Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

Ιερός Ναός Αγίου Χαραλάμπους Άργους


 

Άγιος Χαράλαμπος της οικίας Σπ. Τρικούπη. Ευρίσκεται στο βάθος του κήπου ανάμεσα σε δένδρα και πυκνή βλάστηση. Είναι μικρός και λιτός ναός με αμφικλινή στέγη, πετρόκτιστος και εσωτερικά μονόχωρος. Κτίστηκε από τον Σπ. Τρικούπη και ήταν αναπόσπαστο συμπλήρωμα του αρχοντικού.

Το επίπεδο του ναού είναι χαμηλότερο από εκείνο του κήπου και ο εισερχόμενος κατεβαίνει 3-4 σκαλιά. Η τοιχοποιία του είναι γερή και επιμελημένη. Έχει υποστεί μεταγενέστερες  επεμβάσεις.

 

Πηγή


  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

Read Full Post »

Ρομπότης Παναγιώτης (1830-1875)

 


 

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Ρομπότης Παναγιώτης, έργο του Προσαλέντη Σπυρίδωνα.

Κληρικός, θεολόγος και καθηγητής Δογματικής, Χριστιανικής Ηθικής και Λειτουργικής στη Θεολογική σχολή. Γεννήθηκε στο Κρανίδι Αργολίδας και αφού έλαβε εγκύκλια μόρφωση σπούδασε θεολογία στην Αθήνα, την Αγία Πετρούπολη και σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Με την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε, αρχικά, καθηγητής της μέσης εκπαίδευσης. Το 1870 χειροτονήθηκε ιερέας και με την ιδιότητά του αυτή ανέλαβε καθήκοντα πνευματικού και εξομολόγου της βασίλισσας Όλγας, συζύγου του βασιλιά Γεωργίου Ά, στην οποία δίδαξε και την ελληνική γλώσσα. Κατά τη διάρκεια της θητείας του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ανέλαβε διοικητικά καθήκοντα χρηματίζοντας πέντε φορές Κοσμήτωρ της Θεολογικής σχολής και μια Πρύτανης,* το ακαδημαϊκό έτος 1874-1875. Υπηρέτησε ως υπολοχαγός και λοχαγός στην Πανεπιστημιακή Φάλαγγα.** Πέθανε στην Αθήνα.

 

Υποσημειώσεις

 


  

* Δεν προκαλούν ενδιαφέρον στον σημερινό αναγνώστη μόνον εκείνες οι πτυχές της ιστορίας ενός Πανεπιστημίου που έχουν σχέση με τις ποικίλες και γόνιμες πνευματικές, ερευνητικές και διδακτικές δραστηριότητες που αδιαλείπτως το χαρακτηρίζουν, από την ίδρυση του έως τις μέρες μας. Υπάρχουν και εκείνες οι πτυχές που αφορούν την καθημερινή ζωή μέσα στο Ίδρυμα, άλλοτε πιο ήρεμη και άλλοτε πιο θυελλώδη, ανάλογα με τα σημεία των καιρών. Ιδιαίτερα όταν υπάρχουν στοιχεία που φωτίζουν άγνωστες σελίδες, ξεχασμένες σήμερα, της ιστορίας του Πανεπιστημίου, τότε αξίζει να τα επισημαίνουμε, ώστε να εξηγούμε καταστάσεις που τις συναντούμε ακόμη και στον 21 ο αιώνα. Έτσι συμβαίνει και με ένα έγγραφο του 1874, που ο τότε Πρύτανης Παναγιώτης Ρομπότης απηύθυνε προς τους φοιτητές που εκείνη την εποχή φαίνεται ότι θορυβούσαν περισσότερο από το σύνηθες μέσα στις αίθουσες διδασκαλίας και κάπνιζαν εμποδίζοντας την ομαλή διεξαγωγή των μαθημάτων.

Νουθεσίες προς τους «πολίτες» του Πανεπιστημίου

Για τον λόγο αυτόν, ο Ρομποτής προσπάθησε να τους νουθετήσει, προτείνοντας τους έναν κώδικα καλής συμπεριφοράς. Το έγγραφο που τοιχοκολλήθηκε στις 4 Οκτωβρίου 1874, δηλαδή στην αρχή του ακαδημαϊκού έτους, έχει ως εξής:

«Προς τους κυρίους φοιτητάς του Πανεπιστημίου. Μετά λύπης βλέπομεν, άμα αρξαμένωντων μαθημάτων, ότι εναντίον των παραινέσεων, τας οποίας η Πρυτανεία απηύθυνεν άλλοτε πολλάκις εις τους κυρίους φοιτητάς, εναντίον της πρεπούσης αυτοίς υπολήψεως ως πολίταις του Πανεπιστημίου, γίνονται καθ’ εκάστην εντός των δωματίων, όπου τελείται η πνευματική της επιστήμης λειτουργία, αταξίαι και θόρυβοι, κραυγαί και κρότοι ποδών και βακτηριών, οι οποίοι μεταβάλλουσι τον χαρακτήρα του ιερού τούτου ιδρύματος εγκολάπτουσιν εις αυτόν ασχημίαν αποτρόπαιον.

Ημείς αυτοί εργαζόμενοι εις το Πρυτανείον ιδίαις αισθήσεσιν αντελήφθημεν των πάταγων αυτών και των θορύβων, και ένεκα αυτών ηναγκάσθημεν να διακόψωμεν τας εργασίας, ελεεινολογούντες την ταπείνωσιν των φοιτητών. Πολλοί των κ. καθηγητών, ένεκα των θορύβων διέκοψαν τας διδασκαλίας των, ή δεν ηδυνήθησαν ποσώς να διδάξωσι. Δεν είναι ένοχοι της καταπτώσεως ταύτης όλοι οι φοιτηταί, εσμέν βέβαιοι, αλλ’ ολίγοι τινές, ένοχοι όμως πάντες εισί διά την ασύγγνωστον ανοχήν, ην επιδεικνύουσι προς τας ταραχάς των ολίγων, ους ώφειλον να καταγγείλωσιν εις την Πανεπιστημιακήν Αρχήν ως αδικούντας αυτούς την μεγίστην των αδικιών, αφαιρούντες απ’ αυτών την ιδέαν της σεμνότητος, ήτις πρέπει να κοσμή τον πολίτην του Πανεπιστημίου.

Προς τούτοις επληροφορήθημεν, ότι ου μόνον εις τα προπύλαια καπνίζουσιν, αλλά και εις αυτά έτι τα δωμάτια των παραδόσεων, μεταβαλόντες ούτω εις καπνιστήριον την παράδοσιν, εις τρόπον ώστε δεν δύναται ο καθηγητής να παραδώση. Τούτο δε ου μόνον είναι απρεπές, αλλά και εις κίνδυνον πυρός φέρει το Πανεπιστήμιον εν τω οποίω εισί τεταμιευμέναι αι του μέλλοντος της πατρίδος ελπίδες. Τα τοιαύτα πρέπει από της σήμερον να παύσωσι και εις τούτο καλούμεν αυτούς τους φοιτητάς να συνδράμωσιν ημάς, διότι εις αυτούς αποβλέπει η αγαθή ή μη τοιαύτη περί του Πανεπιστημίου ιδέα, αυτούς ωφελεί η τήρησις της τάξεως και ζημιοί τουναντίον.

Πιστεύομεν ότι οι φοιτηταί θέλουσιν εκτιμήσει δεόντως τας παραινέσεις ημών και θέλουσι συμμορφωθή ταύταις. Απαγορεύομεν δε αυστηρώς: α) να εισέρχηταί τις καπνίζων εις το δωμάτιον τας παραδόσεως και β) να ποιή θόρυβον εντός αυτού, γ) όστις δε οραθή παραβαίνωντας παραγγελίας ταύτας, θέλει τιμωρηθή μεθ’ όλης της αυστηρότητος των πανεπιστημιακών νόμων, δ) ου μόνον δε εντός του καταστήματος συνιστώμεντοις ημετέροις φοιτηταίς ίνα τηρώσι την προσήκουσαν τάξιν, αλλά και εκτός αυτού να δεικνυωσι διαγωγήν εμπρέπουσαν εις πολίτας του ανωτάτου παιδευτηρίου, απεχόμενοι των προς αλλήλους ερίδων και παντός διαβήματος δυναμένου να ελάττωση την περί αυτών υπόληψιντης κοινωνίας». (Από την ιστορία του ΕΚΠΑ). 

** Πανεπιστημιακή φάλαγγα  ειδικό σώμα, στρατιωτικά συγκροτούμενο, από φοιτητές και καθηγητές του Πανεπιστημίου Αθηνών για τη τήρηση της τάξης μετά τις ταραχές που είχαν σημειωθεί στη Πρωτεύουσα αμέσως μετά την αποχώρηση του Βασιλιά Όθωνα. Ιδρύθηκε με απόφαση της τότε προσωρινής κυβέρνησης που εκδόθηκε στις 8 Δεκεμβρίου του 1862.

Στη φάλαγγα εκείνη κατατάχθηκαν όλοι οι τότε φοιτητές, αρχικά 612 τον αριθμό, υπό την ανώτατη διοίκηση του αξιωματικού του πεζικού Ιωάννη Ζουμπούλη. Σχηματίσθηκαν έτσι 5 λόχοι από 120 άνδρες έκαστος με λοχαγούς καθηγητές του Πανεπιστημίου. Αργότερα προστέθηκε ένας ακόμη λόχος φθάνοντας σε 840 ένοπλους φοιτητές.

Η φάλαγγα αυτή είχε αναλάβει την ένοπλη φρούρηση της πόλης της Αθήνας και ειδικότερα των Υπουργείων και λοιπών δημοσίων καταστημάτων καθώς και του κτιρίου της Εθνοσυνέλευσης (Παλιά Βουλή). Όταν μετά την εγκαθίδρυση του Βασιλέως Γεωργίου Α’ αποκαταστάθηκε η τάξη, η φάλαγγα αυτή διαλύθηκε, με απόπειρες όμως επανασύστασής της το 1873, όπου έλαβαν χώρα βίαιες σκηνές στη δημιουργία «Οργανισμού Πανεπιστημιακής Φάλαγγας» και κανονισμού άσκησης των φοιτητών στα όπλα, και το 1875 που επανήλθε το αυτό, που όμως ναυάγησαν. Το 1879 καθορίσθηκε με νόμο η γενική στρατολογία έπαυσε πλέον να γίνεται λόγος για Πανεπιστημιακή φάλαγγα. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τομ.15ος, σελ.402).

 

Πηγές

 


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών.
  • Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου.

Read Full Post »

Κωστής Κωνσταντίνος (1833-1899)


  

Κωστής Κωνσταντίνος

Κωστής Κωνσταντίνος

Καθηγητής της Νομικής Σχολής. Γεννήθηκε στο Ναύπλιο και σπούδασε αρχικά στη Φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, για να μετεγγραφεί στη συνέχεια στη Νομική. Μετά την απόκτηση του πτυχίου του μετέβη στη Γερμανία, όπου και ολοκλήρωσε τις νομικές του σπουδές και αναγορεύτηκε Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Βερολίνου το 1856. Μετά από ένα σύντομο διάστημα παραμονής στο Παρίσι και στο Λονδίνο γύρισε στην Αθήνα και διορίστηκε υφηγητής του Ποινικού Δικαίου το 1860, χωρίς ωστόσο να κατορθώσει να διδάξει από την έδρα εξαιτίας των φοιτητικών ταραχών, παρά μόνο τρία χρόνια αργότερα. Το 1875 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής της Ποινικής Νομοθεσίας, ενώ το 1879 ανέλαβε την έδρα του μαθήματος. Ανέλαβε πρυτανικά καθήκοντα κατά το ακαδημαϊκό έτος 1884-85.

  

Πηγή


  • Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (Ε.Κ.Π.Α.).

Read Full Post »

Στεφανίτσης Πέτρος (1792-1863)


 

Ο Πέτρος Δ. Στεφανίτσης γεννήθηκε στην Λευκάδα το 1792. Σπούδασε ιατρική στην Ιταλία και γύρισε στο νησί του πριν από την ελληνική επανάσταση. Τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι (1821-26) να ζει όλες τις περιπέτειες και να σώζεται στην Έξοδο. Στο Ναύπλιο, που κατέφυγε, πρωτοστάτησε στη συγκρότηση του Σώματος των Επτανησίων, που είχε σκοπό να βοηθήσει την πολιορκημένη Ακρόπολη (1826). Υπηρέτησε επίσης γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου (1827-33). Από τον Όθωνα διορίστηκε γιατρός στη Φάλαγγα. Πεθαίνοντας (1863) χάρισε την περιουσία του στην Ριζάρειο σχολή.

 

Γιατρός και επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου


 

Ο Πέτρος Στεφανίτσης διορίστηκε γιατρός και επιστάτης του νοσοκομείου Ναυπλίου στις 4 Ιουλίου 1827 με διαταγή της Γραμματείας Εσωτερικών και Αστυνομίας. Αλλά και πριν από την ημερομηνία αυτή συμμετείχε στη διακονία του νοσοκομείου. Από τη θέση του επιστάτη του νοσοκομείου, πέρα από τα εσωτερικά θέματα που αντιμετώπιζε, σχετικά με τη νοσηλεία και την τροφοδοσία των ασθενών του, είχε να φροντίσει και για την εξεύρεση και κατοχύρωση των πόρων του νοσοκομείου, γιατί οι νόμοι και οι διαταγές της διοίκησης, που έδιναν στο νοσοκομείο μερίσματα από τα κρατικά έσοδα, ήταν ανίσχυροι μπροστά στις αυθαιρεσίες των ισχυρών.

Ένα από τα έσοδα του νοσοκομείου ήταν το ενοίκιο από τη χρήση του δημοσίου στατήρα (κανταριού) των Μύλων και του Ναυπλίου.  Αλλά τη χρήση του κανταριού των Μύλων πούλησε παράνομα ο Δ. Βαφιόπουλος. Στις 12 Ιουλίου 1827, η Αντικυβερνητική Επιτροπή, αντιδρώντας στην παρανομία, διατάζει να πουλήσει το δικαίωμα ο επιστάτης του Νοσοκομείου Π. Στεφανίτσης και να παρευρεθεί στη δημοπρασία ο Κων/νος Μιχαλόπουλος, που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού.

Αλλά και πάλι το έσοδο από το καντάρι των Μύλων δεν αποδόθηκε στο νοσοκομείο. Νέο εμπόδιο ο Κ. Βέρης, αρχηγός της Φρουράς των Μύλων, που τοποθέτησε δικό του άνθρωπο για να εισπράττει το έσοδο, και έτσι ο νόμιμος αγοραστής, που πήρε το δικαίωμα από τη δημοπρασία του Στεφανίτση, εμποδίστηκε από την εκμετάλλευσή του και γι’ αυτό δε δίνει χρήματα στο νοσοκομείο.

Ο Στεφανίτσης απευθύνεται στην προϊσταμένη του Γραμματεία και ζητά τη βοήθειά της (5 Αυγούστου 1827). Στις 8 Αυγούστου 1827 ζητά και πάλι τη βοήθεια της ίδιας Γραμματείας, επειδή ο Βαφιόπουλος παρακρατεί το «κουτί του σπιταλιού», το κουτί – ταμείο του νοσοκομείου. Η Αντικυβερνητική Επιτροπή στις 9 Αυγούστου αναθέτει στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας να διατάξει το στρατηγό Βέρη να παραχωρήσει το δικαίωμα του κανταριού στον επιστάτη του νοσοκομείου.

Ο Αναστάσιος Λόντος εκτελεί τη διαταγή της Αντικυβερνητικής επιτροπής διατάζοντας τον Κ. Βέρη να παραχωρήσει στο νοσοκομείο τα έσοδα από το καντάρι των Μύλων˙ με δεύτερη διαταγή του καλεί τον Βαφιόπουλο να παραδώσει στον Στεφανίτση το «κουτί» του νοσοκομείου και κάθε έσοδο, που θα ανήκει μελλοντικά στο νοσοκομείο. Ένα άλλο έγγραφο αποκαλύπτει και άλλη πτυχή από την υπόθεση του κανταριού.

Το έστειλε (9 Σεπτεμβρίου) ο Κ. Μιχαλόπουλος, (που είχε αγοράσει παλιότερα το δικαίωμα του κανταριού), για να ζητήσει την παραχώρηση των κανταριών του Ναυπλίου και των Μύλων, στην ίδια τιμή, που πουλήθηκαν από τον επιστάτη του Νοσοκομείου σε άλλον. Το παράλογο αίτημα του Μιχαλόπουλου στηρίζεται στο επιχείρημα ότι αυτός, που είχε και παλιότερα τη χρήση των κανταριών, μπόρεσε να αυξήσει το έσοδο του νοσοκομείου από 100 σε 300 γρόσια.

Ενώ όμως η αντιδικία για τα έσοδα νοσοκομείου συνεχίζεται, η διοίκηση αποφασίζει την αντικατάσταση του Στεφανίτση. Ο αμερικανός φιλέλληνας Howe, με αίτησή του στον Γραμματέα Εσωτερικών και Αστυνομίας, ζητά για ένα χρόνο το σπίτι που χρησιμεύει για νοσοκομείο, καθώς και ένα άλλο, για τη διαμονή του γιατρού, επειδή έχει στη διάθεσή του χρήματα, από συνδρομές συμπατριωτών του, αρκετά για ετήσια συντήρηση ενός νοσοκομείου. Η αίτηση γράφτηκε γαλλικά στις 9/21 Σεπτεμβρίου 1827 στην Αίγινα.

Ο Α. Λόντος που πήρε την αίτηση του Howe αποφάσισε να παραχωρήσει το νοσοκομείο. Κυβερνητικό διάταγμα αναθέτει στον Howe την επιστασία του νοσοκομείου Ναυπλίου. Με έγγραφό του ο Λόντος αναγγέλλει στον προσωρινό διοικητή Ναυπλίου το διορισμό του Howe, ζητώντας κάθε διευκόλυνση στο έργο του. Επίσης διατάζει να γίνει έλεγχος στο λογαριασμό του Στεφανίτση και να εξοφληθεί από τα δικαιώματα του νοσοκομείου. Το περιεχόμενο των δύο παραπάνω εγγράφων ανακοινώνεται στον Στεφανίτση μαζί με τη διαταγή να παραδώσει το νοσοκομείο. Παρ’ όλα αυτά, ο αμερικανός φιλέλληνας S. G. Howe δε φαίνεται να έγινε ποτέ επιστάτης του νοσοκομείου. Έφυγε για την Αμερική στις 13 Νοεμβρίου 1827.

Έτσι  επιστάτης στο νοσοκομείο Ναυπλίου, παρέμεινε ο Στεφανίτσης. Γι’ αυτό μας πείθει και έγγραφό του στην Γραμματεία Εσωτερικών και Αστυνομίας που ζητά τη βοήθειά της, γιατί το νοσοκομείο δεν έχει πόρους και ο ίδιος δεν μπορεί να το βοηθήσει οικονομικά (2 Οκτωβρίου 1827). Το έγγραφο αυτό μας πείθει ότι δεν πραγματοποιήθηκε η αντικατάστασή του. Έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τον ερχομό του Καποδίστρια.

Απευθύνθηκε τότε στον Κυβερνήτη και ζήτησε την προστασία και τη συνδρομή του. Η αναφορά του έχει ημερομηνία 24 Φεβρουαρίου 1828. Δύο ημέρες αργότερα απάντησε ο Καποδίστριας με ευχαριστίες και επαίνους για την προσπάθεια του Στεφανίτση, καθώς και με υποσχέσεις για την ενίσχυση του έργου του.

Αλλά η υπόσχεση του Καποδίστρια – απάντηση στην αναφορά Στεφανίτση, «(…) ότι η Κυβέρνησις, όχι μόνον θέλει λάβη πρόνοιαν να φροντίσει να πληρώση  και τα όσα άχρι τούδε εξ’ ιδίων σου εξώδευσας, χωρίς να ζημιωθής εις το παραμικρόν», δεν πραγματοποιήθηκε.

Το οικονομικό πρόβλημα δυσχεραίνει τη λειτουργία του νοσοκομείου και ο Στεφανίτσης απευθύνεται και πάλι (17 Ιουνίου 1828) στον Καποδίστρια αφού εξαντλεί την οδό της κρατικής ιεραρχίας. Αναφέρεται στους λογαριασμούς του νοσοκομείου, που δείχνουν μηνιαία έξοδα 900 – 1000 γρόσια, στις προσπάθειές του να επιτύχει κάθε οικονομία. (Στην οικονομία αυτή αναφέρθηκε και στην πρώτη αναφορά του στον Κυβερνήτη, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι μείωσε τα έξοδα του νοσοκομείου από 4.000 σε 1000 γρόσια).

Στο νέο εμπόδιο που παρουσιάζεται και το έσοδο από το δημόσιο στατήρα (καντάρι) δεν φτάνει ποτέ στο νοσοκομείο: Ο Έϊντεκ, με κάλυψη του Εκτάκτου Επιτρόπου, εισπράττει το εισόδημα του κανταριού. Οι εκκλήσεις του Στεφανίτση δεν έφεραν γρήγορα το ποθητό αποτέλεσμα. Έτσι η εκκαθάριση των λογαριασμών του βράδυνε πολύ: έγινε έπειτα από τρεισήμισι χρόνια υπηρεσίας του στο νοσοκομείο. Μετά την οικονομική τακτοποίηση, ο Στεφανίτσης έμεινε στο νοσοκομείο μέχρι τη δολοφονία του Κυβερνήτη και την άφιξη του Όθωνα.

Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα συνεχίζει τη δράση του στο νοσοκομείο. Μικρό μα και συγκινητικό δείγμα της είναι μία έντυπη «ειδοποίησις» προς τους φτωχούς Έλληνες (2 Ιουνίου 1832). Υπόσχεται ότι όποιος έχει ανάγκη από ιατρική συμβουλή ή από φάρμακο, θα τα βρίσκει στο Α’ Εθνικό νοσοκομείο Ναυπλίου, χωρίς χρηματική επιβάρυνση.

 

Πηγή


  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, «Συμβολή στη βιογραφία του Πέτρου Στεφανίτση», Τομ. Α΄, περιοδικό «ΜΝΗΜΩΝ», Αθήνα, 1971.

Read Full Post »

Μάσσων Εδουάρδος (1800-1873)

 

  

Γεννήθηκε το 1800 στη Σκωτία. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Aberdeen θεολογία, φιλοσοφία και νομικά. Έμαθε τ’ αρχαία ελληνικά και κάτεχε τόσο καλά τα λατινικά, που υπερηφανευόταν πως μπορούσε να βγάλει εξάωρο λόγο σ’ αυτά. Το 1824 κατέβηκε στην Ελλάδα κι όπως είχε το ταλέντο για γλώσσες, γρήγορα κατάφερε να μιλάει και να γράφει στην εντέλεια τα νεοελληνικά.

Ο Δραγούμης λέει πως το 1825 έδινε στο Ναύπλιο πέντε φορές τη βδομάδα μαθήματα φιλοσοφίας και πολιτικής οικονομίας.* Ο πραγματικός όμως ρόλος του είτανε άλλος˙ στάθηκε διαλεχτό όργανο της Ιντέλιτζανς Σέρβις στην Ελλάδα.

Όταν το 1827 έφτασε στον τόπο μας ο τυχοδιώκτης ναύαρχος λόρδος Κόχραν, που οι πολιτικάντηδές μας τον παρουσιάζανε πως θα στεκόταν ο σωτήρας μας, ο Μάσσων γίνηκε γραμματικός του. Βοήθησε κι αυτός, όσο πέρναγε από το χέρι του, ν’ αδικοχάσει τη ζωή του ο Καραϊσκάκης και να καταστραφεί το στρατόπεδό μας του Πειραιά στη μάχη του Ανάλατου.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Επιστολή του Μάσσων προς τον Υπουργό των εξωτερικών, 1843.

Στη δίκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, του δολοφόνου του Καποδίστρια, ο Μάσσων στάθηκε δικηγόρος του, μια και τους Μαυρομιχάληδες τους έσπρωξαν οι Εγγλέζοι κ’ οι Φραντσέζοι να ξεκάνουν τον κυβερνήτη. «Απεκαλύφθη και τότε άπαξ, ενώπιον του ελληνικού λαού» γράφει ο Κυριακίδης «της αγγλικής κακοηθείας το θράσος, διότι ο αυτός ανήρ ο άγγλος Μάσσων όστις ως δικηγόρος του Γεωργίου Μαυρομιχάλη επεζήτει την αθώωσιν αυτού, καίτοι είχε φονευθή ο ανώτατος άρχων της χώρας, επεζήτει εσχάτης προδοσίας επί τη ευτελεί κατηγορία ότι συνέταξε και υπέγραψεν αναφοράς προς ξένην δύναμιν εναντίον της υψηλής Αντιβασιλείας, η δε ξένη αύτη δύναμις, η Βαυαρία, ήτο ακριβώς εκείνη ήτις διώρισε την υψηλήν Αντιβασιλείαν».

Έπειτα από τη δίκη του Τερτσέτη και του Πολυζωΐδη για άρνηση υπηρεσίας όπου σ’ αυτή, ο Μάσσων εξευτελίσθηκε, διορίστηκε εισαγγελέας στο στρατοδικείο της Πύλου, κ’ έπειτα επίτροπος στο εγκληματικό δικαστήριο της Τριπολιτσάς. Αφού δικηγόρησε για μερικά χρόνια στ’ Ανάπλι, πιο ύστερα, το 1841, τον διόρισε  ο Όθωνας καθηγητή της Ιστορίας στο πανεπιστήμιο της Αθήνας.

Δεν έμεινε πολύ καιρό όμως γιατί έπειτα από την επανάσταση της Γ’ του Σεπτέμβρη 1843 ενάντια στην απολυταρχία και την ξενοκρατία, τον απόλυσαν. Ο Όθωνας όμως τον διόρισε τον άλλο χρόνο αεροπαγίτη. Το 1845 έφυγε από την πατρίδα μας, πήγε στο Μπέλφαστ της Ιρλανδίας οπού έγινε καθηγητής της θεολογίας. Ύστερα από είκοσι χρόνια ξαναγύρισε. Γύρεψε να γίνει πάλι αεροπαγίτης, ο Κουμουνδούρος όμως που είτανε πρωθυπουργός αρνήθηκε να τον κάνει, μη θέλοντας να τιμήσει τον άνθρωπο που έπαιξε έναν τόσο άτιμο ρόλο στη δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, στην οποία υπήρξε ανακριτής – εισαγγελέας και έκανε τα πάντα για να καταδικαστούν και να θανατωθούν.

Ο γερμανός ιστορικός Μέντελσον – Μπαρτόλντυ: «Ο εισαγγελεύς Μάσσων» γράφει «ο εμπαθής εκείνος πολέμιος της ρωσσικής μερίδος και του Κολοκοτρώνη, ο υπερασπισθείς τον φονέα Γ. Μαυρομιχάλην, ανέπτυξε πυρετώδη δραστηριότητα, όπως δι’ ηλίου φαεινοτέρων αποδείξεων πεισθή ο ελληνικός λαός περί της ενοχής των κατηγορουμένων(…) Ούτε δε πάσα η δίκη κατητάσσετο τουναντίον εις την σειράν των συκοφαντικών εκείνων στρεψοδικιών, δι’ ών αι μησηταί κυβερνήσεις προσπαθούσι να απαλλαγώσι της ολχηράς αντιπολιτεύσεως, και καταπνίγουσι τον ελεύθερον λόγον, πεποιθυίαι εις το ευάγωγον των δικαστών».

Όσο για τον αντιβασιλιά Μάουρερ, που βρισκόταν πίσω από τον Μάσσων, να τι γράφει γι’ αυτόν ο εγγλέζος ιστορικός Φίνλεϋ: «Επέδειξε οργή τυράννου, λησμονήσας νόμο και λογική πάνω στην αδημονία του να επιβάλει την αυστηρότερη τιμωρία στον Κολοκοτρώνη».

  

Υποσημείωση

 

* «Η πόλις του Ναυπλίου ευτύχησε κατ’ αυτάς τάς ημέρας μίαν σπανίαν, και, είς τάς παρούσας μάλιστα δεινάς της πατρίδος περιστάσεις, μεγάλην ευτυχίαν. Ο Κύριος Εδουάρδος Μάσσων άρχισε να διδάσκη δύο έν ταυτώ εις την πολιτικήν κοινωνίαν αναγκαιότατα και χρησιμώτατα μαθήματα, την Πολιτικήν Οικονομίαν, και την Ηθικήν φιλοσοφίαν εις πολυπληθές ακροατήριον. Της πρώτης η παράδοσις γίνεται τρίς της εβδομάδος, την β’, δ’ και στ’˙την ζ’ γίνεται εξέτασις και επανάληψειςּτης δε δευτέρας άπαξ της βδομάδος, την Κυριακήν».

(Γενική Εφημερίς, φ. 71,3 Ιουλίου 1826, σ. 284).

 

Πηγές

 

  • Φωτιάδη Δημήτρη, «Κολοκοτρώνης», Έκδοση ένατη, Δωρικός, Αθήνα, 1986.
  • Βαρδουνιώτης Κ. Δημήτριος, «Εδουάρδος Μάσσων», Επετηρίς Παρνασσού 11, 1915.
  • Σκλαβενίτης Ε. Τριαντάφυλλος, «Ο Σπυρίδων Βαλέτας και η μετάφραση της πολιτικής οικονομίας του J.B.SAY», Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, Παράρτημα του περιοδικού «Μνήμων», αρ. 9, Αθήνα, 1994.



Read Full Post »

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849) 


 

«Όμορφες νότες που η λύρα μου εμπνέει

ανταμώνουν μία σκέψη σκοτεινή και από πόνο βαριά:

διάβηκα το κατώφλι του τάφου του Αγαμέμνονα

Και σιώπησα στο βάθος της καταπακτής

Που με το αίμα τους το στυγερό λέρωσαν οι Ατρίδες

¨Πόσο είμαι θλιμμένος¨ η καρδιά μου κοιμωμένη, το όνειρό μου

ζωντανό»

 Με αυτά τα διαποτισμένα από λυρισμό λόγια ξεκινά ο Πολωνός ποιητής το ποίημά του «Ο Τάφος του Αγαμέμνονα», γραμμένο το 1836, με αφορμή την επίσκεψή στο Άργος και τις Μυκήνες.

 

Julius Słowacki

Julius Słowacki

Ο Julius Slowacki, φιλέλληνας, λυρικός ποιητής, θεατρικός συγγραφέας και μυστικιστικός στοχαστής, γεννήθηκε σε επαρχία της Πολωνίας  το 1809, (θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εθνικούς ποιητές). Με πατέρα φιλόλογο και μητέρα που διατηρούσε ένα από τα πιο διάσημα λογοτεχνικά σαλόνια της εποχής, ο Slowacki είχε ήδη στα είκοσί του χρόνια αναπτύξει δεξιότητες συνειδητοποιημένης ποιητικής γραφής. Το 1830, λίγο καιρό αφού εγκατασταθεί στην Βαρσοβία, ξεσπά εθνικό επαναστατικό κίνημα που στοχεύει στην ανεξαρτησία της Πολωνικής γης. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη από το 1795, η χώρα είχε χάσει την ανεξαρτησία της, και παρόλη τη δημιουργία Πολωνικού Βασιλείου το 1815, εξαπτόταν διοικητικά και στρατιωτικά από τη Ρωσία. Ο νεαρός Julius στρατεύεται με μεγάλο ενθουσιασμό και δέχεται να μεταβεί στην Αγγλία, επιφορτισμένος από την επαναστατική κυβέρνηση με τη διεκπεραίωση μυστικής αποστολής.

Κατά τη διάρκεια όμως της απουσίας του, το κίνημα πνίγεται στο αίμα και οι ελπίδες ανάκτησης της εθνικής ελευθερίας χάνονται. Ο Slowacki αδυνατώντας να επιστρέψει στην πατρίδα, θα πάρει το δρόμο της εξορίας για το Παρίσι, τόπος διαφυγής των Πολωνών επαναστατών. Όμως, η ανάμνηση της εξέγερσης, η δίψα για ελευθερία και παλινόρθωση της εθνικής ανεξαρτησίας παραμένουν τα κατ’ εξοχήν θέματα της ποίησης του Julius Słowacki.

Γνώστης της αρχαιοελληνικής ιστορίας και γραμματολογίας, ο Slowacki δεν εμφανίζεται αδιάφορος απέναντι στο σύγχρονο ιστορικό γίγνεσθαι της Ελλάδας. Ενεργός παρατηρητής των σύγχρονων αγώνων των Ελλήνων και υποστηρικτής του Φιλελληνισμού, εκδίδει το 1832 το ποιητικό έργο του Lambró, όπου η ξεκάθαρη ελληνολατρία και ο φιλελληνισμός του αποτυπώνονται αφενός ως σταθερές συντεταγμένες της λυρικά και υποκειμενικά ρομαντικής ποιητικής υπερχείλισης, και αφετέρου ως ιδεολογικά πρότυπα της επιθυμούμενης Πολωνικής επανάστασης. Επιπρόσθετα, τον Αύγουστο του 1836, συνοδευόμενος από τον Zenon Brzozowski και τους αδελφούς Holynski ο Słowacki θα ξεκινήσει από την Νάπολη το ταξίδι του για την Ελλάδα.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

1938. Stationery postcard. Julius-Slowacki.

Στις 4 Σεπτεμβρίου του 1836, ο Slowacki φθάνει με την συντροφιά του στην Κέρκυρα και εκεί συναντά τον Διονύσιο Σολωμό. Μετά από τέσσερις μέρες, το καράβι τους δένει στην Πάτρα και εκεί θα επισκεφθούν μία πολύ σημαντική μορφή της Επανάστασης, τον Κανάρη. Εύλογο είναι ότι οι δύο αυτές επαφές του Słowacki με προσωπικότητες των οποίων η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία φαίνεται, καταδεικνύουν πρωτίστως το εύρος γνώσης του για την πρόσφατη ελληνική ιστορία και ποίηση, και δευτερευόντως τα φιλελληνικά του συναισθήματα, μεθερμηνευόμενα όμως και ως εφαλτήριο για το όραμα της απελευθέρωση της δικής του πατρίδας.

19 Σεπτεμβρίου 1836 και ο Słowacki επισκέπτεται το Άργος και τις Μυκήνες. Τα απομεινάρια του ένδοξου παρελθόντος των Ατρειδών, μα πάνω από όλα ο τάφος του Αγαμέμνονα θα τον συγκλονίσουν. Θα τον σκιτσάρει στο περιηγητικό του ημερολόγιο, θα γράψει για αυτόν στην μητέρα του και, το πιο σημαντικό, θα εμπνευστεί από τον «Τάφο του Αγαμέμνονα».

  

Ο  Τάφος του Αγαμέμνονα


 

ΒιβλίοΤο ποίημα αποτελείται από 32 στροφές εξάστιχων σε δωδεκασύλλαβο ρυθμό, χαρακτηριστική επιλογή των ρομαντικών ποιητών του 19ου αιώνα. Αν προσπαθήσουμε να αναδύσουμε τη βασική θεματική του Τάφου του Αγαμέμνονα, θα επιμέναμε σε δύο άξονες: ο πρώτος, τοπιογραφικός και προσιτός στον ποιητή – αφηγητή, είναι αυτός της αργείας γης και του μυκηναϊκού τοπίου που, μέσω υποκειμενικών συνειρμών, μεταλλάσσεται σε εικόνες που διασταυρώνουν από την μια πλευρά ιστορικά γεγονότα και τόπους της αρχαίας Ελλάδας και  από την άλλη μυθικά πρόσωπα ή χώρους.

Ο δεύτερος άξονας, η ανάμνηση της Πολωνίας, που αν και επίσης τοπιογραφικός, ξεφεύγει από την εγγύτητα του ποιητή, καταλήγει σε μία μεγάλη ιδέα, στο όραμα της επανάστασης και της απελευθέρωσης κατά το πρότυπο των αγώνων του ελληνικού έθνους. Κατ΄επέκταση, όλο το ποίημα, βασιζόμενο στην ασύμμετρη ζεύξη μεταξύ υπόδουλης Πολωνίας και επικής ηρωικής Ελλάδας, μοιάζει να είναι ένα όνειρο, μία φευγαλέα σκέψη, που ο ποιητής εμπνέεται χάρη στην κοινωνία του με τον κόσμο των Μυκηνών.

Αναπαράγοντας με ένα τελείως προσωπικό τρόπο τον ενδοσκοπικό αρνητισμό που διακήρυτταν οι Ρομαντικοί ποιητές, τον επονομαζόμενο και «κακό του αιώνα», ως ψυχική κατάσταση αναταραχής, απόγνωσης και μη ικανοποίησης βαθύτερων οραμάτων και προσδοκιών, ο Τάφος του Αγαμέμνονα ξεκινά με την επίκληση του λυρικού ποιητή στη Μούσα και την επίσκεψή του στο μακάβριο θέαμα του τάφου του Αγαμέμνονα. Το ποίημα παίρνει τις διαστάσεις μίας προσωπικής εξομολόγησης κατευθείαν βγαλμένης από την καρδιά.

Μέσα σε ένα μεσογειακό τοπίο, διχοτομημένο σε ζωή, που εκφράζεται μέσα από τη μυρωδιά της ρίγανης και το τραγούδι των γρύλων, και σε θάνατο, που εκφράζεται από την επίκληση στη γενιά των Ατρειδών, ο ποιητής θέλοντας συμβολικά να υπονοήσει την υποδούλωση των Πολωνών, στέκεται σιωπηλός μπροστά στη δόξα και την περηφάνια που βρίσκονται σε χειμερία νάρκη. Και όμως, οι αναμνήσεις, τα φαντάσματα μοιάζουν να ανασταίνονται, ενώ η ελπίδα, με τη μορφή λύρας της έμπνευσης του Ομήρου, αποκτά επική ορμή, λίγο πριν σβήσει και ρίξει τον αφηγητή σε κατάσταση σιωπής.

 

(απόσπασμα)

Φανταστικά συγκερασμένο το λαγούτο,

Ας συνοδεύει τον πικρό και μαύρο λογισμό’

Ότι να, μπήκα στου Αγαμέμνονα τον τάφο,

Και στον υπόγειο θόλο, από τον Ατρειδών

Το τρομερό το αίμα ραντισμένον, στέκω σιωπηλός.

Αποκοιμήθηκε η καρδιά, μα ονειρεύεται. Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Ω! μακρινά π’ ακούγεται τούτη η άρπα η χρυσή,

Που μόνο τον παντοτινό αχό της αγροικάω!

Είναι σπηλιά των δρυϊδών από μεγάλα βράχια,

Οπού ‘ρχεται στ’ ανοίγματα ο αέρας να στενάξει

Και της Ηλέκτρας έχει τη λαλιά – λευκαίνει

ετούτη το πανί Κι από τις δάφνες αποκρίνεται: Μαράζι που ‘χω εντός μου!

 

Εδώ πάνω στις πέτρες, με την εργατική Αράχνη

Καυγαδίζει το αγέρι και της τσακίζει τον ιστό’

Εδώ μοσκοβολάνε μες στις καμένες ράχες τα θυμάρια λυπημένα’

Εδώ ο άνεμος το σταχτερό σωρό των ερειπίων μόλις ζώσει,

Τους σπόρους κυνηγάει των λουλουδιών – κι αυτά τα χνούδια

Παν και μες στον τάφο σάμπως ψυχές πλανιούνται.

 

Εδώ ανάμεσα στις πέτρες τα τζιτζίκια των αγρών,

Κρυμμέν’ από τον ήλιο που στους τάφους πάνω στέκει,

Σα να ‘θελαν σιωπή να μου επιβάλουν,

Τερετίζουν. Της Ραψωδίας η φρικαλέα η επωδός

Είν’ το τερέτισμα αυτό, που ακούγεται στους

τάφους – Είν’ αποκάλυψη, είναι ύμνος, τραγούδι της σιωπής.

 

Ω! είμαι σιωπηλός, όπως εσείς Ατρείδες,

Που η στάχτη σας κοιμάται φυλαγμένη απ’ τα  τζιτζίκια.

Ούτε η μικροσύνη μου εμένα τώρα με ντροπιάζει,

Μήτε οι λογισμοί σαν τους αητούς ζυγιάζονται.

Βαθιά είμαι ταπεινός και σιωπηλός

‘δω, στο μνημείο αυτό, της δόξας, του φονικού, της ξιππασιάς.

 

Στου τάφου απάνω το θυρί, στο γείσο του γρανίτη

Μες στο λιθένιο τρίγωνο βγαίνει μικρή βαλανιδιά,

Τη φύτεψαν σπουργίτια ή περιστέρια,

Και με τα μαύρα φυλλαράκια πρασινίζει,

Και στο μνημείο το σκοτεινό τον ήλιο να ‘μπει δεν αφήνει’

Έκοψα από το μαύρο θάμνο ένα φύλλο.

 

Δεν τον προστάτεψε πνεύμα κανένα μήτε ξωτικό,

Κι ούτε μες στα κλωνιά γόγγυσε κάποια οπτασία’

Μόνο του ήλιου φάρδυνε το πέρασμα,

Και πρόστρεξε χρυσός στα πόδια μου να πέσει.

Νόμισα στην αρχή πως τούτη οπού περνά

Η λάμψη, ήταν χορδή από του Ομήρου την Άρπα,

 

Και άπλωσα το χέρι στα σκοτάδια,

Να την αδράξω, να την τεντώσω και όπως τρέμει

Να τήνε κάνω να βουρκώσει, να τραγουδήσει, να κακιώσει

Πάνω στο μέγα τίποτα των τάφων και στο βουβό

Σωρό της τέφρας: όμως μέσα στο χέρι μου

Τούτη η χορδή τρεμόπαιξε κι έσπασε δίχως βόγκο <…>

(Ο τάφος του Αγαμέμνονα, μετάφραση: Δημήτρης Χουλιαράκης, Γαβριηλίδης, 2006) 

 

Σλοβάτσκι Ιούλιος - Slowacki Julius (1809-1849)

Σλοβάτσκι Ιούλιος – Slowacki Julius (1809-1849)

Και πάλι το μακάβριο βασιλεύει, ο ποιητής βρίσκεται σε μία αποχαυνωτική και απαθή κατάσταση φύλαξης του τάφου, ξεκάθαρο σύμβολο της Πολωνίας που καταπλακώνεται από τον ξένο ζυγό. Ξαφνικά, ο ποιητής μεταμορφώνεται σε στρατηλάτη που δίνει το πρόσταγμα της μάχης και υποδεικνύει τους στόχους των υπόδουλων: το φως, τη δύναμη, τη γενναιότητα. Το ποίημα οδηγείται σε επική κορύφωση, μέσα από την ηρωική επέλαση του ποιητή. Ένα συμπαγές σημειωτικό πεδίο σχηματίζεται, αποτελούμενο από λέξεις όπως «δάφνες», «χείμαρρος», «λάμψη», «κατακλυσμός», και που υποδηλώνουν την αποφασιστικότητα των εξεγερθέντων.

Πλέον, στο όραμα του ποιητή η επανάσταση της Πολωνίας και η αρχαία Ελλάδα με τους ήρωες και τους θρύλους της έχουν αγγίξει το απόλυτο σημείο συγκερασμού. Πού σταματά το άλογο του ποιητή-αγωνιστή; Στις Θερμοπύλες; Στη Χαιρώνεια; Όχι! Ο ποιητής θα το πει πια ξεκάθαρα: στη χώρα από όπου κατάγεται, εκεί ανήκει το όνειρο. Ο τάφος του Αγαμέμνονα χάνει πια την σημαινόμενη αναφορά του και αποκτά διαστάσεις συμβολικές, υπέρ-ελληνικές.

Το μόνο που μπορεί να αναχαιτίσει τον ηρωϊσμό των αγωνιστών είναι ο τάφος, δηλαδή ο χαμός στο πεδίο της μάχης. Δεν πρόκειται όμως για έναν οποιοδήποτε τάφο, αλλά για ένα χώρο ισάξιο με αυτόν του Αγαμέμνονα, επικού, σχεδόν μυθικού ήρωα. Το σύμβολο έχει πια λυθεί και ο ποιητικός λόγος του ρομαντικού Słowacki ξεχύνεται με εξατομικευμένη υποκειμενικότητα, συναίσθημα, παλμό, συγκίνηση. Μιλάει καθαρά, χωρίς περιστροφές: «προέρχομαι από μία λυπημένη χώρα ειλώτων», δηλώνει ο ποιητής, πριν και πάλι ανακτήσει τη γενναιότητα του ονείρου. Η καρδιά του Πολωνού παραμένει ζεστή και αναφωνεί: « καλύτερα ο θάνατος παρά οι αλυσίδες» Τι απόλυτη ταύτιση με το σύνθημα της Ελληνικής Επανάστασης «Ελευθερία ή θάνατος»! Τα πνεύματα των πεσόντων στις Θερμοπύλες, με πρωτεργάτη τον Λεωνίδα, ανασταίνονται ωσάν να ανταποκρίνονταν στο κάλεσμα του ποιητή για βοήθεια στην υπόδουλη χώρα του. Από αυτό το σημείο και μετά η Πολωνία προσωποποιείται.

 

Η πύλη (εσωτερικά) της Καθολικής Εκκλησίας Μεταμορφώσεως του Σωτήρος ή Φραγκοκλησιάς στο Ναύπλιο. Δεξιά η προτομή του Πολωνού φιλέλληνα ποιητή Juliuz Słowacki (Ιούλιος Σλοβάτσκι, 1809-1849). Λήψη φωτογραφίας: 7-5-2024.

 

Γίνεται γυναίκα που δήμιοι τυραννούν το κορμί της, αδύναμη να υπερασπιστεί την οντότητά της, να εκδικηθεί και να τιμωρήσει. Ο ποιητής την καλεί να πετάξει από πάνω της τα παλιοκούρελα, να αναστηθεί, να εξαγνιστεί στα νερά της Στυγός και να αναδυθεί ως μία νέα και αθάνατη Πολωνία. Απέναντί της στέκεται εκείνος, ο ρομαντικός ποιητής, σε απόλυτη σύγχυση και συναισθηματική έξαρση. Είναι ο εξόριστος, ο εκπατρισμένος, ο σκλαβωμένος, ένας γιος του Προμηθέα που τον κατατρώει ο νόστος για την πατρίδα και η ανάμνηση της υπόδουλης γης. Δηλώνει την ασημαντότητά του, ακούει φωνές, βλέπει αντικατοπτρισμούς, αφήνει τη σκέψη του να πετάξει σαν πουλί πέρα από την Ελλάδα, θέλει να πολεμήσει, δακρύζει, πονάει, και τέλος επικαλείται ξανά την Πολωνία που εμφανίζεται με τον απόλυτο θηλυκό ρόλο της Μητέρας.

Το ποίημα πλησιάζει στη λήξη του και ο ποιητής, συνειδητοποιώντας την ρεαλιστική αδυναμία να πραγματοποιήσει έστω και ένα από τα όνειρά του, δεν βλέπει άλλο διέξοδο από την κατάληξη. Βρισκόμαστε εν μέσω σκηνής θανάτου, ψυχορραγήματος. Είναι το μακάβριο τέλος του ονείρου, το αντίο της ψυχής στην Πολωνία, το αίσθημα του ανεκπλήρωτου και του κενού. Στην τελευταία στροφή, διαποτισμένη από λυρική απόγνωση και καταληκτική αποτυχία, ο ποιητής, παρουσιάζοντας τη συμβολική εικόνα ενός βουνού που το φεγγάρι έκαψε και το μεταμόρφωσε σε κόκκινο ενός αιματοβαμμένου κρατήρα, δηλώνοντας απευθυνόμενος στην Πολωνία ότι ξεγελάστηκε από τα τιτιβίσματα κάποιων σπουργιτιών και τα πρώιμα ξυπνήματα του κόκορα, θα ομολογήσει με πικρή διαύγεια και υποταγή: «ο θάνατος συχνά μιλά μετά τον θάνατο, με φράσεις ακατάληπτες, γεμάτες θλίψη». Και πράγματι, λόγια τόσο προφητικά για τον ίδιο τον ποιητή Słowacki, που θα πεθάνει δεκατρία χρόνια αργότερα στο Παρίσι, εξόριστος, χωρίς να έχει μπορέσει ποτέ πια να επισκεφθεί την Πολωνία και χωρίς να έχει γευθεί την ελευθερία της.

 

Χριστίνα Α. Οικονομοπούλου

Διδάκτωρ Γενικής κι Συγκριτικής Γραμματολογίας Πανεπιστημίου Σορβόννης, PARIS IV.

Λέκτορας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Πηγή

  •  Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Ναύπλιος Ά  και το Αρχαίο Ναύπλιο


 Κατά τη μυθολογία, ο Ναύπλιος ίδρυσε την πόλη της Ναυπλίας κι ήταν γιος του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης, κόρης του Δαναού, που ήταν Βασιλιάς του Άργους. Ο Δαμάστορας και ο Προίτος ήταν γιοι του. Ναύπλιος Β’ ή Νεότερος. Ήταν πέμπτος απόγονος του προηγούμενου. Παντρεύτηκε τη Φιλύρα ή την Ησιόνη ή την Κλυμένη και απέκτησε τρεις γιους: τον Παλαμήδη, τον Οίακα, το Ναυσιμέδοντα.

 

Από την ένωση του Ποσειδώνα και της Αμυμώνης  που την έσωσε, αλλά την έκανε δική του, γεννήθηκε ο ιδρυτής της Ναυπλίας, Ναύπλιος. Μεγαλώνοντας ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του και έγινε ξακουστός θαλασσοπόρος. Σ’ ένα από τα ταξίδια του, η μοίρα ίσως ή το θέλημα του πατέρα του, τον έφερε στην μητρική του γη, την Αργολίδα.

Πήγε συγκινημένος στη Λέρνη, στον τόπο που πάτησε για τελευταία φορά η μητέρα του, και δροσίστηκε από την πηγή που για χάρη της άνοιξε ο Ποσειδώνας. Εκεί πήρε την απόφαση να σταματήσει τις θαλασσινές περιπλανήσεις, τις περιπέτειες και την αδιάκοπη πάλη με τα κύματα και να ζήσει στον κόσμο της στεριάς.

Έπρεπε όμως να βρει για να στεριώσει, έναν τόπο που να ταιριάζει σ’ έναν γιο του θεού της θάλασσας. Και θα ήταν δώρο θεϊκό, αν τον τόπο που γύρευε τον εύρισκε εκεί στα πατρογονικά του χώματα. Πραγματικά, σαν να τον εισάκουσε ο πατέρας του, εκπλήρωσε τον ενδόμυχο πόθο του.

Οι σύντροφοί του άρχισαν να επιστρέφουν κουβαλώντας τις αναγκαίες για το επόμενο ταξίδι τους προμήθειες. Η Λέρνη,[1] ένας από τους τόπους της πιο πανάρχαιας πορείας των προγόνων μας πάνω στην αργολική γη, δεν ήταν τώρα ο άξενος ερημότοπος, άντρο αγριμιών και σατύρων, όπως τον καιρό της Αμυμώνης. Κάτω από τα ισχυρά Πελασγικά τείχη πού περίζωναν την ακρόπολη, και μέσα σ’ ένα μαγευτικό φυσικό περιβάλλον και άφθονα νερά, πρόβαλλε ένας πλούσιος οικισμός, με εντυπωσιακά για την εποχή κτίσματα και εργαστήρια, λαμπρό απαύγασμα του Αργολικού πολιτισμού.

Το λιμάνι της ήταν ένας εμπορικός σταθμός, όπου αγκυροβολούσαν πλοία από την Αίγυπτο, την Φοινίκη, τα μικρασιατικά παράλια, την νησιώτικη Ελλάδα και άλλα μέρη, για να ανταλλάξουν τις πραμάτειες τους με τα πλούσια αγαθά της Ιναχίας γης και ακόμη για να γνωρίσουν και να πάρουν μαζί τους τα κάθε λογής προϊόντα, που ο πρωτοπόρος αργείος πολιτισμός και οι τεχνίτες του δημιουργούσαν.

   

Το Αρχαίο Ναύπλιο


 

Από το ακρογιάλι της Λέρνης ο Ναύπλιος ρίχνει γύρω το βλέμμα του, γυρεύοντας τον κατάλληλο τόπο που θα γίνει η στεριανή πατρίδα του. Η κοφτερή ματιά του αγναντεύει απέναντι έναν γιγάντιο θαλασσόβραχο, να καθρεφτίζεται στον βαθυγάλαζο αργολικό κόρφο, από όπου πρόβαλε ο γεννήτοράς του Ποσειδώνας, για να συναντήσει την μητέρα του, την πανέμορφη Δαναΐδα Αμυμώνη.

Βλέποντάς τον να ορθώνεται και να δεσπόζει σ’ όλον τον κόλπο από τη μεριά της θάλασσας και να προσφέρει φυσική αρματωσιά από τη στεριά, από την οποία μια στενή λωρίδα θάλασσας το χώριζε ανατολικά, πήρε την απόφασή του.

«Η φυσική του οχύρωση, η πέτρινη θωριά του, που ανάδιναν δύναμη και περηφάνια, το ασφαλές λιμάνι του και ο καρπερός καταπράσινος κάμπος να απλώνεται μέχρι τα πρόποδα σαν βασιλικό χαλί, καλούσαν τον Ναύπλιο να ριζώσει σ’ αυτόν τον αδάμαστο όμορφο τόπο».[2]

Ο Ναύπλιος κάλεσε τους συντρόφους γύρω του και απλώνοντας το χέρι του κατά τον νοτιά, τους έδειξε τον τόπο που θα γινόταν η στεριανή πατρίδα τους. Έπειτα έδωσε εντολή να βάλουν πλώρη για εκεί. Πράγματι, σ’ αυτό το αγέρωχο πετρονήσι, ο θαλασσοπόρος Ναύπλιος και οι σύντροφοί του, απόγονοι της πολυπλάνητης αγαπημένης του Δία Ιούς, μαγεμένοι από την ομορφιά της προγονικής τους γης, αγκυροβόλησαν και έχτισαν πάνω στον βράχο την πόλη που πήρε τ’ όνομά του, βρίσκοντας ασφάλεια για τα πλοία τους στα λιμάνια της και σιγουριά στη φυσική αρματωσιά της στεριάς.

«Κατά την γνώμη μου οι Ναυπλιείς ήταν παλαιότερα Αιγύπτιοι. Όταν ήλθαν μαζί με τον Δαναό με πλοία, εγκαταστάθηκαν μετά τρεις γενιές στη Ναυπλία, από τον γιο της Αμυμώνης Ναύπλιο».[3]

Εκεί ο Ναύπλιος «έκτισε και ώκισε πάρ’ αυτή της βραχώδους χερσονήσου ήν εξελέξατο διά το οχυρόν και ευλίμενον της θέσεως την επώνυμον αυτώ πόλιν Ναυπλίαν».[4]

Έτσι, αντικρυνά του Άργους μια άλλη γειτόνισσα κι αδελφή πολιτεία γεννήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια, «το μυρωμένο από θεϊκούς μύθους Ναύπλιον».[5] Αφού έγινε ιδρυτής και πρώτος οικιστής της πόλεως ο Ναύπλιος, της έδωσε το όνομά του και έγινε βασιλιάς της.[6]

Πρώτη του φροντίδα ήταν να χτίσει ιερό αφιερωμένο στον πατέρα του Ποσειδώνα. Έπειτα περιτείχισε την πόλη με ισχυρά κυκλώπεια τείχη, που την έκαναν απόρθητη από στεριά και θάλασσα. Νοσταλγός της παλιάς ναυτικής ζωής του ο Ναύπλιος, και γιος του θεού των κυμάτων, έχτισε το παλάτι του κοντά στο λιμάνι, για να νιώθει δίπλα του τον αχό, την αλμύρα και την απεραντοσύνη της θάλασσας.[7]

Και στην στεριά ο Ναύπλιος απέκτησε φήμη σπουδαίου άνδρα. Οι ιστορικοί και η παράδοση τον αναφέρουν ανάμεσα στους μυθικούς εκείνους βασιλείς στους οποίους απέδιδαν μεγάλα έργα. Είναι ο ιδρυτής της πρώτης ναυτικής Αμφικτυονίας με κέντρο το ιερό του Ποσειδώνα στην Καλαυρία. Στην Αρκαδία είχε διασωθεί γι’ αυτόν μία όμορφη ιστορία:

Ο φίλος του Άλεως, βασιλιάς της Τεγέας, είχε μια κόρη την Αύγη που ήταν ιέρεια στο ναό της Αλέας Αθήνας. Την είχε αφιερώσει ο πατέρας της και την είχε προειδοποιήσει ότι θα την θανάτωνε αν έσμιγε με άνδρα, γιατί είχε πάρει χρησμό ότι οι γιοι του θα έβρισκαν μια ημέρα τον θάνατο από έναν απόγονό της.

Όταν όμως πέρασε από εκεί ο Ηρακλής, ευρισκόμενος σε κατάσταση μέθης, αποπλάνησε την Αύγη και την άφησε έγκυο. Η θεά εξοργισμένη από την ανόσια πράξη, προκάλεσε ακαρπία. Όταν ο Άλεως ανακάλυψε το γεγονός, παρέδωσε την Αύγη στον Ναύπλιο και του ζήτησε να την φέρει στην θάλασσα και να την καταποντίσει. Στο δρόμο η Αύγη έπεσε στα γόνατα και γέννησε τον γιο της. Ο Ναύπλιος, όχι μόνο δεν την θανάτωσε, αλλά την έδωσε στο βασιλιά της Τευθρανίας (Μυσίας) Τεύθραντα, που την έκανε σύζυγό του. Αργότερα οι Τεγεάτες έχτισαν στην Αγορά ναό της Ειλείθυιας (θεάς της γονιμότητας), μέσα στον οποίο τοποθέτησαν ένα άγαλμα που παρίστανε την Αύγη γονατιστή.

Το παιδί της Αύγης και του Ηρακλή που ονομάσθηκε Τήλεφος, (=φως που έρχεται από μακριά), έγινε μετά τον Τεύθραντα βασιλιάς της Μυσίας. Όταν οι Αχαιοί κατά την Τρωική εκστρατεία αποβιβάστηκαν πρώτα στην χώρα του, ήρθαν αντιμέτωποι με τον Τήλεφο, ο οποίος διέλυσε τα στρατεύματά τους.

 

 Ιωάννης Κ. Μπίμπης, «Αργολικά Παλαμήδης», Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης», Ναύπλιο, 2003. 

 

Υποσημειώσεις


[1] Η Λέρνη θεωρείται ως μία από τις κοιτίδες του Νεολιθικού μας πολιτισμού, και σημαντική ναυτική δύναμη της Πρωτοελλαδικής Αργολίδας, με συνεχή κατοίκηση από την 7η χιλιετία (6.800 – 6.500 π.Χ.) Εγκ. Δρανδάκη.

[2] Ντιάνας Αντωνακάτου, Το Ναύπλιον, Αθήναι 1971.

[3] Παυσανίου Δ., 35,2. Βιβλιοθήκη των Ελλήνων. μετ. Α. Γεωργιάδη:

«Ήσαν δε Ναυπλιείς εμοί δοκείν Αιγύπτιοι τα παλαιότερα, παραγενόμενοι δε ομού Δαναώ ναυσίν εις την Αργολίδα ύστερον γενεαίς τρισίν υπό Ναυπλίου του Αμυμώνης, κατωκίσθησαν εν Ναυπλία».

[4] Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η ΝΑΥΠΛΙΑ, σελ. 10

[5] Σε παλιά ξένη Εγκυκλοπαίδεια, διαβάζουμε ότι η πόλη κτίσθηκε επάνω στο βραχώδες νησί από αρχαιοτάτων χρόνων, πιθανότατα από ταξιδιώτες που ήλθαν από την θάλασσα:

«Η πεδιάς της Αργολίδος νοτιοδυτικώς κλείεται διά βραχώδους υψώματος, εις ου το βορειδυτικώτερον άκρον υπήρχεν από αρχαιοτάτων χρόνων η πόλις Ναύπλιον ή Ναυπλία κτισθείσα προδήλως υπό μεταναστών εκ θαλάσσης ελθόντων. Βεβαίως το ύψωμα τούτο ήν άλλοτε βραχώδης νήσος προκειμένη της παραλίας, ως είναι και νύν έτι δύο άλλαι μικρότεραι νοτιοανατολικώτερον κείμεναι, ήτις συνηνώθη πρός βορράν και ανατολάς διά προσχώσεως» (Μιχ. Λαμπρυνίδου, «Η Ναυπλία» σελ. 10)

«Η Ναυπλία είναι η μόνη πόλις της αρχαίας Ελλάδος, ήτις εκτίσθη επί βραχώδους και πανταχόθεν της θαλάσσης περιρρεομένου ακρωτηρίου, χωριζομένη από της μεσογαίας δι’ υψηλού και δυσάντους (δυσανάβατου) όρους, του Παλαμηδίου, και μόνον διά στενής παρά τους πρόποδας αυτού λωρίδος συγκοινωνούσα προς την συνεχομένην στερεάν». ( Μιχ. Λαμπρυνίδου «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους» σελ. 15-16)

Σε κάποια πανάρχαια εποχή, από μια τοπική γεωλογική μεταβολή, η θάλασσα είχε κατακλύσει όλο το μέρος της σημερινής αργολικής πεδιάδας. Μέσα απ’ αυτήν την λιμνοθάλασσα ξεπρόβαλλαν δύο τρία πετρονήσια του Ναυπλίου, της Τίρυνθος και της κατοπινής ακρόπολης του Άργους, Λάρισας. Με το πέρασμα των αιώνων σχηματίσθηκε από τις προσχώσεις του Ινάχου και των άλλων μικρότερων ποταμών η αργολική πεδιάδα.

Το Ναύπλιον όμως κράτησε την νησιώτική του ιδιότητα. Ώσπου μια κατακόρυφη κατακρήμνιση πετρωμάτων γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα Παλαμήδι – Ναύπλιον και του στέρησε τον νησιώτικο του χαρακτήρα:

«Διά ρήξεως του εδάφους εσχηματίσθη βαθεία χώρα πληρωθείσα διά κροκαλοπαγών πετρωμάτων. Βραδύτερον επελθούσης καταστροφής τούτον, ένεκα κατακορύφου κινήσεως του εδάφους, επετράπη η είσοδος θαλασσίων υδάτων τα οποία περιέλαβον ολόκληρον την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλίου απετελούν νήσους. Βραδύτερον οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολικήν πεδιάδα χώραν ποταμογενή» (Μιχ. Λαμπρυνίδου Η Ναυπλία σελ. 10)

[6] Οι ονομασίες Ναύπλιος «ταίς ναυσί πλέω» και Ναυπλία, φανερώνουν τους στενούς δεσμούς της πόλης και την αποκλειστική ασχολία «των ταίς ναυσί αεί πλεόντων» κατοίκων της με τη αμφικτυονία της Καλαυρίας (Πόρου), την παράδοση για καταγωγή του πρώτου Ναυπλίου από τον Ποσειδώνα και την προς τιμήν του ανέγερση του πρώτου ναού, και τις ονομασίες Οίαξ και Ναυσιμέδων που έδωσε ο δεύτερος Ναύπλιος στα παιδιά του. (Μιχ. Λαμπρυνίδου), «Η εποίκισις της Αργολικής χερσονήσου κατά τους προϊστορικούς χρόνους», σελ. 28.

[7] Σχόλια εις Ευρ. Ορέστεια: 

«Ναύπλιος γάρ Αργείος ανήρ, ναυτικής εμπειρίας έμπειρος, ήν δ’ ούτος υιός Ποσειδώνος και Αμυμώνης˙ ή ότι εν λιμένι διέτριβεν, εκ τούτου ομώνυμος αυτώ ο λιμήν» ( Μιχ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία σελ. 11).

Read Full Post »

Χόρτον Τζωρτζ – George Horton (1859-1936)

 

  Αμερικανός διπλωμάτης, συγγραφέας, ποιητής, δημοσιογράφος και φιλέλληνας. Συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα, 1898, στο βιβλίο, In Argolis (Folklore) 1902, (Στην Αργολίδα – Λαογραφικά).

 

George Horton

George Horton

O George Horton γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου του 1859 στο Fairville της Νέας Υόρκης. Ακολούθησε κλασικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Michigan, όπου είχε καθηγητή τον γνωστό ελληνιστή Martin DOoge που του μετέδωσε την αγάπη του για τους Έλληνες κλασικούς. Μετά την αποφοίτησή του το 1878, ο Horton ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία στις εφημερίδες Chicago Times Herald και Chicago AmericanΗ ποίηση, αλλά και το μυθιστόρημα, τον απασχόλησαν σε όλη τη διάρκεια της διπλωματικής του καριέρας και δημοσίευσε συνολικά δεκαοκτώ έργα, τα περισσότερα από τα οποία είναι μυθιστορήματα που εξελίσσονται στην Ελλάδα. Οι κριτικές που απέσπασε για το φιλολογικό του έργο μιλούν καθαρά για τη βαθιά δημοκρατικότητα και το αμέριστο ενδιαφέρον του για την «πάσχουσα ανθρωπότητα».

Recollections Grave and Gay

Recollections Grave and Gay

Αν και βαθιά ρομαντικός στις αναζητήσεις του, ο Horton δεν ήταν ουτοπιστής και αντιμετώπιζε με ρεαλισμό τη σκληρή πραγματικότητα των κοινωνικών και πολιτικών συνθηκών της εποχής του. Έτσι, με βάση τις δημοκρατικές του αρχές, αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην παροχή βοήθειας προς τους αδύνατους και στον αγώνα να καταστήσει κατανοητή τη σκληρή αυτή πραγματικότητα στους άρχοντες πολιτικούς. Στα απομνημονεύματα από τη διπλωματική του καριέρα, που κυκλοφόρησαν το 1927 με τίτλο Recollections Grave and Gay. The story of Mediterranean Consul (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές. Η ιστορία ενός Πρόξενου στη Μεσόγειο), διηγείται το τυχαίο περιστατικό που τον οδήγησε στη διπλωματία.

Έγινε Αμερικανός πρόξενος στην Αθήνα το 1893, όπου προώθησε ενεργά την αναγέννηση των ολυμπιακών αγώνων και ενέπνευσε τη συμμετοχή της Αμερικάνικης ομάδας.

Στην Αθήνα της εποχής, ζει και συναναστρέφεται με τους κατοίκους και δημιουργεί φιλίες σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Ταξιδεύει συνεχώς σε ολόκληρη την τότε μικρή Ελλάδα και μελετά με πάθος τα νέα ελληνικά που, σε μικρό χρονικό διάστημα, μαθαίνει όχι μόνο να μιλά αλλά και να γράφει. Έτσι, το 1896, κυκλοφορεί από το Τυπογραφείο Άστυ το πρώτο του μυθιστόρημα στα νέα ελληνικά Ο Κωνσταντίνος, με περιγραφές από την Ελλάδα, τα ήθη και τα έθιμα του λαού. Μετέφρασε στα αγγλικά τη Σαπφώ, έγραψε σχόλια στην Αγία Γραφή, αρκετά μυθιστορήματα, ένα λυρικό «οδηγό για τον επισκέπτη των Αθηνών» και συνέθεσε μια στοχαστική περιγραφή της παραμονής του στην Αργολίδα.

Η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων την ίδια χρονιά τον ενθουσιάζει και δημοσιεύει στις αμερικανικές εφημερίδες ανταποκρίσεις εξαίροντας την πολιτιστική σημασία του θεσμού. Ακόμη, γράφει με συγκίνηση για τις επαναστάσεις της Κρήτης που αργότερα θα τον εμπνεύσουν στο ιστορικό μυθιστόρημα του Like Another Helen (Σαν άλλη Ελένη) 1901, το οποίο θεωρείται το αριστούργημά του στον πεζό λόγο.

Το 1909 παντρεύεται την Αικατερίνη Σακοπούλου, κόρη του διπλωμάτη Νικόλαου Σακόπουλου και της Σμυρναίας Ουρανίας Ηλιάδη, και, ένα χρόνο αργότερα, μετατίθεται στη Θεσσαλονίκη – ακόμη υπό οθωμανικό ζυγό – , όπου παραμένει μέχρι την τοποθέτηση του στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. στη Σμύρνη το 1911.

Η παραμονή του τόσο στην Αθήνα, όσο και στη Θεσσαλονίκη, συμπίπτει με δύσκολες εποχές, επαναστάσεις, ξεσηκωμούς και διωγμούς των χριστιανικών πληθυσμών, τους οποίους προσπαθεί να συντρέξει με κάθε μέσο. Η αγαθοποιός δράση του συνεχίζεται και από τη νέα θέση του στη Σμύρνη, όπου, στα πλαίσια της πολιτικής «εκτουρκισμού»της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που θεσμοθετεί η νεοτουρκική ηγεσία στην Κωνσταντινούπολη, εξαπολύονται απηνείς διωγμοί κατά των χριστιανών. Με την έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Horton αναλαμβάνει και την εκπροσώπηση των συμφερόντων της Βρετανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, της Ρωσίας, της Σερβίας, του Μαυροβουνίου και της Ρουμανίας και αναπτύσσει πολυσχιδή διπλωματική και φιλανθρωπική δράση. Με την έξοδο του Η.Π.Α. στον πόλεμο και τη διακοπή των αμερικανοτουρκικών διπλωματικών σχέσεων το 1917, ο Horton επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη όπου, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στην πόλη την ίδια χρονιά, φροντίζει να αναληφθεί μέριμνα για την ανακούφιση των πληθυσμών της Μακεδονίας από τον Αμερικανικό Ερυθρό Σταυρό και παρακολουθεί τις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Μακεδονικού Μετώπου.

Τον Μάιο του 1919, λίγες μέρες μετά την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη, ο Horton επιστρέφει στη θέση του Γενικού Προξένου των Η.Π.Α. και παρακολουθεί την ελληνική μικρασιατική περιπέτεια βήμα προς βήμα. Στη διάρκεια των τελευταίων τραγικών ημερών στη Σμύρνη, ο Horton, μόνος ανάμεσα σε όλους τους ξένους συναδέλφους του, μέσα σε πολύ δύσκολες συνθήκες και με απίθανα τεχνάσματα, κατορθώνει να σώσει πολλές χιλιάδες χριστιανών από βέβαιο θάνατο.

The Blight of Asia

The Blight of Asia

Υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της καταστροφής της, την οποία περιέγραψε στο βιβλίο του Η Μάστιγα της Ασίας (1926),* που έγραψε όταν είχε παραιτηθεί από τη διπλωματική αποστολή του κι έγραφε ως ιδιώτης. Παρά την εξασφαλισμένη εκδοτική επιτυχία, το βιβλίο δεν κυκλοφόρησε τότε στην Ελλάδα για να μη διαταραχτούν οι προσπάθειες ελληνο-τουρκικής προσέγγισης που είχαν ήδη δρομολογηθεί. Μόνο η Εστία δημοσίευσε σε συνέχειες το κείμενο, στα φύλλα από 25 Μαρτίου έως 9 Απριλίου του 1927). Αναχωρεί από τη Σμύρνη το βράδυ της 13ης Σεπτεμβρίου 1922, ενώ η πόλη καίγεται, και φτάνει στην Αθήνα με τριακόσια μέλη της παροικίας του, στην πλειοψηφία τους Έλληνες το γένος που είχαν πολιτογραφηθεί Αμερικανοί πολίτες και έφθαναν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες, με την ελπίδα ότι θα έπαιρναν θεώρηση εισόδου για τις Η.Π.Α. Τοποθετείται δυσμενώς Πρόξενος των Η.Π.Α. στη Βουδαπέστη, όπου παραμένει μέχρι τη συνταξιοδότησή του το 1924.

Το 1929, κυκλοφορεί το Home of Nymphs and Vampires (Άντρο νυμφών και βρυκολάκων) με ταξιδιωτικές εντυπώσεις από τα ελληνικά νησιά και, τέλος, το 1932, το τελευταίο του βιβλίο με τίτλο Poems of an Exile (Ποιήματα ενός εξορίστου).

  

Συγγραφικό έργο

 

Songs of the Lowly, 1891(Τραγούδια του ταπεινού).

In Unknown Seas, (Poems) 1895 (Σε άγνωστες θάλασσες).

Constantine, (Novel) 1896 (Κωνσταντίνος).

Aphroessa, (Poem) 1897 (Άφρόεσσα).

A Fair Brigand, (Novel) 1898 (Η ωραία λησταρχίνα).

Like Another Helen, (novel) 1901 (Σαν άλλη Ελένη).

Modern Athens, 1901 (Η σημερινή Αθήνα).

The Tempting of Father Anthony, (novel) 1901 (Ο πειρασμός του πατρός Αντωνίου).

The Long Straight Road, (Novel) 1902 (Η μεγάλη ευθεία οδός).

In Argolis (Folklore) 1902 (Στην ΑργολίδαΛαογραφικά).

War and Mammon (Poems) 1904 (Πόλεμος και Μαμμωνάς).

The Monk’s Treasure (Novel) 1905 (Ο θησαυρός του καλόγερου).

The Edge of Hazard, (Novel) 1906 (To χείλος του πεπρωμένου).

Miss Schuyler’s Alias (Novel) 1913 (To άλλο όνομα της Μίς Σκάϊλερ).

The Blight of Asia, (History) 1926 (Η μάστιξ της Ασίας – Χρονικό της Μικρασιατικής καταστροφής).

Recollections Grave and Gay, (Biography) 1927 (Αναμνήσεις σοβαρές και φαιδρές).

The Home of Nymphs and Vampires: 1929 (Folklore) The Isles of Greece (Νεράιδες και βρυκόλακες στα νησιά της Ελλάδος-Λαογραφικά).

Poems of an Exile, (Poems) 1932 (Ποίημα ενός εξόριστου).

 

Υποσημείωση

 

* Σε άρθρο με τίτλο «Τζωρτζ Χόρτον: Ο λόγιος διπλωμάτης», Byzantine and Modern Greek Studies («George Horton: The literary diplomat»), Ο Μπράιαν Κόλμαν (Brian Coleman) γράφει: «Ο Τζωρτζ Χόρτον ήταν άνθρωπος των γραμμάτων και πρόξενος των ΗΠΑ στην Ελλάδα και την Τουρκία σε μια εποχή κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών.

Γράφει για την επανάκτηση της Σμύρνης από τον Τουρκικό Στρατό το Σεπτέμβριο του 1922. Πάντως η διήγησή του πηγαίνει πέρα από την επίρριψη ευθυνών και τα γεγονότα σε μια δαιμονοποίηση των Μουσουλμάνων γενικά, και ειδικά των Τούρκων. Σε αρκετά μυθιστορήματά του που γράφτηκαν πάνω από δυο δεκαετίες πριν από τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1922, είχε ήδη προσδιορίσει τους Τούρκους ως το απόθεμα παλιανθρώπων του Δυτικού πολιτισμού. Την αφήγησή του για τη Σμύρνη δεν τη γράφει ως ιστορικός, αλλά ως πολιτικός αρθρογράφος».

Πηγές

 

  • Horton George, «Η Μάστιγα της Ασίας», Βήμα, βιβλιοθήκη, τόμος 4ος, 2009.
  • Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα» τ.61ος, σ.216
  • James L. Marketos, «GEORGE HORTON – AN AMERICAN WITNESS IN SMYRNA», AHI Noon Forum, September 14, 2006.
  • George Horton, «The Blight of Asia», (Bobbs-Merrill Co.: Indianapolis 1926).
  • Βίκυ Καλαντζοπούλου, «Α.Ρ. Ραγκαβής και George Horton. Μια απρόσμενη συνάντηση», Τα νέα του Ε.Λ.Ι.Α. Αρ, 58, θερινό αρχειοστάσιο.
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνών/ ΕΙΕ, «Πανδέκτης», Συλλογή Ταξιδιωτικής Γραμματείας, 15ος-19ος αιώνας. 


Read Full Post »

Μεντρεσές Ναυπλίου ή Φυλακές Λεονάρδου


Μεντρεσές*, Μουσουλμανικό Ιεροδιδασκαλείο,** Β’ Οθωμανική περίοδος Ναυπλίου, (α’ φάση: τέλη 18ου– αρχές 19ου αι.)

 

Μεντρεσές Ναυπλίου.

Μεντρεσές Ναυπλίου.

Δεν έχουμε στοιχεία για την ανέγερση του κτηρίου. Το βέβαιο είναι ότι συνδέεται άμεσα με το παρακείμενο τέμενος του Αγά Πασά, το μετέπειτα Βουλευτικό, με το οποίο φαίνεται ότι αποτελεί μία ενότητα. Το ισόγειο του ιεροδιδασκαλείου χρονολογείται από ορισμένους στα χρόνια της Ενετοκρατίας της πόλης. Σύμφωνα πάντως με τη Μαυροειδή, το ιεροδιδασκαλείο αποτελεί κτήριο οθωμανικό. Μάλιστα, η ομοιότητα στην τοιχοποιία του ισογείου του ιεροδιδασκαλείου με αυτήν του Βουλευτικού μας επιτρέπει να τα εντάξουμε στην ίδια περίπου χρονική περίοδο. Μετά την Απελευθέρωση της πόλης και μέχρι το 1930 περίπου, το ιεροδιδασκαλείο χρησιμοποιήθηκε κυρίως ως χώρος φυλακών, λόγω και της αρχιτεκτονικής του διαμόρφωσης (πολλά μικρά δωμάτια στη σειρά εν είδει κελιών). Στη χρήση του αυτή οφείλει και την ονομασία «Φυλακές Λεονάρδου», με την οποία έχει μείνει σήμερα, από τον Λ. Λεονάρδο, αστυνομικό διοικητή του Ναυπλίου.

Εσωτερικές στοές του Μεντρεσέ.

Εσωτερικές στοές του Μεντρεσέ.

Γύρω στα τέλη της δεκαετίας του 1930, στο ιεροδιδασκαλείο βρήκαν καταφύγιο πρόσφυγες και στην αυλή του στήθηκαν πρόχειρα ξύλινα παραπήγματα. Πρόκειται για βαρύ και σκοτεινό τριώροφο πέτρινο κτίσμα, το οποίο έχει σε κάτοψη σχήμα Γ – όχι και τόσο συνηθισμένο – με πυργοειδείς απολήξεις. Τα δωμάτια, που είναι διατεταγμένα σε σειρά, είναι διαμπερή και βλέπουν στην αυλή, η οποία είναι τριγωνικού σχήματος και διαμορφώνεται από τη γειτνίαση του κτηρίου με το Βουλευτικό στα βορειοανατολικά. Τα δωμάτια περιτρέχονται από ανοιχτή στοά με πεσσοστοιχία, η οποία στο ισόγειο είναι υψηλότερη. Στην τοιχοποιία του κτηρίου είναι εμφανείς τουλάχιστον δύο οικοδομικές φάσεις. Στο ισόγειο και το κεντρικό τμήμα της τοξοστοιχίας των ορόφων έχει εφαρμοστεί το σύστημα της ισόδομης λαξευτής τοιχοποιίας, με διαφορετικά όμως υλικά δομής ανά όροφο.

Στο ισόγειο έχει χρησιμοποιηθεί ασβεστόλιθος, στον πρώτο όροφο μαύρος γρανίτης και στον δεύτερο όροφο πωρόλιθος. Η περιμετρική τοιχοποιία των άνω ορόφων συνίσταται σε ακανόνιστες ημιλαξευτές πέτρες με την παρεμβολή σπασμένων κεραμιδιών.

Στην νοτιοανατολική πλευρά του ιεροδιδασκαλείου έχει κτιστεί σε μεταγενέστερη εποχή διώροφο κτίσμα, γνωστό ως «Οικία Λουμπινά», σήμερα ημικατεστραμμένο. Η κατάσταση διατήρησης του μνημείου είναι μέτρια, με φθορές κυρίως στην τοιχοποιία. Στο κτήριο σήμερα στεγάζεται τμήμα της Δ’ Εφορείας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων.

 Αναστασία Βασιλείου

Υπουργείο Πολιτισμού, «Η Οθωμανική Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα», Διεύθυνση Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Αρχαιοτήτων, Αθήνα, 2009. 

 

Υποσημειώσεις


* Η λέξη Μεντρεσές προέρχεται εκ της αραβικής λέξης ντερς (= μάθημα) και σημαίνει «μουσουλμανικό ιεροσπουδαστήριο». Σ΄ αυτό διδάσκονταν παλιότερα η ανάγνωση και η ερμηνεία του Κορανίου η μουσουλμανική κατήχηση, ιστορία και το θρησκευτικό δίκαιο. Οι σπουδαστές σ΄ αυτά λέγονταν «σοφτάδες», οι δε δάσκαλοι «μολάδες» ή «μουλάδες». Μετά τη Κεμαλική μεταρρύθμιση στη Τουρκία οι Μεντρεσέδες περιορίστηκαν στο ελάχιστο. Ανάλογα τέτοια ιεροσπουδαστήρια υπάρχουν στην Αίγυπτο και σε άλλες Μουσουλμανικές χώρες. (Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τ.13ος, σ.263)

** Για τα οθωμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα του Ναυπλίου αντλούμε  πληροφορίες από την εργασία του  Τούρκου καθηγητή Ayverdi, ο οποίος μελέτησε επιπλέον τα οθωμανικά κατάστιχα (Tahrir Defteri), τα οποία συντάχθηκαν κυρίως μετά το 1715 με την επανάκτηση από τους Τούρκους της Πελοποννήσου, η οποία βρισκόταν στα χέρια των Βενετών για 30 χρόνια (1685-1715). Σύμφωνα με τον Ayverdi (Ayverdi, 2000) στην πόλη του Ναυπλίου υπήρχαν τρία μουσουλμανικά εκπαιδευτικά ιδρύματα διαφορετικών βαθμίδων. Αυτά ήταν ο μεντρεσές του σουλτάνου Αχμέτ (Sultan Ahmed Medresesi), το κορανικό σχολείο  του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Dârülkurrası) και το σχολείο στοιχειώδους εκπαίδευσης επίσης του Ιμπραήμ Εφέντη (İbrahim Efendi Mektebi).

 

Βιβλιογραφία


  • Καρούζου-Παπασπυρίδη Σέμνη, «Το Ναύπλιο», Εκδόσεις: Εμπορικής Τράπεζας, Αθήνα,1979.
  • Μαυροειδή, Β., «Φυλακές Λεονάρδου». Μελέτη αποτύπωσης, αποκατάστασης, επανάχρησης και αρχιτεκτονικού φωτισμού, διπλωματική εργασία, ΕΜΠ, Αθήνα 2006.

 

Read Full Post »

Μάχη των Μύλων (1825)


  

Στο βάθος του μυχού του Αργολικού κόλπου και Νοτιοδυτικά του Νομού Αργολίδας, δίπλα στις ιστορικές πόλεις του Άργους και του Ναυπλίου, βρίσκεται  ο σύγχρονος οικισμός των Μύλων, όπου  μαζί με το Κιβέρι, το Σκαφιδάκι και την ορεινή  Ανδρίτσα αποτελούν τα Δημοτικά Διαμερίσματα του Δήμου Λέρνας.  Ο Δήμος Λέρνας είναι τόπος γεμάτος ιστορία, ιδιαίτερο φυσικό κάλος και πλούσια αγροτική παραγωγή.

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας.  Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Κατά τη διάρκεια της επανάστασης, οι κυβερνήσεις που είχαν έδρα το Ναύπλιο, είχαν εγκαταστήσει στους Μύλους τις αποθήκες των δημητριακών, μέσω των οποίων σιτιζόταν το Ναύπλιο και τροφοδοτούνταν τα στρατεύματα και μεγάλο μέρος της Αργολίδας και της Κορινθίας. Κατά το έτος 1825, μετά την αποβίβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και τις αλλεπάλληλες νίκες των Αιγυπτίων κατά των Ελλήνων, οι Μύλοι δέχτηκαν αιφνίδια επίθεση τη 13η Ιουνίου από αιγυπτιακή φάλαγγα, πραγματοποιήθηκε μάχη, η οποία έθεσε σε τραγική κρισιμότητα την τύχη του Ναυπλίου και της επανάστασης. Αιγυπτιακή φάλαγγα, αποτελούμενη από δύο χιλιάδες πεζούς και χίλιους πεντακόσιους ιππείς με πυροβολικό, εμφανίσθηκε από την οδό Τριπόλεως το πρωί της 12ης κατευθυνόμενη προς την αργολική πεδιάδα. Φόβος και ταραχή κατέλαβε τους πάντες στο Ναύπλιο, όπου είχαν συγκεντρωθεί πάνω από είκοσι χιλιάδες γυναικόπαιδα, ασθενείς και άμαχος πληθυσμός, ελάχιστα δε στρατιωτικά μέσα άμυνας υπήρχαν. Αλλά ο Ιμπραήμ δε σκόπευε να επιτεθεί κατά του Ναυπλίου, προέβαινε απλώς σε σοβαρή επιθετική αναγνώριση. Οι Έλληνες εντούτοις, που αγνοούσαν τις προθέσεις του εχθρού, έσπευσαν να συγκεντρώσουν μεγάλο μέρος της μάχιμης δύναμης στους Μύλους, κατά των οποίων κινήθηκε ισχυρή εχθρική φάλαγγα πεζών και ιππέων.

Οι Μύλοι ήταν ανοχύρωτοι παρά τη σπουδαιότητα που είχαν για την τροφοδοσία και την ύδρευση του Ναυπλίου σε περιπτώσεις πολιορκίας. Ο φιλέλληνας αξιωματικός Μοντανέλλι είχαν αναλάβει με εντολή της κυβέρνησης τη μελέτη οχύρωσης των Μύλων, αλλά λόγω της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων, η οχύρωση δεν είχε πραγματοποιηθεί. Είχε πραγματοποιηθεί χάραξη μόνο δύο αμυντικών περιβολών και συγκεντρώθηκε υλικό από πέτρες το οποίο και εγκαταλείφθηκε.

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Την 11η ο Μακρυγιάννης, που επανήλθε από δύο άτυχες περιπέτειες στη Μεσσηνία και την Αρκαδία, κατέλαβε με 150 άνδρες τους Μύλους, οχυρώθηκε  σε μία από τις δύο περιβολές, της οποίας την άμυνα ενίσχυσε με ξερολιθιές (τοίχοι από πέτρες) και ανοίγοντας τουφεκίστρες (παράθυρα). Τη 12η, μετά την αναγγελία των απειλητικών κινήσεων του Ιμπραήμ, έφθασε στους Μύλους ο Δημήτριος Υψηλάντης μαζί με τους φιλέλληνες που είχαν βρεθεί στο Ναύπλιο και οι οποίοι ήταν γύρω στους δεκαεπτά, ανάμεσα σε αυτούς οι γενναιότεροι από τους άτακτους, οι οποίοι είχαν επίσης συγκεντρωθεί στο Ναύπλιο και ο λόχος των ευζώνων αποτελούμενος από διακόσιους περίπου άνδρες υπό τον Κάρπο,* δηλαδή δύναμη όχι μεγαλύτερη σε σύνολο των 500 ανδρών. Σ’ αυτή τη δύναμη προστέθηκαν και τα πυροβόλα τριών μικρών πολεμικών βρικίων (τύπος ιστιοφόρου πλοίου), τα οποία παρατάχθηκαν κοντά στην ακτή, ώστε να ενισχυθεί η άμυνα.

Αλλά ο μεγάλος κίνδυνος στον οποίο τέθηκε το Ναύπλιο και η επανάσταση, έφερε προς το Ναύπλιο και τους Μύλους τους δύο μοιράρχους του αγγλικού και γαλλικού στόλου, τον Άμιλτον και τον Ριγνύ. Ο μεν Άμιλτον αγκυροβόλησε πριν το Ναύπλιο, ο δε Ριγνύ πριν τους Μύλους.

Ο Υψηλάντης, ο Μακρυγιάννης, οι Φιλέλληνες και ο Κάρπος κατέλαβαν τις περιβολές (κούλιες /πύργοι που χρησιμοποιούνταν ως παρατηρητήρια) και τις δύο μεγάλες αποθήκες. Ο εχθρός με τετραπλάσια δύναμη, επιτέθηκε στους Μύλους γύρω στο μεσημέρι της 13ης. Η επίθεση έγινε σφοδρότερη στα δύο πιο ασθενή σημεία της άμυνας, του κέντρου το οποίο υπεράσπιζε ο Μακρυγιάννης και του δεξιού στο οποίο αμυνόταν ο Υψηλάντης με πολλούς τακτικούς και δεκάδες φιλέλληνες.

Η ρήξη του κέντρου θα έθετε στον κίνδυνο γενικής σφαγής τους άτακτους του Μακρυγιάννη και τους αμυνόμενους στα δεξιά, η δε ήττα του δεξιού τμήματος με επί κεφαλής τον Υψηλάντη θα απέκλειε την υποχώρηση των Ελλήνων προς την παραλία, από την οποία και μόνο θα μπορούσαν να σωθούν σε περίπτωση ήττας. Αποκρούσθηκαν τρεις επιθέσεις του εχθρικού πεζικού και μία του ιππικού, το εχθρικό πυροβολικό τότε γκρέμισε με εύστοχες βολές μέρος του μετώπου της κούλιας του Μακρυγιάννη, ενώ λόχος Αιγυπτίων επιτέθηκε με ορμή υπερπηδώντας τα ερείπια.

Κατά τις κρίσιμες εκείνες στιγμές ο Μακρυγιάννης με πέντε Φιλέλληνες και λίγους εκλεκτούς άτακτους επιτέθηκε με ξίφη κατά των Αράβων και κατέσφαξαν τους πρώτους που διείσδυσαν στην περιβολή και έτρεψαν τους άλλους σε φυγή. Μετά από αυτή την αποτυχία τους, οι Αιγύπτιοι δεν επανέλαβαν τις εφόδους, ο ήλιος άλλωστε είχε σχεδόν δύσει και ενώ το σκοτάδι πλησίαζε, αποσύρθηκαν εκτός βολής πυροβόλου, έφυγαν για το Άργος εγκαταλείποντας περίπου πενήντα νεκρούς και παίρνοντας μαζί τους διπλάσιους περίπου τραυματίες. Οι Έλληνες είχαν απώλεια επτά νεκρών, ανάμεσα στους οποίους και ενός φιλέλληνα και είχαν τριπλάσιους τραυματίες μεταξύ των οποίων και τον Μακρυγιάννη.

Κατά τη διάρκεια της κρίσιμης εφόδου, η γαλλική ναυαρχίδα υπό τον Ριγνύ σάλπισε πολεμικό συναγερμό και έστρεψε τα πυροβόλα της κατά των Αιγυπτίων, ενισχύοντας το ηθικό των Ελλήνων, οι οποίοι πίστεψαν πως θα κατέλθει στον αγώνα. Η νίκη των Μύλων υπήρξε σημαντική, διότι περιέσωσε τον άρτο όσων βρίσκονταν στο Ναύπλιο και ανύψωσε το ηθικό των επαναστατών.

 

Υποσημείωση


 

* Την 21η Ιουνίου 1825 ο Δημ. Υψηλάντης γράφει τα εξής από τους Μύλους προς το Υπουργείο του Πολέμου. «Ο Λοχαγός Κύριος Καρπός με τον υπό την οδηγίαν του λόχον έφθασε μετά τα μέσα της μάχης της εν Μύλοις και όχι μόνον εγκαρδίωσεν τους κατ’ εκείνην την ώραν μαχομένους Έλληνας, αλλά και αυτοί έκαμαν ως γενναίοι πατριώται και καλοί στρατιώται το χρέος των. Μετά δε την μάχην εφύλαξαν τακτικώς τα της πειθαρχίας χρέη των, οδηγούμενοι από τον ρηθέντα λοχαγόν εις τα οδηγητικά χρέη των. Διό αναφερόμεθα εις το Έξοχον Υπουργείον τούτο δια να γνωρίση τους αξίους στρατιώτας, οίτινες δεν έλειψαν από τα χρέη των».

Και ο συνταγματάρχης Π.Γ. Ρόδιος παρατηρεί «ότι ο λόχος των Ευζώνων, και τινες άλλοι στρατιώται εκ των λοιπών λόχων του 1ου Συντάγματος, οδηγούμενοι από τον λοχαγόν Κύριον Κάρπον Παπαδόπουλον, του οποίου αξιωματικός εστάλη ο Κύριος Παναγιώτης Πίσσας, πόσον εμψύχωσεν η παρουσία τούτων τους λοιπούς Έλληνας, και πόσον συνεισέφερον με την ανδρείαν και ευτολμίαν των εις την διατήρησιν των Μύλων» και προτείνει τούτους εις το Υπουργείον Πολέμου δια την ανάλογον ηθικήν αμοιβήν.

( Κ. Α. Διαμάντη, Θράκες αγωνισταί κατά την Επανάστασιν του 1821, Β’ Αθήναι, 1963, σελ. 160—161).

 

Πηγή


Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 4ος, Αθήνα, 1930. 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »