Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα


 

Η ζαχαροπλαστική στα χρόνια του Όθωνα – Μαγειρική και διπλωματία – Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833 – Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Ένα σπάνιο βιβλίο στη Βιέννη μας αποκαλύπτει τα πρώτα ελληνικά ζαχαροπλαστεία και τα μυστικά τους. Ο Bασιλιάς Όθων δεν είχε έρθει μόνος του στην Ελλάδα. Προνοητικοί και έμπειροι καθώς ήσαν οι σύμβουλοι της βαυαρικής αυλής, του συνέστησαν, να πάρει μαζί του εκτός από τους  4.000 περίπου Βαυαρούς στρατιώτες με την παραδοσιακή γαλανόλευκη στολή τους και έναν άλλο στρατό, αθέατο προς το παρόν, αλλά τελικά αναρίθμητο και μονίμως εγκατεστημένο στους υψηλούς και χαμηλότερους κρατικούς Θώκους: τον στρατό των Ελλήνων δημοσίων υπαλλήλων βαυαρικής προελεύσεως. Γνωρίζουμε ότι ο εξομολογητής του νεαρού βασιλέα ήταν συμπατριώτης του, και ήταν φυσικό και ο μάγειρος του να είναι Βαυαρός, τουλάχιστον στην αρχή έως ότου εγκλιματισθεί ο άναξ στη νέα ελληνική ατμόσφαιρα και επισημαίνει τη γεύση και των λιχουδιών της ελληνικής κουζίνας.

Ο άνθρωπος που πουλούσε σερμπέτι.

Σήμερα θα μάθουμε ότι και ο ζαχαροπλάστης του, όπως και ο μάγειρος του, δε λεγόταν Τσελεμεντές αλλά ήταν γνήσιος Γερμανός και με περήφανο γερμανικό όνομα και τίτλο: «Φρειδερίκος Unger, Αυλικός ζαχαροπλάστης της Α. Μεγαλειότητος του βασιλέως των Ελλήνων» αναγράφει το επισκεπτήριό του και με το ίδιο όνομα εμφανίζεται και ως συγγραφέας σχετικού έργου που θα μας απασχολήσει εδώ.

Αφορμή υπήρξε μια δημοπρασία σπανίων και άλλων βιβλίων στο διεθνώς πλέον γνωστό κρατικό δημοπρατήριο της Βιέννης «Dorotheum». Σε μια από τις τελευταίες του δημοπρασίες πουλήθηκε με ζωηρή πλειοδοτική άμιλλα ένα κατά την εμφάνιση την εξωτερική και την υπόσχεση που έδινε ο τίτλος του ως προς το περιεχόμενό του, καθόλου εντυπωσιακό βιβλιαράκι 112 σελίδων και διαστάσεων 12×17. Το δημοσίευμα είναι γραμμένο στη γερμανική γοτθική γραφή, έχει τον τίτλο: «Η ζαχαροπλαστική της Ανατολής» και συγγραφέα τον Φρειδερίκο Ούνγκερ που προαναφέραμε με τη μεγαλοπρεπή του ιδιότητα.

  

Μαγειρική και διπλωματία

 

Ο σαλεπιτζής

Την αξία και τη σπανιότητα του βιβλίου τη συνιστούν οι πρώιμες λιθογραφίες του. Είναι απεικονίσεις έμπειρου σχεδιαστή, ίσως του ίδιου του συγγραφέα, του εσωτερικού των πρώτων ελληνικών ζαχαροπλαστείων της Αθήνας, της Κωνσταντινούπολης, Σμύρνης και των πλανόδιων πωλητών αναψυκτικών όπως τους γνώρισαν οι Έλληνες στους δρόμους των ελληνικών πόλεων σαν απομεινάρια της τουρκοκρατίας, αλλά και της ελληνοτουρκικής συμβίωσης στις μικρασιατικές πόλεις, όταν οι μορφές καθημερινής ζωής στον τομέα των φαγητών και των ποτών μεταφέρθηκαν με τον εκτοπισμό των ελληνικών πληθυσμών από το 1923 και στο έδαφος της Ελλάδας. Οι μόνιμες ελληνοτουρκικές διαφορές και κρίσεις ίσως να οδηγούντο σε θετικότερα αποτελέσματα, αν ξεκινούσαν οι διαπραγματεύσεις όχι από τα υπουργεία Εξωτερικών αλλά από την ελληνοτουρκική κουζίνα που με τα περισσότερα κοινά στοιχεία μεταξύ των πληθυσμών των δύο χωρών έτρεφε στο παρελθόν επί αιώνες τη  συμβίωση και την έκανε ανεκτή.

 

Άφιξη του συγγραφέα στο Ναύπλιο το 1833

 

Και η μεγάλη περιπέτεια αρχίζει ήδη κατά την κάθοδό του από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Πρέπει να τοποθετήσουμε τη διήγησή του χρονικά στις αρχές Φεβρουαρίου του 1833, αφού η αποβίβαση του νεαρού Όθωνα στο Ναύπλιο έγινε στις 6 Φεβρουαρίου του ίδιου χρόνου.

Γράφει, λοιπόν, ο συμπαθητικός αυτός συνοδοιπόρος της ομαδικής εξόδου των Βαυαρών προς την Ελλάδα των ονείρων τους, μεταξύ άλλων:

 

 «Αμέσως λοιπόν μετά την άφιξή μου στο Ναύπλιο επισκέφθηκα τα εκεί ζαχαροπλαστεία, από τα οποία μου χαρακτήρισαν ως το καλύτερο και το εκλεκτότερο σε όλη την Ελλάδα το ζαχαροπλαστείο του Λέρη. Και πράγματι κατά τα ταξίδια που έκανα αργότερα στην Πελοπόννησο, στην ανατολική Ρούμελη, τα νησιά του Ιονίου πελάγους και τις Κυκλάδες, πείσθηκα ότι η φήμη ανταποκρινόταν στα πράγματα και ότι μεταξύ των τυφλών βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Για να δώσω στους αναγνώστες μου μια εικόνα αυτού του πρώτου ναού ανατολίτικης ζαχαροπλαστικής τέχνης στην Ελλάδα, προβαίνω στην περιγραφή του καταστήματος Λέρη, που αναφέραμε παραπάνω».

 

Το ζαχαροπλαστείο του κ. Δημητρίου Λέρη

 

Σ’ ένα σκοτεινό πλακωτό ισόγειο έχει στήσει ο επιτήδειος Ελληνοανατολίτης καλλιτέχνης της ζαχαροπλαστικής το εργαστήρι του. Ο περαστικός διαβάτης διακρίνει τον τόπο αυτόν όπου παρασκευάζονται λιχουδιές πολυτελείας, από τις γυάλες με τα κόκκινα και λευκά ζαχαρωτά φρούτα, τις τοποθετημένες πίσω από βρώμικα τζάμια παραθυριών. Μερικά άλλα ζαχαροπλαστικά είδη σε άλλα σχήματα και από άλλα υλικά, πάντως χαμηλής ποιότητας, αυξάνουν τα θέλγητρα της προθήκης αυτής. Χωρίς η θέα να τραβάει πολύ τον ξένο, μπαίνει μέσα και βρίσκει και το εσωτερικό του καταστήματος ν’ ανταποκρίνεται πλήρως στην εξωτερική του εμφάνιση. Και στις δυο πλευρές του μαγαζιού είναι τοποθετημένα μικρά τραπέζια, βαμμένα με γαλάζιο χρώμα, που μαρτυρούν, όπως και οι ψάθινες καρέκλες, τη συχνή χρήση και την απουσία της καθαριότητας.

Ένα σμήνος αργόσχολων πολιτικολόγων με το μακρύ τσιμπούκι στο στόμα που συνεχώς καπνίζει ή το στριμμένο τσιγάρο, κάθονται συνήθως στις καρέκλες ασάλευτοι. Οι μαυρισμένοι από τους καπνούς τοίχοι είναι διακοσμημένοι με τις κορνιζομένες εικόνες των Ελλήνων ηρώων. Ένας ξύλινος τοίχος που φτάνει στο μισό ύψους του δωματίου και είναι καμιά φορά επενδυμένος με χαρτί, κρύβει από τα βλέμματα των περίεργων θαμώνων τους κοιτώνες μερικών υπαλλήλων του καταστήματος και συνάμα και τα μυστικά του παρασκευαστηρίου των γλυκισμάτων.

Ο πλανόδιος χαλβατζής.

Ευτυχής είναι, όποιος δεν τόλμησε να ρίξει βλέμμα μέσα σ’ αυτό το μυστικό άσυλο της ζαχαροπλαστικής αλχημείας – η όρεξή του θα χανόταν αμετάκλητα. Στην μπροστινή πλευρά του ξύλινου τοίχου που προαναφέραμε έχουν τοποθετηθεί ράφια, και εμπρός με βάση μια σταθεροποιημένη ζυγαριά και κολλητά ένα τραπέζι που έχει πάνω ένα γυάλινο κιβώτιο. Σ’ αυτές τις θέσεις έχουν εκτεθεί υπερήφανα τα προϊόντα του μυστηριώδους οπίσθιου χώρου, ενώ αναρίθμητα σμήνη μυγών βουίζουν γύρω τους. Τα ράφια του ξύλινου τοίχου έχουν πάνω τους γυάλινα δοχεία με το ίδιο περιεχόμενο όπως κι εκείνα που είναι τοποθετημένα στα παράθυρα και άλλα πάλι που είναι γεμάτα με κυδωνόπαστα και γλυκό από τριαντάφυλλο, βύσσινο, φλοιό κέδρου και πορτοκαλιού, από βερίκοκο και ροδάκινο, αχλάδι και καρύδι.Η γυάλινη προσθήκη περιέχει μερικά ευρωπαϊκά κουλουράκια με αμύγδαλο (χαλβά και πατισερί σε σχήμα καρδιά).

Σ’ ένα τραπέζι που είναι δίπλα υπάρχουν ακόμη εκτός από τα παραπάνω και πιάτα με μπακλαβά κι ένα είδος πάστας από ψίχουλα ζυμαρικού. Με τα είδη αυτά, μπορούμε να πούμε ότι εξαντλείται πάνω κάτω ο κατάλογος των προϊόντων της ελληνικής ζαχαροπλαστικής.

Βέβαια παρασκευάζονται και ορισμένα είδη επί παραγγελία, που δεν ξεχωρίζουν όμως και πολύ από τα είδη που είχε το κατάστημα Λέρη στο Ναύπλιο, και τα οποία ωστόσο θα τα αναφέρουμε αργότερα εφόσον αξίζουν τον κόπο να αναφερθούν. Όλα τα άλλα ελληνικά ζαχαροπλαστεία δε διαφέρουν ως προς την τελειότητα των ειδών και της τέχνης από αυτό που περιγράψαμε.

Και όμως τα καταστήματα αυτά τα επισκέπτονται συχνότατα και ντόπιοι και ξένοι επειδή προσφέρονται σ’ αυτά εκτός από γλυκά: καφέδες, σοκολάτες, πουντς, λεμονάδα, αμυγδαλόγαλο και παγωτό. Το παγωτό είναι αρκετά καλό, φτηνό, και επειδή στην κάψα του καλοκαιριού προσφέρει μεγάλη ανακούφιση, το απολαμβάνουν πολλοί και συχνά.

Τα βράδια του καλοκαιριού κάθονται οι πελάτες μπροστά από τα ζαχαροπλαστεία πάνω στο δρόμο και η ζωηρή κίνηση και γενικά η ζωή αποτελούν τότε ένα διασκεδαστικό θέαμα. Αυτή είναι περίπου η εικόνα ενός ελληνικού ζαχαροπλαστείου, γράφει ένας από τους πρώτους ξένους ιστορικούς της. Και επεκτείνεται στη συνέχεια στα μικρασιατικών πόλων όπου διαπιστώνει και αυτός στο «φαγείν και πίνειν» των διαφόρων λαών απόλυτη σύμπνοια.

Ἀννα Δερέκα

Πηγή


  • Εφημερίδα, «Νέοι Αγώνες Ηπείρου», 24 Ιανουαρίου 2012.

Read Full Post »

Ομιλία στο Δαναό με θέμα: «Ορθοδοξία – Η ελπίς πάντων των περάτων της γης»


 

 

Στα πλαίσια του Προγράμματος Διαλέξεων και Συζητήσεων της χειμερινής περιόδου, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός» συνεχίζει τις μετακλήσεις σημαντικών και διακεκριμένων  προσωπικοτήτων, προκειμένου να προσφέρει στους Αργείους την ευκαιρία επικοινωνίας με θέματα που αφορούν στον άνθρωπο και τις πνευματικές του αναζητήσεις.

Την Κυριακή  4  Μαρτίου 2012, Κυριακή της Ορθοδοξίας και ώρα 6.30΄ μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», Αγγελή Μπόμπου 8, στο Άργος,  θα μιλήσει:

 ο  κ. Μηνάς  Κ. Τζανακάκης

Θεολόγος- Προϊστάμενος Οικοτροφείου

Αδελφότητος Θεολόγων « Ο ΣΩΤΗΡ».

με θέμα: « ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ

Η ελπίς πάντων των περάτων της γης».

 Θα ακολουθήσει συζήτηση. Η παρουσία σας θα αποτελέσει τιμή για τον ομιλητή και τον Σύλλογο.

 

Περίληψη του θέματος:

 

Η Ευαγγελική περικοπή που αναγιγνώσκεται την Κυριακή της Ορθοδοξίας παρέχει με τον δικό της τρόπο τα γνωρίσματα της ορθοδόξου πίστεώς μας. Γνωρίσματα που σαφώς την αντιδιαστέλλουν όχι μόνο από τις υπόλοιπες μεγάλες θρησκείες αλλά και από τις άλλες αιρετικές χριστιανικές ομολογίες. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης περιγράφοντας τη γνωριμία και την κλήση των πρώτων μαθητών του Κυρίου διαζωγραφίζει και τα μοναδικά χαρακτηριστικά τής Ορθοδοξίας που την καθιστούν ελπίδα ολόκληρης της οικουμένης και κάθε καλόπιστης ψυχής που αναζητά ειλικρινά την ένωσή της με τον Θεό.

Ως τέτοια χαρακτηριστικά είναι:

1)      Πορεία προς τον αποκαλυφθέντα αληθινό Θεό…

2)      Εμπειρική σχέση με το Ιερό Πρόσωπο του Ιησού Χριστού… και

3)      Η γνησιότητα…

Τα στοιχεία αυτά όχι μόνο διακρατούν την Ορθόδοξη Πίστη ακέραιη και ακμαία μέσα στο πέρασμα των αιώνων, αλλά και την αναδεικνύουν ως τη μοναδική ελπίδα, την καταφυγή και το στήριγμα ολόκληρου του σύγχρονου αποστασιοποιημένου και παγκοσμιοποιημένου κόσμου… 

        

Μηνάς  Κ.  Τζανακάκης

 

Γεννήθηκε στην Αθήνα. Πτυχιούχος της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Μέλος της Αδελφότητος Θεολόγων « Ο ΣΩΤΗΡ». Διευθυντής του Φοιτητικού Οικοτροφείου του «ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ» στην Αθήνα. Υπεύθυνος της « Χριστιανικής Φοιτητικής Δράσεως» του Τομέως των φοιτητών του ως άνω Συλλόγου.      

          

Read Full Post »

Ζαΐμης Α. Θρασύβουλος (1825-1880)


 

 

Θρασύβουλος Ζαΐμης, έργο του Ερνέστου Κάρτερ (1924-1992).

Πολιτικός της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς, γόνος της μεγάλης οικογένειας προκρίτων και πολιτικών της Πελοποννήσου. Πρωθυπουργός. Ήταν γιος του ση­μαντικού ήρωα της Επανάστασης Ανδρέα Ζαΐμη και εξάδελφος του πολιτι­κού Παναγιώτη Ζαΐμη. Γεννήθηκε στην Κερπενή των Καλαβρύτων το 1825 και σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Γαλλία. Ήταν ένας ιδιαίτερα μορφωμένος πολιτικός. Στη γενική πολιτική του στάση και νοοτροπία αποστρεφόταν τη δημα­γωγία και την κολακεία. Υποστήριζε αρκετά φιλελεύθερες για την εποχή του πολιτικές αντιλήψεις και ήταν σταθερός υπερασπιστής του κοινοβουλευτισμού. Γι’ αυτό άλλωστε και συγκρούστηκε με το Δημήτριο Βούλγαρη, όταν ο τελευταίος επιχείρησε να παραβιάσει βασικές πολιτικές ελευθερίες και την ίδια την κοινοβουλευτική νομιμότητα. Διέθετε υψηλό πολιτικό ήθος, μετριο­πάθεια, διαλλακτικότητα και σύνεση. Συχνά υπερέβαινε τα στενά πλαίσια του όποιου κομματικού συμφέροντος.

Υπηρέτησε αρχικά ως στέλεχος στο Υπουργείο Οικονομικών, αλλά δεν άργησε να αναδειχθεί και σε ανώτερες θέσεις. Έτσι, έγινε υπουργός Εκκλη­σιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως (1859) σε ηλικία μόλις 34 ετών. Ξεκίνησε νέος την πολιτική του σταδιοδρομία εκλεγόμενος συνεχώς βου­λευτής Καλαβρύτων σε 12 εκλογικές αναμετρήσεις μεταξύ των ετών 1850-1880. Διετέλεσε συνολικά πρωθυπουργός για διάστημα ενός έτους και επτά μηνών, υπουργός περισσότερο από δύο χρόνια και πρόεδρος της Βουλής περίπου ενάμιση χρόνο συνολικά. Διετέλεσε επτά φορές υπουργός κατά την περίοδο 1859-1878. Το 1860 ανέλαβε καθήκοντα υπουργού Εξωτερικών στην κυβέρνηση Αθανάσιου Μιαούλη. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε διαφωνώντας με τον Όθωνα για το βαυαρικό δάνειο και για την καθυστέρηση της ψήφισης Οργανισμού του Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1862, μετά την έξωση του Όθωνα και αφού είχε πρωταγωνιστήσει στην ανατροπή του, έγινε υπουργός Εξωτερικών στην «επαναστατική τριανδρία» των Δημήτριου Βούλγαρη, Κωνσταντίνου Κανά­ρη και Μπενιζέλου Ρούφου.

Τον Απρίλιο του 1863, μετά την ανακήρυξη του Δανού πρίγκιπα Γεωργί­ου ως βασιλιά των Ελλήνων από την Εθνοσυνέλευση, ο Ζαΐμης συμμετείχε στην τριμελή αντιπροσωπεία που πήγε στην Κοπεγχάγη για να προσφέρει το στέμμα της Ελλάδας στο νέο μονάρχη. Τα άλλα δύο μέλη της αντιπροσωπεί­ας, τα οποία επίσης συμμετείχαν -αν και όχι με τη μεγαλύτερη δυνατή απο­τελεσματικότητα- στις διαπραγματεύσεις για τον τελικό διακανονισμό των όρων αποδοχής του στέμματος από το Δανό πρίγκιπα, ήταν οι Κωνσταντίνος Κανάρης και Δημήτριος Γρίβας. Το 1864 ενήργησε, επίσης, ως απεσταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης για την παράδοση στην Ελλάδα και την ενσωμά­τωση στον εθνικό κορμό των Επτανήσων.

Μετά την άφιξη του Γεωργίου Α’, ο Ζαΐμης πρωταγωνίστησε από το 1863 έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1870 μαζί με τους πολιτικούς του αντιπά­λους -και ηγέτες κομμάτων- Αλέξανδρο Κουμουνδούρο, Δημήτριο Βούλγα­ρη και Επαμεινώνδα Δεληγεώργη στις πολιτικές διαμάχες της περιόδου. Το κόμμα του, αν και διέθετε λιγοστούς βουλευτές, άσκησε σημαντική επιρροή στις συζητήσεις που έγιναν για το νέο Σύνταγμα του 1864. Μάλιστα, οι «ζαϊμικοί» βουλευτές υποστήριζαν τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος, παράλληλου με τη Βουλή, ορισμένα μέλη του οποίου θα διορίζονταν και δε θα εκλέγονταν.

Θρασύβουλος Ζαίμης

Αν και χαρακτηριζόταν από μετριοπάθεια στις πολιτικές αντιλήψεις και τους προσανατολισμούς του στο πεδίο των αντιπαραθέσεων μεταξύ των λεγόμενων ορεινών και πεδινών, ο Ζαΐμης είχε ήδη από το 1863 προσχωρή­σει στους περισσότερο ριζοσπάστες ορεινούς, τοποθετούμενος πολιτικά πλησιέστερα στον Αλέξανδρο Κουμουνδούρο. Την περίοδο αυτή μαζί με τους Κουμουνδούρο, Βούλγαρη και Δεληγεώργη διαδεχόταν ο ένας τον άλλον στην πρωθυπουργία, καθώς κλιμακώνονταν οι επεμβάσεις στην πολιτική δια­δικασία από μέρους του Στέμματος, ενώ δεν απουσίαζε και η εκτροπή από τον ομαλό πολιτικό βίο. Αυτά ήταν ορισμένα από τα βασικά γνωρίσματα της περιόδου πριν από τη δυναμική είσοδο του Χαρίλαου Τρικούπη στο πολιτι­κό προσκήνιο τη δεκαετία του 1870. Το κόμμα του Ζαΐμη, όπως και των αντι­πάλων του, ήταν ουσιαστικά μια προσωποπαγής ομάδα που συνέχιζε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο την παράδοση του λεγόμενου «πελατειακού συστήμα­τος» χωρίς να καταφέρει, να μετατραπεί σε «κόμμα αρχών».

To 1864 ανέλαβε  το Υπουργείο Εσωτερικών στην κυβέρνηση Κανάρη, η οποία ανήκε στο θεωρούμενο ως περισσότερο ριζοσπαστικό και προοδευτι­κό κοινοβουλευτικό συνασπισμό των ορεινών. Την ίδια θέση κατέλαβε και το 1865 στη σύντομης θητείας κυβέρνηση Δεληγεώργη. Το 1877 έγινε υπουργός Δικαιοσύνης στην οικουμενική κυβέρνηση υπό τον ναύαρχο Κανάρη, ενώ συμμετείχε, το 1878, στην πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση του Χαρίλαου Τρικούπη ως υπουργός Εσωτερικών και Δικαιοσύνης.

Ως πρωθυπουργός ανέλαβε για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1869 μετά την παραίτηση της κυβέρνησης Βούλγαρη, η οποία έτσι απέφυγε να επωμιστεί το πολιτικό κόστος της ήττας μετά την καταστολή της Κρητικής επανάστασης του 1866. Η πρωθυπουργική του θητεία υπήρξε μάλιστα αρκε­τά μακροχρόνια για τα δεδομένα της εποχής. Ο Ζαΐμης κράτησε τότε ρεαλι­στική στάση και αποδέχθηκε τους επιβληθέντες όρους ειρήνευσης, δημιουρ­γώντας τις προϋποθέσεις για την αναγκαία σε εκείνη τη φάση αποκατάστα­ση των σχέσεων του ελληνικού κράτους με την Οθωμανική αυτοκρατορία.

Κερδίζοντας μάλιστα τις σχετικά αδιάβλητες εκλογές του Μαΐου της ίδιας χρονιάς, διατηρήθηκε στην πρωθυπουργία έως τον Ιούλιο του 1870, όταν ο Γεώργιος Α’ τον ανάγκασε σε παραίτηση και μάλιστα κατά τη διάρκεια των διακοπών της Βουλής. Στην περίοδο της πρωθυπουργίας του αντιμετώπισε με υψηλό αίσθημα ευθύνης το ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής σχετικά με το λεγόμενο «ατιμωτικό πρωτόκολλο» των Παρισίων, αγνοώντας το κόστος που είχε η στάση του στη δημοτικότητά του. Ασχολήθηκε παράλληλα με την εσωτερική ανάπτυξη της χώρας και με τους στρατιωτικούς εξοπλισμούς -χαρα­κτηριστικά αναφέρονται η πρώτη σιδηροδρομική γραμμή Αθήνας – Πειραιά και η αγορά του πολεμικού πλοίου «Βασίλισσα Όλγα».

Το Νοέμβριο του 1869 υπέβαλε στη Βουλή πρόταση νόμου σχετικά με την οργάνωση εθνικών δυνάμεων για την καταστολή της ληστείας. Όμως, όχι μόνο απορρίφθηκε το νομοσχέδιο, αλλά τους επόμενους μήνες είχε να αντι­μετωπίσει και τις συνέπειες από τη σφαγή ξένων επισήμων ταξιδιωτών από ληστές στο Δήλεσι. Το γεγονός αυτό πήρε μεγάλες διαστάσεις, εκθέτοντας διεθνώς τόσο την κυβέρνηση όσο και την ίδια τη χώρα. Στάθηκε μάλιστα η αφορμή για την παραίτηση της κυβέρνησης Ζαΐμη. Η δεύτερη κυβέρνηση υπό την προεδρία του, το 1871, ήταν εξαιρετικά σύντομη. Διήρκεσε έως τα Χριστούγεννα του 1871. Σε μια περίοδο πολιτικής αστάθειας διατήρησε την εξουσία για λιγότερο από δύο μήνες, αφού απέτυχε να αποσπάσει την υπο­στήριξη αμιγούς κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, κυρίως εξαιτίας του θέμα­τος της παροχής άδειας λειτουργίας ορυχείου σε γαλλο-ιταλική εταιρεία.

Το 1872, στις έντονες συζητήσεις που έλαβαν χώρα στο Κοινοβούλιο, τήρησε μετριοπαθή στάση σχετικά με την παραπομπή σε δίκη του παραιτη­θέντος πρωθυπουργού Επαμεινώνδα Δεληγεώργη, τον οποίο κατηγορούσαν για κατάχρηση εξουσίας και επιβολή στρατοκρατίας. Αντί της άμεσης παραπομπής σε δίκη, πρότεινε τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής. Μετριοπαθή στάση τήρησε και στο θέμα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος. Πίστευε στη διατήρηση του θεσμού της μοναρχίας. Απέφευγε να αντιπαραταχθεί άμεσα στο Στέμμα και επιχειρούσε, στη διάρκεια των σχετικών συζητήσε­ων την περίοδο του 1874-1875, να μετριάσει την ένταση των αντιπαραθέσεων με τα Ανάκτορα. Πρόεδρος της Βουλής εξελέγη τέσσερις φορές μεταξύ των ετών 1855-1877. Η πρώτη θητεία του εκτείνεται στην περίοδο 2 Φεβρουαρίου – 25 Οκτω­βρίου 1855. Εκλέχθηκε με 68 ψήφους έναντι δύο λευκών.

Στις 30 Οκτωβρίου 1860 εκλέχθηκε για δεύτερη φορά με 62 ψήφους έναντι 50 του Δημήτριου Καλλιφρονά, υποψήφιου της φιλοβασιλικής κυβέρνησης Αθανάσιου Μιαού­λη. Αξίζει να σημειωθεί ότι εξελέγη στο αξίωμα αυτό μολονότι ανήκε στην τότε αντιπολίτευση και παρά τις αυλικές πιέσεις προς τους βουλευτές να τον καταψηφίσουν. Παρέμεινε, ωστόσο, στη θέση του μόλις δύο εβδομάδες, έως τις 16 Νοεμβρίου 1860 καθώς η εκλογή του οδήγησε σε διάλυση της Βουλής από τα Ανάκτορα. Ο Ζαΐμης τότε προσχώρησε άμεσα στην αντιπολίτευση που σχεδίαζε την ανατροπή του Όθωνα, συνεργαζόμενος με το Μπενιζέλο Ρούφο και το Δημήτριο Βούλγαρη. Η ροή των γεγονότων οδήγησε μεσοπρό­θεσμα -δύο χρόνια αργότερα- στην πτώση της βαυαρικής δυναστείας.

Εξελέγη για τρίτη φορά πρόεδρος της Βουλής στις 30 Ιανουαρίου 1874 (για τρεις μήνες, έως τις 25 Απριλίου της ίδιας χρονιάς). Όπως και το 1860, υπερίσχυσε του Επαμεινώνδα Δεληγεώργη με ψήφους 87 έναντι 72, αν και ανήκε στην αντιπολίτευση. Η εκλογή του αυτή στάθηκε η αφορμή να ξεκινή­σει ένας κύκλος πολιτικών συζητήσεων και αντιπαραθέσεων για το ζήτημα της κοινοβουλευτικής αρχής του πολιτεύματος και του ρόλου του Στέμματος. Για τέταρτη και τελευταία φορά αναδείχθηκε πρόεδρος της Βουλής με 131 ψήφους, στις 4 Οκτωβρίου 1876, διαδεχόμενος τον Αλέξανδρο Κουμουνδού­ρο που στο μεταξύ έγινε πρωθυπουργός. Η θητεία του ολοκληρώθηκε στις 18 Μαρτίου 1877. Ήταν παντρεμένος  με την Ελένη Μουρούζη. Γιος του ήταν και ο Αλέξανδρος Ζαΐμης, πρόεδρος της βουλής, πρωθυπουργός και πρόεδρος της Δημοκρατίας. Πέθανε από ανακοπή καρδιάς το 1880 σε ηλικία μόλις 55 ετών.

  

Πηγή


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ζυμβρακάκης Χαράλαμπος (1812-1880)


 

Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης (1812- 1880)

Στρατιωτικός και πολιτικός. Ο Χαράλαμπος Ζυμβρακάκης γεννήθηκε στο Περιβόλι Κυδωνίας Κρήτης του νομού Χανίων το 1812. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ευελπίδων το 1832 ως ανθυπασπιστής του πυροβολικού. Κατά την Κρητική Επανάσταση του 1841 κατέβηκε στην Κρήτη με σώμα εθελοντών. Μετά την επιστροφή του στην ελεύθερη Ελλάδα διετέλεσε διοικητής του Οπλοστασίου του Πόρου, κατόπιν του Οπλοστασίου του Ναυπλίου και τέλος φρούραρχος Αθηνών.

Πήρε ενεργό μέρος το 1862 στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας και  απελάθηκε στη Σμύρνη. Επέστρεψε στην Ελλάδα μετά την πτώση του Όθωνα και πήρε μέρος στη Β’ Εθνική Συνέλευση του 1864-65.

Στη συνέχεια, αν και δεν ήταν πολιτικός, διετέλεσε πέντε φορές υπουργός Στρατιωτικών στις κυβερνήσεις Ζαφειρίου Βάλβη το 1864, Δημητρίου Βούλγαρη το 1866, Επαμεινώντα  Δεληγεώργη το 1870, Θρασύβουλου Ζαΐμη το 1871 και στην Οικουμενική Κυβέρνηση του 1877. Δεν αποδέχθηκε την αρχηγία της Κρητικής Επανάστασης του 1861, που του πρότεινε η Συνέλευση των Κρητών, επειδή τότε ήταν υπουργός. Πέθανε στην Αθήνα έχοντας το βαθμό του αντιστρατήγου.

Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913).

Περίπου παράλληλη σταδιοδρομία είχε και ο επίσης στρατηγός αδελφός του Ιωάννης Ζυμβρακάκης (1818-1913), ο οποίος υπηρέτησε και αυτός στο Οπλοστάσιο του Ναυπλίου και πήρε ενεργό μέρος στα «Ναυπλιακά». Έλαβε μέρος στην Κρητική Επανάσταση του 1866-1869 και στην ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1886. Επίσης διετέλεσε δύο φορές (το 1869-77 και το 1878-81) διοικητής της Σχολής Ευελπίδων. Έφτασε στον βαθμό του Υποστρατήγου. Γιος του ήταν ο Εμμανουήλ Ι. Ζυμβρακάκης αρχηγός της Χωροφυλακής ενώ είχε και μια κόρη.

Στην αναπαλαιωμένη έπαυλη Ζυμβρακάκη, που βρίσκεται στην οδό Ασκληπιού και έχει δωρηθεί στο Δήμο Ναυπλίου, έχει στεγαστεί το «Πνευματικό Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας», που συστήθηκε το 1990 με σκοπό τη μελέτη του έργου του πρώτου Κυβερνήτη.

 

Πηγή


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ναυπλιακή Επανάσταση του 1862 – Το ιστορικό πλαίσιο


 

Είναι δυστυχία να αγνοείς την ιστορία του τόπου σου, θα μπορούσε να πει κανείς παραφράζοντας τη γνωστή ρήση του Πολύβιου.* Πολύ περισσότερο την πρόσφατη ιστορία που με τους όρους που δημιούργησε εξακολουθεί να επηρεάζει τη ζωή και τις εξελίξεις σε όλα τα επίπεδα. Οι ανιστόρητοι δεν έχουν αυτή την επίγνωση και γι’ αυτό δεν ερμηνεύουν σωστά την πραγματικότητα. Τους διαφεύγουν οι εξηγητικοί λόγοι που δημιούργησαν την α ή την β νοοτροπία, την συγκεκριμένη πολιτική και κοινωνική στάση. Και με τη στενοκεφαλιά που δημιουργεί η άγνοια αποφαίνονται με αυτοπεποίθηση για όλα τα ζητήματα: εθνικά, πολιτικά, ιδεολογικά κ.α.

 

Το ιστορικό πλαίσιο

 

Ο Όθωνας Βίττελσμπαχ ήταν ήδη 29 χρόνια βασιλιάς των Ελλήνων και της μικρής Ελλά­δας. Τα σύνορα της χώρας μόλις περνούσαν τα βουνά της Λαμίας και ο πληθυσμός των ελεύθερων Ελλήνων ήταν 1.096.810 (απογραφή του 1861). Στις αλύτρωτες περιοχές, ο ελληνισμός στέναζε ακόμα κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και καμιά σοβαρή προετοιμασία για την απελευθέρωσή του δεν γινόταν από το Ελληνικό κράτος. Ποιο ήταν όμως το Ελληνικό κράτος; και σε ποιο βαθμό ανταποκρινόταν στις ανάγκες και τους πόθους του Ελληνικού λαού; – Οι πρωτοπόρες και υγιείς πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που ενσάρκωσαν την ιδέα της ανεξαρτησίας και πέτυχαν την απελευθέρωση από τους Τούρκους αποκλείστηκαν από την πολιτική ζωή.

 

Ο Όθωνας στο Ναύπλιο, 1833.

 

Ο Όθωνας κυβέρνησε, από το 1833 έως την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843, ως «ελέω Θεού» μονάρχης στελεχώνοντας τον κρατικό μηχανισμό με Βαυαρούς και αυλοκόλακες. Οι έμπειροι οπλαρχηγοί, οι φιλελεύθεροι και προοδευτικοί πολίτες που μπορούσαν να προσφέρουν πολλά στην οικοδόμηση του πρώτου Ελληνικού κράτους, όχι μόνο αγνοήθηκαν από τον Όθωνα αλλά καταδιώχτηκαν, προπηλακίστηκαν και φυλακίστηκαν. Τα παραδείγματα της φυλάκισης του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και του Μακρυγιάννη είναι χαρακτηριστικά.

Ο βασιλιάς Όθων έφιππος, ως συνταγματάρχης του 10ου συντάγματος πεζικού.

Η αυταρχική αγωγή και η ιδιοσυγκρασία του δεν ανεχόταν – φοβόταν- κάθε φωνή αντίθετη με τη δική του, κάθε ιδέα δημοκρατική. Ακόμα και μετά τον εξαναγκασμό του σε παραχώρηση συντάγματος το 1884 καμιά ουσιαστική μεταβολή δεν έγινε στον τρόπο που ασκούσε τα καθήκοντά του. Ο απολυταρχισμός του εξακολούθησε να εκδηλώνεται σε κάθε περίσταση κατά παράβαση του συντάγματος. Όταν η Γερουσία δε συμφωνούσε με τις απόψεις του, άλλαζε τη σύνθεσή της. Όταν ο πρωθυπουργός που διόριζε, έπαυε να του είναι αρεστός, τον απέλυε. Όταν η Βουλή δεν ήταν πειθήνιο όργανό του, τη διέλυε. Εξουσίαζε με το μαστίγιο, τον εκφοβισμό και τον εκμαυλισμό. Όπως ήταν φυσικό η δυσαρέσκεια των Ελλήνων διογκωνόταν.

Πολύ περισσότερο που η οικονομική κατάσταση ήταν απελπιστική για τους πολλούς. Τα εθνικά δάνεια κατασπαταλήθηκαν, κανένα σοβαρό έργο υποδομής δεν γινόταν, μέτρα για την αξιοποίηση των εθνικών γαιών -πρώην Τουρκικά κτήματα- δεν λαμβάνονταν, και ο μαρασμός ενδημούσε στην ελληνική κοινωνία. Το μόνο που δινόταν στον ελληνικό λαό ήταν η Μεγάλη Ιδέα. Φρούδες ελπίδες δηλαδή, για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης και τη σύσταση ελληνικής αυτοκρατορίας.

Στην πραγματικότητα όμως υπήρχε αδυναμία ακόμα και για την οργάνωση ενός σοβαρού κινήματος, που θα ελευθέρωνε τουλάχιστον τη Θεσσαλία και την Ήπειρο από τις ασθενείς Τουρκικές δυνάμεις, όταν η Τουρκία βρέθηκε σε πόλεμο με τη Ρωσία το 1853-56 (Κριμαϊκός πόλεμος). Η άφρονη και θορυβώδης τακτική του παλατιού (με τα μεγαλεπήβολα οράματα και την οργανωτική ανικανότητα) οδήγησαν σε αποτυχία την επανάσταση σε Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία και ενώ, η δημοτικότητα του Όθωνα ήταν στο ναδίρ και η αντιπολίτευση τον σφυροκοπούσε, ένα επαχθές για τη χώρα γεγονός ήρθε να κάνει το βασιλιά δημοφιλή και να του δώσει πρόσκαιρη παράταση. Ήταν η κατοχή του Πειραιά και ο ναυτικός αποκλεισμός της Αθήνας από τους Αγγλογάλλους (1854-57).

Ο λαός μας, μπροστά στην εχθρική ενέργεια των «συμμάχων» που (εκτός από τα δάνεια που επισώρευε στη χώρα μας) έθιγε βάναυσα την εθνική υπόσταση ενός ανεξάρτητου κράτους, συσπειρώθηκε γύρω από το βασιλιά. Αυτόν εξάλλου πρόσβαλλαν και εξευτέλιζαν καθημερινά αξιωματικοί και στρατιώτες των δυνάμεων κατοχής. Ήταν φυσικό λοιπόν να περιβάλλουν οι Έλληνες με συμπάθεια τον Όθωνα, αφού στο πρόσωπό του ατιμαζόταν η Ελλάδα.

Αθανάσιος Μιαούλης

Η δημοτικότητα του Όθωνα και της Αμαλίας κράτησε λίγο καιρό ακόμα μετά την αποχώρηση των Αγγλογάλλων, το Φεβρουάριο του 1857. Δεν ξέχασαν όμως τις κακές συνήθειες του παρελθόντος. Σε λίγο σπρώχνουν την κυβέρνηση Βούλγαρη σε παραίτηση με τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις τους και ο Όθωνας, αγνοώντας τις συνταγματικές του δεσμεύσεις, ορκίζει πρωθυπουργό τον υπασπιστή του Αθανάσιο Μια­ούλη. Από τις αρχές του 1859 η αντιπολιτευτική κίνηση απέναντι στο καθεστώς παίρνει πιο ενιαία και πιο αποτελεσματική μορφή. Αρχικά ιδρύεται, πιθανόν με πρωτοβουλία του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, εγγονού του Γέρου του Μοριά, μυστική πολιτική εταιρία με σκοπό «τη διαμόρφωση των κακώς κειμένων και κυρίως την ελευθερία των βουλευτικών εκλογών» στην οποία συμμετέχουν δημοσιογράφοι, φοιτητές, μαθητές, βουλευτές κ.α.

Το Μάη του 1859 συνέβησαν σοβαρά γεγονότα που δυνάμωσαν το αντικαθεστωτικό φρόνημα. Είναι τα γνωστά Σκιαδικά, που εντελώς απρόσμενα αποτέλεσαν τον καταλύτη στις σχέσεις λαού – παλατιού. Από τα Σκιαδικά έως τη Ναυπλιακή επανάστα­ση έχουμε αλλεπάλληλες κυβερνήσεις του Αθανάσιου Μιαούλη και δυο εκλογικές αναμετρήσεις βίας και καλπονοθείας, με αποκορύφωμα τις εκλογές που η διεξαγωγή τους κράτησε από το Δεκέμβρη του 1860 έως τον Μάρτη του 1861, καθώς γίνονταν διαφορετική ημερομηνία σε κάθε περιοχή για να μεταφέρεται ο Οθωνικός μηχανισμός της βίας, της φοβίας και της νοθείας σε κάθε πόλη και χωριό, ώστε να εξασφαλίζεται η «νίκη».

Από το 1861 το αντιδυναστικό ρεύμα καθημερινά μεγάλωνε. Η κατάσταση ήταν εκρηκτική σ’ ολόκληρη τη χώρα και στον εορτασμό της 25ης Μαρτίου οργανώθηκαν σε όλες τις μεγάλες πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Άργος, Ναύπλιο) συνωμοτικά συμπόσια με εθνικό και αντικαθεστωτικό περιεχόμενο. Η αστυνομία παρακολουθούσε και τρομοκρατούσε τους πολίτες πραγματοποιώντας συλλήψεις, φυλακίσεις και εκτοπίσεις.

Επαμεινώνδας Δεληγιώργης (1829-1879)

Οι περισσότερες εφημερίδες των Αθηνών είχαν ταχθεί με το μέρος της αντιπολίτευσης και της «Χρυσής Νεολαίας» την οποία εκπροσωπούσε επάξια ο νεαρός δικηγό­ρος Επαμ. Δεληγιώργης. Ξεχώριζαν για τα πύρινα άρθρα τους οι εφημερίδες «Αιών» και «Αθήνα». Η πιο μαχητική όμως ήταν η εφημε­ρίδα της «Χρυσής Νεολαίας» με τον εύγλωττο τίτλο «Το Μέλλον της Πατρίδος», που κατα­σχέθηκε πολλές φορές.

Το Μάιο συλλαμβάνονται ως συνωμότες εναντίον του καθεστώτος όχι μόνο πολίτες αλλά και αρκετοί αξιωματικοί που στέλνονται στο Ναύπλιο, στις φυλακές του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας. Κι ενώ η κατάσταση καθημερινά οξυνόταν, στις 6 Σεπτεμβρίου ο 18χρονος Δόσιος επιχειρεί να δολοφονήσει τη βασίλισσα Αμαλία (Ύαινα την ονόμαζε τότε ο λαός). Η απόπειρα απέτυχε και ακολούθησαν δοξολογίες «επί τη διασώσει» και πανηγυρισμοί στη χώρα. Προσωρινά το αντιδυναστικό μένος του λαού μειώθηκε. Μόνο στο Ναύπλιο κυκλοφόρησαν προκηρύξεις που έγραφαν «άθλιοι μάλ­λον κλαύσατε παρά να πανηγυρίζετε δια την αποτυχίαν».

Ο Όθωνας με πολιτική περιβολή κατά την εποχή της εκθρόνισής του.

«Στις αρχές του 1862 το πολιτικό βαρόμετρο έδειχνε θύελλα σ’ όλη την Ελλάδα», γράφει ο Γιάννης Κορδάτος. «Από κάθε γωνιά της μικρής Ελλάδας έφταναν πληροφορίες για ερεθισμό του λαού». Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κυκλοφορούσαν φήμες ότι θα γινόταν κυβερνητική αλλαγή. Θα αναλάμβανε πρωθυπουργός ο παλαίμαχος ναύαρχος Κωνσταντίνος Κανάρης «είδωλον της κοινής γνώμης» και από τους πρωτοστάτες του αντιδυναστικού αγώνα την τελευταία τριετία.

Πράγματι ο Όθωνας κάλεσε τον Κανάρη και του ανέθεσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, αφού προηγουμένως συμφώνησε με το περιεχόμενο του υπομνήματος που του υπέβαλε ο γηραιός ναύαρχος. Το υπόμνημα περιείχε τους αναγκαίους όρους εκδημοκρατισμού και εφαρμογής του συντάγματος. Όμως σύνταγμα και δημοκρατία προκαλούσαν αλλεργία στον Όθωνα και τη βασιλική καμαρίλα. Γι’ αυτό ο Όθωνας, με το πρόσχημα πως δε συμφωνούσε με τους υπουργούς που επέλεξε ο Κανάρης, του αφαίρεσε μετά από δύο μέρες την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης και ξανα-όρκισε πρωθυπουργό τον Αθ. Μιαούλη. Η τελευταία αυτή κυβέρνηση του Μιαούλη έμεινε γνωστή ως «υπουργείο του αίματος». Υπουρ­γείο έλεγαν τότε την κυβέρνηση.

 

Η επαναστατική προετοιμασία στο Ναύπλιο

 

Το Ναύπλιο ήταν στις αρχές του 1862 μια πόλη 10.000 περίπου κατοίκων, μια από τις μεγάλες πόλεις της τότε Ελλάδας. Η Αθήνα μόλις που ξεπερνούσε τις 30.000 και η ακμάζουσα Ερμούπολη της Σύρου τις 25.000. Πάνω απ’ όλα όμως το Ναύπλιο ήταν πόλη στρατηγικής και πολι­τικής σημασίας. Αποτελούσε το σημαντικότερο αντιδυναστικό κέντρο μετά την Αθήνα με δραστήριες πολιτικές οργανώσεις και μυστικούς συνδέσμους αντικαθεστωτικών αξιωματικών.

Γεώργιος Πετιμεζάς

Τα επιβλητικά κάστρα Παλαμήδι και Ακροναυπλία, το οχυρό λιμάνι του με το Μπούρζι και τα ισχυρά τείχη του, το καθιστούσαν σχεδόν απόρθητο με τα μέσα της εποχής εκείνης. Υπήρχαν επομένως οι πολιτικές και στρατηγικές προϋποθέσεις για την κυοφορία της επανάστασης, προπάντων εδώ. Επιπλέον οι Ναυπλιείς είχαν ακόμα νωπές τις μνήμες από τα ένδοξα χρόνια του απελευθερωτικού αγώνα καθώς το Ναύπλιο, πόλη εγκέφαλος του Αγώνα της Ανεξαρτησίας, έζησε όλες τις μεγάλες στιγμές του Γένους. Ήταν ευαίσθητοι λοιπόν σε εθνικά και πολιτικά ζητήματα και δύσκολα έκρυβαν τη δυσαρέσκειά τους για «τη μετάθεση της πρωτευούσης». Πώς θα μπορούσαν, λοιπόν, να μείνουν αδιάφοροι στις συνταγματικές εκτροπές του Όθωνα, τις αυταρχικές μεθόδους της Αυλής του, τον εμπαιγμό του θρυλικού Κανάρη (το ζωντανό ’21) και τις ανομίες της κυβέρνησης Μιαούλη; Και ασφαλώς δεν έμει­ναν.

Οργανώθηκε «Σύλλογος Νεολαίας» και πυρήνες αντικαθεστωτικών, στους οποίους διακρίθηκαν για τη δράση τους οι δικηγόροι Γ. Δημητριάδης, I. Παπαζαφειρόπουλος και ο κ. Αντωνόπουλος, ο εφέτης Γ. Πετιμεζάς, ο πρω­τοδίκης Π. Μαυρομιχάλης, ο υποπρόξενος του Βελγίου Σπυρ. Ζαρβιτσάνος και ο δήμαρχος του Ναυπλίου Πολυχρόνης Ζαφειρόπουλος.

Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου

Ιδιαίτερη όμως συμβολή στην επαναστατική προετοιμασία είχε η Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, χήρα του πρώτου Δημάρχου του Ναυπλίου (και αργότερα γερουσιαστή) Σπύρου Παπαλεξόπουλου. Γυναίκα ιδιαίτερα μορφωμένη, γνώριζε ιταλικά, αγγλικά και γαλλικά στην εντέλεια. Είχε σπουδάσει στην Ιταλία, όπου εγκολπώθηκε τις αρχές της γαλλικής επανάστασης και επηρεάστηκε από το κίνημα των Καρμπο­νάρων. Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο το 1825 και βρέθηκε πάντοτε αντιμέτωπη στον αυταρχισμό της εξουσίας, είτε την εκπροσωπούσε ο Καποδίστριας είτε ο Όθωνας. Μετέδωσε τις ιδέες της σε πολλές από τις κυρίες του Ναυπλίου και έγινε η πρόδρομος των Ελληνίδων που διεκδίκησαν ίσα δικαιώματα με τους άντρες. Στο σπίτι της συγκεντρώνονταν οι ηγέτες της επανάστασης, που θα ξεσπούσε και με την ευγλωττία της έκανε τους πάντες οπαδούς των απόψεών της, προτρέποντας και ενθαρρύνοντας τη νεολαία. Με λίγα λόγια «η κυρά τ’ Αναπλιού υπήρξε ιεροφάντις κάθε επαναστατικής ιδέας και Μη­τέρα της Επαναστάσεως», η Ελληνίδα μαντάμ Ρολάν, όπως την ονόμασαν οι σύγχρονοί της.

Πάνος Κορωναίος

Ο άλλος πόλος των αντικαθεστωτικών ήταν οι αξιωματικοί της φρουράς Ναυπλίου. Ιδιαίτερα μετά το Μάιο του 1861 που εξορίστηκαν στο Ανάπλι ή φυλακίστηκαν στα κάστρα του Δημοκρατικοί αξιωματικοί, με την κατηγορία της συνομωσίας, ενισχύθηκε το αντιδυναστικό φρόνημα των αξιωματικών. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν εξόχως δραστήριοι και σε σύντομο χρόνο δημιούργησαν δίκτυα επαφών και με τους αντικαθεστωτικούς πολίτες του Ναυπλίου αλλά και της Αθήνας. Διακρίθηκαν ο αντισυνταγματάρχης Δ. Μπό­τσαρης, ο ταγματάρχης Χ. Ζυμβρακάκης, ο υπολοχαγός Χρ. Κατσικογιάννης, ο υπίλαρχος Τριτάκης, ο ικανότατος και εμπειροπόλεμος (από τον Κριμαϊκό πόλεμο) αντισυνταγματάρχης Πάνος Κορωναίος αλλά και ο Διοικητής του Ε’ τάγματος πεζικού της Φρουράς Ναυπλίου Αρτέμης Μίχου. Ξεχωριστή πνοή στην επαναστατική προετοιμασία έδωσε ο υπολοχαγός Δημ. Γρίβας, γιος του Ακάρνανα οπλαρχηγού του ’21 Θεοδωράκη Γρίβα  και εγγονός της Μπουμπουλίνας, ο οποίος εξορίστηκε στ’ Α­νάπλι το Γενάρη του 1862.

 

Σκηνή από τη Ναυπλιακή Επανάσταση, 1862.

 

Οι συνωμότες διακινούσαν την αλληλογραφία τους με τους συνωμότες της Αθήνας, για λόγους ασφαλείας, με το διπλωματικό σάκο του υποπρόξενου του Βελγίου Σπ. Ζαβιτσάνου. Όταν η προετοιμασία προχώρησε ορίστηκε ως ημέρα ταυτόχρονης εξέγερσης στο Ναύπλιο, την Αθήνα και αλλού η 4η Φεβρουαρίου. Η τελευταία συνεννόηση θα γινόταν με επιστολές του Αρτέμη Μίχου που ταχυδρομήθηκαν (πάντα με το διπλωματικό σάκο) στις 31 Ιανουαρίου. Ο σάκος όμως παραδόθηκε στο νομάρχη και ο δικαιολογημένος φόβος πως θ’ ανοίξει τις επιστολές και θα γίνει γνωστό το περιεχόμενό τους, με συνέπεια όχι μόνο τη σύλληψη του αποστολέα και των παραληπτών αλλά και τη ματαίωση της επανάστασης, οδήγησε στην επίσπευσή της και την κήρυξή της την 1η Φεβρουαρίου.

Από 5 Φεβρουαρίου έως 9 Μαρτίου κυκλοφορούσε η εφημερίδα της επαναστάσεως «Ο ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝ»** με υπότιτλο «ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΠΡΩΤΗΣ ΦΕ­ΒΡΟΥΑΡΙΟΥ». Συντάκτης της ήταν ο Θ. Φλογαΐτης, παλαιότερο μέλος της «Χρυσής Νε­ολαίας» των Αθηνών και της συντροφιάς που εξέδιδε «Το Μέλλον της Πατρίδος». Η εφημερίδα κατέγραψε αρκετά από τα γεγονότα εκείνων των ημερών, από την 5η Φεβρουαρίου έως την 10η Μαρτίου που κυκλοφορούσε.

 

Γιώργος Αναστασόπουλος

[Από τον πρόλογο, για την επανέκδοση του βιβλίου «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862, Υφ’ ενός Ναυπλιέως», από τη μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα», τον Ιανουάριο του 1996].

 

Υποσημειώσεις


 * Όλβιος όστις ιστορίας έσχε μάθησιν

** Τα τεύχη της εφημερίδας αυτής τα ανατύπωσε και τα εξέδωσε σ’ ένα καλαίσθητο τόμο η Απόπειρα, με σύντομο ιστορικό της Ναυπλιακής επανάστασης.

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πετιμεζάς Αναγνώστη Γεώργιος (1816-1884)


 

Γεώργιος Πετιμεζάς

Ο Γεώργιος Πετιμεζάς γεννήθηκε στα Καλάβρυτα. Ήταν δικαστικός και πολιτικός. Γόνος της μεγάλης οικογένειας των Πετιμεζαίων η οποία διέπρεψε κατά τους αγώνες για την απελευθέρωση. Ο πατέρας του Αναγνώστης και ο μεγαλύτερος αδελφός του Σωτήριος έπεσαν στην μάχη των Βασιλικών Κορινθίας, μαζί με άλλα τρία ξαδέλφια του το 1823.

Όταν η Ελλάδα ελευθερώθηκε, με την προσωπική μέριμνα του Καποδίστρια, αποπεράτωσε τις σπουδές του και κατόπιν εστάλη από την Αντιβασιλεία- μαζί με άλλους νέους- στο Μόναχο, όπου σπούδασε Νομικά. Το 1836 επέστρεψε στην Ελλάδα και διορίστηκε στο Δικαστικό Σώμα, όπου κατά την θητεία του διακρίθηκε για την μόρφωσή του, το ήθος, την ευθυκρισία  και την παροιμιώδη τιμιότητά του.

Τον Φεβρουάριο του 1862 υπηρετούσε στο Ναύπλιο ως εφέτης. Οι ασύστολες καταπατήσεις των ελευθεριών του λαού και ο απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης της χώρας από τον Όθωνα και τους αυλικούς του, οδήγησαν τον Πετιμεζά στην ενεργό δράση κατά του καθεστώτος. Υπήρξε ένας από τους πρωταγωνιστές της Ναυπλιακής Επανάστασης και ίσως είναι ο εμπνευστής της ιδέας της εξέγερσης. Εξελέγη μέλος της προσωρινής επαναστατικής επιτροπής. Εξαιρέθηκε από το διάγγελμα αμνηστίας που υπέγραψε ο Όθωνας μετά την κατάληψη του Ναυπλίου.

Μετά την εκθρόνιση του Όθωνα (Οκτώβρης 1862), ο Πετιμεζάς απέκτησε δύναμη και φήμη. Θα μπορούσε να διεκδικήσει την υψηλότερη θέση της Πολιτείας. Όταν στάλθηκε ως μέλος στην Εθνοσυνέλευση, πολλές φορές απέρριψε την θέση του προέδρου της Εθνοσυνέλευσης ή την θέση υπουργού. Μόνο μία φορά εκλέχτηκε υπουργός εν αγνοία του. Έγινε αρχηγός της Εθνοφυλακής και Εισαγγελέας Εφετών. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Φεβρουαρίου του 1884 σε ηλικία 68 ετών.

 

 Πηγές


  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα, χ.χ. 
  • Ινστιτούτο Νεοελληνικών Ερευνώνhttp://pandektis.ekt.gr
  • Ποικίλη Στοά, Εθνικόν Ημερολόγιον 1885, Αθήνα, 1884.
  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ς, Αθήνα, 1930. 
  • Αναστάσιος Αθ. Γούναρης, «Η Ναυπλιακή Επανάσταση», β’ έκδοση, Δημοτική Κοινωφελής Επιχείρηση Ναυπλίου, Αθήνα, 2010.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιατρός Μιχαήλ (1779;-1868)


 

Ο Μιχαήλ Ιατρός ήταν αγωνιστής του 1821, πολιτικός, οικονομικός παράγοντας, δημοτικός άρχοντας και μέγας δωρητής της πόλης του Ναυπλίου. Καταγόταν από κλάδο των Μεδίκων της Φλωρεντίας, που εγκαταστάθηκε στη Μάνη (πριν ή – κατ’ άλλους- μετά τα Ορλωφικά, 1769-1770) και εξελλήνισε το επώνυμό του σε Ιατρός ή Ιατρόπουλος.

Μιχαήλ Ιατρός, ελαιογραφία Δ. Τσόκου, 1848, συλλογή Κ. Κ. Σπηλιωτάκης.

Γεννήθηκε στο χωριό Λογκανίκο της Λακωνίας γύρω στο 1779. Από τις επιχειρήσεις του (εμπόριο, μεταξοβιομηχανία, ναυτιλία, τραπεζικές εργασίες) απέκτησε μεγάλη περιουσία. Μόλις κηρύχθηκε η Επανάσταση του 1821 διέθεσε χρήματα και το πλοίο του για τις ανάγκες του Αγώνα και αργότερα πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς. Ασχολήθηκε επίσης με τα κοινά και διετέλεσε εκπρόσωπος των Υδραίων στη Συνέλευση της Ζαράκοβας (Ιούλιος 1821) και βουλευτής Μυστρά το 1824. Ανέλαβε με επιτυχία εμπιστευτικές αποστολές και ήταν σχεδόν πάντοτε μέλος επιτροπών που είχαν σχέση με οικονομικά θέματα.

Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο όταν έφθασε εκεί ο Καποδίστριας, αλλά δεν δέχθηκε διάφορες κυβερνητικές θέσεις που του πρότεινε ο Κυβερνήτης. Διετέλεσε μέλος της επιτροπής σύστασης σχολείου στην πόλη (1832), Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου το 1835-1837, Δημοτικός Σύμβουλος το 1837-1842, Βουλευτής Ναυπλίας το 1844-50 και κατόπιν αντιπρόεδρος της Βουλής και αντιπρόεδρος του Εμπορικού Επιμελητηρίου.  

Έλαβε ενεργό μέρος στη Ναυπλιακή Επανάσταση. Ήταν πρόεδρος της Επαναστατικής Επιτροπής (1862) και πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση, που συνήλθε στην Αθήνα τον ίδιο χρόνο, λίγο μετά την έξωση του Όθωνα. Ο Μιχαήλ Ιατρός είχε μεγάλη κτηματική περιουσία σε διάφορες περιοχές. Με τη διαθήκη του άφησε ακίνητα στο Ναύπλιο, στην ιδιαίτερη πατρίδα του κ.α.

Οι μεγάλες δωρεές του στο Ναύπλιο είναι δύο: η Αγία Μονή και το Νεκροταφείο. Σκοπός της δωρεάς του στην Αγία Μονή ήταν η ανασύσταση του τότε ερειπωμένου μοναστηριού. Το κληροδότημα συμπεριελάμβανε όλα τα κτήματα γύρω από τη Μονή, ιδιοκτησίας του δωρητή.  

Σχετικά με τη δεύτερη δωρεά του αναφέρεται το εξής: Κάποια μέρα, που έκανε έφιππος περίπατο στην εξοχή με την κόρη του, βρέθηκαν εμπρός σε ένα άταφο πτώμα που το κατασπάρασσαν τα όρνια. Επειδή αυτό έκανε φοβερή εντύπωση στην κοπέλα, ο Μιχαήλ Ιατρός αποφάσισε να δωρίσει έκταση για νεκροταφείο, για να μη ξαναπαρουσιαστεί στο μέλλον η μακάβρια αυτή σκηνή. Στη δωρεά του, εκτός από την έκταση αυτή, περιλαμβανόταν η περιτοίχισή της και ο μικρός ναός των Ταξιαρχών. Η κατασκευή άρχισε το 1848 και οι εργασίες ολοκληρώθηκαν το 1852. Αργότερα, το 1856, μετέφερε στη σημερινή του θέση το νεκροταφείο των Χριστιανών από την περιοχή που είχαν διαθέσει γι’ αυτό οι Τούρκοι στην Πρόνοια, κοντά στον (τότε) μικρό ναό των Αγίων Πάντων.

Ο Μιχαήλ Ιατρός παντρεύτηκε τη Μαγδαληνή (Χατζή) Νικολάου Σέκερη († Άργος 1871) και απέκτησε δύο γιούς, τους Αναστάσιο και Παναγιώτη, και τρεις κόρες, τις Μαρία ή Μαριγώ, Φλωρεντία και Ελένη. Ένα χρόνο πριν το θάνατό του, ο Ιατρός ασθένησε με συμπτώματα αιματουρίας και στις 14 Οκτωβρίου 1868, ενενήντα σχεδόν χρόνων, πέθανε στην Αθήνα  στο οικοδόμημα του μεταξουργείου, που είχε ιδρύσει με τον Κωνσταντίνο Δουρούτη, σύζυγο της κόρης του Ελένης, στην οδό Γιατράκου (το κτίριο σώζεται μέχρι σήμερα στη συνοικία Μεταξουργείου).

Αμέσως μετά το θάνατό του, του απονεμήθηκε ο Χρυσούς Σταυρός του Σωτήρος. Το σπίτι και το γραφείο του στο Ναύπλιο βρίσκονταν στο άκρο της σημερινής Λεωφόρου Αμαλίας, αλλά κάηκε στις αρχές του 20ού αιώνα. Στο Κιβέρι σώζεται το εξοχικό του σπίτι.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Κ. Κ. Σπηλιωτάκης, «Αρχείον Μιχαήλ Ιατρού 1802-1893», τετράδια εργασίας, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών, Αθήνα, 1983.

 

Read Full Post »

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ’ ενός Ναυπλιέως


 

Τα συμβάντα της Ναυπλιακής επαναστάσεως

Χρονικό μοναδικό και πολύτιμο

 

Το χρονικό της αιματηρής αυτής επανάστασης που συγκλόνισε την Ελλάδα για 67 ημέρες και δυναμίτισε το θρόνο του Όθωνα, το έγραψε και το εξέδωσε σε βιβλίο ένας συγγραφέας που κράτησε την ανωνυμία του. Το βιβλίο έχει 94 σελίδες και τιτλοφορείται «Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862». Στη θέση του ονόματος του συγγραφέα τίθεται η φράση: «Υφ’ ενός ΝΑΥΠΛΙΕΩΣ».

Το ανώνυμο αυτό βιβλίο, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, επανέκδωσε με τη μέθοδο της φωτογραφικής ανατύπωσης, ύστερα από 134 χρόνια η μη κερδοσκοπική εταιρεία «Απόπειρα». Στον πρόλογο του βιβλίου, ο φιλόλογος Γιώργος Αναστασόπουλος μας δίνει το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, και μας μιλά για το περιεχόμενο και τον ανώνυμο συγγραφέα.  Ας δούμε τι αναφέρει για τα δύο τελευταία.         

 

Το περιεχόμενο

 

Το βιβλίο του ανώνυμου Ναυπλιέως χωρίζεται σε δύο μέρη, αν και όχι τόσο ευδιάκριτα από τεχνικής πλευράς. Το πρώτο και εκτενέστερο (67 σελίδες) περιέχει την ιστορική αφήγηση, ενώ το δεύτερο (27 σελίδες) αποτελεί παράρτη­μα στο οποίο παραθέτει έγγραφα που εξεδόθησαν τις ημέρες της επαναστάσεως από την επαναστατική Επιτροπή, τον Αρχηγό, και το Δήμαρχο Ναυπλιέων. Περιλαμβάνει ακόμα ψηφίσματα συμπαράστασης των Δημοτικών Συμβουλίων αρκετών πόλεων, το έγγραφο της επιτροπής προς τους πρέσβεις Αγγλίας, Γαλ­λίας και Ρωσίας και πολλά άλλα, συνολικά 22 τον αριθμό.

 

«Τα Συμβάντα της Ναυπλιακής Επαναστάσεως / Της πρώτης Φεβρουαρίου 1862», Υφ' ενός Ναυπλιέως

 

Στις 9 πρώτες σελίδες του α’ μέρους εκθέτει το σκοπό της συγγραφής του, τα αίτια της επα­νάστασης, τους πρωτεργάτες της προετοιμασίας και τους λόγους της επίσπευσής της. Στις επόμενες 17 σελίδες περιγράφονται οι πρώτες ενέργειες των επαναστατών, η εκλογή αρχηγού και επαναστατικής επιτροπής, η ορκωμοσία, η διακήρυξη αρχών και σκοπών, η απόφαση να οχυρωθούν και να παραμείνουν στο Ναύπλιο περιμένοντας να ξεσπάσει η επανάσταση και σε άλλες πόλεις, και γενικά η διευθέτηση όλων των ζητημάτων που αφορούσαν τη ζωή της πόλης και την οργάνωση της άμυνας απέναντι στον κυβερνητικό στρατό, που έσπευσε αστραπιαία να πολιορκήσει το Ναύπλιο, υπό τη διοίκηση του υπασπιστή του Όθωνα Ελβετού στρατηγού Χαν.

Από τη σελίδα 27 έως τη σελίδα 66 έχουμε ένα συστηματικό χρονικό με τις μάχες ανάμεσα σε επαναστάτες και κυβερνητικό στρατό, που έγιναν αρχικά στη περιφέρεια του Ναυπλίου, Άρια, Προφήτη Ηλία, Μύλους Ταμπακόπουλου (σημερινές εργατικές κατοικίες), Κατσίγκρι, (Άγιος Ανδριανός), Τολό, Χαϊδάρι (Δρέ­πανο), και στη συνέχεια το σταδιακό σφίξιμο του Ναυπλίου με την πτώση των παραπάνω θέσεων και την πυρπόληση της Πρόνοιας.

Καταγράφονται οι απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό, η δύναμη των εμπολέμων και εξαίρεται ο ηρωισμός στο πεδίο της μάχης. Διατρέχει γρήγορα τις μέρες που δεν έχουν σπουδαία γεγονότα και κάνει λεπτομερή πε­ριγραφή των αξιόλογων μαχών και των πολε­μικών κατορθωμάτων. Αναφέρεται διεξοδικά στο διχασμό των επα­ναστατών μετά τον αποκλεισμό τους μέσα στα τείχη αλλά και στον ενθουσιασμό μετά τη συμφιλίωση των πολιτών.

Περιγράφει συγκινητικά και με αξιοπαρατήρη­τες κρίσεις τις τελευταίες μέρες, όταν εκκενώνεται η πόλη από τις οικογένειες και η Επιτροπή αποφασίζει την παράδοση της πό­λης, παρόλο που η αμνηστία που έδωσε ο Όθωνας δεν ήταν Γενική, όπως ήταν ο όρος των διαπραγματεύσεων. Ιδιαίτερα συγκινητική εί­ναι η περιγραφή των σκηνών που εκτυλίχθηκαν στην πόλη τις τελευταίες δύο μέρες πριν την παράδοση. Η γνώση της ανθρώπινης ψυχολο­γίας του επιτρέπει να ζωγραφίζει στην εντέλεια τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών και τη στάση του πλήθους. Ο επίλογος είναι από τις ωραιότερες σελίδες του έργου. Περιέχει μια έξοχη επανεκτίμηση – επιβεβαίωση των αιτιών της επανάστασης και έναν κλαυθμό για τους γενναίους που χάθηκαν στα πεδία της τιμής. Και, όπως συχνά συμβαί­νει στο έθνος μας, στρέφει το νου και τις ελπίδες του στους εκτός Ελλάδος Έλληνες.

 

Ο συγγραφέας

 

Ο συγγραφέας υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων που αφηγείται. Πρόκειται μάλλον για αξιωματικό που πήρε μέρος στην επανάσταση, και μάλιστα από θέση που του επέτρεπε να έχει καλή πληροφόρηση. Ο Δημήτρης Φωτιάδης στο βιβλίο του «ΟΘΩΝΑΣ – Η ΕΞΩΣΗ» πιθανολογεί ότι «το ανώνυμο αυτό βιβλιαράκι, μοναδικό ντοκουμέντο της Ναυπλιακής Επανάστασης, ίσως γράφτηκε από τον ταγματάρχη της Στρατιωτικής Οικονομίας Σπυρ. Κυδωνάκη που ήταν τότε επιμελητής της φρουράς του Αναπλιού». Από όποιον, όμως, και να γράφτηκε αποτελεί μαρτυρία πολύτιμη για τα δραματικά γεγονότα εκείνης της περιόδου, που συγκλόνισαν το θρόνο του Όθωνα τόσο, ώστε λίγους μήνες αργότερα δεν χρειάστηκε παρά μια αναίμακτη εξέγερση για την οριστική εκθρόνισή του.

Γιατί όμως ανώνυμος; Η επιλογή της ανωνυμίας ενισχύει την άποψη ότι ήταν αξιωματικός (πως ήταν επαναστάτης το δηλώνει άμεσα και έμμεσα ο ίδιος). Πιθανόν συνεχίζει τη σταδιοδρομία του, αφού δόθηκε αμνηστία, και έχει λόγους να μην προκαλεί «το σύστημα». Ο σπουδαιότερος όμως λόγος είναι ότι θέλει να διατηρήσει τη νηφαλιότητά του. Είναι χαρακτήρας αμερόληπτος, παρόλο που βρέθηκε στη μια πλευρά, και θέλει ν’ αποδώσει τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Αν έγραφε επώνυμα ή θα δυσαρεστούσε τους πιο θερμόαιμους από τους συναγωνιστές και φίλους του, ή θα παρασυρόταν σε τόνους υπερβολικούς. Προτίμησε λοιπόν την ασφάλεια της ανωνυμίας που του επέτρεψε να εκθέσει τα γεγονότα και να αξιολογήσει πρόσωπα και καταστάσεις χωρίς ανεπιθύμητες παρενέργειες.

Όταν δεν αφηγείται, αλλά κρίνει, αιτιολογεί γίνεται περισσότερο φανερή η δύναμη της σκέψης του και η αντικειμενική του διάθεση. Δεν διστάζει, για παράδειγμα, ν’ αναγνωρίζει αρετές στον αρχηγό του αντίπαλου στρατοπέδου, Ελβετό στρατηγό Χαν, ή να επικρίνει ενέργειες του ηρωικού υπολοχαγού και φίλου του (κατά δήλωση του) Δ. Γρίβα, που υπήρξε η ψυχή της επανάστασης. Μια κάποια εντύπωση προκαλεί η συντομότατη αναφορά του στην Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου, πρωτεργάτιδα στην προετοιμασία της επανάστασης. Φαίνεται πως ενοχλείται από τη συμμετοχή γυναικών στα πολιτικά ζητήματα και δεν το κρύβει. «Εν γένει δε το γυναικείον φύλον παρατηρείται έχον μεγίστην τάσιν να εξέλθει του προορισμού του και να λάβη θέσιν επίφοβον εις τα περί ελευθερίας ζητήματα», γράφει στη σελίδα 51.

Η αναφορά του στους πολίτες είναι πολύ περιορισμένη και γίνεται κυρίως για να αναφέρει τη συμμετοχή τους στην επανάσταση. Δεν ασχολείται με τις άλλες όψεις της ζωής στην πόλη, αυτές τις 67 μέρες. Ακόμα και για την εφημερίδα της επανάστασης, το «Συνταγματικό  Έλληνα», κάνει μόνο μια σύντομη μνεία. Το ύφος του συγγραφέα είναι μάλλον λιτό και λυρικό, μολονότι η χρήση της καθαρεύουσας δίνει την εντύπωση μιας μεγαλοπρέπειας. Διακρίνεται για τη σαφήνειά του, την παραστατικότητα της έκφρασής του και τη γλωσσική του επάρκεια. Ξέρει να αφηγείται, ξέρει να στοχάζεται, ξέρει να αξιολογεί.

Το βιβλίο διατίθεται από τα βιβλιοπωλεία του Ναυπλίου, καθώς και από την έκθεση βιβλίου, η οποία θα λειτουργήσει στο χώρο του «Βουλευτικού» στα πλαίσια των εκδηλώσεων για τη Ναυπλιακή Επανάσταση.   

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Ο Καποδίστριας και το Σερβικό ζήτημα


 

Το Φεβρουάριο του 1804 στη σερβική ορεινή περιοχή της Σουμάντιγια (Sumadija) ξέσπασε το πρώτο εθνικοαπελευθερωτικό της Χερσονήσου του Αίμου, το κίνημα των Σέρβων υπό τον Γεώργιο Πέτροβιτς, που μας είναι περισσότερο γνωστός σαν Καραγιώργης. Το κίνημα αυτό, παρόλο τον ηρωισμό των Σέρβων, θα καταπνιγεί στο αίμα του. Οι διεθνείς συνθήκες, που επικρατούσαν τότε στην Ευρώπη, και κυρίως η ρωσοτουρκική συνθήκη του Βουκουρεστίου που υπογράφτηκε στα 1812, συνετέλεσαν στο να σβήσει και η τελευταία εστία αντίστασης των Σέρβων επαναστατών στα 1813 [1]. Μετά όμως από δύο χρόνια οι Σέρβοι θα ξαναπάρουν τα όπλα, τη φορά αυτή υπό τον Μίλος Ομπρένοβιτς [2] (Milos Obrenovic), ο οποίος, ακολουθώντας διπλωματικές με­θόδους, κατόρθωσε να επιτύχει την πολυπόθητη αυτονομία για τη χώ­ρα του το έτος 1830.

 

Γεώργιος Πέτροβιτς (Καραγεώργης). Ο αρχηγός των Σέρβων κατά την επανάσταση του 1804-1813 που τελικά κατεστάλη από τον Χουρσήτ πασά.

 

Τα επαναστατικά κινήματα των Σέρβων συγκίνησαν τις ψυχές και των άλλων λαών της Χερσονήσου του Αίμου. Έτσι, ανάμεσα στους άλλους, πολλοί Έλληνες έμποροι της Διασποράς, Έλληνες ιεράρχες στις διάφορες βαλκανικές μητροπόλεις, Έλληνες πολιτικοί και διπλωμάτες, όπως ο Κωνσταντίνος Υψηλάντης, ηγεμόνας της Βλαχίας, ο Ιωάννης Καρατζάς, ηγεμόνας του ίδιου ρουμανικού πριγκιπάτου, ο Κωνσταντίνος Ροδοφοινίκιν, έξοχος Έλληνας διπλωμάτης στη ρωσι­κή υπηρεσία, και ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάν­νης Καποδίστριας, έσπευσαν να βοηθήσουν τους ομόδοξους Σέρβους στον εθνικοαπελευθερωτικό τους αγώνα [ 3].

Τις σχέσεις του Καποδίστρια με τους Σέρβους μπορούμε να τις διαι­ρέσουμε σχηματικά σε δύο μεγάλες περιόδους. Η πρώτη αρχίζει το 1812 και τελειώνει το 1815, η δεύτερη δε περίοδος καταλαμβάνει το χρονικό διάστημα από το 1816 ως το 1821, οπότε είναι πια υπουργός των Εξωτερικών του τσάρου.

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ήλθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους Σέρβους επαναστάτες κατά τη διαμονή του στο Βουκουρέστι το έτος 1812. Έχοντας αναλάβει τότε τη διεύθυνση του διπλωματικού γραφεί­ου του Ρώσου αρχιστράτηγου Παύλου Βασιλίεβιτς Τσιτσαγκόφ, ο Καποδίστριας είχε την ευκαιρία να επιδείξει τα εξαιρετικά του προσό­ντα, χάρη στα οποία θα διαπρέψει αργότερα στη ρωσική διπλωματική υπηρεσία. Όταν ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας έφθα­σε στην πρωτεύουσα της Βλαχίας, η ειρήνη με τους Τούρκους είχε ήδη υπογραφεί βεβιασμένα, γιατί ο τσάρος, μπροστά στον επαπειλούμενο νέο κατά της Γαλλίας πόλεμο, ήθελε να είναι σε θέση να ανακαλέσει, το ταχύτερο δυνατόν, τον στρατό του που βρισκόταν στη Χερσόνησο του Αίμου [4].

Όπως έγραφε αργότερα ο Ιωάννης Καποδίστριας στην αυτοβιογραφία του, «Η διπλωματία δεν είχε πλέον να πράξη τι το σοβαρόν εκείθεν του Δουνάβεως. Η συνθήκη του Βουκουρεστίου, καίπερ ανεφάρμοστος, ώφειλε να επικυρωθή, όπερ και εγέντο. Η Δικαι­οσύνη, η Θρησκεία και η Φιλανθρωπία απήτουν εν τούτοις παρηγορίαν τινά δια τους λαούς ους η Ρωσία δια τετάρτην φοράν ηναγκάζετο να εγκατάλειψη εις την εκδίκησιν των Τούρκων… Αι παρηγορίαι αύ­ται εδόθησαν. Οι Σέρβοι έλαβον μεγάλας βοηθείας εις χρήματα, εις όπλα και εις πολεμοφόδια»[5].

Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Βιέννης, παρά τα μεγάλα ευ­ρωπαϊκά προβλήματα που συζητούσαν στην αυστριακή πρωτεύουσα, ο Καποδίστριας δεν λησμόνησε τους Σέρβους. Ήδη πριν από την έναρξη του Συνεδρίου, ο μετέπειτα πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, σε ακρόαση που είχε στη Βιέννη πλησίον του τσάρου, τόνισε τη θλιβε­ρή κατάσταση, στην οποία η συνθήκη του Βουκουρεστίου είχε οδηγή­σει τα μεγάλα συμφέροντα της Ρωσίας και των ομόδοξων προς αυτή λαών στην Ανατολή[6].

Τρανή απόδειξη του ενδιαφέροντος, το οποίο επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για τη Σερβική υπόθεση κατά τη διάρκεια του Συνεδρί­ου της Βιέννης, παρέχουν τα απομνημονεύματά του πρωθιερέα Ματ­θαίου Νενάντοβιτς [7] (Matisa Nenadovic). Συγκεκριμένα, μετά την ολο­σχερή κατάπνιξη της Α΄ Σερβικής Επανάστασης (1813), οι Σέρβοι  φυ­γάδες, που είχαν εναπομείνει στην Αυστρία μετά την αναχώρηση του Καραγιώργη για τη Ρωσία, απέστειλαν στην αυστριακή πρωτεύουσα το Νενάντοβιτς με τον σκοπό να προσπαθήσει να επισύρει την προσοχή των εκεί συγκεντρωμένων ισχυρών της γης για τη δεινή κατάστα­ση που βρίσκονταν τότε οι συμπατριώτες του. Στα σπουδαία απομνημονεύματά του αφηγείται κατά τρόπο συγκινητικό τις πολύτιμες υπη­ρεσίες, τις οποίες ο Καποδίστριας πρόσφερε στους δεινοπαθούντες Σέρβους.

 

Ιωάννης Καποδίστριας

 

Η επιστροφή του Ιωάννη Καποδίστρια στη Ρωσία και ο ταυτόχρονος διορισμός του στο υψηλό αξίωμα του υπουργού των Εξωτερικών εγκαινιάζουν μια νέα φάση στις σχέσεις του Έλληνα διπλωμάτη με τους Σέρβους που είχαν αρπάξει για δεύτερη φορά τα όπλα εναντίον του οθωμανικού ζυγού. Συγκεκριμένα, στις αρχές του έτους 1816 ο Καποδίστριας επιφορτίστηκε να συντάξει τις οδηγίες για τον Γρηγόριο Αλεξάντροβιτς Στρόγκανοφ, ο οποίος, ως νέος πρέσβης της Ρω­σίας, θα μετέβαινε στην Κωνσταντινούπολη. Με την ευκαιρία αυτή ο Έλληνας διπλωμάτης επιχείρησε να πείσει τον τσάρο, ώστε, επιδεικνύοντας απέναντι στην Τουρκία σθεναρή στάση, να απαιτήσει τη λύση των ζητημάτων που εκκρεμούσαν μεταξύ των δύο κρατών από το έτος 1812. Και για να γίνουμε πιο σαφείς:

Όταν έγινε δεκτός από τον Αλέ­ξανδρο Α΄, ο Ιωάννης Καποδίστριας απέδειξε στον τσάρο ότι το γράμμα – και όχι βέβαια το πνεύμα- της συνθήκης του Βουκουρεστίου άφηνε στην Αυτοκρατορία των Οθωμανών πλήρη ελευθερία δράσις απέναντι στους Μολδοβλάχους και στους δυστυχείς Σέρβους· ταυτό­χρονα δε πήρε το θάρρος να προτείνει στον Ρώσο αυτοκράτορα να δοθεί στην αποστολή του βαρόνου Στρόγκανοφ εντελώς διαφορετι­κός χαρακτήρας. Αλλά ας αφήσουμε να εκθέσει ο ίδιος ο Καποδί­στριας τους λόγους που απηύθυνε τότε προς τον Ρώσο τσάρο:

 

«Αντί να αποσταλεί ούτος (δηλαδή ο Στρόγκανοφ), Μεγαλειότατε, όπως διαπραγματευθεί την εκτέλεσιν ανεφαρμόστου συνθήκης, ας λάβωμεν ως αφετηρίαν την διακοίνωσιν ην ο αρχιστράτηγος του στρα­τού του Δουνάβεως (δηλαδή ο Τσιτσαγκόφ) επέδωσεν εις τον Μέγαν Βεζύρην κατά την ανταλλαγήν των επικυρώσεων της συνθήκης ταύ­της. Η διακοίνωσις αύτη εδήλου εις την Πύλην, ότι εάν δεν ενεργήσει από κοινού μετά της Ρωσίας κατά του Ναπολέοντος, η συνθήκη θα εί­ναι άκυρος… Επομένως, η Ρωσία δικαιούται να προτείνει εις τους Τούρκους νέαν συνθήκην ειρήνης, συνοδεύουσα δε την πρότασίν της διά στρατιωτικής κινήσεως εις τα σύνορα και εν των Ευξείνω, δύναται να είναι βεβαία ότι οι Τούρκοι θα παραδεχθούν ταύτην. Ούτω θα δυνηθή τέλος η Ρωσία να απαλλάξει δια παντός τους Μολδαβούς, τους Βλάχους και τους Σέρβους από της αυθαιρέτου και καταθλιπτικής διοικήσεως ήτις τους καταπιέζει. Η Μολδαβία, η Βλαχία και η Σερβία δεν δύνανται άραγε να σχηματίσουσιν τρεις ομόσπονδους ηγεμονίας, κυβερνώμενος υπό ηγεμόνων εκ τριών διαφόρων δυναστειών, οίτινες δύνανται να εκλεγούν εκ των ηγεμονικών οίκων της Γερμανίας, ίνα ούτω συμβιβασθούν πάντα τα συμφέροντα και ορθή πάσα αφορμή ζη­λοτυπίας; Δια να μη στερηθή δε η Πύλη των δικαιωμάτων αυτής, δύνα­ται να απονεμηθή εις αυτήν, ως κυρίαρχου Δυνάμεως το δικαίωμα του προμηθεύεσθαι δια την Κωνσταντινούπολιν ζωοτροφίας των τριών τούτων ηγεμονιών επί μετρία τιμή…»[8]

 

Αλλά και με άλλα επιχειρήματα προσπάθησε ο Ιωάννης Καποδί­στριας να πείσει τον τσάρο Αλέξανδρο Α’ να προβεί σε αναθεώρηση της συνθήκης του Βουκουρεστίου και να βοηθήσει τους Σέρβους κα τους άλλους ομόδοξους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Έλλη­νας διπλωμάτης, τονίζοντας τα μεγάλα οφέλη που θα μπορούσε να φέ­ρει ένας τέτοιος συνδυασμός, έλεγε στον Ρώσο αυτοκράτορα τα εξής:

 

«Η ευφορία των χωρών τούτων, οι περιεχόμενοι εν αυταίς θησαυροί, οι εκμεταλλευθησόμενοι δια των τεχνών, της βιομηχανίας, του εμπο­ρίου και του ελευθέρου επί του Δουνάβεως πλου, θα προσφέρουν εις την Ρωσίαν, ως και εις την Αυστρίαν, την Γερμανίαν και τα άλλα πολι­τισμένα έθνη, μεγίστας ωφελείας. Οι Χριστιανοί της Ανατολής, εγκαθιστάμενοι εις τα νέα ταύτα κράτη, θα ωφελήσουν αυτά και θα καρ­πωθούν αμοιβαίαν ωφέλειαν, και εκείνοι δε, οίτινες θα μείνουν εισέτι υπό το συντετριμμένον σκήπτρον της Οθωμανικής κυβερνήσεως, θα υπομένουν τότε το παρόν επί τη ελπίδι μέλλοντος εξησφαλισμένου. Με την ελπίδα ταύτην ζουν ήδη από αιώνων οι χριστιανοί, βλέποντες δε αυτήν πραγματοποιουμένην τέλος δια τους αδελφούς αυτών Δάκας και Σέρβους, προς τι θα ζητήσουν ταύτην αλλαχού που και ουχί εν τη δικαιοσύνη και ελευθεριότητι της Ρωσίας; Αλλά τούτο θα είχε και αλ­λάς έτι συνεπείας. Παρέχουσα ενώπιον του κόσμου τοιούτον παρά­δειγμα μετριοπάθειας, δεν θα αφόπλιση αράγε η Ρωσία την ζηλοτυπίαν όλων των άλλων κυβερνήσεων;»[9]

 

Όλες όμως οι προτάσεις του Καποδίστρια, μολονότι περιείχαν ισχυρά επιχειρήματα, δεν έγιναν δεκτές από τον Ρώσο αυτοκράτορα Αλέξανδρο Α’, γιατί, όπως ισχυρίστηκε, δεν είχε καμιά διάθεση, επί του παρόντος τουλάχιστον, να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Οθω­μανικής Αυτοκρατορίας. Και ιδού πως ακριβώς έχει η απάντηση που έδωσε ο Ρώσος τσάρος προς τον έλληνα διπλωμάτη: «Αι σκέψεις αύ­ται είναι πολύ λογικοί, αλλά δια να εκτέλεση τις τι πρέπει να προσφυ­γή εις το τηλεβόλον, τούθ’ όπερ δεν επιθυμή. Αρκετούς πολέμους έσχομεν επί του Δουνάβεως οι δε τοιούτοι πόλεμοι επιδρούν κακώς επί του ηθικού των στρατευμάτων. Του τελευταίου τούτου σεις ο ίδιος υπήρξατε μάρτυς. Αφ’ ετέρου η ειρήνη της Ευρώπης δεν έχει εισέτι στερεωθή, οι δε υποκινηταί των επαναστάσεων ουδέν θα επεθύμουν τόσον όσον να με ίδουν εις ρήξιν προς τους Τούρκους»[10].

Τα γεγονότα, που επακολούθησαν, απέδειξαν πόσο ορθά είχε προΐδει τα πράγματα ο Ιωάννης Καποδίστριας. Ο Στρόγκανοφ, φθά­νοντας στην Κωνσταντινούπολη, βρέθηκε μπροστά στην απροθυμία και έντονη άρνηση της Υψηλής Πύλης να συζητήσει για την επίλυση των ρωσοτουρκικών διαφορών. Γι’ αυτό και οι ενέργειες του υπέρ των Σέρβων, που διήρκεσαν από τα 1816 ως τα 1821, δηλαδή, επί τέσσερα και πλέον έτη, δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.

Από τα 1821, έτος έναρξης της Ελληνικής Επανάστασης και διακοπής των ρωσοτουρκι­κών σχέσεων εξαιτίας της επανάστασης αυτής – η ρύθμιση του Σερβι­κού ζητήματος θα συνδεθεί με την τύχη των Ελλήνων επαναστατών και μόνο η εγκαινίαση σθεναράς πολιτικής από τον τσάρο Νικόλαο Α’, διάδοχο του Αλεξάνδρου Α, θα επιτρέψει στους Σέρβους τον δια­κανονισμό των ζητημάτων τους, που εκκρεμούσαν από δέκα πέντε και πλέον χρόνια, την οριστική ρύθμιση της τύχης τους».

 

Ιωάννης Α. Παπαδριανός

Καθηγητής Βαλκανικής Ιστορίας Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Υποσημειώσεις


[1] D. Djordjevic, Ιστορία της Σερβίας, 1800-1918, Θεσσαλονίκη 1970, σσ. 17 κ.ε.

[2] Mih. Gavriolovic, Mitos Obrenovií, τ. 1,Beograd 1908, σσ. 152 κ.ε.

[3] Για τη συμμετοχή των Ελλήνων κατά την Α’ και Β’ Σερβική Επανάσταση βλ. τις παρακάτω νεότερες μελέτες: Kliment Dzambazovski, «Grci u Pivom Srpskom Ustanku» (Οι Έλληνες κατά την Α Σερβική Επανάσταση», Λ Ελληνοσερβικό Συμπόσιο. Πρακτι­κά, Θεσσαλονίκη 1979, σσ. 185 κ.ε. Α. Αγγελόπουλος «Η συμβολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου εις τα πνευματικός σχέσεις Ελλήνων και Σέρβων κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνος», στα Πρακτικά του ίδιου Συμποσίου, σσ. 197 κ.ε.

[4] Μιχαήλ Θ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι κατά τους απελευθερωτικούς των αγώ­νας, 1804-1830, Αθήναι 1936, σσ. 44-45.

[5] Χρησιμοποιούμε εδώ, όπως και σε άλλα σημεία της μελέτης μας, το κείμενο της ωραίας μετάφρασης της Αυτοβιογραφίας του Καποδίστρια που εκπόνησε ο αείμνηστος καθηγητής μου Μιχαήλ Λάσκαρης (βλ. Ιωάννου Καποδίστρια, Αυτοβιογραφία, Εισαγωγή, μετάφραση και σχόλια Μιχαήλ Λάσκαρη, έκδ. β’, Αθήναι 1968,σ.. 31-32).

[6] Βλ. Λάσκαρης, Έλληνες και Σέρβοι, σα. 47-48, σημ. 1, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

[7] Matija Nenadovic, Memoari (Απομνημονεύματα), Beograd. 1867, σα 225,375.

[8] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 76-77

[9] Καποδίστριας, ό.π., σσ. 77-78.

[10] Καποδίστριας, Αυτοβιογραφία, σσ. 79.

Πηγή


  • Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, «Ιωάννης Καποδίστριας / 170 χρόνια μετά 1827-1997», Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αργολίδας, Ναύπλιο, 1998.

Read Full Post »

Διάλεξη στο Harvard: «Το αρχαίο δράμα: ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση»


 

Την Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη η κυρία Ελένη Παπάζογλου, Επίκουρη Καθηγήτρια του Τμήματος Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών  του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2012”του Κέντρου Ελληνικών Σπουδών, θα είναι: «Το αρχαίο δράμα: ανάμεσα στο κείμενο και την παράσταση».

Η σειρά εκδηλώσεων «Events Series 2012» πραγματοποιείται σε συνεργασία με τους Δήμους Ναυπλιέων, Άργους-Μυκηνών και Ερμιονίδας.

 

Ελένη Παπάζογλου, επίκουρη καθηγήτρια του Αρχαίου Δράματος



Σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Iωαννίνων (1988) και στο Πανεπιστήμιο του Mπρίστολ στην Aγγλία (διδακτορικό δίπλωμα, 1994, θέμα: The Drama of Storytelling: A Study of the Tragic Chorus). Στο Τμήμα Θεάτρου του A.Π.Θ., διδάσκει θεωρητικά μαθήματα σχετικά με το αρχαίο δράμα από το 1995. Έχει διδάξει επίσης στη δραματική σχολή του KΘBE (2001-2004). Tα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζονται στα ζητήματα της φύσης και λειτουργίας του δραματικού προσώπου στην τραγική δραματουργία και την πρόσληψη του αρχαίου δράματος στην Ευρώπη και την Ελλάδα.

Ενδεικτικές δημοσιεύσεις: 

  • «Αρχαίο ελληνικό δράμα», Θέατρο – Κινηματογράφος – Μουσική-Χορός, Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τ. 28, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1999, σ. 33-40.
  • «H θέα των προσώπων», στο: Θυμέλη. Μελέτες χαρισμένες στον καθηγητή Ν. Χ. Χουρμουζιάδη, επιμ. Δ. Ιακώβ & Ελ. Παπάζογλου, ΠΕΚ, Ηράκλειο 2004, σ. 217-249.
  • «Mήδεια: η περιπέτεια του προσώπου», στο: Η τραγωδία τότε και τώρα: Πρακτικά διεθνούς συνεδρίου για την τραγωδία και τον Αριστοτέλη, επιμ. A. Γιαννακούλας & M. Xρυσανθόπουλος, Εκδόσεις Kαστανιώτη, Αθήνα 2006, σ. 130-165.
  • «Ψάχνοντας το πένθος που ταιριάζει στην Ηλέκτρα», Αρχαιολογία & Τέχνες, 118 (2010), σ. 46-52.
  • «Η διδασκαλία της τραγωδίας στη μέση εκπαίδευση: μερικά ηθικά διδάγματα», Φιλόλογος, τχ. 143 (2011), σ. 134-150.

Στο θέατρο έχει συνεργαστεί ως σύμβουλος δραματουργίας σε παραστάσεις αρχαίου δράματος και χοροθεάτρου. Έχει μεταφράσει, μαζί με τον Κ. Βαλάκα, τις Tραχίνιες του Σοφοκλή (KΘBE, Φεστιβάλ Επιδαύρου 2004).

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »