Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα


 

Το θέμα της καταργήσεως ή διατηρήσεως της θανατικής ποινής δεν παύει να προκαλεί, κατά καιρούς, συζητήσεις στη χώρα μας, αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο αθηναϊκός τύπος «κάλυψε», φέτος, την σχετική ανταλλαγή απόψεων στο Συμβούλιο της Ευρώπης, που κατέληξε στη διατύπωση γνώμης υπέρ της αναβολής κάθε θανατικής εκτελέσεως στα κράτη – μέλη· εκτενής συζήτηση για το θέμα θα γίνει σύντομα. [ Σημ. Βιβλ. Η παρούσα ανακοίνωση του Βασίλη Δωροβίνη έγινε το 1981].

Πριν μερικούς μήνες, επίσης, πρόταση νόμου για την κατάργησή της δεν κατάφερε να περάσει από την μικτή κοινοβουλευτική επιτροπή Δικαιοσύνης, πέντε ολόκληρους μήνες αφότου είχε κατατεθεί. Στην πράξη, βρισκόμαστε μπροστά σε μία παράδοξη κατάσταση, που συνίσταται στην αποφυγή επιβολής ή εφαρμογής της ποινής αυτής επί μία, περίπου, δεκαετία, ενώ στο νομοθετικό επίπεδο εκδηλώνεται, για την ώρα, σαν επικρατέστερη η τάση για διατήρησή της.

Οι ληστές της σφαγής στο Δήλεσι μετά τη σύλληψή τους, χαλκογραφία βρετανικού περιοδικού.

Η κατάσταση αυτή, τόσο από την πλευρά της προληπτικής ποινικής πολιτικής, όσο και από καθαρά κοινωνιολογική άποψη, δεν νομίζουμε ότι ανταποκρίνεται, πλέον, στην παραμικρή συνειδητή άσκηση μιας οποιασδήποτε «τακτικής», αλλά σε μιαν αντίφαση και σε ένα χάσμα ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα και στη συγκεκριμένη στάση των ελληνικών δικαστηρίων, από το ένα μέρος, και την έλλειψη θάρρους και ρεαλισμού των αρμοδίων νομοθετικών οργάνων. Το άρθρο αυτό γράφτηκε με στόχο να συμβάλει, όσο μπορεί, στην άρση της παραπάνω αντιφάσεως, δείχνοντας ότι, από τα πρώτα «βήματά της» στη χώρα μας, μετά την Επανάσταση του ΄21, η ποινή του θανάτου, και όταν ακόμα προκάλεσε, κάποτε, θεαματική προσέλευση του «κοινού» (στις περιπτώσεις που εφαρμόστηκε «παραδειγματικά», λ.χ. η τιμωρία των ληστών του Δήλεσι και η υστερία που δημιούργησε), είναι πολύ αμφίβολο, πλέον, το ότι συνάντησε την αποδοχή του ελληνικού λαού και των φωτισμένων εκπροσώπων του.

Δεν κάνουμε λόγο για κανενός είδους «φρονηματισμό»: τέτοια, κάπως απλοϊκή αντίληψη, δικαιολογεί το, ίσως, πριν από την επανάσταση της ψυχολογίας του βάθους (ψυχανάλυσης) και του γόνιμου προβληματισμού που προκάλεσε. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι, στις μέρες μας, η εφαρμογή της ποινής του θανάτου έφτασε να γίνεται με δύο μορφές: ή με ελάχιστους μάρτυρες, «δια το νομότυπον του πράγματος» (οπότε ανταποκρίνεται — επιμένουμε όχι σαν ΑΡΧΗ, αλλά σαν ΕΦΑΡΜΟΓΗ, και έχουμε το λόγο μας γι΄ αυτό — στην εντελώς αφηρημένη ιδέα της «Δικαιοσύνης», με κρατικό, πλέον, περίβλημα, και στο εντελώς αμφισβητήσιμο «δικαίωμα» του κράτους να εφαρμόζει το νόμο του ΤALIO) ή σε θέα του κοινού και του «λαού», οπότε, σύμφωνα με τις γνώσεις και την συνειδητότητα που έχουμε σήμερα, προκαλεί και διεγείρει αλγολαγνικές τάσεις σε αυτόν (με κανένα αισθητό, στατιστικά, «φρονιματιστικό» αποτέλεσμα).

Το πρώτο είδος εφαρμογής είναι εκείνο των λεγομένων «ανεπτυγμένων» χωρών, ενώ το δεύτερο είδος συναντάται στις χώρες του λεγομένου «Τρίτου Κόσμου», με πρόσφατα και «θεαματικά» παραδείγματα εκείνα της Λιβερίας και της Σαουδικής Αραβίας. Τούτο δεν σημαίνει ότι, στην πρώτη περίπτωση, δεν εμφανίζονται τα φαινόμενα της δεύτερης (για την εκτέλεση του Γκάρυ Γλίλμορ – 1976 -,  στην Πολιτεία Γιούτα των Η.Π.Α., πλήθος υποψηφίων εκτελεστών διαγκωνίζονταν για να επιλεγούν στο εκτελεστικό απόσπασμα, όχι, βέβαια, «κατακαιόμενοι» από τις επιταγές κάποιας «ιδέας δικαιοσύνης»), ούτε και ότι, στη δεύτερη περίπτωση, δεν εμφανίζεται, μόνιμα και επίμονα, η αντίληψη της ίδιας, αφηρημένης κρατικής Δικαιοσύνης, και των «δικαιωμάτων» της (αδιάφορο αν «επαναστατικώ» η μη «δικαίω»).

Θα θέλαμε να συμπληρώσουμε αυτή την εισαγωγική σημείωση με την διευκρίνιση ότι ευνόητο είναι πως το άρθρο τούτο γράφεται από πρόσωπο που έχει πεισθεί για την αναγκαιότητα να καταργηθεί, στις μέρες μας, η ποινή του θανάτου στην Ελλάδα. Αν φθάσαμε σε αυτήν την ενδόμυχη πεποίθηση, δεν είναι από αφηρημένη θεωρητική τοποθέτηση ούτε (μόνο) από γενική ηθική αποτίμηση. Είναι, και από έρευνες, ιστορικές και κοινωνιολογικές, που δείχνουν ξεκάθαρα, πλέον, ότι στη χώρα μας, τουλάχιστο, η ποινή του θανάτου βασικά δεν έγινε δεκτή από το λαό, σε περιόδους σχετικής πολιτικής ισορροπίας και νηφαλιότητας, εννοείται, και δεν έδρασε «φρονιματιστικά» η «παραδειγματικά».

Αν κάποιο «παράδειγμα» δόθηκε, αυτό ήταν ενός κρατικού μηχανισμού που έφθανε στο ίδιο επίπεδο (η και χειρότερο) με όσους είχαν προσβάλει βάναυσα ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια ή το κοινωνικό σύνολο.

Το υλικό το οποίο επιλέξαμε για το άρθρο αυτό προέρχεται από τέσσερεις πηγές: για την καποδιστριακή περίοδο, από συστηματική αποδελτίωση της «Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος» (1828 – 1831), δηλαδή της τότε Εφημερίδας της Κυβερνήσεως και από εξίσου συστηματική αποδελτίωση των φακέλλων της Γενικής Γραμματείας της Επικρατείας (είδους γραφείου του Πρωθυπουργού, με τα σημερινά δεδομένα), της ίδιας περιόδου, που βρίσκονται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους.

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

Για την μετέπειτα περίοδο και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, το υλικό προέρχεται από πλήρη αποδελτίωση του τοπικού τύπου της Αργολίδας καθώς και από άρθρα που εντοπίσαμε για το θέμα σε «Ημερολόγια» της εποχής (ειδικότερα, στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου). Το ότι, για την δεύτερη περίοδο, στρέψαμε την προσοχή μας προς την Αργολίδα και, ειδικότερα, προς το Ναύπλιο, είναι, βέβαια, ζήτημα ερευνητικής επιλογής, παράλληλα όπως, ανταποκρίνεται και σε ένα δεδομένο: το Ναύπλιο αποτέλεσε, κατά την περίοδο αυτή, τον κύριο τόπο εκτελέσεων (γίνονταν στο Παλαμήδι, ενώ ο πύργος στη νησίδα Μπούρτζι χρησιμοποιόταν σαν κατοικία των δημίων). Η στάση, επομένως, της τοπικής κοινής γνώμης απέναντι στην εφαρμογή της θανατικής ποινής αποτελεί πολύτιμο κοινωνιολογικό «δείκτη» για την «υποδοχή» της στη χώρα μας.

 

Καποδιστριακή περίοδος

 

Μετά την έλευση του Καποδίστρια στην Ελλάδα (7 Ιανουαρίου 1828) και επί τρία, σχεδόν, χρόνια δεν φαίνεται να εκτελέσθηκε θανατική ποινή, τουλάχιστον σύμφωνα με τις πηγές που αναφέραμε. Είναι, μάλιστα, ενδιαφέρον να μνημονεύσουμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, από τις οποίες η μία αφορά ανθρωποκτονία «εκ παραδρομής και απροσεξίας» και η δεύτερη μετατροπή θανατικής ποινής, ώστε να καταδείξουμε ποιο ήταν το γενικότερο πνεύμα της σωφρονιστικής πολιτικής κατά τα τρία, αυτά, χρόνια.

Στην πρώτη περίπτωση, του κατηγορουμένου Γεωρ. Παρασκευά, που είχε σκοτώσει τον Δημ. Γεωργίου, η Στρατιωτική Επιτροπή που δίκαζε, τότε, παρόμοια αδικήματα σύμφωνα με την διαταγή αρ. 457 του Καποδίστρια, αποφαίνεται στις 28 Φεβρουαρίου 1828 ότι, σύμφωνα με την απολογία του κατηγορουμένου, με μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και «παρατηρήσασα και τα συνοδεύοντα το έγκλημα περιστατικά», ο φόνος διαπράχθηκε «ουχί εκ προμελέτης» και τιμωρεί τον φονέα ως εξής: «καταδικάζει τον διαληφθέντα ένοχον… εις την εφεξής ποινήν κατά τον Μθ’ παράγραφον του κώδηκος των νόμων. Εξ ολόκληρους μήνας από της σήμερον να ευρίσκεται υπό παιδείαν, τους μεν πρώτους τρεις εξ αυτών φέρων άλυσσον εις τους πόδας να δουλεύη παστρεύων τας ακαθαρσίας της πολιτείας Ναυπλίου, εις στηλίτευσιν της κακίας και παράδειγμα των ατακτούντων, τους λοιπούς τρεις μήνας να μένη εις την φυλακήν κατά συνέχειαν». Ταυτόχρονα, το δικαστήριο επιβάλει και αποζημίωση προς όφελος της χήρας και του ορφανού του Δημ. Γεωργίου  ([1]).

Παλαμήδι: Από το 1890-1913 λειτούργησε σαν αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων με γκιλοτίνα.

Στη δεύτερη περίπτωση, με την αρ. 13317 πράξη του της 5 Ιουλίου 1829, ο Κυβερνήτης μετατρέπει θανα­τική ποινή, που είχε επιβληθεί από το Πρωτόκλητο Δικαστήριο των Δυτικών Σποράδων στον πλοίαρχο Κων. Καρά και στους «συντρόφους» του (υποθέτουμε για πειρατεία), θεωρώντας ότι «τα εγκλήματα τούτων είναι της σκληρός ανάγκης και των εκ του πολέμου δεινών, μάλλον, ή της κακής διαθέσεως αυτών αποτε­λέσματα˙ Λαβόντες οίκτον δια τας απόρους και αθλίας οικογενείας αυτών, απειλουμένας παντελή όλεθρον και καταστροφήν, εκτελουμένης της αποφάσεως». Σύμφωνα με την πράξη του Κυβερνήτη, οι καταδικα­σμένοι «απολύονται της θανατικής ποινής, αλλά θέλουν κρατείσθαι μέχρι δευτέρας διαταγής υπό φύλαξιν εις το εν Μονεμβασία φρούριον»  ([2]).

Μόλις προς το τέλος του έτους 1830 επισημαίνουμε, στην «Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος», την πρώτη εκτέλεση  θανατικής  ποινής («κεφαλικής ποινής»). Συνολικά, τρεις φορές και μόνο τούς δύο τελευταίους μήνες του 1830 βρίσκουμε εκθέσεις εκτελέσεων ([3]), από τις οποίες η πρώτη γίνεται στη Σκόπελο, η δεύ­τερη στην Καλαμάτα και η τρίτη στα Σάλωνα.

Χαρακτηριστικό είναι ότι οι εκτελέσεις γίνονταν δημόσια, αφού ο μελλοθάνατος εγκλειόταν σε ναό της περιοχής μαζί με ιερέα, για συνεχή εξομολόγηση επί μία ημέρα, μετάνοια και συγχώρηση. Και στις τρεις περιπτώσεις εκτελεστές ήταν τρεις άνδρες της τοπικής φρουράς, που πυροβολούσαν εξ επαφής, ενώ ήταν παρούσες και οι τοπικές αρχές.

Τα αδικήματα, για τα οποία είχε επι­βληθεί η θανατική ποινή, θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν, σήμερα, σαν ειδεχθή: κλοπή και, κατόπιν, φόνος τριπλός, στην πρώτη περίπτωση, τριπλός φόνος και ληστεία σε πλοίο («φονοπειρατία»), στη δεύτερη περίπτωση, και εξαιρετικά δόλια ανθρωποκτονία και ληστεία, στην τρίτη περίπτωση (με επιβαρυντικό το ότι ο δολοφόνος πήρε μέρος σε συνωμοσία για από­δραση κρατουμένων, μετά τη σύλληψή του). Ο Κυβερνήτης είχε αρνηθεί, και στις τρεις περιπτώσεις, να χορηγήσει χάρη. Από τις σχετικές εκθέσεις, που δημοσιεύθηκαν αυτούσιες στην «Γενική Εφημερίδα», μπορούμε να συμπεράνουμε ότι η φύση του εγκλήματος και ο παραδειγματισμός ήταν τα αποφασιστικότερα κριτήρια για την τελική επιβολή της θανατικής ποινής.

Το περίεργο είναι ότι και οι τρεις εκτελέσεις γίνονται σε διάστημα 34 ήμερων (15, 28 Οκτωβρίου και 17 Νοεμβρίου 1830, αντίστοιχα). Τα εγκλήματα είχαν τελεσθεί στις 28 και 6 Μαρτίου 1830, και το 1826, αντίστοιχα. Δεν ξέρουμε αν οι τρεις εκτελέσεις ανταποκρίνονταν σε κάποιαν ιδιαίτερη σκοπιμότητα σωφρονιστικής πολιτικής της εποχής εκείνης. Η «Γενική Εφημερίς» δεν αναφέρει και καμία ιδιαίτερη κρίση, ούτε για την τυχόν αναγκαιότητα της ποινής, ούτε για τον τρόπο επιβολής της.

Από μια πρώτη αποδελτίωση του υπολοίπου τύπου της περιόδου αυτής δεν αποκομίζουμε άλλα στοιχεία για το θέμα. Μπορούμε, λοιπόν, να συμπεράνουμε ότι κατά την καποδιστριακή περίοδο η θανατική ποινή δεν εφαρμόστηκε συστηματικά (άλλωστε, μόλις ένα μήνα, σχεδόν, πριν από τη δολοφονία του, ο Κυβερνήτης μετέτρεψε σε «δεκαετή φυλακήν» άλλη θανατική καταδίκη ([4]) και, μάλιστα, να υποθέσουμε βάσιμα πως χρησιμοποιήθηκε μόνο σαν εντελώς εξαιρετικό μέτρο.

Παράλληλα, δεν διαθέτουμε βάσιμο και αντικειμενικό στοιχείο που να συνηγορεί για το ότι η ποινή αυτή και η εφαρμογή της βρήκαν συνεχή αποδοχή στον ελληνικό λαό: η εκτέλεση του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, ενός από τους δολοφόνους του Κυβερνήτη, και η ομόθυμη αποδοχή της από τον λαό, υπήρξε μία εξαιρετική περίπτωση, που δεν είναι δυνατό να μας οδηγήσει σε γενικά συμπεράσματα.

 

Η μετέπειτα περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα)

 

Με την έλευση του Όθωνα, εισάγεται σαν τρόπος εκτελέσεως η λαιμητόμος ([5]) και καθιερώνεται το «λει­τούργημα» του δημίου. Σύμφωνα με εμπεριστατωμένο άρθρο του Μιχ. Λαμπρυνίδη για το θέμα ([6]), «η λαιμητόμος, άμα ως απεβιβάσθη εις Ναύπλιον, κατήρξατο πάραυτα του απαισίου αυτής έργου (…)». Η πρώτη θανατική εκτέλεση έγινε (δημόσια), στο προάστειο Πρόνοια του Ναυπλίου, με δήμιο Γάλλο και βοηθούς του ένα Βούλγαρο και έναν Ιταλό, και αποκεφαλίστηκε ο ληστοπειρατής Μητρομαργαρίτης. Αμέσως μετά η λαιμητόμος στάλθηκε στο Μεσολόγγι, όπου αποκεφαλίστηκαν εννέα ληστές, αφού προηγουμένως αντιστάθηκαν κατά των δημίων και τους κακοποίησαν.

Το γεγονός αυτό προκάλεσε και την άμεση αποχώρηση του Γάλλου δημίου, ο οποίος αντικαταστάθηκε από Αλβανό, που ορκίστηκε να «εκπληρεί ακριβώς το εμπιστευθέν εις αυτόν χρέος». Η επίσημη αυτή όρκισή του προκάλεσε, όπως γράφει ο Λαμπρυνίδης, «την αγανάκτησιν των Ορθοδοξούντων». Ο νέος δήμιος προέβη στην πρώτη του εκτέλεση στο Άργος (καρατόμηση τριών ληστών), «υπό τα όμματα πλήθους λαού, μετά ζωηράς συγκινήσεως και φρίκης παρακολουθήσαντος το απαίσιον θέαμα μεθ΄ ο οι εκτελεσταί του Νόμου, αποδοκιμαζόμενοι και λιθοβολούμενοι ωδηγήθησαν υπό ασφαλή στρατιωτικήν συνοδείαν εις Ναύπλιον και ενεκλείσθησαν εις το επιθαλάσσιον φρούριον, ένθα καθωρίσθη έκτοτε ο τόπος της παραμονής αυτών, μη επιτρεπομένης της εξόδου αυτών ή κατά τας εκτελέσεις».

Ο αλβανός δήμιος και ο αλγερινός βοηθός του, μετά οκταετή «υπηρεσία», θέλησαν να εγκαταλείψουν, μετά από σχετική άδεια, την Ελλάδα, με το «προϊόν του αιμοχαρούς αυτών επαγγέλματος»: μόλις απομακρύνθηκαν από την πόλη δολοφονήθηκαν, χωρίς κανείς ν’ αγγίξει τα χρήματά τους που, με τα πτώματά τους, ρίχτηκαν στη θάλασσα.

 

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα, Γαλλία, 1793.

 

Ο Λαμπρυνίδης σημειώνει ότι «η έμφυτος αποστροφή του Έλληνος προς το απεχθές έργον του Δημίου περιήγαγεν επί αρκετόν χρόνον εις απεργίαν το νέον όργανον των θανατικών εκτελέσεων (…). Η τοιαύτη δυσχέρεια περί την στρατολογίαν των χειριστών της λαιμητόμου εξηνάγκασε την Κυβέρνησιν να προκαλέση την επιψήφισιν συμπληρωματικού Νόμου της 28ης Ιουνίου 1846, καθ’ ον «η θανατική ποινή εκτελείται δια της λαιμητόμου και δια τουφέκισμου ». Πλην και η πρόνοια αύτη της Πολιτείας προσέκοψε προ της ακάμπτου δυσφορίας των Ελλήνων στρατιωτών, αποστεργόντων να γένωνται όργανα εκτελέσεων κοινών καταδίκων όθεν εδέησε μετά πολλής δυσκολίας και δι’ υποσχέσεως προσθέτου αμοιβής κατά πάσαν αποκοπτομένην κεφαλήν καταδίκου να στρατολογώνται έκτοτε οι Δήμιοι μεταξύ των εξωλεστέρων δολοφόνων, των ορρωδούντων προ του ικριώματος». Και τελειώνει με την παρατήρηση ότι στα σαράντα, περίπου, πρώτα χρόνια της εφαρμογής της θανατικής ποινής με καρατόμηση, δεν βρέθηκε ούτε ένας από τους ληστές που εκτελέστηκαν να σώσει τη ζωή του, αποδεχόμενος το ρόλο του δημίου.

Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται και από μαρτυρίες ξένων που επισκέφθηκαν την Ελλάδα προς το τέλος του 19ου αι. αρχές του 20ου. Έτσι γ.π. ο Γκαστόν Ντεσάν ([7]) γράφει ότι «ποτέ δεν βρέθηκε στην Ελλάδα αξιοπρεπής άνθρωπος να γίνει δήμιος» και σημειώνει ότι ένας κατάδικος προτίμησε να εκτελεστεί παρά να γίνει δήμιος. Αλλά και στο μνημειώδες έργο των Μπώ – Μποβύ και Μπουασονά ([8]), αναφέρεται μία επίσκεψη που έγινε στο κατάλυμα του δημίου (Μπούρτζι) και δηλώνεται ότι ο δήμιος προκαλεί απέχθεια στους Έλληνες, ενώ σαν αριθμός εκτελέσεων κατ’ έτος στο Ναύπλιο (αποκλειστικός, τότε, τόπος εκτελέσεων) αναφέρεται εκείνος των εικοσιπέντε, κατά μέσον όρο, αποκεφαλισμών.

 

Παλαμήδι: Φωτογραφία από τις φυλακές, Φρεντ Μπουασονά, αρχές του 1900.

 

Ας προχωρήσουμε, όμως, στο ποια απήχηση είχε η εκτέλεση της θανατικής ποινής στον τοπικό τύπο της Αργολίδας, από το 1833 μέχρι το 1900. Τον Ιανουάριο του 1834 εκτελείται ένας κατάδικος για τριπλό φόνο, και η εφημερίδα «Σωτήρ» ([9]) εκθειάζει την γενναιότητά του, τόσο κατά τη δίκη όσο και κατά την εκτέλεσή του, χωρίς να αναφέρει το παραμικρό για τον τυχόν «παραδειγματισμό» του πλήθους (πράγμα που, κατά κανόνα, χαρακτηρίζει και τα επόμενα αποσπάσματα που θα αναφέρουμε). Η ίδια εφημερίδα αναφέρει αργότερα  ([10]) την πρώτη… απειλή απεργίας του δημίου στο Ναύπλιο, με αίτημα μισθολογική αύξηση που πέτυχε, τελικά, πράγμα που προκάλεσε περιφρονητικά σχόλια άλλης εφημερίδας (της «Αθηνάς») για τον υπουργό Κ. Σχινά.

Στον «Σωτήρα» των αρχών του 1835 ([11]) βρίσκουμε πρωτοσέλιδο άρθρο με τον τίτλο «Κατάργησις της ποινής του θανάτου» και με θέμα σχετική πρόταση βέλγου βουλευτή, που συνάντησε ευνοϊκή αντίδραση. Αναφερόμενος στη σχετική συζήτηση που έγινε στη βελγική Βουλή, αποκαλεί εχθρούς της προόδου τους οπαδούς της ποινής του θανάτου και καταλήγει: «ας ομολογήσωμεν ότι τοιαύτα επιχειρήματα είναι γελοιώδη, και όλως διόλου ανόητα. Και μ’ όλον τούτο τοιαύτα είναι τα κυριώτερα όπλα, τα όποια οι εχθροί των προόδων του ανθρωπίνου πνεύματος συνήθως μεταχειρίζονται δια να υποστηρίξουν τας τερατώδεις δοξασίας των, και να εμποδίσουν την ανάπτυξιν του πολιτισμού και όλων των φιλανθρώπων αρχών του αιώνος μας. Εις έλλειψιν του ορθού λόγου, προσφυέστερα δεν ημπορούν να εύρουν».

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με την επανάσταση κατά του Όθωνα, που άρχισε στο Ναύπλιο, ο «Συνταγματικός Έλλην» γράφει ότι «ο λαός, την εσπέραν της Δευτέρας έκαυσε την λαιμητόμον εν πομπή, δείξας το προς την θανατικήν ποινήν μίσος του. Έπραξε πράξιν αξίαν του ΙΘ’ αιώνος» ([12]). Είναι σαφής η επίδραση των ιδεών της Γαλλικής Επανάστασης, που ενέπνευσαν, άλλωστε, και τον κύκλο των δημοκρατικών της πόλεως, με επικεφαλής την Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Αργολίς» ([13]) δημοσιεύεται πεντάστηλο άρθρο του αργίτη δικηγόρου και ιστορικού Δημ. Βαρδουνιώτη, του άλλου σημαντικού ιστορικού του Νομού και σύγχρονου, σχεδόν, του Λαμπρυνίδη, με τον τίτλο «Περί της κηδείας των υφισταμένων την ποινήν του θανάτου».

Στο άρθρο καυτηριάζεται το ότι οι μελλοθάνατοι «μόλις φθάσωσι εις τον τόπον της καταδίκης κηδεύονται ζώντες και κατόπιν παραδίδονται εις τας χείρας του δημίου», καθώς και το ότι συνοδεύονται από ιερέα που συμμετέχει, έτσι, στη διαδικασία της εκτελέσεως, και σημειώνεται ότι « (…) ο ημέτερος Νομοθέτης, θεμένος ως βάσιν της ποινής την εκφόβησιν κατά την θεωρίαν του Φαϋερβάχ (…)’ η επιστήμη και η πείρα κατέδειξαν το επισφαλές της τοιαύτης θεωρίας, ήτις πολλάκις επιφέρει όλως άλλοια αποτελέσματα» (…). Αφού δεν δυνάμεθα να καταργήσωμεν την ποινήν του θανάτου, ας απλοποιήσωμεν τουλάχιστον αυτήν, συμφώνως προς τας ιδέας του χριστιανισμού, της φιλανθρωπίας και του σημερινού πολιτισμού».

Τον επόμενο χρόνο, στην ίδια εφημερίδα ([14]), διατυπώνεται το έξης σχόλιο (πρωτοσέλιδα) για την εκτέλεση τριών ληστών στο Μεσολόγγι: «Τα δυστυχή ταύτα όντα προσήχθησαν εις το σφαγείον με μεγίστην αυτών αταραξίαν και υπέστησαν τον αλγεινόν θάνατον ζητωκραυγάσαντα υπέρ του βασιλέως ημών και της δικαιοσύνης. Έως πότε η κοινωνία θα γίνηται θεατής τοιαύτης ανθρωποσφαγής;»

Αλλά και στην εφημερίδα «Ανεξαρτησία» του Ναυπλίου, δημοσιεύονται σχόλια το 1873 ([15]), στην αρχή σαφώς κατά της ποινής του θανάτου («οι ποινικολόγοι τι φρονούσι περί της εν Ελλάδι θανατικής ποινής; Αύτη συνέστειλε τα εγκλήματα ή τουναντίον επέτεινεν αυτά;»), έπειτα, όμως, μετά από μία μητροκτονία στα Κύθηρα, τάσσεται υπέρ της ποινής, ερχόμενη σε σύγκρουση με τον Βαρδουνιώτη που, στο φ. 194 της «Αργολίδος», ελεεινολογεί την ύπαρξή της «εις τον 19 αιώνα  υπερμεσούντα».

Η «Ανεξαρτησία» φαίνεται να εμμένει στην ίδια θέση όταν, το 1884([16]), παρατηρεί: «Αι θανατικοί εκτελέσεις εξακολουθούσιν, ή δε περιλάλητος λαιμητόμος μετά των θυμάτων και των δημίων περιέρχεται τα διάφορα μέρη. Πανταχόθεν αποκρούεται το μέτρον αυτό της Κυβερνήσεως η ποινή του θανάτου είναι αναγκαία, αλλ’ ανάγκη να εκτελήται αμέσως και σοβαρώς, άνευ βασάνων και αγριοτήτων». Είναι προφανές, και από προηγούμενα παρόμοια σχόλια της ίδιας εφημερίδας, ότι οι εκτελέσεις δεν γίνονταν «αμέσως» και «απλώς», από την αδεξιότητα, κυρίως, του δημίου, που ήταν, πλέον, έλληνας βαρυποινίτης, την εποχή εκείνη, ο Δ. Μπεκιάρης από το Άργος, ο οποίος μετά τη «θητεία» του διέπραξε και πάλι φόνο ([17]).

Θα τελειώσουμε με ένα γεγονός που, προς το τέλος του 19ου αι., το 1896, προκάλεσε αποτροπιασμό στην Αργολίδα, όπως φαίνεται από το άρθρο που θα μνημονεύσουμε, αλλά και όπως μαρτυρεί η προφορική παράδοση που ακόμα διασώζεται σε δύο, τουλάχιστον, αυτόπτες μάρτυρες που επιζούν στο Νομό. Τον Αύγουστο του 1896 εκτελούνται, δημόσια πάντα, στο Παλαμήδι δεκαπέντε κατάδικοι ληστές. Στην εφημερίδα «Δαναός» του Άργους και στο φύλλο της 8 Σεπτεμβρίου δημοσιεύεται πρωτοσέλιδο άρθρο, με τον τίτλο «Διδάγματα αποκεφαλισθέντων». Είναι το πρώτο (και τελευταίο) άρθρο στον τοπικό τύπο που μνημονεύει τον «διδακτικό» ρόλο της θανατικής ποινής, ενώ σημειώνεται ότι οι εκτελέσεις αυτές προκάλεσαν σχόλια του τύπου σε όλο τον κόσμο και δίνονται εκτενή αποσπάσματα δηλώσεων των «μετανοησάντων κακούργων».

Εκτέλεση θανατικής ποινής με γκιλοτίνα.

Στο ίδιο, όμως, φύλλο του «Δαναού» δημοσιεύεται και άρθρο του Βαρδουνιώτη, με τον τίτλο «Το Παλαμήδιον ως τόπος θανατικών εκτελέσεων», όπου το πνεύμα του γράφοντος είναι πολύ διαφορετικό, ενώ σημειώνεται πως οι εκτελέσεις προκάλεσαν εξέγερση των πνευμάτων στο Ναύπλιο, όπου οι κάτοικοι, με αναφορά τους, ζήτησαν «ν’ απαλλαγώσι τοιούτου άχθους και άγους» και προτείνουν να μεταφερθεί αλλού ο τόπος εκτελέσεων. Ο Βαρδουνιώτης συντάσσεται με την πρόταση αυτή και σημειώνει συγκεκριμένα ότι «είνε δε εσχάτη ασέβεια και άρνησις των ιερών και οσίων του Εθνικού εκείνου αγώνος η μεταβολή του Παλαμηδίου εις σφαγείοντων αποκεκηρυγμένων υπό της κοινωνίας κακούργων».

Στον ίδιο «Δαναό», την 25 Ιουλίου 1903, σε σχόλιο με αφορμή τις καρατομήσεις που συνεχίζονταν στο Παλαμήδι, σημειώνεται, πια, ότι «δυστυχώς ουδεμία παρατηρείται ελάττωσις της εγκληματικότητος ούτε με τας καρατομήσεις, ούτε με τας πολυχρονίους φυλακίσεις»: η ιδέα του ανώφελου και αντίθετου προς την πρόοδο θεσμού επεκτείνεται, πλέον, πολύ μακρύτερα και θίγει ένα άλλο θέμα που, στις μέρες μας, γίνεται και πάλι επίκαιρο στην Ελλάδα, τόσο για την συλλογιστική των ποινικολόγων όσο και για την κοινή γνώμη.

Με το υλικό που παρουσιάσαμε και σχολιάσαμε νομίζουμε ότι γίνεται καταφανές ότι η ποινή του θανάτου, κατά την περίοδο της καποδιστριακής διοικήσεως σπάνια εφαρμόστηκε, ασφαλώς από δυσπιστία των διοικούντων για την δήθεν αποτελεσματικότητά της, ενώ στη μετέπειτα περίοδο και μέχρι την αρχή του 20ου αιώνα δεν βρήκε ποτέ την αποδοχή της κοινής γνώμης του κυρίου τόπου εκτελέσεων και προκαλούσε συνεχώς πολύ σκεπτικισμό ως προς την αποτελεσματικότητά της. Άλλες μελέτες, προς ανάλογη κατεύθυνση, ασφαλώς θα μπορούσαν να μας δώσουν μια σφαιρικότερη εικόνα της κοινωνικής αντιδράσεως των Ελλήνων απέναντι στην ποινή του θανάτου. Η «δειγματοληψία», όμως, που παραθέσαμε δείχνει, νομίζουμε, επαρκώς ότι, από ιστορική και κοινωνική άποψη, βασικά η αντίδραση τους υπήρξε αρνητική.

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Δικηγόρος – Ιστορικός – Πολιτικός Επιστήμονας

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 10.3.1828.

[2] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 11.9. 1829.

[3] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλα της 12.11.1828, της 17.12 και της 31.12.1830.

[4] Γενική Εφημερίς της Ελλάδος, φύλλο της 9.9.1831 η μετατροπή έγινε με διάταγμα της 21.8.1831.

[5] Ποινικός Νόμος της 18 Δεκεμβρίου 1833, άρθρο 5.

[6] «Ο ι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι», στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» του Σκόκκου, του 1916. Το άρθρο γράφηκε τον Μάιο του 1915, δηλαδή λίγο πριν από τον θάνατο του διακεκριμένου νομικού και ιστορικού του Ναυπλίου. Για τους πρώτους δημίους βλ. επίσης, Ανδρ. Σκανδάμη, «Οι τελευταίοι έλληνες δήμιοι στο Μπούρτζι» (εφημ. «Ο τύπος της Αργολιδοκορινθίας», της 15 Μαρτίου και 6, 13 και 20 Απριλίου 1958), καθώς και Μιχ. Κ. Πετροχείλου «Το Μπούτρζι» (στο περιοδικό «Αμυμώνη», αρ. 13/1961).

[7] Gaston Deschamps: «La Grèce d’au­jourd’hui», Παρίσι, 1897, σελ. 169.

[8] Daniel Baud – Bovy και Fred. Bois­sona s : «La Grèce par monts et par vaux», Αθήνα – Γενεύη, 1910, σελ. 54.

[9] Φύλλα της 14 και 21.1.1834.

[10] Φύλλο της 19.8.1834.

[11] Φύλλο της 7.3.1835.

[12] Φύλλο της 23.2.1862.

[13] Φύλλο της 2.5.1870.

[14] Φύλλο της 14.1.1871.

[15] Φύλλα των 24 Φεβρουαρίου, 3 Μαρτίου, 5 Μαΐου και 12 Ιουνίου 1873.

[16] Φύλλο της 6.7.1884.

[17] Εκτενές σχετικό άρθρο στην «Αργολίδα» της 12.5.1886.

 

Πηγή


  • Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Θανατική ποινή: Η πρώτη εφαρμογή και «υποδοχή» της στη νεότερη Ελλάδα, «Νομικό Βήμα», τεύχος 29, Αθήνα, 1981.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου


   

«Ημερολόγιο» φυλακών της πόλης του Ναυπλίου

 Μια παράλληλη ζωή

 «Αντιλαλούν δυο φυλακές

τ΄ Ανάπλι κι ο Ιτς Καλές…».

 

Αντωνιάδης Μπάμπης*

 

Στα δύο κάστρα της πόλης του Ναυπλίου «φιλοξενηθήκαν» για χρόνια μέρος των φυλακών  της σύγχρονης Ελλάδας. Το κάστρο Παλαμηδίου και αργότερα το Ιτς Καλέ ή Ακροναυπλία  ήταν οι χώροι που έγιναν ονομαστοί  από την λειτουργία των φυλακών. Στο Παλαμήδι οι οχυρωματικές εγκαταστάσεις έγιναν στην Β΄ Ενετική περίοδο. Το κάστρο αποτελείται από οχτώ προμαχώνες που πήραν από τους αρχαίους έλληνες ονόματα ή ονόματα Αγίων. Σε δύο από αυτούς, στον προμαχώνα Μιλτιάδη και στον προμαχώνα Αγ Ανδρέα λειτούργησαν φυλακές.

Στην Ακροναυπλία τα πρώτα κατάλοιπα οχύρωσης τα συναντάμε στα τέλη του  4ου π.Χ ή αρχές του 3ου π.Χ αιώνα. Πάνω από το τείχος με την πολυγωνική τοιχοδομία θεμελιώνουν οι Βυζαντινοί, αργότερα οι Φράγκοι. Η Ακροναυπλία χωρίζεται τότε σε δύο κάστρα, το Ρωμέικο δυτικά και το Φράγκικο ανατολικά. Η Α και η Β Ενετοκρατία ολοκληρώνουν την οχύρωση του βράχου. Η οχύρωση του Παλαμηδίου  όμως θα εκμηδενίσει την αμυντική σημασία της Ακροναυπλίας. Με την απελευθέρωση, την Καποδιστριακή περίοδο άρχισαν εργασίες επισκευής των υφιστάμενων κτηρίων και κατασκευή στρατιωτικών κτηρίων (νοσοκομείο) στην Ακροναυπλία.

 

Παλαμήδι

 

Στο Κάστρο Παλαμηδίου στεγάστηκαν οι πρώτες φυλακές μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Δεν έχουμε ακριβή ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των φυλακών. Οι φυλακισμένοι στεγάζονται στον προμαχώνα του Μιλτιάδη οι βαρυποινίτες και στον Αγ. Ανδρέα όσοι έχουν καταδικαστεί σε μικρότερες ποινές. «Από δεκαπέντε χρονών και κάτω δικασμένοι».

1829. Γενική επισκευή κτηρίων στην  Ακροναυπλία που είχαν κτιστεί το 1706 από την Β΄ ενετοκρατία. Κατασκευή στρατιωτικού νοσοκομείου και εκκλησίας στην Ακροναυπλία.

  

Προμαχώνας Μιλτιάδη, οι φυλακές βαρυποινιτών στο Παλαμήδι.

1830. Σε έκθεση του 1830 για τις φυλακές Παλαμηδίου, της «επί του Δικαίου Γραμματείας προς τον Διοικητήν Ναυπλίας», αναφέρεται ότι οι Κώνστας Δήμου, Πέτρος Γεωργίου και Πάνος Σταμάτης, «φυλακισμένοι ενταύθα, εξαιτούνται ενδύματα, διά να σκεπάσωσι την γυμνότητά των»!

1830 – Δεκέμβριος. Απόφαση της Γερουσίας για την βελτίωση των φυλακών διαίρεσή τους  σε τρία διαφορετικά τμήματα. 1. δια τους «χρηματικώς ωφειλέτας» 2. δια τους «εγκαλούμενους δι εγκλήματα» 3. δια «τους καταδίκους». Επίσης ορίζεται ότι «εκάστη φυλακή περιέχει μιαν αίθουσαν εις την οποίαν οι κρατούμενοι οφείλουν να εργάζωνται την τέχνην ή το επιτήδευμά των».  (Γενική Εφημερίς της Ελλάδος 20/12/1830)

1829-1830. Και το Μπούρτζι χρησιμοποιείτε σαν φυλακή, (αποφάσεις δικαστηρίων με ποινή φυλακίσεως «εν τω Βουρτζίο Ναυπλίου».

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

1833 – Μάιος. Η πρώτη θανατική εκτέλεση με τη Γκιλοτίνα (Καρμανιόλα) γίνεται στην Πρόνοια. Εκτέλεση ληστοπειρατού του  Γεωργίου Μητρομαργαρίτου.

1833. Στα τέλη το 1833 ορίζεται η καστρονησίδα Μπούρτζι τόπος παραμονής των δημίων. Δεν επιτρέπεται η έξοδός τους παρά μόνο κατά την διάρκεια των εκτελέσεων. Ο πρώτος δήμιος είναι ο Χασάν Αρναούτ Αλβανός καταδικασμένος εις θάνατον λόγο ληστειών. (Ορκίστηκε σαν δήμιος 20/10/1833 με οχταετή θητεία).

1834 – Μάιος. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης οδηγείται στις φυλακές  Παλαμηδίου για να  αποφυλακιστεί μετά από 11 μήνες.

1834. Η Ακροναυπλία ορίζεται αυστηρά σαν στρατιωτική βάση και ένα μέρος μόνο χρήσιμο για φυλακές με έκδοση σχετικού ΦΕΚ. Ταυτόχρονα ο Όθωνας διατάσσει  τη γενική επισκευή των κτηρίων.

1835. Ο Μάουρερ επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου, κατά τη διάρκεια της υπουργίας του. Διαπίστωσε τη θλιβερή κατάσταση, που απέδωσε χαρακτηριστικά με τη φράση, «οι κρατούμενοι βρίσκονται μέσα σε βρωμερούς υπονόμους, ανάμεσα στα ίδια τους τα περιττώματα».

1835. Το πετρόκτιστο ενετικό κτήριο δυτικά του Παλαμηδίου χρησιμοποιείται ως εργοστάσιο των φυλακών και οι έχοντες μικρές ποινές δουλεύουν εργαλεία υφαντικής για κατασκευή κλινοσκεπασμάτων και στρατιωτικών κουβερτών. Το κτήριο ονομαζόταν «ποινητήριο» ή «το κατάστημα», επειδή μετά από τις εργασίες ανακατασκευής του το 1899 μετετράπη σε κατάστημα των φυλακών μέχρι το κλείσιμο των φυλακών Παλαμηδίου. Τη δεκαετία του 1950 το κτήριο κατεδαφίστηκε.

 

Το κτήριο στο Παλαμήδι που λεγόταν «το μαγαζάκι».

 

1847. Οι εφημερίδες της μετακαποδιστριακής εποχής περιγράφουν με τα μελανότερα χρώματα την άθλια κατάσταση των φυλακών του Ναυπλίου. «Είναι, απερίγραπτος η κατάστασις αυτών, η δυσωδία είναι τοσαύτη, ώστε και θηρία, αν έκλειε τις εκεί, έπρεπε να απολεσθώσιν. Άνθρωποι κατάγυμνοι ευρίσκονται δεδεμένοι δι’ αλύσων εις καθύγρους και ζοφώδεις ειρκτάς. Ω φρίκη! Οποία ευθύνη βαρύνει τους κ.κ. Εισαγγελείς απέναντι της Δικαιοσύνης και της φιλανθρωπίας, απέναντι της ηθικής, απέναντι της ανθρωπότητος…» (εφημ. «Συντηρητική», 22 Ιουνίου 1847).

1850. Ο Γάλλος ιππότης Apper, που μελέτησε τις συνθήκες διαβίωσης των φυλάκων εντοπίζει το ρεμπέτικο τραγούδι στα κάτεργα των φυλάκων του Παλαμηδιού.

1868. Ο Ερρίκος Σλήμαν επισκέπτεται τις φυλακές Παλαμηδίου και περιγράφει την τραγική κατάσταση των φυλακισμένων.

1880. Λειτουργούν  στην Ακροναυπλία οι κεντρικές αποθήκες ιματισμού του στρατού (Σαρτορία). Κάθε Δεύτερα έπαιρναν το μπόγο κάτοικοι της πόλης του Ναυπλίου, έραβαν στο σπίτι τα ρούχα, τα παρέδιναν το Σάββατο και έπαιρναν αμοιβή ανά κομμάτι. Οι εργαζόμενοι μπορεί να έφταναν μέχρι τους πεντακόσιους. Το 1883 μεταφέρθηκε η Σαρτορία στον Πειραιά. Το 1890 επανέρχεται στο Ναύπλιο, με πολιτική παρέμβαση του βουλευτή Φαρμακόπουλου, αλλά το Απρίλιο του 1894 μεταφέρεται και πάλι στον Πειραιά. Στις αρχές του 1897 επανιδρύονται στο Ναύπλιο οι αποθήκες ιματισμού του στρατού και εγκαθίστανται στα κτήρια κοντά στα πέντε αδέλφια. Το 1903 εστάλη μια κοπτική μηχανή για να ράβει φουστανέλες ευζώνων. Μετά από λίγους μήνες αφού έληξαν οι εκλογές, μεταφέρθηκε η μηχανή στον Πειραιά και σταμάτησε η λειτουργία των αποθηκών ιματισμού. Η μεταφορά και  η λειτουργία της αποθήκης ιματισμού έχουμε ανάλογα με τις πολιτικές πιέσεις της εποχής.

 

18 Οκτωβρίου 1890, από «Τα εικονογραφημένα νέα του Λονδίνου» σκίτσο με τον

Άγνωστος συγγραφέας αναφέρει σε κείμενο που δημοσιεύτηκε το 1890 σε αγγλικό περιοδικό (Tο δημοσίευμα συνοδεύεται από ενδιαφέροντα σκίτσα, όπου ξεχωρίζει η φυλακή του «Mιλτιάδη») : «Mία από τις κυριότερες δημόσιες φυλακές για καταδίκους Έλληνες εγκληματίες έχει κτιστεί μέσα στα χαλάσματα ενός παλιού βενετικού κάστρου. (…) Mια ανάβαση χιλίων πέτρινων σκαλοπατιών ή ένας περίπατος μέσα από έναν ελικώδη καρόδρομο φέρνει τον επισκέπτη στην πύλη του παλιού κάστρου, όπου ένας από τους φύλακες θα διαταχθεί να τον ξεναγήσει στο χώρο (…) Oι φυλακισμένοι είναι συνωστισμένοι σε ανοιχτές αυλές, οι οποίες περιβάλλονται από κτίρια μέσα στα οποία οι φυλακισμένοι στεγάζονται τη νύχτα. Από τις οροφές των κτιρίων αυτών οι επισκέπτες μπορούν να δουν τη σκηνή κατά κάποιο ανάλογο τρόπο με εκείνον του να κοιτάζεις τις αρκούδες μέσα στο λάκκο. Yπάρχουν δύο τέτοιες αυλές, η μία κοντά στην πύλη, για εγκληματίες που εκτίουν ποινές φυλάκισης μικρότερες των 20 χρόνων, και η άλλη, η «Φυλακή του Mιλτιάδη», η οποία είναι για βαρυποινίτες και για εκείνους που έχουν καταδικαστεί σε θάνατο.

Νύχτα και ημέρα οι φυλακισμένοι επικοινωνούν ελεύθερα μεταξύ τους. Δεν φορούν καμιά ομοιόμορφη στολή, ούτε απασχολούνται σε καμία χρήσιμη εργασία. Είναι όμως ελεύθεροι να κατασκευάζουν μικρά αντικείμενα από ξύλο, κόκκαλο και σύρμα, για να περνούν την ώρα τους. Aυτά τα σηκώνουν ψηλά, μέσα σε κουτιά, και τα προσφέρουν σε όποιους επισκέπτες εμφανίζονται με διάθεση να τα αγοράσουν. Tα κέρδη από τις πωλήσεις τα ξοδεύουν είτε στα τυχερά παιχνίδια είτε στην αγορά κάποιων πολυτελών πραγμάτων, όπως φρούτων ή καπνού ή εργαλείων για την κατασκευή των εμπορευμάτων τους. Ένας κατάδικος είχε την επιχειρηματική σκέψη να ανοίξει ένα καφενείο (Aγνώστου συγγραφέως, «Mια ελληνική φυλακή καταδίκων», μτφ.- επιμ. Oικον. Aναστ. Δ. Σαλαπάτα, Δελτίο Iστορικών Mελετών Nαυπλίου , 94 (Mάρτιος 1996) σ. 77).

  

Ακροναυπλία 1884 Νοέμβριος

 

Από τον Απρίλιο του 1883 μέχρι και το 1886 λειτουργούσε το τρίτο Διαρκές Στρατοδικείο στη Λάρισα. Για τις ανάγκες έκτισης των ποινών των στρατιωτικών, ιδρύθηκαν οι Στρατιωτικές Φυλακές της Ακροναυπλίας (Νοέμβριος 1884), στις οποίες εξέτιαν την ποινή τους όσοι καταδικάζονταν σε ποινές μεγαλύτερες των 3 μηνών.

1885. Ίδρυση του 8ου πεζικού συντάγματος στο Ναύπλιο. Στεγάζεται στην Ακροναυπλία.

1885.  Στην Ελλάδα υπάρχουν 24 φυλακές με 5.487 κρατούμενους.

1888. Στον τοπικό τύπο αναφέρεται ο αριθμός των φυλακισμένων στο Ναύπλιο. Βαρυποινίτες στον προμαχώνα Μιλτιάδη 123 με ποινές οι περισσότεροι   ισόβια και ένας σε θάνατο. 153 στον Άγιο Ανδρέα. Στο Βουλευτικό 173 και στις φυλακές Ακροναυπλίας 221 στρατιωτικοί. (εφημ ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ 6/1888)

Ο Γ. Π. Παρασκευόπουλος σε ταξίδι του στο Ναύπλιο το 1895 περιγράφει την παρουσία των γυναικών στις φυλακές του Βουλευτικού με τρόπο αποκαλυπτικό.

«Δια να μη μείνει παραπονεμένον και το αδύνατον φύλον, ας το ακολουθήσωμεν όπου το ρίψει η μοίρα του, έστω και εις τας φυλακάς ακόμη. Εντός οικήματος ευπρεπούς, οικοκυρευμένου- πράγμα φυσικόν αφού κατοικούν γυναίκες – υψηρόφου και ετοιμόρροπου, ευρίσκονται δέκα ή δώδεκα ατυχή αμαρτωλά πλάσματα κατηγορούμενα επί παιδοκτονία, μοιχεία, κλοπή, διγαμία, συζυγοκτονία, μητροκτονία! Ένα μπουκέτο χρυσών πράξεων. Και τι κρίμα!

Είδα κοράσιον δεκαεξαετές, ευμελές, στρογγυλοπρόσωπον, με δυο μαύρα σβησμένα κάρβουνα για μάτια, με επιμελή κόμμωσιν και μιαν φούσταν γαλάζιου χρώματος πολύπτυχον, συμπαθές και σεμνόν την φυσιογνωμίαν, συγκινούν με το παραπονετικό της τακερόν βλέμμα, κατηγορούμενον, διατί νομίζετε; Επί εραστοκτονία! Κι εσκέφθην: Πώς τέτοια συμπαθής κεφαλή να κρύπτει στην καρδιά τόσον αποτρόπαιον πάθος! Μια άλλη δε πάλιν ήτο … έγκυος και επρόκειτο να γίνει η μετακομιδή της δια τα περαιτέρω…

Εννοείται ότι εις τας φυλακάς αυτάς ούτε φρουρός ή κλητήρ ή αστυφύλαξ. Μόνον μια γραία τας επιτηρεί, χρησιμεύουσα δι’ αυτάς ως μήτηρ, αδελφή, οικονόμος».

1890. Ορίζεται το Ναύπλιο ως αποκλειστικό μέρος των εκτελέσεων (γκιλοτίνα).  

Ξύλινη λαιμητόμος της εποχής του Όθωνα. Εγκληματολογικό Μουσείο. Ιατρική Σχολή του Εθνικού & Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

1891. Επίσκεψη στο Ναύπλιο και στις φυλακές του Α. Καρκαβίτσα. Συγκλονίζεται από απάνθρωπη κατάσταση που βλέπει. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύονται στο περιοδικό «ΕΣΤΙΑ» το 1892.  Αναφορά για παίξιμο μπουζουκιού στις φυλακές. Αναφορά για τατουάζ στο σώμα φυλακισμένου.

1897- Φεβρουάριος Το 8ο σύνταγμα, που στεγάζεται στα κτήρια της Ακροναυπλίας, έχει τετρακόσιους άνδρες και αξιωματικούς.

1897- 28 Απριλίου. Μεταφέρονται  με τρένα 28 κρατούμενοι Τούρκοι αιχμάλωτοι από την Ήπειρο στην Ακροναυπλία. (Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897).

1897-3 Μαΐου.  Άλλοι 96 κρατούμενοι Τούρκοι μεταφέρθηκαν με πλοίο στο Ναύπλιο και οδηγήθηκαν στην Ακροναυπλία.

1897. Ορίζεται το Ναύπλιο έδρα ταξιαρχίας που στεγάζεται  στην Ακροναυπλία.

1900 -Νοέμβριος.  Κλείνει σαν φυλακή το κτήριο του Βουλευτικού. Από το 1862 μέχρι το 1900 το κτήριο του Βουλευτικού χρησιμοποιήθηκε ως χώρος προφυλάκισης. Το Φεβρουάριο του 1903 στο κτήριο στεγάζεται για πρώτη φορά το  Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (Δ. Γεωργόπουλος, Το αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου).

1913. Παύει  να  λειτουργεί η λαιμητόμος η οποία μεταφέρεται στο οπλοστάσιο. (κτήριο που βρισκόταν στο χώρο όπου σήμερα είναι το Λύκειο και το Α΄ Δημοτικό σχολειό).

1923-23 Αυγούστου.  Κλείνουν οι φυλακές του Παλαμηδίου και οι κρατούμενοι μεταφέρονται στην Αίγινα και στην Αθήνα.

1925. Ιδρύονται οι Αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1929. Καθιερώνεται νομικά ως τρόπος εκτέλεσης αποκλειστικά ο τυφεκισμός.

1929. Ψηφίζεται το «ιδιώνυμο», νόμος 4249/25-25-7-29, «δίωξη όχι μόνο των πράξεων αλλά και κυκλοφορίας και μετάδοσης ιδεών που επεδίωκαν την ανατροπή του ισχύοντος κοινωνικού καθεστώτος».

1930Ιούνιος. Κλείσιμο των φυλακών του Λεονάρδου (κτήριο δίπλα από το βουλευτικό) και μεταφορά των κρατουμένων στις αγροτικές φυλακές της Τίρυνθας.

1930. Γκρεμίζεται το οπλοστάσιο και μπαίνει ο θεμέλιος λίθος για το Γυμνάσιο. Η γκιλοτίνα μεταφέρεται στο Εγκληματολογικό Μουσείο στην Αθήνα που βρίσκεται μέχρι σήμερα.

1934. Λειτουργεί με ηλεκτρικό  το κτήριο της Ακροναυπλίας.

1934-30 Οκτωβρίου. Ο πρώτος ποινικός κρατούμενος στις φυλακές με καταδίκη για τυμβωρυχία. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

1935-13 Απριλίου. Οι πρώτοι πολιτικοί κρατούμενοι στην Ακροναυπλία Οδηγούνται στην φυλακή οι Βενιζελικοί αξιωματικοί που συμμετείχαν στο λεγόμενο πραξικόπημα ενάντια στον Κονδύλη. Το αποτυχημένο πραξικόπημα έγινε 1η Μαρτίου 1935. Συνολικά  φυλακίστηκαν στην Ακροναυπλία 206 αξιωματικοί. Η εκκαθάριση των Βενιζελικών αξιωματικών στο στρατό και την αστυνομία με το λεγόμενο πραξικόπημα Κονδύλη, έπαιξε καθοριστικό ρόλο τα επόμενα χρόνια σε σχέση με τον εμφύλιο. (ΓΑΚ Ναυπλίου)

 

Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης. Φυλακές Ακροναυπλίας 1935.

 

19352 Δεκεμβρίου.  Αποφυλακίζονται οι φιλοβενιζελικοί αξιωματικοί κρατούμενοι.

Φυλακές Ακροναυπλίας 1935. Κωνσταντίνος Παπαδογιάννης.

1935. Η επιτροπή τουρισμού της πόλης του Ναυπλίου μιλάει για ανέγερση μεγάλη τουριστικής μονάδας στο Ιτς Καλέ.

1936. Κατατίθεται η διατριβή του Schaeffer που αφορά τις οχυρώσεις στην Ακροναυπλία. (Γερμανός αρχιτέκτονας που μελέτησε την Ακροναυπλία και σχεδίασε την μετατροπή της καστρονησίδας Μπούρτζι σε ξενοδοχείο).

1936-18 Σεπτεμβρίου. Δημοσιεύεται ο αναγκαστικός νόμος 117 «περί μέτρων καταπολέμησης του Κουμμουνισμού και των συνεπειών», ακολουθώντας το πνεύμα του Ιδιώνυμου.

1936. Προβληματισμός για τις φυλακές και το διαχωρισμό ανάμεσα σε διαφορετικές κατηγορίες φυλακισμένων. Ο Γλυκοφρύδης, γενικός επόπτης φυλακών, προτείνει τη δημιουργία φυλακής μόνο για κουμουνιστές, ώστε να μην επηρεάζουν πολιτικά τους ποινικούς κρατούμενους. Αναγκαία σημείωση, ο Γλυκοφρύδης ήταν οπαδός του ΧΙΤΛΕΡ.

1937-3 Φεβρουαρίου. Έναρξη λειτουργίας φυλακών Ακροναυπλίας. Η άποψη του Μανιαδάκη ήταν να βρίσκονται σε διαφορετικούς χώρους των πολιτικών με τους ποινικούς κρατούμενους, χωρίς επαφή.

 

Περιγραφή του κτηρίου της φυλακής της Ακροναυπλίας

 

330 σκαλιά οδηγούν από τα σκαλοπάτια (ο δρόμος πίσω από το Αρχαιολογικό Μουσείο) στην φυλακή μέχρι την πύλη του Σαγγρέδου. Περνάμε ένα χώρο σαν τούνελ και φτάνουμε σε ένα επίπεδο, όπου βρίσκονται τα μονώροφα κτήρια της φυλακής. Περνώντας τη σιδερένια πόρτα, βγαίνεις σε ένα μεγάλο ανηφορικό προαύλιο  που περιβάλλεται από μάνδρα. Στο βάθος βρίσκεται το κτήριο των φυλακών.

Όταν πρωτοϊδρύθηκαν οι φυλακές υπήρχε μια ταμπέλα που έγραφε «Κουμμουνιστικαί Φυλακαί Ακροναυπλίας» και έπειτα από διαμαρτυρίες των πολιτικών κρατουμένων ότι δεν είναι φυλακισμένοι αλλά εξόριστοι άλλαξε η πινακίδα και έγινε «Στρατόπεδον συγκεντρώσεως κομμουνιστών Ακροναυπλίας» Η είσοδος του κηρίου ήταν θολωτή και η πόρτα μεγάλη και ξύλινη.

 

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Κάτοψη των φυλακών Ακροναυπλίας από βιβλίο Α. Φλουντζή.

Οι σκάλες ήταν πέτρινες και αργότερα  ξύλινες και έβγαινες σε ένα χολ με εμβαδό 8*10 που συνέδεε τους δύο θαλάμους, διαστάσεων 33μ μήκος, 11 πλάτος και5 μέτραύψος, με επτά παράθυρα στην κάθε πλευρά. Μια σειρά από ξύλινες κολώνες στη μέση κρατούσε το ταβάνι.

Κατά μήκος ήταν καρφωμένα σανιδένια ράφια, που έβαζαν βαλίτσες και κρεμούσαν ρούχα οι έγκλειστοι.  Στα ράφια έβαζαν και τα πιάτα τα τσίγκινα, τα κουταλοπήρουνα, το ψωμί και ότι άλλο φαγώσιμο. Νιπτήρες και τουαλέτες υπήρχαν σε πρόσκτισμα. Σε κάθε θάλαμο διακρίνονταν  τέσσερεις σειρές ράντζα δυο – δυο κολλητά, με μια απόσταση ανάμεσα στις δυάδες 20-24 πόντους. Κάθε θάλαμος «φιλοξενούσε» από 140 έως 150 φυλακισμένους. Οι θάλαμοι δεν διέθεταν  καμία θέρμανση. Η θέα ήταν και αυτή ένα πρόβλημα. «Νεκροταφείο ζωντανών» όπως την χαρακτηρίζει ο Μ. Γλέζος.

 

Εσωτερικά ο θάλαμος των φυλακών.

 

 Οργάνωση των πολιτικών κρατουμένων στη φυλακή της Ακροναυπλίας

 

Δημήτρης Γληνός

Σε κάθε θάλαμο υπήρχε θαλαμάρχης και υποθαλαμάρχης,  τους οποίους πρότειναν οι κρατούμενοι με την σύμφωνη γνώμη της διοίκησης της φυλακής. Από συνελεύσεις θαλάμων εκλεγόταν ένα επταμελές η εννεαμελές γραφείο και ανέθετε σε κάθε μέλος δουλειά. Ταυτόχρονα υπήρχε κομματική επιτροπή η οποία λειτουργούσε ως μια σκιώδης εξουσία. Τα μέλη της  δεν εκλέγονταν αλλά διορίζονταν και ήταν μυστική από του υπόλοιπους κρατούμενους. Σύνθημα Ακροναυπλίας «Άκου βλέπε σώπα».

193725 Μαρτίου. Ο πρώτος θάλαμος είχε 70 πολιτικούς κρατούμενους.

1937- 7 Μαΐου. Εγκαινιάζεται ο τρίτος θάλαμος με εξόριστους από Ανάφη και Φολέγανδρο.

1937- Μάιος. Ο Δ. Γληνός, ο μεγάλος δάσκαλος, στην Ακροναυπλία. Εγκαταστάθηκε στον Β΄ θάλαμο που έμεναν οι διανοούμενοι, προερχόμενος από εξορία σε νησί (έφυγε από την Ακροναυπλία 28-12-38 για Σαντορίνη). Οργανώθηκε προαύλιο μελέτης, που οι κρατούμενοι το ονόμασαν προαύλιο Γληνού. Με πρόταση του Γληνού συγκροτήθηκαν καλλιτεχνικές επιτροπές ανά θάλαμο, για τις ατέλειωτες βραδινές ώρες που οι θάλαμοι ήταν κλειστοί. Οργάνωσε και την πρωινή γυμναστική.

 

Το προαύλιο διαβάσματος ονομαζόμενο «Γληνού».

 

Πολιτιστική ζωή στην Ακροναυπλία

 

Στην Ακροναυπλία οι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν χορωδία, μαντολινάτα, θεατρικές ομάδες και παίχτηκαν τα έργα: «Ο Φιλάργυρος», «ο Αρχοντοχωριάτης», «Ρήγας Φεραίος», «Ο γιατρός Κνοκ», «οι Φοιτητές», «Υπηρέτης δύο αφεντάδων». Γίνονταν αγώνες σκάκι και τάβλι. Γιορτάζονταν με επισημότητα όλες οι γιορτές, Χριστούγεννα, Πάσχα, 25 Μαρτίου. Η ορχήστρα της φυλακής είχε 12-14 όργανα, 2 βιολιά, 3 μαντολίνα και 6-8 κιθάρες.

1938-11 Φεβρουαρίου. Ο αναγκαστικός νόμος 117 1075/1938, αντικαθιστώντας τον προηγούμενο νόμο, θέσπισε αυστηρότερες διατάξεις και όρους εγκλεισμού των αριστερών πολιτών.  Πρώτο μέτρο ήταν οι δηλώσεις μετανοίας.

1938- 8 Μαρτίου. Απομόνωσαν στο θάλαμο Ε 35 κρατούμενους. Ανάμεσά τους τα στελέχη, Ιωαννίδης, Πορφυρογέννης, Θέος, Λουλές, Κ. Τσίρκας κ.α., χωρίς καμία επαφή με τους υπόλοιπους κρατούμενους, με δικό τους προαύλιο. Οι πολιτικοί κρατούμενοι επικοινωνούσαν με σημειώματα τοποθετημένα  σε γυάλινο σωληνάριο κινίνου. Το έβαζαν μέσα στην ζύμη και τα έψηναν μαζί με το ψωμί που είχαν σημαδέψει για να σταλούν στην απομόνωση.

1938-4 Αυγούστου. Το Ναύπλιο γιορτάζει τα δύο χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά και οι φωνές και τα τραγούδια  ακούγονται μέχρι την Ακροναυπλία.(περιγραφή  Πορφύρη). Στα τέλη του 1940 εβδομήντα (70) χωροφύλακες φύλαγαν την Ακροναυπλία.

1940. Συζητήσεις μεταξύ τροτσκιστικών ομάδων μέσα στην Ακροναυπλία για τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο μεταξύ ΕΟΚΔΕ με ηγέτη τον Π. Πουλιόπουλο και την ΚΔΕΕ που είχε εκπρόσωπο τον Στίνα. Οι εισηγήσεις του Πουλιόπουλου γράφτηκαν με το χέρι του Χ. Αναστασιάδη και ήταν 240 σελίδες. Τα χειρόγραφα αυτού του ιδιότυπου συνέδριου σώζονται στα αρχεία του ΕΛΙΑ και στο Μουσείο Μπενάκη.

 

Καταφύγιο στην Ακροναυπλία

 

Με την έναρξη του πολέμου, μετά από  διαβήματα κρατουμένων κατασκευάστηκε καταφύγιο στην Ακροναυπλία από εργολάβο, με εξόρυξη στο βουνό μήκους20 μέτρων, πλάτους2 μέτρωνκαι ύψους 1.80. Σκεπάστηκε  με ξύλα και χώμα. Στο καταφύγιο έμπαινες από πόρτα του Γ΄ θαλάμου.

 

Η νότια πλευρά του κτηρίου της Ακροναυπλίας που κατασκευάστηκε και το καταφύγιο.

 

 1940- 29 Οκτωβρίου. Υπόμνημα στην κυβέρνηση από τους έγκλειστους στις φυλακές για να σταλούν οι κρατούμενοι στο μέτωπο να πολεμήσουν.

1940- 6 Νοεμβρίου. Δεύτερο υπόμνημα για να πάνε οι κρατούμενοι στο μέτωπο.

1940-13 Νοεμβρίου. Τρίτο υπόμνημα για το μέτωπο χωρίς απάντηση.

 

Ιταλοί αιχμάλωτοι στο Ναύπλιο

 

Το στρατιωτικό νοσοκομείο στην Ακροναυπλία.

1941. Με την έναρξη του πολέμου στο ελληνοαλαβανικό μέτωπο Ιταλοί αιχμάλωτοι μεταφέρονται και στο Ναύπλιο.  Οι τραυματισμένοι Ιταλοί στρατιώτες νοσηλεύονται στο στρατιωτικό Νοσοκομείο στην Ακροναυπλία. Από 2-1-1941 έως 7-4-1941 οι Ιταλοί φαντάροι που πέθαναν στο στρατιωτικό νοσοκομείο ήταν δέκα. Οι Ιταλοί αιχμάλωτοι ήταν φυλακισμένοι στα κτήρια «Πέντε Αδέλφια».

1941-6 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος.

1941-15 Απριλίου. Τα πρώτα αγγλικά αυτοκίνητα με Άγγλους και Νεοζηλανδούς φτάνουν στο λιμάνι Ναυπλίου για να αποβιβαστούν σε πλοία.

1941-15 Απριλίου. Τα Γερμανικά στρατεύματα καταλαμβάνουν την Αθήνα.

1941-25 Απριλίου. Αποχώρηση Άγγλων και Νεοζηλανδών από το λιμάνι του Ναυπλίου. Εμφάνιση και βομβαρδισμός από τα στούκας του λιμανιού.

1941-26 Απριλίου. Έκρηξη στο λιμάνι από τον βομβαρδισμό των πλοίων που θα χρησιμοποιούσαν οι Άγγλοι και οι Νεοζηλανδοί κατά την αποχώρηση.  Οι κρατούμενοι παρακολουθούν από ψηλά όλες τις επιχειρήσεις. Μεγάλες ζημιές στα κτήρια των φυλακών και στην πόλη του Ναυπλίου από τις εκρήξεις λόγω της ανατίναξης  πλοίων στο λιμάνι Ναυπλίου και ανοικτά τις Αρβανιτιάς.

1941- 28 Απριλίου. Οι Γερμανοί καταλαμβάνουν το Ναύπλιο. Οι λιγοστοί χωροφύλακες που είχαν παραμείνει στη θέση τους παραδίδουν τους πολιτικούς κρατούμενους στους Γερμανούς. Οι κρατούμενοι απαιτούν να κατέβει η Γερμανική σημαία από την Ακροναυπλία με το επιχείρημα ότι μπορεί να  θεωρηθεί από τους Άγγλους στρατόπεδο και βομβαρδιστεί. Οι Γερμανοί παρέδωσαν την φύλαξη της Ακροναυπλίας στους Ιταλούς. Με Ιταλική διοίκηση οι έλληνες χωροφύλακες έμειναν στην θέση τους και φύλαγαν τους πολιτικούς κρατούμενους.

1941-Μάιος. Απελευθέρωση 27 κρατουμένων της Ακροναυπλίας με παρέμβαση του βούλγαρου πρεσβευτή με το επιχείρημα ότι ήταν Σλαβομακεδόνες.

1941–1942. Η περίοδος της μεγάλης πείνας. Οι περισσότεροι κάτοικοι αλλά και φυλακισμένοι πέθαιναν  κυρίως από πείνα αλλά και από φυματίωση. Τα συνολικά θύματα από την Γερμανοϊταλική κατοχή, συμπεριλαμβανομένων και των εκτελέσεων και των θανάτων από στην περιοχή του Δήμου Ναυπλίου, ήταν εκατόν ογδόντα (180) άτομα. Από αυτά εκατόν δέκα τρείς (113)  πέθαναν από πείνα και καχεξία. Από αυτούς  τριάντα πέντε (35)  ήταν από τις φυλακές. Από τους πολιτικούς κρατούμενους τρία άτομα και τριάντα δύο (32) από τους ποινικούς κρατούμενους.

 

Η κηδεία του Ακροναυπλιώτη Μάγκου που πέθανε από «εξάντληση συνέπεια υποσιτισμού», 18 Μαΐου 1942, στην φυλακή και κηδεύτηκε στο νεκροταφείο Ναυπλίου. Πήραν άδεια και παραβρέθηκαν συγκρατούμενοι.

 

1942-Μάρτης. Η πρώτη παρουσία  ενίσχυσης από τον Ερυθρό Σταυρό με τρόφιμα για τους κρατούμενους. Μοίρασαν ένα κιλό στο κάθε κρατούμενο  σταφίδα, φιστίκια, φασόλια.  Οι επιστολές των κρατούμενων τους μήνες που είχαν προηγηθεί στις οικογένειές τους περιγράφουν την τραγική τους κατάσταση στις φυλακές. Κάθε επιστολή και ένα «SOS». Η απάντηση τις περισσότερες φορές από τις οικογένειες:«πεινάμε».

19427 Μαΐου. Μεταφέρονται 22 φυματικοί στο σανατόριο Πέτρα Ολύμπου.

1942-Σεπτέμβρης. Αρχίζει η διάλυση της Ακροναυπλίας με μεταφορά κρατουμένων σε στρατόπεδα.

1943. 100 πολίτες του Ναυπλίου έχουν κλειστεί στις φυλακές της Ακροναυπλίας από τους Ιταλούς στο χώρο του στρατιωτικού νοσοκομείου. Κατά τη διάρκεια της κατοχής το Στρατιωτικό νοσοκομείο έγινε χώρος φυλακής. Σαν νοσοκομείο οι Ιταλοί λειτούργησαν το κτήριο του Α΄ Δημοτικού σχολείου. Οι αντάρτες που συλλαμβάνονται φυλακίζονται στο χώρο του παλαιού νοσοκομείου. 

1943-27 Φεβρουαρίου. Μεταφέρονται στο σανατόριο Σωτηρία οι τελευταίοι φυματικοί κρατούμενοι της Ακροναυπλίας. Αργότερα θα αποδράσουν από το σανατόριο.

 

Τι επακολούθησε…

 

19436 Ιουνίου. 58 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται από τους Ιταλούς στο Κούρνοβο.

1943-12 Δεκεμβρίου. 4 Ακροναυπλιώτες εκτελούνται  στο Χαϊδάρι.

1944-1 Μαΐου. 160 Ακροναυπλιώτες (από τους 200 που συνολικά εκτελέστηκαν)  εκτελούνται από τους Γερμανούς στην Καισαριανή.

Η παράδοση των πολιτικών κρατούμενων από τους έλληνες χωροφύλακες στους Γερμανούς είναι ένα από τα μεγαλύτερα εγκλήματα του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου στην Ελλάδα. Οι κρατούμενοι στις φυλακές δεν είχαν διαπράξει κανένα ποινικό έγκλημα. Στις φυλακές ήταν για τις ιδέες τους και φυλακίστηκαν  με βάση το ιδιώνυμο του 1929.

 

Συνολικά από τους 625 Ακροναυπλιώτες εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς 239.

 

194414 Σεπτεμβρίου. Αποχώρηση Γερμανών από το Ναύπλιο.

1944-5 Οκτωβρίου. Τα στρατεύματα του  ΕΛΑΣ μπαίνουν  στο Ναύπλιο.

1944-29 Οκτωβρίου. Επιτροπή από το ΚΚΕ επισκέπτεται την Ακροναυπλία και βλέπει έγκλειστο το Διοικητή των φυλακών Βαζιτάρη.

1945- 18 Ιανουαρίου. Αποχώρηση ανταρτών από το Ναύπλιο. «Συμφωνία της Πλάκας».

 

12 Φεβρουαρίου 1945 –  Συμφωνία της Βάρκιζας

 

1946. Επαναλειτουργία των φυλακών της Ακροναυπλίας. Η Ακροναυπλία έχει 700 άνδρες και 20 γυναίκες. Οργάνωση της φυλακής με συνεργεία από τσαγκάρηδες, ξυλουργείο ραφείο, καθαριότητα και μαθήματα.  Πολιτισμός: ανέβηκαν τρία θεατρικά  έργα μέσα στην φυλακή. Μάλιστα το θεατρικό έργο, «ο κατά φαντασία ασθενής»,  παρακολούθησαν και προσωπικότητες της πόλης του  Ναυπλίου. Στη φυλακή υπήρχε απαγόρευση εφημερίδων.

 

Οι φυλακές της Ακροναυπλίας.

 

Στο τέλος του 1947 οι κρατούμενοι έφτασαν τους 900 και δόθηκε εντολή να αποσυμφορηθούν οι φυλακές. Έγιναν πολλές μεταγωγές πολιτικών κρατουμένων στην Γυάρο. Οι θανατοποινίτες στις φυλακές ξεπέρασαν τους 100. Η Οργάνωση της φυλακής στηριζόταν στην Επιτροπή Ομάδας συμβίωσης και στους θαλαμάρχες. Ήταν μεγάλη στο τέλος 1947 αρχές 1948 η κίνηση σε κρατούμενους. Δεν προλάβαιναν οι φυλακισμένοι να γνωριστούν μεταξύ τους.

1947-Φεβρουάριο. Λειτουργεί ένας Θάλαμος με ποινικούς και οι υπόλοιποι τρεις με πολιτικούς κρατούμενους.

1947-1948-1949. Τριακόσιες υπολογίζονται οι  γυναίκες κρατούμενες που πέρασαν από την Ακροναυπλία. Στεγάζονται σε κτήριο ανατολικά του κεντρικού κτηρίου των φυλακών της Ακροναυπλίας.

1948-19 Φεβρουαρίου. Εκτέλεση έντεκα  κρατουμένων στην μάνδρα της ανατολικής πλευράς του νεκροταφείου Ναυπλίου.  Με πρόσχημα τη  μεταγωγή, τους οδήγησαν σε εκτέλεση. Επειδή ήταν διάχυτος ο φόβος για εκτέλεση οι κρατούμενοι της Ακροναυπλίας έβαλαν σκοπούς. Περιγραφή κρατούμενου: Άκουσα το χάραμα ένα μαζικό τραγούδι από πολύ μακριά . Δεν μπόρεσα να ξεχωρίσω τα λόγια Δεν θυμάμαι ακριβώς πιο ήταν. Ήταν  το τραγούδι αυτών που πήγαιναν για εκτέλεση.  

 

Η είσοδος στο κτήριο των φυλακών.

 

1948-22 Ιουνίου. Εκτέλεση άλλων τεσσάρων κρατουμένων της Ακροναυπλίας στο Νεκροταφείο Ναυπλίου.  Στάση των φυλακισμένων για την παύση εκτελέσεων. Στην διάρκεια της διαμαρτυρίας των κρατουμένων εκτελέστηκαν δύο κρατούμενοι με πυροβόλα όπλα μέσα στους θαλάμους.

1948-22 Ιουνίου. Απεργία πείνας για δέκα μέρες από τους κρατούμενους για να μην γίνονται εκτελέσεις, σε συνεργασία και συντονισμό με τις φυλακές Αβέρωφ.

1948-30 Οκτωβρίου. Μεταγωγή εκατό  θανατοποινιτών με πλοίο από την Ακροναυπλία στην Κρήτη. Αποβίβαση στη  Σούδα και  μετάβαση στις φυλακές Χανίων.

1950. Μετά τις εκλογές επιτρέπεται να μπει στην φυλακή φωτογράφος για φωτογραφίες. Μεταφορά 50 κρατουμένων στις γυναικείες φυλακές που υπήρχαν μόνο δέκα γυναίκες σε ένα θάλαμο.

1950-Αρχές. Φυλακισμένοι αντάρτες από τον Δημοκρατικό στρατό και ποινικοί στο ίδιο χώρο. Σύνολο 600 άτομα.

1960- 10 Ιουνίου. Χαρακτηρισμός της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ σε Τουριστικό δημόσιο κτήμα.

1961- 18 Ιουνίου.  Εγκαίνια της ξενοδοχειακής μονάδας  ΞΕΝΙΑ.

1962-19 Οκτωβρίου. Ανάθεση στον ΕΟΤ της διοικητικής διαχείρισης της Ακροναυπλίας με ΦΕΚ.

1963- Χριστούγεννα. Άρχισαν να φεύγουν από τις φυλακές οι πολιτικοί κρατούμενοι.

1966-Φεβρουάριος. Έκλεισαν οι Φυλακές της Ακροναυπλίας. Η πόλη του Ναυπλίου διαμαρτύρεται γιατί χάνεται άλλη μια Δημόσια υπηρεσία από την πόλη.

1968-28 Οκτωβρίου. Πρόταση Δεϊλάκη (Αρχαιολόγος στο Μουσείο Ναυπλίου) για Μουσείο Χριστιανικών και Ενετικών Αρχαιοτήτων στο κτήριο των πρώην φυλακών της Ακροναυπλίας.

1970- 16 Μαρτίου. Αρχίζει η κατεδάφιση φυλακών. Η τοπική κοινωνία ζητά την  δημιουργία ξενοδοχείου.

1971-15 Μαρτίου. Η άποψη της Αρχαιολογίας: «Πλην των καθαρώς αρχαιολογικών αντιρρήσεων η ανέγερση ξενοδοχείων επί των μνημείων είναι αντιτουριστική. Διότι, όταν το μνημείο χάσει την οντότητά του, παύει να είναι μνημείο και όταν παύσει να είναι μνημείο παύει να προσελκύει και το επισκέπτη». Εκφράστηκε από τη Φανή Δροσογιάννη Επιμελήτρια Βυζαντινών Αρχαιοτήτων.

1973. Ο Άγγελος Τερζάκης σε άρθρο του «Οίστρος ακολασίας», στο ΒΗΜΑ παρεμβαίνει για την κατεδάφιση του κτηρίου των φυλακών. «Πόσα ωραία θα μπορούσαν να έχουν γίνει χωρίς να σχετίζονται με την καταστροφή που είναι κατά κανόνα ανεπανόρθωτη. Ευτυχώς η πολιτεία του Ναυπλίου αντέχει ακόμα αντιστέκεται σιωπηρά με  τραυματισμένη την αξιοπρέπεια της προαιώνιας αρχοντιάς». 

1973.  Ανοίγουν οι δικαστικές φυλακές Ναυπλίου στην είσοδο της πόλης από το Άργος.

Η ιστορία της «πόλης των φυλακών» συνεχίζεται μέχρι και σήμερα.   

Τη φυλακή της Ακροναυπλίας, ένα ανθρώπινο μνημείο της Ελληνικής ιστορίας, ενώ έστεκε επιβλητικά πάνω από την πόλη, η πόλη δεν την «έβλεπε». Όποιος ξεφυλλίσει τον τοπικό τύπο από το 1935 έως το 1960 θα δει ελάχιστες αναφορές για την φυλακή που «φιλοξένησε» χιλιάδες ανθρώπους. Η αξιοποίηση, η τουριστική προοπτική ήταν ο στόχος της πόλης. Σπάνια γίνεται αναφορά για τους ανθρώπους που στοιβάζονταν σε άθλιες συνθήκες. Τέλος το κλείσιμο των φυλακών συνοδεύτηκε από το πάγιο (κατά καιρούς) αίτημα της πόλης του Ναυπλίου να μην στερηθεί η πόλη άλλη μια δημόσια υπηρεσία…

Ας επισημάνουμε άλλη μια φορά ότι στην φυλακή της Ακροναυπλίας κατά βάση βρέθηκαν άνθρωποι, όχι επειδή είχαν διαπράξει κάποιο ποινικό αδίκημα, αλλά για τις πολιτικές  τους απόψεις.

 

* Γεννήθηκα και πέρασα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου κάτω από τις φυλακές της Ακροναυπλίας. Δύο πράγματα θυμάμαι έντονα: τον περίεργο ήχο  που έβγαινε από το βουνό και  τη σκοπιά του χωροφύλακα που φύλαγε τους κρατούμενους. Πέρασαν πολλά χρόνια για να  μάθω  από αφηγήσεις ότι ο ήχος δεν ήταν της παιδικής μου φαντασίας, προερχόταν  από τα τσίγκινα πιάτα που κτύπαγαν οι κρατούμενοι στα σίδερα της φυλακής. Ο χωροφύλακας της σκοπιάς  ήταν η  μόνιμη απειλή της μάνας μας, όταν δεν έτρωγα το φαγητό μου. Ο χωροφύλακας  άμεσα  απαντούσε ότι θα κατέβαινε κάτω αν δεν έτρωγα. Και αμέσως άδειαζα το πιάτο μου.

 Ίσως η τραυματική παιδική εμπειρία της απειλής του χωροφύλακα  μου έχει προσθέσει σήμερα παραπανίσια κιλά. …….

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο για τους ανθρώπους που θέλουν να δουν όλες τις πλευρές της ιστορίας της πόλης του Ναυπλίου.

Βιβλιογραφία


 

  • «Ακροναυπλία», Γ. Μανούσακα, εκδόσεις ΔΩΡΙΚΟΣ, 1978.
  • «Αναμνήσεις», Α. Στίνας,  εκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ, 1985.
  • «Άστραψε φως η Ακροναυπλία», Β. Μπαρτζιώτα, εκδόσεις ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΗ, 1986.
  • «Μια ζωή επαναστάτης», Μ. Ράπτης Πάμπλο, εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1985.
  • «Ακροναυπλία και Ακροναυπλιώτες», Α. Φλουντζή, εκδόσεις Θεμέλιο, 1979.
  • «Απομνημονεύματα», Β. Κλαδούχος, εκδόσεις ΑΡΓΟΣ, 1995.
  • «Ακροναυπλία», Β. Γιαννόγκωνα, έκδοση 1963.
  • «Κείμενα για τον πολιτισμό την ιστορία και την πολιτική», Κ. Πορφύρης, εκδόσεις ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, 2008.
  • ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ 1940, Τετράδια Ακροναυπλίας, από αρχείο Χ. Αναστασιάδη,  Επιμ. Δ. Λιβιεράτος, Εκδόσεις ΕΝΟΤΗΤΑ, 2006.
  • Η εμπειρία της φυλακής και της εξορίας, Π. Βόγλης, εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, 2002.
  • «Η ΝΑΥΠΛΙΑ», Μ. Λαμπρινίδη, έκδοση 1975.
  • Οι φυλακές του Ναυπλίου, Α. Καρκαβίτσα,  εκδόσεις ΡΟΕΣ, 2009.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  4/12/2003, Η Ιστορία των φυλακών.
  • ΙΣΤΟΡΙΚΑ Ελευθεροτυπίας,  8/4/2004, Τόποι εκτελέσεων. 
  • ΝΑΥΠΛΙΑΚΑ ΑΝΑΛΕΚΤΑ V,  2004.
  • Δελτίο του Τοπικού ιστορικού αρχείου Ναυπλίου, τεύχος 77.
  • Ελλέβορος, τεύχος 11.
  • Περιοδικό Αναγέννηση, τεύχος 373, τεύχος 377.
  • Περιοδικό ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, τεύχος 82.
  • Τοπικός τύπος
  • ΣΥΝΤΑΓΜΑ 13/2/66.
  • Εφημερίδα Ενημέρωση 1/6/2001.
  • Δημοσίευση, Ναύπλιο Ακροναυπλία της Μ. Καρδαμίτση –Αδάμη.
  • Ημερολόγιο ΑΠΟΠΕΙΡΑΣ 1995  με αφιέρωνα στην Ακροναυπλία.
  • Αρχείο Δ΄ Εφορείας Προϊστορικών Και Κλασικών Αρχαιοτήτων.
  • Γενικά Αρχαία του Κράτους,  Ναύπλιο.
  • Αι φυλακαί επί Καποδίστρια, Μ. Τούρτογλου, Επιτηρίς του αρχείου της ιστορίας του ελληνικού δικαίου, 1954.
  • Οι πρώτοι δήμιοι εν Ελλάδι, Μ. Λαμπρινίδη, ημερολόγιο Σκόκου, 1916.

 Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή


 

 Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940 – Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας – Αληθινές πολεμικές ιστορίες – Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου – Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο – Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944 – Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο.

 

Τα καταφύγια του Ναυπλίου το 1940

 

Παρότι έχουν περάσει έξι περίπου δεκαετίες πιστεύω πως ήσαν πρό­σφατα. Ήμουν παιδί στην τετάρτη Δημοτικού στην Πρόνοια. Δεν πέρναγε από το μυαλό μου ότι η Ελλάδα πήγαινε για πόλεμο. Οι εφημερίδες της εποχής έγραφαν για επιστρατεύσεις συγγενών και άλλα, που τα διάβαζαν οι γονείς μας. Στις 28 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Δευτέρα στις 8 το πρωί που πήγαμε στο σχολείο, η διευθύντρια κ. Ιωάννα Βαρκάντζα μας ανακοίνωσε κλαίγο­ντας πως δεν θα κάναμε μάθημα για λίγες μέρες, γιατί μας κήρυξαν οι Ιτα­λοί τον πόλεμο. Αρχίσαμε εμείς τα μικρά παιδιά των 10 και 12 χρονών να ζητωκραυγάζουμε. Οι καμπάνες χτυπούσαν στις εκκλησίες της Αγίας Τριάδας, της Ευαγ­γελίστριας και της πόλης του Ναυπλίου. Ο λαός έβαλε τις εθνικές σημαίες στα μπαλκόνια. Όλοι το έλεγαν «η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο».

Ναύπλιο. Δρομόσκαλα στην Παλιά Πόλη. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Οι Πέτρες και οι Άνθρωποι. Μικροϊστορία του Ναυπλίου.

Την ίδια μέρα έφθασαν οι επίστρατοι στο Ναύπλιο, επίστρατοι από όλη την Πελοπόννησο. Εδώ ήταν η έδρα του 8ου Συντάγματος Πεζικού. Δι­οικητής ήταν ο Συνταγματάρχης Δημήτριος Μπασακίδης. Από εδώ που πα­ρουσιάστηκαν έφυγαν για το Αλβανικό μέτωπο. Το Ναύπλιο γέμισε με νέ­ους άντρες 25 έως και 45 χρονών. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου βοηθούσαν πρόθυμα αυτούς που παρουσιάζονταν, όλα τα σημεία της πόλης είχαν γί­νει κέντρα παρουσίασης. Όπως οι αποθήκες του Καταγά και το παλαιό γυ­μναστήριο, που είχε κάτι ξύλινες αποθήκες για αποδυτήρια. Στον σιδηροδρομικό σταθμό μεγάλη κίνηση. Ο σταθμός ήταν στις δόξες του. Κάθε ώρα έφευγε μια αμαξοστοιχία για την Αθήνα και κατό­πιν προς βορράν.

Ο πόλεμος με τους Ιταλούς κράτησε πέντε μήνες. Για μας τους Έλληνες ήταν νικηφόρος. Στη περιοχή της Βορείου Ηπείρου ο στρατός μας έγραψε ιστορικές σελίδες δόξας και όλος ο κόσμος έμεινε έκπληκτος. Αλλά τον Απρίλιο του 1941 ενεπλάκησαν στον πόλεμο οι Γερ­μανοί κατά της Ελλάδος. Τότε κατέλαβαν οι Γερμανοί την Ελλάδα, μετά από σθεναρή αντίσταση του στρατού μας και άρχισε η Κατοχή της Ελλά­δας από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, με όλα τα φοβερά δεινά που προκάλεσε. Η Ελλάδα έπαιξε κύριο και αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του Β’ παγκοσμίου πολέμου. Στις πρώτες μέρες, μετά την κήρυξη του πολέμου από την Ιταλία, στην πόλη μας, όπως και σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, ετέθη σε εφαρμογή το σχέδιο πολιτικής αεράμυνας. Δηλαδή της προφύλαξης του πληθυσμού κάθε πόλης από πιθανούς αεροπορικούς βομβαρδισμούς, που δεν ήταν και λίγοι, όπως σε μεγάλες πόλεις, Πάτρα, Πειραιάς, Κέρκυρα και άλλες.

Για τον λόγο αυτό στο Ναύπλιο ετοποθετήθη σειρήνα στην ταράτσα του Δικαστικού Μεγάρου και καθορίστηκαν τα εξής καταφύγια: Προϋπήρχαν το καταφύγιο στον Αγιάννη, στη σπηλιά της κυρά-Καλλιόπης, όπως ξέραμε. Καταφύγιο στο υπόγειο της Εθνικής Τράπεζας. Στην ντάπια της Αρβανιτιάς στην υπόγεια σήραγγα, με είσοδο στη γωνία της στροφής του δρόμου προς την Ακροναυπλία, όπου είναι και σήμερα ορατή η είσοδος και έξοδος στο παλαιό γυμναστήριο, όπου τώρα το πάρκο του Σταϊκοπούλου. Και ως το τέλος Δεκεμβρίου 1940 έγινε και άλλη έξοδος, έργο εξόδου προς την οδό Συγγρού και τη Ζυγομαλά, στα παλιά χασάπικα. Επίσης για καταφύγιο εχρησιμοποιούντο η καμάρα στο δρόμο της Αρβανιτιάς, η σπηλιά κάτω από το βράχο του Παλαμηδιού, η σπηλιά στην Παναΐτσα, στη σπηλιά στο ύψωμα Ευαγγελιστρίας, τα λαγούμια όπως ξέ­ρουμε. Επίσης ένα μεγάλο καταφύγιο φυσικό ήταν στον Προφήτη Ηλία.

Με πρωτοβουλία της Στρατιωτικής διοίκησης Ναυπλίου σκάφτηκαν χαρακώ­ματα στα Πέντε Αδέλφια, στον Ψαρομαχαλά, βάθους ενάμισυ μέτρου και πλάτους ενός μέτρου. Στην πλατεία Συντάγματος σκάφτηκαν χαρακώματα κατά τρόπον τριγωνικό από την οδό Κωλέτη μέχρι την οικία Ρούσσου, στην επάνω γωνία της Εθνικής Τράπεζας. Κατά τον αυτό τρόπο έγιναν και στην πλατεία Τριών Ναυάρχων μπροστά στα σχολεία και στην πλατεία Εθνοσυνελεύσεως, στην Πρόνοια. Επίσης και στην πλατεία Αγίου Νικολά­ου είχε ανασκαφεί υπερυψωμένο παρόμοιο καταφύγιο. Για καταφύγια επί­σης χρησιμοποιούντο και σπίτια στους πρόποδες του Παλαμηδιού, όπου με το άκουσμα της σειρήνας γέμιζαν από κόσμο, των πιο κάτω συνοικιών.

Όπως είπαμε, στην ταράτσα του Δικαστικού μεγάρου είχε τοποθετη­θεί μεγάλη σειρήνα, ύψους τριών μέτρων, σε βάση με σιδερένια πλαίσια, ό­που με το άκουσμά της έτρεχε ο κόσμος στα προαναφερθέντα καταφύγια. Στο πολεμικό μουσείο Ναυπλίου σε μια αίθουσα, που έχει ειδικά δια­μορφωθεί, υπάρχουν το ονόματα των Ναυπλιωτών, που έπεσαν ηρωικά κατά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο, όπως και ο χρόνος αλλά και ο τόπος που πέθαναν.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Τα Νέα της Αργολίδας», Τετάρτη 24 Οκτωβρίου 2001)

 

Ο βομβαρδισμός των συμμαχικών πλοίων στην περιοχή Καραθώνας

 

Μετά την εμπλοκή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο και την κατάρρευση της αντίστασης των ελληνικών δυνάμεων, άρχισε η ραγδαία προέλαση των Γερμανών προς όλη την Ελληνική επικράτεια, καταλαμβά­νοντας τη μια πόλη μετά την άλλη, από τη βόρεια Ελλάδα προς το νότο. Στην ευρύτερη περιοχή της Πελοποννήσου, βρίσκονταν πολλές συμμα­χικές δυνάμεις, Άγγλοι, Νεοζηλανδοί κ.ά. με την εντολή να συγκεντρωθούν στο Ναύπλιο, προκειμένου ν’ αναχωρήσουν για τη Μέση Ανατολή και την Κρήτη, για να μην πέσουν στα χέρια των Γερμανών. Μετά τις 25 Απριλί­ου 1942, κατέπλευσαν στο Ναύπλιο, τρία μεγάλα συμμαχικά οπλιταγωγά, που αγκυροβόλησαν στ’ ανοικτά του Ναυπλιακού κόλπου προς την Καραθώνα, όπου μάλιστα το ένα κόλλησε στα αβαθή νερά της περιοχής.

«Ulster Prince», τον Απρίλιο του 1941, βυθίστηκε στον κόλπο του Ναυπλίου.

Οι Γερμανικές υπηρεσίες έμαθαν τις προθέσεις των συμμάχων και από τις 26 του μηνός κιόλας άρχισαν σφοδρές επιθέσεις με «Στούκας» προκειμένου να ματαιώσουν την αναχώρηση των συμμάχων. Τις μέρες εκείνες, πολλές ναυπλιώτικες οικογένειες κατέφυγαν στην Καραθώνα, όπου έζησαν στιγμές αγωνίας και είδαν το χάρο με τα μάτια τους. Θυμάμαι την οικογένεια του Βαγ. Χαραλάμπους ή Κουτσομύτη, του Σπυρ. Νίκα, Γεωρ. Μακρή και άλλων πολλών από την Πρόνοια. Στις 27 Απριλίου, ολοκληρώθηκαν οι βομβαρδισμοί και καταστράφη­καν τα τρία πλοία, αφού όμως πρώτα έπληξαν ένα γερμανικό «στούκας», που έπεσε στην περιοχή του Προφήτη Ηλία. Τις μέρες αυτές, στο Ναύπλιο είχαν συγκεντρωθεί Άγγλοι στρατιώτες, συγκεκριμένα στην περιοχή της Αγ. Παρασκευής, που μας εντυπωσίασαν με την ψυχραιμία που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα.

Στο τέλος, για να μην πά­ρουν οι Γερμανοί λάφυρα τα πολλά στρατιωτικά αυτοκίνητα, έβαζαν μπρο­στά τις μηχανές και τα έριχναν από το ύψος της στροφής του Παλαμηδίου στο γκρεμό προς την Καραθώνα, και έτσι τα κατέστρεψαν. Μετά τον βομβαρδισμό των πλοίων, άρχισαν να βγαίνουν στην αμ­μουδιά της Καραθώνας άλογα άριστης ράτσας του Αγγλικού ιππικού και ανηφόριζαν προς τα βουνά. Πολλοί φτωχοί κάτοικοι συνέλεξαν κάποια απ’ αυτά, μόλις πληροφορήθηκαν το γεγονός. Στις γύρω αμμουδιές, από τον Αγ. Κωνσταντίνο μέχρι το τέλος, στο μώλο, είχαν εκβρασθεί πτώμα­τα Άγγλων και Νεοζηλανδών στρατιωτών, που είχαν σκοτωθεί κατά τους βομβαρδισμούς. Δυστυχώς αυτό το μακάβριο και φριχτό θέαμα το έζησαν όσοι είχαν καταφύγει στην Καραθώνα και μαζί μ’ αυτούς και η οι­κογένειά μου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 27-28 Απριλίου 1996)

 

Αληθινές πολεμικές ιστορίες

 

Αντίκρυ στην 28η Οκτωβρίου 1940 πυργώθηκε η 6η Απριλίου 1941, όταν η μεγάλη σύμμαχος των ηττημένων εχθρών μας εισέβαλε στην Ελλά­δα για να τους σώσει. Είναι πεπρωμένο ο μαρτυρικός αυτός τόπος να γί­νεται, όταν οι ώρες είναι κοσμοϊστορικές, οργισμένοι οι καιροί της Ιστο­ρίας, δοξασμένος Γολγοθάς και μαζί ο Ιερός Φάρος για τη διάλυση του πνιγηρού σκότους ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μετά λοιπόν την εμπλο­κή των Γερμανών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο στις αρχές Απριλίου 1941 και την καταφανή υπεροχή τους, ο ελληνικός στρατός αμυνόταν «επί πα­τρίου εδάφους» κατά τρόπο ηρωικό στην περιοχή του όρους Μπέλες, όπου βρίσκονταν τα περιβόητα οχυρά Μεταξά. Δόθηκαν σκληρές μάχες με σοβα­ρές απώλειες και από τις δυο πλευρές, τον ηρωισμό όμως των Ελλήνων παραδέχτηκαν οι Γερμανοί, αφού είχαν εμποδιστεί από τους ήρωες Έλληνες στρατιώτες.

Προέλαση των Γερμανικών στρατευμάτων προς το νότο. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Στην προέλασή τους προς νότο, οι Γερμανοί κατέλαβαν πολλές πόλεις της Β. Ελλάδας, οδεύοντας προς την Αθήνα χωρίς σχεδόν καμιά αντίσταση απέναντι στη διαμορφούμενη κατάσταση. Η κυβέρνηση των Αθηνών υπό τον Εμ. Τσουδερό τότε, ο βασιλιάς Γεώργιος και τα υπό­λοιπα μέλη της βασιλικής οικογένειας αναχώρησαν στην Κρήτη, παίρνο­ντας μαζί και τον χρυσό από τα υπόγεια της Τράπεζας της Ελλάδας, που φορτώθηκε σε αντιτορπιλικό, για να μην πέσει στα χέρια του εχθρού. Οι Γερμανοί έφθασαν στην Αθήνα στις 26 Απριλίου, όπου όρκισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου, που υπέγραφε ανακωχή με τους κατακτητές, προς μεγάλη απογοήτευση των Ελλήνων μαχητών.

Στο μεταξύ, οι πρώτες φήμες για κατάληψη της Αθήνας, κατόπιν των Μεγάρων και της Κορίνθου, αιφνιδίασαν τους κατοίκους του Ναυπλίου, αφού ήταν βέβαιο ότι σε δυο-τρεις μέρες θα ερχόταν και η σειρά της. Όπως σε άλλο κείμενο έχει σημειωθεί, ικανός αριθμός Άγγλων, Νεοζηλανδών, Καναδών στρατιωτών, είχε συγκεντρωθεί στην περιοχή με την ελπίδα μέσω θαλάσσης ν’ αναχωρήσουν από Ναύπλιο ή Τολό για Κρήτη και Αίγυπτο. Η επιχείρη­ση αυτή ματαιώθηκε, αφού τρία μεγάλα μεταγωγικά πλοία που ήταν ανοι­χτά του λιμανιού επλήγησαν από γερμανικά «Στούκας».

Στο Ναύπλιο εισέβαλαν οι Γερμανοί το απόγευμα της 28ης Απριλίου 1941. Στην είσοδο της πόλης, στη «Γλυκειά», υποδέχτηκαν αυτούς ομάδα συμπολιτών που απαρ­τιζόταν: από τον τότε νομάρχη Αργολιδοκορινθίας Αντ. Λεμπέση, τον ελληνογερμανό διερμηνέα Νικ. Λειβαδίτη, τον τότε διοικητή Χωροφυλακής Ζαμβράκη και τον γερμανόφιλο στρατιωτικό διοικητή Ραζή, τον οποίο αρ­γότερα οι Γερμανοί προώθησαν σε στρατιωτικό διοικητή Αθηνών. Ο τότε δήμαρχος Γ. Μηναίος δεν παρευρέθηκε, τον οποίον έπαυσαν αμέσως για τη στάση του.

 

Ναύπλιο. Το ξενοδοχείο «Νέον», δεκαετία 1930. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Εισερχόμενοι στη νεκρή πόλη με επικεφαλής μοτοσικλετιστές, ακολουθούμενοι από καμιόνια και τανκς, σταμάτησαν στο Δικαστικό Μέ­γαρο. Τότε ο επικεφαλής Γερμανός αξιωματικός, κοιτάζοντας τα σκαλιά του Παλαμηδιού, έδωσε σε ομάδα στρατιωτών τη Γερμανική σημαία και αυτοί ύψωσαν τη σβάστικα στον ιστό του ιστορικού φρουρίου. Κατόπιν, κατευθύνθηκαν στην παραλία, στα ξενοδοχεία Μ. Βρετανία και Νέον, Μπούρτζι και στο αρχοντικό του Μ. Μανουσάκη, που τα επίταξαν, μαζί με άλλα αξιόλογα κτίρια της πόλης μας. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα την επικράτηση ενός κλίματος φοβίας και τρόμου απέναντι στους βάρβαρους κατακτητές. Άλλαξε ο τρόπος ζωής, η καθημερινότητα του Ναυπλίου, αφού οι Γερμανοί επέβαλλαν τους παρα­κάτω περιοριστικούς όρους: απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το βράδυ ως τις 7:00 το πρωί, απαγόρευση συγκέντρωσης ομάδων πολιτών πάνω των δυο ατόμων και ποινή τουφεκισμού για όσους πολίτες έκρυβαν Άγγλους στρατιώτες. Κατάσχεση οχημάτων, κατάληψη του Τηλεγραφείου στην Πλ. Συντάγματος, του Σιδηροδρομικού Σταθμού, κλπ. Έτσι περίπου έχει η κατάληψη του Ναυπλίου από τον στρατό κατο­χής, που κράτησε ως το τέλος του πολέμου, 1200 μέρες περίπου.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 7 Μαΐου 1997)

 

Η μάχη της Κρήτης δια μέσω του Ναυπλίου

 

Για τη μάχη της Κρήτης, που άρχισε με τη Γερμανική αεροπορική επίθεση εναντίον του νησιού και υπήρξε ορόσημο του Β’ παγκοσμίου πο­λέμου, τις 20 Μαΐου 1941 έχουν γραφεί πολλά, έχουν εκδοθεί βιβλία, από ανθρώπους που είχαν λάβει μέρος στην όλη αυτή επιχείρηση, Γερμανούς, Άγγλους, Έλληνες, Νεοζηλανδούς κ.ά. και έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στην καταγραφή των γεγονότων, τις μεγάλες απώλειες που είχαν οι Γερ­μανοί σε στρατό και αεροπλάνα, ως και οι συμμαχικές και ελληνικές δυ­νάμεις, όπως και μαχητές της Κρήτης. Για τη σπουδαιότητα που είχε για τον Χίτλερ η κατάκτηση της Κρήτης, αφού για το σκοπό αυτό έστειλε εκεί να πολεμήσουν, τους θαυμάσια εκπαιδευμένους και αφοσιωμένους αλεξιπτωτιστές της 7ης Αερομεταφερόμενης Γερμανικής Μεραρχίας, το Άνθος της Γερμανικής Νεολαίας, όπως την έλεγαν. Για τους διακριθέντες λοιπόν και πεσόντες κατά τη μάχη της Κρήτης ο Χίτλερ καθιέρωσε το ανώτατο παράσημο Ανδρείας με την επωνυμία «ΚΡΗΤΗ».

Τώρα ως προς τη συμμετοχή του Ναυπλίου στην όλη αυτή επιχείρη­ση, είμαι σε θέση να σας γνωρίσω τα πιο κάτω αναφερόμενα: Ως γνωστό αεροδρόμια από τα οποία απογειώνονταν τα μεταγωγικά Γιούνκερς με τους αλεξιπτωτιστές και μαχητικά Στούκας που βομβάρδιζαν, ήταν τα α­εροδρόμια Ελευσίνας, Μεγάρων, Χασανίου και του Άργους. Φυσικά όλη η ηπειρωτική Ελλάδα είχε καταληφθεί από τις 26 Απριλίου, από τους Γερμανούς, όπως και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου, όπου τμήματα αυτών έμειναν στα Ξενοδοχεία Μ. Βρετανίας, Νέον και άλλα παραδοσιακά κτί­ρια της πόλης μας. Οι Γερμανοί πιλότοι των αεροπλάνων που ήταν στο αεροδρόμιο Άργους, όλοι τους επίλεκτοι αξιωματικοί της Γερμανικής Αεροπορίας, έμε­ναν στο ξενοδοχείο τότε Μπούρτζι και κάθε πρωί ξεκινούσαν με στρατιω­τικά καμιόνια για το Άργος προκειμένου να ριχτούν στην κατά της Κρή­της μάχη.

 

Ναύπλιο, Μπούρτζι.

 

Τα βράδια που έμεναν στο Μπούρτζι οι Γερμανοί πιλότοι αξιω­ματικοί, επιδίδονταν σε χορευτικές βραδιές, τραγουδώντας το θρυλικό «Λιλή Μαρλέν» πίνοντας μπύρες, και άλλα ποτά, ώσπου την άλλη μέρα πε­τώντας από το Άργος για την Κρήτη περνούσαν σύριζα πάνω από το Μπούρτζι περνώντας την Ακροναυπλία και χάνονταν στο πέλαγος. Η παρέα λοιπόν των Γερμανών πιλότων αρχικά ήταν περίπου 30 άτομα, κά­θε μέρα όμως γινόντουσαν λιγότεροι λόγω των μεγάλων απωλειών που εί­χαν στο Νησί. Κάθε βράδυ στο Μπούρτζι αναρωτιώντουσαν που είναι ο Χάνς, ο Πίτερ, ο Φρίτς κ.λπ., ώσπου ως το τέλος Μαΐου που ολοκληρώ­θηκε η κατάληψη της Κρήτης, στην παρέα των επίλεκτων αυτών Γερμανών πιλότων είχαν μείνει καμία δεκαριά. Τα πιο πάνω σχετικά με το «Μπούρτζι» μου τα είχε διηγηθεί ο αείμνηστος Καπετάν Πάνος Βασιλείου ή Μπεντζένης, που ήταν από το 1938 έως το 1970 πλοηγός του καϊκιού μεταξύ Μπούρτζι και λιμανιού…

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», 5-6 Ιουνίου 1999)

 

Κατοχή, Χριστούγεννα στο Ναύπλιο

 

Τα Χριστούγεννα του 1941 στο Ναύπλιο ήταν τα πρώτα που έγιναν υπό την κατοχή των Γερμανών. Έχουν περάσει πέντε μήνες από την εί­σοδο των Γερμανών στην Ελλάδα και ο χειμώνας ήταν ιδιαίτερα δριμύς, είχε πέσει και χιόνι. Στο Ναύπλιο και την ευρύτερη περιοχή τα πράγμα­τα ήταν ελαφρώς καλύτερα από άλλες περιοχές της χώρας σ’ ότι αφορά την διαβίωση.

Στα χωριά της Ναυπλίας όλο και υπήρχε κάποια γαλοπούλα ή κοτό­πουλο ή αρνάκι βοσκής. Επίσης στις παρυφές της πόλης, στη Πρόνοια στους πρόποδες του Παλαμηδίου, την Ευαγγελίστρια, Αγία Παρασκευή, Πολύγωνο, σ’ όλες αυτές τις γειτονιές συνήθιζαν να έχουν κάποιες κότες ή γαλοπούλες. Θέλω να πω ότι οι συμπολίτες μας αυτοί ήταν από τους τυχερούς που είχαν ένα φαγητό για να χαρούν τα Χριστούγεννα. Στα μαγαζιά του Ναυπλίου δεν υπήρχαν τρόφιμα παρά ελάχιστα. Στα κρεοπωλεία αντί για κρέατα τις παραμονές των Χριστουγέννων έβλεπες να κρέμονται λαχανίδες. Τα κρεοπωλεία της Πρόνοιας ήταν γεμάτα από αυ­τές. Στου Ηλία Ξυλά, Αναστάσιου Κούτρη και Βαγγέλη Μπουρέκα γεμάτα λαχανίδες.

Αν είχαν κανένα χοντρό κρέας, αυτό πουλιόταν στη μαύρη α­γορά, όπως συνηθιζόταν τότε. Στα μπακάλικα της πόλης η ίδια κατάσταση. Άδεια ράφια. Ούτε ζάχαρη, ούτε αλεύρι, τίποτα. Ευτυχώς που υπήρχε ο Ερυθρός Σταυρός, που είχε πάρει τουλάχιστον μέτρα για τους απόρους. Στη Μητρόπολη λειτουργούσε υπηρεσία που τους βοηθούσε, με λίγο γάλα και ζάχαρη.

Στο παντοπωλείο του Κουλουρίδη στον Άγιο Σπυρίδωνα μοίραζαν με δελτίο από 100 δράμια ζάχαρη, μισή οκά αλεύρι, 100 δράμια μέλι για κά­θε άπορη οικογένεια, ενώ στον Δανιγγέλη στην Πρόνοια μοίραζαν 100 δρά­μια ρετσίνα. Στη παραλία, δίπλα στο τελωνείο, λειτουργούσαν συσσίτια για τους απόρους. Το μενού ήταν φασόλια χωρίς λάδι, ρεβύθια, φακές, μπουλουγούρι. Και εδώ την οργάνωση είχαν αναλάβει οι κυρίες του Ερυθρού Σταυ­ρού, οι οποίες εκτελούσαν έργο θεάρεστο. Μερικών δε θυμάμαι και σήμε­ρα τα ονόματα. Ήταν οι κυρίες Κατίνα Κωστούρου, Πόπη Παπαδάκη, Ολυμπίου, Παπαντωνίου, Χαρμαντά, Δέσποινα Κατσίκα. Μαγείρισσες ήταν η Λουκία Μπόμπου, η Φρόσω Καράγιωργα και η Ελένη Ρόζη από την Πρόνοια. Το θρησκευτικό αίσθημα των Ναυπλιωτών πάντως ήταν ακμαίο. Την Παραμονή των Χριστουγέννων κατά ομάδες ή μεμονωμένα έψαλλαν τα κά­λαντα σ’ όλη την πόλη. Οι εκκλησίες ήταν από νωρίς το πρωί κατάμεστες από κόσμο.

 

Η απελευθέρωση του Ναυπλίου την 14η Σεπτεμβρίου 1944

 

Ύστερα από την προώθηση των Γερμανικών Στρατιών στο ρωσικό μέτωπο οι μέρες παραμονής των κατακτητών στην Ελλάδα ήταν μετρη­μένες. Η απόβαση των Συμμάχων στη Νορμανδία ήταν η «χαριστική βολή» για τους Γερμανούς, οι οποίοι άρχισαν σιγά-σιγά να αποσύρουν το στρα­τό τους από τα κράτη που είχαν καταλάβει, κατά τη διάρκεια του επεκτατικού τους πολέμου. Από την Ελλάδα άρχισαν να φεύγουν μετά από τέσσαρα χρόνια τριπλής κατοχής – αφού είχαν συμμάχους τους, τους Βουλγάρους και Ιταλούς –  τα πιο τραγικά ύστερα από την ίδρυση του νέου ελληνικού κράτους. Η χώρα ήταν εξαθλιωμένη και οι φρικτές επιπτώσεις της Κατοχής θα έμεναν για πολλά χρόνια ανεξίτηλα τυπωμένες στις μνήμες όσων τις έζη­σαν: πείνα, στερήσεις, κακουχίες, βομβαρδισμοί, συλλήψεις, εκτελέσεις πα­τριωτών.

Στην περιφέρειά μας, ήταν ευρύτατα αισθητή η παρουσία του στρατού κατοχής, όπως από τις αρχές του 1944 διαφαινόταν πολύ έντονα η τάση φυγής των Γερμανών από την Ελλάδα. Αυτό άλλωστε επαληθευόταν από την αισθητή μείωση του αριθμού των στρατιωτικών τους δυνάμεων. Ειδικά στην πόλη μας, οι Γερμανοί φαίνεται πως ήθελαν να αφήσουν φεύγοντας τα σημάδια της τυρρανικής παρουσίας τους: είχαν λοιπόν αρχί­σει από τον Ιούνιο δήθεν οχυρωματικά έργα, σ’ όλο το μήκος της παρα­λίας από τον τότε βάλτο – κοντά στο σημερινό γήπεδο – μέχρι το φανάρι. Το έργο είχε ανατεθεί στον πολιτικό μηχανικό Δ. Ρουμελιώτη και το προ­σωπικό που θα απασχολιόταν εκεί ήταν Έλληνες εργάτες, υπό την επίβλε­ψη του τελευταίου τότε στρατιωτικού διοικητή Α. Μύλλερ.

Το έργο βέβαια αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά ένα σατανικό σχέδιο δολιοφθοράς: δηλα­δή, τοποθέτηση υπόγειων καλωδίων και εκρηκτικών υλών προκειμένου φεύγοντας οι Γερμανοί να ανατινάξουν μέρος του λιμανιού της πόλης.

Οι συμμετέχοντες τότε στο έργο Έλληνες, με επικεφαλής τον εργολά­βο σκέφτηκαν πατριωτικά: θα εκτελούσαν το έργο κατά ένα μέρος όμως. Δε θα έβαζαν δηλαδή την απαιτούμενη εκρηκτική ύλη για την καταστροφή του λιμανιού. Το σχέδιο του Γερμανού διοικητή το έμαθαν οι τότε τοπικοί παράγοντες, οι οποίοι με γρήγορη παρέμβασή τους προσπάθησαν να περι­σώσουν ότι μπορούσαν. Έτσι λοιπόν, χαράματα της 14ης Σεπτεμβρίου, ημέρας του Τιμίου Σταυρού, ακούστηκαν εκκωφαντικοί κρότοι από τις ανατινάξεις. Μια από αυτές έγινε και στο ιστορικό ρολόι της πόλης μας, στην Ακροναυπλία. Βέ­βαια στο λιμάνι, οι εκρήξεις ήταν απανωτές, ανά 15-20 μέτρα, ευτυχώς όχι με τα καταστρεπτικά αποτελέσματα στην έκταση που προέβλεπε το αρχικό σχέδιο των Γερμανών.

Από την 6η πρωινή, οι κατακτητές άρχισαν να αναχωρούν οδικώς μέσω Άργους και Κορίνθου προς την Αθήνα, αφού πρώτα υπέστειλαν την Γερμανική Σημαία από το Παλαμήδι και το Μπούρτζι. Ο τελευταίος Γερ­μανός αξιωματικός παρέδωσε την πόλη στον εκπρόσωπο του Τάγματος Ασφαλείας Ναυπλίου ισόβαθμο του τότε ανθυπασπιστή Παναγιώτη Κολιόπουλο. Οι κάτοικοι του Ναυπλίου, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύ­πης για τις καταστροφές γιόρτασαν το γεγονός της αναχώρησης. Οι κα­μπάνες χτύπησαν χαρμόσυνα και ο ήχος τους διέσχιζε πέρα ως πέρα τον ελεύθερο πλέον Ναυπλιώτικο ουρανό. Έγινε δοξολογία στον Άγιο Γεώργιο, τα σπίτια σημαιοστολίστηκαν και οι κάτοικοι χαμογελούσαν με ανακούφι­ση. Μ’ αυτό τον τρόπο έλαβε τέλος η ιστορία της παραμονής του Γερμα­νικού Στρατού κατοχής στο Ναύπλιο.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Τρίτη 16 Σεπτεμβρίου 1997)

 

 Η είσοδος του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο

 

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών από το Ναύπλιο περί τα μέσα Σεπτεμβρίου του ’44, ύστερα από την διαγραφομένη συντριβή τους υπό των συμμάχων, στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου και ώσπου να ορ­κιστεί η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας υπό τον Γ. Παπανδρέου, όπως σε όλη την Ελλάδα έτσι και στο Ναύπλιο επικρατούσε αβεβαιότητα, αναταραχή, ως προς το ποιος θα διοικεί αυτήν την πόλη.

Σ’ όλη την ορεινή Αργολίδα, απ’ το 1942 είχε φουντώσει το Αντάρ­τικο. Στη Μηδέα, Κέρμπεσι, Κουρτάκι, Μάνεσι, κυριαρχούσε ο ΕΛΑΣ. Αριθμούσε μερικές χιλιάδες άνδρες υπαγόμενους στο 8ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ με έδρα την Γκούρα Κορινθίας. Στο Ναύπλιο, την τήρηση της τάξεως, είχε αναλάβει ολιγομελής δύνα­μη χωροφυλακής υπό τον μοίραρχο Ορφανό, και δυο λόχοι ταγματασφαλιτών υπό τον ταγματάρχη Δημ. Μουστακόπουλο.

Στο διάστημα αυτό από την αποχώρηση των Γερμανών και την είσο­δο του ΕΛΑΣ δεν είχαμε σοβαρές αδελφοκτόνες συγκρούσεις εκτός από με­ρικές αψιμαχίες στην είσοδο της πόλης απ’ τη μεριά της Αρετούς, με εξαίρεση μια πρωινή συμπλοκή, αρχές Νοεμβρίου, μεταξύ τσολιάδων και ανταρτών, προερχομένων μάλιστα απ’ τα απέναντι του Ναυπλίου παράλια της Κυνουρίας, όπου έφτασαν εδώ με καΐκια του ΕΛΑΝ. Οι συγκρούσεις άρχισαν στα στενά της παραλίας Ναυπλίου, όπου εφονεύθησαν ο παντοπώλης Δ. Μόρφης έχων κατάστημα στην οδό Κωτσονοπούλου, με τον αδερφό του Γιάννη. Ο Μόρφης εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, όπως διεδόθη, καθώς και δυο αθίγγανοι. Οι συμπλοκές έφτασαν ως την Πλατεία Συντάγματος, όπου τραυματίστηκε και η υπηρέτρια της οικίας Μελισινού.

 

Ναύπλιο. Μεγάλος Δρόμος, 1922. Δημοσιεύεται στο Γ. Ρούβαλης, Ναύπλιον, Σπηλιάδου 1.

 

Το ότι δεν υπήρξαν σοβαρές συγκρούσεις οφείλετε στην σωφροσύνη των αντιπάλων αρχηγών, κατά τα λεγόμενα της εποχής. Μετά από μακροήμερες και επίπονες συνεννοήσεις του ΕΛΑΣ που υπερτερούσαν αριθμητικά, επήλθε συμφωνία ν’ αποχωρήσουν οι ολιγάριθμες δυνάμεις των ταγμάτων ασφαλείας και χωροφυλακής (έφυγαν προς τις Σπέτσες με πλωτά μέσα). Αμέσως τις επόμενες μέρες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εισήλθαν πανηγυρικά στο Ναύπλιο, με επικεφαλής έφιππο τον στρατηγό Π. Λούρη απ’ το Άργος, με επίσης έφιππους τους ταγματάρχες Σεφερλή και Καρατζαφέρη. Ακολούθησαν οι καπεταναίοι και άνδρες του ΕΛΑΣ με σταυρωτές αρμάδες και βαριά οπλισμένοι με Γερμανικά, Αγγλικά και Ιταλικά όπλα τραγουδώντας το γνωστό τραγούδι του ΕΛΑΣ «στ’ άρματα, στ’ άρματα». Μεταξύ αυτών και οι συμπολίτες Κ. Χαύτας, Δ. Ξύδης, Ν. Βαλασάκης, Χ. Σπυρόπουλος ή καπετάν Άνεμος και πολλοί άλλοι απ’ τα γύρω χωριά. Στην είσοδο της πόλης τους έγινε επίσημη υποδοχή από επιτροπή κα­τοίκων της πόλης με επικεφαλή τον τότε μεγαλέμπορο του Ναυπλίου Μ. Λάμπρου, τον γιο του οποίου Νίκο, είχαν κρεμάσει οι Γερμανοί στο Μ. Πεύκο, μαζί με άλλους πατριώτες, και ο οποίος μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας ήταν δήμαρχος του Ναυπλίου (ο επονομαζόμενος τότε δήμαρχος ΕΑΜ).

Πλαισιωμένος και από άλλους, όπως το γιατρό απ’ την Άρεια Γ. Οικονομόπουλο, τη δασκάλα I. Βαρκάτζα, τους δασκάλους I. Ζευγολατάκο, Παν. Ξύδη, τους δικηγόρους Δ. Μανιάτη, Σ. Θεοδωρόπουλο, τους αρχη­γούς της ΕΠΟΝ, με επικεφαλής τον φοιτητή Σπ. Δημόπουλο, την αδερφή του Άννα, την Α. Ξύδη (κόρη του δασκάλου) και πολλούς άλλους επονίτες Πρόνοιας και Ναυπλίου. Μετά την προσφώνηση απ’ τον Μ. Λάμπρου, η φάλαγγα κατευθύνθει στην Πλατεία Συντάγματος, όπου ο στρατηγός Λούρης, απ’ το μπαλκόνι της Εθνικής Τράπεζας, ανέπτυξε την δράση του ΕΛΑΣ κατά την περίοδο της Κατοχής και την συμβολή αυτού στην απελευθέρωση της πατρίδας. Επίσης, πύρινους λόγους για την αντίσταση εκφώνησε ο Σπ. Δημόπουλος, η αδελφή του Άννα και η Α. Ξύδη.

Μετά την τελετή της υποδοχής με πρώ­το τον στρατηγό Λούρη, όλοι έψαλαν τον Εθνικό Ύμνο. Κάπως έτσι τελείωσε η εορτή της εισόδου του ΕΛΑΣ στο Ναύπλιο, ενώ οι κάτοικοι του Ναυπλίου αμήχανοι παρακολουθούσαν τα γενόμενα. Αργότερα, οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ εγκαταστάθηκαν εκεί όπου ήταν η Αστυνομία, στο κτίριο της Οδού Βύρωνος, στα σκαλιά της Φραγκοκλησιάς, όπου ήταν η Ανωτέρα Δι­οίκηση Χωροφυλακής Πελοποννήσου, στις αποθήκες του Καταγά στην παρα­λία, όπου ήταν ιταλικοί καταυλισμοί και σε άλλα κτίρια της πόλης μας. Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ έμειναν στην πόλη μόνο μέχρι την συμφωνία της Βάρκιζας, όταν ορκίσθηκε η πρώτη μεταπολεμική κυβέρνηση υπό τον Γ. Παπανδρέου. Τις όλες εικόνες της υποδοχής αποθανάτισε ο τότε φωτογράφος Κ. Καραχάλιος, μερικές απ’ τις οποίες υπάρχουν στα γραφεία της πρωτοβάθ­μιας Δημ. Εκπαίδευσης Αργολίδας.

( Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός. Εφημερίδα, «Ειδήσεις», Νοέμβρης 1995)

 

Πηγή


  • Ιωάννης Μ. Κουτσουμπός, «Εικόνες του Ναυπλίου από τον πόλεμο και την κατοχή», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, Δεκέμβριος 2004.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Διάλεξη: Χρήστος Πιτερός « Ανάγλυφη αρχαϊκή στήλη από το Άργος»


 

O Σύλλογος Αργείων « O Δαναός» έχει την τιμή και την ευχαρίστηση να σας αναγγείλει, ότι  την  Κυριακή  6  Νοεμβρίου 2011  και ώρα 6.30 μ.μ. θα φιλοξενήσει στο Βήμα του, τον Αρχαιολόγο Χρήστο Πιτερό με θέμα: « Ανάγλυφη αρχαϊκή στήλη από το Άργος». Θα προβληθούν σχετικές διαφάνειες και θα ακολουθήσει συζήτηση.

 

Χρήστος Πιτερός

 

Κατάγεται από το Αρκαδικό Ναυπλίας. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή της Αθήνας και Αρχαιολογία και Τέχνη στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ως αρχαιολόγος του Υπουργείου Πολιτισμού, υπηρέτησε αρχικά στη Βοιωτία   (Θ΄ ΕΠΚΑ)  και στη συνέχεια στην Δ΄ΕΠΚΑ στην Αργολίδα, μέχρι την αφυπηρέτησή του το 2010.

Έχει διενεργήσει μεγάλο αριθμό σωστικών ανασκαφών στη Θήβα, τη Λεβαδιά, το Δήλεσι, τη Σαλαμίνα, στον τύμβο των Σαλαμινομάχων, την Ερέτρεια, την Επίδαυρο, την Ασίνη, το Ναύπλιο, την Τίρυνθα, το Τημένιο και κυρίως στην αιώνια πόλη του Άργους, όπου επικεντρώθηκαν εξ αρχής τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, όπως η οχύρωση, η πολεοδομική οργάνωση, η τοπογραφία της πόλης και της ευρύτερης περιοχής  και η αργειακή πλαστική.

Έχει λάβει μέρος με ανακοινώσεις σε πολλά διεθνή συνέδρια και έχει δημοσιεύσει πολλές και σημαντικές  επιστημονικές εργασίες, αλλά και εκλαϊκευτικά άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο. Αρκετές από αυτές, αναφέρονται στο Άργος, όπως: «Το Αρχαίο Στάδιο του Άργους», «Οι Πυραμίδες της Αργολίδας», «Συμβολή στην Αργειακή Τοπογραφία», «Προτάσεις για την ανέγερση ενός νέου Μουσείου στο Άργος», «Η Μυκηναϊκή Ακρόπολη της  Λάρισας του Άργους», «Η Ακρόπολη της Λάρισας και τα τείχη της πόλης του Άργους»,  «Η  λατρεία των Διοσκούρων στο Άργος», «Το Άργος και ο Χάραδρος», « Υστεροαρχαϊκή  επιτύμβια στήλη από το Άργος», «Το Μυκηναϊκό Άργος», «Ηραία τα εν Άργει», «Θέρμες του Άργους, ένας τεκές και ένα καφενείο στα χρόνια της Επανάστασης και της Ανεξαρτησίας», καθώς άρθρα στον αθηναϊκό και τοπικό τύπο, για αρχαιολογικά και γενικότερα θέματα.

Διετέλεσε Διευθυντής της συστηματικής ανασκαφής Ελληνογαλλικής Συνεργασίας στην Αρχαία Αγορά του Άργους, Αναπληρωτής Διευθυντής της Δ΄ ΕΠΚΑ και Πρόεδρος της Επιτροπής έκδοσης του περιοδικού «Ναυπλιακά Ανάλεκτα» (VII, 2009).

 

Read Full Post »

Η Αργολίδα στα όπλα – Η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου 17-5-44


 

 Το κείμενο που παραθέτουμε, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Φείδων» στο φύλλο Ιανουαρίου- Φεβρουαρίου του 1984. Ο Κ. Κυριαζόπουλος περιγράφει με γλαφυρότητα όσα ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης – ένας από τους πρωταγωνιστές  της συγκεκριμένης μάχης – του αφηγήθηκε.

 

Το 1944 είναι ο χρόνος των παθών για την Χιτλερική Γερμανία. Τα συμμαχικά στρατεύ­ματα προελαύνουν σε ό­λα τα μέτωπα και οι α­ντιστασιακές οργανώσεις στην κατεχόμενη Ευρώπη με καθημερινές πράξεις σαμποτάζ, με ενέδρες και φονικές μάχες καθιστούν τη θέση των στρατευμά­των κατοχής απελπιστι­κή. Εκείνο όμως που ιδιαίτε­ρα απασχολεί τη Γερμανική διοίκηση στην Ελλά­δα είναι η με πάση θυσία διατήρηση ανοιχτής της οδού διαφυγής των Γερμανικών στρατευμά­των απ’ το Μωριά προκειμένου έτσι ν’ αποφύγουν τον εγκλωβισμό τους από τις προελαύνουσες προς νότο Ρωσικές στρατιές. Για τον λόγο αυτόν οι Γερμανικές αρχές θα εξαπολύσουν αιματηρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σ’ ολόκληρο το Μωριά την άνοιξη του ’44 με στόχο βασικό να κάμψουν το ηθικό του μαχόμενου για την ελευθερία του Ελληνικού λαού, και να αποδυναμώσουν έτσι την πολεμική δραστηριότητα των πατριωτικών δυνάμεων.

Έλληνες στρατιώτες.

Στο αιματηρό αυτό όργιο κατά του Ελληνικού λα­ού θα τους συμπαραστα­θούν ολόψυχα και οι Έλληνες συνεργάτες τους ά­τομα αυστηρά επιλεγμέ­να από το βούρκο του υ­ποκόσμου με ανεπάρκεια πνευματική και ανύπαρ­κτη εθνική συνείδηση. Αποκαλυπτική της απόγνωσης στην οποία έχουν περιέλθει οι δυνάμεις κα­τοχής στο Μωριά είναι και η πιο κάτω έκθεση απ’ τα μυστικά αρχεία του Γ. Ράϊχ της 25-5- 44 η οποία λέει: Έκθεσις της Γερμανι­κής υπηρεσίας πληροφοριών της αντικατασκοπείας Αϊνς Τσέ, εξ’ Ελλάδος της 25-5-44. Η κατάστασις εις Πελοπόννησον κατέ­στη τόσον σοβαρά από πολυπληθείς πράξεις σαμποτάζ στις μεταφορές μας, και επιθέσεις στρατηγι­κών θέσεων, ώστε απέβη αναγκαίον να χαρακτηρισθή ολόκληρος η περιο­χή ως πεδίον επιχειρήσεων.

Η ίδια αυτή Γερμανική υπηρεσία σε άλλη της έκ­θεση αναφέρει: Εις Πελοπόννησον η παρουσία του Αρχηγού των Ελλήνων ανταρτών Άρη Βελουχιώτη οδηγεί εις περαιτέρω έντασιν της δρα­στηριότητος των   ανταρτών… Υπό την καθοδήγησίν του οργανώθησαν επιθέσεις που εστοίχισαν πολλάς απώλειας εις τους αντάρτας… Συνεχείς ανα­τινάξεις επί των σιδηροδρομικών γραμμών και αιματηραί συμπλοκαί μεταξύ των ημετέρων κομάντος και Ταγμάτων Ασφαλείας.

Από τα πιο πάνω κείμενα βλέπει κανείς την έκταση  του ψυχολογικού αδιέξοδου στο  οποίο έ­χουν περιέλθει οι Γερμανοί κατακτητές και οι συνεργάτες   τους… Κι ακόμα την παραδοχή των αρχών κατοχής ότι (η κατάστασις στην Πελοπόννησο κατέστη τόσο σοβαρά από την πολεμική δραστη­ριότητα των Ελλήνων ώ­στε απέβη αναγκαίο να χαρακτηρισθεί ολόκληρη η περιοχή της Πελοποννήσου ως πεδίον επιχειρήσεων). Και την εφιαλτική αυτή κατάσταση της δραστηριότητας των Ελλή­νων ανταρτών θα την ζήσουν οι Γερμανοί στρατιώτες μέχρι την πλήρη απο­χώρησή τους από την Ελλάδα.

Μέσα λοιπόν σ’ αυ­τό το γενικό περίγραμμα της πολεμικής δραστηριότητας των Ελλήνων αντα­ρτών συγκαταλέγεται και η μάχη στο χάνι Αχλαδοκάμπου της 17-5-44 που σε γενικές  γραμμές και με πολύ συγκίνηση μου αφηγήθηκε πριν λί­γες μέρες ο Ανθυπολοχαγός Γ. Αγγελίδης από τους πρωταγωνιστές της μά­χης εκείνης.

Τον τελευταίο καιρό στην ορεινή ιδιαίτερα Αργολίδα, οι Γερμανοί και οι Έλληνες συνεργάτες τους στοχεύοντες στην καθυπόταξη του πληθυσμού της υπαίθρου είχαν επιδο­θεί σ’ ένα χωρίς προηγούμενο αιματηρό όργιο. Η οργάνωση του ΕΑΜ Άργους σ’ αυτήν την οργανωμένη αιματηρή επι­χείρηση αντιδρά με την είσοδο αντάρτικων ομά­δων κρούσης μέσα στην πόλη του Άργους, που τα χαράματα της 15ης Μαΐου συλλαμβάνουν έ­ναν Αργίτη συνεργάτη του εχθρού, και την επο­μένη πυροβολούν και τραυματίζουν έναν άλλον σε κεντρικό δρόμο της πόλης.

Οι Γερμανικές αρχές μπροστά στην παράτολμη αυτή ενέργεια των ανταρτών καταλαμβάνονται α­πό πανικό και επιβάλλουν περιορισμό της κυκλοφορίας του πληθυσμού της πόλης από της 6ης απο­γευματινής μέχρι της 6ης πρωινής. Δεν έφτανε όμως η τιμω­ρία των συνεργατών του εχθρού. Έπρεπε να υποστούν τις συνέπειες αυτού του αιματηρού οργίου κατά του λαού της υπαί­θρου, και οι ίδιοι οι Γερμανοί. Την αποστολή αυ­τή η οργάνωση του Άργους ανέθεσε στη διοίκη­ση του 6ου Συντάγματος.

Η Οργάνωση του ΕΑΜ της Τρίπολης πληροφορεί το Σύνταγμα ότι μεταξύ της 16ης και 20ης Μαΐου (χωρίς ν’ αναφέρεται η ώρα) θα κινηθεί από Τρίπολη προς Άργος φάλαγγα Γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων με 100 περίπου εφέδρους αξιωματικούς του πυροβολικού της 117 μεραρχίας (άλ­λες πληροφορίες έλεγαν ότι επρόκειτο για υπαξιωματικούς της τοπογραφι­κής υπηρεσίας).

Η εντολή για την εκτέλεση της επιχείρησης ανετέθη στο διοικητή του 6ου λόχου του 6 τάγματος μόνιμο υ­πολοχαγό Τούτουνα Τά­σο και στον επίσης μόνι­μο Ανθυπολοχαγό Άρχον Στέφανον, οι οποίοι δια προσωπικής αναγνώρισης και με την βοήθεια Εφεδροελασιτών των γύρω χωριών που γνώριζαν σ’ όλες τις λεπτομέρειες τη μορφολογία του εδάφους της περιοχής, καθόρισαν απ’ την παραμονή τις λε­πτομέρειες της μάχης που είχε επιλεγεί η θέση ΧΑ­ΝΙ και πιο συγκεκριμένα η θέση Ντούλια, μια τοποθεσία στο δημόσιο δρόμο Άργους – Τρίπολης και σε απόσταση 4 περίπου χιλιόμετρα από τον Αχλαδόκαμπο προς την πλευ­ρά του Άργους.

Ο λόχος που βρισκόταν στο χωριό Λαύκα, ξεκίνησε από κει στις 15 Μαΐου και πεζοπορώντας μέσω Καρυάς – Κρυάβρυσης φτάνει τη νύχτα στη θέση εκείνη που από την ιστο­ρία είχε επιλεγεί για να γραφτεί εκεί μια σελίδα ηρωισμού και δόξας για τα Ελληνικά όπλα. Η κύρια δύναμη του λόχου α­πό 80 περίπου άνδρες, ή­ταν πλαισιωμένη και από 8 – 10 Ιταλούς στρατιώ­τες από κείνους που προσχώρησαν στο αντάρτικο μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας, τον Σεπτέμβρη του ’43. Ακόμα ο λόχος ενισχύ­θηκε και με καμιά τριανταριά εφεδροελασίτες της περιοχής που προσέφεραν πολύτιμες υπηρεσίες με τον ηρωισμό τους.

Εκτός από τον ατομικό τους οπλισμό οι Έλληνες πολεμιστές διέθεταν επτά οπλοπολυβόλα και αρκετές επιθετικές χειρο­βομβίδες. Το σχέδιο διά­ταξης της δύναμης, προέβλεπε την κάλυψη απ’ το μεγαλύτερο μέρος της, μιας έκτασης 200 περί­που μέτρων επί του δημο­σίου δρόμου και στην βορεινή πλευρά του. Δυο άλλες μικρές ομάδες από 10 περίπου άνδρες η κάθε μια θα ‘παιρναν  θέσεις, η μια προς την πλευρά της Τρίπολης και σε απόστα­ση500 μέτρων απ’ την ε­νέδρα, και η άλλη το ίδιο προς της πλευρά του Άργους. Αυτές οι δυο μικρές δυνάμεις ανέλαβαν τα καθή­κοντα του παρατηρητή και ακόμα την παρεμπό­διση γερμανικών ενισχύ­σεων στη διάρκεια της μάχης.

Η διοίκηση του λόχου από 15 άνδρες και 4 Ιτα­λούς τραυματιοφορείς με καθήκοντα εφεδρικής δύ­ναμης θα ‘παιρνε θέση 50 -60 μέτρα μακριά από την ενέδρα. Στους άνδρες του λόχου δίνονται οι τελευταίες λε­πτομέρειες δράσης, και στο κάθε τμήμα χωριστά γίνεται η κατανομή των αποστολών τους. Αυστηρή εντολή… Απόλυ­τη σιωπή… Καμιά μετα­κίνηση… Ένα με το χώ­μα… Το σύνθημα της επί­θεσης θα δινόταν αποκλειστικά και μόνο από τον διοικητή του λόχου με έ­ναν πυροβολισμό και η α­ποχώρηση με μια πράσι­νη φωτοβολίδα,.. και οι ώρες μέσα στην ανοιξιάτικη νύχτα περνά­νε γεμάτες αγωνία και νευρικότητα… Παντού βασιλεύει μια απέραντη σιωπή… Μια σιωπή τόσο μο­νότονη, τόσο κουραστική, που τσακίζει τα νεύρα ό­λων εκείνων που ώρες τώρα ακίνητοι στις θέσεις τους και που έχουν γίνει ένα με το χώμα, καρτεράνε να ‘ρθη εκείνη η μεγάλη στιγμή…

Αχλαδόκαμπος

Η στιγμή εκείνη που οι κλαγγές των όπλων θα στείλουν στους αετούς του Ολύμπου για ν’ ακουστούν στα πέρατα της γης χαιρετισμό περήφανο απ’ τους αντρειωμένους του Μωριά. Παντού σιωπή… Το ίδιο σιωπηλή και η θά­λασσα εκεί κάτω στον Αργολικό έτσι όπως φαίνε­ται από ψηλά σαν ένα τε­ράστιο απλωμένο σεντόνι κεντημένο από χιλιάδες κίτρινα φαναράκια πού ‘ναι τ’ αστέρια τ’ ουρα­νού… Παντού σιωπή… Κάπου- κάπου ένα τριζόνι τα­ράζει την ησυχία της νύ­χτας και την  ακοή  των παλικαριών, που κάνει την προσοχή τους σαν αφηνιασμένο άλογο, αχαλί­νωτη να καλπάζει σε κιν­δύνους φανταστικούς, και την ματιά τους να ψαχου­λεύει τον εχθρό μέσα απ’ τα αδιαπέραστα σκοτά­δια του μακρινού τοπίου.  Άλλοτε πάλι η σκιά ε­νός αγγελιοφόρου που γλιστράει μέσα στη νύ­χτα για να φέρει κάποιο μήνυμα απ’ τη διοίκηση, αποσπά την προσοχή και χαλαρώνει τα νεύρα των ανδρών του αποσπάσματος απ’ την υπερένταση.

Και περνάνε οι ώρες και περνάνε οι στιγμές πού ‘ναι τόσο άδειες, τόσο ατέλειωτες και βασανιστι­κές…Και κάποτε θα ‘ρθει η χαραυγή… Ένα χρυσοκόκκινο φως εκεί προς την ανατολή… Μήνυμα πως σε λίγο θα φέξει… Σε λίγο.. Και το ξημέρωμα θα φέρει μαζί του εκείνο το παγωμένο ανοιξιάτικο αγιάζι, που θα κάνει τα κορμιά των ανδρών να τρέμουν από το κρύο… Και τα πουλιά από θάμνο σε θάμνο πετώντας παρακολουθούν σαστισμένα ε­κείνες τις περίεργες σι­λουέτες που ώρες τώρα στέκουν ακίνητες και σιωπηλές, και που έχουν γί­νει ένα με το χώμα…

Ώρα 6η πρωινή. Ο βόμ­βος μιας μηχανής ταρά­ζει την πρωινή ησυχία και κάνει τις ματιές όλων σαν φωτεινοί προβολείς ν’ ανιχνεύουν το θαμπό ορίζοντα. Ένα μαύρο πουλί που όσο πλησιάζει παίρνει τεράστιες διαστάσεις έτσι όπως περνάει ξυστά πάνω απ’ τους γύ­ρω λόφους και χάνεται πίσω τους, εκεί προς την πλευρά της Τρίπολης. Είναι ένα ανιχνευτικό αεροπλάνο που πριν από λίγο απογειώθηκε από τ’ αεροδρόμιο του Άργους για κάποια ποιος ξέρει απο­στολή. Ώρα 8.30 πρωινή. Απ’ τη πλευρά του Άργους έρ­χεται ένα γερμανικό αυτοκίνητο με κατεύθυνση την Τρίπολη. Σε λίγο έ­να άλλο αυτοκίνητο από Τρίπολη αυτή τη φορά προς Άργος. Και στις δυο περιπτώσεις τ’ αυτοκίνητα πέρασαν ανενόχλητα. Ώρα 9η πρωινή. Το παρατηρητήριο απ’ την πλευρά της Τρίπολης επι­σημαίνει φάλαγγα γερμανικών φορτηγών αυτοκινήτων που προηγούνται, μια μοτοσικλέτα και ένα μι­κρό κλειστό αυτοκίνητο. Η είδηση σαν αστραπή μεταφέρεται στους άνδρες του λόχου. Έτοιμοι σε θέση μάχης. Αγωνία και νευρικότητα…

Όλων οι ματιές είναι στραμμένες εκεί ψηλά στην τελευταία στροφή του δρόμου που σε λίγο θα φανεί η φάλαγγα των αυτοκινήτων. Έτοιμοι όλοι με το χέρι στη σκανδάλη. Και να τώρα, η μοτοσικλέτα που προηγείται της φάλαγγας κάνει την εμφάνισή της και πί­σω της μια κλειστή κούρ­σα που την ακολουθούν σ’ απόσταση σαράντα πε­ρίπου μέτρων τ’ άλλα αυτοκίνητα. Στρίβουν αριστερά στη στροφή, και πάλι δεξιά στην άλλη στροφή. Αλλά κάτι περίεργο συμβαίνει. Η φάλαγγα των αυτοκινήτων προχωράει ασυνήθιστα αργά. Τι να συμβαίνει άραγε… Μπορεί μήπως τ’ αεροπλάνο, ή κάποιο απ’ τ’ αυτοκίνητα που πέρασαν πριν από λίγο να διέκριναν κάτι το ύποπτο και να ειδοποίη­σαν τη φάλαγγα, ή μήπως πάλι αυτό μπορεί να οφείλεται σε κάποια μη­χανική βλάβη ενός αυτοκινήτου, ή μήπως αυτό είναι δημιούργημα της ταραγμένης τους φαντασίας από κάποιο συναίσθημα φόβου και πανικού. Είναι δυνατόν κάτι τέτοιο;.

Μπορεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο σ’ αυτούς τους άν­δρες που ματωμένοι και νηστικοί, πήραν τα όπλα και διάβηκαν βουνοκορ­φές και λαγκάδια, κι ανέβασαν ψηλά στους ουρα­νούς τ’ όραμα της λευτε­ριάς και που για χάρη της στερήθηκαν τα πά­ντα, και που ποτέ δε ζή­τησαν γι’ αυτό ούτε δό­ξες ούτε τιμές. Είναι δυ­νατόν αυτοί οι σταυραε­τοί να δείλιασαν μπρο­στά στην ιδέα του θανά­του, αυτοί που χιλιάδες φορές έσφιξαν στις χού­φτες τους τ’ αστροπελέ­κια της καταιγίδας   και που χιλιάδες νύχτες ξά­πλωσαν κάτω στο χώμα να κοιμηθούν αγκαλιά με το θάνατο… Μπορεί να δείλιασαν οι αντρειωμένοι, που ο λαός σ’ αυτούς έ­χει εναποθέσει τις ελπίδες του για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά… Ή μή­πως πάλι ο φόβος της αποτυχίας στην αποστολή τους. Τα δευτερόλεπτα περ­νάνε τόσο αργά που οι λεπτοδείχτες των ρολογιών μοιάζουν να είναι καρφωμένοι στις θέσεις τους… Ακόμα και οι αναπνοές είναι σταματημένες σαν να υπάρχει κίνδυνος ν’ ακουστούν απ’ τον εχθρό…

Μονάχα οι καρδιές των παλικαριών χτυπάνε τόσο δυνατά λες και εί­ναι ξεκολλημένες απ’ τη θέση τους… Και οι ματιές ορθάνοιχτες παρακολου­θούν εκεί πάνω τον κινούμενο στόχο τους και που τις κάνει να δακρύζουν απ’ τον πόνο και τα δά­κρυα να γίνονται ένα με τον ιδρώτα που τρέχει στα φλογισμένα απ’ την αγωνία πρόσωπά τους. Και τεντωμένη η ακοή τους μήπως και χαθεί μέσα στον θόρυβο των αυ­τοκινήτων εκείνος ο πυροβολισμός πού ‘ναι το σύν­θημα για την επίθεση… Τώρα ολόκληρη η φάλα­γγα των αυτοκινήτων βρίσκεται μέσα στο στόχαστρο των ντουφεκιών… Σε λίγες στιγμές… Σε λίγα δευτερόλεπτα μονάχα.. Κι αυτές τις μεγάλες στιγμές της ανείπωτης αγωνίας, της νευρικότητας και της υπέρτατης από πατριωτικό παλμό ψυχι­κής ανάτασης, δυο ανύποπτοι χωρικοί της περιο­χής με φορτωμένα τα ζώ­α τους από ξύλα θα μπούνε μέσα στον κλοιό της ε­νέδρας. Ανάθεμά τους… Βλαστήμιες και κατάρες, ακούγονται… Να πάρει η ορ­γή… Τώρα τι θα γίνει.. Είναι δυνατόν να ματαιωθεί η επιχείρηση… Η φά­λαγγα προχωράει αργά, και να που τώρα η μοτοσικλέτα βγαίνει από την ενέδρα… Τώρα βγαίνει α­πό την ενέδρα και η κούρσα… Δεν απομένουν παρά μονάχα δέκα μέτρα για να βγει και ολόκληρη η φάλαγγα των αυτοκινή­των… Δέκα μέτρα μονάχα… εν­νέα… οχτώ.. επτά.. έξι.. πέντε… τέσσερα…

Γερμανοί στρατιώτες στην Ελλάδα, Απρίλιος 1941. Φωτογραφία: Γερμανικό Ομοσπονδιακό Αρχείο Bundesarchiv.

Ένας ξερός πυροβολι­σμός ακούγεται, κι αμέ­σως μετά ομοβροντίες ό­πλων και πολυβόλων συγκλονίζουν τα βουνά και τις χαράδρες της περιο­χής και σηκώνουν σύννε­φα μαύρου καπνού που φτάνουν στους ουρανούς και φλόγες φωτιάς που ξεπηδάνε απ’ τα αυτοκίνητα που τινάζονται στον αέ­ρα από τις εκρήξεις των πυρομαχικών. Τ’ αυτοκίνητα αμέσως με τους πρώτους πυροβολι­σμούς ακινητοποιούνται και οι Έλληνες μα­χητές κατευθύνουν τώρα τα πυρά τους επί ακινή­του στόχου.

Οι Γερμανοί πανικόβλη­τοι από τον αιφνιδιασμό, παίρνουν θέσεις άμυνας κάτω απ’ τα καιόμενα αυ­τοκίνητα ή στην άκρη του δρόμου πλάι στα βράχια. Η μάχη διεξάγεται με τρομερό πείσμα και απίθανη γενναιότητα και απ’ τις δυο πλευρές. Χαρακτηριστική είναι και η περί­πτωση ενός Γερμανού που μάχεται ηρωικά με το ένα χέρι γιατί το άλλο κρέμεται φρικτά ακρωτηριασμένο από χειροβομβίδα… Και τη στιγμή που η μάχη βρίσκεται στο αποκορύφωμά της, ένα πολυβό­λο των Ελλήνων θα υπο­στεί εμπλοκή. Ο εχθρός εκμεταλλευόμενος αυτό το κενό θα εξαπολύσει σφοδρή αντεπίθεση.

Οι στιγμές είναι κρίσιμες λόγω της υπεροχής πυρός του εχθρού, και οι Έλληνες κάτω από το βάρος αυτής της υπεροχής αρχίζουν να κάμπτονται. Η διοίκηση μπροστά στον κίνδυνο ολοκληρωτικής καταστροφής, ρίχνεται και αυτή στις φλόγες και η σάλπιγγα δίνει το σύν­θημα δια της εφ’ όπλου λόγχης επίθεσης. Οι Έλληνες αφού πρώτα χρησιμοποιούν επιθετι­κές χειροβομβίδες μ’ α­στραφτερά σπαθιά που αυλακώνουν τον άνεμο σαν γίγαντες φτερωτοί ορμά­νε στις φλόγες κι έρχο­νται στα χέρια με τον εχθρό. Τώρα η μάχη διεξά­γεται σώμα με σώμα και η αγριότητά της παίρνει απίθανες διαστάσεις σφαγής που κάνει το αίμα να βάφει κόκκινη την άσφαλτο και να τρέχει ποτάμι κάτω στη χαράδρα… Τι φρίκη… Τι παραφροσύνη… Τι όργιο αίματος…Τι απαίσιο πράγμα ο πόλεμος… Το θέαμα είναι τόσο φρικιαστικό, τό­σο απάνθρωπο, που κα­μιά ανθρώπινη δύναμη δε θ’ άντεχε για να το περι­γράψει…

Μέσα σ’ αυτήν την τιτανομαχία, μέσα σ’ αυτό το όργιο της σφα­γής, τραυματίζεται βαριά ο ανθυπολοχαγός Α­γγελίδης και μεταφέρε­ται αιμόφυρτος από Ιτα­λούς τραυματιοφορείς μακριά απ’ αυτήν την κόλαση. Μια και πλέον ώρα κράτησε αυτή η ιστορική μάχη της 17ης Μαΐου του ’44 στο Χάνι Αχλαδοκάμπου.

Οι απώλειες του εχθρού ήσαν βαρύτατες… 67 νεκροί και τραυματίες και 6 αιχμάλωτοι. Λάφυρα, 4 μυδραλιοβόλα, 2 τη­λέφωνα, 2 ασύρματοι, 1 διόπτρα, 56 τουφέκια μάουζερ, 2 βαρείς όλμοι, 18 πιστόλια, 52 φωτοβολί­δες, 13 προσωπίδες και 5000 φυσίγγια. Οι απώλειες των Ελλήνων ήσαν 4 νεκροί και 9 τραυματίες. Έτσι τέλειωσε η ιστορική μάχη εκείνη, για να προστεθεί ακόμα μια σελίδα άφθαστου ηρωι­σμού, μεγαλείου και δό­ξας στους αιματοβαμμένους τόμους της Ελληνικής ι­στορίας. Μια μάχη γιγάντων… Μια μάχη υπεράν­θρωπη σε αγωνιστικότη­τα και δυναμισμό, το ίδιο μεγάλη, το ίδιο γενναία όπως και κάποια άλλη σε κάποιο άλλο χάνι, σε κάποιες άλλες εποχές, ε­κεί πάνω στη Γραβιά… Και που το τέλος αυτών των συντελεστών της νί­κης, αυτών των γενναίων παλικαριών και στις δυο αυτές περιπτώσεις ήταν (τι σύμπτωση) το ίδιο τραγικό, από τους ίδιους (τι σύμπτωση) άκαπνους προσκυνημένους δήθεν (ε­θνικόφρονες) …

Ο πατριωτισμός και η τιμιότητα εχάθησαν κι όποιος τα έχει  αυτά, τον κιντυνεύουν. Κι όθεν  προδότης, κλέ­φτης και κατεργάρης εκείνος έχει την τύχη του». Στρατηγός Μακρυγιάννης.

  

Κ. Κυριαζόπουλος

Εφημερίδα, «Φείδων», Ιανουάριος – Φεβρουάριος 1984.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Νίκος Μαλιάρας – Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί


 

Το Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο θα φιλοξενήσει εκδήλωση, η οποία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011 και ώρα 19.00 στην αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη», κατά την οποία θα μιλήσει ο κύριος Νίκος Μαλιάρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας και Πρόεδρος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Θέμα της ομιλίας, η οποία διοργανώνεται από την Πολιτιστική Πρωτοβουλία Εκπαιδευτικών Μουσικής Πελοποννήσου και είναι επίκαιρη λόγω της 28ης Οκτωβρίου, θα είναι: «Ο Ρίχαρντ Στράους και οι Ναζί».

Κέντρο Ελληνικών Σπουδών, Παλαιό Δημαρχείο, Πλατεία Φιλελλήνων και οδός Όθωνος, Ναύπλιο, τηλέφωνο, 27510 47030.      

 

Νίκος Μαλιάρας

 

Ο Νίκος Μαλιάρας, Αναπληρωτής Καθηγητής Ιστορικής Μουσικολογίας (Ιστορία των Μουσικών Οργάνων),  γεννήθηκε στην Αθήνα το 1959. Σπούδασε φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και πιάνο στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών. Στη συνέχεια πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές Βυζαντινής Φιλολογίας και Ιστορίας, Μουσικολογίας και Μουσικο­παιδαγωγικών στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, τις οποίες ολοκλήρωσε με τη λήψη πτυχίου Magister Artium (Μ.Α.) το 1988 (η διπλωματική του εργασία είχε θέμα τη μορφολογική δομή των πρώιμων κουαρτέτων για έγχορδα του Haydn) και διδακτορικού διπλώματος «μετά μεγάλου επαίνου» το 1990.

Το θέμα της διδακτορικής του διατριβής, που εντάχθηκε τιμητικά στις εκδόσεις του Πανεπιστημίου, ήταν: «Το όργανο στη βυζαντινή αυλική τελετουργία του 9ου και του 10ου αιώνα – μια έρευνα των πηγών» (στη γερμανική γλώσσα). Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γερμανία υπηρέτησε και ως επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου του Μονάχου.

Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, υπηρέτησε αρχικά ως ειδικός επιστήμων Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ενώ το 1995 εξελέγη μέλος Δ.Ε.Π. του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου και διδάσκει ανελλιπώς μέχρι σήμερα μαθήματα Ιστορίας της Μουσικής, Ιστορίας των Μουσικών Οργάνων και Μουσικής Ανάλυσης, και επιβλέπει Σεμινάρια ανάλογου περιεχομένου. Έχει δημοσιεύσει τέσσερα βιβλία, πολλά άρθρα και κείμενα σε ελληνικά και διεθνή επιστημονικά περιοδικά, έχει συμμετάσχει σε διεθνή συνέδρια στην Ελλάδα και το εξωτερικό και είναι συνεργάτης και επιμελητής εκδόσεων του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, όπου έχει δημοσιεύσει πολλές μελέτες του.

Ερευνητικά ενδιαφέροντα:

Τα ερευνητικά του διαφέροντα επικεντρώνονται στην αναλυτική μελέτη της μουσικής του Μανώλη Καλομοίρη και άλλων εκπροσώπων της Εθνικής Σχολής, καθώς και στην εξερεύνηση του πεδίου της βυζαντινής κοσμικής μουσικής και των μουσικών οργάνων μέσα από τις ιστορικές, φιλολογικές, αρχαιολογικές και εικονογραφικές πηγές. Έχει μελετήσει επίσης ιδιαίτερα το έργο του Μπαχ και του Μπραμς και έχει δημοσιεύσει σχετικές μελέτες.

Καλλιτεχνικές και άλλες δραστηριότητες:

Είναι διευθυντής της Μικτής Χορωδίας του Τμήματος Μουσικών Σπουδών, με την οποία έχει εμφανιστεί στην Ελλάδα, την Κύπρο, τη Γερμανία και την Ιταλία, καθώς και της Παιδικής Χορωδίας «Μανώλης Καλομοίρης», η οποία έχει μόνιμη συνεργασία με την Εθνική Λυρική Σκηνή, το Φεστιβάλ Αθηνών και το Μέγαρο Μουσικής. Είναι Πρόεδρος του Δ.Σ. της Αθηναϊκής Συμφωνικής Ορχήστρας Νέων (Α.Σ.Ο.Ν.), Γενικός Γραμματέας του Συλλόγου «Μανώλης Καλομοίρης», μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Συμβουλίου Μουσικής της Unesco και μέλος του Συλλόγου των Φίλων της Ελληνικής Μουσικής Βιβλιοθήκης.

 

Read Full Post »

«Τετράδιο Πολέμου 1940», Γεώργιος Η. Κόνδης


 

Δημήτριος Σιώτος: Κληρωτός του 1936, έφυγε για το μέτωπο όπως χιλιάδες άλλοι πατριώτες με την επιστράτευση (28/10/1940). Φώτο από το βιβλίο του Γ. Κόνδη, «Τετράδιο Πολέμου 1940».

Το νέο βιβλίο του Κοινωνιολόγου – Εκπαιδευτικού, Γεωργίου Η. Κόνδη, « Τετράδιο Πολέμου 1940» έρχεται  να  προστεθεί  και  να  εμπλουτίσει την ήδη σημαντική σειρά ερευνητικών βιβλίων, των εκδόσεων « Εκ προοιμίου».  Στις σελίδες ενός κιτρινισμένου και φθαρμένου τετραδίου που χρόνια κρατούσε ο Δημήτριος Ι. Σιώτος από τα Σταθέϊκα Άργους, είχε φυλαγμένες τις σκληρές αναμνήσεις μιας ολόκληρης εποχής. Κληρωτός του 1936, στην επιστράτευση του Οκτωβρίου 1940, εντάχθηκε στον 10ο Λόχο του 8ου Συντάγματος Πεζικού που είχε έδρα το Ναύπλιο.

Στο βιβλίο ο  Δημήτριος Ι. Σιώτος περιγράφει τις μάχες που δόθηκαν αλλά και πολλές λεπτομέρειες από την καθημερινότητα του μετώπου: την προσπάθεια εξεύρεσης τροφής, την αντιμετώπισή τους από τους ντόπιους πληθυσμούς, την άφιξη στον Πειραιά, τη νοσηλεία στην Αθήνα, την επιστροφή στο σπίτι που συμπίπτει, χωρίς να το γνωρίζει με την είσοδο του γερμανικού στρατού στο Άργος. Το τετράδιο του Δημητρίου Ι. Σιώτου συμπληρώνουν οι ενθυμίσεις ενός από τους επιζώντες μαχητές του Έπους της Αλβανίας, του Γεωργίου Νανόπουλου που δίνει συμπληρωματικές πληροφορίες για πρόσωπα και τοποθεσίες.

Πρόκειται για μια κριτική έκδοση σημειώσεων για τον πόλεμο που γράφονται  «εν θερμώ». Είναι η πρώτη φορά που χρησιμοποιούνται πολλές από τις σημειώσεις ή τα ημερολόγια του 1940 που έχουν ήδη εκδοθεί σε μια κριτική έκδοση ενός «Τετραδίου Πολέμου».

 

Τετράδιο Πολέμου 1940

 

Από την άποψη αυτή, η έρευνα του Γεωργίου Κόνδη παρουσιάζει ένα πλούσιο βιβλιογραφικό υλικό που στηρίζεται στις καταγραφές των ίδιων των πρωταγωνιστών.  Η έρευνα του συγγραφέα επεκτάθηκε στα αρχεία του Δήμου Άργους και του τοπικού τύπου για την περίοδο αυτή. Παρατίθενται τα πρακτικά των Δημοτικών Συμβουλίων και οι πληροφορίες που προέρχονται από το Πρωτόκολλο του Δήμου, οι οποίες έχουν ταξινομηθεί σε θεματικές κατηγορίες. Το ίδιο συμβαίνει και με μια σειρά από άρθρα της εποχής που έρχονται στο φως για πρώτη φορά,  καθώς επίσης και στην αναζήτηση στοιχείων για Αργολιδείς που χάθηκαν στο μέτωπο.   

Η παρουσίαση του «Τετραδίου Πολέμου» υποστηρίζεται από κείμενα και φωτογραφίες ανθρώπων που έζησαν τα γεγονότα και έγραψαν γι’ αυτά καθώς επίσης και από την παράθεση στοιχείων αναζήτησης για όσους έμειναν στα βουνά της Αλβανίας. Τέλος για πρώτη φορά παρατίθεται ολόκληρο το «Τετράδιο» και η μεταγραφή του με κάποιες αλλαγές που υποβοηθούν την ανάγνωση.

Η έρευνα αποτελεί ένα μοναδικό ιστορικό αρχείο για την Αργολίδα του 1940 και εμπλουτίζει την εθνική βιβλιογραφία για την περίοδο αυτή. Είναι τέλος, ένας οφειλόμενος φόρος τιμής, ένα χρέος,  σε όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την πρόοδο της πατρίδας. Είναι ίσως το μόνο χρέος που δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παραγραφεί.

Γεώργιος Η. Κόνδης, «Τετράδιο Πολέμου 1940»,  Εκδόσεις, Εκ Προοιμίου, Άργος, 2011.  Σελίδες 282, ISBN 978-960-89-719-7-4. Σε όλα τα ενημερωμένα  βιβλιοπωλεία.

 

Read Full Post »

Έκθεση Κειμηλίων και Παραδοσιακών Φορεσιών στους Στρατώνες Καποδίστρια


 

Ο Δήμος Άργους – Μυκηνών, η Κοινωφελής Επιχείρηση Δήμου Άργους – Μυκηνών και η Περιφερειακή ενότητα Αργολίδας της Περιφέρειας Πελοποννήσου, στα πλαίσια των εκδηλώσεων για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, παρουσιάζουν, στους Στρατώνες Καποδίστρια, στο Άργος,  την «Έκθεση Κειμηλίων & Παραδοσιακών Φορεσιών» του συλλέκτη Χρήστου Κατσαμπάνη.

 

Από τη συλλογή του Χρήστου Κατσαμπάνη.

 

Μέρος της συλλογής του Χρήστου Κατσαμπάνη, στην Πύλο, στο παλιό νεοκλασικό αρχοντικό Τσικλητήρα.

 

Η έκθεση περιλαμβάνει:

  • Παλαιότυπα από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα  
  • Άρματα της Επανάστασης του ’21 
  • Παραδοσιακές φορεσιές από πολλές περιοχές της Ελλάδας  

Ημέρες Λειτουργίας: Δευτέρα 24 Οκτωβρίου – Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2011. Ώρες Λειτουργίας για το κοινό : 09.00 – 14.00 & 18.00 – 20.00. Πληροφορίες: 27510 62143.

 

 

Read Full Post »

Μπούκουρας Κ. Μάριος


 

Μάριος Κ. Μπούκουρας

Ο Μάριος Μπούκουρας, Καθηγητής Ορθοπεδικής Χειρουργικής, γιος του Κωνσταντίνου και της Κλοτίλδης Μπούκουρα, γεννήθηκε στο Άργος στις 26 Οκτωβρίου του 1920. Ο πατέρας του όπως και ο παππούς του ήταν γιατρός και συγγρα­φέας με έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Η μητέρα του ήταν επίσης πολύ μορφωμένη. Αδελφός του, ήταν ο Ιάσονας Μπούκουρας*.  Ο Μάριος Μπούκουρας τελείωσε το Γυμνάσιο με άριστα και στη συνέχεια γράφτηκε στη Ιατρική Σχο­λή του Πανεπιστημίου της Αθήνας απ’ όπου και απε­φοίτησε με τιμητική διάκρι­ση. Από το 1946 έως το 1950 υπηρέτησε  στον Ελληνικό Στρατό και βρέθηκε στη πρώ­τη γραμμή του εμφυλίου, όπου προσέφερε τις υπη­ρεσίες του ως γιατρός.

Το 1954 πήρε την ειδικότητα του χειρουργού ολοκληρώνοντας παράλληλα το διδακτορικό του. Το 1955, αναζητώντας καινούριους ορίζοντες, έφυγε για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκεί, και συγκεκριμένα στο Νοσοκομείο της Κομητείας Cook, άσκησε την ορθοπεδική χειρουργική και πολύ σύντομα συνεργάστηκε με τον διακεκριμένο ορθοπε­δικό χειρουργό του Σικάγο Donald Miller. Λίγο καιρό αφού είχε εγκατασταθεί στο Σικάγο, γνώρισε την Τέσσυ Ντούλα την οποία και παντρεύ­τηκε το 1956. Το 1961 οι οικογένεια Μπούκουρα μετακόμισε στο Τολέδο της πολιτείας του Οχάιο όπου ο Μάριος Μπούκουρας άσκησε την ορθοπεδική στο Ιατρι­κό Κέντρο St Vincent Mercy, μαζί με άλλους διακεκριμέ­νους συναδέλφους του (ανάμεσά τους και ο Ho­ward Rosenblatt, παλιός του φίλος από το Νοσοκομείο στο Cook).

Ήταν ιδιαιτέρα προικισμένος για­τρός και χειρουργός και κέρδισε την αγάπη και εκτί­μηση του κόσμου χάρη στην αφοσίωση στους ασθενείς του, στην φροντίδα που τους παρείχε και πάνω απ’ όλα στην ακεραιότητά του. Προσέφερε πάντα ανιδιο­τελώς τόσο τις γνώσεις του όσο και ψυχολογική και συναισθηματική στήρι­ξη σε όσους τα είχαν ανά­γκη και έγινε παράδειγμα προς μίμηση, χάρη ακριβώς σ’ αυτήν την ανιδιοτέλειά του. Ως επιστήμονας και ορ­θοπεδικός χειρουργός α­πετέλεσε πρότυπο γιατί κα­τάφερε να συνδυάσει την επιστήμη με την ανθρωπιά, κάτι που σπανίζει στην επο­χή της υψηλής τεχνολογίας που ζούμε.

Η προσφορά του στη μόρφωση και εκπαίδευση νέων γιατρών κατά τη διάρ­κεια ολόκληρης της ζωής του ήταν σημαντική. Όταν δημιουργήθηκε η Ιατρική Σχολή του Οχάιο στο Τολέ­δο, ήταν ανάμεσα στους πρώτους που του δόθηκε η έδρα του καθηγητή ορθοπεδικής χειρουργικής. Προσέφερε απλόχερα τον χρόνο και τις γνώσεις του ως χειρουργός, διδά­σκοντας ειδικευόμενους στην ορθοπεδική, νοσοκόμες και φοιτητές της Ιατρι­κής, θεωρούμενος απ’ όλους ένας από τους καλυ­τέρους καθηγητές. Επίσης συμμετείχε στον σχεδιασμό λειτουργικού νάρθηκα γό­νατος για το ίδρυμα F. Μ. Douglas στο Ιατρικό ΚέντροSt Vincent, δουλειά που ενέπνευσε πολλά ιατρικά άρθρα και που οδήγησε στο να σχεδιαστούν δυο ακόμα λειτουργικοί νάρθη­κες γόνατος.

Ήταν μέλος πολλών ιατρικών συλλόγων και ταυτόχρονα είχε έντονα κοινωνική δρά­ση. Η προσωπική του ζωή ήταν επικεντρωμένη στην οικογένειά του και του φί­λους του. Ιδιαιτέρα ταλα­ντούχος κιθαρίστας ο ίδιος – η αγάπη του για τη μουσι­κή ήταν μεγάλη – υπήρξε ιδιαίτερα υπερήφανος όταν η κόρη του Ann εμφανίστη­κε ως σολίστ στο πιάνο σε συναυλία της συμφωνικής ορχήστρας του Τολέδο.

Μετά τη συνταξιοδότησή του, ασχολήθηκε με το διάβασμα, την ποδηλασία, το σκάκι και τα ταξίδια. Το σπίτι της οικογένειας Μπούκουρα στο Άργος ή­ταν από τους αγαπημένους του προορισμούς. Η κολύμ­βηση ήταν επίσης ανάμεσα στις αγαπημένες του ενα­σχολήσεις, το 1936 άλλω­στε είχε συμμετάσχει με την Ελληνική ομάδα κολύμ­βησης στους Ολυμπιακούς του Βερολίνου. Προς το τέλος της ζωής του ήταν περιτριγυρισμέ­νος από την οικογένειά του. Την επί 54 χρόνια γυναίκα του Τέσσυ, τα παι­διά του Dean και Ann και τα εγγόνια του Nicholas, Gina, Jason, Christopher και Ana­stasia. Ο Μάριος είχε επίσης μια ιδιαιτέρως στενή συγ­γενική σχέση με τον Δρ. Αλέξανδρο Ντούλα, γυναικάδελφό του. Ακόμα και όταν οι δυνά­μεις του άρχισαν να τον εγκαταλείπουν δεν έχασε την αίσθηση του χιούμορ, την αγάπη του για τους άλλους και για τη ζωή. Παρέμεινε μέχρι το τέλος ένας Ευγενής. Πέθανε στις 20 Δεκεμβρίου του 2010 σε ηλικία 91 ετών, στη Νάπολη της Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών.

* Ο Ιάσων Κωνσταντίνου Μπούκουρας γεννήθηκε το 1914 στη Λυρκεία ( Κάτω Μπέλεσι). Ο πόλεμος τον πρόλαβε να σπουδάζει νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Πολύ νωρίς οργανώθηκε στην Αντίσταση. Για τη δράση του αυτή κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Τρικάλων από τον Οκτώβριο του 1942 ως τον Απρίλιο του 1943. Εξελέγη αντιπρόσωπος από την Αργολίδα για τη Συνέλευση των Κορισχάδων μαζί με τον δάσκαλο Παναγιώτη Ξύδη.  Εκτελέστηκε στις 19 Ιουνίου 1944.

 

Πηγή


  • Εφημερίδα « Αργειακόν Βήμα», Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2011.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Εμείς» και οι «Άλλοι» : Η περίπτωση του ανταγωνισμού Άργους – Ναυπλίου


 

Η αντιπαλότητα μεταξύ δυο πόλεων στηρίζεται σε μια βαθιά διχοτομική αντίληψη που δημιουργεί στερεοτυπικές εικόνες του ενός πληθυσμού για τον άλλο στην προσπάθεια να αναδειχθούν θετικά στοιχεία για τον ένα και αρνητικά για τον άλλο. Η έννοια της αντιπαλότητας των πόλεων, κυρίως των όμορων πόλεων, δεν είναι άγνωστη για την κοινωνική πραγματικότητα του δυτικού κόσμου.

 Η ιδιομορφία στην περίπτωση των ελληνικών πόλεων πηγάζει από τη σημασία των κρατικών μηχανισμών ως μηχανισμών δημιουργίας και διανομής εισοδημάτων, γεγονός που δημιουργεί σοβαρές αντιπαλότητες μεταξύ όμορων ελληνικών πόλεων. Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση της διαμάχης Ναυπλίου και Άργους, μιας διαμάχης που πηγάζει βαθιά μέσα από τον ιστορικό χρόνο και που συντηρείται ακόμα και σήμερα στην προσπάθεια και των δυο να διαχειριστούν οικονομικούς και πολιτισμικούς πόρους, χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα του κράτους να παρεμβαίνει και να καθορίζει τη δυναμικότητα της διαμάχης αυτής με όρους εξουσίας.

                                                                                                                            

Ο χώρος ήταν και παραμένει για την ανθρώπινη κοινωνία ένα συστατικό, αν όχι κυρίαρχο, στοιχείο της οργάνωσής της. Μέσα σ’ αυτό και με αυτό διαμορφώνονται πολιτιστικά πρότυπα, κώδικες επικοινωνίας και συμπεριφοράς και κατασκευάζονται εικόνες του εαυτού που αποκτούν νόημα μόνο σε σχέση με πολιτισμικές κατασκευές που αντικείμενο έχουν κυρίως τον «Άλλο» [1].

Οι διαδικασίες που οδηγούν στις κατασκευές αυτές καταλήγουν αρκετές φορές σε σχήματα που είναι απλοϊκά και εύκολα ως προς τη σύλληψη και τη χρησιμοποίησή τους. Έτσι, η νοηματοδότηση ενός οικιστικού χώρου όπως η πόλη με την κατασκευή μιας συγκεκριμένης ταυτότητας (Πειραιώτες, Θεσσαλονικιοί, Αθηναίοι, κλπ), αποτελεί ένα σημαντικό χαρακτηριστικό του τρόπου με τον οποίο οι κάτοικοι αντιλαμβάνονται την κοινότητά τους καθώς και την ιδιαιτερότητα σε σχέση με εκείνους μιας άλλης πόλης [2].

Βεβαίως, η αντίληψη περί κοινής ταυτότητας δεν είναι ούτε γραμμική ούτε, πολύ περισσότερο, ομοιόμορφη. Αντίθετα, μια σειρά από επιμέρους χαρακτηριστικά όπως ο τύπος κατοικίας, η εργασία και άλλα, δημιουργούν διαφοροποιήσεις και ιδιαίτερες ταυτότητες μέσα στην ίδια την πόλη. Οι διαφοροποιήσεις αυτές δεν είναι αποτέλεσμα μιας κάποιας «φυσικής διαδικασίας» [3] αλλά συνδέονται με τους τρόπους που επενεργούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά στην κοινωνική οργάνωση.

Στη βάση αυτών των ίδιων χαρακτηριστικών δημιουργούνται εικόνες του «Άλλου» που σε αρκετές περιπτώσεις λειτουργούν στερεοτυπικά δημιουργώντας σχέσεις αντιπαλότητας και, σε ιδιαίτερες συνθήκες, δημιουργούν συγκρούσεις. Κλασική περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί η ένταση μεταξύ λευκών και μαύρων κατοίκων σε πολλές πόλεις των ΗΠΑ [4], μεταξύ ινδιάνων λευκών αποίκων στις περισσότερες πόλεις της Λατινικής Αμερικής ή ακόμα οι φυλετικές συγκρούσεις μεταξύ μαύρων σε αφρικανικές πόλεις.

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες μεσογειακές χώρες και χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η αστική ανάπτυξη είχε έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα που διαμορφώθηκε ιδιαίτερα από το ρόλο και την παρεμβατική ικανότητα του Κράτους. Αλλού περισσότερο και αλλού λιγότερο, ο ρόλος αυτός καθόρισε και τα χαρακτηριστικά ανάπτυξης των πόλεων και γενικότερα των οικιστικών περιοχών.

Ναύπλιο δεκαετία 1930 ( Αρχείο: Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη ).

Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η εσωτερική μετανάστευση και η απουσία πολιτικών χωροθέτησης οικιστικών και βιομηχανικών ζωνών δημιούργησαν σοβαρότατες παρενέργειες στον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η αστική ανάπτυξη. Με πολύ γενικό τρόπο, μπορούμε να πούμε πως η ελληνική ιδιαιτερότητα στηρίζεται στην πληθυσμιακή υπερσυσσώρευση στα μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα) και κυρίως στην Αθήνα, εις βάρος των περιφερειακών κέντρων. Προκειμένου δε να αμβλύνει τις αρνητικές συνέπειες στην οικονομία της περιφέρειας, χρησιμοποίησε με μεγαλύτερη ένταση τον παρεμβατικό – εργοδοτικό του ρόλο δημιουργώντας παράλληλα νέα προβλήματα και σχέσεις σύγκρουσης μεταξύ επαρχιακών κέντρων [5]. Είναι τόσο κυρίαρχος ο ρόλος αυτός ώστε να δημιουργεί ένα ιδιαίτερο κλίμα και προϋποθέσεις στήριξης αστικών ταυτοτήτων με όρους ανωτερότητας και κατωτερότητας, όπως θα δούμε και στην περίπτωση της ανταγωνιστικής σχέσης Άργους – Ναυπλίου.

Η αντιπαλότητα μεταξύ πόλεων και κυρίως, γειτονικών πόλεων στα διοικητικά όρια ενός νομού δεν είναι μια πρόσφατη ιστορία. Βρίσκει τις ρίζες της βαθειά μέσα στην ιστορία, αλλά η ένταση με την οποία ανατροφοδοτείται σήμερα είναι άμεσα συνδεδεμένη ακόμα με τα προνόμια που εξασφαλίζει η δραστηριότητα των κρατικών μηχανισμών στα όριά τους. Πολύ συνοπτικά θα αναφέρω μερικά από τα σημαντικότερα πρόσφατα παραδείγματα, ώστε να γίνει περισσότερο κατανοητό τόσο το εύρος του ανταγωνισμού, όσο και η σημασία των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών με τα οποία κατασκευάζεται μια ταυτότητα που θα στηρίξει την αντίπαλη λογική, δηλαδή, τη διαφορετικότητα του «Εμείς», απέναντι στους «Άλλους».

«Δεν έχουμε λοιπόν αντιπαλότητα δύο πόλεων αλλά επιθετικότητα μιας πόλεως με τελικό εντελώς προφανή στόχο να γίνει αυτή η Πρωτεύουσα του νομού». Το αρχικό αυτό συμπέρασμα ανήκει στον κ. Κ. Καρκανιά [6] που απαντά υπέρ του Μεσολογγίου, σε δημόσιο διάλογο για τη Αιτωλοακαρνανία, σε άποψη που εκφράστηκε  υπέρ του Αγρινίου.

Ο επιστολογράφος αρχίζει με μια υπόμνηση των όσων διαδραματίζονται σημειώνοντας πως «κατά τα τελευταία 30 και περισσότερα χρόνια στον νομό παρατηρούμε μια συνεχή και συνήθως επιτυχή προσπάθεια κάποιων ομάδων οικονομικών ή και μη συμφερόντων που ζουν στο Αγρίνιο να αφαιρέσουν από το Μεσολόγγι, την πρωτεύουσα του νομού, αυτά που της ανήκουν δικαιωματικά με βάση τους νόμους του Κράτους» και τελειώνει με μια αποκαλυπτική για το θέμα μας επισήμανση τονίζοντας : «Ο τόπος μας αξίζει πραγματικά καλύτερη τύχη και αυτή προϋποθέτει αξιοπρέπεια και ομόνοια αλλά αυτές δεν είναι δυνατόν να στηρίζονται στην επιθετικότητα κάποιων κατοίκων μιας πόλεως εναντίον του Μεσολογγίου, το οποίο επαναλαμβάνω είναι η Πρωτεύουσα του νομού και επί πλέον η Ιερή Πόλη του Έθνους. Ομόνοια μπορεί να υπάρξει όταν οι έδρες των μεγάλων οργανισμών του νομού έλθουν στο Μεσολόγγι και όταν το Εφετείο, το Μουσείο, κ.λπ. εγκατασταθούν στο Μεσολόγγι. Οποιεσδήποτε άλλες σκέψεις είναι αντίθετες προς την πολιτική (όχι κομματική, όχι πληθυσμιακή) και ιστορική πραγματικότητα Η ιερότητα του χώρου, η ιστορικότητα και η διοικητική σημασία της αποτελούν τρία βασικά χαρακτηριστικά στα οποία εδράζεται το δικαίωμα του Μεσολογγίου να έχει τις έδρες των μεγάλων κρατικών οργανισμών.

Οι ανταγωνισμοί που υπάρχουν μεταξύ της Θήβας και της Λιβαδειάς, του Βόλου και της Λάρισας ή ακόμα του Ληξουρίου και του Αργοστολίου [7] μπορεί να έχουν βαθιές ρίζες, αλλά δεν έχουν ακόμα αποκτήσει την ένταση με την οποία οργανώνεται ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα Χανιά και το Ηράκλειο επειδή το δεύτερο απαιτεί την ίδρυση Εφετείου. Συνδικαλιστές, δημοτικοί άρχοντες και κάτοικοι βρίσκονται στα «χαρακώματα», σε μια υπόθεση παράδειγμα για το ρόλο των κρατικών μηχανισμών και των προνομίων που προσφέρουν στην γενικότερη ανάπτυξη μιας πόλης και, κατ’ επέκταση, στη δημιουργία μιας συγκεκριμένης πολιτισμικής κατασκευής στην οποία εδράζεται και η αντίστοιχη ταυτότητα. Τα τελευταία χρόνια η ίδρυση πανεπιστημιακών σχολών και τμημάτων καθώς και ΤΕΙ στην περιφέρεια, αποτέλεσε το κύριο εργαλείο μιας ιδιότυπης ανάπτυξης που αναθέρμανε ταυτόχρονα τον ανταγωνισμό μεταξύ πόλεων [8].

Για τη διαμάχη μεταξύ Άργους και Ναυπλίου αποτέλεσε ένα ακόμα σοβαρό θέμα αντιπαλότητας καθώς η εγκατάσταση τμήματος του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στην πρωτεύουσα του νομού, το Ναύπλιο, θεωρήθηκε καταστροφική για την ανάπτυξη του Άργους. Έχουν όμως προηγηθεί αρκετά επεισόδια στο πέρασμα της ιστορίας [9] για να αποκτήσει ο ανταγωνισμός αυτός βαθιές ρίζες και να ανακυκλώνεται κάθε φορά που τίθεται ζήτημα και πηγάζει από τον κρατικό παρεμβατισμό στην αστική ανάπτυξη.

Μερικά από τα επεισόδια αυτά θα χρησιμοποιήσουμε στη συνέχεια για να τεκμηριώσουμε τους τρόπους με τους οποίους διαμορφώνεται η σχέση του «Εμείς και οι Άλλοι» καθώς και οι αντιλήψεις για τη διαφορετικότητά τους. 

 

Ναύπλιο – Άργος: η ιστορία ενός ανταγωνισμού

 

«Από χρόνων αμνημονεύτων το Ναύπλιον αντιδρά κατά της προόδου του Άργους. Δύναταί τις ειπείν, ότι είνε ο εφιάλτης της ημετέρας πόλεως και έχει απέναντί μας την θέσιν του φθονερού πλουσίου, όστις τήκεται, όταν ο πτωχός γείτων του τρώγη εν τεμάχιον άρτου. Τίνα έχει ν’ αντιτάξη δικαιώματα και προσόντα κατά της προαιωνίου λαμπράς ιστορίας, των απαραμμίλων γεωγραφικών και φυσικών προτερημάτων, του πλήρους ζωής και μέλλοντος πληθυσμού του Άργους; Εν τούτοις έχει προστάτας και προστάτας ισχυρούς και εις την περίστασιν αυτήν μας απειλεί το καιριώτατον κατά της πόλεως ημών τραύμα».

Το απόσπασμα αυτό από το κύριο άρθρο της εφημερίδας «Δαναός» του 1884[10] του Άργους, υπογράφεται από τον συντάκτη της Δ. Κ. Βαρδουνιώτη, έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του αργολικού πνευματικού κόσμου του 19ου αιώνα. Αποτελεί την καλύτερη ίσως απόδοση του ανταγωνισμού που διαμορφώνεται και με την πάροδο του χρόνου ισχυροποιείται ανάμεσα σε δυο πόλεις με μεγάλο ιστορικό και πολιτισμικό κεφάλαιο.

Βαρδουνιώτης Δημήτριος

Ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης εντούτοις στηρίζει την επιχειρηματολογία του σε τρία βασικά όσο και αδιαμφισβήτητα χαρακτηριστικά της εποχής για την πόλη του Άργους: την ιστορία του αφού πρόκειται για την αρχαιότερη πόλη της Ελλάδας και μια από τις αρχαιότερες στον κόσμο. Τη γεωγραφική της θέση ως κόμβο εμπορευματικό και διακομιστικό αλλά και τα φυσικά της χαρακτηριστικά που πιστοποιούνται, εξάλλου, από πλήθος κειμένων των περιηγητών του 18ου και 19ου αιώνα. Τέλος, ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης χρησιμοποιεί τα δημογραφικά δεδομένα για να αναδείξει τη διαφορά δυναμικού ανάμεσα στις δυο πόλεις.

Το περιπετειώδες σενάριο για την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής στη νότια Πελοπόννησο, ελάχιστα απέχει από την πραγματικότητα και καταγράφει τον έντονο ανταγωνισμό των δυο πόλεων στο επίπεδο των υποδομών. Δεν είναι καθόλου τυχαία η σύγκρουση στο επίπεδο αυτό, καθώς το ζήτημα των υποδομών είναι άμεσα συνδεδεμένο με τις ευκαιρίες οικονομικής ανάπτυξης της επαρχίας [11], οι οποίες όμως, ήδη από τις απαρχές του νεοελληνικού κράτους, αποτελούν στοιχείο εξυπηρέτησης πολιτικής πελατείας και όχι μακρόπνοο προγραμματισμό οικονομικής και κοινωνικής συνολικής ανάπτυξης. Από την άποψη αυτή, το «Εμείς» και οι «Άλλοι» δεν μπορεί να οργανώνεται παρά μόνον ως συγκρουσιακή σχέση και σε πολιτικό επίπεδο. Ας παρακολουθήσουμε για λίγο ακόμα το επεισόδιο του σιδηροδρόμου.

Μερικούς μήνες νωρίτερα, όταν είχαν γίνει γνωστές οι διαθέσεις της εταιρείας σιδηροδρόμων και τα σενάρια αποκλεισμού του Άργους από τη βασική σιδηροδρομική διαδρομή, ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης πάλι σε κύριο άρθρο[12], αφού παραθέτει τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ζητήματος, σημειώνει : «Το Άργος ιδίως μεγάλως εθορυβήθη εκ της θρυλλούμενης ταύτης αδικωτάτης  δι’αυτό τροποποιήσεως  της σιδηροδρομικής γραμμής. Η πόλις όλη κατεθλίβη δια τον εξευτελισμόν και την περιφρόνησιν ταύτην».

Όσο και αν ο τόνος δραματοποιεί τα «θρυλλούμενα» σχέδια, οι λέξεις εξευτελισμός και περιφρόνηση γραμμένες από έναν τόσο σημαντικό διανοούμενο της εποχής έχουν μια ιδιαίτερη βαρύτητα ως προς την εικόνα που διαμορφώνεται με τον ανταγωνισμό των δυο πόλεων. Η αρνητική δε εικόνα που περιγράφει με τις δυο παραπάνω λέξεις ο Δ. Κ. Βαρδουνιώτης για την πόλη του Άργους, ενισχύεται ακόμα και από «τυχαία» περιστατικά που θα έπρεπε να είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Έτσι, όταν το βασιλικό ζεύγος (Γεώργιος Α΄και Όλγα) φτάνει στην περιοχή, επισκέπτεται το Ναύπλιο και εντελώς τυχαία το Άργος. Η συμβολική του τυχαίου στην περίπτωση αυτή είναι καθοριστική για την ενίσχυση του αισθήματος «περιφρόνησις» παρά το γεγονός ότι η ίδια η επίσκεψη θα έπρεπε να λειτουργήσει ενισχυτικά ως προς τη σημασία της πόλης. Η σχετική ειδησεογραφία [13] αναφέρει τα εξής : «Κατά το εν αρχή γνωσθέν ενταύθα δρομολόγιον ειδοποιήθησαν αι αρχαί και οι πολίται της πόλεώς μας να κατέλθωσιν εις Μύλους, ένθα έμελλον να αποβιβασθώσιν οι βασιλείς εκ Ναυπλίου μεταβαίνοντες εις Τρίπολιν. Ένεκα όμως της παρά την αποβάθραν αβαθούς θαλάσσης καθιστώσης αδύνατον την αποβίβασιν, το δρομολόγιον μετεβλήθη και ωρίσθη να μεταβώσιν εις Τρίπολιν δι’Άργους».

Η σημασία που έχουν οι υποδομές για την τοπική ανάπτυξη είναι σημαντικές καθώς και εκείνες που αφορούν σε ιδιωτικές παραγωγικές επενδύσεις, αποτελώντας έναν τομέα ανταγωνισμού με όλα τα χαρακτηριστικά του τοπικισμού και της κατά περίπτωση άσκησης κρατικής πολιτικής. Στα πλαίσια αυτά ο ρόλος των πολιτευτών είναι απαράλλαχτα ίδιος στη διάρκεια του χρόνου και συντελεί στην παγίωση του ανταγωνισμού, όπως θα δούμε και στη συνέχεια με κάποια παραδείγματα. Ας δούμε πως εκφράζεται ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο πόλεων στο επίπεδο του εμπορίου που αποτελεί έναν σημαντικό οικονομικό τομέα.

Αντλούμε ένα πρώτο παράδειγμα από κύριο άρθρο [14] στο οποίο ασκείται κριτική στη δημοτική αρχή γιατί τα λεωφορεία δεν φτάνουν μέχρι τη λαϊκή αγορά και έτσι οι αγοραστές αναγκάζονται να αναζητήσουν άλλες αγορές. Ο αρθρογράφος σημειώνει μεταξύ άλλων: «Και ο λόγος λοιπόν αυτός έβλαψεν αναμφισβητήτως σημαντικά, διότι δεν στερούμεθα μόνον 50-100 αγοραστών κατά Σάββατον αλλά απομακρύνονται της πόλεώς μας ελείψει καταλλήλου συγκοινωνίας όλοι οι κάτοικοι των εν λόγω περιφερειών συνάπτοντες σχέσεις με τους επαγγελματίας και εμπόρους της γείτονος πόλεως Ναυπλίου καίτοι αναγνωρίζουν ότι το συμφέρον τους ευρίσκεται εδώ».

Παρότι η άποψη ότι οι πελάτες θα πρέπει να φτάνουν με τα αυτοκίνητά τους ή με τα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς μέχρι τις πόρτες των καταστημάτων, είναι μια λογική που εμποδίζει ακόμα και σήμερα την ανάπτυξη της πόλης, το κεντρικό επιχείρημα του αρθρογράφου είναι η απορρόφηση μέρους των καταναλωτών από την αγορά του Ναυπλίου. Την ίδια χρονιά οι Επαγγελματίες και Βιοτέχνες του Άργους παρεμβαίνουν στα δημοτικά δρώμενα προκειμένου να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της πόλης  μέσω μιας ειδικής επιτροπής που προετοιμάζεται να συγκροτηθεί. Ο τύπος [15]  της περιόδου εκείνης σημειώνει :  

 «Το έργον της επιτροπής λόγω ελλείψεως χρήματος και της αντιδράσεως ήν θα αναπτύξη η γείτων πόλις του Ναυπλίου θα είναι επίπονον και άχαρι…

Εις οιονδήποτε έχοντα αντίρρησιν θα προβάλωμεν ως αποστομικήν απάντησιν το παράδειγμα της γείτονος πόλεως Ναυπλίου ήτις καίτοι μη έχουσα γηγενή πληθυσμόν πλέον των δυο χιλιάδων κατοίκων κατορθώνει δια των διαρκών αγώνων των τέκνων της να διατηρή πληθώραν Δημοσίων υπηρεσιών και δι’αυτών να εμφανίζεται ως πόλις και να είναι πρωτεύουσα Νομού».

Είναι η πρώτη φορά που το Ναύπλιο αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση σε σχετικό δημοσίευμα. Ίσως να είναι και ένα από τα μοναδικά καθώς ο ανταγωνισμός δημιουργεί ένα κλίμα σύγκρουσης, ιδιαίτερα στο επίπεδο των παραγωγικών επενδύσεων, που συχνά λαμβάνει προσανατολισμό οξύτητας.

Το Άργος αποτελεί ήδη στην προπολεμική περίοδο και για τέσσερεις δεκαετίες μετά, ένα σημαντικό υφαντουργικό κέντρο. Είναι λογικό λοιπόν να αντιδρά με οξύτητα όταν τίθεται θέμα εγκατάστασης βιομηχανιών στην περιοχή όπως, για παράδειγμα, το 1938 όταν γίνεται λόγος [16] για την κατασκευή εργοστασίου της υφαντουργικής εταιρείας «Πηνελόπη», κατασκευή που γεννά υποθέσεις ακόμα και για χίλιες νέες θέσεις εργασίας.

Εργαζόμενοι σε εργοστάσιο Μακαρονοποιείας. Άργος, δεκαετία του ’50.

Η αντιπαράθεση και ο ανταγωνισμός συνεχίζεται και μεταπολεμικά με σημαντικές πολιτικές και οικονομικές προεκτάσεις καθώς η διαχείριση των πόρων που διαθέτουν οι δυο πόλεις απαιτεί τον γρήγορο διαγκωνισμό του ενός από τον άλλο στο ένα ή το άλλο επίπεδο. Ο κατάλογος των παραδειγμάτων είναι μεγάλος και γι’ αυτό θα σταθούμε σε δυο ημερομηνίες που πιστοποιούν τη διαχρονικότητα της αντιπαλότητας και αντίστοιχα σε δυο τομείς όπου η κάθε πόλη έχει τα δικά της ισχυρά επιχειρήματα ώστε να αναζητήσει την πρωτοκαθεδρία.

Το 1956 δημιουργείται ένας μεγάλος θόρυβος στην Αργολίδα σχετικά με τις προθέσεις του εφοπλιστή κ. Νιάρχου να δημιουργήσει ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη στο Νομό. Γύρω από τις προθέσεις αυτές αρχίζουν και πάλι να συγκρούονται οι εκπρόσωποι των δυο πόλεων προσπαθώντας να διατηρήσουν το προβάδισμα ελκύοντας την επένδυση που πρόκειται να γίνει. Παράλληλα, ο βουλευτής Αργολιδοκορινθίας Βασίλειος Πανούσης, βρίσκει την ευκαιρία να δημοσιεύσει ανακοίνωση με την οποία «πληροφορεί τους πολίτες» πως, ούτε λίγο ούτε πολύ, σε αυτόν οφείλεται το ενδιαφέρον του εφοπλιστή και παρακολουθεί το θέμα από κοντά προς όφελος των πολιτών. Ο δε διευθυντής της εφημερίδας που παραθέτει τη σχετική ειδησεογραφία[17] σημειώνει μεταξύ άλλων :

 

«Αλλά υμείς οι Αργείοι πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξωμεν το ζήτημα, εάν θέλωμεν να επωφεληθώμεν της ιδρύσεως των Ναυπηγείων και να διατηρήσωμεν την πρώτην θέσιν της εμπορικής και βιομηχανικής κινήσεως. Από τας πρωτοβουλίας και προσπαθείας μας εξαρτάται αν επωφεληθώμεν της ιδρύσεως των Ναυπηγείων και θα διατηρήσωμεν την θέσιν μας ως πρώτης εμπορικής και βιομηχανικής πόλεως του Νομού ή θα γίνωμεν ουραγοί και συν τω χρόνω θα απορροφηθώμεν από το ραγδαίως εξελισσόμενον Ναύπλιον, το οποίον παντού έχει ανθρώπους πονούντας και ενδιαφερομένους δι’αυτό».

 

Ο τουρισμός αποτελεί ένα δεύτερο σημαντικό πεδίο προστριβών και ανταγωνισμού. Υπενθυμίζω με την ευκαιρία πως και οι δυο πόλεις διαχειρίζονται ένα σοβαρό πολιτισμικό κεφάλαιο που συνδυάζει ιστορία, εξαιρετικούς αρχαιολογικούς χώρους και πλουσιότατες εκθέσεις-μουσεία, καθώς επίσης και μια καλή αρχιτεκτονική κληρονομιά.

Άργος, Th. Du Moncel. Ρωμαϊκά Λουτρά, Αρχαίο Θέατρο, Κάστρο της Λάρισας, 1843.

Το παρακάτω άρθρο που γράφεται το 1962 είναι αποκαλυπτικό της διαχρονικότητας του ανταγωνισμού καθώς η διάνοιξη του «δρόμου των αρχαιοτήτων» όπως λέγεται χαρακτηριστικά σήμερα, απασχολεί τις δυο πόλεις από τότε και γίνεται πραγματικότητα μόλις τα τελευταία χρόνια. Με την ευκαιρία λοιπόν αποφάσεων από το Νομαρχιακό Συμβούλιο για την τουριστική ανάπτυξη της Αργολίδας, το κύριο άρθρο εφημερίδας του Άργους [18] αναφέρει :

«Δεν δυνάμεθα παρά να συγχαρώμεν τον αξιότιμον κ. Νομάρχην δια το επιδεικνυόμενον ενδιαφέρον του δια την Τουριστικήν αξιοποίησιν του Νομού, αλλά και να μην εκφράσωμεν την πικρίαν μας, διότι εις μιαν έκθεσιν εκ 15 γραφομηχανημένων σελίδων εξ ών αι 13 αναφέρονται εις τας Τουριστικάς ανάγκας του Ναυπλίου δια την προσέλκυσιν ξένων, μόνον ένδεκα (αρ. 11) στίχοι αφιερούνται εις τα τουριστικά του Άργους……

Κατ’αυτόν λοιπόν τον τρόπον θα αξιοποιηθεί τουριστικώς ο Νομός; Με μόνην δηλαδή την προβολήν του Ναυπλίου εις βάρος ολόκληρου του Νομού; Αλλ’αυτό είναι απαράδεκτον δι’ημάς τουλάχιστον τους Αργείους. Και δια να ολοκληρωθή το κατά της πόλεως του Άργους πλήγμα και απομονωθή τελείως αύτη πάσης κινήσεως ιδού τι προτείνεται εις την Ε παράγραφον του ΙΙΙ κεφαλαίου της εκθέσεως : ε) Διάνοιξις και κατασκευή οδού Μυκηνών-Μοναστηρακίου-Ηραίου…».

Ενώ όμως φαινομενικά ο ανταγωνισμός διαμορφώνεται περισσότερο στο οικονομικό επίπεδο και εμφανίζεται ως αντίδραση του ενός στην κατασκευή ή την αξιοποίηση υποδομών στην επικράτεια του άλλου, λείπουν τα στοιχεία εκείνα (ιδεολογικά, στερεότυπα, κλπ) που θα ολοκλήρωναν την εικόνα μιας ψυχολογικής προδιάθεσης εναντίωσης του «Εμείς» κατά των «Άλλων». Το κείμενο του 1900 που αναλύουμε στη συνέχεια παρουσιάζει με εξαιρετικό τρόπο τα στοιχεία αυτά, απαντώντας στο ερώτημα της κατασκευής μιας εικόνας του «Άλλου», ικανής να τον υποβαθμίζει και ταυτόχρονα να ενδυναμώνει την ανωτερότητα του «Εμείς».

 

Μια ανθρωπολογική προσέγγιση του ανταγωνισμού των δυο πόλεων

 

Ο Μιλτιάδης Ζωγράφος γόνος μιας από τις μεγαλύτερες και πιο γνωστές οικογένειες του Άργους και της Αργολίδας, δικηγόρος ο ίδιος, γράφει την πρώτη ανθρωπολογική μελέτη για την αντιζηλία μεταξύ των δυο πόλεων, Άργους και Ναυπλίου. Στο μικρό κείμενό του με τίτλο «Ναυπλιεύς δικάζων Αργείον»[19], υπάρχουν σημαντικές περιγραφές καθημερινότητας καθώς και ένα πλήθος πληροφοριών σχετικών με την εικόνα που διαμορφώνουν οι κάτοικοι μιας πόλης για τους «απέναντι», τους «άλλους» κατοίκους της αντίζηλης πόλης. Το κείμενο του Μιλ. Ζωγράφου είναι μια καλή πηγή πληροφοριών για τον ερευνητή παρά την υποκειμενικότητα που το διακρίνει μιας και αποτελεί την οπτική ενός Αργείου προς τους Ναυπλιείς. Εξάλλου, είναι από τα λίγα κείμενα που έχουν γραφτεί μέχρι σήμερα για το θέμα αυτό.

Ο συγγραφέας οργανώνει το κείμενό του στη βάση ενός περιστατικού σχετικά με την αντιδικία δυο Αργείων, ενός αγωγιάτη και ενός ιδιοκτήτη οινοπαντοπωλείου. Η απαίτηση του αγωγιάτη να πληρωθεί για την εργασία του, συναντά την άρνηση του οινοπαντοπώλη που θεωρεί το λογαριασμό υπερβολικό. Η αντιδικία φτάνει στα δικαστήρια και έτσι ένας «δικαστής του Ναυπλίου» δικάζει έναν επαγγελματία του Άργους. Βεβαίως, η αντιδικία θα μπορούσε να μην αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης αντιδικίας μεταξύ των δυο πόλεων, ούτε να έχει τις προεκτάσεις που θα πάρει στο κείμενο του Μιλ. Ζωγράφου. Αλλά εδώ έγκειται και η αξία του κειμένου αφού μια απλή αντιδικία θα αναδείξει μια άλλη διάσταση ανταγωνισμού μεταξύ των δυο πόλεων.

 

1. Η ιστορία

 

Το Σεπτέμβριο του 1889 ο τρύγος στην ευρύτερη περιοχή και την πόλη του Άργους βρίσκεται στο αποκορύφωμά του και η αγροτική παραγωγική αλυσίδα σε πλήρη εξέλιξη. Ένας αγωγιάτης μεταφέρει με τα ζώα του σταφύλια σε ένα οινοπαντοπωλείο ώστε να γεμίσει τα βαρέλια του με μούστο. Με το τέλος της εργασίας ενσκήπτει διαφορά μεταξύ των δυο επαγγελματιών σχετικά με την αξία της προσφερθείσας εργασίας και η αντιδικία καταλήγει στο δικαστήριο.

Η εκδίκαση της υπόθεσης αποτελεί το πρώτο επίπεδο αποκάλυψης της αντιζηλίας μεταξύ των δυο πόλεων. Σε πρώτο βαθμό (Ειρηνοδικείο Άργους), ο Ειρηνοδίκης δέχεται τη λογική των μαρτύρων υπέρ του αγωγιάτη:

«Ο Σωτ. Μαρίνος μετέφερε τας σταφυλάς του Αλέξη Μαρίνου δια 3 όνων του επί 2 ημέρας προς δρχ 1 λ 50 καθ’ημέραν δι’έκαστον όνον, κατά συνέπειαν δικαιούται να πληρωθή δια 4 όνους δρχ 12, διότι κατά τον τρυγητόν εις το Άργος οι αγωγιάται λογίζονται και πληρώνονται ως γαϊδούρια».

Η απόφαση  (αριθ. 427 του 1891) του Ειρηνοδίκη ανατρέπεται όταν, μετά την άσκηση έφεσης, το Πρωτοδικείο Ναυπλίου απορρίπτει τη συλλογιστική στην οποία στηρίχτηκε ο Ειρηνοδίκης και με νέα απόφαση (αριθ. 2252 του 1891) καταδικάζει τον αγωγιάτη και στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων με αποτέλεσμα ο τελευταίος να χάσει το γάιδαρό του.

Στη σύνθεση του δικαστηρίου συμμετέχει ένας γνωστός για την επιστημονική του κατάρτιση δικηγόρος του Ναυπλίου, στα επιχειρήματα του οποίου στηρίζεται η συλλογιστική της νέας απόφασης του δικαστηρίου που καταγράφει ο Μιλ. Ζωγράφος ως εξής :

 «Κύριος γιγνώσκει υπό πόσης αγανακτήσεως κατελήφθη ο Ναυπλιεύς δικηγόρος, όταν είδεν ότι ευρέθη δικαστής εξομοιώσας τους ανθρώπους με τα γαϊδούρια. Και αν τοιαύτη απόφασις επικυρωθή, τι θα είπουν οι Αργείοι δια τους Ναυπλιείς;»

Το αγωνιώδες ερώτημα απηχεί κυρίως τις εικόνες που έχουν κατασκευαστεί από τους μεν για τους δε.

 

2.  Εικόνες και προεκτάσεις

 

Οι εικόνες που παράγονται και αναπαράγονται για τις δυο πόλεις ενισχύουν καταρχήν το δίπολο αγροτικό / αστικό που ισχύει ακόμα και σήμερα. Παρά τη διαπίστωση του συγγραφέα για το «δυστυχές Ναύπλιον οσημέραι μαραίνεται και καταρρέει», που αποδίδει μια εικόνα συγκυριακή του Ναυπλίου σε κρίση. Αντίστροφα, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, η εικόνα της ζωτικότητας – οικονομικής και κοινωνικής – χαρακτηρίζει το Άργος.

Όμως η διαφορά ανάμεσά τους έχει ένα συγκεκριμένο μέτρο: την εξουσία. Η πρώτη πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού Κράτους είναι μια πόλη στραμμένη προς τις δημόσιες υπηρεσίες σε αντίθεση με το Άργος, που διατηρεί τον αγροτικό του χαρακτήρα, εμφανίζει μια σοβαρή κινητικότητα στο επίπεδο της βιοτεχνίας και του εμπορίου, αλλά υστερεί ως προς τη συμβολική βαρύτητα που αποδίδεται στο Ναύπλιο ως πρωτεύουσα του νομού λόγω των διοικητικών μηχανισμών που εδρεύουν εκεί.

Ο συγγραφέας του κειμένου μας δίνει δυο περιγραφές κατατοπιστικές για την εικόνα και τις στεροτυπικές αντιλήψεις που οργανώνονται στις δυο πόλεις. Γράφει για τους Ναυπλιείς πως : «μας επιδεικνύουν το Παλαμήδι των, το Βουλευτικόν, τον Στρατώνα, τα Δικαστήρια, τους υπαλλήλους, προ παντός όμως την εξευγενισμένην κοινωνίαν, την αβρότητα των τρόπων και την λεπτότητα του αισθήματος και της επιδερμίδος».  

Οργανωμένο γύρω από τις διοικητικές υπηρεσίες του νέου Ελληνικού Κράτους, το Ναύπλιο μπορεί να καυχηθεί για την πολιτικά και κοινωνικά ανώτερη θέση του καθώς και για το επίπεδο της εξευγενισμένης συμπεριφοράς που αντιστοιχεί σε τέτοιο επίπεδο οργάνωσης. 

Βρισκόμαστε στο τέλος του 19ου αιώνα και οι ενδείξεις αυτές καθορίζουν άμεσα τα χαρακτηριστικά που απορρέουν από τις ανώτερες κοινωνικές θέσεις, ορίζοντας ταυτόχρονα διαχωρισμούς από τον «άλλο» που ταυτίζεται ουσιαστικά με τον αμόρφωτο όχλο, δηλαδή με τους Αργείους. Σε μια ανάλυση κειμένου, όπως θα δούμε και στη συνέχεια, τα αντιθετικά ζεύγη που προκύπτουν είναι :

εξευγενισμένη συμπεριφορά      αβρότητα τρόπων     λεπτότητα αισθήματος

χονδροειδής συμπεριφορά          τραχύτητα τρόπων       δύναμη ενστίκτου

        λεπτότητα επιδερμίδας_____

χοντροκαμωμένο παρουσιαστικό

 

Σε αντίθεση με την εικόνα αυτή το Άργος, όπως σημείωσα παραπάνω, παρουσιάζει μια οικονομική ζωντάνια και παραγωγικότητα και άλλα χαρακτηριστικά εντελώς διαφορετικά από εκείνα της πόλης του Ναυπλίου. «Ήτο Σεπτέμβριος του έτους 1889, ολόκληρον δε το Άργος ευρίσκετο επί ποδός. Πανταχού σταφυλαί, τρυγήτριαι, αγωγιάται, όνοι. Ιδίως οι αγωγιάται, κατασκονισμένοι, εν συμφυρμώ και αταξία διαγκωνιζόμενοι, άδοντες, ανά χείρας φέροντες άρτον και τυρόν και ράπανον αντί ράβρου ή πράσου, τρώγοντες και συγχρόνως τους όνους ωθούντες, έσπευδον μεταφέροντες το ιερόν φορτίον εις τα καπηλεία.»

Παραδοσιακή μέθοδος μαζέματος της σοδειάς των δημητριακών στην πεδιάδα του Άργους. Στο βάθος η Ακρόπολη της Λάρισας (1901).

Μια καθαρή εικόνα αγροτικής κοινωνίας, όπου μεροκαματιάρηδες, αγροτική παραγωγή και τυπικοί τρόποι συμπεριφοράς αγροτικού προλεταριάτου συμπληρώνουν τα γεωγραφικά όρια ενός χώρου, ενώ σκόνη, αταξία και καπηλειά ορίζουν τη ανθρωπο-ταξική του σύνθεση. Από την άποψη αυτή, η διαφορά επιπέδου των δυο πόλεων ορίζεται ουσιαστικά από την αντιθετική εικόνα ανάμεσα στους υπαλλήλους από τη μια και τους αγωγιάτες από την άλλη. Η ίδια εικόνα και οι προεκτάσεις της θα επηρεάσουν και το περιεχόμενο των δυο δικαστικών αποφάσεων. Το μεν Ειρηνοδικείο Άργους θα δεχτεί πως ο αγωγιάτης επέχει θέση ζώου κατά τη διάρκεια της εργασίας οπότε πρέπει να πληρωθεί γι’αυτήν. Το δε Εφετείο Ναυπλίου (ανώτερη δικαστική αρχή) δεν αποδέχεται την εξίσωση αυτή και καταδικάζει τον ενάγοντα.

Οι προεκτάσεις της δίκης αυτής είναι σημαντικές και αποκτούν μόνιμο χαρακτήρα που ξεπερνά τα όρια της αντιπαλότητας Άργους – Ναυπλίου. Είναι ο γνωστός και σήμερα ανταγωνισμός μεταξύ πόλεων για την εγκατάσταση διοικητικών και άλλων υπηρεσιών ή εκπαιδευτικών ιδρυμάτων στα όριά τους. Η τελευταία διαμάχη (2008) για την εγκατάσταση Εφετείου στην πόλη των Χανίων είναι η συνέχεια της ίδιας ακριβώς νοοτροπίας που πυροδοτεί τέτοιου είδους διαμάχες μεταξύ πόλεων περισσότερο από έναν αιώνα. Διαμάχη που εκφράζει την αντιπαλότητα του «εμείς» και οι «άλλοι», κυρίως οργανωμένη γύρω από τις προνομίες που παρέχει το Ελληνικό Κράτος.

 

Ο συγγραφέας, νομικός εξάλλου, Μιλ. Ζωγράφος μεταφέρει με εύθυμο τρόπο τη νέα διαμάχη που ξεσπά μεταξύ Ναυπλίου και Κορίνθου αυτή τη φορά, επηρεάζοντας φυσικά τη διαμάχη της πρώτης με το Άργος: «Από της εποχής εκείνης οι Κορίνθιοι, φοβηθέντες μήπως, διαμένοντες υπό την δικαστικήν κυριαρχίαν του Ναυπλίου, πάθωσιν από εξευγενισμόν, ήρχισαν να σκέπτωνται και να ενεργώσι σοβαρώς και αποτελεσματικώς, επιτυχόντες επί τέλους την σύστασιν Πρωτοδικείου εν Κορίνθω, όπερ σημαίνει αληθώς του Ναυπλίου αποκεφαλισμόν».

Η εξέλιξη αυτή, από τη μια τείνει στο να μειώσει τη δυνατότητα του Ναυπλίου να διατηρεί, συμβολικά και τυπικά, την εικόνα του κέντρου της περιοχής και ταυτόχρονα ισχυροποιεί τη διαμάχη του με το Άργος αναπροσαρμόζοντας τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ταυτότητας του καθενός. Στη διάρκεια του χρόνου η αναπροσαρμογή αυτή θα ισχυροποιείται από νέα θέματα  όπως τα τελευταία χρόνια ήταν η ίδρυση πανεπιστημιακής σχολής που αρχικά έγινε στο Ναύπλιο και τελικά, φαίνεται, να καταλήγει η εγκατάστασή της σε ενδιάμεσο σημείο ανάμεσα στις δυο πόλεις. Την εποχή όμως που γράφει ο Μιλ. Ζωγράφος είναι ήδη προσδιορισμένα τα χαρακτηριστικά της αντιπαράθεσης.

 

3.  «Ο Άλλος» : χαρακτηριστικά και αντιθέσεις

 

Σύμφωνα με όσα παραθέσαμε προηγουμένως, το κυρίαρχο αντιθετικό ζεύγος στο οποίο στηρίζεται η αντιπαράθεση μεταξύ των δυο πόλεων είναι πολιτισμένος / απολίτιστος. Στο ζεύγος αυτό θα στηριχτούν όλα τα χαρακτηριστικά που επικαλούνται οι δυο πλευρές για να οργανώσουν μια εικόνα του «εμείς» σαφώς ανώτερη από εκείνη των «άλλων». Έτσι, το ανώτερος / κατώτερος διαμορφώνεται ως ένα δεύτερο κυρίαρχο αντιθετικό ζεύγος καθορισμού χαρακτηριστικών μεταξύ Ναυπλιέων και Αργείων. Τέλος, ένα τρίτο αντιθετικό ζεύγος, το διοίκηση / οικονομία θα ολοκληρώσει το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα δομηθούν οι αντιθετικές ταυτότητες των δυο πόλεων.

Βουλευτικό Ναυπλίου (Τέμενος - Τέλη 18ου – αρχές 19ου αι.)

Τεκμηριώνοντας τη σημασία του πρώτου αντιθετικού ζεύγους, πολιτισμένος / απολίτιστος, το Ναύπλιο παραθέτει τα ιστορικά και διοικητικά σύμβολα που διαθέτει όπως το Παλαμήδι και το Βουλευτικό. Στηρίζει σε αυτά την εικόνα ενός κοινωνικού συνόλου που χαρακτηρίζεται για τη μόρφωσή του, την κουλτούρα του και τις συνακόλουθες «ευγένεια, αβρότητα τρόπων, λεπτότητα αισθημάτων». Με άλλα λόγια, όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που ο ρομαντισμός ανέδειξε ως συστατικά του πολιτισμού.

Σε αντίθεση με αυτή την εικόνα, το Άργος απαντά στα νατουραλιστικά χαρακτηριστικά κοινωνίας α-πολίτιστης, δηλαδή εκείνης που βρίσκεται πιο κοντά στη φύση και ενεργεί περισσότερο με το ένστικτο παρά με το συναίσθημα, περισσότερο με την παρόρμηση παρά με τη λογική. Γι’ αυτό και δίνεται έμφαση, μεταξύ άλλων, στο χαρακτηρισμό «χειρώνακτες» σε αντίθεση με το υπονοούμενο «πνευματικοί» που πηγάζει από την κατάσταση του πολιτισμένου.

 

Υπενθυμίζουμε πως το κείμενο γράφεται από έναν Αργείο και ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει τα στοιχεία αυτά προκαλεί έκπληξη. Για παράδειγμα, δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στις αρχαιότητες του Άργους και της ευρύτερης περιοχής του ως αντιστάθμισμα στις αιτιάσεις των Ναυπλιέων. Αντίθετα, ως κύριο χαρακτηριστικό προβάλλεται «ο θαλπερός ήλιος του Άργους», «οι εξοχές της πόλης και τα οινοπωλεία της». Εάν προσθέσουμε σε αυτά και την περιγραφή του τρύγου τότε ενισχύεται η νατουραλιστική εικόνα του «απολίτιστου» που αποδίδεται στους Αργείους.

Με το δεύτερο αντιθετικό ζεύγος, ανώτερος / κατώτερος, η ποιοτική διαφοροποίηση εμφανίζεται περίπου ως φυσική απόρροια της πολιτισμικής οριοθέτησης του καθενός. Η ταυτοποίηση των ζευγών πολιτισμένος – ανώτερος / απολίτιστος – κατώτερος, δεν είναι τυχαία στην περίπτωση που εξετάζουμε. Όπως εξηγήθηκε ήδη από την εισαγωγή, πρόκειται για ένα κυρίαρχο σχήμα που, τηρουμένων των αναλογιών, καθορίζει για έναν ορισμένο τρόπο σκέψης τις θέσεις του «εμείς» και οι «άλλοι», όχι μόνο σε τοπικό αλλά και σε εθνικό ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαφορά στηρίζεται ακόμα και σε εξωτερικά χαρακτηριστικά αφού στην «λεπτότητα της επιδερμίδας» αντιπαρατίθεται μια εξωτερική εμφάνιση χοντροκαμωμένου παρουσιαστικού αγροίκων «φορούντες ράσα και τσαρούχια». Επομένως, η εξωτερική εμφάνιση προστίθεται στα γενικά χαρακτηριστικά που διαφοροποιούν τους κατοίκους των δυο πόλεων ενισχύοντας την άποψη πως ο ανώτερος πολιτισμικά άνθρωπος εκφράζεται και με την εξωτερική εικόνα που προσφέρει. Στους εκλεπτυσμένους τρόπους συμπεριφοράς προστίθεται και το καλό ντύσιμο.

Τέλος, η βασική διαφορά πολιτισμένος / απολίτιστος ισχυροποιείται με ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζεύγη που είναι το διοίκηση / οικονομία. Έτσι, η διοίκηση ταυτίζεται με τον πολιτισμένο ενώ αντίθετα οι παραγωγικές δραστηριότητες (οικονομία) ταυτίζονται με τον απολίτιστο. Απέναντι στα υπαλληλικά στρώματα αντιπαρατίθενται οι βιομήχανοι, οι γεωργοί, οι ονηλάτες.

Εργάτριες σε συσκευαστήριο, 1966.

Η αντιμετώπιση της χειρωνακτικής εργασίας από μια υπαλληλική αριστοκρατία ως κατώτερης κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης, είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο οργανώνεται μια ανώτερη κοινωνική ταυτότητα. Η διοίκηση ή η συμμετοχή της σ’ αυτή προσδιορίζει το πεδίο της πνευματικής εργασίας, άρα μια ανώτερη κοινωνική κατάσταση, που πηγάζει από τον πολιτισμό. Αντίθετα, η ενασχόληση με παραγωγικές δραστηριότητες του γεωργικού και βιοτεχνικού τομέα ορίζει μια κατώτερη κοινωνική κατάσταση συνώνυμη μιας φυσικής κατάστασης, του α-πολίτιστου, στην οποία βρίσκονται τα αγροτικά και εργατικά στρώματα αλλά και όσοι ασχολούνται επιχειρηματικά με τις δραστηριότητες αυτές.

Το ζήτημα αυτό θα μπορούσε να εξηγηθεί ως αποτέλεσμα της μεταβατικής περιόδου που γνώρισαν οι δυτικές κοινωνίες από τους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής στους καπιταλιστικούς. Όμως στην περίπτωση που εξετάζουμε όχι μόνο δεν έχουμε μια τέτοια μεταβατική περίοδο όπως αναφέραμε και στην αρχή, αλλά ούτε καν μια καλά διαμορφωμένη αριστοκρατία που βλέπει την κατάσταση να αλλάζει προς όφελος των ανερχόμενων εμπορο-βιομηχανικών στρωμάτων και ομάδων, σύμφωνα με τα κλασικά σχήματα ανάλυσης. Γι’αυτό και τονίσαμε τον όρο Δημοσιοϋπαλληλική αριστοκρατία ώστε να γίνει περισσότερο σαφής η σημασία των κρατικών μηχανισμών στη διαμόρφωση οικονομικών και επαγγελματικών κριτηρίων κοινωνικής ιεράρχησης παρά η ύπαρξη μιας ταξικής ιεράρχησης δυτικού τύπου πηγή κοινωνικών διαφοροποιήσεων[20].

 Έτσι, οι αντιθέσεις θα βασιστούν σε σχήματα απλά που υπό τη μορφή αντιθετικών ζευγών παρουσιάζουν την σχέση με τον ακόλουθο τρόπο :

 

Ναυπλιεύς            πολιτισμένος                ανώτερος                         πνευματικός               

  Αργείος               απολίτιστος                 κατώτερος                       χειρωνάκτης                

 

εξευγενισμένη συμπεριφορά             αστική κοινωνία

  χονδροειδής συμπεριφορά             αγροτική κοινωνία

 

Επίλογος

 

Η αντίθεση και ο ανταγωνισμός που χαρακτηρίζει τις σχέσεις μεταξύ ομάδων, τοπικών κοινωνιών ή πόλεων, έχουν τις ρίζες τους σε μια διχοτομική συγκρουσιακή αντίληψη του «Εμείς» που διαφοροποιεί τους «Άλλους» χρησιμοποιώντας κατά κύριο λόγο πολιτισμικές κατασκευές. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά (κοινωνικά, οικονομικά, πολιτικά, κλπ) που καθορίζουν τους χώρους, τους χρόνους και τα πρόσωπα, χρησιμοποιούνται ώστε να ενισχυθούν οι διαφοροποιήσεις αυτές και κυρίως οι συμβολισμοί τους. Η χρονική διάρκεια και η ένταση των ανταγωνισμών είναι στοιχεία άμεσα συνδεδεμένα με τη δυνατότητα που διαθέτει η κάθε πόλη για τη συγκέντρωση πόρων συμβολικού και οικονομικού κεφαλαίου που να της επιτρέπουν τη διαμόρφωση μιας εικόνας υπεροχής απέναντι σε άλλες όμορες ή ανταγωνιστικές πόλεις.

Στην περίπτωση που εξετάσαμε το συμβολικό κεφάλαιο έχει ιδιαίτερη σημασία για την πόλη του Ναυπλίου αφού διαμορφώνει ένα εξουσιαστικό προφίλ με τη συγκέντρωση δημοσιοϋπαλληλικών μηχανισμών και σχέσεων, ενώ το οικονομικό έπεται ως αποτέλεσμα κυρίως τουριστικής ανάπτυξης που διαμορφώνεται και πάλι γύρω από την ιστορική ταυτότητα της πόλης (πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου ελληνικού κράτους). Για άλλες πόλεις, το οικονομικό κεφάλαιο είναι εκείνο που καθορίζει τις σχέσεις ανταγωνισμού ή ακόμα οι φυσικές πηγές ενέργειας όπως, για παράδειγμα το νερό στις σχέσεις Τρικάλων – Καρδίτσας.

Η διχοτομική αντίληψη που χαρακτηρίζει τον ανταγωνισμό αυτό είναι επίσης άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητα διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων και επομένως, με τις ικανότητες ανάδειξης μιας ιδιαίτερης ταυτότητας. Η αίσθηση ανωτερότητας ή κατωτερότητας πηγάζει από τις διαδικασίες μιας ταυτόχρονης αναπτυξιακής διαχείρισης πόρων και ανάδειξης ιδιαίτερων στοιχείων ταυτότητας, αίσθηση που μπορεί να αναπαράγεται για δεκαετίες, όπως στην περίπτωση που εξετάσαμε.

Έτσι, επισημάναμε ήδη πως ένα θέμα (ο ανταγωνισμός για την απόκτηση πανεπιστημιακών σχολών ή τμημάτων) λειτουργεί υποστηρικτικά ως προς την αίσθηση ανωτερότητας για τους μεν, ενώ για τους δε, λειτουργεί ως υποκατάστατο της αδυναμίας διαχείρισης ενός ήδη υπάρχοντος πολιτισμικού και οικονομικού κεφαλαίου, γεγονός που αυξάνει την αίσθηση κατωτερότητας. Στην πρώτη περίπτωση τοποθετείται το Ναύπλιο, ενώ στη δεύτερη τοποθετείται το Άργος που εσωτερικεύει μια κατάσταση κατωτερότητας και λόγω της εξαίρεσής του από τα δίκτυα της ανώτερης δημοσιοϋπαλληλίας.   

 

Γεώργιος Κόνδης

Στο: Μαγριπλής Γ. Δ. (Επιμ),  Πολιτισμός και Διαφορετικότητα : Εμείς και οι άλλοι, εκδόσεις Αντ. Σταμούλης, Θεσσαλονίκη, 2011.

 

Υποσημειώσεις

[1] Η διαπίστωση, η καταγραφή και η ανάλυση των στοιχείων που συνδέουν το χώρο με τις πολιτισμικές κατασκευές των χρηστών και δημιουργούν ανταγωνιστικές κατηγορίες, όπως αυτές που παρουσιάζουμε, είναι μια σύνθετη και πολύ ουσιαστική ερευνητική διαδικασία που χρησιμοποιεί εννοιολογικά εργαλεία από τους διάφορους κλάδους των κοινωνικών επιστημών. Μια καλή παρουσίαση του θέματος γίνεται από τον Ιω. Χωριανόπουλο, Αστική Κοινωνική Γεωγραφία, 154-176 (157), στο : Ανθρωπογεωγραφία. Άνθρωπος, Κοινωνία και Χώρος, Κριτική-Επιστημονική Βιβλιοθήκη, Αθήνα, 2007. 

[2] «Η διατήρηση της διαφοράς ανάμεσα σε εμάς και στους άλλους αποτελεί μέρος της προσπάθειάς μας για τη διαφύλαξη μιας καθαρής και συνεκτικής εικόνας του εαυτού μας», ό.π, 159.

[3] A.Giddens, Εισαγωγή στην Κοινωνιολογία, Αθήνα, 1993, 136.

[4] Με την ευκαιρία αυτή ο A.Giddens θεωρεί πως εκτός από γκέτο, οι περιοχές φυλετικής απομόνωσης μπορούν να μετατραπούν σε χώρους δημιουργίας «νέων αστικών κινημάτων διαμαρτυρίας, τα οποία μπορούν ίσως να αναπαράγουν σχέσεις αμοιβαιότητας στα πλαίσια μιας κοινότητας, σχέσεις που αναπτύσσονται ελάχιστα στις πιο πλούσιες περιοχές της πόλης», ό.π., 132.

[5] Εξηγώντας τη διαδικασία αυτή με την επιστροφή των μεταναστών στους τόπους προέλευσης, η Σήλια Νικολαΐδου αναφέρει πως οι βασικές ανισορροπίες αυτού του μοντέλου αστικής ανάπτυξης παραμένουν κυρίαρχες : «Ο περιορισμός της τάσης συγκέντρωσης πληθυσμού στην πρωτεύουσα και την συμπρωτεύουσα, το 1981-91, αποτελεί ένδειξη ότι οι συνθήκες διαβίωσης (στέγαση, εργασία, αναψυχή) στα μεγάλα αστικά κέντρα επιδεινώνονται. Η στροφή μέρους του πληθυσμού προς εκείνα μόνο τα επαρχιακά κέντρα που έχουν αναδειχθεί σε πόλους έλξης λόγω της βιομηχανικής τους ή τουριστικής τους δραστηριότητας, αν και περιόρισε ως ένα βαθμό τις ανισότητες μεταξύ των περιφερειών, δεν εμπόδισε την πληθυσμιακή συρρίκνωση των μικρών επαρχιακών κέντρων ούτε άμβλυνε τις αρνητικές επιπτώσεις της αθηναϊκής υπερσυσσώρευσης», Η κοινωνικής οργάνωση του αστικού χώρου, Αθήνα, 1993, 127.

[6] Εφημερίδα Αιχμή, Ηλεκτρονική έκδοση, 12-10-2009.

[7] Η Ευτυχία Λιάτα, Ιστορικός, διευθύντρια Ερευνών στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών , σημειώνει πως « η αιτία της αλληλοπεριφρόνησης είναι μάλλον ιστορικά τεκμηριωμένη και χρονολογείται στα μέσα του 18ου αιώνα», σε άρθρο της με τίτλο «Ο πόλεμος ποτέ δεν πεθαίνει», στην ηλεκτρονική έκδοση της «Ελευθεροτυπίας», 9-1-2010. Στην ίδια έκδοση με γενικό τίτλο «Οι εμφύλιοι … της διπλανής πόρτας», ο κ. Κ. Τσουκαλάς, εκδότης από τη Λάρισα, επιχειρηματολογώντας για τη διαμάχη μεταξύ Λάρισας και Βόλου καταλήγει στο εξής συμπέρασμα : «Η Λάρισα, σε αντίθεση με τον Βόλο, έχει το απαραίτητο πληθυσμιακό μέγεθος αλλά και την έκταση για να μη δημιουργεί την εντύπωση της μικρής επαρχιακής πόλης -με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από πλευράς διασκέδασης δεν χρειάζεται να κάνω ιδιαίτερη αναφορά… Το «Λάρισα by night» το γνωρίζουν και οι πέτρες!».

[8] Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα άρθρα για το θέμα είναι του Λ. Λαμπριανίδη με τίτλο «Ίδρυση Περιφερειακών Πανεπιστημίων : απόρροια πολιτικών περιφερειακής ανάπτυξης ή πολιτικών σκοπιμοτήτων;», στο : Τόπος. Επιθεώρηση αστικών και περιφερειακών μελετών», 6/93 (111-138).

[9] Τα εκκλησιαστικά δεν είναι αφιλόξενος τόπος για την εκδήλωση του ανταγωνισμού αυτού. Αντίθετα οι επιστημονικές αναλύσεις σχετικών θεμάτων προσπαθούν να ενισχύσουν τα επιχειρήματα της μιας ή της άλλης πλευράς ώστε να ενισχυθεί η εικόνα, ο ρόλος και η σημασία της μιας ή της άλλης στην περιοχή. Είναι αρκετά αποκαλυπτικό το άρθρο της Βούλας Κόντη με τίτλο «Το Ναύπλιο και οι σχέσεις του με την επισκοπή Άργους κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο», ηλεκτρονική καταχώρηση, στην οποία αναφέρει εισαγωγικά : «Τα προβλήματα της ύπαρξης ή μη επισκοπής Ναυπλίου κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, της υπαγωγής της πόλης στην επισκοπή Άργους καθώς και της δημιουργίας επισκοπής με τη σύνθετη αναφορά  Άργους και Ναυπλίου έχουν κατά καιρούς απασχολήσει τους ερευνητές και έχουν προταθεί διάφορες λύσεις ή ερμηνείες».

[10] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού, 22 Δεκεμβρίου 1884. Πρόκειται για κύριο άρθρο με τίτλο «Το ζήτημα του σιδηροδρόμου», στο οποίο ο συντάκτης του επιχειρηματολογεί κατά του Ναυπλίου που θεωρείται ότι δημιουργεί προσκόμματα ώστε η νέα σιδηροδρομική γραμμή να μην διέρχεται από το Άργος. Χρειάζεται να σημειώσουμε εδώ πως ενώ στο Άργος του τέλους του 19ου αιώνα, κυκλοφορούν ήδη τέσσερεις (4) εφημερίδες, δεν υπάρχει ανάλογη εκδοτική δραστηριότητα στο Ναύπλιο. Επομένως, αντλούμε αναγκαστικά τα στοιχεία μας από τις αργειακές εκδόσεις.

[11] Σχετικά με το ζήτημα του σιδηροδρόμου, μια σύντομη όσο και περιεκτική αναφορά από τον Χρ. Χατζηιωσήφ στην «Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα. 1900-1922. Οι απαρχές», σ. 11.

[12] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού, «Σιδηρόδρομος Πελοποννήσου», 7 Αυγούστου 1884.

[13] ΔΑΝΑΟΣ, Εφημερίς του Λαού. «Οι Βασιλείς εν Άργει, 1 Μαΐου 1898.

[14] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Το εμπόριον του Άργους, 7 Φεβρουαρίου 1937.

[15] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Τι πρέπει να γίνει δια την πρόοδον του Άργους. Αι απόψεις της Ομοσπονδίας Επαγγελματιών και Βιοτεχνών Άργους, 4 Ιουλίου 1937.

[16] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Το εργοστάσιον πρέπει να γίνει οπωσδήποτε εις την πόλιν μας, 19 Ιουνίου 1938.

[17] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Τα Ναυπηγεία, 16 Δεκεμβρίου 1956

[18] ΑΣΠΙΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ, Η τουριστική αξιοποίησις του Νομού και η πόλις του Άργους. Απαράδεκτος πλέον η εγκατάλειψις, 7 Ιανουαρίου 1962.

[19] Χρ. Α.Καραγιάννη, Αργολικόν Ημερολόγιον του έτους 1900, Άργος, 1900 (84-88).

[20]  Δεν είναι τυχαία η υπενθύμιση του συγγραφέα πως οι Ναυπλιείς «μας υβρίζουν ως αχάριστους, αφού επί της βασιλείας Δηλιγιάννη του Θεοδώρου απεκτήσαμεν Γυμνάσιον διτάξιον, εν τούτοις εξελέξαμεν βουλευτήν ουχί τον χαριτόβρυτον ανεψιόν Φαρμακόπουλον, αλλά τον Πλαπούτσαν». Στα πλαίσια των σχέσεων πολιτικής πελατείας που αναπαράγονται στην Ελλάδα, η εξυπηρέτηση βασικών κοινωνικών αναγκών αποτελεί μέρος του «δώρου» που προσφέρεται από τους πολιτικούς προς τις τοπικές κοινωνίες. Η απόκτηση λοιπόν ενός σχολείου με διοικητική ρύθμιση αποτελεί μέρος της πελατειακής σχέσης. Γι’ αυτό και το Ναύπλιο που διαθέτει ήδη ένα σχολικό δίκτυο, θεωρεί τους Αργείους  αχάριστους αφού δεν ανταποκρίθηκαν όπως έπρεπε στην πολιτική δωρεά.

 

Σχετικά θέματα:  

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »