Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Πολιτισμός’

Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος – Χαράλαμπος Κριτζάς


 

Ο τιμώμενος δρ. Βασίλειος Πετράκος, ως αρμόδιος Έφορος Αρχαιοτήτων, συνέδεσε το όνομά του μεταξύ άλλων με δύο περιοχές της Αττικής και έδρες σπουδαίων αρχαίων δήμων, τον ‘Ραμνοῦντα και τον Μαραθῶνα. Και τα δύο τοπωνύμια είναι φυτωνυμικά,  από την ῥάμνον και το μάραθον αντίστοιχα.

Ως γνωστόν οι καταλήξεις φυτωνυμικών τοπωνυμίων σε -οῦς και -ών δηλώνουν πλησμονή του αντίστοιχου φυτού στην συγκεκριμένη περιοχή. Ανάλογα με το ‘Ραμνοῦς είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἀγνοῦς, Ἀνθεμοῦς, Ἀχερδοῦς, Ἀχραδοῦς, Δαφνοῦς, Ἐλαιοῦς, Θριοῦς, Κερασοῦς, Μαραθοῦς, Μυρικοῦς, Μυρρινοῦς, Πυξοῦς, Ριζοῦς, Σελινοῦς, Σκιλλοῦς, Σχοινοῦς, Τρεμιθοῦς, Φηγοῦς, Φοινικοῦς, Φυκοῦς κλπ.[1] Ανάλογα με το Μαραθὼν είναι για παράδειγμα τα τοπωνύμια Ἑλικών, Καλαμών, Πλατανών, Σικυών, Φοινικών, κλπ.[2] Θεώρησα λοιπόν ότι μια συμβολή με θέμα «Φυτωνυμικά τοπωνύμια Κωμών της Αργολίδος» θα ήταν αρμόζουσα στον τιμητικό τόμο ενός ‘Ραμνουσίου.

Επειδή ορισμένοι, τόσο στην αρχαιότητα όσο κυρίως στα νεώτερα χρόνια, με τον γεωγραφικό όρο Αργολίς εννοούν και την  Επιδαυρία και την Ερμιονίδα, διευκρινίζεται ότι η μελέτη θα περιοριστεί σε κώμες της Ἀργείας, της επικράτειας του Άργους κατά την κλασική εποχή. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται και ορισμένες αμάρτυρες μέχρι τώρα κώμες, που αναφέρονται στους  νέους χαλκούς πίνακες από το αρχείο του ιερού της Παλλάδος που βρέθηκε στην πόλη του Άργους.[3] Οι κώμες παρατίθενται και σχολιάζονται κατωτέρω κατά αλφαβητική σειρά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μυκηναϊκή Ακρόπολη Τίρυνθας  – Άλκηστις Παπαδημητρίου


 

Σύντομη περιγραφή

 

Η Τίρυνθα κατοικήθηκε για πρώτη φορά στη Νεολιθική εποχή (7η-4η χιλιετία π.Χ.), όπως μαρτυρούν τα λιγοστά κεραμικά ευρήματα που προήλθαν από τα βαθύτερα αρχαιολογικά στρώματα, και παρέμεινε αδιάλειπτα σε χρήση μέχρι την εποχή που ιδρύθηκε η επιβλητική της οχύρωση.

Τα αρχαιότερα αρχιτεκτονικά λείψανα χρονολογούνται στην Πρώιμη εποχή του Χαλκού (3η χιλιετία π.Χ.). Μεγάλα συγκροτήματα οικιών προσαρμόζονται πάνω στις πλαγιές του λόφου και οργανώνονται γύρω από ένα τεράστιο κυκλικό οικοδόμημα (διαμέτρου 27-28 μ.) στην κορυφή του νότιου εξάρματός του, την Άνω Ακρόπολη. Παρά τις διαφορετικές απόψεις σχετικά με τη χρήση του (οχυρωμένο ανάκτορο, μνημειώδες ταφικό κτίσμα ή ιερό), το κυκλικό οικοδόμημα είναι δυνατόν να ερμηνευθεί στο πλαίσιο της οργάνωσης του πρώτου αστικού συστήματος ως ένας χώρος που λειτουργούσε ως διοικητικό κέντρο και είχε προσαρμοσθεί μορφολογικά στο συγκεκριμένο γεωλογικό υπόβαθρο.

Κατά τη Μέση εποχή του Χαλκού (1900-1600 π.Χ.) πραγματοποιούνται επιχωματώσεις και κατασκευές ανδήρων στην Άνω Ακρόπολη με στόχο τη διαμόρφωση επίπεδων επιφανειών για την ανέγερση των κτιρίων. Παρά τις δυσκολίες στη διερεύνηση των λειψάνων αυτής της εποχής λόγω της μεταγενέστερης οικοδομικής δραστηριότητας, η κατοίκηση του χώρου θεωρείται βέβαια.

Η μεγάλη ακμή ωστόσο της Τίρυνθας συνδέεται με την Μυκηναϊκή εποχή (1600-1050 π .Χ.). Η οχύρωση και τα οικοδομικά συγκροτήματα της Ακρόπολης, που χωρίζεται σε τρία τμήματα: την Άνω, τη Μέση και την Κάτω Ακρόπολη, διαμορφώθηκαν στην διάρκεια των ανακτορικών χρόνων (14ος και 13ος αιώνας π.Χ.). Τα «κυκλώπεια» τείχη κατασκευάστηκαν σε τρεις οικοδομικές φάσεις που χρονολογούνται στις αρχές και τα τέλη του 14ου αιώνα και στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. και αποτελούν μία σταδιακή επέκταση της οχύρωσης από το νότιο και υψηλότερο προς το βόρειο και χαμηλότερο τμήμα του λόφου.

Η κύρια είσοδος της Ακρόπολης βρισκόταν στην ανατολική πλευρά και οδηγούσε μέσω μιας μεγάλης ράμπας, μήκους 47 μ., προς την Άνω Ακρόπολη. Η μεγάλη Πύλη που έχει πανομοιότυπη κατασκευή με την Πύλη των Λεόντων στις Μυκήνες σηματοδοτούσε το σημείο έναρξης μιας εντυπωσιακής πορείας προς το Ανάκτορο. Περνώντας κανείς από διαδρόμους που διακόπτονταν από εσωτερικές Αυλές και δύο Πρόπυλα, το μεγάλο και το μικρό, κατέληγε στην κεντρική Αυλή. Η περίστυλη αυτή Αυλή με το Βωμό στη νότια πλευρά της αποτελούσε μία ενότητα με το μεγάλο Μέγαρο. Σ’ αυτούς τους χώρους κορυφώνεται και προσωποποιείται το μεγαλείο της μυκηναϊκής ανακτορικής ιδεολογίας.

 

Μυκηναϊκή Ακρόπολη Τίρυνθας. Φωτογραφία: Γερμανικό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο, Παράρτημα Αθηνών.

 

Εδώ ο ανώτατος άρχων, ο wanaka των πινακίδων της Γραμμικής Β’ Γραφής, δεξιώνεται τους επίσημους ξένους και τους υπηκόους του αλλά και πραγματοποιεί τις σημαντικότερες λατρευτικές τελετουργίες συγκεντρώνοντας στο πρόσωπο του όλες τις εξουσίες. Το ανακτορικό συγκρότημα πλαισιώνουν η ανατολική και δυτική Πτέρυγα με κορυφαία δείγματα της μυκηναϊκής αρχιτεκτονικής το λεγόμενο μικρό Μέγαρο και το Λουτρό αντίστοιχα. Οι περίτεχνες νωπογραφίες που κοσμούσαν τα δάπεδα και τους τοίχους όχι μόνο του μεγάλου Μεγάρου αλλά και άλλων κτηρίων του ανακτορικού συγκροτήματος μεταφέρουν τον απόηχο του μεγαλείου της Μυκηναϊκής εποχής. Κύρια όμως μορφή έκφρασης της ισχύος του ανακτορικού συστήματος αποτελούν τα αρχιτεκτονικά επιτεύγματα. Εκτός από την εντυπωσιακή οχύρωση συγκαταλέγονται σ’ αυτά και οι λεγόμενες Γαλαρίες. Χτισμένες στο ανατολικό και νότιο σκέλος του τείχους της Άνω Ακρόπολης αποτελούνται από έναν μακρύ διάδρομο, στον οποίο εφάπτεται σειρά δωματίων, που χρησίμευαν πιθανώς ως αποθηκευτικοί χώροι. Η ανατολική και νότια Γαλαρία έχουν οικοδομηθεί κατά το εκφορικό σύστημα και απολήγουν σε οξυκόρυφα τόξα.

 

REISINGER, Ernst. «Griechenland Schilderungen deutscher Reisender In zweiter, veränderter Auflage herausgegeben. Mit 90 Bildtafeln, davon 62 nach Aufnahmen der Preussischen Messbildanstalt», Leipzig, Insel-Verlag, 1923.

Η ανατολική θολωτή γαλαρία στην ακρόπολη της Τίρυνθας, από τα νότια, το 1923. Η φωτογραφία απεικονίζει ίσως το πιο διάσημο και χαρακτηριστικό σημείο της ακρόπολης, μια από τις θολωτές «Γαλαρίες», οι οποίες χτίστηκαν στα νότια και στα ανατολικά της Άνω ακρόπολης. Πρόκειται για μακρόστενους διαδρόμους με τοξωτή οξυκόρυφη στέγη, που οδηγούν σε τετράγωνα δωμάτια του τείχους.

 

Στα βόρεια της Άνω Ακρόπολης και σε χαμηλότερο επίπεδο βρίσκεται η Μέση Ακρόπολη, ένας χώρος που φιλοξένησε μεταξύ άλλων και ένα μέρος των ανακτορικών εργαστηρίων. Σ’ αυτήν οδηγεί μία κλίμακα που προστατεύεται από έναν καμπύλο Προμαχώνα και έναν Πύργο, κορυφαίο δείγμα του αμυντικού χαρακτήρα της οχυρωματικής αρχιτεκτονικής των Μυκηναίων. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Οι Αγωνιστές του ’21» | Εθνική Πινακοθήκη – Παράρτημα Ναυπλίου


 

Η έκθεση του Γιάννη Ψυχοπαίδη «Οι Αγωνιστές του ’21» εγκαινιάζεται τη Δευτέρα 22 Ιουλίου 2024, στις 8.30μμ, στο Παράρτημα Ναυπλίου της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείου Αλεξάνδρου Σούτσου. Θα διαρκέσει έως τις 28 Φεβρουαρίου 2025.

Ο Γιάννης Ψυχοπαίδης δημιουργεί μια πινακοθήκη πορτρέτων «των αγωνιστών του ’21», αποδίδοντας τις μορφές των αγωνιστών χωρίς εξιδανικεύσεις. Οι ήρωες, μέσα από έντονα φωτεινά χρώματα και μέσα από το μαυρόασπρο της ξυλογραφίας, εγγράφονται στη συλλογική μνήμη ως φορείς του διαχρονικού μηνύματος για ελευθερία, αποδεικνύοντας, ότι ο απόηχος του αγώνα παραμένει πάντα ισχυρός και πηγή έμπνευσης για τους σύγχρονους καλλιτέχνες.

 

Γιάννης Ψυχοπαίδης «Οι Αγωνιστές του ’21».

 

Το βλέμμα «των αγωνιστών του ’21» προσκαλεί τον θεατή να αποκαλύψει όλες εκείνες τις δυνάμεις, που έκρυβαν μέσα τους οι ήρωες, τα συναισθήματα και τις σκέψεις τους, και συγχρόνως επιχειρείται ένας διάλογος με τα έργα της ηρωικής απεικόνισης της Ελληνικής Επανάστασης, που παρουσιάζονται στην έκθεση, δίνοντας αισθητή μορφή στον ιστορικό χαρακτήρα της πόλης του Ναυπλίου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βίκτωρ Ουγκώ, ο φιλέλλην ποιητής – Αναστάσιος Αγγ. Στέφος


 

Βίκτωρ Ουγκώ, δημοσιεύεται στο αγγλικό περιοδικό «The Graphic», 13 Οκτωβρίου 1877.

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (Victor Hugo, 1802-1885), επιφανής Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, δραματουργός, ζωγράφος, εκδότης και πολιτικός, μια χαρισματική και πολυσχιδής προσωπικότητα, από τις φωτεινότερες μορφές του γαλλικού λογοτεχνικού πανθέου του 19ου  αιώνα, γεννήθηκε στην πόλη Besançon [Μπεζανσόν της ανατολικής Γαλλίας] και ήταν γιος ανώτερου αξιωματικού του γαλλικού στρατού. Σε ηλικία 15 ετών δημοσίευσε τους πρώτους στίχους του, Cahiers de vers français, εκδηλώνοντας την ποιητική του κλίση, και, μετά από δύο έτη, θα εκδώσει με τον αδελφό του Abel, το περιοδικό Conservateur littéraire, δημοσιεύοντας άρθρα που προδίκαζαν τη λαμπρή του σταδιοδρομία και τη βράβευσή του στον ποιητικό διαγωνισμό της Ακαδημίας της Τουλούζης (1819). Από το 1823 εκδίδει με άλλους νέους το περιοδικό Γαλλική Μούσα (Muse française).

Αντίθετος με το ρεύμα του κλασικισμού, εξελιχθείς σε πρωτεργάτη της ρομαντικής κίνησης, υπεραμύνεται των ιδεών για κοινωνική ισότητα και καταδίκη της αδικίας, υπέρμαχος της δημοκρατίας και με παιδεία με βαθιές ρίζες στη Γαλλική Επανάσταση.

Γνήσιο τέκνο του Γαλλικού Διαφωτισμού, εξελέγη μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας (1841), μέλος στη Βουλή των Ομοτίμων (1845), Βουλευτής Παρισίων (1871) και γερουσιαστής του νομού Σηκουάνα (1876).

Η επανάσταση του 1848, τον έριξε στη δίνη της πολιτικής. Συντηρητικός στην αρχή και βασιλόφρων, μεταστρέφεται σε φανατικό και ακραιφνή δημοκράτη, εναντίον του Ναπολέοντος Γ’ και μετά το πραξικόπημα του 1851 εξορίσθηκε στις Βρυξέλλες και στο Λονδίνο, για 18 χρόνια. Επέστρεψε στο Παρίσι, μετά την πτώση της αυτοκρατορίας (1870), και αναμείχθηκε πάλι με την πολιτική.

Πολυγραφότατος συγγραφέας[1] ο Ουγκώ έγινε πασίγνωστος με τα περίφημα κοινωνικά του μυθιστορήματα, με κορυφαίο έργο τους Αθλίους[2] (Les Misérables, 1862, μτφρ. Ιωάννης Σκυλίτσης – Ισιδωρίδης), το κοινωνικό ευαγγέλιο, όπως χαρακτηρίστηκε, αριστούργημα της γαλλικής λογοτεχνίας, που κυκλοφορούν την ίδια χρονιά με τη γαλλική έκδοση στο Παρίσι, ασκώντας, έτσι, ευεργετική επίδραση στους θεράποντες των Μουσών και στους ανθρώπους της διανόησης. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Fichti Art Festival 2024 –  «Το Παλιό Ρολόϊ του Μικρού Σταθμού» – Αφίξεις και αναχωρήσεις στο ελληνικό τραγούδι


 

«Το Παλιό Ρολόϊ του Μικρού Σταθμού» – Αφίξεις και αναχωρήσεις στο ελληνικό τραγούδι, την Δευτέρα 15 Ιουλίου στις 9 το βράδυ, στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Άργους, με τους:

  • Χρυσή Παπαγιαννούλη – τραγούδι
  • Νίκο Πλιό – τραγούδι, κιθάρα
  • Γιώργο Παπαδόπουλο – ηλεκτρική κιθάρα
  • Αντώνη Τζίκα – κοντραμπάσο
  • Τάσο Γιαννούση – τραγούδι, μπουζούκι, μπαγλαμά

 

Αφίξεις και αναχωρήσεις στο ελληνικό τραγούδι.

 

Από τον Μάνο Λοΐζο ως τον Τάκη Μουσαφίρη, από τον Μίκη Θεοδωράκη ως τις Τρύπες και από τον Μάνο Χατζιδάκι μέχρι τον Νίκο Παπάζογλου, οι αναφορές του τρένου στο ελληνικό τραγούδι είναι πάμπολλες, φανερώνοντας έτσι την θέση και την ιδιαίτερη – ουσιαστική και συμβολική – σημασία που είχε στην ζωή του Έλληνα αυτό το μαγικό μέσο μεταφοράς, ιδίως πριν την επέλαση του Ι.Χ. αυτοκινήτου και την απαξίωση του μέσου…

Έτσι λοιπόν στην συναυλία θα ακουστούν τραγούδια… σιδηροδρομικά, τραγούδια για σταθμούς αλλά και για λιμάνια, τραγούδια για αποχωρισμούς και συναντήσεις, τραγούδια χαμένων ερώτων και εραστών που ξανασμίξαν, στον πιο ταιριαστό χώρο, τον Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους.

 

Read Full Post »

Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833 – Σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής – Αλέκα Μπουτζουβή – Μπανιά


 

Στις 18 Ιανουαρίου 1823, το Ναύπλιο ανακηρύχθηκε Διοικητικό κέντρο, και αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι, ενώ ο πόλεμος συνεχιζόταν, η συνθηκολόγηση των Τούρκων, που κατέληξε στην αποχώρηση τους, το είχε μετατρέψει σε ασφαλές καταφύγιο.[1] Στοιχεία προσδιοριστικά της οικιστικής του φυσιογνωμίας μας προσφέρουν οι ξένοι ταξιδιώτες που το επισκέφθηκαν και οι απομνημονευματογράφοι της εποχής.

Οι περιγραφές που ακολουθούν περιορίζονται στο Ναύπλιο, χωρίς αναφορά ή σύγκριση με τις υπόλοιπες ελληνικές πόλεις, οι όποιες βρίσκονταν στην ίδια η σε χειρότερη κατάσταση, και το παρουσιάζουν σαν μια πόλη με μέτρια κτίσματα, σοκάκια, χαλάσματα και ρυπαρότητα. Το 1823, ο συνοδοιπόρος του λόρδου Byron, M. Schilizzi, περιγράφει το Ναύπλιο[2] σαν «μια κατεστραμμένη πόλη. Όλα τα σπίτια είναι καμένα ή ερειπωμένα. Αδύνατον να βρεις έστω και ένα κατάλληλο για κατοικία. Τα δύο καλύτερα σπίτια της πόλης, του Πετρόμπεη[3] και του Κολοκοτρώνη, δεν έχουν ούτε πόρτα ούτε παράθυρο. Καταλαβαίνετε τώρα τι είναι τα άλλα».

 

Η περιοχή της Χουρμαδιάς του Ναυπλίου και το Μπούρτζι, 1841. Ακουαρέλα σε χαρτί, έργο του Γάλλου ζωγράφου Πιερ Μπονιρότ (Pierre Bonirote, 1811-1891).

 

Ένα χρόνο αργότερα, το 1824, ο Άγγλος γιατρός William Black συναντάει «παντού τα σημάδια του πολυαίμακτου πολέμου, ρυπαροί δρόμοι, συχνά αποκλεισμένοι από ερείπια γκρεμισμένων σπιτιών και απορρίμματα».[4] Το 1827 ο Ν. Δραγούμης επισημαίνει ότι το Ναύπλιο «πόλις όλως τουρκική τας μεν οδούς είχε στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις, τας δε οικίας ξυλοκτίστους, πολυθύρους, σεσαθρωμένας και παντί αρρύθμους».[5]

Μάουρερ Γεώργιος – Λουδοβίκος, άγνωστος καλλιτέχνης, 1860. Αρχείο: Bayerische Akademie der Wissenschaften.

Το 1833 τέλος, όταν φθάνει ο Όθωνας και η Αντιβασιλεία, παρά τα μέτρα που εφάρμοσε ο Καποδίστριας, η κατάσταση του Ναυπλίου δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, όπως φαίνεται από την περιγραφή που δίνει ο Maurer: «λιθόστρωμα η πόλις δεν είχε. Δρομάκια στενά, απ’ όπου αμάξι δεν χωρούσε να περάσει. Η  κεντρική πλατεία, η πλατεία των Πλατανιών, γεμάτη πέτρες και χώματα από τα γκρεμισμένα σπίτια»… «Η τάφρος γύρω από τα τείχη είχε μεταβληθεί σ’ ένα έλος με απαίσιες αναθυμιάσεις, κι ωστόσο κατοικούσαν εκεί μέσα άνθρωποι μαζί με γουρούνια»[6].

Διαφορετική είναι η περιγραφή του Άγγλου κληρικού Waddinghton, που επισκέφθηκε την Ελλάδα το 1823-24.[7] Αυτός αποφεύγοντας τις επιμέρους περιγραφές, επισημαίνει τα πλεονεκτήματα εκείνα που θα επέτρεπαν την οικιστική βελτίωση της πόλεως. Κατά τη γνώμη του, το Ναύπλιο ήταν α) η πιο καλοχτισμένη πόλη της Ελλάδας, δεδομένου ότι κατοικήθηκε αποκλειστικά από Τούρκους και β) είχε υποστεί τις λιγότερες καταστροφές από τον πόλεμο, διατηρώντας το μεγαλύτερο τμήμα της σε καλή κατάσταση. Βέβαια τα πλεονεκτήματα αυτά είναι σχετικά και σε σχέση με την κατάσταση των υπόλοιπων ελληνικών πόλεων, προς τις όποιες συγκρινόμενο το Ναύπλιο, είχε τις προϋποθέσεις να αναπτυχθεί. (περισσότερα…)

Read Full Post »

33ο Φεστιβάλ Ναυπλίου |29 Ιουνίου – 7 Ιουλίου 2024


 

Το  Σάββατο 29 Ιουνίου ανοίγει την αυλαία του το 33ο Φεστιβάλ Ναυπλίου, το οποίο έχει φιλοξενήσει μερικά από τα λαμπρότερα σχήματα και καλλιτέχνες της διεθνούς κλασικής σκηνής και έχει τιμηθεί με τη διάκριση του καλύτερου φεστιβάλ από την Ένωση Ελλήνων Μουσικών Κριτικών.

Το Φεστιβάλ Ναυπλίου με καλλιτεχνικό διευθυντή τον διεθνούς φήμης πιανίστα και καλλιτεχνικό διευθυντή του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών Γιάννη Βακαρέλη, είναι ένας θεσμός που στα τριαντατρία χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας του έχει προσφέρει στο ελληνικό και διεθνές κοινό αναρίθμητες στιγμές υψηλής απόλαυσης, συγκίνησης και χαράς.

 

Φεστιβάλ Ναυπλίου

 

Η φετινή 33η έκδοση του Φεστιβάλ, σε συνεργασία και με την υποστήριξη του Δήμου Ναυπλιέων περιλαμβάνει εκδηλώσεις αφιερωμένες στα πενήντα χρόνια από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, όπως τη συζήτηση του Γιώργου Κουβαρά με την Άννα Διαμαντοπούλου στην Πρώτη Βουλή των Ελλήνων (Βουλευτικό)  και την συναυλία του Στέφανου Κορκολή και της Σοφίας Μανουσάκη με έργα Μίκη Θεοδωράκη  στο Μπούρτζι. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Γιαννούσης Τάσος


 

Τάσος Γιαννούσης

Ο Τάσος Γ. Γιαννούσης, δεξιοτέχνης του τρίχορδου μπουζουκιού, συνθέτης και τραγουδιστής, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975. Κατάγεται  από το Άργος. Πατέρας του είναι ο Αργείος, οικονομολόγος και πρόεδρος της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού Γιώργος Α. Γιαννούσης  και μητέρα του η Όλγα Γιαννούση, με καταγωγή από την Κάτω Μέλπεια Μεσσηνίας.

Άρχισε να παίζει τρίχορδο μπουζούκι και μπαγλαμά στην ηλικία των εννέα ετών,  μαθητεύοντας δίπλα στον παλιό ρεμπέτη δάσκαλο Θανάση Μπάστα ή «Συριανό» και ύστερα θεωρητικές και πρακτικές σπουδές στην Jazz κιθάρα και αρμονία με τον Βασίλη Κώτσια.

Όλα ξεκίνησαν από την ελλιπή μόνωση του σπιτιού του στην Αργυρούπολη. Διπλανός του ήταν ο μπουζουξής Θανάσης Μπάστας, που γεννήθηκε το 1916 και είχε, λόγω καταγωγής, το παρατσούκλι «Συριανός». Απ’ τα εννιά και μέχρι τα είκοσι πέντε του χρόνια αυτός ο σκαπανέας του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού – φίλος του ρεμπέτη σαντουρτζή Κώστα Τζόβενου, του Σταμούλη του «Μπιρ Αλλάχ» και του «Αριστοκράτη» Στέλιου Κερομύτη – υπήρξε δάσκαλός του, σε μια σχέση παππού- εγγονού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης – Θρησκευτικές συνήθειες, μαγεία, προλήψεις, Τοπωνύμια – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης, Αθήνα, 2024


 

Τα Λαογραφικά της Ερμιόνης

Κυκλοφόρησε το τέταρτο βιβλίο της σειράς «Λαογραφικά της Ερμιόνης» το οποίο περιλαμβάνει τις θρησκευτικές συνήθειες, θέματα μαγείας, προλήψεων, δεισιδαιμονιών καθώς και τρία κεφάλαια που αναφέρονται στα τοπωνύμια, τα πηγάδια και τα πηλοτεχνήματα του τόπου μας. Θεωρώ, γράφει ο συγγραφέας κύριος Σπετσιώτης, πως και στο βιβλίο αυτό οι αναγνώστες θα βρουν ενδιαφέροντα στοιχεία για μια ζωή που πέρασε αλλά πάντοτε είναι παρούσα.

Έτσι, για μια ακόμη φορά, επιβεβαιώνεται ότι ο μεγάλος δαμαστής του χρόνου παραμένει ο γραπτός λόγος για χάρη της ιδιαίτερης πατρίδας και των παιδιών μας.

Το βιβλίο μπορείτε να το αναζητήσετε στη Δημοτική Βιβλιοθήκη Κρανιδίου στη Βιβλιοθήκη Ερμιόνης και στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μέση Χαλκοκρατία στην Ηπειρωτική Ελλάδα – Η περίπτωση του οικισμού της Ασπίδας στο Άργος – Anna Philippa-Touchais, Αρχαιολόγος


 

Κατά τη Μέση Χαλκοκρατία (2000/1900-1600 π.Χ.) η ηπειρωτική Ελλάδα ζει μια από τις λιγότερο εντυπωσιακές φάσεις της ιστορίας της. Ενώ έως την εποχή αυ­τή η εξελικτική της πορεία ακολουθούσε ρυθμό ανάλογο με εκείνον των υπόλοι­πων αιγαιακών περιοχών, από τα τέλη της 3ης χιλιετίας ο ρυθμός αυτός ανακό­πτεται και ο ελλαδικός πολιτισμός μπαίνει σε μια διαφορετική τροχιά, στο περι­θώριο των εξελίξεων που αναδεικνύουν την Κρήτη σε κυρίαρχη δύναμη στο Αιγαίου.

Η αναδίπλωση του ελλαδικού πολιτισμού θεωρείται αποτέλεσμα εσωτερι­κών αναταραχών συνδεόμενων πιθανώς με τις κοινωνικο-οικονομικές ανακατατάξεις που διαδραματίζονται στην ευρύτερη περιοχή του Αιγαίου. Τα πρώτα βήμα­τα προς την αστικοποίηση, που είχαν συντελεστεί κατά την Πρώιμη Χαλκοκρατία (3η χιλιετία), αναστέλλονται και παρατηρείται επιστροφή στην αγροτική οικονο­μία, η οποία δεν αφήνει ανεπηρέαστες και τις υπόλοιπες εκδηλώσεις ταυ κοινωνι­κού βίου. Από τα μέσα της περιόδου, όμως, με την εντατικοποίηση των εξωτερι­κών σχέσεων και την καταλυτική επίδραση της Κρήτης, θα αρχίσουν να κινητοποιούνται δυνάμεις που θα βοηθήσουν την ηπειρωτική Ελλάδα να βγει από την οικονομική κρίση και την πολιτισμική της στασιμότητα.

Ωστόσο, σ’ αυτήν ακριβώς τη «στασιμότητα» έγκειται ίσως μια από τις πιο εν­διαφέρουσες όψεις του Μεσοελλαδικού πολιτισμού. Η παρατηρούμενη επιστρο­φή σε τρόπους διαβίωσης αντλούμενους από την εμπειρία του μακρινού παρελ­θόντος αναδεικνύει τη ζωντανή ακόμη παράδοση πολιτισμικών εκφάνσεων που είχαν για ένα διάστημα περιθωριοποιηθεί, αλλά που φαίνεται ότι συνθέτουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πολιτισμού.

Θα αποτελούσε κοινοτοπία να επισημάνουμε ότι, για τη μελέτη της Εποχής του Χαλκού στην ηπειρωτική Ελλάδα, η Αργολίδα παρουσιάζει ξεχωριστό ενδια­φέρον. Ένας εύφορος κάμπος, ανοιχτός στη θάλασσα και ειδικότερα στραμμέ­νος στον νότιο νησιωτικό κόσμο, το πιο δραστήριο κομμάτι του αιγαιακού χώρου την εποχή εκείνη, ήταν φυσικό ν’ αποτελέσει περιοχή ευνοϊκή όχι μόνο για έντονη ανθρώπινη εγκατάσταση, αλλά και για τη δημιουργία σημαντικών οικιστικών κέ­ντρων.

Το Άργος, ένας από τους οικισμούς που ευτύχησε να βρίσκεται στις πα­ρυφές του κάμπου αυτού, κατοικήθηκε χωρίς διακοπή από τη Νεολιθική εποχή, διαγράφοντας αξιόλογη ιστορική πορεία, με κορυφαίο σταθμό την περίοδο των Πρώιμων Ιστορικών χρόνων, όταν διαδραμάτισε ρόλο ρυθμιστικό στον ευρύτερο ελλαδικά χώρο.

Στη Μεσοχαλκή περίοδο φαίνεται ότι το Άργος αποτελούσε έναν από τους πιο εκτεταμένους ελλαδικούς οικισμούς, ο οποίος όμως, όπως προκύπτει από τις ανασκαφικές έρευνες, δεν ήταν ενιαίος αλλά διέθετε τρεις τουλάχιστον σημαντι­κούς πυρήνες: έναν στις ανατολικές υπώρειες της Λάρισας, ένα δεύτερο στις αντίστοιχες υπώρειες του λόφου της Ασπίδας και τον τρίτο στην κορυφή του λό­φου αυτού.

 

Η κατοίκηση

 

Τα εκτεταμένα τμήματα του οικισμού της Ασπίδας που ήλθαν στο φως[1] (εικ.1) δί­νουν μια αρκετά σαφή εικόνα του χαρα­κτήρα της εγκατάστασης. Με την περιορισμένη έκταση που καταλαμβάνει (20.000 τ.μ. περίπου), τη σχετικά αραιή κατοίκηση, την έλλειψη πολεο­δομικού σχεδιασμού και μνημειακών κτισμάτων, ο οικισμός της Ασπίδας αποτελεί χαρακτηριστι­κό δείγμα αγροτικής εγκατάστασης, στον αντί­ποδα των αστικών οικισμών που αναπτύσσονται την ίδια περίοδο στην παλαιοανακτορική Κρήτη, και σε μικρότερο βαθμό στις Κυκλάδες.

 

Εικ.1. Τοπογραφικό διάγραμμα των ανασκαφών της Ασπίδας. Ι: υστεροκλασική οχύρωση, ΙΙ-ΙΙΙ: τομείς παλαιότερων ανασκαφών, ΙV-V: πρόσφατες ανασκαφές στον βόρειο και στον νοτιοανατολικό τομέα, VI: ο «εσωτερικός ΜΕ περίβολος», την ύπαρξη του οποίου είχε υποθέσει ο πρώτος ανασκαφέας αλλά δεν επιβεβαίωσαν οι πρόσφατες έρευνες (σχ. Κ. Κολοκοτσάς, Υ. Ριζάκη).

 

Το γε­γονός ότι είναι κτισμένος στην κορυφή λόφου (εικ.2), όπως οι περισσότεροι μεσοελλαδικοί (ΜΕ) οικισμοί, περιορίζει βέβαια και προκαθορί­ζει την έκταση και την ανάπτυξή του, παρέχει όμως φυσική προστασία, κυρίως από τα ορμη­τικά νερά του χείμαρρου Χάραδρου που πλημμύριζαν κατά καιρούς την περιοχή.

 

2α. Αεροφωτογραφία του 1956• στο πρώτο πλάνο ο λόφος της Ασπίδας, στο δεύτερο ο λόφος της Λάρισας (φωτ. EFA).

 

2β. Άποψη της Ασπίδας από το λόφο της Λάρισας (1980)• ο λόφος δενδροφυτεύθηκε γύρω στο 1963. (φωτ. G. Touchais).

 

Κατά τις πρόσφατες ανασκαφικές έρευνες στον βόρειο και τον νοτιοανατολικό τομέα του οικισμού αποκαλυφτήκαν τρεις μεσοελλαδικές οικοδομικές φάσεις, χρονολογούμενες στα ώριμα (ΜΕ ΙΙ) και τα ύστερα μεσοελλαδικά χρόνια σε μεγαλύτερη έκταση και φαίνεται ότι συγκέ­ντρωνε τα σημαντικότερα κτήρια του οικισμού (εικ.3). Η πρώτη οικοδομική φάση (ΜΕ ΙΙ) άφη­σε λιγοστές μαρτυρίες, ενώ οι δύο επόμενες, αν και απέχουν ελάχιστα χρονολογικά, δίνουν επαρκείς πληροφορίες για τις εξελίξεις στον το­μέα της κατοίκησης κατά τα τελευταία χρόνια της περιόδου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »