Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Καραϊσκάκης – Θάνατος στη μάχη ή δολοφονία από ελληνικό χέρι;


 

Ο θάνατος του Γεωργίου Καραϊσκάκη καλύπτεται από διαφορετικές αφηγήσεις και φήμες για το τι πραγματικά συνέβη. Φήμες ότι ο θάνατός του προήλθε από φίλια πυρά ή και ότι ήταν προϊόν οργανωμένου σχεδίου. Παρακάτω παρουσιάζουμε μια έρευνα του Άρη Χατζηστεφάνου για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Φίλιππου Κουτσάφτη και του ιστορικού Διονύση Τζάκη και δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Κ» της Καθημερινής στις 21 Μαρτίου του 2010.

  

Γεώργιος Καραϊσκάκης, έργο του Karl Krazeisen.

[…] Ίσως ήμουν από τους λίγους ανθρώπους που δέχτηκαν με τόση χαρά και κυρίως ανακούφιση μια πρόσκληση στην ιατροδικαστική υπηρεσία. Παλαιότερα ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι, αν ζητούσα από τον μεγαλύτερο ιατροδικαστή της χώρας ένα «πόρισμα» για τις συνθήκες θανάτου του Γεωργίου Καραϊσκάκη στη μάχη του Φαλήρου, θα μου έκλεινε το τηλέφωνο. Ποιος τολμάει να ενοχλήσει τον προϊστάμενο της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών για μια υπόθεση που έκλεισε το 1827;  Ο Φίλιππος Κουτσάφτης, όμως, δέχτηκε με ενθουσιασμό την πρόταση. Για την ακρίβεια, αντέδρασε λες και περίμενε εδώ και καιρό μια ευκαιρία για να συνδυάσει τις δύο αγαπημένες του ασχολίες, τη μελέτη της Ιστορίας και την ιατροδικαστική.

Για το συγκεκριμένο πόρισμα, βέβαια, δεν απαιτούνταν η παρουσία του στον τόπο του συμβάντος. Το πτώμα είχε μεταφερθεί από την πρώτη στιγμή στη Σαλαμίνα, ενώ οι συνεχείς επιχωματώσεις στο Νέο Φάληρο είχαν αλλάξει οριστικά τη γεωγραφία του εδάφους στην περιοχή. Παρ’ όλα αυτά, πριν τον συναντήσω, αποφάσισα να επιθεωρήσω μόνος μου τον «τόπο του εγκλήματος»… Δευτέρα πρωί και βρίσκομαι σταματημένος στο φανάρι έξω από το κτίριο της «Καθημερινής», κοντά στις εκβολές του Κηφισού.

Τον Απρίλιο του 1827 είχαν στρατοπεδεύσει εδώ ισχυρές δυνάμεις του Κιουταχή. Απένα­ντί τους, προς την πλευρά της Καστέλλας, οι άντρες του Καραϊσκάκη ετοιμάζονταν για μία από τις σημαντικότερες μάχες της Ελληνικής Επανάστασης. Για πρώτη φορά, ύστερα από σειρά αποτυχιών που κορυφώθηκαν με την πτώση του Μεσολογγίου, ο «γιος της καλογριάς» είχε αρχίσει να αντιστρέφει το αρνητικό κλίμα.

Για τη συγκεκριμένη μάχη στο Φάληρο, όμως, είχε ένα πολύ κακό προαίσθημα. Πίστευε ότι οι δύο Βρετανοί αξιωματικοί, που είχαν οριστεί αρχηγοί όλων των δυνάμεων της Αττικής – ο Τσωρτς για το στρατό ξηράς και ο Κόχραν για το ναυτικό – τον οδηγούσαν σε βέβαιη σφαγή. Αυτοί ήθελαν ολομέτωπη σύγκρουση τακτικού στρατού, όπως τους είχαν μάθει στις στρατιωτικές ακαδημίες της Βρετανικής Αυτοκρατορίας. Αυτός, όπως εξηγούσε και ο ιστορικός Τάσος Βουρνάς, «ήθελε να εφαρμόσει τη δοκιμασμένη παρτιζάνικη τακτική της παρενόχλησης του εχθρού».

 

Ποιος τράβηξε τη σκανδάλη;

 

Τελικά δεν έζησε μέχρι την ημέρα της μάχης για να δει την πανωλεθρία των ελληνικών δυνάμεων. Στις 22 Απριλίου του 1827, μια σφαίρα τον πέτυχε στη βουβωνική χώρα ενώ προσπαθούσε να ελέγξει μια ασήμαντη συμπλοκή με τις τουρκικές δυνάμεις, λίγες ώρες πριν από την προγραμματισμένη μεγάλη επίθεση.

Ποιος τράβηξε όμως τη σκανδάλη, αφαιρώντας τη ζωή του Αρβανίτη αρχιστράτηγου; Από τις πρώτες ώρες του θανάτου του, κυκλοφόρησε έντονη φημολογία πως ο δράστης ήταν Έλληνας. Ο Γιάννης Βλαχογιάννης, ο ιστοριοδίφης που επιμελήθηκε τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη, υποστηρίζει ότι τον πυροβόλησαν πληρωμένοι μπράβοι του Μαυροκορδάτου. Την ίδια θεωρία φαίνεται να ασπάζεται και ο Δημήτρης Φωτιάδης, ο οποίος όμως εκτός από τον Μαυροκορδάτο βλέπει σαν ηθικούς αυτουργούς τους δύο Βρετανούς αξιωματικούς.

Γράφει χαρακτηριστικά στο βιβλίο του με τίτλο «Καραϊσκάκης»:

 «Ο Κόχραν κι ο Τσωρτς, μέσα στις λίγες ημέρες που βρί­σκονταν στον Πειραιά, κατάλαβαν πως ένας είχε τη δύναμη να αντιταχθεί στα σχέδιά τους, ο Καραϊσκάκης. Η εντολή που είχανε πάρει ήταν να πνιγεί η επανάσταση στη Στερεά, για να μπορέσει η Αγγλία να πετύχει το διπλωματικό της παιχνίδι, τον περιορισμό δηλαδή του απελευθερωτικού κινήματος του Μοριά, για να ‘χει το μικρό, αδύναμο και μισοανεξάρτητο ναυτικό κράτος που θα δημιουργούνταν κά­τω από τον έλεγχό της. (…) Ο Καραϊσκάκης έπεσε θύμα της εγγλέζικης πολιτικής στην Ελλάδα και εμπνευστές της σατανικιάς δολο­φονίας του στάθηκαν ο Κόχραν, ο Τσωρτς κι ο Μαυροκορδάτος».

 

Σύμφωνα μάλιστα με τον αγωνιστή Νι­κόλαο Κασομούλη, ο ίδιος ο Καραϊσκάκης, λίγες ώρες πριν πεθάνει, άφησε να εννοηθεί ότι γνωρίζει τους δράστες. Δίνοντας μάλιστα ένα από τα γνωστά ρεσιτάλ βωμολοχίας, είπε στους συναγωνιστές του: « Γνωρίζω τον αίτιον, και αν ζήσω παίρνομεν όλοι το χάκι (εκδίκη­ση), ειδέ και πεθάνω, ας μου κλάσει τον π…….. και αυτός».

Παρ’ όλα αυτά, νεότεροι ερευνητές και ιστορικοί είναι πολύ επιφυλακτικοί στο να μιλήσουν για δολοφονία και πολύ περισσότερο να αποδώσουν ευθύνες στο Λονδίνο. Ο «φάκελος Καραϊσκάκης» λοιπόν έπρεπε να ανοίξει και πάλι. Και όπως κάθε καλή αστυνομική έρευνα, ξεκινά από το γραφείο του ιατροδικαστή.

 

Χτυπήθηκε από ψηλά

 

«Βλέπετε, έχουμε και εμείς το μικρό μας CSI», μου είπε γελώντας ο Φίλιππος Κουτσάφτης, καθώς με ξεναγούσε στα εργαστήρια της υπηρεσίας. Στο γραφείο του κοιτάξαμε και πάλι μαζί το κείμενο του Δημήτρη Φωτιάδη για τις συνθήκες θανάτου του Καραϊσκάκη, το οποίο περιλαμβάνει τις περισσότερες λεπτομέρειες και συνηγορεί με αντίστοιχες αφηγήσεις του Κασομούλη. Αφού μου επανέλαβε για πολλοστή φορά ότι με τα υπάρχοντα στοιχεία μπορεί να γίνει μόνο μια «ιατροδικαστική προσέγγιση», που θα παρουσιάζει όλες τις πιθανές εκδοχές, ο ιατροδικαστής ανέτρεξε στο κείμενο που είχε ετοιμάσει.

 

Η περιγραφή της δολοφονίας (Κείμενο του λόγιου Δημήτρη Φωτιάδη)

 

«Ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο της καβαλαρίας μας, περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας. Και να, τρώει ένα βόλι στο βουβώνα από τα πλάγια κι ομπρός, από τ’ αριστερά προς τα δεξιά κι από πάνω προς τα κάτω. Πέφτει από τ’ άλογο. Τρέχουν οι καβαλάρηδες μας να τον συντρέξουν.

– Δεν είναι τίποτα! Τους φωνάζει και μ’ όση δύναμη τ’ απόμενε ξανακαβαλικεύει. Πισωδρομούνε σιγά και μ’ όλη την τάξη. Μα, σαν έφτασαν εκεί όπου έπειτα στήσανε το μνημείο του, πίσω από το σημερινό σταθμό του ηλεκτρικού σιδεροδρόμου στο Νέο Φάληρο, δεν μπορεί πια να κρατηθεί πάνω από το άλογο και ξεπεζεύει. Του λένε να τον πάνε σηκωτό, μ’ αυτός αρνιέται. Δε θέλει να τρομάξει το ασκέρι πως είναι του θανατά. Αυτός μπροστά κι ολόγυρα του καπεταναίοι, μπουλούξηδες και παλικάρια ξεκινάνε με τα πόδια, όσο που με την απαλάμη του κρατάει τη λαβωματιά του. Αφού ανέβηκαν τον ανήφορο, τονε συμβουλεύουνε να πάγει πάνω στα καράβια, για να ‘χει πιότερη φροντίδα κι ησυχία να τονε δούνε οι γιατροί.

– Ένα πράμα μονάχα σας παρακαλώ, μην αφήσετε Φράγκο γιατρό να ‘ρθει κοντά μου. (…) Τούτη τη φορά μονάχα δεν ήθελε να πέσει στα χέρια των Φράγκων γιατρών, γιατί, όπως θα δούμε, σχημάτισε την πεποίθηση πως δεν χτυπήθηκε από τους Τούρκους, μα δολοφονήθηκε και φοβήθηκε μην τον αποτελειώσουν οι γιατροί του Κόχραν και του Τσωρτς».

 

Το «πόρισμα» του ιατροδικαστή (Του Φίλιππου Κουτσάφτη)

 

Δεδομένου ότι υπάρχουν πολλά ιατροδικαστικά κενά, με κάθε επιφύλαξη μπορούμε να εξαγάγουμε τα εξής συμπεράσματα:

Πρώτον, η πύλη εισόδου του τραύματος είναι η αριστερή βουβωνική χώρα.

Δεύτερον, η βολίδα είχε φορά από μπροστά αριστερά και άνω, προς τα πίσω δεξιά και κάτω. Τρίτον, το θύμα, σαν στόχος, ήταν πολύ δύσκολος εκ των έξω, καθώς περιστοιχιζόταν από συντρόφους του που ήταν και αυτοί πάνω σε άλογα.

Τέταρτον, ο πυροβολισμός πρέπει να έγινε από διαφορετικό ύψος. Στο σημείο αυτό, διακρίνουμε δύο περιπτώσεις: α) Εάν έγινε από μεγάλη απόσταση, τότε ο σκοπευτής πρέπει να ήταν σε κάποιο δέντρο ή σε κάποια μάντρα, θα λέγαμε δηλαδή σήμερα ότι ήταν ένας ελεύθερος σκοπευτής, β) εάν έγινε από μικρή απόσταση, πρέπει να τον πυροβόλησε κάποιος από τον περίγυρό του, με την προϋπόθεση κατά τη στιγμή του πυροβολισμού να είχε σηκωθεί όρθιος πάνω στο άλογο. Δηλαδή, δεν πυροβόλησε καθήμενος.

Και οι δύο εκδοχές στηρίζονται, δεδομένου ότι δεν γνωρίζουμε την απόσταση του πυροβολισμού. Βέβαια, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η εκδοχή του αποστρακισμού της σφαίρας σε κάποια επιφάνεια.

Παρουσιάζουμε τρεις εκδοχές, γιατί δεν γνωρίζουμε την απόσταση και την κατάσταση του πυρο­βολισμού και, φυσικά, δεν είδαμε το τραύμα. Μου έκανε, πάντως, ιδιαίτερη εντύπωση αυτό ακριβώς που γραφείο Φωτιάδης, ότι ο Καραϊσκάκης βρισκόταν στο κέντρο και ήταν «περιτριγυρισμένος ολούθε από δικούς μας».

Θα πρέπει, τέλος, να σημειωθεί το εξής: Το γεγονός ότι ανέβηκε και πάλι στο άλογο του, όπως αναφέρεται, συνηγορεί στο ότι το τραύμα δεν ήταν άμεσα θανατηφόρο, άρα, μπορεί να ήταν πράγματι στη βουβωνική χώρα. Σημειώθηκε, δηλαδή, αιμορραγία για μεγάλο χρονικό διάστημα, πριν πεθάνει, οπότε πράγματι ήταν σε θέση να συζητεί ακόμη και να αρνείται να τον δουν ξένοι γιατροί.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία, γνωρίζουμε ότι ο Καραϊσκάκης ήταν έφιππος, η πύλη εισόδου του τραύματος και η φορά της βολίδας συνηγορούν στο ότι χτυπήθηκε από υψη­λότερο σημείο – κατά πάσα πιθανότητα ο δράστης ήταν όρθιος επάνω σε άλογο. Κρίνοντας από το γεγονός ότι ο Καραϊσκάκης κατάφερε να ιππεύσει και πάλι, ο Κουτσάφτης υποστηρίζει ότι το τραύμα μπορεί πράγματι να ήταν στη βουβωνική χώρα και να μην ήταν άμεσα θανατηφόρο. Εάν δεχτούμε λοιπόν ως ακριβείς τις περιγραφές του Κασομούλη και του Φωτιάδη, η ιατροδικαστική εξέταση αφήνει πολύ μεγάλες πιθανότητες ο Καραϊσκάκης να δολοφονήθηκε πραγματικά από Έλληνες. Τα στοιχεία όμως, όπως θα έλεγαν και οι ήρωες του CSI, δεν μπορούν ακόμη να σταθούν στο δικαστήριο εάν δεν εντοπίσουμε και το κίνητρο της δολοφονίας.

 

Οι πιθανοί δράστες

 

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.

Γεώργιος Καραϊσκάκης. Ο Καραϊσκάκης καταστρέφει τους Τούρκους κατά την Αράχοβαν. Peter Von Hess.

Έπρεπε για άλλη μία φορά να απευθυνθούμε στους ειδικούς. Και ίσως κανένας δεν έχει ασχοληθεί τα τελευταία χρόνια τόσο εντατικά με τη ζωή του Καραϊσκάκη όσο ο Διονύ­σης Τζάκης, ιστορικός και συγγραφέας του Λευκώματος με τίτλο «Γεώργιος Καραϊσκάκης».

Η λίστα των πιθανών «υπόπτων» που μου παρέθεσε ο Έλληνας καθηγητής, των ανθρώπων δηλαδή που «ευχήθηκαν και ίσως επιδίωξαν το θάνατο του Καραϊσκάκη στη διάρκεια της επανάστασης», είναι ιδιαίτερα μεγάλη: « Αγραφιώτες που δεν τον ήθελαν στρατιωτικό αρχηγό στην επαρχία τους, ανταγωνιστές στρατιωτικοί και πολιτικοί που αντιπαρατέθηκαν σκληρά μαζί του, ιδίως το 1822 – 1824. Επίσης, αρκετοί επιθυμούσαν να απομακρυνθεί από την κορυφή της στρατιωτικής ιεραρχίας το 1826 – 1827. Επειδή διαφωνούσαν με τα πολεμικά του σχέδια, με τον τρόπο που διοικούσε, με τις προτεραιότητες που έθετε, επειδή θεωρούσαν άλλον καταλληλότερο ή έτρεφαν προσωπικές φιλοδοξίες ».

Παρ’ όλα αυτά, ο Διονύ­σης Τζάκης απεκδύεται πεισματικά το ρόλο του ιστορικού-αστυνόμου. «Ο ιστορικός», μας λέει, «δεν είναι αστυνομικός ή ανακριτής να διερευνά υποθέσεις αναζητώντας «κίνητρα» και πιθανούς «ενόχους». Δεν αξιολογεί γεγονότα ή πρόσωπα για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, για όσα θα έπρεπε κατά τη γνώμη του να είχαν κάνει ή να είχαν αποφύγει, και μάλιστα με κριτήριο τις δικές του μεταγενέστερες ιδέες και αντιλήψεις για το τι είναι σωστό και τι λάθος, εθνικά, ηθικά, δικονομικά ».

Κάθε προσπάθεια λοιπόν για την ανεύρεση της αλήθειας θα σκοντάφτει σε ανυπέρβλητα εμπόδια εάν δεν λαμβάνει υπόψη τον ιστορικό χωροχρόνο των γεγονότων. Ούτως η άλλως, μας λέει ο Διονύ­σης Τζάκης, «όπως όλες οι σύγχρονες επαναστάσεις, έτσι και η ελληνική συνυφαίνεται με πολιτικές διαφωνίες, αντιπαραθέσεις και βίαιες εσωτερικές συγκρούσεις, καθώς οι Έλληνες πολεμούσαν για να απαλλαγούν από τους Οθωμανούς και, συγχρόνως, δημιουργούσαν μια πρωτόγνωρη (και ριζικά διαφορετική από την οθωμανική) μορφή πολιτικής οργάνωσης, το εθνικό κράτος».

Ακόμη όμως και «οι φήμες ότι δολοφονήθηκε», επισημαίνει ο Έλληνας ιστορικός, «μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πολιτικό και ιδεολογικό κλίμα της εποχής, αλλά και τους τρόπους πρόσληψης του θανάτου του από τους σύγχρονους του. Μάλιστα, οι εν λόγω φήμες προικίζουν το μύθο του ήρωα Καραϊσκάκη με ένα οικουμενικό μοτίβο, όπου ο ήρωας δεν είναι δυνατόν να καταβληθεί και να πεθάνει, παρά μόνο ως αποτέλεσμα κάποιας προδοσίας, συνωμοσίας κ.λπ.».

Ίσως, τελικά, το μόνο που μπορούμε να πούμε σήμερα με βεβαιότητα είναι ότι οι επιπτώσεις από την αναγγελία του θανάτου του και η στρατιωτική πανωλεθρία στη μάχη του Φαλήρου είναι δραματικές σε όλα τα μέτωπα. «Την ψυχολογική αυτή στιγμή, που τα πάντα έδειχναν να καταρρέουν μέσα σε ένα κλίμα τρόμου», θα γράψει ο Τάσος Βουρνάς, «θέλησε να εκμεταλλευτεί ο Ιμπραήμ για να προσεταιριστεί τους καπεταναίους της Ρούμε­λης». Και του Μοριά.

Με πρώτο τον Δημήτρη Νενέκο, αρκετοί οπλαρχηγοί συνθηκολογούν – προχωρούν σε αυτό που θα μείνει στη λαϊκή συνείδηση ως «προσκύνημα». Θα χρειαστεί να ακουστεί βροντερή η φωνή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη για να σταματήσει η ολοκληρωτική συνθηκολόγηση και να σωθεί τελικά η επανάσταση: «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

 

Ο Καραϊσκάκης και το spread δανεισμού

 

Ένα από τα σενάρια που επανέρχονται πεισματικά στην επιφάνεια σχετικά με το θάνατο του Καραϊσκάκη, αναφέρεται στο ρόλο που έπαιξε το Λονδίνο στα τελευταία χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης. Ακόμη και ιστορικοί που απορρίπτουν κατηγορηματικά τις εικασίες του Φωτιάδη για σχέδιο δολοφονίας του Έλληνα ήρωα από τους Κόχραν και Τσωρτς, συμφωνούν ότι η στρατηγική που του πρότειναν στη μάχη του Φαλήρου ισοδυναμούσε με αυτοκτονία.

Γιατί όμως ο Καραϊσκάκης, ο οποίος είχε οριστεί αρχιστράτηγος της Στερεάς Ελλάδας με τη σύμφωνη γνώμη ακόμη και ορκισμένων εχθρών του όπως ο Ζαΐμης, υποτάχθηκε στις εντολές των Βρετανών; Στο βιβλίο του «Ο θάνατος του Καραϊ­σκάκη», ο δημοσιογράφος Δημήτρης Σταμέλος αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις σχέσεις υποτέλειας που είχαν δημιουργήσει στην επαναστατημένη Ελλάδα τα δύο δάνεια που της υποσχέθηκε το Λονδίνο. «Το πρώτο δάνειο», όπως σημείωνε και ο μεγάλος ερευνητής Κυ­ριάκος Σιμόπουλος, «τοκογλυφικό και ανήθικο ως συμφωνία, κατασπαταλήθηκε στον εμ­φύλιο. (…) Το δεύτερο χάθηκε στις κερδοσκοπικές παραγγελίες φρεγατών που δεν έφθα­σαν ποτέ στην Ελλάδα».

Ξένα δάνεια, περιορισμός της εθνικής κυριαρχίας, κερδοσκοπία και… φρεγάτες. Οι λέξεις μοιάζουν βγαλμένες από δημοσιεύματα εφημερίδων των τελευταίων ημερών και όχι από ιστορικά κείμενα για το μακρινό 1821. Κι όμως, οι περισσότεροι ιστορικοί και ακαδημαϊκοί, με τους οποίους μιλήσαμε όλες αυτές τις εβδομάδες, μας προειδοποίησαν να μην καταφύγουμε σε εύκολους και απλοϊκούς παραλληλισμούς. «Κάποιοι είναι έτοιμοι να συνδέσουν το ’21 και το ρόλο των Μεγάλων Δυνάμεων με το spread δανεισμού και τη Γερμανία», μου είπε γνωστός ακαδημαϊκός, που προτίμησε να κρατήσει την ανωνυμία του. Ίσως γιατί, όπως μας εξήγησε και ο Διονύσης Τζάκης, «τα γεγονότα οφείλουμε να τα προσεγγίζουμε μέσα στη δική τους ιστορική συνάφεια».

 

Πηγή


  • Καθημερινή, Περιοδικό «Κ», τεύχος 355, 21 Μαρτίου 2010.

 

Read Full Post »

Θυρίδα 111 – Θεατρικός Μονόλογος


  

Θυρίδα 111

Ο θεατρικός μονόλογος  «Θυρίδα 111» του συγγραφέα – δημοσιογράφου Γρηγόρη Χαλιακόπουλου θα κάνει πρεμιέρα στις 18 Απριλίου στην αίθουσα τέχνης «Αμυμώνη», στον Πολυχώρο Στρατώνων Καποδίστρια στο Άργος.

Η ιστορία του Ισίδωρου, ενός απογοητευμένου από τη ζωή του υπαλλήλου τραπέζης, είναι τόσο αληθινή που θα μιλήσει στις καρδιές όλων. Εναλλαγές χαράς και θλίψης, απελπισίας και ελπίδας, ανατροπές και λύτρωση.

Το έργο ανεβαίνει σε σκηνοθεσία Νίκου Κλησιάρη – ο οποίος παίζει και το ρόλο του Ισίδωρου- ενώ στο ρόλο του κυρίου Ευθυμιάδη ακούγεται η φωνή του γνωστού ηθοποιού Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Το Σάββατο 21 Απριλίου ο Δήμος Άργους-Μυκηνών θα τιμήσει τον σπουδαίο ηθοποιό Γιώργο Μιχαλακόπουλο για την πολυετή προσφορά του στην τέχνη.

Παραστάσεις
18, 19, 20, 21, 22 – 27, 28, 29 Απριλίου 2012
Αίθουσα Τέχνης Αμυμώνη 
Στρατώνες Καποδίστρια, Άργος

Ώρα: 9.30 μ.μ.

Διάρκεια Παράστασης: 60 Λεπτά

Διοργάνωση: Δήμος Άργους-Μυκηνών – ΚΕΔΑΜ (Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους-Μυκηνών).

Read Full Post »

Αμαλία Βασίλισσα της Ελλάδας (1818-1875)


 

Αμαλία, Joseph Karl Stieler (1781 – 1858).

Η Δούκισσα Αμαλία – Μαρία – Φρειδερίκη, του Oldenburg (Ολδεμβούργου), υπήρξε η πρώτη βασίλισσα της Ελλάδας (1836-1862) και σύζυγος του βασιλιά Όθωνα. Ήταν κόρη του Μεγάλου Δούκα Παύλου- Φρειδερίκου – Αυγούστου (Paul Friedrich August, 1783-1853) του Oldenburg και της Σουηδής πριγκίπισσας  Αδελαΐδας (Adelheid von Anhalt – Bernburg, 1800-1820) και γεννήθηκε στο Oldenburg στις 21 Δεκεμβρίου του 1818.  Αν και έχασε την μητέρα της σε μικρή ηλικία, εν τούτοις έτυχε επιμελημένης και αυστηρής μόρφωσης (με ξένες γλώσσες, μουσική, χορό, ζωγραφική, ιππασία, ξιφασκία κ.α.).

Το Νοέμβριο του 1836 παντρεύτηκε τον Όθωνα στην μεγάλη αίθουσα του ανακτόρου του Oldenburg σύμφωνα με το προτεσταντικό και το καθολικό τυπικό. Είχε προηγηθεί η υπογραφή του συμβολαίου του γάμου το οποίο και προέβλεπε την ανατροφή των παιδιών που θα αποκτούσε το ζευγάρι, σύμφωνα με το χριστιανικό ορθόδοξο δόγμα. Στις αρχές του επόμενου χρόνου, μετά από ένα θυελλώδες ταξίδι με την αγγλική φρεγάτα «Portland», έφτασε στον Πειραιά (2/14 Φεβρουαρίου 1837) και έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από το πλήθος, παρά τη δυσφορία που είχε δημιουργήσει η παράλειψη του Όθωνα να ενημερώσει έγκαιρα το λαό για το γάμο του.      

 

Έγχρωμη λιθογραφία που παρουσιάζει την Αμαλία πριν έρθει στην Ελλάδα.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία είχε γοητευτική εμφάνιση, ήταν όμορφη, γεμάτη ζωντάνια, πνευματώδης και συγχρόνως ανεπιτήδευτη. Γρήγορα κατέκτησε τους Έλληνες χάρη στην αφοσίωσή της στον Όθωνα και την ευγενική της συμπεριφορά.

Ανέπτυξε σημαντική φιλανθρωπική δράση. Με δική της μέριμνα ιδρύθηκε το «Οφθαλμιατρείο» (1843) και το «Αμαλίειο Ορφανοτροφείο» (1855), ενώ με πρωτοβουλία της χαράχτηκε ο «Βασιλικός Κήπος» και έγιναν οι πρώτες δενδροφυτεύσεις σε πλατείες, λόφους και πεζοδρόμια της πρωτεύουσας. Εξάλλου στον «Πύργο Βασιλίσσης», το κτήμα της στα Νέα Λιόσια, αναπτύχθηκαν πρότυπες καλλιέργειες και κτηνοτροφία. Ιδιαίτερα εκτιμήθηκε επίσης το ότι γρήγορα έμαθε και μίλησε την ελληνική γλώσσα και πραγματοποίησε περιοδείες για να γνωρίσει τη χώρα.

Η Δανέζα Χριστιάνα Λυτ [1]  (Christiane Luth 1817-1900), γυναίκα του εφημέριου της αυλής, Asmus Heinrich Luth (1806-1859) στο βιβλίο της  «Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα» μας δίνει μια περιγραφή της Αμαλίας: 

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα…». 

Οργάνωσε την εθιμοτυπία της αυλής και στην ακολουθία της έδωσε την πρώτη θέση σε Ελληνίδες που ανήκαν σε οικογένειες αγωνιστών του 1821.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία με αυλική αμφίεση χορού.

 

Η Βασίλισσα Αμαλία, αρχικά δεν λάμβανε μέρος  στις κρατικές υποθέσεις. Όμως κατά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, για την παροχή συντάγματος, συνειδητοποιώντας τον κίνδυνο που διέτρεχε ο θρόνος, επενέβη αποφασιστικά και επίμονα και έπεισε τον Όθωνα να  δεχθεί τα αιτήματα των επαναστατών. Μετά από αυτά τα γεγονότα η Αμαλία άρχισε να ενδιαφέρεται όλο και περισσότερο για την πολιτική και να παρέχει στο σύζυγό της τη βοήθεια που χρειαζόταν για την εκπλήρωση των καθηκόντων του, λόγω της δύσκαμπτης σκέψης του, της διστακτικότητας στη λήψη αποφάσεων, της βαρηκοΐας του και  της ανικανότητάς του να παίρνει ορθές πολιτικές αποφάσεις. Ήταν οξύνους, λάμβανε γρήγορα αποφάσεις, αλλά σε αντίθεση με τον Όθωνα, ήταν οξύθυμη και παρορμητική.

Η περιγραφή που δίνει ο About Ε. [2] για την Αμαλία, κατά την εποχή εκείνη περίπου, είναι πολύ ενδιαφέ­ρουσα :

«Η Βασίλισσα, είναι γυνή τριάκοντα πέντε ετών, η οποία δεν θα γηράση επί πολύ. Η ευσαρκία της θα την διατήρηση. Είναι φύσις εύρωστος και πληθωρι­κή, προικισμένη με σιδηράν υγείαν. Η ωραιότης της, περί­φημος προ δέκα ετών, διαφαίνεται εισέτι, αν και η λεπτότης των χαρακτηριστικών υπεχώρησεν εις την δύναμιν …,». Και αλλού, διαστέλλων αυτήν από τον σχολαστικό και άβουλο Βασιλέα, τονίζει :«Η Βασίλισσα λαμβάνει ταχέως αποφάσεις. Έχει ιδιότητας αρχηγού στρατιάς. Δεν γνωρίζω εάν σκέπτεται πολύ προτού αποφασίση. Εξάπαντος δεν σκέπτεται επί πολύ. Όλαι αι υποθέσεις θα παρέμενον επί έτη εκκρεμείς, εάν ο Βασιλεύς εβασίλευε μόνος. Κάμνει όμως ένα ταξίδι τριών μηνών δια λόγους υ­γείας και αναχωρών δίδει την αντιβασιλείαν εις την Βασίλισσαν. Η Βασίλισσα λαμβάνει μίαν πένναν και υπογρά­φει, χωρίς να εξετάζη όλους τους νόμους, τους οποίους ο Βασιλεύς εξήτασε χωρίς να τους υπογράψη».

Όμως, οι ενέργειες της, οι αποφάσεις της, οι απολυταρχικές ιδέες της και η μη απόκτηση διαδόχου, μετά από ατυχή αποβολή [3] το 1837, είχαν ως αποτέλεσμα να δημιουργήσει προσωπικούς εχθρούς και να χάσει σιγά-σιγά τη δημοτικότητά της. Άσκησε τέσσερις φορές αντιβασιλεία, κατά τις απουσίες του Όθωνα στο εξωτερικό και αναμίχτηκε (1850-1851) στο ζήτημα διαδοχής.

 

Αμαλία Μαρία-Φρειδερίκη

 

Ωστόσο, η δημοτικότητα της αυξήθηκε σημαντικά χάρη στην περήφανη στάση της κατά τον αγγλικό αποκλεισμό της Ελλάδας (1850) και από το φανατισμό της για τη Μεγάλη Ιδέα, ενισχύοντας τα επαναστατικά κινήματα (1852) του υπόδουλου Ελληνισμού κατά την περίοδο του Κριμαϊκού πολέμου. Εντυπωσίασε ακόμη τον λαό με τη θαρραλέα της στάση κατά την επιδημία της χολέρας στην Αθήνα το 1854. 

Αλλά μετά τις ανελεύθερες εκλογές του 1861 και τις επεμβάσεις της στα πολιτειακά, όπου αποφάσιζε για πρόσωπα του στρατού και της διοίκησης,  έγινε αντικείμενο σφοδρών επιθέσεων του αντιπολιτευόμενου τύπου, γιατί θεωρήθηκε υπεύθυνη για την παραβίαση των συνταγματικών ελευθεριών.   Μάλιστα στις 6 Σεπτεμβρίου 1861, ο νεαρός Αριστείδης Δόσιος, αντιμοναρχικός και μέλος της Χρυσής Νεολαίας,  αποπειράθηκε να τη δολοφονήσει.

Αμαλία του Oldenburg

Ύστερα από τη Ναυπλιακή Επανάσταση [4] (1 Φεβρουαρίου 1862), η οποία είχε προετοιμαστεί από καιρό και είχε, αν και καλυμμένα, ως σκοπό την εκθρόνιση του Όθωνα, το βασιλικό ζεύγος επιχείρησε, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου, ένα ταξίδι στην Πελοπόννησο για να εξετάσει το πνεύμα και τα παράπονα των επαρχιών, αφήνοντας την πρωτεύουσα στα χέρια των αντιδυναστικών η οποίοι, αναίμακτα, ανέτρεψαν τη δυναστεία (νύχτα της 10 Οκτωβρίου 1862). Όταν το βασιλικό ζεύγος επέστρεψε στον Πειραιά, η Αμαλία μάταια προσπάθησε να πείσει τον Όθωνα να πατάξει την επανάσταση, επιστρέφοντας στη Μεσσηνία και προκαλώντας από εκεί αντιπερισπασμό στους εξεγερμένους. Ο Όθωνας όμως, θέλοντας να αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο και την αιματοχυσία, εγκατέλειψε την Ελλάδα ύστερα από τριαντάχρονη βασιλεία.

Στο Μόναχο έγινε δεκτή με ψυχρότητα από την οικογένεια του συζύγου της. Οι έκπτωτοι βασιλείς εγκαταστάθηκαν στη Βαμβέργη. Παρά την πίκρα της για την έξωσή τους, εξακολούθησε να αγαπάει την Ελλάδα και ως το τέλος της ζωής της δεχόταν στη Βαμβέργη, με χαρά τους Έλληνες που επισκεπτόντουσαν την πόλη.

Στις 26 Ιουλίου 1867, πεθαίνει ο Όθων ύστερα από σύντομη αρρώστα και οχτώ χρόνια αργότερα στις 20 Μαΐου 1875 η νεκρική καμπάνα του καθεδρικού ναού της Βαμβέργης  αναγγέλλει  το θάνατο της Αμαλίας. Η σορός της, όπως και του Όθωνα, βρίσκεται στην κρύπτη της Theatinerkirche (εκκλησία του μοναχικού τάγματος των Θεατίνων) του Μονάχου, που είναι ο τόπος ταφής των μελών της δυναστείας των Wittelsbach. Τη νομισματική της συλλογή από 10.000 νομίσματα χάρισε στο Νομισματικό Μουσείο Αθηνών.

 

Η φορεσιά «Αμαλία»

 

Η ενδυματολόγος Ιωάννα Παπαντωνίου στο βιβλίο της «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», γράφει:

Η βασίλισσα Αμαλία δημιούργησε τη λεγόμενη «στολή Αμαλίας». Έξυπνη γυναίκα καθώς ήταν, κατάλαβε πως έπρεπε να πλησιάσει ενδυματολογικά τον «παραξενοντυμένο» λαό της. Δημιούργησε, λοιπόν, ένα ρομαντικό φολκλορικό αυλικό ένδυμα που έμεινε στην ιστορία ως «Αμα­λία» και έγινε η εθνική γυναικεία φορεσιά.

Είναι ένα φόρεμα σε στιλ Biedermeier, με μπούστο καβαδιού και από πάνω το νησιώτικο ζιπούνι, βασιλικά κεντημένο. Στο κεφάλι οι παντρεμένες φορούσαν το πατροπαράδοτο φέσι με το παπάζι, που το κάλυπταν με το μαύρο βέλο των Καθολικών όταν πήγαιναν στην εκκλησία, ενώ οι ανύπαντρες φορούσαν το καλπάκι.Τη φορεσιά αυτή τη φόρεσαν όλες οι αστές στα ελευθέρα Βαλκάνια, ακόμα και στα τουρκοκρατούμενα, μέχρι και το Βελιγράδι.

Είναι, νομίζω, κατανοητό ότι οι διάφορες «αμαλιοποιημένες» φορεσιές ήταν πολλές φορές μια απλή τροποποίηση ενδυμάτων που ήδη υπήρχαν, κυρίως συνόλων με φουστάνι. Είναι χαρακτηριστικές οι περιπτώσεις της μανιάτικης φορεσιάς και της κυπριακής αστικής ενδυμασίας.

 

Η Αμαλία με Ελληνική φορεσιά που καθιερώθηκε με το όνομά της «στολή Αμαλίας». Κλασσικός πίνακας του γερμανού ζωγράφου Ernst Wilhelm Rietschel (1824-1860), φιλοτεχνήθηκε στην Αθήνα μεταξύ του 1853- 1854, στα βάθος διακρίνεται η Ακρόπολη.

 

Η φορεσιά της Αμαλίας, που καθιερώθηκε ως επίσημη στολή της Αυλής, ήταν βασικά η αστική φορεσιά της Πελοποννήσου που συνηθιζόταν και στην Αθήνα. Το φουστάνι ή καβάδι είναι από πολύτιμη στόφα, συχνά χρυσοΰφαντη, και έχει μπούστο ανοιχτό για να φαίνεται η ολοκέντητη τραχηλιά του πουκάμισου. Το κοντογούνι είναι βελούδινο, συνήθως σε σκούρο χρώμα, χρυσοκέντητο και πάρα πολύ εφαρμοστό.

Στο κεφάλι φοριέται το φέσι ή το καλπάκι. Το φέ­σι, που αρχικά ήταν μεγάλο, το φορούσαν οι παντρεμένες με πολλούς τρόπους, κυρίως όμως σπαστό. Μεγάλη σημασία είχε η φούντα του, το παπάζι, καμωμένη από χρυσές κλωστές, πλεγμένες κοτσίδα, και στολισμένη με μαργαριτάρια ή πούλιες. Τα κοσμήματα ήταν κυρίως ευρωπαϊκής τέχνης, αν και παλιότερα οι Αθηναίες αρχόντισσες φορούσαν στον λαιμό τη χανάκα, κόσμημα από αλυσίδες, απ’ όπου κρέμονταν χρυσά νομίσματα μεγάλης αξίας.

Στα πεδινά, τα βουνίσια και τα παραθαλάσσια χωριά εξακολουθούσαν να κυριαρχούν οι τοπικές φορεσιές, που αυτή την εποχή φαίνεται να αποκρυσταλλώνονται, λίγο πριν αρχίσουν να καταργούνται με τη δεύτερη, πιο δυναμική εισβολή της Δυτικής μόδας. Τη μόδα αυτή την καθιέρωσε η βασίλισσα Όλγα (1867-1913) με σύμμαχο την ελληνική βιομηχανική επανάσταση, που στην περίπτωση του ενδύματος επισημαίνεται με τη ραπτομηχανή, τα φιγουρίνια και τις καλλιγραφίες, αλλά κυρίως με τις σχολές κοπτικής και ραπτικής στα τέλη του 19ου αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Χριστιάνα Λυτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

[2] Μαρκεζίνης, τόμος 1ος, σελ. 232.   

[3] Η Anita Eichholz στην έκδοση του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών με τίτλο, «Η Βασίλισσα Αμαλία» γράφει: Για την αποβολή μετά από μισό χρόνο γάμου δεν υπάρχει πια καμιά αμφιβολία. Βλ. Hans Rail, Otto von Griechenland, ZBLG 44, τεύχος 1, 1981, σ. 367-380. Martha Schad, Bayerns Königinnen, β΄ διορθωμένη έκδοση 1993, σ. 120· Gisela Niemöller, Die Engelinnen im Schloss-Eine Annäherung an Cäcilie, Amalie und Friederike von Oldenburg, Oldenburg 1997, σ. 75. Ο Niemöller αναφέρει μια σημείωση στη διαθήκη της Αμαλίας από το 1837, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θέλει να ερευνηθεί ανατομικά μετά τον θάνατο της και αναφορικά με την αποβολή της. Βλ. προπάντων Kotsowilis: στη σ. 307 βρίσκει κανείς τη χειρόγραφη επιστολή του Όθωνα προς τον πατέρα του Λουδοβίκο Α΄ , στην οποία τον ενημερώνει για την εγκυμοσύνη της συζύγου του. Στη σ. 216 σημειώνει ο Kotsowilis μια χρόνια αρρώστια της Αμαλίας που επισημαίνουν οι Έλληνες γιατροί.

[4] Η μεγαλύτερη και πιο αιματηρή από τις στάσεις της Α’ Δυναστείας, η οποία τερματίστηκε με εκστρατεία και τακτική πολιορκία του Ναυπλίου. Χίλιοι στρατιώτες υπό τους , Αρτέμιο Μίχο, Πάνο Κορωναίο και τον δικαστικό Γεώργιο Πετιμεζά, μαζί με τους περίπου χίλιους πολιτικούς κρατούμενους στην Ακροναυπλία που απελευθερώθηκαν και μερικές εκατοντάδες νέους εθελοντές, ξεκίνησαν αντιδυναστικό αγώνα. Η βασιλική κυβέρνηση του Αθανασίου Μιαούλη έστειλε εναντίον τους στρατό περίπου 7.000 ανδρών. Μέσα Μαρτίου του 1862, η επανάσταση είχε κατασταλεί. Πολλοί από τους επαναστάτες αμνηστεύτηκαν.

 

Πηγές


  • «Η Βασίλσσα Αμαλία 1818-1875», Μουσείον της Πόλεως των Αθηνών, Αθήνα, 2007.
  • Παπαντωνίου Ιωάννα, «Η Ελληνική Ενδυμασία | Από την αρχαιότητα ως τις αρχές του 20ου αιώνα», Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 2000.
  • Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Τόμος 1ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα , 1988.
  • Σπύρος Β. Μαρκεζίνης, «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964», τόμος 1ος,  Εκδόσεις «Πάπυρος», Αθήνα, 1966.
  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Ταρατόρης Νικόλας (1954-2021)


 

Νικόλας Ταρατόρης

Είχε σπουδάσει θέατρο στο Κολέγιο Αθηνών Π.Ε.Ε. (Ελληνοαμερικάνικο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα-Κολέγιο Ψυχικού), στο Θέατρο των Αλλαγών και ήταν ακροατής στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης, με δάσκαλο τον Κάρολο Κουν.

Είχε κάνει Φωνητική-Τραγούδι με τον Αντόνιο Αρμάνι, Ορθοφωνία- Αγωγή της φωνής με το Νίκο Παπακωνσταντίνου, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό με τον Ευδόκιμο Τσολακίδη, Υποκριτική – Αυτοσχεδιασμό-Κίνηση – Τεχνική με τον Ηλία Ασπρούδη και Σκηνοθεσία-Υποκριτική με τον Κωνσταντίνο Αρβανιτάκη και το Στάθη Λιβαθινό.

Είχε παρακολουθήσει τα σεμινάρια:

Αρχαίο Δράμα, Νταντά και Σουρεαλισμός, το Ευρωπαϊκό και το Σύγχρονο Ευρωπαϊκό Θέατρο, Ακμή και Παρακμή του Αστικού Θεάτρου, Ρεπερτόριο, το Παράλογο και η Πτώχευση της Λογικής, το Επικό και η Θεωρία της Αποστασιοποίησης, Ανάλυση και Εσωτερική Ανάλυση Θεατρικού Κειμένου, Αλλαγή των Ταυτοτήτων στο Θέατρο της Αβεβαιότητας, από το Επικό Θέατρο στο Θέατρο της Προπαγάνδας, το Κίνημα του Εναλλακτικού Θεάτρου, Ακινησία και Λόγος στο θεατρικό έργο του Σάμουελ Μπέκετ, ο Μετεωρισμός της Ύπαρξης, Ενδυματολογία-Σκηνογραφία-Μουσική-Φωτισμός στα Σύγχρονα Σκηνοθετικά Ρεύματα,  Μακιγιάζ και Φωτισμός με τους Σωτήρη Τσόγκα, Ελένη Καραμπέτσου, Κώστα Φαρμασώνη, Κερασία Σαμαρά, Ηρακλή Λογοθέτη, Κατερίνα Καμπανέλλη, Θόδωρο Τερζόπουλο, Πλάτωνα Ανδριτσάκη, Αντώνη Παναγιωτόπουλο, Σωτήρη Χατζάκη, Νίκο Αρμάο κ.α.

 

Πρόβες στο Αρχαίο Θέατρο Άργους για την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή σε συνεργασία με το «Διάζωμα». Σε πρώτο πλάνο, Αντώνης Σιούτος, Νικόλας Ταρατόρης.

 

Είχε συμμετάσχει ως ηθοποιός ή είχε σκηνοθετήσει έργα των:

Ιάκωβου Καμπανέλλη, Παύλου Μάτεσι, Μποστ, Γιάννη Ρίτσου, Δημήτρη Ψαθά, Σωτήρη Πατατζή, Κώστα Πρετεντέρη, Γρηγόριου Ξενόπουλου, Πάνου Αναστασόπουλου, Κώστα Μουρσελά, Ηλία Καπετανάκη, Αριστοφάνη, Ευριπίδη, Σοφοκλή, Άρθουρ Μίλλερ, Ευγένιου Ιονέσκο, Άντον Τσέχοφ, Στάνισλαβ Στρατίεβ, Σεραφείμ & Ιωακείμ Κιντέρο, Τέννεσυ Ουίλιαμς, Αλέξανδρου Κασόνα, Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα,  Νικολάι Γκόγκολ, Ουίλιαμ Γκίμπσον, Ντάριο Φο, Μπ. Μαρί – Κολτές κ.α.

Είχε σκηνοθετήσει το λαϊκό ορατόριο «Το Άξιον Εστί» των Οδυσσέα Ελύτη και Μίκη Θεοδωράκη, με διευθυντή ορχήστρας και χορωδίας τον Γιάννη Νόνη και με την συμμετοχή της Μαρίζας Κωχ.

Είχε σκηνοθετήσει και δραματοποιήσει πεζά και ποιήματα των Γιάννη Ρίτσου, Πέτρου Πικρού, Τάκη Δόξα, Κώστα Καρακάση, Κώστα Σπηλιώτη, Νάντιας Δανιήλ, Γιάννη Ρηγόπουλου, Άγγελου Αντωνόπουλου, Φώτη Μότση, Κατερίνας Παπανδριανού, Βαγγέλη Κλαδούχου, Άννας Καραβάνου, Σπύρου Καραμούντζου, Μαρίας Βελιζιώτη, Δήμητρας Στεφανοπούλου, Ελένης Σκούμπη, Δέσποινας Πενέση, Βασιλικής Πιπέρου, Φώντα Σταυρόπουλου, κλπ. και είχε κάνει παρουσίαση του αφιερώματος «Ευάλωτη γη» της  ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Περιβάλλοντος και Πολιτισμού.

 

Ο σκηνοθέτης Νικόλας Ταρατόρης και ο θίασος της Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης.

 

Είχε σκηνοθετήσει και παρουσιάσει αφιερώματα για τους Νίκο Καββαδία, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, Μανώλη Χιώτη, Βασίλη Τσιτσάνη κλπ. Είχε παρουσιάσει επίσης, το αφιέρωμα για τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου με το δρώμενο «Ο Πόντος Ματώνει» με τη Σοφία Κακαρελίδου. Είχε συμμετάσχει στο χοροθεατρικό δρώμενο «Ο θάνατος του φιλόσοφου» της Μαρίας Κέκκου με την ερευνητική ομάδα της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών «Δρυός Τόποι».

Είχε διοργανώσει με το Πνευματικό Κέντρο και το Δημοτικό Θέατρο Άργους ημερίδα με θέμα «Γνωριμία με το Θέατρο» και εισηγητές τους Ρίβα Λάββα, Άση Δημητρουλοπούλου, Κωνσταντίνο Ζαμάνη (διδάσκοντες του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου) και τον Ηρακλή Λογοθέτη, διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Θεάτρου & Χορού.

Ήταν καλλιτεχνικός διευθυντής και σκηνοθέτης της «Πολιτιστικής Αργολικής Πρότασης», μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Αιγυπτιολογίας και της Μη Κερδοσκοπικής Εταιρείας «Τεχνών Ιχνηλάτες» και ήταν μέλος του Δ.Σ. του Πνευματικού Κέντρου Δήμου Άργους. Ήταν τακτικό μέλος (director) του Ελληνικού Κέντρου του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου της UNESCO.

Ο Νικόλας Σοφ. Ταρατόρης ήταν παντρεμένος με την Πίνκα Νάντη και πατέρας δύο γιων.

Απεβίωσε τη Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2021, σε ηλικία 67 ετών. Για αρκετά χρόνια έδινε μάχη με την «επάρατη νόσο».

Η εξόδιος ακολουθία  τελέστηκε την  Τέταρτη  20 Ιανουαρίου 2021 στις 3.30 μ.μ.  στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίου Πέτρου Άργους. Η ταφή έγινε στον κοιμητηριακό ναό Αγίου Νικολάου Άργους.

 

Το μεγάλο ταξίδι του Νικόλα Ταρατόρη

 

Κανένα έργο επί σκηνής δεν έχει καταφέρει να αναπαραστήσει το θάνατο με τρόπο που να πλησιάζει κάπως αυτή τη μεγάλη στιγμή από το χώρο του μυστηρίου. Κι όμως με αμέτρητους τρόπους αναφέρεται, μνημονεύεται, παρουσιάζεται σκηνικά, οργανώνει τη δράση των ηθοποιών, αναπαράγει τη δύναμη των συμβολισμών και προσφέρει στους θεατές το αποτέλεσμα ενός τέλους τραγικού, λυτρωτικού και ίσως αναπόφευκτου. Εκείνο που δεν μπορεί να συλλάβει και πολύ περισσότερο να αποδώσει είναι η πνευματικότητα της στιγμής και της αιωνιότητας. Εκείνο το πέρασμα στον άλλο κόσμο, τον αόρατο, που σημαδεύει την καθημερινότητά μας, συμμετέχει έντονα στις παραδόσεις μας, αλλά μας διαφεύγει το νόημα του αναλλοίωτου που σηματοδοτεί. Ίσως, η μοναδική στιγμή να τον προσεγγίσουμε βαθύτερα είναι όταν ένας άνθρωπος της τέχνης αρχίζει ακριβώς το πέρασμα σ’ αυτό το αιώνιο και αναλλοίωτο. Κι αυτό γιατί ο ίδιος έχει ψηλαφίσει με την τέχνη του το θάνατο, έχει δαμάσει τους συμβολισμούς του και μένει να έρθει η στιγμή να διαβεί στον κόσμο του μυστηρίου ολοκληρώνοντας μονάχος του, χωρίς κοινό, την τελευταία και σπουδαιότερη σκηνή του σεναρίου.

Ο Νικόλας Ταρατόρης σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά ρυθμίζει μια τελευταία φορά τους προβολείς που θα φωτίσουν το δρόμο για το μεγάλο του ταξίδι. Ερωτευμένος με το θέατρο, σκηνοθέτης, τεχνικός, βαφέας, μεταφορέας, πέρα και πάνω απ’ όλα άνθρωπος της δράσης και της προσφοράς, σημάδεψε με την παρουσία του τον πολιτισμό στην Αργολίδα και έφερε το θέατρο κυρίως, αλλά και τη μουσική, την ποίηση και τη λογοτεχνία, κοντά σε όλους. Άνθρωπος του λόγου και του κειμένου, κατάφερνε να ζωντανεύει τις λέξεις και να τις κάνει να γεμίζουν τους χώρους, να δημιουργούν συναισθήματα και να μοιράζεται με τους συνεργάτες και το κοινό του τον πλούτο τους.

Σε διαρκή διάλογο με τον εαυτό του και τους άλλους, αναζητούσε μαζί τους το νόημα του λόγου και της (θεατρικής) πράξης καθώς δούλευε το ένα ή το άλλο σενάριο, καθώς σκεφτόταν το στήσιμο μιας σκηνής, καθώς δινόταν παθιασμένα στην πραγματοποίηση μιας παράστασης, καθώς σκεφτόταν τα πρόσωπα, τα λόγια τους, την κίνησή τους και τα έκανε δικά του λόγια και κίνηση. Είμαι απολύτως σίγουρος πως όσο προετοίμαζε το τελευταίο του ταξίδι, τόσο ο διάλογος με τον εαυτό του γινόταν έντονος για όσα πέρασε και όσα θα μελλούμενα θα δει. Ταυτιζόταν με τη θέση του γέροντα του «Μαράν Αθά» και τον παθιασμένο εσωτερικό του διάλογο, μια εκπληκτική παράσταση – θα το θυμίσω – που πρόσφερε στο αργολικό κοινό και που ίσως δεν θα είχαμε δει ποτέ.

Αν πρέπει να δώσουμε ένα περίγραμμα για το μεγάλο ταξίδι του Νικόλα Ταρατόρη στη ζωή, αυτό θα είχε δυο σημεία: το ρόλο που έπαιξε η Πολιτιστική Αργολική Πρόταση στα πολιτιστικά δρώμενα της Αργολίδας και τις δυνατότητες έκφρασης που προσέφερε σε δεκάδες νέους ανθρώπους αυτού του τόπου.

Ως προς το πρώτο, ας σκεφτούμε αρχικά τις δυο θεατρικές σκηνές που οργάνωσε ο Νικόλας στο Άργος. Δυο σκηνές για το θέατρο, δυο σκηνές στέκια για τον πολιτισμό. Θίασος και χορωδία, κινηματογράφος και εργαστήρια για παιδιά και ενήλικες με εκατοντάδες δράσεις, παραστάσεις, συναυλίες, κοινές παρουσιάσεις, στην Αργολίδα και έξω από τα αργολικά σύνορα. Και μόνο το «Άξιον Εστί» ένα έργο που φαινόταν ακατόρθωτο να παρουσιαστεί για τα μέτρα ενός τοπικού πολιτιστικού συλλόγου, αποτελεί μια μεγάλη προσωπική και συλλογική επιτυχία για την Πρόταση που ταξίδεψε στην Αργολίδα, την Αθήνα και αλλού.

«Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια» ήταν μια άλλη ξεχωριστή κοινή (θίασος και χορωδία) επιτυχία που καταγράφεται σ’ εκείνες ενός μεγάλου λαϊκού κοινού στους Στρατώνες του Καποδίστρια. Φυσικά δεν θα παραλείψω να σημειώσω τη συνεργασία της Πρότασης με το Διάζωμα και τις δυο μεγάλες επιτυχημένες παραστάσεις στο Αρχαίο Θέατρο του Άργους. Όπως επίσης δεν θα παραλείψω να σημειώσω την μοναδική για τα αργολικά και ευρύτερα ελληνικά χρονικά της παρουσίασης της «Αποκάλυψης του Ιωάννη» μέσα στο ναό του Αγ. Πέτρου.

Όμως, πέρα από αυτές τις σημαντικές επιτυχίες, η μεγαλύτερη απ’ όλες ήταν πως Έλληνες και ξένοι δημιουργοί παρουσιάστηκαν ακόμη και στο πιο μικρό χωριό και έφεραν τον κόσμο στη θέση του θεατρόφιλου κοινού που γευόταν μια πραγματική τέχνη και του δινόταν η ευκαιρία μιας ποιοτικής ψυχαγωγίας. Δεκάδες ώρες δουλειάς μέχρι τη στιγμή που φορτώνονταν τα σκηνικά και οι ενδυμασίες σ’ ένα φορτηγάκι και σε 2-3 αυτοκίνητα για να φτάσει ο Νικόλας και οι συνεργάτες του στην Αλέα, στη Καρυά, στον Αχλαδόκαμπο, στο Άστρος και αλλού, να τα στήσουν για να παρουσιάσουν την παράσταση στους κατοίκους. Εθελοντικά, με αγάπη για τους κατοίκους, με έρωτα για το θέατρο και με ειλικρινή πρόθεση για προσφορά.

Η δεύτερη μεγάλη προσφορά του Νικόλα Ταρατόρη είναι η πόρτα που άνοιξε σε δεκάδες νέους ανθρώπους κυρίως, που αγκάλιασαν την Πρόταση και ανακάλυψαν στη θεατρική σκηνή προσωπικές ικανότητες και δεξιότητες, που ίσως να μην είχαν ποτέ φανταστεί. Η Πρόταση υπήρξε ένα μεγάλο σχολείο έκφρασης για όλες και όλους. Ένα στέκι όπου ανάμεσα στις ατέλειωτες ώρες για πρόβες, φούντωναν οι συζητήσεις για το έργο, έμπαιναν προβληματισμοί, αναλύονταν κινήσεις, εκφράζονταν γνώμες. Το μυαλό δούλευε, η καρδιά άνοιγε, η γλώσσα εκφραζόταν. Φυσικά, η χαρά ήταν απερίγραπτη όταν από μια γεμάτη αίθουσα ο θίασος και ο σκηνοθέτης του εισέπρατταν θερμά παρατεταμένα χειροκροτήματα. Κι έπειτα, ο Νικόλας αναζητούσε στους ντόπιους δημιουργούς τα στοιχεία μιας τοπικής πολιτιστικής παραγωγής για να τα αναδείξει και μαζί τους να αναδείξει τις δυνατότητες τους ίδιου του τόπου.

Ίσως και να μην έγινε απολύτως κατανοητό το έργο του Νικόλα Ταρατόρη και της «Πρότασης». Μερικοί το εκμεταλλεύτηκαν για λόγους δημόσιας προβολής, χωρίς να αναλάβουν απλές, μικρές δεσμεύσεις στήριξης ενός τόσο σημαντικού φορέα. Γι’ αυτό και ο Νικόλας και όλοι στην πρόταση αγωνιούσαν και πάλευαν για τα απολύτως αναγκαία, το ενοίκιο, το ηλεκτρικό…. Η ψυχή τους μπορούσε να κάνει όλα τα υπόλοιπα, τα μεγάλα και ουσιαστικά: να προσφέρει μια πραγματική τέχνη και μια μοναδικά ποιοτική ψυχαγωγία. Ακόμη και στις πρωτοχρονιάτικες πίτες! Ακόμη και στα τσικνίσματα της Τσικνοπέμπτης! Ακόμη και στους αποκριάτικους χορούς!

Είναι φρικτό να φεύγεις όταν έχεις ακόμη πολλά να δώσεις γύρω σου. Όμως κανείς δεν μπορεί να αντιστρέψει αυτό που είναι γραφτό να γίνει. Τέτοιες μέρες προετοιμάζαμε την κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας της Πρότασης. Την ευχή την έδινε τελευταία ο παπα-Γιώργης Σελλής μαζί με τις χαρούμενες ατάκες του. Έμελλε και σ’ εκείνον να συνοδέψει το Νικόλα Ταρατόρημε τα λόγια της εξοδίου ακολουθίας:

Ἀνάπαυσον, ὁ Θεὸς τὸν δοῦλόν σου, καὶ κατάταξον αὐτὸν ἐν Παραδείσῳ, ὅπου χοροὶ τῶν Ἁγίων Κύριε, καὶ οἱ Δίκαιοι ἐκλάμψουσιν ὡς φωστῆρες· τὸν κεκοιμημένον δοῦλόν σου ἀνάπαυσον, παρορῶν αὐτοῦ πάντα τὰ ἐγκλήματα.

Πάντα ματαιότης τὰ ἀνθρώπινα, ὅσα οὐχ ὑπάρχει μετὰ θάνατον· οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθὼν γὰρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται.

Καλό ταξίδι Νικόλα. Όσο είμαστε όρθιοι θα σε μνημονεύουμε για να παίρνουμε θάρρος και δύναμη από τη δική σου απλότητα και προσφορά. Σε περιμένουν πολλές και πολλοί που έφυγαν και θα καθίσουν ξανά πλάι σου στο γιορτινό τραπέζι. Καλό ταξίδι.

 

Επικήδειος

Γεωργίου Κόνδη

Read Full Post »

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο και στην Αθήνα


 

«Σήμερα ξαναγεννιέται η πατρίδα και ανασταίνεται, όπου ήταν τόσον

καιρόν χαμένη και σβησμένη»

 Μακρυγιάννης

 

Όθωνας

Μ’ αυτά τα θερμά λόγια υποδέχτηκε στο Ναύπλιο ο στρατηγός Μακρυγιάννης το Βαυαρό βασιλιά της Ελλάδας Όθωνα, ο οποίος γεμάτος με ελληνικά γράμματα, ολίγον βαρήκοος και εμφανώς βραδύγλωσσος, 17ετής, ερχόταν στην Ελλάδα έχοντας ήδη παραλάβει συμβολικώς το Ελληνικό Στέμμα στο Μόναχο. Η Ελλάδα εκείνη την εποχή έβγαινε από μια περίοδο μεγάλης εσωτερικής αναταραχής και ακυβερνησίας, η οποία ακολούθησε τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Η επίσημη ανακοίνωση της τριμελούς «Διοικητικής Επιτροπής του Βασιλείου της Ελλάδος» των Ζαΐμη, Κωλέττη και Μετα­ξά, δεν άφηνε καμία αμφιβολία για τις ελπίδες που είχε εναποθέσει η πατρίδα στο νεαρό Βαυαρό.

 

«Τέλος πάντων, η θεία πρόνοια έφερεν εις τους κόλπους της πατρίδος τον κοινόν σωτήρα των Ελλήνων. Η Α. Μεγαλειότης και Βασιλεύς της Ελλάδος καθώς και η σεβαστή Αντιβασιλεία σήμερον την 30ην Ιανουαρίου κατά τάς ευχάς όλου του έθνους, κατευοδώθησαν αισίως εις τον λιμένα του Ναυπλίου… Έχει ήδη η πατρίς εις τας αγκάλας της τον πολυπόθητον αρχηγόν της· έχει τον μέγα προστάτην της ελευθερίας της· έχει πάσα τάξις των πολιτών την βεβαίαν άγκυραν των δικαίων ελπίδων της. Η δεκάτη ογδόη ημέρα του Ιανουαρίου είναι ημέ­ρα αναγεννήσεως διά το έθνος, ημέρα φέρουσα τον αειθαλή στέφανον των πολυετών και πολυπόνων αγώνων του. Ας δοξάσωμεν μικροί και με­γάλοι τον Ύψιστον ευχόμενοι εκ βάθους καρδίας υπέρ του Ανακτος… και τον βασιλικόν θρόνον εις αιώνας ακλόνητον».

 

Η Διοικητική Επιτροπή του Βασιλείου της Ελλάδας υποδέχεται τον Όθωνα στο Ναύπλιο, 1833. I. B. Dreseli (χαράκτης) – Gustav Kraus (1804-1852) (ζωγράφος, χαράκτης).

Η εφημερίδα «Αθηνά», στο φύλλο του Σαββάτου της 31ης Ιανουαρίου 1833, έδωσε πλήρες ρεπορτάζ για την άφιξη. Το παραθέτουμε σχεδόν αυτούσιο, καθότι δίνει με εξαιρετικά γλαφυρό τρόπο το κλίμα των ημερών, ένα κλίμα που πολύ γρήγορα θα άλλαζε υπό το φως μιας αυταρχικής και αλαζονικής βαυαρικής αντιβασιλείας.

«30 Ιανουαρίου,

Σήμερον μετά την μεσημβρίαν προσορμίσθησαν ευτυχώς εις τον λι­μένα μας τα συμμαχικά πλοία φέροντα την A.M. τον Βασιλέα της Ελλάδος… συγχρόνως δε και πλοία φορτηγά τα οποία μετέφερον τρεις ημίσειας χιλιάδας βαυαρών στρατευμάτων. Ο λαός του Ναυπλίου υπεροπλίσθη χαράς και αγαλλιάσεως βλέπων τέλος πάντων εν τω μέσω του τον πολυπόθητον βασιλέα. Αφού άραξαν όλα τα πλοία οι εν αυτοίς στρατιώται και λοιποί ενσκεπασθέντες την κεφαλήν αφώναξαν τρις το ούρα. Το εις τα παράλια επισορευμένον και ενθουσιασμένον πλήθος επανέλαβε κατόπιν πολλάκις το Ζήτω ο Βασιλεύς της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι εξοχότατοι κόμης του Αρμανσμπεργκ και ο Σύμβου­λος της Επικρατείας κύριος Μάουερ… απέβησαν εις την πόλιν μας α­γνώριστοι και επήγαν προς παρατήρησιν των οίκων των ετοιμασμένων διά την εξοχότητά του. Το εσπέρας έγινεν φωτοχυσία εις όλην την πόλην και διάφορα επι­γράμματα δεικνύοντα την προς την Αυτού Μεγαλειότητα ειλικρινή α­γάπη… εφαίνοντο κολλημένα εις διάφορα μέρη της πόλεως. Η πόλις μας είχεν στολισθεί επί δύο ημέρες με δάφνας και μυρσίνας».

19

«Καμμιά αποβίβασις ούτε στρατευμάτων ούτω άλ­λων σκευών δεν έγινεν σήμερον. Μόνον δε τα μέ­λη της Αντιβασιλείας εξήλθον των πλοίων και πε­ριήλθαν διάφορα μέρη της πόλεως. Απόψε πάλι έ­γινε φωτοχυσία…».

20

«Τα μέλη της προσωρινής κυβερνήσεως διευθύνθησαν σήμερον πριν της μεσημβρίας εις την φρεγάταν Μαδαγασκάρ όπου διαμένει η βασιλική αρχή. Ο ειρημένος κ. Σ. Τρικούπης ιστάμενος εδηλοποιούσε το όνομα και το αξίωμα ενός εκάστου εις τα μέλη της Αντιβασιλείας… εις την τρίτην δε ώραν μετά την μεσημβρίαν, υπήγαν ωσαύτως και εις προσκύνησιν της Α.Μ.».

 

Η αποβίβαση του Όθωνα και του βαυαρικού στρατού στο Ναύπλιο το 1833.
Επιχρωματισμένη λιθογραφία, Gustav Kraus (1804-1852).

 

Αυτό ήταν εν ολίγοις το πρώτο ημερολόγιο της άφιξης του Όθωνα και των Βαυαρών στην Ελλάδα. Ωστόσο η «Αθηνά», στις ειδήσεις της 18ης Ιανουαρίου, περνάει με λίγες γραμμές και την πολιτική ένταση των ημερών, η οποία παρά τις φωτοχυσίες και τις λαμπρές υποδοχές δεν είναι καθόλου εύκολο να αποκρύβει.

«Πριν ακόμη πλησιάσωσι τα πλοία εις τον λιμέ­να της πόλεώς μας η προσωρινή κυβέρνησις έστει­λε δε επίτηδες εις την βασιλικήν αρχήν την έκθεσιν των τελευταίων θλιβερών συμβάντων του Άργους, τα οποία λέγουσιν έφερον πολλήν βαρυθυμίαν εις την Αυτού Μεγαλειότητα και εις την Αντιβασιλείαν η δε Αντιβασιλεία απάντησεν ότι θέ­λει λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα διά να μη προχω­ρήσει το κακόν περαιτέρω και διά να παύσωσι τα δεινά της Ελλάδος. Λέγεται ότι οι κάτοικοι του Λε­ωνιδίου έδωσαν αναφοράν εις την Βασιλικήν Αρχήν… εναντίον του Δ. Καλλέργη διά τας κατα­χρήσεις του εις εκείνην την πόλιν».

 

Ο Όθωνας και η ακολουθία του στο Ναύπλιο, 1833, J. Hochle – E. Wolf, λιθογραφία.

 

Είναι φανερό από το πρώτο αυτό ρεπορτάζ πως η Αντιβασιλεία εισερχόταν, ήδη από τη στιγμή της άφιξής της, στο κλίμα μιας εσωτερικής διαμάχης, η οποία φρόντιζε μάλιστα εξ αρχής να εντάξει τη νέα εξουσία σε ένα πλαίσιο εσωτερικού ανταγωνισμού. Η Αντιβασιλεία ήταν υποχρεωμένη να δημιουργήσει συμμαχίες και να εμπλακεί στους οξείς πολιτικούς ανταγωνισμούς στο εσωτερικό, ενώ ταυτόχρονα θα προσπαθούσε να επιβάλει τη δική της εξουσία, και μάλιστα με τρόπο που θα την έφερνε γρήγορα σε αντίθεση με το σύνολο σχεδόν του πολιτικού κόσμου, των αγωνιστών και της κοινής γνώμης.

 

Η άφιξη στην Αθήνα

 

Η βαυαρική Αντιβασιλεία -με μόνη εξαίρεση φυσικά τον Όθωνα και αργότερα την Αμαλία που έμοιαζαν ενθουσιασμένοι από τον καινούργιο τόπο- ποτέ δεν μπόρεσε να αποδεχτεί την πραγματικότητα της νέας Ελλάδας. Η εμμονή στη γερμανική αρχαιολατρία δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να συνδυαστεί με την εικόνα μιας φτωχής Αθήνας που μόλις γινόταν πρωτεύουσα. Η Χριστιάνα Λιτ, μια Δανέζα που έζησε στην Αυλή εκείνη την εποχή, δίνει μια καταπληκτική περιγραφή της βαυαρικής απο­στροφής απέναντι στη σύγχρονη Ελλάδα.

Αμαλία

«Η βασίλισσα ήταν κοντή, όμορφη, με θαυμάσιο παρουσιαστικό. Συμπεριφερότανε με πολλή ζωντά­νια που καταντούσε υπερβολική. Μιλούσε για ένα σωρό πράγματα κι επαινούσε διαρκώς την Ελλάδα, ας ήταν καλά ο Βορράς που πλήρωνε. Μου είπε ότι πολύ σύντομα θα νιώθαμε άνετα σ’ αυτή την τόσο όμορφη χώρα με το θαυμάσιο κλίμα. Αναρωτιέμαι με ποιον τρόπο θα γίνει αυτό. Πρώτα απ’ όλα πρέπει να συνηθίσουμε σι­γά σιγά σ’ αυτού του είδους τη φυσική ομορφιά, που είναι κάτι το τελείως διαφορετικό απ’ αυτό που εννοούμε ομορφιά στον τόπο μου.

Νόμιζα ότι στο νοτιά θα έβρισκα άφθονη βλάστηση με τροπικά φυτά κι ό,τι άλλο μπορούσε να φανταστεί κανείς. Έπεσα πολύ έξω. Ο Υμηττός, αυτός ο κολοσσός, απλώνεται κάτω από το λαμπερό ήλιο μη έχοντας καθόλου βλάστηση από τη μεριά που βλέπει προς την Αθήνα. Τα χωράφια είναι κατάξερα και το χώμα θεόστεγνο από τη ζέστη. Οι ελαιώνες, μ’ εκείνους τους ροζιασμένους κορμούς και τα σταχτιά φύλλα, δεν έχουν ίχνος δροσεράδας. Οι αμπελώνες είναι γεμάτοι από τη σκόνη που στροβιλίζεται στους χωματόδρομους. Μια θέα απελπιστική. Και να σκεφτεί κανείς ότι σ’ αυτό το χώρο κάποτε μια ολόκληρη πολιτεία βρισκόταν στην ακμή της. Αθήνα, το λίκνο της τέχνης και της επιστήμης. Είναι τόσο καταθλιπτικό να σκάφτεται κανείς πώς ήταν εκείνη την εποχή και πώς είναι τώρα».[1]

Δεν είναι καθόλου υπερβολικό να αποδώσει κανείς τη μετατροπή ενός φιλελεύθερου πολιτικού, όπως ο Αρμανσπεργκ, σε έναν ιδιοτελή και αυταρχικό ηγεμόνα, σ’ αυτή τη βαθιά αποστροφή -το μίσος σχεδόν- απέναντι στην εικόνα της σύγχρονης Αθήνας. Η βαυαρική Αντιβασιλεία ήρθε στην Ελλάδα με την προφανή ιδέα της επιβολής του «πολιτισμού» πάνω σχεδόν σε μια «άθλια φυλή ληστών».

Ένας ολόκληρος κόσμος θεσμών, συμπεριφορών και διαφορετικών στάσεων απέναντι στη ζωή, ο κόσμος της Ελλάδας που έβγαινε από την οθωμανική περίοδο και κουβαλούσε ακόμη τις δικές του αιώνιες σταθερές, θα ερχόταν αμέσως σε σύγκρουση με τη στρεβλή αρχαιολατρική εικόνα που είχε κατασκευάσει για την Ελλάδα ο ρομαντισμός του 19ου αιώνα.

Αν σ’ αυτή τη σύγκρουση προστεθεί και ο βορειοευρωπαϊκός πολιτικός συντηρητισμός, τότε εύκολα μπορεί κανείς να κατανοήσει τη μανιασμένη αντίδραση της βαυαρικής Αντιβασιλείας απέναντι σε κάθε τι που θυμίζει τη σύγχρονη Ελλάδα του 1833.

 

Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Peter von Hess, «Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο», Ελαιογραφία, 1835. Εδώ ο Όθωνας συνοδευόμενος από το Συμβούλιο της Αντιβασιλείας. Μόναχο.

 

Το βασιλικό ζεύγος ήταν όμως η εξαίρεση, καθώς, υπό την επίδραση κυρίως της Αμαλίας, ποτέ δεν ταυτίστηκε απολύτως με την απέχθεια και τη φιλαυτία του αυλικού περιβάλλοντος. Ο Όθωνας και η Αμαλία προσπάθησαν να συνομιλήσουν με τα δεδομένα που βρήκαν απέναντί τους, να αγαπήσουν τον τόπο και τους ανθρώπους του. Ο «ελέω θεού μο­νάρχης» παρασύρθηκε εν τέλει σε μια συνταγματική μεταρρύθμιση -μιαν εκτροπή από τις πεποιθήσεις του. Και τάφηκε εν τέλει στο Μόναχο, φορώντας ως γνωστόν τη φουστανέλα.

Αυτή η εχθρότητα ωστόσο της πρώτης βασιλικής αυλής της Ελλάδας σφράγισε μοιραία και όλες τις κατοπινές. Και ο διχασμός που επρόκειτο αργότερα να έρθει, είχε και πάλι κάτι από εκείνη την πρώτη πικρή εμπειρία δύο κόσμων τόσο διαφορετικών που τους είχαν ενώσει οι αναγκαιότητες της Ιστορίας.

 

Απόστολος Διαμαντής

Ιστορικός

 

Υποσημείωση


[1] Χριστιάνα Λιτ, Μια Δανέζα στην Αυλή του Όθωνα, Ερμής 1988, Σελ. 32.

  

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Όθων Η Αυτού…μικρότης;», τεύχος 13, 13 Ιανουαρίου 2000.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Οι πόλεις και η ύπαιθρος της Πελοποννήσου επί Τουρκοκρατίας»


 

Την Τετάρτη 4 Απριλίου ώρα 20.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Ελένη Αγγελομάτη, Καθηγήτρια Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Οι πόλεις και η ύπαιθρος της Πελοποννήσου επί Τουρκοκρατίας».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Ελένη Αγγελομάτη

 

Ελένη Αγγελομάτη

Πτυχιούχος του Ιστορικού και Αρχαιολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης. Διετέλεσε Διευθύντρια Ερευνών στο Κέντρο Ερεύνης του Μεσαιωνικού και Νέου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών, του οποίου εξακολουθεί να είναι άμισθος επιστημονικός συνεργάτης.

Από το 1997 είναι Καθηγήτρια της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού (15ος-19ος αιώνας) στο Τμήμα Ιστορίας του Ιονίου Πανεπιστημίου. Είναι επιστημονική υπεύθυνη του Μεταπτυχιακού “Μεθοδολογία κριτικής και έκδοσης των ιστορικών πηγών”.

Έχει δημοσιεύσει βιβλία και άρθρα για τον περιηγητισμό, τους λογίους της Τουρκοκρατίας, την ιστορία της εκπαίδευσης, την ιστορία των γυναικών, την τοπική ιστορία (Κρήτη, Κέρκυρα). Ενδεικτικά:

  • Μητρώον Α’ Νεκροταφείου Αθηνών. Α’ Ζώνη – Α’ Τμήμα (με την Δέσποινα Τσουκλίδου – Πέννα), 1972.
  • Ιωάννου Σταυριανού (1804-1887), Πραγματεία των περιπετειών του βίου μου και συλλογή διαφόρων αγνώστων αντικειμένων έτι εν τη Ελληνική Ιστορία, 1982.
  • Νικόλας Κριτίας. Βιογραφικά και εργογραφικά, 1984-6.
  • The Eve of the Greek Revival. British Travellers’ Perceptions of Early Nineteenth CenturyGreece,London1990.
  • Ιόνιος Ακαδημία. Το χρονικό της ίδρυσης του πρώτου ελληνικού πανεπιστημίου, 1997.
  • Τα ταξίδια του λόρδου Guilford στην Ανατολική Μεσόγειο, 2000.

 

Read Full Post »

Ομιλία της Rachel  Bowlby, στο Βουλευτικό με θέμα: «Οι κλασσικές μυθολογίες του Φρόυντ: ψυχανάλυση και ελληνική τραγωδία»


 

Το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του , σε συνεργασία με τον Δήμο Ναυπλιέων, σας προσκαλούν στην ομιλία της Rachel  Bowlby, Καθηγήτριας  στο Πανεπιστήμιο τoυ Λονδίνου (UCL) με τίτλο:

 

«Οι κλασσικές μυθολογίες του Φρόυντ:

ψυχανάλυση και ελληνική τραγωδία»,

 

την Τρίτη  3 Απριλίου 2012 στο «Βουλευτικό» του Ναυπλίου στις 19:00.

Το συντονισμό έχει η κα  Αγγελική  Σπυροπούλου,  Λέκτορας του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών,  Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Θα παρέχεται μετάφραση κατά τη διάρκεια της ομιλίας

 

Rachel Bowlby

 

Η Rachel Bowlby είναι Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (University College London) και Μέλος (Fellow) της Βρετανικής Ακαδημίας. H έρευνά της επικεντρώνεται στη συγκριτική λογοτεχνία, τις κλασσικές σπουδές, την ψυχανάλυση, τις γυναικείες σπουδές και, ευρύτερα, στις πολιτισμικές σπουδές. Επίσης ασχολείται με τη λογοτεχνική θεωρία και έχει μεταφράσει βιβλία σύγχρονων γάλλων φιλοσόφων, όπως ο Ζακ Ντεριντά, με τον οποίο συνεργάστηκε.

Η πρόσφατη μελέτη της για την ψυχανάλυση και την ελληνική τραγωδία με τίτλο, Φροϋδικές Μυθολογίες: Ελληνική τραγωδία και σύγχρονες ταυτότητες,   εκδόθηκε από τον πανεπιστημιακό οίκο της Οξφόρδης (Freudian Mythologies: Greek Tragedy and Modern Identities, Oxford University Press, 2007).

Άλλες μονογραφίες της είναι οι εξής: Carried Away: The Invention of Modern Shopping (Columbia University Press, 2001), Feminist Destinations and Further Essays on Virginia Woolf (Edinburgh University Press, 1997), Shopping With Freud (Routledge, 1993), Still Crazy After All These Years: Women, Writing and Psychoanalysis (Routledge, 1992), Just Looking: Consumer Culture in Dreiser, Gissing and Zola (Methuen, 1985).

 

Read Full Post »

Κατσικογιάννης Χρήστος (;- περ. 1890)


 

Στρατιωτικός. Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς γεννήθηκε. Ήταν γιος του στρατηγού Ευστάθιου Κατσικογιάννη* ή Κατσικοστάθη. Ακολουθώντας το επάγγελμα του πατέρα του, έγινε κι αυτός αξιωματικός του στρατού. Το 1862, έλαβε μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση ως ένας εκ των σωματαρχών της φρουράς του Ναυπλίου και συνυπέγραψε επιστολή των επαναστατών προς τις Μεγάλες Δυνάμεις με την οποία ήθελαν οι επαναστάτες να εξηγήσουν τα αίτια και τους σκοπούς της Επανάστασης.

Επεισόδιο από τη Ναυπλιακή Επανάσταση – Κατάληψη των εξωτερικών οχυρώσεων από τον Οθωνικό στρατό (1862).

Μετά την κάθοδο των βασιλικών στρατευμάτων με επικεφαλής τον στρατηγό Χαν, ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ως στρατοπεδάρχης της Άρειας Ναυπλίου, αντιστάθηκε σθεναρά. Στις 8 Φεβρουαρίου – μετά την νίκη των επαναστατών- εξέδωσε ημερησία διαταγή με την οποία συγχαίρει τους στρατιώτες του αλλά και θρηνεί για το αδελφικό αίμα που χύθηκε κατά την φονική μάχη.

Την 1η Μαρτίου 1862, το Ναύπλιο βρίσκεται σε οικτρή θέση. Έχει ήδη αρχίσει η πολιορκία της πόλης και των φρουρίων του Ναυπλίου. Ο Αρχηγός Αρτέμης Μίχου συγκαλεί συμβούλιο και ζητά την γνώμη του, αφού πρώτα διαβάζει το τελεσίγραφο του Χαν με το οποίο τους καλεί « όπως εντός 24 ωρών δηλώση, αν η φρουρά και οι πολίται υποτάσσονται άνευ ουδεμιάς συνθηκολογήσεως», και καταθέτει την προσωπική του γνώμη. «…πάσαν περαιτέρω ενέργειαν θεωρώ ματαίαν και ότι άνευ ελπίδος προς ευόδωσιν του σκοπού της επαναστάσεως είναι αμάρτημα να επιμένωμεν εις περαιτέρω δεινά και χύσιν αδελφικού αίματος και προτείνω να ζητηθή γενική αμνηστία».

Τη γνώμη του Αρχηγού ασπάστηκαν όλοι οι παρόντες, εκτός από τον Δ. Γρίβα, τον Θρ. Μάνο, τον Ν. Σμόλεντς, τον Χρ. Γρίβα, τον Αλ. Πραΐδη, τον Γ. Πετιμεζά και βεβαίως τον Χρήστο Κατσικογιάννη. Θεώρησαν ότι είναι νωρίς ακόμη να καταλήξουν σε τέτοια απόφαση και, επειδή δεν μπόρεσαν να πείσουν τους άλλους, αποχώρησαν από το συμβούλιο αγανακτισμένοι.

Ο Όθωνας υπέγραψε μερική αμνηστία στις 8 Μαρτίου 1862. Απ’ αυτήν εξαιρούντο 19 στρατιωτικοί και πολιτικοί μεταξύ των οποίων και ο Χρήστος κατσικογιάννης.

Στις 6 Απριλίου, συνυπέγραψε την απόφαση της εθελουσίας εξορίας, η οποία κατέληγε:«Αποφαινόμεθα: Υποβάλομεν ημάς αυτούς εις την εγκατάλειψιν του πατρώου εδάφους, αναχωρούντες εις την αλλοδαπήν μεθ’ όλων εκείνων, όσοι εκ των ενταύθα θέλουν μας ακολουθήσει ». Στις 10 Απριλίου, Κυριακή του Πάσχα, μετά την θεία λειτουργία, οι εξαιρεθέντες από την αμνηστία, επιβιβάστηκαν στα δύο ξένα πλοία που είχαν σταλεί γι’ αυτόν τον σκοπό και ακολούθησαν τον δρόμο της εξορίας. 

Ο Χρήστος Κατσικογιάννης, ο Αντωνόπουλος, ο Στέλβαχ, ο Μπότσαρης, ο Τριτάκης, ο Γραμματικόπουλος, ο Μάνος, ο Πραΐδης και ο Γρίβας επιβιβάστηκαν στο Αγγλικό πλοίο « Κάστωρ». Τούτο προκύπτει από ευχαριστήρια επιστολή των πιο πάνω προς τον πλοίαρχο. (Ε.Λ.Ι.Α. Αρχείο Οικογένειας Κατσικογιάννη, Φάκελος 1, υποφάκελος 1.3. έγγραφα:45-59).

Μετά την έξωση του Όθωνα έλαβε μέρος στην Β’ Εθνοσυνέλευση και διορίστηκε από αυτήν, ως πληρεξούσιος στην επιτροπή για τη μελέτη του ορθού αριθμού του στρατού. Αναμίχτηκε στα πολιτικά πράγματα της περιόδου και τιμήθηκε με πολλά μετάλλια. Το 1865 ο Χρήστος Κατσικογιάννης διετέλεσε Βουλευτής Αιτωλοακαρνανίας.

 

Υποσημείωση


* Κατσικογιάννης Ευστάθιος (1793-1836). Ο Ευστάθιος Κατσικογιάννης ή Κατσικοστάθης υπήρξε πρωτοπαλίκαρο του Οδυσσέα Ανδρούτσου τον οποίο ακολούθησε μαζί με τα αδέλφια του στις αρχές του αγώνα. Πολέμησε στο πλευρό του στη Γραβιά, στα Βασιλικά, στην Άμφισσα και συμμετείχε σε μάχες στην Εύβοια, στην Αττική και στην Πελοπόννησο. Κατά την Επανάσταση συντηρούσε δικό του στρατιωτικό σώμα. Προήχθη σε στρατηγό το 1822 και χιλίαρχο το 1828. Μετά την Επανάσταση εντάχθηκε στον τακτικό στρατό. Το 1835 ήταν αντισυνταγματάρχης και έφτασε στο βαθμό του συνταγματάρχη. Πέθανε τον Ιανουάριο του 1836 φέρων τον βαθμό του Συνταγματάρχη στην Εθνοφυλακή της Βασιλικής Φάλαγγας.

 

Πηγές


  • Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, ²2010.

 

Read Full Post »

Τα πυρπολικά – Η πλωτή βόμβα 


 

Την ιδέα της δημιουργίας πλωτών εμπρηστικών βομβών, δηλαδή πυρπολικών, με στόχο τον εμπρησμό εχθρικών πολεμικών πλοίων, φαίνεται ότι πρώτοι την υλοποίησαν στη νεότερη εποχή οι Ολλανδοί, όταν στις αρχές του 17ου αιώνα κατά τη ναυμαχία των Ντάουνς (Downs), στα ανοικτά της Δουνκέρκης, καταναυμάχησαν έναν πολυπληθή αλλά δυσκίνητο ισπανικό στόλο. Έκτοτε και άλλοι ναυτικοί λαοί, όπως οι Άγγλοι, χρησιμοποίησαν πυρπολικά εναντίον εχθρών τους, στις θαλάσσιες πολεμικές τους περιπέτειες. Σε εξαιρετικά επιδέξιους όμως κατασκευαστές και χειριστές του τρομερού αυτού όπλου, εξελίχθη­καν οι Έλληνες ναυτικοί κατά τη διάρκεια της ελληνικής Επανάστασης. Τα πυρπολικά του ελληνικού στόλου έγιναν πραγματικά φρικτός εφιάλτης των κυβερνητών των μεγάλων οθωμανικών πλοίων, τα οποία στην ουσία ήταν πλωτά φρούρια.

Πριν από την ελληνική Επανάσταση, οι Ρώσοι, τον Ιούνιο του 1770, με μία τολμηρή και καλά οργανωμένη επιχείρηση πυρπολικών κατάφεραν να κατακάψουν μέσα σε λίγες ώρες τον πολυάριθμο οθωμανικό στόλο, που θέλοντας ν’ αποφύγει το μικρό αλλά εξαιρετικά επιθετικό ρωσικό στόλο, ναυλοχούσε στριμωγμένος στα ήσυχα νερά του Τσεσμέ. Οι Έλληνες ναυτικοί, που υπηρετούσαν τότε στα ρωσικά πλοία, ποτέ δεν ξέχασαν την τρομερή και καταστρεπτική δράση των πυρπολικών. Έτσι αμέσως μετά την έκρηξη της Επανάστασης κατασκεύασαν τα πρώτα πυρπολικά και πολύ γρήγορα εξελίχθηκαν σε επιδέξιους κατασκευαστές και χειριστές τους.

Kωνσταντίνος Nικόδημος - Πυρπολητής του 1821, σχέδιο του Καρλ Κρατσάιζεν.

Σύμφωνα με τον ιστορικό Ορλάνδο, την ιδέα για τη δημιουργία του πρώτου ελληνικού πυρπολικού στη δυτική Ελλάδα είχε ο Σπετσιώτης θαλασσόλυ­κος Γεώργιος Μυργιαλής, ενώ στην Ανατολή τα πρώτα πυρπολικά δημιούργησε ο Γιάννης Δημουλίτσας, γνωστός με το προσωνύμιο Πατατούκος, σε συνεργασία με το Ρώσο Ιβάν Αφανάσιεβ.

Η ιδέα του Μυργιαλή είχε οικτρή αποτυχία αφού το πυρπολικό που δημιουργήθηκε στον Κορινθιακό κόλπο και οδηγήθηκε από τον Γεώργιο Παξινό κατά των οθωμανικών πλοίων που ναυλοχούσαν στο λιμάνι της Ναυπάκτου απέτυχε στο σκοπό του και κάηκε άσκοπα, ενώ προηγουμένως βάρκες του οθωμανικού ναυτικού το τράβηξαν μακριά από τα πολεμικά πλοία. Ο άτυχος κυβερνήτης του αιχμαλωτίστηκε από τις ίδιες αυτές βάρκες και φονεύτηκε με φρικτό τρόπο (ανασκολοπίστηκε και στη συνέχεια ρίχτηκε στην πυρά ενώ ήταν ακόμη ζωντανός).

Αντίθετα, τα πυρπολικά του Πατατούκου είχαν καλύτερη τύχη και ένα από αυτά στα τέλη Μαΐου 1821 κατέκαψε στην Ερεσό της Λέσβου ένα μεγάλο οθωμανικό δίκροτο εντυπωσιάζοντας με το απόλυτα καταστρεπτικό του αποτέλεσμα Έλληνες και Οθωμανούς. Έκτοτε, τα πυρπολικά ή «μπουρλό­τα», όπως συνήθιζαν να τα αποκαλούν οι Έλληνες ναυτικοί, μεταβλήθηκαν στο κύριο επιθετικό όπλο του ελληνικού στόλου κατά του αντίστοιχου οθωμανικού.

Τους πλοιάρχους των πυρπολικών τους επέλεγαν οι κοινότητες των Ψαρών, των Σπετσών και της Ύδρας. Αυτοί, δε, συγκροτούσαν τα πληρώματά τους από τους ικανότερους και τολμηρότερους Έλληνες ναυτικούς. Ήταν όλοι τους εθελοντές σ’ αυτήν την εξαιρετικά επικίνδυνη υπηρεσία. Συνολικά οι τολμηροί αυτοί ναυτικοί ήταν λιγότεροι από 500.

Όπως μας πληροφορεί ο ναύαρχος Νικόδημος, πυρπολητής και ο ίδιος, στα πυρπολικά υπήρχε εκούσια πειθαρχία, αλλά και ευταξία και αλληλοσεβασμός. Αποτέλεσμα αυτού του αλληλοσεβασμού ήταν οι πλοίαρχοι να αποκαλούν και να θεωρούν τους άνδρες των πληρωμάτων τους «συντρόφους». Τα πυρπολικά, κατά τις επιθέσεις τους εναντίον εχθρικών πλοίων, ακολουθούσαν πάντα πλοία συνοδείας για τη διάσωση των πληρωμάτων.

Η τακτική των πυρπολητών ήταν απλή. Είτε έκαναν νυχτερινές αιφνιδιαστικές επιθέσεις σε μεγάλα αγκυροβολημένα πολεμικά πλοία των Οθωμανών είτε στις ναυμαχίες, με τόλμη και δεξιοτεχνία, έφερναν σε ευνοϊκή θέση σε σχέση με τον εχθρικό στόλο το πυρπολικό τους και στη συνέχεια επέλεγαν το στόχο τους μεταξύ των μεγαλύτερων πολεμικών πλοίων του εχθρού. Με κατάλληλους χειρισμούς και ουριοδρομία προσπαθούσαν να αποφύγουν τα πυρά των αντιπάλων τους και να αγκιστρώσουν γερά το «μπουρλότο» τους πάνω στο πλοίο-θήραμα. Οι Οθωμανοί ναύτες προσπαθούσαν να τους απωθήσουν με καταιγισμό βλημάτων κάθε είδους πυροβόλων όπλων ή με βάρκες που έστελναν εναντίον τους και οι οποίες με γάντζους που έριχναν στο πυρπολικό προσπαθούσαν να το σύρουν με σκοινιά μακριά από το στόχο τους.

Οι ναύτες των πυρπολικών, συνήθως με εξαιρετική ψυχραιμία, αντιμετώπιζαν πάνω στην πλωτή βόμβα τους – που μερικές φορές ονόμαζαν «ηφαίστειο»- αυτές τις επικίνδυνες καταστάσεις και προσπαθούσαν να εξουδετερώσουν τους αντιπάλους τους και ν’ απομακρύνουν τις εχθρικές βάρκες με άφθονες βολές από τα τρομπόνια τους, που αποκαλούσαν «τρομπονιές».

 

Ο Κανάρης πυρπολεί τούρκικο πλοίο, λιθογραφία, 1901.

 

Όταν τελικά στερέωναν γερά το πυρπολικό τους πάνω στο εχθρικό πλοίο και το πυροδοτούσαν, τα πληρώματα έφευγαν με τη σκαμπαβία που είχαν δεμένη στα πλευρά του πυρπολικού τους, ακολουθούμεθα μερικές φορές από εχθρικές βάρκες. Συχνά σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι πυρπολητές, μέχρι να μπουν κάτω από την προστασία του πλοίου συνοδείας, έδιναν πραγματικές μάχες με τα πληρώματα των εχθρικών πλοιαρίων που τους ακλουθούσαν. Για το λόγο αυτό, οι σκαμπαβίες όχι σπάνια ήταν εξοπλισμένες και με ένα κανόνι.

Όταν οι πυρπολητές πετύχαιναν την αποστολή τους, οι φλόγες από το «μπουρλότο» τύλιγαν το εχθρικό πλοίο, ενώ τα εμπρηστικά βλήματα από τα «βουτσιά» έπεφταν σαν πύρινη βροχή πάνω στα ξάρτια και το κατάστρωμα του. Οι φλόγες από τις «τρούμπες» τύλιγαν το ξύλινο σώμα του πλοίου και οι καπνοί από τα καιγόμενα ξύλα και κάθε είδους αντικείμενα έκοβαν την ανάσα και τύφλωναν τα πληρώματα, τους πεζοναύτες και τους στρατιώτες που επέβαιναν στο πυρπολούμενο πλοίο. Οι εκρήξεις από το «μπουρλότο» αλλά και από τα πυρομαχικά του πλοίου-θηράματος προκαλούσαν τρόμο και στη συνέχεια μέχρι παραφροσύνης πανικό σε όλους τους επιβάτες του. Όταν τελικά οι φλόγες έφταναν στην αποθήκη πυρομαχικών του, ακλουθούσε μια ισχυρότατη έκρηξη και τα πάντα, κατακερματισμένα, τινάζονταν στον αέρα.

 

Κατασκευή

 

Σε πυρπολικά οι Έλληνες μετασκεύαζαν πλοία που αιχμαλώτιζαν και κρατούσαν ως λεία πολέμου, αλλά και παλιά, μικρά, ευέλικτα και ευκολοκυβέρνητα ελληνικά εμπορικά πλοία, τα οποία κυρίως οι ναυτικές κοινότητες της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών αγόραζαν από τους πλοιοκτήτες τους είτε με χρήματα είτε με ομόλογα.

Η αξία ενός παλιού ιστιοφόρου για τη μετατροπή του σε πυρπολικό κυμαινόταν ανάμεσα σε τριάντα και εκατό χιλιάδες γρόσια. Η προετοιμασία και η μετασκευή ενός πλοίου σε πυρπολικό ήταν πραγματικά επίπονη εργασία που απαιτούσε ειδικές γνώσεις και δεξιοτεχνία.

Άνοιγαν στο κατάστρωμα του πλοίου τετράγωνα ανοίγματα μήκους πλευράς0,65 μ., που ονόμαζαν «ρούμπους». Κάτω από τους «ρούμπους» ετοίμαζαν με σανίδια μέσα στον κοραδούρο ειδικές θήκες που ονόμαζαν «μίνες της φωτιάς» και «μίνες της μπαρού­της».

Στις «μίνες της φωτιάς» τοποθετούσαν μια εξαιρετικά εμπρηστική ύλη αποτελούμενη από θείο, νίτρο και πυρίτιδα. Την ύλη αυτή έπλαθαν σε βόλους δημιουργώντας σφαιρικά εμπρηστικά βλήματα. Πάνω από τους βόλους τοποθετούσαν φρύγανα και άλλα εύφλεκτα υλικά. Στις «μίνες της μπαρούτης» στερέωναν ημιβάρελα που ονόμαζαν «βουτσιά», μέσα στα οποία τοποθετούσαν μεγάλες ποσότητες πυρίτιδας. Ειδικότερα, γύρω από το πρωραίο κατάρτι άνοιγαν τέσσερις ρούμπους όπου σφήνωναν ισάριθμα βαρέλια με κλίση προς τα εμπρός. Τα βαρέλια αυτά τα γέμιζαν μέχρις ενός σημείου με πυρίτιδα. Στη συνέχεια τοποθετούσαν ένα ξύλινο διάφραγμα και πάνω από το διάφραγμα τοποθετούσαν μερικές δεκάδες ευμεγέθη εμπρηστικά βλήματα.

 

Ιάκωβος Τομπάζης, «ο Τομπάζης πυρπολεί το πρώτον τουρκικόν τρίκροτον», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess).

 

Αριστερά και δεξιά του πυροβόλου της πλώρης τοποθετούσαν τις «τρούμπες» που αποτελούσαν επινόημα του Πατατούκου. Ήταν οι τρούμπες τμήματα κορμών μεγάλων δέντρων μήκους μεγαλύτερου του ενός μέτρου που έφεραν μέχρι ενός σημείου του μήκους τους κοίλωμα διαμέτρου 12 ως15 εκατοστά. Το κοίλωμα αυτό το γέμιζαν με την ίδια εμπρηστική ύλη με την οποία κατασκεύαζαν τα εμπρηστικά βλήματα και την κατάλληλη στιγμή το πυροδοτούσαν με αποτέλεσμα οι «τρούμπες» να εκτοξεύουν τεράστιες φλόγες.

Τελικά οι φλογοβόλες αυτές συσκευές αποδείχθηκαν εξαιρετικά αποτελεσματικές κατά τον εμπρησμό μεγάλων οθωμανικών πλοίων από τα πυρπολικά. Οι εσωτερικές πλευρές του πυρπολικού αλείφονταν ολόκληρες με θείο, οινόπνευμα και πίσσα, ενώ σε διάφορα σημεία του τοποθετούσαν δέματα φρύγανων και δαδιών, ασκιά με πίσσα, βαρέλια με ρετσίνι και θειάφι, αλλά και δοχεία με οινόπνευμα και νέφτι.

Για την πυροδότηση του πυρπολικού κατασκεύαζαν με καρφιά και σανίδια ένα τετράγωνο λούκι στο υπόστρωμα, το οποίο ξεκινούσε από το ένα πορτέλο της πρύμνης, προχωρούσε μέχρι την πλώρη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της μιας πλευράς του πυρπολικού και στη συνέχεια γύριζε προς την πρύμνη παράλληλα προς τα εσωτερικά τοιχώματα της άλλης πλευράς του, για να καταλήξει στο άλλο πορτέλο της πρύμνης -αν βέβαια υπήρχε και δεύτερο πορτέλο στην πρύμνη του πυρ­πολικού.

Κάθετα προς το λούκι αυτό κατασκεύαζαν άλλα βραχύτερα λούκια που οδηγούσαν στις μίνες της φωτιάς και εκείνες της μπαρούτης. Όλα αυτά τα λούκια τα γέμιζαν με πυρίτιδα για την πυροδότηση του «μπουρλότου» την κατάλληλη στιγμή. Στα πλαϊνά τοιχώματα του πλοίου άνοιγαν θυρίδες που ονόμαζαν «μπουκαπόρτες» για την κυκλοφορία του αέρα, όταν θα πυροδοτούσαν το πυρπολικό, και την ταχύτερη μετάδοση της φωτιάς. «Μπουκαπόρτες» ονόμαζαν επίσης και τα σκεπάσματα που κάλυπταν τα ανοίγματα των «ρούμπων». Όταν ταξίδευε το πυρπολικό, όλες οι «μπουκα­πόρτες» ήταν κλειστές για να μην επηρεάζονται από τη θαλασσινή υγρασία οι εύφλεκτες ύλες που μετέφερε. Όταν όμως το πυρπολικό βρισκόταν σε επίθεση, όλες οι «μπουκαπόρτες» του ήταν ανοιχτές.

Μέσο διαφυγής του πληρώματος του πυρπολικού αποτελούσε η σκαμπαβία του, την οποία σε περίπτωση επίθεσης εξαρτούσαν από ένα σκοινί που ήταν στερεωμένο σε όλο το μήκος τής μη βαλλόμενης πλευράς του πυρπολικού. Όταν κατάφερναν οι πυρπολητές να προσδέσουν γερά το πυρπολικό τους σ’ ένα από τα εχθρικά πολεμικά πλοία, τότε έφερναν τη σκαμπαβία στην πρύμνη του πυρπολικού τους και έμπαιναν όλοι μέσα σ’ αυτή. Τελευταίος έμπαινε ο πλοίαρχος, ο οποίος με τον πυρσό (μίτζα) ή τη χουλιάρα με τ΄ αναμμένα κάρβουνα πυροδοτούσε την πυρίτιδα που βρισκόταν μέσα στα λούκια. Στη συνέχεια και ενώ το πυρπολικό και ο στόχος του τυλίγονταν στις φλόγες και συγκλονίζονταν από τις εκρήξεις, οι πυρπολητές με δυνατή κωπηλασία απομακρύνονταν με κατεύθυνση προς το πλοίο υποστήριξης του πυρπολικού τους, ναυμαχώντας πολλές φορές με τις εχθρικές βάρκες που με μανία τους καταδίωκαν μέχρι να πλησιάσουν προς το πλοίο προστασίας που τις υποδεχόταν με άφθονες κανονιές.

Νίκος Βασιλάτος

Ιστορικός – συγγραφέας

 

Βιβλιογραφία


  • Αλεξανδρής Κ., Αι ναυτικαί επιχειρήσεις 1821-1824, Ναυτική Επιθεώρησις, 1930.
  • Cohen Jean, Tableau de la Grèce en 1825, Paris 1826.
  • Λαζαρόπουλος I., To πολεμικόν ναυτικόν της Ελλάδος, Ναυτική Επιβεώρησις, 1936.
  • Νικόδημος Κωνσταντίνος, Υπόμνημα της νήσου Ψαρών, Αθήνησι 1862.
  • Ορλάνδος Av., Ναυτικά, ήτοι Ιστορία των κατά του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος αγώνα πεπραγμένου υπό των τριών ναυτικών νήσων, εν Αθήναις 1869.
  • Rados C. Ν., La marine Grecque pendant la guerre de l’  indépendance, Athènes 1907.

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, «Οι ναυμάχοι του 1821», τεύχος 178, 27 Μαρτίου 2003.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Η νόσος των Προιτίδων: ένας διονυσιακός αργολικός μύθος»


 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  1  Απριλίου 2012  και ώρα 7 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

ο κ.  Αθανάσιος Στεφανής

Διδάκτωρ Φιλολογίας

Ερευνητής στο Κέντρο Ερεύνης της Ελληνικής

και Λατινικής Γραμματείας της Ακαδημίας Αθηνών

με θέμα: «Η νόσος των Προιτίδων:

ένας διονυσιακός αργολικός μύθος».

Θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »