Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πελοπόννησος’

1961-2011:Μισός αιώνας λειτουργίας του Μουσείου Άργους


 


Μουσείο στο Άργος:Η αρχή και η εξέλιξή του

 

Τον Ιούνιο του 1961 εγκαινιαζόταν το σημερινό μουσείο αρχαιοτήτων του Άρ­γους [1], ενώ από τα μέσα του 1959 είχε τελειώσει η ανακαίνιση – διαμόρφωση του κτιρίου της οικίας του Δημητρίου Καλλέργη σε αίθουσα μουσείου, στο ισόγειο της οποίας εκτέθηκαν τα ευρήματα της Λέρνας [2]. Ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα είχε διαμορφωθεί το αίτημα, από λογίους της πόλης, για ίδρυση στο Άρ­γος μουσείου άξιου της ιστορίας του, ενώ οι ανασκαφές του Ολλανδού Wilhelm Vollgraff (για λογαριασμό της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών) κατά πρώτο στην αρχή του 20ού αιώνα, και έπειτα στη δεκαετία του 1930, αναζωπύ­ρωσαν το ενδιαφέρον, τώρα και από τις στήλες του τοπικού Τύπου.

Δημήτριος Καλλέργης. Φωτογραφία του Γάλλου André-Adolphe-Eugène Disdéri (1819-1890), Παρίσι 1865.

Ο νέος κύκλος ανασκαφών της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής στο Άργος, από την αρχή της δεκαετίας του 1950, ώθησε το από πολλές πλευρές πια ενδιαφέ­ρον, στη διαμόρφωση του σημερινού αρχαιολογικού μουσείου, με έξοδα του Γαλ­λικού Κράτους, αλλά και με την παραχώρηση της χρήσης της οικίας Καλλέργη,αυτής σε ερειπιώδη κατάσταση, από τον Δήμο Άργους, στον οποίο είχε δωρηθεί το κτίριο από τους απώτερους κληρονόμους του Καλλέργη.

Στο άρθρο αυτό θα εκθέσουμε την «πορεία» μουσείου για τις αρχαιότητες του Άργους από τα μέσα του 19ου αιώνα, όπου βρίσκονται οι πρώτες πληροφορίες για στεγασμένη αρχαιολογική συλλογή στο Άργος, μέχρι τις μέρες μας. Αλλά είναι ανάγκη να προσθέσουμε ότι μόλις τώρα (πιθανόν 2012) δημιουργείται μουσείο για τις βυζαντινές αρχαιότητες (του Άργους, αλλά και της υπόλοιπης Αργολίδας), σε αίθουσες των Στρατώνων Καποδίστρια, ενώ δεν γίνεται καν, ακόμα, σοβαρά και οργανωμένα λόγος, για μουσείο της νεότερης ιστορίας και της λαογραφίας τηςπόλης.

Ο συντάκτης του άρθρου, τα τελευταία τριάντα χρόνια, έχει επανειλημμέ­να, σε διάφορα άρθρα του, τονίσει την ανάγκη για δημιουργία τέτοιου μουσείου, οργανωμένου βεβαίως με τις σύγχρονες μουσειολογικές αντιλήψεις. Τούτο ση­μαίνει ότι πρέπει να δημιουργηθεί μουσείο που δεν θα περιορίζεται σε έκθεση αντικειμένων, αλλά στόχο θα έχει την πρόκληση μέθεξης στους επισκέπτες, σε μία πόλη που δεν έπαψε να ζει συνεχώς με την πάροδο των χρόνων και των αιώ­νων. Ας ελπίσουμε ότι πρώτα ο Δήμος Άργους θα ενστερνισθεί την ιδέα αυτή, μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κατανόησης της κοινωνικής και οικονομικής αξίας της πολιτισμικής ανάπτυξης.

1. Οι απαρχές

Ο Δημήτριος Βαρδουνιώτης, ανάμεσα στα σκόρπια άρθρα και σημειώματά του, τόσο στον αργειακό όσο και στον αθηναϊκό Τύπο, δημοσίευσε με τα αρχικά του και με την άκρα σεμνότητα που τον διέκρινε, στην εφημερίδα «Δαναΐς» του Δημ. Δεσμίνη, μικρό άρθρο με τον τίτλο «Το εν Άργει Αρχαιολογικόν Μουσείον»[3], όπου με τη γνωστή αντικειμενικότητά του εκθέτει συνοπτικά τις απαρχές της στέγασης μιας πρώτης αρχαιολογικής συλλογής στο Άργος.

Μεταξύ άλλων γράφει ο Βαρδουνιώτης:

«Αι Αργείαι αρχαιότητες ήσαν διεσπαρμένοι τήδε κακείσε, μηδενός μεριμνώντος περί αυτών μέχρι 1 Δεκεμβρίου 1878. Τότε ο αείμνηστος έφορος των αρχαιοτήτων και ευλαβέστατος και ενθουσιώδης λάτρης αυτών Πανα­γιώτης Σταματάκης συνεκέντρωσε αυτάς και υπό το κατάστημα της Δημαρ­χίας μας συνέστησε και ετακτοποίησε πρώτος το αρχαιολογικόν της πόλεως ημών Μουσείον. Περιέλαβε δε τούτο 526 τεμάχια αρχαίων εκ του Ηραίου και του Άργους προ πάντων, μεταξύ των οποίων ήσαν και τινα πολλού λόγου άξια.

 Έκτοτε το Μουσείον μας εξηκολούθει πλουτιζόμενον εκ διαφόρων εκά­στοτε αρχαίων, τα πλείονα των οποίων προήλθον εκ των ανασκαφών της Λυκώνης, του θεάτρου, του λόφου της Ασπίδος κλπ.

 Η φύλαξις του Μουσείου αυτού ήτο ανατεθειμένη αρχήθεν εις τον εκάστο­τε κλητήρα της δημαρχίας. Και είχε μεν διορισθή δημοτικός τις Έφορος του Μουσείου υπό του δημοτικού συμβουλίου και του δημάρχου, αλλ’ ο διορισμός ούτος ήτο μάλλον τιμητικός τίτλος, κενός πάσης εξουσίας και ενεργείας, σχεδόν ΙΝ ΡΑRTIBUS μέχρι Σεπτεμβρίου 1899, ότε ο δημοτικός αυτός έφο­ρος παρητήθη.

 Τούτου ένεκα και διευκολύνθησαν απώλειαί τίνες των εν τω Μουσείω αυτώ αρχαιοτήτων. Κατά δε τον Αύγουστον του 1900 εγένετο σοβαρά κλοπή τοιούτων, αίτινες όμως μετ’ ου πολύ ανεκαλύφθησαν σχεδόν πάσαι.

Κατά την εποχήν εκείνην αφίκοντο ένεκα της ως άνω κλοπής εξ Αθηνών οι κ.κ. Καββαδίας και Τσούντας οίτινες και έλαβον μετά του κ. Νομάρχου Αργολίδος μέτρα διασώσεως των καλλιτέρων αρχαιοτήτων, αφού δεν ήσαν ασφαλείς εν τω Μουσείω μας, ως υπέδειξεν η κλοπή. Μόλις δε τον Οκτώβριον 1901 το Υπουργείον της Παιδείας διώρισε τακτικόν επιμελητήν των εν Άργει αρχαιοτήτων, όστις και μεριμνά και εργάζε­ται όσον δύναται διά το εν λόγω Μουσείον μας.

Λέγω όσον δύναται, διότι το Μουσείον έχει ήδη πλείστας αρχαιότητας σωρευθείσας πολλάς εν μια μόνη αιθούση. Και είναι απόλυτος ανάγκη, ει μη νέου ειδικού οικοδομήματος, τουλάχιστον μιας έτι αιθούσης και ερμαρίων προς αραίωσιν, τακτοποίησιν και νέαν απογραφήν και απαρίθμησιν των αρ­χαιοτήτων. Ο δήμαρχος Αργείων κ. Α. Καρατζάς, μεθ’ ου αρκετά περί τούτου συνωμιλήσαμεν, υπεσχέθη φιλοτιμίας την παραχώρησιν της δευτέρας αιθού­σης, ήτις παράκειται τη πρώτη».

Τελειώνοντας το άρθρο του, ο Δημ. Βαρδουνιώτης καταλήγει ότι πρέπει να γίνουν επισκευές για την ανάδειξη του μουσείου, ότι ο Δήμος δεν έχει τα οικονομικά μέσα και ότι είναι ανάγκη να συνεισφέρει και το κράτος. Διαπιστώνει ότι το μου­σείο είναι γεμάτο σκόνη και απεριποίητο και ότι αν οι αρμόδιοι ευνοούν να το εγκαταλείψουν στην κατάσταση αυτή, είναι καλύτερα να το διαλύσουν και να μεταφέρουν αλλού τις αρχαιότητες. Πράγμα που προφανώς έγινε το 1900. Ως προς τον έφορο – επιμελητή αρχαιοτήτων του μουσείου, εντοπίζουμε σε δημοσιεύματα της εποχής [4] ότι το λειτούργημα αυτό είχε αναλάβει ακριβώς ο Δημ. Βαρδουνιώτης. Τα στοιχεία που παρέχει ο Δημ. Βαρδουνιώτης είναι δυνατό να διασταυρωθούν επωφελώς με όσα παραθέτει στο άρθρο που μνημονεύσαμε προηγουμένως, η Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα», και προφανώς τα μεταφέρει από το Δελτίον της Εν Αθή­ναις Αρχαιολογικής Εταιρείας.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Σύμφωνα με αυτά, η περισυλλογή και έκθεση αρχαιοτήτων στο Άργος έγινε το 1872, αναφέροντας ότι στη Γεν. Συνέλευση της Εταιρείας της 18ης Ιουνίου, ο Γεν. Γραμματέας της δήλωσε ότι αποφασίσθηκε για πρώτη φορά η επιθεώρηση όλων των αρχαιοτήτων του κράτους, μάλιστα στις επαρχίες, που προέρχονταν «εξ αγροικίας τινός ή πλεονεξίας, ηύξανον δ’ επιφόβως οσημέραι, ένεκα της ακηδίας των κατά τόπους αρχών». Και επειδή κανένα από τα τότε μέλη της Εταιρείας δεν μπορούσε να απουσιά­σει από τα καθήκοντά του στην Αθήνα, επιφορτίσθηκαν άλλα κατάλληλα πρόσω­πα, και συγκεκριμένα ο σχολάρχης της Ερμούπολης Α. Βλαστός και ο βοηθός του «αρχαιολογικού γραφείου» του Υπουργείου Παιδείας Παν. Σταματάκης.

Τον Ιούλιο του 1871 ο Α. Βλαστός επισκέφθηκε και το Άργος και τακτοποίησε την συλλογή των αρχαίων. Το 1878 – και εδώ επιβεβαιώνεται εν μέρει ο Βαρδου­νιώτης- ο Π. Σταματάκης, που είναι πλέον έφορος αρχαιοτήτων στο Υπουργείο, κατεβαίνει στο Άργος, συγκεντρώνει αρχαία που ήταν διασκορπισμένα στην πόλη και τα περίχωρά της και τα μεταφέρει στην «δημοτικήν συλλογήν».

Στο μεταξύ είχαν αρχίσει στις Μυκήνες οι ανασκαφές του Ερρίκου Σλήμαν και η Αργολίδα βρέθηκε στο προσκήνιο ευρωπαϊκού, πια, ενδιαφέροντος. Όμως από το 1831 εί­χαν γίνει περιορισμένες ανασκαφές στην αργολική πεδιάδα, μάλιστα στο Ηραίον, από τον γνωστό μας Τόμας Γκόρντον, που τότε ήταν επικεφαλής του ελληνικού στρατού και είχε κτίσει το σπίτι του στο Άργος (σήμερα έδρα της Γαλλικής Αρ­χαιολογικής Σχολής στην πόλη) από το 1829.

Η αρχαιολογική συλλογή του Άργους είναι, όμως, πλέον βέβαιο, μετά τη γνω­στοποίηση της διατριβής του Michel Seve [5], ότι είχε σχηματισθεί τουλάχιστον από τα μέσα του 19ου αιώνα και στεγασθεί από τότε ήδη στο υπόγειο του κτιρίου της Δημαρχίας [6]. Αυτό μαρτυρείται κατά πρώτο στην επίσκεψη του Ερνέστ Μπρε­τόν, το 1859 στο Άργος: «μια από τις αίθουσες της Δημαρχίας περιέχει μικρό μουσείο αγγείων, γλυπτών και διαφόρων αποσπασμάτων, που συνελέγησαν στις ανασκαφές».

Έπειτα, κατά την επίσκεψη του Σαρλ Σωμπ, το 1862 («Επισκέφθηκα στο κτί­ριο της κοινότητας, ένα μικρό δωμάτιο, γεμάτο από αρχαία υπολείμματα, όμως δεν είδα τίποτε το εντυπωσιακό»!). Συνεχίζοντας, όμως, με τους ταξιδιώτες που περνούν από το Άργος, σύμφωνα με την μαρτυρία του Εμίλ Ιζαμπέρ, το 1873, διαβάζουμε ότι:

«… μερικά ενδιαφέροντα υπολείμματα της αρχαιότητας είναι ακόμα διά­σπαρτα στη σύγχρονη πόλη, ανάμεσα στα άλλα και στο σπίτι του στρατηγού Τσώκρη, ένα ανάγλυφο που απεικονίζει την περίφημη ποιήτρια Τελέσιλλα» (sic από την πλευρά μας). «Στα κτίρια της δημαρχίας βρίσκεται μικρό μου­σείο το οποίο περιλαμβάνει ορισμένες επιγραφές, κυρίως όμως άξια προσο­χής είναι αποσπάσματα γλυπτικής της μετώπης του Ηραίου, έργα της σχολής του Πολυκλείτου που αποκαλύφθηκαν πριν ορισμένα χρόνια, στις ανασκα­φές που διευθύνονταν από τον κ. Ραγκαβή. Πρόκειται για αποσπασματικά υπολείμματα, κεφαλές, μέλη, τμήματα ενδυμάτων, που δεν δοκίμασαν διόλου να συσχετίσουν για να αναστηλώσουν τις μορφές. Όμως αυτά τα υπολείμματα, άκρως ενδιαφέροντα για την ιστορία της τέ­χνης, έχουν τέτοιαν ομορφιά ύφους, ώστε μπορούν να ανταγωνιστούν τα γλυπτά του Παρθενώνα».

Ο Γερμανός Φον Φραντς Πετί επισκέπτεται το Άργος το 1878, τότε που πιθανόν ο Σταματάκης έχει ήδη συνθέσει την αρχαιολογική συλλογή της πόλης. Αναφέρει ότι «το Άργος κατέχει, έτσι, μερικούς θησαυρούς της τέχνης της γλυπτικής, που αποκα­λύφθηκαν πρόσφατα και σχηματίζουν την αρχή μιας συλλογής. Μέχρι να αποκτήσει η πόλη ένα μουσείο, οι θησαυροί αυτοί διατηρούνται στο κτίριο του δικαστηρίου». Η μαρτυρία αυτή υποδεικνύει ότι στο κτίριο του Δημαρχείου είχε ξαναβρεί στέγη και η πρώτη λειτουργία του, του 1831, ως δικαστικού καταστήματος, παράλληλα με τη στέγαση της δημοτικής Αρχής. Ο Πετί συνεχίζει με το ότι ένας δημοτικός υπάλ­ληλος τον συνόδευσε:

«… σε ένα γραφείο προς τα πίσω, όπου διατηρούνται οι θησαυροί. Σε μια γωνιά έσκυβε μελαγχολικά ένα αντίγραφο της Αφροδίτης της Μήλου. Το α­ντίγραφο είναι αρκετά ασήμαντο, μόνο που το άγαλμα, με ύψος ενάμισο πό­δι, έχασε το κεφάλι του στο πέρασμα του χρόνου. Στο πλάι, μια ορθογώνια πλάκα με ανάγλυφη γυναικεία κεφαλή. Η έκφραση του προσώπου είναι ενερ­γητική, το μέτωπο είναι ισχυρό, τα μάτια ορθάνοιχτα, στα πλάγια βρίσκονται δύο φίδια, στραμμένα στην αρχή προς τα πάνω και έπειτα προς τα κάτω(…). Άλλη πλάκα παρουσιάζει ένα νεαρό σε άλογο, κι αυτόν σε ανάγλυφο και προ­φανώς καλής εποχής. Άλλα αποσπάσματα και πολυάριθμα κεραμικά και μπρούτζινα έχουν τοποθετηθεί σε ψηλές ντουλάπες, ανάμεσα σε σκονισμένα αρχεία. Στην αυλή του κτιρίου υπήρχαν πολλά κομμάτια κιόνων και επιστυλίων, που κατά το μεγαλύτερο μέρος τους προέρχονται από το Ηραίον».

 

Την ίδια χρονιά επισκέπτεται το Άργος ο Ζοζέφ Ρενάκ και γράφει ότι «θα επισκε­φθούμε ένα μικρό μουσείο αρχαίων αποσπασμάτων, που αποκαλύφθηκαν στο Η­ραίον και συγκεντρώθηκαν στη Δημαρχία (σημείωση: «μου γράφουν από την Αθή­να ότι η πλατεία του Δημαρχείου του Άργους μόλις πήρε το όνομα πλατεία Γαμ­βέτα – Μάρτιος 1879» χρονολογία έκδοσης του βιβλίου του Ρενάκ):

Όταν μπήκαμε, το δημοτικό συμβούλιο συνεδρίαζε, με πουκάμισα, γύρω από ένα τραπέζι κουζίνας. Βλέποντάς μας, αυτοί οι ταπεινοί διάδοχοι των Ατρειδών, σηκώθηκαν και με χάρη μας παρουσίασαν την αξία του μουσείου τους. Εντυπωσιάστηκα ζωηρά από ένα μικρό μαρμάρινο άγαλμα, που η στά­ση του είναι ίδια με της Αφροδίτης της Μήλου, λίγο πιο όρθιο(…).

Αργότερα, το 1886, ο Άγγλος Τζον Ήντουιν Σάντυς, γράφει ότι επισκέφθηκε πρώ­τα «το μουσείο, ένα δωμάτιο στο ισόγειο της Δημαρχίας, στο ίδιο κτίριο με το τοπι­κό σχολείο. Ο δάσκαλος ξεκλείδωσε την πόρτα» και είδε πολυάριθμα αποσπάσμα­τα γλυπτικής, κυρίως από το Ηραίον. Επισημαίνει και αυτός το μικρό άγαλμα που μοιάζει με την Αφροδίτη της Μήλου και ένα άλλο που αναπαριστά νύμφη, όπως και πολλές επιγραφές.

Τέλος, το 1896, οι μαρτυρίες δύο άλλων ταξιδιωτών μας οδηγούν και πάλι στην αρχαιολογική συλλογή του μουσείου. Ο Γκυστάβ Λαρουμέ γράφει ότι «στο Δημαρχείο υπάρχουν ορισμένα όμορφα θραύσματα γλυπτικής, που σχηματίζουν μικρό μουσείο», ενώ ο αββάς Ε. Λε Καμύ, αφού πρώτα ταυτίζει τη σημερινή πλατεία του Αγίου Πέτρου, με τον νεόκτιστο τότε ομώνυμο ναό, με την … αρχαία αγορά του Άργους (ακόμα δεν είχε ανασκαφεί η πραγματική θέση της), αναφέρει ότι «το μουσείο, σε μία από τις αίθουσες της Δημαρχίας, είναι μέτριου ενδιαφέροντος», τα περισσότερα εκτιθέμενα ευρήματα προέρχονται από το Ηραίον.

«Τα αποσπάσμα­τα που συνελέγησαν θα έπρεπε να μας δώσουν μία ιδέα για τους δύο μεγάλους καλ­λιτέχνες που συνέδεσαν το όνομά τους με αυτό το αριστούργημα (σημ. τον ναό της Ήρας). Δυστυχώς αυτό δεν συμβαίνει. Αυτά τα αποσυνδεμένα υπολείμματα, κεφα­λές, μέλη, επιτάφιοι λίθοι, μετόπες, επιγραφές, όλα θλιβερά κομματιασμένα, δεν λέ­νε σπουδαία πράγματα» (….). «Και αφού ξαναβρήκαν ένα ανάγλυφο που αναπαρι­στά την Τελέσιλλα (sic, από την πλευρά μας, φαίνεται ότι ήδη είχε εμπεδωθεί ο σχε­τικός μύθος), την ποιήτρια και πατριώτισσα που υπήρξε από τις δόξες του Άργους, γιατί δεν βρίσκεται εδώ; Ένας πλούσιος ιδιοκτήτης της πόλης το κράτησε και το φυλάει στο σπίτι του, μαζί με άλλα πολύτιμα αντικείμενα».

Πριν κλείσουμε αυτή την ενότητα, μεταφέρουμε εδώ μία περίεργη σημείωση του Γιάννη Βλαχογιάννη από το αρχείο του[7], μεταφορά από φύλλο της εφημερί­δας «Εφημερίς», σύμφωνα με την οποία το 1854 οι Μπούρσιαν και Ραγκαβής έσκαψαν στο Ηραίο και βρήκαν «χιλιάδες κουκλών και άλλας αρχαιότητας, αίτινες εξετέθησαν εν τω δημαρχιακώ καταστήματι Άργους. Εκ τούτων σήμερον ου­δεμία υπάρχει, άπασαι δ’ απωλέσθησαν». Τη σημείωσή του έχει τιτλοφορήσει «Αρχαιοκαπηλεία εν Άργει».

Στο Ημερολόγιον του Σκόκου, δώδεκα χρόνια αργότερα [8], μεταφέρεται από­σπασμα από έργο του Εδουάρδου Έγγελ, στο οποίο αναφέρεται ότι το «μουσείον εύρηται έν τινι πενιχρά οικοδομή» και ότι «αξιόλογος κατάλογος των εν αυτώ, εκ­πονηθείς υπό του εν Βερολίνω πρέσβεως Αλ. Ραγκαβή» βρίσκεται στο μουσείο, τέλος δε ότι οι Αργίτες δεν κρατούν όσα αρχαία βρίσκουν, αλλά τα παραδίδουν στο μουσείο.

Οι πληροφορίες αυτές είναι πάρα πολύ ενδιαφέρουσες, όπως θα δού­με στη συνέχεια, μάλιστα για την ύπαρξη καταλόγου, ο οποίος στα 1911, όταν γράφει ο Βαρδουνιώτης, προφανώς είχε πια υπερκερασθεί από το πλήθος των νέ­ων ευρημάτων, ιδίως μετά τις ανασκαφές στο Άργος.

Για «μουσείο ενός δωματί­ου» κάνει λόγο και η Ίζαμπελ Άρμστρονγκ, σύμφωνα με σχετικά πρόσφατη δημο­σίευση αποσπάσματος βιβλίου της σε τοπικό περιοδικό [9]. Τέλος, ως προς τη φύλαξη του μουσείου είναι χαρακτηριστικό, μικρό σημεί­ωμα τοπικής εφημερίδας, σύμφωνα με το οποίο, όταν ο τότε ανασκαφέας του Η­ραίου Βαλστάιν επισκέφθηκε το μουσείο, διαπίστωσε ότι έλειπαν αγγεία που είχε δει σε προηγούμενη επίσκεψη του κι όταν ρώτησε τον «επιστάτη» τι απέγιναν, αυτός απάντησε ότι ξένοι επισκέπτες «χάριν φαίνεται ενθυμήσεως λαμβάνουσιν από ταύτα»! Και η εφημερίδα προσθέτει ειρωνικά ότι «Ημείς νομίζομεν ότι δεν πρέπει να γίνηται λόγος περί αυτών, διότι είναι μικρά αντικείμενα ανάξια φυλάξε­ως!!!» (εφημ. «Αγαμέμνων», 10-4-1854).

2. Στις αρχές του 20ού αιώνα

Η κλοπή που σημειώθηκε στην αρχαιολογική συλλογή του Άργους, η οποία, από όσα εκθέσαμε ήδη, φαίνεται ότι δεν είχε τύχει ιδιαίτερης φροντίδας και φύλαξης, μετά την οργάνωσή της από τον Π. Σταματάκη και την σύνταξη καταλόγου από τον Ραγκαβή, σφράγισε την τύχη της κατά το πέρασμα στον 20ό αιώνα. Σε εφημερίδες της εποχής η κατάσταση παρουσιάζεται με αρκετά ανάγλυφο τρόπο. Δημο­σιεύεται η είδηση, στα μέσα του 1901 [10], ότι η συλλογή πρόκειται να μεταφερθεί στο Ναύπλιο, είδηση που συνοδεύεται από σχόλιο ότι «Δεν μας αφήκαν τίποτε. Μας έχουν διαγράψει όλους (οι) επάνω. Μας αφήρεσαν όλα τα οποία είχομεν. Μας αφήκαν έρημον τον στρατώνα. Μας κοροϊδεύουν όλους.

» Και αφού τίποτε, τίποτε δεν έχομε, μας αφαιρούν και το Μουσείον μας. Σημείον ότι στο μέλλον θα βάλουν φωτιά να μας κάψουν. Ο άμοιρος αυτός και άτυχος τόπος είναι διαγεγραμμένος από τους αρμοδίους.»

 

Βεβαίως, παρόμοια σχόλια δεν έπαψαν να δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο του Άργους, όχι μόνο για το μουσείο αλλά και για πλείστα όσα θέματα της πόλης. Η εποχή του Δημάρχου Σπ. Καλμούχου, που προίκισε την πόλη με την νεοκλασι­κή αγορά, το κτίριο παράπλευρα του Δημαρχείου, και με την ίδια την αναμόρφω­ση του δημαρχιακού κτιρίου (αρχιτέκτονάς τους ο από τους σημαντικούς αρχιτέ­κτονες της εποχής Π. Καραθανασόπουλος, 1889-1890), είχε παρέλθει. Και η νοο­τροπία ότι οι άλλοι «φταίνε για το κατάντημα του Άργους», όμως ουδείς από τους τοπικούς αρμοδίους και «φυσικά» κανένας από τους κατοίκους του, μία νοοτροπία που δεν έχει εξαφανιστεί ούτε στις μέρες μας, διαπιστώνεται πως έχει βαθιές τις ρίζες της. Αντίστοιχή της είναι εκείνη για τη «διεθνή συνωμοσία» κατά της Ελλά­δας και των Ελλήνων, πλήρως ανεύθυνων και αθώων κατ’ αυτήν…

Πέντε μήνες αργότερα, από την ίδια εφημερίδα [11] πληροφορούμαστε ότι το μου­σείο είχε κλειστεί περίπου προ μιας διετίας, λόγω της κλοπής τριών αγαλμάτων. Οι δράστες της κλοπής, μη κατονομαζόμενοι και προσδιοριζόμενοι, είχαν ανακαλυφθεί και τιμωρηθεί (δεν αναφέρεται η τύχη των ίδιων των αγαλμάτων, ούτε ποια ακριβώς ήταν), όμως η σχετική ανάκριση που δεν είχε ολοκληρωθεί κρατούσε το μουσείο κλειστό. Και γίνεται έκκληση προς τον δήμαρχο να φροντίσει να ξανανοίξει το μου­σείο, ώστε να μη μειώνεται η υπόληψη της πόλης έναντι των ξένων.

Λίγες μέρες αργότερα [12] δίδεται η είδηση ότι εισαγγελέας είχε ζητήσει από το Υπουργείο Παιδείας να ορίσει έφορο, που να παρευρίσκεται κατά τη στιγμή της «αποσφράγισης» της αρχαιολογικής συλλογής, αλλά και το ότι ο μόνος έφορος του μουσείου που υπήρχε είχε παραιτηθεί προ καιρού και κανένας δεν είχε ζητή­σει την αντικατάστασή του.

Όμως λίγους μήνες αργότερα το Υπουργείο διόρισε «Επιμελητήν των εν Αργεί αρχαιοτήτων» τον Δημ. Βαρδουνιώτη, ενώ πλέον κατο­νομάζεται ο δεύτερος από τους αρχαιοκάπηλους, ο σιδηρουργός Π. Λιμνιάτης, που καταδικάσθηκε στο Ναύπλιο σε 8 μήνες φυλακή [13]. Το μουσείο συνέχισε να παραμένει κλειστό [14], αλλά τον Ιούλιο 1902 ο δήμαρχος Εμμ. Ρούσσος είχε λάβει πρόνοια για επισκευή της αίθουσας και προστασία των παραθύρων της με σιδερένια κιγκλιδώματα. Η εφημερίδα που αναφέρει την είδη­ση [15], συντασσόμενη από τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη, δίνει επίσης τις πληροφορίες ότι κατατέθηκαν και άλλες αρχαιότητες στη συλλογή και ότι ο ίδιος ο Βαρδουνιώτης, με ένταλμα Ειρηνοδίκη, κατέσχε στην οικία του Θ. Κοντογιάννη και μετέφερε στη συλ­λογή δύο ανάγλυφα, πήλινα ειδώλια, αγγεία και αρχαία νομίσματα.

Άλλα μεγάλα αγγεία είχαν κατασχεθεί «εις χείρας γυναικός τινος». Ο Βαρδου­νιώτης είχε αρχίσει την ειδολογική τακτοποίηση των αντικειμένων, για τα μικρά από τα οποία είχε παραγγείλει μεγάλες ντουλάπες. Μετά την τακτοποίηση θα ακο­λουθούσε γενική απογραφή και ακριβής κατάλογος, εκφραζόταν δε η ελπίδα ότι έτσι το μουσείο θα γινόταν ένα από τα καλύτερα επαρχιακά.

Εννέα χρόνια αργότερα, δηλαδή το έτος που ο Βαρδουνιώτης δημοσιεύει στη «Δανάϊδα» το εμπεριστατωμένο άρθρο του, σε άλλη τοπική εφημερίδα [16]δημοσιεύεται πολύ σημαντικό σχόλιο, που περιγράφει την κατάσταση στο μουσείο:

… Κανένας δε ζητεί να το επισκεφθεί, επειδή όλα τα αξιόλογα αντικείμενά του είχαν μεταφερθεί στην Αθήνα, ώστε οι εκεί αρχαιολόγοι να τα μελετή­σουν. Μόνο θραύσματα αγγείων και αρχαίες επιγραφές είχαν παραμείνει σε αυτό, πράγμα που συνεχιζόταν και το επόμενο έτος[17], παρά τη δεύτερη περίο­δο των ανασκαφών του Φόλγκραφ. Γι’ αυτό και η εφημερίδα τόνιζε ότι καλύ­τερα να έκλεινε το μουσείο, που κατελάμβανε «ασκόπως» μια αίθουσα του Δημαρχείου, ή να «πλουτισθεί και να γίνει τέλειον», με την επιστροφή και των αντικειμένων που παρέμεναν στην Αθήνα. Ανάλογα τονίζονται και το επόμενο έτος[18], ενώ το 1915 κρούεται ο κώδωνας του κινδύνου ότι αν το μουσείο δεν μεταφερθεί σύντομα σε καταλληλότερη αίθουσα, θα μεταφερ­θούν τα αντικείμενα στο μουσείο του Ναυπλίου. Λίγες μέρες νωρίτερα ο Επό­πτης Αρχαιοτήτων στην Αργολιδοκορινθία Φιλαδελφεύς είχε επιθεωρήσει το μουσείο και «απεκόμισεν» κακές εντυπώσεις, κυρίως για το ότι οι αρχαιότη­τες ήταν τοποθετημένες σε εντελώς ακατάλληλο χώρο του Δημαρχείου[19].

Βρισκόμαστε πλέον στην περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και σε όσα τον ακολούθησαν. Διχασμός, εκστρατεία στη Μ. Ασία, Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ σε τοπικό επίπεδο παύει να εκδίδεται κάθε τοπική εφημερίδα. Μόνον ενδελε­χής έρευνα στα δημοσιεύματα της Αρχαιολογικής Εταιρείας και στα τυχόν διασωζόμενα αρχεία του Υπουργείου Παιδείας ενδεχομένως θα μπορούσε να μας παρά­σχει στοιχεία για την αρχαιολογική συλλογή του Άργους μέχρι τον προχωρημένο Μεσοπόλεμο.

3. Η περίοδος του Μεσοπολέμου

Στις εφημερίδες του Άργους που αρχίζουν να εκδίδονται μετά το 1925 εντοπίζου­με ότι η αρχαιολογική συλλογή συνεχίζει να στεγάζεται στο ισόγειο του Δημαρ­χείου και ότι μεταφέρεται σε αίθουσα του παράπλευρου κτιρίου, επί της σημερι­νής οδού Βασ. Σοφίας (όπου σήμερα στεγάζονται υπηρεσίες του Δήμου), που τότε στέγαζε το Ελληνικό Σχολείο[20].

Κομβικό, όμως, για την ίδρυση μουσείου στο Άργος είναι το έτος 1931, οπότε με Υπουργό Παιδείας τον Γεώργιο Παπανδρέου σχεδιάζεται και αρχίζει να υλο­ποιείται εντατικά κτιριακό πρόγραμμα για την ανέγερση ολόκληρης σειράς νέων σχολικών κτιρίων. Έτσι, δίδεται η πληροφορία ότι διάταγμα του Υπουργείου Παιδείας πρόβλεψε την ίδρυση μουσείου στο Άργος[21], ενώ ο τότε δήμαρχος Κ. Μπόμπος φαίνεται να πέτυχε την χορήγηση πίστωσης 600.000 δραχμών από το ίδιο Υπουργείο, για την ίδρυση του μουσείου στην οικία Καλλέργη[22].

Οικία στρατηγού Δημήτρη Καλλέργη 1932.

Σε λίγες μέρες, ειδική επιτροπή για το μουσείο Άργους, υπό την προεδρία του Νομάρχη Παπαδάμ και μέλη την Έφο­ρο Αρχαιοτήτων Σέμνη Καρούζου (που μέχρι το τέλος της ζωής της δεν έπαψε να ενδιαφέρεται για το Άργος), τον πρόεδρο του Ιατρικού Συλλόγου Αρ. Παιδάκη και τον γυμνασιάρχη (μόνιμα μέλη), και με αιρετά μέλη τους Γεώργιο Μέντζο, Γ. Κωνσταντόπουλο και Ανδρέα Καρατζά, επισκέφθηκε την οικία Καλλέργη και γνω­μάτευσε πως είναι κατάλληλη για να στεγάσει το μουσείο[23].

Σέμνη Καρούζου

Δύο χρόνια αργότερα, κι όταν έχουν μεσολαβήσει οι γνωστές ανώμαλες πολιτι­κές εξελίξεις, με στρατιωτικά κινήματα κλπ., δεν έχει σημειωθεί καμία εξέλιξη στο ζήτημα του μουσείου, ενώ τοπική νέα εφημερίδα [24], υπό τον εύγλωττο τίτλο «Υπάρ­χει Μουσείον διεκτραγωδεί την υπάρχουσα κατάσταση και ζητά να τακτοποιη­θούν οι αρχαιότητες στην αίθουσα όπου έχουν μεταφερθεί, να καθορισθούν ώρες για την επίσκεψή της και να τοποθετηθεί πινακίδα που να δείχνει πού βρίσκεται… Η ίδια εφημερίδα, και μέχρι να πάψει την έκδοσή της με τον Β’ Παγκόσμιο Πό­λεμο, δεν παύει να δημοσιεύει άρθρα για την επιτέλους ίδρυση μουσείου στο Άρ­γος [25]. Από άρθρο της του 1935 μαθαίνουμε ότι στο Υπουργείο Παιδείας υπήρχαν «δύο σχέδια», από τα οποία το ένα αφορούσε τη μετατροπή της οικίας Καλλέργη και το δεύτερο την οικοδόμηση νέου κτιρίου (λύση που πρόκρινε και η ίδια).

Αργότερα, το 1936, πληροφορεί ότι από τον Δεκέμβριο του 1933 ο Δήμος Άργους είχε λάβει απόφαση, και την γνωστοποίησε στο Υπουργείο, ότι δώριζε οικόπεδο κοντά στο κτίριο Καλλέργη, όπου θα μπορούσε να ανεγερθεί «μεγαλοπρεπές κτίριον», με δα­πάνη και του Υπουργείου Συγκοινωνιών, «εις το ισόγειον του οποίου θα εστεγάζετο το Μουσείον και εις τους άνω ορόφους αι υπηρεσίαι 3Τ» (ταχυδρομείο, τηλεγραφείο, τηλεφωνείο).

Από τότε είχε αρχίσει η εκτόξευση «φαεινών» κτιριακών ιδεών, που μέχρι σήμερα δεν παύουν να εκτοξεύονται, υπό νέες βεβαίως μορφές, ταλανί­ζουν το Άργος, προκαλούν διαρκείς αναβολές στην εκπόνηση οιασδήποτε ορθολο­γικής πρότασης για χρήση σημαντικών κτιρίων και, σε τελευταία ανάλυση, προκα­λούν θυμηδία και ειρωνικά σχόλια για το πολιτισμικό επίπεδο της πόλης… Σε άλλα σχόλια της ίδιας της εφημερίδας, επί δικτατορίας Μεταξά, το 1938, δημοσιεύονται οι πληροφορίες ότι το κονδύλι του Υπουργείου Παιδείας για το μουσείο δύο φορές είχε εγγραφεί στους ετήσιους προϋπολογισμούς του και δύο φορές είχε διαγραφεί, διότι… δεν υπήρχε νόμος για την ανέγερση μουσείων, παρά μόνο για επισκευές ή συμπληρώσεις τους (sic). Γι ‘ αυτό και το δημοτικό συμβούλιο αποφάσισε να δωρίσει το ίδιο το κτίριο Καλλέργη, πράγματι προέβη στη δωρεά, αλλά κεντρικά κρίθηκε ακατάλληλο για τον σκοπό αυτό. Ο Δήμος Άργους φαίνεται ότι συνεχίζει αμέθοδες προσπάθειες, που τελικά αποδεικνύονται πλήρως ατελέσφορες, όπως και εκείνη, την ίδια εποχή, για ίδρυση Πνευματικού Κέντρου στην πόλη.

4. Η αρχαιολογική συλλογή κατά την Κατοχή

 

Ισόγειο

Σε αχρονολόγητο τμήμα επίσημης έκθεσης του ελληνικού κράτους, όπου καταγρά­φονται οι καταστροφές που προκάλεσαν στη χώρα οι Αρχές Κατοχής (σχετικά εκδόθηκε στα αγγλικά και «Μαύρη Βίβλος», σε μεγάλο σχήμα), περιλαμβάνεται και μνεία για το ότι κατά την περίοδο αυτή κλάπηκαν ευρήματα τα οποία απόκεινταν στο μουσείο Άργους. Η αρχαιολογική συλλογή είχε επανέλθει στο ισόγειο του Δημαρ­χείου, είχε εμπλουτισθεί με ευρήματα των νέων ανασκαφών Φόλγκραφ, κατά τη δεκαετία του 1930 [26], αλλά παραμένει εντελώς άγνωστο αν είχε συνταχθεί νέος κα­τάλογος των αποκειμένων αντικειμένων ή, επιτέλους, αν είχε ενημερωθεί ο παλαιός, που σίγουρα υφίστατο από την εποχή των Σταματάκη – Ραγκαβή – Βαρδουνιώτη.

Έτσι, παραμένει στο σκοτάδι τι ακριβώς αφαιρέθηκε από την συλλογή αυτή, αν εντοπίστηκαν μεταπολεμικά, στις πρώην χώρες Κατοχής της χώρας μας, αντι­κείμενα ή έστω στοιχεία για τα αφαιρεθέντα αντικείμενα, όπως και αν και πώς και με ποιο αποτέλεσμα τυχόν διεκδικήθηκαν από τις ελληνικές Αρχές. Κυκλοφόρη­σαν, βεβαίως, και εξακολουθούν να κυκλοφορούν ακόμα στην πόλη, ιδιαίτερα μεταξύ των παλαιοτέρων, «πληροφορίες» για κλοπές και για κλοπείς Γερμανούς και Ιταλούς, αλλά χωρίς τίποτε το συγκεκριμένο.

Τέλος, δεν έχει ποτέ διευκρινισθεί πόσα και ποια, τελικά, αντικείμενα της αρ­χαιολογικής συλλογής όδευσαν προς το Αρχαιολογικό Μουσείο Αθηνών και αν, ποια και πότε τυχόν «επέστρεψαν» στο Άργος. Αλλά και δεν έχω πληροφόρηση αν εκείνα τα αντικείμενα που εντοπίζονται στην αρχαιολογική συλλογή κατά τον 19ο αιώνα, από ξένους ταξιδιώτες, βρίσκονται σήμερα στο μουσείο.

Ισόγειο, ευρήματα Λέρνας.

5. Η μεταπολεμική ίδρυση του μουσείου (και η συνέχεια)

 

Με την επανέκδοση της εφημερίδας «Ασπίς», υπό την αποκλειστική διεύθυνση πια του τυπογράφου I. Ψωμαδάκη, επαναλαμβάνεται τακτική αρθρογραφία, από το 1950, και λίγο πριν ξαναρχίσει η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή συστηματικές ανασκαφές στο Άργος, αλλά και η δική μας Αρχαιολογική Υπηρεσία τις σωστικές ανασκαφές, για την ίδρυση του αρχαιολογικού μουσείου[27].

Σε φύλλο της 16-5-1954 δημοσιεύε­ται επίσημη απάντηση του τότε Γεν. Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας Κων­σταντίνου Γεωργούλη, του γνωστού φιλολόγου, ότι καταρχήν αποφασίσθηκε να ι­δρυθεί Μουσειακή Συλλογή (sic) στο Άργος, υπό την προϋπόθεση (που όμως .. .απο­τελούσε δεδομένο, μετά την απόφαση περί δωρεάς από τον Δήμο Άργους) να εγκα­τασταθεί στο «μέγαρο Καλλέργη» και «εφόσον τούτο ήθελεν επισκευασθεί».

Τελικά η ανέγερση του νέου μουσείου αναλαμβάνεται με έξοδα του Γαλλικού κράτους, σε σχέδια του ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών Φομίν, με αξιοποίηση του κτιρίου Καλλέργη και με την ανέγερση νέας πτέρυγας, που ο Φομίν όχι μόνο πρόβλεψε ανατολικά του Καλλέργειου, αλλά τη «σφήνωσε» στην πλευρά του προς νότο. Δυστυχώς εξαφάνισε και όλες τις ιστορι­κές πλέον τοιχογραφίες στο εσωτερικό του ερειπωμένου κτιρίου, ενώ δεν πρόβλεψε την αναστήλωση του προστυλίου του, για το οποίο δεν υπήρχαν μεν τότε διαθέσιμες οι αναπαραστάσεις του, όπως του Στάντεμαν, όμως ήταν σαφέστατα ορατές οι βάσεις στήριξης των δοκών αυτού του προστυλίου, που ο Φομίν τις έχει αποτυπώ­σει, ενώ στο καποδιστριακό σχέδιο πόλης σαφώς και εμφανίζεται το προστύλιο σε κάτοψη.

Εσωτερικό πρώτου ορόφου, ελληνορωμαϊκά γλυπτά.

Θεωρώ ότι κατά τη μελλοντική ανασυγκρότηση του μουσείου Άργους, που έχει προγραμματισθεί, θα πρέπει να αποκατασταθεί η ανατολική πλευρά του «Καλλέργειου» και να απελευθερωθεί από τη «σφήνα», καθώς και ότι ο Δήμος θα πρέπει να το απαλλάξει από το βάρβαρο πρόσκτισμα, στη νότια πλευρά, που πα­λαιότερα το είχε νοικιάσει σε σιδηρουργείο και σήμερα σε φαστφουντάδικο. Η αντίληψη του μπουρδουκλώματος μουσείου – «3Τ»- και όποιας άλλης χρήσης, κολλητά στο μουσείο, είναι καιρός να πάρει τέλος.

Μέσα σε ένα χρόνο  (1956-1957) είχαν λυθεί όποια ζητήματα παρουσιάστηκαν για τη δημιουργία του μουσείου και είχε επισκευασθεί το «Καλλέργειο» [28], στο ισόγειο του οποίου εκτέθηκαν τα ευρήματα από τις ανασκαφές στη Λέρνα, από τον Τζον Κάσκυ [29], ενώ τελείωσε στις αρχές του 1959 η νέα πτέρυγα, όπου άρχισαν να τοποθετούνται προθήκες, για να μεταφερθούν οι αρχαιότητες από το ισόγειο του κτιρίου της Εμπορικής Σχολής (παλαιότερα, του Ελληνικού Σχολείου), όπου και πάλι είχαν μετακομίσει από το ισόγειο του Δημαρχείου [30].

Έτσι, στις 25 Ιουνίου 1961 έγιναν με κάθε επισημότητα τα εγκαίνια του συνό­λου συγκροτήματος του μουσείου Άργους [31]. Ανακαίνιση του Μουσείου, περιορι­σμένης έκτασης, έγινε το 1991 [32], ενώ από το 1995 άρχισαν να εμφανίζονται desiderata, δίχως όμως χωροταξική και τεχνική θεμελίωση, για δημιουργία νέου μουσείου, στον ευρύτερο χώρο της Αρχαίας Αγοράς.

Το σημερινό μουσείο είναι αλήθεια ότι έχει υπερκορεσθεί από τη συγκέντρωση αρχαιοτήτων και μία προσω­ρινή λύση για μεταφορά μέρους των αρχαιοτήτων σε αποθήκη του Δήμου Άργους παρουσιάζει πλήθος μειονεκτημάτων. Το 2005, σε θερινή επίσκεψη του στο Άρ­γος, ο τότε υφυπουργός Πολιτισμού Π. Τατούλης δήλωσε ότι «το Υπουργείο ήταν αποφασισμένο να προχωρήσει στη δημιουργία ενός νέου μεγάλου και σύγχρονου μουσείου, που θα ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των καιρών και θα διαθέτει, παράλληλα, σύγχρονους αποθηκευτικούς χώρους».

Πέντε χρόνια νωρίτερα, πάλι σε θερινή επίσκεψη, ο τότε Υπουργός Πολιτι­σμού Θ. Πάγκαλος δήλωσε ότι: «Για το μουσείο Άργους: καταλήξαμε στην απόφαση ότι πρέπει να δημιουρ­γηθεί νέο μουσείο. Ο δήμαρχος θα προτείνει τους υπάρχοντες χώρους στο νέο σχέδιο του Άργους, το κατάλληλο ακίνητο, εντός του οποίου θα ξεκινήσουμε τη διαδικασία, ελπίζοντας να γίνει έναρξη των εργασιών μέσα στην τετραετία» [33]. Τελικά, τον Απρίλιο του 2010 ανακοινώθηκε ο εκσυγχρονισμός του υπάρχοντος μουσείου και ότι το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ενέκρινε τη σχετική αρχι­τεκτονική μελέτη [34].

Στέγαστρο, οπού και τα ελληνορωμαϊκά μωσαϊκά.

6. Ως κατάληξη

Στο Άργος συγκροτείται μια πρώτη αρχαιολογική συλλογή και στεγάζεται, ίσως και πριν τα μέσα του 19ου αιώνα, σε αίθουσα του ισογείου του κτιρίου του Δημαρχείου Άργους, που κτίσθηκε το 1830 και στέγασε αρχικά το «Ανέκκλητον Δικαστήριον» του νέου ελληνικού κράτους. Υπάρχουν πολλές, αλλά όχι λεπτομερείς πληροφορίες για τα αντικείμενα του μουσείου και, πάντως, μπορούμε να παρακολουθήσουμε την εξέλιξή του μέσα στο χρόνο, μέσα από πολύτιμες πληροφορίες που δημοσιεύονται στον τοπικό Τύπο (άρθρα, σχόλια, ειδήσεις).

Οι Π. Σταματάκης και Αλ. Ραγκαβής ήταν αυτοί που κατέταξαν τα αντικείμενα της αρχαιολογικής συλλογής και συνέτα­ξαν τους πρώτους καταλόγους, ενώ ο ιστορικός του νεότερου Άργους Δημ. Βαρδουνιώτης διετέλεσε Επιμελητής-Έφορός της και μερίμνησε στη συνέχεια για τη συλ­λογή αυτή. Ήδη από την αρχή του 20ού αιώνα διαμορφώθηκε το αίτημα για δημιουργία μουσείου στην πόλη. Κατά τον Μεσοπόλεμο αναλήφθηκαν συγκεκριμένες ενέρ­γειες για τον σκοπό αυτό και γράφηκε σχετικό κονδύλι στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Παιδείας. Εσωτερικές ασυστηματοποίητες και δίχως προφανή συνέχεια ενέργειες και γνώμες, αλλά και κεντρικές ανωμαλίες εμπόδισαν την υλοποίη­ση της δημιουργίας του.

Μεταπολεμικά, με δαπάνες του Γαλλικού κράτους, συ­γκροτήθηκε το σημερινό Μουσείο Άργους, αλλά με ασύμβατες επεμβάσεις στε­γάσθηκε στο ιστορικό κτίριο του Δημ. Καλλέργη (κτίσθηκε το 1830). Σήμερα σχε­διάζεται ο εκσυγχρονισμός του, ενώ κατά τη διαρρεύσασα δεκαετία γενικές προ­τάσεις για δημιουργία νέου μουσείου και υπουργικές υποσχέσεις φαίνεται να επα­ναλαμβάνουν, με αναπάντεχο τρόπο, την «πορεία» του μουσείου κατά την περίο­δο του Μεσοπολέμου.

Αθήνα, Οκτώβριος 2010

Προσθήκη

Στις αρχές του 2012 κυκλοφόρησε το έργο της Ντόρας Βασιλικού «Το χρονικό της ανασκαφής των Μυκηνών, 1870-1878» (έκδοση της Αρχαιολογικής Εταιρείας). Στο έργο αυτό αναδεικνύεται ο σημαντικός ρόλος του αρχαιολόγου Παν. Σταματάκη και αξιοποιείται το αρχείο του, όσον αφορά τις ανασκαφές των Μυκηνών κατά τη δεκαετία του 1870. Μεταξύ άλλων δίδεται η πληροφορία ότι, το φθινόπωρο του 1878, ξεκίνησε έρευνες στο Άργος και στο Ναύπλιο, αρρώστησε βαριά από ελονοσία, η οποία και τον οδήγησε στο θάνατο το 1885 (σελ. 185, 105,81).

Αλλά και πριν το 1878 ο Σταματάκης βρισκόταν σε επαφή με το Άργος, όπως το 1873, από όπου γράφει επιστολή στον Στέφ. Κουμανούδη (σελ. 83, σημ. 193), το 1876, από όπου συντάσσει επιστολή προς τον Νομάρχη Αργολίδας και το 1877, οπότε συντάσσει άλλη επιστολή προς τον πρόεδρο της Αρχ. Εταιρείας (σελ. 204-205). Σύμφωνα με τα Πρακτικά της Αρχ. Εταιρείας (συνεδρίαση της 24-11-1876), οι Αργείοι ήθελαν να κρατήσουν τα αρχαία των Μυκηνών επί τόπου, αλλά αντέδρασε ο αντιπρόεδρός της Φιντικλής, που βρισκόταν για λίγες μέρες στις Μυκήνες, διότι στο Άργος δεν υπήρχε κατάλληλος χώρος ούτε για εναπόθεση ούτε για μελέτη (σελ. 137).

Έτσι, ενισχύονται οι πληροφορίες του Βαρδουνιώτη που δημοσιεύουμε στη μελέτη μας, ιδιαίτερα όσον αφορά την παραμονή του Σταματάκη στο Άργος και την τακτοποίηση από αυτόν της αρχαιολογικής συλλογής της πόλης, το Νοέμβριο του 1878, αλλά και την κατά καιρούς διαπιστωνόμενη έλλειψη επαρκούς χώρου για τις αρχαιότητες.

(Β.Κ.Δ, 23-2-2012)

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος, πολιτικός επιστήμων, ιστορικός

 Αργειακή Γη, Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση της Κοινωφελούς Επιχείρησης Δήμου Άργους – Μυκηνών, τεύχος 5, Μάρτιος 2012.

 Υποσημειώσεις


[1] Εκτός από τον τοπικό Τύπο της εποχής, και ο αθηναϊκός έδωσε επαρκή δημοσιότη­τα στο γεγονός, βλ. γ. π. εκτενές άρθρο της Β. Χατζημιχάλη στο «Βήμα» της 25-6-1961.

[2] Βλ. άρθρο-έρευνα του Μ. Παρασκευαΐδη στην «Καθημερινή» της 4-7-59. Για την ιστορία του κτιρίου του Δημ. Καλλέργη, βλ. σειρά άρθρων μου στο περιοδικό «Αρχαιολο­γία», τεύχη 36 (Σεπτ. 1990), 38 (Μάρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000). Βασίστηκαν στην απο­δελτίωση του τοπικού Τύπου, σε υλικό αρχείων και σε εικονογράφηση εποχής. Αναδημο­σιεύουμε εδώ τμήμα του εικονογραφικού αυτού υλικού.

[3]«Δαναΐς», φύλλο της 18-11-1911, με υπογραφή «Εν Άργει, Δ.Κ.Β.». Έχουμε συγκε­ντρώσει και κατατάξει δεκάδες άρθρων του Βαρδουνιώτη, θα μπορούσαν δε να εκδοθούν μόνο τα ιστορικά του, με τη σχετική εργογραφία του, βιβλιογραφία κλπ.

[4]Βλ. σ.χ. εφημερίδα «Άργος» φ. II, 1-1-1903, σελ. 4.

[5] Διατριβή 3ου Κύκλου στο Πανεπιστήμιο 10 του Παρισιού (Ναντέρ), υπό τη διεύθυν­ση του Ρενέ Ζινουβές, 1979, υπό τον τίτλο (μετάφραση) «Μαρτυρίες ταξιδιωτών και καλ­λιτεχνών για την πόλη και τις αρχαιότητες του Άργους, 16ος -19ος αιώνας». Το έργο αυτό, επεξεργασμένο από τον συγγραφέα, πρόκειται να εκδοθεί προσεχώς στα ελληνικά.

[6] Για την ιστορία του κτιρίου της Δημαρχίας βλ. στο περιοδικό «Αρχαιολογία» τη μελέτη μου «Το «Δημόσιον Κατάστημα», σήμερα συγκρότημα όπου το Δημαρχείο Άρ­γους», τχ. 30 (Μάρτ. 1989) και 31 (Ιούν. 1989). Δυστυχώς, από τεχνικό λάθος, έχει γίνει αντιμετάθεση παραγράφων στην αρχή του κειμένου, την οποία ο αναγνώστης πρέπει να λάβει υπόψη για την ομαλή ανάγνωσή του.

[7] ΓΑΚ/Βλαχ./κουτί 60. από το φύλλο της εφημερίδας «Εφημερίς», της 25-11-1876.

[8]«Ημερολόγιον» Σκόκου, 1888, σελ. 68.

[9] «Ελλέβορος» τχ. II, «Πρώτο αφιέρωμα στο Άργος» σελ. 39, δίχως καμία αναφορά τίτλου του βιβλίου, έτους έκδοσης, μετάφρ. Αρίστης Κούρτογλου.

[10] Εφημ. «Μυκήναι», που διευθυνόταν από τον λόγιο Κ. Ολύμπιο, φ. 6, 6-5-1901.

[11] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 28, 7-10-1901.

[12] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 30, 21-10-1901

[13]Εφημ. «Ίναχος», φ. 8, 25-1-1902.

[14] Εφημ. «Μυκήναι», φ. 48, 17-3-1902

[15]Εφημ. «Ίναχος», φ. 9-10, 6-7-1902.

[16] Εφημ. «Άργος», φ. 126, 25-5-1911.

[17]Εφημ. «Άργος», φ. 168, 27-4-1912.

[18] Εφημ. «Άργος», φ. 176, 21-6-1912.

[19] Εφημ. «Άργος», φ. 19-3-1915.

[20] Εφημ. «Αλήθεια», 13-4-1927, «Παναργειακή» 3-6-1928 και «Αγροτική Αργολίς» επίσης 3-6-1928.

[21] Εφημ. «Χρονικά του Άργους», 26-7-1931.

[22] Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 2-8-31

[23]Εφημ. «Αγροτ. Αργολίς», 30-8-1931.

[24]«Ασπίς τον Άργους», 22-10-1933.

[25] «Ασπίς του Άργους», φύλλα των 7-10-1934, 24-2-1935, 3-3-1936, 19-7-1936, 21-2-1937, 23-5-1937, 6-3-1938, 25-3-1938, 26-9-1938.

[26]Για την απήχηση των ανασκαφών Φόλγκραφ στο Άργος βλ. μελέτη μου που πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του συνεδρίου για τον Φόλγκραφ.

[27] Από το φύλλο της 3-9-1950 και συνεχής αρθρογραφία μέχρι και την ολοκλή­ρωση του μουσείου.

[28] Βλ. χαρακτηριστικά απάντηση του τότε Υπουργού Παιδείας Κ. Τσάτσου εφημ. «Ασπίδα» της 13-1-1957.

[29] Βλ. «Ασπίδα» 10-8-58.

[30]«Ασπίς» 24-5-59.

[31]Βλ. σημ. 1.

[32]«Φείδων», 22-5-91, «Αργειακό Βήμα» 3-7-91.

[33]Οι δηλώσεις Τατούλη στην «Αργολίδα» της 20-8-05, στο «Αργειακό Βήμα» της 24-8-05 και στον «Φείδωνα» της 7-9-05. Οι δηλώσεις Πάγκαλου στα «Νέα της Αργολίδας» και στον «Παρατηρητή» της 17-7-2000.

[34]«Τα Αργολικά» της 1-4-2010.

Σχετικά θέματα:

 

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιον γενέθλιος πόλις της εφημερίδος της Κυβερνήσεως


 

 

I. Η Εφημερίς της Κυβερνήσεως διέπεται σήμερον υπό του Ν. 301/ 1976, ο οποίος ορίζει ποίαι πράξεις δημοσιεύονται εις αυτήν, ήτοι (αρθρ. 1) οι νόμοι, ο κανονισμός της Βουλής, τα Πρ. Δ/γματα, αι κατά το άρθρον 44 παρ. 1 του Συντάγματος πράξεις του Προέδρου της Δημοκρατίας, αι κανονικαί πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου, του Πρωθυπουργού, των Υπουργών και των Υφυπουργών, και αι ατομικού χαρακτήρος διοικητικαί πράξεις ως και αι πράξεις των δημοσίων επιχειρήσεων, εταιρειών και ιδρυμάτων, εφ’ όσον η δημοσίευσίς των επιβάλλεται δια νόμου.

Βάσει του άρθρου 4 του νόμου τούτου ωρισμέναι εκ των ως άνω πράξεων δημοσιεύονται εν περιλήψει. Μέχρι θέσεως εν ισχύι κατά το τρέχον έτος του Ν. 301/1976 η Εφημερίς της Κυβερνήσεως ως προς την δημοσιευτέαν ύλην διείπετο υπό νόμων παλαιών προ αιώνος και πλέον εκδοθέντων, έτι δε και επί εποχής βασιλέως Όθωνος, δια των οποίων προεβλέπετο η δημοσίευσις σειράς πράξεων, με συνέπειαν την άσκοπον επιβάρυνσιν της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως με ύλην επουσιώδη. Ο πρόσφατος νόμος περιώρισε σημαντικώς την έκτασιν των δημοσιευτέων πράξεων και επέφερε σχετικήν ελάφρυνσιν έν προκειμένω. Δι’ ωρισμένας δε πράξεις προέβλεψεν άλλον τύπον δημοσιότητος, καθ’ όσον άνευ ταύτης η πράξις πάσχει νομικώς, ως ειδικώς έχουν αποφανθή τα δικαστήρια.

 

Γενική Εφημερίς της Ελλάδος

 

II. Η  Εφημερίς της Κυβερνήσεως δέον να θεωρήται ως η αρχαιοτέρα ελληνική εφημερίς. Εξεδόθη το πρώτον το 1825 εις Ναύπλιον υπό τον τίτλον ΓΕΝΙΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ από την τότε κρατικήν Διοίκησιν. Η απόφασις προς έκδοσιν της εν λόγω εφημερίδος ελήφθη δια του από 7 – 10- 1825 ψηφίσματος, το οποίον έχει ως εξής:

 

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Επειδή δια την ανάγκην του να δημοσιεύωνται τα πρακτικά της Διοι­κήσεως και να κοινοποιούνται εν τάχει αιειδήσεις, όσαι μάλιστα αποβλέ­πουν τα συμφέροντα του λαού, εκρίθη αναγκαίον να συσταθή εφημερίς εις την καθέδραν της Διοικήσεως, της οποίας η επιστασία να παραδοθή εις άν­δρα άξιον και απολαμβάνοντα την υπόληψιν της Διοικήσεως δια την παιδείαν και την αρετήν του.

 Συναινέσει και του σεβαστού Βουλευτικού, κατά το υπ’ αριθ. 130 προβούλευμα,

 Δ ι α τ ά τ τ ε ι

Α’.   Ο κύριος   Θεόκλητος  Φαρμακίδης  διορίζεται   εφημεριδογράφος  της Διοικήσεως.

Β’.   Θέλει έχει υπό την Διεύθυνσίν του την τυπογραφίαν της Διοικήσεως, συγκειμένην από τρία πιεστήρια με όλα τα αναγκαία των.

Γ’.    Τα πρακτικά του σεβαστού Βουλευτικού θέλει παραλαμβάνει παρά του Α’ Γραμματέως του αυτού σώματος.

Α’.    Τα λοιπά πρακτικά της Διοικήσεως και τας επισήμους ειδήσεις θέλει παραλαμβάνει παρά της Γενικής Γραμματείας.

Ε’.  Ο Γενικός Γραμματεύς να ενεργήση την παρούσαν διαταγήν.

 

Εν Ναυπλίω τη 29η Οκτωβρίου 1825

                 Ο Γενικός Γραμματεύς   Α. Μαυροκορδάτος                                              

                                                                       Ο Αντιπρόεδρος

                                                                                 Γκίκας Μπότασης

                                                                              Αναγνώστης Σπηλιωτάκης

                                                                                Κων. Μαυρομιχάλης

                                                                              Ιωάννης Κωλέττης

Εκ του κειμένου του εν λόγω ψηφίσματος καταφαίνεται η σοβαρότης με την οποίαν η Διοίκησις αντιμετώπιζε την έκδοσιν της εφημερί­δος ως εκ της αναθέσεως της εκδόσεώς της εις τον Θεόκλητον Φαρμακίδην.

Θεόκλητος Φαρμακίδης, ελαιογραφία, 1858.

Ούτος ήτο αρχιμανδρίτης γεννηθείς το 1784 εις Λάρισαν, συγγραφεύς θεολογικών έργων πολυγραφώτατος, εκλεγείς μετέπειτα καθηγητής εις το Πανεπιστήμιον Αθηνών, κλασσικόν έργον του οποίου υπήρξε το περί Καινής Διαθήκης εκδοθέν εις επτά τόμους. Ο Φαρμακίδης ήτο έμπειρος δημοσιογράφος, ήδη παλαιότερον είχεν εργασθή ως διευθυντής από του έτους 1816 εις την εφημερίδα ΛΟΓΙΟΣ ΕΡΜΗΣ, η οποία εξεδίδετο εις Βιέννην. Εκ της εφημερίδος ταύτης απεχώρησε το 1819 προκειμένου να συνέχιση τας σπουδάς του. Εν συνεχεία ανέλαβε την διεύθυνσιν της εφημερίδος ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ, η οποία εξεδόθη το 1821 εις Καλαμάταν και είναι η πρώτη εφημερίς επί ελληνικού εδάφους, δεδομένου ότι προ της επαναστάσεως εξεδίδετο πλήθος ελληνικών εφημερίδων και περιοδικών εις την Ευρώπην υπό του ελληνισμού της διασποράς, άλλ’ ως είναι φυσικόν εις την κυρίως Ελλάδα δεν ήτο δυνατή η έκδοσις εφημερίδος, καθ’ όσον ο Τούρκος δυνάστης ουδέποτε θα το επέτρεπε.

Η επιστημονική, φιλολογική και κυρίως η δημοσιογραφική ικανότης του Φαρμακίδη υπήρξαν ο κύριος συντελεστής της από της πρώτης στιγμής πλήρους επιτυχίας και καθολικής ανταποκρίσεως της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος. Το επίτευγμα δεν είναι μικρόν αν αναλογισθή κανείς, ότι η προηγουμένη προσπάθεια της Διοικήσεως όπως εκδώση εφημερίδα ήτο η προαναφερθείσα ΣΑΛΠΙΓΞ ΕΛΛΗΝΙΚΗ εις Καλαμάταν, η οποία όμως διεκόπη προώρως το αυτό έτος λόγω κυρίως διαφωνίας Φαρ­μακίδη – Δ. Υψηλάντη. Από του έτους δε 1821 μέχρι του έτους 1825 κα­τέστη αδύνατος η έκδοσις εφημερίδος υπό της Διοικήσεως όλως απαιραιτήτου δια τον λαόν εν όψει του ότι, ως γνωστόν, η επίδρασις του τύπου επί του φρονήματος του αγωνιζομένου έθνους θα ήτο σοβαρώτατος παρά­γων επιτυχίας του ιερού αγώνος. Δια της προαναφερθείσης όθεν εύστοχου ενεργείας της Διοικήσεως η συνεχής και αδιάλειπτος έκδοσις της εφημερί­δος κατέστη γεγονός.

Δεύτερον στοιχείον επιτυχίας ταύτης υπήρξεν η ύλη της. Αύτη απετελείτο από τρία ούτως ειπείν τμήματα. Το πρώτον τμήμα απετέλουν οι νόμοι, τα διατάγματα, τα ψηφίσματα και αι λοιπαί νομοθετικού περιεχο­μένου πράξεις της Διοικήσεως, ύλη δηλονότι προσιδιάζουσα προς την της εφημερίδος της Κυβερνήσεως της σημερινής εποχής, επί πλέον δε εδημοσίευε και τα πρακτικά των συζητήσεων του Βουλευτικού. Το δεύ­τερον ούτως ειπείν τμήμα απετέλουν αι κρατικαί ειδήσεις αι αναγόμεναι δηλονότι εις την δραστηριότητα της Διοικήσεως. Και το τρίτον τμήμα απετέλουν αι πάσης φύσεως ειδήσεις εσωτερικαί και εξωτερικαί. Τας εκ του εξωτερικού ειδήσεις η εφημερίς επληροφορείτο εκ του ξένου τύπου, δεδομένου ότι είχε ληφθή πρόνοια, όπως τα από καιρού εις καιρόν καταπλέοντα πλοία εις το Ναύπλιον μεταφέρουν δια λογαριασμόν της Διοική­σεως πλήθος ξένων εφημερίδων.

Η Γενική Εφημερίς της Ελλάδος εξεδίδετο ως δισεβδομαδιαία, κυ­κλοφορούσα καθ’ έκαστην Τετάρτην και Σάββατον. Ήτο κατά κανόνα τετρασέλιδος διαστάσεων 0,28 Χ 0,22, πολλάκις όμως περιείχε περισσο­τέρας σελίδας παρενθέτους ως παραρτήματα. Η ετησία συνδρομή της ήτο εξ δίστηλα τάληρα Ισπανίας. Η δε Διοίκησις είχεν εκδώσει διάτα­γμα, βάσει του οποίου όσοι εκ των δημοσίων υπαλλήλων εμισθοδοτούντο δια ποσού άνω των 200 γροσίων μηνιαίως, ήσαν υποχρεωμένοι να εγγράφωνται συνδρομηταί. Ούτω πλην του ειδησεογραφικού είχεν εξασφαλίσει την επιτυχίαν και εις τον οικονομικόν τομέα η περί ης ο λόγος εφημερίς.

Ως ανεφέρθη, διευθυντής της εφημερίδος ήτο ο Θεόκλητος Φαρμα­κίδης. Από τεχνικής απόψεως ούτος επεμελείτο κατά μέγα μέρος μόνος της δημοσιευτέας ύλης, εργασίαν ην παρ’ όλον τον μόχθον διεξεπεραίωνεν επιτυχώς χωρίς αξιόλογους συνεργάτας. Μάλιστα δε βλέπομεν ωρισμένα φύλλα να μη έχουν εκδοθή, καθ’ όν χρόνον ο Φαρμακίδης ήτο ασθενής. Ωσαύτως υπήρξαν και τίνες άλλαι, μικράς διαρκείας πάντοτε διακοπαί, οφειλόμενοι εις υπερβολικός αξιώσεις των τυπογράφων, οι οποίοι ήσαν ελάχιστοι και ήτο αδύνατος η εξεύρεσις άλλων ειδικευμένων τεχνιτών.

Πέραν τούτων ο Φαρμακίδης είχε να αντιμετώπιση και πλείστα όσα πολιτικά θέματα εις την εφημερίδα. Ούτω παρ’ ότι κατά γενικήν ομολογίαν υπήρξεν ικανός δημοσιογράφος και άκρως αντικειμενικός, εν τού­τοις πλειστάκις κατηγορήθη υπό τρίτων, των οποίων αι φιλοδοξίαι εξετείνοντο μέχρι σημείου να ζητήται η προσωπική των δια της εφημερίδος προβολή και προς την οποίαν δεν έστεργεν ο Φαρμακίδης.

Πλην της εξυψώσεως του φρονήματος των αγωνιζομένων ο Φαρμακί­δης ενωρίς διέγνωσεν ότι δια της εφημερίδος του ήτο δυνατόν να επηρεάση ευμενώς την πολιτικήν των ξένων δυνάμεων υπέρ της Ελλάδος. Δια της καταλλήλου δε ειδησεογραφίας κατέβαλε σοβαράς προσπαθείας προς τούτο. Από του έτους 1826 συνεζητείτο α ανάθεσις της διακυβερνήσεως της Ελλάδος εις τον Ιωάννην Καποδίστριαν ή εις βασιλέα.

Η Γενική Εφημερίς κατεχώρησεν ανώνυμον σχόλιον την 24 – 2 -1826, δια του οποίου κατεκρίνετο η Συνέλευσις επί του θέματος τούτου. Η Συνέλευσις όμως την 1ην Μαρτίου εις μυστικήν συνεδρίασιν απεφάσισε την απόλυσιν του Φαρμακίδη. Πλην όμως λόγω εντόνου αντιδράσεως κυρίως του Σπ. Τρικούπη υποστηρίξαντος, ότι το δημοσίευμα ουδέ προσβλητικόν της θρησκείας ήτο, ουδέ συκοφαντικόν, ουδέ παράνομον και επομένως η ελευθερία του τύπου δεν δύναται να θίγεται, η απόφασις περί απολύσεως του Φαρμακίδη δεν εξετελέσθη.

Εν τω μεταξύ την 9ην Απριλίου 1827 εις την εφημερίδα δημοσιεύεται η διακήρυξις του προέδρου της Γ’ Εθνικής Συνελεύσεως, περί του ότι η Συνέλευσις εξέλεξεν ως Κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καπο­δίστριαν. Ο Φαρμακίδης ήτο αντίθετος προς την λύσιν ταύτην, δια τούτο και την 4ην Ιουνίου 1827 διαφωνών υποβάλλει την παραίτησίν του από την διεύθυνσιν της εφημερίδος, δι’ επιστολής του δημοσιευομένης εις ταύ­την και η οποία έχει ως έξης:

 

Επιθυμών πάντοτε να υπηρετήσω και εγώ την Πατρίδα κατά τας δυ­νάμεις μου και να φανώ χρήσιμος εις το Έθνος απεδέχθην την σύνταξιν της εφημερίδος, αν και ήξευρα, εκ πείρας, πόσον επίπονον, πόσον οχληρόν και αχάριστον έργον αποδέχομαι και τρία εξάμηνα είχον το φορτίον αυτό.

 Αλλά δια περιστάσεως ιδιαιτέρας, δεν ημπορώ πλέον να εξακολουθήσω την σύνταξιν και διεύθυνσιν της εφημερίδος. Και παραιτούμενος, εύχομαι πρώτον εις την Πατρίδα τα κρείττω και δεύτερον ομολογώχάριτας εις τους σνγκαταβατικούς αναγνώστας μου και εις όσους μας εσυνέδραμον.

Νομίζω ότι, καθ’ όσον καιρόν εχρημάτισα συντάκτης, έπραξα κατά τα συμφέροντα της Πατρίδος και πάντοτε επροσπάθησα να είμαι από του υγιούς μέρους των συμπολιτών.

Πολλοί εφάνησαν ενάντιοίμου και με εκατηγόρησαν δημοσίως ως δούλον φατριών, ως μισθωτόν κλπ., αλλ’ εφάνησαν άδικοι και, αν ήθελον νά κρίνωσι ορθώτερον, δεν ήθελον φανή τοιούτοι. Έπειτα δεν εφαντάσθην ποτέ ότι ημπορώ να φανώ εις όλους ενάρεστος. Ουδ’ ο Ζεύς τοις πασιν ανδάνει.

Όσον και αν εφιλοτιμούμην να καταστήσω την εφημερίδα τελειοτέραν, δεν ημπορούσα να το κατορθώσω. Τα εμπόδια ήσαν πολλά και δεν ήτο εις την εξουσίαν μου να νικήσω. Τέλος έπραξα όσον ηδυνήθην. Αναμάρτητον δεν ενόμισα ποτέ εμαυτόν. Εύχομαι ο διάδοχος μου να φανή ευδοκιμώτερος.

Εν Πόρω 1827 Ιουνίου 4.

 

Γενομένης αποδεκτής της παραιτήσεως του Φαρμακίδη, η διεύθυνσις της εφημερίδος ανετέθη εις τον Γ. Χρυσίδην. Ούτος αναλαμβάνων την διεύθυνσιν εδημοσίευσεν εις το φύλλον της 22-6- 1827 το «Πρόγραμμά του» ως το τιτλοφορεί, δια του οποίου και πληροφορεί τους αναγνώστας ότι η εφημερίς θα εξακολουθή να εκδίδεται υπό την αυτήν τιμήν, ανα­φέρει ότι κατ’ αρχήν ηρνήθη να αναλάβη την διεύθυνσιν της εφημερίδος ύποβαλών την παράκλησιν, όπως αύτη ανατεθή εις ικανώτερον τούτου, επείσθη δε τελικώς λόγω των προς την πατρίδα υποχρεώσεών του.

Περαι­τέρω παρακαλεί τους συνεργάτας του να σέβωνται κυρίως την αλήθειαν και τέλος παραθέτει εκτενείς απόψεις δια την ελευθερίαν του Τύπου, ως και δια τους κινδύνους εκ της καταχρηστικής ασκήσεώς της. Σκοπός δε της ελευθεροτυπίας δέον να είναι η μόρφωσις καλών πολιτών και καλών στρατιωτών προς ενίσχυσιν του αγώνος και στερέωσιν της ελευθερίας. Εκ του προγράμματος του Χρυσίδου προκύπτει ωσαύτως, ότι ούτος ήτο ικανός και εμπνευσμένος δημοσιογράφος.

Εν τω μεταξύ η Γενική Εφημερίς ήλλαξεν έδραν κατ’ επανάληψιν. Ούτω την 24ην Νοεμβρίου 1826 μετεφέρθη εις Αίγιναν. Την 30ήν Μαρτίου 1827 εις Πόρον. Την 22αν Ιουνίου 1827 επανέρχεται εις Ναύπλιον. Την 24ην Αυγούστου του αυτού έτους μεταφέρεται πάλιν εις Αίγιναν. Το αυτό έτος μετεφέρθη δι’ ένα μήνα εις Άργος, δια να επανέλθη ευθύς αμέσως εις Αίγιναν. Την 18ην Οκτωβρίου 1830 μετεφέρθη οριστικώς εις την πρώτην της έδραν εις Ναύπλιον, ένθα συνέχισεν εκδιδομένη και μετά την έλευσιν του Όθωνος.

Εν τω μεταξύ την 18ην Απριλίου του έτους 1832 ήλλαξε τίτλον μετονομασθείσα Εθνική Εφημερίς και εν συνεχεία μετωνομάσθη Ελληνικός Μηνύτωρ. Από 1ης Φεβρουαρίου 1833 μετωνομάσθη τελικώς Εφημερίς της Κυβερνήσεως, τίτλον τον οποίον διατηρεί μέχρι σήμερον, η δε διεύθυνσίς της ανετέθη εις τον Γ. Αποστολίδην Κοσμητήν.

 

Το πρώτο Φύλλο της «Εφημερίδος της Κυβερνήσεως», Ναύπλιον 16 Φεβρουαρίου 1833.

 

Από του χρόνου της τελευταίας ταύτης μετονομασίας της μετέβαλεν ριζικώς και μορφήν. Τουτέστιν έπαυσε την δημοσίευσιν ειδησεογραφίας και εδημοσίευεν αποκλει­στικώς νόμους και λοιπάς νομοθετικού περιεχομένου πράξεις ως ακριβώς και σήμερον, συνετάσσετο όμως εις δύο γλώσσας, εις την Ελληνικήν και την Γερμανικήν. Υπό την νέαν ταύτην μορφήν το σχήμα της ήτο μεγαλύτερον, εις δε την προμετωπίδα έφερε τον βασιλικόν θυρεόν. Το περιεχόμενόν της ήτο κεχωρισμένον εις δύο στήλας, εξ ων εις την αριστεράν ήτο το ελληνικόν κείμενον, εις δε την δεξιάν το γερμανικόν. Η δίγλωσσος έκδοσις συνεχίσθη μέχρι της 17ης Ιουνίου 1835. Έκτοτε εκδίδεται μόνον εις ελληνικήν γλώσσαν. Η εφημερίς αυτή συνέχισε την έκδοσίν της εις το Ναύπλιον μέχρι του 40ού φύλλου της. Από του 41ου, ήτοι την 21ην Δεκεμβρίου 1834 μετεφέρθη εις Αθήνας, ένθα εκδίδεται μέχρι σήμερον.

III. Η συμβολή της Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος εις τον αγώνα του Γένους υπήρξε λίαν σημαντική. Εξ άλλου εις ταύτην εδημοσιεύθησαν πλήθος επισήμων εγγράφων, ειδήσεων, συζητήσεων του Βουλευτικού κλπ., τα οποία άλλως θα είχον κατά μέγα μέρος απολεσθή, το δε ιστορι­κόν της επαναστάσεως υλικόν θα ήτο ασυγκρίτως πτωχότερον.

Ας σημειωθή χαρακτηριστικώς, ότι η περί ης ο λόγος εφημερίς προέτεινεν εις το φύλλον της 21ης Οκτωβρίου 1825 την καθιέρωσιν ως εθνικού ύμνου του ποιήματος του Δ. Σολωμού «Ύμνος προς την Ελευθερίαν», του οποίου εδημοσίευσεν ανάλυσιν υπό του Σπ. Τρικούπη. Τουτέστιν τεσσαράκοντα έτη προ της καθιερώσεώς του ως τοιούτου δεδομένου, ότι ως γνω­στόν, το ποίημα τούτο καθιερώθη ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος μόλις την 4ην Αυγούστου 1865 υπό του Βασιλέως Γεωργίου του Α’, ο οποίος τον ήκουσε να ανακρούεται εις Κέρκυραν κατά την προ έτους εκεί επίσκεψίν του.

Ιδιαιτέρως συγκινητική είναι εξ άλλου η εξιστόρησις της πολιορ­κίας και ηρωικής εξόδου του Μεσολογγίου. Έτερον χαρακτηριστικόν η περιγραφή της εντυπώσεως, ην ενεποίησεν εις τους Ναυπλιείς ο κατά­πλους εις Ναύπλιον του πρώτου ατμοκίνητου πλοίου «Καρτερία» την νύκτα της 2ας προς 3ην Σεπτεμβρίου 1826.

Τέλος η εφημερίς εξέδωκε και το πρώτον εις την ιστορίαν του ελληνικού τύπου παράρτημα την 11ην Ιανουαρίου 1828, αγγέλλουσα την έλευσιν του Καποδιστρίου. Κύριον πάντως χαρακτηριστικόν της εφημερίδος αυτής υπήρξεν η σοβαρότης της ύλης της, το έγκυρον του περιεχομένου της, η αντικειμενικότης και η αποφυγή παντός δημοσιεύματος εξυπηρετούντος τον κιτρινισμόν ή των εκτραχηλισμόν του Τύπου, φαινόμενον το οποίον δυστυχώς ενεφάνησαν αι λοιπαί εκδιδόμεναι εφημερίδες, ιδία αι ασκήσασαι αντιπολίτευσιν κατά του Καποδιστρίου.

 

Γεώργιος Ηλ. Κρίππας

Διδ. Πολιτ. Επιστημών

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979. 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης  (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825) – Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης


 

Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο

Οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι των αγωνιζόμενων για ανεξαρ­τησία Ελλήνων (Ιανουάριος -Ιούνιος, Νοέμβριος – Δεκέμβριος 1824) είχαν ως αποτέλεσμα τον εθνικό διχασμό, τη διάσπαση της ηγεσίας και οικονομικές καταστροφές. Πολύ σύντομα μετά τη λήξη του δεύτερου εμφυλίου άρχισαν οι αποβατικές επιχειρήσεις του Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόν­νησο (Φεβρουάριος – Μάιος 1825).

Αυτές οι επιχειρήσεις έγι­ναν καταλύτης για την αποδιοργάνωση του νεοσυσταθέντος ελληνικού κράτους. Η ελληνική κυβέρνηση μένει ανενεργή, πόσο μάλλον που ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Γεώργιος Κου­ντουριώτης, ο οποίος έχει αυτοδιοριστεί και αρχιστράτηγος, αναχωρεί από το Ναύπλιο για το στρατόπεδο της Μεσσηνίας. Ο Ιωάννης Κωλέττης παραμένει στην πρωτεύουσα και βυσσοδομεί εναντίον του Κουντουριώτη. Αυτός αποδεικνύεται τελείως ακατάλληλος για αρχιστράτηγος. Ιδιαίτερα βαραίνει η αδυναμία της κυβέρνησης να εφοδιάσει τα ρουμελιώτικα σώματα, που αντιμε­τωπίζουν τον εχθρό, με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Στο στρατόπεδο απουσιάζει γενικός αρχηγός, οι οπλαρχηγοί αδρανούν και επικρατεί αταξία και απειθαρχία. Οι στρατιώτες περιφέρονται στα γύρω χωριά για να βρουν τροφή. Οι Πελοποννήσιοι αρνούνται να στρατολογη­θούν από τη στιγμή που οι αρχηγοί τους, και κυρίως ο Κολοκοτρώνης, βρίσκονται είτε φυλακισμένοι είτε κυνηγημένοι από την κυβέρνηση.

Ο συγγραφέας αποτυπώνει τα γεγονότα των τριών αυτών μηνών, μέρα με τη μέρα, μέσα από δημόσια έγγραφα, εκδεδομένα και ανέκδοτα, ημερολόγια και απομνημονεύματα αυτόπτων μαρτύρων.

 

Από τον πρόλογο του βιβλίου…

 

Η παρούσα μελέτη είναι παλαιά. Αρχίζοντας το 1939 και μέχρι της παραμονής της ιταλικής επίθεσης, πριν ξημερώσει η 28η Οκτωβρίου 1940, είχα ολοκληρώσει την έρευνά μου στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στις συλλογές εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, της Εθνικής Βιβλιοθήκης και του Μουσείου Μπενάκη, καθώς και, για τη βιβλιογραφία, στις αθηναϊκές βιβλιοθήκες. Η επεξεργασία των πηγών και η σύνθεση των δεδομένων που είχα συγκεντρώσει προχώρησε με γοργό ρυθμό κατά το πρώτο έτος της γερμανικής κατοχής και τους αμέσως επόμενους μήνες.

Το καλοκαίρι του 1942 αποπεράτωνα τα κεφάλαια 1-2 και 4-22 και είχα μερικά κενά στα κεφάλαια 23-31, το τελευταίο των οποίων αφορά στην άλωση του Νεοκάστρου (11/23 Μαΐου 1825). Δεν απέμεναν παρά ένα η δύο κεφάλαια μέχρι και της μάχης στο Μανιάκι (20 Μαΐου / 1η Ιουνίου). Τότε ανέκοψα αυτό το πρόγραμμα με την πρόθεση να προσθέσω μετά το τέλος του πολέμου νέο υλικό από αιγυπτιακές και ευρωπαϊκές πηγές και να συμβου­λευθώ ξένη βιβλιογραφία. Τελικώς το εγκατέλειψα, όπως και άλλα έργα μου με νεοελληνικά ιστορικά θέματα, στρεφόμενος στην έρευνα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας, στην οποία και επιδόθηκα έκτοτε συστηματικά.

Όλος ο φάκελος — αρχείο αποσπασμάτων από πηγές και βοηθήματα και διαδοχικά δακτυλόγραφα σχέδια — έγινε ένα δέμα που τοποθετήθηκε, χωρίς προοπτική ενδεχόμενης δημοσίευσης, σε κάποιον αποθηκευτικό χώρο. Αυτό το δέμα περνούσε από τα χέρια μου πότε πότε, εξαιτίας μετακομίσεων, αλλά ουδέποτε το άνοιξα. Έως ότου, το καλοκαίρι του 2007, βρήκα καιρό να επιθεωρήσω και να εκκαθαρίσω τα αρχεία παλαιών εργασιών μου. Τότε λοιπόν έκοψα τους σπάγγους με τους οποίους είχα δέσει τον Δεκέμβριο του 1942 αυτή τη δουλειά μου. Διατρέχοντας το πιο επεξεργασμένο δακτυλογράφο και διαπιστώνοντας ότι ήταν δημοσιεύσιμο έπειτα από λίγη ακόμη προσπάθεια, αποφάσισα να το εκδώσω, χωρίς να το αναδιαμορφώσω όπως ήθελα αρχικώς, βάσει αιγυ­πτιακών και ευρωπαϊκών πηγών — έργο ανέφικτο στη σημερινή ηλικία μου — επειδή, και όπως είναι, αξίζει να δημοσιευθεί για δύο μείζονες λόγους. Από τη μια μεριά, πρόκειται για μια ερευνητική εργασία που στηρίζεται κυρίως σε αρχειακές πηγές — και μάλιστα τελείως αναξιοποίητες — και αναδεικνύει τη σημασία τους. Από την άλλη, καταγράφει λεπτομερώς ένα σύνθετο σύνολο γεγονότων με κομβική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821….

Μιχαήλ Β. Σακελλαρίου – Η απόβαση του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο καταλύτης για την αποδιοργάνωση της Ελληνικής Επανάστασης  (24 Φεβρουαρίου – 23 Μαΐου 1825)
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2012, 464 σελ.

 

Read Full Post »

Υλικαί παροχαί επί μεσοβασιλείας εις τους πρωτεργάτας και τα θύματα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως (1862-1863)


 

 

Αι προτάσεις και τα ψηφίσματα περί της αποκαταστάσεως των αγωνι­στών του 1821, δια τας υπέρ του Αγώνος προσφερθείσας θυσίας, απετέ­λεσαν προηγούμενον δια παρομοίας φύσεως προσπαθείας και εκδηλώσεις υπέρ των αγωνιστών των αντιοθωνικών επαναστάσεων, της 3ης Σεπτεμβρί­ου 1843 και της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως του 1862. Η μέριμνα αυτή δια τους αγωνιστάς των αντιοθωνικών επαναστάσεων ήτο χαρακτηριστική εκάστης μετεπαναστατικής περιόδου, υπαγορευθείσα κυ­ρίως από την εκάστοτε εξυπηρετούμενην πολιτικήν σκοπιμότητα εν μέσω του λαϊκού ενθουσιασμού των πρώτων μετεπαναστατικών ημερών, καταλήξασα ούτω πολλάκις εις ανεπίτρεπτον επέκτασιν της εθνικής ευγνωμοσύνης εις χρηματικάς και άλλας παρομοίας φύσεως παροχάς, δι’ ο και ουδέποτε ευωδώθη υπό ομαλάς πολιτικάς και κοινοβουλευτικάς συνθήκας, αλλά πάν­τοτε υπό ανωμάλους περιστάσεις και διαδικασίας και εν πολλοίς εν κρύ­πτω και δη κατά τρόπον εκάστοτε ατομικόν και χαριστικόν.

Και δια μεν τους αγωνιστάς της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 αι σχετικαί προσπάθειαι εις την Εθνοσυνέλευσιν, αφορώσαι εις την απονομήν ειδικών ισοβίων συντάξεων εις τους πρωτεργάτας της επαναστάσεως, κατέληξαν εις την έγκρισιν σχετικού ψηφίσματος, το οποίον όμως με την πάροδον του χρόνου παρέμεινεν ανεκτέλεστον, αφού εις την συγκληθείσαν κατόπιν Βουλήν ποικίλαι υπήρξαν αντιδράσεις και πλείσται εξεφράσθησαν διχογνωμίαι περί την ισχύν και την ερμηνείαν των διατάξεων του ψηφίσματος και τελικώς ο ίδιος ο Δ. Καλλέργης, εξ ονόματος όλων των συναγωνιστών του, παρητήθη πάσης εν προκειμένω υλικής απολαυής χολωθείς από τον τρόπον των συζητήσεων και τας αντιδράσεις των βουλευτών [1].

Δεν συνέβη όμως το ίδιον και επί Μεσοβασιλείας δια τους αγωνιστάς της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως του 1862, εκραγείσης ως γνωστόν και κατασταλείσης εν Ναυπλίω, Σύρω και Κύθνω και προηγηθεί­σης κατά εν οκτάμηνον της εξώσεως του Όθωνος.

 

Λαϊκή απεικόνιση της τριανδρίας (Ρούφος – Βούλγαρης- Κανάρης) που ανέλαβε την εξουσία μετά την έξοδο του Όθωνα.

 

Πράγματι κατά το πρώτον τρίμηνον της Μεσοβασιλείας και προ της συγκλήσεως της Εθνοσυνελεύσεως, η Προσωρινή Κυβέρνησις των Βούλγαρη, Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου ασκούσα κατά το «Ψήφισμα του Έθνους» της 11ης Οκτωβρίου 1862, ημέρας εξώσεως του Όθωνος, ορθότερον δε ειπείν επαναστα­τικά δικαιώματι, την τε νομοθετικήν και την εκτελεστικήν εξουσίαν, είχε την ευχέρειαν να θεσπίζη διατάξεις και να εκδίδη αποφάσεις αμέσως ε­κτελεστάς, οσονδήποτε και αν είχον αύται ατομικόν και χαριστικόν χα­ρακτήρα και δη κατά το πλείστον μη δημοσιευόμενος εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, αλλά καταχωριζομένας εις το μυστικόν βιβλίον των πρα­κτικών των συνεδριάσεων αυτής.

Το βιβλίον τούτο, άγνωστον κατά την περίοδον της Μεσοβασιλείας, αποτελεί σημαντικήν και επίσημον πηγήν των γεγονότων αυτής της εποχής, εδημοσιεύθη δε υπό Δ. Πετρακάκου εκ της αρχειακής συλλογής Ιωάννου Γενναδίου [2]. Τα σχετικά αποσπάσματα εκ των καταχωρημένων συνεδριάσεων, τα αφορώντα εις παροχάς υπέρ των α­γωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, περιλαμβάνουν έξοδα επανόδου εις την Ελλάδα των προσφύγων επαναστατών, απόδοσιν μισθών των απο­λυθέντων δημοσίων λειτουργών, στελεχών της επαναστάσεως, ποικίλας χρηματικάς αρωγάς, ισοβίους μηνιαίας συντάξεις και άλλας συναφείς πα­ροχάς, έχουν δε κατά χρονολογικήν σειράν ως κάτωθι [3].

 

Συνεδρίασις 17ης Οκτωβρίου 1862:

Εν τη σημερινή συνεδριάσει παρόντων του τε προέδρου, των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των κ.κ. Υπουργών της Επικρατεί­ας… Απεφασίσθη να χορηγηθώσιν εις τους εις Παρισίους και Λονδίνον πρόσφυγας της Φεβρουαριανής επαναστάσεως αξιωματικούς ανά χίλια φράγκα, εις δε τους υπαξιωματικούς ανά τριακόσια τριάκοντα τρία φράγκα, δι’ έξοδα επανόδου των. Επίσης εις μεν τους εν Τουρίνω και τη λοιπή Ιτα­λία πρόσφυγας αξιωματικούς ανά επτακόσια φράγκα, εις δε τους υπαξιω­ματικούς και στρατιώτας ανά 233 δια τον αυτόν λόγον.

Ως γνωστόν με την καταστολήν της Ναυπλιακής επαναστάσεως αναχώρησαν εκ Ναυπλί­ου εις το εξωτερικόν, φυγαδευθέντες δια δυο ατμοπλοίων, ενός γαλλικού και ενός αγγλικού, 200 περίπου επαναστάται, αξιωματικοί, υπαξιωματικοί, στρατιώται και πολίται. Αρκετοί εξ αυτών κατετάγησαν εις το πυροβολικόν του στρατού του Τουρίνου και έλαβον μέρος εις τας εν Ιταλία πολεμικάς επιχειρήσεις[4].

 

Συνεδρίασις της 25ης Οκτωβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να δοθώσι εις την κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπουλου δραχμαί 2.000….

Πρόκειται δια την γνωστήν ηρωίδα της Ναυπλιακής επαναστάσεως, χήραν του γερουσιαστού Παπαλεξοπούλου και θυ­γατέρα του πολιτευτού Πατρών Καλαμογδάρτη.

 

Συνεδρίασις της 30ης Οκτωβρίου 1862:

Πάνος Κορωναίος

… Απεφασίσθη να χορηγηθή εκ του Υπουργείου των Εσωτερικών εκ των βοηθημάτων χρηματική βοήθεια 3.000 δρχ. εις τον αρχηγόν της Ε­θνοφυλακής…

Πρόκειται δια τον εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως αντισυνταγματάρχην Πάνον Κορωναίον, πληγωθέντα κατά τα Ναυπλιακά, αιχμαλωτισθέντα, φυλακισθέντα και εξαιρεθέντα της αμνηστίας του Όθωνος, αναλαβόντα δε επί Μεσοβασιλείας τα καθήκοντα του αρχηγού της Εθνοφυλακής.

 

Συνεδρίασις της 31ης Οκτωβρίου 1862:

 … Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εις τον πολλά πα­θόντα και ζημιωθέντα κ. Αντωνόπουλον, υπέρ της Μεταπολιτεύσεως, εκ δραχμών 3.000….

Προφανώς πρόκειται δια τον δικηγόρον του Ναυπλίου Κωνσταντίνον Αντωνόπουλον, μέλος της επί της ασφαλείας επιτροπής της επα­ναστάσεως, επιβιβασθέντα εις το αγγλικόν ατμόπλοιον κατά την αναχώρησιν των επαναστατών.

 

Συνεδρίασις της 5ης Νοεμβρίου 1862:

…Απεφασίσθη να πληρωθώσιν εις τους κ.κ. Γεώργιον Πετιμεζάν και Πέτρον Μαυρομιχάλην, εφέτας Ναυπλίου, οι μισθοί της θέσεως, ην κατείχον κατά τον Φεβρουάριον….

Αμφότεροι ήσαν μέλη της επί της ασφαλεί­ας επιτροπής της Ναυπλιακής επαναστάσεως, εξαιρεθέντες της αμνηστείας του Όθωνος και επιβιβασθέντες του αγγλικού ατμοπλοίου κατά την αναχώρησιν των επαναστατών. Ήδη δια της ως άνω αποφάσεως λαμβάνουν τους μισθούς των αναδρομικώς από της ημέρας της απομακρύνσεώς των.

 

Συνεδρίασις της 6ης Νοεμβρίου 1862:

…Απεφασίσθη να δοθή βοήθεια εκ δραχ. 200 εις τον Ν. Φανδρίδην, του οποίου ο υιός εφονεύθη εις Ναύπλιον… εις τον Εμμ. Παπαδάκην δημοδιδάσκαλον Προνοίας πληγωθέντα κατά τον Φεβρουάριον δραχ. 200 ….

Αμ­φότεροι ήσαν δημοδιδάσκαλοι εις το Ναύπλιον, ο δε εξ αυτών Έμμ. Παπαδάκης ήτο και αρχηγός των εν Ναυπλίω Κρητών, οι οποίοι προσεχώρησαν εις τους επαναστάτας και ηρωικώς ηγωνίσθησαν κατά των κυβερνη­τικών δυνάμεων.

 

Συνεδρίασις 7ης Νοεμβρίου 1862:

 … Απεφασίσθη να διορισθή τετραμελής επιτροπή εκ των κ.κ. Α. Κά­λου, Θ. Βρατσάνου, Οδ. Ιαμέλου και Δ. Παράσχου έργον έχουσα να γνωμοδοτή επί των προς αυτούς   αποστελλομένων αναφορών περί απονομής βοηθημάτων…

Άπαντα τα μέλη της επιτροπής αυτής ήσαν μεμυημέναεις την Φεβρουαριανήν Ναυπλιακήν επανάστασιν. Ο εξ αυτών Θ. Βρατσάνος ήτο μέλος της επαναστατικής επιτροπής Σύρου, οι δε λοιποί συνελή­φθησαν εν Αθήναις την παραμονήν της εκρήξεως της επαναστάσεως κατό­πιν της κατασχέσεως εις Ναύπλιον επιστολής του αρχηγού των επαναστα­τών συνταγματάρχου Αρτέμη Μίχου προς τον εν Αθήναις αδελφόν του Αλέξιον.

 

Συνεδρίασις της 10ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή εις τους εκ της αλλοδαπής ελθόντας κ.κ. Κατσικογιάννην, Χρ. Γρίβαν, Δημ. Γρίβαν, Νικόλ. Μακρήν, Βασίλ. Ορλώφκαι Λεων. Γραμματικόπουλον αποζημίωσις εκ δρχ. 800 εις έκαστον δι έξοδα επανόδου των….

Εκ των ανωτέρω ο Βασίλ. Ορλώφ ήτο κατά τον Φεβρουάριον ο κυβερνήτης της «Καρτερίας», η οποία προσεχώρησεν εις τους εν Σύρω επαναστάτας, οι δε λοιποί μέλη της επαναστατικής επιτροπής Ναυπλίου αναχωρήσαντα ης το εξωτερικόν δια του αγγλικού ατμόπλοιου.

 

Συνεδρίασις 13ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή σύνταξις εκ δρχ. 500 κατά μήνα εις την κυρίαν Καλλιόπην Παπαλεξοπούλου, εις ην θέλει συμπεριληφθή και η δυνάμει του νόμου των συντάξεων περί χηρών και ορφανών των γερουσιαστών χορη­γούμενη….

 

Συνεδρίασις 15ης Νοεμβρίου 1862:

…Απεφασίσθη να πληρωθώσιν οι μισθοί του νομαρχιακού διδασκάλου Προνοίας κ. Ν. Φανδρίδη, παυθέντος μετά τήν Ναυπλιακήν επανάστασιν. Εις δε τον δημοδιδάσκαλον Έμμ. Παπαδάκην, πληγωθέντα κατά την επανάστασιν Ναυπλίου και παυθέντα, να χορηγηθή μηνιαία σύνταξις εκ δραχ. 40…

 

Συνεδρίασις 17ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 1.000 εις τον κ. Αντώνιον Νικολαίδην, άλλοτε συντάκτην της «Αθήνας», πολλά πα­θόντα και υποστάντα υπέρ της επαναστάσεως… Επίσης χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 100 εις τον Χρ. Πλαπούταν πληγωθέντα εν Ναυπλίω….

Ο μνη­μονευόμενος Αντώνιος Νικολαΐδης ήτο μεμυημένος εις την Ναυπλιακήν επανάστασιν συλληφθείς εις Αθήνας την παραμονήν της εκρήξεώς της κατόπιν της εν Ναυπλίω κατασχέσεως της επιστολής των επαναστατών.

 

Συνεδρίασις της 20ης Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εις ην κυρίαν Καλ­λιόπην Παπαλεξοπούλου εκ δραχ. 1.000….

 

Συνεδρίασις της 22ας Νοεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθώσιν εις τον συνταγματάρχην κ. Αρτέμιον Μίχον δραχ. 5.000 δια τας υπέρ της μεταπολιτεύσεως ενεργείας του και τας ζημίας, ας υπέρ αυτών υπέστη….

Πρόκειται ως γνωστόν δια τον αρχηγόν της Ναυπλιακής επαναστάσεως επανελθόντα εκ της αλλοδαπής μετά την έξωσιν του Όθωνος δι’ ειδικώς προς τούτο αποσταλέντος υπό της Προσω­ρινής Κυβερνήσεως εθνικού ατμοπλοίου.

 

Συνεδρίασις της 5ης Δεκεμβρίου 1862:

Ο Κωνσταντίνος Κανάρης σε μεγάλη ηλικία.

Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως (εκτός του κ. Κανάρη ασθενούντος) και των Υπουργών της Επικρατείας, ο κ. πρόεδρος επρότεινεν ότι θεωρεί καθήκον της παρούσης Κυ­βερνήσεως, όπως δοθή εις τον ναύαρχον κ. Κανάρην γενναία εθνική αμοιβή δια τε την αρχαίαν και την νεωτέραν αυτού ιστορίαν επομένως προτείνει να εκδοθή ψήφισμα, δι ου να παραχωρήται εθνικόν τι κτήμα προς τον κ. ναύ­αρχον Κανάρην, του οποίου το κύρος να επιφυλαχθή η Κυβέρνησις να προκαλέση εν καιρώ παρά της εθνικής Συνελεύσεως….

Παραθέτομεν το ανωτέρω απόσπασμα εκ των πρακτικών της συνεδριά­σεως της 5ης Δεκεμβρίου, μη ειδικώς σχετιζόμενον με τους αγωνιστάς της Ναυπλιακής επαναστάσεως, χαρακτηριστικόν όμως των συνθηκών και της νοοτροπίας της τότε Προσωρινής Κυβερνήσεως, η οποία ούτε η ιδία δεν φαίνεται να επίστευεν εις την νομιμότητα των χορηγουμένων υπ’ αυτής πα­ροχών, δι’ ο και προκειμένης της προτάσεως περί αποκαταστάσεως του εκ των μελών της τριανδρίας αυτής ναυάρχου Κανάρη διατυπώνει την ανάγ­κην όπως η σχετική απόφασις περιβληθή το κύρος νομίμου ψηφίσματος της συγκληθησομένης Εθνοσυνελεύσεως.

 

Συνεδρίασις της 11ης Δεκεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να πληρωθώσιν εις τον κ. Αλέξ. Μίχου οι μισθοί του, από της ημέρας της παύσεώς του, εις τον Δ. Καλλιαντζήν υπογραμματέα των εν Ναυπλίου Εφετών και Ιωάννην Παρασκευόπουλον υπογραμματέα των εν Ναυπλίω Πρωτοδικών, παυθέντας κατά την Φεβρουαριανήν επανάστασιν, επίσης οι μισθοί των από της απολύσεώς των. Επίσης εις τον πρώην σχολάρχην Σύρου Αρ. Τσάτσον οι μισθοί του από της ημέρας της παραιτήσεώς του….

Εκ των ανωτέρω ο Αλέξ. Μίχου, αδελφός του αρχηγού της Ναυπλιακής επαναστάσεως Αρτέμη Μίχου, ήτο ανώτερος υπάλληλος της Ταχυδρο­μικής Υπηρεσίας Αθηνών, μεμυημένος εις την επανάστασιν, συλληφθείς και απολυθείς της θέσεώς του κατόπιν της κατασχέσεως της προς αυτόν εκ Ναυπλίου επιστολής των επαναστατών. Ο δε σχολάρχης Τσάτσος είναι ο γνωστός επαναστάτης της Σύρου και ένθερμος εμψυχωτής της νεο­λαίας εις τον αντιοθωνικόν αγώνα.

 

Συνεδρίασις της 13ης Δεκεμβρίου 1862:

… Απεφασίσθη να χορηγηθή χρηματική βοήθεια εκ δραχ. 500 εις τον Γεώργιον Φραγκιάν….

Ούτος ήτο εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, εξαιρεθείς της αμνηστείας του Όθωνος και επιβιβασθείς μετά των Τσόκρη και Ζαβιτσάνου εις το γαλλικόν ατμόπλοιον κατά την αναχώρησιν των επαναστατών.

 

Συνεδρίασις της 20ης Δεκεμβρίου 1862:

 Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των Υπουργών της Επικρατείας, απεφασίσθη να διατηρηθή η άμαξα του Κορωναίου δαπάνη του Δημοσίου και να τω επιτροπή να κατοική εις την οικίαν εν η διαμένει εν όσω διαρκεί η ενοικίασις αυτής παρά τον Δημοσίου. Επιτρέπεται εις τον Υπουργόν των Οικονομικών να παραιτηθή από πάσης απαιτήσεως κατά Γ. Πετιμεζά, Ι. Παπαζαφειροπούλου και Σπ. Ζαβιτσάνου σχέσεις εχούσης με την Φεβρουαριανήν Ναυπλιακήν επανάστασιν….

Ήδη τότε ο εκ των πρωτεργατών της Ναυπλιακής επα­ναστάσεως αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος είχε παραιτηθή της θέσεώς του ως αρχηγού της Εθνοφυλακής λόγω διαφωνιών του με την Κυβέρνησιν περί την οργάνωσιν αυτής (αρχάς Νοεμβρίου 1862). Παρά ταύτα η Κυβέρνησις διατηρεί τιμητικώς την άμαξαν αυτού και την επ΄ ενοικίω κατοικίαν του δαπάναις του Δημοσίου.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Οι μνημονευόμενοι εν συνε­χεία Γ. Πετιμεζάς, Ι. Παπαζαφειρόπουλος και Σπ. Ζαβιτσάνος υπήρξαν σημαίνοντα στελέχη της Ναυπλιακής επαναστάσεως εξαιρεθέντα της αμνη­στίας του Όθωνος. Εκ τούτων οι Γ. Πετιμεζάς, εφέτης Ναυπλίου, και Ι. Παπαζαφειρόπουλος, δικηγόρος Ναυπλίου, ήσαν μέλη της επί της ασφα­λείας επιτροπής της επαναστάσεως και επεβιβάσθησαν του αγγλικού ατμο­πλοίου κατά την αναχώρησιν των επαναστατών, ο δε Σπ. Ζαβιτσάνος, πρό­ξενος του Βελγίου, εις τον διπλωματικόν σάκκον του οποίου κατεσχέθη η επιστολή των επαναστατών, η προκαλέσασα την σύλληψιν των εν Αθήναις στελεχών της επαναστάσεως, επεβιβάσθη μετά των Δ. Τσόκρη και Γ. Φραγ­κιά του γαλλικού ατμοπλοίου.

 

Συνεδρίασις της 8ης Ιανουαρίου 1863:

Εν τη σημερινή συνεδριάσει, παρόντων των μελών της Προσωρινής Κυβερνήσεως και των Υπουργών της Επικρατείας, απεφασίσθη να δοθή χρηματική βοήθεια εις τον πολλά παθόντα και ζημιωθέντα υπέρ της μεταπολιτεύσεως αξιωματικόν του πεζικού κ. Ν. Μακρήν εκ δραχ. 1.500….

Ούτος εν εκτοπίσει διατελών εις Ναύπλιον από του Μαΐου 1861 μετέσχεν ενεργώς της Φεβρουαριανής επαναστάσεως αποσταλείς υπό των επαναστα­τών εις Σύρον και αγωνισθείς παρά το πλευρόν του Λεωτσάκου.

Τοιαύται λοιπόν υπήρξαν αι επισήμως τουλάχιστον χορηγηθείσαι υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως της Μεσοβασιλείας υλικαί παροχαί εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως. Φαίνεται όμως ότι πέραν τούτων υπήρξαν και άλλαι ανεπίσημοι και δη κατά πολύ μεγαλύτε­ροι. Και τούτο προκύπτει εκ της αποκαλύψεως μερικών των τοιούτων ατο­μικών και χαριστικών παροχών και τον εκσπάσαντα σχετικόν σάλον κατά το 1863. Έναυσμα του δημιουργηθέντος θορύβου υπήρξεν επιστολή του αξιωματικού του στρατού Δ. Λώρη δημοσιευθείσα την 22αν Μαρτίου 1863 [5] και καταγγέλλουσα ότι υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως των Βούλγαρη, Κανάρη και Μπενιζέλου Ρούφου κατεβλήθησαν χιλιάδες δραχμών εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως υπό το πρόσχημα της αποζημιώσεώς των δια τους αγώνας και τα δεινά, άτινα υπέστησαν υπέρ της μεταπολιτεύσεως.

Επηκολούθησεν η αποκάλυψις, εις την Εθνοσυνέλευσιν, της αυθαιρέτου, παρατύπου και ανενταλμάτου διαθέσεως 40.000 δραχμών υπό της Προσωρινής Κυβερνήσεως, εξ ων 15.000 δραχμαί εις τον στρατηγόν

Γρίβας Θ. Δημήτριος

ως αποζημίωσίς του δια τας υπέρ της μεταπολιτεύσεως υπηρεσίας του, αι δε λοιπαί 25.000 εις τους σωματάρχας αυτού, μεταξύ των οποίων οι Χ. Κατσικογιάννης, Ν. Μακρής και Χρ. Γρίβας, άπαντες σημαίνοντα στελέχη της Φεβρουαριανής Ναυπλιακής επαναστάσεως.

Σύσ­σωμος τότε ο λαός του Ναυπλίου εξηγέρθη [6] και απήτησε να του αποδοθούν τα χρήματα, τα οποία κατέβαλεν εις τους υπέρ των επαναστατών εράνους διαρκούσης της Ναυπλιακής επαναστάσεως, κατατεθείσης μάλιστα και σχε­τικής προτάσεως εις την Εθνοσυνέλευσιν [7].

Ο θόρυβος εκόπασεν έπ’ ολίγον εκ της μεσολαβήσεως των γνωστών «Ιουνιακών», μετά την παρέλευσιν των οποίων επανελήφθησαν αι αιτιάσεις περί «λαφυραγωγίας του δημοσίου πλούτου» και «διαρπαγής του δημοσίου ταμείου υπό αφιλοκερδών πατριω­τών», ευθέως δε κατηγορήθη ο πρωτεργάτης της Ναυπλιακής επαναστάσε­ως αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος ως παρανόμως λαβών παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως 25.000 δραχμάς, γεγονός το οποίον και ο ί­διος παρεδέχθη[8], διευκρινών όμως συνάμα ότι εξ αυτών μόνον αι 3.000 ή­σαν χαριστικαί, αι δε λοιπαί απόδοσις αναδρομικώς των μισθών του, τους οποίους είχε στερηθή επί Όθωνος τεθείς εις υποχρεωτικήν αργίαν. Ως ήδη ανεφέρθη, όλαι σχεδόν αι κατά τα ανωτέρω υλικαί παροχαί παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως εις τους πρωτεργάτας της Ναυπλιακής επαναστάσεως εγένοντο κατά το τρίμηνον Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου 1862.

Μετ’ ολίγον, δι’ ειδικού ψηφίσματος της συγκληθείσης εν τω μεταξύ Εθνοσυνελεύσεως, απηγορεύθη εις την Κυβέρνησιν η χορήγησις συντά­ξεων και πάσης φύσεως υλικών παροχών, υπέρ οιουδήποτε προσώπου, απορρεουσών εξ οιωνδήποτε εκδουλεύσεων υπέρ της μεταπολιτεύσεως.

Α­ξίζει πάντως να σημειωθή ότι εν μέσω των γενομένων αυτών υπό της Προ­σωρινής Κυβερνήσεως ατομικών και χαριστικών παροχών, ουδεμία ελήφθη υπ’ αυτής πρόνοια, δια τας οικογενείας των φονευθέντων αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστάσεως, αρκετοί των οποίων κατέλιπον συζύγους εν χηρεία, απόρους γονείς, ανήλικα τέκνα και ανυπάνδρους αδελφάς και θυγατέρας.

Τούτο όμως επεχείρησεν, εν τινι μέτρω, ολίγους μήνας αργότερον η Εθνοσυνέλευσις. Την 16ην Μαρτίου 1863 η επί των οικονομικών Επιτροπή αυ­τής υπέβαλεν [9] εις την ολομέλειαν του σώματος την εξής πρότασιν ψηφί­σματος συνοδευομένην υπό της σχετικής εισηγητικής εκθέσεως:

 

Η εν Αθήναις Β’ των Ελλήνων Συνέλευσις

Θεωρούσα ότι η πατρίς οφείλει να αποδείξη, ότι εκτιμά πρεπόντως και ανταμείβει επαξίως τας υπέρ των ελευθεριών αυτής προσφερθείσας θυσίας

Ψηφίζει

Α) Χορηγεί τοις επιζώσι γονεύσι του αειμνήστου ανθυπασπιστού Παγώνη, του εν τω Αργολικώ πεδίω κατά την 8ην Φεβρουαρίου 1862 πεσόν­τος, μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δραχ. 100, προικίζει τας ανηλίκους αδελφάς αυτού με 150 στρέμματα εθνικής γης πρώτης ποιότητος κατ εκλογήν, όταν φθάσωσιν εις ώραν γάμου, και διατάττει οι αδελφοί αυτού να προτιμηθώσιν ως υπότροφοι της Κυβερνήσεως.

Β) Χορηγεί, χάριν του κατά την εν Αρεία της 1ης Μαρτίου 1862 συμπλοκήν πεσόντος αειμνήστου ανθνπολοχαγού Δυοβουνιώτη, τω υποστρατήγω Δυοβουνιώτη, πατρί αυτού, και τη μητρί του μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δραχ. 400.

Γ) Χορηγεί εις την χήραν του αειμνήστου Λεωτσάκου, πεσόντος εν Κύθνω την 1ην Μαρτίου 1862, ενόσω μένει εις την χηρείαν, μηνιαίαν σύντα­ξιν εκ δραχ. 100, και διατάττει να ανατραφή ο υιός του ως υπότροφος υπό της Κυβερνήσεως, και να προικισθή η ανήλικος κόρη του, όταν υπανδρευθή, με 150 στρέμματα πρώτης ποιότητος εθνικής γης κατ εκλογήν.

Δ) Χορηγεί εις τας αδελφάς του ωσαύτως εν Κύθνω κατά την 1ην Μαρ­τίου 1862 πασόντος αειμνήστου Μωραϊτίνη, όταν έλθωσι εις γάμον, ανά 200 στρέμματα πρώτης ποιότητος και κατ εκλογήν εθνικής γης, και διατάττει να εξακολουθή η παρά της Προσωρινής Κυβερνήσεως χορηγουμένη υποτρο­φία των δύο αδελφών του εν Ευρώπη μέχρις αποπερατώσεως των σπουδών των.

Ε) Χορηγεί εις την μητέρα του ωσαύτως εν Κύθνω κατά την 1ην Μαρ­τίου 1862 πεσόντος αειμνήστου Σκαρβέλη μηνιαίαν ισόβιον σύνταξιν εκ δρχ. 300, προικίζει την άγαμον αδελφήν αυτού με 200 στρέμματα εθνικής γης πρώτης ποιότητος και κατ εκλογήν, όταν φθάση εις ώραν γάμον, και διατάτ­τει ο αδελφός αυτού να προτιμηθή ως υπότροφος του Δημοσίου.

ΣΤ) Χορηγεί σύνταξιν ισόβιον εκ δραχ. 40 εις τον Σπυρίδωνα Δήμα Πίνην πληγωθέντα κατά την 29ην Μαρτίου εν τω ελαιώνι των Αθηνών, μεταβαίνουσαν μετά τον θάνατόν του και εις την επιζήσουσαν σύζυγόν του.

Ζ) Εάν τα πρόσωπα, εις τα οποία παρεχωρήθησαν αι ανωτέρω συντά­ξεις, απολαύωσιν ή θέλωσιν απολαύσει ετέραν σύνταξιν ή μισθόν, δεν γίνεται συσσώρευσις, αλλά θέλουν λαμβάνει το μεγαλύτερον εξ αυτών ποσόν, η δε πα­ραχωρηθείσα σύνταξις εις αμφότερους τους σνζύγους μεταβαίνει μετά την αποβίωσιν του ενός εις τον έτερον.

 

 Εν Αθήναις τη 15 Μαρτίου 1863

Η Επιτροπή

Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ, Ε. ΠΑΡΙΣΗΣ, Γ. ΠΕΡΩΤΗΣ

Ο Εισηγητής

Λύσανδρος Βιλαέτης.

 

Η ευμενής απήχησις εκ της αναγνώσεως της προτάσεως αυτής εις την Εθνοσυνέλευσιν και η συγκίνησις εις όλας τας πτέρυγας αυτής και το ακροατήριον, ως πάντα ταύτα αναλυτικώς περιγράφονται εις τα πρακτι­κά της συνεδριάσεως (16-3-1863), παρέσυρε προφανώς νεωτέρους τινάς ερευνητάς [10] εις το να παραδεχθούν, όλως εσφαλμένως, την έγκρισιν του σχε­τικού ψηφίσματος, έτι δε και την απονομήν των προταθεισών παροχών.

Όμως τοιούτον ψήφισμα ουδέποτε ενεκρίθη. Κατά τον Κανονισμόν της Ε­θνοσυνελεύσεως (άρθρον 32 αυτού ψηφισθέντος την 19-1-1863) η πρότασις μετά της οικείας αιτιολογικής εκθέσεως ώφειλε, μετά την ανάγνωσίν της υπό του εισηγητού, να τυπωθή, εν συνεχεία να διανεμηθή μεταξύ των πλη­ρεξουσίων και να συζητηθή εις ετέραν τακτήν συνεδρίασιν της Εθνοσυν­ελεύσεως, ίνα τεθή εις τελικήν ψηφοφορίαν. Και η πρότασις του ψηφί­σματος αυτού, μετά την ανάγνωσίν της, απεφασίσθη να τυπωθή. Όμως ούτε ετυπώθη, ούτε συνεζητήθη, πολλω δε μάλλον δεν ενεκρίθη. Και τούτο εμ­βάλλει κατ’ αρχήν εις εύλογωον απορίαν, λαμβανομένης υπ’ όψιν της όλως ευμενούς απηχήσεως εκ της αναγνώσεως της εις την Εθνοσυνέλευσιν.

Ότι όμως ούτος έχουν τα πράγματα, ότι δηλαδή η πρότασις αύτη τελούσα εις διαρκή αναβολήν αφέθη τελικώς εις την λήθην, προκύπτει και από το γεγο­νός ότι μετά ταύτα πολλαί κατετέθησαν εις την Εθνοσυνέλευσιν και υπό διαφόρων πληρεξουσίων παρόμοιοι προτάσεις υπέρ των αυτών προσώπων και δια την αυτήν αιτίαν, αλλά με διαφορετικόν το είδος των προτεινομέ­νων παροχών, ήτοι χορήγησιν μόνον μηνιαίων συντάξεων εις τας χήρας και τα ορφανά των ως άνω φονευθέντων αγωνιστών της Ναυπλιακής επαναστά­σεως, κατά τας συνεδριάσεις 16ης και 29ης Μαΐου 1863, ως και 12ης και 29ης Οκτωβρίου 1864 (έντυπον τοιαύτης προτάσεως γενομένης υπό του πληρεξουσίου Τριφυλίας και Υπουργού των Οικονομικών Σ. Σωτηροπούλου με ημερομηνίαν 19-10-1864 εύρηται εις Γενικά Αρχεία του Κράτους) [11].

Αλλ’ εκ του περιεχομένου των τελευταίων τούτων προτάσεων του διαφοροποιούντος, ως ελέχθη, τας προτεινομένας παροχάς εις χορηγήσεις αποκλειστι­κώς και μόνον συντάξεων εις τας χήρας και τα ορφανά των φονευθέντων, διαφαίνεται πλέον και ο λόγος, δι’ όν δεν ενεκρίθη τελικώς το αρχικόν ψή­φισμα.

Τούτο καθ’ ημάς οφείλεται εις τας διατάξεις αυτού τας αφορώσας εις προικοδοτήσεις των αγάμων θυγατέρων και αδελφών των φονευθέντων με στρέμματα εθνικής γης, πρώτης μάλιστα ποιότητος και κατ’ εκλογήν, δια­τάξεις αρρήκτως συνδεόμενος ως εκ της φύσεώς των με το ήδη περίπλοκον πρόβλημα της διανομής της εθνικής γης και, το συναφές αυτώ, της αποκα­ταστάσεως των αγωνιστών του 1821. Τυχόν έγκρισις τοιαύτης προτάσεως όχι μόνον θα προσέθετεν εν ακόμη ανεκτέλεστον ψήφισμα εις τα μέχρι τότε παρομοίας φύσεως εκδοθέντα, αλλά θα απετέλει και πρόκλησιν δια τους αγωνιστάς του 1821 και τους απογόνους των, οι οποίοι δεν είχον ακόμη αποκατασταθή δια τας υπέρ του Αγώνος θυσίας των.

 

Νικ. Δ. Πιέρρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία του συγγραφέα (εκτός του πολυτονικού)

Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Ναύπλιον 4 – 6 Δεκεμβρίου 1976), Αθήναι, 1979. 

 

Υποσημειώσεις


 

[1]Συνεδριάσεις της 24ης και 25ης Αυγούστου 1845.

[2]Δ. Πετρακάκου, Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, τ. Β’, σσ. 495 κ. έπ.

[3]Τα αποσιωπητικά εις τα παρατιθέμενα αποσπάσματα αντιστοιχούν εις έτερα θέματα της ημερησίας διατάξεως εκάστης συνεδριάσεως μη ειδικώς σχετιζόμενα με τους αγωνιστάς της Ναυπλιακής επαναστάσεως.

[4]Εφημερίς «Αιών»,άρ. φ. 2057 της 13-8-1862.

[5]Εφημερίς «Εθνοφύλαξ», άρ. φ. 227 της 22-3-1863.

[6]Εφημερίς «Εθνοφύλαξ», άρ. φ. 266 της 23-5-1863.

[7]Συνεδριάσεις της 7ης και 8ης Μαΐου 1863.

[8]Πάνου Κορωναίου, Έλεγχος των δημοσιευθέντων εντός και εκτός Ελλάδος εγγράφων περί των συμβάντων του Ιουνίου 1863, σ. 75, υποσημ., 78.

[9] «Επίσημος Εφημερίς της Συνελεύσεως», αρ. φ. 38 της 8- 4 -1863, σ. 298 κ. έπ.

[10] Βλ. Αι αγορεύσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου, εκδοσις Εθνικού Κήρυκος, Περίοδ. Α’, τ. 2, σ. 71-72.

[11]ΓΑΚ Συλλογή Βλαχογιάννη, Ε’ Ιδιωτικαί Συλλογαί, φ. 209, Εθνοσυνελεύσεις, Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1864.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Ιφιγένεια εν Αυλίδι – Αρχαίο Θέατρο Άργους | Φεστιβάλ Άργους 2012


 

  

Την Ιφιγένεια εν Αυλίδι του Ευριπίδη, παρουσιάζει την Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012 στο  Αρχαίο Θέατρο Άργους, η 5η ΕΠΟΧΗ ΤΕΧΝΗΣ, σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βέροιας.

Η Ιφιγένεια εν Αυλίδι, ένα από τα κορυφαία κείμενα της αρχαίας ελληνικής πραγματείας, είναι κείμενο βαθύτατα πολιτικό, ένα ειρωνικό και ταυτόχρονα τραγικό σχόλιο πάνω στο θέμα της πολιτικής σκοπιμότητας. Η Ιφιγένεια σύμβολο κάθε θυσίας, είναι το εξιλαστήριο θύμα των πολιτικών σκοπιμοτήτων κάθε εποχής. Η Ιφιγένεια δεν θυσιάζει μόνο τη ζωή της, αλλά κυρίως, θυσιάζει, την αθωότητα της καθώς καλείται σχεδόν ακαριαία, να συνειδητοποιήσει το ανελέητο του κόσμου αυτού.

 

Ιφιγένεια εν Αυλίδι

 

H παράσταση…

«Η παράσταση επιχειρεί μια σύγχρονη σκηνική ανάγνωση του κειμένου, μέσα σε ένα ποιητικό εικαστικό περιβάλλον, με την σύγχρονη μουσική επεξεργασία του Κ. Βήτα.

Ένας πυροβολισμός. Σκοτάδι.

Μια γυναίκα νεκρή. Κάπου κοντά σε μια παραλία. Ένα σύνολο γυναικών μάρτυρες του θανάτου, ανακρίνονται. Αυτοκτονία ή δολοφονία. Ο χορός αποκτά πρόσωπο, κάθε γυναίκα εκφράζεται διαφορετικά. Τα χορικά γίνονται το σημείο συνάντησης και αντιπαράθεσης με την ιστορία. Οι ήρωες αναζητούν καθένας τη δική του αλήθεια εκφράζοντας καθένας ένα διαφορετικό κόσμο, που αρνείται πεισματικά να συνυπάρξει με το αυτονόητο…

Η έννοια της θυσίας αποκτά πολλαπλές διαστάσεις. Συγγενεύει με τη δολοφονία…» Τη σκηνοθεσία υπογράφει ο Θέμης Μουμουλίδης.

Πρωταγωνιστούν:

Καρυοφυλλiά Καραμπέτη [Κλυταιμνήστρα], Στέλιος Μάϊνας [Αγαμέμνων] Ιωάννα Παππά [Ιφιγένεια], Μηνάς Χατζησάββας [πρεσβύτης], Γιάννης Στάνκογλου [Αχιλλέας], Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου [άγγελος], Άγγελος Μπούρας [Μενέλαος], Λουκία Μιχαλοπούλου, Μαρούσκα Παναγιωτοπούλου, Γιάννα Παπαγεωργίου, Λένα Παπαληγούρα, Αρετή Πασχάλη. Σε ρόλο κορυφαίας η Ρίτα Αντωνοπούλου.

Η παράσταση ανεβαίνει σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία – επεξεργασία κειμένου Θέμη Μουμουλίδη, σκηνικό Γιώργου Πάτσα, κοστούμια Παναγιώτα Κόκκορου, μουσική Κωνσταντίνου Βήτα, φωτισμούς Νίκου Σωτηρόπουλου.

 

Ιφιγένεια εν Αυλίδι

 

Η ιστορία…

Η «Ιφιγένεια εν Αυλίδι«, είναι το προτελευταίο έργο του Ευριπίδη. Πραγματεύεται τη θεϊκή βούληση της Άρτεμης να θυσιαστεί η Ιφιγένεια, κόρη του βασιλιά των Μυκηνών, Αγαμέμνονα, προκειμένου να φυσήξουν ούριοι άνεμοι και να κινήσει ο στόλος των Ελλήνων για την Τροία. Ο πόλεμος γίνεται αυτή τη φορά γιατί ο Πάρις έκλεψε την Ελένη σύζυγο του Μενέλαου, προσβάλλοντας έτσι την Ελλάδα. Ο στόλος των Ελλήνων περιμένει στην Αυλίδα να φυσήξουν οι άνεμοι…

Η αρχική απόφαση του Αγαμέμνονα ν’ αποδεχτεί το χρησμό, μέσα σε μία κατάσταση σύγχυσης και πανικού και η ψευδής ανακοίνωσή του για γάμο της Ιφιγένειας με τον Αχιλλέα προκειμένου να οδηγηθεί η Ιφιγένεια στην Αυλίδα, σύντομα ανακαλείται από τον ίδιο. Ωστόσο τελικά, ο Αγαμέμνων, παρά τις ικεσίες της Κλυταιμνήστρας και της Ιφιγένειας, αποφασίζει τη θυσία. Η Ιφιγένεια, καλείται σε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει την αμετάκλητη αλλαγή στη ζωή της. Αδύναμη και αηδιασμένη απέναντι στη βία του στρατεύματος, ανυπεράσπιστη, κι αθώα, αποφασίζει, με ένα λόγο ειρωνικό που φτάνει στα όρια του σαρκασμού, να θυσιαστεί οικειοθελώς. Η θυσία αποφασίζεται! Η εκστρατεία θα ξεκινήσει…

Η ιστορία συνεχίζεται…

Δευτέρα 6 Αυγούστου 2012  ώρα: 9.00 μμ.

Αρχαίο Θέατρο Άργους 

Οργάνωση: Κ.Ε.Δ.Α-Μ

Πληροφορίες: 2751360791 -92 -93

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Οιδίπους Τύραννος – Αρχαίο Θέατρο Άργους | Φεστιβάλ Άργους 2012  


 

 

Μετά την πετυχημένη πρεμιέρα στο αρχαίο θέατρο της Επιδαύρου, η κλασική τραγωδία του Σοφοκλή, σε μια ανάγνωση του γνωστού λιθουανού σκηνοθέτη Τσέζαρις Γκραουζίνις, «Οιδίπους Τύραννος» συνεχίζει την περιοδεία της στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους, στις 2 Αυγούστου 2012.

Ο Οιδίποδας, το παιδί της Τύχης.

Ο Οιδίποδας, ως το αρχετυπικό πρόσωπο που προκαλεί τη μοίρα του.

 

Οιδίπους Τύραννος

 

Ο Οιδίπους Τύραννος του Σοφοκλή (430-425 π.Χ.), σε σκηνοθεσία και διασκευή Τσέζαρις Γκραουζίνις, είναι μια αρσενική τελετουργία που ψάχνει πως είναι να χάνει κανείς, παραμένοντας «νικητης», πως «κερδίζει» ενώ τα αρνείται όλα. Οι ηθοποιοί, χρησιμοποιώντας τα ουσιώδη εργαλεία του θεάτρου, όχι μόνο παρουσιάζουν την ιστορία του Οιδίποδα, αλλά εκθέτουν στα μάτια του κοινού και την ίδια τη διαδικασία της θεατρικής δημιουργίας της.

Μετάφραση:Μίνως Βολανάκης
Σκηνοθεσία: Τσέζαρις Γκραουζίνις
Μουσική Σύνθεση: Δημήτρης Θεοχάρης
Σκηνικά – Κοστούμια: Κέννι Μακλίλαν
Φωτισμοί: Νίκος Βλασόπουλος
Βοηθός σκηνοθέτη: Μάρω Παπαδοπούλου

Παίζουν οι ηθοποιοί: Αιμίλιος Χειλάκης, Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, Χρήστος Σαπουντζής, Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτο Φάις, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Κώστας Σειραδάκης, Παναγιώτης Εξαρχέας, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι.

Μια συμπαραγωγή της εταιρίας αρτivities, του ΔΗΠΕΘΕ Βόλου και του φεστιβάλ Επιδαύρου.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »