Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Τρικούπη  Αικατερίνη (1800-1871)


 

Η Αικατερίνη Τρικούπη γύρω στα 1860.

Αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του Χαρίλαου και της Σοφίας Τρικούπη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Καταγόταν από τη μητέρα της από την ηγεμονική οικογένεια των Καρατζά και από τον πατέρα της από την οικογένεια των Μαυροκορδάτων. Η Αικατερίνη ήταν κόρη του εγγονού του πρώτου πρίγκιπα Μαυροκορδάτου. Ο πατέρας της Νικόλαος (1744-1818), ο παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, υπήρξε λόγιος και υψηλόβαθμος αξιωματούχος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ενώ η μητέρα της Σμαράγδα  ήταν κόρη του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.

Όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση η Αικατερίνη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της. Κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου είδε το σπίτι της να παραβιάζεται και τον αδελφό του πατέρα της ανασκολοπισμένο. Κατόρθωσε να γλυτώσει τη σύλληψη καταφεύγοντας στο σπίτι ενός Άγγλου ιερέα. Με τη βοήθεια του ιερέα αυτού, του αδελφού της Αλέξανδρου αλλά και του Σπυρίδωνα Τρικούπη, κατάφερε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη,  μαζί με την μητέρα και την αδελφή της, και να φτάσει στο Ναύπλιο τον Οκτώβριο του 1825.

 

Πορτραίτο της Αικατερίνης Τρικούπη (12 Φεβρουαρίου 1861, Λονδίνο) αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του πρωθυπουργού και ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του επίσης πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη και της Σοφίας Τρικούπη. Έργο του Γάλλου φωτογράφου Camille Silvy (1834-1910).

 

Τον Ιανουάριο του 1826 παντρεύεται στο Ναύπλιο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, γάμο συμφωνημένο από τον αδελφό της και τον Τρικούπη όσο εκείνη βρισκόταν ακόμη στην Πόλη. Θα αποκτήσουν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα* και ο Όθων**, σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος, μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία.

Η Αικατερίνη, μεγαλοπρεπής στο παράστημα, έκτακτης μόρφωσης, προσηνής και ευχάριστη στους τρόπους, ήταν υπόδειγμα γυναίκας επιφανούς, μητέρας και συζύγου μοναδικής. Στις αυλές του Παρισιού και του Λονδίνου, όπου ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν πρεσβευτής, είχε καταλάβει λόγω των χαρισμάτων της εξαιρετική θέση. Πέθανε στην Αίγινα, όταν πνίγηκε ενώ κολυμπούσε στην παραλία μπροστά από το σπίτι τους, σε ηλικία 71 ετών, στις 15 Ιουλίου 1871.

Υποσημειώσεις


 

* Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

 

Πηγές

 


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (Μάνη 1804 – Κυπαρισσία 1825)

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1827.

 

 «Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…» [Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1830.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (1804-1825)


 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Αγωνιστής του ’21 και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Γεννήθηκε στη Μάνη το 1804 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1825. Στα δεκαεπτά του χρόνια αφοσιώθηκε στον εθνικό αγώνα. Μπήκε με τον πατέρα του στην Καλαμάτα και με τον αδελφό του Ηλία και το θείο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη πολέμησε γενναία στη μάχη του Βαλτετσίου. Κατά την εισβολή του Δράμαλη, κλείσθηκε στην ακρόπολη του Άργους, αντιτάσσοντας απεγνωσμένη άμυνα κατά του εχθρού.

Μετά την απόβαση του  Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο, οι Αιγύπτιοι λεηλατούσαν τις επαρχίες της Μεσσηνίας και την Κορώνη, στις  9 Απριλίου 1825 παρατάχθηκαν μπροστά από το φρούριο του Νεοκάστρου. Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης έσπευσε να εισέλθει στο φρούριο με πολλούς άλλους. Περιφερόμενος στις 14 Απριλίου 1825 στις επάλξεις για να εμψυχώσει τους Έλληνες, τραυματίστηκε και πέθανε από αυτό το τραύμα αργότερα στην Κυπαρισσία.

Στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από την 1η Ιανουαρίου του 1824,  διαβάζουμε:  

Μεσολόγγιον 26 Μαρτίου 1825,

«Από γράμματα Ναυπλίου των 20 του τρέχοντος…. Εις τας 16 του τρέχοντος οι εχθροί επιχείρησαν να κάμουν έφοδον κατά του Νεοκάστρου, αλλ’ απέτυχον αποκρουσθέντες από τους εντός του φρουρίου γενναίως, και πολεμηθέντες ενταυτώ και από τους έξω
πολιορκούντας αυτούς Έλληνας, μεταξύ των οποίων ο περίφημος Ολύμπιος στρατηγός Καρατάσσος, και ο νεώτερος υιός του Πέτρου Μαυρομιχάλη ο καπετάν Γιάννης έδειξαν ηρωϊσμόν μέγαν πολεμήσαντες συστάδην· ο πρώτος περικυκλωθείς από τους εχθρούς με τους περί αυτόν αιφνηδίως, αντεστάθη ικανήν ώραν, και φονεύσας πολλούς εξήλθε τελοσπάντων από τας χείρας των αβλαβής, και θριαμβευτής· ο δεύτερος, άξιος αδελφός και συγγενής των ηρώων Ηλία, και Κυριακούλη, αφού ήλθε και αυτός εις χείρας σχεδόν με τους εχθρούς, πληγωθείς την δεξιάν χείρα ετραβίχθη ενδόξως από το πεδίον της μάχης…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 25.]

«Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

«Αδελφοί Έλληνες!

Ευχαρίστως έπιον και το πικρόν τούτο ποτήριον. Εθυσιάσθη ενδόξως μαχόμενος υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και έτερος φίλτατός μου υιός Ιωάννης Μαυρομιχάλης, όστις ετραυματίσθη κατά την εν Νεοκάστρω μάχην εις τας 14 του παρόντος ανδρείως πολεμών τον βάρβαρον εχθρόν, και μετά οκτώ ημέρας παρέδωκε το πνεύμα του εις τον θεόν.

Ούτος ο ένδοξος μάρτυς της φιλτάτης ελευθερίας, ήδη επαναπαύεται εις τους κόλπους του Αβραάμ και αγάλλεται αξιωθείς να επισφραγίση την δόξαν του με τοιούτον έντιμον θάνατον. Γαίαν έχοις ελαφράν, τέκνον γλυκύτατον των αθανάτων προπατόρων σου, άξιον και των μαχιμωτάτων αδερφού σου και θείου σου Ηλιού και Κυριακούλη εφάμιλλον! ο θάνατός σου ήδη βαλσαμόνει τας κινδυνώδεις πληγάς, όσας αι δειναί περιστάσεις ήνοιξαν εις την καρδίαν μου, επειδή με δίδει χρηστάς ελπίδας ότι της Σπαρτιατικής ευθαρσίας σου το παράδειγμα το αξιομίμητον θα ελευθέρωση το πατρώον έδαφος από την στυγεράν παρουσίαν των απάνθρωπων τυράννων˙ ναι αδερφοί Έλληνες! και φίλτατοί μου Σπαρτιάται! το γενναίον παράδειγμα του νεανίσκου τούτου μιμούμενοι δράμετε να εκδικηθήτε το αίμα του»

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Εν Τριπολιτσά, 25 Μαρτ. 1825.

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 32.]

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 16ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «Adam Friedel / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Ο Λαμαρτίνος στο Ναύπλιο του 1832


 

Ο Αλφόνσος Λαμαρτίνος (Alphonse de Lamartine 1790 – 1869), γνωστός από το έργο του «Ποιητικοί Στοχασμοί» , έργο  που θεωρήθηκε ορόσημο του ρομαντισμού, το 1832 πραγματοποίησε ένα ταξίδι αναψυχής στην Ανατολή, με βασικούς σταθμούς την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία και τον Λίβανο. Τότε, η πολύ πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης και καταστροφής. Αυτήν την Ελλάδα θα δει ο ποιητής και θα την αποτυπώσει στο ημερολόγιο καταστρώματος που κρατάει, αρχίζοντας από τις  ακτές του Ναυαρίνου, όπου φτάνει στις 6 Αυγούστου. Οι ταξιδιωτικές εξιστορήσεις του εκδόθηκαν σχεδόν αμέσως,  το 1835, σε τετράτομο έργο με τον τίτλο,  «Souvenirs impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient (1832-1833) ou notes d’un voyageur, par M. Alphonse de Lamartine, membre de l’Académie Française En quatre volumes Paris Librairie de Charls Gosselin, Librairie de Furne, 1835», κυρίως για οικονομικούς λόγους. Το έργο γνωρίζει τεράστια επιτυχία, το 1841 παίρνει τον οριστικό τίτλο  «Voyage en Orient», και ως το 1868 τυπώνεται πάνω από δεκαπέντε φορές. Ας δούμε τη γράφει  ο Λαμαρτίνος για την Αργολίδα και ειδικότερα για το Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1832. 

 

 

Alphonse de Lamartine - Πίνακας του Decaisne (1839).

[…] Μπαίνουμε σ’ έναν ευρύχωρο κόλπο, είναι ο Αργολικός κόλπος· έχουμε τον άνεμο πίσω μας και τρέχουμε γρήγορα σαν γλάροι που πετούν· τα βράχια, τα βουνά, τα νησιά των δύο παραλιών φεύγουν μπροστά μας σαν σκοτεινά σύννεφα. Νυχτώνει· διακρίνουμε κιόλας τον βυθό του κόλπου, μολονότι έχει δέκα λεύγες βάθος· τα κατάρτια τριών στόλων που είναι αγκυροβολημένοι μπροστά στο Ναύπλιο διαγράφονται σαν χειμωνιάτικο δάσος με φόντο τον ουρανό και την πεδιάδα του Άργους.

Σε λίγο σκοτεινιάζει εντελώς· ανάβουν φωτιές στις πλαγιές των βουνών και στα δάση όπου οι Έλληνες βοσκοί φυλάνε τα κοπάδια τους· τα πλοία ρίχνουν τον βραδινό κανονιοβολισμό. Βλέπουμε διαδοχικά τη λάμψη από τις μπουκαπόρτες των εξήντα αραγμένων σκαφών, όμοια με τους δρόμους μιας μεγαλούπολης η οποία φωτίζεται από τα φανάρια της· μπαίνουμε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των πλοίων και ρίχνουμε άγκυρα αργά τη νύχτα κοντά σ’ ένα μικρό φρούριο που προστατεύει τον όρμο του Ναυπλίου, απέναντι από την πόλη, κάτω από τη σκιά του κάστρου του Παλαμηδιού.

 

9 Αυγούστου 1832

Σηκώνομαι με την ανατολή του ήλιου για να δω επιτέλους από κοντά τον Αργολικό κόλπο, το Άργος, το Ναύπλιο, τη σημερινή πρωτεύουσα της Ελλάδας. Τέλεια απογοήτευση: το Ναύπλιο είναι μια άθλια κωμόπολη, χτισμένη στο άκρο ενός βαθιού και στενού κόλπου, πάνω σε μια λουρίδα γης πεσμένη από τα ψηλά βουνά που δεσπόζουν σε όλη την ακτή· τα σπίτια δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό· έχουν το σχήμα των πιο κοινών χωριάτικων κατοικιών της Γαλλίας ή της Σαβοΐας.

Τα περισσότερα είναι κατεστραμμένα και οι τοίχοι τους, γκρεμισμένοι από τις κανονιές του τελευταίου πολέμου, βρίσκονται ακόμα σωριασμένοι καταμεσής του δρόμου. Στην παραλία υψώνονται δυο-τρία καινούργια σπίτια, βαμμένα με χτυπητά χρώματα, ενώ μερικά καφενεία και ξύλινα μαγαζιά είναι χτι­σμένα πάνω σε πασσάλους που προχωρούν μέσα στη θάλασσα: αυτά τα πλωτά καφενεία και οι εξέδρες είναι κατειλημμένα από μερικές εκατοντάδες Έλληνες που φορούν τις πιο επιτηδευμένες αλλά και τις πιο βρόμικες φορεσιές· καθισμένοι ή ξαπλωμένοι στα σανίδια ή πάνω στην άμμο σχηματίζουν διάφορες γραφικές ομάδες.

 

 

Οι φυσιογνωμίες είναι ωραίες, αλλά θλιμμένες και άγριες· το βάρος της αργίας φαίνεται σε κάθε τους στάση. Η τεμπελιά των Ναπολιτάνων είναι γλυκιά, ήσυχη και εύθυμη: είναι η νωχέλεια της ευτυχίας· η τεμπελιά αυτών των Ελλήνων είναι βαριά, δύσθυμη, σκυθρωπή· είναι ένα ελάττωμα που αυτοτιμωρείται. Αποστρέφουμε το βλέμμα μας από το Ναύπλιο, για να θαυμάσουμε το όμορφο κάστρο του Παλαμηδιού· κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το βουνό που υψώνεται πάνω από την πόλη· τα τείχη με τις επάλξεις είναι σαν τη δαντελωτή επιφάνεια ενός φυσικού βράχου.

Πού είναι όμως το Άργος; Ένας απέραντος κάμπος, άγονος και γυμνός, σπαρμένος με έλη, απλώνεται και στρογγυλεύει στο βάθος του κόλπου, περιτριγυρισμένος από γκρίζες οροσειρές. Στο βάθος του κάμπου, σε απόσταση δύο λευγών περίπου προς το εσωτερικό, διακρίνουμε ένα ύψωμα που έχει στην κορφή του μερικά οχυρωματικά τείχη και προστατεύει με τη σκιά του μια γκρεμισμένη κωμόπολη: αυτό είναι το Άργος.

Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του Αγαμέμνονα. Τι με ενδιαφέρει όμως ο Αγαμέμνων και το βασίλειό του; Αυτές οι ιστορικές και πολιτικές παρελθοντολογίες έχασαν το ενδιαφέρον του καινούργιου και του αληθινού. Το μόνο που θα ‘θελα να δω είναι μια κοιλάδα της Αρκαδίας· προτιμώ ένα δέντρο, μια πηγή στα ριζά του βράχου, μια ροδοδάφνη στην όχθη ενός ποταμού, κάτω από την γκρεμισμένη καμάρα μιας γέφυρας σκεπασμένης με κληματσίδες, παρά το μνημείο κάποιου κλασικού βασιλείου που δεν ανακαλεί πια τίποτα στον νου μου, εξόν από την πλήξη την οποία μου έδωσε στα παιδικά μου χρόνια.

 

10 Αυγούστου 1832

Περάσαμε δύο μέρες στο Ναύπλιο· η Τζούλια [η κόρη του] με ανησυχεί πάλι. Θα μείνω λίγες μέρες ακόμα εδώ ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Μένουμε στη στεριά, στο δωμάτιο ενός άθλιου πανδοχείου, απέναντι από έναν ελληνικό στρατώνα. Οι στρατιώτες είναι όλη μέρα ξαπλωμένοι κάτω από τη σκιά των ξεχαρβαλωμένων τοίχων, μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης· οι φορεσιές τους είναι πλούσιες και γραφικές· στα χαρακτηριστικά τους έχουν αποτυπωθεί η αθλιότητα, η απελπισία και όλα τα άγρια πάθη που ανάβει και συδαυλίζει στις άγριες ψυχές ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτόν τον καιρό στον Μοριά βασιλεύει τέλεια αναρχία.

Οι φατρίες αλληλοεξοντώνονται συνεχώς και ακούμε τις τουφεκιές των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων, που πολεμούν από την άλλη πλευρά του κόλπου ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα. Κάθε φορά όπου έρχεται ταχυδρομείο από τα βουνά, μαθαίνουμε για μια πυρκαγιά σε κάποια πόλη, για τη λεηλασία μιας πεδιάδας, για τη σφαγή ενός πληθυσμού από τη μια ή την άλλη μερίδα που καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα. Δεν μπορείς να βγεις από το Ναύπλιο χωρίς να κινδυνέψεις να φας καμιά τουφεκιά.

Ο πρίγκιπας Καρατζάς* έχει την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια συνοδεία από τα παλικάρια του για να πάω να επισκεφτώ τον τάφο του Αγαμέμνονα, και ο στρατηγός Κορμπέ,** που διοικεί τα γαλλικά στρατεύματα, βάζει κι αυτός ένα δικό του στρατιωτικό απόσπασμα· αρνούμαι· δεν θα ‘θελα, από ένα κενό ενδιαφέρον για κάποιο αξιοθέατο, να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή μερικών ανθρώπων, είναι κάτι που δεν θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου.

 

12 Αυγούστου 1832 

Η Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. François Marie Joseph Estourmel.

Σήμερα το πρωί παρακολούθησα μια συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου.*** Η αίθουσα είναι ένα ξύλινο υπόστεγο· οι τοίχοι και η στέγη είναι φτιαγμένα από σανίδες έλατου που χάσκουν· οι βουλευτές κάθονται σε ψηλούς πάγκους, ολόγυρα σ’ ένα αλώνι από άμμο, και μιλούν από τη θέση τους. Καθόμαστε πάνω σ’ έναν σωρό από πέτρες στην είσοδο της αίθουσας, για να τους δούμε που θα ‘ρχονται. Καταφθάνουν ο ένας ύστερα από τον άλλον, καβάλα στο άλογο, και με συνοδεία μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχηγού. Ο βουλευτής ξεπεζεύει, ενώ τα παλικάρια του, αρματωμένα με θαυμάσια όπλα, μαζεύονται λίγο πιο πέρα σ’ έναν μικρό χώρο που περιβάλλει την αίθουσα.

Αυτός ο χώρος μοιάζει με στρατόπεδο ή με καραβάνι. Το ύφος των βουλευτών είναι αρειμάνιο και αγέρωχο· μιλούν δίχως να μπερδεύουν τα λόγια τους, χωρίς διακοπές, με φωνή συγκινημένη αλλά σταθερή, μετρημένη και αρμονική. Δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα τα άγρια, απωθητικά πρόσωπα που είδαμε στους δρόμους του Ναυπλίου· είναι οι αρχηγοί ενός ηρωικού λαού, οι οποίοι κρατούν ακόμα στο χέρι το τουφέκι ή το σπαθί που χρησιμοποίησαν λίγο νωρίτερα για να τον απελευθερώσουν, και τώρα συζητούν όλοι μαζί για να βρουν τον τρόπο που θα εξασφαλίσει την εδραίωση της ελευθερίας τους. Το κοινοβούλιό τους είναι πολεμικό συμβούλιο.

Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τίποτα πιο απλό και συνάμα πιο επιβλητικό από το θέαμα αυτού του οπλισμένου έθνους που συζητάει πάνω στα ερείπια της πατρίδας του, κάτω από έναν σανιδένιο θόλο ο οποίος υψώνεται καταμεσής στα χωράφια, ενώ οι στρατιώτες γυαλίζουν τα άρματά τους στην είσοδο αυτής της συγκλήτου και τα άλογα χλιμιντρίζουν ανυπομονώντας να ξαναπάρουν τα μονοπάτια των βουνών. Ανάμεσα στους αρχηγούς συναντάς θαυμάσια πρόσωπα, ωραία, έξυπνα, ηρωικά: είναι οι βουνίσιοι. Αναγνωρίζεις εύκολα τους Έλληνες νησιώτες εμπόρους από τα θηλυπρεπέστερα χαρακτηριστικά τους, από την καπατσοσύνη που εκφράζει η φυσιογνωμία τους. Το εμπόριο και το καθισιό μέσα στις πόλεις αφαίρεσαν από το πρόσωπό τους κάθε ευγένεια και δύναμη, για να αποτυπώσουν τη σφραγίδα της χυδαίας επιτηδειότητας και της πονηριάς που τους χαρακτηρίζει.

 

13 Αυγούστου 1832

Όμορφη γιορτή που έδωσε στο πλοίο του ο ναύαρχος Χόθαμ, κυβερνήτης του αγγλικού στόλου στον όρμο του Ναυπλίου· μας ξεναγεί στο καράβι του με τα τρία καταστρώματα, το Σαιν-Βενσάν, και δίνει εντολή στα πληρώματα να αναπαραστήσουν μια ναυμαχία. Να βλέπεις ένα πλοίο με χίλιους εξακόσιους άντρες, και μάλιστα την ώρα της μάχης, είναι το αριστούργημα της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Εξαίρετος άνθρωπος, στο πρόσωπο και τους τρόπους του σμίγουν σ’ ένα σπάνιο συνταίριασμα η ευγένεια του παλαιού πολεμιστή και η καλοσυνάτη γλυκύτητα του φιλόσοφου, κοινό χαρακτηριστικό των ωραίων αντρικών φυσιογνωμιών της αγγλικής αριστοκρατίας. Προσφέρεται να μας δώσει ένα από τα πολεμικά του σκάφη για να μας συνοδέψει ως τη Σμύρνη. Αρνούμαι και ζητώ αυτή την εξυπηρέτηση από τον ναύαρχο Υγκόν, κυβερνήτη του γαλλικού στόλου.

Συμφωνεί να μας δώσει το μπρίκι το Πνεύμα που το κυβερνάει ο πλοίαρχος Κουνέο ντ’ Ορνάνο· δεν θα μας συνοδέψει όμως πάρα μόνο ως τη Ρόδο. Δειπνώ στο σπίτι του κυρίου Ρουέν, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Ελλάδα· παραλίγο να την είχα εγώ αυτή τη θέση την εποχή της Παλινόρθωσης. Με συγχαίρει που δεν την πήρα. Ο κύριος Ρουέν, που έζησε στο Ναύπλιο όλες τις κακές ημέρες της ελληνικής αναρχίας, λαχταράει να απαλλαγεί από αυτή τη θέση. Παρηγοριέται για τις αυστηρές συνθήκες της εξορίας του με το να υποδέχεται τους συμπατριώτες του και να εκπροσωπεί, με τέλεια άνεση και εγκαρδιότητα, την υψηλή προστασία της Γαλλίας προς μία χώρα που πρέπει να την αγαπάς για το παρελθόν και για το μέλλον της[…].

 

Υποσημειώσεις


 

* Επιφανής οικογένεια Φαναριωτών. Εδώ πρόκειται μάλλον για τον Κωνσταντίνο Καρατζά, γιο του Ιωάννη, που είχε σταλεί από τον πατέρα του με πολεμοφόδια στο Ναυαρίνο. Απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της Συνέλευσης της Επιδαύρου, έφυγε από την Ελλάδα, όπου ξαναγύρισε μετά την απελευθέρωση.

** Ο Γκυγιώμ Κορμπέ (1779-1842) ακολούθησε τον στρατηγό Μαιζών στην Πελοπόννησο και έγινε διοικητής του Ναυαρίνου, της Μεσσηνίας και του Ναυπλίου. Το 1831 ανέλαβε την αρχηγία των γαλλικών στρατευμάτων της Πελοποννήσου και το 1832, λίγο μετά τη διέλευση του Λαμαρτίνου από το Ναύπλιο, επέστρεψε στη Γαλλία.

*** Ο Γάλλος κόμης d’ Estourmel (Εστουρμέλ), ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1832, στο βιβλίο του Journal d’un voyage en Orient, Paris, 1844, αναφέρεται στην Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας, που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. Ο περιηγητής έφτασε πολύ κοντά στο σημείο των συνεδριάσεων και γράφει: «Υπάρχει κάτι παράξενο και γραφικό σ΄ αυτή τη σύναξη των εκπροσώπων του ελληνικού λαού κάτω από ένα υπόστεγο στο ύπαιθρο, τόσο κοντά στην πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα. Παρακολουθώ τις συνεδριάσεις. Δεν καταλαβαίνω βέβαια αυτά που λένε οι αξιότιμοι βουλευτές…. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τις ωραίες ενδυμασίες τους και υιοθέτησαν τα φράγκικα ρούχα».  

 

Πηγές


  • «Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα – Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ», Μετάφραση: Μέντζου Βάσω, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1990.
  • Lamartine Alphonse de, «Voyage en Orient», Paris, 1855.
  • Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Estourmel Joseph de (Comte), «Journal d’un voyage en Orient», Paris, 1844.

Read Full Post »

Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)


 

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.

 

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

 

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

 

Νοσηλευτικά ιδρύματα


 

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

 

Πολιτικά νοσοκομεία


 

Τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου παρατηρείται η ύπαρξη στην πόλη πολιτικού νοσοκομείου. Εξαιτίας όμως των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν η οργάνωσή του υπήρξε υποτυπώδης με αποτέλεσμα να απέχει πολύ από τη λειτουργία ενός νοσηλευτικού ιδρύματος  όπως  την  αντιλαμβανόμαστε  σήμερα. Έως το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου (1823) – οπότε και διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του- το νοσοκομείο προσέφερε τις υπηρεσίες του στον άμαχο πληθυσμό, σε πολυάριθμους από τύφο ασθενείς και σε στρατιωτικούς. Πρώτος γιατρός του ιδρύματος ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Η αναστολή της λειτουργίας του νοσοκομείου άφησε δυσαναπλήρωτο κενό στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από τα τέλη του 1823. Αυτό προκύπτει άλλωστε από έγγραφο που απέστειλε ο φρούραρχος του Ναυπλίου, Νικηταράς, προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με το οποίο ζητούσε να λειτουργήσει ξανά το νοσοκομείο. Χωρίς τελικά να εισακουστεί το αίτημά του.

Λίγους μήνες αργότερα την πρόταση – που αυτή τη φορά είχε θετική ανταπόκριση- επανέλαβαν στους ιθύνοντες οι Φρ. Βολόης και Νικόλαος Γερακάρης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1824 η κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη ικανοποιώντας και την απαίτηση των πολιτών παραχώρησε « εθνικήν τινά οικίαν εις την κοινότητα του Ναυπλίου, όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον προς περίθαλψιν των ενδεών εκείνων, οίτινες από τας κακοπαθείας του πολέμου υποπίπτοντες εις νόσον απέθνησκον οτέ  μεν, εν ταις οδοίς οτέ δε εν κατωγείοις». Την διεύθυνση του ανασυσταθέντος νοσοκομείου ανέλαβε διορισμένη επιτροπή αποτελούμενη από τους Νικόλαο Γερακάρη, γιατρό από την Κεφαλονιά, Νικόλαο Καλλέργη και Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσελήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Τα σπουδαιότερα έσοδα του νοσοκομείου προέρχονταν από το Δικαστήριο των Λειών (1%) και από το ειδικό τέλος 1/4 του γροσίου (10 παράδες) επί τοις εκατό στα εισαγόμενα και εξαγόμενα από το τελωνείο του Ναυπλίου εμπορεύματα.

Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Η Πύλη του Πολιτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών.

Ως οικοδομική βάση, από τον Μ. Γ. Λαμπρυνίδη, θεωρούνται τα ερείπια του ιδρυθέντος στο Ναύπλιο κατά το τέλος του 14ου αιώνα – με έξοδα του Δούκα των Αθηνών και αυθέντη της Κορίνθου Ατζαγιόλι- Α’ Νοσοκομείου των Πτωχών, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Καποδίστρια. Ο Γ. Δημακόπουλος αναφέρει ως περισσότερη πιθανή την εκδοχή να χρησιμοποιήθηκε σαν οικοδομική βάση το ερείπιο  παλιάς  οικίας,  που  ίσως να πρόκειται για εκείνη την οποία ζητούσε ο Νικηταράς το 1823.

Σε έγγραφό του 1853 «περί παραχωρήσεως της εντός του περιβόλου του Δημοτικού Νοσοκομείου αποθήκης» του Δημάρχου Ν. Μαράτου προς το Νομάρχη Αργολίδας δίνεται μια συνοπτική εικόνα για την ιστορία του νοσοκομείου από την ίδρυσή του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ζητήθηκε το 1825 από την Κυβέρνηση και παραχωρήθηκε στο Δήμο Ναυπλίας «οικία ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγεινοτέραν… εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείο», στοιχείο δηλαδή που πιστοποιεί ότι ήδη το 1825 το νοσοκομείο λειτουργούσε στην ίδια θέση που λειτούργησε αργότερα το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον.

Σε άλλο έγγραφο με το οποίο οι στρατιωτικές αρχές της πόλης παρέδωσαν το κτίριο του νοσοκομείου στην Βασ. Επαρχία Ναυπλίας (10.7.1836) αντλούσε στοιχεία για τη διαρρύθμιση του χώρου, σύμφωνα με τα οποία το οίκημα ήταν μεν τριώροφο, αλλά πολύ μικρό για να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των κατοίκων του Ναυπλίου.

 

Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον


 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ανέθεσε στο Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck να ιδρύσει στην πόλη νοσοκομείο για τους στρατιωτικούς, το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας (Αύγουστος 1828). Οι λόγοι που επέβαλλαν την ύπαρξη ενός τέτοιου ιδρύματος δεν ήταν μόνο συναισθηματικοί, αφού ο Heideck όντας ο ίδιος στρατιωτικός γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε στον τομέα της υγειονομικής φροντίδας των αγωνιστών, αλλά και πρακτικοί, αφού η περίθαλψη και η ίαση των ασθενών τόνωνε το ηθικό του στρατού, βελτίωνε τις συνθήκες διαβίωσής του και συνέβαλλε στη διατήρηση υγιών, εύρωστων και αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων.

Το ίδρυμα ξεκίνησε τη δράση του τον Αύγουστο του 1828 και ως αμιγώς στρατιωτικό προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τον Ιούνιο του 1832. Η έρευνα για το εν λόγω νοσοκομείο σταματά τον Ιούνιο του 1832, αφού έκτοτε δέχεται εκτός από στρατιώτες και πολίτες ασθενείς. Στη μετατροπή του ιδρύματος σε «κοινό» καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι από το Μάιο του 1832 το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας επιτάχθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τους.

Αναφορά για το συγκεκριμένο νοσοκομείο κάνει ο Heideck στα απομνημονεύματά του: «…Ίδρυσα και έκτισα δύο νοσοκομεία εν Ναυπλίω, ων το μεν εχρησίμευσεν ως πολιτικόν κατά διαταγήν του ΚυΒερνήτου, έτερον δε ως στρατιωτικόν εν Ίτς-Καλέ, όπου ιδρύθη και το Κεντρικόν Φαρμακείον…». Πρόσθετα στοιχεία για την επιλογή του χώρου, τη δυναμικότητα του, το προσωπικό του, τους πόρους λειτουργίας του, μας παρέχει και πάλι ο Heideck μέσω της παραίτησης που υπέβαλλε από την αρχηγία του Τακτικού Σώματος (3.7.1829) για λόγους υγείας.

Για τη θέση του ιδρύματος επιλέχτηκε χώρος μέσα στο κάστρο της Ακροναυπλίας (Ίτς-Καλέ) στα ανατολικά του Ωρολογίου, λόγω του ευκραούς του αέρος και της καλής του θέσεως. Στην ίδια περιοχή είχε την έδρα του και το Κεντρικόν Φαρμακείου.

Οι κτιριολογικές ανάγκες του νοσοκομείου καλύφθηκαν από την επισκευή παλαιότερου ερειπωμένου κτιρίου. Πρόκειται μάλλον για κτίριο ενετικής κατασκευής, όπως σημειώνει ο Δημακόπουλος ο οποίος εξέτασε τμήμα του ημιυπογείου του. Σε φωτογραφία της Ακροναυπλίας των αρχών του 20ου αιώνα εικονίζεται διώροφο κτίσμα λίθινης κατασκευής με τμήμα ημιυπόγειου, συνολικής έκτασης περίπου 500 τ.μ.

Η ύπαρξη και μόνο μιας οικοδομής δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Για το σκοπό αυτό οι ιθύνοντες φρόντισαν από την αρχή να το στελεχώσουν κατάλληλα τόσο σε ιατρικό όσο και βοηθητικό προσωπικό. Τους πέντε πρώτους μήνες (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1828) το νοσοκομείο διέθετε πενταμελές προσωπικό: …αρχίατρον, φαρμακοποιόν, επιστάτην, γραίας τινάς (2) διά το μαγειρίον και το πλύσιμον… Σύντομα όμως (Δεκέμβριος 1828) λόγω του πλήθους των ασθενών – νοσηλεύονταν περισσότερα από 100 άτομα ανά μήνα – προσελήφθηκε και πρόσθετο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις αρχειακές πηγές προκύπτει επίσης πως στο νοσοκομείο αυξήθηκε και το ιατρικό προσωπικό, αφού από το Μάιο του 1830 το ίδρυμα διέθετε εκτός από αρχίατρο και δύο γιατρούς, τους Νικόλαο Χορτάκη και Ιωάννη Ολύμπιο.

Διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του ανέλαβε ο Treiber. Ο τελευταίος διορίσθηκε αρχίατρος του στρατού και διευθυντής του εν λόγω ιδρύματος αμέσως μόλις ο Heideck ανέλαβε τη διεύθυνση του Τακτικού Στρατού. Ο Treiber κατείχε τη συγκεκριμένη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε (1828-1832), όπως τουλάχιστον προκύπτει από αναφορές στο πρόσωπό του και τις υπογραφές του σε έγγραφα του νοσοκομείου.

Στο προσωπικό του νοσηλευτικού ιδρύματος υπήρχε και θέση επιστάτη, οι αρμοδιότητες του οποίου σχετίζονταν με τη σωστή λειτουργία, την ευταξία, την οικονομική διαχείριση και τη διακίνηση των ασθενών του νοσοκομείου. Το Μάρτιο του 1831 η νοσηλευτική υπηρεσία (νοσηλευτές και βοηθητικοί) του ιδρύματος διέθετε πια 9 άτομα. Πρόκειται για τους Νικόλαο Αδάμ (επινοσοκόμος), Ιωάννη Τσάκωνα, Γεώργιο, Νικόλαο (νοσοκόμοι), Σπύραινα, Γεώργαινα (μαγείρισσες), Βιολέτα (πλύστρα), Δημήτριο (μουλαράς).

Επειδή ο Heideck γνώριζε πως για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα ενός νοσηλευτικού ιδρύματος χρειάζονταν οι αναγκαίοι πόροι, φρόντισε να εφαρμόσει άλλα μέσα χρηματοδότησης εκτός από τις κρατικές επιχορηγήσεις, τα οποία δε θα επιβάρυναν το Εθνικόν  Ταμείον. Σύμφωνα με τα  μέτρα  αυτά  τα  έξοδα  του  νοσοκομείου  θα καλύπτονταν αφενός από την πώληση των μερίδων ψωμιού που αναλογούσαν στους νοσηλευόμενους στρατιώτες και αφετέρου με την παρακράτηση 10 παράδων από τους μισθούς των ασθενών και τραυματιών για κάθε μέρα νοσηλείας τους.

Αρχικά λοιπόν στο μεγαλύτερο μέρος τους οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονταν από τα νοσήλια των ίδιων των στρατιωτών και δευτερευόντως από το πλεόνασμα του προηγούμενου μήνα. Μετά την παραίτηση του Heideck παρουσιάστηκαν οικονομικά προβλήματα στο νοσοκομείο. Για να ισοσκελιστούν τα έσοδα και τα έξοδα αυξήθηκε η παρακράτηση στο μισθό των νοσηλευόμενων στρατιωτών από 10 παράδες σε 15 λεπτά, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ως πρόσθετο μέτρο η παρακράτηση μέρους από το μισθό των αξιωματικών. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει η αναφορά του Gerard ότι: Η ανάθεσις αύτη, διά την ευταξίαν της λογιστικότητος, είναι ανάγκη να ενεργηθή εις τον μισθό των αξιωματικών διά τον μήνα Δεκέμβριον. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιστολή που αποστέλλουν οι γιατροί του στρατιωτικού νοσοκομείου προς τον Κυβερνήτη με την οποία παραπονιούνται για τη μείωση του μισθού τους.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο προκύπτουν και από την αλληλογραφία του στρατιωτικού διοικητή Gerard με το Γραφείον του Μισθού και των Αναθεωρήσεων της Στρατιωτικής Οικονομίας (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1830) και του Τυπικού Τάγματος. Στις επιστολές διαφαίνεται πως τα στρατιωτικά σώματα δεν κατέβαλλαν τακτικά τα έξοδα νοσηλείας των στρατιωτών τους με αποτέλεσμα το ίδρυμα να μην μπορεί να εκπληρώσει σωστά το έργο του. Το ενδιαφέρον της ανωτέρω επιστολής έγκειται στο ποσό που αναλογούσε για κάθε μέρα νοσηλείας ενός στρατιώτη στο νοσοκομείο, το οποίο ανερχόταν σε 15 λεπτά.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτουμε από τον Heideck το στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ξεκίνησε το έργο του έχοντας την δυνατότητα να παρέχει ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε 42 ασθενείς. Πριν ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (Ιούλιος 1829) προστέθηκαν στο νοσοκομείο και νέες κλίνες (16), ανεβάζοντας έτσι τη δυναμικότητά του στους 58 ασθενείς. Ένα χρόνο αργότερα λόγω της πληθώρας των ασθενών που το νοσοκομείο είχε να καλύψει, ο Gerard εισηγείται στη Γραμματεία των Στρατιωτικών να τοποθετηθούν στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου δύο σκηνές (Ιούλιος 1830). Επιπρόσθετα στην ίδια αναφορά ζητά έναν χειρουργό από το Πρότυπον Τάγμα με σκοπό να καλυφθούν οι αυξημένες χειρουργικές ανάγκες που είχαν προκύψει.

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την κίνηση των ασθενών στο εν λόγω ίδρυμα δεν αποτελούν πλήρη σειρά και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του. Εντούτοις οι κατάλογοι των νοσηλευθέντων στρατιωτών παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κίνηση των ασθενών, τους θανάτους, τα ποσοστά ίασης, τη νοσολογία της εποχής. Οι πληροφορίες προέρχονται από καταλόγους παθολογικά νοσηλευθέντων στρατιωτών για τους μήνες Νοέμβριος 1828, Φεβρουάριος 1829, Οκτώβριος 1831. Οι συνηθέστερες ασθένειες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα ήταν πυρετοί από ελονοσία, τύφο, γαστρεντερικοί, καταρροϊκοί, πνευμονία, δυσεντερία, αφροδίσια νοσήματα και ψώρα. Από τα εξιτήρια που δόθηκαν στη διάρκεια της λειτουργίας του νοσοκομείου (53% – 66,4%) και το μικρό ποσοστό θανάτων (1,8% -5,3%) εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως οι ασθενείς στο σύνολο τους ήταν σχεδόν ιάσιμες.

Μοιραίες μπορούσαν να αποβούν νόσοι, όπως η ελονοσία, ο τύφος, η δυσεντερία, οι οποίες και προκάλεσαν τους τρεις θανάτους στο νοσοκομείο. Τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το νοσηλευτικό ίδρυμα αν και νεοσύστατο πραγματοποιούσε το έργο του επιτυχώς. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα πενιχρά μέσα της εποχής μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αριθμός των αποβιωσάντων ήταν σχεδόν μηδαμινός. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλε όχι μόνο ο εξοπλισμός του, αλλά και το ικανό ιατρικό προσωπικό σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον του Heideck για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Στους καταλόγους αυτούς δε σημειώνεται ο τόπος καταγωγής των ασθενών. Στις μόνες περιπτώσεις που έχουμε τέτοιου είδους πληροφόρηση είναι για τους αποβιώσαντες. Συγκεκριμένα οι 5 νεκροί των ετών 1828-1829 προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, την Πάρο, τη Σάμο, τη Λευκάδα (Σάντα Μαύρα), την Πάτρα. Αν και τα στοιχεία είναι ελάχιστα παρατίθενται ως ένδειξη της δημογραφικής εικόνας του Ναυπλίου και των στρατευμάτων που υπήρχαν στην πόλη την καποδιστριακή περίοδο. Η παράθεση της καταγωγής των νεκρών δε σημαίνει ότι αυτοί ήρθαν από τη γενέτειρά τους ειδικά για να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο, απλά μέσω αυτών των περιπτώσεων επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι άτομα από τις οθωμανικές και τις αγγλοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν στη διάρκεια της Επανάστασης τις πολεμικές του υπηρεσίες στον Αγώνα.

 

Αντί επιλόγου


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, όντας ο ίδιος γιατρός και φορέας ενός δυτικού πρότυπου κράτους, ερχόμενος στην Ελλάδα έθεσε άμεσα τις βάσεις για τη δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων (πολιτικών και στρατιωτικών), καθώς γνώριζε τη συμβολή τους στη διατήρηση της δημόσιας υγείας. Τα πρώτα σοβαρά μέτρα υγειονομίας στην Ελλάδα – προληπτικά και κατασταλτικά- για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς ελήφθησαν από τον Κυβερνήτη. Χαρακτηριστικά άλλωστε παραδείγματα της υγειονομικής του πολιτικής (1828-1831), τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον του για την καλή υγεία του πληθυσμού της πόλης, ήταν τόσο το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας, όσο και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας.

Τα συγκεκριμένα νοσηλευτικά ιδρύματα θα πρέπει να εκληφθούν ως οι πρώτοι πλήρεις θεσμοί για τη νοσηλευτική φροντίδα των Ελλήνων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων αυτών ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια (1828-1831). Όταν εξέλειπε το ενδιαφέρον αρχικά του Heideck (Ιούλιος 1829) και αργότερα του Κυβερνήτη (Σεπτέμβριος 1831), τα εν λόγω ιδρύματα αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα που δυσχέραναν το κοινωνικό τους έργο.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος (Μάνη 1797; – Ναύπλιο 1831)

 

 Φιλικός και αγωνιστής του 1821, νεότερος αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρία. Γεννήθηκε στην Μάνη και ήταν γιος του Πιέρρου Μαυρομιχάλη.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, λιθογραφία 1841.

Στον πρώτο χρόνο του Αγώνα, εκτός από τη συμμετοχή του σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο ανέλαβε και τη διεύθυνση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Το 1822 πολέμησε στο Άργος εναντίον του Δράμαλη. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του στη νικηφόρα έκβαση της μάχης των Μύλων του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1825.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ορέστης του Ευριπίδη  στο Αρχαίο Θέατρο Άργους – Φεστιβάλ Άργους 2010


 

 Το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει τον «Ορέστη» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά, την Κυριακή 22 Αυγούστου, στο Αρχαίο Θέατρο Άργους.

 

Οι Ερινύες καταδιώκουν τον Ορέστη.

Στο Άργος, μπροστά στα ανάκτορα των Ατρειδών, ο Ορέστης, μετά το φόνο της μητέρας του Κλυταιμνήστρας, βασανισμένος από τις Ερινύες, βυθίζεται στην παραφροσύνη και αναζητά τη λύτρωση. Περιμένει, μαζί με την αδερφή του Ηλέκτρα, την απόφαση της πόλης για το έγκλημα που διέπραξαν. Μόνη ελπίδα για τα δύο αδέρφια ο Μενέλαος που φτάνει στην πόλη μετά την εκστρατεία του στην Τροία μαζί με την Ελένη. Ο Ορέστης τον ικετεύει να τους σώσει αλλά ο Μενέλαος δηλώνει αδύναμος να τους βοηθήσει ενάντια στην πόλη που αποφασίζει την θανάτωσή τους.

Ο Πυλάδης, φίλος και συνένοχος του Ορέστη, εξόριστος από την Φωκίδα για το ίδιο έγκλημα, προτρέπει τον Ορέστη να μιλήσει στη συνέλευση της πόλης και να προσπαθήσει να μεταπείσει τους Αργείους. Η απόφαση της πόλης όμως είναι καταδικαστική: οι μητροκτόνοι πρέπει να πεθάνουν. Οι τρεις συνένοχοι, ο Ορέστης, ο Πυλάδης και η Ηλέκτρα αποφασίζουν να σκοτώσουν την Ελένη για να εκδικηθούν τον Μενέλαο και να συλλάβουν ως όμηρο την κόρη του Ερμιόνη για να τον εκβιάσουν να τους βοηθήσει και βάζουν σε εφαρμογή το σχέδιο τους. Τη λύση τελικά θα δώσει ο από μηχανής θεός Απόλλωνας.

Ο Ορέστης έχει παρουσιαστεί στο Εθνικό Θέατρο δύο φορές, το 1971 -παράσταση που επαναλήφθηκε το 1973- σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού με Ορέστη το Νίκο Κούρκουλο και το Δημήτρη Μαλαβέτα και το 1982 σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου με Ορέστη το Νικήτα Τσακίρογλου.

Ο Ορέστης του Ευριπίδη είναι κείμενο άρρηκτα συνδεδεμένο με την εποχή του (408 π.Χ.) καθώς αποτελεί ένα καίριο σχόλιο στη λειτουργία της αθηναϊκής δημοκρατίας. Παράλληλα, είναι το τελευταίο έργο για το οποίο γνωρίζουμε ότι παρουσιάστηκε στην Αθήνα, πριν την αναχώρηση του ποιητή από την πόλη και την εγκατάστασή του στη Μακεδονία.

Στον Ορέστη, ο Ευριπίδης πραγματεύεται την τύχη των νεαρών μητροκτόνων μετά το έγκλημα, ένα θέμα γνωστό από τις Ευμενίδες του Αισχύλου. Ο Ευριπίδης φέρνει το μύθο πιο κοντά στα ανθρώπινα μέτρα. Καταθέτοντας ένα έργο με συγκρούσεις, ανατροπές, απολογίες και έντονο πολιτικό προβληματισμό, θέτει ερωτήματα για τις σχέσεις των γενεών, των φύλων, της κοινωνικής συνοχής και της επιβίωσης των νέων σ’ έναν κόσμο που καθορίζεται από παράγοντες έξω από τους ίδιους.

Μετάφραση: Στρατής Πασχάλης
Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιοχάννες Σουτς
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος

Διανομή:
Ηλέκτρα: Στεφανία Γουλιώτη
Ελένη: Τάνια Τρύπη
Ορέστης: Νίκος Κουρής
Μενέλαος: Ακύλλας Καραζήσης
Τυνδάρεως: Χρήστος Στέργιογλου
Πυλάδης: Κώστας Βασαρδάνης
Άγγελος: Μανώλης Μαυροματάκης
Ερμιόνη: Γεωργιάννα Νταλάρα
Φρύγας: Νίκος Καραθάνος
Απόλλων: Γιώργος Γλάστρας

Χορός:
Λαμπρινή Αγγελίδου, Πολυξένη Ακλίδη, Ελένη Βεργέτη,  Κωνσταντίνος Γαβαλάς, Άννα Καλαϊτζίδου, Κόρα Καρβούνη, Γιάννης Κλίνης, Ρηνιώ Κυριαζή, Ζωή Κυριακίδου, Ηρώ Μπέζου, Λένα Παπαληγούρα, Βιργινία Ταμπαροπούλου, Γιώργος Τζαβάρας, Θάνος Τοκάκης, Αργυρώ Χιώτη

Πληροφορίες: 27510 24444 – 27510 69255 & 27510 67895.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες – Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τρίπολης, του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 Κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Αποφυλακίστηκε όταν δόθηκε γενική αμνηστία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος στη Δ’ Εθνοσυνέλευση και βουλευτής ενώ διετέλεσε γερουσιαστής και επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα.

Διαβάστε ακόμη:

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

Read Full Post »

 Οι Ιππείς του Αριστοφάνη στο Αρχαίο Θέατρο Άργους – Φεστιβάλ Άργους 2010


 

Η Θεατρική Διαδρομή σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου παρουσιάζουν στα πλαίσια του Φεστιβάλ Άργους 2010 την κατεξοχήν πολιτική και επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη, «ΙΠΠΕΙΣ», στο Αρχαίο Θέατρο Άργους την Δευτέρα 16 Αυγούστου στις 9:30 το βράδυ, σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, με τους Παύλο Χαϊκάλη και Γιώργο Αρμένη στους δύο κύριους ρόλους.

 

Οι Ιππείς του Αριστοφάνη

Το έργο διδάχτηκε το 424 π. Χ. και εκτός από το πρώτο βραβείο που κέρδισε, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη. Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των «κακών» πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Έργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να πολεμηθεί.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει το μίσος του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Το έργο καθαρά πολιτικό καυτηριάζει την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας, που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και το μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας.

«Η παράσταση, χωρίς να υπονομεύσει το χιούμορ και το σατιρικό πνεύμα του έργου, τοποθετεί κατ’ αρχάς τους Ιππείς στο ιστορικό τους πλαίσιο και εξετάζει τις ανάγκες που τους δημιούργησαν, φιλοδοξεί δε να τονίσει τα στοιχεία που καθιστούν την κωμωδία αυτή, ένα πολιτικό έργο επίκαιρο σε κάθε εποχή και ειδικά στις μέρες μας, που η χώρα διέρχεται αυτή την τεράστια οικονομική και πολιτική κρίση.» επισημαίνει ο σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Νικολαΐδης. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Βασίλης Νικολαΐδης έχει τιμηθεί με το Βραβείο Κουν για τη σκηνοθεσία του στην “Ειρήνη” του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο το 2000 από το Εθνικό Θέατρο.

 

Υπόθεση του έργου

 

Οι Ιππείς του Αριστοφάνη

Ο Δήμος ο Πνυκίτης (ο λαός της Αθήνας) έχει δυο υπηρέτες: τον Δημοσθένη και τον Νικία (τους γνωστούς πολιτικούς και στρατηγούς), που προσπαθούν να προσφέρουν με τις υπηρεσίες τους, ό, τι καλύτερο στο Δήμο – Λαό.

Έχει προσλάβει όμως κι έναν άλλο υπηρέτη, τον Παφλαγόνα, που γίνεται ευνοούμενός του και τρομοκρατεί τους άλλους υπηρέτες, με τρόπο βάναυσο και χυδαίο. Ο Γέρο – Δήμος δυστυχώς υποκύπτει στις κολακείες και τις δημαγωγίες αυτού του φαύλου – Παφλαγόνα (που δεν είναι άλλος από τον τότε παντοδύναμο πολιτικό και στρατηγό Κλέωνα).

Οι δύο άλλοι υπηρέτες κατορθώνουν και πληροφορούνται με υποκλοπές, πως οι χρησμοί προφητεύουν ότι ο Παφλαγόνας θα εκτοπιστεί μόνο από έναν ταπεινό αλλαντοπώλη. Οι υπηρέτες εύχονται να εμφανιστεί αυτός ο αλλαντοπώλης – που όντως εμφανίζεται – και τον πείθουν, ότι με σύμμαχους τους Ιππείς, μπορεί να αντιπαραταχθεί στον δυναμικό και ισχυρό Παφλαγόνα και να τον νικήσει.

Με μια σειρά αντιπαραθέσεων, όπου οι δύο αντίπαλοι ανταλλάσουν χυδαίες ύβρεις και ανταγωνίζονται σε φαυλότητα, καταλήγουν μπροστά στον Γέρο – Δήμο να αναπτύσσουν τα «πολιτικά» τους σχέδια και το πρόγραμμά τους. Ο αγράμματος αλλαντοπώλης αναδεικνύεται έξοχος δημαγωγός και ξεπερνάει σε κολακείες τον Παφλαγόνα – Κλέωνα.

Εκείνος ηττημένος εγκαταλείπει τον οίκο του Δήμου. Ο νέος υπηρέτης του Λαού με μαγικά φίλτρα ξανανιώνει τον Δήμο και το έργο τελειώνει με χαρές και πανηγύρια ώσπου να φανεί ο νέος Σωτήρας του Λαού.

Συντελεστές
Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαΐδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Αντιγόνη Τσολάκη
Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Φωτισμός: Κώστας Χλίβας
Βοηθός Σκηνοθέτης: Σοφία Καραγιάννη
Βοηθός Χορογράφου: Μανώλης Θεοδωράκης
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Κώστας Μπάλλας

Διανομή
Αλλαντοπώλης (Αγοράκριτος): Παύλος Χαϊκάλης
Παφλαγόνας (Κλέων): Γιώργος Αρμένης
Α’ Δούλος: Σαμψών Φύτρος
Β’ Δούλος: Θύμιος Κούκιος
Δήμος: Γιάννης Κοτσαρίνης

Χορός
Αρμένης Κωνσταντίνος, Γκαγκάς Θωμάς, Δουδωνής Φοίβος, Θεοδωράκης Μανώλης, Ιωσηφίδης Ιωσήφ, Καρνάκης Χρήστος, Καρύδας Ορέστης, Κούκιος Θύμιος, Μόσχος Δημήτρης, Μπαλτζής Βιατσεσλάβ Σάββας, Μυλώνης Κωνσταντίνος,Παπαδάτος Δημήτρης, Τοσουνίδης Πρόδρομος, Φάις Αλμπέρτο.

Πληροφορίες: 27510 24444 – 27510 69255 & 27510 67895.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »