Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Κόκκινη τρομοκρατία: Η βία της Αριστεράς στην Κατοχή [Αργολίδα] – Στάθης Ν. Καλύβας


 

Κόκκινη Τρομοκρατία: Δομή και Στόχοι – Η Αργολίδα: κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο – Η εμφάνιση του ΕΑΜ – Άνοιξη 1944 – Ιούνιος – Ιούλιος 1944 – Αύγουστος 1944 – Η δομή της κόκκινης τρομοκρατίας – Τα αίτια της κόκκινης τρομοκρατίας – Βία: Εγκαινιάζοντας την αλληλουχία – Το Μαλανδρένι και η γερμανική τρομοκρατία – Ο Δούκας (ημιορεινός οικισμός της Αργολίδας) και η λευκή τρομοκρατία – Συμπέρασμα: Η Φύση της Εμφύλιας Βίας

 

Σκοπός αυτού του κεφαλαίου είναι να αμφισβητήσει και να συμβάλλει στην αναθεώρηση μιας κεντρικής και μάλλον κυρίαρχης παραδοχής στη έρευνα του ελληνικού Εμφυλίου πολέμου: ότι η Αριστερά (το ΕΑΜ και το ΚΚΕ) υπήρξε ο κύριος (ή και μοναδικός) αποδέκτης της βίας.

Η εμφάνιση και κυριαρχία μιας τέτοιας αντίληψης δεν πρέπει να εκπλήσσει. Αφενός η ήττα σε έναν εμφύλιο πόλεμο τείνει να είναι ολοκληρωτική· ως εκ τούτου, οι υποστηρικτές της ηττημένης παράταξης υποφέρουν δυσανάλογα. Πράγματι, οι περισσότερες περιγραφές βιαιοτήτων σε βάρος οπαδών της Αριστεράς συνήθως επικεντρώνονται στο διάστημα αμέσως μετά την Κατοχή (1945-47) – που συχνά περιγράφεται ως η περίοδος της «λευκής τρομοκρατίας» – ή στην τελική φάση του Εμφυλίου πολέμου (1947-49) και τα επακόλουθά του. Αφετέρου οι αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία, άφθονες όσο και ασαφείς, αποτέλεσαν βασικό όπλο στο ιδεολογικό οπλοστάσιο της Δεξιάς. Έτσι, η κατάρρευση της ιδεολογικής ηγεμονίας της Δεξιάς το 1974 διέγραψε όλες τις αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία.

Πράγματι, η πρόσφατη επιστημονική ιστορική έρευνα τείνει να παραβλέπει,[1] να ελαχιστοποιεί[2]  ή να εξωραΐζει[3] την αριστερή τρομοκρατία[4]. Τάσεις έμμεσης και σιωπηρής ελαχιστοποίησης του φαινομένου, συμπεριλαμβανομένης και της επιλογής ενός ασύμμετρου λεξιλογίου, διακρίνονται ακόμη και σε σοβαρά επιστημονικά έργα. Για παράδειγμα, η Ρίκη Βαν Μπουσχότεν χαρακτηρίζει τη βία του ΕΑΜ «επαναστατική βία» και τη βία της Δεξιάς «τρομοκρατία».[5]

Επιπλέον, οι σπάνιες αναφορές στην αριστερή τρομοκρατία συνοδεύονται κατά κανόνα από ερμηνείες που σπεύδουν να επισημάνουν τον περιορισμένο, ασήμαντο ή έκτακτο χαρακτήρα της. Εν ολίγοις, διατυπώνεται το επιχείρημα ότι η βία της Αριστεράς υπήρξε μια εκτροπή περιορισμένης έκτασης.[6] Μολονότι αυτός ο ισχυρισμός βασίζεται σε επιλεκτικά και συνήθως στρεβλά στοιχεία, παραμένει μέχρι σήμερα αδιαμφισβήτητος εξ’ αιτίας κυρίως της απουσίας συστηματικής εμπειρικής έρευνας για την εμφύλια βία. Οι διαθέσιμες πηγές είναι ανεκδοτολογικού χαρακτήρα: είτε τα σαφώς μεροληπτικά απομνημονεύματα αριστερών και δεξιών βετεράνων είτε οι σύγχρονες αφηγήσεις Βρετανών στρατιωτικών συνδέσμων, που και αυτές απαιτούν προσοχή λόγω αντιαριστερής προκατάληψης.[7] Πρόσφατες τοπικές μελέτες μεμονωμένων χωριών επιτρέπουν χρήσιμες παρατηρήσεις, αλλά παραμένουν περιορισμένης αξίας στο βαθμό που δεν μπορούν να γενικευθούν πέραν των χωριών τα οποία αφορούν.[8]

Αντίθετα, η διερεύνηση της αριστερής («κόκκινης») τρομοκρατίας που παρουσιάζεται στο άρθρο αυτό βασίζεται στην πρώτη (και μέχρι σήμερα μοναδική) συστηματική και μεγάλης κλίμακας εμπειρική διερεύνηση της εμφύλιας βίας. Βασισμένη σε εκτεταμένη έρευνα που διεξήχθη αρχικά στην Αργολίδα αλλά και στις γειτονικές περιοχές της Κορινθίας και της Αρκαδίας, η εν εξελίξει αυτή έρευνα στηρίζεται (1) σε περίπου 200 συνεντεύξεις με συμμετέχοντες και απλούς ανθρώπους στις επαρχίες Άργους και Ναυπλίας του νομού Αργολίδας· (2) στο πλούσιο αρχειακό υλικό του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και σε βρετανικά, γερμανικά και αμερικανικά αρχεία· (3) σε δημοσιευμένα και αδημοσίευτα απομνημονεύματα, αυτοβιογραφίες και τοπικές ιστορίες.[9]

Ως εκ τούτου, η εμπειρική βάση του παρόντος κεφαλαίου είναι εκτεταμένη (εφόσον περιλαμβάνει μια περιοχή με πληθυσμό 40.000 κατοίκους σε περίπου 60 χωριά) και ταυτόχρονα αξιόπιστη (εφόσον συνδυάζει προφορικές και γραπτές, πρόσφατες και παλιότερες, δεξιές και αριστερές πηγές και αφηγήσεις ατόμων που συμμετείχαν ενεργά στη σύγκρουση, αλλά και απλών ανθρώπων). Με βάση αυτή την έρευνα, κατάφερα να καταγράψω το σύνολο των βίαιων θανάτων στον άμαχο πληθυσμό σε δύο από τις τρεις επαρχίες της Αργολίδας. Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως μολονότι η βία μπορεί να λάβει πολλές μορφές, η δολοφονία είναι μια από τις πλέον ακραίες εκφράσεις της.

Στόχος αυτής της έρευνας δεν είναι η συμβολή σε μια στείρα και πολιτικά στρατευμένη διαμάχη περί συγκριτικής ωμότητας: είναι σαφές πως όλες οι πλευρές κατέφυγαν στην τρομοκρατία. Αντίθετα, η επικέντρωση στην κόκκινη τρομοκρατία κρίνεται απαραίτητη για δύο λόγους: πρώτον, για την αποκατάσταση των γεγονότων και, δεύτερον, επειδή η ολοκληρωμένη διερεύνηση της εμφύλιας βίας προϋποθέτει τη συγκριτική ανάλυση των χρήσεων της τρομοκρατίας από το σύνολο των πολιτικών δρώντων. Ενώ, όμως, οι γνώσεις μας για τη βία της Δεξιάς, ιδιαίτερα στη διάρκεια της Κατοχής, έχουν εμπλουτιστεί από πρόσφατες έρευνες,[10] δεν ισχύει το ίδιο και για τη βία της Αριστεράς.

Στο πρώτο μέρος του κεφαλαίου αυτού επισημαίνεται πως η κόκκινη τρομοκρατία στην Αργολίδα υπήρξε μια κεντρικά σχεδιασμένη διαδικασία που εξυπηρετούσε την επίτευξη των στρατηγικών στόχων του ΕΑΜ και του ΚΚΕ· εξετάζεται επίσης ο βαθμός στον οποίο το πόρισμα αυτό ισχύει και για την υπόλοιπη χώρα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Γυναίκες στην Ελληνική Επανάσταση – Αννίτα Πρασσά


 

Η Επανάσταση του 1821 είναι μια κατ’ εξοχήν ηρωική εποχή, κατά την οποία οι ξεσηκωμένοι κατά του μακραίωνου οθωμανικού ζυγού Έλληνες αγωνίζονται με άνισες δυνάμεις και στο τέλος βγαίνουν νικητές με τις πολλές, βεβαίως, και γνωστές υλικές και ηθικές απώλειες.

Η εποχή αυτή, εποχή ρήξης με το παρελθόν, καθώς και η όλη προεπαναστατική προετοιμασία με τους αγώνες των κλεφτών και των αρματολών, σφυρηλάτησε εκείνες τις γενιές για τις οποίες το ιδεώδες ήταν ο ήρωας που αντιστεκόταν στην καταπίεση και στην αδικία σε βάρος του λαού.

Μολονότι είναι μια εποχή που έχει ταυτιστεί με την αξιοσύνη και τη γενναιότητα των ανδρών της, δοκιμάστηκαν και οι αντοχές των γυναικών τους ως μανάδων, θυγατέρων, συντρόφων. Άλλωστε μια ηρωική εποχή δεν γεννά μόνο γενναίους άνδρες, αλλά και γενναίες γυναίκες, οι οποίες ανατρέφονται από τους ίδιους γονείς και γαλουχούνται μέσα στις ίδιες συνθήκες. Ωστόσο, η πλειονότητα των γυναικών έμεινε στην αφάνεια, ενώ ελάχιστες ξεχώρισε η ιστορική μνήμη.

Σκοπός του αφιερώματος αυτού δεν είναι η ξεχωριστή μνεία όλων αυτών των γυναικών, αλλά ενδεικτικές αναφορές αντιπροσωπευτικών περιπτώσεων, προκειμένου να αποδοθεί το μέγεθος της συμβολής τους στον Αγώνα για την ανεξαρτησία.

 

Οι γυναίκες των κλεφτών και αρματολών

 

Εκτός λοιπόν από τις γυναίκες που μένουν πίσω, είναι και εκείνες που αγωνίζονται δίπλα στους άνδρες ισότιμα, αξίζοντας το ίδιο μερίδιο ανδρείας. Είναι οι γυναίκες που αποφασίζουν να παίξουν ενεργητικό ρόλο, να βγουν κι αυτές στα βουνά για να πολεμήσουν τον εχθρό και το δημοτικό τραγούδι διασώζει στη συλλογική μνήμη αυτά τα παραδείγματα διαποτίζοντας τη συνείδηση του λαού της προεπαναστατικής κοινωνίας.

 

«Το θάρρος των Σουλιωτισσών». Λιθογραφία, έργο του Γάλλου ζωγράφου Αλφόνς ντε Νεβίλ (Alphonse de Neuville).

 

Παροιμιώδης είναι η συμπεριφορά των Σουλιωτισσών,[1] οι οποίες είχαν όλα τα χαρακτηριστικά των ανδρών συμπατριωτών τους. Μεγαλωμένες στο άγριο και άγονο περιβάλλον των χωριών του Σουλίου, μαθημένες στη σκληρή και κακοτράχαλη ζωή, λιτοδίαιτες, εξοικειωμένες με τον κίνδυνο, πολεμούν δίπλα στους άνδρες τους δημιουργώντας διαχρονικά πρότυπα ηρωισμού και λεβεντιάς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών – «Μετακαποδιστριακή περίοδος – Πολιτική Ιστορία του ελληνικού κράτους από τη δολοφονία του Καποδίστρια μέχρι τον ερχομό του Όθωνα (1831-1833)» – Δημήτρης Κ. Γιαννακόπουλος


 

Κυκλοφορεί η ιστορική μελέτη του, Αργείου, Δημήτρη Γιαννακόπουλου από τον εκδοτικό οίκο «Ασίνη», για την οποία ο συγγραφέας, το 2023, τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών με το βραβείο Ελένης και Πάνου Ψημένου.

 

Η μελέτη του Δημήτρη Γιαννακόπουλου διερευνά σε βάθος, για πρώτη φορά, την περίπλοκη πολιτική κατάσταση που επί ένα δεκαεξάμηνο επικράτησε στην Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη και παραδοσιακά έχει προσληφθεί ως «περίοδος της αναρχίας».

Όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Καθηγητής της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ Σπύρος Βλαχόπουλος που προλόγισε το βιβλίο, ο συγγραφέας «δεν διστάζει να αντιπαρατεθεί με τη δαιδαλώδη μετακαποδιστριακή περίοδο, να εγκύψει στις αρχειακές πηγές, να δαμάσει με επιτυχία το διάσπαρτο ιστορικό υλικό και να μας αποδώσει το κλίμα της εποχής, χωρίς να διστάζει να τοποθετηθεί σε δύσκολα ιστορικά ζητήματα».

Επιπλέον, όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, μέσα από τις σελίδες του συγκεκριμένου βιβλίου παρουσιάζονται ανάγλυφα τα πολιτικά ήθη και οι πρακτικές που επρόκειτο να αφήσουν ισχυρό αποτύπωμα στη δημόσια ζωή της νεότερης Ελλάδας.

 

Η Μετακαποδιστριακή περίοδος…

 

Πέραν, όμως, της γενικότερης επιστημονικής αξίας του, το έργο αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον και για τη νεότερη ιστορία της Αργολίδας, εφόσον, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, «το Ναύπλιο και το Άργος αποτέλεσαν όχι μόνο πεδία πολιτικών αντιπαραθέσεων, αλλά και θέατρα πολεμικών επιχειρήσεων των Κυβερνητικών και των Συνταγματικών.  (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Πορτρέτα πολιτικών»: Ημερίδα στο Βουλευτικό Ναυπλίου


 

Το Σάββατο 7 Δεκεμβρίου 2024 και ώρα 10:00 π.μ. θα πραγματοποιηθεί στο Βουλευτικό Ναυπλίου, την Πρώτη Βουλή των Ελλήνων, η καταληκτική ημερίδα των 11 διαδικτυακών διαλέξεων που πραγματοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024 από τον Ιανουάριο έως και τον Νοέμβριο, με τίτλο «Πορτρέτα πολιτικών».

Μέσα από τα διαδικτυακά πορτρέτα πολιτικών, που έλαβαν χώρα από τον Ιανουάριο ως τον Νοέμβριο του τρέχοντος έτους, προσεγγίστηκε η εξέλιξη μιας υποβαθμισμένης επαρχίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1820) σε ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος, οργανικό  και αναπόσπαστο τμήμα του ανεπτυγμένου κόσμου.

 

Πορτρέτα πολιτικών

 

Στη δια ζώσης Ημερίδα, εκλεκτοί πανεπιστημιακοί καθηγητές και ειδικοί ερευνητές θα συζητήσουν όχι μόνο για το παρελθόν και το παρόν αλλά και το μέλλον της πολιτικής στην Ελλάδα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδιστριακή Πολιτεία (1828-1831): «Ο Πόλεμος των Λιμανιών» –  Η κυβερνητική πολιτική για τα προβλήματα λειτουργίας των λιμανιών και η απογραφή των υπαλλήλων της «Οικονομικής Υπηρεσίας» –  Θεόδωρος Δεβενές


 

Α’.  Η Κατάσταση πριν την άφιξη του Καποδίστρια

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828, δηλαδή 8 μήνες μετά την εκλογή του από την Γ’ Εθνική Συνέλευση.  Ακολουθούν  αμέσως διαβουλεύσεις με τα μέλη της απερχόμενης κατάστασης και τα μέλη της Βουλής. Ο υπουργός Εσωτερικών της απερχόμενης κυβέρνησης τον ενημερώνει ότι οποιαδήποτε οικονομική δραστηριότητα έχει νεκρωθεί. Το ίδιο ισχύει και σε άλλους κρίσιμους τομείς της δημόσιας ζωής, όπως η δικαιοσύνη και η δημόσια τάξη.[1]

Το δημόσιο ταμείο είναι τελείως άδειο. Σύμφωνα μάλιστα με τον υπουργό Οικονομικών Αθανάσιο Λιδωρίκη, και οι τελευταίοι δημόσιοι πόροι έχουν γίνει βορά των ισχυρών (πολιτικών και στρατιωτικών).[2] Τα 300.000 περίπου φράγκα που φέρνει μαζί του ο Κυβερνήτης αρκούν μόνο για λίγες εβδομάδες μισθοδοσίας και τροφοδοσίας του στρατού, και για τις πρώτες ποσότητες συσσιτίων για ένα λαό που έχει χάσει τα πάντα. Αυτό ίσχυε και για τους πρόσφυγες και  για τους γηγενείς.

 

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

 

Στην Πελοπόννησο επιφανείς προεστοί έχουν καταστραφεί οικονομικά, το 90% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων έχει καεί ή εγκαταλειφθεί, και ο πληθυσμός έχει εγκαταλείψει τις εστίες του. Η οικονομική «αιμορραγία» των εφοπλιστών, η αεργία που μαστίζει τον πληθυσμό των νησιών και η ολοκληρωτική σχεδόν ανακατάληψη της Στερεάς από τους Οθωμανούς, συμπληρώνουν την εικόνα που αντιμετωπίζει ο Καποδίστριας.

Για την άμεση εξεύρεση χρηματικών πόρων, η κυβέρνηση προβαίνει στις εξής ενέργειες:

α) Στις 2 Φεβρουαρίου  ιδρύει την Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα, στην οποία καλούνται να καταθέσουν οι Έλληνες τα χρηματικά τους κεφάλαια με επιτόκιο 8%. Μέχρι τις 14 Μαρτίου η Τράπεζα είχε δανείσει στη Διοίκηση 40.000 δίστηλα.[3]  

β) Στο διάστημα 10-12 Μαρτίου ακυρώνει την δημοπρασία των προσόδων στα νησιά του Αιγαίου προκηρύσσοντας ξανά την ενοικίασή τους, με όρους σαφώς καλύτερους για το δημόσιο ταμείο και με έγκαιρη ενημέρωση των κοινοτήτων (πράγμα που δεν είχε συμβεί την πρώτη φορά). Ειδικά για τους πρώην ενοικιαστές, βεβαιώνεται ότι θα τους καταβληθεί αποζημίωση προσαυξημένη με τόκο από την ημέρα που είχαν καταβάλει τα χρήματα.[4]     (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μια διερεύνηση της πολιτικής των Αλβανών κατά τον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1821-1825) – H. Şükrü Ilıcak (Χουσεΐν Σουκρού Ιλιτζάκ)


 

Εισαγωγή

 

Ένα θέμα που εμφανίζεται με μεγάλη συχνότητα στα έγγραφα του οθωμανικού κράτους κατά τη διάρκεια του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας είναι οι αποτυχημένες προσπάθειες της Υψηλής Πύλης να κινητοποιήσει τους Αλβανούς πολέμαρχους/προύχοντες για να πολεμήσουν στις μάχες της ενάντια στους Έλληνες επαναστάτες.[1]

Η πληθώρα των εγγράφων οφείλεται στο γεγονός ότι το οθωμανικό κράτος δεν είχε στρατό στην πραγματικότητα, αλλά ούτε και πολλά μέσα για να τον συγκεντρώσει κατά τη διάρκεια της επανάστασης. Θυμίζοντας έντονα τις συνθήκες που διέπουν τη διάλυση αρκετών αρχαίων αυτοκρατοριών, η Υψηλή Πύλη ήταν υποχρεωμένη να καταφύγει στην «αγορά βίας»,[2] της οποίας οι σημαντικότεροι προμηθευτές ήταν οι μουσουλμάνοι Αλβανοί πολέμαρχοι. Μέχρι την άφιξη των αιγυπτιακών δυνάμεων το 1825, με την οποία συνδέεται το τελικό χρονολογικό όριο αυτής εδώ της μελέτης, το οθωμανικό κράτος βρέθηκε κυριολεκτικά στο έλεός τους προκειμένου να καταστείλει την ελληνική εξέγερση.

Οι περισσότεροι ερευνητές της περιόδου τείνουν να υποτιμούν τον ρόλο του αλβανικού στοιχείου και έτσι αποτελεί άγνωστη πτυχή στην ιστοριογραφία του ελληνικού Αγώνα της Ανεξαρτησίας.[3] Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο γεγονός ότι οι μουσουλμάνοι Αλβανοί αντιμετωπίζονται ως Τούρκοι – ονομάζονται Τουρκαλβανοί ή παραβλέπεται εντελώς η αλβανική τους ταυτότητα – ενώ ταυτόχρονα οι χριστιανοί Αλβανοί χαρακτηρίζονται ως Έλληνες, με αποτέλεσμα τα γεγονότα να παρουσιάζονται απλουστευτικά, ως ανταγωνισμός που αφορά φαινομενικά μόνο δύο αντίπαλες πλευρές. Ωστόσο, η πραγματική εικόνα είναι πολύ πιο περίπλοκη. Στο πεδίο της μάχης, ο πόλεμος για την ελληνική ανεξαρτησία ήταν ένας αγώνας εξουσίας ανάμεσα σε ένα πλήθος παικτών με αδιάκοπη αναδιάταξη των συμφερόντων και αναδιανομή της εξουσίας.

Οι αιτίες για τις οποίες οι οθωμανικές ένοπλες δυνάμεις αντιμετώπισαν τόσο αντίξοες συνθήκες και οι Αλβανοί έπαιξαν τόσο σημαντικό ρόλο στον πόλεμο για την ελληνική ανεξαρτησία έχουν τις ρίζες τους στην προηγούμενη δεκαετία, η οποία αποτελεί μια από τις λιγότερο μελετημένες περιόδους της οθωμανικής ιστορίας.

 

Η δεκαετία πριν από την Ελληνική Επανάσταση: αποαγιανοποίηση

  

Η Συνθήκη του Βουκουρεστίου τον Μάιο του 1812 και τα αναθεωρημένα, μη επιθετικά αυτοκρατορικά σχέδια της Ρωσίας για τη μεταναπολεόντεια παγκόσμια τάξη δημιούργησαν τις κατάλληλες συνθήκες που επέτρεψαν να εμφανιστεί στην Υψηλή Πύλη μια φατρία η οποία επιχείρησε να αντιμετωπίσει τα εσωτερικά προβλήματα και να εξουδετερώσει τους επαρχιακούς προύχοντες (αγιάνηδες). Χωρίς τη βοήθεια των αγιάνηδων η οθωμανική κεντρική διοίκηση δεν μπορούσε να συγκεντρώσει στρατό ή φόρους, κάτι που ξεκίνησε από την περίοδο του ρωσοοθωμανικού πολέμου του 1768-1774. Φαίνεται ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε μετασχηματιστεί εκ των πραγμάτων σε μια συνομοσπονδία που αποτελούνταν από την οθωμανική κεντρική διοίκηση και από τους επαρχιακούς προύχοντες ήδη από το 1798, όταν η Υψηλή Πύλη απέτυχε να καταπνίξει την ανταρσία του Οσμάν Πασβάνογλου, του αγιάνη του Βιδινίου [πόλη στο βορειοδυτικό άκρο της Βουλγαρίας, στις όχθες του ποταμού Δούναβη], παρά την οκτάμηνη πολιορκία και τον στρατό των ογδόντα χιλιάδων στρατιωτών που έστειλε εναντίον του, ενώ τον επόμενο χρόνο αναγκάστηκε να του παραχωρήσει τον τίτλο του πασά.

 

Οσμάν Πασβάνογλου (Pazvantoğlu, Osman, 1758-1807). Τούρκος τοπάρχης του Βιδινίου της Βουλγαρίας, σημαντική προσωπικότητα στο χώρο των Βαλκανίων στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αι. Καταγόταν από καθολική οικογένεια της Βοσνίας, η οποία όμως είχε προσχωρήσει στο μωαμεθανισμό. Απεικονίζεται πολυτελώς ενδεδυμένος και με εντυπωσιακό καλυμμα κεφαλής διακοσμημένο με φτερά.

 

Μπορούμε επίσης να υποστηρίξουμε ότι το Senedi İttifak του 1808 – η οθωμανική Magna Carta κατά τη γνώμη πολλών ιστορικών, που τέθηκε σε ισχύ κατά τη διάρκεια ενός ακόμη πολέμου με τη Ρωσία (το διάστημα 1806-1812) – σχεδιάστηκε με σκοπό να δώσει νομικό υπόβαθρο σε αυτήν τη συνομοσπονδία, υποδεικνύοντας σε κάθε παράγοντα της οθωμανικής πολιτικής ποια θέση όφειλε να έχει.[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Καποδίστριας και «υπόθεση Γαλάτη»: Ένα Μη-Απρόοπτο Συμβάν[i] – Στέλιος Αλειφαντής


 

Η «υπόθεση Γαλάτη» είναι ένα από τα πιο περίπλοκα ζητήματα της προεπαναστατικής προετοιμασίας, της Εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του Ιωάννη Καποδίστρια. Η αλληλουχία των γεγονότων τεκμηριώνει ότι η «υπόθεση Γαλάτη» συνιστά μια συγκεκαλυμένη επιχείρηση, την οποία de facto φέρει σε πέρας ο ίδιος ο Καποδίστριας. Ο Γαλάτης έρχεται στη Ρωσία με προορισμό τον Καποδίστρια, αλλά ο Σκουφάς τον καθοδηγεί να ζητήσει πρόσβαση κατευθείαν στην Αυτοκρατορική Αυλή. Η παρέμβαση Καποδίστρια και μόνο στον Αλέξανδρο Α’ δίνει υπόσταση στην υπόθεση να εξελιχθεί και φέρνει τον Γαλάτη στην Αγ. Πετρούπολη, αφού λάβει νέες οδηγίες από τους Εταιριστές της Μόσχας. Με την συνάντηση Καποδίστρια-Γαλάτη ολοκληρώνεται η αποστολή Γαλάτη, ωστόσο συγκεκριμένες επιπλοκές δημιουργούν μια ανεπιθύμητη κατάσταση πραγμάτων θέτοντας στον κίνδυνο διεθνούς διαρροής το εγχείρημα.

Η «υπόθεση Γαλάτη» ήταν εξαρχής ένα πολιτικό εγχείρημα με αντικειμενικό σκοπό να προκαλέσει την αναγνώριση και στήριξη του Αλέξανδρου Α’ μέσω του Καποδίστρια στην εταιρική δράση. Ο Αλέξανδρος διέκρινε ορισμένες δυνατότητες ενίσχυσης της ρωσικής επιρροής αλλά αποφάσισε αφενός να κρατήσει αποστάσεις από μια θεωρούμενη «ακίνδυνη» Εταιρία και αφετέρου αυτή να επιτηρείται διακριτικά, ώστε να μην δημιουργηθούν επιπλοκές λόγω υπέρβασης του πλαισίου της ρωσικής ανατολικής πολιτικής. Ο Γαλάτης απελαύνεται στο Βουκουρέστι και τίθεται υπό επιτήρηση του ρωσικού προξενείου μέχρι να βρεθεί τρόπος να επιστρέψει στην πατρίδα του. Θα έχει, ωστόσο, περιθωριακή συμμετοχή στην «Υπόθεση Καραγεώργη» που διεκπεραιώνει ανεπιτυχώς το ρωσικό προξενικό δίκτυο στις Ηγεμονίες υπό των Γεωργίου Λεβέντη και Γεωργάκη Ολύμπιο με προκάλυμμα την Εταιρεία. Επρόκειτο για μια χαρακτηριστική εναρμόνιση ρωσικών και εταιρικών επιδιώξεων καθώς και της δράσης του καποδιστριακού «μηχανισμού».

 

Η «Υπόθεση Γαλάτη» αποτελεί ένα από τα πλέον περίπλοκα ζητήματα της προ-επαναστατικής προετοιμασίας, της εταιρικής δράσης και των μεθοδεύσεων του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια. Το πέρασμα του Γαλάτη στην ιστορία είναι αιφνίδιο και επεισοδιακό. Στην πραγματικότητα γνωρίζουμε ελάχιστα πράγματα για την προηγούμενη δράση του[ii], ενώ για αυτήν καθαυτή την εμπλοκή του στα συμβάντα υπάρχουν διαφορετικές αφηγήσεις.

Νικόλαος Σκουφάς

Σύμφωνα με τον Νικόλαο Σπηλιάδη, στις αρχές του 1816, ο Νικόλαος Σκουφάς «κατέρχεται απόστολος» της Φιλικής Εταιρείας από την Μόσχα στην Οδησσό και μερικούς μήνες αργότερα εισέρχεται στην υγειονομική καραντίνα να συναντήσει τον Νικόλαο Γαλάτη,[iii] απόστολο – κατά δήλωση του ιδίου, μιας «άλλης» Εταιρείας[iv], ο οποίος έρχεται στην Ρωσία επιζητώντας συνάντηση με τον Καποδίστρια[v]. Πρόκειται, επομένως, για μια εξαιρετική περίσταση, με την οποία θα ακολουθήσει μια εξίσου εξαιρετική αλληλουχία γεγονότων.

Αυτή η ακολουθία γεγονότων υποδηλώνει προηγούμενες ενέργειες και εκφράζει συγκεκριμένες επιδιώξεις, που όλα μαζί συνθέτουν την αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη», την οποία διαχειρίζεται ο Ιωάννης Καποδίστριας, νέος υπουργός Εξωτερικών του Αλέξανδρου Α’.

Η ανακοίνωση αυτή θα εστιάσει στην παρακολούθηση ορισμένων μόνο διαστάσεων της ακολουθίας γεγονότων, αναδεικνύοντας παραλειπόμενες από την έρευνα διαστάσεις και συσχετίσεις, που ρίχνουν περισσότερο φως στην αμφίσημη «Υπόθεση Γαλάτη». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Στρατιωτική βιβλιογραφία και ιστοριογραφία στην Αργολίδα μετά την Επανάσταση: Η περίπτωση της έκδοσης Έφορος Στρατιωτικός (1835) και του συγγραφέα της Παναγιώτη Ρόδιου – Παναγιώτης Σαβοριανάκης


 

Το περίγραμμα της ζωής του συγγραφέα:

  

Εξ αρχής οφείλουμε να επισημάνουμε ότι εκδότης και συγγραφέας των κει­μένων του Έφορου Στρατιωτικού[1] στα 1835 υπήρξε ο Παναγιώτης Ρόδιος, αξιοση­μείωτο παράδειγμα δημοσίου προσώπου της εποχής με αρκετά σημαντικό ρόλο στα ελληνικά πολιτικά και στρατιωτικά πράγματα κατά την περίοδο 1821-1848.

Ας δούμε συνοπτικά λοιπόν τη ζωή του εμπνευστή της έκδοσης του εντύπου και ας τον τοποθετήσουμε στα καίρια γεγονότα της εποχής του: Γόνος οικο­γένειας καραβοκύρη, γεννήθηκε στη Ρόδο το 1789, τη χρονιά της έκρηξης της Γαλλικής Επανάστασης, και γρήγορα «ξενιτεύτηκε» στη Σμύρνη για σπουδές. Φοίτησε στην πρωτοποριακή Σχολή της Σμύρνης, μέσα στο πνευματικό κλίμα του Διαφωτισμού, με διαπρεπείς δασκάλους του τότε κύκλου του Κοραή. Λίγα χρόνια πριν την Επανάσταση βρέθηκε για λίγο στην ιταλική Πάδουα και – κυρίως – στο Παρίσι, όπου, ενταγμένος στον κύκλο του Κοραή, φοιτούσε στην ιατρική Σχολή, αρθρογραφούσε στον βιεννέζικο Ερμή το Λόγιο και μετέφραζε τραγωδίες του Σοφοκλή, τις οποίες σχεδίαζε να εκδώσει[2].

 

Ο στρατηγός Παναγιώτης Ρόδιος (1789-1851), Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα.

 

Με την έκρηξη της Επανάστασης βρέθηκε στην Ελλάδα ταξιδεύοντας στο ίδιο πλοίο με το φημισμένο Σκωτσέζο αξιωματικό των ναπολεόντειων πολέμων Γκόρντον και ορισμένους Γάλλους ομότεχνούς του. Σε αυτούς οφείλει πιθανό­τατα την πίστη και τη μετέπειτα επιμονή του στην ιδέα της σύστασης ελληνικού τακτικού εθνικού στρατού. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αναθεώρηση του φόνου του Πάνου Κολοκοτρώνη. Ομοιότητες με την δολοφονία του Γεωργίου Καραϊσκάκη – Γιώργος Θ. Πραχαλιάς, Γεωπολιτικὸς Επιστήμων, Αξιωματικός Ελληνικού Στρατού ε.α.


 

Ο Πάνος Κολοκοτρώνης ήταν πρωτότοκος υιός του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και της Αικατερίνης Καρούζου. Γεννήθηκε το έτος 1798 στον Άκοβο της Αρκαδίας. Το ζεύγος απέκτησε άλλες δύο κόρες, την Ελένη και τη Γιωργίτσα, καθώς και άλλους δύο γιούς, τον Γιάννη (Γενναίο) και τον Κολλίνο.

Προτομή του Πάνου Κολοκοτρώνη στη Σιλίμνα Αρκαδίας.

Ο Πάνος έλαβε εξαιρετική μόρφωση κατά την παραμονή της οικογένειας Κολοκοτρώνη στη Ζάκυνθο, καθώς φοίτησε δίπλα στον φημισμένο διδάσκαλο της εποχής Αντώνιο Μαρτελάο, ο οποίος είχε επίσης μαθητές τον Διονύσιο Σολωμό και τον Ούγο Φώσκολο. Ο Πάνος κατάφερε δίπλα στον μεγάλο δάσκαλο να ξεδιπλώσει όλες τις αρετές της εκλεπτυσμένης προσωπικότητάς του. Σύμφωνα με τον Φωτάκο[1] ο Πάνος «εσπούδασεν εις την ακαδημίαν της Κερκύρας, εγνώριζεν εντελώς την παλαιάν γλώσσαν μας την Ελληνικήν, ήτο μαθηματικός άριστος, εγνώριζε προσέτι καλώς την Ιταλικήν γλώσσαν και ολίγον την Γαλλικήν, και εν ολίγοις ήτον ο δεύτερος του πολυμαθεστάτου Γεωργίου Σέκερη, διότι τότε η Πελοπόννησος δεν είχεν άλλους τοιούτους».

Σύμφωνα με τον Θεόδωρο Ρηγόπουλο:[2] Ο Πάνος είχε σπουδάσει την Ελληνικήν και την Ιταλικήν εις Ζάκυνθον και εις το Λύκειον των Κορφών του Γκυλφόρδ, έχων συμμαθητήν του τον Τερτσέτην, είχε δε αρχές και της αγγλικής. Ο Πάνος είχε ωραίον ανάστημα και ήτο καλοκαμωμένος. Ήτο σύννους ως ο πατήρ του και προσηνής το είδος, αλλά δραστήριος και φρόνιμος, γενναίος και ελευθέριος. Είχε δε ιπποτισμόν ανάλογον της συναισθανομένης αξίας του και εφρόντιζε να αποκτά κατ᾽ εκλογήν φίλους.

Οι παραπάνω περιγραφές μας ενημερώνουν για την εξαιρετική παιδεία και την ευγενική προσωπικότητα του Πάνου, αλλά μας δίνουν και μία πολύτιμη πληροφορία: ο Πάνος ήταν απόφοιτος της περίφημης ακαδημίας της Κέρκυρας που είχε ιδρύσει ο λόρδος Γκύλφορντ. Πρόκειται για τον μεγάλο φιλέλληνα και οραματιστή πολιτικό Φρειδερίκο Νορθ Γκύλφορντ, νεότερο γιό του πρωθυπουργού της Αγγλίας Frederick North.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η οικογένεια των Νοταράδων στην Ελληνική Επανάσταση


 

Πανούτσος Νοταράς. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία, Adam Friedel, Λονδίνο – Παρίσι, 1827.

Μία από τις κοινωνικές ομάδες που θα παίξουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Επανάσταση, είναι αυτή των προκρίτων, αλλιώς κοτζαμπάσηδων. Σ’ αυτήν την κατηγορία ανήκει και η οικογένεια Νοταρά που κατάγεται από τα Τρίκαλα Κορινθίας.

Σύμφωνα με την παραδοσιακή προσέγγιση της Επανάστασης, όλοι οι πρωταγωνιστές της Επανάστασης, ο καθένας από τη θέση του και με βάση τις δυνατότητές του προσέφεραν στην Επανάσταση και τιμώνται εξίσου ως ήρωες του Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Η αντίληψη αυτή αγνοεί τις υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που αποτελούσαν την ηγεσία των επαναστατημένων Ελλήνων κατασκευάζοντας μία μάλλον ειδυλλιακή εικόνα όπου το έθνος όταν πήρε τα όπλα κατά του κατακτητή διέθετε μία οικονομικά ισχυρή τάξη πρόθυμη να χρηματοδοτήσει τον Αγώνα, τους μεγαλοκαραβοκύρηδες των νησιών και τους προκρίτους, τους Φαναριώτες με υψηλή μόρφωση και διπλωματικές ικανότητες, έτοιμη να διαμορφώσει τη νέα πολιτική εξουσία και την ηγεσία των ενόπλων που την είχαν οι καπετάνιοι του στόλου, οι πρώην Κλέφτες και οι Αρματολοί με τα σώματά τους. Το σχήμα αυτό ισχύει βεβαίως, σ’ έναν βαθμό. Δεν μπορεί, ωστόσο να εξηγήσει το γεγονός ότι οι υπαρκτές αντιθέσεις μεταξύ των διαφορετικών κοινωνικών ομάδων και των συμφερόντων τους, οι τοπικές διαφορές και οι προσωπικοί ανταγωνισμοί και φιλοδοξίες οδήγησαν σε οξύτατες διαμάχες και σε δύο εμφυλίους πολέμους στη διάρκεια της Επανάστασης κι ακόμη έναν μετά την έλευση του Καποδίστρια το 1828 στην Ελλάδα, στη δε περίπτωση της Κορινθίας είχαμε κι έναν ακόμη, αυτόν μεταξύ του Ιωάννη και του Παναγιωτάκη Νοταρά την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1826. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »