Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Λιαλιάτσης Πάνος (1936-2025)


 

Πάνος Λιαλιάτσης

Πάνος Λιαλιάτσης

Ο Πάνος Λιαλιάτσης γεννήθηκε στην Ασίνη το 1936. Περάτωσε το γυμνάσιο Ναυπλίου το 1955 και πέτυχε στη Θεολογική και Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Γράφτηκε στην πρώτη, την οποία περάτωσε το 1961 ως υπότροφος του Ι.Κ.Υ. Παράλληλα, παρακολου­θούσε τα μαθήματα της Φιλοσοφικής. Πέτυχε στις εξετάσεις του Υπουργείου Δικαιοσύνης το 1962 και εργάστηκε ως επιμελητής ανηλίκων στο Πρωτοδικείο Ναυπλίου από το 1962 μέχρι το 1972, που προσλήφθηκε στην επαγγελματι­κή εκπαίδευση (Δημόσια κατωτέρα τεχνική σχολή Άργους και τεχνικό και επαγγελματικό λύκειο Ναυπλίου). Το 1992 συνταξιοδοτήθηκε από τη μέση Εκπαίδευση. Το 1963 πήρε υποτροφία της Καθολικής Εκ­κλησίας και παρακολούθησε μαθήματα Βυζα­ντινής Φιλολογίας στο Καθολικό Ινστιτούτο, στο Παρίσι και στη Σορβόννη, τα οποία διέκοψε λόγω ασθενείας.

Ως μαθητής γυμνασίου δημοσίευσε ποιήμα­τα (1952-1955) στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Σύνταγμα» και σε άλλες εφημερίδες του Ναυ­πλίου και του Άργους. Τα πρωτόλεια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό «Σπίτι του παιδιού» που διηύθυνε ο δημοσιογράφος Άγγελος Μεταξάς την περίοδο εκείνη. Ως φοιτητής δημοσίευσε ποιήματα στη «Φι­λολογική Βραδυνή» που διηύθυνε ο Μπάμπης Κλάρας.

Εμφανίστηκε επίσημα στα Γράμματα το 1965 με την ποιητική συλλογή «Ο Φράχτης» που απέσπασε ενθαρρυντικές κριτικές. Το 1985 δημοσίευσε τον «Κύ­κλο της αγρύπνιας» και το 1991 τη «Χαρμολύπη», που απέσπασε το βραβείο ποίησης της Ελληνι­κής Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων. Τέλος, το 1995 δημοσίευσε την ολιγοσέλιδη συλλογή «Της Ογδόης ημέρας» με ποιήματα φιλοκαλικά.

Δοκίμια του Πάνου Λιαλιάτση δημοσιεύθηκαν στον τοπικό Τύπο (1962-2014) στην εφημερίδα «Η Καθημερινή», στη «Νέα Εστία», στην «Επο­πτεία», στη «Σύναξη» και σε άλλα λογοτεχνικά φύλλα. Ο Πάνος Λιαλιάτσης εξέδωσε το 1972 τον «Πιπιά» του Αντ. Λεκόπουλου – Αναπλιώτη, την «Αργολική Λογοτεχνία 1830 – 1993» (1994) και άλλες ελάσσονες μελέτες: Το κάψιμο του Ιού­δα, Η Ασίνη ως ποιητικό σύμβολο

Άλλα έργα του είναι η «Ναυπλιακή Ανθολογία» (1969), το «Ναύπλιο» (τουριστικός οδηγός), κ.ά. Μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο του Et. Trocmé «Ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ, όπως τον είδαν όσοι τον γνώρισαν» και του Jean Danielou «Αγία Γραφή και Λειτουργία» και άλλα δοκίμια.

Το 2002 εκδόθηκαν από τις εκδόσεις «Ελλέβορος», «Τα Ποιήματα 1965- 1995», τα οποία το 2014 επανεκδόθηκαν με την προσθήκη δύο ποιημάτων και με τον νέο τίτλο «Λυρικό Ημερολόγιο» από τις εκδόσεις της «Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού».

Ο Πάνος Λιαλιάτσης πέρασε στο επέκεινα πλήρης ημερών, λόγων, έργων, ιδεών την 25η Απριλίου 2025. Η εξόδιος ακολουθία ετελέσθη το Σάββατο 26 Απριλίου, στις 11 το πρωί, στον Ιερό Ναό της Αγίας Τριάδας, Πρόνοιας, Ναυπλίου. Η ταφή έγινε στη γενέτειρά του, την Ασίνη.

 

H ποίηση και ο μυστικισμός


 

Το άρθρο που παραθέτουμε γράφτηκε από τον Henri Tonnet, διδάκτορα της Κλασικής Φιλολογίας  και Nέας Ελληνικής Φιλολογίας, στη Σχολή Ανατολικών Γλωσσών του Παρισιού. Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ στις 3/6/2003.

 

Πάνος Λιαλιάτσης: «Τα ποιήματα 1965-1995», Εκδόσεις «Ελλέβορος», Άργος, 2002.

 

Με τη συλλογή «Tα ποιήματα» που συγκεντρώνει τις ποιητικές συλλογές που δημοσίευσε από το 1965, ο Πάνος Λιαλιάτσης μάς δίνει την ευκαιρία να ακολουθήσουμε την πνευματική και ποιητική του πορεία επί 30 χρόνια και να αξιολογήσουμε συνοπτικά την πρωτοτυπία της προσφοράς του στα ελληνικά γράμματα.

Επειδή τα ποιήματα αυτά αποτελούν το έργο μιας ολόκληρης ζωής, ο αναγνώστης αναρωτιέται αν υπήρξε σημαντική η εξέλιξη της θεματικής και της τεχνοτροπίας του ποιητή κατά το χρονικό διάστημα αυτό. Για να απαντήσουμε πρέπει να κάνουμε μια πρώτη επισήμανση. Όταν ο Λιαλιάτσης δημοσιεύει την πρώτη συλλογή του είναι 29 χρόνων. Προφανώς είχε ήδη φτάσει στην ποιητική του ωριμότητα. Ως προς την ενδεχόμενη εξέλιξή του θα έλεγα πως δεν φαίνεται πουθενά καμία ριζική αλλαγή στη θεματική ή στην τεχνοτροπία.

Διακρίνουμε όμως στο έργο δυο τάσεις που δεν ολοκληρώνονται ποτέ πλήρως. H πρώτη είναι μια τάση σε μια όλο και μεγαλύτερη συντομία και η δεύτερη, η οποία φαίνεται καθαρά στις τελευταίες συλλογές των «Ποιημάτων», στο «Bραχύ Mοναχολόγιο» και στη «Xαρμολύπη», είναι μια αφηγηματική τάση που εκδηλώνεται σε ανέκδοτα για φανταστικές φυσιογνωμίες κληρικών.

 

Επίδραση δύο μεγάλων

 

Ίσως κάνω λάθος, αλλά αυτές οι δύο τάσεις μπορούν να οφείλονται εν μέρει στην επίδραση δυο μεγάλων ποιητών των νεοελληνικών γραμμάτων, του Σεφέρη και του Καβάφη. Βέβαια ο ποιητής, που γεννήθηκε στην Ασίνη, δείχνει περισσότερο επηρεασμένος, στη μορφή των ποιημάτων του, από τον ποιητή του «Βασιλιά της Ασίνης».

Στον Σεφέρη, ο Λιαλιάτσης μου φαίνεται να οφείλει την καθαρή –μερικές φορές κρυστάλλινη– ποίηση που διαποτίζει τα έργα του και την προτίμηση για τη συντομία· αυτή η τάση φτάνει στο αποκορύφωμά της στα ολιγόστιχα ποιήματα του «Λογισμοί λανθάνοντες και δάκνοντες».

Aυτό δεν σημαίνει βέβαια πως ο Λιαλιάτσης θεωρεί τον εαυτό του μαθητή του Σεφέρη· στους «Ανωνύμους της Ασίνης» αφήνει να διαφαίνεται μάλιστα κάποια ενόχληση μπροστά στις βεβαιότητες του Σεφέρη. Αντίθετα η ειρωνική αφήγηση ανεκδότων για μοναχούς ή ιεράρχες, όποια και να είναι η πραγματική προέλευση αυτής της διάθεσης, μου θυμίζει τον τόνο ορισμένων ποιημάτων του Αλεξανδρινού ποιητή.

Kατά τη γνώμη μου, μια μορφή καβαφισμού είναι αισθητή στη δομή του ποιήματος «Eλένη». Παρ’ όλες τις ενδεχόμενες επιδράσεις που δέχτηκε, η ποιητική φωνή του Π. Λιαλιάτση είναι απόλυτα ειλικρινής και πρωτότυπη, αναλλοίωτη από τον «Φράχτη» ως την «Όγδοη ημέρα».

Σε τι συνίσταται η πρωτοτυπία αυτής της φωνής; Θα ήταν ριψοκίνδυνο να προτείνω εδώ μια οριστική απάντηση. Είναι φανερό πως ο συγγραφέας αντλεί πολλά θεματικά και μορφικά στοιχεία από την Iερά Γραφή, τους Πατέρες της Ανατολικής Εκκλησίας και τη «Φιλοκαλία». O ικανός αναγνώστης, για να διατυπώσει μια εμπεριστατωμένη γνώμη, θα έπρεπε να ξέρει καλά αυτά τα έργα. Αφού αποκλείεται να επιδοθώ σε μια έστω και πρόχειρη «διακειμενική» ανάγνωση του έργου του Π. Λιαλιάτση, θα περιοριστώ στην υποκειμενική και αναγκαστικά επιφανειακή προσέγγιση ενός απλού αναγνώστη.

Tο πρώτο που μου κάνει εντύπωση είναι η συνύπαρξη στο έργο του Λιαλιάτση φαινομενικά αντιφατικών στοιχείων. O ποιητής παραδέχεται και χρησιμοποιεί αριστοτεχνικά τη γοητεία της ελληνικής γλώσσας και συγχρόνως ελέγχει αυστηρά τη λεκτική πλημμύρα που απειλεί τους λάτρεις αυτής της καθαυτού ποιητικής γλώσσας. Eλευθερώνει τον στίχο από τη ρίμα και τα παραδοσιακά μέτρα, αλλά δίνει σε κάθε ποίημα τον δικό του ρυθμό. Εστιάζει την προσοχή του σε συγκεκριμένες στιγμές (στιγμιότυπα) της πνευματικής ζωής και ταυτόχρονα διηγείται μικρές ιστορίες, που αν τις διαβάσουμε στη συνέχεια, αποτελούν το «μυθιστόρημα μιας ψυχής»(βλ. το ποίημα «Εωσφόρος» και άλλα).

Όλες αυτές οι φαινομενικές αντιφάσεις προέρχονται, νομίζω, από τη φύση της χριστιανικής ποίησης που καλλιεργείται από τον Λιαλιάτση. Πολιτισμικά ο χριστιανισμός βρίσκεται στο σταυροδρόμι διάφορων γλωσσών και παραδόσεων. Αυτό φαίνεται στην ποιητική γλώσσα που χρησιμοποιείται από τον Λιαλιάτση. Βέβαια η ελληνική παράδοση υπερισχύει παντού, όχι μόνο ως κληρονομιά του εξελληνισμένου πρώτου χριστιανισμού, αλλά και ως συνδυασμός χριστιανισμού και ειδωλολατρίας. Mερικές φορές, στο λεξιλόγιο της Παλαιάς Διαθήκης που χρησιμοποιείται συχνά, ακούγονται και μακρινοί απόηχοι της σημιτικής γλώσσας που μιλούσε ο Iησούς. Oι υπερευαίσθητες κεραίες του ποιητή πιάνουν και την ειδική γοητεία λέξεων όπως Xερουβείμ, Pαάβ, Iεριχώ, Xαναάν, Ραβουνί. O Λιαλιάτσης μιμείται με ευχαρίστηση το βιβλικό ύφος και υιοθετεί την εβραϊκή σύνταξη των O΄: «Kαι εγένετο πάλι χάος/επί του προσώπου της γης».

Ένας χριστιανός ποιητής μπορεί να μας παρουσιάσει τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής και της συνοδοιπορίας μας με τον Εσταυρωμένο ή τις πολύπλευρες κοινωνικές και πολιτικές εφαρμογές του ευαγγελικού μηνύματος κοκ. O Λιαλιάτσης είναι μόνο ο ποιητής του μυστικισμού. Aυτή είναι η μεγαλύτερη πρωτοτυπία και η μοναδική αξία του. Δεν ικανοποιείται με τις κοσμικές πλευρές του χριστιανισμού. Πάει αμέσως στην ουσία –και στα πιο δύσκολα και τα πιο απαιτητικά στοιχεία της χριστιανικής ζωής– στην προσωπική «ερωτική» σχέση του πιστού με τον Θεό του. Με αυτήν την προοπτική τίθεται πρώτα πρώτα το πρόβλημα της νομιμότητας της ποίησης ως μέσου επικοινωνίας με τον Θεό.

Oι απαντήσεις του ποιητή σ’ αυτό το ερώτημα ποικίλλουν. Mια φορά, απαντώντας στην ειρωνική παρατήρηση ενός μοναχού, ο ποιητής ισχυρίζεται πως η ποίηση «είναι η μονακριβή του Θεού». Aλλού, όμως, διαπιστώνει την κατωτερότητα του ποιητικού λόγου μπροστά στην άμεση μυστική επαφή με τον Θεό. H ποίηση γεννιέται από την αποτυχία του μυστικού εγχειρήματος. «H σιωπή μου σ’ έστεψε ποιητή», λέει ο Θεός. Αντίθετα, όταν επιτέλους επιτευχθεί η μυστική έκσταση, η ποίηση με τις απλές ανθρώπινες λέξεις της δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα: «Tώρα βουλιάζουν οι λέξεις (…) βλέπω εσένα». Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε πως η ποίηση είναι μια εκλεπτυσμένη μορφή προσευχής· αλλά αυτή η εντρύφηση στις λέξεις έχει κάτι φιλάρεσκο και κοσμικό, που μπορεί να δυσαρεστήσει τον Θεό: «O Iησούς δεν διαβάζει τους στίχους μου», παραπονιέται ο ποιητής.

 

Eσωτερικό δράμα

 

Aυτές οι πρώτες παρατηρήσεις μας επιτρέπουν, νομίζω, να καταλάβουμε το εσωτερικό δράμα που είναι το κύριο θέμα της ποίησης του Λιαλιάτση. H ποίησή του κινείται στον ενδιάμεσο χώρο, ανάμεσα στην απιστία και τη χαρούμενη και ανείπωτη συνάντηση με τον Θεό. Aκόμη και η αμφιβολία επιτρέπει κάποια επαφή με το θείον ή με την Aγάπη. Έτσι κάθε ποίημα είναι και μια καινούργια περιπέτεια της ψυχής στην αναζήτηση του Θεού. O ποιητής δεν παρουσιάζει αφηρημένα ή φιλοσοφικά τα εμπόδια που εμφανίζονται στον δρόμο του προς τον Θεό.

Γι’ αυτόν αυτά τα εμπόδια αποτελούν κάτι συγκεκριμένο, τον Φράχτη – που δίνει τον τίτλο στην πρώτη συλλογή του βιβλίου. H ανθρώπινη φύση δεν επιτρέπει την υπέρβαση αυτού του εμποδίου. Yπάρχει όμως μια ανθρώπινη εμπειρία που δίνει την εντύπωση –την ψευδαίσθηση;– μιας απόλυτης ένωσης με τον Άλλο, ο Έρωτας. Έτσι στη διαλεκτική της ποίησης του Π.Λ., δίπλα στην Aγάπη και τη Σιωπή, υπάρχει και η Γυναίκα. Σ’ αυτή τη μυστική οικονομία η Γυναίκα είναι μια αμφίσημη έννοια. Aνάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να μας βοηθάει να πλησιάσουμε τον Θεό ή, σαν μια σαγηνεύτρια Eλένη, να μας απομακρύνει απ’ Aυτόν.

 

Πόρτες στην ομορφιά

 

Aλλ’ ίσως δεν είναι απαραίτητο να έχουμε εμβαθύνει στην ποιητική θεολογία ή τη θεολογική ποίηση του Λιαλιάτση για να απολαμβάνουμε τα ποιήματά του. Aρκεί να μας αρέσουν οι ωραίοι στίχοι. Διαβάζοντας τον ποιητή μπορούμε να κάνουμε μια πλούσια συγκομιδή αρμονικών στίχων που θέλγουν τα αυτιά μας και μας ανοίγουν τις πόρτες ενός άλλου κόσμου, του κόσμου της ομορφιάς.

Read Full Post »

Νανοπούλου Ελένη


 

Ελένη Νανοπούλου

Σκηνογράφος – ενδυματολόγος και ποιήτρια, η Ελένη Νανοπούλου γεννήθηκε στο Άργος. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της στο Τμήμα Οπτικής, σπούδασε Σκηνογραφία – Ενδυματολογία στη Σχολή του Λυκ. Σταυράκου και εργάζεται στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Στην επαγγελματική της διαδρομή έχει συμμετοχές ως σκηνογράφος – ενδυματολόγος σε κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις.

Είχε επίσης τη σκηνική επιμέλεια θεατρικής παιδικής σκηνής και σκηνικών σε θεατρικά έργα, τηλεοπτικές ενημερωτικές και πολιτιστικές εκπομπές, παράλληλα και διαφημιστικών εταιρειών, καθώς και την ενδυματολογική επιμέλεια σε γνωστές τηλεοπτικές παραγωγές. Έχει κάνει κουστούμια για το θέατρο και την τηλεόραση.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές:

  • «Ολόγραμμα» (Δρόμων, 2009).
  • «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» (Δρόμων, 2011).
  • «Ποιήματα», Δίγλωσση έκδοση, Ελληνικά – Ισπανικά (Ενδυμίων, 2012).
  • «Ενδεχόμενα απογεύματος», (Ενδυμίων, 2014).
  • «Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει», (Ενδυμίων, 2017).
  • «55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής», (Ενδυμίων 2018).
  • Συμμετοχή σε συλλογικά έργα: «Ανθολογία ποιητών 2015-2017», (24 γράμματα 2018).

 

«Ολόγραμμα»

¨κάθε βράδυ γυρίζοντας
θ’ ανοίγω τις παλιές φθαρμένες ιστορίες
να μην κλαίν
που κάθομαι εγώ αντίκρυ σου
και πίνω αθανασία την ανταύγεια σου¨

  

Στην πρώτη της συλλογή, η Ελένη Νανοπούλου επιδίδεται σ’ ένα διαρκές παιχνίδι με το παρόν και το καλά κρυμμένο παρελθόν για ν’ αποδείξει στην ίδια και στον αναγνώστη πως, όταν το μυθικό εμπλέκεται με την τρέχουσα πραγματικότητα, οι λέξεις έρχονται να υπερασπιστούν τις επιλογές που υιοθετεί ο άνθρωπος. Με έναν διάχυτο ερωτισμό που περιβάλλεται από ένα πανταχού παρόν Εσύ, η Νανοπούλου ανατρέχει στη μνήμη για να εξηγήσει το τρέχον. Κι όλα αυτά, έχοντας διαρκώς κατά νου πως το ποιητικό Εγώ δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, αφού συνεχώς αναδημιουργείται από ένα Άλλο.

Με μια δομή που παλεύει ανάμεσα στην αυτονομία και την αναντίρρητη σύζευξη των ποιημάτων, η Νανοπούλου ταλαντεύεται μεταξύ φυσικού και υπερφυσικού, ίσως και μεταφυσικού, οδηγώντας μας σ’ έναν δρόμο παράδοξο όπου το τέλος του δεν έρχεται με τον έμμονο, θα ’λεγε κανείς, λυρισμό και την επίμονη καλλιέπεια, αλλά με μιαν εικονοποιία που προσπαθεί να επιβληθεί σαν προσευχή ή σαν ικεσία προς ένα Εσύ που άλλοτε παρουσιάζεται ως δυνάστης και άλλοτε ως απελευθερωτής απ’ τους δύσκολους καιρούς.

Αν πολλές φορές ο υπερβολικός τόνος που επικρατεί σε σημεία στη συλλογή δημιουργεί μιαν αντιληπτική σύγχυση, είναι γιατί η ποιήτρια επέλεξε ένα ποιητικό ιδίωμα που θέλει να χαρακτηριστεί από μιαν ορμή. Το αποτέλεσμα αυτής της ορμής μένει να φανεί πώς θα διατηρηθεί. Και βέβαια, μένει να φανεί πώς η ποιήτρια θα συναγωνιστεί με το ίδιο της το έργο στο μέλλον. (Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Εντευκτήριο», τ. 87, Οκτώβρης-Δεκέμβρης 2009). 

 

«Η μνήμη των γυμνών λέξεων»

 

Να ξεδιψάσω
ένα φθινόπωρο
χωρίς σώμα
χωρίς διάλειμμα

ετσι ν’ ακούς τις επιθυμίες
θα σε κοιτάζουν σπάζοντας
που κάποτε αγάπησες

                                                                                                    

 

η μνήμη των γυμνών λέξεων

Η δεύτερη ποιητική της συλλογή με τίτλο «Η μνήμη των γυμνών λέξεων» κυκλοφορεί το 2011 από τις εκδόσεις «Δρόμων». Ασπάζεται τις ιδέες του Πυθαγόρα για τα τρία επίπεδα της ανθρώπινης γλώσσας, ο οποίος θεωρεί σαν πρώτο επίπεδο την ομιλία, στη συνέχεια τη σύνδεση που έχει η λέξη με την έννοια που εσωκλείει μέσα της και σαν τρίτο επίπεδο τον ισχυρισμό ότι κάθε γράμμα έχει μια αριθμητική αξία και ένα μουσικό τόνο. Με αυτό τον τρόπο συνειδητοποιεί ότι την ποίηση δεν την «αγγίζουμε» μόνο με το νου μας.

Αν κλείσουμε τα μάτια και αφεθούμε στο άκουσμα των λέξεων που μιλούν με νότες θα κάνουμε κάθε φορά διαφορετικό ταξίδι. Άλλωστε για την ποιήτρια η Μνήμη είναι ένα ταξίδι στους τόπους, στις εποχές, στα πρόσωπα και στις δράσεις. Αν κάποιος χάσει τη Μνήμη είναι ένα σώμα χωρίς ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Μνήμη των λέξεων. Εξάλλου τι είναι μια λέξη χωρίς μνήμη; Η Μνήμη ξέρει να ξυπνά τις αισθήσεις, έχει αλήθειες αλλά θέλει κουράγιο και προσοχή.

Και οι λέξεις από την μεριά τους «συλλέγουν τα χρώματα της γλώσσας» και «αντέχουν τη σιωπή μέσα τους». Κάποιες λέξεις χάνονται, άλλες μας ξυπνούν και μας φωτίζουν «μα όλες είναι εδώ και ζουν σαν από αιώνες». Μόνο λοιπόν αν γνωρίσουμε τη δύναμη των λέξεων μπορούμε να δούμε ότι κάθε λέξη κρύβει έναν ήχο και ένα νόημα.

 

«Ποιήματα»

 

Το 2012 η συλλογή της με τίτλο «Ποιήματα/Poemas» κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Πρόκειται για μια δίγλωσση ποιητική συλλογή στα Ελληνικά και στα Ισπανικά, σε μετάφραση του Mario Dominguez Parra, η οποία περιλαμβάνει ποιήματα και από τις δύο συλλογές «Ολόγραμμα» και «Μνήμη των γυμνών λέξεων».

 

«Ενδεχόμενα απογεύματος»

 

Η ποιητική της συλλογή «Ενδεχόμενα απογεύματος» κυκλοφόρησε το 2014 από τις εκδόσεις «Ενδυμίων». Στα ποιήματά της μιλάει για τις ανθρώπινες σχέσεις που μερικές φορές περιέχουν μία μουσικότητα και άλλες πάλι μία τραγικότητα. Το ζήτημα είναι κατά πόσο αντέχουμε.

Σημασία έχει να είμαστε αληθινοί στους εαυτούς μας, να αφηνόμαστε και να βιώνουμε όλα τα συναισθήματα. Αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου «να μη φοβάσαι, να μη φοβάσαι πολλαπλά, όταν φοβάσαι δυναμώνει ο φόβος, τίποτα να μη φοβάσαι κι ας λείπουν όλα και όλοι» γιατί όλα είναι μέσα μας, είναι γύρω μας, είναι παντού. Καθώς και στο συναίσθημα του πόνου «ο πόνος όμως είναι λύτρωση, γιατί μόνο μετά τη βίωση του πόνου έρχεται η βίωση της ευχαρίστησης».

 

Ενδεχόμενα απογεύματος

 

Μέσα από τους στίχους της η Ελένη Νανοπούλου μας ταξιδεύει στην ιστορία, στο πόσο σημαντικό είναι να τη βλέπουμε καθαρά για να μη κάνουμε τα ίδια λάθη. Να ξέρουμε τί δεν μας κάνει περήφανους, «να μπορούμε να ξεχωρίζουμε τους νεκρούς από τους δήμιους και να μη σκύβουμε στην εξουσία». Γιατί μόνο έτσι μπορούμε να είμαστε αλληλέγγυοι και να αγωνιζόμαστε για την ελευθερία μας και τα ανθρώπινα δικαιώματά μας.

 

«Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει»

 

Πιπέρι ή έστω κάτι να καίει

Η Ελένη Νανοπούλου προσέρχεται στη γραφή με λεκτικό χάρισμα και αποχρώντα λόγο. Ενώ στις προηγούμενες συλλογές της άφηνε τις λέξεις στη μυστικότητα των πολλαπλών σημασιών τους για να ψαρέψουν βιώματα του αναγνώστη, εδώ, αναλαμβάνει στοιχεία του βίου της με τρόπο εξομολογητικό. Αποφάσισε πως ο βίος της μπορεί να μιληθεί κάνοντας το προσωπικό περιστατικό δυνατότητα κοινωνίας.

Σπάνια έχουμε την ευκαιρία να μπορούμε να πούμε ότι μια γραφή ωριμάζει. Αυτό συμβαίνει εδώ. Η Ελένη Νανοπούλου βάζει προϋποθέσεις για να γίνει μια από τις πιο ευδιάκριτες γραφές της γυναικείας ποίησης του καιρού μας. Τολμάει. και καθένας που τολμάει μας προσκαλεί σε κάτι ενδιαφέρον.

 

 

«55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής»

 

55 Τετραγωνικά ενήλικης ζωής

 

 «Τελευταία βουίζει το κεφάλι μου, μουδιάζουν τα δάκτυλα μου, όλο και κάποιο ισχίο πονάει, ο λαιμός ξεραίνεται, οι ρίζες ασπρίζουν, ακούω ζαμπόν αντί για Ξενοφών, κλαίω σε όλες τις κηδείες κι ας μην ξέρω τους συγχωρεμένους, επίσης σε όλες σχεδόν τις ταινίες, θυμάμαι τις μυρωδιές του πατρικού κι αρχίζω να φτιάχνω όλα τα γλυκά του κουταλιού της κάθε εποχής κι ας μην τα τρώω, έχω γίνει σαν την μάνα μου που φώναζε κλείσε την πόρτα μπαίνουν μύγες, αρχίζω να γράφω σημειώσεις όπως 12:00 μαγείρεμα 13:30 να μην ξεχάσω-μαγείρεψα! 18:00 καφέ-τάβλι με τον Νίκο 20:30 να πάρω τον Δημήτρη και τον Ορέστη από το αεροδρόμιο…»

 

Read Full Post »

Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, Πελοπόννησος 1802 (Άργος, Μυκήνες, Αχλαδόκαμπος, Τρίπολη, Επίδαυρος) 


 

Mary Nisbet, Countess of Elgin.

Διπλωμάτης καριέρας ο Έλγιν, ήξερε να επωφελείται από τη θέση του και την εύνοια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας προς την πατρίδα του, την κραταιά τότε Βρετανική αυτοκρατορία, και πέτυχε κάθε είδους διευκολύνσεις στο έργο του που ανέλαβε και το οποίο ξεπέρασε, κατά τον λόρδο Βύρωνα, σε βανδαλισμούς, καταστροφές και αρπαγές, ακόμη και τους Γότθους. Στο διάστημα της παραμονής του στην Κωνσταντινούπολη, ο λόρδος Έλγιν συνέλαβε το σχέδιο της απόσπασης και μεταφοράς στην Αγγλία μεγάλου αριθμού έργων τέχνης από τον ερειπιώνα, κυρίως της Ακρόπολης, αλλά και από ολόκληρη την Ελλάδα.

Συνεπίκουρος πολύτιμος στο εγχείρημά του στάθηκε η σύζυγός του λαίδη Μαίρη Έλγιν, το γένος Νίσμπετ, η οποία δε δίστασε να υποβληθεί στις ταλαιπωρίες και τους κινδύνους του ταξιδιού, συνοδεύοντας τον μαζί με τα παιδιά τους, στην Αθήνα, το Μάρτιο του 1802, για να παρακολουθήσουν εκ του σύνεγγυς τις εργασίες του συνεργείου, να δώσουν οδηγίες και να εποπτεύσουν άμεσα τη διεκπεραίωση του έργου τους και την αποστολή στην Αγγλία των συγκεντρωμένων από την λεηλασία αρχαιοτήτων. Περιόδευσε μάλιστα μαζί του, αμέσως μετά την άφιξή τους στην Αθήνα, στην Πελοπόννησο για να ανιχνεύσουν την περιοχή και να εξετάσουν τυχόν ευκαιρίες για ανασκαφές και ανεύρεση πολύτιμων αντικειμένων, τις δε εντυπώσεις της, όπως και τις επιτυχίες που είχαν, αποτύπωσε εύγλωττα στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, στην Αγγλία και στη Γαλλία.

Ιδιαίτερα, βορρά στην αρπακτική τους βουλιμία, μετά την Ακρόπολη, έπεσαν η Ελευσίνα, απ’ όπου, εκτός των άλλων, πήραν ένα ολόσωμο άγαλμα της θεάς Δήμητρας, το Δαφνί, η Αίγινα, το Σούνιο, η Νεμέα, η Τίρυνθα, οι Μυκήνες, η Θήβα, το Άργος, η Κόρινθος, η Ολυμπία, η Δήλος απ’ όπου πήρε έναν ωραιότατο βωμό.

Ακόμη και τον Αλή Πασά επισκέφθηκε ο ακόρεστος Χουντ ( ιερέας στην πρεσβεία της Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη και άμεσος συνεργάτης του Έλγιν) στα Ιωάννινα και εξασφάλισε την υπόσχεση του να βοηθήσει τον Έλγιν στη συγκέντρωση αρχαιοτήτων. Και οι μεν λέοντες οι λαξευμένοι στο υπέρθυρο της πύλης των Μυκηνών σώθηκαν επειδή η μεταφορά τους στο κοντινότερο λιμάνι κρίθηκε αδύνατη εξαιτίας του μεγάλου βάρους τους και του μεγέθους τους, όπως και η Ολυμπία, και μάλιστα ο Ερμής του Πραξιτέλη, πολλά όμως, χειρόγραφα, τόσο από τον Άγιον Όρος όσο και από συλλογές στην Κωνσταντινούπολη και σε διάφορα νησιά του Αιγαίου, δεν ξέφυγαν από την « αρπακτικήν διάθεσιν του χριστιανού τούτου ιερέως».

Ο Κυριάκος Σιμόπουλος στο έργο του «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα», γράφει:

«Η λαίδη Έλγιν ταξίδεψε το 1802 στην Ελλάδα οικογενειακώς: με τον σύζυγο, τα παιδιά και πολυπρόσωπη ακολουθία, γραμματικούς, υπαλλήλους, υπηρέτες. Έφτασαν στην Αθήνα με συνοδεία ένα πολεμικό μπρίκι και εγκαταστάθηκαν στο σπίτι του υποπρόξενου της Αγγλίας Λογο­θέτη. Η οικογένεια Λογοθέτη, γράφει η λαίδη Έλγιν στο ημερολόγιό της, μετακόμισε σε άλλο σπίτι. «Επιδιορθώσαμε το μακρύ δωμάτιο και έβαλα το πιάνο μου. Εκεί παίρνουμε το μπρέκφαστ, διαβάζουμε και γράφουμε. Στο χαγιάτι τακτοποιούμε νομίσματα. Βγαίνουμε περίπατο με το αμαξάκι κάθε μέρα, αμέσως μετά το γεύμα»*.  Στις 15 Απριλίου η λαίδη Έλγιν πήγε στο δημόσιο λουτρό. «Υπήρχαν εκεί 300- 400 γυναίκες, Ελληνίδες και Τουρκάλες. Αυτό πού έβλεπα ξεπερνούσε κάθε προσδοκία». Είδε χορεύτριες, τραγουδίστριες και γυναίκες πού έπαιζαν ντέφι. Οι χοροί της φάνηκαν άσεμνοι.

Λίγο αργότερα η οικογένεια Έλγιν θα πραγματοποίηση το γύρο του Μωριά. Πέρασε στη Σαλαμίνα με την άκατο της αγγλικής φρεγάτας «Νάρκισ­σος», βγήκε πρώτα στην Ελευσίνα και ύστερα στην παραλία των Μεγάρων. Ήταν πια νύχτα. Σχηματίσθηκε όμως πομπή με πυρσούς και «ισχυρή φρουρά Αλβανών πού πυροβολούσαν συνεχώς και τραγουδούσαν αδιάκοπα τα εθνικά τους άσματα». Ξαναμπαρκάρησαν στο πλεούμενο και έφτασαν στην Κόρινθο. Εκεί θα επισκεφθούν τη λαίδη Έλγιν οι γυναίκες του Νουρήμπεη. Ήρθαν κουρνιασμένες σε φορεία-κασόνια φορτωμένα σε μουλάρια. «Κάθε μια σ’ ένα κασόνι, ένα κασόνι σε κάθε πλευρό, όπως οι τσιγγάνοι στα κοφίνια». Παραπετάσματα από πορφυρό ύφασμα έκρυβαν τις χανούμισσες από τα αδιάκριτα βλέμματα.

Στο Άργος θα καταλύσουν στο αρχοντικό του κοτζαμπάση Βλασσόπουλου, πού ήταν μπαρατάριος (προστατευόμενος) των Άγγλων**. Από το Άργος προχώρησαν στην Τριπολιτσά, ύστερα από πρόσκληση του πασά, με πολυάριθμη συνοδεία Τούρκων και Ελλήνων καθώς και φρουρά Αλβανών. Μόλις πέρασαν τον Αχλαδόκαμπο τους υποδέχτηκαν τσαουσάδες, τατάρηδες και αξιωματούχοι του πασά. Για τη λαίδη Έλγιν έφεραν το φορείο της πασίνας. Το κρεμούσαν ανάμεσα σε δυο μουλάρια πού οδηγούσαν έξη ιπποκόμοι.

Άργος. Άποψη της Λάρισας από το λόφο της Δειράδας 1810.

Το φορείο προοριζόταν για δυο άτομα καθισμένα αντικριστά και έμοιαζε με σοφά. Είχε ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια και ήταν σκεπασμένο με ύφασμα στολισμένο με χρυσά κρόσσια, μεγάλες χρυσές φούντες και δυο φαρδιά καφασωτά, παράθυρα από όπου αγνάντευαν τα πέριξ.

Η είσοδος στην Τριπολιτσά έγινε με συνοδεία 700 ντελήδων. Όλοι οι κάτοικοι, λαμπροστολισμένοι και αρματωμένοι, είχαν παραταχτεί στις δυό πλευρές των δρόμων για να υποδεχτούν τον πρεσβευτή και τη σύζυγό του. Από όλες τις ντάπιες βροντούσαν τα κανόνια. Ο πασάς έδωσε γραπτή άδεια στον Έλγιν για τη διενέργεια ανασκαφών στην Κόρινθο, Ολυμπία, Ήλιδα και αλλού. Στις 12 Μαΐου πήραν το δρόμο της επιστροφής. Στην Επίδαυρο μπαρκάρισαν σ’ ένα σπετσιώτικο ψαροκάικο και βγήκαν στην Αίγινα από όπου πέρασαν στον Πειραιά.

Η λαίδη Έλγιν έδειξε μεγάλο ζήλο κατά την επιχείρηση λεηλασίας των μνημείων. Επιστατούσε στη συσκευασία και τη φόρτωση των καλλιτεχνικών θησαυρών. Στις 2 Ιουνίου 1802 έγραφε στη μητέρα της από την Αθήνα: «Χθες κατεβάσαμε από την Ακρόπολη και το τελευταίο από τα αντικείμενα πού χρειαζόμαστε. Μπορούμε άφοβα πια να περιφρονήσουμε τους εχθρούς μας. Είμαστε πολύ τυχεροί».***

Στις 15 Ιουνίου η οικογένεια Έλγιν άρχισε περιοδεία στις Κυκλάδες. Στη Τζιά θα φιλοξενηθεί στο αρχοντικό του Πάγκαλου, προξένου της Νεάπολης. «Μας είχαν ετοιμάσει μεγάλη υποδοχή. Μουσικοί και τραγουδιστές μας διασκέδασαν κατά τη διάρκεια του δείπνου. Ακολούθησε χορός». Εννιά θυγατέρες είχε ο πρόξενος. «Η φιλοξενία τους ήταν μοναδική. Τραγούδησαν ελληνικά, ιταλικά και γαλλικά τραγούδια, χόρεψαν μενουέττα και πολλούς άλλους χορούς».

Από τη Τζιά στο Μαραθώνα. Διανυκτέρευσαν σε σκηνές στον τόπο της μάχης. Είδαν τον τύμβο πού είχε μισανοίξει ο Fauvel. Αποφάσισαν κι’ αυτοί μια πρόχειρη ανασκαφή με το πλήρωμα του πλοίου. Άνοιξαν τάφρο προς άλλη κατεύθυνση και βρήκαν θραύσματα αγγείων. Πλάι στον τύμβο υπήρχε ένα τετράγωνο κτίσμα. Υποθέτουν, γράφει η λαίδη Έλγιν, πώς ήταν ο τάφος του Μιλτιάδη. Κοντά στη Δήλο οι Άγγλοι βούλιαξαν ένα μανιάτικο πειρατικό καράβι. Αιχμαλωτίσθηκε ο καπετάν Ζάχαρης, 26 χρόνων, και 23 πειρατές. Αρχές Σεπτεμβρίου 1802 η οικογένεια Έλγιν γύρισε στην Πόλη διαμέσου Σμύρνης.

  

Στις επιστολές της προς την μητέρα της, Σαρλότ Χάμιλτον Νίσμπετ, διαβάζουμε:

 

Τριπολιτσά, 11 Μαΐου 1802

 

[…] Συνεχίσαμε την πορεία μας και περάσαμε πανύψηλα βουνά, κάμπους και λοφοπλαγιές γεμάτες μυρτιές και άλλα αειθαλή. Μπαίνοντας στη μεγάλη πεδιάδα του Άργους κάναμε μια παρέκκλιση προς τ’ αριστερά, μισής ώρας περίπου, για να δούμε τα ερείπια της πόλης των Μυκηνών.

Σώζονται ακόμη οι μεγάλοι όγκοι των τειχών της αρχαίας Ακρόπολης, που λένε ότι είναι έργο Κυκλώπων. Σε μικρή απόσταση απ’ τα ερείπια αυτά υπάρχει ένας πελώριος θόλος, που κάποιοι πιστεύουν ότι είναι ο τάφος του Αγαμέμνονα και άλλοι ότι είναι το θησαυροφυλάκιο των Βασιλέων των Μυκηνών. Δύο μακρά τείχη συμπαγούς τειχοποιίας οδηγούν στην είσοδο αυτού του υπόγειου κτιρίου· όμως οι ορεινοί χείμαρροι είχαν παρασύρει τόσο χώμα, που απαιτούσε εξαιρετικό θάρρος να συρθεί κανείς μέσ’ απ’ την τρύπα, που ήταν κι η μοναδική είσοδος.

Μυκήνες, 1885

Μπήκα μετά από δισταγμό, έρποντας, και αυτό που αντίκρυσα με ικανοποίησε απόλυτα. Η πέτρα που σχηματίζει τα επιστήλια της πόρτας, είναι διαστάσεων που ξεπερνούν σε μέγεθος ο,τιδήποτε είχα δει στην Αθήνα. Τη μετρήσαμε και τη βρήκαμε εικοσιτέσσερα πόδια μήκος, δεκαεπτά πόδια πάχος και σχεδόν πέντε πόδια ύψος. Το σχήμα του θόλου είναι το σχήμα ενός πελώριου κοίλου κώνου φτιαγμένου από λαξευτές πέτρες.

Ανάψαμε μια μεγάλη φωτιά εκεί μέσα και, έρποντας μέσα από ένα υπόγειο πέρασμα, μπήκαμε σε μια δεύτερη αίθουσα πολύ πιο άτεχνης κατασκευής. Εδώ πρέπει να σας πω, ότι ο νεαρός Λογο­θέτης, ο φέρελπις γιος και κληρονόμος του Λογο­θέτη των Αθηνών, που αποκλειστική του ευθύνη ήταν να φροντίζει τον εαυτό του (αν και η μητέρα του του επέτρεπε να πηγαίνει οπουδήποτε πήγαινα εγώ) αρνήθηκε να μ’ ακολουθήσει στο δεύτερο θόλο — είδα τις τρίχες της κεφαλής του να σηκώνονται την ώρα που τρυπώναμε στον πρώτο θόλο, εγχείρημα, στη διάρκεια του οποίου τού ‘φυγε το καλπάκι του και γέμισε χώματα τα ρούχα του.

Μας είπαν ότι ο Αγάς του γειτονικού χωριού Χαρβάτι ήταν ο πρώτος που ανακάλυψε το θόλο κι ότι είχε βρει μέσα ένα επιτάφιο φανάρι από μπρούτζο κρεμασμένο με μια αλυσίδα απ’ την κορυφή του θόλου· αφού δεν αποδείχθηκε ούτε χρυσό ούτε ασημένιο, το χάρισε σε κάποιους γύ­φτους. Μετά, προχωρήσαμε στην πεδιάδα του Άργους,  που είναι η πιο συστηματικά καλλιεργημένη περιοχή της Ελλάδας. Ο Βοεβόδας [σημ. Τούρκος διοικητής επαρχίας] έστειλε άλογα, πλούσια στολισμένα, για να μπουν στην πόλη πάνω σ’ αυτά ο Έλγιν κι η ακολουθία του.

Η συρροή θεατών ήταν πολύ μεγάλη· η πομπώδης αυτή είσοδος στην πόλη ήταν εξαιρετικά δυσάρεστη για μένα με τον κόσμο να πυροβολεί προς κάθε κατεύθυνση και τα άλογα να κλωτσούν, ένιωσα πάρα πολύ τυχερή όταν βρέθηκα στο σπίτι του προστατευόμενού μας Μπαρατλή – Βλασόπουλου, [σημ. Baratly, έμπορος στον οποίο έχουν παραχωρηθεί προνόμια] όπου βρήκαμε κάθε λογής πολυτέλειες. Είναι πλούσιος και είχε επιπλώσει εκ νέου, το σπίτι του για την υποδοχή· είχαν ακόμη αγοράσει ένα σωρό καινούργια ασπρόρουχα, όλα κατά τα Αγγλικά πρότυπα.

Την εβδόμη Μαΐου παραμείναμε στο Άργος και την επομένη, μετά το γεύμα, ξεκινήσαμε για την Τριπολιτσά έχοντας δεχθεί τις εξαιρετικά πιεστικές επανειλημμένες προσκλήσεις του Πασά του Μοριά. Μας συνόδευαν ο δραγουμάνος του και πολυπληθής Τουρκική και Ελληνική συνοδεία, καθώς και ένας Αλβανός φρουρός ντυμένος με τη στολή των αρχαίων Μακεδόνων. Το βράδυ σταματήσαμε σ’ ένα χωριό εξαίσιας ομορφιάς· από τότε που έφυγα απ’ την Αγγλία ποτέ δεν ένοιωσα τόσο γοητευμένη με κάποιο τόπο.

Ξέρω ότι είναι αδύνατο να σας δώσω με την περιγραφή μου μια ιδέα απ’ τις γραφικές ομορφιές του Αχλαδόκαμπου. Τα σπίτια είναι απλές καλύβες από λάσπη, που απλώνονται στην πλαγιά ενός σχεδόν κάθετου βουνού, κατάσπαρτου από κάθε είδους αειθαλή και δέντρα όλων των αποχρώσεων και σχημάτων. Μετά από ένα περίπατο ανάμεσα στα βράχια και κάτω από τα δέντρα που ήταν γεμάτα αηδόνια, κοιμηθήκαμε σ’ ένα φτωχό καλύβι Αλβανών. Στους πρόποδες του λόφου και διασχίζοντας το χωριό κυλάει ένα μικρό ποταμάκι, που ήταν ξερό όταν είμασταν εκεί, αλλά το χειμώνα το νερό κυ­λάει ορμητικά και πρέπει να προσθέτει πολύ στην όλη εικόνα. Υπήρχαν πολλές ασυνήθιστα όμορφες κοπελιές σ’ αυτό το χωριό, αλλά κατά τα λεγόμενα όλων δεν έχουν την έμφυτη απλότητα, που θα περίμενε κανείς να συναντήσει σ’ αυτόν τον απόμερο τόπο. Κατά γενική ομολογία, αγαπούν τις διασκεδάσεις περισσότερο από όλες τις κυρίες της Πελοποννήσου. Νομίζω, απ’ ό,τι έχω δει, ότι αυτή είναι κι η ακριβέστερη περιγραφή τους.

Αχλαδόκαμπος

Το επόμενο πρωί, 9 Μαΐου, οι χωρικοί με τον ιερέα τους και τους γηραιότερους κατοίκους επικεφαλής, ήρθαν να παρακαλέσουν τον Έλγιν να ζητήσει την άδεια του Πασά του Μοριά να επισκευάσουν τη μικρή τους εκκλησία, που είναι τώρα πολύ ερειπωμένη, για να τελούν εκεί τη θεία λειτουργία, και δεν τολμούν να την επιδιορθώσουν χωρίς άδεια.

Πριν ξεκινήσουμε ήρθαν να μας συναντήσουν αγγελιοφόροι και οι αξιωματούχοι του Πασά που έφεραν ένα σκεπαστό φορείο για μένα, με το οποίο μεταφέρονται οι γυναίκες του Πασά απ’ το ένα μέρος στο άλλο. Το μετέφεραν ανάμεσά τους δύο μουλάρια και το οδηγούσαν έξι άνδρες, όπως τα φορεία. Σε μερικά δύσκολα σημεία του δρόμου οι άνδρες σήκωναν κυριολεκτικά στα χέρια τα μουλάρια για να περάσουν. Ήμουν μέσα στο φορείο την πρώτη φορά που το επιχείρησαν κι επειδή καθόλου δεν το χάρηκα, παρακάλεσα να μ’ αφήσουν να βγω έξω την επόμενη φορά. Η Μάστερμαν κι εγώ είμασταν ξαπλωμένες φαρδιά-πλατιά αντικρυστά η μία στην άλλη, (σαν σε καναπέ με ωραία ολοκέντητα πορφυρά μαξιλάρια, καλυμμένα από πορφυρό ύφασμα, που ήταν γαρνιρισμένο με χρυσά κρόσια και διακοσμημένο με μεγάλες χρυσές φούντες) με δυο μεγάλα καφα­σωτά παράθυρα, που πήρα το θάρρος να ανοίξω. Ένας μαύρος, που ήταν ο επικεφαλής αυτού του φορείου, βλέποντας τον Έλγιν να έρχεται για να μου μιλήσει, του έκανε νόημα να μην πάει από κείνη την πλευρά, γιατί ήταν ανοιχτή, αλλά από την άλλη, όπου το παράθυρο ήταν κλειστό. Ο Μαύρος με φρόντισε ιδιαιτέρως και δεν επέτρεπε τα αδιάκριτα βλέμματα. Ο τρόπος για να μπεις σε τέτοιο φορείο είναι να σκύβει κάποιος και να πατάς στη ράχη του — θα σας άρεσε κάτι τέτοιο; Στα τούρκικα τον ονομάζουν «το σκαλοπάτι»! Σας διαβεβαιώ ότι το μεταφορικό αυτό μέσον απο­δείχθηκε από χρήσιμο έως αναπαυτικό, ιδιαίτερα τις ώρες του αφόρητου καύσωνα στους πιο απότομους κι επικίνδυνους δρόμους πάνω στα βουνά.

Σταματήσαμε στα ερείπια των Αμυκλών, όπου λέγεται ότι υπήρχαν 365 εκκλησίες αφιερωμένες σε ισάριθμους αγίους. Τώρα δεν απομένει ούτε καλύβα και τα ερείπια — μόνο λίγοι κακοχτισμένοι τοίχοι και καμιά τοξοτή πόρτα — δεν έχουν το παραμικρό ενδιαφέρον. Εδώ μας υποδέχτηκε ο αρχικαφετζής του Πασά με τους υπηρέτες και τα σύ­νεργά του και μας ετοίμασε το φημισμένο τούρκικο καφέ του. Ο Δραγουμάνος μ’ άφησε να καταλάβω ότι θα ήταν καλύτερο να κάνω τη δημόσια είσοδό μου μέσα στο φορείο παρά έφιππη — υποθέτω το θεώρησε πιο σεμνό. Εγώ, βέβαια, συμμορφώθηκα με την υπόδειξή του, αλλά, αποφασισμένη να μη χάσω το θέαμα, στάθηκα αρκετά αναιδής, ώστε να ανοίξω και τα δύο παράθυρα.

Μας υποδέχτηκαν όλοι οι αξιωματούχοι της Αυλής του Πασά πάνω σε άτια πλούσια στολισμένα, και με τη συνοδεία ακολούθων και φρουρών, που έριχναν τζιρίτ**** και επιδείκνυαν την ιππική τους επιδεξιότητα. Είδα πολλούς να ρίχνουν το τζιρίτ και να τρέχουν να το σηκώσουν από το χώμα όπου ήταν πεσμένο, χωρίς να κατεβαίνουν απ’ τα άλογά τους. Άλλοι είχαν μπαστούνια με άγκιστρο στην άκρη και μ’ αυτά σήκωναν τα τζι­ρίτ από κάτω σε ταχύτατο ρυθμό. Η επιδεξιότητά τους ήταν θαυμαστή κι η επίδειξη αυτής της πομπής στην πεδιάδα της Μαντι­νείας ήταν ένα απ’ τα ωραιότερα θεάματα του κόσμου. Σκεφτόμουν συνεχώς πόσο θα χαιρόσαστε αν βλέπατε τη συντροφιά μας ιδιαίτερα ο Στρατηγός. Ήταν αληθινά ένα θέαμα μεγαλοπρεπέστατο.

Έστειλαν τρία άλογα παρελάσεως για τον Έλγιν, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκωτ, καθώς επίσης και πάρα πολλά εφεδρικά, όλα με τα λαμπρότερα στολίδια ο Αντικυβερνήτης και ο Αρχιθαλαμηπόλος πήγαιναν δίπλα τους, ο Δραγουμάνος πήγαινε μπροστά και τους ακολουθούσε μια πομπή από 600 ή 700 καβαλλάρηδες. Όλοι οι κάτοικοι της πόλης ντυμένοι με τα καλά τους, ένοπλοι, είχαν παραταχθεί κατά μήκος των λεωφόρων, που οδηγούσαν στην πύλη της πόλης· και καθώς πλησιάσαμε, τα μεγάλα κανόνια έριχναν απ’ όλα τα κάστρα γύρω απ’ τα τείχη της πόλης.

Ένας άνδρας έριχνε χρήματα στα παιδιά και τους φτωχούς στους δρόμους, από ένα μεγάλο κεντητό κουτί. Υπήρχε κάτι το μεγαλοπρεπές σ’ αυτή του την πράξη. Το απόγευμα καταλήξαμε στο σπίτι του Δραγουμάνου, το οποίο διέθεσαν για τη διαμονή μας· εκεί μας υποδέχθηκαν οι αξιωματούχοι του Πασά και του Μπέη, για να μας συγχαρούν για την άφι­ξή μας. Έστειλαν απ’ το Σαράι του Πασά ένα πελώριο δείπνο από 30- 40 πιάτα γαρνιρισμένα κατά τα τουρκικά έθιμα.

 

10η Μαΐου

 

The letters of Mary Nisbet, London 1926

Ρυθμίστηκαν τα εθιμοτυπικά για την ακρόαση του Έλγιν απ’ τον Πασά και έστειλαν σε μένα δύο Τουρκάλες της αδελφής του Νουρή Μπέη να υπο­βάλλουν τις φιλοφρονήσεις της κυρίας τους για την άφιξή μου. Κι ο Πασάς έστειλε να με παρακα­λέσει να δεχθώ μέλη της φρουράς του, οποτεδή­ποτε ήθελα να πάω περίπατο στην εξοχή ή να δω τα αρχαία ερείπια κ.λ.π.

Έστειλαν τον αρχιθαλαμηπόλο με πολυάριθμη φρουρά και ακολούθους να συνοδεύσουν τον Έλγιν στο παλάτι του Πασά, με τρία άλογα πλου­σιοπάροχα στολισμένα για τον ίδιο, τον κύριο Χαντ και τον Δρ. Σκοτ. Καθώς οι κάτοικοι της Τριπολιτσάς έχουν ελάχιστες επαφές με ξένους, αποκλείστηκα απ’ την ομήγυρη. Ο Έλγιν μου είπε ότι ο Πασάς τον δέ­χθηκε με σεβασμό και μεγαλοπρέπεια. Στην αίθουσα ακροάσεων οι αξιωματούχοι της Αυλής υποχρεώθηκαν να παραμείνουν όρθιοι. Ο Πασάς είπε κατ’ επανάληψη, ότι είχε προσπαθήσει να αποδώσει στον Άγγλο πρεσβευτή όλες τις τιμές και ότι είχε στην πραγματικότητα κάνει περισσότερα απ’ ότι θεωρούσε απαραίτητα για τρεις Πα­σάδες της τάξεώς του. Έτσι τώρα προσφωνώ τον Έλγιν, Πασά με εννιά αλογοουρές!

 

11η Μαΐου

 

Ο Πασάς ανταπέδωσε την επίσκεψη του Έλ­γιν σ’ ένα περίπτερο με θέα την πόλη. Ήταν ασυνήθιστα ευγενικός και χορήγησε γραπτές άδειες στους καλλιτέχνες μας να κάνουν ανασκαφές για αρχαιότητες στην Κόρινθο, την Ολυμπία, την Ήλιδα και αλλού. Επίσης έδωσε την άδεια να εξετάσουν το φρούριο της Ακροκορίνθου, αίτηση που είχε απορριφθεί ως τότε για όλους ανεξαιρέτως.

Το βράδυ μας επισκέφθηκε ο Νουρή Μπέης. Κατάγεται από την πλουσιότερη και αρχαιότερη τουρκική οικογένεια του Μοριά. Μου έστειλε ένα σάλι κι ένα κεντητό κουτί. Στον κύριο Χαντ και στον Δρ. Σκοτ έδωσε πανωφόρια από ερμίνα και έστειλαν στον Έλγιν ένα πολύ ωραίο από γούνα Ζιμπελίν, γιατί ο Πασάς είπε ότι δεν τολμούσε να ντύσει ένα πρόσωπο της τάξεώς του.

Το άλογο πάνω στο οποίο επέστρεψε ήταν το καλύτερο των σταύλων του Πασά και του το παρουσίασαν ντυμένο με πλούσια επιχρυσωμένα και κεντητά βελούδινα στολίδια. Ένα σάλι, ένα κεντημένο μαντήλι και δύο Ινδικά υφάσματα έστειλαν σε μένα.

 

12η Μαΐου

 

Ξεκινήσαμε για την επιστροφή. Ο Πασάς είχε εξηγήσει λεπτομερώς στον Έλγιν τους κινδύνους που θα διατρέχαμε, αν συνεχίζαμε ως το Λεοντάρι ή προχωρούσαμε κι άλλο μέσα στην Αρκαδία, που ανυπομονούσαμε να δούμε. Αλλά οι αναρίθμητες συμμορίες ληστών, που λυμαίνονται αυτό το κομμάτι της Πελοποννήσου και αψηφούν την Πύλη, κάνουν το εγχείρημα εξαιρετικά επικίνδυνο για τους ταξιδιώτες.

Γευματίσαμε στις Αμύκλες και μετά από μια ξαφνική μπόρα, που μας έκανε μούσκεμα, φθάσαμε στο ‘Αργος κατά τις οκτώ το βράδυ. Στη διάρκεια της απουσίας μας ο Βοεβόδας της «Νάπολι ντι Ρομάνια» (Ναύπλιο) είχε καθαρίσει την είσοδο του υπογείου κτιρίου στις Μυ­κήνες. Βρήκαμε πολλά θραύσματα αγγείων και κομμάτια μάρμαρο που διακοσμούσαν την εξωτερική τους πλευρά. Υπήρχαν επίσης μερικά κομμάτια ενός αγγείου με μαρμάρινες ραβδώσεις εξαιρετικής Τέχνης.

Ολόκληρο το εσωτερικό αυτού του υπογείου κτίσματος έχει καλυφθεί με μπρού­τζινα καρφιά, πολλά από τα οποία υπάρχουν ακόμη. Φοβάμαι πως μοιάζει με θησαυροφυλάκιο, αλλά θέλω να πιστεύω ότι είναι ο Τάφος του Αγαμέμνονα.

Μετά από ανάπαυση μιας ημέρας στο ‘Αργος ξεκινήσαμε με κατεύθυνση την Επίδαυρο. Στο δρόμο είδαμε τα φημισμένα τείχη της Τίρυνθας, όπου ζούσε ο Ηρακλής και που υποτίθεται ότι τα έκτισαν Κύκλωπες. Μοιάζουν έργο όντων θαυμαστών, δεν έχω ξαναδεί τόσο ογκώδη τείχη. Η θέα απ’ την κορυφή της ακροπόλεως είναι ιδιαίτερα γραφική.

Grecia - Rovine di Tirinto. Χαλκογραφία σε χαρτί, επιχρωματισμός εποχής. Α. Lazzari inc.

Αφήσαμε τη Νάπολι ντι Ρομάνια στα δεξιά μας και, αφού περάσαμε διάφορα ερείπια αρχαίων Ελληνικών Ναών και τάφων, φτάσαμε στο χωριό Λυγουριό την ώρα του φαγητού. Σε απόσταση μιας ώρας απ’ το Λυγουριό είδαμε το ιερό Άλσος του Ασκληπιού και το Θέατρο, που θεωρούν ότι υπήρξε το τελειότερο του είδους του στην Ελλάδα. Οι κερκίδες είναι ακόμη σχεδόν άθικτες, περίπου 45 τον αριθμό, σε κοίλη κυκλική διάταξη και καθώς υψώνονται η μία πάνω απ’ την άλλη δημιουργούν μια θαυμάσια εντύπωση. Η σκηνή και όλη η διακόσμηση της πρόσοψης έχουν χαθεί και ο χώρος της ορχήστρας είναι σπαρμένος καλαμπόκι. Μερικά μαρμάρινα καθίσματα έχουν αφαιρεθεί. Έχουν φυτρώσει στο χώρο θάμνοι με ωραιότατο φύλλωμα. Η τοποθεσία είναι μαγευτική. Υπάρχουν εκεί κοντά πολλά άλλα ερείπια λουτρών, δεξαμενών και ναών.

Ancient Greek Theatre at Epidaurus - Antiquities in the Peloponnesus

Από κει, ακολουθήσαμε την κοίτη ενός χειμάρρου ανάμεσα από γκρεμούς και απόκρημνα βουνά ολόφυτα από μυρτιές, αρμπαρόριζες, πι­κροδάφνες, ελιές, χαρουπιές, αμμόχορτα και άλ­λους πανέμορφους θάμνους, που φυτρώνουν εκεί σε οργιώδη αφθονία, θα είχα σίγουρα καταστραφεί οικονομικά, αν μπορούσα να δωροδοκήσω τους θάμνους να εγκαταλείψουν τον καυτό ελληνικό ήλιο για τη δροσερή αύρα του Φέρθ. Αυτός αναμφισβήτητα, χωρίς καμιά εξαίρεση, στάθηκε ο πιο μαγευτικός περίπατος που έκανα ποτέ, ακριβώς στο στυλ μου: πολύ επικίνδυνος δρόμος και κατακόρυφα βουνά. Ήταν μια θλιβερή ζεστή ημέρα κι είμαστε έφιπποι για έντεκα συνεχείς ώρες, δεν θυμάμαι να ήμουν ποτέ περισσότερο κουρασμένη. Οι οδηγοί έχασαν το δρόμο κι έτσι είχε σκοτεινιάσει πια όταν φτάσαμε στο χωριό της Επιδαύρου.

Από την περιγραφή που έδωσαν κι οι γενίτσαροι ακόμα για τη βρωμιά και τα ζωύφια στις καλύβες, προτίμησα να κοιμηθώ στη σκηνή μας, όπου βέβαια η διαμονή δεν ήταν καθόλου ευχάριστη, γιατί η ζέστη ήταν αποπνικτική και η υγρασία διαπερνούσε το καραβόπανο.

Το επόμενο πρωί της 15ης Μαΐου, αφού είδαμε τα ερείπια, επιβιβαστήκαμε σε μια Σπετσιώτικη ψαρόβαρκα. Ο αντίθετος άνεμος μας εμπόδισε να αποβιβαστούμε στη νήσο Αίγινα, αλλά είδαμε τα ερείπια των ναών του Ποσειδώνα και του Πανελλήνιου Δία. Από τον πρώτο ναό σώζονται μόνον δύο κίονες και από τον άλλο, που λέγεται ότι είναι ο αρχαιότερος της Ελλάδας, είναι ορατοί εικοσιπέντε όρθιοι κίονες από κοινή πέτρα, Δωρικού ρυθμού και μεγάλων διαστάσεων. Τη νύχτα φτάσαμε στον Πειραιά και σταθήκαμε αρκετά τυχεροί: βρήκαμε στην αποβάθρα άλογα, που μας έφεραν στην Αθήνα στις οκτώ η ώρα περίπου.

 

Υποσημειώσεις:


 

*  The letters of Mary Nisbet of Dirleton Countess of Elgin, Arranged by Lieut. – Colonel Nisbet Hamilton, Grant, London 1926, σ. 177. Τον Μάιο του 1801 βρίσκονταν στην Αθήνα τα πεθερικά του Έλγιν, το ζεύγος Nisbet, και ασχολήθηκαν με συλλογή αρχαιοτήτων. Πολλά λάφυρα αποκόμισαν κατά την παραμονή τους στην Αθήνα, άλλα από ανασκα­φές, άλλα από αγορές και άλλα από δωρεές. Ο Bartholdy μας πληροφορεί ότι η κυρία Charlotte Hamilton Nisbet απόχτησε ένα από τα μάρμαρα πού αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφές του λόρδου Aberdeen στην Πνύκα. Αυτό το μάρμαρο προοριζόταν να στολίσει ένα από τα τζάκια του μεγάρου τους (Voyage en Grèce fait dans les années 1803 et 1804…, Paris 1807, τ. Α’, σ. 160).

Ο πεθερός πάλι του Έλγιν απόχτησε τον μαρμαρένιο θρόνο του γυμνασιάρχου πού βρισκόταν στο μετόχι της Καισαριανής στην Αθήνα όπου ή κατοικία του μητροπολίτη (απεικονίζεται στο έργο των James Stuart και Nicholas Revett, The anti­quities of Athens…, London 1762, τ. Γ’, κεφ. 3). Ήταν δώρο του μητροπολίτη και κατέληξε στην έπαυλη της δισεγγονής του Nisbet (Adolf Michaelis, Der Parthenon, Leipzig 1870-1871, σ. 29). Πρόκειται για τον μητροπολίτη Γρηγόριο Γ’ πού μοίραζε με μεγάλη απλοχεριά τις αρχαιότητες των ναών της δικαιοδοσίας του. Στο ημερολόγιο του Έλγιν, πού έγραψε ο γραμματέας του Hamilton, διαβάζουμε: «Ο λόρδος Έλγιν εξασφάλισε άδεια του αρχιεπισκόπου να ερευνήση το εσωτερικό όλων των εκκλησιών και μοναστηριών στην Αθήνα και τα περίχωρα για την ανακάλυψη αρχαιοτήτων. Συχνά ασκήθηκε η εξουσία του αρχιεπι­σκόπου για να αποσπάση ο λόρδος Έλγιν μερικά περίεργα αντικείμενα. Η έρευνα αυτή απέφερε πολλά πολύτιμα ανάγλυφα, επιγραφές, αρχαία σκιάθηρα (ηλιακά ημερολόγια), μαρμάρινο θρόνο γυμνασιάρχου με τις μορφές του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα με εγχειρίδια και τον θάνατο της Λεαίνης» (Memorandum on the subject of the Earl of Elgin’s pur­suits in Greece, Edinburgh 1811, σ. 32).

** Ο Βλασσόπουλος ενεργούσε ανασκαφές στην περιοχή για λογαριασμό του Έλγιν. Επιστολή του επικεφαλής των συνεργείων της  λεηλασίας Lusieri προς τον Έλγιν (4 Ιουλίου 1804) αναφέρει ότι πλήρωσε 655 γρόσια στον Βλασσόπουλο για τις ανασκαφές στον τάφο του Αγαμέμνονα (Ιω. Γεννάδιου, Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα και τας Αθήνας ιδίως αρχαιολογήσαντες επιδρομείς 1440-1837, Έν Αθήναις 1930, σ. 11 σημ. 23).

***Να περιφρονήσουν τους ανταγωνιστές τους, τους Γάλλους δηλαδή, πού εποφθαλμιούσαν τα γλυπτά και έχασαν από τα χέρια τους την ευκαιρία εξ αίτιας της εισβολής του Βοναπάρτη στην Αίγυπτο.

**** Η ρίψη του Τζιρίτ ήταν τρόπος διασκέδασης των Μωαμεθανών. Το Τζιρίτ ήταν ένα ευθύ λευκό ραβδί, κατά τι λεπτότερο από τη λαβή μιας ομπρέλας, και κυρτό στην άκρη. Δεν ήταν αγώνισμα εντελώς ακίνδυνο καθώς ένα κτύπημα στο κεφάλι μ΄ αυτό μπορούσε να αποβεί μοιραίο.

 

Πηγές


  • Κυριάκου Σιμόπουλου, «Ξένοι Ταξιδιώτες στην Ελλάδα 1810-1821», τόμος Γ2, Πέμπτη Έκδοση, Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα, 1997.
  • Μαίρη Νίσμπετ – Έλγιν, «Πως λεηλατήθηκαν τα γλυπτά από τις μετόπες του Παρθενώνα», Εκδόσεις Αφων Τολίδη, Αθήνα, 1989.

Read Full Post »

Τρικούπης Σπυρίδων ( 1788- 1873)


 

Ο Σπυρίδων Τρικούπης γύρω στα 1860.

Πρωτότοκος γιος του Ιωάννη Τρικούπη και της Αλεξάνδρας Παλαμά. Γεννήθηκε στο Μεσολόγγι το 1788 και πέθανε στην Αθήνα το 1873. Αποτελεί σπουδαία και πολυμερή φυσιογνωμία πολιτικού, λόγιου, ρήτορα και ιστοριογράφου της Ελληνικής Επανάστασης. Υπήρξε ο πρώτος Πρωθυπουργός του ελεύθερου ελληνικού κράτους. Μαθήτευσε στην ακμάζουσα σχολή των Παλαμάδων* που λειτουργούσε στο Μεσολόγγι, ύστερα πήγε στην Πάτρα, όπου έμαθε Ιταλικά, Αγγλικά και Γαλλικά και προσελήφθη ως υπάλληλος του εκεί αγγλικού προξενείου. Από τη θέση αυτή απέκτησε πολλές και καλές σχέσεις αλλά και αξιόλογη τριβή με τα πολιτικά πράγματα. Σχετίσθηκε με τον φιλέλληνα Άγγλο λόρδο Guilford, έγινε γραμματέας του και εστάλη ως υπότροφος του στη Ρώμη και σε άλλα κέντρα της Ευρώπης για ανώτερες σπουδές, ενώ προοριζόταν για τη θέση του εφόρου και οργανωτή της υπό του Γκύλφορδ ιδρυθείσας στην Κέρκυρα Ιονίου Ακαδημίας. Η οικειότητα που είχε με τον Γκύλφορδ έδωσε την ευκαιρία στον Τρικούπη να γνωρίσει πολλούς επιφανείς άνδρες, κυρίως Άγγλους, μεταξύ των οποίων και τον Γεώργιο Κάνινγγ του οποίου ο φιλελληνισμός τον είχε βαθύτατα συγκινήσει.

Ενώ ετοιμαζόταν για την Ιόνιο Ακαδημία, τράβηξε το ενδιαφέρον του η Επανάσταση του 1821, προς την οποία ο Τρικούπης αφιέρωσε όλες του τις δυνάμεις. Μετέχοντας με τον πατέρα του στην εκστρατεία του Μαυροκορδάτου το 1822, πήγαινε όπου τον καλούσαν οι ανάγκες τις πατρίδας, στην Τρίπολη, τη Ζάκυνθο, την Κέρκυρα, το Μεσολόγγι και πάλι στην Τρίπολη, όπου είχε και την έδρα της η διοίκηση.

Η επιφανής Οικογένεια Τρικούπη, προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον Αγώνα και κυρίως στην γενέτειρά της πόλη, το Μεσολόγγι.  Κατά την περίφημη έξοδο της 10ης Απριλίου ο στρατιωτικός Κωνσταντίνος Τρικούπης έπεσε νεκρός από σφαίρα ενώ ο Σπυρίδων Τρικούπης, κατέφυγε στο Ναύπλιο. Εγκαταστάθηκε στο χωριό Αβδίμπεη, το οποίο είχε αγοράσει και εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια. 

Από το 1824 εκλεγόμενος συνεχώς βουλευτής και πληρεξούσιος του Μεσολογγίου, έγινε το 1826 μέλος της προσωρινής επαναστατικής κυβέρνησης και εξακολούθησε καθ’ όλο τον Αγώνα να μετέχει στην πρώτη γραμμή της πολιτικής κίνησης, κατέληξε ένας από τους σπουδαιότερους άνδρες του έθνους, οι οποίοι διηύθυναν και τα εσωτερικά, αλλά ιδίως τα εξωτερικά ζητήματα της κρίσιμης και ιστορικής εκείνης εποχής.

Ο Τρικούπης παντρεύτηκε το 1826 την Αικατερίνη Μαυροκορδάτου ( Κων/πολη 1800- Αίγινα 1871), αδελφή του Αλέξανδρου, με την οποία απέκτησαν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα** και ο Όθων,*** σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος (1832- 1896), μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία (1838-1916).             

Επί Καποδίστρια, διορίσθηκε γενικός γραμματέας της επικράτειας και συνεργάσθηκε κατ’ αρχήν αρμονικά με τον Κυβερνήτη, διαφώνησε όμως αργότερα ως προς την εσωτερική πολιτική αυτού και αφού παραιτήθηκε, δέχτηκε να διατηρήσει – την χάρη σ’ αυτόν- ιδρυθείσα θέση του γραμματέα της Επικράτειας επί των Εξωτερικών υποθέσεων.

Το 1829, αφού πούλησε τις ιδιοκτησίες του στο χωριό Αβδίμπεη, έκτισε δύο οικίες. Μία στο Ναύπλιο και μία στο Άργος, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, είχε τότε συγκεντρωθεί ο πυρήνας της κατά του Κυβερνήτη αντιπολίτευσης, της οποίας επιφανές μέλος ήταν και ο Σπυρίδων Τρικούπης. 

Στο Άργος τότε είχαν μετακομίσει ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο Νέγρης, ο Πωλυζωΐδης, ο Ιατρού κ.α. που πλαισίωναν και στήριζαν την πολιτική του Τρικούπη. Κατόπιν νέων έντονων διαφωνιών για τα μέτρα που εφαρμόζονταν από τον Κυβερνήτη και ιδίως για τις περί των πληρεξουσίων αντιλήψεις του, παραιτήθηκε και από τη θέση του πληρεξουσίου Μεσολογγίου και από τη θέση του στη γραμματεία των Εξωτερικών Υποθέσεων.

Ο Καποδίστριας, πληροφορηθείς τις ύποπτες συναθροίσεις στο Άργος, που τον ενοχλούσαν έντονα, αποφάσισε να διαλύσει το συνωμοτικό αυτό κέντρο. Απέστειλε λοιπόν τον αρχηγό του Ιππικού Δημήτριο Καλλέργη με ισχυρή στρατιωτική δύναμη και με την διαταγή να διαλύσει την αντιπολιτευτική αυτή ομάδα και να εξορίσει από την πόλη τους δύο αρχηγούς της κίνησης, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Σπυρίδωνα Τρικούπη.

Ο Καλλέργης ενημέρωσε τον Τρικούπη, ο οποίος υπακούοντας στην διαταγή και μη έχοντας άλλη επιλογή, αναγκάσθηκε να καταφύγει μαζί με τον Μαυροκορδάτο αλλά και άλλους  αντιπολιτευόμενους αρχικά στην Μήλο. Μετά από ένα μήνα όμως μετέβη στην Ύδρα όπου υπήρχε άλλο αντιπολιτευτικό κέντρο, υπό τον Κουντουριώτη.  Στο Ναύπλιο επέστρεψε μετά το φόνο του Κυβερνήτη και ανέλαβε πρωτεύοντα ρόλο στα κυβερνητικά πράγματα. Έγινε υπουργός των Εξωτερικών και διηύθυνε τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κατέληξαν στην εκλογή του βασιλιά Όθωνα.

Κατά την αντιβασιλεία (1833) διορίσθηκε πρωθυπουργός και υπουργός των Εξωτερικών και Εκκλησιαστικών, αλλά επειδή ήταν εμπόδιο στις απολυταρχικές διαθέσεις των Βαυαρών, διορίσθηκε (1834-1837) πρέσβης στο Λονδίνο, όπου νέες και μεγάλες υπηρεσίες προσέφερε προς την πατρίδα, απολαμβάνοντας μεγάλη εμπιστοσύνη και υπόληψη εκ μέρους των Άγγλων, ιδίως δε από το λόρδο Πάλμερστον ο οποίος ασκούσε μεγάλη επιρροή στα πράγματα της Ανατολής.  

Ακριβώς λόγω των εξαιρετικών τιμών με τις οποίες τον περιέβαλε η Αγγλική κυβέρνηση, περιέπεσε στη δυσμένεια του Όθωνα και απομακρύνθηκε το 1838 από τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο, στην οποία επανήλθε το 1841. Παρέμεινε μέχρι την κατάργηση των πρεσβειών το 1843, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα και μετέχοντας στην εθνοσυνέλευση συνετέλεσε αρχικά στην ψήφιση του Συντάγματος και διορίσθηκε υπουργός των Εξωτερικών και της Παιδείας της πρώτης κυβέρνησης που συγκροτήθηκε υπό τον Μαυροκορδάτο προς εφαρμογή του Συντάγματος.

Όταν ανατράπηκε αυτή, ο Τρικούπης ως γερουσιαστής και αντιπρόεδρος της γερουσίας επί πενταετία (1844 – 1849), διηύθυνε την αντιπολίτευση του λεγόμενου αγγλικού κόμματος, από το οποίο όμως έφυγε όταν έδειξε αυτό στασιαστικές διαθέσεις και ήρθε σε ρήξη και με τον πρέσβη της Αγγλίας Λάϋονς και με τον αδελφό της γυναίκας του και παλιό του συνεργάτη το Μαυροκορδάτο. Υποστήριξε την κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη και συνέδραμε πατριωτικά τον Όθωνα σ’ αυτή την περίσταση.

Τήρησε απόλυτη ανεξαρτησία και αντιτάχθηκε σε άλλες μετέπειτα εκδηλωθείσες αυθαιρεσίες του βασιλιά, τάχθηκε στο πλευρό του κατά τα Παρκερικά, οπότε αγωνίσθηκε σθεναρά και στη γερουσία και στο Παρίσι, όπου εστάλη για να αποκρούσει την ανελεύθερη ξενική επέμβαση (1850).

Όταν έγινε η ανασύσταση των Πρεσβειών το 1849, ο Τρικούπης επανήλθε ως πρέσβης στο Λονδίνο, όπου διαφωτίζοντας την αγγλική δημόσια γνώμη για τα ελληνικά πράγματα, καλλιέργησε την ιδέα της παραχώρησης της Επτανήσου στην Ελλάδα, εξυπηρετώντας εν γένει την εθνική πολιτική. Συγχρόνως δε συγγράφοντας την «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», διέμεινε μέχρι το 1862, οπότε για λόγους υγείας εγκατέλειψε εκουσίως τη θέση του πρεσβευτή στο Λονδίνο και εγκαταστάθηκε στην Αθήνα σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών ανωμαλιών.

Με τη μεταπολίτευση και την ένωση της Επτανήσου τερματίζεται το πολιτικό στάδιο του επίλεκτου άνδρα, ο οποίος δεν έπαψε και ως ιδιώτης να παρέχει πολύτιμες γνώμες και συμβουλές σε όσους νεώτερους πολιτευόμενους τις επικαλούντο για σπουδαία και γενικά πολιτικά ζητήματα μέχρι το θάνατό του, το 1873.

Ο Τρικούπης, τον οποίο χαρακτήριζε γνήσια και άδηλη φιλοπατρία, ανεξαρτησία φρονήματος και παρρησία γνώμης, ειλικρινής σεβασμός προς τους νόμους και προς τη θέληση του ένθους, θερμή αγάπη προς τους φιλελεύθερους θεσμούς και διπλωματική ευφυΐα, διαλλακτικότητα και αποστροφή προς τα βίαια μέτρα και τις κομματικές διαμάχες, αποτελεί υπόδειγμα πολιτικού ανδρός, που εργάσθηκε περισσότερο από κάθε άλλον στην αποκατάσταση της ελευθερίας και στη παγίωση της τάξης, κατά την πρώτη, την ασταθή και πολυτάραχη περίοδο της πολιτικής ζωής της χώρας.

Αλλά, πλην των πολιτικών είχε και φιλολογικές αρετές μεγάλες και σπάνιες ο Τρικούπης. Θούρια όπως «ο καιρός αδελφοί της ελευθερίας φθάνει», τραγούδια όπως «Ο Δήμος» και η «Λίμνη του Μεσολογγίου» και άλλα δείχνουν την ποιητική διάθεση και φαντασία του, ο οποίος συν τοις άλλοις, υπήρξε ένας από τους πρώτους λάτρεις και θαυμαστές της δημοτικής ποίησης.

Σ’ αυτόν χρωστάει το έθνος τον Σολωμό, γιατί αυτός τον έπεισε να γράφει τα ποιήματά του αντί της Ιταλικής, στην ελληνική και μάλιστα στη δημοτική γλώσσα, της οποίας τον χειρισμό δίδαξε στο μεγάλο της νεώτερης Ελλάδας ποιητή και της οποίας τη χάρη και την αξία διέκρινε έκτοτε, καταπολεμώντας την τάση της επικράτησης της καθαρεύουσας, προς την οποία όμως – όπως ο ίδιος ομολογεί – αθέλητα παρασύρεται.

Η ευγλωττία του και το μέγα ρητορικό του τάλαντο είχαν αναδείξει τον Τρικούπη εθνικό ρήτορα του Αγώνα. Αυτός νεκρολόγησε τον Καραϊσκάκη, τον Άστιγγα, τον Ανδρέα Ζαΐμη, τον Πετρόμπεη, τον Νοταρά, ο δε περίφημος εκείνος επικήδειος του στο Βύρωνα (1824) έγινε γνωστός στα πέρατα του κόσμου. Αυτός πανηγύρισε τις νίκες του Καφηρέα, της Αράχωβας, του Ναυαρίνου, την ανάκτηση του Μεσολογγίου, επωφελούμενος δε από την αμνηστία του 1825 εξεφώνησε τον εμπνευσμένο «περί ομονοίας» λόγο.

Οι ρητορικοί λόγοι του Τρικούπη (β’ εκδ. Αθήνα 1862) εκ των οποίων οι περισσότεροι αυτοσχέδιοι, αποτελούν απαράμιλλα μνημεία της νεοελληνικής ρητορικής λογοτεχνίας. Το σπουδαιότερο όμως έργο του Τρικούπη είναι η τετράτομος «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στο Λονδίνο το 1856. Αν και δεν την χαρακτηρίζει μεγάλη κριτική δύναμη, την χαρακτηρίζει όμως σαφήνεια και γλαφυρότητα έκφρασης και ευσυνείδητη προσπάθεια του συγγραφέα να ιστορήσει με αλήθεια και ακρίβεια πράγματα, πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης, όπως αυτός που ήταν αυτόπτης τα είδε και τα γνώρισε.

 

Υποσημειώσεις


 

* Παλαμαία σχολή. Ιδρύθηκε το 1760 από τον Παναγιώτη Παλαμά και αρχικά το συντηρούσε η κοινότητα του Μεσολογγίου. Στη συνέχεια μετονομάστηκε Μεσολλογγίτις Ακαδημία. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης λειτουργούσε κανονικά, με εξαίρεση την περίοδο 1825-29. Η σχολή στεγαζόταν στο σπίτι των Παλαμάδων. Το 1825 καταστράφηκε από τις οβίδες των Τούρκων και επαναλειτούργησε το 1829 με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η σχολή απέκτησε στα χρόνια της τουρκοκρατίας αλλά και στα μεταεπαναστατικά χρόνια μεγάλη φήμη και έφτασε να αριθμεί 300 μαθητές. Από τη σχολή αυτή αποφοίτησαν μεγάλες μορφές των γραμμάτων όπως οι: Κωστής Παλαμάς, Δροσίνης, Μαλακάσης, Γκόλφης κ.α.

** Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

*** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Γεώργιος Τσοκόπουλος, «Χαρίλαος Τρικούπης», Εκδοτικόν Κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέξη, Εν Αθήναις, 1896.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

                                                                                                            

Read Full Post »

Η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη – Μία a posteriori*ιατροδικαστική εκτίμηση


 

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης, πρωτότοκος γιος του Γέρου, γεννήθηκε στα 1798 και ήταν από τους πιο μορφωμένους Μωραΐτες στα χρόνια του μεγάλου ξεσηκωμού.** Μάλιστα ο Φωτάκος τον κατατάσσει δεύτερο μετά το Γεώργιο Σέκε­ρη. Είχε σπουδάσει στην Ακαδημία της Κέρκυρας (με συμμαθητή τον Γ. Τερτσέτη), ήταν άριστος μαθηματικός και γνώριζε καλά την αρχαία ελληνική και ιταλική γλώσσα και λίγα γαλλικά.

Σκοτώθηκε την εποχή του εμφυλίου, στις 13 Νοεμβρίου 1824, ημέρα Τρίτη και ώρα 4 μ.μ. λίγο έξω από το χωριό Παλλάντιο (Μπεσίρι) της Αρκαδίας, καθ’ οδόν προς Συλίμνα. Την επομένη το πτώμα του μεταφέρθηκε στη Συλίμνα και τάφηκε έξω από την εκκλησία του χωριού. Για τη δολοφονία του γράφτηκαν πολλά. Στις συνθήκες του θανάτου του αναφέρονται κυρίως ο αυτόπτης Θεόδωρος Ρηγόπουλος και ο Φωτά­κος.***

Συνέκδημος Ιατροδικαστική, 1870.

Για τη δολοφονία του Πάνου εντοπίσαμε μια a posteriori ιατροδικαστική εκτίμηση, που έγινε πολύ αργότερα και με βάση το κρανίο του, από τον γιατρό Ιωάννη Π. Πύρλα και δημοσιεύθηκε στον πρώτο τόμο του βιβλίου του «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» (Εν Αθήναις 1870, σσ. 101-103).

Ο Πύρλας υπήρξε πραγματικός ιατροφιλόσοφος με σημαντικό συγγραφικό έργο, μια πολύπλευρη προσωπικότητα, που άφησε ανεξίτηλα ίχνη στην εποχή του. Γεννήθηκε στα 1818 στην Τρίπολη και πέθανε στα 1901 στην Αθήνα. Η «Συνέκδημος Ιατροδικαστική» εκδόθηκε σε τρεις τόμους (1870-1874) και υπήρξε το τρίτο, και πλήρες, σύγγραμμα ιατροδικαστικής, που εκδόθηκε στην ελεύθερη Ελλάδα.****

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν την ιατροδικαστική του εκτίμηση:

 

«Τα επί του κρανίου τοιαύτα τραύματα εν γένει εισί θανατηφόρα, οσάκις η σφαίρα εισέλθη εις τον εγκέφαλον. Ο θάνατος είναι τόσον ταχύτε­ρος, όσον το τραύμα κείται εγγύτερα τη βάσει του εγκεφάλου. Τοιούτον τραύμα τάχιστα θανατηφόρον υπέστη ο Πάνος Θ. Κολοκοτρώνης το 1824.

Γνωστόν εστίν ότι ο πρωτότοκος ούτος υιός του Θ. Κολοκοτρώνου, όστις διεκρίνετο τω καιρώ εκείνω επί παιδεία και ικανότητα, εφονεύθη παρά την Τρίπολιν μετά την λήξιν εμφυλίου μάχης, συναφθείσης παρά τω χωρίω Θάνα, καθ’ ην ηττηθείς μετέβαινεν εις το χωρίον Σιλίμνα, ένθα ήτο στρατοπεδευμένος ο πατήρ αυτού· εν ω εβάδιζεν έφιππος επί της αγούσης εκ χωρίου Μπεσρίου εις Σιλίμναν, συνοδευόμενος παρ’ ο­λίγων σωματοφυλάκων˙ άνδρες εξ τον αριθμόν ευρισκόμενοι μετά την μάχην επί της θέσεως Κλεισούρα καλούμενης όπισθεν πετρών, πολύ απέχουσαν αυτού, πυροβολούσι κατά των οπι­σθίων αυτού μάλλον προς ύβριν παρά προς βλάβην, διότι μόλις η σφαίρα τουφεκίου έφθανεν, ότε μία μόνον σφαίρα τουφεκίου επιμήκους κρητικού, αφιχθείσα έτυχεν κακή μοίρα εξαιρε­τικώς μόνον τον Πάνον ήτις προσκρούσασα με­τά κρότου επί του κρανίου διήλθεν αυτό εκ των οπισθίων προς τα εμπρός και δεξιόθεν προς τ’ αριστερά πλαγίως, και επέφερεν αμέσως τον θά­νατον, καταπεσόντος του φονευθέντος εκ του ίππου και εγκαταλειφθέντος εκεί παρά των εριήρων εταίρων του, οίτινες ώχοντο φεύγοντες.

Το κρανίον του ατυχούς τούτου αρχηγού, το οποίον διατηρούμεν παρ’ ημίν, παρέχει λίαν περιέργους τας επ’ αυτού λυγράς οπάς της διελθούσης σφαίρας. Η μεν της εισόδου κείται επί της οπί­σθιας χώρας του δεξιού βρεγματικού οστού, 20 χιλιοστόμετρα απέχουσα της κορυφής του ινίου είνε κυκλική, και έχει διάμετρον κατά την εξω­τερική πλάκα του κρανίου 19 χιλιοστόμετρα, ά­γει δε ευρυνομένη εκ των εκτός προς την εσωτερικήν πλάκα, εν η η διάμετρος της οπής είνε 24 χιλιοστ. Η δε της εξόδου κείται επί του μετωπικού οστού προς τα όπισθεν και υπέρ άνω της αριστεράς ζυγωματικής αποφύσεως, (επί του μηνιγκίου), απέχουσα της οφθαλμικής κόγχης 25 χιλιοστομ. Η οπή αύτη έχει σχήμα ωοειδές ως κομβοδόχης πλατείας εκ των άνω προς τα κάτω, ευρυνόμενον δε εκ της εντός προς την εκτός πλάκα του κρανίου· και η μεν οπή της ε­ντός πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 7 χιλιοστ. την δε μείζονα 17 χιλιοστόμετ. η δε της έξω πλακός έχει την μικροτέραν διάμετρον 22 χιλιοστομ. και την μείζονα 30 · ώστε η επί της έξω πλακός οπή, διατηρούσα το όμοιον σχή­μα της εντός, υπάρχει πολύ ευρύτερα.

Εκ της τοιαύτης διαθέσεως των οπών τούτων έπεται εκ των προρρηθέντων ότι η σφαίρα προσέκρουσεν καθέτως κατά του κρανίου εκ των οπισθίων, διόπερ και κυκλική εγένετο η οπή ότε διατρυπήσασα τας μήνιγκας του εγκεφάλου και αυτόν διαμπερές, καθ’ α απώλεσε μέρος της δυ­νάμεως αυτής, προσέκρουσεν αύθις πλαγίως επί της πλαγίας αριστεράς χώρας του μετωπικού ο­στού τούτων ένεκεν παρήχθη το τε επίμηκες ως κομβοδόχης σχήμα, η ευρύτης της όλης οπής, και το ευρύτερος της έξωθι πλακός. Εν συνόλω ειπείν αμφότεροι αι οπαί αύται της τε εισόδου, και της εξόδου διαφέρουσι πολύ προσαλλήλας˙ η της εισόδου είνε κανονική, και μείζονος διαμέ­τρου της εξόδου ως προς την μικροτέραν ταύτης διάμετρον. Ο δε θάνατος επήλθε τάχιστα ου μό­νον διότι η σφαίρα διήλθε διαμπερές και διαγω­νίως τον εγκέφαλον˙ αλλά και διότι διήλθε παρά την βάσιν αυτού.»

 

Υποσημειώσεις 


 

 

* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Α posteriori, η γνώση που προέρχεται από την εμπειρία. Ο όρος «a posteriori» (Λατινικά: «εκ των υστέρων»), χρησιμοποιείται στην Φιλοσοφία μαζί με τον όρο «a priori» (Λατινικά: «εκ των προτέρων») για να προσδιορίσει έναν ειδικό τύπο σχολαστικής γνώσης. Ο ακριβής ορισμός του είναι ζωτικής σημασίας στην επιστημολογία, δηλαδή την μελέτη της γνώσης. Η φιλοσοφική εξέλιξη του όρου καθώς και η διενέξεις αναφορικά με τον ορισμό του και την χρήση του καθιστούν δύσκολη την επεξήγησή του. Δεινά υπεραπλουστευμένος ορισμός θα ήταν ο εξής: η a posteriori γνώση είναι γνώση που αποκτάται εμπειρικά και εξαρτάται από αυτήν την εμπειρία.

** Για τον Πάνο Κολοκοτρώνη βλέπε Χρίστου Στασινό­πουλου, «Λεξικό της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821», Αθήνα χ.χ., Εκδόσεις Δεδεμάδη, τόμος Β’, σσ. 467- 470.

*** Θεόδωρου Ρηγόπουλου, «Απομνημονεύματα από των αρχών της επαναστάσεως μέχρι του έτους 1881», Αθήναι 1979, σσ. 44-48, και Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως», Εκδόσεις Χαρ. Μπούρα, τόμος 1ος, σσ. 542-546.

**** Γεωργίου Κατσά, «Η Ιατροδικαστική και τοξικολογία εν Ελλάδι από Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερον», περιοδικό «Ιατρική Πρόοδος», Μάιος 1937, σσ. 148-149.

 

Κώστας Δανούσης

Δελτίο Ιστορικών Μελετών Ναυπλίου, τεύχος 33, Μηνιαία Έκδοση του Δήμου Ναυπλιέων, Φεβρουάριος 1991.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Τρικούπη  Σοφία (1838-1916)

 


 

Σοφία Τρικούπη

Κόρη του Σπυρίδωνα και της Αικατερίνης Τρικούπη και αδελφή του Χαρίλαου Τρικούπη. Γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1838. Μεγάλωσε και μορφώθηκε στην αγγλική πρωτεύουσα και συναναστράφηκε τον κύκλο των επιφανών πολιτικών, καθηγητών και ευγενών ανδρών που είχε η οικογένεια. Με ευρύτητα καλλιέργειας και ισχυρό πνεύμα, έγινε κοινωνός των ιδεών και των σκέψεων του μεγάλου αδελφού της , για τον οποίο αισθανόταν αληθινό θαυμασμό, αφοσίωση και λατρεία.

Μετά το θάνατο των γονέων της, η ζωή της δόθηκε αμέριστα στην λατρεία  και την υπηρεσία του Χαρίλαου Τρικούπη. Το σπίτι της υπήρξε το κέντρο των ανώτερων διπλωματικών, πολιτικών και κοινωνικών συγκεντρώσεων. Οι αίθουσες στο σπίτι της Σοφίας Τρικούπη ήταν αυτές που έφεραν σε επικοινωνία την Ελλάδα με την Ευρώπη. Δεν υπήρχε μέλος  ηγεμονικής οικογένειας, δεν  υπήρχε επίσημος ή  επιφανής ξένος διερχόμενος από την Αθήνα, ο οποίος να μην επιζητούσε να επισκεφθεί τη Σοφία Τρικούπη, είτε όπως αρχικά συνέβαινε παρευρισκόταν  ο αδελφός της, είτε όχι. Είναι  ίσως  μοναδικό το παράδειγμα στην ιστορία  γυναίκας με τέτοιο εξαιρετικό χαρακτήρα.

Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή της, στη λατρεία και αφοσίωση του μεγάλου αδελφού της και στεκόταν στο πλευρό του σ’ όλη του τη ζωή , προσπαθώντας να τον απαλλάξει απ’ όλες τις μικροστενοχώριες και τις ενοχλήσεις που ήταν συνυφασμένες  με τη ζωή ενός πολιτικού.

Εξαιρετική φυσιογνωμία της νεώτερης Ελλάδας, η Σοφία Τρικούπη υπήρξε όπως γράφτηκε: « η ιδεώδης κόρη, αλλά και η ιδεώδης αδελφή, διανύσασα όλον τον βίον αυτής με μίαν ιδέαν, μίαν πίστιν, ένα αίσθημα προς τον μεγάλον αδελφόν της». Η ζωή της  Σοφίας Τρικούπη , αναπόσπαστη από την ύπαρξη του Χαρίλαου Τρικούπη, έληξε ουσιαστικά με το θάνατο του αδελφού της (1896) στις  Κάννες. Κλείσθηκε έκτοτε στο σπίτι της ζώντας με την ανάμνηση εκείνου. Απεβίωσε μετά από σύντομη ασθένεια το 1916 σε ηλικία 78 ετών, διατηρώντας μέχρι τελευταίας στιγμής όλη τη διαύγεια της ισχυρής διανοίας της.

Ο Φρέντι Γερμανός το 1992 εξέδωσε  το ιστορικό μυθιστόρημα «Γυναίκα από βελούδο», το οποίο αναφέρεται στη ζωή της Σοφίας Τρικούπη. Η  «Γυναίκα από βελούδο»,  πέρασε το 1985 κι από την ελληνική τηλεόραση, με τη μορφή του δραματοποιημένου ντοκιμαντέρ. Το σκηνοθέτησε ο ίδιος ο Φρέντυ Γερμανός, επιλέγοντας τη Νίκη Τριανταφυλλίδη για το ρόλο της Σοφίας Τρικούπη και τον Αντώνη Αντωνίου γι’ αυτόν του Δηλιγιάννη.

Στην περίληψη του βιβλίου διαβάζουμε:

«Η ζωή της Σοφίας Τρικούπη, της «γυναίκας από βελούδο», μοιάζει με σενάριο – όπως άλλωστε συμβαίνει με τη ζωή κάθε μεγάλης ντίβας. Μεγαλωμένη στους ανθισμένους κήπους του Μπάκινγχαμ, κάτω απ’ το στοργικό βλέμμα της βασίλισσας Βικτώριας, γνώρισε πολύ νωρίς όλα τα διάσημα ονόματα του αιώνα της, τον Βίσμαρκ, τον Ντισραέλι, τον Τέννυσον, τον Κάιζερ, τον τσάρο Νικόλαο – ακόμα και τον Ανδρέα Κάλβο, που ζούσε τότε στην Αγγλία. Αργότερα, στην Αθήνα του 1880, βρέθηκε ανάμεσα σε δύο αιχμηρές συμπληγάδες – την αφοσίωσή της για τον αδερφό της, τον Χαρίλαο Τρικούπη, και τον έρωτά της για τον ανελέητο αντίπαλό του, τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη.* Το βελούδο όμως δεν ξέφτισε. Ήταν πάντα η περήφανη ντίβα. Την πολιορκούσαν όλοι οι διάσημοι εραστές της εποχής, από τον Γεώργιο τον Α´ μέχρι τον Αχιλλέα Παράσχο και τον Εμμανουήλ Ροΐδη. Όμως εκείνη έμεινε πιστή ως το τέλος της ζωής της στον μεγάλο έρωτα – «τον πικρό έρωτα», όπως συνήθιζε να λέει στα γεράματά της».

* Η Λύντια Τρίχα στο βιβλίο της, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια βιογραφική περιήγηση», σελ, 183, σημειώνει: Από τα σωζόμενα έγγραφα και τις οικογενειακές αναμνήσεις καθίσταται σαφές ότι ο  Θεόδωρος Δηλιγιάννης, ο Χαρίλαος Τρικούπης και η Σοφία Τρικούπη, κατά την δεκαετία του 1860 είχαν θερμές φιλικές σχέσεις που αργότερα διαλύθηκαν. Δεν υπάρχει όμως καμία απολύτως ένδειξη για το φημολογούμενο ειδύλλιο μεταξύ Σοφίας και Δηλιγιάννη, που αποτέλεσε πριν από μερικά χρόνια και θέμα μυθιστορήματος.          

  

Πηγές

 


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Τρικούπη  Αικατερίνη (1800-1871)


 

Η Αικατερίνη Τρικούπη γύρω στα 1860.

Αδελφή του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του Χαρίλαου και της Σοφίας Τρικούπη. Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Καταγόταν από τη μητέρα της από την ηγεμονική οικογένεια των Καρατζά και από τον πατέρα της από την οικογένεια των Μαυροκορδάτων. Η Αικατερίνη ήταν κόρη του εγγονού του πρώτου πρίγκιπα Μαυροκορδάτου. Ο πατέρας της Νικόλαος (1744-1818), ο παππούς του Χαρίλαου Τρικούπη, υπήρξε λόγιος και υψηλόβαθμος αξιωματούχος στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ενώ η μητέρα της Σμαράγδα  ήταν κόρη του ηγεμόνα της Βλαχίας Νικολάου Καρατζά.

Όταν ξεκίνησε η Ελληνική Επανάσταση η Αικατερίνη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη με τη μητέρα της και τη μικρότερη αδελφή της. Κατά τον απαγχονισμό του Πατριάρχη Γρηγορίου είδε το σπίτι της να παραβιάζεται και τον αδελφό του πατέρα της ανασκολοπισμένο. Κατόρθωσε να γλυτώσει τη σύλληψη καταφεύγοντας στο σπίτι ενός Άγγλου ιερέα. Με τη βοήθεια του ιερέα αυτού, του αδελφού της Αλέξανδρου αλλά και του Σπυρίδωνα Τρικούπη, κατάφερε να διαφύγει από την Κωνσταντινούπολη,  μαζί με την μητέρα και την αδελφή της, και να φτάσει στο Ναύπλιο τον Οκτώβριο του 1825.

 

Πορτραίτο της Αικατερίνης Τρικούπη (12 Φεβρουαρίου 1861, Λονδίνο) αδελφής του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, σύζυγος του πρωθυπουργού και ιστορικού Σπυρίδωνα Τρικούπη και μητέρα του επίσης πρωθυπουργού Χαρίλαου Τρικούπη και της Σοφίας Τρικούπη. Έργο του Γάλλου φωτογράφου Camille Silvy (1834-1910).

 

Τον Ιανουάριο του 1826 παντρεύεται στο Ναύπλιο τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, γάμο συμφωνημένο από τον αδελφό της και τον Τρικούπη όσο εκείνη βρισκόταν ακόμη στην Πόλη. Θα αποκτήσουν έξι παιδιά, από τα οποία δύο θα πεθάνουν σε βρεφική ηλικία και δύο, η Αγλαΐα* και ο Όθων**, σε εφηβική. Θα επιζήσουν ο Χαρίλαος, μετέπειτα πρωθυπουργός της Ελλάδας, και η Σοφία.

Η Αικατερίνη, μεγαλοπρεπής στο παράστημα, έκτακτης μόρφωσης, προσηνής και ευχάριστη στους τρόπους, ήταν υπόδειγμα γυναίκας επιφανούς, μητέρας και συζύγου μοναδικής. Στις αυλές του Παρισιού και του Λονδίνου, όπου ο Σπυρίδων Τρικούπης ήταν πρεσβευτής, είχε καταλάβει λόγω των χαρισμάτων της εξαιρετική θέση. Πέθανε στην Αίγινα, όταν πνίγηκε ενώ κολυμπούσε στην παραλία μπροστά από το σπίτι τους, σε ηλικία 71 ετών, στις 15 Ιουλίου 1871.

Υποσημειώσεις


 

* Αγλαΐα Τρικούπη. Γεννημένη στο Άργος το 1830, μετά τον θάνατο δύο βρεφών, η Αγλαΐα ήταν η μεγαλύτερη κόρη της οικογένειας και διακρινόταν για την εξυπνάδα της. Ιδιαίτερα μελετηρή, αποτελούσε παράδειγμα όχι μόνο για τα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας Τρικούπη, αλλά και για τα εξαδέλφια της, τα παιδιά των Μαυροκορδάτων. Θα πεθάνει σε ηλικία δώδεκα ετών, το καλοκαίρι του 1842, στο Λονδίνο, όπου ζούσε τότε η οικογένεια. Η Αγλαΐα θα ταφεί στην ελληνική πτέρυγα του νεκροταφείου του West Norwood, όπου σώζεται ο απέριττος τάφος της.

** Το αγγελτήριο του θανάτου του γιου τους Όθωνα, που πέθανε στην Αθήνα το 1844 μετά από σύντομη ασθένεια, σε ηλικία έντεκα ετών.

 Ο υπεραγάπητος ημών υιός Όθων Τρικούπης, ενδεκαετής την ηλικίαν, ετελεύτησε χθές περί την 11 ώραν της νυκτός μετά οκταήμερον οδυνηράν νόσον, αρπαχθείς προ ώρας παρά του αδυσωπήτου θανάτου από τον πατρικών και μητρικών αγκαλών, και αφήκεν εις τους γονείς λύπην απαρηγόρητον διά τα φυσικά αυτού προτερήματα. Οι κατατεθλιμμένοι γονείς, αναγγέλλοντας εις πάντας τους συγγενείς και φίλους και γνωρίμους την οδυνηράν ταύτην είδησιν, παρακαλούσιν αυτούς, να συνοδεύσωσι τον νεκρόν κηδευόμενον αύριον, πέμπτην του Νοεβρίου, την 10ην ώρα π.μ.

Σ. Τρικούπης

 

Πηγές

 


 

  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 23ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.
  • Λύντια Τρίχα, «Χαρίλαος Τρικούπης / Μια Βιογραφική Περιήγηση», Εκδόσεις Καπόν, Αθήνα, 2009.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (Μάνη 1804 – Κυπαρισσία 1825)

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1827.

 

 «Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…» [Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο- Παρίσι, 1830.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Μαυρομιχάλης Ιωάννης, αγνώστου, ελαιογραφία.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης  Ιωάννης (1804-1825)


 

Ιωάννης Μαυρομιχάλης. Μπεηζαδές της Μάνης και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη.

Αγωνιστής του ’21 και γιος του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Γεννήθηκε στη Μάνη το 1804 και πέθανε στην Κυπαρισσία το 1825. Στα δεκαεπτά του χρόνια αφοσιώθηκε στον εθνικό αγώνα. Μπήκε με τον πατέρα του στην Καλαμάτα και με τον αδελφό του Ηλία και το θείο του Κυριακούλη Μαυρομιχάλη πολέμησε γενναία στη μάχη του Βαλτετσίου. Κατά την εισβολή του Δράμαλη, κλείσθηκε στην ακρόπολη του Άργους, αντιτάσσοντας απεγνωσμένη άμυνα κατά του εχθρού.

Μετά την απόβαση του  Ιμπραήμ πασά στην Πελοπόννησο, οι Αιγύπτιοι λεηλατούσαν τις επαρχίες της Μεσσηνίας και την Κορώνη, στις  9 Απριλίου 1825 παρατάχθηκαν μπροστά από το φρούριο του Νεοκάστρου. Ο Ιωάννης Μαυρομιχάλης έσπευσε να εισέλθει στο φρούριο με πολλούς άλλους. Περιφερόμενος στις 14 Απριλίου 1825 στις επάλξεις για να εμψυχώσει τους Έλληνες, τραυματίστηκε και πέθανε από αυτό το τραύμα αργότερα στην Κυπαρισσία.

Στην εφημερίδα «Ελληνικά Χρονικά», που εκδιδόταν στο Μεσολόγγι από την 1η Ιανουαρίου του 1824,  διαβάζουμε:  

Μεσολόγγιον 26 Μαρτίου 1825,

«Από γράμματα Ναυπλίου των 20 του τρέχοντος…. Εις τας 16 του τρέχοντος οι εχθροί επιχείρησαν να κάμουν έφοδον κατά του Νεοκάστρου, αλλ’ απέτυχον αποκρουσθέντες από τους εντός του φρουρίου γενναίως, και πολεμηθέντες ενταυτώ και από τους έξω
πολιορκούντας αυτούς Έλληνας, μεταξύ των οποίων ο περίφημος Ολύμπιος στρατηγός Καρατάσσος, και ο νεώτερος υιός του Πέτρου Μαυρομιχάλη ο καπετάν Γιάννης έδειξαν ηρωϊσμόν μέγαν πολεμήσαντες συστάδην· ο πρώτος περικυκλωθείς από τους εχθρούς με τους περί αυτόν αιφνηδίως, αντεστάθη ικανήν ώραν, και φονεύσας πολλούς εξήλθε τελοσπάντων από τας χείρας των αβλαβής, και θριαμβευτής· ο δεύτερος, άξιος αδελφός και συγγενής των ηρώων Ηλία, και Κυριακούλη, αφού ήλθε και αυτός εις χείρας σχεδόν με τους εχθρούς, πληγωθείς την δεξιάν χείρα ετραβίχθη ενδόξως από το πεδίον της μάχης…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 25.]

«Σιμά των ειρημένων Ηλία, και Κυριακούλη, η οικογένεια του Μαυρομιχάλη επρόσφερε νεωστί και τρίτην άλλην πολύτιμον θυσίαν εις τον ιερόν της ελευθερίας βωμόν, τον νέωτατον Ιωάννην Μαυρομιχάλην η θυσία αύτη όχι μόνον διέλυσεν ως ιστόν αράχνης πάσαν αδίκως πρότερον αποδοθείσαν κατηγορίαν εις τον γηραιόν πατέρα, Πέτρον Μαυρομιχάλην, αλλ’ ηύξησαν έτι μάλλον την δόξαν και την υπόληψίν του· χωρίς να μικροψυχήση, ουδέ να δοθή όλως εις λύπην δια τον άωρον θάνατον του αγαπητού του υιού, ο γνήσιος ούτος Σπαρτιάτης εμπνευσμένος από βαθύτατον αίσθημα του πατριωτισμού επροσκάλεσεν ευθύς όλους τους συμπατριώτας του εις τα όπλα, και απεφάσισε μόνος του να τρέξη εις το πεδίον της μάχης δια να εκδικηθή το πολύτιμον αίμα αυτού του υιού του…»

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 30, 10 Απριλίου 1825].

 

«Αδελφοί Έλληνες!

Ευχαρίστως έπιον και το πικρόν τούτο ποτήριον. Εθυσιάσθη ενδόξως μαχόμενος υπέρ πίστεως και υπέρ πατρίδος και έτερος φίλτατός μου υιός Ιωάννης Μαυρομιχάλης, όστις ετραυματίσθη κατά την εν Νεοκάστρω μάχην εις τας 14 του παρόντος ανδρείως πολεμών τον βάρβαρον εχθρόν, και μετά οκτώ ημέρας παρέδωκε το πνεύμα του εις τον θεόν.

Ούτος ο ένδοξος μάρτυς της φιλτάτης ελευθερίας, ήδη επαναπαύεται εις τους κόλπους του Αβραάμ και αγάλλεται αξιωθείς να επισφραγίση την δόξαν του με τοιούτον έντιμον θάνατον. Γαίαν έχοις ελαφράν, τέκνον γλυκύτατον των αθανάτων προπατόρων σου, άξιον και των μαχιμωτάτων αδερφού σου και θείου σου Ηλιού και Κυριακούλη εφάμιλλον! ο θάνατός σου ήδη βαλσαμόνει τας κινδυνώδεις πληγάς, όσας αι δειναί περιστάσεις ήνοιξαν εις την καρδίαν μου, επειδή με δίδει χρηστάς ελπίδας ότι της Σπαρτιατικής ευθαρσίας σου το παράδειγμα το αξιομίμητον θα ελευθέρωση το πατρώον έδαφος από την στυγεράν παρουσίαν των απάνθρωπων τυράννων˙ ναι αδερφοί Έλληνες! και φίλτατοί μου Σπαρτιάται! το γενναίον παράδειγμα του νεανίσκου τούτου μιμούμενοι δράμετε να εκδικηθήτε το αίμα του»

Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Εν Τριπολιτσά, 25 Μαρτ. 1825.

[Ελληνικά Χρονικά, φ. 32.]

  

Πηγές


  • Παύλος Δρανδάκης, «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια», Τόμος 16ος, Εκδοτικός Οργανισμός «Ο Φοίνιξ», Αθήναι, χ.χ.  
  • Δήμητρα Κουκίου – Μητροπούλου, «Adam Friedel / Προσωπογραφίες Αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.

Read Full Post »

Ο Λαμαρτίνος στο Ναύπλιο του 1832


 

Ο Αλφόνσος Λαμαρτίνος (Alphonse de Lamartine 1790 – 1869), γνωστός από το έργο του «Ποιητικοί Στοχασμοί» , έργο  που θεωρήθηκε ορόσημο του ρομαντισμού, το 1832 πραγματοποίησε ένα ταξίδι αναψυχής στην Ανατολή, με βασικούς σταθμούς την Ελλάδα, την Τουρκία, τη Συρία και τον Λίβανο. Τότε, η πολύ πρόσφατα απελευθερωμένη Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα ερήμωσης και καταστροφής. Αυτήν την Ελλάδα θα δει ο ποιητής και θα την αποτυπώσει στο ημερολόγιο καταστρώματος που κρατάει, αρχίζοντας από τις  ακτές του Ναυαρίνου, όπου φτάνει στις 6 Αυγούστου. Οι ταξιδιωτικές εξιστορήσεις του εκδόθηκαν σχεδόν αμέσως,  το 1835, σε τετράτομο έργο με τον τίτλο,  «Souvenirs impressions, pensées et paysages pendant un voyage en Orient (1832-1833) ou notes d’un voyageur, par M. Alphonse de Lamartine, membre de l’Académie Française En quatre volumes Paris Librairie de Charls Gosselin, Librairie de Furne, 1835», κυρίως για οικονομικούς λόγους. Το έργο γνωρίζει τεράστια επιτυχία, το 1841 παίρνει τον οριστικό τίτλο  «Voyage en Orient», και ως το 1868 τυπώνεται πάνω από δεκαπέντε φορές. Ας δούμε τη γράφει  ο Λαμαρτίνος για την Αργολίδα και ειδικότερα για το Ναύπλιο, τον Αύγουστο του 1832. 

 

 

Alphonse de Lamartine - Πίνακας του Decaisne (1839).

[…] Μπαίνουμε σ’ έναν ευρύχωρο κόλπο, είναι ο Αργολικός κόλπος· έχουμε τον άνεμο πίσω μας και τρέχουμε γρήγορα σαν γλάροι που πετούν· τα βράχια, τα βουνά, τα νησιά των δύο παραλιών φεύγουν μπροστά μας σαν σκοτεινά σύννεφα. Νυχτώνει· διακρίνουμε κιόλας τον βυθό του κόλπου, μολονότι έχει δέκα λεύγες βάθος· τα κατάρτια τριών στόλων που είναι αγκυροβολημένοι μπροστά στο Ναύπλιο διαγράφονται σαν χειμωνιάτικο δάσος με φόντο τον ουρανό και την πεδιάδα του Άργους.

Σε λίγο σκοτεινιάζει εντελώς· ανάβουν φωτιές στις πλαγιές των βουνών και στα δάση όπου οι Έλληνες βοσκοί φυλάνε τα κοπάδια τους· τα πλοία ρίχνουν τον βραδινό κανονιοβολισμό. Βλέπουμε διαδοχικά τη λάμψη από τις μπουκαπόρτες των εξήντα αραγμένων σκαφών, όμοια με τους δρόμους μιας μεγαλούπολης η οποία φωτίζεται από τα φανάρια της· μπαίνουμε σ’ αυτόν τον λαβύρινθο των πλοίων και ρίχνουμε άγκυρα αργά τη νύχτα κοντά σ’ ένα μικρό φρούριο που προστατεύει τον όρμο του Ναυπλίου, απέναντι από την πόλη, κάτω από τη σκιά του κάστρου του Παλαμηδιού.

 

9 Αυγούστου 1832

Σηκώνομαι με την ανατολή του ήλιου για να δω επιτέλους από κοντά τον Αργολικό κόλπο, το Άργος, το Ναύπλιο, τη σημερινή πρωτεύουσα της Ελλάδας. Τέλεια απογοήτευση: το Ναύπλιο είναι μια άθλια κωμόπολη, χτισμένη στο άκρο ενός βαθιού και στενού κόλπου, πάνω σε μια λουρίδα γης πεσμένη από τα ψηλά βουνά που δεσπόζουν σε όλη την ακτή· τα σπίτια δεν έχουν κανένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό· έχουν το σχήμα των πιο κοινών χωριάτικων κατοικιών της Γαλλίας ή της Σαβοΐας.

Τα περισσότερα είναι κατεστραμμένα και οι τοίχοι τους, γκρεμισμένοι από τις κανονιές του τελευταίου πολέμου, βρίσκονται ακόμα σωριασμένοι καταμεσής του δρόμου. Στην παραλία υψώνονται δυο-τρία καινούργια σπίτια, βαμμένα με χτυπητά χρώματα, ενώ μερικά καφενεία και ξύλινα μαγαζιά είναι χτι­σμένα πάνω σε πασσάλους που προχωρούν μέσα στη θάλασσα: αυτά τα πλωτά καφενεία και οι εξέδρες είναι κατειλημμένα από μερικές εκατοντάδες Έλληνες που φορούν τις πιο επιτηδευμένες αλλά και τις πιο βρόμικες φορεσιές· καθισμένοι ή ξαπλωμένοι στα σανίδια ή πάνω στην άμμο σχηματίζουν διάφορες γραφικές ομάδες.

 

 

Οι φυσιογνωμίες είναι ωραίες, αλλά θλιμμένες και άγριες· το βάρος της αργίας φαίνεται σε κάθε τους στάση. Η τεμπελιά των Ναπολιτάνων είναι γλυκιά, ήσυχη και εύθυμη: είναι η νωχέλεια της ευτυχίας· η τεμπελιά αυτών των Ελλήνων είναι βαριά, δύσθυμη, σκυθρωπή· είναι ένα ελάττωμα που αυτοτιμωρείται. Αποστρέφουμε το βλέμμα μας από το Ναύπλιο, για να θαυμάσουμε το όμορφο κάστρο του Παλαμηδιού· κυριαρχεί σ’ ολόκληρο το βουνό που υψώνεται πάνω από την πόλη· τα τείχη με τις επάλξεις είναι σαν τη δαντελωτή επιφάνεια ενός φυσικού βράχου.

Πού είναι όμως το Άργος; Ένας απέραντος κάμπος, άγονος και γυμνός, σπαρμένος με έλη, απλώνεται και στρογγυλεύει στο βάθος του κόλπου, περιτριγυρισμένος από γκρίζες οροσειρές. Στο βάθος του κάμπου, σε απόσταση δύο λευγών περίπου προς το εσωτερικό, διακρίνουμε ένα ύψωμα που έχει στην κορφή του μερικά οχυρωματικά τείχη και προστατεύει με τη σκιά του μια γκρεμισμένη κωμόπολη: αυτό είναι το Άργος.

Λίγο πιο πέρα βρίσκεται ο τάφος του Αγαμέμνονα. Τι με ενδιαφέρει όμως ο Αγαμέμνων και το βασίλειό του; Αυτές οι ιστορικές και πολιτικές παρελθοντολογίες έχασαν το ενδιαφέρον του καινούργιου και του αληθινού. Το μόνο που θα ‘θελα να δω είναι μια κοιλάδα της Αρκαδίας· προτιμώ ένα δέντρο, μια πηγή στα ριζά του βράχου, μια ροδοδάφνη στην όχθη ενός ποταμού, κάτω από την γκρεμισμένη καμάρα μιας γέφυρας σκεπασμένης με κληματσίδες, παρά το μνημείο κάποιου κλασικού βασιλείου που δεν ανακαλεί πια τίποτα στον νου μου, εξόν από την πλήξη την οποία μου έδωσε στα παιδικά μου χρόνια.

 

10 Αυγούστου 1832

Περάσαμε δύο μέρες στο Ναύπλιο· η Τζούλια [η κόρη του] με ανησυχεί πάλι. Θα μείνω λίγες μέρες ακόμα εδώ ώσπου να γίνει εντελώς καλά. Μένουμε στη στεριά, στο δωμάτιο ενός άθλιου πανδοχείου, απέναντι από έναν ελληνικό στρατώνα. Οι στρατιώτες είναι όλη μέρα ξαπλωμένοι κάτω από τη σκιά των ξεχαρβαλωμένων τοίχων, μέσα στους δρόμους και τις πλατείες της πόλης· οι φορεσιές τους είναι πλούσιες και γραφικές· στα χαρακτηριστικά τους έχουν αποτυπωθεί η αθλιότητα, η απελπισία και όλα τα άγρια πάθη που ανάβει και συδαυλίζει στις άγριες ψυχές ο εμφύλιος πόλεμος. Αυτόν τον καιρό στον Μοριά βασιλεύει τέλεια αναρχία.

Οι φατρίες αλληλοεξοντώνονται συνεχώς και ακούμε τις τουφεκιές των Κλεφτών και των Κολοκοτρωναίων, που πολεμούν από την άλλη πλευρά του κόλπου ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα. Κάθε φορά όπου έρχεται ταχυδρομείο από τα βουνά, μαθαίνουμε για μια πυρκαγιά σε κάποια πόλη, για τη λεηλασία μιας πεδιάδας, για τη σφαγή ενός πληθυσμού από τη μια ή την άλλη μερίδα που καταστρέφουν την ίδια τους την πατρίδα. Δεν μπορείς να βγεις από το Ναύπλιο χωρίς να κινδυνέψεις να φας καμιά τουφεκιά.

Ο πρίγκιπας Καρατζάς* έχει την καλοσύνη να μου παραχωρήσει μια συνοδεία από τα παλικάρια του για να πάω να επισκεφτώ τον τάφο του Αγαμέμνονα, και ο στρατηγός Κορμπέ,** που διοικεί τα γαλλικά στρατεύματα, βάζει κι αυτός ένα δικό του στρατιωτικό απόσπασμα· αρνούμαι· δεν θα ‘θελα, από ένα κενό ενδιαφέρον για κάποιο αξιοθέατο, να βάλω σε κίνδυνο τη ζωή μερικών ανθρώπων, είναι κάτι που δεν θα συγχωρούσα ποτέ στον εαυτό μου.

 

12 Αυγούστου 1832 

Η Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. François Marie Joseph Estourmel.

Σήμερα το πρωί παρακολούθησα μια συνεδρίαση του ελληνικού κοινοβουλίου.*** Η αίθουσα είναι ένα ξύλινο υπόστεγο· οι τοίχοι και η στέγη είναι φτιαγμένα από σανίδες έλατου που χάσκουν· οι βουλευτές κάθονται σε ψηλούς πάγκους, ολόγυρα σ’ ένα αλώνι από άμμο, και μιλούν από τη θέση τους. Καθόμαστε πάνω σ’ έναν σωρό από πέτρες στην είσοδο της αίθουσας, για να τους δούμε που θα ‘ρχονται. Καταφθάνουν ο ένας ύστερα από τον άλλον, καβάλα στο άλογο, και με συνοδεία μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάλογα με τη σπουδαιότητα του αρχηγού. Ο βουλευτής ξεπεζεύει, ενώ τα παλικάρια του, αρματωμένα με θαυμάσια όπλα, μαζεύονται λίγο πιο πέρα σ’ έναν μικρό χώρο που περιβάλλει την αίθουσα.

Αυτός ο χώρος μοιάζει με στρατόπεδο ή με καραβάνι. Το ύφος των βουλευτών είναι αρειμάνιο και αγέρωχο· μιλούν δίχως να μπερδεύουν τα λόγια τους, χωρίς διακοπές, με φωνή συγκινημένη αλλά σταθερή, μετρημένη και αρμονική. Δεν έχουν καμιά σχέση με εκείνα τα άγρια, απωθητικά πρόσωπα που είδαμε στους δρόμους του Ναυπλίου· είναι οι αρχηγοί ενός ηρωικού λαού, οι οποίοι κρατούν ακόμα στο χέρι το τουφέκι ή το σπαθί που χρησιμοποίησαν λίγο νωρίτερα για να τον απελευθερώσουν, και τώρα συζητούν όλοι μαζί για να βρουν τον τρόπο που θα εξασφαλίσει την εδραίωση της ελευθερίας τους. Το κοινοβούλιό τους είναι πολεμικό συμβούλιο.

Δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί τίποτα πιο απλό και συνάμα πιο επιβλητικό από το θέαμα αυτού του οπλισμένου έθνους που συζητάει πάνω στα ερείπια της πατρίδας του, κάτω από έναν σανιδένιο θόλο ο οποίος υψώνεται καταμεσής στα χωράφια, ενώ οι στρατιώτες γυαλίζουν τα άρματά τους στην είσοδο αυτής της συγκλήτου και τα άλογα χλιμιντρίζουν ανυπομονώντας να ξαναπάρουν τα μονοπάτια των βουνών. Ανάμεσα στους αρχηγούς συναντάς θαυμάσια πρόσωπα, ωραία, έξυπνα, ηρωικά: είναι οι βουνίσιοι. Αναγνωρίζεις εύκολα τους Έλληνες νησιώτες εμπόρους από τα θηλυπρεπέστερα χαρακτηριστικά τους, από την καπατσοσύνη που εκφράζει η φυσιογνωμία τους. Το εμπόριο και το καθισιό μέσα στις πόλεις αφαίρεσαν από το πρόσωπό τους κάθε ευγένεια και δύναμη, για να αποτυπώσουν τη σφραγίδα της χυδαίας επιτηδειότητας και της πονηριάς που τους χαρακτηρίζει.

 

13 Αυγούστου 1832

Όμορφη γιορτή που έδωσε στο πλοίο του ο ναύαρχος Χόθαμ, κυβερνήτης του αγγλικού στόλου στον όρμο του Ναυπλίου· μας ξεναγεί στο καράβι του με τα τρία καταστρώματα, το Σαιν-Βενσάν, και δίνει εντολή στα πληρώματα να αναπαραστήσουν μια ναυμαχία. Να βλέπεις ένα πλοίο με χίλιους εξακόσιους άντρες, και μάλιστα την ώρα της μάχης, είναι το αριστούργημα της ανθρώπινης νοημοσύνης.

Εξαίρετος άνθρωπος, στο πρόσωπο και τους τρόπους του σμίγουν σ’ ένα σπάνιο συνταίριασμα η ευγένεια του παλαιού πολεμιστή και η καλοσυνάτη γλυκύτητα του φιλόσοφου, κοινό χαρακτηριστικό των ωραίων αντρικών φυσιογνωμιών της αγγλικής αριστοκρατίας. Προσφέρεται να μας δώσει ένα από τα πολεμικά του σκάφη για να μας συνοδέψει ως τη Σμύρνη. Αρνούμαι και ζητώ αυτή την εξυπηρέτηση από τον ναύαρχο Υγκόν, κυβερνήτη του γαλλικού στόλου.

Συμφωνεί να μας δώσει το μπρίκι το Πνεύμα που το κυβερνάει ο πλοίαρχος Κουνέο ντ’ Ορνάνο· δεν θα μας συνοδέψει όμως πάρα μόνο ως τη Ρόδο. Δειπνώ στο σπίτι του κυρίου Ρουέν, πρεσβευτή της Γαλλίας στην Ελλάδα· παραλίγο να την είχα εγώ αυτή τη θέση την εποχή της Παλινόρθωσης. Με συγχαίρει που δεν την πήρα. Ο κύριος Ρουέν, που έζησε στο Ναύπλιο όλες τις κακές ημέρες της ελληνικής αναρχίας, λαχταράει να απαλλαγεί από αυτή τη θέση. Παρηγοριέται για τις αυστηρές συνθήκες της εξορίας του με το να υποδέχεται τους συμπατριώτες του και να εκπροσωπεί, με τέλεια άνεση και εγκαρδιότητα, την υψηλή προστασία της Γαλλίας προς μία χώρα που πρέπει να την αγαπάς για το παρελθόν και για το μέλλον της[…].

 

Υποσημειώσεις


 

* Επιφανής οικογένεια Φαναριωτών. Εδώ πρόκειται μάλλον για τον Κωνσταντίνο Καρατζά, γιο του Ιωάννη, που είχε σταλεί από τον πατέρα του με πολεμοφόδια στο Ναυαρίνο. Απογοητευμένος από τα αποτελέσματα της Συνέλευσης της Επιδαύρου, έφυγε από την Ελλάδα, όπου ξαναγύρισε μετά την απελευθέρωση.

** Ο Γκυγιώμ Κορμπέ (1779-1842) ακολούθησε τον στρατηγό Μαιζών στην Πελοπόννησο και έγινε διοικητής του Ναυαρίνου, της Μεσσηνίας και του Ναυπλίου. Το 1831 ανέλαβε την αρχηγία των γαλλικών στρατευμάτων της Πελοποννήσου και το 1832, λίγο μετά τη διέλευση του Λαμαρτίνου από το Ναύπλιο, επέστρεψε στη Γαλλία.

*** Ο Γάλλος κόμης d’ Estourmel (Εστουρμέλ), ο οποίος ταξίδεψε στην Ελλάδα το 1832, στο βιβλίο του Journal d’un voyage en Orient, Paris, 1844, αναφέρεται στην Εθνοσυνέλευση της Πρόνοιας, που επικύρωσε το 1832 την εκλογή του Όθωνα στον ελληνικό θρόνο. Ο περιηγητής έφτασε πολύ κοντά στο σημείο των συνεδριάσεων και γράφει: «Υπάρχει κάτι παράξενο και γραφικό σ΄ αυτή τη σύναξη των εκπροσώπων του ελληνικού λαού κάτω από ένα υπόστεγο στο ύπαιθρο, τόσο κοντά στην πρωτεύουσα του Αγαμέμνονα. Παρακολουθώ τις συνεδριάσεις. Δεν καταλαβαίνω βέβαια αυτά που λένε οι αξιότιμοι βουλευτές…. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εγκαταλείψει τις ωραίες ενδυμασίες τους και υιοθέτησαν τα φράγκικα ρούχα».  

 

Πηγές


  • «Τρεις Γάλλοι ρομαντικοί στην Ελλάδα – Λαμαρτίνος, Νερβάλ, Γκωτιέ», Μετάφραση: Μέντζου Βάσω, Εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1990.
  • Lamartine Alphonse de, «Voyage en Orient», Paris, 1855.
  • Αφροδίτη Κουρία, «Το Ναύπλιο των περιηγητών», έκδοση Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος, Αθήνα, 2007.
  • Estourmel Joseph de (Comte), «Journal d’un voyage en Orient», Paris, 1844.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »