Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘1821’

Μακρυγιάννη Ιωάννη – Χρονολόγιο (1797-1864)

   


 «Εκεί οπούφκιαχνα τις θέσες εις τους Μύλους (Κοντά στο Ναύπλιο) ήρθε ο Ντερνυς (Γάλλος Στρατιωτικός) να με ιδή. Μου λέγει. Τι κάνεις αυτού; Αυτές οι θέσεις είναι αδύνατες. Τι πόλεμον θα κάνετε με τον Μπραϊμη αυτού; – Του λέγω, είναι αδύνατες οι θέσεις κι’ εμείς, όμως είναι δυνατός ο θεός όπου μας προστατεύει. Και θα δείξωμεν την τύχη μας σ’ αυτές τις θέσεις τις αδύνατες. Κι αν είμαστε ολίγοι εις το πλήθος του Μπραϊμη, παρηγοριόμαστε μ’ ένα τρόπον, ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούνε. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά. Και οι ολίγοι αποφασίζουν να πεθάνουν. Κι όταν κάνουν αυτήνη την απόφασιν, λίγες φορές χάνουν και πολλές κερδαίνουν»

(Απόσπασμα από τα απομνημονεύματα του Στρατηγού Μακρυγιάννη)

  

Χρονολόγιο

     

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

Χαλκογραφία του Μακρυγιάννη, έργο του Παναγιώτη Γράββαλου, 1996.

1797. Γέννηση του Γιάννη Μακρυγιάννη στο μικρό οικισμό Αβορίτι, κοντά στο Λιδορίκι της Δωρίδας. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τριανταφυλλοδημήτρης αλλά από τους συμπολεμιστές του έλαβε το παρωνύμιο Μακρυγιάννης λόγω του υψηλού αναστήματός του. Νωρίς μένει ορφανός, όταν ο πατέρας του φονεύεται σε συμπλοκή με Τουρκαλβανούς του Αλή Πασά. Με τη μητέρα του Βασιλική, καταφεύγει στη Λιβαδειά.

1811. Εγκαθίσταται στην Άρτα και εργάζεται ως επιστάτης στον συμπατριώτη του Αθανάσιο Λιδωρίκη, έμπιστο του Αλή Πασά.

Σύντομα ασχολείται με το εμπόριο, και στις παραμονές της Επανάστασης έχει ήδη αποκτήσει ικανή περιουσία.

1820. Μυείται στη Φιλική Εταιρεία. Συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και βασανίζεται επί 75 ημέρες.

1821. Σχηματίζει ομάδα 18 ανδρών από την Άρτα και ενώνεται με το επαναστατικό σώμα υπό την αρχηγία του Γιώργου Μπακόλα. Συμμετέχει σε όλες τις επιχειρήσεις της Ηπείρου και την πολιορκία της Άρτας. Τραυματίζεται στη μάχη του Πέτα.

1822. Συνεργάζεται με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο στην απελευθέρωση των Αθηνών.

1823. Ορίζεται «πολιτάρχης» των Αθηνών. Διαφωνία του με τον Γκούρα, φρούραρχο της Ακρόπολης. Αναχωρεί για τη Ρούμελη με τον Νικηταρά και μαζί νικούν στη μάχη της Βελίτσας. Φθάνει στην Πελοπόννησο με το στράτευμα των Ρουμελιωτών και συμμετέχει στην εμφύλια ρήξη με το μέρος των κυβερνητικών.

1824. Προάγεται σε χιλίαρχο και αργότερα σε στρατηγό. Καταστέλλει την ανταρσία στο Ναύπλιο.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

Η σύζυγος του στρατηγού Μακρυγιάννη Αικατερίνη, το γένος Γ. Σκουζέ.

1825.  Αναλαμβάνει διοικητής της Αρκαδίας. Πολεμά στο Νιόκαστρο και στους Μύλους του Άργους, όπου τραυματίζεται σοβαρά. Φθάνει στην Αθήνα και μάχεται ηρωικά κατά την πολιορκία της πόλεως από τον Κιουταχή. Παντρεύεται την κόρη του Γ. Σκουζέ, Αικατερίνη. Μεταβαίνει στην Ύδρα προκειμένου να ενισχύσει την άμυνα του νησιού.

1826. Παραίτησή του από το βαθμό του στρατηγού, η οποία δεν γίνεται δεκτή. Αναλαμβάνει και πάλι πολιτάρχης στην Αθήνα, όπου πολεμά υπό τις διαταγές του Καραϊσκάκη και τραυματίζεται τρεις φορές.

1827. Διαφωνεί με τον Καραϊσκάκη όσον αφορά την τακτική των επιχειρήσεων. Επικεφαλής της εμπροσθοφυλακής στην καταστροφική μάχη του Ανάλατου.

1828. Διορίζεται από τον Καποδίστρια Γενικός Αρχηγός της Εκτελεστικής Δυνάμεως της Πελοποννήσου.

1829. Αρχίζει τη συγγραφή των Απομνημονευμάτων του στο Άργος, τα οποία θα ολοκληρώσει το 1850.

1830. Απομακρύνεται από τη θέση του έπειτα από διαταγή του Καποδίστρια, στον οποίο καταλόγιζε σφάλματα στη άσκηση της πολιτικής του.

1831. Μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, συμμετέχει στον εμφύλιο πόλεμο με το μέρος των «συνταγματικών».

1832. Ε΄ Εθνοσυνέλευση στο Ναύπλιο και εκλογή του Όθωνα ως βασιλιά της χώρας, πράξη που ο Μακρυγιάννης θεωρεί σωτηρία για την Ελλάδα.

1833. Υποδέχεται με ενθουσιασμό την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο, όμως σύντομα αρχίζει να απογοητεύεται από τις ενέργειες της Αντιβασιλείας και αποσύρεται στην Αθήνα όπου ασχολείται με το κτίσιμο του σπιτιού του και την πολυμελή οικογένειά του.

1834. Εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος της Αθήνας. Συνοδεύει τον Όθωνα κατά την περιοδεία του στη Στερεά Ελλάδα.

1835. Διαμάχη με τον Άρμανσμπεργκ. Με προτροπή του το Δημοτικό Συμβούλιο εκδίδει ψήφισμα για τη χορήγηση Συντάγματος. Το Συμβούλιο παύεται.

1836. Προσκαλεί τον Παναγιώτη Ζωγράφο να ζωγραφίσει, με την καθοδήγησή του, τις μάχες του Αγώνα.

1839. Σε γεύμα που παραθέτει στο σπίτι του παρουσιάζει τους 24 πίνακες που φιλοτέχνησε ο Π. Ζωγράφος με τη βοήθεια των δύο του γιών.

1840. Οργανώνει κίνημα εναντίον του Όθωνα για την παροχή Συντάγματος.

1843. Πρωτοστατεί στην Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου. Πληρεξούσιος των Αθηνών στην Εθνική Συνέλευση για την κατάρτιση του νέου Συντάγματος.

1844. Ψηφίζεται το Σύνταγμα. Αντιδικία με τον Δ. Καλλέργη με αφορμή το ρόλο τους στην Επανάσταση. Πεθαίνει ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης.

1845. Διαφωνεί με τον πρωθυπουργό Ιωάννη Κωλλέτη. Απόπειρα δολοφονίας του. Ιδιωτεύει.

1851. Στην Αθήνα κυκλοφορούν έντονες φήμες ότι προετοιμάζει κίνηση κατά του Όθωνα.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης σε μεγάλη ηλικία.

1852.  Κατηγορείται για συνωμοσία εναντίον του Όθωνα. Τίθεται υπό περιορισμό στην οικίαν του και στη συνέχεια προφυλακίζεται.

1853. Στις 18 Μαρτίου το Δικαστήριο, με πρόεδρο τον Κίτσο Τζαβέλλα, τον καταδικάζει σε θάνατο. Με διαταγή του Όθωνα η ποινή μετατρέπεται σε ισόβια και αργότερα σε κάθειρξη δέκα ετών.

1854. Αποφυλακίζεται στις 2 Σεπτεμβρίου, ύστερα από μεσολάβηση του Καλλέργη.

1857. Επισκέπτεται τα Επτάνησα.

1859. Επισκέπτεται τη Ζάκυνθο.

1862. Στις πανηγυρικές εκδηλώσεις για την έξωση του Όθωνα Ο Μακρυγιάννης μεταφέρεται θριαμβευτικά στους ώμους των διαδηλωτών. Του απονέμεται ο τίτλος του υποστρατήγου.

1864. Προάγεται σε αντιστράτηγο και εκλέγεται πληρεξούσιος Αττικής στην Εθνική Συνέλευση. Επτά ημέρες αργότερα, στις 27 Απριλίου, αφήνει την τελευταία του πνοή από υπερβολική εξάντληση.  

 

Πηγές

   

  • Επτά ημέρες, Καθημερινή, «Ιωάννης Μακρυγιάννης 200 χρόνια από τη γέννησή του», Κυριακή 8 Ιουνίου 1997.
  • Στρατηγού Μακρυγιάννη, «Aπομνημονεύματα»,  Ελληνικά Γράμματα/Tα Νέα, 2006.

 

Διαβάστε επίσης:



Read Full Post »

Köllnberger Ludwig (1811-1892)

Γεννήθηκε στο Salzburg την 3η Ιουλίου 1811 πέθανε στο Aschau, κοντά στο Murnau της Βαυαρίας, την 4η Δεκεμβρίου 1892. Το 1829 κατατάχθηκε ως εύελπις εθελοντής στο 8ο βαυαρικό σύνταγμα πεζικού και τον ίδιο χρόνο, προάχθηκε σε υποδεκανέα και δεκανέα. Το 1833 μετετάχθηκε στην Βασιλική Ελληνική υπηρεσία και υπηρέτησε ως ανθυπολοχαγός του 6ου Ελληνικού Τάγματος πεζικού. Το 1838 απολύθηκε μετά από αίτηση του και κατατάχθηκε πάλι ως δεκανέας και εύελπις στο 5ο σύνταγμα πεζικού της Νυρεμβέργης.

Το 1839 προάχθηκε σε λοχία, το 1840 σε σημαιοφόρο και ανθυπολοχαγό, το 1848 σε υπολοχαγό, το 1859 σε λοχαγό πρώτης τάξεως και αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του ταγματάρχη. Στον γαλλογερμανικό πόλεμο ανέλαβε την διοίκηση του 9ου τάγματος κυνηγών στο Passau. Τιμήθηκε με διάφορα αναμνηστικά μετάλλια μεταξύ των οποίων και το ελληνικό βασιλικό μετάλλιο των εθελοντών.

Μέχρι τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο, στη συλλογή εικόνων του πολεμικού τμήματος των Γενικών Βαυαρικών Αρχείων, υπήρχαν δυο τόμοι με τον τίτλο «ΕΛΛΑΣ» που περιείχαν υδατογραφίες του, διαστάσεων 0,25 x 0,20 εκ. ή και μικρότερες. Το 1909 ολόκληρη η συλλογή με εντολή και έξοδα της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, αντιγράφηκαν από τον ζωγράφο Hans Hanke από το Μόναχο και 41 από τα συγκεκριμένα αντίγραφα υπάρχουν στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο και εκτίθενται στην Η΄αίθουσα. Κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, χάθηκε ο πρώτος τόμος και μαζί του όσα έργα είχαν περιληφθεί σε αυτόν.

Στις υδατογραφίες που παραθέτουμε, εικονίζονται “ Tο Άργος”,  “ Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος”, και “ Το Φρούριον Παλαμήδι, εν Ναυπλίω, 1838”.

Tο Άργος 1938

Tο Άργος 1838

 

Γενικά, ο Köllnberger ζωγράφισε ελληνικές πόλεις, φρούρια και τοπία καθώς και σκηνές από την στρατιωτική ζωή. Ανεξάρτητα από την καλλιτεχνική αξία τους, τα έργα του, μας δίνουν μια σαφή ιδέα της Ελλάδας, κυρίως για τα πέντε πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα καθώς και του περιβόητου “ εθελοντικού” βαυαρικού σώματος, που το μεγαλύτερο μέρος του απάρτιζαν στρατιώτες- μαζέματα από διάφορες περιοχές της Ευρώπης, που είχαν έρθει στην Ελλάδα για να οργανώσουν τάχα τον ελληνικό στρατό σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα και να διδάξουν την πολεμική τέχνη.

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

Tο Ελαφρόν πεζικόν εκ Ρουμελιωτών παρά το Άργος

 

 

Ειδικά στον πίνακα “ Το ελαφρόν ελληνικόν Πεζικόν” παρατηρούμε πως ακριβώς ήσαν οι στολές των ευζώνων και των αξιωματικών στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του Όθωνα. Η φουστανέλλα που ήταν στην αρχή κάτω από το γόνατο, κατέληξε να γίνει πολύ κοντή και το μεγαλοπρεπές ψηλό φέσι που έδινε ύψος, ύφος και λεβεντιά να περιοριστεί υπερβολικά. Τα τζουσλούκια καταργήθηκαν. Ο ντουλαμάς απλουστεύθηκε. Και τέλος, στα απλά παπούτσια που ταίριαζαν με την στολή, προστέθηκαν φούντες.

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1938

Το Φρούριον Παλαμήδι , εν Ναυπλίω 1838

 

 

Εκείνο που δεν μπόρεσαν να αλλάξουν με τις άστοχες και κακές μεταρρυθμίσεις, ήταν να μεταβάλουν την μαχητική ικανότητα του υπέροχου αυτού σώματος, που διατήρησε την παράδοση του 1821 και αναδείχτηκε παντού και πάντα σε όλους τους πολεμικούς αγώνες του Έθνους.

Πηγή

Ιωάννης Α. Μελετόπουλος. Τα πρώτα έτη της Οθωνικής Εποχής εις τας Υδατογραφίας του Köllnberger. «Του παρόντος Λευκώματος εξετυπώθησαν χίλια αντίτυπα τα οποία εδωρήθησαν εις την Ιστορικήν και Εθνολογικήν Εταιρείαν, εξετυπώθησαν δε και πεντακόσια εκτός εμπορίου υπό αριθμούς 1- 500. Αθήναι 1976».

Read Full Post »

Οπλοστάσιο του Ναυπλίου 1825

 

 

 

Τον Σεπτέμβρη του 1825, ήρθε στην Ελλάδα ο Γάλλος συνταγματάρχης Αρνώ ( Arnault) συνοδευόμενος από ένα επιτελείο συμπατριωτών  του πυροτεχνουργών, απεσταλμένος από το Φιλανθρωπικό Κομιτάτο του Παρισίου. Οργάνωσε άμεσα Οπλοστάσιο, στο Ναύπλιο, στο οποίο ενσωμάτωσε και το παλιό Οπλουργείο που προϋπήρχε,  και το οποίο κατασκεύαζε λόγχες, ελαφρά όπλα και εκρηκτικές ύλες.

 

« Οι παρά του εν Παρισίοις Φιλανθρωπικού Κομιτάτου απεσταλμένοι εις την Ελλάδα μηχανουργοί έφθασαν εις Ναύπλιον προ δύο σχεδόν μηνών˙ και μετ᾽ολίγας ημέρας ήρχισαν χωρίς της παραμικράς δυσκολίας να χύνωσι σφαίρας κανονίων διαφόρου μεγέθους, το οποίον εφαίνετο έως της σήμερον αδύνατον εις την Ελλάδα δια την έλλειψιν μηχανουργών και των αναγκαίων μηχανών˙ ώστε η Ελλάς θέλει έχει εις το εξής εις αυτήν την επικράτειαν της εν των αναγκαίων εις την εαυτής υπεράσπισιν πολεμικών μέσων……… Εντός ολίγου θέλει κατασκευασθή εις την Ελλάδα και νίτρον και πυρίτις κόνις».

 

 (Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος)

 

Ο συνεπής και δραστήριος Αρνώ με την συνδρομή των Γάλλων μηχανουργών άρχισαν τις εργασίες τους με ιδιαίτερο ζήλο και εργατικότητα. Συναρμολόγησαν, επισκεύασαν, βελτίωσαν, φρόντισαν και φύλαξαν κάθε είδους όπλα, κυρίως καριοφίλια. Σχεδίασαν νέους τύπους πιο αποτελεσματικούς και περισσότερο ευθύβολους, προκειμένου να εξοπλιστούν οι άτακτοι πολεμιστές. Κατασκεύασαν πυρομαχικά και βλήματα για τις ανάγκες του πυροβολικού, χυτές σφαίρες διαφόρων διαμετρημάτων και ειδικά ο Αρνώ, συναρμολόγησε ένα όπλο που είχε επινοήσει στην Γαλλία, κατάλληλο για την πολιορκία και την υπεράσπιση των φρουρίων.

 

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Μηχανισμός τουφεκίου με την επιγραφή Ναύπλιον 1833 (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο).

Η κατασκευή του τηλεβόλου τουφεκιού του Αρνώ, ικανοποίησε ιδιαίτερα την Κυβέρνηση, η οποία έδωσε την εντολή: Προσκαλείσαι να παραδώσης εις τον γενναιότατον πλοίαρχον Γεώργιον Σαχίνην, το παρά σοι …τουφέκι της νεωτέρας κατασκευής όπερ εκ Γαλλίας μετακόμισες με όλα του τα αναγκαία δια να το μετεφέρη εις Μεσολόγγιον όπου θέλει χρησιμεύση τους εκεί πολιορκουμένους εναντίον των εχθρών.  Στο Εθνικό ιστορικό Μουσείο, έχουν διασωθεί τουφέκια που στο μηχανισμό τους αναγράφεται ο τόπος και η χρονολογία κατασκευής τους. «ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ» ή « ΝΑΥΠΛΙΟΝ». Την δημιουργική και πολύτιμη για την Ελλάδα αυτή περίοδο, ήρθε να ανακόψει η έντονη διαφωνία του Αρνώ με τον αρχηγό του τακτικού στρατού συνταγματάρχη Φαβιέρο (Fabvier). Τον Ιανουάριο του 1826 ο Αρνώ απεφάσισε να αναχωρήσει από την Ελλάδα. Οι επανειλημμένες  απεγνωσμένες προσπάθειες  που κατέβαλε η ελληνική Κυβέρνηση – μέσω επιτροπής Βουλευτών – να τον μεταπείσει, υπήρξαν ατελέσφορες. Όμως, παρά την αναχώρηση του Αρνώ, οι Γάλλοι εργάτες παρέμειναν στο Ναύπλιο με επικεφαλής τον υπολοχαγό ιππικού Πουρχέρ (Pourcher), ο οποίος πρόσφερε σπουδαίες υπηρεσίες στο Ελληνικό κράτος. Μετά από 2 ½ χρόνια ( Μάϊος 1828) και ο Φαβιέρος υπέβαλε παραίτηση από την Διοίκηση του  τακτικού στρατού. Νέος  Διοικητής  διορίστηκε  ο Βαυαρός συνταγματάρχης Έϊδεκ (Heideck),  ο  οποίος   ανέθεσε   την  ευθύνη   της   Οπλοθήκης  στον   λοχαγό   Σνιτζλάϊν ( Schnizlein).  

Οι δύο αξιωματικοί, εργάστηκαν φιλότιμα και ο μεν Έϊδεκ ασχολήθηκε με την επίπονη εκπαίδευση των στρατιωτών στην πειθαρχία και την ορθή εκτέλεση της υπηρεσίας.

 

«Το τακτικόν σώμα, γράφει ο Έιδεκ στα απομνημονεύματα του,  μετ᾽ ου πολύ ήθελεν ελαττωθή, εκ δε των λιποτακτών άλλοι μεν ήθελον προσκολληθή προθύμως εις τα παλληκάρια, άλλοι δε επιδοθή εις τον ληστρικόν βίον ή προσέλθει παρά τοις χωρικοίς ως εργάται, ή μάλλον εις τα μοναστήρια, και ούτως ήθελον εκμηδενισθή ως προς τους σκοπούς μου. Πραεία αλλά και αυστηρά άμα μεταχείρισις και ακριβής πληρωμή του μισθού και του σιτηρέσιου συνεκράτουν το στρατιωτικόν σώμα μου, όπερ ανήρχετο κατά την αναχώρησιν μου εις 4 τάγματα πεζικού, έχοντα ανά έξ λόχους (το δ᾽ είχε πρότερον 4 τοιούτους) εις 4 ίλας ιππικού, δι᾽ων την οίκησιν διέταξα να κατασκευασθή εκ των ευρυχώρων τοίχων παλαιού χανίου εν Άργει ωραίος στρατών μετά στάβλων….  ενώ ο Σνιτζλάϊν διέταξε την καταγραφή, ταξινόμηση και τακτοποίηση των όπλων, των σφαιρών και των τηλεβόλων. Για την κατάσταση που επικρατούσε γράφει στα απομνημονεύματα του: …Προσέτι έκειντο συνεσωρευμένα όλα ομού και πολλάκις λίαν επικινδύνως χυτή πυρίτις, θείον, μόλυβδος ακατέργαστος, σφαίραι και θήκαι φυσιγγίων, λωρία, πυριτιδοθήκαι, εφίππια και αναβολείς, λόγχαι, συνελόντι δ᾽ειπείν εξ όλων ολίγα, αλλά ουδέν εντελές.

 

Στις 3 Ιουλίου του 1829 ο Έϊδεκ με αναφορά του προς τον Κυβερνήτη της Ελλάδος, υποβάλλει την παραίτηση του και καταθέτει λεπτομερή κατάλογο όσων έπραξε κατά την θητεία του. Μεταξύ άλλων γράφει: Δεν ημπορώ να τελειώσω το άρθρον τούτο, χωρίς να επαινέσω πρεπόντως τον έμφρονα ζήλον και την επιμέλειαν του λοχαγού κυρίου Σνίτσλεϊν, ως και του υπολοχαγού Βουρχέτου ( Pourcher) του αρχηγού των Γάλλων εργατών. Ο καταλυματίας κύριος Όδων έβαλε τάξιν και σαφήνειαν αξιομίμητον εις τα κατάστιχα της οπλοθήκης, εις τας αποθήκας και το οπλοστάσιον, το οποίον μέλλει να μετατεθή εις το Ίτζ- καλέ, διότι οι τόποι της οπλοθήκης είναι υγροί και εκ τούτου η διατήρησις των όπλων επιφέρει πολλήν δαπάνην. 

 

Στην παραίτηση του αυτή τον ακολουθεί και ο Σνιτζλάϊν.

 

Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση των Ελλήνων στο Άργος (11 Ιουλίου- 6 Αυγούστου 1829) η Συνέλευση …εμαρτύρησεν ευαρέστησιν και ευγνωμοσύνην προς τον επίσημον τούτον Αξιωματικόν και τους συμπράξαντας μετ᾽ αυτού, τον Λοχαγόν Κύριον Σνιτσλέϊν, τον υπολοχαγόν Βουρχέτον, αρχηγόν των Γάλλων εργατών, και τον Κύριον Όδονα…..

 

Όταν την διοίκηση του στρατού ανέλαβε ο Τρεζέλ ( Trezel), ο υπολοχαγός Pourcher ανέλαβε την διεύθυνση του οπλοστασίου.

 

Με την άφιξη του Όθωνα στην Ελλάδα (25/01/1833) η λειτουργία του οπλοστασίου αναδιοργανώθηκε και θεσμοθετήθηκε η λειτουργία του με Βασιλικό Διάταγμα, στις 9 Ιουλίου 1833. Αμέσως μετά ιδρύεται το πυριτιδοποιείο του Κεφαλαριού, το οποίο λειτούργησε υπό την διοίκηση του οπλοστασίου. Το οπλοστάσιο του Ναυπλίου λειτούργησε με κάποιες διακοπές μέχρι τα πρώτα χρόνια την βασιλείας του Γεωργίου του Α.΄

 

Έτσι εκπληρώθηκε η ευγενής προσδοκία του Αρνώ, να δημιουργηθεί «βιοτεχνία» κατασκευής  πυρίτιδος εις κόνιν. 

 

 

 

Ο οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821

 

 

Η σύνδεση των Ελλήνων με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.


                       
Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετο οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν κοντόκανα, με λεπτή κάνη όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Φοριόντουσαν  στη ζώνη, το γνωστό «σελάχι» του πολεμιστή σε ειδικά διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και φοριόταν από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια.  Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Καριοφίλι

Καριοφίλι

Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης ενώ μια δεύτερη από το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών) όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως αυτή να είναι η πιο πιθανή. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης.  

 
Τα παραπάνω όπλα, που έμοιαζαν μεταξύ τους αλλά δεν είχαν ενιαίο τύπο, χρησιμοποιήθηκαν από τα τακτικά σώματα, μέχρις όταν άρχισε η σταδιακή αντικατάστασή τους κατά τη διάρκεια του αγώνα από ευρωπαϊκά τουφέκια. Πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο στην προεπαναστατική περίοδο όσο και κατά την επανάσταση, είχαν αναπτυχθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα βιοτεχνίες και εργαστήρια παραγωγής όπλων με εισαγωγές μηχανισμών από την Ιταλία αλλά και άλλες Ευρωπαϊκές χώρες. Προμηθευτής των όπλων της επανάστασης με πυρομαχικά ήταν κυρίως οι μπαρουτόμυλοι των Αφών Σπηλιοτόπουλου στη Δημητσάνα, που ήταν ουσιαστικά η έδρα της πρώτης ελληνικής πολεμικής βιομηχανίας.


Ανακεφαλαιώνοντας, ο οπλισμός των ατάκτων, ημιατάκτων αλλά και των τακτικών στρατευμάτων σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης, αποτελούνταν αρχικά από καριοφίλια και πιστόλες που προέρχονταν από Τούρκους και Βαλκάνιους οπλουργούς και βιοτέχνες, ενώ κάποιοι αγωνιστές έφεραν και ευρωπαϊκά όπλα. Σταδιακά όμως το σκηνικό αυτό άλλαξε όταν άρχισαν να φθάνουν φορτία ευρωπαϊκών όπλων από τα φιλελληνικά κομιτάτα (επιτροπές) που είχαν ιδρυθεί στις χώρες της Ευρώπης και εργάζονταν για την ενίσχυση της επανάστασης, καθώς και από τα λάφυρα που κυρίευαν οι επαναστατημένοι Έλληνες από τον τουρκικό στρατό, ο οποίος είχε τα ίδια όπλα που έχουμε ήδη αναφέρει.

 
Τέλος, ο πρώτος τακτικός στρατός της επανάστασης χρησιμοποίησε το τουφέκι με λόγχη τύπου CHARLEVILLE, γαλλικής προέλευσης, μοντέλο 1777, εμπροσθογεμές, με μηχανισμό πυρόλιθου και διαμέτρημα 17,53 χιλιοστά.

 


Αναλυτική περιγραφή και σημασία όπλων

 

 

 Οι αγωνιστές εκείνων των χρόνων θεωρούσαν αναπόσπαστο μέρος της ενδυμασίας τους «τα άρματά τους», όπως έλεγαν τα όπλα τους. Ήταν η τιμή τους και η αντρειοσύνη τους, τα κοσμήματά τους και η περηφάνια τους. Όταν μάλιστα ήταν λάφυρα που αποκτήθηκαν στη μάχη από το χέρι του νεκρού εχθρού, τότε ο ιδιοκτήτης τους είχε επιφανέστερη θέση.  Τα όπλα τους τα θεωρούσαν ιερά όπως και τις άγιες εικόνες. Τα είχαν σαν παιδιά τους και ήταν τόσο μεγάλη η αγάπη τους που τα βάπτιζαν όπως και τα παιδιά τους. Ο Καραϊσκάκης το καριοφίλι του το έλεγε «Βασιλική», ο Θανάσης Διάκος «Παπαδιά», ο Δημήτρης Μακρής «Λιάρο», ο Γρίβας «Μαυρίκιο», ο Οδυσσέας Ανδρούτσος «Ματζάρι».

 
Τα καριοφίλια της επανάστασης είχαν επίσης διάφορα ονόματα που προέρχονταν από την τεχνοτροπία ή τον τόπο κατασκευής τους. Μερικά από αυτά ήταν: «Λαζαρίνα», «Μιλιώνη», «Τρικών», «Αρμούτι», «Γκιζαήρ», «Νταλιάνι» (από το Ιταλιάνοι), «Σισανές», «Σαρμάς», «Χαρέ Σαρμάς», «Μουτσονίγος», «Βενετσιάνος», «Ψαλιδιάς», «Σαντέ», «Ντάνσικα», «Φιλύντρα» (ήταν το όπλο που είχε επισκευαστεί) κ.λ.π. Στα τραγούδια τους έχουν διασωθεί τα παραπάνω είδη των τουφεκιών τους: «Νταλιάνι μου στον πόλεμο και αρμούτι στο σημάδι και καριοφίλι στη φωνή σαν άξιο παλικάρι».


Στο Σελάχι τους (ζώνη), σε θήκες είχαν τις πιστόλες, συνήθως με κεντήματα και ασήμια, τόσο στο «λαμνί» (κάνη) όσο και στα «παφίλια» (συνδετικοί κρίκοι) αλλά και στη λαβή. Στην έξω θήκη του σελαχιού είχαν το «χαρμπί» που χρησιμοποιούσαν για τον καθαρισμό και το γέμισμα της πιστόλας. Το χαρμπί, όταν έβγαινε από τη θήκη του, γινόταν φοβερό στιλέτο (δίσκελο ή μονόσκελο).

 

Επίσης, σε ξεχωριστή θέση στο σελάχι ήταν περασμένο το γιαταγάνι τους μέσα στη θήκη του, συνήθως και αυτό ασημοκεντημένο. Το λεπίδι του κατασκευάζονταν από γερό ατσάλι και φέρονταν σε περίτεχνη θήκη. Στο αριστερό μέρος της μέσης τους από μεταξωτό ζωστάρι ή με κορδόνια από την αριστερή ωμοπλάτη κρεμόταν η γυριστή πάλα (σπάθα), της οποίας η λαβή έμοιαζε με κεφάλι δράκοντα φτιαγμένη από ξεχωριστό κόκαλο. Η θήκη της επίσης στολισμένη με παραστάσεις και κεντήματα ήταν από ασήμι ή επίχρυση ή από μπρούντζο. Η λεπίδα της από ατσάλι ελαφρύ ήταν ο τρόμος στη μάχη.


Για τα σπαθιά των αγωνιστών αξίζει να γίνει μία μεγαλύτερη περιγραφή εφ’ όσον, αν θεωρούσαν τα άρματά τους ιερά, τα σπαθιά τους ήταν τα άγια των αγίων. Ήταν το όπλο της παλικαριάς που καταξίωνε τον αντρειωμένο στη μάχη σώμα με σώμα. Το καριοφίλι και η πιστόλα κρατούσαν τον εχθρό σε απόσταση. Τη νίκη όμως την έδινε το σπαθί και γι’ αυτό ήταν το τιμημένο όπλο της αρματωσιάς του. Οι πολεμιστές έδιναν τον όρκο τους τον ιερό πάνω στα σπαθιά τους. Ο πιο βαρύς όρκος στους Σουλιώτες ήταν «Να με κόψει το σπαθί του Μπότσαρη ή του Τζαβέλα».

 

Με το καριοφίλι «βαρούσαν» και οι γυναίκες και τα παιδιά, αν τύχαινε, το σπαθί όμως ήθελε χέρι αντρίκειο, δυνατό και ατρόμητο. Να τι λέει το ποίημα των Κολοκοτρωναίων:

 

Καβάλα παν στην εκκλησιά, καβάλα προσκυνάνε

φλουριά ρίχνουν στην Παναγιά, φλουριά ρίχνουν στους αγίους

και στον αφέντη το Χριστό τις ασημένιες πάλες.

Χριστέ μας, βλόγα τα σπαθιά, βλόγα μας και τα χέρια.

 

 

 

Πάλα

Πάλα

Η πάλα ήταν κυρίαρχο επιθετικό όπλο στις συμπλοκές και γι’ αυτό στις εικόνες των αγωνιστών που έχουμε είναι πάντα σηκωμένη, έτοιμη για κτύπημα φοβερό. Το σχήμα της (πολύ κυρτή), της έδινε τη δυνατότητα να κάνει βαθιές τομές στο ανθρώπινο σώμα, να αποκόπτει χέρια και κεφάλια με ένα μόνο κτύπημα. Στα «γιουρούσια τους» οι αγωνιστές άφηναν στα «ταμπούρια τους» τα άλλα όπλα τους και ορμούσαν στους Τούρκους με γυμνές τις πάλες. Οι περιγραφές για τα «γιουρούσια» είναι συγκλονιστικές και το θέαμα των άγριων επιτιθέμενων ανδρών κλόνιζε και τον πιο αντρειωμένο εχθρό. Ξακουστή τέτοια έφοδος ήταν η έξοδος του Μεσολογγίου, το «Μεγάλο γιουρούσι» όπως το είπαν, που συγκλόνισε όλη την οικουμένη, αφού, παρότι είχαν προδοθεί οι πολιορκημένοι Έλληνες και οι Τούρκοι τους περίμεναν πανέτοιμοι, κατάφεραν να ανοίξουν δρόμο με τα σπαθιά τους και να περάσουν, «θερίζοντάς τους» όπως οι αγρότες τα χωράφια τους, που μπαίνουν με το δρεπάνι από τη μία άκρη και βγαίνουν στην άλλη. Ξακουστοί επίσης έμειναν για την επιδεξιότητά τους στο σπαθί οι οπλαρχηγοί Νικηταράς, ο επονομαζόμενος Τουρκοφάγος ο οποίος στα Δερβενάκια άλλαξε τρεις πάλες που έσπαζαν από τα αδιάκοπα κτυπήματα μέχρι που «ξύλιασε» το χέρι του πάνω στη λαβή και δεν μπορούσε να το ανοίξει και ο Γκούρας που έπαθε το ίδιο στη μάχη στα βασιλικά.

 

 


Το γιαταγάνι ήταν και αυτό ξακουστό σπαθί αλλά κυρίως αμυντικό όπλο στα γιουρούσια, που έβγαινε από το σελάχι, όταν η πάλα έσπαζε ή έπεφτε κάτω. Τέλος από τους πολεμιστές όποιος σκότωνε τον εχθρό δικαιωματικά έπαιρνε λάφυρο το σπαθί του. Οι καπετάνιοι, όταν παρέδιδαν την αρχηγία στο πρωτοπαλίκαρο του «νταϊφά» τους, του έδιναν και το σπαθί τους. Έτσι πολλά σπαθιά έφτασαν από τα χέρια παλιών ξακουστών καπεταναίων στα χέρια των νεότερων που τα τιμούσαν ως κειμήλια ιερά στον αγώνα του «21».
Τη σημασία που πρέπει να έχουν για τους νεότερους Έλληνες οι εξαρτήσεις και τα όπλα των αγωνιστών της επανάστασης του 1821, μας τη δίνει ο παρακάτω στίχος του εθνικού μας ποιητή Κ. Παλαμά:

 

Δεν είναι για χαροκοπιές και για τα πανηγύρια

οι φουστανέλες, τα άρματα, η φέρμελη η χρυσή.

Τα άγιασε το αίμα κι η φωτιά, φέρτε λιβανιστήρια

τάχτε τα στα κονίσματα κι ανάφτε τους κερί.

 

 

 

Το Χαρμπί

 

Χρησιμοποιείται για το γέμισμα του όπλου, αλλά και ως λίμα για το τρόχισμα των σπαθιών.

 

 

Η Πιστόλα ή Μπιστόλα (ρόκα)

 

Πιστόλα

Πιστόλα

Κοντόκανο όπλο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Επανάσταση από τους αγωνιστές του 1821. Ήταν μονόκανες και δίκανες. Τις δίκανες τις έλεγαν διμούτσουνες.

Σε αντίθεση με τους στεριανούς οι Έλληνες Ναυτικοί δεν κρατούσαν τα καριοφίλια αλλά τα λεγόμενα Τρομπόνια. Βραχύκαννα δηλαδή όπλα τα οποία έβαλλαν ταυτόχρονα πολλά μικρά σφαιρίδια μαζί.

Τρομπόνι – τρομπόνια 

Τρομπόνι

Τρομπόνι

Όπλο με πλατιά κάνη με μηχανισμό πυριτόλιθου, διακοσμημένο με σταυροειδή ασημένια καρφάκια 1750-1800.

 

 

 

 

Καρυοφύλλι ή καριοφίλι  

 

Παλιό εμπροσθογεμές τουφέκι με μακριά κάνη, που είχε για την πυροδότησή του πυριτόλιθο. Το καριοφίλι διαθέτει μεγάλο κοντάκι με κοίλο περίγραμμα στην πάνω και πλαϊνή πλευρά και ελαφρά κυρτό στην κάτω. Η κάνη είναι επιμήκης, σχεδόν κυλινδρική, σιδερένια με στόχαστρο. Κάτω από την κάνη αναπτύσσεται ο ξύλινος ξυστός, που στο εσωτερικό του δέχεται το σιδερένιο οβελό γεμίσματος του όπλου. Σχεδόν όλο το ξύλινο κοντάκι καθώς και ο ξυστός καλύπτονται με ελάσματα μπρούντζου που φέρουν εγχάρακτη διακόσμηση με σχέδια φυτών και ενώνονται με μικρά καρφιά. Πλατύ έλασμα περιβάλλει τη σκανδάλη, ενώ σώζεται καλά το σύστημα πυροδότησης του μπαρουτιού. Στη χειρολαβή υπάρχει κρίκος, προφανώς για το λουρί του όπλου.Την ονομασία του, την οφείλει στο Βενετικό εργοστάσιο κατασκευής όπλων, «CΑRLΟ E. FIGLI» (Κάρλο και υιοί) το οποίο και κατασκεύασε το πρώτο καριοφίλι. Το καριοφίλι ήταν το κλασσικό όπλο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Με αυτό δοξάστηκε η κλεφτουριά. Έγινε ο αχώριστος σύντροφος κάθε κλέφτη, κάθε αρματολού.

Από τον ήχο του, αντηχούσαν οι απόκρημνες ελληνικές βουνοκορφές. Η δημοτική μούσα ύμνησε το καριοφίλι όσο κανένα άλλο όπλο, το οποίο μεταχειρίστηκαν οι Έλληνες στους τίμιους αγώνες τους. Γνωστοί οι στίχοι που φανερώνουν την επιθυμία αλλά και τη δύναμη του λαϊκού αγωνιστή: «Θα πάρω το τουφέκι μου, τ’ άγιο το καριοφίλι».

 

 

Παλάσκες 

Οι αγωνιστές του 1821 φορούσαν γύρω από την μέση τους τις Παλάσκες στις   οποίες τοποθετούσαν τα πολεμοφόδια τους . Μία μικρή μεταλλική ορθογώνια θήκη για τις τσακμακόπετρες των πυροβόλων όπλων τους και το «μεδουλάρι».

 

 

Σελάχι

Σελάχι

Σελάχι

Το σελάχι ήταν ανδρική ζώνη – θήκη που φοριόταν με φουστανέλα. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τους οπλαρχηγούς της Επανάστασης και αργότερα από ορισμένους αστούς στην Πελοπόννησο, Στερεά Ελλάδα και Ήπειρο.

 

 

Μεδουλάρι  

Το Μεδουλάρι είναι μεταλλική θήκη όπου φυλαγόταν το μεδούλι (λίπος) για την λίπανση των όπλων. Κρεμόταν από τη μέση, στερεωμένο στο σελάχι ή το ζωνάρι, συνήθως στην αριστερή πλευρά.

 

Σπάθη – Σπάθα 

Ένα απαραίτητο συμπλήρωμα του οπλισμού των αγωνιστών του 1821 ήταν η κυρτή ανατολικού τύπου ΣΠΑΘΗ , την οποία αναρτούσαν με μεταξωτά κυλινδρικά κορδόνια από τον ώμο τους ή σπανιότερα την αναρτούσαν με δύο λεπτά λουριά σε μία επίσης λεπτή δερμάτινη ζώνη την οποία φορούσαν στην μέση τους. Επίσης : Οι σπάθες αποτελούσαν μέρος του οπλισμού των στρατιωτών μέχρι και τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Εντυπωσιάζει το σπαθί από την εποχή της Τουρκοκρατίας, με επιμήκη λάμα, κυρτή στη ράχη της ενώ στην κόψη είναι κοίλη και προς την αιχμή γίνεται κυρτή. Η λαβή αποτελείται από δυο τμήματα ξύλου που στο κάτω άκρο τους αποκτούν πλατιά, κυρτή επιφάνεια, εσωτερικά και εξωτερικά επίπεδη. Το κενό ανάμεσά τους καλύπτει ταινιωτό έλασμα από ατσάλι που φέρει εγχάρακτη διακόσμηση από κυματιστές γραμμές. Το έλασμα αυτό συνεχίζεται και πάνω από την ξύλινη λαβή, καλύπτοντας ένα τμήμα πριν αρχίσει η λάμα. Στη βάση της λάμας, και στις δυο όψεις, υπάρχει διακοσμητικό εγχάρακτο έλασμα, σχεδόν τριγωνικό, του οποίου η μια πλευρά σχηματίζει καμπύλες πάνω στην ξύλινη λαβή.

Γιαταγάνι (Yatagan)

 

Γιαταγάνι

Γιαταγάνι

Είναι ένα είδος μεγάλης μαχαίρας, χωρίς φυλακτήρα στη λαβή, τουρκικής προέλευσης.  Η λεπίδα του γιαταγανιού σχηματίζει κοίλη καμπύλη στο μέσο και κυρτή στην αιχμή. Πλατιά και καμπυλωτή προς το μέρος της αιχμής. Η Μάχαιρα ή σπάθη χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους Άραβες και τους Τούρκους. Η χρήση του γενικεύτηκε κατά τη διάρκεια της Επανάστασης και αποτέλεσε απαραίτητο εξάρτημα του οπλισμού των Ελλήνων αγωνιστών. Ήταν διαδεδομένο γενικά στα Βαλκάνια, την Μ. Ασία, την Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική.

 

 

 

 

 

Πηγή

  •  Γιάννης Ρούσκας, Αρχ/ρχος Πολεμικού Ναυτικού ε.α. Ιστορικός- Ερευνητής, « ΤΟ ΟΠΛΟΣΤΑΣΙΟ ΤΟΥ ΝΑΥΠΛΙΟΥ». Περιοδικό: Αρχαιολογία & Τέχνες 66.

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

Σπηλιάδης Νικόλαος (Τρίπολη 1785 – Ναύπλιο 1862 ή 1867)


 

Νικόλαος Σπηλιάδης

Ο Νικόλαος Σπηλιάδης (1785 – 1862 ή 1867) υπήρξε φιλικός, αγωνιστής, πολιτικός, λόγιος και «απομνημονευματογράφος» του αγώνα του 21. Γεννήθηκε στην Τρίπολη. Σπούδασε στο Άργος και στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαζί με τον Αναγνωσταρά δούλεψε για ένα διάστημα στην επιχείρηση του φιλικού Π. Σέκερη. Στη συνέχεια εργάσθηκε υπάλληλος του μεγαλέμπορου Αλέξαδρου Μαύρου.

Το 1816 αυτός τον έστειλε στην Οδησσό, όπου μυήθηκε στη Φιλική εταιρία από το Σκουφά. Μάλιστα αναφέρεται ότι όταν ο Σκουφάς του πρότεινε να γίνει μέλος της Φ.Ε. δέχθηκε, αλλά κατά τη διάρκεια της μύησης άρχισε να έχει δισταγμούς, απορώντας κυρίως, πώς εμπιστεύθηκαν την σημαία μιας τόσο μεγάλης ιδέας στον Σκουφά, που αντιμετώπιζε οικονομικές δυσχέρειες στην εργασία του. Ενώ είχε αρχίσει να γράφει το «Εφοδιαστικόν» (δηλαδή το έγγραφο που έπρεπε να συμπληρωθεί και να υπογραφεί από κάποιον που προσχωρούσε στην Φιλική Εταιρεία) και συγχρόνως ήταν σκεπτικός, ο Σκουφάς, βρίσκοντας κάποια πρόφαση του πήρε το έγγραφο και αποσύρθηκε για λίγο, για να εξαφανισθεί στη συνέχεια. Ο Σπηλιάδης δεν αναφέρθηκε ποτέ στο περιστατικό αυτό. Λίγο αργότερα, όταν έμαθε τις δολοφονίες των φιλικών Γαλάτη και Καμαρινού, θεώρησε ότι και αυτός καταδιώκεται, και αποφάσισε ανεπιτυχώς να αυτοκτονήσει. Στη συνέχεια όμως συμμετείχε ενεργά στις δραστηριότητες της Φιλικής Εταιρίας και επιδόθηκε στη μύηση Ελλήνων της Οδησσού.

Όταν κηρύχτηκε η Επανάσταση, ήλθε στην Ελλάδα για να πολεμήσει. Αφιερώθηκε όμως κύρια στα πολιτικά πράγματα. Το 1822 διορίστηκε αρχιγραμματέας της Πελοποννησιακής Γερουσίας και από τη θέση αυτή προσέφερε πολύτιμες υπηρεσίες, δείχνοντας πολιτική σύνεση. Μεταξύ άλλων, διατέλεσε γενικός γραμματέας του Εκτελεστικού Σώματος, αντικαθιστώντας τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Παράλληλα συνδέθηκε με τον Καποδίστρια του οποίου υπήρξε ένθερμος φίλος, οπαδός και συνεργάτης. Στις 5 Φεβρουαρίου 1829, μετά την αποχώρηση του Σπ. Τρικούπη, διορίσθηκε Γραμματέας Επικρατείας, θέση ανάλογη με του πρωθυπουργού. Παραμένοντας πάντοτε υποστηρικτής του Καποδίστρια, ήλθε και αυτός σε ρήξη με τους πολιτικούς του αντιπάλους, δηλώνοντας χαρακτηριστικά:

«Εξαιρέσει δ’ ολίγων οι διατελούντες εις την υπηρεσίαν του Καποδίστρια είναι τίμιοι άνθρωποι και, αποστρεφόμενοι το έγκλημα, δεν εκκαθάρισαν την Ελλάδα από τοιαύτα τέρατα και δια τούτον μόνον έβλαψαν την πατρίδαν».

Επί Βαυαροκρατίας, συνελήφθη και φυλακίστηκε με την κατηγορία της συμμετοχής σε συνομωσία κατά του Όθωνος, αλλά αθωώθηκε.

Προς το τέλος της ζωής του ασχολήθηκε με τη συγγραφή, ενώ μετέφρασε και μερικά γαλλικά κείμενα, όπως «Τα μυστικοσυμβούλια και ο λαός του Μπινιόν», «Περιήγησις εν Ελλάδι του Σατομπριάν», κ.ά. Μεταξύ των έργων του ξεχωρίζουν «τα Απομνημονεύματα δια να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ιστορίαν των Ελλήνων» που εκδόθηκε το 1857. Στο έργο αυτό αφηγείται την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, περιγράφοντας πολλά περαστικά και μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Τα «Απομνημονεύματα» αποτελούν σημαντική ιστορική πηγή για την επαναστατική και μετεπαναστατική περίοδο.

Στα 1838, ωστόσο, στη σκιά της απολυταρχίας του Όθωνα και στο απόγειο της εκστρατείας αποδόμησης της υστεροφημίας του Κυβερνήτη, ο Σπηλιάδης επιστράτευσε τη γραφίδα του για να αναιρέσει το αντικαποδιστριακό κατηγορητήριο που είχε εξαπολύσει ο επιφανέστερος ίσως πολέμιος της Ελληνικής Πολιτείας (1828-1832), ο Βαυαρός φιλέλληνας Friedrich Thiersch.

Το βιβλίο του Σπηλιάδη,  γραμμένο στα Γαλλικά, με τίτλο «Réfutation faite par un grec lan mil huit cent trent huit de louvrage intitulé “De l’état actuel de la Grèce et des moyens darriver à sa restauration”, publié par Mr. F. Thiersch lan, 1833», είχε σκοπό να αποκαταστήσει την υπόληψη του «μπαρ­μπα-Γιάννη», απαντώντας, μεταξύ άλλων, στις συκοφαντίες γύρω από τη διπλωματική στρατηγική του, η οποία συνδεόταν με το όραμα που είχε για την εδραίωση της ελληνικής κυριαρχίας στην ευρύτερη περιοχή· την ανταπόκρισή του στο αίτημα περί διανομής της εθνικής γης στους ακτή­μονες, το οποίο φαίνεται ότι συσχέτιζε με το φλέγον πολιτειακό ζήτημα· τις αντιλήψεις του σχετικά με τη θέση της αρχαιοελληνικής κληρονομιάς στη νεοελληνική ταυτότητα· τη στάση του απέναντι στην αντιπολίτευση και τα εγχώρια ολιγαρχικά συμφέροντα· καθώς και τις διαθέσεις του απέναντι στην προοπτική πολιτειακής συμβίωσης με τον Όθωνα.

Το παραπάνω  βιβλίο υπό τον τίτλο «Αναίρεσις» του Νικολάου Σπηλίαδη  κυκλοφόρησε  για πρώτη φορά στα ελληνικά το 2019, μεταφρασμένο από τον Αλέξανδρο Παπα­διαμάντη. Πέθανε στο Ναύπλιο το 1862.

 

Πηγή


 

Read Full Post »

Τρίπολη ( Απελευθερωτικός Αγώνας)

 

 

Η Ιστορία της πόλης

 

 

Η Τρίπολη είναι μια από τις μεγαλύτερες και σημαντικότερες πόλεις της Πελοποννήσου. Είναι πρωτεύουσα του Ν. Αρκαδίας και της Επαρχίας Μαντινείας.  Κατοικήθηκε για πρώτη φορά μετά την κατάληψη του Μοριά από τους Τούρκους (1460) από καταδιωγμένους κατοίκους της Αρκαδίας και κυρίως από ανθρώπους των χωριών Δαβιάς, Μοχλίου και Βελιγοστής. Γι’ αυτό και μετεπαναστατικά ονομάστηκε Τρίπολις.

 

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Γέροντες Τρίπολη 1900. Αρχείο: Ν. Γρηγοριάδη.

Στα περισσότερα έγγραφα του απελευθερωτικού αγώνα αναφέρεται ως Τριπολιτσά ή Τριπολιτζά και σε παλιότερες γραπτές πηγές, ως Ντρομπολιτζά*. Με το τελευταίο όνομα μνημονεύεται και κάποιο τουρκικό κάστρο από το 1467 και μετά. Η Τριπολιτσά μέχρι και τις αρχές του 18ου αι. ήταν ένα  χωριό, το οποίο στη συνέχεια αναπτύχθηκε και έγινε μετά τα Ορλωφικά διοικητικό κέντρο της Πελοποννήσου και έδρα του Μόρα Βαλεσή, δηλαδή του Τούρκου διοικητή της Πελοποννήσου, με πρώτο τον Αχμέτ πασά Σαλάμπαση (1770-1787).

Η Τρίπολη, δέχτηκε την οργή των Τούρκων κατά τα Ορλωφικά** και στη συνέχεια επί εννέα χρόνια τις λεηλασίες των Αλβανών, μέχρι που τα σουλτανικά στρατεύματα σε συνεργασία με τους χριστιανούς κλέφτες κατόρθωσαν να τους εξοντώσουν. Εκεί διακρίθηκε ο πατέρας του Θ. Κολοκοτρώνη, Κωνσταντής. Από τους 12.000 Αρβανίτες μόνο 700 γλίτωσαν και διέφυγαν στη Ρούμελη. Μέχρι το 1808 υπήρχε στην άκρη της πόλης, κατά την πύλη τ’ Αναπλιού, πυραμίδα από χιλιάδες ασβεστωμένα κεφάλια Αλβανών.

Ο Αχμέτ πασάς, ο πρώτος Μόρα Βαλεσής, έκανε την Τριπολιτσά πρωτεύουσα του Μοριά με σουλτανικό φιρμάνι και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα το 1786, όταν ολοκληρώθηκε το τείχος της πόλης, που κτίστηκε με αγγαρείες των χριστιανών. Το τείχος είχε 5,5 μ. ύψος, 3,5 χλμ. μήκος και πάνω από δύο μέτρα πάχος στη βάση.

 

Στη συνέχεια, η Τρίπολη έγινε πολυάνθρωπη με πολλούς Τούρκους και αξιόλογο στράτευμα. Ιδιαίτερα αναπτύχθηκε, όταν Μόρα Βαλεσής έγινε ο γιος του Αλή πασά των Ιωαννίνων Βελής (1807-1820), γιατί τον ακολούθησαν πολλοί βιοτέχνες και τεχνίτες Γιαννιώτες, οι οποίοι συνετέλεσαν στην οικονομική της ανάπτυξη.

 

 

Η Τρίπολη στην Επανάσταση

 

 

 
Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Τριπολιτσιώτες προύχοντες με εθνική ενδυμασία. Φωτογραφία Nelly’s περίπου το 1930.

Το 1821 η Τρίπολη είχε 35.000 κατοίκους, Τούρκους, Έλληνες και λίγους Εβραίους. Με το ξέσπασμα της επανάστασης ο πληθυσμός της αυξήθηκε σημαντικά, γιατί πολλοί Τούρκοι κατέφευγαν εκεί για ασφάλεια. Όταν άρχισε η πολιορκία, υπήρχαν μέσα 15.000 αρματωμένοι Τούρκοι και Αλβανοί. Ο Θ. Κολοκοτρώνης πίστευε πως έπρεπε να καταληφθεί η Τρίπολη, για να στεριώσει η επανάσταση, και είχε απόλυτο δίκιο, γιατί ήταν διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο του Μοριά, ικανό λόγω της γεωγραφικής του θέσης και της δύναμής του να αντιμετωπίζει με επιτυχία τους επαναστατημένους Ρωμιούς σ’ όλο το Μοριά. Με δυσκολία κατόρθωσε να μαζέψει λίγο στρατό στην αρχή, γιατί πολλοί καπεταναίοι και πρόκριτοι δε συμφωνούσαν μαζί του. Στη συνέχεια όμως κατάλαβαν πως είχε δίκιο. Έτσι, τον Ιούνιο τα ελληνικά στρατεύματα, που συμμετείχαν στην πολιορκία, ήταν πάνω από 7.000. Όσο περνούσαν οι μέρες και η θέση των πολιορκουμένων χειροτέρευε, τόσο πλήθαιναν και οι πολιορκητές που συνέρρεαν με κάθε πολεμικό μέσο.

Εκείνες τις μέρες η αλληλεγγύη και η διάθεση συνεισφοράς στον αγώνα ήταν ιδιαίτερα αναπτυγμένες ανάμεσα στους αγωνιστές. Εκείνο που προείχε και φλόγιζε τις καρδιές τους ήταν η επιτυχία του σχεδίου του Κολοκοτρώνη.

Στην Τρίπολη λοιπόν πολέμησαν στο πλευρό του Γέρου του Μωριά και του Νικηταρά και αρκετοί μαχητές από την Επαρχία Άργους, με επικεφαλής τον Γιαννάκο Δαγρέ, τον αδελφό του Θανάση, τον Θεόδωρο Τριγγούνη, τον Ηλία Θεοδωρόπουλο και τον Γεώργιο Φράγκο, ο οποίος και έπεσε κατά την πολιορκία.   

 

 
Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Ανακομιδή στη Τρίπολη των λειψάνων του Θ. Κολοκοτρώνη με το τραίνο, 10 Οκτ. 1930, σιδ. σταθμός Τρίπολης.

Η Τρίπολη έπεσε στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ημέρα Παρασκευή, από ένα τυχαίο και αναπάντεχο περιστατικό· ο Τσακωνίτης αγωνιστής, ο Μανώλης Δούνιας,*** έδινε στους Τούρκους ψωμί και σύκα και είχε πιάσει φιλίες μαζί τους. Εκείνοι τον δέχονταν στο πυροβολείο τους – τάπια – που ήταν κοντά στην πύλη τ’ Αναπλιού, και κάνανε συντροφιά. Ο Δούνιας έπαιρνε και κάποιους φίλους μαζί του. Την ημέρα εκείνη παρατήρησαν ότι οι υπερασπιστές στις επάλξεις ήταν ελάχιστοι, γιατί οι Τούρκοι είχαν μεγάλη σύναξη, για να δουν τι θα κάμουν, και η φρούρηση είχε χαλαρώσει.

Εκμεταλλεύτηκαν, λοιπόν, την ευκαιρία και άνοιξαν την πύλη τ’ Αναπλιού. Όρμησαν τότε κι άλλοι μέσα, ανοίχτηκαν κι άλλες πύλες και σε λίγο οι πολιορκητές έμπαιναν από παντού. Ο πρώτος καπετάνιος που πάτησε την πόλη ήταν ο Παναγιώτης Κεφάλας,**** ο οποίος μπήκε από την πύλη του Μυστρά. Οι Τούρκοι αιφνιδιάστηκαν κι έτρεξαν να σώσουν τις οικογένειές τους. Αμέσως άρχισε άγρια σφαγή. Οι Έλληνες δεν ήταν δυνατό να πειθαρχήσουν στους αρχηγούς τους, αφού μάλιστα η πόλη δεν είχε καταληφθεί με έφοδο αλλά από τυχαίο περιστατικό.

Ο Καπετάνιος Γιαννάκος Δαγρές από την Καρυά, συνέλαβε τον κοτζάμπαση Σωτηράκη Κουγιά, ο οποίος ήταν προδότης και είχε αποκαλύψει στους πασάδες της Τρίπολης το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας και αφού του έκοψε τ᾽ αυτιά, τον σκότωσε.

 

Ο Φωτάκος γράφει:

 

 «Η σφαγή άρχισεν εις όλα τα μέρη της πόλεως, το τουφέκι εδούλευε πανταχού και ανηλεώς και κατά τρεις ολοκλήρους ημέρας εσκοτώνοντο πάσης ηλικίας άνθρωποι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά ανήλικα. Οι Έλληνες εδώ εξεδικήθησαν δι’ όσα τόσους χρόνους είχαμεν πάθει από τους τυράννους μας…».

 

Η σφαγή κράτησε τρεις μέρες, μέχρι την Κυριακή 25 Σεπτεμβρίου, και τελείωσε μόνο όταν έσβησε κάθε αντίσταση των Τούρκων. Οι Έλληνες εκδικήθηκαν τους Τούρκους για όσα τους είχαν κάνει τόσους αιώνες και φάνηκε ότι η συμβίωσή τους πια δεν ήταν δυνατή. Υπολογίζεται ότι σκοτώθηκαν 10.000 Τούρκοι και ότι 8.000 αιχμαλωτίστηκαν. Έλληνες σκοτώθηκαν περίπου 300.

 

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης αναφέρει στο ημερολόγιό του σχετικά με την απελευθέρωση της Τρίπολης:

 

«Το ασκέρι όπου ήτον μέσα, το ελληνικό, έκοβε και εσκότωνε, από Παρασκευή έως Κυριακή, γυναίκες, παιδιά και άντρες, τριάνταδύο χιλιάδες. Το άλογό μου από τα τείχη έως τα σαράγια δεν επάτησε γη. Έλληνες εσκοτώθηκαν εκατό.»‘

 

 
Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Μεταφορά των οστών του Θ. Κολοκοτρώνη, δοξολογία στον Μητρ. Ναό του Αγ. Βασιλείου, 10 Οκτ. 1930. (φωτογραφικό αρχείο Ζαχ. Ζαχαρόπουλου)

Τόσα ήταν τα πτώματα στους δρόμους, που το άλογο του Κολοκοτρώνη προχωρούσε, χωρίς ν’ ακούγονται τα πέταλά του. Στη συνέχεια ο Δημ. Υψηλάντης φρόντισε να καθαριστεί η πόλη. Εντούτοις, έπεσε τύφος και οι άνθρωποι πέθαιναν, μέχρι που έπιασαν τα δυνατά κρύα του χειμώνα και υποχώρησε η ασθένεια. Η Τριπολιτσά έγινε έδρα της Πελοποννησιακής Γερουσίας (1822) και κατόπιν του Εκτελεστικού και Βουλευτικού Σώματος (1823).

 Αργότερα ο Ιμπραήμ κατέλαβε την πόλη (10 Ιουνίου 1825) και την έκανε ορμητήριό του μέχρι το Φεβρουάριο  1828, όταν ο Αιγύπτιος στρατηλάτης αναγκάστηκε να εγκαταλείψει οριστικά την Πελοπόννησο. Φρόντισε μάλιστα να κατεδαφίσει το τείχος και να κάψει την πόλη λίγο πριν από την αναχώρησή του. Μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους η Τριπολιτσά ξανακτίστηκε και μετονομάστηκε σε Τρίπολη.

 

 

Αξιοθέατα της πόλης

 

  • Μητρόπολη. Αφιερωμένη στον Άγιο Βασίλειο, οικοδομήθηκε στην θέση όπου ήταν το τζαμί του Μπεκίρ-Πασά.
  • Πλατεία Άρεως. Διαμορφώθηκε στη θέση όπου βρισκόταν το σεράι.
  • Κεντρική Πλατεία Τρίπολης ή Πλατεία Αγίου Βασιλείου.
  • Αρχαιολογικό Μουσείο Τρίπολης. Στεγάζεται σε διώροφο νεοκλασικό κτίριο, έργο του αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Εκτίθενται ευρήματα από τις ανασκαφές αρχαίων θέσεων στην Αρκαδία. Περιλαμβάνει νεολιθικά και πρωτοελλαδικά αντικείμενα και σκεύη από πρόσφατες ανασκαφές στο Σακοβούνι Καμενίτσας Αρκαδίας, καθώς και πλούσια συλλογή Υστερομυκηναϊκών και Υπομυκηναϊκών Χρόνων από το Παλαιόκαστρο της Γόρτυνας. Εκτίθενται ακόμα ευρήματα Γεωμετρικών χρόνων από νεκροταφεία της Μαντινείας και κεραμική, γλυπτική και ανάγλυφα Αρχαϊκών μέχρι Ρωμαϊκών χρόνων από περιοχές της Αρκαδίας. Ξεχωρίζει η μοναδική στην Ελλάδα συλλογή των λατρευτικών ειδωλίων των Πρωτοελλαδικών χρόνων από το Σακοβούνι όπως και το ομόγλυφο καθήμενο άγαλμα θεάς (ίσως Αθηνά) από την Ασέα και τα ευρήματα της 15ετούς ανασκαφής στην Έπαυλη του Ηρώδου του Αττικού στην Λουκού Κυνουρίας. Υπάρχουν επίσης ευρήματα Παλαιοχριστιανικών και Πρώιμων Βυζαντινών.
  •  Πολεμικό Μουσείο. Ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2000 και στεγάζεται στο ισόγειου του σπιτιού του Μαλλιαρόπουλου στην κεντρική πλατεία του Αγίου Βασιλείου. Περιλαμβάνει κύρια εκθέματα από τον αγώνα του 1821, όπως και του πολέμου του 1940. Ξεχωρίζουν το εκμαγείο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, η προτομή του και συλλογές όπλων και σπαθιών από την επανάσταση.

 

Υποσημειώσεις

 

* Ντρομπολιτζά

 

Εκτός του «Ντρομπολιτσά», η προφορική παράδοση και οι γραπτές πηγές χρησιμοποιούν μια αρκετά μεγάλη ποικιλία ονομάτων: Ντρομπολ(ι)τζιά, Τροπολιτζ(ι)ά, Τροπολικιά, Ντριμπολιτζ(ι)ά, Τριπολιτζά, Τριπολιτσά, Τρομπολιτσά, Τροπολ(ι)τσά, Υδροπολιτζά, Ύδωρ Μολιτζά, κλπ. (Οι Τούρκοι παράλληλα χρησιμοποιούσαν τις ονομασίες Νταραμπολίτζα, Ταραμπολίτζα, Ταραμπουλούς). Άλλη εκδοχή υποστηρίζει ότι είναι από το Υδρόπολις, (αρχαία Ελληνική αποικία, στην νότια Αλβανία, Ιλλυρία τότε), Ντρόπολις και χαϊδευτικά Ντροπολιτσά ( ιτσα = υποκοριστικό π.χ. Ελένη = Ελενίτσα), δηλαδή μικρή Ντρόπολι.  

 

 

**  Τα Ορλωφικά

 

Η Μεγάλη Αικατερίνη της Ρωσίας, ακλουθώντας το όραμα του Μεγάλου Πέτρου για ανα­σύσταση της ορθόδοξης Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπό το σκήπτρο του, παρακινεί τους Έλληνες σε επανάσταση, στέλνοντας στην Ελλάδα τρεις αξιωματικούς του ρωσικού στρατού, τους αδελφούς Ορλώφ. Στόχος των ενεργειών της ήταν απλώς η δημιουργία αντιπε­ρισπασμού, αφού η Ρωσία βρισκόταν ήδη σε εμπόλε­μη κατάσταση με τους Τούρκους. Οι Έλληνες, με επί­κεντρο την Πελοπόννησο και τη Στερεά, ξεσηκώθηκαν, αλλά οι δυνάμεις που έστειλε η Ρωσία για να τους συν­δράμει αποδείχθηκαν πενιχρές και ανοργάνωτες. Πα­ρά τις αρχικές επιτυχίες των Ελλήνων οπλαρχηγών, η επανάσταση στην ξηρά έληξε, λίγους μήνες αργότε­ρα, με σφαγές, μαζικούς εξισλαμισμούς και εξαν­δραποδισμό του πληθυσμού στην Πελοπόννησο, στη Μακεδονία και στηνΉπειρο. Αντίθετα, στη θάλασσα, το τουρκικό ναυτικό υπέστη πανωλεθρία στο Τσεσμέ (Μάιος 1770) από τον ρωσικό στόλο.

*** Οι Τσάκωνες είχαν κάνει γνωριμίες με τους πολιορκημένους Τούρκους στην Τριπολιτσά κι εμπορεύονταν τρόφιμα με αντάλλαγμα όπλα. Κατάφεραν να αποφυλακίσουν τον πρόκριτο Πραστού Γιαννούλη Καραμάνο δίνοντας υπόσχεση «στους φίλους τους», να τους διασώσουν, αν πέσει η Τριπολιτσά στα χέρια των Ελλήνων.Σε μία συνάντηση τέτοια, για ανταλλαγή τροφών με όπλα, ο Τσάκωνας Μανώλης Δούνιας (ή Ντούνιας) κατάφερε «τους φίλους» του, Τούρκους, να τον ανεβάσουν στην Τάπια (τουρκ. tabya: ταμπούρι, προμαχώνας) του κάστρου της Τριπολιτσάς. Με λίγους φίλους του, που τον ακολούθησαν, αιχμαλώτισε τους Τούρκους φρουρούς, γύρισε τα κανόνια στην πόλη κι άνοιξε την πόρτα του Αναπλιού, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821.

 

**** Κεφάλας Παναγιώτης

Αγωνιστής του Εικοσιένα από το Δυρράχιο Μεγαλόπολης που γεννήθηκε το 1790 και έπεσε ηρωικά το 1825 στο Μανιάκι. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα και κήρυξε τον πόλεμο εναντίον των Τούρκων από το Νοέμβρη του 1820 μαζί με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Δημήτριο κι άλλους συμπατριώτες του. Στις 15 Απρίλη 1821 πήρε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου και στις 12 – 13 Μάη στη μάχη του Βαλτετσίου. Με 600 διαλεχτά παλικάρια πήρε ενεργό μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Ήταν ο πρώτος που στις 23 Σεπτέμβρη παραβίασε το φρούριο στην πόρτα του Ναυπλίου κι έστησε πάνω στα τείχη την ελληνική σημαία. Συνέχισε να πολεμά παίρνοντας μέρος σε διάφορες μάχες μέχρι το 1825. Όταν οι ορδές του Ιμπραήμ σάρωναν το Μοριά, ο Κεφάλας με τον Παπαφλέσσα, αντιτάξανε ηρωική μα απελπισμένη άμυνα στο θρυλικό Μανιάκι. Στις 19 Μάη 1825, και αφού από τους 2.000 άντρες τους απόμειναν μόνο 600, έπεσαν πολεμώντας πολυάριθμους εχθρούς.

 

Πηγές

 

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1858.
  • Κωστή Ι. Τσούχλου, «Οι Τσάκωνες του ’21»,  εκδ. Αδελφότητος Κυνουριέων.
  • Φωτογραφίες: Πανεπιστήμιο Πάτρας στον ιστότοπο www.arcadiasite.gr

 

 

Read Full Post »

Άργος – Μυκήνες – Αγροτικές Καλλιέργειες. Urquhart David 1830.

 

 

Απόσπασμα από το βιβλίο του Σκοτσέζου διπλωμάτη,  Urquhart, David, Spirit of the East. 1830: Argos, Corinth, Patras, Missolonghi, Anatolico, Prevesa, Albania, Arta, Janina, Meteora, Triccala, Larissa, Monastir, Tempe, Ambelakia, Salonica, Cassandra, Olynthus, Chalcidice, Mount Athos, ArgyroCastro, Tepedelene, Durazzo, Scodra.

 

urquhart-david1805-1877cΣτις αρχές του 1830 ήμουν στο Άργος, επιστρέφοντας στην Αγγλία από την Κωνσταντινούπολη, έχοντας περάσει περίπου τρία χρόνια στην Ελλάδα και την Τουρκία. Ήμουν έτοιμος να επιβιβαστώ και να αποχαιρετήσω τn γη, για τη μοίρα της οποίας ενδιαφερόμουν βαθιά – μια γη όμως που απογυμνώθηκε πια από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα της και ότι ελκυστικό είχε κατατέθηκε με τιμές υπό τα προστατευτικά φτερά των τριών μεγαλυτέρων δυνάμεων του κόσμου – τη στιγμή που ένα σκάφος, ένα βασιλικό πλοίο, προσέγγισε την ακτή για να «ξεφορτώσει» ένα Πρωτόκολλο, το οποίο με μια μαγική δύναμη κινητοποίησε τους πάντες.

 

Είναι δύσκολο να περιγράψω πώς ο κόσμος πηγαινοερχόταν, δημηγορούσε και χειρονομούσε, πώς οι φουστανέλες τινάζονταν δεξιά και αριστερά και πώς τα μουστάκια στρίβονταν. Αυτά συνέβαιναν στο Άργος.

 

 

Διάσκεψη του Λονδίνου*

 

 

Και σε άλλα μέρη όμως ήταν εξίσου εντυπωσιακές οι συνέπειες της πρόσφατης αυτής «εισαγωγής». Καθημερνά τα νέα μάς ακολουθουσών από επαρχία σε επαρχία και από πόλη σε πόλη. Παντού, όπως και στο Άργος, οποιαδήποτε άλλη σκέψη και ασχολία είχε μπει κατά μέρος. Ο κόσμος έβγαινε από τα μαγαζιά και τα σπίτια του και καθώς δεν υπήρχε αγορά για να συγκεντρωθεί, γέμιζαν οι καφενέδες και μετατρέπονταν σε πεδία ζωηρής αντιπαράθεσης, αλλά και επίδειξης των ικανοτήτων ευφραδών ρητόρων.

 

Όλα τούτα, όπως θα φαντάζεστε, είναι ιδιαίτερα ευχάριστα για τους ταξιδιώτες. Παραμένει όμως γρίφος πώς ένα κομμάτι χαρτί με τρεις υπογραφές έμελλε να οδηγήσει μια ολόκληρη χώρα σε ανα­βρασμό. Εκείνο που μας δυσκόλεψε στην προσπάθεια μας να αποτιμήσουμε τις ασυνήθιστες σκηνές που περνούσαν μπροστά από τα μάτια μας, ήταν ότι το έγγραφο αυτό κατέληγε με τους υπογράφοντες να συγχαίρουν αλλήλους – καθώς είχε από όλους συμφωνηθεί το Πρωτόκολλο που επρόκειτο να οδηγήσει την Ελλάδα σε μία νέα και λαμπρή τάξη πραγμάτων. Ο ορυμαγδός των όπλων θα σταματούσε, οι φωνές των φατριών θα κατευνάζονταν και ε­φεξής οι Έλληνες θα κούρδιζαν τις καρδιές και τις άρπες τους στους τόνους της τριπλής Συμμαχίας.

 

Ήταν όμως σαφές πως όλα τούτα δεν θα τελείωναν μόνο με λόγια. Δεν θα φθάναμε σε ικανοποιητική διέξοδο, διότι άνδρες ίδιας ικανότητας, που είχαν πρόσβαση στα ίδια μέσα πληροφόρησης, διαμόρφωναν αντίθετες απόψεις. Σε κάθε περίπτωση – κατ όλα τα κόμματα συμφωνούν σε αυτό – τα συγχαρητήρια για το Πρωτόκολλο ήταν πρόωρα. Το σημείο αυτό συχνά επικαλούνταν κάποιοι για να αποδείξουν το βαθμό άγνοιας της Διάσκεψης του Λονδίνου. Άγνοια η οποία, όπως ισχυρίζονταν, δεν θα μπορούσε παρά να είναι αποτέλεσμα εσκεμμένης παραπληροφόρησης από την Ελλάδα.

 

Αυτά ήταν τα θέματα συζήτησης στο Άργος όταν έφθασε η είδηση ότι οι Σουλιώτες στην Αλβανία πήραν και πάλι τα όπλα και μετά ότι και οι Αλβανοί έκαναν το ίδιο. Ορισμένοι είπαν ότι ήταν τρόπος αντίδρασης στο Πρωτόκολλο. Άλλοι πάλι ότι ετοιμάζονταν για γενικευμένη επίθεση στην Ελλάδα. Η επικρατούσα άποψη όμως ήταν ότι μια μεγάλη ομοσπονδία χριστιανών Αλβανών και μουσουλμάνων, υπό την ηγεσία του τρομερού πασά της πόλης Σκόδρα, ετοιμαζόταν να κηρύξει τον πόλεμο στη Μακεδονία και τη Θράκη και να υψώσει, μιμούμενη τον Μουσταφά Μπαϊρακτάτ , την ιλλυρική σημαία στα υψίπεδα που δεσπόζουν της αυτοκρατορικής πόλης.

 

Η χρονική αυτή σύμπτωση, από τη μια δηλαδή το Πρωτόκολλο που προκάλεσε πάλι φουρτούνες στην Ελλάδα και από την άλλη η Αλβανία που απειλούσε ακόμη και αυτή την ύπαρξη της Πύλης αλλά και τον υφιστάμενο ιστό της ευρωπαϊκής εξουσίας, με έπεισαν να αναβάλω την επιστροφή μου στην Αγγλία, ώστε στο βαθμό του εφικτού αποκτήσω ιδία γνώση των πραγμάτων.

 

 

Αποφάσισα λοιπόν να επισκεφθώ την ηπειρωτική Ελλάδα τα διαφιλονικούμενα σύνορα. Αισθανόμενος εξάλλου ότι το ενδιαφέρον μου για την Ελλάδα και η γνώση μου για τη χώρα πήγαζαν από το γεγονός ότι είχα και εγώ μερίδιο στον αγώνα της, αποφάσισα να καταβάλω μια προσπάθεια να γνωρίσω και την Αλβανία με τον ίδιο τρόπο, να μπω στον πρώτο καταυλισμό που θα ρίξει μπροστά μου η τύχη και να συναντηθώ με τον αρχηγό.

 

 

Από τη Λάρισα του Άργους στον τάφο του Αγαμέμνονα

 

 

Την 7η Μαΐου ξενικήσαμε από το Άργος μαζί με τον Κ. Ρος του Μπλαντενσβούργου και φτάσαμε στις Μυκήνες.

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Σκυμμένοι καθώς ήμασταν για το προσκύνημα στους πύργους και τους τάφους (για καιρό ανενόχλητους από τα βήματα των περιπλανώμενων υπερβόρειων) των ηρώων που συγκεντρώθηκαν από μακριά και από κοντά στις ακτές της Αυλίδας και δήλωσαν υποταγή στον «Βασιλέα των Ανθρώπων», δεν θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε παρά από τον τάφο του σπουδαίου Αγαμέμνονα, περιφερόμενοι με ευλάβεια στα γκρίζα ερείπια των Μυκηνών, – αντιπάλου της Τροίας.

Τα ερείπια αυτά βρίσκονται οε απόσταση μερικών μιλίων από το Άργος και εκεί αποφασίσαμε να καταλύσουμε το πρώτο βράδυ. Το αντίσκηνο μας, που με περηφάνια θα πρέπει να πω ότι ήταν χειροποίητο, είχε σταλεί μαζί με τους υπηρέτες και τα φορτωμένα άλογα από το πρωί.

 

Έτσι, είχαν πια απλωθεί οι ακτές του σούρουπου πάνω από την πεδιάδα όταν εγκαταλείψαμε τα δρομάκια του Άργους και αποχαιρετήσαμε τους φιλόξενους κατοίκους του. Περάσαμε κάτω από τον απόκρημνο βράχο όπου βρίσκεται το παλιό οχυρό (ονομάζεται Λάρισα) κατ μετά, διασχίζοντας πεζή το ρυάκι του «Πατέρα Ίναχου», φθάσαμε στο θαυμαστό κάμπο που φέρει ακόμη το όνομα της πόλης του Αγαμέμνονα.

 

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

……………………………………………………………………………………………………………………………………

 

Αφού περάσαμε την πρώτη νύχτα του ταξιδιού μας στα ερείπια των Μυκηνών, συνεχίσαμε την πορεία μας προς την Κόρινθο. Καθώς διασχίζαμε τα Δερβενάκια, ξακουστά για την αναχαίτιση του Δράμαλη, παρατηρήσαμε με αρκετό ενδιαφέρον τα ταμπούρια (προμαχώνες) που στήθηκαν τότε, και ακούσαμε διάφορες εκδοχές για τη σύναξη και την επιτυχία των Ελλήνων. Λίγα μίλια πιο κάτω χάρηκα που ξαναντίκριζα τη μικρή πεδιάδα της Νεμέας, καθαγιασμένη από τα γραφικά της ερείπια. Όμως με λύπη μου διαπίστωσα ότι ένας ολόκληρος χρόνος δεν είχε επιφέρει καμιά βελτίωση, ούτε στις καλλιέργειες ούτε στην κατάσταση των περιπλανώμενων βλάχων (βοσκοί). Ο ίδιος μήνας τους βρήκε κατ πάλι να φτιάχνουν βούτυρο κάτω από το ίδιο δέντρο, με τα απλοϊκά εργαλεία τους κρεμασμένα στην ίδια κολόνα. Ούτε ένα φορτίο λιγότερο και, δυστυχώς, ούτε μια ανέφελη προοπτική.

 

 

Καλλιέργειες

 

 

Η παρούσα κατάσταση της χώρας απέχει πολύ από την εκπλήρωση των προσδοκιών που είχα καλλιεργήσει μετά την πρόοδο που παρατήρησα ταξιδεύοντας στα ίδια χώματα την περασμένη χρονιά. Όλες οι προτάσεις για την καλλιέργεια των εθνικών γαιών, για τη σύσταση αγροτικών και άλλων  οργανισμών, για την κατασκευή δρόμων, όλες είχαν αποθαρρυνθεί ή απορροφηθεί από την κυβέρνηση, η οποία ανέστελλε κάθε επιχείρηση καταφεύγοντας ακόμη και σε εκφοβισμό και απειλές.  Άφηνε έτσι στο σκοτάδι τους απώτερους σκοπούς της και τα μέτρα που θα ελάμβανε. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε κυβέρνηση, είχε κατά τη διάρκεια της περασμένης χρονιάς δώσει ζωή σε όλη τη χώρα, το δε αποτέλεσμα ήταν απολύτως αξιοθαύμαστο.

 

Όταν όμως τέθηκε σε εφαρμογή το σύστημα που είχε επιλέξει η κυβέρνηση, επήλθε η καταστολή κάθε δραστηριότητας. Και τώρα δεν είχε προστεθεί ούτε μια καλύβα, δεν είχε φυτευτεί ούτε ένα δέντρο, δεν είχε χαραχτεί ούτε ένα χωράφι, δεν είχε ανοικοδομηθεί ούτε μια γέφυρα, δεν είχε αποκατασταθεί ούτε ένας δρόμος. Και δεν ήταν μόνο αυτά.

 

Από τις δημόσιες γαίες, που περιελάμβαναν τις πιο εύφορες και ομαλές πεδιάδες, η κυβέρνηση αποσπούσε τα τρία δέκατα της παραγωγής. Οι αγρότες ως επί το πλείστον χρησιμοποιούσαν χρήματα που δανείζονταν με τόκο 2,5 τοις εκατό το μήνα, ή έπαιρναν σπόρο για τον οποίο δεσμεύονταν να αποδώσουν το μισό του καθαρού κέρδους. Την εποχή της σποράς, η τιμή του σιταριού ήταν πολύ υψηλή λόγω του αποκλεισμού των Δαρδανελίων**, ενώ ο σπόρος είχε ακόμη υψηλότερη τιμή εξαιτίας της παγκόσμιας προκατάληψης ότι κανένας σπόρος δεν αποδίδει αν δεν είναι εγχώριος κι ο εγχώριος ήταν πολύ λίγος. Κατά το θερισμό, και λόγω της άρσης του αποκλεισμού, οι τιμές έπεσαν στο μισό. Αυτή ήταν αξιοσημείωτη ένδειξη της επίδρασης των Δαρδανελίων στις γύρω χώρες.

 

Το κόστος καλλιέργειας στην Ελλάδα είναι μεγαλύτερο από εκείνο της Αγγλίας. Οι μέθοδοι και τα εργαλεία είναι τραχιά και δυσκίνητα. Όλες οι μεταφορές γίνονται με μουλάρια. Η γη πρέπει να οργωθεί τρεις φορές πριν από τη σπορά. Τα άροτρά τους σπρώχνουν το χώμα χωρίς να το γυρίζουν ή να σπάνε τους σβόλους. Στο χωράφι δεν απλώνουν κοπριά, με αποτέλεσμα να βγαίνουν συνήθως μόνο δύο σοδειές κάθε τρία χρόνια, ενώ για τη σπορά χρειάζεται πολύ μεγαλύτερη ποσότητα σπόρου. Με όλα τούτα τα έξοδα και τα μειονεκτήματα, το ένα τρίτο της σοδειάς (συν δώδεκα τοις εκατό φόρος επί του συνόλου της παραγωγής και των προϊόντων) πηγαίνει στην κυβέρνηση και από το υπόλοιπο το μισό στον προμηθευτή των ζώων και του σπόρου. Έτσι, τελικά, ο αγρότης λαμβάνει τα τρία δέκατα του καθαρού προϊόντος για να μειώσει τον τόκο της προκαταβολής, να καλύψει τα έξοδα καλλιέργειας, να συντηρήσει την οικογένεια του και να εκπληρώσει της προσδοκίες που έτρεφε για μια καινούργια και πιο ευτυχέστερη ζωή.

 

Οι καλλιεργητές βρίσκονται παρά ταύτα σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους γαιοκτήμονες. Πολλοί από αυτούς κατάφεραν, παρά της αντιξοότητες της Επανάστασης, να διασώσουν κάτι και βιάστηκαν να ξεφορτωθούν ό,τι πολύτιμο είχαν και τα λεφτά που πήραν, μαζί με κάτι προκαταβολές, τα διέθεσαν για την αποκατάσταση των χωραφιών τους. Τα έσοδα τους όμως δεν ήταν αρκετά και οι προσδοκίες τους πάντοτε υπερβολικές. Αφού έχτισαν σπίτια και αγροικίες, αφού αγόρασαν κοπάδια και καθάρισαν τα χωράφια, οι γαιοκτήμονες δεν είχαν δεκάρα στην τσέπη για να αγοράσουν σπόρο.

 

Τα ελαιόδεντρα και κυρίως οι μουριές, που καρποφορούν χωρίς δαπάνες ή φροντίδα και είναι οι πιο σίγουροι πόροι για μια χώρα σε αναταραχή, είχαν κατά ένα μεγάλο βαθμό κοπεί για καύσιμη ύλη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Τα αμπέλια και η σταφίδα μπορούσαν να αποκατασταθούν μόνο με σημαντικά έξοδα και αφού είχαν χαθεί πολλές σοδειές.

 

Έτσι, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, τους υπολογισμούς διαδέχθηκε ο πανικός. Η επιβολή και κατόπιν η άρση του αποκλεισμού των Δαρδανελίων προκάλεσε καταστροφική διακύμανση στην τιμή, που μαζί με τη σπανιότητα ξένων κεφαλαίων (εξαιτίας της πολικής του Καποδίστρια)  έκανε τους γαιοκτήμονες να περιέλθουν σε κατάσταση χρεοκοπίας και απόγνωσης, που δεν προοιωνίζεται τη μελλοντική ηρεμία της χώρας. Ο εκνευρισμός τους επίσης πρέπει να αποδοθεί και στην εισαγωγή νόμων αμφιβόλου χρησιμότητας, άρα αντιδημοφιλών και από τους πολλούς κατακριτέων. Για να μην αναφερθούμε στην απώλεια των δικαιωμάτων και πλεονεκτημάτων, τα οποία, υπό την παλαιή  διοίκηση, θα τους επέτρεπαν να επωφεληθούν από την ηρεμία που είχε επικρατήσει ή να αντιμετωπίσουν τα προσωρινά κακά που προέκυψαν από τις ατυχίες των εποχών και τις διακυμάνσεις του εμπορίου.

 

Η απόσταση από το Άργος στην Κόρινθο είναι μόνο οχτώ ώρες. Έτσι το πρωί της δεύτερης μέρας του ταξιδιού μας διακρίναμε τη σκηνή μας (που είχαμε στείλε από την προηγούμενη μέρα) να λάμπει ανάμεσα στα ερείπια του σαραγιού του Κιαμίλ Μπέη στην Κόρινθο.

Υποσημειώσεις

 

* Στις 22 Ιανουαρίου/3 Φεβρουαρίου 1830, η Διάσκεψη του Λονδίνου διακήρυξε την πολιτική ανεξαρτησία της Ελλάδας, πράξη η οποία συνιστούσε διεθνή αναγνώριση του ελληνικού κράτους, και κατά συνέπεια την ίδρυση και την έναρξη της ύπαρξής του από την άποψη της διεθνούς κοινότητας. Η συνοριακή γραμμή του Πρωτοκόλλου της 3ης Φεβρουαρίου 1830 κρατούσε έξω από το ελληνικό έδαφος ένα μεγάλο τμήμα της Στερεάς. Επιπλέον, καθοριζόταν η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους και παρεχόταν στις Δυνάμεις το δικαίωμα εκλογής του βασιλιά χωρίς να ερωτηθεί ο ελληνικός λαός. Δόθηκε πλήρης αμνηστία και προβλεπόταν δικαίωμα μετανάστευσης από ή και προς «τόπον Οθωμανικόν».

«Ηγεμών Άρχων της Ελλάδος» ορίστηκε ο Λεοπόλδος του Σαξ-Κόμπουργκ, ο οποίος όμως αρνήθηκε το θρόνο. Ορίστηκε, με την υπογραφή του Πρωτοκόλλου, να αποκατασταθούν οι εμπορικές δραστηριότητες και η ναυτιλία.  Οι Έλληνες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου της 3ης Φεβρουαρίου 1830, είδαν την απαρχή του ελεύθερου πολιτικού βίου του έθνους. Η ελληνική Επανάσταση είχε τελειώσει και άρχιζε να υφίσταται επίσημα στη διεθνή κοινότητα το ελληνικό κράτος.

** Αποκλεισμός των Δαρδανελίων από το ρωσικό στόλο. Ο έλεγχος ή ειδικό καθεστώς πρόσβασης στα στενά έγινε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Μετά την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο Ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, το 1833 η Ρωσία εξανάγκασε τους Τούρκους να υπογράψουν τη Συνθήκη Hunkiar Iskelesi που απαιτούσε τον αποκλεισμό των στενών σε πολεμικά πλοία δυνάμεων εκτός Ευξείνου πόντου όταν ζητούταν από τη Ρωσία. Αυτή η συνθήκη θα είχε ως αποτέλεσμα την κυριαρχία της Ρωσίας στον Εύξεινο πόντο.

 

Πηγές

 

 

  • Urquhart, David, « Spirit of the East » τόμος Ά, σελ. 2- 15, London, 1838.
  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Περιηγητές ΙΙΙ», τεύχος 45, 24 Αυγούστου 2000.

 

Read Full Post »

Αναφορογράφοι του Ναυπλίου

 

 

Στην μόλις απελευθερωμένη Ελλάδα, όταν ακόμη ήταν πρωτεύουσα το Ναύπλιο, πολύς απλός κόσμος έπρεπε για διάφορους λόγους να προσφύγει στην Κυβέρνηση. Είτε για να υποβάλει κάποια αναφορά είτε για να απαιτήσει την επίλυση κάποιου προβλήματος.

 

Αδήριτη λοιπόν προέκυψε η ανάγκη της αναζήτησης κάποιων μορφωμένων ανθρώπων που θα ανελάμβαναν την σύνταξη αυτών των εγγράφων. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι αναφορογράφοι, κάτι σαν τους αιτησιογράφους που μέχρι πριν λίγα χρόνια συναντούσαμε καθισμένους στα μικρά φορητά γραφειάκια τους, στις εισόδους των διαφόρων Δημοσίων υπηρεσιών.

 

Στην πλατεία του Ναυπλίου λοιπόν, « κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον » άκουγαν με ύφος σπουδαίο και τρανό τους ενδιαφερόμενους και έγραφαν στηρίζοντας το χαρτί στο δεξιό τους γόνατο.

 

Θα πρέπει να πούμε ότι ενίοτε, οι αναφορογράφοι έπαιζαν και το ρόλο του συμβολαιογράφου ή και του δικηγόρου, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν.

 

«Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρείας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος». Αυτός ξεχώριζε γιατί διέθετε ευχέρεια στην σύνταξη των κειμένων, είχε ανεπτυγμένη αντίληψη και κατανοούσε εύκολα τα αιτήματα των πολιτών, αλλά κυρίως χρησιμοποιούσε φράσεις ή λέξεις παρμένες από την αρχαία ελληνική ή ακόμη και δημιουργούσε από μόνος του νέες σύνθετες φράσεις, που εξυπηρετούσαν το κείμενο του.  

 

Αργότερα, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, οι Αθηναίοι που γνώριζαν καλά  τον Μαυροκέφαλο, τον  συναντούσαν  να  περιφέρεται  στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης « ως ζών μνημείον της απλοϊκότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης ».

 

 

Στον Ν. Δραγούμη διαβάζουμε:

 

 

« Καθωράιζε δε τα πέριξ της πλατείας (του Ναυπλίου) και έτερόν τι πνευματικώτερον, η παρουσία λέγω αναφορογράφων, οίτινες κατασκηνούντες παρά την σκιεράν πλάτανον  ηκροώντο ηγεμονικώς τους προσερχομένους και έγραφον, στηρίζοντες τον χάρτην επί του δεξιού γόνατος, αναφοράς και άλλα έγγραφα. Σημειωτέον δε ότι οι τότε αναφορογράφοι επείχον και συμβολαιογράφων και δικηγόρων τόπον.

Πάντων όμως εξείχεν ο εκ Καισαρίας Αναστάσιος Μαυροκέφαλος, αυτός ο και σήμερον περιφερόμενος εις Αθήνας, ως ζών μνημείον της απλοικότητος, της πενίας και της σπαργώσης ενεργείας της εποχής εκείνης, και εξείχε διά τα πρεσβεία του επαγγέλματος, την ανώτεραν αξίαν, την περί το αντιλαμβάνεσθαι και συντάττειν ευχέρειαν, και την χρήσιν λέξεων ή φράσεων αρχαιοτύπων ή περιέργως συνυφασμένων τις ηγνόει τότε το όνομα του και σήμερον αναξιοπαθούντος Α. Μαυροκεφάλου». Ιστορικαί αναμνήσεις, 1879 τόμος Α΄ σελ. 108.

 

 

Πηγές

 

  • Σωτηρίας Ι. Αλιμπέρτη, « Μαντώ Μαυρογένους», Αθήναι, Τύποις Στεφ. Ν. Ταρουσόπουλου, 1931.
  • Ν. Δραγούμη, « Ιστορικαί αναμνήσεις», 1879, τόμος Α΄σελ. 108.

 

 

Read Full Post »

Αγωνιστές Επαρχίας Άργους το 1821

 

 

Ο Νικολάκης Μητρόπουλος υψώνει τη σημαία με το σταυρό στα Σάλωνα, την ημέρα του Πάσχα του 1821.

Αλλοίμονο στους λαούς που λησμονούν την ιστορία τους. Αλλοίμονο στους γιούς και τις κόρες που ξεχνούν την φύτρα τους. Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί ένα μικρό μνημόσυνο σε εκείνους που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας και θυσιάστηκαν για την ανεξαρτησία του γένους των Ελλήνων.

 

Η ιστορία του Άργους στην μακραίωνη πορεία της έχει αναδείξει πολλούς επιφανείς άνδρες. Σε αυτή την αναφορά μας όμως, θα καταθέσουμε τα ονόματα των αγωνιστών του 1821, γιατί πιστεύουμε ότι ήταν η στιγμή που η Ελλάδα, ως φοίνιξ, αναγεννήθηκε εκ της τέφρας της και απέκτησε ζώσα πνοή.

 

Ίδιοι κι απαράλλαχτοι οι νεότεροι αγωνιστές του έπους του ᾽40. Ίδια και ίσα τους τιμούμε κι αυτούς. Κι άλλους αργότερα.

 

Ο κατάλογος που ακολουθεί, ίσως να είναι σχετικά ελλιπής. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι πολλοί αγωνιστές δεν υπέβαλαν αίτηση αναγνώρισης των υπηρεσιών τους στις επιτροπές που  συγκροτήθηκαν τα έτη 1834, 1846 και 1865.

 

 

  • Αθανασίου Βασίλειος από το Άργος (1792-1849). Πολέμησε με τον Καν. Δεληγιάννη, τον Νικηταρά και τον Δ. Τσώκρη. Διακρίθηκε στη μάχη της Δαβιάς.

 

  • Αθανασίου Χατζηγιάννης από το Άργος. Πολέμησε με τον Νικηταρά, διακρίθηκε σε πολλές μάχες και πέθανε πολύ γέρος μετά το 1870.

 

  • Αθανασόπουλος Ιωάννης από το Άργος. Πολέμησε στον Μοριά με τον Νικηταρά και στη Στερεά Ελλάδα με τον Μπούσγο σαν μπουλουξής (μικροκαπετάνιος).

 

  • Αιγιατλής. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Αλίκουλης Ανδρέας. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Ήταν μικροκαπετάνιος.

 

  • Αλίκουλης Γεώργιος, αδελφός του προηγουμένου. Σκοτώθηκε στη μάχη του Ξεριά (1821).

 

  • Αλμπάνης Ανδρέας. Υπηρέτησε στο πλοίο του Α. Μιαούλη και ως οπλοποιός στην Πελοπόννησο και στην Κρήτη.

 

  • Αλμπανόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναγνώστης από τον Αχλαδόκαμπο. Από τουρκόφιλος έγινε φλογερός αγωνιστής μετά τη λεηλασία του χωριού του από τους Τούρκους (Απρ. 1821).

 

  • Αναγνωστόπουλος Αναστάσης από τον Αχλαδόκαμπο. Έγινε υποχιλίαρχος (1823). Σκοτώθηκε στον εμφύλιο.

 

  • Αναγνωστόπουλος Χριστόφορος ή Χρυσικός, μικροκαπετάνιος, αξιωματικός Ζ΄ τάξης. Πληγώθηκε δύο φορές. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

 

  • Ασημάκης Ιωάννης, πρόκριτος Άργους. Πέθανε στη φυλακή της Τρίπολης (1821). Πολέμησαν οι τρεις γιοι του.

 

  • Ασημακόπουλος Αθανάσιος από το Άργος, φιλικός, μικροκαπετάνιος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, υπερασπίστηκε με τον Παπαρσένη τα γυναικόπαιδα στο μοναστήρι της Κατακεκρυμμένης, όπου τραυματίστηκε. Ίσως ήταν γιος του Ι. Ασημάκη.

 

  • Ασημακόπουλος Δημήτριος, γιος του Ασημάκη Ι., μικροκαπετάνιος. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη, Νικηταρά και τον Τσώκρη.

 

  • Αργέντος Γεώργιος. Από το χωριό Πασά. Έλαβε μέρος στην πολιορκία και έφοδο του Παλαμηδιού, όπου και τραυματίστηκε. Πολέμησε στα Δερβενάκια, στο γεφύρι της Αλαμάνας και σε πολλές άλλες μάχες.

 

  • Βαρβάρας Γεώργιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Βαρβερόπουλος Δημήτριος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ.Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βασιλείου Γιανν., δήμαρχος Μυσίας (Κουτσοποδίου). Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Βισβίκης Αθανάσιος, υπολοχαγός φάλαγγας.

 

  • Βλάσσης Θεόδωρος, πρόκριτος Άργους, υπουργός Δικαιοσύνης (1822).

 

  • Βλάσσης Ιωάννης, γιος του προηγουμένου, γιατρός, δήμαρχος Άργους και βουλευτής.

 

  • Βλάσσης Χρήστος, αδελφός του προηγουμένου, φιλικός και πρώτος δήμαρχος Άργους.

 

  • Γατσόπουλος Μήτρος από το Χαρβάτι (Μυκήνες). Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Γκιριμόζης Παναγιώτης από το Άργος. Έλαβε μέρος στον αγώνα από την αρχή. Σκοτώθηκε στη Σφακτηρία (1825).

 

  • Γρόσης ή Γκρόσιος Αδριανός από το Γυμνό. Πολέμησε με τον Δημ. Υψηλάντη και τον Νικηταρά.

 

 

  • Δαγρές Αθανάσιος αδελφός του Γέρο Γιαννάκου Δαγρέ. Έλαβε μέρος στη μάχη του Λεβιδίου, και στην κατά του Άργους εισβολή του Κεχαγιά μπέη την 24η Απριλίου 1821. Κατά τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τον ιστορικό Σπυρίδωνα Τρικούπη έπεσε ηρωικά στη μάχη της Γράνας την 10η Αυγούστου 1821. Κατά τον Φωτάκο Χρυσανθόπουλο (υπασπιστή του Θ. Κολοκοτρώνη) σκοτώθηκε μόνος του για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων.

 

  • Δαγρές Σωτήρης από την Καρυά. Συμμετείχε στην πολιορκία του Ναυπλίου μέχρι πτώσεως, σε όλες κατά του Δράμαλη μάχες, στην πολιορκία της Κορίνθου μέχρι πτώσεως, στην μάχη της Πολιανής, σε όλες κατά του Ιμπραήμ μάχες και τελευταία στην εκστρατεία των Αθηνών .

  

  • Δαλάκης Ευάγγελος. Σκοτώθηκε κοντά στην Πάτρα το 1824.

 

  • Δαλαμαναριώτης Παναγής από τη Δαλαμανάρα, ναυτικός και πυρπολητής σε υδραίικα πλοία.

 

  • Δανόπουλος Γεώργιος από το Άργος, οπλαρχηγός. Πολέμησε με τον Κολοκοτρώνη σε πολλές μάχες και με τον Καραϊσκάκη στην Αττική. Πέθανε στην Αθήνα το 1853.

 

  • Δανόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Δήμου Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από το Τάτσι (Εξοχή). Έγινε λοχαγός.

 

  • Δαρίβας Αντώνιος. Πολέμησε υπό τις διαταγές του Νοταρά.

  

  • Διαμαντόπουλος Γεώργιος από το Άργος. Έμενε στην Ύδρα και έλαβε μέρος σε πολλές ναυτικές επιχειρήσεις.

 

  • Δούσιας Παναγιώτης. Από τον Αχλαδόκαμπο. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατετάγη στους αξιωματικούς ε΄τάξεως. Αδελφός του Κων/νου Δούσια.

 

  • Δούσιας Κωνσταντίνος από τον Αχλαδόκαμπο. Πολέμησε στο Βαλτέτσι, στα Δερβενάκια και αλλού.

 

  • Δράμαλης Ευστράτιος από το Άργος. Έμοιαζε του Δράμαλη, γι’ αυτό και τον έλεγαν έτσι. Πολέμησε με τον Θεόδ. Κολοκοτρώνη και τον Γενναίο Κολοκοτρώνη. Πέθανε το 1860.

 

  • Διβάνης Πέτρος. (1799-1862). Η καταγωγή του ήταν από την Κωνσταντινούπολη, αλλά εγκαταστάθηκε στο Άργος. Υπηρέτησε ως γιατρός στο πλοίο «Καρτερία» και έλαβε μέρος στην μάχη του Πέτα. Υπηρέτησε ως υπασπιστής του Φαβιέρου και το 1824 έγινε υπολοχαγός της Φάλαγγας. Αργότερα εξελέγη Δημογέροντας και Δήμαρχος Άργους.

 

  • Ζαφείρης Αναγνώστης από το Άργος. Πληγώθηκε στο Χαϊδάρι (1826) και τον επόμενο χρόνο σκοτώθηκε στη μάχη του Ανάλατου.

 

  • Ζαχαρίας Σπυρίδων ή Σκουριάς από το Άργος. Έγινε αξιωματικός.

 

  • Ζεγκίνης Ανδρέας, οπλαρχηγός από το Άργος. Το 1824 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Ιωάννης, έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Το 1824 έγινε υποχιλίαρχος.

 

  • Ζεγκίνης Νικόλαος, προεστός Άργους, εξάδελφος του προηγουμένου και σύγγαμβρος του Δ. Τσώκρη. Αργότερα έγινε ειρηνοδίκης.

 

  • Ζωγράφος Αντώνιος από το Άργος. Έγινε αξιωματικός Δ΄ τάξης.

 

  • Ηλιάδης Γεώργιος. Πολέμησε εναντίον του Δράμαλη, του Ιμπραήμ και του Κιουταχή στην Αττική.

 

  • Ηλιάδης Αθανάσιος, μεγαλοκτηματίας, πατέρας του προηγουμένου. Έλαβε μέρος στην επανάσταση μαζί με τους κoλίγους του, μέχρι που τραυματίστηκε. Αργότερα έγινε δημόσιος υπάλληλος. Γιοι του ήταν και οι επόμενοι δύο.

 

  • Ηλιάδης Αναστάσιος. Τραυματίστηκε στη μάχη της Γράνας (1821). Πολέμησε και κατά του Ιμπραήμ, τραυματίστηκε σοβαρά και έμεινε χωλός. Έγινε καλόγερος και αρχιμανδρίτης.

 

  • Ηλιάδης Ιωάννης. Πολέμησε σε πολλές μάχες εναντίον του Ιμπραήμ στον Μοριά, εναντίον του Κιουταχή στη Στερεά Ελλάδα και αλλού. Τραυματίστηκε στη μάχη της Αράχοβας και του Ανάλατου. Αργότερα υπηρέτησε στη χωροφυλακή.

 

  • Θεοδωρόπουλος Ηλίας ή Λιάκος. Διακρίθηκε στις μάχες γύρω από την Τρίπολη, όπου και πληγώθηκε.

 

  • Θεοφανόπουλος Δημήτρης, οπλαρχηγός από το Άργος. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Ιατρός Μιχαήλ από το Άργος. Συνεργάστηκε με τον Αλ. Μαυροκορδάτο και τους Υδραίους πρόκριτους. Έγινε βουλευτής και χιλίαρχος (1825).

 

  • Ιωαννίδης Ανδρέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ιωάννου Παναγιώτης. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για το βαθμό του χιλίαρχου.

 

  • Κάββας Μιχαήλ, οπλαρχηγός και γιατρός. Επί τουρκοκρατίας ήταν γιατρός των βεζύρηδων στην Τρίπολη, όπου και φυλακίστηκε μέχρι την άλωση της πόλης. Ήταν φιλικός και διετέλεσε βουλευτής το 1824.

 

  • Κάβρας Μερκούρης, πολέμησε με τον Νικηταρά, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Ζάκυνθο, και έλαβε μέρος σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο και στην Αττική. Σκοτώθηκε το 1832 σε εμφύλια συμπλοκή.

 

 

  • Καλαράς Ιωσήφ, μοναχός από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ.Τσώκρη, έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και πολέμησε επίσης με τον Ι. Νοταρά στην Αττική και στον Ανάλατο. Αργότερα πήγε στη μονή των Αγίων Αναργύρων στην Ερμιόνη, για να μονάσει.

 

  • Καλλιοντζής Γεώργιος από το Άργος. Πρόβαλε αντίσταση στο ασκέρι του Κεχαγιάμπεη μέσα από το σπίτι του. Οι εχθροί έβαλαν φωτιά και τον έκαψαν (1821).

 

  • Καλλιοντζής Δημήτριος από το Άργος, γιος του προηγουμένου. Σκοτώθηκε και αυτός πολεμώντας στο Άργος. Αργότερα ο Ιμπραήμ αιχμαλώτισε τη γυναίκα του και τις κόρες του, οι οποίες ελευθερώθηκαν με τη μεσολάβηση του Κόδριγκτον.

 

  • Καραμουτζάς Θεοδόσιος, καπετάνιος από το Άργος. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Καραμουτζάς Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κατσαρός Μήτσος από το Άργος. Πολέμησε στη μάχη του Ξεριά, στα Δερβενάκια και αργότερα εναντίον του Ιμπραήμ. Αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο το 1825 και πέθανε στην αιχμαλωσία.

 

  • Κιάφας Λάζαρος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κλαδούρης Αδριανός, πρωτοπαλίκαρο του Δαγρέ από το Μπέλεσι. Διακρίθηκε ιδιαίτερα εναντίον του Ιμπραήμ.

 

  • Κλειώσης Αγγελής, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Κλειώσης Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου, πολέμησε εναντίον του Δράμαλη και του Ιμπραήμ σε διάφορες μάχες.

 

  • Κοκκαλιάρης Γεώργιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κολοπανάς Παναγιώτης. Πολέμησε με τον Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Κονταξής Πέτρου Δημήτριος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, ήταν γενναίος αξιωματικός.

 

  • Κορδίας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Κωνσταντίνου Μιχαήλ. Προτάθηκε από τον Τσώκρη για τον βαθμό του χιλιάρχου.

 

  • Κουγιάρης Αθανάσιος από το Μπογιάτι. Διακρίθηκε τον Ιούλιο 1826 στη Σκοτεινή, όπου οι Έλληνες ανέκοψαν την πορεία του Ιμπραήμ προς άλλα χωριά της Αργολιδοκορινθίας.

 

  • Κωτσιάκος Κωνσταντίνος ή Δριμούρας. Πολέμησε εναντίον του Ιμπραήμ και αιχμαλωτίστηκε στο Νιόκαστρο. Έγινε χιλίαρχος.

 

  • Καλαματιανός Νικόλαος. Αγωνιστής και άξιος πολεμιστής. Κατετάγη στους αξιωματικούς στ΄τάξεως.

 

  • Κυριάκου Νικόλαος. Πολέμησε σε πολλές μάχες, έχοντας πολλούς στρατιώτες υπό τις διαταγές του.

 

  • Λαλουκιώτης Γεώργιος, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Λάμπας Νικόλαος, μικροκαπετάνιος από την Καρυά. Έγινε υποχιλίαρχος. Επί Καποδίστρια ήταν αξιωματικός της εθνικής φρουράς.

 

  • Μανσουρίδης Ηλίας, ιερέας από το Άργος. Προτάθηκε από το Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μαντάς, μικροκαπετάνιος από την επαρχία Άργους. Διακρίθηκε στην πολιορκία του Ναυπλίου, όπου και σκοτώθηκε.

 

  • Μαρίνος Σπύρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Το 1825 έγινε εκατόνταρχος και στην συνέχεια αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Μελετόπουλος Σωτήρης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μεντής Μήτρος, μικροκαπετάνιος από το Άργος. Είχε υπηρετήσει στο Ρωσικό ιππικό και είχε τη φήμη σπουδαίου ιππέα. Τραυματίστηκε στη Γλυκειά τον Αύγουστο του 1822 και πέθανε στους Μύλους, όπου είχε μεταφερθεί για νοσηλεία.

 

  • Μούλος Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Μπεκιάρης Γεώργιος, μικροκαπετάνιος από τα Μπούτια. Έπεσε στη μάχη του Φαλήρου (1827).

 

  • Μπιλιαράς Κωνσταντίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Μπουλτώρης Παναγιώτης, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μπούρας Α. από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Μπουχέλης Συμεών ή Ξηροκαστελιώτης, οπλαρχηγός και μοναχός. Πέθανε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Η επιτροπή αργότερα τον κατέταξε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Μουσταίρας ή Τζίριος Κυριάκος. Από την Δαλαμανάρα. Εκατόνταρχος. Πολέμησε κατά του Δράμαλη στην πολιορκία της Ακροκορίνθου. Στο Ναυαρίνο κατά του Ιμπραήμ και έλαβε μέρος στην εκστρατεία της Αθήνας.

 

  • Μουλόπουλος Αναστάσιος. Από το Κουτσοπόδι. Έγινε χιλίαρχος..

 

  • Νέζος Τάσος, μικροκαπετάνιος. Έλαβε μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου και το καλοκαίρι του 1822 στη φύλαξη των στενών στα Μεγάλα Δερβένια, στα Γεράνεια όρη της Μεγαρίδας. Το 1823 έγινε υποχιλίαρχος. Πέθανε το 1859.

 

  • Νέζος Κων/νος. Από το Κουτσοπόδι. Έλαβε μέρος σε διάφορες μάχες. Το 1825 έγινε ταξίαρχος.

 

  • Νικολαΐδης Ευστράτιος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Ντάκαρης Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία του Ναυπλίου. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Νυστάζος Ιωάννης, σημαιοφόρος και μικροκαπετάνιος. Πληγώθηκε δυο φορές. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Νικόλαος, στρατιωτικός ιερέας. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Οικονόμου Πάνος ή Παπανικολόπουλος. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Δ΄ τάξης.

 

  • Πάγκαλος Κων/νος, γραμματέας του Δημ. Τσώκρη. Έγινε αξιωματικός Ε΄ τάξης.

 

 

  • Παπαδόπουλος Π. Ψάλτης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παπαμιχαλόπουλος Σωτήριος, φροντιστής στρατοπέδου στο Άργος. Κατατάχθηκε στους αξιώματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Πασχάλης Ιωάννης από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Παναγιώτου Αντώνιος. Πολέμησε σε διάφορες μάχες με τον βαθμό του πεντηκόνταρχου

 

  • Περούκας Δημήτριος από το Άργος.

 

 

  • Περούκας Χαράλαμπος, αδελφός των προηγουμένων.

 

  • Πυρλάς Δημήτριος, μικροκαπετάνιος από το Κουτσοπόδι.

 

  • Ρετσίνας Θεόδωρος. Έπεσε στη μάχη του Ξεριά. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Ροδόπουλος Κωνσταντίνος. Για τις υπηρεσίες του κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σκαρπέντζος Παναγιώτης από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Γενναίο Κολοκοτρώνη και τον Δημ. Τσώκρη. Αίτηση για την αναγνώριση των υπηρεσιών του έκανε ο γιος του Γεώργιος το 1865, ο οποίος σημειώνει ότι ήταν ορφανός και πάμπτωχoς.

 

  • Σουρήλος Δημήτριος ή Αναγνώστης από το Αβδήμπεη (Ηραίο). Έλαβε μέρος στην άλωση του Παλαμηδιού, διετέλεσε υπασπιστής του Καραϊσκάκη και έγινε αξιωματικός Β΄ τάξης. Δεν είχε καλές σχέσεις με τον Δημ. Τσώκρη. Πέθανε φτωχός και αβοήθητος.

 

  • Σταθόπουλος Παναγιώτης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Σταμπολής Γεώργιος. Έγινε υποχιλίαρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

  • Στίγκας Γεώργιος. Πολέμησε ως μπουλουξής έχοντας πολλούς στρατιώτες μαζί του.

 

  • Τασσόπουλος Αναγνώστης, μικροκαπετάνιος από τη Δαλαμανάρα. Πολέμησε με τον Δημ. Τσώκρη στην πολιορκία του Ναυπλίου και σε άλλες μάχες. Έγινε υπολοχαγός.

 

  • Τριγγούνης ή Τριγγουνόπουλος Θεόδωρος. Πολέμησε με τον Τσώκρη και τον Κολοκοτρώνη στην Τρίπολη, στα Δερβενάκια, στο Ναύπλιο και αλλού. Ονομάστηκε λοχαγός της Φάλαγγος.

 

  • Τσιρίκος Αναστάσιος. Έγινε εκατόνταρχος το 1825. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς ΣΤ΄ τάξης.

 

  • Τσώκρης Αναστάσιος, αδελφός του στρατηγού. Για τις υπηρεσίες του έγινε λοχαγός της Φάλαγγας (1845). Πέθανε το 1849.

 

 

  • Τζωτανίτης Παναγής. Πολέμησε ως σημαιοφόρος κατά την διάρκεια όλου του αγώνα.

 

  • Φιλιππόπουλος Αθανάσιος από το Γυμνό. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες. Έγινε αξιωματικός Ζ΄ τάξης.

 

  • Φλόκας Νικόλαος από το Άργος. Προτάθηκε από τον Δημ. Περούκα το 1843 για το αργυρό αριστείο.

 

  • Φράγκας  Γεώργιος. Έπεσε στην πολιορκία της Τρίπολης. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ε΄ τάξης.

 

  • Ψωμάς Αναγνώστης ή Μαρίνος, μικροκαπετάνιος. Κατατάχθηκε στους αξιωματικούς Ζ΄ τάξης.

 

 

Πηγές

 

  • Ιωάννου Ερν. Ζεγκίνη, « Το Άργος δια μέσου των Αιώνων », Έκδοσις Τρίτη, Αθήνα 1996. 
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη. « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007.

 

 

Read Full Post »

Κουντουριώτης Γεώργιος (1782-1858)

 

 

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Γεώργιος Κουντουριώτης - Karl Krazeisen

Πρόκριτος και μεγαλονοικοκύρης της Ύδρας. Υπολογίζεται ότι τα μισά καράβια απ’ όσα διέθετε η Ύδρα το 1821, ήταν δικά του και του αδελφού του Λαζάρου.* Ο Γεώργιος Κουντουριώτης εμφανίζεται στο πολιτικό προσκήνιο για πρώτη φορά στα τέλη του 1823, όταν ο Αλέξ. Μαυροκορδάτος πείθει τους Κουντουριώτες ν’ αναλάβουν τη διακυβέρνηση της χώρας. Μαζεύτηκαν τότε όλοι της φατρίας του Μαυροκορδάτου και του Κωλέτη στο Κρανίδι και εξέλεξαν παράνομα άλλη κυβέρνηση  – άλλο εκτελεστικό σώμα– με πρόεδρο τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Ως πρωθυπουργός, λοιπόν, της επαναστατημένης Ελλάδας ο Γεώργιος Κουντουριώτης δεν κατόρθωσε να κάμει ούτε ένα καλό. Επί πρωθυπουργίας του ξέσπασε ο εμφύλιος, για τον οποίο δούλεψε από το παρασκήνιο μεθοδικά ο Μαυροκορδάτος και η φατρία του. Μίσθωσαν στρατεύματα από τη Ρούμελη, πληρώνοντάς τα με τα χρήματα του δανείου, τα οποία μόλις είχαν έρθει από την Αγγλία. Όσα χρήματα δε σπαταλήθηκαν στον εμφύλιο, δόθηκαν στους Υδραίους ως αποζημίωση για τον πόλεμο, κρατώντας οι Κουντουριωταίοι τη μερίδα του λέοντος για τον εαυτό τους. Συνέλαβαν τον Κολοκοτρώνη και τον φυλάκισαν στην Ύδρα. Το 1824 κατέστρεψαν οι Τούρκοι την Κάσο και τα Ψαρά. Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ έσβησαν σχεδόν την επανάσταση στην Κρήτη κι αποβιβάστηκαν στον Μοριά. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης διόρισε τότε αρχιστράτηγο κάποιο ναυτικό, τον καπετάνιο Κυριάκο Σκούρτη, ο οποίος έδινε στους στρατιώτες ναυτικά παραγγέλματα. Ο Κολοκοτρώνης κουνούσε το κεφάλι κι έλεγε πως «δεν απομένει παρά να διορίσουν τον γέρο – Νοταρά ναύαρχο στη θέση του Μιαούλη».

 

 

 

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης, πάλι, με χρυσοστόλιστο άλογο, πήγε  να πολεμήσει τον Ιμπραήμ, αλλά τον παρακρατούσαν δυο δούλοι από δεξιά κι αριστερά, για να μην πέσει. Και πριν αντικρίσει τον εχθρό, αρρώστησε κι επέστρεψε στ’ Ανάπλι κι ύστερα έφυγε για την Ύδρα, διατηρώντας όμως το αξίωμά του. Κάτω από τέτοιες συνθήκες κωμικοτραγικές και τέτοιες γελοιοποιήσεις ηττήθηκε το στράτευμα στο Κρεμμύδι κι ο Σκούρτης κρυβότανε μην τον σκοτώσουν οι στρατιώτες από την οργή τους, που χάθηκαν τότε 500 πατριώτες.  Τότε έπεσε κι ο Παπαφλέσσας στο Μανιάκι με 300 παλικάρια, ποτίζοντας με αίμα το δένδρο της ελευθερίας και με την ελπίδα ότι θα έβαζαν μυαλό εκείνοι που εξουσίαζαν τότε. Οπότε και αποφάσισαν να χορηγήσουν αμνηστεία και να στείλουν τον Κολοκοτρώνη εναντίον του Ιμπραήμ.

 

Όμως, οι Κουντουριώτες δε συνετίστηκαν από τα λάθη και τις συμφορές, ούτε από την πτώση του Μεσολογγίου. Γιατί τότε, τον Απρίλιο του 1826, η Γ΄ Εθνοσυνέλευση που άρχισε τις εργασίες της στην Επίδαυρο και τις συνέχισε στην Τροιζήνα, απογύμνωσε τον Γεώργιο Κουντουριώτη από τα αξιώματά του. Αλλά αυτός αντιστάθηκε με πείσμα στην εκλογή του Καποδίστρια ως κυβερνήτη. Οι Κουντουριώτες, ο Μαυροκορδάτος, ο Κωλέτης αντιλαμβάνονταν πως ο Καποδίστριας θα ήταν πολιτικός με πυγμή, που δεν θα θύμιζε τον Δημ. Υψηλάντη, και πως θα έχαναν τα τρανά αξιώματα. Τελικά όμως ψηφίστηκε η πρόταση του Κολοκοτρώνη και ο Καποδίτριας ήρθε στην Ελλάδα.

 

Η Ύδρα ήταν το πρώτο και δυναμικότερο αντικαποδιστριακό κέντρο. Εκεί κατέφευγαν οι δυσαρεστημένοι, οι αντιπολιτευόμενοι, οι υπονομευτές και συνωμότες. Οι Κουντουριώτηδες, όπως και οι Μαυρομιχαλαίοι, δεν εννοούσαν να ξεχάσουν τα παλιά τους προνόμια ή να πληρώσουν τους φόρους που τους αναλογούσαν. Έτσι, καλλιεργήθηκε βαρύ κλίμα κατά του Καποδίστρια μέχρι που δολοφονήθηκε. Για τη δολοφονία δεν πρέπει να θεωρούνται άμοιροι ευθυνών οι Κουντουριώτηδες, όπως και για τη δολοφονία του Αντ. Οικονόμου, τον οποίο σκότωσαν οι μισθοφόροι του Ανδρέα Λόντου στον Ξεριά, έξω από το Άργος.

 

Λάζαρος Κουντουριώτης

Λάζαρος Κουντουριώτης

Οι Κουντουριώτηδες προσέφεραν πολλά στον αγώνα. Η προσφορά τους θεωρείται τεράστια, αφού διέθεταν ολόκληρο στόλο και οι στέρνες των σπιτιών τους ήταν γεμάτες χρυσάφι. Η συμβολή τους στην απελευθέρωση της πατρίδας θεωρείται τεράστια. Οι ιστορικοί εκτιμούν πως το θαύμα του 1821 δε θα είχε αίσιο τέλος χωρίς τη συμμετοχή του ναυτικού. Είναι αλήθεια βέβαια ότι δεν την ήθελαν την επανάσταση. Όταν ο Οικονόμου κατέλαβε βίαια την εξουσία και ξεσήκωσε το νησί, έκαναν την ανάγκη φιλοτιμία και μετά την πτώση του Οικονόμου, ρίχτηκαν στον αγώνα αναγκαστικά. Όλα αυτά βέβαια δεν μειώνουν το μέγεθος της προσφοράς. Στον πολιτικό τομέα όμως διέπραξαν πολλά σφάλματα, που έβλαψαν πολύ την επανάσταση και την πατρίδα. Ο Γεώργιος Κουντουριώτης έγινε επί Καποδίστρια μέλος του «Πανελληνίου» και «Πρόβουλος της Οικονομίας», αλλά παραιτήθηκε, για να κάνει αντιπολίτευση. Επί βασιλείας του Όθωνα κατέλαβε διάφορα υψηλά αξιώματα. Εκλέχτηκε πληρεξούσιος Ύδρας στην Εθνοσυνέλευση του 1843, βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε στην Αθήνα με το αξίωμα του Προέδρου της Γερουσίας.

 

Εγγονός του Γεωργίου Κουντουριώτη ήταν ο ένδοξος ναύαρχος των βαλκανικών πολέμων Παύλος Κουντουριώτης,** ο οποίος στήριξε το Βενιζέλο μαζί με τον στρατηγό Παν. Δαγκλή (1916-1917) και αργότερα έγινε ο πρώτος Πρόεδρος της Δημοκρατίας (1924).

 

Υποσημειώσεις

 

* Ο Λάζαρος Κουντουριώτης (1769 – 1852) ήταν γιος του Αναγνώστη Κουντουριώτη και της Μαρίας Κοκκίνη. Λόγω της εγκατάστασης του πατέρα του στη Γένουα για εμπορικούς λόγους ο Λάζαρος, ως πρωτότοκος γιος, ανέλαβε όλες τις ευθύνες της οικογένειας από τα δεκατέσσερά του χρόνια. Μετά το θάνατο του πατέρα του έγινε διαχειριστής της οικογενειακής περιουσίας. Το 1803 παντρεύτηκε τη Σταματίνα Ευαγγελίδη και απέκτησε μαζί της δεκατρία παιδιά.

Αναμίχθηκε νωρίς στα δημόσια πράγματα του τόπου του επιδεικνύοντας διοικητικές ικανότητες. Μαζί με τον αδελφό του Γεώργιο Κουντουριώτη στήριξε τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας με όλες του τις δυνάμεις, τόσο με σημαντικές οικονομικές προσφορές όσο και με τη συμμετοχή των πλοίων της οικογένειας στις πολεμικές ναυτικές ελληνικές επιχειρήσεις. Αν και δεν πολιτεύτηκε ποτέ, παρά τις προτάσεις που του έγιναν, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις πολιτικές εξελίξεις του Αγώνα και, χάρη στον προσηνή χαρακτήρα του, απολάμβανε την εκτίμηση των συμπατριωτών του και όλων των Ελλήνων. Κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828 – 31) ο Ιωάννης Καποδίστριας τον διόρισε προσωρινό διοικητή της Ύδρας ως «πρώτο των προκρίτων», ενώ το 1844 ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το θάνατό του.

Μέλη της οικογένειας Κουντουριώτη διακρίθηκαν κατά τα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας, στην Επανάσταση του 1821 και κατά την περίοδο του ελεύθερου ελληνικού κράτους ως τα πρόσφατα χρόνια. Από τα πιο αξιόλογα όμως μέλη της υπήρξαν ο αδελφός του Λαζάρου, Γεώργιος Κουντουριώτης (1782-1858), πρόεδρος του Εκτελεστικού Σώματος κατά την  Επανάσταση και πρωθυπουργός (1848) και ο εγγονός του τελευταίου, ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης, πρώτος Πρόεδρος της Ελληνικής Δημοκρατίας (1924-1929).

** Παύλος Κουντουριώτης (Απρίλιος 185522 Αυγούστου 1935). Ναύαρχος, εγγονός του Γεώργιου Κουντουριώτη, γεννημένος στην Ύδρα. Πήρε μέρος σε επιχειρήσεις κατά την Κρητική επανάσταση και το Β’ Βαλκανικό πόλεμο. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών στις κυβερνήσεις Ζαΐμη και Σκουλούδη και  υπασπιστής του βασιλιά. Καθώς διαφώνησε με την πολιτική που υπερασπιζόταν ο τελευταίος, συντάχθηκε στο κίνημα της Εθνικής Άμυνας κι αργότερα υπήρξε μέλος της τριμελούς Προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης όπου κατείχε τη θέση του υπουργού Ναυτικών απ’ το 1916 ως το 1919. Πέθανε τον Αύγουστο του 1935.

 

 

 

«… Προσκυνισμούς του κυρ Λάζαρου (Kουντουριώτη) και ειπέτε του να προσπαθήση δια μπουρλότα, που αυτά είναι η μόνη μας σωτηρία, όσα περισσότερα ημπορέσετε και ο πασάς ας φλυαρή όσο θέλει. Όταν, όμως, μπουρλότα δεν έχομε, κάμνει ό,τι θέλει. Και μην υποστηρίζεσθε εις τα πολεμικά μας, ότι χωρίς μπουρλότα ουδέν ωφελούσι. Πασχίσατε δια μπουρλότα, να μη χάσωμε τους πολυχρονίους κόπους μας και έχομε αντί της ελευθερίας μας το όνειδος όλων των εχθρών…»

(Απόσπασμα από γράμμα του Tομπάζη προς το Γ. Kουντουριώτη)

 

Πηγές

  • Οδυσσέα Κουμαδωράκη, « Άργος το πολυδίψιον », Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος 2007. 

  • Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »