Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘François Graillard’

Εκφάνσεις της γαλλοφωνίας στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα – Δέσποινα Προβατά 


 

Το Ναύπλιο, που εποικίζεται μαζικά κατά τα πρώτα κρίσιμα χρόνια του Αγώνα, αλλάζει γοργά όψη καθώς, μετά την αποχώρηση των Τούρκων, συρρέουν στην πόλη, από τα μέρη όπου μαινόταν ακόμη ο πόλεμος, πληθυσμοί που αναζητούσαν ασφαλές καταφύγιο. Η άφιξη του Καποδίστρια, η εγκατάσταση της πρώτης κυβέρνησης και αργότερα η έλευση του Όθωνα και της Αντιβασιλείας, καθιστούν το Ναύπλιο διοικητικό, οικονομικό, εμπορικό, στρατιωτικό και πνευματικό κέντρο του νεοσύστατου κράτους. Στα χωρίς λιθόστρωτο σοκάκια, «στας στενάς, ανωμάλους και βορβορώδεις» οδούς της πόλης, που περιγράφει ο Νικόλαoς Δραγούμης (Δραγούμης, 1973: 95), διασταυρώνεται ένα ετερόκλητο πλήθος Ελλήνων και ξένων: πρόσφυγες από εμπόλεμες περιοχές της ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας, έλληνες και ξένοι ναυτικοί, στρατιώτες, έμποροι και εκπρόσωποι των μεγάλων δυνάμεων, Φαναριώτες και τυχοδιώκτες αμφιβόλου προελεύσεως, συνθέτουν το ιδιότυπο πληθυσμιακό μωσαϊκό της πρώτης πρωτεύουσας της Ελλάδας. Η παλιά οθωμανική πόλη παραχωρεί έτσι σταδιακά τη θέση της σε μια νέα πόλη, που αναζητά την ευρωπαϊκή της φυσιογνωμία.

Σ’ αυτό το γοργά μεταλλασσόμενο πολυγλωσσικό και πολυπολιτισμικό περιβάλλον, οι πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, αλλά και οι ανάγκες επικοινωνίας που επέβαλε η εμπορική δραστηριότητα που ανέπτυσσε η πόλη, ανέδειξαν την ανάγκη για τη χρήση μιας γλώσσας κοινής σε όλους. H συνεχής παρουσία στην πόλη αντιπροσώπων και στρατιωτικών των ξένων δυνάμεων, η σταδιακή ανάπτυξη της εμπορικής και ναυτικής επικοινωνίας του Ναυπλίου με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και η κοινωνική ζωή που διαμορφώνεται εκεί από τους δυτικοθρεμμένους και γαλλόφωνους Φαναριώτες, ευνοούν – όπως ήταν φυσικό – την υιοθέτηση της γαλλικής γλώσσας, που είχε επικρατήσει ως lingua franca στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου. Στην παρούσα ανακοίνωση, θα επιχειρήσουμε να αναδείξουμε τις ποικίλες εκφάνσεις της πολιτικής και κοινωνικής ζωής της πόλης, που επιβεβαιώνουν την ισχυρή παρουσία της γαλλικής γλώσσας και παιδείας στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα.

Ποιοι είναι, όμως, οι παράγοντες που ευνοούν τη διάδοση και επικράτηση μιας ξένης γλώσσας – και εν προκειμένω της γαλλικής – έξω από τη χώρα που τη γέννησε; Γιατί και πώς κατόρθωσε η γαλλική να επιβληθεί έναντι των άλλων γλωσσών που ομιλούνταν παράλληλα; Επιχειρώντας να σχηματοποιήσει αυτούς τους παράγοντες, ο Frijhoff δανείζεται τους οικονομικούς όρους της προσφοράς και ζήτησης, επισημαίνοντας ότι η έναρξη του διαπολιτισμικού διαλόγου διευκολύνεται καταρχάς από την ύπαρξη μιας γλωσσικής κοινότητας φυσικών ομιλητών, η οποία μιλάει και διαδίδει τη γλώσσα σ’ έναν ξένο τόπο. Απέναντι σε αυτή την προσφορά της ξένης γλώσσας αναπτύσσεται η ζήτηση που γεννάται όταν η συστηματική χρήση μιας άλλης γλώσσας, πέρα από την τοπική, υπαγορεύεται από λόγους πολιτικούς, οικονομικούς ή και κοινωνικούς. Για να εδραιωθεί, όμως, μια γλώσσα σ’ ένα ξένο πολιτισμικό περιβάλλον, θα πρέπει να υπάρχουν κατάλληλες υποδομές αλλά και τα μέσα που θα ενισχύσουν τη διάδοσή της: δάσκαλοι, σχολεία και εγχειρίδια κατάλληλα για την εκμάθησή της. Είναι, τέλος, καθοριστικός ο ρόλος της κοινωνίας: πρέπει να είναι δεκτική στη χρήση της ξένης γλώσσας και να την υιοθετεί, όχι μόνο για ιδιωτική χρήση, αλλά να τη χρησιμοποιεί και στον δημόσιο βίο, γράφοντας και δημοσιεύοντας κείμενα στη γλώσσα του Άλλου (Frijhoff, 2013: 143-144).

 

Η γαλλική παρουσία στο Ναύπλιο

 

Ο Ανρί ντε Ρινί, γνωστός στην Ελλάδα ως Δεριγνύ (Marie Henri Daniel Gauthier, comte de Rigny, 1782 – 1835). Κατά την Επανάσταση υπηρετούσε στα ελληνικά ύδατα και βοήθησε, όσο μπορούσε πάσχοντες Έλληνες. Κατά την ναυμαχία του Ναβαρίνου ηγείτο του γαλλικού στόλου. Αργότερα, διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και Εξωτερικών.

Είναι γνωστό το πολύπλευρο γαλλικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα κατά την περίοδο της Επανάστασης, αλλά και μετά την ίδρυση του κράτους, όπως είναι επίσης γνωστός ο ρόλος των γάλλων φιλελλήνων στην έκβαση του Αγώνα και ιδιαιτέρως η συμβολή του Δεριγνύ, του Φαβιέρου και του Μαιζώνος στην ελληνική υπόθεση.

Πέρα όμως από αυτές τις επιφανείς προσωπικότητες, τα χνάρια των οποίων εύκολα μπορούμε να ακολουθήσουμε, η παρουσία γάλλων πολιτών στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα, όσο προφανής κι αν είναι δεδομένων των ιδιαίτερων μετεπαναστατικών συνθηκών, εντούτοις δεν μπορεί να αποτιμηθεί με ακρίβεια μιας και δεν διαθέτουμε συγκεκριμένες δημογραφικές μελέτες για την εθνική καταγωγή των κατοίκων, μονίμων ή μη, της πόλης.

Ωστόσο, ορισμένες ομάδες Γάλλων που βρέθηκαν και έζησαν για περιορισμένο διάστημα στο Ναύπλιο, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μια, ενίσχυσαν, με την εκεί παρουσία τους, τη χρήση της γαλλικής γλώσσας στις καθημερινές συναναστροφές.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος, το οποίο, ενώ στρατοπέδευε στην Πελοπόννησο, κλήθηκε το 1832 να συνδράμει την Κυβέρνηση, η οποία αδυνατούσε να φυλάξει τα φρούρια του Ναυπλίου μετά τη λιποταξία των τακτικών στρατιωτών (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). Η γαλλική φρουρά, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Guil laume Corbet (1779-1842), μέλους του εκστρατευτικού σώματος του Μωρέως, εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και ανέλαβε τη φύλαξη και την αποκατάσταση της τάξης. Η ομάδα αυτή των 1.200 στρατιωτών δεν πέρασε απαρατήρητη σε μια πόλη που αριθμούσε τότε μόλις 2.560 οικογένειες (Μπουτζουβή – Μπανιά, 1986: 108). Η άφιξη των Γάλλων γιορτάστηκε με λαμπρό συμπόσιο κατά τη διάρκεια του οποίου παιάνιζαν εναλλάξ ελληνική και γαλλική μουσική, ενώ στο Παλαμήδι, η γαλλική σημαία κυμάτιζε δίπλα στην κυανόλευκη, αφού προηγουμένως είχε εκτοπίσει τις σημαίες των άλλων δύο δυνάμεων (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). Στο σύντομο χρονικό διάστημα όπου παρέμειναν στην πόλη, οι γάλλοι στρατιώτες μετέφεραν το επαναστατικό πνεύμα που είχε συνεπάρει τους Γάλλους δημοκράτες στη διάρκεια της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830: στις 16/28 Ιουλίου γάλλοι στρατιώτες και πληρώματα γαλλικών πλοίων γιόρτασαν με πανηγυρικό τρόπο την επέτειο της εξέγερσης, που σήμανε την πτώση των Βουρβώνων και το οριστικό τέλος του Παλαιού καθεστώτος, προσφέροντας παράλληλα στους ναυπλιώτες ένα πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θέαμα με πυροτεχνήματα (Λαμπρυνίδης, 2001: 301). [1]

Henri de Saint-Simon (1760 – 1825). Γάλλος κοινωνιολόγος και φιλόσοφος, ένας από τους πρωτοπόρους των σοσιαλιστικών ιδεών.

Σημαντικότερο ίχνος, όμως, στην πολιτική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή του Ναυπλίου, αλλά και της χώρας εν γένει, άφησε μια ομάδα γάλλων σαινσιμονιστών που βρήκε φιλόξενο καταφύγιο στο μετεπαναστατικό Ναύπλιο. O François  Graillard ήταν ο πρώτος φορέας των σαινσιμονικών αντιλήψεων που βρέθηκε στην Ελλάδα ήδη από τον Νοέμβριο του 1821 (Δημακοπούλου, 1979. Προβατά, 2006:149-154). Έλαβε μέρος σε σημαντικές μάχες του Αγώνα στο πλευρό του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου και κατόπιν του Δημητρίου Υψηλάντη. Διοικητής στη συνέχεια του νεοσύστατου σώματος της χωροφυλακής (1833), ο Graillard υπέβαλε ένα υπόμνημα προς τον Όθωνα με τίτλο Memoire sur le develop pement de la civilisation hellenique mo derne. Στο υπόμνημα αυτό, ο Graillard ενστερνίζεται τις απόψεις του Saint-Simon για την αναδιοργάνωση της ευρωπαϊκής κοινωνίας και, αντλώντας από τη θεωρία του γάλλου στοχαστή, εκθέτει τη θεωρία του για τον εκσυγχρονισμό των παραγωγικών δραστηριοτήτων, ενώ καταθέτει και μια ολοκληρωμένη πρόταση συγκεκριμένης πολιτικής στρατηγικής, ώστε να «ξαναβρεί η σύγχρονη Ελλάδα στον πολιτισμό του μέλλοντος τη θέση του πρωτοπόρου που κατείχε στον αρχαίο πολιτισμό». (Δημακοπούλου, 1979: 432).

Τα χνάρια του Graillard ακολούθησε κατόπιν ο Etienne Marin Bailly, προσωπικός γιατρός και πιστός φίλος του Saint-Simon, που φτάνει στην πόλη το 1825, λίγο μετά τον θάνατο του γάλλου φιλόσοφου και στοχαστή. Εμφορούμενος από τον ενθουσιασμό που εμφυσούσε η βεβαιότητα των σαινσιμονιστών ότι επιτελούν αποστολικό έργο, ο Bailly είχε αποδεχθεί την πρόταση του φιλελληνικού κομιτάτου να συνδράμει με τις γνώσεις του στην οργάνωση ενός συστήματος περίθαλψης στην ερειπωμένη Ελλάδα. Πίστευε ότι με αυτόν τον τρόπο θα συνέβαλε στη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, που αποτελούσε, άλλωστε, το ύψιστο ζητούμενο για τους σαινσιμονιστές. Χάρη στις άοκνες προσπάθειες του Bailly, μεταφέρονται στη χώρα πολύτιμες ιατρικές γνώσεις, που συνέτειναν στη σταδιακή αποτίναξη παραδοσιακών ιατρικών αντιλήψεων. Πέρα από το ευρέως αναγνωρισμένο έργο που προσέφερε στον χώρο της δημόσιας υγείας – μεταξύ άλλων, σώζοντας το Ναύπλιο από μια τρομερή επιδημία τυφοειδούς πυρετού το 1825 –, ο Bailly εργάστηκε παράλληλα συστηματικά, κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στη χώρα, υπέρ των γαλλικών συμφερόντων (Προβατά, 2008: 55-68).

Μετά το 1832, όταν εκδιώχθηκαν από τη Γαλλία οι σαινσιμονιστές, μια μικρή ομάδα, με αρχηγό τον Gustave d’ Eichthal, κατέληξε κι αυτή στο Ναύπλιο. Όπως αναφέρει ο d’ Eichthal σε επιστολή του, την ίδια περίοδο βρίσκονταν στο Ναύπλιο, εκτός από τον François Graillard, και οι Victor Bertrand, Jourdan και Delaury, τους οποίους είχε βοηθήσει να βρουν εργασία και να εγκατασταθούν στην πόλη (Προβατά, 2006: 149). Στο παρθένο έδαφος της μετεπαναστατικής Ελλάδας, πίστευαν ότι θα βρουν τις κατάλληλες συνθήκες προκειμένου να υλοποιήσουν το ουτοπικό όραμά τους. Η παρουσία τους στην πόλη προκαλεί όμως την ανησυχία της Αντιβασιλείας, που κατηγορεί τον d’ Eichthal ότι συμμετέχει σε μυστικές συνεδριάσεις σαινσιμονιστών στο Ναύπλιο. Χωρίς να μπορεί να τεκμηριωθεί αυτή η κατηγορία, το βέβαιο είναι ότι η ομάδα των γάλλων σαινσιμονιστών διατηρούσε κοινωνικές σχέσεις με επιφανείς οικογένειες του Ναυπλίου και πρωτοστατούσε στις πολιτικές ζυμώσεις της πόλης. O Bailly, για παράδειγμα, συνεργαζόταν με τον Νικόλαο Σπηλιάδη (Σπηλιάδου, 2007:106-107) και συνδεόταν μεταξύ άλλων με τους Δ. Υψηλάντη, Κ. Καρατζά, Α. Μαυροκορδάτο, Ν. Σκούφο. Σπ. Τρικούπη (Προβατά, 2008: 71-72), ενώ ο d’Eichthal συνδεόταν με προσωπική φιλία με τον Ι. Κωλέττη. Αλλά και με τους Σούτσους είχαν, καθώς φαίνεται, επαφές οι σαινσιμονιστές: όπως έχει επισημάνει ο Νάσος Βαγενάς, τα άρθρα στην εφ. Ήλιος που εξέδιδε ο Παναγιώτης Σούτσος στο Ναύπλιο – και που δεν γράφτηκαν ασφαλώς όλα από τον ίδιο – αναπαράγουν ορισμένες από τις ιδέες του Saint-Simon. Η εφημερίδα φιλοξενεί επίσης σαινσιμονικά άρθρα του Φραγκίσκου Πυλαρινού, του θεωρούμενου πρώτου έλληνα σοσιαλιστή (Βαγενάς, 1997: 43-46).

Η παρουσία αυτών, αλλά ενδεχομένως και άλλων Γάλλων στην πόλη, ευνοεί, όπως είναι φυσικό, τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να υποθέσουμε ότι στο νέο αυτό εξευρωπαϊσμένο κοινωνικό περιβάλλον του Ναυπλίου – όπου μονοπωλεί το ενδιαφέρον το κλειδοκύμβαλο της οικίας Καρατζά –, στις εσπερίδες και χορούς που διοργανώνονται στα σαλόνια των ελληνικών οικογενειών (Ταμπάκη, 2009: 8-9), στα μέρη δηλαδή όπου συναντούνται Έλληνες και Ευρωπαίοι κάτοικοι της πόλης, η γαλλική χρησιμοποιείται ως κοινή γλώσσα επικοινωνίας. Μάλιστα, ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, που είχε ζήσει για ένα διάστημα στην πόλη, περιγράφει στα Απομνημονεύματά του ότι μια ευχάριστη διασκέδαση στην οικία του Δημητρίου Καλλέργη ήταν η οργάνωση παραστάσεων γαλλικών θεατρικών έργων (Ραγκαβής, 1894: 275-276). Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι και οι ίδιες οι πολιτικές συνθήκες ευνοούν τη χρήση της γαλλικής γλώσσας. Η έλευση του Καποδίστρια στη χώρα και η προσπάθεια αναγνώρισης του ελληνικού κράτους ως ισότιμου μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, επιβάλλει τη χρήση της Γαλλικής στη διπλωματική αλληλογραφία. Άλλωστε και ο ίδιος ο Κυβερνήτης συντάσσει τις επίσημες αλλά και ιδιωτικές επιστολές του στα γαλλικά (Γκίνη-Μέξα, τ. α΄, 43, αρ 3471). Αλλά και αργότερα, κατά την οθωνική περίοδο, η γαλλική θα αποτελέσει τη γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ παλατιού και Ελλήνων.

 

Η γαλλική γλώσσα στην εκπαίδευση

 

Σε ένα παρόμοιο κλίμα είναι επόμενο να υπάρχει αυξημένη ζήτηση για την εκμάθηση της γαλλικής γλώσσας, πολλώ δε μάλλον που το αίτημα για τη διδασκαλία της γαλλικής είχε διατυπωθεί με τον πλέον επίσημο τρόπο από την Πελοποννησιακή Γερουσία ήδη από το 1822 (Δημαράς, 1973: 4-5). Στο Ναύπλιο, η άρχουσα τάξη εξακολουθεί να προτιμά την κατ’ οίκον διδασκαλία, προσλαμβάνοντας για τα τέκνα της έλληνες και γάλλους καθηγητές. Έτσι, ο Ραγκαβής δίδασκε γαλλικά στις τρεις κόρες του Ιωάννη Ταβακόπουλου (Ραγκαβής, 1894: 263) και ο γάλλος σαινσιμονιστής Delaury παρέδιδε μαθήματα γαλλικών για να ζήσει (Emerit, 1975: 244). Σύντομα, ωστόσο, η γαλλική γλώσσα εισάγεται στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, καταλαμβάνοντας μάλιστα εξέχουσα θέση.

Αδαμάντιος Κοραής. Διδάσκαλος του Γένους, πρωτεργάτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Ελαιογραφία (Ληξούρι Κεφαλονιάς, Ιακωβάτειος Βιβλιοθήκη).

Πολλοί λόγιοι είχαν διατυπώσει απόψεις για τη σημασία της γαλλικής γλώσσας για την πνευματική ανόρθωση του γένους και τη χρησιμότητά της για την ανασυγκρότησή του. Ο Henri-Auguste Dutrτne, στενός συνεργάτης του Καποδίστρια, πίστευε ότι, μετά τις πρακτικές γνώσεις, η γνώση της γαλλικής, της γλώσσας που θεωρούσε ως τη λιγότερο ατελή γλώσσα, την πλέον κοινή και άρα την πιο χρήσιμη, ήταν το πλέον απαραίτητο εφόδιο για τους νεαρούς Έλληνες (Δημαράς, 1973:20-22). Ο Αδαμάντιος Κοραής, που συνέδεε τη γαλλομάθεια με το αγαθό της ελευθερίας, είχε μάλιστα υποστηρίξει ότι τα στελέχη της νεοσυσταθείσας δημόσιας διοίκησης έπρεπε, παράλληλα με τα αρχαία ελληνικά, να ομιλούν και τη γαλλική γλώσσα (Κοραής, 1933: 43-44). Μάλιστα, ο Dutrτne κοινοποίησε το 1828 μια επιστολή «Προς τους Έλληνας πάσης τάξεως, και μάλιστα τους ενδεείς», στην οποία εκδήλωνε την πρόθεσή του να διδάξει αμισθί τη γαλλική γλώσσα σε ελληνόπουλα 10-15 ετών (Γενική εφημερίς της Ελλάδος, αρ.φ. 15, 29/2/1828), πρόταση που απ’ ό,τι φαίνεται δεν υλοποιήθηκε ποτέ (Γενική εφημερίς της Ελλάδος, αρ.φ. 21, 18/4/1828).

Προς το τέλος του 1830 ή τις αρχές του 1831, η Γαλλίδα Charlotte de Volmerange ίδρυσε στο Ναύπλιο ένα Ανώτερο σχολείο θηλέων, στο οποίο θυγατέρες εύπορων οικογενειών της πόλης και υπότροφες του ελληνικού κράτους μάθαιναν, μεταξύ άλλων, τη γαλλική γλώσσα. Σύμφωνα δε με την παιδαγωγική πρακτική παρθεναγωγείων του εξωτερικού, όπου η γαλλική διδάσκονταν ως δεύτερη ή ως ξένη γλώσσα, στο εκπαιδευτήριο της Volmerange η διδασκαλία του εργόχειρου και της ραπτικής γινόταν από γαλλόφωνη παιδαγωγό («Projet de maison d’ Εducation de jeunes demoiselles sous la direction deMadame de Volmerange», f. 10).

Το Γυμνάσιο του Ναυπλίου, που ιδρύθηκε το 1833, είναι από τα πρώτα εκπαιδευτικά ιδρύματα (μαζί με το κεντρικό Σχολείο της Αίγινας και το Γυμνάσιο της Ερμούπολης, που ιδρύθηκαν το 1829 και 1833 αντιστοίχως) όπου διδάσκεται η γαλλική γλώσσα επισήμως. Στο Γυμνάσιο Ναυπλίου δίδαξαν γαλλικά επιφανείς προσωπικότητες: ο Ιωάννης Βενθύλος (1804-1854), μέλος της επιτροπής παιδείας που είχε συστήσει ο Καποδίστριας και μετέπειτα καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και ο Ιωάννης Καρασούτσας, ο λυρικός αυτόχειρας της Αθηναϊκής Σχολής. Για τις ανάγκες διδασκαλίας της γλώσσας εκδόθηκε, μάλιστα, το 1831 σε μετάφραση του Σ. Α. Παππά και κατάλληλα διασκευασμένο ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ελλήνων μαθητών το εγχειρίδιο του Lhomond Στοιχεία της Γαλλικής Γραμματικής [Elements de la Grammaire francaise], ένα από τα πλέον χρησιμοποιημένα διδακτικά εγχειρίδια της γαλλικής τόσο στη Γαλλία όσο και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες. Μια δεκαετία αργότερα, το 1842, ο Κ. Τόμπρας εξέδωσε στο Ναύπλιο το Αλφαβητάριον Γαλλικόν / Αbecedaire Francais, που χρησιμοποιήθηκε κι αυτό για τις ανάγκες της διδασκαλίας της γαλλικής γλώσσας.

Η μεγάλη σημασία, όμως, που αποδίδεται από την τοπική κοινωνία στη διδασκαλία της γαλλικής από γαλλόφωνους καθηγητές είχε ως αποτέλεσμα να επιλέγονται συχνά πρόσωπα ακατάλληλα για την εκπαίδευση, που με την αμάθεια, την ανεπάρκεια και την παντελή έλλειψη μεθόδου διδασκαλίας, μάλλον υπονόμευσαν παρά υπηρέτησαν τον στόχο του μαθήματος. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Γάλλος Taque, ένας πρώην δεκανέας και πρώην διδάσκαλος του χορού και της ξιφασκίας, ο οποίος διορίστηκε τον Απρίλιο του 1841 καθηγητής γαλλικών στο Γυμνάσιο Ναυπλίου (Αντωνίου, 2012: 347-348). Είχε, μάλιστα, ζητήσει άδεια για να ιδρύσει, μαζί με τη σύζυγό του, ένα παρθεναγωγείο με εσωτερικές μαθήτριες, σχέδιο που τελικά δεν ευοδώθηκε (Αντωνίου, 2009: 85). Αντιθέτως, η ανεπάρκεια του Taque προκάλεσε αντιδράσεις και κατηγορήθηκε ότι «κατήντησεν ηθικώς μεν ύποπτος εις τους πολίτας, μισητός δε εις τους μαθητάς δια την οκνηρίαν του και την ολίγην ίσως εις το διδάσκειν ικανότητα» (Αντωνίου 2012: 347).

Ανάλογη περίπτωση καταγράφεται στο ίδιο Γυμνάσιο το 1847, όταν ο καθηγητής της γαλλικής Loque, λόγω της παντελούς άγνοιας της ελληνικής γλώσσας και της αδόκιμου μεθόδου διδασκαλίας που εφάρμοζε, «γίνεται αυτός καθ’ εαυτόν παραίτιος γέλωτος, θορύβου, επομένως δε αταξιών και δυσαρεσκειών» (Παπαγεωργίου-Προβατά, 1994: 48), γεγονός που ανάγκασε τον Γυμνασιάρχη να ζητήσει τη μετάθεσή του (Αντωνίου, 2012: 347).

Παρά τις όποιες πρακτικές δυσκολίες και τις επικρίσεις που διατυπώθηκαν, η γαλλική επικράτησε ως πρώτη ξένη γλώσσα ακόμα και στο βαυαροκρατούμενο Ναύπλιο, όπου είχε παράλληλα εισαχθεί – για ευνόητους λόγους πολιτικής σκοπιμότητας – και η διδασκαλία της γερμανικής. Επειδή, όμως, οι μαθητές δεν παρακολουθούσαν με ενδιαφέρον τα μαθήματα της γερμανικής γλώσσας, η διδασκαλία της ατόνησε και εν τέλει καταργήθηκε (Δεμοίρου, 1939: 25).

 

Εφημερίδες, τυπογραφεία, βιβλία

 

Η παρουσία Γάλλων και άλλων ξένων στην πόλη, από τη μια, και η ανάγκη ενημέρωσης της ευρωπαϊκής κοινής γνώμης για τα κρίσιμα ζητήματα που αντιμετώπιζε ο ελληνισμός, από την άλλη, αλλά και η εκκόλαψη μιας νέας γενιάς γαλλομαθών Ελλήνων, ευνόησαν την έκδοση εφημερίδων στη γαλλική γλώσσα. Έτσι, στο Ναύπλιο εκδόθηκαν στη διάρκεια του 19ου αιώνα συνολικά πέντε γαλλόγλωσσες εφημερίδες: μία αμιγώς γαλλόφωνη, Le Moniteur grec, και τέσσερις δίγλωσσες γραμμένες σε ελληνική και γαλλική γλώσσα: Le Miroir Grec, Εποχή/ LEpoque, Εθνική/ Le National, Ο Σωτήρ/Le Sauveur. Η ύλη αυτών των φύλλων περιελάμβανε δύο βασικές ενότητες, εσωτερικές και εξωτερικές ειδήσεις. Πηγές για τις εξωτερικές ειδήσεις ήταν οι μεγάλης κυκλοφορίας εφημερίδες που εκδίδονταν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες (Παρίσι, Μόναχο, Λονδίνο, Πετρούπολη). Την ύλη συμπλήρωναν, αναλόγως με το έντυπο, οι επίσημες κυβερνητικές αποφάσεις, ποικίλες ειδήσεις πρακτικού ενδιαφέροντος ή ακόμα και άρθρα εγκυκλοπαιδικού περιεχομένου, που στόχευαν στη διάχυση εκλαϊκευμένης γνώσης. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι εφημερίδες αυτές διαβάζονταν τόσο στην επαρχία και τη νησιωτική χώρα όσο και στο εξωτερικό. [2]

Η πρώτη εφημερίδα που κυκλοφόρησε στο Ναύπλιο σε γαλλική γλώσσα τον Μάιο του 1832 ήταν ο Ελληνικός Καθρέπτης / Le Miroir Grec. Τη δίγλωσση αυτή εβδομαδιαία τετρασέλιδη εφημερίδα εξέδιδαν ο Λευκαδίτης ιατροδιδάσκαλος Ανδρέας Παπαδόπουλος Βρετός και ο Γεώργιος Αλ. Ράλλης. Οι αναγνώστες του Ελληνικού Καθρέπτη είχαν τη δυνατότητα να διαβάζουν άρθρα φιλολογικού περιεχομένου, καθώς και ποικίλες ειδήσεις πρακτικού περιεχομένου.

Εκτός όμως από τη γενικότερη ανάγκη ενημέρωσης του γαλλόφωνου και ξένου αναγνωστικού κοινού, οι γαλλόφωνες εφημερίδες εξυπηρέτησαν και τις ανάγκες του κρατικού μηχανισμού. Η ελληνική κυβέρνηση που είχε συναισθανθεί νωρίς τη δύναμη του τύπου αξιοποίησε τη δυνατότητα που της παρείχε να σφυρηλατεί μια θετική εικόνα της χώρας, μέσω μιας προσεκτικά επιλεγμένης αρθρογραφίας. Τον ρόλο αυτό έπαιξε αρχικά η εφημερίδα Le Courrier de la Grece, που εκδιδόταν στην Αίγινα από το «γαλλικό τμήμα» της Εθνικής τυπογραφίας. Όμως μετά τη διακοπή της έκδοσης του Le Courrier de la Grece τον Φεβρουάριο του 1832, τον ρόλο επίσημου κρατικού οργάνου ανέλαβε ο Moniteur grec, μία αμιγώς γαλλόφωνη εφημερίδα, που εκδιδόταν στο Ναύπλιο από τον Ιούλιο 1832 έως τον Ιανουάριο 1833. Υπεύθυνος του τυπογραφείου ήταν ο Γάλλος Lιon Badin – που είχε μάλιστα προηγουμένως την ευθύνη έκδοσης του Courrier de la Grece – και υπεύθυνος σύνταξης ήταν ο Κ. Δ. Σχινάς, που αργότερα αντικαταστάθηκε από τον Σπ. Τρικούπη όταν θεωρήθηκε ότι δημοσίευσε άρθρα «ασυμβίβαστα με το πνεύμα της κυβερνήσεως». Κι αυτό γιατί ο Moniteur grec, μολονότι ήταν κυβερνητική έκδοση, προσπάθησε να διαφοροποιηθεί από τις προηγούμενες γαλλόγλωσσες εφημερίδες που υπηρετούσαν αυστηρά τα κυβερνητικά συμφέροντα, και να τηρήσει μια πιο ουδέτερη στάση. Όπως ρητά αναφέρεται στην Προκήρυξη της έκδοσης ο Moniteur grec:

 

«Δεν θα έχει πλέον τον σκοπό να αλλοιώνει τις πράξεις των ανθρώπων των οποίων οι απόψεις δεν είναι σύμφωνες με εκείνες της κυβέρνησης∙ δεν προτίθεται να εκθειάζει αδιακρίτως όλες τις πράξεις που απορρέουν από την ανώτατη εξουσία ή τους εκπροσώπους της. […] [Προτίθεται] να εκθέτει τα γεγονότα όπως πραγματικά γίνονται∙ να μη λέγεται κάτι περισσότερο ή λιγότερο απ’ ό,τι υπάρχει∙ να ενημερώνει το ευρωπαϊκό κοινό για την κατάσταση στην Ελλάδα με πιστή εξιστόρηση των γεγονότων» (Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου, 2008, τ. 4: 435).

 

Το 1834 αρχίζουν την έκδοσή τους τρεις άλλες δίγλωσσες εφημερίδες: Ο Σωτήρ / Le Sauveur, H Εποχή / L’Epoque και η Εθνική / Le National. O Σωτήρ, δημοσιογραφικό όργανο του Κωλέττη και ημιεπίσημο κυβερνητικό φύλλο, εκδιδόταν από τον Νικόλαο Σκούφο που είχε μάλιστα προσλάβει, για τη σύνταξη των γαλλικών κειμένων, τον Jourdan, ένα από τα μέλη της ομάδας των σαινσιμονιστών. Στους αντίποδες του Σωτήρα, η Εθνική ήταν όργανο του Άρμανσμπεργκ, που τη χρησιμοποιούσε για να πλήξει τον Κωλέττη. Η Εποχή, τέλος, εξέφραζε απόψεις που πλησίαζαν την καποδιστριακή πολιτική, αν και κατά τη διάρκεια της έκδοσής της το ρωσόφιλο κόμμα των Ναπαίων είχε ουσιαστικά διαλυθεί.

Πέρα όμως από τα γαλλόφωνα φύλλα που εκδίδονταν στην πόλη, το γαλλόφωνο κοινό του Ναυπλίου είχε τη δυνατότητα να διαβάσει γαλλικά βιβλία ή και γαλλικές εφημερίδες χάρη στην πρωτοβουλία του Ανδρέα Παπαδόπουλου-Βρετού που ίδρυσε, το 1831, το Φιλολογικό Σπουδαστήριο, μια δανειστική λέσχη ανάγνωσης, η οποία οργανώθηκε και λειτουργούσε κατά τα πρότυπα των γαλλικών cabinets de lecture. Παράλληλα, από τα τυπογραφεία της πόλης εκδόθηκαν και αρκετά βιβλία μεταφρασμένα από τα γαλλικά.

Ολοκληρώνοντας αυτή την πρώτη αποτίμηση για τη γαλλοφωνία στο Ναύπλιο του 19ου αιώνα, αξίζει να σημειώσουμε ότι η ισχυρή παρουσία της γαλλικής γλώσσας στη ζωή της πόλης αλλά και η υποδοχή που της επεφύλαξε η τοπική κοινωνία, ευνόησαν τη δημοσίευση ποιημάτων στη γαλλική γλώσσα. Το 1833, οι αδελφοί Αλέξανδρος και Παναγιώτης Σούτσοι, που συγκαταλέγονται ανάμεσα στους πρώτους Έλληνες συγγραφείς που δημοσίευσαν ποιήματά τους σε γαλλική γλώσσα, εξέδωσαν στο Ναύπλιο μια δίγλωσση ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιήσεις Νέαι / Poesies nouvelles. Την ίδια χρονιά, ο Αλέξανδρος Σούτσος δημοσίευσε ένα ποίημα αφιερωμένο στον Όθωνα, γραμμένο και στις δύο γλώσσες.

Το Ναύπλιο καθίσταται έτσι ο πρώτος πυρήνας της γαλλοφωνίας στο ελληνικό κράτος, η πρώτη ελληνική πόλη όπου η γαλλική γλώσσα χρησιμοποιήθηκε τόσο για την εσωτερική επικοινωνία των διαφορετικών κοινοτήτων που έζησαν και έδρασαν εκεί, όσο και για τις ανάγκες τής επικοινωνίας των κατοίκων της με το εξωτερικό και ιδιαίτερα με τη Γαλλία. Αυτές οι ποικίλες επαφές Ελλήνων και Γάλλων – πολιτικές, διπλωματικές και κοινωνικές– ευνόησαν την όσμωση μεταξύ των δύο πολιτισμών. Η μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 μετατόπισε εκεί, όπως ήταν φυσικό, τις πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές ζυμώσεις της νεότερης Ελλάδας. Το ρεύμα της γαλλοφωνίας και της γαλλοφιλίας ενισχύθηκε: η προνομιακή θέση που επεφύλαξε η ελληνική εκπαίδευση στην γαλλική γλώσσα, η ανάπτυξη ενός γαλλόφωνου τύπου που αριθμεί πλέον των 100 τίτλους, οι πολυάριθμες μεταφράσεις γαλλικών βιβλίων που κυριολεκτικά κατέκλυσαν την Ελλάδα του 19ου αιώνα, οι πολυάριθμες θεατρικές παραστάσεις γαλλικών θιάσων που προσέλκυαν το γαλλόφωνο κοινό των μεγάλων αστικών κέντρων και, τέλος, η άνθηση μιας γαλλόφωνης λογοτεχνίας, επιβεβαιώνουν τους ισχυρούς πνευματικούς δεσμούς που ενώνουν τις δύο χώρες.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Δεν είναι η πρώτη φορά που τα γαλλικά στρατεύματα διαχέουν στον ελληνικό χώρο το πνεύμα και τον παλμό των γαλλικών επαναστατικών κινημάτων. Το ίδιο είχε συμβεί στα Επτάνησα κατά την περίοδο των γαλλικών κατακτήσεων, αρχικά το 1797-1799 και κατόπιν το 1807-1814, όταν η παρουσία των Γάλλων στα νησιά του Ιονίου συνέβαλε στη μεταλαμπάδευση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης (Κιτρομηλίδης, 2000: 33-35).

[2] Η εφ. Moniteur Grec, για παράδειγμα, είχε συνδρομητές στην Τουλόν, τη Μασσαλία, την Τεργέστη, την Αγκώνα, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

 

 

Βιβλιογραφία 


 

  • Αντωνίου, Δ., (2012). Δάσκαλοι-καθηγητές της γαλλικής γλώσσας στα ελληνικά σχολεία του 19ου αιώνα, Αθήνα: Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine.
  • Αντωνίου, Δ., (2009). Γαλλικά σχολεία στην Ελλάδα, Αθήνα: Διεθνές Κέντρο Έρευνας Αίσωπος – La Fontaine.
  • Βαγενάς Ν., (1997). «Ο ουτοπικός σοσιαλισμός των αδελφών Σούτσων», in Από τον Λέανδρο στον Λουκή Λάρα, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 43-58.
  • Δεμοίρου, Ιω., (1939). Ιστορία του Γυμνασίου Ναυπλίου, Αθήνα.
  • Δημακοπούλου, Χ., (1979). «Ο σαινσιμονιστής Franηois Graillard περί των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων». Ανάτυπον εκ του 22ου τόμου του Δελτίου της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Εν Αθήναις.
  • Δημαράς Α., (1973). Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, τ. 1, Αθήνα: Ερμής.
  • Δραγούμης, Ν., (1973). Ιστορικαί αναμνήσεις, τ. Α΄, Αθήνα: Ερμής.
  • Εγκυκλοπαίδεια του Ελληνικού Τύπου 1784-1974 (2008). Λουκία Δρούλια – Γιούλα Κουτσοπανάγου (επιμ.), τόμοι 4. Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών.
  • Emerit, Μ., (1975). «Les saint-simoniens en Grθce et en Turquie », Revue des Etudes sud-est europeennes, tome XIII (1975), no 2, σσ. 241-251.
  • Κιτρομηλίδης, Π. (2000). Η Γαλλική Επανάσταση και η Nοτιοανατολική Ευρώπη, Αθήνα: Πορεία.
  • Κοραή, Α., (1933). Σημειώσεις εις το προσωρινόν πολίτευμα της Ελλάδος του 1822. Αθήνα: Βολίδης.
  • Λαμπρυνίδης, Μ., (42001). Η Ναυπλία. Από Αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ημάς, Ναύπλιον: Προοδευτικός Σύλλογος Ναυπλίου «Ο Παλαμήδης».
  • Μιχαλόπουλος, Φ., (1938) Παπαδόπουλος Βρετός: (ο πρώτος Έλλην βιβλιογράφος 1800-1876). Αθήναι: Τύποις Θέμιδος.
  • Μπουτζουβή-Μπανιά, Α., (1986). «Το Ναύπλιο στα χρόνια 1828-1833: σκιαγράφηση της κοινωνικής, πολιτισμικής και πνευματικής ζωής». Ανάτυπο από το περ. Ο Ερανιστής, τ. 18/1986, σσ. 105-136.
  • Παπαγεωργίου-Προβατά, Ε., (1994). Η γαλλική γλώσσα στην Ελλάδα, Αθήνα: Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών.
  • Προβατά, Δ., (2008). Etienne Marin-Bailly. Ένας σαινσιμονιστής στην επαναστατημένη Ελλάδα, Αθήνα: Σοκόλης.
  • Προβατά, Δ., (2006). «Η διάδοση του σαινσιμονισμού στην Ελλάδα. Μια πρώτη προσέγγιση», in Ουτοπικές θεωρίες και κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη από τον 18ο ώς τον 20ο αιώνα. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, επιμ. Μαρία Μενεγάκη, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αθήνα: Φιλίστωρ, σσ. 148-158.
  • «Projet de maison d’Ιducation de jeunes demoiselles sous la direction de Madame de Volmerange». Γενικά Αρχεία του Κράτους, Αρχείο της Γραμματείας επί των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως (18331848). Σειρά 002 – Δημόσια Εκπαίδευση (1833-1848) http://arxeiomnimon. gak.gr/search/resource.html?tab=tab02&id=523051, – 20/2/2013, 6:00, μμ.
  • Ραγκαβής, Α. Ρ., (1894). Απομνημονεύματα, τ. 1. Εν Αθήναις: Γεώργιος Κασδόνης.
  • Σούτσου, Α., (1833). Ποίησις / Epitre. Εν Ναυπλίω εκ της Εθνικής Τυπογραφίας.
  • Σούτσων, Α. και Π., (1833). Ποιήσεις Νέαι / Frθres Sοutzο, Pοesies Nοuvelles. Eν Ναυπλίω: εκ της Βασιλικής Τυπογραφίας.
  • Σπηλιάδου, Ν., (2007). Απομνημονεύματα ήτοι Ιστορία της Επαναστάσεως των Ελλήνων, (επιμ.) Π. Φ. Χριστόπουλου, τόμος 3ος. Αθήναι: Ινστιτούτο Διεπιστημονικών Ερευνών Ανάπτυξης της Νεωτέρας Ελλάδος Χαρίλαος Τρικούπης.
  • Π[αππάς], Σ. Α., (1831). Στοιχεία της Γαλλικής Γραμματικής του Λωμών. Μεταφρασθέντα και τροποποιηθέντα προς χρήσιν της Ελληνικής Νεολαίας. Εν Ναυπλίω: εν τη Εθνική Τυπογραφία.
  • Ταμπάκη, Α., (2009). «Το Ναύπλιο στα χρόνια της Ναπολεοντίας: κοινωνικά και πολιτιστικά συμφραζόμενα». Επιστημονική Επιθεώρηση Τεχνών του Θεάματος, τχ. 1 (2009), σσ. 293-306.
  • Τόμπρα, Κ., (1842). Αλφαβητάριον Γαλλικόν / Αbecedaire Francais. Χάριν των φιλογάλλων Ελλήνων. Eν Ναυπλίω: εκ της Τυπογραφίας Κ. Τόμπρα και Κ. Ιωαννίδου.
  • Frijhoff, W., (2013). «Le franηais de l’ιpoque moderne comme objet d’ histoire sociale et culturelle. Un tιmoignage personnel». Documents pour l’Histoire du Francais langue etrangere ou seconde, 50 (2013): Usages et repre senta tions du francais hors de France. 25 ans d’etudes historiques au sein de la SIHFLES [actants, outils, pratiques], Marie-Christine Kok Escalle & Karène Sanchez-Summerer, σσ. 139-144.

 

Δέσποινα Προβατά*

 Συνέδριο «Γαλλοφωνία και Πολυπολιτισμικότητα», Ναύπλιο, 6-7 Απριλίου 2013. Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου – Σχολή καλών τεχνών – Τμήμα θεατρικών σπουδών.

 

 * H Δέσποινα Προβατά είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια της Ιστορίας του γαλλικού πολιτισμού, με έμφαση στις Διαπολιτισμικές σχέσεις στο Τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Παράλληλα, διδάσκει Ιστορία της Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο από το 2000 έως και σήμερα. Έχει συνεργαστεί με το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών στο πλαίσιο χρηματοδοτούμενων ερευνητικών προγραμμάτων που διερευνούν τις διαπολιτισμικές σχέσεις ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Δύση. Το ερευνητικό της έργο και οι δημοσιεύσεις της, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, εστιάζονται σε θέματα συγκριτικής φιλολογίας και ελληνογαλλικών διαπολιτισμικών σχέσεων.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Γάλλος φιλέλληνας François Graillard  (εξελ. όν. Φραγκίσκος Γραλλιάρδος) και το μεγαλειώδες σχέδιό του για την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της μεταπελευθερατικής Ελλάδας


 

Α) Εισαγωγή

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ (François Graillard) γεννήθηκε στη Dizon της Γαλλίας την 23η Αυγούστου 1792. [1] Ο πατέρας του ήταν Συνταγματάρχης του Γαλλικού Αυτοκρατορικού Στράτου και ευνοούμενος του Μεγάλου Ναπολέοντα. [2]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ από την παιδική του ηλικία εξεδήλωσε την αγά­πη του προς τα γράμματα και ο πατέρας του έχοντας οικονομική άνεση έδωσε στο γιο του μια σπάνια για την εποχή του μόρφωση. Για το λόγο αυτό ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ακολουθώντας την οικογενειακή του παράδοση κατατάχτηκε ως εθελον­τής στο Γαλλικό Στρατό και διακρίθηκε ως πολέμαρχος στους Ναπολεόντειους πο­λέμους της τελευταίας περιόδου και στην Ελληνική Επανάσταση του 1821, αλλά παράλληλα υπήρξε ένας διανοούμενος στοχαστής με γερούς και μεγάλους πνευματικούς ορίζοντες. [3]

Πολεμώντας για την απελευθέρωση της Ελλάδας μελέτησε την Ελληνική Ιστορία και τα ήθη και έθιμα του λαού μας, γνώρισε από κοντά τα προτερήματα και τα ελαττώματα της φυλής και ζυμώθηκε με τους αγωνιστές της Επαναστάσεως του 1821 με δεσμούς τέτοιους, ώστε και μετά τη λήξη του Αγώνα να παραμείνει στη χώρα μας και να συμμερισθεί με το λαό μας τη φτώχεια που τον έδερνε, αντί να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου οι οικογενειακές του περ­γαμηνές θα του εξασφάλιζαν μίαν άνετη ζωή. [4] Διεισδυτικός, στοχαστής και ορα­ματιστής συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώδες σχέδιο, με το οποίο πίστευε ότι ο ελληνικός λαός, με μεθοδική οργάνωση και αξιοποίηση των πλουτοπαραγω­γικών πηγών της χώρας του, θα μπορούσε να ζήσει και να ευημερήσει και ακόμη να διαδραματίσει σημαίνοντα ρόλο στον ανθρώπινο πολιτισμό. [5]

Αντίθετα προς τις απόψεις του Όθωνα και του περιβάλλοντός του, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ είχε αν­τιληφθεί ότι οι Έλληνες της δεκαετίας του 1830, ύστερα από τη δραματική περίο­δο που είχε προηγηθεί, είχαν ανάγκη από μακρά περίοδο ειρήνης και ησυχίας για να επιδοθούν στα ειρηνικά τους έργα και να ανοικοδομήσουν τα καπνίζοντα ακόμη ερείπια της χώρας τους. [6] Για τον Γκραγιάρ κάθε προσπάθεια για άσκοπες πολε­μικές προετοιμασίες στην κρίσιμη εκείνη για τον Ελληνισμό περίοδο, ως διέξο­δος στα μεγάλα και άλυτα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η χώρα, αποτελούσε άπατη και προδοσία σε βάρος του ελληνικού λαού. Ο μεγάλος φιλέλληνας, υστέρα από επίπονες μελέτες του ελληνικού προβλήματος όπως ο ίδιος το είχε ζήσει στο διάστημα τής 15χρονης παραμονής του στη χώρα μας, συνέταξε και υπέβαλε στον Όθωνα με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του ένα μεγαλόπνοο σχέδιο – μία αναλυτική οικονομικοτεχνική μελέτη – με το οποίο, όπως πίστευε, θα επιτυγχανόταν η οικονομική ανάπτυξη της χώρας και ή πνευματική και πολι­τιστική άνοδος του ελληνικού λαού. [7]

Αλλά για το σχέδιο Γκραγιάρ θα μιλήσουμε διεξοδικότερα στο τρίτο μέρος αυτής της εργασίας, αφού κάνουμε πρώτα μία σύντομη σκιαγράφηση της προσωπι­κότητάς του.

 

Β)  Σύντομη βιογραφική παρουσίαση του Φραγκίσκου Γκραγιάρ

 

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ μετά την αποπεράτωση των σπουδών του και σε ηλικία 20 ετών κατετάγη εθελοντής στη Γαλλική Εθνοφυλακή την 15η Μαΐου 1812. Μετά από δύο μήνες προβιβάζεται σε δεκανέα και έπειτα από τρεις μήνες σε Λοχία. Στις αρχές του 1813 προβιβάζεται σε Ανθυπασπιστή και την 29η Σε­πτεμβρίου 1813 σε Ανθυπολοχαγό.[8]

Έλαβε μέρος ως Αξιωματικός του Γαλλικού Στράτου στις διάφορες μάχες των Ναπολεόντειων πολέμων της τελευταίας περιό­δου και διακρίθηκε στις εκστρατείες κατά της Ολλανδίας, της Αυστρίας και της Πρωσίας. Στη μάχη της Λειψίας (1813) τραυματίστηκε σοβαρά και συνελήφθη αιχμάλωτος. Μετά την αποθεραπεία του διέφυγε την αιχμαλωσία, επανήλθε στο γαλλικό στράτευμα (18 – 14) και συνέχισε να πολεμάει μέχρι την οριστική πτώ­ση τού Μεγάλου Ναπολέοντα.[9]

Ακολουθεί μία περίοδος διωγμών κατά του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, αποτάσσεται από το Γαλλικό Στρατό και φυλακίζεται ως οπα­δός της επανάστασης, αποκαθίσταται και αποτάσσεται άλλες δύο φορές ως το 1820. [10] Οι διώξεις αυτές έπεισαν τον Φραγκίσκο Γκραγιάρ, ότι δεν είχε πια μέλ­λον στο Γαλλικό Στρατό. Η  βαθειά του προσήλωση στις ιδέες της Γαλλικής Επα­νάστασης και το δράμα του για μια ανθρωπινότερη ζωή και έναν κόσμο δικαιότερο, τον έκαναν να εγκαταλείψει την πατρίδα του και να κατέλθει στην αγωνιζόμενη Ελλάδα. Συμμετείχε στην πρώτη αποστολή των Γάλλων φιλελλήλων που ήλθαν στην Ελλάδα, την 8/20 Νοεμβρίου του 1821 αποβιβάζεται με άλλους Γάλλους φι­λέλληνες στην Καλαμάτα. [11]

Έζησε από κοντά ολόκληρο το δράμα του υπέρ Ανε­ξαρτησίας Αγώνα του ελληνικού λαού και έπαιξε σημαντικό ρόλο σε αυτόν, δέ­χτηκε πολλαπλά τραύματα στη διάρκειά του, τιμήθηκε με σειρά μεταλλίων και παρασήμων και προβιβάστηκε επανειλημμένα «έπ’ ανδραγαθία» στους διάφορους βαθμούς για το θάρρος και την ανδρεία που επέδειξε σε κρίσιμες με τους Τούρκους μάχες και συμπλοκές.

Αναλυτικότερα, συμμετείχε στην πολιορκία και την άλωση του Ναυπλίου και διακρίθηκε στη μάχη της Κορίνθου. Έλαβε μέρος στη μάχη του Πέτα, όπου ανδραγάθησε, τραυματίστηκε και παρά λίγο να συλληφθεί αιχμά­λωτος. Με τα υπολείμματα των φιλελληνικών εθελοντικών σωμάτων και τα υπο­χωρούντα ελληνικά τμήματα κλείνεται στο Μεσολόγγι και έλαβε μέρος ως υπε­ρασπιστής του στην επιτυχή άμυνα της πόλης κατά τη διάρκεια της πρώτης πο­λιορκίας της από τους Τούρκους. [12] Διακρίθηκε στην ορμητική καταδίωξη των Τούρκων προς το Αγρίνιο και τον Αχελώο, μετά την αποτυχία τους να εκπορθή­σουν με έφοδο το Μεσολόγγι. Στις αψιμαχίες με τους Τούρκους στην κοίτη του Αχε­λώου τραυματίστηκε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγους μήνες και παραλίγο να χά­σει το αριστερό πόδι του. Η συμφορά του Πέτα, την οποία έζησε σε όλη της την τραγικότητα, τον έπεισε ότι η ανάμιξη των πολιτικών στη διοίκηση του στρατού και η εκπόνηση από αυτούς σχεδίων πολεμικών επιχειρήσεων οδηγούσαν την επα­νάσταση σε αναδίπλωση και μπορούσε να έχουν καταστρεπτικές συνέπειες για τους αγωνιζόμενους Έλληνες. Για το λόγο αυτό, ο Φραγκίσκος Γκαγιάρ, στις εμφύλιες έριδες, που όσον εξαρτιόταν από αυτόν προσπαθούσε να τις αποτρέψει, πήρε το μέρος των στρατιωτικών και συμμάχησε μαζί τους, γιατί πίστευε ότι, όσο διαρ­κούσε ο Αγώνας, ο λαός είχε εμπιστοσύνη μόνο στους φυσικούς του ηγέτες, τους στρατιωτικούς.

Κατά τον Γκραγιάρ, μόνον οι στρατιωτικοί μπορούσαν να οδηγή­σουν στην ολοκλήρωση των στόχων της Επανάστασης και στην τελική νίκη. Συν­δέθηκε με στενή φιλία με όλους τους σημαίνοντες Έλληνες στρατιωτικούς και κυ­ρίως με τον Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Υψηλάντη. [13] Ο τελευταίος ανέθεσε στον Γκραγιάρ την οργάνωση των πρώτων ταγμάτων του Τακτικού Ελληνικού Στρατού. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το ήθος τη μόρφωση και τις ικανό­τητες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ και του ανέθεσε εμπιστευτικής φύσεως αποστολές στην Ευρώπη.

Με εντολή του Δημητρίου Υψηλάντη ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και ο συμπα­τριώτης του Louis Stanislaw Daniel, το φθινόπωρο του 1823, αναχωρούν για τη Γαλλία με σκοπό να ενεργοποιήσουν τους φιλελληνικούς συλλόγους της Ευρώπης, με σαφείς οδηγίες όπως, εκτός από την οικονομική ενίσχυση που παρείχαν στην επαναστατημένη Ελλάδα, ασκήσουν πίεση στις κυβερνήσεις των χωρών τους για να αλλάξουν στάση και τακτική έναντι του ελληνικού προβλήματος. [14] Ο Δημή­τριος Υψηλάντης, μετά την απογοήτευσή του από τη ρωσική πολιτική στο ελλη­νικό πρόβλημα, στράφηκε προς τη Γαλλία και για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε τους δύο Γάλλους φιλέλληνες, οι οποίοι κατά τη μετάβασή τους στη Γαλλία ήρθαν σε επαφή και επικοινωνία με ανώτατους κρατικούς φορείς της γαλλικής πολιτικής ζωής και τους ενημέρωσαν για την πορεία και τους σκοπούς της Ελληνικής Επα­νάστασης.

Οι Graillard και Daniel επέστρεψαν στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1824 και ενημέρωσαν το Δημήτριο Υψηλάντη για τις επαφές τους στη Γαλλία και για τα αποτελέσματα των ενεργειών τους. Φαίνεται ότι ο Δημήτριος Υψηλάντης έμεινε ικανοποιημένος από τα αποτελέσματα των ενεργειών των δύο φιλελλήνων και τους ξανάστειλε αμέσως στη Γαλλία με νέες εντολές. [15]

Ο Δημήτριος Υψηλάντης, στρα­τιωτικός ολκής με πολιτική σκέψη και διπλωματική ενόραση, αντιλαμβανόταν ότι με τις τοπικές στρατιωτικές τους επιτυχίες οι επαναστατημένοι Έλληνες δεν μπο­ρούσαν να γονατίσουν το μεγάλο γίγαντα και ότι χρειαζόταν περισσότερο από κάθε τι άλλο η διπλωματική στήριξη του Ελληνικού Αγώνα από τις Ευρωπαϊκές Δυ­νάμεις. Η κοινή γνώμη της Ευρώπης, με κέντρο το πρόσφορο Παρίσι και τη Γαλ­λία γενικότερα, θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην αλλαγή της φιλότουρκης πολιτικής των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και θα μπορούσε αποφασιστικά να συμβάλει στην αίσια λύση του ελληνικού προβλήματος.[16]

Η αρχή έγινε από τη Γαλλία και τα αποτελέσματα υπήρξαν θετικά και άμεσα. Πρώτη η κοινή γνώμη της Γαλλίας έδειξε τη δυναμική της παρουσία και επέβαλε στη γαλλική κυβέρνηση να αλλάξει πολιτικούς προσανατολισμούς ως προς το ελληνικό ζήτημα. Αποκορύ­φωμα των διπλωματικών αλλαγών, που συντελέστηκαν στη Γαλλία και στη λοιπή Ευρώπη, είναι η μετά τρία χρόνια αργότερα ευρωπαϊκή δυναμική, που εκδηλώ­θηκε με τη συνθήκη του Λονδίνου (6 Ιουλίου 1827) και υλοποιήθηκε με τη Ναυ­μαχία του Ναυαρίνου (8/20 Οκτωβρίου 1827).[17]

Η αποστολή, λοιπόν, των Grail­lard και Daniel υπήρξε επιτυχής. Ο Δημήτριος Υψηλάντης εξετίμησε το έργο του Γκραγιάρ και τον προσέλαβε αρχικά υπασπιστή του και αργότερα επιτελάρχη του στον αγώνα του ενάντια στον Ιμπραήμ και στην εκστρατεία απελευθέρωσης της Ανατολικής Ελλάδας το 1829. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ ως υπασπιστής του Δη­μητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στη μάχη των Μύλων την 13η Ιουνίου 1825 και επέδειξε ανδρεία και θάρρος, δέχτηκε πολλαπλά τραύματα και ανδραγάθησε πολε­μώντας και εμψυχώνοντας τους μαχητές μέχρις ότου οι Αιγύπτιοι του Ιμπραήμ αποκρούστηκαν και τράπηκαν σε φυγή. [18] Για τα ανδραγαθήματά του στη μάχη των Μύλων, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, με πρόταση του Δημητρίου Υψηλάντη προς το Εκτελεστικό, προβιβάστηκε στο βαθμό του Συνταγματάρχη έπ’ ανδραγαθία. Τέ­λος, ως επιτελάρχης του Δημητρίου Υψηλάντη έλαβε μέρος στην εκστρατεία για την απελευθέρωση της Ανατολικής Ελλάδας και πολέμησε στη μάχη των Θηβών (21 Μαΐου 1829) και είχε την τύχη να λάβει μέρος στην τελευταία νικηφόρο μάχη του Αγώνα, στην Πέτρα της Βοιωτίας (12 Σεπτεμβρίου 1829).[19]

Μετά τη δολοφονία του κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, ο Γκραγιάρ, με πρό­ταση του Δημητρίου Υψηλάντη, δια του υπ’ αριθ. 79 Διατάγματος της 25ης Μαΐου του 1832, διορίζεται Γενικός Διευθυντής του Τακτικού Σώματος, δηλαδή Αρχη­γός του Γενικού Επιτελείου Στρατού και επιδίδεται στην αναδιοργάνωση του Στρατού. [20] Η ανάδειξη του Γκραγιάρ στο ύπατο στρατιωτικό αξίωμα συνέπεσε με τη φοβερή τραγωδία του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη δολοφονία του Κυβερ­νήτη και παρά τις φιλότιμες προσπάθειες του δεν κατόρθωσε να διατηρήσει την πειθαρχία μέχρι τέλους και να κρατήσει το στράτευμα μακριά από τις εμφύλιες διαμάχες. [21]

Μετά την άφιξη του Όθωνα προσλήφθηκε ως υπασπιστής του, αλλά τέσσερις μήνες αργότερα, με την ίδρυση της Ελληνικής Χωροφυλακής, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ το Μάιο του 1833 αναλαμβάνει Αρχηγός του νεοσύστατου Σώμα­τος της Χωροφυλακής.[22]

Κατά γενική ομολογία, ως Αρχηγός Χωροφυλακής ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ προσέφερε μία από τις σπουδαιότερες υπηρεσίες που προσέφερε ποτέ ένας ξένος στον τόπο μας. Ο Γκραγιάρ, γνώστης της οργανωτικής διάρ­θρωσης και της λειτουργικότητας της Γαλλικής Χωροφυλακής και γνωρίζοντας την ιδιοσυστασία και την ψυχοσύνθεση των Ελλήνων της εκρηκτικής εκείνης περιόδου, θέλησε να οργανώσει ένα σώμα ασφαλείας με ευρωπαϊκές προδιαγραφές, που θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της μεταπελευθερωτικής ελληνικής κοινωνίας. [23]

 

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930). Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

Χωροφυλακή, αρχές 20ου αιώνα. Έργο του Κερκυραίου ζωγράφου Πάνου Αραβαντινού (1886-1930).
Καρτ ποστάλ, Εκδ. Αφών Γ. Ασπιώτη, Κέρκυρα, περίπου το 1910.

 

Για το λόγο αυτό έλαβε ως πρότυπό του τη Γαλλική Χω­ροφυλακή, μελέτησε τούς Οργανισμούς και Κανονισμούς της Γαλλικής Χωροφυλα­κής και τους μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα, αφού προσάρμοσε πολλές διατάξεις του στην ελληνική πραγματικότητα. [24]  Δεν αποδέχτηκε όμως ο Γκραγιάρ αβασά­νιστα την εντολή που του είχε δοθεί. Για να αναλάβει, έθεσε δύο απαράβατους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από την Αντιβασιλεία. Ο πρώτος όρος αφορούσε την επιλογή των στελεχών της Χωροφυλα­κής η οποία έγινε προσωπικά από αυτόν τον ίδιο ανάμεσα στους διαπρεπέστερους αγωνιστές της επαναστάσεως του 1821, που είχαν όμως διακριθεί για την εντιμότατα και το ήθος τους στη διάρκεια του Αγώνα. Ο δεύτερος όρος αφορούσε τη μη ανάμιξη του στρατού και της πο­λιτικής στο έργο της Χωροφυλακής. Ο ίδιος ο Γκραγιάρ έκανε την εγκατάσταση των υπηρεσιών Χωροφυλακής στις πόλεις, στις κωμοπόλεις και τα χωριά, ανάλογα με τη σπουδαιότητα τους από απόψεως πληθυσμιακής, οικονομικής και της γεω­γραφικής τους θέσης. Γνώριζε προσωπικά τους ανθρώπους που επέλεγε και τους τόπους που εγκαθιστούσε τις υπηρεσίες Χωροφυλακής από την περίοδο του Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[25]

Το έργο του Γκραγιάρ στην οργάνωση της Χωροφυλακής εξετιμήθη από δικούς μας και ξένους. [26] Ο σύγχρονος του Γκραγιάρ Γάλλος κοι­νωνιολόγος Gustav Eiphthal (Γουσταύος Εϊκάλ) γράφει για τον Γκραγιάρ και το σώμα της Χωροφυλακής: «Ο Γκραγιάρ είναι σήμερα Αρχηγός του Σώματος της Χωροφυλακής, το οποίο αυτός εξ ολοκλήρου διέπλασε. Είναι δε το σώμα τούτο ο επιτυχέστερος των στρατιωτικών οργανισμών της Ελλάδος».[27]

Δυστυχώς, οι όροι που είχε θέσει ο Γκραγιάρ στην Αντιβασιλεία, για τη μη ανάμιξη του στρατού και της πολιτικής στο έργο της Χωροφυλακής, παραβιαζόντουσαν με διάφορα προσχή­ματα. Όταν δε ο Γκραγιάρ ζήτησε την αύξηση της οργανικής δύναμης της Χω­ροφυλακής για να ανταποκριθεί στα καθήκοντά της και η Κυβέρνηση απέρριψε το αίτημά του με το πρόσχημα της έλλειψης πιστώσεων, υπέβαλε αμέσως την παραί­τησή του. [28] Την 13η Ιανουαρίου 1835, ο Γκραγιάρ αντικαθίσταται στην αρχηγία της Χωροφυλακής από το Βαυαρό Αντισυνταγματάρχη Μαξιμιλανό Ρόσνερ.

Ο Γκραγιάρ, μετά την παραίτησή του από την αρχηγία της Χωροφυλακής, έπεσε σε δυσμένεια και ανακοινώθηκε προσχηματικά ότι τέθηκε σε διαθεσιμότητα για λό­γους υγείας. Λίγο αργότερα όμως ανακλήθηκε στην ενέργεια και υπηρέτησε σε διά­φορες υπηρεσίες του στρατεύματος (Φρούραρχος Αθηνών και Πειραιώς, Φρούραρχος Μεσολογγίου, Προσωπάρχης στο Υπουργείο Στρατιωτικών, Πρόεδρος του Συμ­βουλίου για την αναθεώρηση του Στρατού κτλ.).

Την 19η Φεβρουαρίου του 1848 ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ διορίζεται για δεύτερη φορά Αρχηγός Χωροφυλακής, αλλά παρέμεινε για πολύ λίγους μήνες στη θέση αυτή, γιατί ήρθε αμέσως σε ρήξη με τη στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, που επέμεναν να επεμβαίνουν στο έργο της Χωροφυλακής. Ωστόσο, όμως, ο Γκραγιάρ δεν παραιτήθηκε αυτή τη φορά, αλλά οι εναντιούμενοι στο έργο του, για να τον εξουδετερώσουν, εισηγήθηκαν στην Κυ­βέρνηση την κατάργηση του Αρχηγείου Χωροφυλακής και την υπαγωγή του Σώ­ματος απευθείας στο Υπουργείο Στρατιωτικών. Έτσι, το σώμα της Χωροφυλακής έμεινε ακέφαλο και ο Αρχηγός του χωρίς θέση. Αυτά παθαίνουν όσοι πονούν αληθινά αυτόν τον τόπο και δεν γίνονται πιόνια της πολιτικής και των κάθε είδους κυκλωμάτων. Έπειτα από λίγο ο Γκραγιάρ μετατάσσεται στο στράτευμα και την 19η Μαΐου 1854 προβιβάζεται σε υποστράτηγο, ενώ σχεδόν ταυτόχρονα περιέρχεται σε κατάσταση μόνιμης διαθεσιμότητας πραγματικά για λόγους υγείας αυτή τη φορά.[29]

Απεβίωσε σχεδόν λησμονημένος την 9η Μαΐου 1863 και καθώς είχε παραμείνει άγαμος, άφησε κληρονόμο τής μικρής του περιουσίας τον τέως Δήμαρχο Αθηναί­ων Ιωάννη Κόνιαρη.[30]

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε προσκολλημένος στους γαλλικούς πολιτικούς κύκλους της Αθήνας, αλλά παντού και πάντοτε ασκούσε την επιρροή του για το καλό της δεύτερης θετής πατρίδας του της Ελλάδας και των αγαπημένων του Ελ­λήνων. Είναι εκείνος που επισκέφθηκε το Γάλλο Στρατηγό Μαιζώνα στη Μεσση­νία και τον παρακάλεσε να εμποδίσει τον Ιμπραήμ να ερημώσει την Πελοπόννησο, όπως σκόπευε, κατά την αποχώρησή του και να φανεί και ο ίδιος γενναιόδωρος προς τους χειμαζομένους πληθυσμούς της περιοχής, που είχαν υποστεί τα πάνδεινα από τις μακροχρόνιες δηώσεις του Ιμπραήμ.[31]

Πάντοτε δε ενεργούσε κατευναστι­κά στη Γαλλική Πρεσβεία της Αθήνας σε περιόδους κρίσεως των εθνικών μας θεμάτων και οξύνσεως των σχέσεων των δύο χωρών. Είχε τη δύναμη να επιβάλλε­ται και να κατευνάζει τον οξύθυμο Γάλλο Πρεσβευτή Piscatory. Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν έγραψε κανένα βιβλίο για τα ελληνικά πολιτικά πράγματα, άλλα τους στοχασμούς του, τις ιδέες του και την αγάπη του προς την Ελλάδα και τους Έλληνες τα ανιχνεύουμε μέσα από τις εκατοντάδες χειρόγραφά του, που διασώ­θηκαν και βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους και στα Αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος. Από αυτά, ο φάκελος I του Οθωνικού Υπουργείου Στρατιωτικών και οι φάκελοι Αστυνομία – Χωροφυλακή του Οθωνικού Υπουργείου Εσωτερικών των Γενικών Αρχείων του Κράτους πε­ριέχουν εκατοντάδες χειρόγραφα του Γκραγιάρ, στα οποία περιλαμβάνεται το ορ­γανωτικό διάγραμμα των υπηρεσιών Χωροφυλακής με παρατηρήσεις, σχόλια και επεξηγηματικά στοιχεία, με τα οποία δικαιολογούνται πλήρως οι λόγοι που επέ­βαλαν την ίδρυση της κάθε υπηρεσίας Χωροφυλακής.

Οι προσωπικές του αναφορές ως Αρχηγού Χωροφυλακής προς τα Υπουργεία Στρατιωτικών και Εσωτερικών είναι αληθινά κομψοτεχνήματα. Οι Κανονιστικές Διαταγές, τα μνημόνια οδηγιών και οι γενικές κατευθύνσεις που εξέδιδε προσωπικά ο Γκραγιάρ προς τους διοικη­τές των νεοϊδρυομένων υπηρεσιών, αποτελούν τους αψευδείς μάρτυρες της πνευματικής του συγκρότησης, της εκφραστικής του δυναμικότητας, της ορθής κρίσης του, της ικανότητας επιλογής των συνεργατών του, την αξιοποίηση των δυνατοτήτων τους και των ηγετικών του προσόντων γενικότερα.[32]

 

Γ)   Ανάλυση του σχεδίου Γκραγιάρ «περί των τρόπων της αναπτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού»

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπήρξε ένας ιδεαλιστής ελληνολάτρης και είναι ο πρώτος ξένος που αποποιήθηκε τον τίτλο του «φιλέλληνα», έχοντας υπόψη του τα μπουλούκια των ξένων που είχαν εισρεύσει στη χώρα μας προς αναζήτηση τύχης με την ευκαιρία της Ελληνικής Επανάστασης. Πολλοί από αυτούς ήσαν ξένοι πράκτορες και πουλούσαν εκδούλευση στους αγωνιζόμενους για την ελευθερία τους Έλληνες, αντλούντες πληροφορίες από αυτούς για να τις μεταβιβάσουν με αμοιβή στους Τούρκους. Άλλοι πάλιν ήσαν έτοιμοι να αλλάξουν στρατόπεδο ανάλογα με τα συμφέροντά τους.

Όλος αυτός ο συρφετός των διαφόρων επιδιώξεων τιτλοφορήθηκε από τους αφελείς Έλληνες «Φιλελληνισμός» και οι διάφοροι τυχοδιώκτες της Δύσης τιτλοφορήθηκαν «Φιλέλληνες». Αυτά τα είχε ζήσει από κοντά ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ και για το λόγο αυτό θεωρούσε τον τίτλο του φιλέλληνα ως υβριστικό.[33]

Ο ίδιος είχε γνώση της ελληνικής πραγματικότητας και αντιλαμβανόταν ότι τα στενά εδαφικά όρια, μέσα στα οποία είχαν περιορίσει το νεοσύστατο κράτος οι Με­γάλες Δυνάμεις, δεν ήσαν βιώσιμα και έπρεπε οπωσδήποτε να επεκταθούν για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να ζήσει και να δημιουργήσει. Όπως όμως είχαν δια­μορφωθεί τα πράγματα δεν υπήρχε διέξοδος με τις άσκοπες πολεμικές προετοιμα­σίες σε μια εποχή μάλιστα που η Δύση κόπτονταν για την ακεραιότητα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[34]

Εκείνο λοιπόν που έπρεπε να γίνει στη φάση αυτή ήταν η οργάνωση της διοίκησης και η οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώ­ρας.[35] Αν αυτό επιτυγχανόταν, θα μπορούσε να οργανωθεί ένας αξιόμαχος στρα­τός που θα ήταν σε θέση να αντιπαραταχθεί με τον υπέρτερο αριθμητικά αλλά κα­κώς οργανωμένο τουρκικό στρατό. Ο Γκραγιάρ λοιπόν οραματίστηκε ένα μικρό αλ­λά καλά οργανωμένο στράτευμα που θα αντιπαρέθετε τη σύγχρονη πολεμική τακτι­κή στην αριθμητική δύναμη του εχθρού. Ήθελε δηλαδή, τηρουμένων των αναλογι­ών, να μεταβάλει την Οθωνική Ελλάδα σε ένα υπερσύγχρονο μικροσκοπικό κρά­τος που θα μπορούσε να αντιπαραταχθεί στον Οθωμανικό γίγαντα, όπως αντιπα­ρατάσσεται σήμερα το μικρό αλλά καλά οργανωμένο κράτος του Ισραήλ απέναντι στον Αραβικό Γίγαντα. Για το λόγο αυτό συνέλαβε και κατέστρωσε ένα μεγαλειώ­δες σχέδιο – υπόμνημα, το οποίο υπέβαλε στο βασιλιά Όθωνα την 9η Απριλίου 1835 με την ευκαιρία της ενηλικίωσής του. [36] Με το μακροσκελές του υπόμνημα – το όλον 58 σελίδες – ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ υπεδείκνυε στο νεαρό ηγεμόνα τους τρόπους ενεργείας και τα μέτρα που έπρεπε να ληφθούν για να επιτευχθεί η ταχεία οργάνωση της διοίκησης και η επιτάχυνση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονο­μίας.

Από την ανάλυση του υπομνήματος προκύπτουν πολλά και ωφέλιμα στοιχεία και εξάγονται χρήσιμα ιστορικά συμπεράσματα για την κατάσταση που επικρατούσε στη μεταπελευθερωτική Ελλάδα και τις δυνατότητες που είχαν οι Έλληνες να εξέλθουν από το φάσμα της οικονομικής καχεξίας και να ακολουθήσουν την ανο­δική πορεία των Ευρωπαϊκών λαών. Από το ίδιο το υπόμνημα ή μάλλον από την αριστοτεχνική αυτή οικονομικοτεχνική μελέτη σκιαγραφείται η προσωπικότητα, το ήθος, η συγκρότηση, η προβλεπτικότητα και προνοητικότητα του συντάκτη και τον αναδεικνύουν σε στοχαστή και μεταρρυθμιστή των ελληνικών πολιτικών πραγμά­των της εποχής του, αφού πολλοί από τους σχεδιασμούς και τις υποδείξεις του πραγματοποιούνται ή μελετώνται με καθυστέρηση ενός και μισού αιώνα.[37]

Εκεί­νο που θα πρέπει να τονισθεί είναι ότι, ενώ το περιεχόμενο του υπομνήματος είναι πλούσιο και πολύ ενδιαφέρον από κάθε πλευρά, ο Γκραγιάρ του έδωσε ένα μετριοπαθή τίτλο, που σε ελεύθερη Απόδοση μεταφράζεται: «Περί των τρόπων της ανα­πτύξεως του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού». Στην αρχή του υπομνήματος ο Γκραγιάρ αναφέρεται στους λόγους που τον ώθησαν στη σύνταξή του, κάμνοντας μία σύντομη αναδρομή στην αρχαία Ελλάδα και στο Βυζάντιο, για να προχωρή­σει στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και να εξηγήσει τις επιδράσεις που δέχτηκαν οι Έλληνες από τη μακροχρόνια τουρκική καταπίεση και τυραννία. Δικαιολογεί το δυσδιοίκητο, το καχύποπτο και το ανυπότακτο του νεοέλληνα. Μας δίνει τη δομή και τη συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας στις παραμονές του Αγώνα κατά τά­ξεις και γεωγραφικά διαμερίσματα.

Κατά τον Γκραγιάρ, άλλη είναι η κοινωνική συγκρότηση στην Πελοπόννησο, την οποία χαρακτηρίζει συντηρητική, με τους προεστώτες κυρίαρχους και τον απλό λαό καταδυναστευόμενο, τη συγκρίνει με το αυταρχικό καθεστώς της Τσαρικής Ρωσίας. Άλλη είναι η κοινωνική δομή στα νησιά, στα οποία διακρίνει τρεις τά­ξεις, τους προεστώτες, τους αστούς και το λαό, προσομοιάζει την κοινωνική συγ­κρότηση των νησιών με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας. Περισσότερο προοδευτική κοινωνική συγκρότηση διακρίνει στη Ρούμελη (με τον όρο Ρούμελη εννοεί από τον Ισθμό της Κορίνθου μέχρι και τη Θράκη) με διαμορφωμένη την αστική τάξη. Εμπόριο, βιομηχανία (υποτυπώδη), τέχνες – γράμματα, συνεταιριστικό και συνερ­γατικό πνεύμα, πολεμική αριστοκρατία είναι το σήμα κατατεθέν της νέας τάξης πραγμάτων στην Ηπειρωτική Ελλάδα.

Η Ισχύς των προεστώτων στη Ρούμελη εί­ναι σκιώδης. Τη φιλελεύθερη κοινωνική δομή της Ρούμελης ο Γκραγιάρ τη συγ­κρίνει με αυτήν της Γαλλίας. Με βαθειά διεισδυτικότητα και κριτική διάθεση εξε­τάζει τις διάφορες τάσεις που διαμορφώθηκαν στη διάρκεια του Αγώνα και τις επιδράσεις που άσκησαν οι διάφορες προσωπικότητες στο ανώνυμο πλήθος των αγω­νιστών. Μέσα στο καμίνι του Αγώνα ανιχνεύονται οι πρώτες τάσεις συγκρότησης της νεοελληνικής κοινωνίας. Κύριο χαρακτηριστικό η εξασθένηση της ισχύος των προεστών και των προυχόντων, άνοδος των αστών – διανοουμένων πολιτικών -, έμπο­ρων – μεταπρατών και της πολεμικής αριστοκρατίας των στρατιωτικών, των καπε­τάνιων του Αγώνα.

Η μη απόλυτη επικράτηση της επανάστασης στον Ελλαδικό χώρο οφείλεται στην έλλειψη σχεδιασμού και συντονισμού των πολεμικών επιχει­ρήσεων, αφού κάθε πολεμικός αρχηγός και οπλαρχηγός ενεργούσε κατά τον τρόπο που αυτός έκρινε σωστό. Διαπιστώνει την έλλειψη οργανωμένης διοίκησης στις απελευθερούμενες από τους Τούρκους περιοχές. Ο ανταγωνισμός για την επικράτηση όχι μόνον ανάμεσα στις τάξεις, αλλά ακόμη και ανάμεσα στις διάφορες φατρίες της ίδιας τάξης οδήγησαν σε πολιτικές συμμαχίες ανίερες και ζημίωσαν ανεπανόρ­θωτα την επανάσταση. Ο αγώνας του ελληνικού λαού είχε ως αφετηρία την απο­τίναξη της τουρκικής δεσποτείας με βάση το πνεύμα φιλελευθερισμού που είχε διαμορφωθεί στην Ευρώπη των αρχών του 19ου αιώνα. Μας κάνει σκιαγράφηση της προσωπικότητας των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών και επισημαίνει τα λάθη και τις αδυναμίες τους. Περισσότερο αναλυτικός είναι στους Δημήτριο Υψη­λάντη, Μαυροκορδάτο, Κωλέττη και στον Ιωάννη Καποδίστρια. Διαπιστώνει ότι η επανάσταση θα είχε επιτύχει στους στόχους της αν μέσα από τον Αγώνα αναδυό­ταν επιβλητική προσωπικότητα κοινής αποδοχής για να κατευθύνει και συντονίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις και να ασκεί ουσιαστικό έλεγχο στο έργο της διοίκησης που ποτέ δεν λειτούργησε μεθοδευμένα και αποδοτικά.

Για τον Καποδίστρια παραδέχεται ότι εφόσον τηρούσε τις ισορροπίες ανάμεσα στο φιλελευθερισμό που εξέφραζαν οι πολλοί και το δεσποτισμό που εξέφραζαν οι ολίγοι, η διοίκησή του ήταν άψογη και ετύγχανε της γενικής αποδοχές. Ακόμη επισημαίνει τις επιδράσεις που ασκούσαν οι διάφορες προσωπικότητες προς το ανώ­νυμο πλήθος, με αποτέλεσμα στενά ατομικά συμφέροντα ορισμένων ατόμων να παρουσιάζονται στο λαό ως εθνική υπόθεση. Οι ολέθριες αυτές τάσεις διαμορφώθη­καν κατά τη διάρκεια του Αγώνα και συνετάραξαν για ολόκληρες δεκαετίες τη μεταπελευθερωτική Ελλάδα. Οι τάσεις αυτές, εξηγεί, οδήγησαν στη δολοφονία του Καποδίστρια και στον εμφύλιο πόλεμο. Με θάρρος και παρρησία ασκεί έντονη κρι­τική στο έργο της Αντιβασιλείας και δε διστάζει να καταγγείλει τις αυθαιρεσίες και τα σφάλματά της. Για να αποφευχθούν τα λάθη του παρελθόντος, υποδεικνύει στον Όθωνα τους σωστούς τρόπους ενεργείας για το καλό του ίδιου του βασιλιά, όπως τονίζει, και των υπηκόων του.

Το υπόμνημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δύο φυσικές ενότητες. Στην πρώ­τη ενότητα περιλαμβάνονται πολύτιμα ιστορικά στοιχεία και πληροφορίες για τη ζωή των Ελλήνων στην περίοδο της τουρκοκρατίας, για τις διάφορες φάσεις του Αγώνα και τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκειά του και μετά την επιτυχή λήξη του. Το δεύτερο μέρος σε συσχετισμό με τις επισημάνσεις του πρώ­του μέρους είναι το κυρίως υπόμνημα, το οποίο με τη σειρά του παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, γιατί περιγράφει την κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα και υπο­δεικνύει στο νεαρό ηγεμόνα τα πρέποντα. Το τι πρέπει δηλαδή να κάνει: «…Δια να αναλάβει η Ελλάς εκ νέου εις τον πολιτισμόν του μέλλοντος την θέσιν του πρω­τοπόρου την οποίαν είχεν διατηρήσει επί τόσον μακρόν χρόνον εις την αρχαιότητα και το όνομα του Όθωνος, προφερόμενον με αγάπην και σεβασμόν παρά πάντων, θά καθίστατο ο πρώτος άμα και Ένδοξος κρίκος της αλύσου προς μίαν νέαν εποχήν δια την ανθρωπότητα…».

Από το παρατιθέμενο απόσπασμα διαφαίνεται η ακρά­δαντα πίστη του Γκραγιάρ ότι η νέα Ελλάδα είχε τις δυνατότητες να αναπτυχθεί οικονομικά, διοικητικά και πολιτιστικά και να παίξει πρωτεύοντα ρόλο στον αν­θρώπινο πολιτισμό. Αλλά αυτό θα αποτελούσε μία ευχή ενός οραματιστή εάν τα υποδεικνυόμενα μέτρα δεν ημπορούσαν να υλοποιηθούν. Οι υποδείξεις όμως του Γκραγιάρ ήταν καλομελετημένες και μπορούσαν να τύχουν άμεσης εφαρμογής. Ο Γκραγιάρ υποδεικνύει στον Όθωνα να ρίξει όλο το βάρος των ενεργειών του στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας, στην ανάπτυξη της βιοτεχνίας – βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, στην οργάνωση της δημοσίας διοίκησης και των οργανισμών. Όλα αυτά προϋποθέτουν μακρά περίοδο ειρήνης και εσωτερικής ασφάλειας για να μπορέσει ο ελληνικός λαός να αναπτύξει τις δημιουργικές δυνά­μεις του και να ακολουθήσει την τροχιά των οικονομικά ανεπτυγμένων χωρών. Η φιλοσοφία του υπομνήματος Γκραγιάρ στόχευε να αποτρέψει τον Όθωνα από τον ολισθηρό κατήφορο της φιλοπόλεμης τάσης του αυλικού περιβάλλοντος που τον ωθούσε σε εξωπραγματικές επιδιώξεις, τη λύση δηλαδή του ελληνικού προβλήμα­τος με την εμπλοκή της ανοργάνωτης πολεμικά χώρας σε πολεμικές περιπέτειες.

Ιδιαίτερα πρέπει να σταθούμε σε ορισμένα βαθυστόχαστα σημεία του υπομνή­ματος Γκραγιάρ, τα οποία προκαλούν το θαυμασμό και την έκπληξή μας για την πρωτοτυπία των ιδεών και τη διεισδυτικότητα του πνεύματος Γκραγιάρ στην υφή και στην ουσία των ελληνικών πολιτικών πραγμάτων της εποχής του. Για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και της κτηνοτροφίας με παράλληλη ανάπτυξη οικιακής βιοτεχνίας και βιομηχανίας, του εμπορίου και της εμπορικής ναυτιλίας, υποδεικνύει τη συγκέντρωση του πληθυσμού σε βιώσιμες οικιστικές μονάδες με τη δημιουργία είδους αγροτοπόλεων. Την οργάνωση και την εξειδίκευση σε όλους τους τομείς της οικονομίας με τη μετάκληση Ελλήνων εκ του εξωτερικού ή και αλ­λοδαπών. Υπαινίσσεται τη δυσφορία και την άρνηση των πλουσίων Ελλήνων της διασποράς για επενδύσεις στην πατρίδα τους. Υποδεικνύει τη δημιουργία Κεντρι­κής Τράπεζας στην πρωτεύουσα με παραρτήματα στους νομούς και στις επαρχίες για τη δανειοδότηση των αγροτών, των επαγγελματοβιοτεχνών και όλων των πα­ραγωγικών επενδύσεων. Ακόμη υποδεικνύει την ίδρυση Πανεπιστημίου και Σχολής Καλών Τεχνών με παράλληλη ίδρυση επαγγελματικών σχολείων στις επαρ­χίες, θεωρεί την εξειδίκευση ως τον ακρογωνιαίο λίθο για την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας. Κρίνει απαραίτητο τον εκσυγχρονισμό του φορολογικού συ­στήματος και τη δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος. Για τη διάθεση των γεωργικών και λοιπών εγχώριων προϊόντων και την ποιοτική τους βελτίωση υποδεικνύει την καλλιέργεια του συνεταιριστικού και συνεργατικού πνεύματος. Α­κόμη και για τον ημερήσιο και περιοδικό τύπο έκανε πρόβλεψη οΦραγκίσκος Γκρα­γιάρ, γιατί τον θεωρούσε ως το κύτταρο της δημοκρατίας και από ό,τι εγνώριζε, η λειτουργία του δεν είχε τεθεί σε σωστές βάσεις.

Οι πρωτοποριακές αυτές ιδέες του Φραγκίσκου Γκραγιάρ για τη λύση του ελληνικού προβλήματος δεν βρήκαν απήχηση στους πολεμοκάπηλους της διεφθαρ­μένης αυλής του Όθωνα, που ωθούσαν αυτόν τον ίδιο στην καταστροφή και τον ελληνικό λαό στην οικονομική εξαθλίωση και την εθνική του ταπείνωση, αφού κάθε άστοχη ενέργεια του ηγεμόνα του σε αυτόν ξεσπούσαν τα βάρη. Μπορούμε με βε­βαιότητα να υποθέσουμε, ότι το υπόμνημα Γκραγιάρ δεν περιήλθε ποτέ στα χέρια του Όθωνα. Αλλά και να περιερχόταν δεν θα είχε διαφορετική τύχη: Ο Όθωνας βασανιζόταν από συμπλέγματα κατωτερότητας λόγο της γνωστής διανοητικής του κατάστασης. Επειδή δε αδυνατούσε να ασκήσει ουσιαστική διοίκηση για να επιτύ­χει την οικονομική ανάπτυξη της χώρας και την κατά τρόπο αποδοτικό λειτουρ­γικότητα της κρατικής μηχανής, παρουσίαζε τον εαυτό του εις τούς υπηκόους του ως επεξεργαζόμενος την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. [38] Μέσα λοιπόν σε αυτό το αρρωστημένο πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στο Παλάτι, το υπόμνη­μα Γκραγιάρ δεν είχε καμμία απολύτως θέση. [39] Ωστόσο, ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ δεν απογοητεύεται και δεν τα βάζει κάτω, αλλά αναλαμβάνει νέες πρωτοβουλίες.

Το 1837 ηγείται μιας κίνησης που αποσκοπούσε στη συνένωση όλων των πο­λιτικών δυνάμεων με στόχο και πάλι την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας. Η κίνηση αυτή ονομάστηκε «Συγχώνευσις» και παρέμεναν αξεδιάλυ­τοι οι στόχοι και ο σκοπός της ίδρυσής της, ακόμη και μέχρι τα τελευταία χρόνια. [40]  Οι λόγοι αυτής της ασάφειας οφείλονται στο γεγονός ότι η κίνηση αυτή αποσκοπού­σε στη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων με ηγέτη το Βασιλιά Όθωνα. Άλλα μια τέτοια κίνηση από τα υπεύθυνα για την κακοδαιμονία της χώρας κόμ­ματα και το συνυπεύθυνο τους βασιλιά κάθε άλλο παρά ευμενή απήχηση μπορούσε να έχει στα λαϊκά στρώματα και στον τύπο της εποχής.[41]

Μόνον ο συσχετισμός του υπομνήματος Γκραγιάρ του 1835 προς το βασιλιά Όθωνα και η κίνηση της «Συγχώνευσις» του ιδίου του έτους 1837 ξεδιαλύνουν τα πράγματα, γιατί εμπνευστής και των δύο κινήσεων είναι οΦραγκίσκος Γκραγιάρ με κοινό στόχο την οικονομική και πολιτιστική ανάπτυξη της χώρας.

Ο Φραγκίσκος Γκραγιάρ, που είχε ζήσει έντονα τη μακροχρόνια ελληνική τραγωδία, όταν απέτυχε να πείσει τον Όθωνα να αφήσει τους ακροβατισμούς και να ακολουθήσει το σωστό δρόμο, οραματίστηκε τη συνένωση όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας ως μοναδική διέξοδο στο αδιέξοδο της αντιπαλότητας των Ανακτόρων και των κομματικών φατριών, που είχαν δημιουργήσει εκείνη την ασφυ­κτική κατάσταση.[42]

Ο Γκραγιάρ ηγήθηκε μιας ευρύτατης κίνησης με στόχο ένα είδος οικουμενικής κυβέρνησης για τη λύση των εκρηκτικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η χώρα. Φυσικά η κίνηση Γκραγιάρ δεν έγινε κατανοητή από τις πο­λιτικές δυνάμεις της εποχής του. Ωστόσο, οι ιδέες του επεκράτησαν αργότερα με τη δημιουργία οικουμενικών κυβερνήσεων, σε κρίσιμες φάσεις του εθνικού μας βίου. Και από την άποψη αυτή ο τίτλος του οραματιστή και του ελληνολάτρη ανήκει δι­καιωματικά στο Μεγάλο Φιλέλληνα Φραγκίσκο Γκραγιάρ.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ψ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός Χωροφυλακής.

[2] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΦΡΑΓΚΙΣΚΟΣ ΓΚΡΑΓΙΑΡ 1792 – 1863, Ο Πρώτος Αρ­χηγός της Ελληνικής Χωροφυλακής», Επιθεώρηση Χωροφυλακής, τόμος 9ος / 1978, σελ. 319-321.

[3] Χαρίκλειας Γ. Δημακοπούλου «Ο ΣΑΙΝΣΙΜΟΝΙΣΤΗΣ FRANCOIS GRAILLARD», Δελτίον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος, τό­μος 22ος, Αθήναι 1979, σελ. 368. «…Δεν εξετιμήθη ειμή ως στρατιώτης, ως επαγγελ­ματίας πολεμιστής, ενώ έκρυβεν ολόκληρον κόσμον ιδεών, νέων και ριζοσπαστικών δια την εποχήν του και ίσως δια μόνον δι’ αυτήν ως ιδεολόγος, ως στοχαστής, ως πολιτικός αναλυτής, ως εισηγητής μεταρρυθμίσεων, αι οποίαι απέβλεπον εις το μεγαλείον, την προκοπήν και την ακτινοβολίαν της Ελλάδος».

[4] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[5] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό .π., σελ. 390 – 391.

[6] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου, ό. π., σελ. 386.

[7] Αρχείον της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας τής Ελλάδος, αριθμός κωδικός 284.

[8] Φύλλον Μητρώου του Φραγκίσκου Γκραγιάρ, της υπηρεσίας αρχείων του Υπουργείου Στρατιωτικών της Γαλλίας.

[9] Εφημ. «Παλιγγενεσία», φύλλο 141 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 4 και εφημ. «Ραδαμάνθυς», φύλλο 17 της 16 Μαΐου 1863, σελ. 2 «Λόγος Επιτάφιος, επί του τάφου του Γάλλου φιλέλληνος και Στρατηγού Γραλλιάρδου» υπό  I. Κόνιαρη.

[10] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, ό. π.

[11] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου,   ό. π., σελ. 369, υποσ. 3.

[12] Ναπολέοντα Σταμ. Δοκανάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΛΑΧΟΠΟΓΛΟΣ (1789- 1868)», Ιωάννινα 1987, σελ. 109, υποσ. 9, όπου γίνεται σύντομη βιογραφία του Φραγκίσκου Γκραγιάρ.

[13] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 372.

[14] Αρχείον Μαυροκορδάτου, τεύχος 111, εν Αθήναις 1968, σελ. 531-533 (έγγρ. 831) και σελ. 543-545 (έγγρ. 839).

[15] Διον. Καραβία,   τόμος 1  (1971), τεύχος Β, σελ. 187 – 189 και 191 – 197.

[16] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», Θεσσαλονίκη 1978, σελ. 21-28, Ιστορική Ανασκόπησις των Γεγονότων και Συμβάντων τα οποία οδήγησαν εις την Ναυμαχίαν του Ναυαρίνου.

[17] Ναπολέοντος Σταμ.  Δοκανάρη: «Σύγχρονα Ιστορικά θέματα», ό. π., σελ. 24-27.

[18] Ε λ. Γ. Πρεβελάκη: «Η ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΙΜΠΡΑΗΜ ΠΑΣΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», εν Αθήναις 1950, σελ. 60, 84 και 115.

[19] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ.  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ. .

[20] Ναπολέοντα Σταμ. Δονακάρη: «Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΧΑΧΟΠΟΥΛΟΣ 1789-1868», Ιωάννινα 1987, σελ. 109-110, υποσ. 9.

[21] Ν. Σ. Κ τ ε ν ι ά δ ο υ: «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ (1833 -1933», τεύχος Α’ (1821 -1835), «ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΚΗΡΥΚΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ», Αθήναι 1931, σελ. 48.

[22] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Ανέκδοτο Ιστορικό Λεύκωμα για τα 150 Χρόνια της Ελληνικής Χωροφυλακής, Αθήνα 1983.

[23] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής, Φ. Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχη­γός της Ελληνικής Χωροφυλακής.

[24] Γενικά Αρχεία του Κράτους – Οθωνικό αρχείο Υπουργείου Εσωτερικών – Αστυνομία -Χωροφυλακή, φάκελλοι 1 -10.

[25] Χρήστου Ρέππα: «Η ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗΣ» (1833 -1834), περιοδικό «Επιθεώρηση Χωροφυλακής», τεύχος 154 (Οκτώβριος 1982), σελ. 739 έως 742.

[26] Τ. Α. Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού. ό. π., σελ. 95: «Η ίδρυση της Χωροφυλακής αποδείχτηκε πιο επιτυχής…….».

[27] G. Eichthal: «ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑ­ΔΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1821», επιμ. ΑΘ. Χ. Παπαδοπούλου, εν Αθήναις 1974, σελ. 39 και ιδίου   «Η ΕΛΛΑΣ ΤΟΥ 1833-1835», έπιμ. Γ. Τ. Μίρκου, έν Αθήναις 1968, σελ. 36.

[28] Ν.  Σ.  Κ τ ε ν ι ά δ ο υ : «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΟΦΥΛΑΚΗ – Ιστορικαί σελίδες», τόμος Α’, Αθήναι 1960, σελ. 81.

[29] Διάταγμα της 19ης και 22ας Μαΐου 1854, Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φυλ. 15 της 5 Ιουνίου 1854, σελ. 77-78.

[30] Χαρίκλειας   Γ.   Δημακοπούλου:   ό. π., σελ. 378.

[31] Ιστορικά  Αρχεία Αρχηγείου  Χωροφυλακής»,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ, Πρώτος Αρχηγός Χωροφυλακής.

[32] Γενικά Αρχεία του Κράτους, φάκ. 10 – ¡90 – Όθων. Αρχ. Υπουργείου Εσωτερικών.

[33] Ιστορικά Αρχεία Αρχηγείου Χωροφυλακής,  Φραγκίσκος Γκραγιάρ κτλ.

[34] I.   Α.   Πετρόπουλος – Αικ. Κουμαριανού ,   ό. π., σελ. 33 και 217.

[35] Χαρίκλειας   Γ.   Δ η μ α κ ο π ο ύ λ ο υ ,   ό. π., σελ. 392.

[36] Το υπόμνημα Γκραγιάρ είχε καταγραφεί από τον αείμνηστο καθηγητή Σπύρο Λάμπρο και είναι ταξιθετημένο στο αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελ­λάδος, άριθ. Κώδικα 284.

[37] Δυστυχώς, οι ιδέες του Γκραγιάρ για εξειδίκευση στο γεωργικό και κτηνοτροφικό τομέα, ακόμη και στο βιοτεχνικό, ναυτιλιακό και εμπορικό τομέα, άργησαν πολύ να πραγματοποιηθούν στη χώρα μας. Ακόμη, η δημιουργία αγροτοπόλεων, που εισηγήθηκε, για τη συγκράτηση των αγροτικών πληθυσμών στην ύπαιθρο, μόνον προς το τέλος τής 10ετίας του 1960 συζητήθηκε στην ελληνική Βουλή, χωρίς να υλοποιηθεί.

[38] Σπ. Β. Μαρκεζίνη:«Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΩΤΕΡΑΣ ΕΛΛΑ­ΔΟΣ», τόμος πρώτος, Αθήναι 1966, σελ. 208.

[39] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΑΠΟΛΥΤΗΣ ΜΟΝΑΡΧΙΑΣ», σελ. 40-90, τόμος ΙΓ’ Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους Εκδοτικής Αθήναι Α.Ε., Αθήναι 1977.

[40] Ιωάννης Πετρόπουλος – Αικατερίνη Κουμαριανού: «Η ΘΕΜΕΛΙΩΣΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ -Οθωνική περίοδος 1833-1843», Εκδόσεις Παπαζήση, Αθή­να 1982, σελ. 198-199.

[41] Έφημ. «ΑΘΗΝΑ», τόμοι 1837 και 1838.

[42] Ναπολέοντος Σταμ. Δοκανάρη : «ΤΟ ΚΥΚΝΕΙΟΝ AΣMA ΤΟΥ ΟΘΩΝΙΚΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ», περιοδικόν «Ηπειρωτική Εστία», τεύχος 325 – 326 / Μάιος – Ιούνιος 1979, σελίδες 387 – 396, βλέπε σελ. 388 «…Η πολιτική που ακολούθησε ο Όθωνας για την υλοποίηση των σκοπών της Μεγάλης Ιδέας ήταν καθόλα λανθασμένη…..».

Ναπολέοντας  Σταμ. Δοκανάρης

Φιλόλογος – Ιστορικός

Ηπειρωτική Εστία (Μηνιαία Επιθεώρησις Εν Ιωαννίνοις), Ιανουάριος – Φεβρουάριος – Μάρτιος 1990, τεύχη, 453-454-455.

Διαβάστε ακόμη:

Οι Σαινσιμονιστές στο Ναύπλιο

Προσπάθειες Διαδόσεως των Ιδεών του Saint- Simon και Πρακτικής των Εφαρμογής στον Ελλαδικό Χώρο 1825 – 1837.

Read Full Post »