλιος ο Αργείος, Μανουήλ ιερεύς Ανδρώνος, Γεώργιος Μάρκου και οι συγγενείς Ναυπλιώτες ζωγράφοι:  Δημήτριος, Θεοδόσιος, Θεόδουλος, και Μαρίνος Κακαβάς και ο καταγόμενος από την ευρύτερη του Ναυπλίου περιοχή, ο έξ Αδαμίου ιερομόναχος Ιερεμίας.

Ο Αναστάσιος με αναγνωρισμένη την καλλιτεχνική του ιδιότητα, δικαιούμεθα να υποστηρίξωμεν ότι μετέχει της αγιογραφικής αυτής παραδόσεως του Ναυπλίου αλλά και των λοιπών πνευματικών κύκλων της γενέτειράς του, περί των οποίων γνωρίζωμεν εξ’ άλλων, πέραν του συναξαρίου, πηγών:

Υπενθυμίζομεν ενδεικτικώς τους παλαιοτέρους του Αναστασίου λογίους της οικογένειας Μαλαξού και τους Ζυγομαλάδες τους λογίους και αντιγραφείς κωδικών όπως ο Μιχαήλ Σουλάνδρος, τους διακινούμενους μεταξύ Ναυπλίου και Βενετίας λογίους, εμπορευομένους και ναυτικούς με επώνυμα επιβατηγά πλοία τακτικού νηολογίου, τις υπάρχουσες περί αυτών μαρτυρίες και περί των καθολικών στο Ναύπλιο Σχολείων και μοναχικών  ταγμάτων, περί Εβραίων εμπορευομένων και άλλων ξένων, ακόμη και περί των Σιναϊτών και Αγιοταφιτών Πρωτοσύγκελλων, συνδέσμων των Μονών τους μετά των περί το Ναύπλιον μονών.

Ο Άγιος Αναστάσιος, με την ευαισθησία και πνευματική καλλιέργεια, την οποία  ως   καλλιτέχνης διέθετε, επωφελήθη έκ της καλής γειτονιάς μετά των κύκλων ως προαναφέραμε και ο ίδιος, ως χαρισματική ψυχή, εκαλλιέργησε ευατόν μέχρι του μαρτυρικού τέλους του, την 1η Φεβρουαρίου1655, μέσα στην γενέτειρα του πόλη, το Ναύπλιον.

Προηγουμένως είχε περιέλθει ο Αναστάσιος σε δύσκολη ψυχολογική κατάσταση, έξ αφορμής ατυχούς γεγονότος της συναισθηματικής προσωπικής του ζωής, το οποίον και κατονομάζεται και λεπτομερέστερα σχολιάζεται στο σωζόμενο συναξάριον του Αγίου, ως κατωτέρω δημοσιεύεται. Έκτοτε περιεπλάκη μέχρι σημείου να έλθη σε στενώτερη επικοινωνία με φανατικούς Οθωμανούς του κάστρου τ’ Αναπλιού, το «Ανάμπολιν», όπως έλεγαν οι Τούρκοι, κυρίαρχοι της περιοχής από το 1540, όταν η πόλη παρεχωρήθη από τους Βενετούς διά συνθήκης μετά των Τούρκων.

Ο Αναστάσιος πάντως, « εβγήκε», κατά το συναξάριον, «από τον νούν του και επεριπάτει ένθεν κακείθεν». «Ευρισκόμενος εν αναισθήτω κατάστασει», κατά τον χαρακτηρισμόν του Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου, εξισλαμίσθη υπό των Τούρκων.

Την συνέχεια μαθαίνουμε από το Συναξάρι: « ο Αναστάσιος ερχόμενος εις εαυτόν βλέπει ότι είναι Τούρκος  και εφόρει εις την κεφαλήν άσπρο σαρίκι˙ και παρευθύς το έρριψεν εις την γήν και ήρχισε να βοά με μεγάλην βοήν παρρησία μέσα εις το πλήθος των Τούρκων :’’Εγώ χριστιανός ήμουν και  χριστιανός είμαι και χριστιανός θέλω να είμαι’’».

Αυτά, λοιπόν, συνέβησαν  τον χειμώνα του έτους 1655 (Φεβρουαρίου πρώτη) μέσα στο καλά οχυρωμένο Ναύπλιον, το οποίον και συνεκδοχικώς «Φρούριον» απεκαλείτο. Και είχε συνεπίκουρα δύο ακόμη φρούρια από ξηράς, νότια μεν το ‘Ιτς-Καλέ, δηλαδή την Ακροναυπλία, ανατολικά δε το φοβερό Παλαμήδι ή όπως ένας περιηγητής το ονομάζει:  «το Γιβραλτάρ αυτό της Πελοποννήσου», από δε το βόρειο  μέρος πάλι υψηλό τείχος, κατά μήκος της θαλάσσης με το επιθαλάσσιο φρούριο «το Μπούρτζι». Μια δε αλυσίδα ασφάλιζε το φυσικό λιμάνι της πόλεως εις τον μυχόν του Αργολικού κόλπου από πειρατικά  ή άλλα ανεπιθύμητα πλοία.

Μέσα σ’ αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο ζωής, στο περιορισμένον άλλωστε χώρο του Ναυπλίου, το κράτος της εξουσίας ήταν  πολύ αισθητό. Ο δε Αναστάσιος, προφανώς στον χώρο της πλατείας, μπροστά στο λεγόμενο «μικρό» τζαμί, όπου  τα καφενεία, και ο χώρος  των δημοσίων εκδηλώσεων ομολόγησε τον Χριστόν, κατά το Συναξάριον, «μέσα εις το πλήθος των Τούρκων» και απεδοκίμασε το Ισλάμ. Μεγάλη, πράγματι, πρόκληση γενικώς, αλλά ιδιαίτερα διά το επικρατούν κοινωνικό κλίμα της εποχής.

 

Άγιος Αναστάσιος

 

Τοπικοί ιστορικοί υποστηρίζουν με επιχειρήματα, ότι η Τουρκική Διοίκηση της πρώτης Τουρκοκρατίας του Ναυπλίου (1540-1686), κατά την οποίαν έλαβε χώραν το μαρτύριον του Αγίου, ήταν ηπία. Αυτό δεν φαίνεται  να απέχει της πραγματικότητος. Διότι, ένα έτος μετά την παράδοσιν του Ναυπλίου, υπό των Βενετών εις τους Τούρκους ανασυνεστήθη η Μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου, η οποία μέχρι τότε, επί Βενετοκρατίας, διοικείτο από πρωτοπαπάδες.

Επίσης εν μέσω Τουρκοκρατίας, της λεγομένης πρώτης, η δεύτερη (1715-1821). Διεδέχθη την Β’ Ενετοκρατία (1686-1715), παρέμενε σε λειτουργία το ιερόν παλλάδιον του Ναυπλίου, η Αγία Μονή Αρείας, ανατολικά σε οπτική απόσταση από της πόλεως και ήταν μάλιστα κέντρον λογίων ανδρών- αντιγραφέων κωδίκων, ιδρυμένη από το 1149 επί Κομνηνών Αυτοκρατόρων, υπό Λέοντος  του  Αντζά, επισκόπου Άργους και Ναυπλίου. Και της οποίας Μονής τα κανονικά δικαιώματα είχαν διαμφισβητηθεί επί της προηγούμενης Ά Βενετοκρατίας, επί δόγη fancisco Foscari, προς τον οποίον κατέφυγον οι ημέτεροι διά την διατήρησιν των κεκτημένων.

Το δε 1616 συνεστήθη η Μονή Καλαμίου, ανατολικά του Ασκληπιείου Επιδαύρου, ενώ διετηρείτο σε λειτουργία η Μονή Ταξιαρχών Επιδαύρου, (από του ΙΕ΄αιώνως), η γειτονική Μονή Αγνούντος και το ασκηταριό της Πολεμάρχας στην Β.Α. παραλία της Παλαιάς Επιδαύρου, πόλοι αυτή πνευματικής ζωής αλλά και ελληνικής παιδείας, σημάδια Ορθοδοξίας και Ελληνισμού.

Το Ναύπλιον είχε τότε 6.000 κατοίκους με πληθυσμών ημιαστικόν. Υπήρχαν και Εβραίοι εμπορευόμενοι και μερικοί ξένοι Γάλλοι και Ραγκουσαιοί (Φράγκοι όπως τους έλεγαν) και καπουκίνοι από το 1641, ιδρυτές μετέπειτα σχολείου όπου σύμφωνα με σωζόμενη έκθεση φοιτούσαν και Ναυπλιωτόπουλα για να μάθουν τα στοιχειώδη γράμματα.

Το έτος όμως του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου (1655) ήταν κρίσιμο, διότι το Ναύπλιον, ως επίκαιρη θέση  με λιμάνι στην γνωστή πορεία διακινήσεως πλοίων από της προηγουμένης  Βενετοκρατίας μεταξύ  Βενετιάς – Κέρκυρας – Μονεμβασίας – Κυθήρων -Ναυπλίου εμπλέκεται στον γνωστό ενετοτουρκικό πόλεμο (1645-1699). Ο πόλεμος αυτός διαρκεί τριαντατέσσερα ολόκληρα χρόνια και είχε θλιβερές επιπτώσεις και για τις δύο πλευρές και κόστισε, κατά μόνην την πολιορκία του Χάνδακος – Ηρακλείου Κρήτης, εις μεν την Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας 30.000 θύματα, εις δε την Οθωμανική τότε Αυτοκρατορίαν 100.000, εις δε το Ναύπλιον μας τον Άγιον Αναστάσιον και άλλα τινά.

Ο αγώνας ήταν για την κυριαρχία στην Μεσόγειο, με αντιπάλους τας δυνάμεις που προαναφέραμε. Το Ναύπλιον, στα χέρια των Τούρκων, διέθετε ενισχυμένη τουρκική φρουρά και είχε πυκνή και δυναμική παρουσία Τούρκων Αγάδων, βαθμοφόρων στρατιωτικών με διακίνησιν πολλών οπλιτών. Διετέλεσε διαμετακομιστικός σταθμός και κέντρο ανεφοδιασμού των κρατούντων Τούρκων και των μαχομένων κατά των Βενετών της Κρήτης. Όπως ο Κρητικός ποιητής Μαρίνος Τζάνε Μπουνιαλής καθαρά το λέει: «Μ’ από τ’ Ανάπλι έβγαινε καθημερινό λεσκέρι,/ τση λόντρες κι εφορτόνασι στην Κρήτη να τούς φέρη».

Εντός, λοιπόν, της περιορισμένης γαιοφυσικής περιοχής του Ναυπλίου, συνωστίζοντο και διακινούντο καθημερινώς οπλοφόροι στρατιώτες και αξιωματούχοι με όλη εκείνη την γνωστή ψυχολογία του πολέμου και με την μέθη της κατακτητικής μανίας. Στόχος είπαμε ήταν η Κρήτη. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα επαυξάνεται η καχυποψία των Τούρκων κατά των χριστιανών, επομένως και εκείνων του Ναυπλίου, με αφορμή μάλιστα τις πολεμικές αποτυχίες των Τούρκων, διαρκούντος του πολέμου.

Χαρακτηριστικό είναι ένα πολεμικό επεισόδιο, που έγινε στο Ναύπλιον, τον Ιούνιον του 1647, δηλαδή οκτώ χρόνια πριν από το μαρτύριο του Αγίου, με θύμα πάλιν έναν, θα λέγαμε με σύγχρονη έκφραση, «αντιστασιακό» τολμηρό Ναυπλιώτη: Τότε ο ενετικός στόλος με ναύαρχο τον Ιωάννη– Βαπτιστή Grimani συνάντησε στην  ανοιχτή θάλασσα τον Οθωμανικό στόλο, που κατευθύνετο στην Κρήτη και τον κατεδίωξε μέχρις Ευβοίας, Βόλου, Χίου, Μυτιλήνης, από όπου τελικά κατέφυγε στο λιμάνι του Ναυπλίου. Εκεί τα τουρκικά τηλεβόλα από τα φρούρια της πόλεως, πού προαναφέραμε, απέκλεισαν τον καταδιωκτικό στόλο των Βενετών να εισέλθη στον μυχό του Αργολικού Κόλπου. Κατά την διάρκεια του αποκλεισμού αυτού ένας έλληνας Ναυπλιώτης είχε την τολμηρή ιδέα να πυρπόληση μία νύχτα τον τουρκικό στόλο. Συνελήφθη όμως κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος του. Προσήχθη ενώπιον του Οθωμανού ναυάρχου, ωμολόγησε την πράξη του και εθανατώθη μετά από σκληρά βασανιστήρια. ‘Έτσι έγινε ο ηρωικώς αυτός Ναυπλιώτης πρόδρομος του Αγίου Αναστασίου, εθνομάρτυς.  Άλλωστε δεν δεχόμεθα ότι οι νεομάρτυρες είναι εν ταυτώ και εθνομάρτυρες;

Μέσα, λοιπόν, σ’ αυτή την νευρικότητα των πολεμικών παρασκευών και επιχειρήσεων ο Αναστάσιος ύψωσε το ανάστημα του. Ήλθε ανοιχτά, δυναμικά και απότομα αντιμέτωπος με τον τουρκικόν όχλον, του οποίου προεκάλεσε τον φανατισμόν, αφού προσέβαλε το θρησκευτικό και εθνικό συναίσθημα των Οθωμανών. Ποιος; – Αυτός ο υποτελής, ο γκιαούρ (ο άπιστος).

Τα ανωτέρω προκύπτουν από το Συναξάρι του Αγίου: «οι δε Αγαρηνοί, ως τον είδον πώς μετενόησεν, έτρεξαν επάνω του με ορμήν και δέροντες και σπρώχνοντες τον έφεραν εις τον κριτήν, όστις έπασχε με τρόπους απατηλούς, πότε κολακεύοντας και πότε απειλούντας να τον χωρίση της πίστεως των χριστιανών, άλλ’ ο μάρτυς εις ουδέν ταύτα ελογίαζεν και έστηκε ακλόνητος…». Ο κριτής, μετά συνοπτική διαδικασία, διέταξε να τον αποκεφαλίσουν, «αλλ’ οι Αγαρηνοί δεν τον ήκουσαν, αλλ΄ευθύς όταν τον έβγαλαν από το κριτήριον, ώρμησαν κατ΄ επάνω του, ώσποτε οι Ιουδαίοι εις τον πρωτομάρτυρα Στέφανον, και άλλοι με ξύλα, άλλοι με ξίφη, άλλοι με μαχαίρας, εκατατρυπούσαν το σώμα του μάρτυρος, έως ότου τον εκατέκοψαν εις λεπτά κομμάτια και ούτως ετελειώθη ο ευλογημένος Αναστάσιος…».    

Άρα, ο Άγιος Αναστάσιος αποτόλμησε, έξι ζών, ό,τι οι πολλοί απέφευγαν: έγινεν εκφραστής της χριστιανικής πίστεως. Η φωνή του (η ομολογία του) ήταν σαν κραυγή διαμαρτυρίας μέσα στην νύχτα της σκλαβιάς, σαν φως που έλαμψε και εφάνη το χάσμα, δηλαδή όλη η σιωπώσα μανία των κρατούντων εναντίον των υποτελών, τελούντων έστω, ως παραδίδεται, υπό ηπία διοίκηση, η οποία είναι μάλλον παραπλανητική, γιατί σε αποκοιμίζει. Επισημαίνουμε όμως ότι ο Άγιος παρέμεινε προ και κατά την διάρκεια της δίκης μόνος του, όπως παραπονείται ο Δαβίδ λέγων: « οι φίλοι μου και οι πλησίον μου εξ εναντίας μου ήγγισαν και έστησαν και οι έγγιστα μου από μακρόθεν έστησαν» (Ψαλμ. λζ’).

Το συναξάρι του Αγίου Αναστασίου δεν κάνει λόγο για κανένα συμπαραστάτη ή πνευματικό σύμβουλο ή και συγγενή του, ή για την επίσημη εκκλησιαστική Αρχή της περιοχής Ναυπλίου και Άργους.

 

O σύγχρονος του Αγίου, Μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους Θεοφάνης

 

Μητροπολίτης τότε Άργους και Ναυπλίου ήταν ο Θεοφάνης επί οικουμενικού πατριάρχου Παϊσίου (δευτέρα πατριαρχεία του: Μάρτιος 1645 – Μάρτιος 1655). ’Εξ άλλων πηγών γνωρίζουμε ότι από του προηγουμένου του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου έτους είχε παυθή τρεις μόλις μήνες προ του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου «με καθαίρεσιν τελείαν δι’ ωμοφορίου και επιτραχηλίου και είχεν εξωσθή του θρόνου και της Μητροπόλεως Ναυπλίου, Θεοφάνης μοναχός καλούμενος από του νύν…», διά συνοδικής πράξεως του μηνός Οκτωβρίου 1654, με την κατηγορία ότι δεν κατέβαλεν εις το ακέραιον την οφειλόμενη συνεισφορά του εις το κοινόν Ταμείον του Οικουμενικού Πατριαρχείου, σε εποχή μάλιστα ανέχειας, όπως ρητώς σημειώνεται στην μνημονευθείσα συνοδική πράξη.

Εκεί διαβάζουμε: «…πάντων δε των αρχιερέων, μητροπολιτών φημί, αρχιεπισκόπων τε και επισκόπων, πληρούντων ευγνωμόνως και πειθηνίως και μετά χαράς, ει και τυχόν βαρείαν ούσαν και μικράν υπέρ δύναμιν αυτών, την πατριαρχικήν ζητείαν, κατά την περίληψιν του συνοδικού καταστίχου και της αποφάσεως της αρχιερατικής, μόνος ο Ναυπλίου Μητροπολίτης Θεοφάνης απεσκίρτησε και απεκόπη βουλήσει,  γνώμη και προαιρέσει της ομηγύρεως και σειράς των αρχιερέων, μήτε τη καθ’ ημάς του Χριστού μεγάλη εκκλησία υποταττόμενος, ο παχύς την ψυχήν και την καρδίαν, ο βαρβαρογένει τεθραμμένος, μήτε τοίς αρχιερεύσι και τη συνόδω συμφωνών, μήτε τοίς αδυνάτοις αδελφοίς σπλαχνιζόμενος, πλούτω βρύων ο ασυνείδητος και ανοία και αγροικία συζών, ουδέποτε γάρ έφθασε πληρώσαι το κατ’αναλογίαν της ζητείας αυτού μέρος…».

Στην χηρεύσασα θέση, μετά την κατά τα ανωτέρω καθαίρεση του Θεοφάνους, διωρίσθη ταυτόχρονα ο ιερομόναχος Μακάριος, επιλεγείς υπό της Ι. Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου εκ των τριών τότε προταθέντων υποψηφίων δια την Μητρόπολη Ναυπλίου και Άργους.

Δεν γνωρίζομε εάν εν τω μεταξύ ο Μακάριος είχε φθάσει στο Ναύπλιον και πότε ανέλαβε τα καθήκοντά του. Γεγονός είναι ότι το ίδιο έτος του μαρτυρίου του Αγίου Αναστασίου, επί πατριαρχείας Ιωαννικίου (β’ πατριαρχεία 1655-1656), διαδόχου του Οικουμενικού Πατριάρχου Παϊσίου, με συνοδική πράξη του μηνός Νοεμβρίου 1655, δηλαδή μετά εξάμηνον από το μαρτύριον του Αγίου, ηθωώθη ο τιμωρηθείς το προηγούμενον έτος Ναυπλίου Θεοφάνης, διότι «…έλθων εν ευατώ ο διαληφθείς Θεοφάνης, οδόν ανίσας, ήλθεν είς Κωνσταντινούπολιν˙δις δε και τρίς παραστάς τη συνόδω επί παρουσία ιερωτάτων αρχιερέων κληρικών και αρχόντων ανήγγειλε τα αυτώ συνοίσοντα και ωφελούντα, αγωγήν κινήσας, δεόμενος της συνόδου έλεον χέαι κατ’ αυτού και αντιλαβέσθαι αυτόν, παιδευθέντα ές ικανόν…».

Κατά την συνοδικήν απόφασιν έγινε δεκτόν, «συγκαταθέσει και των ιερώτατων αρχιερέων…, ίνα ο ιερώτατος μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους κύρ Θεοφάνης και υπέρτιμος εν αγίω πνεύματι αγαπητός ημών αδελφός και συλλειτουργός είη εκτελών ακωλύτως άπαντα τα τοίς αρχιερεύσι προσήκοντα, ός λαβών τελείως την λύσιν της παιδείας και την συγχώρησιν, παρά πάντων τιμώμενος και αγαπώμενος και διευλαβούμενος, παρ’ ουδενός το παράπαν  εναντιούμενος ή εμποδιζόμενος ιερωμένου και λαϊκού, εν αργία ασυγγνώστω και αφορισμώ αλύτω ούτως απεφηνάμεθα…».

Μετά την κατά τα ανωτέρω αθώωσιν και αποκατάστασιν του Θεοφάνους εις τον θρόνον της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, από τον οποίον είχε πρόσφατα εκπεσθή, είναι γνωστή η τύχη του διαδόχου του Μακαρίου. Ούτος ετοποθετήθη είς την Μητρόπολιν Μηθύμνης, είς αντικατάστασιν του γέροντος Μητροπολίτου Μηθύμνης Ανθίμου υπό την εξής μεθόδευσιν: Προηγήθη την 2αν Αυγούστου 1656 η παραίτησις του Ανθίμου «διά τα ανυπόφορα χρέη της επαρχίας του» υπέρ του Μητροπολίτου Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Ο Μακάριος, όπως και γραπτώς είχεν υποσχεθή, θα ανελάμβανε τα χρέη της Μητροπόλεως Μηθύμνης και θα έδειδε στον παραιτηθέντα ‘Aνθιμον «τα σημφωνηθέντα»».

Με αυτούς τους όρους επηκολούθησεν η εκλογή σε Μητροπολίτη Μεθύμνης, κατά τον αυτόν μήνα Αύγουστον 1656, του πρώην Ναυπλίου και Άργους Μακαρίου. Έτσι ο Θεοφάνης παρέμεινεν αδιαφιλονίκητος Μητροπολίτης Ναυπλίου όχι όμως μέχρι τέλους.

Επισημαίνουμε ότι ο αυτός Θεοφάνης, ο αποκατασταθείς κατά τα ανωτέρω εις την Μητρόπολιν Ναυπλίου και Άργους, μετά δεκαετίαν ακριβώς από της κατά τα ανωτέρω αθωώσεως του κατεδικάσθη εκ νέου επί οικονομικού πατριάρχου Παρθενίου Δ’ (β΄ πατριαρχεία 1665-1667) πάλιν εις καθαίρεσιν «και εις το εξής έν τάξει διάγειν ιδιώτου και Θεοφάνην μοναχόν λέγεσθαι, αμέτοχον της τε τιμής των αρχιερέων και των εισοδημάτων της μητροπόλεως…τη δέ  ιερά  των αρχιερέων συνόδω δέδοται η άδεια, κατά την εκκλησιαστικήν διατύπωσιν, διά ψήφων κανονικών εκλέξαι τον αξίως προστησόμενον ταύτης της μητροπόλεως, χηρευούσης προστάτου, επί τω χειροτονηθήναι γνήσιον εν αυτή…».

Ο Θεοφάνης έχασε και πάλιν τον αρχιερατικόν θρόνον του Ναυπλίου, με το κατηγηρητήριον ότι  ήταν « εκ φύσεως ανεπιτηδειότητα κεκτημένος αλλά και εκ προαιρέσεως αχρείος … άτε βαρβαροήθης  και της κατά ποιμαντικήν παιδείας τελείως αμέτοχος, εστερημένος πάμπαν εφάνη του ουσιώδους τούτου και συστατικού της ποιμαντικής ιδιώματος, εβούλετο γάρ ποιμήν και μητροπολίτης λέγεσθε της Μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους, ου μην φροντίζειν της επισκέψεως των χριστιανών και της των ψυχών αυτών διοικήσεως …αλλά το μέν βαλάντιον ηύξε χρημάτων πεπληρωκώς… αυτός δε ουδόλως εξήρχετο, ουδέ περιέρχετο  την εμπιστευθείσαν αυτώ μητρόπολιν επισκεπτόμενος επί ψυχών σωτηρία, αλλά νυκτοκόρακος δίκην, έν παραβίστω που ήμενεν, μόλις κατά τινάς επισήμους ημέρας εφαίνετο και τούτο δι’ αισχροκέρδειαν ίσως…ήρξατο και τους κειμένους της Εκκλησίας νόμους αθετείν και υπέρ τα εσκαμμένα πηδάν, τετραγαμίας δηλονότι συγχωρείν και τους εν εβδόμω βαθμώ εξ αίματος συνάπτειν εν γνώσει και άλλα παμπόνηρα κατατολμάν, δι’ ανεβλάβειαν παντελή, ού ποιμένος αλλά σχήμα υποδυόμενος λύκους, εν προβάτου δορά τυχόν και διά γήρας υπερβάλλον σέσεισθαι τάς φρένας και διά τούτο χείρονα των εν τη νεότητι εργαζόμενος , ότε και παιδεία καθυπεβληθή πρός  σωφρονισμόν, είτα και συγχωρήσεως έτυχε διά μετανοίαν, αλλά το εκ φύσεως και προαιρέσεως συνημμένον κακκόν ούκ αφίσταται.’Οθεν αυτός μέν και χείρων εγένετο, οί δε έν τη επαρχία ταύτη ευρισκουμένοι κληρικοί, ιερείς τε και γέροντες, τοίς ατοπήμασι αυτού πυρούμενοι και αρχιερατικής επισκέψεως υστερούμενοι, τα μέν ανήκοντα ποιμένι δικαιώματα εκπληρούντες, ποιμένος δε ουδαμώς απολαύοντες, δι΄υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών, ταύτα ημίν προστήσαντο…».

Τις παραλήψεις, λοιπόν, του Θεοφάνους ανέφεραν εις το Πατριαρχείον, «δι’ υπογεγγραμένων κοινώς παρά πάντων αναφορών» οι τρομαγμένοι από το μαρτύριον του Αγίου και ταυτόχρονα απογοητευμένοι από την συμπεριφορά του ποιμένος τους «οι εν τη επαρχία ταύτη (Ναυπλία) κληρικοί, ιερείς και γέροντες».

Όπως είναι φανερόν, δεν υπήρχε τότε στο Ναύπλιον εκκλησιαστική ηγεσία, ικανή διά να μεριμνήση περί του Αναστασίου, τούτου έτι ζώντος  η μετά το μαρτυρικό τέλος του, πλέον του ότι «όλα τά ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκων’ η σκλαβιά». Έτσι δεν γνωρίζομε ούτε τον τάφον του ούτε την τύχη του λειψάνου του. Ίσως ερρίφθη εις την θάλλασαν.

Οι μετέπειτα όμως Μητροπολίται Αργολίδος ετίμησαν τον νεομάρτυρα Αναστάσιον τον Ναυπλιέα. Η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα στον ιστορικό ναό της Παναγίας Ναυπλίου, όπου στεγάζεται και η μεγάλη επάργυρη εικόνα του Αγίου Αναστασίου και εκεί η μνήμη του επιβιώνει.

Ο δε νύν Μητροπολίτης Αργολίδος κ. Ιάκωβος Παχής είναι εκείνος ο οποίος είχε την πρωτοβουλίαν εξοφλήσεως του προς τον Άγιον οφειλουμένου χρέους των Ναυπλιωτών: ανήγειρε σε συντομώτατο χρονικό διάστημα επιβλητικόν προς τιμήν του Αγίου Αναστασίου του Ναυπλιέως ναόν, τον οποίον ονόμασε και προσκυνηματικόν. Εκεί ψάλλεται η Ακολουθία του Αγίου, σύνθεσις του εις Άγιον Όρος εφησυχάσοντος Μητροπολίτου πρώην Κάσου και Καρπάθου Νείλου Σμυρνιωτόπουλου, κατά παραγγελίαν του τότε «Αρχιεπισκόπου» Αργολίδος Νικάνδρου (1882-1912).

Υπάρχει και η Ακολουθία  του Αγίου, ποίημα Γερασίμου Μικραγιαννανίτου, εκδοθείσα προνοία του Μητροπολίτου Αργολίδος (1945-1965), μετέπειτα Πειραιώς Χρυσοστόμου Ταλβαδωράκη (1965-1975) και επιμελεία Άρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Μητροπολίτου μετέπειτα και αυτού Αργολίδος (1965-1985).

Από δε του έτους 1935 με το Βασιλικό Διάταγμα της 14ης Νοεμβρίου 1935, υπογραφόμενον, εν ονόματι του Βασιλέως υπό του Γεωργίου Κονδύλη και επί Υπουργού Εργασίας Γεωργίου Καρτάλη, απεφασίσθη και διετάχθη, όπως  «κατά την 1ην Φεβρουαρίου, εορτήν του Αγίου Αναστασίου, τα παντοπωλεία, κουρεία, υποδηματοποιεία και σανδαλοποιεία, οινοπωλεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία, λαχανοπωλεία, ραφεία, φανοποιεία και υδραυλικά καταστήματα, φαρμακεία, εμπορικά καταστήματα, σιδηρουργεία και επιπλοποιεία της πόλεως Ναυπλίου παραμένουν κλειστά καθ’ όλην την ημέραν, καθιερουμένης της ως άνω τοπικής εορτής, ως  εορτασίμου ημέρας. Κατά την αυτήν ως άνω εορτάσιμον ημέραν τα  καφενεία, ζαχαροπλαστεία και εστιατόρια της αυτής πόλεως παραμένουν  κλειστά μόνον κατά τας ώρας της περιφοράς της εικόνος…».

Η μνήμη του Αγίου Αναστασίου, νεομάρτυρος του Ναυπλιέως, εορτάζεται πανηγυρικά και στην Αθήνα μεταξύ των εν Αθήναις Ναυπλιωτών, με προτοβουλία του Συλλόγου των απανταχού Ναυπλιωτών  «Ο Ναύπλιος» στον Άγιο Γεώργιο Καρύτση, όπου έχομε από πεντηκοταετίας και φορητή εικόνα του Αγίου.

Εξ όσων γνωρίζω δεν διηγούνται στο Ναύπλιον για θαύματα του Αγίου Αναστασίου. Έν τούτοις η μνήμη του επιβιώνει επί τριακόσια και πλέον χρόνια και μας συγκινεί. Το μεγάλο Του θαύμα είναι η καλή αλλοίωση, που φέρνει στις ψυχές μας η ανάμνηση κάθε χρονιά του μαρτυρίου του, η θερμή πίστη και η αυταπάρνησή του. Η επικοινωνία με τον κόσμο  του Πνεύματος, που κάνει  ο καθένας μας, με μυστικόν συνομιλητήν μας τον  νέον εκείνον Ναυπλιώτη ζωγράφο, τον Άγιον Αναστάσιον του έτους 1655 μ.χ., ο οποίος από το ικρίωμα του μαρτυρίου του (σώζεται η εληά, που λέγεται ότι εκρεμάσθη ο Άγιος) πέρασε με την θυσία του στην αιωνιότητα, απ’ όπου μας στέλνει μηνύματα πίστεως και ομολογίας.

Τελειώνοντας επισημαίνομεν ότι το εκκλησιαστικοπολιτικόν πλαίσιον της εποχής του Αγίου, στο οποίο και ανεφέρθημεν, επιβεβαιώνει την αφελή διήγησιν του Συναξαρίου του.

Σημειωτέον ακόμη το ηθικόν δίδαγμα πού δίδει η αντιφατική εικόνα της εκκλησιαστικής διοικήσεως μέσα στο Τουρκοκρατούμενο Ναύπλιον, κατά την χρονική στιγμή του μαρτυρίου του Αγίου: Τον χειμώνα του 1655 ζουν μέσα στο ασφυκτικά οχυρωμένο Ναύπλιον δύο χριστιανικά πρόσωπα. Το ένα ηλικιωμένο με ανευθυνότητα και με χλιαρότητα, το άλλο πρόσωπο νέο και με πνευματικές αναζητήσεις, ενθουσιασμό και πίστη πολλή.

Το γεγονός θυμίζει την παραβολή περί της βασιλείας των ουρανών, ως σαγήνης (Ματθ.ιγ’,47). Εκεί καθαρά φαίνεται ότι ο Θεός είναι ο Μεγάλος Ψαράς που ζητεί να μας μαζέψη στην βασιλεία των ουρανών. Το δίχτυ του Αλιέως των ψυχών συλλαμβάνει και μικρά και μεγάλα ψάρια, ακόμη και φύκια και σαπρά. Το χρέος μας είναι να προσπαθήσουμε να εκκολαφθούμε πνευματικά μέσα στην σαγήνη του θεού, «όστις θέλει πάντας ανθρώπους σωθήναι και είς επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Ιακώβου α’,26). Πολλοί δρόμοι οδηγούν στον Θεό, ο οποίος στέλνει πάντα τους ανθρώπους του, άλλοτε οδηγητές, άλλοτε τιμητές, άλλοτε μόνον σιωπηλούς συμπαραστάτες, διδάσκοντες μόνον με τα καλά  τους έργα. Και είδαμε πώς ο Άγιος Αναστάσιος επαρηγόρησε τους απογοητευμένους συμπατριώτες του και ποια μηνύματα πίστεως και πιστότητος στέλνει από την υψηλή του πνευματική περιωπή και θα συνεχίζει να εμπνέη τους «αναθεωρούντας την έκβασιν της ευατού αναστροφής».

Η παρούσα μελέτη αποτελεί, εις γραπτήν μορφήν, το κύκνειον άσμα του αειμνήστου συγγραφέως, ήτοι ανακοίνωσιν αναγνωσθείσαν την 12.11.2000 εν Ύδρα εις το διορθόδοξον επιστημονικόν συνέδριον με θέμα: «Κωνσταντίνος ο Υδραίος – Νεομάρτυρες προάγγελοι της αναστάσεως του Γένους», το διοργάνωθέν υπό της Ιεράς Μητροπόλεως Ύδρας, Σπετσών και Αιγίνης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Άγιος Αναστάσιος ο Νεομάρτυρας ο Ναυπλιώτης

Read Full Post »

Η Εκκλησία του Άργους στα χρόνια της Τουρκοκρατίας


Υπό Αρχιμ. Καλλινίκου Δ. Κορομπόκη

Ιεροκήρυκος Ι. Μητροπόλεως Αργολίδος

 

Αναδρομή στο χρόνο

Το Άργος κατέλαβαν οι Τούρκοι την 3η Απριλίου 1463, ημέρα Κυριακή, των Βαΐων, και έμεινε υπό την Α’ τουρκική κυριαρχία 223 χρόνια, έως τον Αύγουστο του έτους 1686. Τότε οι Ενετοί ανακαταλαμβάνουν το Άργος και το Ναύπλιο και αρχίζει έτσι η Β’ ενετική κυριαρχία (1686-1715).

Την 9η Δεκεμβρίου 1714 ο Σουλτάνος Αχμέτ ο Γ’ κηρύττει πόλεμο κατά της Ενετίας. Ο τουρκικός στρατός την 28η Ιουνίου 1715, ημέρα Τρίτη μετά το μεσημέρι, καταλαμβάνει το Άργος χωρίς αντίσταση εντελώς έρημο από κατοίκους και αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία, που θα διαρκέσει έως, το 1821. δηλαδή 106 χρόνια. Βλέπουμε επομένως, ότι οι Τούρκοι κυριάρχησαν στο Άργος συνολικά 329 χρόνια επηρεάζοντας βεβαίως και τα εκκλησιαστικά πράγματα.

Ποιους τόπους περιελάμβανε η εκκλησία του Άργους

Η αρμοδιότητα της εκκλησίας Ναυπλίου και Άργους επί τουρκοκρατίας περιελάμβανε:

Άργος, ο πύργος των Φράγκων

Την επαρχία Άργους με τους έξι δήμους, εις τους οποίους ήταν διηρημένη προ της εφαρμογής του νόμου ΔΝΖ/1912. Δηλαδή τον τ. δήμο Άργους (Άργος, Δαλαμανάρα, Κουρτάκι, Πυργέλα, Λάλουκα, Κιβέρι, Μύλοι, Σκαφιδάκι), τον τ. δήμο Αλέας (Μπουγιάτι, Τάτσι, Γυμνό, Φρουσούνα, Άγιος Νικόλαος, Δούκα, Σκοτεινή), τον τ. δήμο Λυρκείας (Καρυά, Κάτω Μπέλεσι, Επάνω Μπέλεσι, Καπαρέλι, Βρούστι, Μάζι, Νεοχώριον, Στέρνα), τον τ. δήμο Μυκηνών (Κουτσοπόδι, Φίχτια, Χαρβάτι, Πρίφτανι, Μαλανδρένι, Σχινοχώρι, Μπόρσια, Πλέσια, Βραζέρκα), τον τ. δήμο Προσυμναίων (Μπερμπάτι, Λίμνες, Χώνικα, Άνω Μπούτια, Κάτω Μπούτια, Πασιά, Βαρδουβά), και τον τ. δήμο Υσιών (Αχλαδόκαμπο, Ανδρίτσα, Κρύα Βρύση, Μπούγα, Τουρνίκι). Επίσης την επαρχία Ναυπλίου και τις επαρχίες Αγίου Πέτρου Κυνουρίας και κάτω Ναχαγιέ Ερμιονίδος.

Η εκκλησιαστική διοίκηση προ του έτους 1540

Το έτος 1212 το Άργος και το Ναύπλιο καταλαμβάνονται από τους σταυροφόρους. Η ορθόδοξος ιεραρχία καταργείται και στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος που εξαρτάται από το λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας (1212-1540) παρότι σχολάζουσα η ορθόδοξη μητρόπολη Άργους αναφέρεται εις τα «τακτικά» της εποχής αυτής. Η ρωμαϊκή εκκλησία έως το 1540 εξακολούθησε να εκλέγει επισκόπους, οι οποίοι από το 1397, δηλαδή μετά την καταστροφή του Βαγιαζήτ, εδρεύουν στο Ναύπλιον.

Από το 1540, οπότε το Ναύπλιο παραδόθηκε στους Τούρκους, και μέχρι σήμερα εκλέγονται τιτουλάριοι επίσκοποι Άργους από τη λατινική εκκλησία.

Για τα θέματα των ορθοδόξων υπήρχε υπό την έγκριση του λατίνου επισκόπου ένας πρωτοπαπάς διορισμένος από τους Ενετούς. Υπό τους Ενετούς ο οίκος Μαλαξού έδωσε λογίους, πρωτοπαπάδες και υμνογράφους, όπως και ο οίκος Ζυγομαλά. Αλλά των περισσοτέρων η δράση μεταφέρθηκε εκτός Ναυπλίου μετά την απομάκρυνση των Ενετών το 1540. Το 1540 το Ναύπλιον παραδίδεται από τους Ενετούς στους Τούρκους. Το μεγαλύτερο μέρος των κατοίκων καταφεύγουν στα Βενετοκρατούμενα νησιά της Κρήτης, Κυθήρων και Κερκύρας.

Ανασύσταση της μητροπόλεως

Το 1541 ο Κωνσταντινουπόλεως Ιερεμίας Α’ (1522-1545) δέχτηκε στην Κωνσταντινούπολη πρεσβεία από Αργείους και Ναυπλιείς εναπομείναντας στο Ναύπλιο. Ζήτησαν από τον πατριάρχη την ανασύσταση της μητροπόλεως, που από το 1212 ήταν σχολάζουσα. Δηλαδή για 329 χρόνια. Του λόγου το ασφαλές μαρτυρεί συνοδικό πατριαρχικό γράμμα του Ιερεμίου Α’ το Μάιο του 1541 απ’ όπου πληροφορούμεθα έγκυρα τις ενέργειες των κατοίκων της περιοχής και της αποφάσεις που ελήφθησαν. Το γράμμα παρέλαβε στα χέρια του, ως φαίνεται, ο νέος μητροπολίτης Δωρόθεος, και σ’ αυτό του παραγγέλλει ο πατριάρχης να μεταβεί στην επαρχία του, ν’ αναλάβει τα καθήκοντά του και να τα ασκεί κατά τη διαγραφομένη τάξη.

Οι χριστιανοί εξ άλλου οφείλουν να δεικνύουν την επιβαλλομένη υποταγή. Έδρα της ανασυσταθείσης μητροπόλεως έγινε πλέον το Ναύπλιο. Ο τίτλος όμως της επαρχίας παρέμεινε ως «μητρόπολις Άργους και Ναυπλίου».

Η εκκλησιαστική διοίκηση μετά την ανασύσταση της μητροπόλεως

Πρώτος μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου κατεστάθη ο Δωρόθεος το 1541, ο οποίος καθαιρέθηκε το 1550. Διάδοχος του Δωροθέου αναφέρεται ο Γερμανός, ο οποίος αναλαμβάνει το έτος 1550. Από το Ναυπλιέα Θεοδόσιο Ζυγομαλά πληροφορούμεθα ότι περί το 1578 ο μητροπολίτης Ναυπλίου είχε υπό τη δικαιοδοσία του 150 ιερείς και 4000 οικογένειες χριστιανών.

Ο αρχιερεύς που μαρτυρημένα ποιμαίνει την επαρχία επί μακρόν και κάπως ήρεμα είναι λόγιος, ονόματι Διονύσιος, του οποίου το όνομα απαντά από το έτος 1579.

Ποιος και κατά ποιο έτος διεδέχθη το Διονύσιο δεν τεκμηριώνεται. Σύμφωνα με τις ειδήσεις που υπάρχουν, το 1691 ποίμαινε την επαρχία ιεράρχης Παρθένιος μετατεθείς από την μητρόπολη Παλαιών Πατρών. Αυτός παραιτείται το 1600, ημέρα Δευτέρα 29 Οκτωβρίου.

Διάδοχός του προκρίνεται ο ιερομόναχος Άνθιμος, που παραμένει μέχρι το 1604, οπότε καταλαμβάνει το θρόνο των Αθηνών. Στις 12 Φεβρουαρίου 1604, Ναυπλίου εξελέγη ο πρώην Νέων Πατρών Παρθένιος. Αν πρόκειται για τον παραιτηθέντα το έτος 1600 ή είναι απλή συνωνυμία δεν μπορεί να τεκμηριωθεί. Πάντως το Μάιο του 1607 ο Ναυπλίου Παρθένιος καθαιρείται.

Το Μάιο του 1607 εκλέγεται Ναυπλίου ο οικονόμος της μητροπόλεως, ιερομόναχος Σωφρόνιος, ο οποίος μόλις συμπλήρωσε 15ετία παραιτήθηκε λόγω γήρατος.

Τον διαδέχεται ο Θεοφάνης που εκλέγεται στις 29 Απριλίου 1624. Μόλις συμπληρώθηκε 30ετία, Οκτώβριο του 1654 καθαιρείται λόγω καθυστερήσεως των προς το πατριαρχείο υποχρεώσεων. Μετά πάροδο ενός έτους το πατριαρχείο αποφασίζει συνοδική συγχώρηση. Όμως ήδη έχει εκλεγεί μητροπολίτης Ναυπλίου και Άργους ο Μακάριος.

 Για το Μακάριο γνωρίζουμε ότι τον Αύγουστο του 1656 απεκατεστάθη στη μικρή μητρόπολη Μηθύμνης. Έτσι ο Θεοφάνης παραμένει μητροπολίτης Άργους και Ναυπλίου άλλα δέκα χρόνια και καθαιρείται οριστικά το Νοέμβριο του 1665 με κατηγορίες ότι ήταν φιλοχρήματος, δεν κήρυττε τις Κυριακές και συγχωρούσε τετραγαμίες. Το Θεοφάνη διαδέχεται αμέσως ο Γεράσιμος προερχόμενος από τους πατριαρχικούς κύκλους. Αυτός καθαιρείται το Σεπτέμβριο του 1669 για οικονομικά παραπτώματα.

Στα χρόνια της Β’ ενετικής κυριαρχίας (1686-1715) η έδρα της μητροπόλεως έρχεται στο Άργος έως το 1715. Ως πρώτος μητροπολίτης αναφέρεται ο Κύριλλος το 1671. Κατόπιν ο Σίλβεστρος που διαποιμαίνει από το 1686 έως το 1698 και τέλος ο Αμβρόσιος από το 1698 έως το 1715 οπότε αρχίζει η Β’ τουρκική κυριαρχία στην Πελοπόννησο.

Μετά το 1715 παρουσιάζεται κάποιο κενό στην ιστορία της εκκλησίας Αργολίδος. Έδρα γίνεται το Μέρμπακα. Αναφέρεται μητροπολίτης ο Γαβριήλ Ταταράκης που διέμενε στην Κωνσταντινούπολη και μετείχε κινήσεως εναντίον του πατριάρχου Ιερεμίου Γ’. Αυτός καθαιρείται μετά τη 10η Φεβρουαρίου 1720 και το 1724 υπογράφει ως «πρώην Ναυπλίου και Πρόεδρος Μήλου και Κιμώλου Γαβριήλ και έξαρχος πατριαρχικός».

Το Γαβριήλ καθαιρεθέντα το 1720 διαδέχεται αμέσως ο Μελέτιος. Αυτός ποιμαίνει για είκοσι χρόνια τη μητρόπολη Άργους και Ναυπλίου. Το 1741 αρχίζει η αρχιερατεία του Νεόφυτου του οποίου την παρουσία βρίσκουμε σε έγγραφα μέχρι το έτος 1756. Πιθανώς η θητεία του να παρετάθη πέραν του 1756.

Κατεβαίνουμε λίγα χρόνια και το 1766 συναντάμε νέο αρχιερέα, το Βενέδικτο που υπογράφει έγγραφα κατά τα έτη 1766, 1767 και 1768 ως μέλος της πατριαρχικής συνόδου.

Μετά έχουμε κενό, διότι αναφέρεται ο Βενέδικτος στις προετοιμασίες της εξέγερσης του 1770, αλλά κατόπιν δε φαίνεται να μετέχει σε επιχειρήσεις. Ένεκα των Ορλωφικών τα εκκλησιαστικά πράγματα της Πελοποννήσου βρίσκονται σε αποδιοργάνωση.

Από το 1770 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Άργος και το 1776 έχουμε μια μνεία μητροπολίτου Ναυπλίου Νικοδήμου. Όμως από το αμέσως επόμενο έτος 1777 έως το 1786 σε έγγραφα απαντά μητροπολίτης Μελέτιος Β’, συνοδικός συνέχεια σχεδόν.

Το Μελέτιο, αφού παραιτήθηκε, διαδέχτηκε ο Ιάκωβος ο οποίος μαρτυρείται από το 1787 έως το 1800. Ήταν μάλλον από την Καλαμάτα. Επί των ημερών του κτίσθηκε κοντά στον παλαιό ναό Αγίου Πέτρου, μητροπολιτικό οίκημα του οποίου ερείπια σώζονται μέχρι προ ολίγων δεκαετιών στον περίβολο της οικίας της Αδελαΐδος Νανοπούλου στο Άργος, επί της οδού Μυστακοπούλου. Σήμερα ο χώρος έχει ισοπεδωθεί και λειτουργεί ως parking αυτοκινήτων.

Η ιδιοκτησία του οικοπέδου μετά την Αδελαΐδα Νανοπούλου περιήλθε  στον Ιωάννη Κουκούλη και από αυτόν στους Χρήστο και Ιωάννη Κουρουνιώτη, οι οποίοι τον κατέχουν μέχρι σήμερα.

Ο Ιάκωβος είχε ως γραμματέα, έκειρε μοναχό και χειροτόνησε εις διάκονο, τον εκ Δημητσάνης ανεψιό του Γερμανό, μετέπειτα επίσκοπο Παλαιών Πατρών. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός εκάρη μοναχός πιθανότατα εις την Παναγία Κατακεκρυμμένη.

Μετά το θάνατο του Ιακώβου εξελέγη διάδοχός του τον Ιανουάριο του 1800 ο αρχιμανδρίτης της μητροπόλεως Νικομήδειας Γεράσιμος, που μετά από κάποιες δυσκολίες παραιτήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1800, οπότε επληρώθη ο θρόνος δια μεταθέσεως του Παλαιών Πατρών Γρηγορίου.

Στο έτος 1810 τίθεται εκλογή μητροπολίτου Παρθενίου αντί αποθανόντος Γρηγορίου. Αυτός ο Γρηγόριος ήταν από τη Λακεδαίμονα και έχτισε μία ακόμη μητροπολιτική οικία κοντά σ’ αυτήν που είχε ανεγείρει ο Ιάκωβος. Την παρέλαβε ο ανεψιός και διάδοχός του εις το θρόνο, Γρηγόριος ο Καλαμαράς, καταγόμενος από τη Μεσσηνιακή Σίτζοβα.

Αυτός εργάσθηκε για το έθνος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και πέθανε (19 Σεπτεμβρίου 1821) στη φυλακή της Τριπολιτσάς ως εθνομάρτυρας. Η προτομή του βρίσκεται από το 1967, αριστερά της δυτικής εισόδου του ναού Αγίου Πέτρου Άργους. Με τον εθνομάρτυρα Γρηγόριο τερματίζεται η ιστορική πορεία της μητροπόλεως Άργους και Ναυπλίου μέχρι την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης. Από το 1821 έως το 1829 αναλαμβάνει εκκλησιαστικός τοποτηρητής της χηρευούσης μητροπόλεως Ναυπλίου και Άργους ο Αθανάσιος Σολιώτης, αρχιδιάκονος – πρωτοσύγκελλος του Γρηγορίου Καλαμαρά.

Η έδρα της μητροπόλεως

Το 1189 η μέχρι τότε επισκοπή Άργους και Ναυπλίου ανυψώθηκε σε μητρόπολη με έδρα το Άργος. Από το 1212 αρχίζει η φραγκοκρατία και η βίαιη κατάργηση της ορθοδόξου ιεραρχίας.

Στο Άργος εγκαθίσταται λατίνος επίσκοπος ο οποίος εξαρτάται από τον αρχιεπίσκοπο Κορίνθου. Η έδρα του λατίνου επισκόπου θα μεταφερθεί στο Ναύπλιον από το έτος 1367. Είναι το έτος που οι οθωμανοί αιχμαλωτίζουν πάνω από το μισό πληθυσμό του Άργους.

Κατά την περίοδο μέχρι το 1540 για τα ορθόδοξα πράγματα υπήρχε ένας πρωτοπαπάς, τον οποίο διόριζαν οι Ενετοί. Το 1541 έγινε η ανασύσταση της μητροπόλεως με έδρα το Ναύπλιο.

Το Ναύπλιο παραμένει ως έδρα της μητροπόλεως μέχρι το 1686 οπότε καταλαμβάνεται για δεύτερη φορά από τους Ενετούς και η έδρα μεταφέρεται στο Άργος και παραμένει εκεί μέχρι το 1715 περίπου. Από το 1715 έδρα της μητροπόλεως γίνεται το Μέρμπακα (Αγία Τριάδα).

Πιθανώς εκεί που βρίσκεται ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου του 12ου αιώνος. Όταν το 1989 είχε ξεκινήσει η επισκευή του δαπέδου του ναού, ανακαλύφθηκε κρύπτη κάτω από το Ιερό Βήμα. Η είσοδος της κρύπτης είναι ένα άνοιγμα θολωτό στο μπροστά μέρος της Ωραίας Πύλης, δομημένο με κεραμιδάκι, ενώ στο πίσω μέρος της αγίας Τράπεζας υπάρχει κι άλλο ένα μικρό άνοιγμα που οδηγεί στην κρύπτη. Πιθανώς η κρύπτη ήταν χώρος όπου αναπαύονταν τα λείψανα κεκοιμημένων κληρικών. Επίσης έγινε και απόξεση της μεταγενέστερης αγιογραφίας και βγήκαν στην επιφάνεια οι πρώτες εικόνες του ναού, έργα του 16ου αιώνα, εξαιρετικής τέχνης, αλλά με φθορές οι οποίες δυστυχώς χρησίμευσαν προκειμένου να κολλήσουν επάνω οι μεταγενέστερες αγιογραφίες.

Στην κόγχη της προθέσεως εικονίζεται ο Άγιος Πέτρος, επίσκοπος Άργους, αριστερά της προθέσεως ο Χριστοφόρος, επίσκοπος Άργους, και μεταξύ προθέσεως και Αγίας Τράπεζας ο Κωνσταντίνος, επίσης επίσκοπος Άργους (920 μ.Χ.).

Το αξιόλογο είναι ότι εικονίζονται ως άγιοι με φωτοστέφανο οι επίσκοποι Άργους, ενώ εμείς τιμάμε ως άγιο μόνο τον Πέτρο.

Ο ναός της Κοιμήσεως της Θεοτόκου Μέρμπακα εχρησιμοποιείτο ως νεκροταφιακός μέχρι το 2000, οπότε ολοκληρώθηκε η μεταφορά των μνημείων στο κοιμητήριο του νεοανεγερθέντος ναού του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, έξω από το χωριό, προς το Παναρίτι.

Η έδρα λοιπόν της μητροπόλεως παρέμεινε στο Μέρμπακα μέχρι το 1770, οπότε έχουμε επιδρομή Αλβανών και καταστροφές που επιβάλλουν τη μεταφορά της στο Άργος. Το Άργος θα είναι η έδρα της μητροπόλεως έως τις ημέρες της ελληνικής επαναστάσεως του 1821. Μετά την επανάσταση, μέχρι σήμερα έδρα της μητροπόλεως είναι το Ναύπλιο.

 Δαναός ΙΙΙ, «Το Άργος στα χρόνια της Τουρκοκρατίας», Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2003.

Read Full Post »

Επίσκοπος Επιδαύρου Καλλίνικος


 

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος

Ο Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Επιδαύρου κ.κ. Καλλίνικος (κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κορομπόκης) γεννήθηκε στις 6 Οκτωβρίου 1967 στο Άργος. Είναι πτυχιούχος της Νομικής Σχολής Αθηνών (1991) και της Θεολογικής Σχολής Αθηνών (1996). Εκάρη μοναχός (28-7-1991), χειροτονήθηκε διάκονος (18-8-1991) και πρεσβύτερος (13-10-1996) από τον Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην Αργολίδος κ.κ. Ιάκωβον.

Διηκόνησε την Ιεράν Μητρόπολην Αργολίδος ως Ιεροκήρυκας ενώ παράλληλα ασχολήθηκε με την μελέτην και συγγραφήν της Εκκλησιαστικής Ιστορίας της αυτής Μητροπόλεως.

Η Σεπτή Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος, μετά την εισήγηση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αργολίδος κ.κ. Ιακώβου, τον εξέλεξεν βοηθόν Επίσκοπον της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος, με τον τίτλον της πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Επισκοπής Επιδαύρου (14-10-2009).

Η χειροτονία του εις Επίσκοπον τελέσθηκε στον Καθεδρικόν Ιερόν Ναόν του Αγίου Πέτρου Άργους, από τον Μακαριώτατον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, κ.κ. Ιερώνυμον και πλειάδα Αρχιερέων (26-10-2009).

Στις 7 Οκτωβρίου 2016 εξελέγη Μητροπολίτης Άρτης.

Read Full Post »

Χειροτονία Επισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου


 

Θεοφιλέστατος Επίσκοπος ΕπιδαύρουΜε μεγαλοπρέπεια και με τη συμμετοχή πλήθους κόσμου, τελέστηκε την Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2009, στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους η χειροτονία του Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Επιδαύρου κ. Καλλινίκου, βοηθού Επισκόπου της Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδας. Της Θείας Λειτουργίας προεξήρχε ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, συμπαραστατούμενος από τον Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Ιάκωβο, Μονεμβασίας και Σπάρτης κ. Ευστάθιο, Μαντινείας και Κυνουρίας κ. Αλέξανδρο, Άρτης κ. Ιγνάτιο, Ύδρας κ. Εφραίμ, Μεσογαίας και Λαυρετωτικής κ. Νικόλαο, Πατρών κ. Χρυσόστομο, Κορίνθου κ. Διονύσιο και από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας τον Μητροπολίτη Τανζανίας κ. Ιερώνυμο. Επίσης, συλλειτούργησαν και οι δύο νέοι βοηθοί επίσκοποι, Κερνίτσης κ. Προκόπιος και Ανδρούσης κ. Θεόκτιστος.  Να αναφερθεί πως συγκινητική ήταν η στιγμή όταν πιστοί βροντοφώναξαν το «ΑΞΙΟΣ», για τον πολυαγαπημένο τους νέο βοηθό επίσκοπο Επιδαύρου κ. Καλλίνικο.

Ο νέος βοηθός Επίσκοπος κ. Καλλίνικος στο μήνυμα του μεταξύ άλλων τόνισε: «Εκφράζω την τιμή τον σεβασμό και την αδιάπτωτον εν Κυρίω αγάπη μου, προς ημάς, Τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος και Σεπτόν Πρόεδρον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μακαριώτατε σήμερα δια των σεπτών ημών χειρών έλαβον την χάριν της Αρχιερωσύνης, δύναστε ανεπιφυλάκτως να επαναλάβετε περί εμού «Υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγένικά σε». «Κύριε συ γινώσκεις ότι φιλω σε», με τούτη την φράση καταθέτω την ισόβιον αφοσίωση μου, προς τον σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Ιάκωβον».

Επίσης ο νέος Βοηθός επίσκοπος, στην ομιλία του αναφέρθηκε στο σεβασμό που τρέφει στο πρόσωπο του Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου. Ακόμη αναφέρθηκε με λόγια ευγνωμοσύνης, στη μνήμη του μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδος κ. Χρυσοστόμου.

Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος, απευθυνόμενος προς τον νέο επίσκοπο τόνισε: «Η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και τα μέλη αυτής, σε εξέλεξαν ως επίσκοπο της πάλαι ποτέ διαλλαμψάσης επισκοπής Επιδαύρου, μετά από πρόταση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου και γέροντος Αργολίδος κ. Ιακώβου, ως βοηθό της Ιεράς Μητροπόλεως. Και εμείς σήμερα στην ημέρα της δικής σου Πεντηκοστής, όλοι εδώ σ΄ αυτόν τον ευλογημένο και αγιασμένο χώρο, χορεία σεπτών αδελφών ιεραρχών, πλήθος αγαπητών αδελφών, πρεσβυτέρων και διακόνων, φίλων και συγγενών μα ιδιαιτέρως την παρουσία των ευσεβών γονέων σου, καλείσαι να σταθείς μπρος στο θυσιαστήριο για να λάβεις τον βαθμό της Αρχιερωσύνης».

Επίσης, ο Μακαριώτατος τόνισε: «Αυτός ο τόπος είναι γνωστός για εσένα και τα βήματα σου είναι γνωστά σ΄ αυτόν τόπο, η φήμη σου για την αγάπη προς αυτούς τους ανθρώπους και το έργο της διακονίας σου, συνετέλεσε ώστε η ψήφος των σεβασμιωτάτων Αρχιερέων να καλύψει με την αγάπη της αυτήν την καινούργια διακονία».

«Η κοινωνία μας σήμερα έχει ανάγκη από την κοινωνία που μας μίλησε ο ίδιος ο Χριστός, ποιος από εμάς δεν βλέπει γύρω του, την κρίση η τις κρίσεις που επικρατούν, ποιος δεν διαπιστώνει σήμερα ότι υπάρχουν σπέρματα εδώ και εκεί αποχριστιανοποίησης της κοινωνίας μας, ποιος δεν βλέπει ότι υπάρχει μια τάση αποξένωσης από τις παραδόσεις μας, που μας άφησαν οι πατέρες τις εκκλησίας μας. Καλούμεθα δε σήμερα, πολύ περισσότερο από κάθε εποχή, ιδιαίτερα εμείς οι επίσκοποι να φέρουμε αυτό το πνεύμα του επανευαγγελισμού μέσα στην κοινωνία μας», τόνισε χαρακτηριστικά ο Προκαθήμενος της Ελλαδικής Εκκλησίας.

   

Χειροτονητήριος λόγος Επισκόπου Επιδαύρου:


«Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Μακαριώτατε Αρχιεπίσκοπε Αθηνών και πάσης Ελλάδος, σεπτέ Πρόεδρε της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος κύριε Ιερώνυμε, Σεβασμιώτατε Κυριάρχα Μητροπολίτα της κατ’ Αργολίδα Εκκλησίας κύριε Ιάκωβε, Σεβασμία των Ιεραρχών χορεία, Πρεσβύτεροι και Διάκονοι της Εκκλησίας, Οσιώτατοι Μοναχοί τε και Μοναχαί, εντιμώτατοι εκπρόσωποι των Αρχών και ευλογημένε λαέ του Κυρίου, ταύτα τα ως προμετωπίδα τεθέντα λόγια, τα οποία απηύθυνε προς τον Κύριον ο Απόστολος Πέτρος επαναλαμβάνω και εγώ ο ελάχιστος σήμερον από βάθους καρδίας, καθώς η Εκκλησία με αναδεικνύει Ποιμένα της λογικής μάνδρας του Χριστού.

Όταν δε, ο Πρωτοκορυφαίος Απόστολος Πέτρος, διεβεβαίωσε λέγων «Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17) τότε, συμφώνως προς την ευαγγελικήν διήγησιν, ο Αρχιποίμην Χριστός εξέφρασε την εμπιστοσύνην Αυτού προς εκείνον λέγων• «βόσκε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21,17). Σήμερον, η ταπεινότης μου επαναβεβαιούμαι δια του «Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17), και προσμένω να ακούσω δια του στόματος Υμών Μακαριώτατε το αυτό κάλεσμα του Μεγάλου Ποιμένος Χριστού• «βόσκε τα πρόβατά μου» (Ιω. 21,17) και να εισέλθω εις την ποι! μαντορίαν των Μακαρίων Αποστόλων.

Χειροτονία

«Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Μακαριώτατε, με τα ίδια ταύτα λόγια εκφράζω την τιμήν, τον σεβασμόν και την αδιάπτωτον εν Κυρίω αγάπην μου προς Υμάς τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος, τον και σεπτόν Πρόεδρον της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και προς τα τίμια Μέλη αυτής τα κατά πλειονοψηφίαν αναδείξαντά με εις Επίσκοπον, όλως δε ιδιαιτέρως εις τα συντρέξαντα ενταύθα κατά την σημερινήν ημέραν ως και εις τους λοιπούς αγίους Ιεράρχας τους συνελθόντας πανταχόθεν δια την εις Επίσκοπον χειροτονίαν μου. Χορηγών μοÎ! ¹ Μακαριώτατε σήμερον δια των σεπτών Υμών χειρών την Χάριν της Αρχιερωσύνης δύνασθε ανεπιφυλάκτως να επαναλάβετε περί εμού «υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε» (Ψαλμ. 2,7).

«Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Με την Πέτρειον ταύτην φράσιν καταθέτω την ισόβιον αφοσίωσίν μου προς τον Σεβασμιώτατον Ποιμενάρχην μου κύριον Ιάκωβον, τον γεραρόν οιακοστρόφον της κατά Αργολίδα Ολκάδος του Χριστού, τον επιβλέψαντα ευμενώς και συμπαθώς επ’ εμέ. Καλώς γνωρίζω ότι «σιγή τιμώνται τα μεγάλα». Και μεγάλα είναι τα διακατέχοντά με αισθήματα ευγνωμοσύνης προς αυτόν. Αλλά η υπό της Σιωπής φυλασσομένη θύρα του Μεγάλου παραβιάζεται υπό της σφοδράς επιθυμίας όπως «ομολογήσω την χάριν, κηρύξω τον έλεον, ου κρύψω την ευεργεσίαν».

Χειροτονία

Προς πάντα τα τιμαλφή δωρήματά του προς εμέ, αποδώσω ό έχω: την ψυχήν και την παλλομένην υπό ευγνωμοσύνης καρδίαν μου, την ευπείθειαν και την απόλυτον αφοσίωσιν του Βοηθού Επισκόπου, ίνα τα της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως πράγματα ως μέχρι σήμερον ούτω και εις το εξής, «ευσχημόνως και κατά τάξιν» γίνωνται, προς δόξαν και αίνον Θεού, κατακόσμησιν δε και λαμπρότητα της Εκκλησίας Αυτού, με τον εμπνεόμενον υπό του Σεπτού Μητροπολίτου Αργολίδος σεβασμόν προς τα Ιερά Θέσμια, προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος και προς ! πάσας τας λοιπάς Ανωτάτας Εκκλησιαστι κάς Αρχάς, εξόχως δε, προς τον πρώτον της Ορθδόξου Εκκλησίας Θρόνον, τον της Κωνσταντινουπόλεως και την Αυτού Θειοτάτην Παναγιότητα, τον Οικουμενικόν ημών Πατριάρχην κύριον Βαρθολομαίον, προς Ον διαδηλώ την ειλικρινή, δια την προς με Πατριαρχικήν Αυτού ευλογίαν, ευγνωμοσύνην και την εν τιμή δια βίου πιστότητά μου.

Σεπτέ Κυριάρχα Μητροπολίτα μου, Σεβασμιώτατε Αργολίδος κύριε Ιάκωβε, δεν θα παύσω καθικετεύων ημέρας και νυκτός τον εν ελέει πλούσιον Θεόν να περισκέπη την υμετέραν Σεβασμιότητα, πληθύνων τα έτη αυτής και τηρών αυτήν εν ακμή σώματος και πνεύματος μέχρι γήρως βαθέος και ολβίου.

«Κύριε, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε» (Ιω. 21,17). Η προς τον Κύριον αγάπη μου, δεν είναι αόριστος, αλλά απευθύνεται προς το «Σώμα Αυτού» δηλονότι προς την Εκκλησίαν. Την Εκκλησίαν εν πρώτοις ως στρατευομένην επί της γης.

Προς πάντα, τουτ’ έστιν, αγωνιζόμενον Χριστιανόν της εις ην εγεννήθην, ανετράφην, έλαβα πάντας τους της Ιερωσύνης βαθμούς και ως Κληρικός απ’ αρχής έως σήμερον υπηρέτησα, κατά Αργολίδα Εκκλησίας και της ανά την οικουμένην, προς τους αναξιοπαθούντας «ελαχίστους αδελφούς του Κυρίου» (Ματθ. 25,40), προς τον Ιερόν Κλήρον, και τας Μοναστικάς Αδελφότητας της Ιεράς ταύτης Μητροπόλεως, προς τους κατά σάρκα γονείς, αδελφούς και συγγενείς μου και προς τους ποικιλοτρόπως συμβαλλόντας και συμμετέχοντας εις την σημερινήν πνευματικήν μου χαράν. Προς δε τούτοις μνημονεύω και «εκκλησίας πρωτοτόκων εν ουρανοίς απογεγραμμένων» (Εβρ. 12,23)• πάντων των προαπελθόντων κατά πνεύμα και κατά σάρκα οικείων, αναδόχων, διδασκάλων και ευεργετών μου, εξαιρέτως δε, του εις Χριστόν παιδαγωγού μου, μακαριστού Μητροπολίτου Αργολίδος κυρού Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου.

Μακαριώτατε, υπείκων τω θείω θελήματι, ουχί εκ βίας ή ανάγκης, αλλ’ εξ αγάπης προς τον πάντας αγαπώντα, τον αθλοθέτην και συναγωνιστήν Κύριον, και επικαλούμενος την μεσιτείαν της Παναγίας Αυτού Μητρός, των φωτοειδών Αρχαγγέλων, του τιμίου Βαπτιστού, των αγίων θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης, του αγίου ενδόξου μάρτυρος Καλλινίκου, του εν Αγίοις Πατρός ημών Πέτρου Επισκόπου Άργους του Θαυματουργού, του Αγίου ενδόξου Μεγαλομάρτυρος Λεωνίδου του εν Επιδαύρω μετά της συνοδείας αυτού, εις το διαιωνίως, προς πάντας τους Ποιμένας της Εκκλησίας, απευθυνόμενον μειλίχιον ερώτημα• «φιλείς με;», κλίνων το γόνυ της καρδίας και του σώματος, αποκρίνομαι αδιστάκτως• «Κύριε, συ πάντα οίδας, συ γινώσκεις ότι φιλώ σε».

Και δέει πολλώ συνεχόμενος, αναμένω να ακούσω της μακαρίας άμα δε και φοβεράς φωνής, της προσταζούσης με• «Βόσκε τα πρόβατά μου» (Ιωάν. 21,17). Γένοιτο!

 

Πηγή


  • Ρομφαία, Πρακτορείο Εκκλησιαστικών Ειδήσεων.

Read Full Post »

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Άργους (Παλαιός)


 

 

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Άργους (Παλαιός)

Ιερός Ναός Αγίου Νικολάου Άργους (Παλαιός)

Σημαντικό μεταβυζαντινό διατηρητέο μνημείο 15ου αιώνα.  Ο κοιμητηριακός ναός του Αγίου Νικολάου, είναι πετρόκτιστος, τρίκλιτος, σταυρεπίστεγος, της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Η αψίδα της ανατολικής πλευράς σχηματίζει τρεις κόγχες. Εσωτερικά έχει δύο κίονες και η εγκάρσια καμάρα υψώνεται μεταξύ των κιόνων αυτών και του τέμπλου.

Ο ναός έχει υποστεί πολλές επεμβάσεις, ασβεστώματα στη βόρεια πλευρά, επιχρίσματα στη νότια και άλλα. Το 1953 προστέθηκε δυτικά πρόναος με δαπάνη ομοεθνών της Αμερικής. Την ίδια εποχή διαμορφώνεται και το προστώο. Ο ναός έτσι μεγάλωσε, αλλά τα επιχρίσματα αφαίρεσαν από το εκκλησάκι την αισθητική που χαρακτηρίζει μια παλιά εκκλησία. Το κομψό μαρμάρινο καμπαναριό, που υψώνεται λίγα μέτρα από την νοτιανατολική γωνία, έχει κτιστεί το 1903 σύμφωνα με χάραγμα στη νότια πλευρά του.

Στο ναό αυτό εκκλησιάζονταν οι ενορίτες του Αγίου Νικολάου, πριν κτιστεί ο νέος ναός του Αγίου Νικολάου στην οδό Κορίνθου το 1966.

 

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007.

 

Read Full Post »

Ρομπότης Παναγιώτης (1830-1875)

 


 

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Κληρικός, θεολόγος και καθηγητής Δογματικής, Χριστιανικής Ηθικής και Λειτουργικής στη Θεολογική σχολή. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας και αφού έλαβε εγκύκλια μόρφωση σπούδασε θεολογία στην Αθήνα, την Αγία Πετρούπολη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, αρχικά, καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης. Το 1870 χειροτονήθηκε ιερέας και με την ιδιότητά του αυτή ανέλαβε καθήκοντα πνευματικού και εξομολόγου της βασίλισσας Όλγας, συζύγου του βασιλιά Γεωργίου Ά, στην οποία δίδαξε και την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα χρηματίζοντας πέντε φορές Κοσμήτωρ της Θεολογικής σχολής και μια Πρύτανης,* το ακαδημαϊκό έτος 1874-1875. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός και λοχαγός στην Πανεπιστημιακή Φάλαγγα.** Πέθανε στην Αθήνα.

 

Υποσημειώσεις

 


  

* Δεν προκαλούν ενδιαφέρον στον σημερινό αναγνώστη μόνον εκείνες οι πτυχές της ιστορίας ενός Πανεπιστημίου που έχουν σχέση με τις ποικίλες και γόνιμες πνευματικές, ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητες που αδιαλείπτως το χαρακτηρίζουν, από την ίδρυση του έως τις μέρες μας. Υπάρχουν και εκείνες οι πτυχές που αφορούν την καθημερινή ζωή μέσα στο Ίδρυμα, άλλοτε πιο ήρεμη και άλλοτε πιο θυελλώδη, ανάλογα με τα σημεία των καιρών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες σελίδες, ξεχασμένες σήμερα, της ιστορίας του Πανεπιστημίου, τότε αξίζει να τα επισημαίνουμε, ώστε να εξηγούμε καταστάσεις που τις συναντούμε ακόμη και στον 21 ο αιώνα. Έτσι συμβαίνει και με ένα έγγραφο του 1874, που ο τότε Πρύτανης Παναγιώτης Ρομπότης απηύθυνε προς τους φοιτητές που εκείνη την εποχή φαίνεται ότι θορυβούσαν περισσότερο από το σύνηθες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και κάπνιζαν εμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων.

Νουθεσίες προς τους «πολίτες» του Πανεπιστημίου

Για τον λόγο αυτόν, ο Ρομποτής προσπάθησε να τους νουθετήσει, προτείνοντας τους έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς. Το έγγραφο που τοιχοκολλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1874, δηλαδή στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους, έχει ως εξής:

«Προς τους κυρίους φοιτητάς του Πανεπιστημίου. Μετά λύπης βλέπομεν, άμα αρξαμένωντων μαθημάτων, ότι εναντίον των παραινέσεων, τας οποίας η Πρυτανεία απηύθυνεν άλλοτε πολλάκις εις τους κυρίους φοιτητάς, εναντίον της πρεπούσης αυτοίς υπολήψεως ως πολίταις του Πανεπιστημίου, γίνονται καθ’ εκάστην εντός των δωματίων, όπου τελείται η πνευματική της επιστήμης λειτουργία, αταξίαι και θόρυβοι, κραυγαί και κρότοι ποδών και βακτηριών, οι οποίοι μεταβάλλουσι τον χαρακτήρα του ιερού τούτου ιδρύματος εγκολάπτουσιν εις αυτόν ασχημίαν αποτρόπαιον.

Ημείς αυτοί εργαζόμενοι εις το Πρυτανείον ιδίαις αισθήσεσιν αντελήφθημεν των πάταγων αυτών και των θορύβων, και ένεκα αυτών ηναγκάσθημεν να διακόψωμεν τας εργασίας, ελεεινολογούντες την ταπείνωσιν των φοιτητών. Πολλοί των κ. καθηγητών, ένεκα των θορύβων διέκοψαν τας διδασκαλίας των, ή δεν ηδυνήθησαν ποσώς να διδάξωσι. Δεν είναι ένοχοι της καταπτώσεως ταύτης όλοι οι φοιτηταί, εσμέν βέβαιοι, αλλ’ ολίγοι τινές, ένοχοι όμως πάντες εισί διά την ασύγγνωστον ανοχήν, ην επιδεικνύουσι προς τας ταραχάς των ολίγων, ους ώφειλον να καταγγείλωσιν εις την Πανεπιστημιακήν Αρχήν ως αδικούντας αυτούς την μεγίστην των αδικιών, αφαιρούντες απ’ αυτών την ιδέαν της σεμνότητος, ήτις πρέπει να κοσμή τον πολίτην του Πανεπιστημίου.

Προς τούτοις επληροφορήθημεν, ότι ου μόνον εις τα προπύλαια καπνίζουσιν, αλλά και εις αυτά έτι τα δωμάτια των παραδόσεων, μεταβαλόντες ούτω εις καπνιστήριον την παράδοσιν, εις τρόπον ώστε δεν δύναται ο καθηγητής να παραδώση. Τούτο δε ου μόνον είναι απρεπές, αλλά και εις κίνδυνον πυρός φέρει το Πανεπιστήμιον εν τω οποίω εισί τεταμιευμέναι αι του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδες. Τα τοιαύτα πρέπει από της σήμερον να παύσωσι και εις τούτο καλούμεν αυτούς τους φοιτητάς να συνδράμωσιν ημάς, διότι εις αυτούς αποβλέπει η αγαθή ή μη τοιαύτη περί του Πανεπιστημίου ιδέα, αυτούς ωφελεί η τήρησις της τάξεως και ζημιοί τουναντίον.

Πιστεύομεν ότι οι φοιτηταί θέλουσιν εκτιμήσει δεόντως τας παραινέσεις ημών και θέλουσι συμμορφωθή ταύταις. Απαγορεύομεν δε αυστηρώς: α) να εισέρχηταί τις καπνίζων εις το δωμάτιον τας παραδόσεως και β) να ποιή θόρυβον εντός αυτού, γ) όστις δε οραθή παραβαίνωντας παραγγελίας ταύτας, θέλει τιμωρηθή μεθ’ όλης της αυστηρότητος των πανεπιστημιακών νόμων, δ) ου μόνον δε εντός του καταστήματος συνιστώμεντοις ημετέροις φοιτηταίς ίνα τηρώσι την προσήκουσαν τάξιν, αλλά και εκτός αυτού να δεικνυωσι διαγωγήν εμπρέπουσαν εις πολίτας του ανωτάτου παιδευτηρίου, απεχόμενοι των προς αλλήλους ερίδων και παντός διαβήματος δυναμένου να ελάττωση την περί αυτών υπόληψιντης κοινωνίας». (Από την ιστορία του ΕΚΠΑ). 

** Πανεπιστημιακή φάλαγγα  ειδικό σώμα, στρατιωτικά συγκροτούμενο, από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη τήρηση της τάξης μετά τις ταραχές που είχαν σημειωθεί στη Πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποχώρηση του Βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με απόφαση της τότε προσωρινής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862.

Στη φάλαγγα εκείνη κατατάχθηκαν όλοι οι τότε φοιτητές, αρχικά 612 τον αριθμό, υπό την ανώτατη διοίκηση του αξιωματικού του πεζικού Ιωάννη Ζουμπούλη. Σχηματίσθηκαν έτσι 5 λόχοι από 120 άνδρες έκαστος με λοχαγούς καθηγητές του Πανεπιστημίου. Αργότερα προστέθηκε ένας ακόμη λόχος φθάνοντας σε 840 ένοπλους φοιτητές.

Η φάλαγγα αυτή είχε αναλάβει την ένοπλη φρούρηση της πόλης της Αθήνας και ειδικότερα των Υπουργείων και λοιπών δημοσίων καταστημάτων καθώς και του κτιρίου της Εθνοσυνέλευσης (Παλιά Βουλή). Όταν μετά την εγκαθίδρυση του Βασιλέως Γεωργίου Α’ αποκαταστάθηκε η τάξη, η φάλαγγα αυτή διαλύθηκε, με απόπειρες όμως επανασύστασής της το 1873, όπου έλαβαν χώρα βίαιες σκηνές στη δημιουργία «Οργανισμού Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» και κανονισμού άσκησης των φοιτητών στα όπλα, και το 1875 που επανήλθε το αυτό, που όμως ναυάγησαν. Το 1879 καθορίσθηκε με νόμο η γενική στρατολογία έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος για Πανεπιστημιακή φάλαγγα. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ.15ος, σελ.402).

 

Πηγές

 


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος (1869- 1925)


  

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αθανάσιος

Πρόκειται για τον Αθανάσιο Βαβαλίση ή Λάσκαρι (ρη) τον από Μυρέων. Γεννήθηκε στην Μάδυτο του Ελλησπόντου το 1869. Πριν έρθει στο Ναύπλιο υπηρέτησε ως Χωρεπίσκοπος Βλάγκας Κωνσταντινουπόλεως ( 1896) με τον τίτλο της « πάλαι ποτέ διαλαμψάσης» Επισκοπής Μυρέων. Αργότερα εστάλη ως βοηθός επίσκοπος του Μητροπολίτη Ξάνθης και Καβάλας. Εκεί παρέμεινε κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων και διακρίθηκε για την αποτελεσματική εθνικοθρησκευτική του δράση.

Κατά τον Ελληνοβουλγαρικό πόλεμο οι Βούλγαροι τον συνέλαβαν αιχμάλωτο και υπέστη στα χέρια τους τα πάνδεινα. Αυτό προκύπτει και από άρθρο του Κώστα Παπακοσμά, σχετικό με την απελευθέρωση της Καβάλας τον Ιούνιο του 1913.

 

 

 

Οι Καβαλιώτες όμηροι που απήχθησαν το 1913 από τους Βουλγάρους μαζί με τον επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο

Οι Καβαλιώτες όμηροι που απήχθησαν το 1913 από τους Βουλγάρους μαζί με τον επίσκοπο Μυρέων Αθανάσιο

« Ο Κριεζής γίνεται πρόσωπο λατρείας στα χέρια τον σηκώνουν οι Καβαλιώτες και τον οδηγούν στο Διοικητήριο ( το σημερινό δικαστικό μέγαρο) εκεί υψώνει την Ελληνική σημαία στο μπαλκόνι του κτιρίου, εκεί τον συναντούν οι εναπομείναντες αρχές της πόλης. Τον ανακοινώνουν και το κακό μαντάτο της ομηρίας των επιφανών πολιτών αλλά και Επισκόπου Μυρέων Αθανασίου».

Σε αυτές τις σκληρές και απάνθρωπες εμπειρίες του αναφέρεται στο βιβλίο του με τίτλο:  « Βουλγαρικαί θηριωδίαι» και το οποίο τυπώθηκε το 1914 στην Αθήνα.

 

Τις θυσίες αυτές και την σημαντική προσφορά του αναγνώρισε η Εκκλησία και η Πολιτεία και τον τοποθέτησε ως Μητροπολίτη στην χηρεύουσα επί διετία Ιερά Μητρόπολη Αργολίδος. Η κλονισμένη του όμως υγεία τον ανάγκασε να παραιτηθεί από την θέση του και να αποσυρθεί σε κάποια  Μονή της Ιεράς Μητροπόλεως Καρυστείας όπου και πέθανε το 1925 σε ηλικία 56 ετών.

Επί των ημερών του και επί Ηγουμενίας της Μοναχής Καικυλίας – την οποία είχε χειροθετήσει ο ίδιος ως Καθηγουμένη – βρέθηκε από την σκαπάνη της μοναχής Φεβρωνίας, η εικόνα του Κυρίου Ημών Ιησού χριστού στην Αγία Μονή  της Άρειας Ναυπλίου, μετά από όραμα του Ελληνοαμερικάνου Θεόδωρου Ρογκόπουλου ο οποίος υπέδειξε και τον χώρο ανασκαφής.

  

Πηγές


  • Καθηγουμένης Κυπριανής Κρίγκα, «Αγία Μονή Αρείας Ναυπλίου. Η εύρεσις της Θαυματουργού εικόνος του Ιησού Χριστού», Ναύπλιον, 1986.
  • Παπακοσμάς Κώστας, «Η απελευθέρωση της Καβάλας το 1913», Δήμος Καβάλας, 2009.
  • Απομνημονεύματα, « Βουλγαρικαί Θηριωδίαι», Επισκόπου (Καβάλας) Μυρέων Αθανασίου, Αθήναι, 1914.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

 


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Μητροπολίτης Αργολίδος Ιωάννης Ε΄

Σπουδαία Αρχιερατική προσωπικότητα. Το όνομα της οικογένειάς του ήταν Παπασαράντου. Τόπος καταγωγής του ήταν το Ροϊνό Αρκαδίας. Υπηρέτησε και διακρίθηκε ως πνευματικός στον Ιερό Ναό Ρόμβης της Αθήνας, όπου πλήθος πιστών προσερχόταν προκειμένου να εξομολογηθεί.

Εκλέχτηκε το 1939 στον θρόνο της Ι.Μ. Αργολίδος σε ηλικία 63 ετών. Φρόντισε και περιέθαλψε με περισσή πατρική αγάπη το λαό της Μητρόπολής του, κατά τους δύσκολους και χαλεπούς καιρούς της Γερμανοϊταλικής Κατοχής.

Εκοιμήθη το 1942, μετά από ανίατη ασθένεια. Ετάφη στον περίβολο της Ιεράς Μονής Αγίου Θεοδοσίου, την οποία είχε ανακαινίσει ριζικά και την είχε αναγνωρίσει ως Γυναικεία Μονή.  

 

Πηγή

 


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος (1898-1956)


 

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Μητροπολίτης Αργολίδος Αγαθόνικος

Ο Αγαθόνικος Παπασταματίου ο από Σταυρουπόλεως, υιός του ιερέα Κωνσταντίνου Παπασταματίου, γεννήθηκε στην Αράχωβα Αιγίου το 1898. Το 1922 έλαβε το πτυχίο της Θεολογικής Σχολής Αθηνών, το 1923 χειροτονήθηκε Διάκονος και το 1926 Πρεσβύτερος. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Γυμνασίου στο Αίγιο και ως Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Καλαβρύτων και Αιγιαλείας.

Μετέβη στο Τορόντο του Καναδά για μεταπτυχιακές σπουδές και για μια δεκαετία υπηρέτησε ως εφημέριος και Καθηγητής σε διάφορες Ελληνικές Κοινότητες. Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, έγινε Πρωτοσύγκελος της Μητροπόλεως Κορίνθου και το 1941 εξελέγη βοηθός επίσκοπος του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Δαμασκηνού.

Το 1942 εκλέγεται Μητροπολίτης Αργολίδος. Ως Ποιμενάρχης διακρίθηκε για την αφοσίωσή του μέχρι αυταπάρνησης στο ποίμνιό του και μάλιστα σε καιρούς σκληρούς όπως ήταν η Κατοχή.

Το 1945 μετατέθηκε στην Μητρόπολη Καλαβρύτων και Αιγιαλείας και το 1956 εκοιμήθη, πάσχοντας από κάποια παραλυτική ασθένεια.

  

Πηγή


  • Χριστιανική Εστία Άργους, «Ημερολόγιον του έτους 1980», Αθήνα, 1979.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »