Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Ρούβαλη Αμαλία


 

 

Αμαλία Ρούβαλη

Η Αμαλία Ρούβαλη γεννήθηκε στις 7 Μαΐου του 1954 στο Ναύπλιο όπου πέρασε την παιδική της ηλικία. Είναι κόρη της οδοντιάτρου και ποιήτριας Τερέζας Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη και του δικηγόρου εκ Ναυπλίου Τάκη Ρούβαλη, εκδότη στο Ναύπλιο  της μηνιαίας εφημερίδας «Η Μάχη», στην δεκαετία του 1960. Αδερφός της είναι ο συγγραφέας Γιώργος Ρούβαλης. Κατοικεί και εργάζεται στην Αθήνα.

Σπούδασε πολιτικές επιστήμες, κοινωνιολογία και σκηνοθεσία του κινηματογράφου στην Αθήνα και στο Παρίσι. Μετέφρασε βιβλία κοινωνικών επιστημών στις δεκαετίες 1970-1980 από τα γαλλικά, τα ισπανικά και τα ιταλικά.

Για δύο περίπου δεκαετίες διετέλεσε επίσημη μεταφράστρια και Ακόλουθος Τύπου στην Πρεσβεία του Μεξικού στην Ελλάδα, σήμερα εργάζεται στο Ελληνικό Δημόσιο. Έχει εκπονήσει κοινωνιολογικές έρευνες και δημοσιεύσει μελέτες στον εξειδικευμένο Τύπο.

Από τη δεκαετία του 2000 ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση από τις ιβηρικές γλώσσες, είναι, επίσης, ισπανίστρια. Έχει διδάξει κοινωνιολογία της Λατινικής Αμερικής στο ΕΚΕΜΕΛ.

Έχει εκδώσει  ως σήμερα δύο ποιητικές συλλογές:  «Πρώτα ποιήματα», 1976, εκδόσεις  Νέα Σκέψη και «Έπεα πτερόεντα;», 2009, εκδόσεις Τυπωθήτω, σειρά Λάλον Ύδωρ. Υπό έκδοση, το 2012, η νέα συλλογή «Ποιήματα αδέσποτα, ατάκτως ερριμμένα» στις εκδόσεις Τυπωθήτω.

Ορισμένα από τα ποιήματα της έχουν μεταφραστεί στα πορτογαλικά, ισπανικά και κροατικά. Δημοσιεύει ποίηση και λογοτεχνική κριτική σε σχετικά έντυπα και στο διαδίκτυο.

 

Πηγή


 

Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού

 

 

Read Full Post »

To Άργος μέσα από τους πίνακες του Τάσου Γιαννόπουλου


  

Ο Τάσος Γιαννόπουλος λίγο πριν εγκαταλείψει τον υλικό αυτό κόσμο, έδωσε ένα τελευταίο δείγμα της αγάπης του για τον τόπο που τον γέννησε και τον ανάθρεψε. Το Άργος. Με χαρά παραχώρησε το δικαίωμα στο Δήμο να εκδώσει το ημερολόγιο του 2005, στο οποίο παρουσιάζονται 14 από τα πολλά έργα του που έχουν ως θέμα την πόλη και τα δημοτικά της διαμερίσματα.

Μέσα από τους πίνακες αυτούς, προβάλλονται και αναδεικνύονται οι ομορφιές του Δήμου αλλά και τα ιστορικά του μνημεία. Κάποιους από αυτούς τους πίνακες παρουσιάζει η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη, ως ελάχιστο δείγμα τιμής στον εκλεκτό πατριώτη και καλλιτέχνη, Τάσο Γιαννόπουλο.

 

Άργος, δυτική πόλη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Πλατεία Αγίου Πέτρου Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Αρχαίο Θέατρο Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Τίμιος Πρόδρομος Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άγιος Νικόλαος Πυργέλλας Άργους - Ακουαρέλλα, Τάσος Γιαννόπουλος

 
 

Παναγία Κατακεκρυμμένη - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Ζωοδόχος Πηγή - Κεφαλάρι Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Σιδηροδρομικός Σταθμός Άργους - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 
 

Άργος – Δειλινό τον Ιούνιο - Τάσος Γιαννόπουλος, Ελαιογραφία

 

Read Full Post »

Ντάπερ Όλφερτ – Dapper Olfert (1635 – 1689)


 

Φύση ανήσυχη και ερευνητική, ο Dapper, αφιερώνει το σύντομο βίο του στη μελέτη και τη συγγραφή. Το 1688, στο Άμστερνταμ κυκλοφορεί στα Ολλανδικά το έργο του:   Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien [= Ακριβής περιγραφή του Μορέα, τουτέστιν της Πελοποννήσου, και των νήσων που βρίσκονται έξω από την ακτή του Μορέα, εντός και εκτός του Βενετικού Κόλπου]. Στο έργο αυτό ο συγγραφέας περιγράφει την Πελοπόννησο, και αφιερώνει πολλές σελίδες στην Αργολίδα, την εποχή  του έκτου Ενετοτουρκικού πολέμου (1684–1699), αποτέλεσμα του οποίου ήταν η κατάκτηση της Πελοποννήσου, της Αίγινας, της Λευκάδας και περιοχών των Δαλματικών ακτών από τους Βενετούς.

 

Φλαμανδός γεωγράφος και συγγραφέας, ο Dapper γεννήθηκε σε μία λαϊκή συνοικία του Άμστερνταμ πιθανότατα το 1635, δεδομένου ότι βαπτίσθηκε στη Λουθηρανική Εκκλησία τον Ιανουάριο του 1636. Ελάχιστες πληροφορίες υπάρχουν για το βίο και την πολιτεία του. Οι βιογράφοι του πιθανολογούν ότι ασχολήθηκε ελάχιστα με την ιατρική επιστήμη και βεβαιώνουν ότι δεν ταξίδεψε ποτέ. Φαίνεται ότι έκανε τις βασικές σπουδές του στο Atheneum Illustre του Άμστερνταμ και από τον Σεπτέμβριο του 1658 έως το 1660, παρακολούθησε μαθήματα ιατρικής στο πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης. Λέγεται ότι ουδέποτε απέκτησε το πτυχίο του γιατρού, αν και ο ίδιος υπέγραφε ως Dr. Dapper.

Πολύ σύντομα ο Dapper στράφηκε προς τη συγγραφική σταδιοδρομία, που ξεκίνησε με την έκδοση, το 1663, μιας ιστορικής περιγραφής της γενέτειράς του, του Άμστερνταμ. Δύο χρόνια αργότερα, ακολούθησε η έκδοση στα ολλανδικά, των έργων του Ηροδότου. Ήταν, μήπως, η επαφή του με το κείμενο του αρχαίου ταξιδιώτη – ιστορικού, που έστρεψε τον Dapper, προς την ταξιδιωτική-περιηγητική λογοτεχνία; Σε κάθε περίπτωση, βασιζόμενος αποκλειστικά σε κείμενα και αναφορές άλλων, το 1668 ο Dapper εξέδωσε το πιο γνωστό και, αναμφίβολα, το σπουδαιότερο σύγγραμμά του, εκείνο που ακόμη και σήμερα θεωρείται θεμελιώδες για τους ιστορικούς, γεωγράφους και εθνολόγους που ασχολούνται με τη Μαύρη Ήπειρο: πρόκειται για το Naukeurige Beschrijvingen der Afrikaensche gewesten ή αλλιώς, Περιγραφή της Αφρικής.

Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα σημαντικότερα μουσεία αφρικανικής τέχνης, που στεγάζεται στο Παρίσι, φέρει σήμερα το όνομα του: πρόκειται για το Musée Dapper, που ιδρύθηκε το 1986 από το Ίδρυμα Olfert Dapper.

Μετά την έκδοση της Αφρικής, ακλούθησαν το 1670 η περιγραφή της Κίνας (Gedenkwaerdig bedryf der Nederlandsche Oost-Indische Maetschappye, op de kuste en in het Keizerrijk van Taising of Sina […]) και το 1672 η περιγραφή της Ινδίας, της Περσίας και της Γεωργίας (Asia, of naukeurige beschryving van het rijk des Grooten Mogols, en een groot gedeelte van Indien:… beneffens een volkome beschryving van geheel Persie, Géorgie, Mengrelie en andere gebuur-gewesten […]).

Πέντε χρόνια αργότερα, το 1677, ήταν η σειρά της Συροπαλαιστινιακής ακτής, σε μια έκδοση με τον τίτλο (Naukeurige beschrijving van gantsch Syrie, en Palestyn of Heilige land […] beneffens de landen van Perea of Over-Jordaen, Galilea, byzonder Palestyn, Judea en Idumea […]), ενώ το 1680 ο Dapper παρουσίασε σε μια ακόμη ταξιδιωτική έκδο­ση τη Μεσοποταμία και την Αραβική Χερσόνησο (Naukeurige beschryving van Asie: behelsende de gewesten Mésopotamie, Babylonie, Assyrie, Anatolie of Klein Asie: beneffens eene volkome beschrijving van gansch… Arabie).

Θα έλεγε κανείς ότι ο Ολλανδός συγγραφέας περιηγητικών βιβλίων ξεκινούσε από τα πλέον εξωτικά μέρη, για να καταλήξει σε πιο κοντινούς – γεωγραφικά – προορισμούς. Έτσι, τα δύο τελευταία του ταξιδιωτικά βιβλία, που είναι, εύλογα, τα γνωστότερα και πιο δημοφιλή στην Ελλάδα, αναφέρονται στις βενετικές κτήσεις και στην ευρύτερη περιοχή του ελλαδικού χώρου.

Έτσι, το 1688 εκδόθηκαν αφενός η περιγραφή του Μορέα, έκδοση στη οποία περιλαμβάνονταν και τα Ιόνια Νησιά [Naukeurige beschrijving van Morea, eertijts Peloponnesus […]), αφετέρου το Αρχιπέλαγος (Naukeurige beschryving der Eilanden, in de Archipel der Middelantsche Zee, en omirent dezelve, gelegen: waer onder de voornaemste Cyprus, Rhodus, Kandien, Samos, Scio, Negropont).

Ενδεχομένως ο Dapper έλαβε την απόφαση να ασχοληθεί με τις περιοχές του Μορέα και του Αρχιπε­λάγους λόγω του σύγχρονου του, του Βενετοτουρκικού Πολέμου και ιδίως των πολεμικών επιτυχιών του Francesco Morosini, (1619-1694), που στο διάστημα μεταξύ 1685-1688 είχε καταλάβει τον Μοριά, ενώ συνέχιζε τις πολεμικές επιχειρήσεις στην περιοχή της Αττικής.

Αυτά ήταν και τα δύο τελευταία βιβλία που εξέδωσε ο Dapper, που πέθανε στις 29 Δεκεμβρίου του 1689.

Το Αρχιπέλαγος παραμένει, ίσως, η πιο γνωστή εργασία του Dapper στον ελλαδικό χώρο, ειδικά στη γαλλική της έκδοση, που παρουσιάστηκε στο κοινό δεκαπέντε χρόνια αργότερα, το 1703. Αντίθετα, η έκδοση του Μορέα εκδόθηκε μόνο στην ολλανδική γλώσσα.

Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι Naukeurige Beschryving van Morea, eertijts Peloponnesus; en de Eilanden, gelegen onder de Kusten van Morea, en Binnen en Buiten de Golf van Venetien [= Ακριβής περιγραφή του Μορέα, τουτέστιν της Πελοποννήσου, και των νήσων που βρίσκονται έξω από την ακτή του Μορέα, εντός και εκτός του Βενετικού Κόλπου], εκδόθηκε δε από τους οί­κους Wolfgangh, Waesbergen, Boom, Someren και Goethals στο Άμστερνταμ το 1688. Παρά τη δυσκολία της γλώσσας (παλαιά ολλανδική), η σημασία του έργου του Dapper είναι αδιαμφισβήτητη, όχι μόνο λό­γω του κειμένου αλλά και χάρη στη εξαιρετική εικονογράφηση που το συνοδεύει.

Φυσικά, οι πηγές του Ολλανδού γεωγράφου και συγγραφέα εύκολα ανιχνεύονται σε σύγχρονα ή λίγο προγενέστερα του έργα, ειδικά δε για την εικονογράφηση οι εκδόσεις των Vincenzo Maria Coronelli, Jacob van Meurs, Joan Blaeu αποτελούν ίσως, τις κύριες πηγές πάνω στις οποίες βασίστηκε η ολλανδική.

Πηγές


  • Περιοδικό «Βιβλιοφιλία», τεύχος 132, Απρίλιος – Μάιος- Ιούνιος, 2011.
  • Musée Dapper
  • Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, «Η Θεσσαλονίκη των Περιηγητών», εκδόσεις Μίλητος, 2008.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γκραβούρες – Καρύταινα (Καρίταινα) Αρκαδίας  – Otto Magnus von Stackelberg, λιθογραφία από το έργο του, «La Grece. Vues pittoresques et topographiques, dessinus par O.M baron de Stackelberg». ( Ελλάδα – γραφικά τοπία και τοπογραφικά τοπία, δημιουργίες του Otto Magnus, βαρώνου του Stackelberg). Παρίσι 1834.

 

Καρύταινα (Bathos Pres Trapezonte ) - Otto Magnus von Stackelberg, 1834

 

  Η Καρύταινα απέχει 16 χμ. από τον κάμπο της Μεγαλόπολης και υψώνεται με το φραγκικό κάστρο της σε ένα βραχόβουνο ύψους 582μ., περισφιγμένο ολόγυρα από τα αρκαδικά βουνά, ενώ στους πρόποδες του βουνού κυλάει ο Αλφειός. Πιστεύεται ότι κατέχει την θέση της αρχαίας Βρένθης, που την ερήμωσε ο Επαμεινώνδας για να συνοικήσει την Μεγαλόπολη. Την μεγαλύτερη τιμή της την γνώρισε στα χρόνια της Φραγκοκρατίας, όταν έγινε πρωτεύουσα της ομώνυμης βαρονίας και κτίσθηκε το κάστρο της (1245) από τον Hugues de Bruyeres. Ονομάσθηκε τότε το «Τολέδο της Ελλάδας και θεωρήθηκε σαν ένα από τα σημαντικότερα της Πελοποννήσου χάρη στην στρατηγική του θέση.

Σήμερα το εσωτερικό του κάστρου είναι ερειπωμένο, τα εσωτερικά όμως τείχη του διατηρούνται σε σχετικά καλή κατάσταση. Την περίοδο της Επανάστασης του 1821 εδώ είχε εγκατασταθεί ο Θ. Κολοκοτρώνης και είχε κτίσει σπίτι και εκκλησία μέσα στο κάστρο. Από το 1830, που η Δημητσάνα πήρε τη θέση της σαν πρωτεύουσα της περιοχής, η Καρύταινα έπεσε σε μαρασμό.

O Stackelberg έχοντας διαβάσει τον Παυσανία τιτλοφορεί αυτήν την χαλκογραφία Bathos Pres Trapezonte (= Βάθος κοντά στην Τραπεζούντα). Ο Παυσανίας αναφέρει: «Μετά την διάβαση του Αλφειού έχει κανείς μια περιοχή ονομαζόμενη Τραπεζούντα, όπου υπάρχουν και ερείπια μιας πόλης Τραπεζούντας. Και πάλι αριστερά, καθώς κανείς κατεβαίνει από την Τραπεζούντα προς τον Αλφειό, κοντά στο ποτάμι υπάρχει θέση ονομαζόμενη Βάθος». Η ερειπωμένη επί Παυσανία Τραπεζούς, που είχε κάποτε χρησιμεύσει και ως πρωτεύουσα των Αρκάδων, αντί της Τεγέας, βρισκόταν απέναντι και προς νότο της Καρύταινας (στην αριστερή όχθη του Αλφειού), κοντά στο σημερινό χωριό Μουριά. Μεταξύ των χωριών Μουριά και Κυπαρίσσια βρίσκεται η τοποθεσία Βάθος που έχει επιζήσει στην τοπωνυμία Βαθύρεμα.

  Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Γκραβούρα – Μυκήνες –  Porta di Micene, λιθογραφία,  αρχές 19ου αιώνα 

 

Μυκήνες - Porta di Micene, λιθογραφία, αρχές 19ου αιώνα

 

Οι «Πολύχρυσες Μυκήνες», το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη.

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου (Théâtre D’ Épidaure), επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843, δημοσιεύεται στο «Voyage pittoresque en Grèce et dans le Levant  fait en 1843-1844», Λυών,  1867.

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

 Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340-330 π.Χ., στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αι. μ.Χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό Θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό.

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

«Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη


 

Ο Χρήστος Καλαβρούζος ερμηνεύει το Σωκράτη, στην «Αληθινή απολογία του Σωκράτη» του Κώστα Βάρναλη, την Τετάρτη 31 Αυγούστου στο Θέατρο Αρχαίων Κλεωνών Νεμέας, στα πλαίσια του 2ου Φεστιβάλ «Green Theater». Πρόκειται για το συγκλονιστικό έργο της Ελληνικής Γραμματείας που σημάδεψε μια ολόκληρη εποχή. «Η αληθινή απολογία του Σωκράτη» με πρωταγωνιστή το Χρήστο Καλαβρούζο, ήταν μια μαγική παράσταση του Εθνικού θεάτρου (1986-1987). Για τη συγκλονιστική σύλληψη του έργου αυτού εργάστηκαν: Ο αείμνηστος σκηνογράφος – ενδυματολόγος Βασίλης Φωτόπουλος, ο μουσικοσυνθέτης Μιχάλης Χριστοδουλίδης και ο σκηνοθέτης Χρίστος Σιοπαχάς.

Ο Σωκράτης με τα μηνύματα που στέλνει καταδικάζει την παρακμή της εποχής του και το έργο είναι επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε λόγω της κατάστασης που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα με την παρακμή της κοινωνίας, μια παρακμή που είναι υλική και ηθική, αναφέρει  ο πρωταγωνιστής Χρήστος Καλαβρούζος.

 

Η διαχρονικότητα του Σωκράτη

 
Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε το 1884 στον Πύργο της Βουλγαρίας (τότε Ανατολική Ρωμυλία), όπου βίωσε το κλίμα του ελληνοτουρκικού πολέμου του 1897. Το 1898 τέλειωσε το Ελληνικό Σχολείο και σε ηλικία δεκαοχτώ ετών διορίστηκε δάσκαλος στο σχολείο του Πύργου. Πήρε μέρος στη διαμάχη για το Γλωσσικό Ζήτημα ως υποστηρικτής των δημοτικιστών. Το 1907 συμμετείχε στην ίδρυση του ποιητικού περιοδικού «Ηγησώ» από το οποίο κυκλοφόρησαν δέκα τεύχη.

 

Κώστας Βάρναλης

 

Συμμετείχε στον δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο με τους «απαλλαγέντας και αγυμνάστους του 1900-1902». Από το 1910 άρχισε να ασχολείται με τη λογοτεχνική μετάφραση. Το 1919 έφυγε με υποτροφία για μετεκπαίδευση στην Αισθητική και τη Νεοελληνική Φιλολογία στο Παρίσι. Η εκεί παραμονή του σηματοδότησε την ιδεολογική προσχώρησή του στο μαρξιστικό διαλεκτικό υλισμό, καρπός της οποίας υπήρξε το ποίημα «Προσκυνητής». Το 1929 παντρεύτηκε την ποιήτρια Δώρα Μοάτσου. Το 1932 εξέδωσε την «Αληθινή απολογία του Σωκράτη». Παρέμεινε πιστός στην ιδεολογία του κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και του εμφυλίου και το 1956 τιμήθηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, ενώ το 1959 τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν. Πέθανε το Δεκέμβρη του 1974.

Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη ουσιαστικά είναι η εικόνα του Κώστα Βάρναλη για τη στιγμή που ο Σωκράτης βρισκόταν ενώπιον των δικαστών αγορεύοντας. Στον πρόλογο του έργου ο συγγραφέας δίνει μια σύντομη περιγραφή του σκηνικού και των δικαστών και παρουσιάζει ένα σύντομο προφίλ του σπουδαίου φιλοσόφου. Στο πρώτο μέρος ο Σωκράτης αρχίζει την απολογία του με σαρκασμό και ειρωνεία, αλλά και έντονο περιπαιχτικό ύφος. Στο δεύτερο μέρος βάλλει κατά της απόφασης, ενώ φέρνει στο φως στοιχεία από την καθημερινότητά του. Στο τρίτο μέρος σχολιάζει την κοινωνία και τους θεσμούς, καθώς και την προσωπική του στάση απέναντι σε πρόσωπα και καταστάσεις. Κατά το τέταρτο μέρος ο Σωκράτης αναπτύσσει την φιλοσοφία του και επιμερίζει τις απόψεις του για τον άνθρωπο. Στο πέμπτο και τελευταίο μέρος ο Σωκράτης εκφράζει την πικρία του, όχι για τον επικείμενο θάνατό του, αλλά διότι αντιλαμβάνεται ότι πολύ λίγοι τον κατανόησαν πραγματικά, ενώ κάνει και ο ίδιος μια σύντομη αποτίμηση του έργου του. 

Ο Κώστας Βάρναλης δημιούργησε ένα κείμενο ιδιαίτερο από πολλές απόψεις. Κατ’ αρχάς, η γλώσσα και οι λέξεις που επιλέγει ο συγγραφέας  για το μονόλογο του Σωκράτη είναι χυμώδεις και απαράμιλλα εκφραστικές. Η εικόνα του φιλοσόφου παρουσιάζεται απλή και ταπεινή και ακόμα, όταν ο κατηγορούμενος εξανίσταται, διαφαίνεται η λιτότητα της φιλοσοφίας του.

Κύρια πρόθεση του Βάρναλη, όπως αναδύεται από το κείμενο, είναι να μεμφθεί τους ηθικούς φραγμούς, τους θεσμούς και τους νόμους της πολιτισμένης κοινωνίας, καθώς και να αποκαλύψει την αδυναμία, την ανάγκη για κοινωνική αποδοχή, την ελπίδα για ελεύθερη έκφραση, ως στοιχεία κάθε ανθρώπινου όντος. Η δομή του κειμένου (τα πέντε μέρη και ο πρόλογος) είναι εξαιρετική, αφού δίνει το χρονικό περιθώριο στον αναγνώστη να αφουγκραστεί τα λόγια του Σωκράτη, αλλά και να περιεργαστεί κάθε κομμάτι της απολογίας με τη δέουσα προσοχή. «Η Αληθινή απολογία του Σωκράτη» είναι ένα έργο όπου ο Βάρναλης χρησιμοποιεί ένα ιστορικό γεγονός για να εκφράσει τις απόψεις και τη δυσαρέσκειά του για την ελληνική κοινωνία και που μοιάζει εξαιρετικά σύγχρονο και στην εποχή μας.

 

Read Full Post »

Βιβλιοθήκες – Αθωνική Πολιτεία


 

Στην υπερχιλιόχρονη ιστορική πορεία της η Αθωνική Πολιτεία δεν υπήρξε μόνο τόπος μετανοίας και προσευχής των αμέτρητων χιλιάδων καταφυγόντων εκεί πιστών ορθοδόξων. Υπήρξε και χώρος σπου­δής και μελέτης, ώστε η ψυχή ν’ ανεβεί την κλί­μακα της σωτηρίας πλουτισμένη με πολλά πνευμα­τικά εφόδια. Με τη γραφίδα τους οι μοναχοί γρά­φουν και αντιγράφουν κείμενα, για να εντρυφή­σουν οι ίδιοι και να διαδώσουν ανά τον κόσμο την καταγραμμένη ανθρώπινη σοφία. Με τα χρόνια, χειρόγραφα από το Όρος εμπλουτίζουν πολλές με­γάλες βιβλιοθήκες του κόσμου και συντελούν στην πολιτιστική ανάπτυξη και ξένων λαών.

Η πτώση της Ιεριχούς. «Οκτάτευχος», από τη βιβλιοθήκη της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου. Πρόκειται για χειρόγραφο περγαμηνό κώδικα, που χρονολογείται στα τέλη του 13ου αιώνα.

Μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων, που έμειναν στον τόπο της παραγωγής τους, καταλογογραφήθηκαν σε δυο τόμους, δημοσιευμένους στα 1895 και 1900 στο Κέμπριτζ της Αγγλίας (είχε προηγηθεί και τόμος δημοσιευμένος το 1888 στην Αθήνα), από τον ιστορικό Σπυρίδωνα Λάμπρο. Ύστερα από αυτόν συνέβαλαν με καταλόγους τους και άλλοι επιστήμονες. Η συνολική όμως απογρα­φή (και μάλιστα με σύγχρονη επιστημονική μέθο­δο) παραμένει ζητούμενο, δεδομένου ότι μεγάλος αριθμός αγιορείτικων χειρογράφων ανακαλύφθη­καν μετά ταύτα και κανείς δεν ξέρει να υπολογίσει πόσα άλλα αθησαύριστα χειρόγραφα μπορεί ακό­μη εκεί να λανθάνουν. Μετά την περίοδο των χειρογράφων ήλθε η τέχνη της τυπογραφίας.

Αντίθετα από αυτό που πι­στεύουν μερικοί, ότι δηλαδή το Όρος είναι τόπος πεισματικού συντηρητισμού, που αντιτάσσεται σ’ ο­ποιοδήποτε νεοτερισμό, η αλήθεια είναι πως υ­πήρξε και παραμένει πρόθυμος αποδέκτης οποι­ασδήποτε αλλαγής, η οποία συμβάλλει στην πνευ­ματική καλλιέργεια των ανθρώπων. Από τον πρώ­το κιόλας αιώνα τα τυπωμένα προϊόντα πήραν θέση πλάι στα χειρόγραφα των αγιορείτικων βιβλιο­θηκών. Αντίτυπα έφερε στο δισάκι του ο ανώνυμος που πεζοπόρησε ως εκεί για να ασκητεύσει, ο ξε­νιτεμένος στη Βενετία, στη Βιέννη ή αλλού Έλληνας τυπογράφος, συγγραφέας ή έμπορος, που θεώ­ρησαν υποχρέωσή τους να στείλουν ως αφιέρωμα βιβλία τους στο «Περιβόλι της Παναγίας», οι σο­φοί, τέλος, Αγιορείτες που μετέβησαν στην ξένη, για να τυπώσουν τις συγγραφές τους.

Σήμερα το Όρος είναι μια απέραντη βιβλιοθή­κη. Βιβλία υπάρχουν στις οργανωμένες βιβλιοθήκες των είκοσι περιώνυμων μοναστηριών του, στο Κυριακό των σκητών, αλλά και στα επί μέρους σπί­τια που συναποτελούν τις σκήτες, σ’ όλα, τέλος, τα διάσπαρτα ασκηταριά, όπου οι απομονωμένοι ερη­μίτες αγωνίζονται για να κερδίσουν τη σωτηρία της ψυχής τους.

Xαλκογραφία: H μονή Mπάτσκοβο. 1807, Bιέννη.

Σχηματικά θα μπορούσαμε να διαιρέσουμε τα υ­πάρχοντα σήμερα στο Όρος έντυπα στις εξής επί μέρους κατηγορίες: Παλαιά έντυπα, μερικά σε μνημειώδεις πολυτε­λείς εκδόσεις (εκτός Ελλάδος, αφού σ’ αυτήν η τυ­πογραφία λειτούργησε, σε Κωνσταντινούπολη και Κέρκυρα, από το 1798 και ύστερα) που παρ’ όλο ό­τι στα περισσότερα δημοσιεύονται κείμενα ελληνι­κά (έργα Ελλήνων κλασικών, έργα πατέρων της Εκκλησίας ή κείμενα της Γραφής) δεν θεωρούνται βιβλία από εκείνα που απαρτίζουν τη λεγόμενη ι­στορική μας ελληνική βιβλιογραφία.

Η δεύτερη ομάδα των αγιορείτικων εντύπων εί­ναι η σπουδαιότερης εθνικής σημασίας, γιατί πε­ριλαμβάνει τα βιβλία που ανήκουν στη χαρακτη­ριζόμενη παραπάνω ως ιστορική μας ελληνική βι­βλιογραφία. Πρόκειται για τα προϊόντα της πνευ­ματικής παραγωγής των νεοελλήνων, γι’ αυτά που κράτησαν ζωντανή την ελληνικότητα και ενίσχυ­σαν την ορθόδοξη πίστη μας στους χαλεπούς αιώ­νες της Τουρκοκρατίας. Από την άποψη αυτή το Όρος υπήρξε αληθινή κιβωτός, που διαφύλαξε ό­σα περισσότερα βιβλία αυτής της κατηγορίας μπο­ρούσε. Και όσοι καταπιάστηκαν για να καταλογογραφήσουν τα έντυπα της αναδρομικής μας εθνι­κής βιβλιοπαραγωγής, το πρώτο τους ξεκίνημα το έκαναν ψάχνοντας στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών.

Η μεγάλη αυτή ομάδα των βιβλίων υποδιαιρείται σε βιβλία δυο ξεχωριστών χρονικών περιόδων. Τα έντυπα της μιας και της άλλης περιόδου διαφέρουν ως προς τα κριτήρια της ελληνικότητάς τους.

Η πρώτη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα βιβλία που τυπώθηκαν οπουδήποτε στον κόσμο και σ’ ο­ποιαδήποτε γλώσσα, από την αρχή λειτουργίας της τυπογραφίας μέχρι το έτος 1800, στων οποίων τις σε­λίδες αναφέρεται πως για την παραγωγή τους συ­νέβαλαν, με οποιαδήποτε ιδιότητα (συγγραφείς, εκ­δότες, μεταφραστές κ.λπ.), κάποιοι Έλληνες που έ­ζησαν από την έναρξη της τυπογραφικής τέχνης και μεταγενέστερα. Στην ίδια ομάδα ανήκουν και όποια βιβλία εικά­ζεται, από το δημοσιευόμενο κείμενό τους, πως προορίζονταν για να χρησιμοποιηθούν από Έλληνες και όχι από αναγνώστες άλλων λαών. Ας πού­με, ένα Ψαλτήρι, που τυπώθηκε από μη Έλληνα τυπογράφο, είναι βέβαιο πως προοριζόταν για χρή­στες ελληνικής γλώσσας και καταγωγής.

Η δεύτερη υποκατηγορία περιλαμβάνει τα σε ελ­ληνική γλώσσα βιβλία των νεοελλήνων, που τυπώθηκαν στην περίοδο των ετών 1800-1863. Τα σε ξένη γλώσσα τυπωμένα έργα των Ελλήνων, αυτής της περιόδου, αποκλείσθηκαν. Το προαναφερόμε­νο καταληκτικό έτος αποτελεί και το τελευταίο έτος της απογραμμένης αναδρομικής εθνικής μας βι­βλιογραφίας.

Το παλαιότερο σωζόμενο χειρόγραφο με τη «Γεωγραφία» του Κλαύδιου Πτολεμαίου. Βιβλιοθήκη Ιεράς Μονής Βατοπεδίου.

Από εκεί και ύστερα η έντυπη παρα­γωγή μας είναι και παραμένει σχεδόν παντελώς ακαταλογογράφητη! Θα ήθελα εδώ να κάνω μερικές επισημάνσεις ως προς το περιεχόμενο των βιβλίων των προαναφε­ρόμενων δυο μεγάλων υποκατηγοριών. Δεν πρέπει να νομισθεί ότι στα ράφια των αγιορείτικων βι­βλιοθηκών υπάρχουν μόνο βιβλία για λειτουργική εκκλησιαστική χρήση ή με κείμενα κατήχησης ή ηθικοδιδακτικά. Υπάρχουν και βιβλία με κείμενα που θα περίμενε κανείς να σώζονται στα ράφια κο­σμικών βιβλιοθηκών. Αποκλείσθηκαν μόνο τα βι­βλία που τα κείμενά τους δεν θα ταίριαζαν στην ιε­ρότητα του χώρου. Θα βρούμε στις αγιορείτικες βιβλιοθήκες ακόμη και πολλά μαθητικά εγχειρίδια του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Η ύπαρξη, μάλιστα, πολλαπλών α­ντιτύπων τέτοιων βιβλίων στην ίδια αγιορείτικη βιβλιοθήκη υποδηλώνει, κατά κάποιον τρόπο λει­τουργία, κάποτε, υποτυπώδους σχολείου, όπου οι πιο γραμματιζούμενοι μοναχοί δίδασκαν τους ολιγογράμματους συνασκητές τους.

Στο Όρος πάντοτε μόνασαν και υψηλής μορφώ­σεως άτομα, τα οποία δεν ξέκοψαν από την εκτός Όρους πνευματική ζωή, τα έντυπα προϊόντα της ο­ποίας τα προμηθεύονταν αδιαλείπτως, για τη μορ­φωτική τους βελτίωση παράλληλα με την ψυχική. Οι Αγιορείτες, μάλιστα, πολυάριθμοι αναγνώστες, συντηρητικοί καθώς υπήρξαν πάντοτε, φύλαξαν ε­πιμελώς τα κατά καιρούς αναγνώσματά τους, κατά τρόπο που αν κάποτε επιχειρηθεί η απογραφή των μετά το 1863 βιβλίων των Ελλήνων, οι απογραφείς θα βρουν και πάλι στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών πολλά έντυπα που οι κοσμικές βιβλιο­θήκες δεν θεώρησαν απαραίτητο να τα διαφυλά­ξουν στα δικά τους ράφια.

Μια άλλη κατηγορία βιβλίων, που φιλοξενούνται και σήμερα στα ράφια των αγιορείτικων βιβλιοθηκών, είναι τα ξενόγλωσσα. Εννοούμε τα σε γλώσσα  ορθόδοξων βαλκανικών και άλλων λαών (ρωσικά, βουλγαρικά, σλαβικά, ρουμανικά, αραβικά και άλλα). Τέτοια βιβλία δεν υπάρχουν μόνο στα τρία ξενόγλωσσα μεγάλα αγιορείτικα μο­ναστήρια (Αγ. Παντελεήμονος: ρωσικό, Χιλανδαρίου: σερβικό, Ζωγράφου: βουλγαρικό) και στη με­γάλη ρουμανική σκήτη Ιωάννου του Προδρόμου. Υπάρχουν και σε πολλά άλλα μοναστήρια, στα ο­ποία κατά καιρούς πέρασαν και μόνασαν και αλ­λοδαποί ορθόδοξοι ή που στο παρελθόν είχαν σχέσεις με παραδουνάβιες κοινότητες και πιστούς από εκεί προσκυνητές. Δεν γνωρίζω αν έχει επι­χειρηθεί συστηματική απογραφή αυτών των ξενό­γλωσσων βιβλίων που φυλάσσονται και σήμερα στο Όρος. Εικάζω όμως ότι πολλές χρήσιμες ιστο­ρικές πληροφορίες θα προέκυπταν αν γινόταν κάτι τέτοιο.

Τέλος, δεν πρέπει να παραλειφθεί η αναφορά μιας άλλης ομάδας παλαιών βιβλίων, που υπάρχουν σχεδόν σε όλες τις βιβλιοθήκες του Όρους. Πρόκειται για τα «άδηλα». Βιβλία δηλαδή που με τα χρόνια και την πολλή χρήση ακρωτηριάστηκε η ακεραιότητά τους. Για τα άτιτλα από τα ελλιπή αυτά αντίτυπα η ταύ­τιση, πολλές φορές, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Αν επιχειρηθεί από ειδικούς μπορεί και να αποβεί ε­πιτυχής και να διαπιστωθεί ότι πρόκειται για πα­λαιές εκδόσεις ιδιαίτερα σπάνιες. Ο υπογράφων έχει, νομίζω, αποδείξει έμπρακτα πως αγαπά και σέβεται το Όρος, τους Αγιορείτες και τα πάσης φύσεως ιερά κειμήλια. Είκοσι και πα­ραπάνω χρόνια μόχθησε για να συντάξει τον κατάλογο των βιβλίων που φυλάσσονται στα εκεί μονα­στήρια, σε πολλές σκήτες και σε όποια κελιά του ά­νοιξαν τη θύρα τους. Στην πορεία εκείνη ανατρί­χιασε, όταν, ψάχνοντας προ δεκαετίας επισταμένως σε μεγάλο μοναστήρι, βρήκε μόνο δώδεκα εκδό­σεις του 16ου αιώνος από τις εξήντα που άμεσα και έμμεσα είχε εντοπίσει περίπου προ 130 ετών ο αλ­λοδαπός θεμελιωτής της βιβλιογραφικής μας ανα­δρομής.

Δεν θέλησα με το μυαλό μου να υποψιασθώ άλ­λη αιτία, γι’ αυτή τη δραματική μείωση, από τη φθορά του χρόνου, την αμέλεια, την ακαταλληλό­τητα του χώρου και την τυχαία καταστροφή, όπως είναι μια αναπάντεχη πυρκαγιά.

Δικαιούται, επομένως, να διατυπώσει κάποιες υ­ποδείξεις, παρ’ όλο που γνωρίζει πως κάποιες με­μονωμένες προσπάθειες γίνονται τελευταία, και μάλιστα από ιδιαίτερα πεπαιδευμένους μοναχούς.

 

Ο Γέρων Βενέδικτος της Μονής Δοχειαρίου και ο Γέρων Ευλόγιος της Μονής Ξηροποτάμου, με επίσημους προσκυνητές, περιεργάζονται το Πρώτο Τυπικό του Αγίου όρους το οποίο είναι γραμμένο σε δέρμα τράγου, φωτ. 1963. Γράφτηκε το 972 και φέρει την υπογραφή του αυτοκράτορα Ιωάννη Τσιμισκή.

 

Η διασπορά παλαιών χειρογράφων και εντύπων ακόμη και στις μικρότερες ασκητικές μονάδες δεν ωφελεί. Σ’ αυτές δεν μπορεί να εξασφαλισθούν ού­τε οι κατάλληλες συνθήκες περιβαλλοντικής προ­στασίας. Χειρόγραφα και παλαιά βιβλία, παλαιότε­ρα του 1900, πρέπει να διατηρούνται μόνο στις βιβλιοθήκες των μεγάλων μονών και στις κεντρικές των οργανωμένων σκητών. Από την Επιστασία θα πρέπει να γίνει παρακολούθηση σύνταξης καταλό­γων, που από μόνοι τους δεν αρκούν, αν δεν συνο­δεύονται από κατάλληλη μόνιμη ταξιθέτηση των βιβλίων, ώστε η ανίχνευσή τους, σ’ οποιαδήποτε ζήτηση, να καθίσταται ευχερής.

Κοσμογονικές πραγματοποιούνται τα τελευταία έτη αναστηλώσεις και υποστηρίξεις στα κτιριακά συγκροτήματα του Όρους. Ας εξοικονομηθεί σ’ αυ­τά χώρος ιδιαίτερος για χειρόγραφα και παλαιά έ­ντυπα, που να εξασφαλίζει συνθήκες προστασίας αντικειμένων βαρυνομένων από το χρόνο, και όχι μόνο: η φροντίδα σε μια τέτοια βιβλιοθήκη δεν τε­λειώνει ποτέ. Μακροχρόνια πρέπει να είναι η συ­ντήρηση των ετοιμόρροπων κειμηλίων γραμμένου και τυπωμένου χαρτιού, με προτεραιότητα στα εξ αυτών σπανιότερα (το Όρος έχει πολλές εκδόσεις, των οποίων διασώζει το μοναδικό αντίτυπο που ως τώρα βρέθηκε).

Αν δεν γίνουν αυτά, και άλλα, τώρα που πρό­σφατα άλλαξε ο αιώνας, ο οποίος προστέθηκε βλαπτικά στη γήρανση αυτών των θησαυρών, τότε τα εξήντα 16ου αιώνος έντυπα, που εντοπίσθηκαν στο μοναστήρι το 19ο αιώνα, και έγιναν μόνο δώ­δεκα τον 20ό, στον 21ο θα γίνουν ακόμη λιγότερα. Και τότε η Ιστορία θα ψέξει γι’ αυτό όχι μόνο την αμέλεια των φυλάκων μοναχών, αλλά και την αδια­φορία των θεωρούμενων ως ειδημόνων λαϊκών.

Θωμάς Ι. Παπαδόπουλος

Φιλόλογος – Βιβλιοθηκονόμος

Βιβλιογραφία


  •  Σπυρίδων Π. Λάμπρος, Κατάλογος των εν ταις βιβλιοθήκαις του Αγίου Όρους ελληνικών κωδίκων, Α’- Β’, Κανταβριγία 1895-1900.
  • Θωμάς I. Παπαδόπουλος, Βιβλιοθήκες Αγίου Όρους. Παλαιά ελληνικά έντυπα: Πρώτη προσπάθεια συγκροτήσεως συλλογικού καταλόγου, Αθήνα 2000.   

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Άγιον Όρος », τεύχος 182, 24 Απριλίου 2003.

Read Full Post »

 Γκραβούρες – Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) –  J. D. Le Roy, 1770.  Χαλκογραφία του Γάλλου αρχιτέκτονα, Julien David Le Roy (1724-1803), ο οποίος ταξίδεψε το 1754 στην Ελλάδα για να μελετήσει και να αποτυπώσει σε σχέδια τα αρχαία μνημεία της.

 

Ερείπια της αρχαίας Σπάρτης ( Ruins of the dromos in Sparta) - J. D. Le Roy, 1770.

 

Ηλιοβασίλεμα πάνω από τα ερείπια της αρχαίας Σπάρτης σε χαλκογραφία του 1770 του J. D. Le Roy. Διακρίνονται διάσπαρτοι σπόνδυλοι κιόνων και στο βάθος ο Ευρώτας. Η θέση του δρόμου μέσα στην πόλη της Σπάρτης αμφισβητείται. Αρχικά αναζητήθηκε στα βορειοδυτικά του ιερού της Όρθιας ή στα ανατολικά κράσπεδα της σύγχρονης Σπάρτης, προς τα βόρεια του ρεύματος της Μαγούλας και δυτικά του Ευρώτα, έξω από το τείχος. Με την σειρά όμως την οποία ακολουθεί ο Παυσανίας, στην περιγραφή του μέσα στην πόλη, συμβιβάζεται περισσότερο η άποψη πως ο δρόμος ήταν στα δυτικά της αρχαίας πόλεως, προς ανατολάς του εκεί ρεύματος της Μαγούλας και μέσα στην περιοχή του τείχους, γιατί παρά τον δρόμο είναι τα γυμνάσια που αναφέρει και που πρέπει να ήταν κτίσματα (με στοές κ.λ.π., τουλάχιστο του Ευρυκλή), το άγαλμα του Ηρακλή, το σπίτι του Μενέλαου κ.λπ.

 Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) – J. van Falke, 1880.  

Στην καταπράσινη κοιλάδα του Αλφειού και του Κλαδέου η αρχαία Ολυμπία, με τους διασημότερους αρχαιολογικούς χώρους σε όλο τον κόσμο, ανάγει την κατοίκισή της στους προϊστορικούς χρόνους και συν­δέει το όνομά της με την ελληνική Μυθολογία. Εδώ ο Πέλοπας νίκησε τον Αιτωλό Οινόμαο σε αρματοδρομία και λατρεύτηκε σαν θεός δίνοντας το όνομά του στην Πελοπόννησο. Το Πελόπειο είναι ο παλαιότερος ναός στον λατρευτικό χώρο της Ολυμπίας. Τόπος των Ολυμπιακών Αγώνων που κατά την παράδοση όρισε ο Ηρακλής ο οποίος και χάραξε τον ιερό περίβολο, η Ολυμπία, εξελίχθηκε σε λατρευτικό κέντρο της αρχαιότητας και σύμβολο της ειρήνης έως τις μέρες μας.

 

Αναπαράσταση Αρχαίας Ολυμπίας (Representation of Ancient Olympia) - J. van Falke, 1880.

 

Οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες χρονολογούνται εδώ από το 776 π.χ. και γινόντουσαν κάθε 4 χρόνια έως το 393 μ.Χ. οπότε και σταμάτησαν με διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου. Στην αναπαράσταση αυτή, του J. van Falke από το βιβλίο του » Hellas und Rom » (1880 περ.), διακρίνουμε τον αρχαιολογικό χώρο ανάμεσα στην κοιλάδα του Κλαδέου ποτα­μού αριστερά και του Αλφειού δεξιά. Στο κέντρο και πίσω διακρίνεται το θέατρο και μπροστά αριστερά το γυμνάσιο. Μπροστά και δεξιά από το στάδιο προβάλλει το Ηραίο, ένας από τους αρχαιότερους γνωστούς δωρι­κούς ναούς των αρχών του 6ου π.χ. αιώνα, σε μια κόχη του οποίου βρέθηκε στις ανασκαφές το άγαλμα του Ερμή του Πραξιτέλη με το μικρό Διόνυσο. Το στρογγυλό κτίσμα στο κέντρο είναι το Φιλιππείο με ιωνι­κό περιστύλιο το οποίο άρχισε να κτίζεται από τον Φίλιππο τον Β μετά την μάχη της Χαιρώνειας το 338 π.χ. Στα δεξιά της αναπαράστασης διακρίνουμε το στάδιο μπροστά από το οποίο απλωνόταν η εικονιζόμενη στοά της Ηχούς ή Ποικίλη,  η οποία συνέδεε το στάδιο με τον ιερό χώρο της Άλτεως. Στο κέντρο, η αναπαράσταση του δωρικού ναού του Δία μέσα στον οποίο φυλασσόταν το κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του Δία, έργο του Φειδία, το οποίο και καταστράφηκε το 475 μ.χ. στην Κωνσταντινούπολη.

Το μεγαλύτερο κτίριο της Ολυμπίας είναι το Λεωνιδαίο ιωνικού ρυθμού, που κτίστηκε από τον Νάξιο Λεωνίδη και φιλοξενούσε τους επίσημους προσκεκλημένους των Αγώνων. Οι ανασκαφές στον αρχαιολογικό χώρο άρχισαν το 1823 από τα μέλη της γαλλικής επιστημονικής αποστολής Bluet και Dybouat που συνόδευαν το γαλ­λικό εκστρατευτικό σώμα και συνεχίζονται έως σήμερα.

 

Πηγή: Peloponnesus, “The Ark of Hellenic Civilization’’, Fist edition 1998 deposed in the National Library at Athens.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »