Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Καθημερινή – Το Άργος επενδύει στο μέλλον


  

Στην μεγάλη και έγκριτη εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ του Σαββάτου 27 Αυγούστου 2011 και στο ένθετο ΖΩΗ-ΤΕΧΝΗ, η δημοσιογράφος Χριστίνα Σανούδου, δημοσιεύει ένα ενδιαφέρον άρθρο με τίτλο « Το Άργος επενδύει στο μέλλον» που αναφέρεται στην αξιοποίηση των στρατώνων του Καποδίστρια και την δημιουργία εκεί του Βυζαντινού Μουσείου.

Επειδή θεωρούμε ότι αυτού του είδους τα δημοσιεύματα αναδεικνύουν την ιστορική πόλη μας και τον πολιτισμικό πλούτο της, αναδημοσιεύουμε ολόκληρο το σχετικό άρθρο, ελπίζοντας ότι θα ακολουθήσουν και άλλα τα οποία θα παρουσιάσουν τις βαθιές ιστορικές ρίζες του Άργους.

 

Το Άργος επενδύει στο μέλλον

Η ιστορική πόλη αξιοποιεί τους παλιούς Στρατώνες και αποκτά πρότυπο Βυζαντινό Μουσείο, σύμβολο μιας νέας εποχής

 

Σε περιόδους ειρήνης, χρησιμοποιήθηκαν ως νοσοκομείο, σχολείο, αγορά, ταχυδρομείο και αγορά. Σε πιο «σκοτεινές» εποχές, μετατράπηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για Τούρκους αιχμαλώτους των Βαλκανικών Πολέμων, σε χώρο ανακρίσεων και βασανιστηρίων, αλλά και σε προσωρινό κατάλυμα για Μικρασιάτες πρόσφυγες.

Οι εμβληματικοί Στρατώνες του Καποδίστρια στο Άργος, η πορεία των οποίων είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την Ιστορία της Ελλάδας, αποκτούν επιτέλους μια «ταιριαστή» χρήση: το πρώτο Βυζαντινό Μουσείο της Πελοποννήσου αναμένεται να ανοίξει για το κοινό σε περίπου ενάμιση χρόνο, αναδεικνύοντας τον πολιτισμικό πλούτο της άγνωστης στο ευρύ κοινό μεσαιωνικής Αργολίδας και συμπληρώνοντας το πολιτισμικό πάζλ που συνθέτουν οι πολυάριθμοι αρχαιολογικοί χώροι της περιοχής, από την Αρχαία Ακρόπολη του Άργους ως τις γειτονικές Μυκήνες, την Τίρυνθα και την Επίδαυρο.

 

Καθημερινή - Το Άργος επενδύει στο μέλλον

 

Παράλληλα, εκτιμάται ότι θα φέρει και μια πνοή ανανέωσης στο Άργος- μία από τις σημαντικότερες πόλεις της αρχαιότητας, με αναφορές στα ομηρικά έπη και τα γραπτά των αρχαίων ιστορικών και τραγικών ποιητών, που όμως εδώ και δεκαετίες έχει περάσει στην αφάνεια. Αυτή τη στιγμή, ακόμα και το αξιόλογο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης «δέχεται λιγότερο από 1.000 επισκέπτες τον χρόνο», αναγνωρίζει ο πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου Δήμου Αργους – Μυκηνών, Ιωάννης Μαλτέζος. «Στο Άργος δεν έχουμε δυστυχώς σημεία αναφοράς και μέρη που να έχουμε αναδείξει επαρκώς. Θέλουμε να αλλάξει αυτό», υπογραμμίζει.

Χτισμένο από τους Ενετούς τη δεκαετία του 1690, το κτίριο των Στρατώνων αρχικά αποτέλεσε νοσοκομείο των Αδελφών του Ελέους, ενώ στα χρόνια της Τουρκοκρατίας φιλοξένησε το παζάρι και το ταχυδρομείο της πόλης. «Κατά την Επανάσταση το κτίριο υπέστη μεγάλη καταστροφή και σύμφωνα με μαρτυρίες ξένων περιηγητών είχε μεταβληθεί σε ερείπια», εξιστορεί ο Αναστάσιος Τσάγκος, ιδρυτής και γ.γ. της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, αλλά αργότερα ξαναχτίστηκε από τον Καποδίστρια. Στις αρχικές προθέσεις της πρώτης κυβέρνησης της ελεύθερης Ελλάδας ήταν να ιδρύσει εκεί το πρώτο πανεπιστήμιο της χώρας, όμως το σχέδιο ουδέποτε έφτασε σε επίπεδο υλοποίησης.

Τον Μάρτιο του 1977, το δημοτικό συμβούλιο Άργους αποφασίζει να κατεδαφίσει το κτίριο, το οποίο είχε πρόσφατα περάσει στην κυριότητα του δήμου, πυροδοτώντας έντονες αντιδράσεις από τον Τύπο και τοπικούς φορείς. «Αρχίζει στον τόπο μια σκληρή μάχη, όχι μόνο για τη διατήρησή τους, αλλά και για τη μετατροπή τους σε τοπικό πολιτιστικό κέντρο», υποστηρίζει ο κ. Τσάγκος. Τελικά, η διαμάχη είχε αίσιο τέλος, αφού το κτίριο κηρύχθηκε διατηρητέο από το υπουργείο Πολιτισμού.

Πιο πρόσφατα, και έπειτα από πρόταση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, ο δήμος δέχθηκε να το παραχωρήσει για τη δημιουργία του Βυζαντινού Μουσείου. Προερχόμενα κυρίως από ανασκαφικές έρευνες στο Άργος και τις γύρω περιοχές, τα περίπου 670 εκθέματα του Μουσείου αφηγούνται την ιστορία της βυζαντινής Αργολίδας, η οποία αποτέλεσε «περιοχή ιδιαίτερης σημασίας με μεγάλη ανάπτυξη», όπως τονίζει ο προϊστάμενος της 25ης ΕΒΑ, Δημήτρης Αθανασούλης. Ουσιαστικά, πρόκειται για «άγνωστα αντικείμενα, που δεν έχουν εκτεθεί ποτέ», ανάμεσά τους εντυπωσιακά «ψηφιδωτά από ναούς και οικίες της προβυζαντινής περιόδου», συνεχίζει. Θα παρουσιαστούν, επίσης, ευρήματα από τις συνεχιζόμενες έρευνες στο Σπήλαιο της Ανδρίτσας, όπου κατέφυγε – και τελικά εγκλωβίστηκε – για άγνωστα αίτια μια ομάδα χριστιανών στα τέλη του 6ου αιώνα. Η συλλογή θα περιλαμβάνει, ακόμα, υλικό από την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ενώ επιμέρους ενότητες θα εστιάζουν στην παρουσία των Ενετών και Φράγκων στην περιοχή.

Το έργο οργάνωσης και λειτουργίας της μόνιμης έκθεσης έχει ενταχθεί στο ΕΣΠΑ με προϋπολογισμό 996.000 ευρώ. Εκτός από τη δυτική πτέρυγα, ο δήμος – ο οποίος χρηματοδότησε τη μουσειολογική μελέτη και μέρος της μουσειογραφικής- παραχωρεί και άλλα τμήματα του κτιρίου για τη δημιουργία αποθηκών και αίθουσας περιοδικών εκθέσεων. Στους υπόλοιπους χώρους του οικοδομήματος σχεδιάζεται, μεταξύ άλλων, η δημιουργία δημοτικής βιβλιοθήκης.

 

Χριστίνα Σανούδου

Καθημερινή, Σάββατο 27 Αυγούστου 2011

 

Read Full Post »

Καλλέργης Δημήτριος – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του, 1827


  

Δημήτριος Καλλέργης – Η αιχμαλωσία και η απελευθέρωσή του κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ.

 

Ο πετυχημένος και δη­μοφιλής συγγραφέας, πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pueckler-Muskau, 1785-1871), ξεκίνησε ένα μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά άλλους διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας. Το πιο ανατριχιαστικό επεισόδιο το ακούει από το στόμα του συνταγματάρχη Δημήτρη Καλλέργη στο Άργος. Την 30η  Μαΐου του 1836 γράφει στο ημερολόγιό του:

 

Δημήτριος Καλλέργης

« Ο συνταγματάρχης Καλλέργης, ένας από τους αρχηγούς και ο πιο πλούσιος γαιοκτήμονας της χώρας, ένας πολύ μορφωμένος άνδρας που έχει ταξιδέψει σε όλη την Ευρώπη και είχε μια φοβερή περιπέτεια στον πόλεμο, με κάλεσε ήδη από την Αθήνα να τον επισκεφθώ στο Άργος. Για αυτό πήγα σήμερα σε αυτή την πόλη, που δεν είναι μακριά απ’ εδώ [το Ναύπλιο], ούτε δυο ώρες δρόμου [……………].

Στο Άργος, στη φιλόξενη οικεία του ξενοδόχου μας, μας υποδέχθηκαν εκτός από τον ίδιον και την νέα σύζυγό του ένας ψηλός αλλά από την ηλικία και τις ταλαιπωρίες κάπως κυρτωμένος ήρωας της παλαιάς φρουράς του Ναπολέοντα, ο λοχαγός Σαρντόν ντέ λά Μπάρ, αξιωματικός της Λεγεώνας της Τιμής, επίσης ένας όμορφος πιο νέος Γάλλος, ο ίλαρχος Σεδάζ, και ένας Ιταλός με μαύρα μαλλιά με μπούκλες, ο μοίραρχος της χωροφυλακής Μοράντι, ο οποίος έπαιζε ένα σπουδαίο ρόλο στην ιταλική επανάσταση και διέφυγε ως εκ θαύματος από το κρέμασμα στη Μόντενα.

Είναι κάτι πολύ ιδιαίτερο να βλέπεις μπροστά σου έναν πολεμιστή από την παλαιά φρουρά του Ναπολέοντα, σου φαίνεται σαν να είναι ένα απομεινάρι από μια ράτσα που έχει εξαφανιστεί, ένα γένος που έχει περάσει, και κοιτάζεις τον πρώην εχθρό με λύπη και συγχρόνως με ένα είδος σεβασμού. Διότι, όπως οι μύτες των βουνών στη δύση του ηλίου φωτίζονται, ακόμη από το χρυσό του χρώμα, έτσι φαίνεται να λάμπει ακόμη μια ακτίνα από το αστέρι του Ναπολέοντα επάνω στο πρόσωπο αυτών των γενναίων. Το σπίτι του συνταγματάρχη Καλλέργη είναι ίσως, έξω από την Αθήνα, το μόνο σπίτι στην Ελλάδα που ανήκει σε έναν ντόπιο όπου υπάρχουν ευρωπαϊκά κομφόρ. Έτσι η ημέρα μας πέρασε πολύ ευχάριστα με υλικές και πνευματικές απολαύσεις» [………….].

 

Ο Καλλέργης ξεναγεί τον φιλοξενούμενό του στο Άργος και το βράδυ οι δυο ανεβαίνουν με τα άλογά τους στην Ακρόπολη για να εξερευνήσουν λεπτομερώς το κάστρο και για να απολαύσουν από εκεί το ηλιοβασίλεμα. Την άλλη μέρα ο Καλλέργης οδηγεί τον Πύκλερ με την άμαξά του στο Ηραίον έξω από το Άργος όπου υπήρχε παλαιά ο τόσο λαμπρός ναός της Ήρας, τον οποίον είχε περιγράψει ο Παυσανίας. Στο γυρισμό τους προς το Άργος ο Καλλέργης διηγείται στον Πύκλερ την τρομερή περιπέτεια της αιχμαλωσίας του κατά τη δεύτερη πολιορκία της Ακροπόλεως των Αθηνών, τον Απρίλιο του 1827 [1]:

 

«Σε αυτή την άτυχη υπόθεση 4000 Έλληνες παρακινούμενοι κυρίως από τις παρακινήσεις και πικρές παρατηρήσεις του Λόρδου Κόχραν και προσβεβλημένοι στην τιμή τους, δέχθηκαν να αποβιβαστούν από τα πλοία και να πάρουν την πιο επικίνδυνη θέση σε μια πεδιάδα απέναντι σε ένα στρατό 30.000 Τούρκων ενώ δεν διέθεταν καθόλου πυροβόλο. Μόλις άρχισαν να χαρακωθούν λίγο, το τούρκικο ιππικό αποτελούμενο από 12.000 άνδρες έκανε μια τόσο δυνατή και καλά επιχειρημένη επίθεση εναντίον τους που η μικρή ομάδα σε ένα δευτερόλεπτο εξαφανίστηκε από προσώπου γης – όπως το περιέγραψε χαρακτηριστικά ο Καλλέργης.

Οι Τούρκοι έκαναν την επίθεσή τους περίπου με τον τρόπο τον οποίο είχε προτείνει ο φόν Μπύλω [von Buelow, Πρώσος στρατηγός] για τις επιθέσεις εναντίον του τετραγώνου του πεζικού, δηλαδή κράτησαν τα ηνία στο στόμα τους, σκέπασαν με το αριστερό χέρι τα μάτια τους και με το σπαθί ψηλά στο δεξί χέρι όρμησαν τυφλά στα χαρακώματα τα οποία οι Έλληνες είχαν ανοίξει βιαστικά.

Ο Καλλέργης βρέθηκε σε ένα από τα πιο μπροστινά χαρακώματα και δέχθηκε από ένα ιππέα του οποίου το άλογο πήδηξε πάνω από το χαράκωμα ένα τέτοιο κτύπημα με το μυτερό τούρκικο αναβολέα στο στήθος που έπεσε ανάσκελα και δεν μπόρεσε πια κα­θόλου να αμυνθεί. Τώρα ο ιππέας τράβηξε επάνω του με το διπλοπιστόλι του και οι δυο σφαίρες του τρύπησαν το πόδι ενώ μια άλλη σφαίρα του κατασύντριψε τελείως το κόκκαλο του ποδιού πάνω από τον αστράγαλο. Μετά ο Ιππέας έσπευσε παρά πέρα αλλά ένας άλλος τον ακολούθησε αμέσως και έριξε άλλη μια τουφεκιά στον πεσμένο καπετάνιο. Αυτή η σφαίρα του τρύπησε το μπούτι και ο Καλλέργης έμεινε για ορισμένο καιρό εντελώς αναίσθητος.

Όταν συνήλθε από την λιποθυμία και άνοιξε τα μάτια του είδε έναν ντελή πασά που σταμάτησε μπροστά του και διέταξε μερικούς της ακολουθίας του να τον σηκώσουν. Τον μετέφεραν στο στρατόπεδο των Τούρκων και τον κατέβασαν σε μια σκηνή, γεγονός το οποίο οφειλόταν πιθανώς στον πολύ πλούσιο Ιματισμό του πού πρό­διδε ότι ήταν καπετάνιος. Τώρα προσπάθησε μόνος του να επιδέσει προσωρινά, με λωρίδες που έσκισε από τη φουστανέλα του, τις πληγές του που άρχισαν να του προκαλούν ισχυρότατους πόνους. Την επόμενη μέ­ρα ενώ είχε πολύ ψηλό τραυματικό πυρετό τον έσυραν μπροστά από τον Κιουταχή πασά, ο οποίος τον ρώτησε πως λέγεται και γιατί είχε σηκώσει τα όπλα εναντίον του νόμιμου κυρίαρχού του.

Ο Καλλέργης απάντησε: «Για την προστασία της θρησκείας μου». Ο Κιουταχής πασάς απάντησε ειρωνικά ότι σίγουρα η θρησκεία θα τον ανησυχούσε το λιγότερο. «Πρέπει όμως να μ’ επηρεάζει», απάντησε ο Καλλέργης, «αφού με έφερε εδώ χωρίς να με ανάγκασε καμία δυσχέρεια». Ο Κιουταχής πασάς έκανε μια περιφρονητική χειρονομία και έδωσε ένα σήμα το οποίο σήμαινε την καταδίκη σε θάνατο. Μετά ο αιχμάλωτος οδηγήθηκε, μαζί με μερικές εκατοντάδες συντρόφους του, σε μια ανοικτή πλατεία και όλοι έπρεπε να στέκονται σε μια σειρά- ο Καλλέργης ήταν ένας από τους τελευταίους.

Από πάνω άρχισε τώρα ο αποκεφαλισμός ο οποίος έγινε με μεγάλη ταχύτητα έτσι ώστε μετά από λίγο καιρό μόνο τέσσαρες με πέντε άνδρες έμειναν ζωντανοί στη σειρά πριν από τον Καλλέργη. Μετά από την κα­τάργησή τους σίγουρα η σειρά θα ερχόταν σε αυτόν. «Η άθλια κατάστα­σή μου», είπε ο συνταγματάρχης, «οι αφόρητοι πόνοι που με ταλαιπώρησαν, η νάρκωση στην οποία με έφεραν όλα που έβλεπα γύρω μου, με έκαναν εντελώς αναίσθητο για το φόβο του θανάτου˙ επιθύμησα το θάνατο και θυμάμαι πολύ έντονα την αίσθηση χαρούμενης περιέργειας με την σκέψη τι θα συναντούσα τώρα στον άλλο κόσμο.

 

Δημήτριος Καλλέργης

 

Αυτή τη στιγμή δημιουργήθηκε ένας φοβερός θόρυβος. Ο γνωστός μου ντελής πασάς με μια ακολουθία πάνω από εκατό ιππέων πλησίασε με πλήρη καλπασμό των αλόγων και έσπρωξε τους Αλβανούς της φρουράς μας στην άκρη. Δυο άνδρες με άρπαξαν, με έριξαν πάνω σε ένα άλογο και έτρεξαν με εμένα προς το μέρος του στρατοπέδου, όπου ο προστάτης μου είχε τη δική του σκηνή. Εκεί με κατέβασαν και προσέφεραν κάποια ανακούφιση στην θλιβερή κατάστασή μου.

Ο λόγος αυτού του συμβάντος ήταν ο εξής: Ο ντελής πασάς με είχε ρωτήσει από την αρχή αν είχα περιουσία και αν θα μπορούσα να πληρώσω λύτρα και εγώ απάντησα καταφατικά. Αυτό τον παρακίνησε στην πραγματοποίηση αυτής της απόπειρας και όταν, την άλλη μέρα, πλησίασε στον κοιτώνα μου με ρώτησε εκ νέου, πόσο θα του πλήρωνα αν θα έσωζε τη ζωή μου, και με ποιο τρόπο τα χρήματα θα έρχονταν στα χέρια του. Απάντησα ότι αν θα μπορούσα να στείλω μια επιστολή στον αδελφό μου αυτός σίγουρα θα πλήρωνε μερικές χιλιάδες κολονάτα για την απελευθέρωσή μου και ότι οπωσδήποτε διαθέτει τα μέ­σα πραγματοποίησης ενός τέτοιου σχεδίου. «Καλά», απάντησε ο Τούρκος, «γράψε στον αδελφό σου και ζήτησέ του 4000 κολονάτα [2]. Αλλά πρόσεχε», πρόσθεσε με άγριο ύφος, «στην περίπτωση που προσπαθήσεις να με απατήσεις, μόνο και μόνο για να πετύχεις την αναβολή, θα σε κόψουν από κάτω μέχρι επάνω σε κομμάτια». Χωρίς να απαντήσω σε αυτή την απειλή έγραψα την απαιτούμενη επιστολή και την έδωσα στον ντελή πασά. Φαίνεται ότι αυτός ήταν ευχαριστημένος και με ένα πιο καταδεχούμενο ύφος πλέον μου εξάγγειλε ότι έχει πολλή δυσκολία να με σώσει διότι οι Αλβανοί τον έχουν καταγγείλει στον Κιουταχή πασά και θυμωμένοι ζητούν το κεφάλι του. Να μη ανησυχήσω όμως, είπε, θα με πάνε τώρα στους υπόλοιπους αιχμαλώτους που υπάρχουν ακόμη, για να κάνω την ίδια δουλειά με αυτούς, αλλά να μη τους πω ούτε μια λέξη από τη συζήτηση που είχαμε μεταξύ μας, διότι με την πρώτη αναφορά σε αυτή σίγουρα θα μου έκοβαν αμέσως το κεφάλι».

«Στη μεγάλη σκηνή όπου οδηγήθηκα βρήκα 14 από τους άτυχους συντρόφους μου που από χθες έπρεπε να υποβάλλονται με ζήλο στη εξής δουλειά – να βγάλουν το δέρμα από τα κεφάλια των εκτελεσμένων. Αυτό έγινε με τον εξής τρόπο: Πίσω στο κρανίο γίνεται μια τομή και τα κόκαλα και οι χόνδροι εξάγονται προσεκτικά – μετά όλα αλατίζονται πολύ καλά και, όπως συνηθίζεται στην κατασκευή του κόκκινου φεσιού, το δέρμα τυλίγεται επάνω και συμπιέζεται. Μετά τα κρέμασαν στη σειρά σε ένα τεντωμένο σχοινί, κατά δωδεκάδες συρραμμένα μαζί. Οι σύντροφοί μου είχαν φτάσει ήδη σε μια θλιβερή επιδεξιότητα σε αυτή τη τρομερή δουλειά στην οποία έπρεπε τώρα να υποβάλλομαι και εγώ. Όταν αρχικά αρνήθηκα γεμάτος τρόμο, με κακοποίησαν με το πιο άγριο τρόπο, με κτύπησαν και με κλότσησαν στο πρόσωπο, μέχρι που, στην απελπισία μου, αποφάσισα να πράξω το αναπόφευκτο. Ήταν μια φοβερή σύμπτωση ότι το πρώτο κεφάλι που μου έδωσαν στο χέρι ήταν αυτό του πιο πιστού υπηρέτη μου, ενός μουγκού, ο οποίος από μικρό παιδί είχε μεγαλώσει δίπλα μου και μου έχει σώσει πάνω από μια φορά τη ζωή. Αυτός λόγω της τόλμης και της ανδρείας του, ήταν γνωστός σε όλο το ελληνικό στρατό. Έκλαψα σαν ένα παιδί, αλλά παρά ταύτα δεν μπορούσα να προκαλέσω τον οίκτο των απάνθρωπων βασανιστών μου.

Φαντασθείτε τα αισθήματα μου, ξεφώνησε ακόμη τώρα με δάκρυα πόνου στα μάτια του ο συνταγματάρχης, όταν έπρεπε να αρχίσω, κάτω από συνεχείς σφοδρές κακοποιήσεις, την φρικτή εγχείρηση στο κεφάλι του πλάσματος που ήταν ίσως, σε όλο τον κόσμο, το πιο αφοσιωμένο σε μένα. Πέρασα μερικές μέρες εδώ, ενώ το κατασυντριμμένο πόδι μου είχε μετατραπεί μέχρι επάνω σε μια άμορφη φουσκωμένη μάζα μαύρου χρώματος, έτσι ώστε μπορούσα να ελπίσω ότι αυτά τα σημάδια μιας φλεγμονής θα έβαλαν γρήγορα ένα επιθυμητό τέλος στην άθλια ύπαρξή μου. Είχαμε τώρα επεξεργαστεί όλα τα κεφάλια που ήταν συνολικά πάνω από 1200. Μόλις τα είχαμε παραδώσει, όλοι οι σύντροφοί μου, τους οποίους είχαν αφήσει ζωντανούς μόνο και μόνο για να κάνουν αυτή τη δουλειά, οδηγήθηκαν χωρίς καθυστέρηση στην δική τους εκτέλεση, και πριν από την παρέλευση μισής ώρας έριξαν τα κεφάλια εκείνων μπροστά μου και με γέλια μου έδωσαν την διαταγή να ασκήσω τώρα μόνος μου την τέχνη μου σε αυτά.

Μόλις αυτό είχε γίνει ο ντελής πασάς ήρθε πάλι στη σκηνή και μου εξάγγειλε ότι ο αδελφός μου είχε απαντήσει και είχε καταθέσει τα χρήματα έτσι ώστε, την στιγμή της παράδοσής μου, θα μπορούσαν να αναληφθούν με σιγουριά. Μετά δίστασε, σαν να ντρεπόταν να συνεχίσει. Στο τέλος είπε με πολλή ευγένεια ότι λυπάται, αλλά ότι οι επείγουσες καταστάσεις απαιτούν κάτι ακόμη που θα είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μου. Δηλαδή η εκτέλεση του σχεδίου αυτού έπρεπε να γίνει με απόλυτη μυστικότητα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο Κιουταχής πασάς είχε δώσει την σιωπηλή έγκρισή του, διότι οι Αλβανοί στασίασαν ήδη εξ αιτίας μου και ζητούν με τέτοια επιμονή το θάνατό μου, που κανείς δεν μπορεί πια να τους το απαρνηθεί επίσημα. «Για αυτό», πρόσθεσε, «πρέπει να απατηθούν και ο μόνος τρόπος που υπάρχει είναι να τους παρουσιαστεί ένα μέρος του κεφαλιού σου με φρέσκα αίματα για να πιστέψουν στο ότι εσύ έχεις σκοτωθεί μαζί με τους υπόλοιπους. Μετά, την νύχτα, θα σε εξαφανίσω κρυφά».

Πριν συνέλθω από την έκπληξή μου λόγω μιας τόσο παράξενης προσφώνησης, δυο δυνατοί άνδρες μ’ έπιασαν από τα χέρια και την ίδια στιγμή ένας τρίτος μου έκοψε με ένα μαχαίρι ξυρίσματος το αριστερό αυτί, το οποίο μου προκάλεσε έναν φοβερά καυτό πόνο. Σαν ένα θηρίο ελευθερώθηκα, αλλά αμέσως οι δυο άνδρες ήθελαν πάλι να με πιάσουν. Ο ντελής πασάς έδωσε όμως ένα σήμα ότι αυτά που έγιναν ήταν αρκετά. Ο ίδιος πήρε με προσοχή το αυτί μου στα χέρια του και έσπευσε έξω από τη σκηνή, ενώ εγώ, μισό αναίσθητος, έμεινα μόνος μου. Κατά τα μεσάνυχτα ήρθαν να με πάρουν, και με έβαλαν, ενώ είχα φοβερούς πόνους, επάνω σε ένα άλογο. Τελικά έφτασα στο λιμάνι όπου ο πλοίαρχος Χάμιλτον με παρέλαβε από τους Τούρκους που με είχαν φέρει εκεί.

Όλοι όπως και εγώ ο ίδιος θεωρούσαμε πως ήταν ένα πραγματικό θαύμα ότι – παρ’ όλη την κατάσταση των πληγών μου που είχαν μείνει για δέκα μέρες χωρίς καμία ιατρική περίθαλψη και παρ’ όλες τις συγκινήσεις που με τάραξαν αυτές τις μέ­ρες – θεραπεύθηκα εντελώς, έτσι ώστε μετά από λίγους μήνες ήμουν πάλι στη θέση να λάβω ενεργό μέρος στην απελευθέρωση της πατρίδας μου που προχωρούσε όλο πιο πολύ. Επίσης τα επόμενα χρόνια δεν είχα ποτέ πια προβλήματα υγείας λόγω αυτού που έπαθα. Ο χειρουργός του πλοίου ήθελε μεν να μου κόψει οπωσδήποτε το βλαμμένο πόδι και με προειδοποίησε ότι θα πεθάνω αν αυτό δεν γίνει, όμως εγώ επέμενα στην άρνη­σή μου, και σε αυτή οφείλω, δόξα στο Θεό, την ευτυχή διατήρηση του πο­διού μου. Μόνο το αυτί που μου λείπει θα μου μείνει για πάντα ως ενθύμιο αυτών των τρομερών καιρών, όπως επίσης μια βαθιά θλίψη για αυτά που πέρασα, που ακόμη σήμερα με γεμίζει συχνά με μια αξεπέραστη μελαγχολία».

Ο συνταγματάρχης ήταν φανερά συγκλονισμένος από την αφήγησή του και μου ήρθε η σκέψη στο νου μου ότι πολλές φορές η πραγματικότητα ξεπερνάει την πιο τολμηρή πτήση της φαντασίας. Πάντως, όποιος γνωρίζει τον συνταγματάρχη Καλλέργη, τον οποίον όλοι εκτιμούν και αγαπούν, όποιος ξέρει την μετριοφροσύνη και την απλότητά του, δεν μπορεί να αμφισβητήσει την απόλυτη αλήθεια της παραμικρής λεπτομέρειας της αφήγησής του, την οποίαν άλλωστε τόσοι ονομαστοί μάρτυρες επιβεβαιώνουν σαν αυθεντική».

 

Υποσημειώσεις


[1] Ο Δημήτρης Καλλέργης ηγείτο τότε, στη μάχη του Φαλήρου, το σώμα των Κρητικών. (Βλ.: Απ. Βακαλοπούλου, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, τόμ. Ζ’, σ. 726).

[2] Το «κολονάτο» ήταν αυτή την εποχή ένα νόμισμα στην Ανατολή και τη Βε­νετία. Η ονομασία προερχόταν από την πίσω πλευρά του νομίσματος, που έδειχνε τις κολόνες του Ηρακλή. Η αξία του κολονάτου ήταν 6 δραχμές. Δηλαδή ο Τούρκος ζήτησε λύτρα 24.000 δραχμών για τον Καλλέργη.

 

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Πύκλερ-Μούσκαου Χέρμαν – Hermann von Pückler-Muskau (1785-1871)


 

Fürst Pückler-Muskau. Λιθογραφία, von Wilhelm Devrient, 1838.

Ο πρίγκιπας Χέρμαν φον Πύκλερ-Μούσκαου (Hermann von Pückler – Muskau, 1785-1871), γεννημένος κόμης, ήταν από το 1811, οπότε πέθανε ο πατέρας του, κυρίαρχος δυο μικρών ηγεμονιών, του Μούσκαου και του Μπράνιτς (Branitz), οι οποίες ενσωματώθηκαν το 1815 – μετά τους Απελευθερωτικούς Αγώνες εναντίον του Ναπολέοντα – στην Πρωσία. Τον τίτλο του πρίγκιπα τον απέκτησε το 1822 με τη μεσολάβηση του πεθερού του, του καγκελάριου της Πρωσίας φον Χάρντενβεργκ (von Hardenberg), αλλά, για μεγάλη λύπη του δεν έφθασε ποτέ στον επιθυμητό στόχο του να γίνει διπλωμάτης. Έγινε όμως, «από τη μια μέρα στην άλλη» και «χωρίς να καταλάβει πως» ένας πετυχημένος και δημοφιλής συγγραφέας. Το πρώτο βιβλίο του, αποτελούμενο από 4 τόμους, εκδόθηκε το 1830-31. Σε αυτό περιγράφει το ταξίδι του στην Αγγλία και τη Σκωτία κατά τα έτη 1826-29.

Το 1835 ο Πύκλερ ξεκίνησε για ένα άλλο μεγάλο ταξίδι προς την Βόρεια Αφρική και την Ανατολή το οποίο διήρκεσε σχεδόν έξι χρόνια. Από το Αλγέρι πήγε στην Τυνησία. Από εκεί πέρασε στη Μάλτα και έφθασε στην Ελλάδα όπου έμεινε ένα ολόκληρο χρόνο. Συνέχισε το ταξίδι του στην Αίγυπτο, έφθασε μέχρι τη Συρία και διαμέσου των Ιεροσολύμων, της Μικράς Ασίας και της Κωνσταντινουπόλεως γύρισε τελικά στην Ευρώπη.

Στην Ελλάδα, το 1836, ο Γερμανός πρίγκιπας, ηλικίας 50 χρόνων τότε, διασχίζει την χώρα από την μια μεριά στην άλλη. Από την Πάτρα πηγαίνει στην Αθήνα. Μετά κάνει το γύρο της Πελοποννήσου, επισκέπτεται τα Ιόνια Νησιά και φτάνει δια μέσου της Κεντρικής Ελλάδας πάλι στην πρωτεύουσα. Μετά από μια άλλη εκδρομή προς την Πελοπόννησο, στην Επίδαυρο και την Μονεμβασία, ξεκινάει, με το πλοίο «Ναυπλία» το οποίο ο φον Άρμανσπεργκ έβαλε στη διάθεσή του, για να επισκεφθεί τα νησιά του Αιγαίου και να καταλήξει τελικά στην Κρήτη απ’ όπου φεύγει μετά προς την Αίγυπτο.

Τις ποικίλες και πλούσιες εντυπώσεις του από την Ελλάδα ο Πύκλερ τις καταγράφει, με εξαιρετική λεπτομέρεια, σχεδόν μέρα με την ημέρα, στο ημερολόγιό του. Αργότερα η πρώην σύζυγος και πιστή φίλη του δημοσίευσε αυτό το ημερολόγιο υπό μορφή βιβλίου στη Γερμανία.

Οι τρεις σχετικοί τόμοι εμφανίστηκαν μεταξύ του 1838 και του 1841 [i]. Συνολικά το έργο αυτό συμπεριλαμβάνει πάνω από 1500 σελίδες. Μετά τη μεγάλη επιτυχία του πρώτου βιβλίου του αναφορικά με το ταξίδι του στην Αγγλία και Σκωτία, ο Πύκλερ είχε κερδίσει στη Γερμανία όπως και σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό που περίμενε πάντα με ανυπομονησία και με  ζωηρό ενδιαφέρον τις καινούργιες δημοσιεύσεις του. Τα πιο πολλά βιβλία του ήταν περιγραφές ταξιδιού [ii].

Σαν συγγραφέας ο Πύκλερ διακρινόταν – όπως ήδη ο Γερμανός εθνικός ποιητής Γκαίτε είχε τονίσει το 1830 σε μια πολύ ευνοϊκή κριτική του πρώτου βιβλίου του – για την οξύτητα της παρατηρητικότητάς του, για την πνευματώδη παρουσίαση των διαφόρων θεμάτων και για τη γλαφυρότητα του στιλ του. Με τους αναγνώστες του είχε δημιουργήσει ένα στενό και εγκάρδιο δεσμό. Δεν ήθελε ποτέ να τους γίνει βαρετός αλλά, αντίθετα, ήθελε να τους διασκεδάσει. Ταυτόχρονα ο Πύκλερ ήταν ένας χαρακτηριστικός ρομαντικός της εποχής του. Είχε μια προτίμηση για το εξαίρετο, και όποτε το έζησε προσωπικά ή το άκουσε από άλλους το περιγράφει με παραστατικότητα και, καμία φορά μέχρι τη πιο απίστευτη και φρικτή λεπτομέρεια.

Με όλη τη γραφικότητα και την παραστατικότητα των αφηγημάτων του ο Πύκλερ δεν φεύγει όμως ποτέ από τη βάση του αληθινού. Δεν γίνεται ποτέ ψεύτης ως προς τους ανθρώπους και τις καταστάσεις που συναντά κατά τη διάρκεια των ταξιδιών του και για τους οποίους μιλά στα βιβλία του.

Στην Ελλάδα, κατά ολόκληρο το χρόνο 1836, τα πάντα προκαλούν το ενδιαφέρον του Πύκλερ, αφού είναι ένας πολύπλευρος και ανοικτού πνεύματος άνδρας. Και πολλά τον ενθουσιάζουν. Εκτός από τους κλασσικούς τόπους επισκέπτεται πολλά άλλα φημισμένα ή και άγνωστα μέρη: Το Μαραθώνα και το Σούνιο, το Μεσολόγγι όπως και ένα μαγευτικό τοπίο στην νότια άκρη του Ταΰγετου, πάνω από τον Κόλπο του Μαραθονησίου, όπου σίγουρα κανένας ξένος δεν είχε πατήσει πριν από αυτόν. Με την απέραντη περιέργειά του και αδιάφορος για τις ταλαιπωρίες φτάνει μέχρι την κορυφή του Ταΰγετου όπως επίσης και μέχρι την πηγή της Στύγας, ψηλά στα Όρη Αροάνεια.

Εκτός από αυτά τον Πύκλερ που είναι έξοχος γνώστης και λάτρης της αρχαίας Ελλάδας τον ενδιαφέρουν επίσης οι Νέοι Έλληνες. Στην Αθήνα, κατά την τρίμηνη διαμονή του, ο Γερμανός πρίγκιπας έχει φυσικά πρόσβαση στους πιο υψηλούς κύκλους. Εδώ γνωρίζει μια μικτή διεθνή κοινωνία που είναι μεν πιο μικρή παρά στις άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης, αλλά κατά τη γνώμη του, λιγότερα βαρετή.

Κατά την μεγάλη περιοδεία του στην Πελοπόννησο από το Μάιο μέχρι τον Ιούλιο του 1836 ο Πύκλερ συναντά διάσημους αγωνιστές, τον Καλλέργη στο Άργος, τον Κολιόπουλο (ή Πλαπούτα) στην Τριπολιτσά, τον Ιατράκο στο Μυστρά και την αρχοντική οικογένεια Μαυρομιχά­λη στη Μάνη. Όλοι του διηγούνται, ο ένας περισσότερα, ο άλλος λιγότερα, κάτι από τα παλαιά βιώματά τους στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας.

 
 
Υποσημειώσεις


[i] Ο πρώτος τόμος της περιγραφής της Ελλάδας του Πύκλερ εμφανίστηκε το 1838 με τον τίτλο «Ο πρωτοπόρος» («Der Vorlaeufer»), οι δυο άλλοι τόμοι αποτελούν το δεύτερο και τρίτο τόμο της «Νοτιο-Ανατολικής Πινακοθήκης» («Suedoestlicher Bildersaal», Στουτγκάρδη 1840/41).

[ii] Για το μεγάλο ταξίδι του στην Βόρεια-Αφρική και την Ανατολή ο Πύκλερ δημοσίευσε συνολικά 15 τόμους μεταξύ των οποίων οι αναφερόμενοι τρεις τόμοι σχετικοί με την Ελλάδα.

  

Πηγή


  • Ρεγγίνα Quack Μανουσάκη, « Ήρωες και επεισόδια από την Ελληνική Επανάσταση κατά την αφήγηση του Γερμανού πρίγκιπα Πύκλερ»,  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

  

Read Full Post »

Περιήγηση στην Αρκαδία


 

Ο Σπύρος  Καραμούντζος, δάσκαλος και ποιητής, τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, από την Καρυά Αργολίδας, μας ξεναγεί  στην Αρκαδική γη. Δημητσάνα, Βυτίνα, Μαίναλο, Νεστάνη, Ελληνικό, Καρύταινα, Μουσείο Υδροκίνησης, Παναγία η Γοργοεπήκοος. « Στο Μοναστήρι αυτό – αναφέρει ο συγγραφέας – θυμηθήκαμε ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο, τον καιρό που ήμασταν  παιδιά, που μας έφερναν οι μανάδες μας, για να μεταλάβουμε. Φαίνεται ότι το είχαν τάμα όλες οι γυναίκες της Καρυάς» και καταλήγει, «η περιήγηση της Αρκαδίας δεν ήταν μια συνηθισμένη ημερήσια απόδραση, αλλά ήταν ένα φυλλομέτρημα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους».

 

Στις 14 Ιουλίου 2011, ημέρα Πέμπτη, πρωί πρωί ξεκινήσαμε από το χωριό μας, την Καρυά Αργολίδας, που είναι φωλιασμένη στις δασωμένες ανατολικές   πλαγιές του Αρτεμισίου, μία τριμελής καλή φιλική παρέα, για μια ημερήσια εκδρομή στην όμορφη και γειτονική μας Αρκαδία.

Από τον κόμβο της Στέρνας πήραμε τη νέα εθνική οδό Κορίνθου-Καλαμάτας και αφού περάσαμε τις τρεις σήραγγες βρεθήκαμε στην Αρκαδία. Πρώτος σταθμός η «ΑΛΕΑ», ένα σύγχρονο πολυτελές κέντρο, για ολιγόωρη ανάπαυση και εξυπηρέτηση κάθε ανάγκης των εποχούμενων περαστικών για τη Μεσσηνία, Λακωνία και Ηλεία, αλλά και των μόνιμων κατοίκων και επισκεπτών της Αρκαδικής γης. Ένα ελληνικό καφεδάκι στη δυτική πλέον πλευρά του Αρτεμισίου και ένα ποτήρι δροσερό νερό ήταν το καλύτερο καλωσόρισμα.

Φύγαμε και σε μικρή απόσταση, το πρώτο αρκαδικό χωριό που συναντήσαμε, ήταν η Νεστάνη (Τσιπιανά), πολύ γνωστό σε μας γιατί συνορεύει και με το δικό μας χωριό, εκεί ψηλά στις ράχες του Αρτεμισίου. Τα δύο αυτά χωριά και γενικότερα η Μαντινεία με την Αργολίδα από τα αρχαία χρόνια συνδεόντουσαν με τη γνωστή «οδό των Πρίνων», που την αναφέρει ο γνωστός περιηγητής Παυσανίας. Αιωνόβια πουρνάρια κατά τη διαδρομή εκείνη υπάρχουν μέχρι και σήμερα. Από μουλαρόδρομος που ήταν, για να εξυπηρετούνται οι γεωργοκτηνοτρόφοι των δύο χωριών, έγινε ένας αυτοκινητόδρομος της κακιάς ώρας, πάλι καλά, μόνο για τρακτέρ. Με τον καιρό όμως ο μισός αυτός δρόμος από το μέρος της Καρυάς (Αργολίδας) ασφαλτοστρώθηκε.  Δυστυχώς όμως η Νομαρχία της Αρκαδίας δεν επισκεύασε το τμήμα που της αναλογούσε, δηλ. από Νεστάνη προς Καρυά, αν και έκανε κάποια αρχή. Περιμένουμε τώρα την Περιφέρεια μήπως ολοκληρώσει το έργο για το καλό και των δύο Νομών.

 

Χιονισμένη Νεστάνη

 

Ένα αξιοπερίεργο που συμβαίνει  στο  χώρο που βλέπομε μπροστά μας είναι ότι ο μικρός κάμπος που απλώνεται στα πόδια της Νεστάνης, το χειμώνα πλημμυρίζει, γίνεται λίμνη και επειδή δεν υπάρχει ποτάμι για να διαφύγει, έχει δημιουργηθεί στην άκρη της πλαγιάς μία καταβόθρα που καταπίνει όλο αυτό το νερό. Λένε ότι μπορεί να είναι και αυτό που βγάζει η πηγή  στο Κεφαλάρι του Άργους.

Εμείς όμως δε χάσαμε την ευκαιρία, που μας έδινε η ημερήσια αυτή εκδρομή. Στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε μέσα στη Νεστάνη. Πανέμορφο χωριό με ελάχιστους κατοίκους κι αυτούς ηλικιωμένους. Οι περισσότεροι, όπως έχει συμβεί και στα άλλα χωριά της Αρκαδίας και όχι μόνο, έχουν μεταναστέψει , έχουν προκόψει στην ξενιτιά και έχουν δημιουργήσει μεγάλες ελληνικές κοινότητες στο Σικάγο της Αμερικής, στον Καναδά και σε άλλα μέρη.

 

Φιλίππειος Κρήνη Αρχαίας Νεστάνης

 

Από το χωριό ανεβήκαμε ψηλά στον  μεγαλοπρεπή βράχο (το Γουλά), στα ριζά του οποίου βρίσκεται το ξακουστό μοναστήρι « Η Παναγία η Γοργοεπήκοος», όπου τιμάται η Κοίμηση της Θεοτόκου. Στο Μοναστήρι αυτό θυμηθήκαμε ότι κάθε Δεκαπενταύγουστο, τον καιρό που ήμασταν  παιδιά, που μας έφερναν οι μανάδες μας, για να μεταλάβουμε. Φαίνεται ότι το είχαν τάμα όλες οι γυναίκες της Καρυάς. Αλλά και επί των ημερών μας οι Καρυώτες συνεχίζουν να είναι τακτικοί προσκυνητές και να παρακολουθούν τις βραδινές Αυγουστιάτικες παρακλήσεις που γίνονται στην Παναγία. Από εκεί ψηλά αγναντέψαμε όλο το λεκανοπέδιο της Τριπολιτσάς. Αφού ανάψαμε το κεράκι μας και ασπασθήκαμε, πέραν των άλλων εικόνων, και το σπάνιο κειμήλιο , την δια χειρός του ευαγγελιστή Λουκά ζωγραφισμένη εικόνα της Παναγίας, αναχωρήσαμε γιατί μας περίμενε μεγάλη διαδρομή ακόμη.

 

Μονή Γοργοεπηκόου

 

Μετά τα διόδια Νεστάνης  πήραμε το δρόμο για την Ολυμπία, διασχίζοντας τον εύφορο κάμπο της Μηλιάς. Ξακουστός για τις πατάτες πρώτης ποιότητας, το καλαμπόκι, το σάρωμα, τα σιτηρά, τα αμπέλια κλπ. Τα παλαιότερα χρόνια την εποχή του όψιμου θερισμού, σχετικά με το θερισμό στο κάμπο του Άργους να πούμε, δούλευαν εκεί πολλοί συγχωριανοί μας, στον αποκαλούμενο και ως «πίσω θέρο». Πάνε τα χρόνια εκείνα τα καλά, γιατί  όπως βλέπομε τώρα ο κάμπος αυτός είναι εν πολλοίς ακαλλιέργητος στη μεγαλύτερή του έκταση.

(Στην πρώτη μεγάλη διασταύρωση γράφει, αριστερά Τρίπολη και δεξιά Αρχαία Μαντινεία. Αξιόλογοι προορισμοί, όχι όμως για σήμερα και συνεχίζομε.)

Μας προβληματίζει και μας στενοχωρεί η μεγάλη ερήμωση και εγκατάλειψη που βλέπομε σε όλη τη διαδρομή  που ακολουθούμε. Οι γκορτσιές, τα πουρνάρια, τα κέδρα και άλλα άγρια δέντρα θεριεύουν και κυριαρχούν εκεί που άλλοτε ήταν καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Επίσης δε συναντήσαμε ούτε ένα κοπάδι γιδοπρόβατα, εκεί που η κτηνοτροφία ήκμαζε στο πρόσφατο παρελθόν. Μοναδική εξαίρεση οφθαλμοφανούς καλλιέργειας ήταν οι γνωστοί στην περιοχή αμπελώνες του Καμπά. Τη μόνη δραστηριότητα που παρακολουθήσαμε στη διαδρομή ήταν αυτή που γινότανε στα βενζινάδικα, που φυτρώνουν κατά διαστήματα στον κεντρικό δρόμο.

 Η ζέστη όμως αρχίζει να μεγαλώνει κι εμείς περνώντας το χωριό Κάψια φτάσαμε στη διασταύρωση του Καρδαρά, όπου αντί να συνεχίσουμε το δρόμο προς το Λεβίδι, στρίψαμε  αριστερά, προς τα εκεί που η πινακίδα έγραφε «Χιονοδρομικό Κέντρου Μαινάλου». Εκεί φυσικά πηγαίνει πολύς κόσμος για το χιόνι το χειμώνα, εμείς πήγαμε το κατακαλόκαιρο και δε μετανιώσαμε. Στο πρώτο χιλιόμετρο συναντήσαμε τα πρώτα έλατα και τις πρώτες ανηφορικές στροφές. Ήδη βρισκόμασταν στο κατάφυτο με έλατα Μαίναλο. Στο κεντρικό βουνό της Αρκαδίας και της Πελοποννήσου ολόκληρης, με ψηλότερη κορυφή την Οστρακίνα,1981 μέτρα υψόμετρο. Στο βουνό που στην αρχαιότητα λατρευόταν ο τραγοπόδαρος Θεός Πάνας, προστάτης των κτηνοτρόφων.

Μαίναλο

Το αυτοκίνητό μας κατάπινε σιγά σιγά τα χιλιόμετρα του καλοδιατηρημένου επαρχιακού δρόμου,  όχι μόνο γιατί ήταν ανηφορικός αλλά γιατί εμείς κατενθουσιασμένοι από όσα βλέπαμε, θέλαμε να απολαμβάνομε τη μοναδική  και απερίγραπτη ομορφιά. Στην κυριολεξία περνάγαμε κάτω από τα πανύψηλα και λυγερόκορμα έλατα, τα οποία στόλιζαν το βουνό σε όση έκταση έφτανε το οπτικό μας πεδίο. Σε ορισμένα σημεία μάλιστα χάναμε και τον ουρανό.

Αξίζει να αναφερθεί ότι δεξιά και αριστερά του δρόμου πολλοί μελισσοκόμοι είχαν τοποθετήσει σε σειρές αμέτρητες  με διακριτικά χρώματα κυψέλες, για την παραγωγή του γνωστού μελιού της περιοχής και μάλιστα πρώτης ποιότητας.

 

Μονοπάτι στο Μαίναλο

 

 Η δροσιά όσο ανεβαίναμε γινόταν και πιο αισθητή και την απολαύσαμε περισσότερο όταν φτάσαμε ψηλά στο μεγάλο ξέφωτο από έλατα, στο χιονοδρομικό κέντρο και κάναμε την πρώτη μας στάση σε υψόμετρο1600 μέτρων. Βλέποντας το χώρο γύρω μας πιστέψαμε ότι σ’ αυτόν τον ειδυλλιακό χώρο θα είχαν τα λημέρια τους οι αϊτοί της ρωμιοσύνης, οι ήρωες, οι κλέφτες, οι αρματολοί του 1821 και άλλοι πιο σύγχρονοι καπεταναίοι της εθνικής μας Αντίστασης.

Φυσικά αυτά που βλέπαμε δεν είχαν καμία σχέση με όσα διαδραματίζονται το χειμώνα με το κατάλευκο τοπίο, το κρύο , το χιόνι, το σκι και τις λοιπές δραστηριότητες.

Εκεί ψηλά εκτός από μελισσοκόμους συναντήσαμε λίγους δασοφύλακες και μερικούς ανθρώπους που μάζευαν στα γυμνά και ξέφωτα ψηλώματα το πασίγνωστο  αρωματικό τσάι του βουνού.

Παίρνοντας βαθιές ανάσες καθαρού αέρα, γεμίζοντας έτσι τα πνευμόνια μας με οξυγόνο  και ευχαριστημένοι με όσα βλέπαμε κα νιώθαμε, συστήνουμε ανεπιφύλακτα και υπεύθυνα σε μικρούς και μεγάλους την καλοκαιρινή ανάβαση στο Μαίναλο. Είναι δελεαστικός προορισμός για μια ημερήσια απόδραση.  Δικαιολογημένα λοιπόν τα διεθνή βραβεία με τα οποία έχει τιμηθεί το Μαίναλο για τις φυσικές του ομορφιές κατά τη διάρκεια φυσικά όλων των εποχών του χρόνου.

Ο δρόμος συνεχίζει προς τη δυτική πλευρά του Μαινάλου και τον ακολουθούμε. Πριν αρχίσουμε να κατηφορίζουμε ξεπετάχτηκαν μπροστά μας δύο λυκόσκυλα με κακές διαθέσεις και μας ακολουθούσαν γαυγίζοντας. Δίπλα μέσα από τα έλατα φάνηκε ένα κοπάδι γίδια με τα κελαηδιστικά τροκάνια τους. Κάπου εκεί ανάμεσα στους θάμνους είδαμε κι έναν βοσκό αχτένιστο, με μεγάλη γενειάδα, με τη γκλίτσα στο χέρι, να σαλαγάει τα γίδια του σφυρίζοντας και η σκέψη μας πήγε, μήπως ήτανε  ο ίδιος ο θεός Πάνας.

Συνεχίζουμε μια ίδια  διαδρομή αλλά με κατηφορικές στροφές. Για πολλά χιλιόμετρα δε βλέπαμε προς καμία κατεύθυνση σπίτια, κατοικήσιμο μέρος. Μόνο σπιτάκια μελισσών βλέπαμε. Η δροσιά μάς έκανε  να ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στα μέσα Ιουλίου. Η πρασινάδα και τα λουλούδια μάς θύμιζαν Άνοιξη. Κατεβαίναμε με το πόδι στο φρένο. Σιγά σιγά. Σα να μη θέλαμε να φύγουμε. Γνωρίζαμε ότι αφήναμε πίσω μας ένα σπάνιο τοπίο, μία πρωτόγνωρη ομορφιά, άγνωστη σε πολλούς ανθρώπους.

Γεφύρι στη Βυτίνα

Από κάποιο σημείο της καθόδου μας αντικρίσαμε ένα συγκεντρωμένο μεγάλο χωριό με κεραμιδοσκεπές στα σπίτια. Ήταν η όμορφη και ξακουστή Βυτίνα. Το αξιολογότερο ορεινό θέρετρο της Πελοποννήσου. Μας ξάφνιασε, δεν την περιμέναμε εκεί ή δε θέλαμε να τελειώσει η διαδρομή  με τα έλατα. Την είχαμε επισκεφτεί άλλη φορά και για το λόγο αυτό και επειδή δε μας το επέτρεπε και ο χρόνος, την παρακάμψαμε και συνεχίσαμε πια τον κεντρικό δρόμο για τον κυρίως προορισμό μας  που ήταν η Δημητσάνα.

Το φαράγγι του Λούσιου στο Μαίναλο

Τον ορεινό όγκο του Μαινάλου με τους μύθους, τους θρύλους, την ιστορία και τις λοιπές του ομορφιές δε θα τον χάσουμε από τα μάτια μας σε όλη μας την υπόλοιπη  διαδρομή. Προς το παρόν θα μας συντροφεύει μέχρι και τη διασταύρωση της Καρκαλούς. Εκεί μία πινακίδα μας υπενθυμίζει ότι βρισκόμαστε στη Γορτυνία και μία άλλη μας καλωσορίζει στα όρια του Δήμου Δημητσάνας. Άρα πλησιάζουμε. Κάπου εκεί κοντά είναι και οι πηγές του Λούσιου ποταμού. Αφήνουμε το δρόμο προς τα Λαγκάδια και στρίβουμε προς τ’ αριστερά. Ο στενός δρόμος ακολουθεί τις όχθες του ποταμού και όταν χρειάζεται διασταυρώνεται μαζί του με γραφικά γεφυράκια. Ο δρόμος δεν το επιτρέπει να τρέχεις γρήγορα αλλά πηγαίνεις αργά και σκόπιμα για να απολαμβάνεις τόσο τις διαδοχικές ομορφιές όσο και για να ακούς τους ήχους των τζιτζικιών και των πουλιών.

Μετά από μία στροφή του δρόμου, ξαφνικά υψώνεται μπροστά μας η Δημητσάνα. Σταματάμε να την φωτογραφίσουμε. Αυτό λοιπόν είναι το γραφικό, το ξακουστό και ιστορικό χωριό! Τη βλέπομε  πετρόχτιστη πάνω σε μία λοφοράχη και δεξιά της στο βάθος να βρίσκεται το φαράγγι του Λούσιου.

Από την ιστορία θυμηθήκαμε τη μεγάλη προσφορά  της στο Έθνος και την Ορθοδοξία. Με το Δημητσανίτικο μπαρούτι των 14 μπαρουτόμυλων στο Λούσιο, που δούλευαν ακατάπαυστα στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, έφτιαχναν τα φυσεκλίκια για τα καριοφίλια των αγωνιστών, με πρώτους τους Αρκάδες καπεταναίους και κλεφταρματολούς. Χωρίς το μπαρούτι αυτό είναι βέβαιο ότι ο δρόμος προς τη λευτεριά θα ήταν πιο μακρύς και δύσβατος.

Δημητσάνα

Ακόμη θυμηθήκαμε τους μεγάλους Δημητσανίτες ιεράρχες, τον εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγόριο τον Ε΄ και το Δεσπότη Παλαιών Πατρών Γερμανό, που ύψωσε το λάβαρο της εξέγερσης του Έθνους στα Καλάβρυτα, τα σπίτια των οποίων διατηρούνται ακόμη στη Δημητσάνα. Σε λίγο θα τα δούμε κι από κοντά. Θα δούμε ακόμη το λαογραφικό Μουσείο, τα αρχοντικά σπίτια, τις εκκλησιές με τα μεγάλα καμπαναριά, το οίκημα της Μητρόπολης Γόρτυνος και την αξιόλογη βιβλιοθήκη, της οποίας πολλά ιστορικά βιβλία θυσιάστηκαν στο βωμό κι αυτά για την κατασκευή των φυσεκίων.

Αλλά προς το παρόν περάσαμε τον μοναδικό και στενό της δρόμο, μια ημέρα που γινότανε και λαϊκή αγορά, για να πάμε να δούμε το σύγχρονο Μουσείο Υδροκίνησης και να επιστρέψουμε γρήγορα να περπατήσουμε τα καλντερίμια της, να επισκεφθούμε τα αξιοθέατα και να γευτούμε τα φημολογούμενα νόστιμα φαγητά της.

Φτάσαμε λοιπόν στο κεφαλάρι του Αϊ-Γιάννη , με το κελαρυστό και κρύο νερό του, ήπιαμε με την κούπα που έχουν προσδέσει εκεί για το σκοπό αυτό και δροσιστήκαμε  κάτω από τα πελώρια βαθύσκιωτα πλατάνια.

 

Υπαίθριο Μουσείο Υδροκίνησης

 

Συγχαρητήρια σε όσους είχαν την φαεινή ιδέα και την πρωτοβουλία της ίδρυσης του Μουσείου της Υδροκίνησης.  Διδακτικό και παραστατικό  για τους νέους επισκέπτες αλλά επαναφέρει μνήμες και βιώματα άλλων εποχών και στους ηλικιωμένους. Οργανωμένο μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια με θαυμάσιο τρόπο και θα λέγαμε ότι είναι ακριβές αντίγραφο της πραγματικότητας. Πινακίδες, παλιές φωτογραφίες, ενημερωτικά στοιχεία, ακουστικές περιγραφές κατατοπίζουν τους επισκέπτες για τα όργανα  που βλέπουν   και τα οποία με τη βοήθεια των ξεναγών-υπαλλήλων τίθενται και σε ολιγόλεπτη λειτουργία για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα . Είδαμε και θαυμάσαμε τα μεγάλα βαγένια , από τα οποία πέφτει το νερό από ψηλά με μεγάλη δύναμη, τη νεροτριβή, τον αλευρόμυλο και το άλεσμα καλαμποκιού, το βυρσοδεψείο και τον τρόπο  κατεργασίας  των δερμάτων και τον μπαρουτόμυλο με οπτικοακουστική επιπλέον ενημέρωση.

 

Συγκρότημα Υδροκίνησης Εφταπίτας

 

Όλα αυτά σε μεγάλο αριθμό υπήρχαν και λειτουργούσαν, σε παλιότερες εποχές, κατά μήκος του απότομου φαραγγιού του Λούσιου, σε τοποθεσίες που ευνοούντο από την πτώση του νερού. Το νερό αυτό που το θαυμάζουμε στους καταρράκτες και που χρησιμοποιείται και για αγωνιστικούς σκοπούς, κατά τους χειμερινούς μήνες, τρέχει με μεγάλη ταχύτητα, για να φτάσει όσο το δυνατόν νωρίτερα και ν’ ανταμώσει τον Αλφειό ποταμό.

Στο ίδιο απόκρημνο φαράγγι, δεξιά και αριστερά, για λόγους ασφαλείας, κτίστηκαν από ιερομόναχους τρεις μεγάλες Μονές, του Φιλοσόφου, των Αιμυαλών και του Προδρόμου, που έγραψαν τη δική τους ιστορία η κάθε μια στα χρόνια της Επανάστασης του Γένους και όχι μόνο. Τις είδαμε από μακριά αλλά υποσχεθήκαμε ότι μια άλλη φορά θα επιστρέψουμε στο χώρο αυτό ειδικά για τις τρεις Μονές.

Εκκλησάκι στο Λούσιο

Στην περιοχή αυτή ο χρόνος τρέχει γρήγορα σαν τα νερά του Λούσιου. Αργήσαμε, γι’ αυτό και πήραμε το δρόμο του γυρισμού για τη Δημητσάνα. Ήμασταν όμως άτυχοι. Ένα μεγάλο φορτηγό αυτοκίνητο είχε στριμωχθεί στον στενό δρόμο μέσα στη Δημητσάνα με κάποιο άλλο μικρό, παράνομα παρκαρισμένο φαντάζομαι. Μπλοκαρίστηκαν πολλά αυτοκίνητα, ούτε μπρος ούτε πίσω και η ουρά πολύ μεγάλη. Τι να κάνουμε και πόση ώρα να περιμένουμε. Η ζέστη αφόρητη. Να αφήσουμε το αυτοκίνητο και που, για να πάμε με τα πόδια;  Δεν το βρήκαμε τόσο εύκολο και εύλογο. Φανταστήκαμε ότι αυτό λόγω της μεγάλης τουριστικής κίνησης και της στενότητας του δρόμου θα επαναλαμβάνεται συχνά.

Επιτακτική ανάγκη να βρεθεί κάποια λύση στο πρόβλημα αυτό από τις τοπικές αρχές, που θα διευκολύνει τους μόνιμους κατοίκους, τους περαστικούς και τους χιλιάδες εκδρομείς και τουρίστες με πούλμαν. Π.χ. να διανοιχτεί καινούργιος δρόμος, να διαπλατυνθεί ο υπάρχων, να δημιουργηθούν πάρκινγκ, να απαγορευτεί η στάθμευση, να γίνεται η διέλευση με σηματοδότηση κλπ. δεν ξέρω τι άλλο να πω.

 Τέλος πάντων εμείς προ του προβλήματος αυτού αλλάξαμε πρόγραμμα με χαλασμένη τη διάθεσή μας, που δε χαρήκαμε περισσότερο τη Δημητσάνα και αφού αποτίσαμε φόρο τιμής στο άγαλμα του μαρτυρικού Πατριάρχη του Γρηγορίου του Ε΄, φύγαμε προς την άλλη κατεύθυνση, δηλ. προς τη Μεγαλόπολη. Σε λίγο φτάσαμε στη Στεμνίτσα.

Στεμνίτσα

Είχαμε τις σχετικές πληροφορίες, αλλά άλλο να ακούσεις και άλλο να τη δεις με τα μάτια σου. Ένα πραγματικό καλλιτέχνημα. Δεν ξέρει κανείς τι να πρωτοθαυμάσει. Αρχίζοντας από τον Άγιο Γεώργιο και το Καμπαναριό στην πλατεία  μέχρι και την τελευταία μάντρα στις άκρες του χωριού. Οι πιο ξακουστοί μαστόροι λάξεψαν την πιο καλή πέτρα, πελεκήσανε αγκωνάρια και συναγωνιστήκανε ποιος θα χτίσει το καλύτερο σπίτι. Φαντάζομαι ότι οι γείτονες Λαγκαδιανοί χτιστάδες θα βάλλανε κι αυτοί το μαστορικό χεράκι τους. Το πέτρινο αυτό στολίδι, πάλι του Μαινάλου, είναι χτισμένο στα 1080 μέτρα υψόμετρο. Έπαιξε κι αυτό πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση του 1821, ήταν αγαπητό στέκι του Γέρου του Μοριά, του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και έγινε έδρα της πρώτης Πελοποννησιακής Γερουσίας. Λόγω του ορεινού και άγονου εδάφους οι κάτοικοι από τα παλιά χρόνια στράφηκαν προς το εμπόριο και την αργυροχρυσοχοΐα. Γι’ αυτό και τιμητικά στη Στεμνίτσα ιδρύθηκε και λειτουργεί και σήμερα ομώνυμη τεχνική Σχολή.

Η παρέα μου κι εγώ αφού περπατήσαμε στα στενά δρομάκια και θαυμάσαμε τα πέτρινα αριστουργήματα, καθίσαμε στην δροσερή και φιλόξενη πλατεία της για ξεκούραση και για φαγητό. Το κατσικάκι ριγανάτο και σε μεγάλες μερίδες ήταν τόσο νόστιμο και καλομαγειρεμένο που θα μας μείνει αξέχαστο. Επιπλέον πολύ φτηνό και νιώσαμε σπιτική περιποίηση παρά εστιατορίου.

 

Στεμνίτσα

 

Ευχαριστημένοι αποχαιρετήσαμε την όμορφη Στεμνίτσα. Από τη Νότια πλαγιά του Μαινάλου κατερχόμενοι βλέπαμε τη Μεγαλόπολη με την πεδιάδα της και τις καμινάδες της ΔΕΗ να καπνίζουν αρημανίως. Αναγκαίο κακό και προϋπόθεση για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Το χωριό Ελληνικό, παλαιότερα ονομαζόμενο Μουλάτσι.

 Το πρώτο χωριό που συναντήσαμε, πατώντας σιγά σιγά  ημιορεινό πια  μέρος ήταν το χωριό Ελληνικό (Μουλάτσι), που συναγωνίζεται σε ομορφιά όλα τα άλλα χωριά της Γορτυνίας. Οι κάτοικοι του χωριού αυτού, για τα παλιά χρόνια μιλάμε, είχαν μια ιδιαίτερη επαγγελματική δραστηριότητα, ήταν μπαλωματήδες και κατασκευαστές καινούργιων παπουτσιών. Με τα απαραίτητα εργαλεία, φαλτσέτα, τανάλια, σφυρί, σουφλί, βελόνες και με τα χρειαζούμενα υλικά, όπως καρφιά, δέρμα, σπάγκο κλπ, μέσα σε ένα δισάκι, φορτωμένο στον ώμο τους  γύριζαν, φυσικά οι άνδρες, όλα τα χωριά της Αρκαδίας και των γύρω Νομών, για αναζήτηση δουλειάς, που κρατούσε αρκετούς μήνες. Στο χωριό έμεναν πίσω οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες να φροντίζουν τα παιδιά και τις υπόλοιπες αγροτικές δουλειές.

Το χωριό αυτό το ξέρουμε καλά εμείς οι Καρυώτες της Αργολίδας γιατί και στο χωριό μας ερχόντουσαν μπαλωματήδες από το Μουλάτσι. Ένας μάλιστα, Βαγγέλης Παναγόπουλος, πολύ αγαπητός και γνωστός ως  Μουλατσιώτης, έμεινε μόνιμα στο χωριό μας και μετά το θάνατό του, αφού σκοτώθηκε σε μία στροφή, στο έμπα του χωριού μας, από τους Γερμανούς κατακτητές και από τότε τον τόπο της εκτέλεσης τον λέμε στροφή του Μουλατσιώτη.

Αν και ο χρόνος δεν μας το επέτρεπε, ο ήλιος γέρνει χωρίς να μειώνεται και η ζέστη, θα ήταν μεγάλη μας παράλειψη, εδώ που φτάσαμε, αν δεν πηγαίναμε, έστω και για λίγο, σε ένα από τα ομορφότερα χωριά της Γορτυνίας, κάνει μπαμ και από μακριά. Ανεβήκαμε λοιπόν στην ιστορική Καρύταινα, τη γνωστή και ως Καστροπολιτεία. Είναι χτισμένη ψηλά στο λόφο και έχει για στολίδι το καλοδιατηρημένο μεσαιωνικό Κάστρο της. Το Κάστρο αυτό χρησιμοποίησε και ο καπετάν Θεοδωράκης Κολοκοτρώνης ως ορμητήριο, κατά τις επιθέσεις του εναντίον του Ιμπραήμ. Είναι ένας παραδοσιακός οικισμός και μέχρι πρότινος και έδρα  του Δήμου Γόρτυνος. Εντυπωσιακό είναι και το φαράγγι της, εκεί που περνάει ο Αλφειός ποταμός, που την προστάτευε από τους εχθρούς, όπως και το Κάστρο της, αλλά με φυσική οχύρωση. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε και τη γέφυρα του Αλφειού ποταμού, γνωστή σε όλους τους Έλληνες, γιατί κοσμούσε παλαιότερα το χαρτονόμισμα των 5.000 δραχμών.

 

Γέφυρα Αλφειού στην Καρύταινα

 

Ο ήλιος όλο και «χαμηλώνει κι η μέρα σώνεται»  κι εμείς μετά από μία μικρή στάση στη Μεγαλόπολη για ένα αναψυκτικό, φτάσαμε στον Κόμβο της νέας εθνικής οδού. Η διέλευσή της για μένα  και την παρέα μου  γινότανε για πρώτη φορά και   ήταν μία ξεχωριστή εμπειρία. Μέσα από τις καινούργιες σήραγγες, που δόθηκαν σε κυκλοφορία τους περασμένους μήνες, το πότε φτάσαμε στον Κόμβο της Στέρνας και από εκεί στο χωριό μας, δεν το καταλάβαμε. Γυρίζοντας με το καλό στα σπίτια μας και αναλογιζόμενοι που και που πήγαμε, τα πόσα αξιοθέατα είδαμε και τι διδαχτήκαμε, καταλήξαμε στο πρώτο συμπέρασμα ότι αυτή δεν ήταν μια συνηθισμένη ημερήσια απόδραση και περιήγηση της Αρκαδίας, αλλά ήταν ένα φυλλομέτρημα της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους. Θα τη συστήνουμε σε κάθε ευκαιρία και σε κάθε συνομιλητή μας. Επειδή όμως αυτά που δεν είδαμε είναι περισσότερα και πολλά είναι και σημαντικότερα από αυτά που είδαμε,  καταλήξαμε στο δεύτερο συμπέρασμα ότι η σημερινή μας περιήγηση είναι μία από τις αμέτρητες ημερήσιες αποδράσεις,  που πρέπει να κάνει κάθε έλληνας αν θέλει να γνωρίσει ολόκληρη την Αρκαδική γη, το καμάρι του Μοριά.

 

Σπύρος Κ. Καραμούντζος

 

Read Full Post »

Τρίοπας ή Πανόπτης


 

Ο Τρίοπας υπήρξε ο όγδοος μυθικός βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του Φόρβαντα, τον οποίο και διαδέχτηκε στη βασιλεία. Ονομαζόταν επίσης, Τριόφθαλμος ή Πανόπτης.

Παντρεύτηκε τη Σωΐδα, από την οποία απέκτησε τον Αγήνορα, τον Ίασο, τον Πελασγό και την Μεσσήνη. Ο Τρίοπας θεωρείται αποικιστής στη Μικρά Ασία, της Δωρικής εξαπόλεως, με λατρευτικό κέντρο την Κνίδο. Τον Τρίοπα διαδέχτηκε ο γιος του Αγήνορας.

Ο Παυσανίας αναφέρει (Παυσανίας Αργολικά Β΄ XVI, 1.): «Φόρβαντος δε γίνεται Τρίοπας, Τρίοπας δε Ίασος και Αγήνωρ».  

 

Πηγή


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

Read Full Post »

Φόρβας ή Φόρβαντας


  

Ο Φόρβας ήταν ο έβδομος βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του Κριάσου και της Μελανθούς. Διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο. Τα αδέρφια του ήταν ο Ερευθαλίων, ο οποίος ήταν ιδρυτής της Ερευθαλίας και η Κλεοβοία.

Σύζυγος του ήταν η Εύδοια [1] κόρη του Αισώπου, παιδιά του οι Τρίοπας, Αρέστορας και η Προνόη. Κατά τον Παυσανία, ο Φόρβας αναφέρεται ως γιος του βασιλιά Άργου και όχι ως γιος του Κριάσου. Συγκεκριμένα, γράφει: «Άργον δε Πείρασος γίνεται και Φόρβας, Φόρβαντος δε Τρίοπας [2]».  

 

Υποσημειώσεις


1. Νέο λεξικό ελληνικής μυθολογίας, Αθανασίου Αγγελόπουλου, εκδόσεις Ελεύθερη Σκέψις.

2. Παυσανίας Αργολικά Β΄ ΧVI, 1. Όπως αναφέρει και  ο Κοφινιώτης στο έργο του, «Ιστορία του Άργους από των Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρις ημών »,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 .

Πηγές


  • Άγγελος Χρ. Κλειώσης, «Αργείων Βασιλέων Μέλαθρον, Λύκαυγες – Λυκόφως», Αργειακά Γράμματα, 1976.

 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΚρίασος ΦόρβαςΠερσέαςΔιομήδης

Read Full Post »

Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Τον Ιανουάριο του 1828, όπως είναι γνωστό, αφίχθη ο Ιωάννης Κα­ποδίστριας στον ελεύθερο ελληνικό χώρο, εκλεγμένος από την Εθνική Συ­νέλευση της Τροιζήνος ως κυβερνήτης για μια επταετή θητεία[1]. Η κατά­σταση η οποία επικρατούσε τότε ήταν πραγματικά χαώδης και τα προβλή­ματα που είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δισεπίλυτα. Περί αυτών αψευδή μαρτύρια παρέχουν οι εκθέσεις των Γραμματέων της Επικρατείας, δηλαδή των Υπουργών, της Αντικυβερνητικής Επιτροπής οι οποίοι έσπευ­σαν να τον ενημερώσουν για τους τομείς της δικαιοδοσίας τους. Από αυτές πολύ σημαντικά στοιχεία προσφέρουν δύο εκθέσεις του επί του Δι­καίου και της Παιδείας Γραμματέως Μιχ. Σούτσου[2], ειδικότερα δε στα όσα άκρως ενδιαφέροντα αναφέρει περί της δικαιοσύνης. Βαρύνουσα μάλιστα σημασία προσδίδουν, στη δεύτερη έκθεσή του, και οι εισηγήσεις του για τα άμεσα μέτρα που έπρεπε, κατ’ αυτόν, να ληφθούν για την εκ των ενόντων αντιμετώπιση των προβλημάτων. Έτσι για το νευραλγικό τομέα της δικαι­οσύνης έχομε από τον κατ’ εξοχήν αρμόδιο λειτουργό την αξιόπιστη εικό­να της επικρατούσης τότε καταστάσεως.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές διαρκούσης της Επαναστάσεως και πριν τον Καποδίστρια ποτέ δεν ελειτούργησαν δικαστήρια, εκτός μόνον του Εμποροδικείου, στη Σύρο και του δικαστηρίου λειών, υπό την ονομασίαν «Θαλάσσιον Δικαστήριον», στην Αίγινα[3]. Μέχρι τη συνεχίσασα τα­κτικώς τις εργασίες της στην Τροιζήνα Γ’ Εθνική Συνέλευση, οι αστικού περιεχομένου διαφορές εκρίνοντο κατά βάση από δικαστικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων διωρίζοντο από την κατά καιρόν κυβέρνηση. Οι επι­τροπές όμως αυτές ως μη σύννομες καταργήθηκαν. Επί του προκειμένου πράγματι το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος ώριζε ότι: Δικαστικαί Επιτροπαί ή Δικαστήρια έκτακτα απαγορεύονται εις το εξής»[4].

Την κατάρ­γηση όμως των Επιτροπών δεν επηκολούθησε, ως ώφειλε, η αναγκαία σύ­σταση των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι το Βουλευτικόν δεν είχε ευκαιρήσει μέχρι τότε, «ίσως δια τον επικρατούντα κλύδωνα των πραγμάτων», να μελετήσει τις διορθώσεις του νόμου περί συστάσεως δικαστηρίων που είχε υποβάλλει η ορισθείσα παρ’ αυτού επιτροπή, ώστε να προωθηθεί ο περί Οργανισμού των Δικαστηρίων νόμος. Έτσι ο Υπουργός της Δικαιο­σύνης αντιμετωπίζων σωρείαν αιτήσεων για ένδικη προστασία και πιεζόμε­νος από τα πράγματα, αναγκαζόταν να παρανομή και να παραβαίνη καταφώρως το Σύνταγμα. Κι’ αυτό, γιατί άλλοτε μεν μετήρχετο ο ίδιος τον «ειρηνοποιό δικαστή», άλλοτε δε παρακινούσε τους διαφερομένους να προσ­φύγουν στην αιρετοκρισία[5]. Στην τελευταία όμως περίπτωση η προτροπή του Υπουργού έμενε κατά το πλείστον αναποτελεσματική, δεδομένου ότι η αιρετοκρισία δεν ήταν υποχρεωτική.

Ο ευρισκόμενος εν αδίκω δεν είχε προδήλως κανένα συμφέρον να συναινέσει στη λύση της διαφοράς με αιρετοκρισία. Επακόλουθο της ασυμφωνίας των διαφερομένων μερών ήταν να πληροφορή αυτά ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός, επαναλαμβάνοντας στερεοτύπως την επωδό, ότι η εξέταση της υποθέσεώς τους ανεβάλλετο μέχρι της συστάσεως των δικαστηρίων.

Ως προς τις αιρετοκρισίες όμως αξίζει να υπομνησθούν και τα εξής: Κατά την περίοδο που ο Ελληνισμός ευρίσκετο υπό ξένη κυριαρχία πολύ συνήθης τρόπος επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των υπο­δούλων Ελλήνων απετέλεσε η προσφυγή τους στην αιρετοκρισία. Την κα­ταφυγή άλλωστε στην κρίση των αιρετών κριτών επέβαλλον τότε και οι χα­λεπές συνθήκες της δουλείας δεδομένου ότι απεφεύγετο η οικονομικά επώ­δυνη ανάμιξη των αρχών του κυριάρχου.

Ειδικότερα δε στα υπό οθωμα­νική κατοχή νησιά του Αιγαίου, η διαιτησία με Έλληνες διαιτητές είχε και νομιμοποιηθή με τους κατά καιρούς εκδοθέντες προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων που παρείχαν δικαιώματα ή προνόμια στους χριστιανούς [6]. Έτσι η συνέχιση της διαδικασίας αυτής οικείας επί αιώνες στον υπό­δουλο Ελληνισμό, κατά την οποία είχαν πλήρη εφαρμογή οι περί «αιρετών δικαστών» ή «αιρετών διαγνωμόνων» διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, δεν παρουσίαζε προβλήματα.

Αντιθέτως ενισχύετο εκ της ελλείψεως δικα­στηρίων. Τα αναφερόμενα όμως μέρη δεν είχαν πάντοτε το προαιρετικό δικαί­ωμα για την υπαγωγή τους στην αιρετοκρισία. Ενίοτε, όπως φαίνεται, η διαιτησία ήταν υποχρεωτική. Τούτο συνέβαινε κυρίως στις περιπτώσεις που η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Αυτό μαρτυρεί ανέκδοτον έγγραφον, υπό ημερομηνίαν 18 Μαΐου 1828, ήτοι προ της συστάσεως των δικαστη­ρίων, αναφερόμενον σε υπάρχουσα διαφορά μεταξύ νύφης και πεθερού.

Δυστροπούντος του τελευταίου να στέρξη στη φιλική διευθέτηση ή στην επίλυση αυτής με αιρετοκρισία, διατάσσεται από τον κυβερνήτη Ιω. Καπο­δίστρια ο διοικητής του Πόρου να «καθυποβάλη» αυτούς σε αιρετοκρισία. Προς το σκοπό μάλιστα αυτό του υποδεικνύεται να καλέσει τους αναφε­ρομένους να υποδείξουν από ένα αιρετό κριτή έκαστος της επιλογής του. Συγχρόνως δε η έγγραφος διαταγή ορίζει ως «πρόεδρον» αυτών τον «Άγιον Δαμαλών».

Αργότερα oι νομικοί του Καποδίστρια καθιέρωσαν το υποχρεωτικόν της αιρετοκρισίας και νομοθετικά, εφ’ όσον η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Έτσι στη Πολιτική Διαδικασία του 1830, τη συνταχθείσα υπό του τότε Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά, ειδικό κεφάλαιο αυτής προβλέπει «περί της κατ’ ανάγκην αιρετοκρισίας» (άρθρα 426-465) στην οποία υπεβάλλοντο υποχρεωτικώς συγγενείς τόσον εξ αίματος όσον και εξ αγχιστείας. Το δε Υπουργείον του Δικαίου στη συνέχεια (Μάρτιος 1831), σε σχετική αναφορά του Πρωτοκλήτου Σπάρτης επί του θέματος των αιρετοκρισιών, παρείχε ομοίως την οδηγία ότι: «Αι μεταξύ συγγενών διαφοραί, πρέπει αναποφεύκτως να διαλύωνται δι’ αιρετοκρισίας»[7].

Τέλος ως κατακλείδα των όσων ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός Μιχ. Σούτσος αναφέρει, εισηγείται στον κυβερνήτη την εκδίκαση των αστικών αλλά και εμπορικών διαφορών από τις κατά τόπους δημογεροντίες, των οποίων μάλιστα η απόφαση να είναι ανέκκλητη μέχρι του ποσού των 250 ή 300 γροσιών. Σε περίπτωση δε που τα διαφερομένα μέρη δεν επιθυμούν την κρίση των δημογερόντων, τότε να υποβάλλωνται υποχρεω­τικώς σε αιρετοκρισία. Η πρόταση αυτή βεβαίως είναι φανερό ότι εστιάζε­ται στο κράτησαν επί τουρκοκρατίας σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Και αυτά μεν ως προς τις ιδιωτικές διαφορές. Όσον άφορα όμως στην απο­νομή της ποινικής δικαιοσύνης τα πράγματα ήσαν πολύ σοβαρώτερα. Και τούτο, διότι μόλις το 1826 είχε επιτευχθή η σύσταση ενός εγκληματικού δι­καστηρίου στο Ναύπλιο [8]. Τούτο όμως δεν υπήρξε καθόλου μακρόβιον. Καταργήθηκε με το ΙΖ’ ψήφισμα της συνελθούσης στην Τροιζήνα Εθνικής Συνελεύσεως [9].

Περί του εγκληματικού όμως αυτού δικαστηρίου αξίζει να σημειωθή ότι και η βραχύβιος λειτουργία του δεν υπήρξε καθόλου απρόσκοπτος. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από στοιχεία που παρέχουν ανέκδοτες πηγές, πλείστα προβλήματα δημιουργούσαν σ’ αυτό παρανομούσες διοικητικές αρχές. Συγκεκριμένα με έγγραφό του, της 8ης Ιουνίου 1826, το δικαστή­ριο αυτό απευθυνόμενο προς την Επιτροπή της Συνελεύσεως διαμαρτύρε­ται εντονότατα διότι η Γενική Αστυνομία όχι μόνον δεν εκτελεί τις απο­φάσεις του αλλά προβαίνει και σε παράνομες απελευθερώσεις καταδικα­σμένων σε ειρκτή. Ένεκα όλων αυτών και επειδή οι νόμοι έπρεπε «να εφαρμόζονται εξ ίσου εις όλους εν γένει άνευ τινός εξαιρέσεως ως το έθνος εθέσπισε», δεν διστάζει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ειλημμένη ήδη απόφασή του, ότι απέχει στο εξής των εργασιών του μέχρις ότου υποχρεωθή η Γενική Αστυνομία να συμμορφώνεται και να μην αφήνει ανενέργητες τις αποφάσεις του.

Αργότερα μάλιστα, επειδή εκ μέρους της Επι­τροπής δεν είχε λάβη καμμία απάντηση, επανέρχεται εκ νέου προς αυτήνκαι ζητεί να επιληφθή του επείγοντος αυτού ζητήματος δεδομένου ότι το δικαστήριο είναι αναγκασμένο «κατά το παρόν να μένη άπρακτον» και οι εκκρεμούσες εγκληματικές υποθέσεις αυξάνονται.

Το ίδιο σθένος και αποφασιστικότητα επιδεικνύει και στις απαράδε­κτες παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέως της Επιτροπής Συνελεύσεως, προφανώς υπέρ ορισμένων εμπόρων της Σύρου, ο οποίος ενήργησε «εναν­τίον των χρεών του». Και τούτο, διότι «το δικαστήριον δεν είναι υποκείμενον να δίδη λόγους, δια τους οποίους αναδέχεται κατά τους νόμους, να δικάση ταύτην ή εκείνην την υπόθεσιν». Η έλλειψη όμως εγκληματικού δικαστηρίου είχε επιδεινώσει την ήδη ηυξημένη εγκληματικότητα. Οι κακούργοι, σύμφωνα με όσα διεκτραγωδεί ο Μιχ. Σούτσος, καθημερινώς πολλαπλασιάζονται. «Φονείς καταδικασμένοι… περιφέρονται εις τας αγυιάς ανενόχλητοι άλλοι και χωρίς να κριθώσιν ολοτελώς, μένουσιν ωσαύτως ελεύθεροι και άλλοι συλληφθέντες και φυλακισθέντες μένουσιν εισέτι υπό φυλακήν άκριτοι».

Για την αντιμετώπιση της «ελεεινής» αυτής καταστάσεως, προτείνει την ανασύσταση του καταργηθέντος προσωρινού ανεκκλήτου εγκληματικού δικαστηρίου. Το τελευταίο πρέπει, κατ’ αυτόν, να είναι αρμόδιο να κρίνει ανθρωποκτονίες, εγκλήματα καθοσιώσεως, αρπαγής, βίας, ψευδομαρτυρίας, προδοσίας, συκοφαντίας, κλοπής και «όσα ταράττουσι την κοινήν ησυχίαν».

Ως προς δε την ποινική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία θα εκρίνοντο οι εγκληματικές πράξεις, ο εισηγούμενος υπουργός δεν διαφορο­ποιείται καθόλου από το ισχύον τότε νομοθετικό καθεστώς, αφού προτεί­νει την εφαρμογή του Απανθίσματος των Εγκληματικών και των βυζαν­τινών νόμων («Βασιλικά»). Προβαίνει όμως στην αξιοσημείωτη διευκρίνη­ση ότι «προκρίνονται οι ρωμαϊκοί νόμοι από τους γαλλικούς επί του πα­ρόντος, μέχρις ότου συνταχθή απάνθισμα των δευτέρων κατάλληλον εις τα ήθη, έθιμα και περιστάσεις του έθνους μας».

Η παρατήρηση ακριβώς αυτή του Μιχ. Σούτσου είναι σαφώς ενδεικτική της τάσεως που είχε επικρατήσει κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως και η οποία απέβλεπε στον εκσυγ­χρονισμό και της ποινικής νομοθεσίας επί τη βάσει γαλλικών προτύπων. Τούτο άλλωστε απετέλεσε και συνταγματική πλέον επιταγή με το άρθρο 99 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος που ψηφίσθηκε το 1827 στην Τροιζήνα. Συγκεκριμένα με το άρθρο αυτό ωρίζετο ότι «η Βουλή χρεωστεί να φροντίση δια να συνταχθώσι Κώδηκες, Πολιτικός, Εγκληματικός και Στρατιωτικός, έχοντες Ιδιαιτέρως βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν»[10].

Η ανυπαρξία όμως εγκληματικού δικαστηρίου τους πρώτους μήνες μετά την έλευση του Καποδίστρια αντιμετωπίσθηκε, όπως φαίνεται, με το γνώριμο από το παρελθόν τρόπο του διορισμού Επιτροπών. Η κατάργη­σή τους με το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος, που μνημονεύθηκε προηγουμένως, δεν απετέλεσε κώλυμα για την εκ νέου δραστηριοποίησή τους. Και τούτο, διότι η λειτουργία του Συντάγματος της Τροιζήνας είχε ήδη ανασταλεί με το ψήφισμα της 18ης Ιανουαρίου 1828[11].

Χαρακτηριστικόν παράδειγμα επί του προσκειμένου αποτελεί η από 28 Φεβρουαρίου ανέκδοτη απόφαση «στρατιωτικής επιτροπής» η οποία διορίσθηκε από τον κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια για να δικάσει υπόθεση ανθρωποκτονίας. Στην ενδιαφέρουσα αυτή απόφαση, μετά την εξέταση των πραγματικών πε­ριστατικών, εκρίθη ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ετελέσθη «ουκ εκ προμελέτης άλλ’ εκ παραδρομής και απροσεξίας». Ως εκ τούτου απεφάνθη η επιτροπή ότι έπρεπε να τύχη εφαρμογής η διάταξη μθ’ του Απανθίσμα­τος των Εγκληματικών η οποία προέβλεπε για τον υπαίτιο της πράξεως φυλάκιση έξη μηνών.

Το αξιοσημείωτον όμως εν προκειμένω είναι ότι η προβλεπομένη αυτή ποινή του Απανθίσματος δεν εφαρμόσθηκε αμετάβλητη, άλλα μερικώς τροποποιημένη. Έτσι, στον καταδικασθέντα επεβλήθη «εξ ολόκληρους μήνας από την σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας του και παράδειγμα των ατακτούντων, τους δε λοιπούς τρεις μήνας να μείνη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν».

Ο ιδιότυπος αυτός αντί μόνης της φυλακίσεως κολασμός του καταδικασθέντος να καθαρίζει την πόλη του Ναυπλίου «φέρων άλυσον εις τους πόδας» δεν αποτελεί το μοναδικόν παραμερισμόν διατάξεως του ισχύοντος τότε ποινικού νόμου. Αντιθέτως παρομοία ρύθμιση απαντά και αργότερα σε απόφαση τακτικού πλέον δικαστηρίου.

Αυτό καταδεικνύει απόφαση του έτους 1829 του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας που είχε έδρα την Καλα­μάτα. Στον υπ’ αυτής κριθέντα ως ένοχον εμπρησμού από αμέλεια, δεν επέβαλλε την ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών που προέβλεπε η σχε­τική διάταξη του «Απανθίσματος των Εγκληματικών» αλλά άντ’ αυτής την καταδίκη του ενόχου στο να καθαρίζει την πόλη της Καλαμάτας επί τριάκοντα μία ημέρες με «δεσμά εις τους πόδας του»[12]. Η παρατηρουμένη αυτή μετατροπή των προβλεπομένων από το Απάνθισμα ποινών φυλακίσεως σε αναγκαστικού χαρακτήρα ποινή πα­ροχής κοινωφελούς εργασίας[13], φαίνεται ότι ανταπεκρίνετο στη διαμορφω­μένη τότε λαϊκή περί δικαίου συνείδηση. Συγχρόνως όμως αποτελεί αναμ­φισβήτητα και τον πρόδρομο της απαντωμένης σήμερον ποινής παροχής κοινωφελούς εργασίας, εφ’ όσον βεβαίως «το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε» που προβλέπεται από το άρθρο 82 § 6 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.

Πρέπει ακόμη να επισημανθή ότι η απόφαση της «στρα­τιωτικής επιτροπής» προβλέπει και αποζημίωση των παθόντων. Ειδικότερα ορίζει ότι «προς παραμυθίαν της χήρας γυναικός και του ορφανού τέκνου» να καταβάλη ο φονεύς αμέσως εκατό γρόσια υποχρεούμενος ακόμη, μετά την έκτιση της ποινής του, «να δίδη προς την χήραν και το ορφανόν το ήμισυ των όσων έκ τε της δουλεύσεως και της ιδιοκτησίας του προσπορίζεται επί χρόνους ολόκληρους δέκα». Η παροχή αυτή του δικαιώματος διατροφής ερείδετο επί γενικής δια­τάξεως του Απανθίσματος[14] η οποία προφανέστατα απηχεί τις ανάλογες ρυθμίσεις του δικαίου των βυζαντινών[15].

Η εκτεθείσα όμως θλιβερή κατάσταση της δικαιοσύνης κατά την άφι­ξη του Καποδίστρια, αρχίζει με την πάροδο του χρόνου να βελτιώνεται αισθητά. Ήδη το 1828 ψηφίζεται Δικαστικός Οργανισμός[16]. Επακολουθεί νέος το 1830. Ψηφίζονται ομοίως Διαδικασίες, Πολιτική και Εγκληματι­κή[17]. Πραγματοποιείται η σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων, ακόμη δε και Ανωτάτου[18]. Η γενικότερη δε προσπάθεια δημιουργίας ευνομουμένου κράτους προάγεται με ταχείς ρυθμούς. Ποτέ για τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν έγιναν εκ του μηδενός τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, όσο στη σύντομη διακυβέρνηση του Ιω­άννη Καποδίστρια.

 

Μενέλαος Τουρτόγλου

Νομικός  – Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

 

 

Υποσημειώσεις


1  Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. 9, εν Αθήναις 1841, σ. 97. Πρβλ. ομοίως «Πρακτικά της εν Τροιζήνι Γ’ των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως» (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 7, εν Αθήναις 1840, σ. 88 § θ’, σ. 132-133, §§ β’ και ε’, σ. 151-152) και άρθρο 120 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 9, σ. 144).

2  Η πρώτη έκθεση φέρει ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1828 (ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ. φ. 1 και Επιστολαί I. Α. Καποδίστρια, μετάφρ. Μιχ. Σχινά, τ. Α’, Αθήνησιν 1841, σ. 399-400), η δε δευτέρα 23 Ιανουαρίου 1828 (Έγγρ., αριθ. 1). Ο Μιχ. Σούτσος διο­ρίσθηκε Γραμματεύς της επί του Δικαίου και Παιδείας Γραμματείας στις 7 Οκτωβρίου 1827, αντικαταστήσας τον απολυθέντα Γεράσ. Κώπα (Ιακ. Βισβίζη, Η πολι­τική δικαιοσύνη κατά την Ελληνική Επανάσταση μέχρι του Καποδιστρίου), Αθήναι 1941, σ. 539, άριθ. 734).

3  Πρβλ. και Κ. Τρανταφυλλοπούλου, Η πολιτική δικαιοσύνη επί Καπο­δίστρια, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 23, εν Αθήναις 1949, σ. 473. Έτσι και ο Maurer (Ο ελληνικός λαός, τ. Α’, μετάφρ. Ευστ. Καραστάθη, Αθήναι 1943, σ. 436 παρ. 223) σημειώνει ότι «αν και η εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις είχε πάλιν απο­φασίσει την ίδρυσιν δικαστηρίων, δεν απέκτησεν τοιαύτα η Ελλάς». Βλ. ακόμη και «παρατηρήσεις» του επί Καποδίστρια Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά προς το Ανέκκλητον δικαστήριον: «… εις το διάστημα όλον της Επαναστάσεως, ο Δικα­στικός κλάδος διετάχθη μεν, πλην έμεινεν εις το Διάταγμα και δεν έλαβεν ουδεμίαν εκτέλεσιν. Το Δικαστικόν άρα σύστημα είναι νεοείσακτον». (Μ. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλάδι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ιστορ. Ελλη­νικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 29). Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 155, επ. και 190 επ. Περί του θαλασσίου δικαστηρίου ειδικότερα βλ. Θ. Χαλκιοπούλου, Θέματα θαλασσίων λειών κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, Αθήναι 1974. Δέσπ. Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον δικαστήριον, εν Αθήναις 1973 και της Ιδίας, Αι αποφάσεις του θαλασσίου δικαστηρίου 1828-1829, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 20-21, εν Αθήναις 1976, σ. 25 επ., Ε. Georgiou, Le tribunal maritime en Grèce pendant la guerre de l’Indépendance 1825-1829, Athènes 1971.

4  Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 9, σ. 148.

5  Πρβλ. και Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 183 επ.

6   Βλ. σχετικώς αχτναμέ Μουράτ Γ’, του έτους 1580, που εδημοσιεύθη, σε γαλ­λική μετάφραση, από τον Abbé Pegues (Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorine, Paris 1842, σ. 609-613) και στη συνέχεια ανεδημοσιεύθη από τον Κ. Hopf (Veneto-byzantinische Analekten, Wien 1859, σ. 156) και Κ. Αμάντον, Οι προνομιακοί ορισμοί του μουσουλμανισμού υπέρ των χριστιανών, «Ελληνικά», τ. 9, 1936, σ. 132-136. Επίσης από παλαιά ελληνική μετάφραση ο ίδιος αχτναμές εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (Γράμματα των τελευταίων Φράγκων δουκών του Αιγαίου Πελάγους, 1438-1565 – Ιωσήφ Νάκης, Ιουδαίος δούξ του Αιγαί­ου Πελάγους, 1566-1599 – Το σαντζάκ των νήσων Νάξου, Άνδρου, Πάρου, Σαντορήνης, Μήλου, Σύρας, 1579-1621, εν Ερμουπόλει 1824, σ. 101-105) και ανεδημοσιεύ­θη από τον Δ. Πασχάλη (Προνόμια και διοίκησις των Κυκλάδων επί τουρκοκρα­τίας, «Ανδριακά Χρονικά» 1, 1948, σ. 136-138) και Ιω. Μελά (Ιστορία της νήσου Ικαρίας, τ. Β’, Αθήναι 1958, σ. 27-30). Ομοίως βλ. α) αχτναμέ του έτους 1628/1629 (για την ορθή χρονολόγησή του βλ. Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 16, σημ. 2) που εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (ενθ’ αν., σ. 121-126) και ανεδημοσιεύθη από τον Ιω. Μελά (ενθ’ αν., σ. 30-32) και β) αχτναμέ Ιμπραήμ Α’, του έτους 1646, που εδημοσιεύθη σε ελληνική μετάφραση από τον Π. Αργυρόπουλο, (Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, εν Αθήναις 1859, σ. 45-50) και άλλους, σε γαλλική δε από τον Κ. Hopf (ενθ’ αν., σ. 159-161). Πρβλ. Β. Σφυρόε­ρα, αυτόθι, σ. 16, σημ. 3. Περί των χορηγηθέντων στους Έλληνες προνομίων κατά την τουρκοκρατία βλ. και Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. ΙΑ’, Αθήνησιν 1852, σ. 323-324.

7 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η νομολογία των κριτηρίων της Μυκόνου (17ος-19ος αι.), Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 27-28, εν Αθήναις 1985, σ. 9, σημ. 13.

8 Αριθ. ΙΕ’ του Κώδικα των Ψηφισμάτων (Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 4, εν Πειραιεί 1839, σ. 117). Έκρινε δε «όλα τα εγκλήματα» ανεκκλήτως, κατά το Απάν­θισμα των Εγκληματικών και κατά τους βυζαντινούς νόμους.

9 Βλ. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 8, εν Αθήναις 1840, σ. 138 § γ’.

10 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 9, σ. 141-142.

11 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 10, σ. 39 επ.

12 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η «επιείκεια» κατά την απονομή ποινικής δι­καιοσύνης επί Καποδίστρια. Η απόφαση του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας, «Πε­λοποννησιακά», Παράρτημα 18, Αθήναι.

13 Άλλοτε πάλιν η αναγκαστική παροχή κοινωφελούς εργασίας επεβάλλετο προσθέτως προς την καταγνωσθείσα ποινή της φυλακίσεως. Έτσι το Πρωτόκλητον Δικαστήριον Βορ. Κυκλάδων, στους κριθέντες υπ’ αυτού ενόχους «πειρατικής πράξε­ως» επιβάλλει τριετή φυλάκιση και συγχρόνως «να καθαρίζουν δις της εβδομάδος τους δρόμους της πόλεως ταύτης» (Σύρου). Βλ. σχετικώς Δ. Σερεμέτη, Η δικαιο­σύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959, σ. 393. 

14 «Όταν το έγκλημα είναι φονικόν, αν ο φονευθείς έχη παιδία ανήλικα ή πε­ριουσία του φονέως να βοηθή την διατροφήν των ανηλίκων παιδίων έως να φθάσωσιν εις νόμιμον ηλικίαν ή των γονέων αν είναι ασθενείς και άποροι». (Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως (1822-1828), Επετ. του Κέν­τρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 139).

15 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Το Ποινικό Δίκαιο των βυζαντινών πρότυπο των «περί φόνου» διατάξεων του «Απανθίσματος των Εγκληματικών», Τιμή Γεωργί­ου Κ. Βλάχου, Αθήνα 1995, σ. 642.

16 Ψήφισμα ΙΘ’ (αριθ. 8268) της 15ης Δεκεμβρίου 1828 (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 95 της 19ης Δεκεμβρίου 1828. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 11, σ. 505-511. Εκτενείς παρατηρήσεις επί του Δικαστικού Οργανισμού όπως και του επακο­λουθήσαντος υπ’ άριθ. 9470 Διατάγματος της 18ης Φεβρουαρίου 1829 με το οποίον ετέθη σε ισχύ «προς συμπληρωματικήν εφαρμογήν» ο αναθεωρηθείς στις 21 Οκτωβρίου 1825 υπ’ άριθ. ΙΓ’ νόμος της 22ας Μαΐου 1822, βλ. στον Δ. Σερεμέτη, Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959. Ομοίως και Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των ψηφισμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 14, εν Αθήναις 1970, σ. 133 επ.

17 «Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία εις την οποίαν προηγείται το περί Διοργανισμού Δικαστηρίων υπ’ άριθ. 152 Ψήφισμα μετά των Διαταγμάτων υπ’ αριθ. 153-160» εν Αιγίνη (εκ της Εθνικής Τυπογραφίας) 1830. Τα τρία αυτά νομοθετικά έργα συντάχθηκαν από τον τότε Γραμματέα του Δικαίου Ιω. Γενατά. Παρατηρήσεις επί των νομοθετημάτων αυτών βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Ο Διοργανισμός των Δικαστηρίων και η Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία του 1830, Επετ. Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 8, εν Αθήναις 1958, σ. 1 επ. Προηγουμένη Εγκληματική Διαδι­κασία, της 6ης Μαΐου 1829 (Ψήφισμα αριθ. Λ’), συνταχθείσα από τον Χ. Κλονάρη, βλ. Γ. Δημακοπούλου, ενθ’ αν., σ. 160 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

18 Περί του δικαστηρίου αυτού βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλά­δι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δι­καίου, τ. 10, εν Αθήναις 1966, σ. 1 επ.

Πηγή


  •  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

Έκβασος 


 

Ο Έκβασος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς), εγγονός του Δία και της Νιόβης. Ήταν αδερφός του Πειράσου, του Κριάσου, του Επιδαύρου και του Λικύμνου[1].

Οι πληροφορίες για τη ζωή του Έκβασου είναι πενιχρές. Γνωρίζουμε ότι, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο, στη βασιλεία του Άργους, πέθανε άτεκνος και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κρίασος.

Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

Υποσημείωση


[1]  Απολλόδωρος Β΄, 1,2).

Πηγές


 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΠερσέαςΔιομήδης

 

Read Full Post »

Ρούβαλη Αμαλία


 

 

Αμαλία Ρούβαλη

Η Αμαλία Ρούβαλη γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1954 στο Ναύπλιο όπου πέρασε την παιδική της ηλικία. Είναι κόρη της οδοντιάτρου και ποιήτριας Τερέζας Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη και του δικηγόρου εκ Ναυπλίου Τάκη Ρούβαλη, εκδότη στο Ναύπλιο  της μηνιαίας εφημερίδας «Η Μάχη», στην δεκαετία του 1960. Αδερφός της είναι ο συγγραφέας Γιώργος Ρούβαλης. Κατοικεί και εργάζεται στην Αθήνα.

Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, κοινωνιολογία και σκηνοθεσία του κινηματογράφου στην Αθήνα και στο Παρίσι. Μετέφρασε βιβλία κοινωνικών επιστημών στις δεκαετίες 1970-1980 από τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά.

Για δύο περίπου δεκαετίες διετέλεσε επίσημη μεταφράστρια και Ακόλουθος Τύπου στην Πρεσβεία του Μεξικού στην Ελλάδα, σήμερα εργάζεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Έχει εκπονήσει κοινωνιολογικές έρευνες και δημοσιεύσει μελέτες στον εξειδικευμένο Τύπο.

Από τη δεκαετία του 2000 ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση από τις ιβηρικές γλώσσες, είναι, επίσης, ισπανίστρια. Έχει διδάξει κοινωνιολογία της Λατινικής Αμερικής στο ΕΚΕΜΕΛ.

Έχει εκδώσει  ως σήμερα δύο ποιητικές συλλογές:  «Πρώτα ποιήματα», 1976, εκδόσεις  Νέα Σκέψη και «Έπεα πτερόεντα;», 2009, εκδόσεις Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ. Υπό έκδοση, το 2012, η νέα συλλογή «Ποιήματα αδέσποτα, ατάκτως ερριμμένα» στις εκδόσεις Τυπωθήτω.

Ορισμένα από τα ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα πορτογαλικά, ισπανικά και κροατικά. Δημοσιεύει ποίηση και λογοτεχνική κριτική σε σχετικά έντυπα και στο διαδίκτυο.

 

Πηγή


 

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

 

Read Full Post »

To Άργος μέσα από τους πίνακες του Τάσου Γιαννόπουλου


  

Ο Τάσος Γιαννόπουλος λίγο πριν εγκαταλείψει τον υλικό αυτό κόσμο, έδωσε ένα τελευταίο δείγμα της αγάπης του για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανάθρεψε. Το Άργος. Με χαρά παραχώρησε το δικαίωμα στο Δήμο να εκδώσει το ημερολόγιο του 2005, στο οποίο παρουσιάζονται 14 από τα πολλά έργα του που έχουν ως θέμα την πόλη και τα δημοτικά της διαμερίσματα.

Μέσα από τους πίνακες αυτούς, προβάλλονται και αναδεικνύονται οι ομορφιές του Δήμου αλλά και τα ιστορικά του μνημεία. Κάποιους από αυτούς τους πίνακες παρουσιάζει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, ως ελάχιστο δείγμα τιμής στον εκλεκτό πατριώτη και καλλιτέχνη, Τάσο Γιαννόπουλο.

 

Άργος, δυτική πόλη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Αρχαίο Θέατρο Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Τίμιος Πρόδρομος Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άγιος Νικόλαος Πυργέλλας Άργους - Ακουαρέλλα, Τάσος Γιαννόπουλος

 
 

Παναγία Κατακεκρυμμένη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Ζωοδόχος Πηγή - Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άργος – Δειλινό τον Ιούνιο - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »