Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Η κατάσταση της δικαιοσύνης στην Ελλάδα κατά την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια


 

Τον Ιανουάριο του 1828, όπως είναι γνωστό, αφίχθη ο Ιωάννης Κα­ποδίστριας στον ελεύθερο ελληνικό χώρο, εκλεγμένος από την Εθνική Συ­νέλευση της Τροιζήνος ως κυβερνήτης για μια επταετή θητεία[1]. Η κατά­σταση η οποία επικρατούσε τότε ήταν πραγματικά χαώδης και τα προβλή­ματα που είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα και δισεπίλυτα. Περί αυτών αψευδή μαρτύρια παρέχουν οι εκθέσεις των Γραμματέων της Επικρατείας, δηλαδή των Υπουργών, της Αντικυβερνητικής Επιτροπής οι οποίοι έσπευ­σαν να τον ενημερώσουν για τους τομείς της δικαιοδοσίας τους. Από αυτές πολύ σημαντικά στοιχεία προσφέρουν δύο εκθέσεις του επί του Δι­καίου και της Παιδείας Γραμματέως Μιχ. Σούτσου[2], ειδικότερα δε στα όσα άκρως ενδιαφέροντα αναφέρει περί της δικαιοσύνης. Βαρύνουσα μάλιστα σημασία προσδίδουν, στη δεύτερη έκθεσή του, και οι εισηγήσεις του για τα άμεσα μέτρα που έπρεπε, κατ’ αυτόν, να ληφθούν για την εκ των ενόντων αντιμετώπιση των προβλημάτων. Έτσι για το νευραλγικό τομέα της δικαι­οσύνης έχομε από τον κατ’ εξοχήν αρμόδιο λειτουργό την αξιόπιστη εικό­να της επικρατούσης τότε καταστάσεως.

 

Ιωάννης Καποδίστριας. Εικόνα από λιθογραφία του Μύλλερ, σχέδιο εκ του φυσικού. Φέρει την υπογραφή του Καποδίστρια με τη φράση: «Αυτό που με κολακεύει περισσότερον είναι να ζήσω εις την ανάμνησιν των ανθρώπων ». Η λιθογραφία επανεκτυπώθηκε στην Καρλσρούη με σκοπό τα έσοδα από τις πωλήσεις να διατεθούν υπέρ του Αγώνα των Ελλήνων.

Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές διαρκούσης της Επαναστάσεως και πριν τον Καποδίστρια ποτέ δεν ελειτούργησαν δικαστήρια, εκτός μόνον του Εμποροδικείου, στη Σύρο και του δικαστηρίου λειών, υπό την ονομασίαν «Θαλάσσιον Δικαστήριον», στην Αίγινα[3]. Μέχρι τη συνεχίσασα τα­κτικώς τις εργασίες της στην Τροιζήνα Γ’ Εθνική Συνέλευση, οι αστικού περιεχομένου διαφορές εκρίνοντο κατά βάση από δικαστικές επιτροπές, τα μέλη των οποίων διωρίζοντο από την κατά καιρόν κυβέρνηση. Οι επι­τροπές όμως αυτές ως μη σύννομες καταργήθηκαν. Επί του προκειμένου πράγματι το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος ώριζε ότι: Δικαστικαί Επιτροπαί ή Δικαστήρια έκτακτα απαγορεύονται εις το εξής»[4].

Την κατάρ­γηση όμως των Επιτροπών δεν επηκολούθησε, ως ώφειλε, η αναγκαία σύ­σταση των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι το Βουλευτικόν δεν είχε ευκαιρήσει μέχρι τότε, «ίσως δια τον επικρατούντα κλύδωνα των πραγμάτων», να μελετήσει τις διορθώσεις του νόμου περί συστάσεως δικαστηρίων που είχε υποβάλλει η ορισθείσα παρ’ αυτού επιτροπή, ώστε να προωθηθεί ο περί Οργανισμού των Δικαστηρίων νόμος. Έτσι ο Υπουργός της Δικαιο­σύνης αντιμετωπίζων σωρείαν αιτήσεων για ένδικη προστασία και πιεζόμε­νος από τα πράγματα, αναγκαζόταν να παρανομή και να παραβαίνη καταφώρως το Σύνταγμα. Κι’ αυτό, γιατί άλλοτε μεν μετήρχετο ο ίδιος τον «ειρηνοποιό δικαστή», άλλοτε δε παρακινούσε τους διαφερομένους να προσ­φύγουν στην αιρετοκρισία[5]. Στην τελευταία όμως περίπτωση η προτροπή του Υπουργού έμενε κατά το πλείστον αναποτελεσματική, δεδομένου ότι η αιρετοκρισία δεν ήταν υποχρεωτική.

Ο ευρισκόμενος εν αδίκω δεν είχε προδήλως κανένα συμφέρον να συναινέσει στη λύση της διαφοράς με αιρετοκρισία. Επακόλουθο της ασυμφωνίας των διαφερομένων μερών ήταν να πληροφορή αυτά ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός, επαναλαμβάνοντας στερεοτύπως την επωδό, ότι η εξέταση της υποθέσεώς τους ανεβάλλετο μέχρι της συστάσεως των δικαστηρίων.

Ως προς τις αιρετοκρισίες όμως αξίζει να υπομνησθούν και τα εξής: Κατά την περίοδο που ο Ελληνισμός ευρίσκετο υπό ξένη κυριαρχία πολύ συνήθης τρόπος επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των υπο­δούλων Ελλήνων απετέλεσε η προσφυγή τους στην αιρετοκρισία. Την κα­ταφυγή άλλωστε στην κρίση των αιρετών κριτών επέβαλλον τότε και οι χα­λεπές συνθήκες της δουλείας δεδομένου ότι απεφεύγετο η οικονομικά επώ­δυνη ανάμιξη των αρχών του κυριάρχου.

Ειδικότερα δε στα υπό οθωμα­νική κατοχή νησιά του Αιγαίου, η διαιτησία με Έλληνες διαιτητές είχε και νομιμοποιηθή με τους κατά καιρούς εκδοθέντες προνομιακούς ορισμούς των σουλτάνων που παρείχαν δικαιώματα ή προνόμια στους χριστιανούς [6]. Έτσι η συνέχιση της διαδικασίας αυτής οικείας επί αιώνες στον υπό­δουλο Ελληνισμό, κατά την οποία είχαν πλήρη εφαρμογή οι περί «αιρετών δικαστών» ή «αιρετών διαγνωμόνων» διατάξεις του βυζαντινού δικαίου, δεν παρουσίαζε προβλήματα.

Αντιθέτως ενισχύετο εκ της ελλείψεως δικα­στηρίων. Τα αναφερόμενα όμως μέρη δεν είχαν πάντοτε το προαιρετικό δικαί­ωμα για την υπαγωγή τους στην αιρετοκρισία. Ενίοτε, όπως φαίνεται, η διαιτησία ήταν υποχρεωτική. Τούτο συνέβαινε κυρίως στις περιπτώσεις που η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Αυτό μαρτυρεί ανέκδοτον έγγραφον, υπό ημερομηνίαν 18 Μαΐου 1828, ήτοι προ της συστάσεως των δικαστη­ρίων, αναφερόμενον σε υπάρχουσα διαφορά μεταξύ νύφης και πεθερού.

Δυστροπούντος του τελευταίου να στέρξη στη φιλική διευθέτηση ή στην επίλυση αυτής με αιρετοκρισία, διατάσσεται από τον κυβερνήτη Ιω. Καπο­δίστρια ο διοικητής του Πόρου να «καθυποβάλη» αυτούς σε αιρετοκρισία. Προς το σκοπό μάλιστα αυτό του υποδεικνύεται να καλέσει τους αναφε­ρομένους να υποδείξουν από ένα αιρετό κριτή έκαστος της επιλογής του. Συγχρόνως δε η έγγραφος διαταγή ορίζει ως «πρόεδρον» αυτών τον «Άγιον Δαμαλών».

Αργότερα oι νομικοί του Καποδίστρια καθιέρωσαν το υποχρεωτικόν της αιρετοκρισίας και νομοθετικά, εφ’ όσον η διαφορά υφίστατο μεταξύ συγγενών. Έτσι στη Πολιτική Διαδικασία του 1830, τη συνταχθείσα υπό του τότε Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά, ειδικό κεφάλαιο αυτής προβλέπει «περί της κατ’ ανάγκην αιρετοκρισίας» (άρθρα 426-465) στην οποία υπεβάλλοντο υποχρεωτικώς συγγενείς τόσον εξ αίματος όσον και εξ αγχιστείας. Το δε Υπουργείον του Δικαίου στη συνέχεια (Μάρτιος 1831), σε σχετική αναφορά του Πρωτοκλήτου Σπάρτης επί του θέματος των αιρετοκρισιών, παρείχε ομοίως την οδηγία ότι: «Αι μεταξύ συγγενών διαφοραί, πρέπει αναποφεύκτως να διαλύωνται δι’ αιρετοκρισίας»[7].

Τέλος ως κατακλείδα των όσων ο επί της Δικαιοσύνης Υπουργός Μιχ. Σούτσος αναφέρει, εισηγείται στον κυβερνήτη την εκδίκαση των αστικών αλλά και εμπορικών διαφορών από τις κατά τόπους δημογεροντίες, των οποίων μάλιστα η απόφαση να είναι ανέκκλητη μέχρι του ποσού των 250 ή 300 γροσιών. Σε περίπτωση δε που τα διαφερομένα μέρη δεν επιθυμούν την κρίση των δημογερόντων, τότε να υποβάλλωνται υποχρεω­τικώς σε αιρετοκρισία. Η πρόταση αυτή βεβαίως είναι φανερό ότι εστιάζε­ται στο κράτησαν επί τουρκοκρατίας σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Και αυτά μεν ως προς τις ιδιωτικές διαφορές. Όσον άφορα όμως στην απο­νομή της ποινικής δικαιοσύνης τα πράγματα ήσαν πολύ σοβαρώτερα. Και τούτο, διότι μόλις το 1826 είχε επιτευχθή η σύσταση ενός εγκληματικού δι­καστηρίου στο Ναύπλιο [8]. Τούτο όμως δεν υπήρξε καθόλου μακρόβιον. Καταργήθηκε με το ΙΖ’ ψήφισμα της συνελθούσης στην Τροιζήνα Εθνικής Συνελεύσεως [9].

Περί του εγκληματικού όμως αυτού δικαστηρίου αξίζει να σημειωθή ότι και η βραχύβιος λειτουργία του δεν υπήρξε καθόλου απρόσκοπτος. Αντιθέτως, όπως προκύπτει από στοιχεία που παρέχουν ανέκδοτες πηγές, πλείστα προβλήματα δημιουργούσαν σ’ αυτό παρανομούσες διοικητικές αρχές. Συγκεκριμένα με έγγραφό του, της 8ης Ιουνίου 1826, το δικαστή­ριο αυτό απευθυνόμενο προς την Επιτροπή της Συνελεύσεως διαμαρτύρε­ται εντονότατα διότι η Γενική Αστυνομία όχι μόνον δεν εκτελεί τις απο­φάσεις του αλλά προβαίνει και σε παράνομες απελευθερώσεις καταδικα­σμένων σε ειρκτή. Ένεκα όλων αυτών και επειδή οι νόμοι έπρεπε «να εφαρμόζονται εξ ίσου εις όλους εν γένει άνευ τινός εξαιρέσεως ως το έθνος εθέσπισε», δεν διστάζει να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ειλημμένη ήδη απόφασή του, ότι απέχει στο εξής των εργασιών του μέχρις ότου υποχρεωθή η Γενική Αστυνομία να συμμορφώνεται και να μην αφήνει ανενέργητες τις αποφάσεις του.

Αργότερα μάλιστα, επειδή εκ μέρους της Επι­τροπής δεν είχε λάβη καμμία απάντηση, επανέρχεται εκ νέου προς αυτήνκαι ζητεί να επιληφθή του επείγοντος αυτού ζητήματος δεδομένου ότι το δικαστήριο είναι αναγκασμένο «κατά το παρόν να μένη άπρακτον» και οι εκκρεμούσες εγκληματικές υποθέσεις αυξάνονται.

Το ίδιο σθένος και αποφασιστικότητα επιδεικνύει και στις απαράδε­κτες παρεμβάσεις του Γενικού Γραμματέως της Επιτροπής Συνελεύσεως, προφανώς υπέρ ορισμένων εμπόρων της Σύρου, ο οποίος ενήργησε «εναν­τίον των χρεών του». Και τούτο, διότι «το δικαστήριον δεν είναι υποκείμενον να δίδη λόγους, δια τους οποίους αναδέχεται κατά τους νόμους, να δικάση ταύτην ή εκείνην την υπόθεσιν». Η έλλειψη όμως εγκληματικού δικαστηρίου είχε επιδεινώσει την ήδη ηυξημένη εγκληματικότητα. Οι κακούργοι, σύμφωνα με όσα διεκτραγωδεί ο Μιχ. Σούτσος, καθημερινώς πολλαπλασιάζονται. «Φονείς καταδικασμένοι… περιφέρονται εις τας αγυιάς ανενόχλητοι άλλοι και χωρίς να κριθώσιν ολοτελώς, μένουσιν ωσαύτως ελεύθεροι και άλλοι συλληφθέντες και φυλακισθέντες μένουσιν εισέτι υπό φυλακήν άκριτοι».

Για την αντιμετώπιση της «ελεεινής» αυτής καταστάσεως, προτείνει την ανασύσταση του καταργηθέντος προσωρινού ανεκκλήτου εγκληματικού δικαστηρίου. Το τελευταίο πρέπει, κατ’ αυτόν, να είναι αρμόδιο να κρίνει ανθρωποκτονίες, εγκλήματα καθοσιώσεως, αρπαγής, βίας, ψευδομαρτυρίας, προδοσίας, συκοφαντίας, κλοπής και «όσα ταράττουσι την κοινήν ησυχίαν».

Ως προς δε την ποινική νομοθεσία, σύμφωνα με την οποία θα εκρίνοντο οι εγκληματικές πράξεις, ο εισηγούμενος υπουργός δεν διαφορο­ποιείται καθόλου από το ισχύον τότε νομοθετικό καθεστώς, αφού προτεί­νει την εφαρμογή του Απανθίσματος των Εγκληματικών και των βυζαν­τινών νόμων («Βασιλικά»). Προβαίνει όμως στην αξιοσημείωτη διευκρίνη­ση ότι «προκρίνονται οι ρωμαϊκοί νόμοι από τους γαλλικούς επί του πα­ρόντος, μέχρις ότου συνταχθή απάνθισμα των δευτέρων κατάλληλον εις τα ήθη, έθιμα και περιστάσεις του έθνους μας».

Η παρατήρηση ακριβώς αυτή του Μιχ. Σούτσου είναι σαφώς ενδεικτική της τάσεως που είχε επικρατήσει κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως και η οποία απέβλεπε στον εκσυγ­χρονισμό και της ποινικής νομοθεσίας επί τη βάσει γαλλικών προτύπων. Τούτο άλλωστε απετέλεσε και συνταγματική πλέον επιταγή με το άρθρο 99 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος που ψηφίσθηκε το 1827 στην Τροιζήνα. Συγκεκριμένα με το άρθρο αυτό ωρίζετο ότι «η Βουλή χρεωστεί να φροντίση δια να συνταχθώσι Κώδηκες, Πολιτικός, Εγκληματικός και Στρατιωτικός, έχοντες Ιδιαιτέρως βάσιν την Γαλλικήν Νομοθεσίαν»[10].

Η ανυπαρξία όμως εγκληματικού δικαστηρίου τους πρώτους μήνες μετά την έλευση του Καποδίστρια αντιμετωπίσθηκε, όπως φαίνεται, με το γνώριμο από το παρελθόν τρόπο του διορισμού Επιτροπών. Η κατάργη­σή τους με το άρθρο 138 του Πολιτικού Συντάγματος, που μνημονεύθηκε προηγουμένως, δεν απετέλεσε κώλυμα για την εκ νέου δραστηριοποίησή τους. Και τούτο, διότι η λειτουργία του Συντάγματος της Τροιζήνας είχε ήδη ανασταλεί με το ψήφισμα της 18ης Ιανουαρίου 1828[11].

Χαρακτηριστικόν παράδειγμα επί του προσκειμένου αποτελεί η από 28 Φεβρουαρίου ανέκδοτη απόφαση «στρατιωτικής επιτροπής» η οποία διορίσθηκε από τον κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια για να δικάσει υπόθεση ανθρωποκτονίας. Στην ενδιαφέρουσα αυτή απόφαση, μετά την εξέταση των πραγματικών πε­ριστατικών, εκρίθη ότι το έγκλημα της ανθρωποκτονίας ετελέσθη «ουκ εκ προμελέτης άλλ’ εκ παραδρομής και απροσεξίας». Ως εκ τούτου απεφάνθη η επιτροπή ότι έπρεπε να τύχη εφαρμογής η διάταξη μθ’ του Απανθίσμα­τος των Εγκληματικών η οποία προέβλεπε για τον υπαίτιο της πράξεως φυλάκιση έξη μηνών.

Το αξιοσημείωτον όμως εν προκειμένω είναι ότι η προβλεπομένη αυτή ποινή του Απανθίσματος δεν εφαρμόσθηκε αμετάβλητη, άλλα μερικώς τροποποιημένη. Έτσι, στον καταδικασθέντα επεβλήθη «εξ ολόκληρους μήνας από την σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας του και παράδειγμα των ατακτούντων, τους δε λοιπούς τρεις μήνας να μείνη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν».

Ο ιδιότυπος αυτός αντί μόνης της φυλακίσεως κολασμός του καταδικασθέντος να καθαρίζει την πόλη του Ναυπλίου «φέρων άλυσον εις τους πόδας» δεν αποτελεί το μοναδικόν παραμερισμόν διατάξεως του ισχύοντος τότε ποινικού νόμου. Αντιθέτως παρομοία ρύθμιση απαντά και αργότερα σε απόφαση τακτικού πλέον δικαστηρίου.

Αυτό καταδεικνύει απόφαση του έτους 1829 του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας που είχε έδρα την Καλα­μάτα. Στον υπ’ αυτής κριθέντα ως ένοχον εμπρησμού από αμέλεια, δεν επέβαλλε την ποινή φυλακίσεως μέχρι τριών μηνών που προέβλεπε η σχε­τική διάταξη του «Απανθίσματος των Εγκληματικών» αλλά άντ’ αυτής την καταδίκη του ενόχου στο να καθαρίζει την πόλη της Καλαμάτας επί τριάκοντα μία ημέρες με «δεσμά εις τους πόδας του»[12]. Η παρατηρουμένη αυτή μετατροπή των προβλεπομένων από το Απάνθισμα ποινών φυλακίσεως σε αναγκαστικού χαρακτήρα ποινή πα­ροχής κοινωφελούς εργασίας[13], φαίνεται ότι ανταπεκρίνετο στη διαμορφω­μένη τότε λαϊκή περί δικαίου συνείδηση. Συγχρόνως όμως αποτελεί αναμ­φισβήτητα και τον πρόδρομο της απαντωμένης σήμερον ποινής παροχής κοινωφελούς εργασίας, εφ’ όσον βεβαίως «το ζητεί ή το αποδέχεται εκείνος που καταδικάσθηκε» που προβλέπεται από το άρθρο 82 § 6 του ισχύοντος Ποινικού Κώδικα.

Πρέπει ακόμη να επισημανθή ότι η απόφαση της «στρα­τιωτικής επιτροπής» προβλέπει και αποζημίωση των παθόντων. Ειδικότερα ορίζει ότι «προς παραμυθίαν της χήρας γυναικός και του ορφανού τέκνου» να καταβάλη ο φονεύς αμέσως εκατό γρόσια υποχρεούμενος ακόμη, μετά την έκτιση της ποινής του, «να δίδη προς την χήραν και το ορφανόν το ήμισυ των όσων έκ τε της δουλεύσεως και της ιδιοκτησίας του προσπορίζεται επί χρόνους ολόκληρους δέκα». Η παροχή αυτή του δικαιώματος διατροφής ερείδετο επί γενικής δια­τάξεως του Απανθίσματος[14] η οποία προφανέστατα απηχεί τις ανάλογες ρυθμίσεις του δικαίου των βυζαντινών[15].

Η εκτεθείσα όμως θλιβερή κατάσταση της δικαιοσύνης κατά την άφι­ξη του Καποδίστρια, αρχίζει με την πάροδο του χρόνου να βελτιώνεται αισθητά. Ήδη το 1828 ψηφίζεται Δικαστικός Οργανισμός[16]. Επακολουθεί νέος το 1830. Ψηφίζονται ομοίως Διαδικασίες, Πολιτική και Εγκληματι­κή[17]. Πραγματοποιείται η σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων, ακόμη δε και Ανωτάτου[18]. Η γενικότερη δε προσπάθεια δημιουργίας ευνομουμένου κράτους προάγεται με ταχείς ρυθμούς. Ποτέ για τη δικαιοσύνη στην Ελλάδα δεν έγιναν εκ του μηδενός τόσα πολλά σε τόσο λίγο χρόνο, όσο στη σύντομη διακυβέρνηση του Ιω­άννη Καποδίστρια.

 

Μενέλαος Τουρτόγλου

Νομικός  – Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών

 

 

Υποσημειώσεις


1  Βλ. Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. 9, εν Αθήναις 1841, σ. 97. Πρβλ. ομοίως «Πρακτικά της εν Τροιζήνι Γ’ των Ελλήνων Εθνικής Συνελεύσεως» (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 7, εν Αθήναις 1840, σ. 88 § θ’, σ. 132-133, §§ β’ και ε’, σ. 151-152) και άρθρο 120 του Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος (Α. Μάμουκα, αυτόθι, τ. 9, σ. 144).

2  Η πρώτη έκθεση φέρει ημερομηνία 14 Ιανουαρίου 1828 (ΓΑΚ, Γεν. Γραμμ. φ. 1 και Επιστολαί I. Α. Καποδίστρια, μετάφρ. Μιχ. Σχινά, τ. Α’, Αθήνησιν 1841, σ. 399-400), η δε δευτέρα 23 Ιανουαρίου 1828 (Έγγρ., αριθ. 1). Ο Μιχ. Σούτσος διο­ρίσθηκε Γραμματεύς της επί του Δικαίου και Παιδείας Γραμματείας στις 7 Οκτωβρίου 1827, αντικαταστήσας τον απολυθέντα Γεράσ. Κώπα (Ιακ. Βισβίζη, Η πολι­τική δικαιοσύνη κατά την Ελληνική Επανάσταση μέχρι του Καποδιστρίου), Αθήναι 1941, σ. 539, άριθ. 734).

3  Πρβλ. και Κ. Τρανταφυλλοπούλου, Η πολιτική δικαιοσύνη επί Καπο­δίστρια, Πρακτικά της Ακαδημίας Αθηνών, τ. 23, εν Αθήναις 1949, σ. 473. Έτσι και ο Maurer (Ο ελληνικός λαός, τ. Α’, μετάφρ. Ευστ. Καραστάθη, Αθήναι 1943, σ. 436 παρ. 223) σημειώνει ότι «αν και η εν Τροιζήνι Εθνοσυνέλευσις είχε πάλιν απο­φασίσει την ίδρυσιν δικαστηρίων, δεν απέκτησεν τοιαύτα η Ελλάς». Βλ. ακόμη και «παρατηρήσεις» του επί Καποδίστρια Υπουργού της Δικαιοσύνης Ιω. Γενατά προς το Ανέκκλητον δικαστήριον: «… εις το διάστημα όλον της Επαναστάσεως, ο Δικα­στικός κλάδος διετάχθη μεν, πλην έμεινεν εις το Διάταγμα και δεν έλαβεν ουδεμίαν εκτέλεσιν. Το Δικαστικόν άρα σύστημα είναι νεοείσακτον». (Μ. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλάδι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης Ιστορ. Ελλη­νικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 29). Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 155, επ. και 190 επ. Περί του θαλασσίου δικαστηρίου ειδικότερα βλ. Θ. Χαλκιοπούλου, Θέματα θαλασσίων λειών κατά την Καποδιστριακήν περίοδον, Αθήναι 1974. Δέσπ. Θέμελη-Κατηφόρη, Η δίωξις της πειρατείας και το θαλάσσιον δικαστήριον, εν Αθήναις 1973 και της Ιδίας, Αι αποφάσεις του θαλασσίου δικαστηρίου 1828-1829, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 20-21, εν Αθήναις 1976, σ. 25 επ., Ε. Georgiou, Le tribunal maritime en Grèce pendant la guerre de l’Indépendance 1825-1829, Athènes 1971.

4  Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 9, σ. 148.

5  Πρβλ. και Ιακ. Βισβίζη, ενθ’ αν., σ. 183 επ.

6   Βλ. σχετικώς αχτναμέ Μουράτ Γ’, του έτους 1580, που εδημοσιεύθη, σε γαλ­λική μετάφραση, από τον Abbé Pegues (Histoire et phénomènes du volcan et des îles volcaniques de Santorine, Paris 1842, σ. 609-613) και στη συνέχεια ανεδημοσιεύθη από τον Κ. Hopf (Veneto-byzantinische Analekten, Wien 1859, σ. 156) και Κ. Αμάντον, Οι προνομιακοί ορισμοί του μουσουλμανισμού υπέρ των χριστιανών, «Ελληνικά», τ. 9, 1936, σ. 132-136. Επίσης από παλαιά ελληνική μετάφραση ο ίδιος αχτναμές εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (Γράμματα των τελευταίων Φράγκων δουκών του Αιγαίου Πελάγους, 1438-1565 – Ιωσήφ Νάκης, Ιουδαίος δούξ του Αιγαί­ου Πελάγους, 1566-1599 – Το σαντζάκ των νήσων Νάξου, Άνδρου, Πάρου, Σαντορήνης, Μήλου, Σύρας, 1579-1621, εν Ερμουπόλει 1824, σ. 101-105) και ανεδημοσιεύ­θη από τον Δ. Πασχάλη (Προνόμια και διοίκησις των Κυκλάδων επί τουρκοκρα­τίας, «Ανδριακά Χρονικά» 1, 1948, σ. 136-138) και Ιω. Μελά (Ιστορία της νήσου Ικαρίας, τ. Β’, Αθήναι 1958, σ. 27-30). Ομοίως βλ. α) αχτναμέ του έτους 1628/1629 (για την ορθή χρονολόγησή του βλ. Β. Σφυρόερα, Οι δραγομάνοι του στόλου, Αθήναι 1965, σ. 16, σημ. 2) που εδημοσιεύθη από τον Π. Ζερλέντη (ενθ’ αν., σ. 121-126) και ανεδημοσιεύθη από τον Ιω. Μελά (ενθ’ αν., σ. 30-32) και β) αχτναμέ Ιμπραήμ Α’, του έτους 1646, που εδημοσιεύθη σε ελληνική μετάφραση από τον Π. Αργυρόπουλο, (Δημοτική Διοίκησις εν Ελλάδι, εν Αθήναις 1859, σ. 45-50) και άλλους, σε γαλλική δε από τον Κ. Hopf (ενθ’ αν., σ. 159-161). Πρβλ. Β. Σφυρόε­ρα, αυτόθι, σ. 16, σημ. 3. Περί των χορηγηθέντων στους Έλληνες προνομίων κατά την τουρκοκρατία βλ. και Α. Μάμουκα, Τα κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος, τ. ΙΑ’, Αθήνησιν 1852, σ. 323-324.

7 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η νομολογία των κριτηρίων της Μυκόνου (17ος-19ος αι.), Επετηρίς Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 27-28, εν Αθήναις 1985, σ. 9, σημ. 13.

8 Αριθ. ΙΕ’ του Κώδικα των Ψηφισμάτων (Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 4, εν Πειραιεί 1839, σ. 117). Έκρινε δε «όλα τα εγκλήματα» ανεκκλήτως, κατά το Απάν­θισμα των Εγκληματικών και κατά τους βυζαντινούς νόμους.

9 Βλ. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 8, εν Αθήναις 1840, σ. 138 § γ’.

10 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 9, σ. 141-142.

11 Α. Μάμουκα, ενθ΄αν., τ. 10, σ. 39 επ.

12 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Η «επιείκεια» κατά την απονομή ποινικής δι­καιοσύνης επί Καποδίστρια. Η απόφαση του Πρωτοκλήτου Κάτω Μεσσηνίας, «Πε­λοποννησιακά», Παράρτημα 18, Αθήναι.

13 Άλλοτε πάλιν η αναγκαστική παροχή κοινωφελούς εργασίας επεβάλλετο προσθέτως προς την καταγνωσθείσα ποινή της φυλακίσεως. Έτσι το Πρωτόκλητον Δικαστήριον Βορ. Κυκλάδων, στους κριθέντες υπ’ αυτού ενόχους «πειρατικής πράξε­ως» επιβάλλει τριετή φυλάκιση και συγχρόνως «να καθαρίζουν δις της εβδομάδος τους δρόμους της πόλεως ταύτης» (Σύρου). Βλ. σχετικώς Δ. Σερεμέτη, Η δικαιο­σύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959, σ. 393. 

14 «Όταν το έγκλημα είναι φονικόν, αν ο φονευθείς έχη παιδία ανήλικα ή πε­ριουσία του φονέως να βοηθή την διατροφήν των ανηλίκων παιδίων έως να φθάσωσιν εις νόμιμον ηλικίαν ή των γονέων αν είναι ασθενείς και άποροι». (Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των Νόμων της Ελληνικής Επαναστάσεως (1822-1828), Επετ. του Κέν­τρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 10-11, εν Αθήναις 1966, σ. 139).

15 Βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Το Ποινικό Δίκαιο των βυζαντινών πρότυπο των «περί φόνου» διατάξεων του «Απανθίσματος των Εγκληματικών», Τιμή Γεωργί­ου Κ. Βλάχου, Αθήνα 1995, σ. 642.

16 Ψήφισμα ΙΘ’ (αριθ. 8268) της 15ης Δεκεμβρίου 1828 (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φ. 95 της 19ης Δεκεμβρίου 1828. Α. Μάμουκα, ενθ’ αν., τ. 11, σ. 505-511. Εκτενείς παρατηρήσεις επί του Δικαστικού Οργανισμού όπως και του επακο­λουθήσαντος υπ’ άριθ. 9470 Διατάγματος της 18ης Φεβρουαρίου 1829 με το οποίον ετέθη σε ισχύ «προς συμπληρωματικήν εφαρμογήν» ο αναθεωρηθείς στις 21 Οκτωβρίου 1825 υπ’ άριθ. ΙΓ’ νόμος της 22ας Μαΐου 1822, βλ. στον Δ. Σερεμέτη, Η δικαιοσύνη επί Καποδίστρια, εν Θεσσαλονίκη 1959. Ομοίως και Γ. Δημακοπούλου, Ο Κώδιξ των ψηφισμάτων της Ελληνικής Πολιτείας, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 14, εν Αθήναις 1970, σ. 133 επ.

17 «Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία εις την οποίαν προηγείται το περί Διοργανισμού Δικαστηρίων υπ’ άριθ. 152 Ψήφισμα μετά των Διαταγμάτων υπ’ αριθ. 153-160» εν Αιγίνη (εκ της Εθνικής Τυπογραφίας) 1830. Τα τρία αυτά νομοθετικά έργα συντάχθηκαν από τον τότε Γραμματέα του Δικαίου Ιω. Γενατά. Παρατηρήσεις επί των νομοθετημάτων αυτών βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Ο Διοργανισμός των Δικαστηρίων και η Πολιτική και Εγκληματική Διαδικασία του 1830, Επετ. Αρχείου της Ιστορίας του Ελληνικού Δικαίου, τ. 8, εν Αθήναις 1958, σ. 1 επ. Προηγουμένη Εγκληματική Διαδι­κασία, της 6ης Μαΐου 1829 (Ψήφισμα αριθ. Λ’), συνταχθείσα από τον Χ. Κλονάρη, βλ. Γ. Δημακοπούλου, ενθ’ αν., σ. 160 επ. και τις εκεί βιβλιογραφικές αναφορές.

18 Περί του δικαστηρίου αυτού βλ. Μεν. Τουρτόγλου, Τα πρώτα εν Ελλά­δι ακυρωτικά δικαστήρια, Επετ. Κέντρου Ερεύνης της Ιστορίας του Ελληνικού Δι­καίου, τ. 10, εν Αθήναις 1966, σ. 1 επ.

Πηγή


  •  Μνημοσύνη, Ετήσιον περιοδικόν της Εταιρείας Ιστορικών Σπουδών επί του Νεώτερου Ελληνισμού,  τόμος 16ος, 2003-2005, Εν Αθήναις, χ.χ.

 Σχετικά θέματα:

 

  

Read Full Post »

Κρίασος


 

Ο Κρίασος [1] ήταν ο έκτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Δεύτερο παιδί του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς). Ανέβηκε στο θρόνο της βασιλείας του Άργους μετά το θάνατο του άτεκνου αδερφού του Έκβασου.

Σημαντικό θεωρείται το γεγονός ότι, συστράτευσε [2] μαζί με κάποιον Διονύσιο εναντίον των Ινδιών. Το γεγονός αυτό είναι αξιοσημείωτο διότι γίνεται αναφορά στις Ινδίες από την Αργειακή μυθολογία, πολλούς αιώνες πριν την άφιξη του Μ. Αλεξάνδρου, από τον ναύαρχο Νέαρχο [3], στις Ινδίες.

Ο βασιλιάς Κρίασος παντρεύτηκε την Μελανθώ και απέκτησαν τρία παιδιά: τον Φόρβαντα, τον Ερευθαλίωνα και την Κλεοβοία.

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

 

Υποσημειώσεις 


[1] Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

[2] Διονυσιακά Νόννου.  Ο Νόννος ο Πανοπολίτης  ήταν σημαντικός Έλληνας επικός ποιητής από την Πανόπολη της Αιγύπτου, που άκμασε τον 5ο μ.Χ. αιώνα.

[3] Ο Νέαρχος ήταν ο επικεφαλής του στόλου του Μεγάλου Αλεξάνδρου κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του στην Ασία.

 

 

Πηγές


 

 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΚρίασος ΠερσέαςΔιομήδης

Read Full Post »

Έκβασος 


 

Ο Έκβασος ήταν ο πέμπτος κατά σειρά βασιλιάς του Άργους. Ήταν γιος του βασιλιά Άργου και της Ευάδνης (ή Πειθούς), εγγονός του Δία και της Νιόβης. Ήταν αδερφός του Πειράσου, του Κριάσου, του Επιδαύρου και του Λικύμνου[1].

Οι πληροφορίες για τη ζωή του Έκβασου είναι πενιχρές. Γνωρίζουμε ότι, διαδέχτηκε τον πατέρα του στο θρόνο, στη βασιλεία του Άργους, πέθανε άτεκνος και τον διαδέχτηκε ο αδερφός του Κρίασος.

Άλλες πηγές δέχονται ως βασιλιά, μετά τον Άργο, τον Κρίασο. Όμως, όπως αναφέρει ο Κοφινιώτης,  είναι ανωφελές να απαριθμηθούν οι τόσες αναρίθμητες και ασύμφωνες μεταξύ τους διαφορές σχετικά με την αρχαία γενεαλογία των βασιλέων του Άργους. Αν κάποιος ενδιαφέρεται για τις διάφορες εκδοχές μπορεί να μελετήσει τον Schubart (quaestiones in antiquitatem heroicam Marpurg 1832. c. 1 . και 2). Ο ίδιος δέχεται και ακολουθεί τη γενεαλογική σειρά του Grote (Hist. dela Grêce traduit par A-L· de Sadous τόμ. 1 . σελ. 98-102).

 

Ελένη Μουζακιώτη

Φιλόλογος

Υποσημείωση


[1]  Απολλόδωρος Β΄, 1,2).

Πηγές


 

Μυθικοί Βασιλείς του Άργους

Ίναχος Φορωνέας ΆργοςΈκβασοςΠερσέαςΔιομήδης

 

Read Full Post »

Ρούβαλη Αμαλία


 

 

Αμαλία Ρούβαλη

Η Αμαλία Ρούβαλη γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1954 στο Ναύπλιο όπου πέρασε την παιδική της ηλικία. Είναι κόρη της οδοντιάτρου και ποιήτριας Τερέζας Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη και του δικηγόρου εκ Ναυπλίου Τάκη Ρούβαλη, εκδότη στο Ναύπλιο  της μηνιαίας εφημερίδας «Η Μάχη», στην δεκαετία του 1960. Αδερφός της είναι ο συγγραφέας Γιώργος Ρούβαλης. Κατοικεί και εργάζεται στην Αθήνα.

Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, κοινωνιολογία και σκηνοθεσία του κινηματογράφου στην Αθήνα και στο Παρίσι. Μετέφρασε βιβλία κοινωνικών επιστημών στις δεκαετίες 1970-1980 από τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά.

Για δύο περίπου δεκαετίες διετέλεσε επίσημη μεταφράστρια και Ακόλουθος Τύπου στην Πρεσβεία του Μεξικού στην Ελλάδα, σήμερα εργάζεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Έχει εκπονήσει κοινωνιολογικές έρευνες και δημοσιεύσει μελέτες στον εξειδικευμένο Τύπο.

Από τη δεκαετία του 2000 ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση από τις ιβηρικές γλώσσες, είναι, επίσης, ισπανίστρια. Έχει διδάξει κοινωνιολογία της Λατινικής Αμερικής στο ΕΚΕΜΕΛ.

Έχει εκδώσει  ως σήμερα δύο ποιητικές συλλογές:  «Πρώτα ποιήματα», 1976, εκδόσεις  Νέα Σκέψη και «Έπεα πτερόεντα;», 2009, εκδόσεις Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ. Υπό έκδοση, το 2012, η νέα συλλογή «Ποιήματα αδέσποτα, ατάκτως ερριμμένα» στις εκδόσεις Τυπωθήτω.

Ορισμένα από τα ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα πορτογαλικά, ισπανικά και κροατικά. Δημοσιεύει ποίηση και λογοτεχνική κριτική σε σχετικά έντυπα και στο διαδίκτυο.

 

Πηγή


 

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

 

Read Full Post »

To Άργος μέσα από τους πίνακες του Τάσου Γιαννόπουλου


  

Ο Τάσος Γιαννόπουλος λίγο πριν εγκαταλείψει τον υλικό αυτό κόσμο, έδωσε ένα τελευταίο δείγμα της αγάπης του για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανάθρεψε. Το Άργος. Με χαρά παραχώρησε το δικαίωμα στο Δήμο να εκδώσει το ημερολόγιο του 2005, στο οποίο παρουσιάζονται 14 από τα πολλά έργα του που έχουν ως θέμα την πόλη και τα δημοτικά της διαμερίσματα.

Μέσα από τους πίνακες αυτούς, προβάλλονται και αναδεικνύονται οι ομορφιές του Δήμου αλλά και τα ιστορικά του μνημεία. Κάποιους από αυτούς τους πίνακες παρουσιάζει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, ως ελάχιστο δείγμα τιμής στον εκλεκτό πατριώτη και καλλιτέχνη, Τάσο Γιαννόπουλο.

 

Άργος, δυτική πόλη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Αρχαίο Θέατρο Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Τίμιος Πρόδρομος Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άγιος Νικόλαος Πυργέλλας Άργους - Ακουαρέλλα, Τάσος Γιαννόπουλος

 
 

Παναγία Κατακεκρυμμένη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Ζωοδόχος Πηγή - Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άργος – Δειλινό τον Ιούνιο - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 

Read Full Post »

Ντάπερ Όλφερτ – Dapper Olfert (1635 – 1689)


 

Φύση ανήσυχη και ερευνητική, ο Dapper, αφιερώνει το σύντομο βίο του στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1688, στο Άμστερνταμ κυκλοφορεί στα Ολλανδικά το έργο του:   Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien [= Ακριβής περιγραφή του Μορέα, τουτέστιν της Πελοποννήσου, και των νήσων που βρίσκονται έξω από την ακτή του Μορέα, εντός και εκτός του Βενετικού Κόλπου]. Στο έργο αυτό ο συγγραφέας περιγράφει την Πελοπόννησο, και αφιερώνει πολλές σελίδες στην Αργολίδα, την εποχή  του έκτου Ενετοτουρκικού πολέμου (1684–1699), αποτέλεσμα του οποίου ήταν η κατάκτηση της Πελοποννήσου, της Αίγινας, της Λευκάδας και περιοχών των Δαλματικών ακτών από τους Βενετούς.

 

Φλαμανδός γεωγράφος και συγγραφέας, ο Dapper γεννήθηκε σε μία λαϊκή συνοικία του Άμστερνταμ πιθανότατα το 1635, δεδομένου ότι βαπτίσθηκε στη Λουθηρανική Εκκλησία τον Ιανουάριο του 1636. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για το βίο και την πολιτεία του. Οι βιογράφοι του πιθανολογούν ότι ασχολήθηκε ελάχιστα με την ιατρική επιστήμη και βεβαιώνουν ότι δεν ταξίδεψε ποτέ. Φαίνεται ότι έκανε τις βασικές σπουδές του στο Atheneum Illustre του Άμστερνταμ και από τον Σεπτέμβριο του 1658 έως το 1660, παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Λέγεται ότι ουδέποτε απέκτησε το πτυχίο του γιατρού, αν και ο ίδιος υπέγραφε ως Dr. Dapper.

Πολύ σύντομα ο Dapper στράφηκε προς τη συγγραφική σταδιοδρομία, που ξεκίνησε με την έκδοση, το 1663, μιας ιστορικής περιγραφής της γενέτειράς του, του Άμστερνταμ. Δύο χρόνια αργότερα, ακολούθησε η έκδοση στα ολλανδικά, των έργων του Ηροδότου. Ήταν, μήπως, η επαφή του με το κείμενο του αρχαίου ταξιδιώτη – ιστορικού, που έστρεψε τον Dapper, προς την ταξιδιωτική-περιηγητική λογοτεχνία; Σε κάθε περίπτωση, βασιζόμενος αποκλειστικά σε κείμενα και αναφορές άλλων, το 1668 ο Dapper εξέδωσε το πιο γνωστό και, αναμφίβολα, το σπουδαιότερο σύγγραμμά του, εκείνο που ακόμη και σήμερα θεωρείται θεμελιώδες για τους ιστορικούς, γεωγράφους και εθνολόγους που ασχολούνται με τη Μαύρη Ήπειρο: πρόκειται για το Naukeurige Beschrijvingen der Afrikaensche gewesten ή αλλιώς, Περιγραφή της Αφρικής.

Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα σημαντικότερα μουσεία αφρικανικής τέχνης, που στεγάζεται στο Παρίσι, φέρει σήμερα το όνομα του: πρόκειται για το Musée Dapper, που ιδρύθηκε το 1986 από το Ίδρυμα Olfert Dapper.

Μετά την έκδοση της Αφρικής, ακλούθησαν το 1670 η περιγραφή της Κίνας (Gedenkwaerdig bedryf der Nederlandsche Oost-Indische Maetschappye, op de kuste en in het Keizerrijk van Taising of Sina […]) και το 1672 η περιγραφή της Ινδίας, της Περσίας και της Γεωργίας (Asia, of naukeurige beschryving van het rijk des Grooten Mogols, en een groot gedeelte van Indien:… beneffens een volkome beschryving van geheel Persie, Géorgie, Mengrelie en andere gebuur-gewesten […]).

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1677, ήταν η σειρά της Συροπαλαιστινιακής ακτής, σε μια έκδοση με τον τίτλο (Naukeurige beschrijving van gantsch Syrie, en Palestyn of Heilige land […] beneffens de landen van Perea of Over-Jordaen, Galilea, byzonder Palestyn, Judea en Idumea […]), ενώ το 1680 ο Dapper παρουσίασε σε μια ακόμη ταξιδιωτική έκδο­ση τη Μεσοποταμία και την Αραβική Χερσόνησο (Naukeurige beschryving van Asie: behelsende de gewesten Mésopotamie, Babylonie, Assyrie, Anatolie of Klein Asie: beneffens eene volkome beschrijving van gansch… Arabie).

Θα έλεγε κανείς ότι ο Ολλανδός συγγραφέας περιηγητικών βιβλίων ξεκινούσε από τα πλέον εξωτικά μέρη, για να καταλήξει σε πιο κοντινούς – γεωγραφικά – προορισμούς. Έτσι, τα δύο τελευταία του ταξιδιωτικά βιβλία, που είναι, εύλογα, τα γνωστότερα και πιο δημοφιλή στην Ελλάδα, αναφέρονται στις βενετικές κτήσεις και στην ευρύτερη περιοχή του ελλαδικού χώρου.

Έτσι, το 1688 εκδόθηκαν αφενός η περιγραφή του Μορέα, έκδοση στη οποία περιλαμβάνονταν και τα Ιόνια Νησιά [Naukeurige beschrijving van Morea, eertijts Peloponnesus […]), αφετέρου το Αρχιπέλαγος (Naukeurige beschryving der Eilanden, in de Archipel der Middelantsche Zee, en omirent dezelve, gelegen: waer onder de voornaemste Cyprus, Rhodus, Kandien, Samos, Scio, Negropont).

Ενδεχομένως ο Dapper έλαβε την απόφαση να ασχοληθεί με τις περιοχές του Μορέα και του Αρχιπε­λάγους λόγω του σύγχρονου του, του Βενετοτουρκικού Πολέμου και ιδίως των πολεμικών επιτυχιών του Francesco Morosini, (1619-1694), που στο διάστημα μεταξύ 1685-1688 είχε καταλάβει τον Μοριά, ενώ συνέχιζε τις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Αττικής.

Αυτά ήταν και τα δύο τελευταία βιβλία που εξέδωσε ο Dapper, που πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1689.

Το Αρχιπέλαγος παραμένει, ίσως, η πιο γνωστή εργασία του Dapper στον ελλαδικό χώρο, ειδικά στη γαλλική της έκδοση, που παρουσιάστηκε στο κοινό δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1703. Αντίθετα, η έκδοση του Μορέα εκδόθηκε μόνο στην ολλανδική γλώσσα.

Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien [= Ακριβής περιγραφή του Μορέα, τουτέστιν της Πελοποννήσου, και των νήσων που βρίσκονται έξω από την ακτή του Μορέα, εντός και εκτός του Βενετικού Κόλπου], εκδόθηκε δε από τους οί­κους Wolfgangh, Waesbergen, Boom, Someren και Goethals στο Άμστερνταμ το 1688. Παρά τη δυσκολία της γλώσσας (παλαιά ολλανδική), η σημασία του έργου του Dapper είναι αδιαμφισβήτητη, όχι μόνο λό­γω του κειμένου αλλά και χάρη στη εξαιρετική εικονογράφηση που το συνοδεύει.

Φυσικά, οι πηγές του Ολλανδού γεωγράφου και συγγραφέα εύκολα ανιχνεύονται σε σύγχρονα ή λίγο προγενέστερα του έργα, ειδικά δε για την εικονογράφηση οι εκδόσεις των Vincenzo Maria Coronelli, Jacob van Meurs, Joan Blaeu αποτελούν ίσως, τις κύριες πηγές πάνω στις οποίες βασίστηκε η ολλανδική.

Πηγές


  • Περιοδικό «Βιβλιοφιλία», τεύχος 132, Απρίλιος – Μάιος- Ιούνιος, 2011.
  • Musée Dapper
  • Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, «Η Θεσσαλονίκη των Περιηγητών», εκδόσεις Μίλητος, 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Καρύταινα (Καρίταινα) Αρκαδίας  – Otto Magnus von Stackelberg, λιθογραφία από το έργο του, «La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O.M baron de Stackelberg». ( Ελλάδα – γραφικά τοπία και τοπογραφικά τοπία, δημιουργίες του Otto Magnus, βαρώνου του Stackelberg). Παρίσι 1834.

 

Καρύταινα (Bathos Pres Trapezonte ) - Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

  Η Καρύταινα απέχει 16 χμ. από τον κάμπο της Μεγαλόπολης και υψώνεται με το φραγκικό κάστρο της σε ένα βραχόβουνο ύψους 582μ., περισφιγμένο ολόγυρα από τα αρκαδικά βουνά, ενώ στους πρόποδες του βουνού κυλάει ο Αλφειός. Πιστεύεται ότι κατέχει την θέση της αρχαίας Βρένθης, που την ερήμωσε ο Επαμεινώνδας για να συνοικήσει την Μεγαλόπολη. Την μεγαλύτερη τιμή της την γνώρισε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν έγινε πρωτεύουσα της ομώνυμης βαρονίας και κτίσθηκε το κάστρο της (1245) από τον Hugues de Bruyeres. Ονομάσθηκε τότε το «Τολέδο της Ελλάδας και θεωρήθηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου χάρη στην στρατηγική του θέση.

Σήμερα το εσωτερικό του κάστρου είναι ερειπωμένο, τα εσωτερικά όμως τείχη του διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση. Την περίοδο της Επανάστασης του 1821 εδώ είχε εγκατασταθεί ο Θ. Κολοκοτρώνης και είχε κτίσει σπίτι και εκκλησία μέσα στο κάστρο. Από το 1830, που η Δημητσάνα πήρε τη θέση της σαν πρωτεύουσα της περιοχής, η Καρύταινα έπεσε σε μαρασμό.

O Stackelberg έχοντας διαβάσει τον Παυσανία τιτλοφορεί αυτήν την χαλκογραφία Bathos Pres Trapezonte (= Βάθος κοντά στην Τραπεζούντα). Ο Παυσανίας αναφέρει: «Μετά την διάβαση του Αλφειού έχει κανείς μια περιοχή ονομαζόμενη Τραπεζούντα, όπου υπάρχουν και ερείπια μιας πόλης Τραπεζούντας. Και πάλι αριστερά, καθώς κανείς κατεβαίνει από την Τραπεζούντα προς τον Αλφειό, κοντά στο ποτάμι υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάθος». Η ερειπωμένη επί Παυσανία Τραπεζούς, που είχε κάποτε χρησιμεύσει και ως πρωτεύουσα των Αρκάδων, αντί της Τεγέας, βρισκόταν απέναντι και προς νότο της Καρύταινας (στην αριστερή όχθη του Αλφειού), κοντά στο σημερινό χωριό Μουριά. Μεταξύ των χωριών Μουριά και Κυπαρίσσια βρίσκεται η τοποθεσία Βάθος που έχει επιζήσει στην τοπωνυμία Βαθύρεμα.

  Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Γκραβούρα – Μυκήνες –  Porta di Micene, λιθογραφία,  αρχές 19ου αιώνα 

 

Μυκήνες - Porta di Micene, λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα

 

Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γκραβούρες – Στυμφαλία (Stymphalia) – William Linton, 1857

Aτσαλογραφία του William Linton, από  το έργο του, «The scenery of Creece in islands». Η πρώτη έκδοση που με μεγάλη επιτυχία παρουσιάστηκε το 1857 περιελάμβανε λιθόγραφο χάρτη και πενήντα χαρακτικά του συγγραφέα. Απεικονίζεται η λίμνη της Στυμφαλίας που σήμερα ανήκει στην Κορινθία, ενώ στην αρχαιότητα ανήκε στην Αρκαδία. Στο βάθος διακρίνεται το όρος Κυλλήνη.

 

Στυμφαλία (Stymphalia) - William Linton, 1857

 

Οφείλει το όνομά της στην κοντινή αρχαία πόλη Στύμφαλο και κατά την μυθολογία ζούσαν εκεί οι Στυμφαλλίδες όρνιθες, τερατώδη μυθολογικά πτηνά που τρέφονταν με ανθρώπινες σάρκες και μόλυναν με τα φτερά τους καρπούς της γης. Ένας από τους άθλους του Ηρακλή ήταν η εξολόθρευσή τους.

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »