Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Argolikos Arghival Library History and Culture’

Οι Κυβερνητικές πολιτικές υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου (1821-1832)


 

Η απουσία ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και κοινωνικής πρόνοιας ασθενών και τραυματιών έγινε ιδιαίτερα αισθητή στον ελλαδικό χώρο κατά τη διάρκεια της Επανάστασης. Οι Έλληνες από τις πρώτες κιόλας μέρες του αγώνα της Ανεξαρτησίας είχαν να αντιμετωπίσουν εκτός από τους τραυματίες των μαχών και τους νοσούντες από επιδημικές και όχι μόνο ασθένειες. Αναπόφευκτα δηλαδή επακόλουθα των ανύπαρκτων μέτρων υγιεινής που χαρακτήριζαν τα στρατόπεδα των μαχητών και τις πόλεις που συγκεντρώνονταν οι πρόσφυγες.

 

Το Παλαμήδι και αριστερά κάτω, τμήμα του παλαιού Στρατιωτικού Νοσοκομείου, δεκαετία 1930.

 

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο- και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

 

Νοσηλευτικά ιδρύματα


 

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν- το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11.11.1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

 

Πολιτικά νοσοκομεία


 

Τρεις μήνες μετά την απελευθέρωση του Ναυπλίου παρατηρείται η ύπαρξη στην πόλη πολιτικού νοσοκομείου. Εξαιτίας όμως των ειδικών συνθηκών που επικρατούσαν η οργάνωσή του υπήρξε υποτυπώδης με αποτέλεσμα να απέχει πολύ από τη λειτουργία ενός νοσηλευτικού ιδρύματος  όπως  την  αντιλαμβανόμαστε  σήμερα. Έως το Νοέμβριο του ίδιου χρόνου (1823) – οπότε και διέκοψε προσωρινά τη λειτουργία του- το νοσοκομείο προσέφερε τις υπηρεσίες του στον άμαχο πληθυσμό, σε πολυάριθμους από τύφο ασθενείς και σε στρατιωτικούς. Πρώτος γιατρός του ιδρύματος ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Η αναστολή της λειτουργίας του νοσοκομείου άφησε δυσαναπλήρωτο κενό στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας και κατέστησε φανερή την αναγκαιότητα της επαναλειτουργίας του. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση άρχισαν από τα τέλη του 1823. Αυτό προκύπτει άλλωστε από έγγραφο που απέστειλε ο φρούραρχος του Ναυπλίου, Νικηταράς, προς το Υπουργείο των Εσωτερικών με το οποίο ζητούσε να λειτουργήσει ξανά το νοσοκομείο. Χωρίς τελικά να εισακουστεί το αίτημά του.

Λίγους μήνες αργότερα την πρόταση – που αυτή τη φορά είχε θετική ανταπόκριση- επανέλαβαν στους ιθύνοντες οι Φρ. Βολόης και Νικόλαος Γερακάρης. Έτσι, τον Αύγουστο του 1824 η κυβέρνηση του Γ. Κουντουριώτη ικανοποιώντας και την απαίτηση των πολιτών παραχώρησε « εθνικήν τινά οικίαν εις την κοινότητα του Ναυπλίου, όπως χρησιμεύση ως Νοσοκομείον προς περίθαλψιν των ενδεών εκείνων, οίτινες από τας κακοπαθείας του πολέμου υποπίπτοντες εις νόσον απέθνησκον οτέ  μεν, εν ταις οδοίς οτέ δε εν κατωγείοις». Την διεύθυνση του ανασυσταθέντος νοσοκομείου ανέλαβε διορισμένη επιτροπή αποτελούμενη από τους Νικόλαο Γερακάρη, γιατρό από την Κεφαλονιά, Νικόλαο Καλλέργη και Θεόδωρο Βαλλιάνο.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσελήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Τα σπουδαιότερα έσοδα του νοσοκομείου προέρχονταν από το Δικαστήριο των Λειών (1%) και από το ειδικό τέλος 1/4 του γροσίου (10 παράδες) επί τοις εκατό στα εισαγόμενα και εξαγόμενα από το τελωνείο του Ναυπλίου εμπορεύματα.

Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Η Πύλη του Πολιτικού Νοσοκομείου πάνω από τον Ψαρομαχαλά, δεκαετία 1930.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε- από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά- στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών.

Ως οικοδομική βάση, από τον Μ. Γ. Λαμπρυνίδη, θεωρούνται τα ερείπια του ιδρυθέντος στο Ναύπλιο κατά το τέλος του 14ου αιώνα – με έξοδα του Δούκα των Αθηνών και αυθέντη της Κορίνθου Ατζαγιόλι- Α’ Νοσοκομείου των Πτωχών, το οποίο ανακαινίστηκε από τον Καποδίστρια. Ο Γ. Δημακόπουλος αναφέρει ως περισσότερη πιθανή την εκδοχή να χρησιμοποιήθηκε σαν οικοδομική βάση το ερείπιο  παλιάς  οικίας,  που  ίσως να πρόκειται για εκείνη την οποία ζητούσε ο Νικηταράς το 1823.

Σε έγγραφό του 1853 «περί παραχωρήσεως της εντός του περιβόλου του Δημοτικού Νοσοκομείου αποθήκης» του Δημάρχου Ν. Μαράτου προς το Νομάρχη Αργολίδας δίνεται μια συνοπτική εικόνα για την ιστορία του νοσοκομείου από την ίδρυσή του. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ζητήθηκε το 1825 από την Κυβέρνηση και παραχωρήθηκε στο Δήμο Ναυπλίας «οικία ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγεινοτέραν… εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείο», στοιχείο δηλαδή που πιστοποιεί ότι ήδη το 1825 το νοσοκομείο λειτουργούσε στην ίδια θέση που λειτούργησε αργότερα το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον.

Σε άλλο έγγραφο με το οποίο οι στρατιωτικές αρχές της πόλης παρέδωσαν το κτίριο του νοσοκομείου στην Βασ. Επαρχία Ναυπλίας (10.7.1836) αντλούσε στοιχεία για τη διαρρύθμιση του χώρου, σύμφωνα με τα οποία το οίκημα ήταν μεν τριώροφο, αλλά πολύ μικρό για να καλύψει τις νοσηλευτικές ανάγκες των κατοίκων του Ναυπλίου.

 

Το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον


 

Το παλαιό Στρατιωτικό Νοσοκομείο, δεκαετία 1930.

Ο Καποδίστριας αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του ανέθεσε στο Βαυαρό συνταγματάρχη Karl Heideck να ιδρύσει στην πόλη νοσοκομείο για τους στρατιωτικούς, το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας (Αύγουστος 1828). Οι λόγοι που επέβαλλαν την ύπαρξη ενός τέτοιου ιδρύματος δεν ήταν μόνο συναισθηματικοί, αφού ο Heideck όντας ο ίδιος στρατιωτικός γνώριζε την κατάσταση που επικρατούσε στον τομέα της υγειονομικής φροντίδας των αγωνιστών, αλλά και πρακτικοί, αφού η περίθαλψη και η ίαση των ασθενών τόνωνε το ηθικό του στρατού, βελτίωνε τις συνθήκες διαβίωσής του και συνέβαλλε στη διατήρηση υγιών, εύρωστων και αξιόμαχων στρατιωτικών σωμάτων.

Το ίδρυμα ξεκίνησε τη δράση του τον Αύγουστο του 1828 και ως αμιγώς στρατιωτικό προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τον Ιούνιο του 1832. Η έρευνα για το εν λόγω νοσοκομείο σταματά τον Ιούνιο του 1832, αφού έκτοτε δέχεται εκτός από στρατιώτες και πολίτες ασθενείς. Στη μετατροπή του ιδρύματος σε «κοινό» καθοριστικό ρόλο έπαιξε το γεγονός ότι από το Μάιο του 1832 το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας επιτάχθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες τους.

Αναφορά για το συγκεκριμένο νοσοκομείο κάνει ο Heideck στα απομνημονεύματά του: «…Ίδρυσα και έκτισα δύο νοσοκομεία εν Ναυπλίω, ων το μεν εχρησίμευσεν ως πολιτικόν κατά διαταγήν του ΚυΒερνήτου, έτερον δε ως στρατιωτικόν εν Ίτς-Καλέ, όπου ιδρύθη και το Κεντρικόν Φαρμακείον…». Πρόσθετα στοιχεία για την επιλογή του χώρου, τη δυναμικότητα του, το προσωπικό του, τους πόρους λειτουργίας του, μας παρέχει και πάλι ο Heideck μέσω της παραίτησης που υπέβαλλε από την αρχηγία του Τακτικού Σώματος (3.7.1829) για λόγους υγείας.

Για τη θέση του ιδρύματος επιλέχτηκε χώρος μέσα στο κάστρο της Ακροναυπλίας (Ίτς-Καλέ) στα ανατολικά του Ωρολογίου, λόγω του ευκραούς του αέρος και της καλής του θέσεως. Στην ίδια περιοχή είχε την έδρα του και το Κεντρικόν Φαρμακείου.

Οι κτιριολογικές ανάγκες του νοσοκομείου καλύφθηκαν από την επισκευή παλαιότερου ερειπωμένου κτιρίου. Πρόκειται μάλλον για κτίριο ενετικής κατασκευής, όπως σημειώνει ο Δημακόπουλος ο οποίος εξέτασε τμήμα του ημιυπογείου του. Σε φωτογραφία της Ακροναυπλίας των αρχών του 20ου αιώνα εικονίζεται διώροφο κτίσμα λίθινης κατασκευής με τμήμα ημιυπόγειου, συνολικής έκτασης περίπου 500 τ.μ.

Η ύπαρξη και μόνο μιας οικοδομής δεν επαρκεί για να λειτουργήσει ένα νοσηλευτικό ίδρυμα. Για το σκοπό αυτό οι ιθύνοντες φρόντισαν από την αρχή να το στελεχώσουν κατάλληλα τόσο σε ιατρικό όσο και βοηθητικό προσωπικό. Τους πέντε πρώτους μήνες (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1828) το νοσοκομείο διέθετε πενταμελές προσωπικό: …αρχίατρον, φαρμακοποιόν, επιστάτην, γραίας τινάς (2) διά το μαγειρίον και το πλύσιμον… Σύντομα όμως (Δεκέμβριος 1828) λόγω του πλήθους των ασθενών – νοσηλεύονταν περισσότερα από 100 άτομα ανά μήνα – προσελήφθηκε και πρόσθετο νοσηλευτικό προσωπικό. Από τις αρχειακές πηγές προκύπτει επίσης πως στο νοσοκομείο αυξήθηκε και το ιατρικό προσωπικό, αφού από το Μάιο του 1830 το ίδρυμα διέθετε εκτός από αρχίατρο και δύο γιατρούς, τους Νικόλαο Χορτάκη και Ιωάννη Ολύμπιο.

Διευθυντής του στρατιωτικού νοσοκομείου από την πρώτη κιόλας μέρα της ίδρυσής του ανέλαβε ο Treiber. Ο τελευταίος διορίσθηκε αρχίατρος του στρατού και διευθυντής του εν λόγω ιδρύματος αμέσως μόλις ο Heideck ανέλαβε τη διεύθυνση του Τακτικού Στρατού. Ο Treiber κατείχε τη συγκεκριμένη θέση καθ’ όλη τη διάρκεια της περιόδου που εξετάζουμε (1828-1832), όπως τουλάχιστον προκύπτει από αναφορές στο πρόσωπό του και τις υπογραφές του σε έγγραφα του νοσοκομείου.

Στο προσωπικό του νοσηλευτικού ιδρύματος υπήρχε και θέση επιστάτη, οι αρμοδιότητες του οποίου σχετίζονταν με τη σωστή λειτουργία, την ευταξία, την οικονομική διαχείριση και τη διακίνηση των ασθενών του νοσοκομείου. Το Μάρτιο του 1831 η νοσηλευτική υπηρεσία (νοσηλευτές και βοηθητικοί) του ιδρύματος διέθετε πια 9 άτομα. Πρόκειται για τους Νικόλαο Αδάμ (επινοσοκόμος), Ιωάννη Τσάκωνα, Γεώργιο, Νικόλαο (νοσοκόμοι), Σπύραινα, Γεώργαινα (μαγείρισσες), Βιολέτα (πλύστρα), Δημήτριο (μουλαράς).

Επειδή ο Heideck γνώριζε πως για τη λειτουργία και τη βιωσιμότητα ενός νοσηλευτικού ιδρύματος χρειάζονταν οι αναγκαίοι πόροι, φρόντισε να εφαρμόσει άλλα μέσα χρηματοδότησης εκτός από τις κρατικές επιχορηγήσεις, τα οποία δε θα επιβάρυναν το Εθνικόν  Ταμείον. Σύμφωνα με τα  μέτρα  αυτά  τα  έξοδα  του  νοσοκομείου  θα καλύπτονταν αφενός από την πώληση των μερίδων ψωμιού που αναλογούσαν στους νοσηλευόμενους στρατιώτες και αφετέρου με την παρακράτηση 10 παράδων από τους μισθούς των ασθενών και τραυματιών για κάθε μέρα νοσηλείας τους.

Αρχικά λοιπόν στο μεγαλύτερο μέρος τους οι πόροι του νοσοκομείου προέρχονταν από τα νοσήλια των ίδιων των στρατιωτών και δευτερευόντως από το πλεόνασμα του προηγούμενου μήνα. Μετά την παραίτηση του Heideck παρουσιάστηκαν οικονομικά προβλήματα στο νοσοκομείο. Για να ισοσκελιστούν τα έσοδα και τα έξοδα αυξήθηκε η παρακράτηση στο μισθό των νοσηλευόμενων στρατιωτών από 10 παράδες σε 15 λεπτά, ενώ παράλληλα θεσπίστηκε ως πρόσθετο μέτρο η παρακράτηση μέρους από το μισθό των αξιωματικών. Αυτό άλλωστε υποδηλώνει η αναφορά του Gerard ότι: Η ανάθεσις αύτη, διά την ευταξίαν της λογιστικότητος, είναι ανάγκη να ενεργηθή εις τον μισθό των αξιωματικών διά τον μήνα Δεκέμβριον. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η επιστολή που αποστέλλουν οι γιατροί του στρατιωτικού νοσοκομείου προς τον Κυβερνήτη με την οποία παραπονιούνται για τη μείωση του μισθού τους.

Οι οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζει το νοσοκομείο προκύπτουν και από την αλληλογραφία του στρατιωτικού διοικητή Gerard με το Γραφείον του Μισθού και των Αναθεωρήσεων της Στρατιωτικής Οικονομίας (Αύγουστος-Δεκέμβριος 1830) και του Τυπικού Τάγματος. Στις επιστολές διαφαίνεται πως τα στρατιωτικά σώματα δεν κατέβαλλαν τακτικά τα έξοδα νοσηλείας των στρατιωτών τους με αποτέλεσμα το ίδρυμα να μην μπορεί να εκπληρώσει σωστά το έργο του. Το ενδιαφέρον της ανωτέρω επιστολής έγκειται στο ποσό που αναλογούσε για κάθε μέρα νοσηλείας ενός στρατιώτη στο νοσοκομείο, το οποίο ανερχόταν σε 15 λεπτά.

Σύμφωνα με την πληροφόρηση που διαθέτουμε από τον Heideck το στρατιωτικό νοσηλευτικό ίδρυμα ξεκίνησε το έργο του έχοντας την δυνατότητα να παρέχει ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε 42 ασθενείς. Πριν ολοκληρώσει τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του (Ιούλιος 1829) προστέθηκαν στο νοσοκομείο και νέες κλίνες (16), ανεβάζοντας έτσι τη δυναμικότητά του στους 58 ασθενείς. Ένα χρόνο αργότερα λόγω της πληθώρας των ασθενών που το νοσοκομείο είχε να καλύψει, ο Gerard εισηγείται στη Γραμματεία των Στρατιωτικών να τοποθετηθούν στον προαύλιο χώρο του νοσοκομείου δύο σκηνές (Ιούλιος 1830). Επιπρόσθετα στην ίδια αναφορά ζητά έναν χειρουργό από το Πρότυπον Τάγμα με σκοπό να καλυφθούν οι αυξημένες χειρουργικές ανάγκες που είχαν προκύψει.

Τα στοιχεία που διαθέτουμε για την κίνηση των ασθενών στο εν λόγω ίδρυμα δεν αποτελούν πλήρη σειρά και γι’ αυτό δεν μπορούν να αποτυπώσουν με ακρίβεια την κατάσταση που διαμορφώθηκε σε όλη την περίοδο της λειτουργίας του. Εντούτοις οι κατάλογοι των νοσηλευθέντων στρατιωτών παρουσιάζουν ενδιαφέρον για την κίνηση των ασθενών, τους θανάτους, τα ποσοστά ίασης, τη νοσολογία της εποχής. Οι πληροφορίες προέρχονται από καταλόγους παθολογικά νοσηλευθέντων στρατιωτών για τους μήνες Νοέμβριος 1828, Φεβρουάριος 1829, Οκτώβριος 1831. Οι συνηθέστερες ασθένειες που καταγράφονται στα εν λόγω έγγραφα ήταν πυρετοί από ελονοσία, τύφο, γαστρεντερικοί, καταρροϊκοί, πνευμονία, δυσεντερία, αφροδίσια νοσήματα και ψώρα. Από τα εξιτήρια που δόθηκαν στη διάρκεια της λειτουργίας του νοσοκομείου (53% – 66,4%) και το μικρό ποσοστό θανάτων (1,8% -5,3%) εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει πως οι ασθενείς στο σύνολο τους ήταν σχεδόν ιάσιμες.

Μοιραίες μπορούσαν να αποβούν νόσοι, όπως η ελονοσία, ο τύφος, η δυσεντερία, οι οποίες και προκάλεσαν τους τρεις θανάτους στο νοσοκομείο. Τα ποσοστά που προαναφέρθηκαν μας οδηγούν στο συμπέρασμα πως το νοσηλευτικό ίδρυμα αν και νεοσύστατο πραγματοποιούσε το έργο του επιτυχώς. Λαμβάνοντας μάλιστα υπόψη τα πενιχρά μέσα της εποχής μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο αριθμός των αποβιωσάντων ήταν σχεδόν μηδαμινός. Στην κατάσταση αυτή συνέβαλλε όχι μόνο ο εξοπλισμός του, αλλά και το ικανό ιατρικό προσωπικό σε συνδυασμό με το ενδιαφέρον του Heideck για την εύρυθμη λειτουργία του νοσοκομείου.

Στους καταλόγους αυτούς δε σημειώνεται ο τόπος καταγωγής των ασθενών. Στις μόνες περιπτώσεις που έχουμε τέτοιου είδους πληροφόρηση είναι για τους αποβιώσαντες. Συγκεκριμένα οι 5 νεκροί των ετών 1828-1829 προέρχονταν από την Κωνσταντινούπολη, την Πάρο, τη Σάμο, τη Λευκάδα (Σάντα Μαύρα), την Πάτρα. Αν και τα στοιχεία είναι ελάχιστα παρατίθενται ως ένδειξη της δημογραφικής εικόνας του Ναυπλίου και των στρατευμάτων που υπήρχαν στην πόλη την καποδιστριακή περίοδο. Η παράθεση της καταγωγής των νεκρών δε σημαίνει ότι αυτοί ήρθαν από τη γενέτειρά τους ειδικά για να νοσηλευτούν στο νοσοκομείο, απλά μέσω αυτών των περιπτώσεων επιβεβαιώνεται για μια ακόμα φορά ότι άτομα από τις οθωμανικές και τις αγγλοκρατούμενες περιοχές προσέφεραν στη διάρκεια της Επανάστασης τις πολεμικές του υπηρεσίες στον Αγώνα.

 

Αντί επιλόγου


 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, όντας ο ίδιος γιατρός και φορέας ενός δυτικού πρότυπου κράτους, ερχόμενος στην Ελλάδα έθεσε άμεσα τις βάσεις για τη δημιουργία νοσηλευτικών ιδρυμάτων (πολιτικών και στρατιωτικών), καθώς γνώριζε τη συμβολή τους στη διατήρηση της δημόσιας υγείας. Τα πρώτα σοβαρά μέτρα υγειονομίας στην Ελλάδα – προληπτικά και κατασταλτικά- για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς ελήφθησαν από τον Κυβερνήτη. Χαρακτηριστικά άλλωστε παραδείγματα της υγειονομικής του πολιτικής (1828-1831), τα οποία δείχνουν το ενδιαφέρον του για την καλή υγεία του πληθυσμού της πόλης, ήταν τόσο το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας, όσο και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας.

Τα συγκεκριμένα νοσηλευτικά ιδρύματα θα πρέπει να εκληφθούν ως οι πρώτοι πλήρεις θεσμοί για τη νοσηλευτική φροντίδα των Ελλήνων. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η αρτιότερη οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων αυτών ταυτίζεται με τη διακυβέρνηση της χώρας από τον Καποδίστρια (1828-1831). Όταν εξέλειπε το ενδιαφέρον αρχικά του Heideck (Ιούλιος 1829) και αργότερα του Κυβερνήτη (Σεπτέμβριος 1831), τα εν λόγω ιδρύματα αντιμετώπισαν οικονομικά προβλήματα που δυσχέραναν το κοινωνικό τους έργο.

 

Νίκος Φ. Τόμπρος

Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής

Παν/μίου Πελοποννήσου Τμήμα Ιστορίας

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 2007.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος (Μάνη 1797; – Ναύπλιο 1831)

 

 Φιλικός και αγωνιστής του 1821, νεότερος αδελφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, μυήθηκε το 1818 στη Φιλική Εταιρία. Γεννήθηκε στην Μάνη και ήταν γιος του Πιέρρου Μαυρομιχάλη.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, λιθογραφία 1841.

Στον πρώτο χρόνο του Αγώνα, εκτός από τη συμμετοχή του σε πολλές μάχες στην Πελοπόννησο ανέλαβε και τη διεύθυνση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Το 1822 πολέμησε στο Άργος εναντίον του Δράμαλη. Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η συμβολή του στη νικηφόρα έκβαση της μάχης των Μύλων του Ναυπλίου τον Ιούνιο του 1825.

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος, ελαιογραφία, Ελένη Προσαλέντη, 1899, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 μαζί με τον ανιψιό του Γεώργιο Μαυρομιχάλη και με την ανοχή των αστυνομικών που τον επιτηρούσαν δολοφόνησε τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες – Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 Οπλαρχηγός του 1821 και αργότερα στρατηγός. Γεννήθηκε στο χωριό Παλούμπα Γορτυνίας και ήταν παντρεμένος με μια πρώτη εξαδέλφη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη από το 1803. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία το 1818. Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τρίπολης, του Ακροκορίνθου και της Πάτρας και πολέμησε τον Δράμαλη, όταν πολιορκούσε το κάστρο της Λάρισας στο Άργος, λίγο πριν από την καταστροφή του στα Δερβενάκια.

Δημήτριος Πλαπούτας, ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 Κατηγορήθηκε μαζί με το Θ. Κολοκοτρώνη, ότι τάχα συνωμοτούσαν κατά της βασιλείας, προφυλακίστηκαν (Σεπτ. 1833) δικάστηκαν στο Ναύπλιο και καταδικάστηκαν σε θάνατο (Μάιος 1834). Αποφυλακίστηκε όταν δόθηκε γενική αμνηστία. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με την πολιτική. Εκλέχθηκε πληρεξούσιος στη Δ’ Εθνοσυνέλευση και βουλευτής ενώ διετέλεσε γερουσιαστής και επίτιμος υπασπιστής του Όθωνα.

Διαβάστε ακόμη:

Πλαπούτας Δημήτριος ή Κολιόπουλος (1786-1864)

 

Read Full Post »

«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙΙ

 

Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα  του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.

Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν  τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη. 

400 Ιερολοχίται, πρόδρομοι του ιερού αγώνος πίπτουσι περί το Δραγασάνιον.

Ο Α. Μεταξάς νικά τους Τούρκους περί τον Λάλα.

Αθανάσιος Αγραφιώτης. Ο Αθ. εξ Αγράφων με 500 μάχεται περί Προύτον προς 12000 ιππικόν.

Η παράδοση της Μονεμβασιάς.

Η παράδοση του Νεοκάστρου

Γεωργάκης Ολύμπιος. Ο Γεωργάκης με τέσσερις συντρόφους ανατινάζει το μοναστήρι του Σέκου.

Η μάχη στα Βασιλικά. Ο Οδυσσέας και ο Γκούρας νικούν τους Τούρκους στη Φοντάνα.

Παναγιώτης Κεφάλας. Ο Κεφάλας σηκώνει τη σημαία της ελευθερίας στα τείχη της Τριπολιτσάς.

Η κατάληψη των Πατρών. Ο Αθανάσιος Κανακάρης καταλαμβάνει την Πάτρα.

Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος. Ο Μαυροκορδάτος υπερασπίζεται με επιτυχία την πόλη του Μεσολογγίου.

 

Βιογραφικό:

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Ο σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά, έργο του Louis Duprè.

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας. 

Σφραγιδοφύλακας ο [sfrajiδofílakas] : τίτλος ανώτατου κρατικού λειτουργού που είναι υπεύθυνος για τη μεγάλη σφραγίδα του κράτους.

 

Ο σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, 1819.

 

[…] Την ιδιομορφία της Ανατολής αναδεικνύει και το έργο «Ο σφραγιδοφύλακας του Αλή Πασά»*. Το αδρό, εκφραστικό πρόσωπο έλκει με τη δύναμη που εκπέμπει και είναι τεκμήριο του χώρου στον οποίο ανήκει ο αξιωματούχος. Οι  βαθιές ρυτίδες τονίζουν την τραχύτητα, την υπερηφάνεια, την αυστηρότητα του γέροντα και πολύ λιγότερο τη φθορά. Η αναπαυτική, ανέμελη στάση του αυλικού κάτω στο έδαφος, δίπλα στους μουσουλμανικούς τάφους, ασυμβίβαστη με το βαθμό και την άψογη φορεσιά του, δεν ενοχλεί, αφού το πρόσωπο με την ήπια σκληρότητα αποτελεί μέρος του τοπίου.

Προικισμένος με ένα πολύπλοκο μίγμα ιδιοτήτων, ο σφραγιδοφύλακας προτείνεται ως μια σύνοψη των χαρακτηριστικών της Αυλής  των Ιωαννίνων, της οποίας οι ισχυρές αντιθέσεις προξένησαν έκπληξη στον περιηγητή (Duprè). Εντούτοις η μορφή και το τοπίο πρέπει επίσης να θεωρηθούν ως η εικόνα ενός διαλόγου στον οποίο συχνά εμπλέκεται ο μουσουλμάνος, αποσπώμενος από την πρακτικότητα της ζωής, του διαλόγου με τη φύση και το χρόνο[…]. 

 * Στο βιβλίο του Αναστ. Παπασταύρου, «Τα Γιάννενα του 19ου αιώνα, όπως τα περιέγραψαν και τα απεικόνισαν οι ξένοι περιηγητές», σελ. 100, ο  σφραγιδοφύλακας ταυτίζεται με τον Αθανάσιο Λιδωρίκη. Ο Μανώλης Βλάχος σημειώνει:  Η ταύτιση, από ό,τι γνωρίζω, γίνεται για πρώτη φορά. Ο Αθανάσιος Λιδωρίκης (1788-1868), πολύ νέος, είχε σταλεί από το θείο του Αναγνώστη Λιδωρίκη, κοτζαμπάση του Λιδωρικίου και διαχειριστή κτημάτων του Αλή Πασά, ως όμηρος στα Ιωάννινα, στην Αυλή του Βεζύρη.

 Εκεί, αφού προόδευσε στα γράμματα, έγινε γραμματέας και σφραγιδοφύλακας του Αλή. Πρέπει, εντούτοις, να σημειωθεί ότι τόσο η εικόνα του λευκώματος, όσο και η περιγραφή του οδοιπορικού εικονίζουν σαφώς έναν γέροντα. Αλλά κατά το 1819, το έτος που ο  Duprè έκαμε τον πίνακα και κατέγραψε τις εντυπώσεις του, ο Αθανάσιος Λιδωρίκης είναι μόνο 31 ετών, ηλικία εντελώς ασυμβίβαστη με τα στοιχεία των δύο έργων. Πιστεύω ότι δεν πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

 Μανώλης Βλάχος, “Louis Duprè, Ταξίδι στην Αθήνα και στην Κωνσταντινούπολη”, εκδόσεις Ολκός, Αθήνα, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

 Οι Ιππείς του Αριστοφάνη στο Αρχαίο Θέατρο Άργους – Φεστιβάλ Άργους 2010


 

Η Θεατρική Διαδρομή σε συνεργασία με το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Αγρινίου παρουσιάζουν στα πλαίσια του Φεστιβάλ Άργους 2010 την κατεξοχήν πολιτική και επίκαιρη κωμωδία του Αριστοφάνη, «ΙΠΠΕΙΣ», στο Αρχαίο Θέατρο Άργους την Δευτέρα 16 Αυγούστου στις 9:30 το βράδυ, σε μετάφραση Κ. Χ. Μύρη, σκηνοθεσία Βασίλη Νικολαΐδη, με τους Παύλο Χαϊκάλη και Γιώργο Αρμένη στους δύο κύριους ρόλους.

 

Οι Ιππείς του Αριστοφάνη

Το έργο διδάχτηκε το 424 π. Χ. και εκτός από το πρώτο βραβείο που κέρδισε, ήταν και το πρώτο έργο που έφερε την υπογραφή του Αριστοφάνη. Στόχος του ήταν η διακωμώδηση των «κακών» πολιτικών και αποτελεί την πιο ωμή πολιτική κωμωδία του. Έργο αλληγορικό με συμβολισμούς, σύγχρονο όσο ποτέ, θεμελιώνει την άποψη πως όταν σε μια πολιτεία κυριαρχήσει η απάτη, η εξαγορά, η φαυλότητα, η αναξιοκρατία, το ψέμα, η παραπλάνηση μόνο με τα ίδια μέσα μπορεί να πολεμηθεί.

Ο Αριστοφάνης δηλώνει το μίσος του για τον δημαγωγό Κλέωνα, Παφλαγόνα στο έργο, που μετά τον Περικλή κατείχε την εξουσία στην πόλη της Αθήνας τα πρώτα χρόνια του Πελοποννησιακού πολέμου. Για να χτυπήσει τον φαύλο Κλέωνα, ο ποιητής εφευρίσκει έναν φαυλότερο, ο οποίος και κατατροπώνει τον δημαγωγό.

Το έργο καθαρά πολιτικό καυτηριάζει την κακοδιαχείριση και τις ατασθαλίες της εξουσίας, που οδηγούν τη χώρα στην παρακμή, την εξαθλίωση και το μαρασμό και προειδοποιεί τους πολίτες κάθε εποχής για τους κινδύνους που ελλοχεύουν στα θεμέλια της Δημοκρατίας.

«Η παράσταση, χωρίς να υπονομεύσει το χιούμορ και το σατιρικό πνεύμα του έργου, τοποθετεί κατ’ αρχάς τους Ιππείς στο ιστορικό τους πλαίσιο και εξετάζει τις ανάγκες που τους δημιούργησαν, φιλοδοξεί δε να τονίσει τα στοιχεία που καθιστούν την κωμωδία αυτή, ένα πολιτικό έργο επίκαιρο σε κάθε εποχή και ειδικά στις μέρες μας, που η χώρα διέρχεται αυτή την τεράστια οικονομική και πολιτική κρίση.» επισημαίνει ο σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Νικολαΐδης. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο Βασίλης Νικολαΐδης έχει τιμηθεί με το Βραβείο Κουν για τη σκηνοθεσία του στην “Ειρήνη” του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο το 2000 από το Εθνικό Θέατρο.

 

Υπόθεση του έργου

 

Οι Ιππείς του Αριστοφάνη

Ο Δήμος ο Πνυκίτης (ο λαός της Αθήνας) έχει δυο υπηρέτες: τον Δημοσθένη και τον Νικία (τους γνωστούς πολιτικούς και στρατηγούς), που προσπαθούν να προσφέρουν με τις υπηρεσίες τους, ό, τι καλύτερο στο Δήμο – Λαό.

Έχει προσλάβει όμως κι έναν άλλο υπηρέτη, τον Παφλαγόνα, που γίνεται ευνοούμενός του και τρομοκρατεί τους άλλους υπηρέτες, με τρόπο βάναυσο και χυδαίο. Ο Γέρο – Δήμος δυστυχώς υποκύπτει στις κολακείες και τις δημαγωγίες αυτού του φαύλου – Παφλαγόνα (που δεν είναι άλλος από τον τότε παντοδύναμο πολιτικό και στρατηγό Κλέωνα).

Οι δύο άλλοι υπηρέτες κατορθώνουν και πληροφορούνται με υποκλοπές, πως οι χρησμοί προφητεύουν ότι ο Παφλαγόνας θα εκτοπιστεί μόνο από έναν ταπεινό αλλαντοπώλη. Οι υπηρέτες εύχονται να εμφανιστεί αυτός ο αλλαντοπώλης – που όντως εμφανίζεται – και τον πείθουν, ότι με σύμμαχους τους Ιππείς, μπορεί να αντιπαραταχθεί στον δυναμικό και ισχυρό Παφλαγόνα και να τον νικήσει.

Με μια σειρά αντιπαραθέσεων, όπου οι δύο αντίπαλοι ανταλλάσουν χυδαίες ύβρεις και ανταγωνίζονται σε φαυλότητα, καταλήγουν μπροστά στον Γέρο – Δήμο να αναπτύσσουν τα «πολιτικά» τους σχέδια και το πρόγραμμά τους. Ο αγράμματος αλλαντοπώλης αναδεικνύεται έξοχος δημαγωγός και ξεπερνάει σε κολακείες τον Παφλαγόνα – Κλέωνα.

Εκείνος ηττημένος εγκαταλείπει τον οίκο του Δήμου. Ο νέος υπηρέτης του Λαού με μαγικά φίλτρα ξανανιώνει τον Δήμο και το έργο τελειώνει με χαρές και πανηγύρια ώσπου να φανεί ο νέος Σωτήρας του Λαού.

Συντελεστές
Μετάφραση: Κ. Χ. Μύρης
Σκηνοθεσία: Βασίλης Νικολαΐδης
Σκηνικά – Κοστούμια: Γιάννης Μετζικώφ
Μουσική: Αντιγόνη Τσολάκη
Χορογραφία: Χρήστος Παπαδόπουλος
Σχεδιασμός Φωτισμών: Νίκος Βλασόπουλος
Φωτισμός: Κώστας Χλίβας
Βοηθός Σκηνοθέτης: Σοφία Καραγιάννη
Βοηθός Χορογράφου: Μανώλης Θεοδωράκης
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Κώστας Μπάλλας

Διανομή
Αλλαντοπώλης (Αγοράκριτος): Παύλος Χαϊκάλης
Παφλαγόνας (Κλέων): Γιώργος Αρμένης
Α’ Δούλος: Σαμψών Φύτρος
Β’ Δούλος: Θύμιος Κούκιος
Δήμος: Γιάννης Κοτσαρίνης

Χορός
Αρμένης Κωνσταντίνος, Γκαγκάς Θωμάς, Δουδωνής Φοίβος, Θεοδωράκης Μανώλης, Ιωσηφίδης Ιωσήφ, Καρνάκης Χρήστος, Καρύδας Ορέστης, Κούκιος Θύμιος, Μόσχος Δημήτρης, Μπαλτζής Βιατσεσλάβ Σάββας, Μυλώνης Κωνσταντίνος,Παπαδάτος Δημήτρης, Τοσουνίδης Πρόδρομος, Φάις Αλμπέρτο.

Πληροφορίες: 27510 24444 – 27510 69255 & 27510 67895.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Μαμελούκοι

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

Μαμελούκος, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, περίπου το 1819.

Οι Μαμελούκοι Τούρκοι υπήρξαν ο πυρήνας του Αιγυπτιακού Στρατού την περίοδο της ελληνικής επανάστασης του 1821. Ο Ιμπραήμ, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του σουλτάνου της Κωνσταντινούπολης, αποβιβάστηκε με χιλιάδες από αυτούς στην Πελοπόννησο προκειμένου να καταπνίξει την επανάσταση.

Luigi Mayer, Μαμελούκος ασκούμενος στο τζιρίτι, χαλκογραφία, περίπου το 1800.

Read Full Post »

Αριστοφάνη, Πλούτος – Πενίας Θρίαμβος – 13 & 14 Αυγούστου 2010, 21:00 / Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. 


 

Θέατρο Τέχνης «Κάρολος Κουν» & ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Βόλου – Διαγόρας Χρονόπουλος, Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου.

Ο «Πλούτος» είναι το τελευταίο από τα σωζόμενα έργα του Αριστοφάνη που παρουσιάστηκε στο αθηναϊκό κοινό το 388 π.Χ για να διακωμωδήσει και να καταδείξει την άδικη διανομή του πλούτου και τις κοινωνικές ανισότητες, αποτυπώνοντας παράλληλα την έκπτωση των ανθρώπινων αξιών. Ο ποιητής αναδεικνύει την κοινωνία της εποχής του, που στη δίψα της για πλούτο μοιάζει ολότελα με την δική μας. Η Πενία αντιτίθεται σε αυτήν την επιθυμία για κατοχή υλικών αγαθών σε όλους τους πολίτες, ενσαρκώνοντας την ανάγκη που οδηγεί τον άνθρωπο στην καθημερινή σκληρή εργασία, με μοναδικό σκοπό την ίδια την επιβίωση.

Θέλοντας να τονίσει την άκρως επίκαιρη συνθήκη της κρίσης και σεβόμενο απόλυτα το Αριστοφανικό κείμενο, το Θέατρο Τέχνης σκοπεύει να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα με αυτήν την παράσταση στο ρόλο της Πενίας, η οποία με την συνεχή παρουσία της θα τονίζει την παντοτινή ύπαρξή της σ’ όλες τις «πολιτισμένες» κοινωνίες μέσα στον ιστορικό χρόνο.

Ο σκηνοθέτης του έργου, Διαγόρας Χρονόπουλος αναφέρει:

«Καλοκαίρι 2010 μ.Χ. Παρακολουθώντας τη δίνη της οικονομικής κρίσης, τα μέτρα της κυβέρνησης,- αναγκαία, αλλά και άδικα- τη λύπη που μας βαραίνει, το φόβο για το μέλλον, την αγανάκτηση του λαού, αποφάσισα- σε συνεργασία με τον Γιάννη Βαρβέρη- να ανεβάσω τον «Πλούτο-Πενίας Θρίαμβος». Σχολιάζουμε αλλά και παρακολουθούμε τον «Αγώνα» της Πενίας να πείσει τον λαό και τον Χρεμύλο αλλά και τους θεατές, για το πόσο σωστά είναι τα «επιχειρήματά της» όπως τα γράφει κατά λέξη ο Αριστοφάνης. Ελπίζω, ότι η παράστασή μας «Πλούτος-Πενίας Θρίαμβος», σε κάποιο βαθμό τουλάχιστον, προσεγγίζει τους στόχους της, χαρίζοντας όχι μόνο το γέλιο, αλλά και λίγη μελαγχολική γνώση μαζί με αρκετά ερωτηματικά…»

Μετάφραση: Γιάννης Βαρβέρης
Σκηνοθεσία: Διαγόρας Χρονόπουλος
Σκηνικά- Κοστούμια: Πάρις Μέξης
Μουσική: Χρήστος Λεοντής
Χορογραφία: Σοφία Σπυράτου
Φωτισμοί: Λευτέρης Παυλόπουλος
Διδασκαλία τραγουδιών: Μαρίνα Χρονοπούλου
Α’ Βοηθός σκηνοθέτη: Θοδωρής Αντωνιάδης
Β’ Βοηθός σκηνοθέτη: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Βοηθός σκηνογράφος: Εύη  Καλογηροπούλου
 
Διανομή:
Πενία: Κάτια Γέρου
Πλούτος: Δημήτρης Λιγνάδης
Χρεμύλος: Αλέξανδρος Μυλωνάς
Καρίων: Μάνια Παπαδημητρίου
Δίκαιος: Κωστής Καπελώνης
Βλεψίδημος: Κώστας Βελέντζας
Γυναίκα: Αναστασία Γεωργοπούλου
Συκοφάντης: Λευτέρης Λουκαδής
Γριά: Βασίλης Λέμπερος
Νέος: Αλέξανδρος Πέρρος
Ερμής: Θοδωρής Αντωνιάδης
Ιερέας: Κώστας Βελέντζας

Χορός:
Κώστας Βελέντζας, Θοδωρής Αντωνιάδης, Ηλεάννα Μπάλλα, Μαρία Κόμη-Παπαγιαννάκη, Αναστασία Γεωργοπούλου, Αλέξανδρος Πέρρος, Πανάγος Ιωακείμ, Βένια Σταματιάδη, Νίκος-Ορέστης Χανιωτάκης, Ορφέας Χατζηδημητρίου, Θάλεια Γρίβα, Πάρις Θωμόπουλος, Γεράσιμος Σκαφίδας

Πληροφορίες: Ελληνικό Φεστιβάλ, Χατζηχρήστου 23 και Μακρυγιάννη, Αθήνα, Τηλ.: 210 9282900. Πληροφορίες για τα εισιτήρια – online κρατήσεις, τηλ. 210 3272000.

Read Full Post »

Προσωπογραφίες: Καλιοντζής (ναύτης του Οθωμανικού ναυτικού)

Η άλλη πλευρά της επανάστασης. Πώς ήταν οι απέναντί μας.

 

Καλιοντζής (αταύτιστη)

  

Καλιοντζής ο (ουσιαστικό) [ ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ: καλιον (τουρκ. λ. kalyon- cu = ναύτης) – τζής ] στην Τουρκία, ο ναύτης στο παλιό τουρκικό ναυτικό: «ήταν καλιοντζής ο παππούς του», αλλιώς γαλιοντζής.

 

Καλιοντζής (ναύτης) του Πολεμικού Ναυτικού, Υπηρετών στο Οθωμανικό Ναυαρχείο, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, 1825.

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με Συνθηματικό. Για να το δείτε, παρακαλώ εισάγετε το Συνθηματικό παρακάτω.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »