Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Επιστημονική Συνάντηση με θέμα: Το νόμισμα στην Πελοπόννησο


 

Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)

Το Νομισματικό Μουσείο, Οι Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου, η Γαλλική Σχολή Αθηνών, η Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, η 25η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων και το Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Πελοποννησιακών Σπουδών διοργανώνουν στο Άργος, το 6ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο με θέμα, «Το Νόμισμα στην Πελοπόννησο, Νομισματοκοπεία, Εικονογραφία, Κυκλοφορία, Οικονομική Ιστορία, από την Αρχαιότητα έως και τη Νεότερη Εποχή».

Το συνέδριο θα πραγματοποιηθεί στους στρατώνες Καποδίστρια, που σύντομα θα στεγάσουν το Βυζαντινό Μουσείο του Άργους, από τις 26 έως τις 29 Μαΐου 2011 και    τελεί υπό την αιγίδα του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, του υπουργείου Περιβάλλοντος Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, της Περιφέρειας Πελοποννήσου και του Δήμου Άργους – Μυκηνών. Το 6ο διεθνές επιστημονικό συνέδριο, ανήκει στον κύκλο των επιστημονικών εκδηλώσεων που έχουν θεσπίσει οι «Φίλοι του Νομισματικού Μουσείου» από το 1996.

 

Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

 

Σκοπός του συνεδρίου είναι να εξεταστεί το νόμισμα στις ευρύτερες γεωγραφικές ενότητες του ελλαδικού χώρου διαχρονικά, με την παρουσίαση νομισματικού υλικού που σχετίζεται με την κατά τόπους αρχαιολογική δραστηριότητα, αλλά και με πιο συνθετικές μελέτες για τα νομισματικά δεδομένα αυτών των περιοχών.

Οι θεματικοί άξονες της συνάντησης θα αφορούν στην Αρχαιότητα, το Βυζάντιο, τη Φραγκοκρατία, την Ενετοκρατία και τους Νεότερους Χρόνους. Θα μετέχουν 104 σύνεδροι, Έλληνες και ξένοι, θα γίνουν πέντε γενικές εισηγήσεις, θα ανακοινωθούν 50 θέματα και θα αναρτηθούν 22 ανακοινώσεις τοίχου. Τα πρακτικά του συνεδρίου θα εκδοθούν σε τόμο στη σειρά των περιοδικών εκδόσεων των Φίλων του Νομισματικού Μουσείου «Οβολός».

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο


 

« Αρπαγή αρχαιοτήτων από την προεπαναστατική Πελοπόννησο, περιοχή  Άργους,  1809-1810 »

 (μαρτυρία από ανέκδοτο έγγραφο του 1810)

 

Το θέμα της εισηγήσεως αυτής αναφέρεται σε αρπαγή αρχαιοτήτων από την περιοχή του Άργους κατά το 1809-1810 και στηρίζεται στη μαρτυρία ενός ανέκδοτου εγγράφου που φυλάσσεται στα ιστορικά αρχεία της Ιστο­ρικής και Εθνολογικής Εταιρείας της Ελλάδος και συγκεκριμένα στο Φά­κελο που περιέχει το αρχείο Ζυγαλάκη. Ο κωδικός αριθμός του εγγράφου είναι 18.875. Το ανωτέρω έγγραφο το είχα εντοπίσει εδώ και δέκα περίπου χρόνια, στο πλαίσιο έρευνάς μου για την περίοδο της διακυβερνήσεως της Πελοποννήσου από τον δευτερότοκο γιο του Αλή πασά των Ιωαννίνων, Βελή πασά (1807-1812).

Πρόκειται για επιστολή ενός Έλληνα, ο οποίος υπογράφεται Μπάκας, (σε άλλο έγγραφο της ίδιας συλλογής διαβάζουμε και το βαπτιστικό του όνο­μα: Αναστάσης [1]) και απευθύνεται σε Οθωμανό μπέη στην Τριπολιτσά. Το όνομα του παραλήπτη της επιστολής δεν αναφέρεται στο έγγραφο, αλλά μπο­ρεί με ασφάλεια να θεωρηθή ότι πρόκειται για τον στενό συνεργάτη, προσω­πικό φίλο και σύμβουλο του Βελή πασά, τον Ισμαήλ Πασόμπεη [2]. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 20 Αυγούστου 1810 και συντάχθηκε στο Άργος.

Tο περιεχόμενο της επιστολής σχετίζεται με τη δράση ενός Άγγλου ευγενούς, «μιλόρδο» τον αποκαλεί, του οποίου επίσης δεν αναφέρεται ρητά το όνομα αλλά μετά βεβαιότητος μπορεί να ταυτιστή με τον λόρδο Sligo, γό­νο ισχυρής ιρλανδικής οικογένειας, συμφοιτητή στο Καίμπριτζ και προσω­πικό φίλο του λόρδου Byron.

Όπως προκύπτει από την επιστολή, ο συντάκτης της, ο οποίος συνό­δευε τον λόρδο Sligo στις αρχαιοθηρικές του εξορμήσεις, είχε επιφορτισθή από τον Πασόμπεη να κατασκοπεύη τις κινήσεις του και να τον ενημερώνη σχετικά. Το έγγραφο αυτό έχει, κατά την άποψή μας, πολλαπλό ιστορικό ενδια­φέρον και μπορεί να φώτιση πολλές πλευρές της ιστορίας της προεπανα­στατικής Πελοποννήσου, θα εστιάσουμε όμως την προσοχή μας στα ακό­λουθα σημεία που θεωρούμε ως κατεξοχήν ενδιαφέροντα για τον μελετητή της Ιστορίας αυτής:

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 - Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Είναι γνωστό ότι κατά την πρώτη εικοσαετία του 19ου αιώνα, εποχή ιδιαιτέρως κρίσιμη για το χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και για τις βαλ­κανικές επαρχίες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, οι ελληνικές περιοχές δέχθηκαν περισσότερους ξένους επισκέπτες, από ό,τι σε ολόκληρο το 18° αιώνα [3].

Το ενδιαφέρον για τις ελληνικές κλασικές αρχαιότητες, που κορυφώθηκε κατά την περίοδο αυτή, είχε αρχίσει να εκδηλώνεται έντονα από τον προηγούμενο (18°) αιώνα, ιδιαίτερα μετά την έκδοση (1764) της Ιστορίας της τέχνης της Αρχαιότητας από τον Βίνκελμαν και την ανάπτυξη του κι­νήματος του κλασικισμού, στο πλαίσιο του οποίου «η λέξη ελληνικό» χρη­σιμοποιήθηκε «για να περιγράψη έργα που έφταναν το ύψιστο ιδανικό της τελειότητας»[4].

Κορυφαίες πνευματικές μορφές, όπως ο Γκαίτε, έθεσαν σκο­πό της ζωής τους την αναζήτηση του ελληνικού ιδεώδους, ενώ στη Βρετα­νία λαμπρά δημόσια και ιδιωτικά οικοδομήματα άρχισαν να κατασκευάζονται κατά τα πρότυπα των κτηρίων της κλασικής Αθήνας. Η απόκτηση ελλη­νικών αρχαιολογικών ευρημάτων έγινε τότε έκφραση ενός συρμού που τον τροφοδοτούσαν οι περιηγητές του ελληνικού χώρου.

Οι μαρτυρίες όμως που έχουμε για το βίο, την πολιτεία και τη δράση των περιηγητών αυτών προ­έρχονται σχεδόν αποκλειστικά από τα απομνημονεύματα και τις ταξιδιω­τικές περιγραφές που δημοσίευσαν οι ίδιοι ή από τις επιστολές τους. Είναι, επομένως, μονόπλευρη και γι’ αυτό έντονα υποκειμενική η πληροφόρηση που διαθέτουμε.

Το έγγραφο 18.875 της IEEE μας επιτρέπει να προσεγγίσουμε μια άλλη οπτική του θέματος, εκείνη της ελληνικής πλευράς, η οποία σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις έχει διασωθεί. Εξάλλου, η διεθνής ιστορική συγκυρία της περιόδου κατά την οποία η Γαλλία του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ανέτρεψε με τις σαρωτικές της νίκες επί των υπολοίπων ευρωπαϊκών χωρών το διεθνές εδαφικό status quo και προκάλεσε αναδιάταξη των συμμαχιών ανάμεσα στις ευρωπαϊκές δυνάμεις, είχε σημαντικό αντίκτυπο και στην εξωτερική πολιτική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ειδικότερα, προκειμένου για τον ελληνικό χώρο, στην πολιτική που άσκησαν τόσο ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, όσο και ο γιος του Βελής στο Μοριά. Στο έγγραφο αυτό παρέχεται η δυνατότητα να εντοπιστούν και να διερευνηθούν πλευρές της πολιτικής αυτής όχι μόνο στον τομέα των εξωτερικών τους σχέσεων αλλά και της εσωτερικής διακυβερνήσεως των πασαλικίων τους.

Ένα ακόμη σημείο, στο οποίο έμμεσα μόνο θα αναφερθούμε, αλλά πι­στεύουμε ότι διαφωτίζεται από το περιεχόμενο του εγγράφου είναι ο υλικός πολιτισμός στην προεπαναστατική Πελοπόννησο (διατροφή, κατοικίες, πλοία), καθώς και γενικότερα οι συνθήκες της ζωής των Ελλήνων υπό την οθωμανική κατοχή.

Αφετηρία και άξονα, όμως, της εισηγήσεως, με τον οποίο συνδέονται όλα τα προηγούμενα, θα αποτελέση το μεγάλο ζήτημα της αρπαγής αρχαιο­τήτων από την Ελλάδα, στο οποίο αναφέρεται η επιστολή του Μπάκα, καθώς και η στάση του επιστολογράφου απέναντι στο ζήτημα αυτό.

Ο Browne Howe Peter, δεύτερος μαρκήσιος του Sligo (1788-1845), κο­μητείας της δυτικής Ιρλανδίας, υπήρξε ένας από τους πολλούς επώνυμους Ευρωπαίους που επισκέφθηκαν την Ελλάδα λίγα μόλις χρόνια πριν από την Επανάσταση και που επωφελήθηκαν από τις δυνατότητες που τους πα­ρείχαν η εθνικότητα, η κοινωνική θέση, ο πλούτος και η επιτηδειότητά τους για να συναποκομίσουν, επιστρέφοντας στην πατρίδα τους, ελληνικές αρχαιότητες. Ο φίλος και συμφοιτητής του, λόρδος Byron κάνει λόγο στις επι­στολές του [5] για ένα ολόκληρο φορτίο από αγγεία, προερχόμενα από την Αθήνα που είχε πάρει ο Sligo, ενώ, όπως προκύπτει από το έγγραφο της IEEE, αρκετές αρχαιότητες αφαίρεσε και από την ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας.

Πύλη Λεόντων.

Το πιο σημαντικό όμως από τα αρχαιολογικά του αποκτήματα υπήρξαν οι κίονες που πλαισίωναν την είσοδο του θολωτού τάφου των Μυ­κηνών, που είναι γνωστός ως «Θησαυρός του Ατρέως». Για τους κίονες αυτούς γίνεται λόγος και στο έγγραφο, γνωρίζουμε όμως και από τη σχε­τική αρχαιολογική βιβλιογραφία [6] ότι παραχωρήθηκαν ως δώρο από τον Βελή πασά στον Sligo, μεταφέρθηκαν στη συνέχεια από αυτόν στην έπαυλή του στο Westport της Ιρλανδίας, όπου και παρέμειναν ξεχασμένοι στα κε­λάρια του κτηρίου επί περίπου 100 χρόνια, ως το 1904, όταν αναγνωρίστη­καν από τον λόρδο Almont και δόθηκαν από τους κληρονόμους του Sligo στο Βρετανικό Μουσείο, όπου και αναστηλώθηκαν [7]. Ως αντάλλαγμα για τη δωρεά των κιόνων στο Βρετανικό Μουσείο οι απόγονοι του λόρδου πήραν από το Μουσείο ακριβή αντίγραφα με τα οποία κόσμησαν την είσοδο του μεγάρου τους, το οποίο από τη δεκαετία του 1960 και εξής είναι ανοικτό στο κοινό ως ιδιωτικό μουσείο κατά τους θερινούς μήνες [8].

Στη λεηλασία της διακοσμήσεως της εισόδου του «Θησαυρού του Ατρέως» από τον Βελή και τον Sligo αναφέρεται και ο Πουκεβίλ, αλλά λό­γω ελλιπούς πληροφορήσεως κάνει λόγο για το υπέρθυρο της εισόδου [9].

Ο λόρδος Sligo εμφανίζεται στο έγγραφο: να διακατέχεται κυριολεκτικά από μανία για την απόκτηση αρχαιοτήτων («Σήμερον πάλιν κατά την συνήθειάν του το μεσημέρι με πήγεν εις τους Μύλους[10] και τον εβούρλισαν [11] οι πλάκες από τα μνήματα· είπε και εις ποίους οδάδες [12] του είχε να τις βάλη και εις ποίον τόπον»), να επείγεται για να εξασφάλιση την κυριότητά τους («του άρεσαν οι κο­λόνες και βιάζει το κατέβασμά τους εις Μύλους») και να επιδίδεται σ’ ένα πραγματικό κυνήγι για την ανεύρεσή τους: μετά από ένα κοπιαστικό ταξίδι από την Τριπολιτσά προς το Άργος δεν στέκεται ούτε να ξαποστάση άλλά, όπως μαρτυρεί ο συντάκτης της επιστολής, «…εις το χάνι δεν εστάθη τρόπος να τον καταπείσω να μείνη έως να γί­νουν τα κοτοπούλια και το αρνί, αλλ’ από την άβραστη γίδα του χανιτζή έφαγε ορθός και με όλον το κάμα εκαβαλίκευσεν χωρίς να σταθή….φθά­νοντας εδώ επήγεν ευθύς εις το σπίτι του Μπερούκα και ανέβη επάνω και είδεν τρία είδωλα εις πλάκες ωσάν εκείνη η μια όπου άρεσε του Νόρτ[13], όπου είχεν μια γυναίκα και έναν άνδρα, έτσι είναι και αυτές οι τρεις όπου ευρέθησαν. Και ένα κεφάλι εύμορφο».

Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι ο Sligo είχε περίπου εν λευκώ τη δυνατότητα να οικειώνεται όσα αρχαιολογικά ευρήματα ήθελε. Με τι αντάλλαγμα άραγε; είναι γνωστό ότι ο Βελή πασάς εμπορευόταν τις αρχαιότητες του Μοριά [14], πρακτική όχι άγνωστη και σε άλλους Οθωμανούς αξιωματούχους.

«Πελάτες» του Βελή πασά υπήρξαν κατά καιρούς οι Βρε­τανοί Gally-Knight και Fazakerley [15], καθώς και η ομάδα από Βρετανούς, Γάλλους και Γερμανούς αρχαιολόγους που διεξήγαγαν το 1812 ανασκαφές στο ναό του Επικούρειου Απόλλωνος στις Βάσσες της Φιγαλείας. Για να είναι μάλιστα σε θέση να εκτιμά την αξία των αρχαιολογικών ευρημάτων και να παζαρεύη ανάλογα το ποσοστό του κέρδους του, αναφέρεται ότι ο Βελή είχε μελετήσει τον Παυσανία, κατά πάσα πιθανότητα από ιταλική μετάφραση. Ενώ όμως ο Βελή κατά κανόνα εμπορεύεται τις αρχαιότητες, στην περίπτωση του Sligo τις δωρίζει και μάλιστα χωρίς να επιμένη ιδιαί­τερα στην ανταπόδοση των συνηθιζόμενων ευχαριστηρίων δώρων εκ μέρους του επισκέπτη του.

 

Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα, Edward Dodwell, 1834.

 

Η τελευταία αυτή παράλειψη [16], αδιανόητη για τις πρα­κτικές της οθωμανικής διοικήσεως, προκαλεί απορία στον συντάκτη της επι­στολής, ο οποίος σπεύδει να ενημέρωση τον Πασόμπεη ότι ο Sligo παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του, «…έχει μιαν ταμπακέλαν (:εννοεί ταμπακέρα) μέσα εις το καράβι πολλά αξιόλογην και ο μιλόρδος λέγει ότι του κακοφάνηκε οπού δεν είχεν αξιόλογα πράγματα δια να χαρίση του βελιγιουνιάμ [17] αφεντός μας, αλλ’ ευθύς όπου πάγει εις Μάλταν θέλει γράψει αμέσως εις την Εγγλετέραν δια να του έρθουν. Εις την παλιόπολη [18] άκου­σα ο σκλάβος σου από το στόμα του μιλόρδου ότι είχε μιαν ώραν καλήν [19]εις το καράβι και εδώ εις το Άργος είπε ότι είχε και δυο όμορφα μικρά κυάλια…».

Είναι επομένως απαράδεκτο, κατά τον Μπάκα, το γεγονός ότι ο Sligo αποφεύγει να προσφέρη δώρα στον πασά. Φαίνεται ότι η καταγγελία του Μπάκα έπιασε τόπο, γιατί σε επιστολή προερχόμενη από το ίδιο αρχείο [20], που συντάχθηκε στα ελληνικά από τον δραγουμάνο πιθανώς του Sligo και υπογράφεται από τον ίδιο τον λόρδο, απευθύνεται δε στον ίδιο τον μόρα βαλεσί (:τον πασά της Πελοποννήσου) αναφέρεται επί λέξει ότι: «ειδοποιώ ότι από τον τατάρην (:έφιππο αγγελιοφόρο) οπού μαξούς (:ειδικά, επίτηδες) σήμερον ήλθεν δια να λάβη το ωρολόγιον, θέλετε το λάβει αμέ­σως εις την θέλησίν σας».

Στη συνέχεια της επιστολής του αυτής ο λόρδος Sligo δικαιολογείται για την καθυστέρηση της αποστολής του δώρου ισχυριζόμενος ότι «επειδή είναι ολίγον χαλασμένον είχα απόφασιν, αφού το φτιάσω, να το στείλω τη υψηλότητι σας». Ακόμη υπόσχεται ο Sligo ότι θα στείλη στον Βελή και «άλλα μεγαλύτερα και καλλιώτερα πεσχέσια (:δώρα) από την Εγγλετέ­ραν», διότι, κατά τους ισχυρισμούς του, όλα αυτά τα δώρα μπροστά στην «φιλίαν μας δεν είναι τίποτε». Είναι πολύ πιθανόν να ασκήθηκε πίεση στον Sligo από το περιβάλλον του Βελή μετά την επιστολή του Μπάκα προς τον Πασόμπεη, υπενθυμίζοντάς του την εκπλήρωση των κοινωνικών υποχρεώσεών του ως φιλοξενουμένου του πασά.

Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι τα ωρολόγια εθεωρούντο πολύ αξιόλογα δώρα κατά την εποχή εκείνη στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, όπως γνωρίζουμε και από άλλες περιπτώσεις ξένων περιηγητών [21]. Αλλά ο Βελή πασάς δεν θα παραχωρούσε αρχαιολογικό θησαυρό, της αξίας των κιόνων του «θολωτού τάφου του Ατρέως», για να εξασφάλιση ένα «ωρολόγιον» και μάλιστα «ολίγον χαλασμένον», έστω και προσδοκών­τας σε μελλοντικές πλουσιότερες προσφορές δώρων από την «Εγγλετέρα». Το ουσιαστικό αντάλλαγμα που ζητούσε ο μόρα βαλεσί από τον Sligo ήταν κυρίως πολιτικό και διπλωματικό, όπως ρητά δηλώνεται και στην προανα­φερθείσα επιστολή του τελευταίου: «χωριστά από τούτα [22] είμαι έτοιμος αν και η υψηλότης σου έχει τίποτε χρείαν από το γκοβέρνο της Εγγλετέρας, όπου αμέσως να τη τελειώσω κάθε της ζήτημα». Ο Sligo, δηλαδή, υπόσχεται πολιτική και διπλωματική υποστήριξη προς τον Βελή από την πλευρά της βρεταννικής κυβερνήσεως.

Είναι φυσικό να γεννηθή η εύλογη απορία, σε ποιο βαθμό θα μπορούσε να είναι αξιόπιστη μια παρόμοια μεγαλεπήβολη υπόσχεση. Πρέπει εδώ να επισημανθή ότι η πολιτική επιρροή της οικογένειας του Sligo, ιδιαίτερα από την πλευρά της μητέρας του, ήταν πολύ μεγάλη. Οι διασυνδέσεις της έφθα­ναν ως τα βασιλικά ανάκτορα της Μ. Βρετανίας και ο λόρδος Sligo εθεω­ρείτο από τους συγχρόνους του ως ένας από τους πιο στενούς προσωπικούς φίλους του μετέπειτα βασιλιά Γεωργίου IV. Η πολιτική δύναμή του ενι­σχυόταν επίσης από την αμύθητη περιουσία της οικογένειάς του, η οποία, μεταξύ άλλων περιλάμβανε εκτεταμένες φυτείες ζαχαροκάλαμου στην Τζαμάϊκα [23] (2.301 εκτάρια ήτοι 23.010 στρέμματα).

Η έκταση της επιρροής του Sligo υποδηλώνεται και από την αλληλογραφία του Byron, όπου γίνεται λό­γος για μεσολάβηση του πρώτου ώστε να απελευθερωθούν εγκάθειρκτοι φί­λοι του [24], καθώς και από την αλαζονεία με την οποία αντιμετώπισε το 1816 το δικαστήριο στο οποίο παραπέμφθηκε μετά την επάνοδό του στην πατρί­δα του με την κατηγορία ότι εξώθησε ή και εξανάγκασε σε λιποταξία άνδρες του βασιλικού βρετανικού ναυτικού, αδίκημα που εθεωρείτο βαρύτατο [25]. Μπορούμε εξ αυτού να εικάσουμε, ότι παρά τη γενικότερη αναξιοπιστία του χαρακτήρα του, ο Sligo ήταν σε θέση να ασκήση την επιρροή του υπέρ του Βελή πασά στην αγγλική αυλή, σε μια εποχή κατά την οποία η εύνοια της τελευταίας ήταν κυριολεκτικά πολύτιμη για την οικογένεια Αλή.

Πιο συγκεκριμένα: η ανάθεση της διοικήσεως της Πελοποννήσου στο Βελή δεν είναι άμοιρη της διεθνούς ιστορικής συγκυρίας στη Νοτιοανατο­λική Ευρώπη: συνδέεται αναπόσπαστα με την έκρηξη του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1806-1812. Σύμμαχοι των Γάλλων οι Ρώσοι από το 1807 (δυ­νάμει της συνθήκης του Τίλσιτ που συνήφθη ανάμεσα στον τσάρο Αλέξαν­δρο Α’ και τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη) έθεσαν τότε για μια ακόμη φο­ρά, σε κίνδυνο την ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Ο κίνδυνος αυτός θορύβησε την Υψηλή Πύλη η οποία αποφάσισε να ενίσχυση περαιτέρω την άμυνα των επαρχιών που είχαν σημαντική στρατηγική θέση και ύποπτο επαναστατικό παρελθόν, όπως ο Μοριάς.  Απέστειλαν λοιπόν στην Πελοπόννησο τον Βελή, επικεφαλής ισχυρού στρατού, για να διασφάλιση την τάξη και την πειθαρχία των κατοίκων. Η ρωσική επίθεση θο­ρύβησε όμως και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία έσπευσε να σύσφιγξη τις σχέσεις της με τους Οθωμανούς και ειδικότερα με τους πιο ισχυρούς πα­σάδες των δυτικών βαλκανικών περιοχών [26]. Ισχυρότερος ανάμεσα σ’ αυτούς ο Αλής είχε ήδη εδραιώσει την εξουσία του στη Νότιο Αλβανία και την Ήπειρο, όταν το 1809 άρχισαν οι Άγγλοι να επιδίδωνται στην κατάληψη των Ιόνιων νησιών.

Η τριετία 1809-1811 χαρακτηρίζεται από τόσο θερμές φιλικές σχέσεις ανάμεσα στον Αλή και τους Άγγλους, ώστε ο Γάλλος πρόξενος στα Γιάν­νενα Φρανσουά Πουκεβίλ θα γράψη αγανακτισμένος ότι «ο Μοριάς και το πασαλίκι των Γιαννίνων αποτελούν τώρα βρετανικές επαρχίες» [27].

Η φιλοβρετανική αυτή πολιτική του Αλή και του Βελή πασά εγγράφεται ασφαλώς στη συνολική εξωτερική πολιτική της Κωνσταντινουπόλεως κατά το ίδιο διάστημα. Αλλά οι ισχυροί αυτοί πασάδες καλλιεργούν υπό το πρόσχημα της νομιμοφροσύνης προς τις εντολές της κεντρικής εξουσίας μια δική τους προσωπική πολιτική τόσο στο εσωτερικό των επαρχιών τους όσο και στις διπλωματικές σχέσεις τους με εκπροσώπους των δυνάμεων.

Οι Άγγλοι εξα­σφαλίζουν μέσω του Αλή απρόσκοπτο ανεφοδιασμό για το στόλο τους που προσπαθεί εκείνη την εποχή να κυριάρχηση στο Ιόνιο. Η σημασία της πα­ρεχόμενης στους Βρετανούς δυνατότητας ανεφοδιασμού στα λιμάνια της επικράτειας του Αλή και του Βελή πασά ήταν πολύ μεγάλη, αν λάβουμε υπόψη τον ηπειρωτικό αποκλεισμό κατά των Άγγλων τον οποίο είχε επι­βάλει από το 1806-1807 [28] ο Ναπολέων σε όλα τα λιμάνια της αυτοκρατορίας του ή των συμμάχων της. Ως αντάλλαγμα για την υποστήριξη αυτή ο Αλής και οι γιοι του δέχονται μεγάλη οικονομική ενίσχυση από την Αγγλία [29] και χρησιμοποιούν ένα μέρος της για να ενισχύσουν την αγγλόφιλη μερίδα στην Κωνσταντι­νούπολη.

Η Βρετανία παρεμβαίνει τότε διπλωματικά υπέρ των συμμάχων της και ο Αλή επιτυγχάνει την άρση μιας σειράς μέτρων που είχε λάβει η Υψηλή Πύλη εναντίον του, θορυβημένη από τις υπερβολικές ηγετικές του τάσεις, τις οποίες εκδήλωνε ήδη φανερά. Η ευνοϊκή αυτή παρέμβαση της Αγγλίας υπέρ του Αλή πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1810 και σχεδόν αμέσως, τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου, ακριβώς δηλαδή κατά την εποχή που ο λόρδος Sligo βρισκόταν στο Άργος και επιδιδόταν στην αφαίρεση όσων αρχαιοτήτων υπέπιπταν στην αντίληψή του, σημειώνεται δραστική αύξηση της αγγλικής οικονομικής βοήθειας προς τον Αλή και τους γιους του.

 

Αρχαίο Θέατρο Άργους, E. Rey 1843

 

Στο μεταξύ ο οθωμανικός στρατός αντιμετωπίζει διαρκώς μεγαλύτερες δυσχέρειες στο μέτωπο του Δούναβη και η Υψηλή Πύλη αποφασίζει να επιστρατεύση τον Βελή, ο οποίος, με μεγάλη απροθυμία, αναχωρεί τελικά από το Μοριά το επόμενο φθινόπωρο επικεφαλής ισχυρού εκστρατευτικού σώ­ματος. Κατά τον Byron [30] ο Sligo είχε προσφερθή να συνοδέψη τον Βελή στο μέτωπο, πράγμα που φαίνεται ότι τελικά δεν συνέβη. Πάντως στις 2 Οκτωβρίου 1810 ο Βελή βρίσκεται ήδη στην πρώτη γραμμή, στο μέτωπο, ενώ ο Sligo εξακολουθεί να παραμένη στο Άργος.

Η απουσία του Βελή από το Μοριά δρομολόγησε, όπως κι ο ίδιος φο­βόταν, μια σειρά από εξελίξεις που επρόκειτο να καταλήξουν στην απομά­κρυνσή του από το αξίωμα του μόρα βαλεσί. Οι πολιτικοί του εχθροί, Τούρκοι και Έλληνες, εκμεταλλεύθηκαν τη δυσαρέσκεια που είχαν προκα­λέσει αφενός στο λαό της Πελοποννήσου οι ληστρικές φορολογικές του πρακτικές και αφετέρου στους ισχυρούς ντόπιους οθωμανούς αγιάνηδες (:οι μουσουλμάνοι πρόκριτοι) ο παραγκωνισμός τους από την ουσιαστική συμ­μετοχή στη διακυβέρνηση της Πελοποννήσου, για να υποβάλουν στην Πύλη το αίτημα της αντικαταστάσεώς του, που έγινε τελικά δεκτό [31].

Σε ό,τι αφορά τον παραλήπτη της επιστολής, τον Ισμαήλ Πασόμπεη, που ο Βελή θεωρούσε συνεργάτη της απόλυτης εμπιστοσύνης του, δεν είναι απόλυτα σαφείς οι πραγματικές του διαθέσεις απέναντι στο Βελή, είναι όμως βέβαιη η κακή του σχέση με τον Αλή, ο οποίος επανειλημμένα επι­δίωξε την απομάκρυνσή του και την εξόντωσή του ακόμη, θεωρώντας ότι υπονομεύει το σεβασμό του Βελή προς τον πατέρα του και τον παρασύρει σε αντίθετη πολιτική προς τη δική του. Είναι πιθανόν, στο πλαίσιο της τα­κτικής του αυτής, ως προς την οποία ο Αλή είχε μάλλον δίκιο, να επιδίω­κε ο Πασόμπεης τον περιορισμό της απροκάλυπτα αγγλόφιλης στάσεως του Βελή και, ενδεχομένως, για το λόγο αυτό ανέθεσε στον Μπάκα την απο­στολή να κατασκοπεύη τις κινήσεις του Sligo.

Η αρνητική διάθεση του Πα­σόμπεη απέναντι των Βρετανών, την οποία συμμεριζόταν, άλλωστε, και το ντόπιο τουρκικό στοιχείο του Μοριά, μπορεί να ανιχνευθή ήδη από το Νοέμβριο του 1809, δέκα περίπου μήνες πριν από τη σύνταξη της επιστολής 18.875, όταν ο ίδιος επιστολογράφος είχε αποστείλει μιαν άλλη επιστολή [32] και πάλι προς τον Πασόμπεη, από τη Ζάκυνθο αυτή τη φορά, με θέμα την παρακολούθηση των Άγγλων που επιχειρούσαν την επέκτασή τους στα Επτάνησα.

Το γεγονός μάλιστα ότι στο λεξιλόγιο του Μπάκα υπεισέρχον­ται και λέξεις επτανησιακές (π.χ. το ρήμα βουρλίζομαι) καθώς και αρκετές ιταλικές υποδηλώνει ότι ενδεχομένως δεν ήταν ντόπιος Αργείος αλλά κατα­γόταν από τη δυτική Ελλάδα, πιθανόν από τα Ιόνια νησιά· ίσως είχε έλθει στο Μοριά, ως άνθρωπος της απόλυτης εμπιστοσύνης του Πασόμπεη, για να διεκπεραιώνη εμπιστευτικές αποστολές. Γενικότερα, πάντως, πρέπει να σημειωθή ότι η ύπαρξη ενός πολύπλοκου δικτύου αλληλοκατασκοπεύσεως ανάμεσα στους ανώτερους αξιωματούχους της αποτελούσε μια από τις συ­νηθέστερες πρακτικές στην οθωμανική επαρχιακή διοίκηση κατά το 18° και το 19° αιώνα. Έτσι, ενώ ο Πασόμπεης κατασκοπεύει τον Sligo, έμμεσα κατασκοπεύει και τον ίδιο το Βελή σε ό,τι άφορα τις πολιτικές και διπλω­ματικές του διασυνδέσεις.

Η θέση των Άγγλων στο Μοριά κλονίζεται όταν το φθινόπωρο του 1810 ο Βελή επιστρατεύεται και αναχωρεί για το μέτωπο, οπότε οι «μιλόρδοι» βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα, δυσάρεστη γι’ αυτούς πραγματικότητα. Πολύ παραστατικά αποδίδει την εικόνα του νέου σκηνικού που διαμορφώθηκε τότε στην Πελοπόννησο ο Byron [33] με την έντονη διαμαρτυρία του προς τον Άγγλο πρεσβευτή στην Κωνσταντινούπολη Στρ. Κάννιγκ, με μια επιστολή του την οποία μάλιστα ανέλαβε να εγχειρίση στον πρεσβευτή ο ίδιος ο Sligo.

Στην επιστολή του καταγγέλλει την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν, όπως είχε συνηθίσει από τον καιρό της εξουσίας του Βελή «δεν γνωρίζω κανένα ελαφρυντικό, γιατί μια λέξη από τον μπέη ή τον κοτζαμπάση θ’ αρκούσε για να γίνω δεκτός σε οποιοδήποτε σπίτι του χωριού, όπου παλιότερα (τον καιρό του Βελή πασά) είχα βρει πολύ καλύτερη φιλοξενία». Η καταγγελία αυτή του Byron για έλλειψη διάθεσης φιλοξενίας από την πλευρά των τοπικών αρχών της Κορίνθου θέτει όμως και ένα ακόμη ζή­τημα: αυτό της συμπεριφοράς των φιλοξενουμένων ξένων και ειδικότερα όσων είχαν την εύνοια του πασά.

Στην οθωμανική επικράτεια η πλουσιοπάροχη φιλοξενία των επίσημων επισκεπτών, καθώς και των περιοδευόντων κρατικών αξιωματούχων ήταν δι­οικητικά θεσμοθετημένη. Σε πολλές περιπτώσεις είχε αποκτήσει τη μορφή αναγκαστικής έκτακτης ή και τακτικής φορολογήσεως του τοπικού πληθυ­σμού μιας περιοχής, όπως προκύπτει από τη μελέτη των αντίστοιχων φορο­λογικών καταστίχων [34].

Πολλές περιοχές όμως απαλλάσσονταν από τις υπο­χρεώσεις αυτές και στην κατηγορία αυτή υπαγόταν η πόλη και η ευρύτερη πε­ριοχή του Άργους, που τελούσε υπό την προστασία της Μαριέμ σουλτάνας. Βέβαια, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Λήκ (1805) η απαλλαγή αυτή είχε σε πολλές περιπτώσεις καταστρατηγηθή, με αποτέλεσμα το Άργος να υφί­σταται, όπως και η Κόρινθος, όλες τις συνέπειες της γεωγραφικής του θέ­σεως στο δρόμο που συνέδεε την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου Τριπολιτσά με τη Στερεά Ελλάδα. Η υποχρεωτική αυτή φιλοξενία αποτελούσε μια επαχθή υποχρέωση, την οποία επωμιζόταν όλη η κοινότητα, έστω κι αν ως χώρος επιλεγόταν η οικία του κοτζαμπάση ως η πλέον ευπρόσωπη της πόλεως ή του χωριού.

Φαίνεται όμως, όπως τουλάχιστον μπορούμε να συμπεράνουμε από την επιστολή του Μπάκα, ότι μεγάλο πρόβλημα προκαλούσε και η απρεπής, απαιτητική και αλαζονική στάση κάποιων από τους φιλοξενουμένους. Ο Sligo αποτελεί χαρακτηριστική περίπτωση αγενούς φιλοξενουμένου:

 

«Τα μπερουκόπουλα όμως τραβούν περισσότερο διάβολο ότι είναι στο μέσα και ο σκλάβος σου είμαι στο έξω κονάκι, διατί εμπήκεν η αρχόντισσα μέσα στον οδά να ανοίξη το δουλάπι της, είπεν ο μιλόρδος ότι του εκλάπησαν τρεις βελόνες, δια τις οποίες άκουσαν βρισιές και φοβερισμούς όσους στοχασθούν… ο ιμσαξής του διατί έχει νερόν το κρασί εβάρεσεν του μικρού μπερουκόπουλου δυο καλούς μπάτζους και με όλον όπου είναι παιδιά δια την αφεντικήν προσταγήν τα υποφέρουν χωρίς κακοφανισμόν και χωρίς να του λείψη τίποτες».

 

Η περιγραφή αυτή αποτελεί μαρτυρία για το χαρακτήρα και τη νοο­τροπία του μαρκήσιου Sligo, για τον οποίο κάνει άλλωστε διακριτικά αλλά ευδιάγνωστα σχόλια ο Byron «με λύπη μου λέω ότι ο μαρκήσιος έχει κάνει αρκετές επιπολαιότητες, γιατί πιστεύω πως είναι έξυπνος και δεν αμφιβάλ­λω καθόλου πως είναι καλός άνθρωπος» [35]. Εκείνο που ταλανίζει πάντως τους Έλληνες αμφιτρύονες αυτού του αγενούς φιλοξενουμένου δεν είναι τόσο ο επιπόλαιος χαρακτήρας του αλλά, όπως σαφώς τονίζεται στην επι­στολή, «η αφεντική προσταγή», δηλαδή το καθεστώς της υποδουλώσεως.

Η επιστολή που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου βεβαίως συντάχθηκε ως είδος υπηρεσιακής αναφοράς σε προϊσταμένη αρχή και, όπως είναι φυσικό, δεν μας επιτρέπει να διεισδύσουμε με ασφάλεια στις μύχιες σκέψεις του συντάκτη της. Παρά ταύτα, για τον προσεκτικό ανα­γνώστη είναι σαφής η δυσφορία που αισθάνεται ο Μπάκας τόσο για τη συμπεριφορά και την αναξιοπιστία του Sligo, όσο και για την αφαίρεση των αρχαιοτήτων.

Ενδεικτικά παραθέτουμε κάποιες φράσεις από το κείμενό του που θεωρούμε ότι στηρίζουν τη διαπίστωση αυτή:

 «….αυτά (σημ: τα αρχαία) τα είχεν εις τον οντά και (ο Sligo) τα είδεν τα εσήκωσα ο σκλάβος σου από αυτού και τα πήγα εις άλλο σπίτι….» ή αλλού «αύριο στοχάζομαι θα με πάγη εκεί οπού σκάφτει ο Δημήτρης και ο Περούκας και εις το Ανάπλι, όπου αν δεν ημπορέσω να τον αποκόψω, μόνον εις το βαρούσι (=εξοχή) τον εμπάζω».

Ο τρόπος με τον οποίο αναφέρεται στην αγενή στάση του Sligo απέ­ναντι στα μέλη της σεβαστής για τους Αργείους της προεπαναστατικής πε­ριόδου οικογένειας Περούκα, στην κρυψίνοια και τις αντιφάσεις του «οπού εις Τριπολιτσάν είπεν ότι το καράβι είναι εδικό του και εδώ λέγει ότι αυτός είναι οπού το αρμάτωσεν αυτό το καράβι και εύγαλεν εις τον κούρσο και άλλην φοράν είπεν ότι το έχει ναυλωμένο δια να σεργιανίση την Ελλάδα. Τον ερώτησα ο σκλάβος σου πόσους ανθρώπους έχει εις το καράβι και μου απεκρίθη ότι δεν ηξεύρει, επειδή μιαν φοράν τους κάνει ογδόντα και άλλην φοράν σαράντα διατί έως τώρα είχε τρεις φορές οπού τους έδιωξεν» [36] · τέ­λος η διατύπωση των προσωπικών του παραπόνων στον Πασόμπεη «τι να κάμω τα έχασα, λόγον δεν δέχεται να του ειπή άνθρωπος- στέκομαι ορθός μπροστά του και πηγαίνω νηστικός κονδά του δια να τον ευχαριστήσω» υποδηλώνουν ότι παρά τη ρητή εντολή που του έχει δοθή να ικανοποιή τις αξιώσεις του Sligo, η συνείδησή του επαναστατεί. Καταλήγει να χαρακτηρίση την όλη κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει με την παροιμιακή έκφρα­ση «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα».

Η δυσφορία του Μπάκα για τη συμπεριφορά και τις αρχαιοθηρικές αξιώσεις των ξένων δεν είναι μεμονωμένη. Αντίθετα από την άποψη που συχνά διατυπώνουν οι ξένοι περιηγητές για δήθεν αδιαφορία των Ελλήνων προς τα έργα των προγόνων τους δεν λείπουν από τις ελληνικές πηγές της περιόδου εκείνης παρόμοια παραδείγματα [37]. Το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η επιστολή του Μπάκα τόσο για την εσωτερική διοίκηση του πασαλικίου της Πελοποννήσου, όσο και για την εξωτερική πολιτική του οθωμανικού κράτους στα ταραγμένα χρόνια της να­πολεόντειας περιόδου, είναι, πιστεύουμε, μεγάλο.

Εξίσου μεγάλη είναι, κατά την άποψή μας, και η σημασία της συγκεκαλυμμένης αλλά δραματικής κραυγής διαμαρτυρίας που αρθρώνει ένας απλός, άσημος Έλληνας της προεπαναστατικής περιόδου για την περιφρόνηση της προσωπικής αξιοπρέ­πειας και το σφετερισμό της πολιτισμικής κληρονομιάς του γένους του στα χρόνια της τουρκοκρατίας. Η κραυγή αυτή αποτελεί μια ενδιαφέρουσα μαρ­τυρία για την ιδεολογική προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821.

 

Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα

Δρ. Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Τα κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

Πρακτικά του ς΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτενβρίου 2000), ανάτυπον, Αθήναι, 2001-2002.  

 

Σχετικά θέματα:

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] IEEE 18790.

[2] Πρόκειται για τον γνωστό στρατηγό στον οποίο ανατέθηκε αρχικά η διεξαγωγή του πολέμου της Πύλης κατά του Αλή πασά το 1821. Ο λόγος για τον οποίο θεωρούμε ότι αυτός είναι ο άγνωστος παραλήπτης της επιστολής είναι η ύπαρξη και άλλης επι­στολής του Μπάκα στο ίδιο αρχείο, η οποία απευθύνεται στον Πασόμπεη με την ίδια ακριβώς διατύπωση ως προς το χαιρετισμό (αναφέρονται οικογενειακές πληροφορίες π.χ. ευχές για μακροημέρευση του γιου του μπέη) και με παρόμοιο περιεχόμενο, σχετι­ζόμενο με παρακολούθηση της δραστηριότητος Άγγλων στο χώρο της ευρύτερης πε­ριοχής του Ιονίου.

[3] Γ. Τόλια, Ο πυρετός των Μαρμάρων 1800-1820, Ολκός, Αθήνα 1996, σ. 8-9.

[4] Richard Stoneman, Αναζητώντας την κλασική Ελλάδα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1996, σ. 177.

[5] Λόρδου Μπάυρον, Επιστολές από την Ελλάδα 1809-1811 και 1823-1824, μετάφραση Δημ. Κούρτοβικ, Ιδεόγραμμα, Αθήνα 1996.

[6] βλ. Α. Η. Smith, Lord Elgin and his collection, JHS, τ. 36 (106), σ. 281-293 «Veli pasa of the Morea has had various fragments of sculpture which he has sold to Messrs Knight and Fazakerly and some columns which he has given to Lord Sligo». Παρακάτω ο Σμίθ αναφέρει ότι οι κίονες αυτοί ήταν από το «Θησαυρό του Ατρέα», και παρέμειναν σχεδόν 100 χρόνια στο Westport της Ιρλανδίας.

[7] Βλ. σχετικά και Catherina Philippa Bracken, Κυνηγοί Αρχαιοτήτων στην Ελλάδα 1800-1830, (μετάφραση Λίζας Λάμπρου, επιμ. Κ. Δεμερτζή), έκδ. οίκ. Π. Δ. Γεωργίου και Υιοί Ο.Ε., Θεσσαλονίκη χ.χ., σ. 195, όπου αναφέρεται ότι ο Βελή «το μόνο σίγουρο είναι ότι έδωσε στον μαρκήσιο Sligo δυο θραύσματα κιόνων από την πρό­σοψη της εισόδου του Θησαυρού, που ο Φωβέλ – αγνοώντας τη μυκηναϊκή τεχνοτροπία- τα χαρακτήρισε περσικά ή φοινικικά. Ο Σλίγκο ανταπέδωσε το δώρο με δυο κανόνια και μετέφερε τα θραύσματα στον πύργο του στο Co Mayo του Westport. Το 1904 ο τότε μαρκήσιος έστειλε μια περιγραφή των δυο τεμαχίων στο Βρετανικό Μουσείο στο Λονδίνο. Όταν καθόρισαν εκεί την ταυτότητά τους, τα χάρισε στο Μουσείο. Δυο άλλα τεμάχια είχαν ήδη δωρηθή στο Μουσείο το 1843 και άλλο ένα ακολούθησε το 1900. Όλα μαζί είναι εκτεθειμένα μαζί με τα γλυπτά του Έλγιν. Και άλλα θραύσματα του Θησαυ­ρού βρίσκονταν στην Αθήνα και σ’ άλλα Μουσεία».

[8] Σήμερα έχουν ιδρύσει και ζωολογικό κήπο δίπλα στην είσοδο του Westport, για να αυξήσουν τα έσοδά τους.

[9] Στο Voyage, 1826, IV, 468. Τη μαρτυρία αυτή αναφέρει ο I. Γεννάδειος στο «Ο λόρδος Έλγιν και οι προ αυτού ανά την Ελλάδα αρχαιολογήσαντες επιδρομείς», Αθήναι 1930, σ. 103.

[10] Εννοεί τους Μύλους της Λέρνας, παραθαλάσσιο οικισμό στη δυτική ακτή του αργολικού κόλπου, που χρησίμευε ως λιμάνι του Άργους. Στην περιοχή έγινε σημαντική μάχη το 1825 κατά την οποία οι Έλληνες νίκησαν το στρατό του Ιμπραήμ.

[11] Το ρήμα παραπέμπει σε πιθανή επτανησιακή καταγωγή του συντάκτη της επι­στολής.

[12] Οιά = δωμάτιο, εσωτερικός χώρος σπιτιού (τουρκική λέξη).

[13] Εννοεί τον Fr.North Guilford.

[14] Βλ. σχετικά Αναστασία Κυρκίνη – Κουτουλά, η οθωμανική διοίκη­ση στην Ελλάδα, η περίπτωση της Πελοποννήσου 1715-1821, Αθήνα 1996, σ. 111.

[15] Βλ. Bracken, όπ.π. σ. 199.

[16] Κατά την Bracken, βλ. παραπάνω σημ. 7, το αντάλλαγμα ήταν δυο κανόνια. Εκτός όμως από αυτά οι Οθωμανοί αξιωματούχοι ζητούσαν συνήθως και προσωπικά δώρα, τιμαλφή ή προϊόντα της ευρωπαϊκής τεχνολογίας της εποχής.

[17] Η λέξη βελιγιουνιάμ είναι παλαιά οθωμανική, συνόδευε ως τίτλος τους διοι­κητές επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και σήμαινε «αυτόν που παρέχει τα αγαθά» στους υπηκόους.

[18] Δεν μπόρεσα να ταυτίσω το τοπωνύμιο. Ο κ. Δ. Βαγιακάκος μου είπε ότι ήταν σύνηθες να ονομάζουν έτσι παλιούς οικισμούς, εγκαταλελειμμένους, σε αντιδιαστολή με άλλους νεότερους. Αν λοιπόν βρίσκεται στην ευρύτερη περιοχή της Αργολίδας, ίσως αναφέρεται σε κάποιο παλιό οικισμό.

[19] Εννοεί ωρολόγι καλό.

[20] IEEE 18844.

[21] Γνωρίζουμε ότι ο Έλγιν πρόσφερε ωρολόγιο στο λαό της Αθήνας ως αντάλ­λαγμα για τα μάρμαρα του Παρθενώνα. Ο Luisieri συμφώνησε με τον Σαΐδ Αχμέτ, το διάδοχο του Βελή στο αξίωμα του Μόρα βαλεσί, να κάνη ανασκαφές στην Ολυμπία με αντάλλαγμα 500 φλωριά και 1 χρυσό ωρολόγι (Γεννάδιος, δπ.π. σ. 40).

[22] Εννοεί τα δώρα στα οποία αναφέρθηκε προηγουμένως.

[23] Στη Τζαμάϊκα ο Sligo διετέλεσε αργότερα (1834-36) διοικητής και συνέδεσε τη διαχείριση αυτού του αξιώματος με μεγάλες κοινωνικοπολιτικές μεταβολές στην ιστορία του νησιού, όπου έχει ιδρυθή και πόλη με το όνομά του (Sligoville).

[24] Δείγμα της πολιτικής επιρροής του Sligo αποτελεί και η μαρτυρία του Μπάϋρον κατά την οποία ο κοινός γνωστός τους Wallace που ήταν εγκάθειρκτος ζητούσε, να εγγυηθεί ο Sligo γι’ αυτόν. Επίσης το γεγονός ότι ο Μπάϋρον σε αρκετές περιπτώσεις, όπως προκύπτει από τις επιστολές του, αξιοποιεί τις διασυνδέσεις του Silgo με εκδότες, διπλωμάτες κλπ.

[25] Τα επίσημα Πρακτικά της εξαιρετικά ενδιαφέρουσας αυτής δίκης, όπου γίνε­ται λόγος για τις δραστηριότητες γενικά του αγγλικού στόλου στην Ανατολική Μεσό­γειο κατά την προεπαναστατική περίοδο, είναι διαθέσιμα στο Διαδίκτυο, στην Ιστοσελίδα της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Τέξας (http://www.law.utexas.edu/lpop/ etext/newgate5/sligo.htm)

[26] Βλ. Γκριγκόρι Άρς, Η Αλβανία και η Ήπειρος στα τέλη του IΗ’και στις αρχές του ΙΘ’ αιώνα, τα Δυτικοβαλκανικά πασαλίκια της Οθωμανικής Αυτοκρα­τορίας, (μετάφραση Αντ. Διάλλα, Εισαγωγή και σχόλια Βασίλης Παναγιωτόπουλος) Gutenberg, Αθήνα, 1994, σ. 243.

[27] Βλ. Γιώργος Α. Σιορόκας, Η εξωτερική πολιτική του Αλή πασά των Ιωαννίνων, από το Τίλσιτ στη Βιέννη (1807-1815), Εταιρεία Ηπειρωτικών Μελετών, Ιωάννινα 1999, σ. 153.

[28] Διατάγματα Βερολίνου (1806) και Μιλάνου (1807). Βλ. Σχετικά Berstein-Milza, Ιστορία της Ευρώπης, τ. 1, από τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία στα Ευρωπαϊκά κράτη, (με­τάφραση Αν. Δημητρακόπουλος), έκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1997, σ. 518.

[29] Με τα χρήματα των Άγγλων μισθοδοτούνται αυτήν την περίοδο οι στρατιώτες του Βελή και του Μουχτάρ.

[30] Μπάϋρον, Επιστολές, όπ.π., σ. 88.

[31] Οι σχέσεις του Βελή με τους ντόπιους Τούρκους αγιάνηδες της Πελοποννή­σου ήταν πράγματι ψυχρές. Ο Βελή ασκούσε προσωπική πολιτική, υπαγορευμένη από τις προσωπικές του φιλοδοξίες και τις γενικότερες αντιπαλότητες ανάμεσα στους αγιάνηδες και στην κεντρική εξουσία, σε ορισμένες μάλιστα περιπτώσεις φαινόταν να εμπιστεύεται περισσότερο ορισμένους χριστιανούς κοτζαμπάσηδες, όπως π.χ. ο Σωτηράκης Λόντος από ό,τι τους Τούρκους τοπάρχες του Μοριά. Απόλυτη όμως εμπι­στοσύνη έδειχνε σε ένα μόνο πρόσωπο: τον συμπατριώτη και παλαιό φίλο και συν­εργάτη του Ισμαήλ Πασόμπεη, τον παραλήπτη της επιστολής για την οποία γίνεται λόγος.

[32] IEEE 18790.

[33] Ο Byron διαμαρτύρεται έντονα στον Άγγλο πρέσβη Στρ. Κάννιγκ στις 13 Οκτωβρίου 1810 για την απροθυμία του βοεβόδα και του κοτζαμπάση της Κορίνθου να τον φιλοξενήσουν όπως του άρμοζε και όπως είχε συνηθίσει επί Βελή (Μπάϋρον, Επι­στολές, όπ.π., σ. 96).

[34] Δεδομένη ήταν επίσης η υποχρέωσις εξυπηρετήσεως των περιηγητών στις εκδρομές τους. Και σ’ αυτό το σημείο ο Sligo υπήρξε απαράδεκτα απαιτητικός σε ση­μείο που οι αξιώσεις του ξεπερνούν τα όρια του θράσους: «μου λέγει να στείλω μενζήλ καΐκι (: ταχυδρομικό καΐκι) δια να φέρω το τζιαντίρ (: αντίσκηνο) και πάλιν μου λέγει να στείλω τατάρη (έφιππο ταχυδρόμο) και με όλον οπού δεν είναι κανένα εις το χέρι του σκλάβου σου…»

[35] Μπάϋρον, όπ.π., σ. 84. Επιστολή της 23 Αυγούστου 1810.

[36] Η απροθυμία του Sligo να αναφερθή με λεπτομέρειες στο πλήρωμα του καραβιού του, σχετίζεται και με μια άλλη πλευρά της δραστηριότητάς του, για την οποία μας διαφωτίζουν τα πρακτικά της δίκης στην οποία παραπέμφθηκε το 1813, μετά την επιστροφή του στην πατρίδα του, όπου αποδείχθηκε ότι είχε συγκαταλέξει στο πλήρω­μά του και λιποτάκτες του βρετανικού πολεμικού ναυτικού, τους οποίους χρησιμο­ποιούσε ως δικούς του υπαλλήλους. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε σε τέσσερις μήνες φυλάκιση και σε υψηλό πρόστιμο. Βλ. παραπάνω σημ. 25.

[37] Βλ. σχετικά και Αναστασία Κυρκίνη – Κούτουλα, ο ελληνικός λαός και οι Αρχαιότητες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, Επιθεώρηση Επιστημονικών και Εκπαιδευτικών Θεμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, τόμος Α2, Αθήνα 1999, σσ. 121-131.

 

 

 

Read Full Post »

1449-1463: Πελοπόννησος – Άργος. Το τέλος ενός Ελληνικού ονείρου


 

Η σχετικώς βραχεία χρονική αυτή περίοδος περικλείει συγχρόνως την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους, την οριστική διάλυση της ελπίδας για συγκρότηση ενός νέου Ελληνικού κράτους με κέντρο την Πελοπόννησο και την εκθεμελίωση του Άργους, μιας πόλεως η οποία, καθ’ όλη τη διάρκεια του ελληνικού Μεσαίωνα, παρά τα εκτενή δεινά, κατόρθωσε να επιβιώσει και να διατηρήσει την πνευματική και οικονομική ακτινοβολία της.[1]

Ως ιστορικοί έχουμε την ευτυχή συγκυρία να διαθέτουμε, για τη μελέτη αυτής της περιόδου, εκτός από το πλούσιο ενετικό αρχείο, την αλληλογραφία σημαινόντων προσώπων, τις ευκαιριακές ομιλίες και τα βραχέα τοπικά χρονικά, το έργο τεσσάρων βυζαντινών ιστορικών. Οι ιστορικοί αυτοί, συχνά μέτοχοι ή ακόμη και πρωταγωνιστές των γεγονότων, έκαστος με τον ιδιάζοντα τρόπον του και κάτω από την προσωπική οπτική του γωνία, προσφέρουν στο σύγχρονο μελετητή την πολύτιμη μαρτυρία τους.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης (±1423±1490) είναι ο μόνος αθηναϊκής καταγωγής βυζαντινός ιστορικός. Το έργο του, Αποδείξεις ιστοριών, διαιρείται σε δέκα βιβλία και πραγματεύεται τα γεγονότα των ετών 1298 – 1463. Είναι ο πρώτος ελληνόγλωσσος ιστορικός που στρέφει το ενδιαφέρον του όχι τόσο στην πορεία του Βυζαντινού κράτους, αλλά στην ανάπτυξη και εδραίωση της ισχύος των Οθωμανών Τούρκων.

Ο [Μιχαήλ] Δούκας (±1400±1470), του οποίου το έργο Βυζαντινοτουρκική ιστορία μας έχει διασωθεί σε ένα μόνο χειρόγραφο, αρχίζει την εξιστόρηση των γεγονότων από κτίσεως κόσμου και τελειώνει απότομα, στο τέλος μιας φάσεως, το έτος 1462. Οι σύγχρονοι μελετητές αναγνωρίζουν ομοφώνως στον Δούκα φιλαλήθεια και σχετική ακρίβεια.

Ο Γεώργιος Σφραντζής (1401 – 1478), του οποίου το έργον του Χρονικόν μας έχει διασωθεί σε δύο μορφές, πρωταγωνιστής των γεγονότων στην Πελοπόννησο κατά της δεσποτείας Θωμά και Δημητρίου των Παλαιολόγων, διηγείται την περίοδο 1261 – 1476. Ιδιαίτερη σημασία έχει για μας, από τα τέσσερα βιβλία στα οποία διαιρείται το έργο, το τέταρτο που αναφέρεται στα συμβάντα στο Μορέα μετά το 1453.

Ο Μιχαήλ Κριτόβουλος ο Ίμβριος (±1406+;) αφιερώνει το έργο του Ιστορία, το οποίο διαιρείται σε πέντε βιβλία, στον Μωάμεθ II, κατά τη γνώμη του συνεχιστή των βυζαντινών αυτοκρατόρων. Η διήγησή του περιλαμβάνει τα γεγονότα των ετών 1451 – 1467 και η οπτική του γωνία στρέφεται κυρίως στη δράση του Πορθητή.

Στις 6 Ιανουαρίου του 1449, ο Κωνσταντίνος (Δραγάτσης) Παλαιολόγος, μέχρι τότε συνδεσπότης αρχικά με τον αδελφό του Θεόδωρο II, και ακολούθως με τον έτερο αδελφό του Θωμά, στέφεται στο Μιστρά αυτοκράτορας του Βυζαντίου και στις 12 Μαρτίου του ιδίου έτους φθάνει στη Βασιλεύουσα και αναλαμβάνει τα αυτοκρατορικά του καθήκοντα.[2]

Σε ποια κατάσταση άφηνε το Δεσποτάτο του Μορέως ο Κωνσταντίνος, μετά από ακριβώς 21 έτη συγκυριαρχίας; Ασφαλώς, η εγκατάσταση του Κωνσταντίνου στην Πελοπόννησο (1428) αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της ιστορίας της κατά τον 15ο αιώνα.Αφού, μετά την κατάκτηση της πόλεως των Πατρών (1430) και τη διάλυση του πριγκιπάτου της Αχαΐας (1432) είχε κατορθώσει να ενώσει την Πελοπόννησο, εκτός από τις ενετικές κτήσεις της Κορώνης, της Μεθώνης, του Άργους και του Ναυπλίου, σκέφθηκε να εφαρμόσει μια πολιτική, η οποία θα έτεινε στη δημιουργία ενός νέου ελληνικού κράτους.

Κατέλαβε, για ένα χρονικό διάστημα την Αττική και ένα μεγάλο τμήμα της ηπειρωτικής Ελλάδας μέχρι την Πίνδο. Όμως, αυτή η αρχή μιας πολιτικής και στρατιωτικής αναγεννήσεως προκάλεσε την αντίδραση των Τούρκων. Η επιδρομή του Μουράτ II στην Πελοπόννησο κατά τον χειμώνα του 1446 και η λεηλασία ολόκληρης της χερσονήσου, εκτός των ενετικών κτήσεων, υπήρξε καταστροφική και ανέκοψε ολοσχερώς την πορεία προς ανάκαμψη. Η χώρα δηώθηκε απ’ άκρου εις άκρον και κατά τον ιστορικό Δούκα, μόνο οι αιχμάλωτοι έφθαναν τις 60.000. Μετά από αυτή τη λαίλαπα οι δύο δεσπότες Θωμάς και Κωνσταντίνος αναγκάστηκαν να δεχθούν την επικυριαρχία του σουλτάνου και να του πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας.

Η πρώτη μέριμνα του νέου αυτοκράτορα ήταν να διευθετήσει το πρόβλημα της διαδοχής του στο Δεσποτάτο. Ως διάδοχό του όρισε τον αδελφό του Δημήτριο, μέχρι τότε διοικητή των βυζαντινών θέσεων στη Μαύρη θάλασσα, και φρόντισε να ορίσει με ακρίβεια τα όρια της επικράτειας των δύο αδελφών.

Οι κτήσεις του Θωμά περιελάμβαναν ολόκληρη τη βορειοδυτική πλευρά της Πελοποννήσου, ήτοι Αχαΐα, Ηλεία και Μεσσηνία, με πρωτεύουσα την Πάτρα. Οι κτήσεις του Δημητρίου περιέκλειαν το νοτιοανατολικό τμήμα της χερσονήσου, ήτοι Κορινθία, Αρκαδία και Λακωνία με κέντρο το Μιστρά. Η Αργολίδα ανήκε στους Ενετούς. Οι δύο δεσπότες, αφού ορκίσθηκαν στον αυτοκράτορα πίστη, ανέλαβαν τα καθήκοντά τους στην Πελοπόννησο, ο Θωμάς τον Αύγουστο του 1449 και ο Δημήτριος το Σεπτέμβριο του ίδιου έτους.

Στην έδρα τους ο Θωμάς και ο Δημήτριος, παρά τις συμβουλές του Κωνσταντίνου, ήλθαν αμέσως σε προστριβές με τους Ενετούς. Τα στρατεύματα του Θωμά συνεχώς παρενοχλούσαν τις ενετικές φρουρές της Μεθώνης και της Κορώνης ενώ, κυρίως, οι δυνάμεις του Δημητρίου παρεκώλυαν την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή της Αργολίδας.

Οι κάτοικοι του Άργους και του Ναυπλίου, οι οποίοι δεν είχαν υποστεί τα δεινά της επιδρομής του Μουράτ II και συνεπώς, δια της εμπορικής τους δραστηριότητας κυριαρχούσαν οικονομικά σε ολόκληρη την Πελοπόννησο, διεμαρτύρονται συνεχώς προς την ενετική σύγκλητο για το γεγονός ότι τα στρατεύματα του Δημητρίου εμπόδιζαν τις μετακινήσεις τους και προκαλούσαν φθορές στους αγρούς τους.

 

Πύργοι του κάστρου της Λάρισας. (Χαρακτικό) 1810. William Gell, Itinerary of Greece, London 1810.

 

Επίσης, οι Έλληνες διοικητές, δια να επιτρέψουν στα κοπάδια να διαχειμάσουν στις πεδινές περιοχές της Αργολίδας που ανήκαν στους Ενετούς, απαιτούσαν την καταβολή φόρου. Ατέρμονες προσπάθειες της ενετικής συγκλήτου να έλθει σε συνεννόηση με το Δημήτριο απέβησαν άκαρπες. Η εχθρική πολιτική των δύο δεσποτών απέναντι στη Βενετία επιτάχυνε την πλήρη οικονομική εξάρθρωση του δεσποτάτου, όπως ακριβώς την επιτάχυναν και οι συνεχείς έριδες των δύο δεσποτών μεταξύ τους.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, από τους πρώτους μήνες της βασιλείας του, προσπάθησε να υλοποιήσει έναν τρόπο συνυπάρξεως με τους Τούρκους. Τον Μάρτιο του 1449, ο Κωνσταντίνος και οι αδελφοί του δεσπότες του Μορέως Θωμάς και Δημήτριος υπέγραψαν συνθήκη φιλίας με το σουλτάνο Μουράτ II. Όμως, δυστυχώς για τους Έλληνες, ο τούρκος σουλτάνος απέθανε στις 8 Φεβρουαρίου 1451. Ο διάδοχος του Μωάμεθ II, αρχικά, έδειξε φιλική διάθεση απέναντι στους Βυζαντινούς και ανανέωσε τη συνθήκη φιλίας με τους δεσπότες του Μορέως. Όμως, η ανάπαυλα δεν διήρκεσε πολύ.

Το 1452 ο νέος και δραστήριος σουλτάνος άρχισε τις προπαρασκευές του πολέμου εναντίον του Βυζαντίου. Για να εμποδίσει τους δεσπότες να σπεύσουν προς βοήθεια της πολιορκούμενης Κωνσταντινουπόλεως, έστειλε τον Οκτώβριο του 1452 το στρατηγό Τουραχάν, επικεφαλής ισχυρής στρατιωτικής δυνάμεως, εναντίον του Μορέως. Ο Τουρα­χάν, χωρίς δυσκολία, συνέτριψε την αντίσταση των Ελλήνων στα στοιχειωδώς οχυρωμένα Εξαμίλια και προήλασε, όχι χωρίς αντίσταση, προς το εσωτερικό της Πελοποννήσου. Ολόκληρη η βορειοδυτική χώρα, από την Κόρινθο μέχρι το Μεσσηνιακό κόλπο, κυρίως τα εδάφη του Θωμά, λεηλατήθηκαν. Και η νέα αυτή εισβολή των Τούρκων δεν ενόχλησε τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο.

Στις 29 Μαΐου 1453 η Κωνσταντινούπολις καταλαμβάνεται από τους Τούρκους και ο Κωνσταντίνος πίπτει νεκρός, ηρωικώς μαχόμενος, στα τείχη της Βασιλεύουσας. Όμως οι δύο δεσπότες του Μορέως δεν μιμήθηκαν το παράδειγμα του αδελφού τους. Η πρώτη και κύρια φροντίδα τους ήταν να αναζητήσουν τη σωτηρία στη φυγή. Προς στιγμήν ο Θωμάς και ο Δημήτριος, μαζί με τους Δυνατούς του Μορέως, σκέφθηκαν να καταφύγουν στην Ιταλία. Όμως, επειδή ο Μωάμεθ τους επέτρεψε να διατηρήσουν τη σκιώδη εξουσία τους στην Πελοπόννησο, αποφάσισαν να μείνουν.

Κατά τη διάρκεια της δεσποτείας του Μανουήλ Καντακουζηνού (1348-1380) και του Θόδωρου I Παλαιολόγου (1383-1407) εκτεταμένες εγκαταστάσεις αλβανικών πληθυσμών σημειώθηκαν στην Πελοπόννησο. Είναι αληθές ότι οι επήλυδες έδωσαν αξιόλογη ώθηση στην ανάπτυξη της γεωργίας και οι σκληροτράχηλοι αυτοί άνδρες απετέλεσαν τον κύριο πυρήνα του στρατού του δεσποτάτου.

Όμως «το γένος τούτο νομάδες άπαντες και ουδαμή σφίσι χρονίαν την διατριβήν ποιούμενοι», οι Αλβανοί δεν κατόρθωσαν να αφομοιωθούν με το γηγενές ελληνικό στοιχείο, αποτελούντες ένα δεύτερο, παράλληλο προς τον ελληνικό και αντίπαλο εθνικό πυρήνα. Αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, νομίσαντες ότι έφθασε η κατάλληλη ευκαιρία, η αναμενόμενη επί πολύ, για κατάληψη της εξουσίας στην Πελοπόννησο, εξεγείρονται μαζικώς.

Σχεδόν απόλυτοι κύριοι της καταστάσεως, κατέχοντες καίριες θέσεις στο στράτευμα, αρχικά οδηγούμενοι υπό μιας σκοτεινής φυσιογνωμίας «Πέτρου του χωλού, ανδρός τον τρόπον ουκ αγαθού, δεξιού δε άλλως», λεηλατούν ολόκληρη την Πελοπόννησο και μάχονται μετά μανίας για την κατάληψη της εξουσίας. Προσπαθούν να προσεταιρισθούν τους Ενετούς, σεβόμενοι απόλυτα τις θέσεις τους και μάλιστα εμποδίζουν τα στρατεύματα του Δημητρίου να εισχωρήσουν στην Αργο­λίδα.  Συμμαχούν με Έλληνες Δυνατούς και δεν διστάζουν να ονομάσουν ορισμένους από αυτούς, όπως τον Μανουήλ Καντακουζηνό, διοικητή της Μάνης, και τον Ιωάννη Ασάνη.

Τέλος, ζητούν την επέμβαση του ίδιου του Μωάμεθ, τον οποίο παροτρύνουν να αφαιρέσει την εξουσία από τους δύο Παλαιολόγους και να την προσφέρει σ’ αυτούς. Την επέμβαση όμως των Τούρκων ζητούν και οι δύο δεσπότες Θωμάς και Δημήτριος, για να τους βοηθήσει να καταστείλουν την εξέγερση.

Ο Μωάμεθ έκλινε με την πλευρά των Παλαιολόγων. Δύο τουρκικές εκστρατείες, η μια τον Δεκέμβριο του 1453 υπό τον στρατηγό Ομάρ και η άλλη τον Οκτώβριο του 1454 υπό τον στρατηγό Τουραχάν χρειάστηκαν, για να καταστείλουν την αλβανική ανταρσία. Ο Τουραχάν αιχμαλώτισε δέκα χιλιάδες Αλβανούς και τους οδήγησε εκτός Πελοποννήσου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ενετός διοικητής του Άργους, μετά την καταστολή της εξέγερσης, επέτρεψε σε πολλούς Αλβανούς να εγκατασταθούν ως αγρότες στην Αργολίδα.

Οι δύο δεσπότες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες που τους προσέφεραν οι Τούρκοι, υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στο σουλτάνο ετήσιο φόρο δώδεκα χιλιάδων χρυσών νομισμάτων: «Ην δε αυτοίς ο επέτειος φόρος μύριοι και δισχίλιοι χρυσίου κρατήρες».

Μετά την καταστολή της εξέγερσης των Αλβανών ο Τουραχάν, εγκαταλείποντας την Πελοπόννησο, συνέστησε στους δύο δεσπότες να κυβερνήσουν με σύνεση, υπό την κυριαρχία του σουλτάνου και να αποφύγουν τις μεταξύ τους προστριβές και τους τόνισε ότι «ως ομονοούσι μεν πρώτα υμίν έσται άφθονα ταγαθά, διενεχθείσι δε και δίχα γενομένοις ταναντία ταύτα».

Δυστυχώς, η άκρως ανώμαλη κατάσταση των ετών 1453 – 1454 είχε οδηγήσει το δεσποτάτο σε πλήρη κοινωνική, πολιτική και οικονομική εξαθλίωση. Οι ίδιοι οι δεσπότες «προς αλλήλους στασιάζοντές τε ήσαν…και πολέμους είχον εμφυλίους και μάχας και χείρον είχε τα της Πελοποννήσου». Τις συνεχείς διαμάχες μεταξύ των δύο δεσποτών τις εκμεταλλεύονταν ισχυροί Δυνατοί των επαρχιών και με τοπικές εξεγέρσεις εξάρθρωναν την κεντρική εξουσία.

Η οικονομική ένδεια καθιστούσε αδύνατη τη συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού για την πληρωμή του συμφωνηθέντος ετήσιου φόρου προς τον Μωάμεθ. Ο τούρκος σουλτάνος επί τρία συναπτά έτη έστελνε πρέσβεις στον Μορέα, για να εισπράξουν τα χρήματα, αλλά μάταια: «Τον δασμόν απαιτούντος του βασιλέως ουκ απεδίδουν ραδίως πλαττόμενοί τε κενάς αιτίας αεί». Το γεγονός αυτό υπήρξε η κύρια αιτία της μεγάλης εκστρατείας του Μωάμεθ εναντίον της Πελοποννήσου του έτους 1458.

Την άνοιξη του έτους 1458 ο Μωάμεθ, επικεφαλής πολυάριθμου στρατού, αναχωρεί από την Αδριανούπολη και φθάνει ανενόχλητος μέχρι τη Βοιωτία. Εκεί τον συναντούν απεσταλμένοι του δεσπότη Θωμά, οι οποίοι έφεραν μέρος των οφειλομένων χρημάτων και ζήτησαν ανανέωση των προηγουμένων συνθηκών. «Ο βασιλεύς τον μεν δασμόν έλαβε παρά των πρέσβεων, τας δε σπονδάς όταν εντός, έφη, γενώμεθα της Πελοποννήσου ποιήσομεν, διαχλευάζων και διαπαίζων αυτούς».

Στις 15 Μαΐου εισήλθον στην Πελοπόννησο. Η αντίσταση της Κορίνθου αναγκάζει τον Μωάμεθ να διαιρέσει το στρατό. Ένα τμήμα, υπό τον στρατηγό Μαχμούτ, άρχισε να πολιορκεί την πόλη, ενώ το πολυανθρωπότερο στράτευμα, υπό την ηγεσία του ίδιου του Μωάμεθ, αφού λεηλάτησε όλη την ύπαιθρο της Κορίνθου, στράφηκε προς τα ενδότερα της Πελοποννήσου «καταστρεφόμενος και ληϊζόμενος πάντα τα εν ποσί».

Είναι χαρακτηριστικό ότι καθόλου δεν ενόχλησε την περιοχή της Αργολίδας και τις πόλεις Άργος και Ναύπλιο, γιατί δεν επιθυμούσε να ψυχράνει τις σχέσεις του με τους Ενετούς. Η Τεγέα, μετά από ολιγοήμερη πολιορκία παραδόθηκε στον Μωάμεθ, ο οποίος δια μέσου των δύσβατων στενωπών της Αρκαδίας φθάνει στην Πάτρα. Η πόλη ήταν έρημη, γιατί οι κάτοικοί της είχαν καταφύγει στην ενετοκρατούμενη Ναύπακτο.

Ο τούρκος σουλτάνος, ακολουθώντας την ακτή του Κορινθιακού, καταλαμβάνει τη Βοστίτζα (Αίγιον) και «πάντα τα προστυχόντα χειμάρρου δίκην παρασύρων τε και ύφ’ εαυτώ ποιούμενος, τα δε και εξανδραποδιζόμενά τε και κατασκάπτων τελείως» επιστρέφει στην Κόρινθο, ενώνεται με το υπόλοιπο στράτευμα και συνεχίζει την πολιορκία. Η πόλη, μετά από ηρωική αντίσταση τεσσάρων μηνών, παραδίδεται στα μέσα Σεπτεμβρίου.

Η αντίσταση της Κορίνθου, η οποία κυρίως οφείλεται στο διοικητή της Ματθαίο Ασίνη, πιστό σύμμαχο του δεσπότη Δημητρίου, ήταν το μόνο εμπόδιο που συνάντησε ο Μωάμεθ κατά τον στρατιωτικό του περίπατο στην Πελοπόννησο. Οι δεσπότες, περίφοβοι είχαν κλειστεί ο μεν Θωμάς στη Μαντινεία, ο δε Δημήτριος στη Μονεμβάσια. Η κατάληψη της Κορίνθου τερματίζει και την εκστρατεία των Τούρκων. Οι δεσπότες αναγκάζονται να δεχθούν όλους τους σκληρότατους όρους του Μωάμεθ.

Με συνθήκη που υπεγράφη στην ίδια την Κόρινθο, το ένα τρίτο της Πελοποννήσου που περιλάμβανε τις πόλεις Κόρινθο, Βοστίτζα, Καλάβρυτα και Πάτρα περιερχόταν στην κυριαρχία των Τούρκων. Οι δύο δεσπότες διατήρησαν το υπόλοιπο των κτήσεών τους και υποχρεώθηκαν να πληρώνουν ετήσιο φόρο υποτέλειας τριών χιλιάδων χρυσών νομισμάτων.

Ο Μωάμεθ τοποθετεί στις πόλεις που κατέλαβε τούρκους διοικητές της απόλυτης εμπιστοσύνης του και ορίζει ως γενικό διοικητή όλης της περιοχής τον στρατηγό Ομάρ. Όλοι οι αιχμάλωτοι, αρκετές χιλιάδες, οδηγούνται στην Κωνσταντινούπολη μέσα στο γενικό σχέδιο του Μωάμεθ να ενισχύσει τον πληθυσμό της πρωτεύουσάς του. Έτσι τελειώνει η επιχείρηση του 1458, που είχε ως αποτέλεσμα την πληθυσμιακή απογύμνωση της Πελοποννήσου και την ουσιαστική εξάλειψη της αρχής των δεσποτών.

Η ειρήνη που συνομολογήθηκε δεν επρόκειτο να διαρκέσει πολύ. Ήδη από τον Ιανουάριο του 1459 ο δεσπότης Θωμάς σκεφτόταν να αποτινάξει τον τουρ­κικό ζυγό. Προς το σκοπό αυτό βρισκόταν σε συνεχή επαφή με τον καρδινά­λιο Βησσαρίωνα, ο οποίος είχε μεγάλη ισχύ στο περιβάλλον του νεοεκλεγέντος πάπα Πίου II (1458 – 1464). Οι προσπάθειες του Βησσαρίωνα κατέληξαν στη συγκρότηση ενός μικρού στρατιωτικού σώματος τριακοσίων ανδρών, το οποίον εστάλη στην Πελοπόννησο, ενώθηκε με το στράτευμα του Θωμά και μαζί άρχισαν να πολιορκούν την Πάτρα. Όμως, οι πολιορκητές τράπηκαν σε φυγή, μόλις εμφανίσθηκαν τα τουρκικά στρατεύματα. Μια άλλη μεγάλη πόλη, τα Καλάβρυτα, κατελήφθη από τους στρατιώτες του Θωμά. Μετά την επιτυχία αυτή ο Θωμάς στρέφεται εναντίον των κτήσεων του Δημητρίου, τον οποίο υποπτευόταν ότι βρισκόταν σε συνεννόηση με το σουλτάνο. Οι Δυνατοί συντάσσονται με το μέρος του ενός ή του άλλου δεσπότη και ολόκληρη η Πελοπόννησος βρίσκεται επί ποδός πολέμου.

Μιστράς (Mistras) - Bernard Randolph, χαλκογραφία, 1681

Ο Μωάμεθ, βλέποντας την ανάμειξη της Δύσεως και φοβούμενος μήπως η Πελοπόννησος διεκδικηθεί από κάποιο δυτικό άρχοντα, αποφάσισε να λύσει τελεσίδικα το πρόβλημα της χερσονήσου. Στις αρχές του 1460 ο σουλτάνος εισβάλει στην Πελοπόννησο, καταλαμβάνει το Μιστρά (30 – 5 – 1460) και υποχρεώνει το δεσπότη Δημήτριο και την οικογένειά του να τον ακολουθήσουν. Ακολούθως στρέφεται προς τις περιοχές του Θωμά και καταλαμβάνει τη μια οχυρή πόλη μετά την άλλη.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο σουλτάνος, ευρισκόμενος στη Μεσσηνία, επισκέφτηκε τις βενετικές κτήσεις της Μεθώνης και της Κορώνης, έγινε δεκτός με τιμές από τους Ενετούς διοικητές και ανανεώθηκαν οι συνθήκες φιλίας ανάμεσα στην Ενετία και τους Τούρκους.

Ο δεσπότης Θωμάς με πλοίο καταφεύγει στην Κέρκυρα (28 – 7 – 1460). Ο Σουλτάνος αναχωρεί από την Πελοπόννησο τον Οκτώβριο του 1460, οδηγώντας μαζί του «φαμελίας δισχιλίας δήπου και παίδας ισαρίθμους, τους μεν παίδας εις νεόλεκτον στρατόν κατεγράψατο, τας δε οικίας εν τω της πόλεως μέρει κατέθετο».

Κατά τα μέσα του έτους 1461 ολόκληρη η Πελοπόννησος, εκτός των ενετικών κτήσεων και της Μονεμβασίας, είχε καταληφθεί από τους Τούρκους. Ο Κριτόβουλος σημειώνει ότι «ο βασιλεύς εχειρώσατο έργον μέγα δράσας και θαυμαστόν εν ούτω βραχυτάτω καιρώ ούπω γάρ εξήκει το θέρος όλον και πάσα είχετο, πό­λεις τε οχυραί και φρούρια ερυμνά και πολίχνια εγγύς που διακόσια, χώρα των ονομαστών άνωθεν και ενδόξων».

Έτσι κατελύθη το δεσποτάτο του Μορέως, το οποίο ιδρύθηκε από τον Μι­χαήλ VII τον Παλαιολόγο το 1262. Η σπουδαιότητα του υπερβαίνει τα τοπικά όρια. Ιδιαιτέρως για τη διατήρηση του Ελληνισμού στην Πελοπόννησο, αυτό το κρατίδιο του XIII αιώνα, που κατέστη κατά τους XIV και XV αιώνες μια υπολογίσιμη δύναμη, έπαιξε έναν σημαντικότατο ρόλο.

Ο Μωάμεθ, μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου, δεν έπαυσε να υποβλέπει τις ενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου. Η ευκαιρία για την έναρξη της νέας επεκτατικής κινήσεως των Τούρκων παρουσιάσθηκε με τη μορφή ενός ασήμαντου γεγονότος. Ένας Αλβανός δούλος του στρατηγού Ομέρ αποδρά και ζητεί άσυλο στην ενετοκρατούμενη Μεθώνη. Ο Ομέρ ζητεί την άμεση παράδοσή του, αλλά οι Ενετοί αρνούνται. Τότε, το Νοέμβριο του 1462, ο υπαρχηγός του Ομέρ, Ισάς, επιτίθεται κεραυνοβόλα εναντίον του Άργους και το καταλαμβάνει αμαχητί.

Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης κάπως αόριστα αναφέρει ότι οι Τούρκοι κατέλαβαν την πόλη ένεκα της προδοσίας ενός Έλληνα ιερέα: «ως δε το τε εν Πελοποννήσω Άργος, ιερέως των εν τη πόλει παραδόντος προδοσία, έλαβεν ο του βασιλέως ύπαρχος, Αλβάνεω παις, τούνομα Ιησούς».Είναι η πρώτη φορά, μετά την καταστροφή του 1397, που το Άργος αναμιγνύεται στις πολεμικές συγκρούσεις του ταραγμένου XV αιώνα.

Το χωρίο του Χαλκοκονδύλη μας επιτρέπει να συμπεράνουμε ότι στην πόλη είχε αναπτυχθεί αντιδυτικό ρεύμα, μετά τη σύνο­δο της Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439), και εχθρότητα στο σύνολο σχεδόν των Ορθοδόξων, στη λεγόμενη «Ένωση των Εκκλησιών». Μετά την κατάληψη του Άργους, η φιλοπόλεμη φατρία στη Βενετία πείθει τη Σύγκλητο να κηρύξει τον πόλεμο στην Τουρκία.

Ενετικός στόλος υπό την ηγεσία του Bertoldo, κόμη Este, αποβιβάζεται στο Ναύπλιο, ενώ με προκήρυξη ο ναύαρχος καλεί τους κατοίκους της Πελοποννήσου να εξεγερθούν:«Τους τε Πελοποννησίους παρώτρυνον αφιστάναι από βασιλέως». Η απήχηση ήταν μέτρια. Παρατηρήθηκαν μεμονωμένες εξεγέρσεις στη Λακωνία, στην Αρκαδία και στη Μάνη. Η πρώτη επιτυχία των Ενετών είναι η ανακατάληψη του Άργους: «Και το Άργος παραλαβόντες Ουενέτοι φρουράν τε εγκατέλιπον και άρχοντα εν αυτώ».

Ακολούθως οι Ενετοί πολιορκούν τον Ακροκόρινθο, όμως κατά την πολιορκία φονεύεται ο Bertoldo. Συγχρόνως, ισχυρό τουρκικό στράτευμα, υπό την ηγεσία του στρατηγού Μαχμούτ, έφθασε στον Ισθμό. Οι Ενετοί, χωρίς ηγέτη, αποδεκατισμένοι από τη δυσεντερία και θορυβημένοι από την υπεροχή των Τούρκων, εγκαταλείπουν τον Ισθμό αμαχητί και υποχωρούν στο Ναύπλιο.Ο Μαχμούτ προχωρεί προς το Άργος (1463).

Το χωρίον του Κριτόβουλου, το οποίο αναφέρεται στην κατάληψη της πόλεως από τους Τούρκους – η τελευταία μνεία του Άργους σε ελληνόφωνο μεσαιωνικό κείμενο- δύναται να χαρακτηριστεί ως επιγραμματικός επιτάφιος ενός λαμπρού παρελθόντος:

 

«Μετά δε τούτο αφικνείται ες Άργος (Μαχμούτ), πόλιν των Ενετών και στρατοπαιδεύεται προ του άστεος και προσφέρει λόγους τοις εν αυτώ περί εκδόσεως εαυτών τε και του άστεος. Οι δε Αργείοι ορώντες το πλήθος της στρατιάς περιστοιχίσαν την πόλιν κύκλω το τε σφών τείχος ασθενές και επίμαχον όλον, επικουρίαν τε μηδεμίαν πόθεν ή έχοντες ή όλως έξειν ελπίζοντες και δείσαντες, μη εκ προσβολής βία ληφθώσι τοις όπλοις και απόλωνται, παραδιδόασιν αμαχί εαυτούς τε και την πόλιν Μαχουμούτει τα πιστά λαβόντες. Ο δε πάντας μεν αυτούς αποικίζει ες το Βυζάντιον συν γυναιξί και τέκνοις και τοις υπάρχουσι πάσι σώς και κακών απαθείς, την δε πόλιν κατέσκαψε… Βασιλεύς δε τους μεν Αργείους πάντας κατοικίζει εν τη μονή τη Περιβλέπτω καλουμένη δούς αυτοίς και οικίας και αμπέλους και αγρούς».

 

Η πτώση του Άργους σήμαινε ουσιαστικά την εξάρθρωση της ενετικής απόπειρας εξεγέρσεως των Ελλήνων. Σε ελάχιστο χρόνο οι εξεγερθέντες Έλληνες κατέθεσαν τα όπλα και ο Μαχμούτ «διαθέμενος τα εν Πελοποννήσω πάντα καλώς τε και ως ην αυτώ κατά νουν και φρουρούς τοις φρουρίοις πάσιν εγκαταστήσας άνδρας τους από της βασιλικής αυλής τους μαχιμοτάτους… επάνεισιν εις την Κων­σταντίνου χειμώνος μεσούντος ήδη».

Φυσικά, οι Βενετοί το 1464 κατείχαν ακόμα το Ναύπλιο, τη Μεθώνη, την Κορώνη και, μετά τη φυγή του Θωμά, τη Μο­νεμβάσια, όμως, ουσιαστικά, ολόκληρος η Πελοπόννησος βρισκόταν στα χέρια των Τούρκων, οι ελληνικοί πληθυσμοί, αποθαρρυμένοι, είχαν υποταχθεί και το όνειρο του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου για τη δημιουργία του νέου Ελληνικού κράτους είχε σβήσει.

  

Βασίλης Σκουλάτος

Ιστορικός

«Αργειακή Γη», Επιστημονική και λογοτεχνική έκδοση του Πνευματικού Κέντρου του Δήμου Άργους, Τεύχος 3, Δεκέμβριος 2005.

 

Υποσημειώσεις

[1] Για τη μελέτη του Δεσποτάτου του Μορέως, θεμελιώδες παραμένει το έργο του Δ. ΖΑΚΥΘΗΝΟΥ, Le Despotat grec de Moree. Ομοίως, αλλά σε ευρύτερο πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα μας παρουσιάζουν τα έργα: DONALD NICOL, The Last Centuries of Byzantium. 1261-1453, Cambridge University Press, 1993, IVAN DJURIC, Le Crépuscule de Byzance, Paris1996. ST. RUNCIMAN, The Last Byzantine Rennaissances,Cambridge 1970 (Ελληνική μετάφραση, Αθήνα 1980). To συλλογικό έργο υπό τη διεύθυνση του ALAIN DUCELLIER, Byzance et le monde Orthodoxe,Paris1986. G. OSTROGORSKY, Geschichte des Byzantinischen Stuates, München 1963 (Ελληνική μετάφρασηI. ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ, Αθήνα 2001).

[2] ΣΦΡΑΝΤΖΗΣ, σ. 205-206: «Και συγχύσεως πολλής ούσης και του τίνα εις βασιλέα εκ των αδελφών…. επεστάλθη παρ’ αυτών ο Αλέξιος ο Φιλανθρωπινός μετά Μανουήλ του Παλαιολόγου… ίνα ως βασιλέα στέψωσι τον δεσπότην κυρ Κωνσταντίνον… ο και έπραξαν εν τη Σπάρτη τη έκτη Ιανουαρίου και ιβ’ του Μαρτίου μηνός του αυτού έτους εφθάσαμεν εις την πόλιν». Για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο: G. SCHLUMBERGER, Le siege, la prise et le sac de Constantinople par les Tures, Paris 1914 (Ελληνική μετάφραση ΣΠ. ΛΑΜΠΡΟΥ, Αθήναι 1914 – Ανατύπωση με προλογικά Α.Γ.Κ. ΣΑΒΒΙΔΗ, Αθήνα 1996. DONALD Μ. NICOL, The Imortal Emperor, the Life and Legend of Constantine Palaiologos. Last Emperor of the Romans, Cambridge University Press, 1933 -To όνομα Δραγάτσης δόθηκε στον Κωνσταντίνο με αιτία τη μητέρα του Ελένη, η οποία ανήκε στη σερβική ηγεμονική οικογένεια των Δραγάτς.

Read Full Post »

Γενίτσαροι


  

Για πολλούς αιώνες οι Γενίτσαροι [يڭيچرى] παρέμεναν η δυνατότερη πηγή της στρατιωτικής δύναμης των Οθωμανών, ως τη στιγμή της διάλυσής τους από τον ίδιο τον προστάτη τους, το σουλτάνο Μαχμούτ Β’, στις 15 Ιουνίου του 1826. Μέσα σε μια μέρα, χιλιά­δες από αυτούς θανατώθηκαν, χιλιάδες άλλοι εξορίστηκαν σε μακρινούς τόπους και απογυμνώθηκαν από το πρότερο κύρος τους, ενώ οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να κρυφτούν ανάμεσα στους πολίτες, αν αυτό ήταν δυνατό. Ο διωγμός τους συνεχίστηκε μετά το αποκαλούμενο Vakayi Hayriye (Βακάι -ι Χαϊριγέ) και γρήγορα εξελίχθηκε σε ένα κυνήγι μαγισσών ως τα πέρατα της αυτοκρατορίας.

Γενίτσαρος της Ανακτορικής φρουράς, έργο του Louis Duprè. Λιθογραφία, 1825.

Οτιδήποτε είχε σχέση με τους Γενίτσαρους ή ενδεχομέ­νως τους θύμιζε, ακόμη και οι πλάκες στα μνήματά τους, δεν μπόρεσε να ξεφύγει από την καταστροφή. Ακόμη και οι πολίτες οπαδοί του Τάγματος των Bektashi (Μπεκτασί της ισλαμικής σέκτας των Γενίτσαρων) έγιναν στόχος του μένους του σουλτάνου, ενώ οι τεκέδες τους (ισλαμικά μοναστήρια) δημεύτηκαν και παραχωρήθηκαν σε άλ­λες κοινότητες ορθόδοξων σουνιτών ισλαμιστών. Ο Μαχμούτ κατάφερε αυτό που οι προκάτοχοί του ούτε είχαν τολμήσει ούτε ήταν ικανοί να κάνουν. Εί­χε φτάσει το τέλος μιας εποχής.

Η ημερομηνία αυτή αποτελεί το σημείο κορύφω­σης ενός σταδιακά συσσωρευόμενου μίσους εναντίον των Γενίτσαρων, το οποίο είχαν προκαλέσει οι ίδιοι με τις ανομίες τους, με τη δυσφορία που έ­δειχναν για τις νέες μεθόδους εκπαίδευσης, για το νέο εξοπλισμό, για τις βελτιώσεις στην τακτική της τέχνης του πολέμου της εποχής, με την απεί­θαρχη και μάλλον αλαζονική στάση τους απέναντι στη βασιλική οικογένεια και τους απλούς πολίτες.

Είχαν αποκτήσει τη συνήθεια να προκαλούν συχνά ταραχές για διάφορες αιτίες, απαιτώντας την εκτέλεση όσων θεωρούσαν υπαίτιους για παράπονα εναντίον τους (ακόμη και οι ίδιοι οι σουλτάνοι δεν αποτελούσαν εξαίρεση), και στις περισσότερες περιπτώσεις πετύχαιναν το στόχο τους εξαιτίας της έλ­λειψης μιας αντίρροπης δύναμης που θα μπορού­σε να τους σταματήσει. Κάθε επιτυχία διόγκωνε την αυτοπεποίθηση και την αλαζονεία τους εις βάρος του κύρους του σουλτάνου.

Ο στρατός των Γενίτσαρων, η πειθαρχημένη πο­λεμική τάξη της βασιλικής φρουράς είχε εξελι­χθεί σε ένα ημιστρατιωτικό παράκεντρο εξουσίας, που επικεντρωνόταν σε ενδοχώριους πολιτικούς και οικονομικούς αγώνες, εξυπηρετώντας κυρίως τα δικά του συμφέροντα και όχι απαραίτητα εκείνα του σουλτάνου. Τα πράγματα όμως δεν ήταν ανέκαθεν έτσι.

Υπήρξε μια εποχή που αυτοί οι χριστιανικής καταγωγής νέοι άνδρες αποτελούσαν τον πυρήνα του οθωμανικού στρατιωτικού μηχανισμού και ήταν η δύναμη που έκρινε τον αγώνα στο πεδίο της μάχης. Αυτοί υπήρξαν ο καθοριστικός παράγοντας της επιτυχίας του οθωμανικού futuhat (φουτουχάτ) – επέκταση μέσω κατακτητικής πολιτικής – και το καθοριστικό σημείο της επιτυχίας τους ήταν η οργανωτική δομή των ταγμάτων τους [Ocak (Οτζάκ) ] στο σύνολό της, την οποία και θα εξετάσουμε με αυτό το δοκίμιο.

 

Η ίδρυση

 

Ο οθωμανικός στρατός στο αρχικό του στάδιο αποτελούνταν κατά κύριο λόγο από ιππείς που προέρχονταν από τοπικές φυλές υποτελείς στο σουλτάνο. Καθώς το σουλτανάτο επεκτεινόταν, οι άρχοντες αυτών των φυλών διορίστηκαν ως «αφέντες των συνόρων» (uc beyi (ούτς μπέη) για να προστατεύουν και, όταν αυτό ήταν δυνατό, να διευρύνουν την οθωμανική επικράτεια. Τους είχε παραχωρηθεί το δικαίωμα να δρουν αυτόνομα, αρκεί να παρέμεναν αφοσιωμένοι στην κεντρική εξουσία του σουλτάνου. Για να εξασφαλίσει αυτή την αφοσίωση, ο Ορχάν (γιος του Οσμάν) ήταν ο πρώτος που ένιωσε την α­νάγκη ύπαρξης μιας κεντρικής δύναμης η οποία θα επέβαλλε την ισορροπία ανάμεσα στις φυλές. Έτσι, ήδη από το 1338, ο Ορχάν είχε καθιερώσει τα δυο είδη μόνιμων στρατευμάτων: το πεζικό [Yaya (Γιαγιά)] και το ιππικό [Müsellem (Μουσελέμ)].

Ο Σουλτάνος Μουράτ Α΄, ιδρυτής των Γενιτσάρων.

Το 1362 ο Μουράτ Α’ επέβαλε το «Νόμο του Ενός Πέμπτου» [Penchik Kanunu (Πεντζχίκ Κανουνού)], εισάγοντας ένα νέο φορολογικό σύστημα, το οποίο του έδινε το δικαίωμα να αποσπά για λογαριασμό του τον ένα στους πέντε αιχμαλώτους που έφταναν από τις εκστρατείες. Σύντομα αυτός ο νό­μος έγινε η κύρια πηγή στρατολόγησης.

Ο Οθωμανός χρονικογράφος Asikpasazade (Ασίκ Πασάζαντε) μας το μεταφέρει ως εξής:

 «Μια μέρα ένας danishmend [ντανισμέντ (γνώστης, ειδικευμένος σπουδαστής σε ανώτερο εκπαιδευτήριο] με το όνομα Kara Rüstem [(Καρά Ρουστέμ) Rustem ο Μαύρος] που έφτασε από την επαρχία Karaman [(Καραμάν) περιοχή της κεντρικής Ανατολίας της σύγχρονης Τουρκίας] ήρθε και εί­πε… αυτοί οι αιχμάλωτοι που τους φέρνουν οι gazis [(γαζί) οι ιεροί πολεμιστές] από τους gazas [(γκαζάς) τους ιερούς πολέμους], κατ’ εντολήν του θεού ο ένας από τους πέντε ανήκει στο σουλ­τάνο. Γιατί δεν τον παίρνεις;…Ο σουλτάνος Μουράτ είπε ότι είναι εντολή του θεού να τους πά­ρεις… Ύστερα ο Kara Rüstem άρχισε να μένει στην Καλλίπολη και να δέχεται τον έναν στους πέντε αιχμαλώτους… ύστερα τους έστειλαν στους Τούρκους στην Ανατολία. Οι Τούρκοι τους χρη­σιμοποιούσαν στα χωράφια μέχρι να μάθουν τουρκικά. Ύστερα τους έφερναν στο Kapu [(Καπού) τη βασιλική πύλη: το παλάτι]. Εκεί φορού­σαν Ak Bork [(Ακ Μπερκ) άσπρο τσόχινο καπέ­λο] και ονομάζονταν Yeniceri [(Γενίτσερι) Νέοι Στρατιώτες]».

Μετά την ήττα του Βαγιαζήτ από τα στρατεύματα του Ταμερλάνου στη μάχη της Άγκυρας το 1402, απειλήθηκε η ίδια η ύπαρξη του Οθωμανικού Σουλ­τανάτου. Ήταν μια περίοδος σύγχυσης και ανατα­ραχών. Οι κατακτήσεις είχαν σταματήσει καθιστώ­ντας δύσκολη τη στρατολόγηση αιχμαλώτων. Προ­κειμένου, λοιπόν, να εξασφαλιστεί ο συνεχής εφοδιασμός του στρατού με άντρες καθ’ όλη τη διάρκεια της επεκτατικής περιόδου, υιοθετήθηκε ένα νέο σύστημα, το Devsirme (Ντεβσιρμέ). Το σύστημα Devsirme βασίστηκε στην επιλογή νέων, υγιών ανδρών ανάμεσα στους γιους των χριστιανών πολι­τών της αυτοκρατορίας, που προέρχονταν κυρίως α­πό την Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βοσνία, και αρ­γότερα τη Σερβία και την Ουγγαρία.

Ο Yeniceri Agasi [(Γενίτσαρι Αγασί) γενι­κός διοικητής των Γενίτσαρων] ήταν προ­σωπικά υπεύθυνος για την επιλογή, τη μετακίνηση, την ασφάλεια, τη διανομή και τη στρατολόγηση των Acemis [(Ατζεμίς) νεοσύλλεκτων] στο σύνολό τους. Στη συνέχεια, έστελναν τα αγόρια να ζήσουν για 5-7 χρόνια με τους Τούρκους αγρότες στην Ανατολία [η ίδια μέ­θοδος με το Pengik (Πεντσίκ)] για να μάθουν την τουρκική γλώσσα, τα έθιμα και το Ισλάμ. Τότε τους διέταζαν να επιστρέψουν και έμπαιναν στο Acemi Ocagi [(Ατζεμί Οτζαγί) στο Τάγμα των Νεοσύλλε­κτων] όπου περίμεναν τη σειρά τους για να γίνουν δεκτοί στο Yeniceri Ocagi [(Γενίτσερι Οτζαγί) τάγμα των Γενίτσαρων], γεγονός που συνέβαινε μόνο όταν ένας παλαιός Γενίτσαρος πέθαινε ή α­ποστρατευόταν.

 

Η οργάνωση

 

To Yeniceri Ocagi ή Yaya Beyler [(Γιαγιά Μπεϊλέρ) επικεφαλής του πεζικού] αποτελούνταν αρχικά από 1.000 άτομα, οργανωμένα σε 10 λόχους, ο καθένας από τους οποίους περιελάμβανε 100 Γε­νίτσαρους. Κάθε λόχος, με επικεφαλής έναν Yayabasi [(γιαγιαμπσί) αρχηγός πεζικού), επιτε­λούσε μια συγκεκριμένη λειτουργία, και ονομαζό­ταν «Orta» (Ορτά) ή «Cemaat» (Τζεμαάτ).

Ο αριθμός των ορτάδων αυξήθηκε ραγδαία κατά το 15ο αιώνα και μετά την ενσωμάτωση του Sekban Bölükleri [(Σεκμπάν Μπελουκλερί) άλλη οργά­νωση με 34 bölük (μπελούκ=λόχους πεζικού) και 1 ιππικού] και τη δημιουργία του Aga Bölükleri [(Αγά Μπελουκλερί) 61 bölük (=λόχοι)] στα τέλη του αιώνα, το Σώμα έφτασε στο απόγειο της δύνα­μής του.

 

Γενίτσαρος. Εθνική Βιβλιοθήκη, Παρίσι.

 

Υπήρχαν 100 τακτικοί ορτάδες (με 100 ά­τομα ο καθένας), 1 Sekban Bölükleri Ortasi [(Σεκμπάν Μπελουκλερί Ορτασί) 35 λόχοι με 50 ά­τομα ο καθένας], και το Aga Bölükleri Ortasi [(Αγά Μπελουκλερί Ορταοί) 61 λόχοι με 50 άτομα ο καθένας], φτάνοντας συνολικά τους 14.800 άνδρες. Στις περισσότερες περιπτώσεις, βέβαια, λόγω της πληθώρας των καθηκόντων που επωμίζονταν τα μέλη των ορτάδων, δεν ήταν δυνατό να διατηρείται ένας προκαθορισμένος αριθμός ατόμων μέσα σε αυ­τές, αυτός πάντως ήταν ο γενικός κανόνας.

Ο ίδιος ο σουλτάνος είχε καταταγεί ως το πρώτο μέλος του πρώτου ορτά και εφ’ όσον η διανομή του τριμηνιαίου μισθού γινόταν στο παλάτι, συνήθιζε να πηγαίνει στο αρχηγείο των Γενίτσαρων για να παίρνει ο ίδιος το μισθό του, ως μια συμβολική πράξη που έδειχνε το μέγεθος του κύρους που εί­χαν αποκτήσει οι Γενίτσαροι.

Τα πρώτα χρόνια, άλλωστε, οι σουλτάνοι ήταν αυτοί που ηγούνταν και είχαν το γενικό πρόσταγμα του στρατού, μια συνή­θεια που σταδιακά εγκατέλειψαν προς τα τέλη του 16ου αιώνα. Στους Γενίτσαρους δεν επιτρεπόταν να παντρευ­τούν και συνήθως ζούσαν μια μάλλον μοναστική ζωή, ακριβώς όπως οι δερβίσηδες του τάγματος Bektashi.

Στην πραγματικότητα υπήρχε ένας συ­γκεκριμένος ορτάς (ο 99ος) με την ονομασία «Hukesanlar Ortasi» (Χουκεσανλάρ Ορταοί) τον οποίο απάρτιζαν δερβίσηδες Bektashi. Οι Bektashi λειτουργούσαν επίσης τεκέδες (θρησκευ­τικά σχολεία) όπως το Okgular Tekkesi [(Οκτσουλάρ Τεκεσί) σχολή τοξοβολίας] ή το Pehlivanlar Tekkesi [(Πεχλιβανλάρ Τεκεσί) σχολή πάλης] για την εκπαίδευση των Γενίτσαρων. Σε περιόδους ει­ρήνης η κύρια ασχολία τους ήταν η προπόνηση, ε­νώ επίσης συνόδευαν το σουλτάνο στο κυνήγι.

Υπήρχε ένας ισχυρός δεσμός μεταξύ των Γενί­τσαρων, ένα αίσθημα «αδερφοσύνης», ένας βαθύς κώδικας ιπποσύνης στον οποίο συμμετείχε κάθε έ­νας από τους Γενίτσαρους. Αποκαλούνταν μεταξύ τους «Yoldas» [(γιολντάς) σύντροφοι στα όπλα]. Είχαν σχεδιάσει με τατουάζ στο σώμα τους το σύμ­βολο του λόχου τους και υπήρχαν φορές που η α­φοσίωση στο λόχο τους αποδεικνυόταν ισχυρότερη από την αφοσίωσή τους στο σουλτάνο. Είχαν ένα κοινό ταμείο στο οποίο τακτικά έδιναν χρήματα με σκοπό την υποστήριξη των τραυματισμένων ή από­στρατων συντρόφων τους.

 

Προαγωγές

 

Γενίτσαροι σε γερμανική λιθογραφία του 19ου αιώνα μ.Χ.

Οι ανώτατοι διοικητές των Yenigeri Ocagi ιε­ραρχικά ήταν οι εξής: Yeniceri Agasi [(Γενίτσαρι Αγασί) επιτελάρχης], Sekbanbasi [(Σεκμπανμπασί) διοικητής 35 λόχων Sekban], Kethuda Bey [(Κετχουντά Μπέη) διοικητής του πρώτου λόχου Aga], Zagarcibasi [(Ζαγιαρτζουσού) επικεφαλής του 64ου λόχου με τα κυνηγόσκυλα], Seksoncubasi [(Σεκοοντζουμπασί) επικεφαλής του 71ου λό­χου], Turnacibasi [(Τουρνατζουμπασί) επικεφα­λής του 6ου λόχου με τα γεράκια], 4 Haseki [(Χασέκι) διοικητές των 14ου, 49ου, 66ου, 67ου λόχων], και Bascavus [(Μπαστσαβούς) αρχιλοχίας].

Tο σύστημα ήταν υπερβολικά ευαίσθητο σε θέματα προαγωγών και ποινών. Οι Τσαούσηδες ήταν επιφορτισμένοι με τις προα­γωγές κατά τη διάρκεια της μάχης. Η δου­λειά τους ήταν να παρακολουθούν από κοντά τη μάχη και να αναφέρουν τα ατομικά κα­τορθώματα των Γενίτσαρων απ’ ευθείας στο σουλ­τάνο. Η προαγωγή (που μεταφραζόταν, τις περισ­σότερες φορές, στην απονομή κάποιου τίτλου και στην παραχώρηση μιας μεγάλης έκτασης γης με υψηλά έσοδα) γινόταν αμέσως, χωρίς καμιά κα­θυστέρηση. Με παρόμοιο τρόπο επιτηρούνταν για κάθε εί­δους εγκληματικές πράξεις και οι ποινές εκτελού­νταν άμεσα και μυστικά, πάντα μέσα στο πλαίσιο του τάγματος.

Ήταν λοιπόν δυνατό για ένα νεαρό α­γόρι που ζούσε σε ένα μικρό χωριό των Βαλκανίων, να επιλεγεί, να γίνει Acemi, ένας Γενίτσαρος, και μια μέρα να γίνει Sadrazam [(Σανταζάμ) πρωθυπουργός], ανάλογα με τις ικανότητές του. Είχε τη δυνατότητα να αναρριχηθεί χρησιμοποιώντας τη σκάλα της κοινωνικής κινητικότητας, με την προϋ­πόθεση ότι εξυπηρετούσε πάντα τα συμφέροντα του σουλτάνου.

 

Επίλογος

 

Otto Magnus von Stackelberg. Γενίτσαρος από τα Γιάννενα.

Ακριβώς την εποχή της κορύφωσης της αίγλης των Γενίτσαρων, εμφανίστηκε η πρώτη ένδειξη ό­τι οι «χρυσές» μέρες είχαν περάσει. Ο Μουράτ Γ’, ικανοποιημένος από την παράσταση που έδωσαν κάποιοι καλλιτέχνες κατά την τελετή περιτομής του γιου του, τους ρώτησε τι επιθυμούσαν ως δώ­ρο. Εκείνοι ζήτησαν να τους παραχωρηθεί το δι­καίωμα να γίνουν Γενίτσαροι και έτσι για πρώτη φορά στην ιστορία ένας μη devsirme έγινε απ’ ευθείας δεκτός στο Acemi Ocagi. Ο επιτελάρχης των Γενίτσαρων Φερχάτ αγάς, που είχε εναντιω­θεί σε αυτή την απόφαση, αντικαταστάθηκε άμε­σα από τον εκτελεστή της συγκεκριμένης σουλτα­νικής εντολής.

Η αλλαγή του νόμου των Devsirme (η δυνατό­τητα στρατολόγησης αποκλειστικά αγοριών που εί­χαν γεννηθεί χριστιανοί) είχε σιωπηρά πυροδοτή­σει μια σειρά ανάλογων γεγονότων, τα οποία τελικά θα οδηγούσαν στον αφανισμό ενός οργανισμού που κάποτε προκαλούσε το σεβασμό και το φόβο.

Το Τάγμα των Γενίτσαρων αντιπροσωπεύει μια ολό­κληρη εποχή της οθωμανικής ιστορίας. Η ίδρυση και η ακμή του συμπίπτουν με την ά­νοδο των Οθωμανών. Και όπως συμβαίνει με όλα τα κοινωνικά φαινόμενα, ο σπόρος της πτώσης βρι­σκόταν κρυμμένος στο ψηλότερο σημείο της ανό­δου, θα μπορούσε ακόμη και να ξαναγράψει κά­ποιος την ιστορία της παρακμής της αυτοκρατορίας, τοποθετώντας τους Γενίτσαρους στον άξονα του ο­θωμανικού συστήματος, γιατί στην ουσία ήταν αυτό ακριβώς που αποκαλούσαν kalb (καλμπ) -η καρδιά του στρατού στο πεδίο της μάχης.

Η ιστορία των Γενίτσαρων, των χριστιανών από τα χωριά της περι­φέρειας της αυτοκρατορίας που δεν είχαν αριστο­κρατική καταγωγή αλλά γίνονταν οι ιππότες της ι­σχυρότερης πολεμικής μηχανής του καιρού τους, αξίζει να ερευνηθεί σε βάθος. Αξίζει την προσοχή των ακαδημαϊκών.

 

Erdal Kϋcϋkyalcin

Φοιτητής μεταπτυχιακού προγράμματος

Οθωμανικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Βοσπόρου

(Bogazici University)

μετάφραση: Χρήστος Σταθάτος

 

Βιβλιογραφία


 

  • Uzunçarsili, Ismail Hakkı, Osmanlı Devlet  Teşkilatından Kapıkulu Ocakları  Vol.I-II (Ankara, Türk Tarih Kurumu, 1988).
  • Goodwin Godfrey, Janissaries  (London, Saqi Books, 1997).
  • Kafadar Cemal, Istanbul Ansiklopedisi,Yenineri  Maddesi  (Istanbul, Tarih Vakfi Publications).
  • Nicolle David, The Janissaries  (London, Osprey Military, 1995).
  • Murphey Rhoads, Ottoman Warfare 1500-1700 (London, UCL Press, 1999).
  • Asikpaşazade, Osmanogulları ‘nm Tarihi  (Istanbul, Koç Kültür Sanat, 2003).
  • Ricaut, Türklerin Siyasi Düsturları, (Istanbul, AD Yayıncılık, 1996).
  • Birge John Kingsley, Bektaşilik Tarihi  (Istanbul, Ant Yayıncılık, 1991).
  • Beydilli Kemal, Bir Yeniçerinin Hatıratı  (Istanbul, Tatav Yayınları, 2003).
  • Yücel Unsal, Türk Okçuluğu (Ankara, Atatürk Kültür Merkezi Yayınları, 1999).
  • Koca Şevki, Ondeng Songung Gürgele, Yeniçeri Ocağı ve Devşirmeler (Istanbul, Nazenin, 2000).

 

Πηγή


  •  Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Οθωμανική Αυτοκρατορία», τεύχος 285, 12 Μαΐου     2005.

Read Full Post »

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή». Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά, Μπερμάντι, (Αργολίδα, 1922 – 1959)


 

Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών

Το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών είναι ένα ιδιωτικό ίδρυμα με έδρα τη Στοκχόλμη που χρηματοδοτείται από το Υπουργείο Παιδείας της Σουηδίας. Στεγάζεται από το 1976 σε ένα διατηρητέο νεοκλασικό κτίριο στην νότια πλαγιά της Ακρόπολης στην περιοχή Μακρυγιάννη. Ιδρύθηκε το 1948 ως αποτέλεσμα των εκτεταμένων ανασκαφών που πραγματοποίησαν Σουηδοί ερευνητές στην Ελλάδα από το 1922 έως το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Μέχρι το 1948 αιτήσεις για τις άδειες των Σουηδών αρχαιολόγων γίνονταν μέσω άλλων ξένων σχολών στην Ελλάδα. Από τότε και μέχρι σήμερα έχει αναπτύξει ένα σημαντικό αρχείο της εργασίας υπαίθριου (ανασκαφή και έρευνα) στην Κρήτη, καθώς και αρχαιολογικά προγράμματα που περιλαμβάνουν ανασκαφές στην Αφίδνα (Αττική), Ασίνη, Μιδέα, Δενδρά και Μπερμάντι (Αργολίδα), Χανιά, Μάλθι (Μεσσηνία), Παράδεισος (Δυτική Θράκη), Ασέα (Αρκαδία) και Καλαυρεία (Πόρος).

 

Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή

 

Το πρώτο ευρύ σουηδικό ανασκαφικό πρόγραμμα στην Ελλάδα έλαβε χώρα στη δεκαετία του 1920 στην αρχαία Ασίνη, σημερινό Καστράκι, που βρίσκεται στην Αργολίδα, κοντά στο Τολό, νοτιοανατολικά του Ναυπλίου. Σύντομα ακολούθησαν και άλλα προγράμματα στην ίδια περιοχή, στα Δενδρά / Μιδέα και στο Μπερμπάτι (σημερινή Πρόσυμνα).

 

Το λιμάνι της Αρχαίας Ασίνης. Διακρίνεται το Τολό δεξιά και η νησίδα Ρόμβη αριστερά. Άφιξη των εφοδίων για τις ανασκαφές. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Κύριος ανασκαφεύς σε όλες τις τοποθεσίες πριν τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ο Axel W. Persson. Τα επιστημονικά αποτελέσματα δημοσιεύτηκαν σε πολλά βιβλία και άρθρα και ο Persson έγραψε επίσης εκλαϊκευμένα έργα, τόσο για την Ασίνη όσο και για τα Δενδρά. Τα τελευ­ταία είναι γραμμένα στη σουηδική γλώσσα και δεν είναι ευπρόσιτα. Τόσο στις επιστημονικές εκδόσεις, όσο και στις εκλαϊκευμένες, γίνονται συχνά εμφανή και όσα συνέβαιναν πέρα από τις ανασκαφές. Στα ημερολόγια αναφέρεται πόσοι εργάτες είχαν απασχοληθεί και στα φωτογραφικά αρχεία έχουν αποτυπωθεί την ώρα της δουλειάς αλλά μερικές φορές και σε άλλες καταστάσεις.

 

Ασίνη. Άνδρες και αγόρια στον προμαχώνα της ανατολικής πλευράς του κυκλικού οχυρώματος της ακροπόλεως. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Εκείνη την εποχή μια ανασκαφή απασχολούσε γενικώς όλο το χωριό. Άνδρες, γυναίκες και έφηβοι έπαιρναν μέρος στις δραστηριό­τητες γύρω από το πρόγραμμα. Η αναλογία εργατών και αρχαιολόγων ήταν διαφορετική από σήμερα. Οι πρώτοι ήταν πάντα περισσότεροι. Με εξαίρεση την άνοιξη του 1922, όλοι οι εργάτες στο πρόγραμμα της Ασίνης ήταν από την περιοχή. Στο βιβλίο του Asine. De svenska utgràvningarna (Ασίνη, οι σουηδικές ανασκαφές), Ουψάλα 1931, ο Axel W. Persson αναφέρει ότι την άνοιξη του 1922 προσελήφθησαν πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, Αρμένιοι, Άραβες και λίγοι Έλληνες, οι οποίοι μιλούσαν όλοι τουρκικά και ο Χρίστος ήταν ο μοναδικός που γνώριζε ελληνικά.

Στην Ασίνη ο αριθμός των εργατών ποίκιλε από είκοσι ως τριάντα κατά την άνοιξη του 1922 και από τριάντα ως σαράντα στο τέλος του ίδιου χρόνου. Το 1924 απασχολήθηκαν δεκαπέντε με είκοσι εργάτες, το 1926 από είκοσι ως πενήντα και το 1930 μόνο πέντε ως δέκα. Οι αριθμοί βεβαίως αντανακλούν την έκταση των εργασιών κατά τα αντίστοιχα χρόνια. Συγκριτικά ο αριθμός των αρχαιολόγων και των βοηθών τους ποτέ δεν έφτασε τους δεκαπέντε και κάποιοι από αυτούς έρχονταν για μικρό χρονικό διάστημα.

 

Ασίνη. Εργασίες δίπλα στα οχυρώματα έγιναν το 1922 και το 1926. Οι άνδρες έσκαβαν και έκαναν μεταφορές με τις χειράμαξες, ενώ οι γυναίκες φτυάριζαν χώμα. Το καλοχτισμένο τείχος αριστερά υποστηρίζει τις σκάλες που ανεβαίνουν στην ακρόπολη από την ανατολική πλευρά. Ίσως το 1926 (Αρχείο Ασίνης).

 

Ο Persson μας πληροφορεί επίσης ότι στις ανασκαφές του θολω­τού τάφου στα Δενδρά το 1926 είχαν απασχοληθεί δέκα άνδρες στην ανασκαφή και αργότερα μερικά κορίτσια για το κοσκίνισμα. Υπήρχε σαφής διαχωρισμός των εργασιών, πράγμα που φαίνεται καθαρά στις φωτογραφίες από την Ασίνη. Οι άνδρες χρησιμοποιούσαν αξίνα, οι γυναίκες και οι έφηβοι φτυάρι και τα κορίτσια κοσκίνιζαν. Το πλύσιμο των οστράκων το είχαν αναλάβει οι γυναίκες, οι έφηβοι και, στο Μπερμπάτι, ακόμα και τα παιδιά.

 

Μπερμπάτι. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου και ο Axel Persson στην Παναγία. 1937 (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Οι φωτογραφίες δείχνουν τις γυναίκες από την Ασίνη να εργάζονται μαζί με τους άνδρες στη γη, ενώ στα Δενδρά/Μιδέα και στο Μπερμπάτι φαίνεται πως δεν συνέβαινε το ίδιο. Δεν γνωρίζουμε το γιατί, αλλά μπορούμε να υποθέσουμε πως οι αγρό­τες από τα Δενδρά/Μιδέα και το Μπερμπάτι ήταν σε καλύτερη οικο­νομική κατάσταση απ’ ότι οι ψαράδες στο Τολό. Το εισόδημα από τις ανασκαφές μπορεί να ήταν καλοδεχούμενο στην οικογένεια, αλλά στην Ασίνη ίσως περισσότερο απ’ ότι στα άλλα χωριά. Ο Ορέστης από τις Μυκήνες εργάστηκε στα Δενδρά ως μάγειρας για την ομάδα. Είχε ζητήσει να εργαστεί, καθώς ήταν αυτός που, ως οδηγός, είχε συνοδέψει την αμερικανίδα αρχαιολόγο Dorothy Burr στην ανακάλυψη του θολωτού τάφου. Ο Ορέστης, που πήρε μέρος επίσης στις ανασκαφές στο Μπερμπάτι, ήταν γιος του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης» στις Μυκήνες, ταβέρνα γνωστή για την εξαίρετη κουζίνα της.

 

Δενδρά. Οι αρχαιολόγοι (από αριστερά Erik Knudtzon, Νικόλαος Μπέρτος – έφορος της Αργολίδας – Axel W. Persson και Lie Lindback) λούζουν τα μαλλιά τους στο χωριό, υπό την επιτήρηση του νεαρού Ορέστη από τις Μυκήνες, γιου του ιδιοκτήτη της «Ωραίας Ελένης». (The Persson Papers, Βιβλιοθήκη του πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Για τα έτη 1936 και 1937 δεν υπάρχουν πληροφορίες για το εργα­τικό δυναμικό. Από την άλλη μεριά, ο κατάλογος του 1938 είναι μακρύς: Αντώνης Κρεμμύδας, Γιάννης Αλωνιστιώτης, Γεώργιος Πανούσης, Παναγιώτης Χρόνης, Παναγιώτης Κουτσούρης, Παναγιώτης Κρεμμύδας, Γιώργης Παπαϊωάννου, Ευθύμιος Αλωνιστιώτης, Δημήτριος Τέντζερης, Νικόλαος Κλώπας, Ιωάννης Αλωνιστιώτης, Μπάρμπας Γιώργος, Δημήτριος Τρίκκας, Δημήτριος Κοσμόπουλος, Κωνσταντίνα και Κώστας. Η Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου ήταν η μοναδική γυναίκα, και από τις φωτογραφίες φαίνεται πως μαγείρευε για την ομάδα.

 

Μπερμπάτι. Ο ναός της Παναγίας από τα βορειοδυτικά. (Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Ο Κώστας ήταν ο Κωνσταντίνος Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες. Πρόκειται αναμφίβολα για τον ίδιο Κώστα που ήταν προϊστάμενος το 1953, αλλά δεν αναφέ­ρεται στον κατάλογο αυτού του έτους που ακολουθεί. Όταν συγκρί­νουμε αυτόν τον κατάλογο με εκείνον του 1953, είναι φανερό πως τα πρόσωπα που αναφέρονται δεν προέρχονται όλα από το Μπερμπάτι, αλλά και από τις Μυκήνες.

Ο κατάλογος του 1953 περιλαμβάνει τους Αθανάσιο Κολιζέρα, Ευάγγελο Κολιζέρα, Δημήτριο Τέντζερη, Γιάννη Αλωνιστιώτη, Γιάννη Χριστόπουλο, Παναγιώτη Κολιζέρα, Νικόλαο Χριστόπουλο από τις Μυκήνες και τους Δημήτρη Γκότση, Νικόλαο Κλώπα, Αναστάσιο Κλώπα, Μιλτιάδη Μπελεσιώτη και Σπύρο Δήμα από το Μπερμπάτι, αν και οι Μπερμπατιώτες δεν εργάστηκαν τόσες μέρες, όσες οι Μυκηναίοι. Αυτή τη χρονιά εμφανίζεται ξανά το όνομα Κωνσταντίνα και υποθέτω πως πρόκειται για την ίδια Κωνσταντίνα Μπελεσιώτη του Γεωργίου που εργαζόταν στις ανασκαφές από το 1938. Πληρωνόταν με 20.000 δραχμές την ημέρα το 1953, όταν οι άνδρες έπαιρναν 30.000. Για το έτος 1959 δυστυχώς έχουμε μόνο τα μικρά ονόματα αυτών που εργάστηκαν στις ανασκαφές: Θάνος, Νίκος, Παναγιώτης, Τάκης, Γιώργος, Άγγελος κι ακόμη ένας Θάνος, του οποίου ο πατέρας είχε πεθάνει. Μερικοί απ’ αυτούς τους άνδρες έχουν ταυτιστεί με κάποι­ους από τον κατάλογο των ανασκαφών του 1953.

 

Ασίνη. Όλοι έβαλαν τα καλά τους για την ομαδική φωτογραφία. Αριστερά ο κύριος Νικόλας Γριμάνης, που ήταν φύλακας στο Μουσείο του Ναυπλίου και εργάστηκε ως προϊστάμενος των εργατών σε όλες τις ανασκαφικές περιόδους. 1922 (Αρχείο Ασίνης).

 

Στα Δενδρά και στο Μπερμπάτι οι ανασκαφές γινόταν τον Ιούνιο και τον Ιούλιο, ενώ στην Ασίνη άρχιζαν γενικώς τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο και μερικές φορές κρατούσαν ως το τέλος Ιουνίου (1924) και μια φορά, το 1926, ως τις 10 Ιουλίου. Η ανασκαφική περίοδος το 1924 διήρκεσε δυόμισι μήνες και το 1926 τρεις. Στην Ασίνη έγιναν ανασκαφές και το φθινόπωρο του 1922. Η διαφορετική χρονική έκτα­ση κάθε ανασκαφικής περιόδου εξηγεί ίσως τον μεγαλύτερο ή μικρό­τερο αριθμό εργατών που χρησιμοποιήθηκαν.

Στα τέλη του 1922, συμμετείχε στις ανασκαφές και ο  Βασιλιάς Γουσταύος VI Αδόλφος, ένθερμος ερασιτέχνης αρχαιολόγος. Ήταν τότε Διάδοχος της Σουηδίας και το ενδιαφέρον του για την αρχαιολογία τον έκανε να πάρει την πρωτοβουλία για τις ανασκαφές στην Ασίνη και τον ώθησε να γίνει ένας από τους ιδρυτές του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών. Εδώ πρέπει να προσθέσω ότι ο Διάδοχος πήρε ενεργό μέρος σε όλα τα προγράμματα στην Αργολίδα.

 

Ασίνη (Καστράκι) 1922-1930

 

Η αρχαία Ασίνη προσδιορίζεται από ένα βραχώδες ακρωτήριο, που σήμερα ονομάζεται Καστράκι, κοντά στο Τολό. Μια ομάδα Γάλλων είχε αρχίσει τις έρευνες εδώ, όταν, το 1920, επισκέφθηκε το μέρος ο Διά­δοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος. Η ομορφιά του τοπίου τον προσέλκυσε.

 

Ασίνη. Οι αρχαιολόγοι γευμάτιζαν κοντά στο ναό της Παναγίας. Εδώ ο Διάδοχος Γουσταύος Αδόλφος. Συχνά το μεσημεριανό αποτελείτο από σαρδέλες και αβγά, όπως εδώ. 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Οι Γάλλοι εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους, όταν άκου­σαν πως ο Διάδοχος ενδιαφερόταν να ξεκινήσουν ανασκαφές από Σουηδούς. Συστάθηκε τότε στη Σουηδία μια επιτροπή με τον Διάδοχο πρόεδρό της. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922. Με δική του μάλιστα παρέμβαση εκδόθηκε το 1938 η μελέτη των Ο. Frödin και A.W. Persson, Asine. Results of the Swedish excavations 1922-1930.

Ο Frödin και ο Person ήταν οι διευθυντές των ανασκαφών. Ερεύνησαν όχι μόνο την Ακρόπολη και την ελαφρώς επικλινή βόρειο κλιτύ της, αλλά επίσης μέρος της νοτίου και της ανατολικής κλιτύος του λόφου Μπαρμπούνα, απέναντι. Ανακάλυψαν περισσότερο ή λιγό­τερο συνεχή ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώιμη εποχή του χαλκού ή την αρχή της τρίτης χιλιετηρίδας π.Χ. ως την ύστερη αρχαιό­τητα, σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ.

 

Ο Διάδοχος της Σουηδίας Γουσταύος Αδόλφος στις ανασκαφές μαζί με τους αρχαιολόγους. Ο Διάδοχος παρακολούθησε το πρόγραμμα των ανασκαφών από το 1922, που άρχισε, ως το 1930, που τελείωσε, και πήρε μέρος ο ίδιος για έξι εβδομάδες το φθινόπωρο του 1922.

 

Η Ασίνη δεν υπήρξε ποτέ πολύ σημα­ντική τοποθεσία στην Αργολίδα, έπαιξε όμως σπουδαίο ρόλο στην ιστορία ως ασφαλές και καλά προστατευμένο λιμάνι. Η στρατηγική της σπουδαιότητα μαρτυρείται από την τοποθεσία, όπου σήμερα διασώ­ζονται κυρίως τα ελληνιστικά οχυρώματα.

Στα οχυρώματα αυτά έγι­ναν προσθετικά έργα την περίοδο της τουρκοκρατίας και ξαναχρησιμο­ποιήθηκαν από τις ιταλικές κατοχικές δυνάμεις κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι ανασκαφές στην Ασίνη ξανάρχισαν στη δεκαετία του 1970 από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Πρόσφατα κυκλοφόρησε στα σουη­δικά και στα αγγλικά μια ευρεία μελέτη για την περιοχή του Carl Gustaf Styrenius, Asine. A Swedish excavation site in Greece (Medelhavsmuseet, Skrifter 22) Stockholm 1998, στην οποία περιλαμβάνεται και χρήσιμη βιβλιογραφία.

 

Δενδρά – Μιδέα

 

Ενώ εργαζόταν στην Ασίνη, στα 1926, ο Axel W. Persson προσεκλήθη να ανασκάψει τον θολωτό τάφο στα Δενδρά, στα ανατολικά του Αργολικού Κάμπου. Ο τάφος περιείχε εκπληκτικά ευρήματα, για παράδειγμα το χρυσό κύπελλο με το χταπόδι που σήμερα φυλάσσεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Ο Persson συνέχισε την έρευνα και σε άλλους θαλαμοειδείς τάφους το επόμενο έτος και ξανά το 1937 και το 1939. Κατά την τελευταία ανασκαφική περίοδο ενδιαφέρθηκε κυρίως για την ακρόπολη κοντά στη Μιδέα με τα καλοδιατηρημένα οχυρώματά της από τον 13ο αιώνα π.Χ.

 

Δενδρά. Κατά τη διάρκεια της ανασκαφής του θολωτού τάφου το 1926, οι αρχαιολόγοι κοιμόνταν στον δρόμο του τάφου κάθε βράδυ από το φόβο των αρχαιοκαπήλων. (The Person Papers, Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου της Ουψάλα).

 

Ο Persson ανακάλυψε πως ήδη στα μέσα της εποχής του χαλκού ή στο πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετηρίδας, η ακρόπολη είχε κατοικηθεί και ξανακατοικήθηκε κατά τη διάρκεια της ακμής του μυκηναϊκού πολιτισμού, τον 13ο και τον 14ο αιώνα π.Χ. Ο Axel W. Persson εξέδωσε τα αποτελέσματα των ερευ­νών του στους τόμους The royal tombs at Dendra near Midea, Lund 1931 και New tombs at Dendra near Midea, Lund 1942. Οι ανασκαφές στη Μιδέα συνεχίζονται με τη συνεργασία ελλή­νων αρχαιολόγων και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.

 

Μπερμπάτι 1935-1939, 1953 και 1959

 

Ουσιαστικά θεωρούμε ότι οι παλιές ανασκαφές στο Μπερμπάτι περι­λαμβάνουν και τις ανασκαφικές περιόδους της δεκαετίας του 1950, καθώς οι έρευνες της περιόδου 1935-1939 δεν ολοκληρώθηκαν εξ αιτίας του πολέμου. Οι εργασίες που έγιναν κατά τη μεταπολεμική περίοδο συμπληρώνουν αυτές που έγιναν πριν τον πόλεμο.

 

Μπερμπάτι. Ανασκαφή του εργαστηρίου αγγειοπλαστικής στην ανατολική κλιτύ του Μαστού. Τρεις από τους άνδρες έχουν αναγνωριστεί. Αριστερά ο Παναγιώτης Κρεμμύδας ο άνδρας με το μαντήλι στο κεφάλι είναι ο πατέρας του Αντώνιος Κρεμμύδας αριστερά του ο Γεώργιος Πανούσης (;). (Αρχείο Μερμπατιού).

 

Ο Axel W. Persson ξεκίνησε τις έρευνες στο Μπερμπάτι, ανασκάπτοντας πρώτα το θολωτό τάφο, το 1935, ο οποίος είναι γνωστός στην περιοχή ως – Ο Τάφος του Δασκάλου – στοχεύοντας μετά στο Μαστό, το λόφο από ασβεστόλιθο, αυτό το τόσο χαρακτηριστικό πέτρωμα στην δυτική πλευρά της κοιλάδας του Μπερμπατιού. Στο Μαστό υπάρχουν ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από την πρώι­μη νεολιθική εποχή, την έκτη χιλιετηρίδα π.Χ. Υπάρχει επίσης ένας μικρός οικισμός της πρώιμης εποχής του χαλκού, την τρίτη χιλιετηρίδα π.Χ., αλλά η δεύτερη χιλιετηρίδα έχει περισσότερο ενδιαφέρον για τον επιστημονικό κόσμο. Στο πρώτο μισό αυτής της χιλιετηρίδας υπάρχει σαφής μαρτυρία παραγωγής κεραμικών, που συνεχίζεται για περίπου εξακόσια χρόνια.

 

Ο Κώστας Ντάσσης (Μπακακάς) από τις Μυκήνες ήταν προϊστάμενος. Εδώ καθώς ανασκάπτει το εργαστήριο αγγειοπλαστικής. 1938 (φωτ. Βο Ηellman, Αρχείο Μπερμπάτι).

 

Μεταγενέστερες έρευνες έδειξαν ότι στην κοιλάδα υπήρχαν εργαστήρια κεραμικής καθ’ όλη την διάρκεια της ιστορίας της. Ο Persson δεν δημοσίευσε τίποτα ο ίδιος, αλλά οι συνεργάτες του, που ήταν υπεύθυνοι για τα διάφορα μέρη της ανασκαφής. Δεν χρειά­ζεται να αναφερθεί πως υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση εξ αιτίας του πολέμου.

 

Μουσείο Ναυπλίου. Η Σουηδική Αίθουσα στο μουσείο, πιθανόν κατά τα εγκαίνια μετά το 1930. Οι βιτρίνες αγοράστηκαν από την Επιτροπή για την Ασίνη. Στο βάθος της αίθουσας υπάρχει η σουηδική σημαία. Ο κύριος Νικόλαος Γριμάνης, η σύζυγός του και δυο από τα παιδιά τους ήταν παρόντες. Το αντικείμενο μπροστά στο δάπεδο προέρχεται από τον θαλαμοειδή τάφο στα Δενδρά και βρέθηκε το 1927. (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Τα ακόλουθα δημοσιεύματα πραγματεύονται το παλιό υλικό που ανευρέθη: Gοsta Saflund, Excavations at Berbati 1936-1937, Stockholm 1965. Πραγματεύεται τον οικισμό από την τρίτη χιλιετηρί­δα π.Χ. και τους θαλαμοειδείς τάφους που ανακαλύφθηκαν στις χαμηλότερες πλαγιές του Φυτεσούμι, βόρεια του Μαστού.

 

Ναύπλιο, ο δρόμος προς την πλατεία Συντάγματος με το Τριανόν, που τότε ήταν καφενείο. 28 Οκτωβρίου 1922 (© Βασιλικές Συλλογές).

 

Ο Erik J. Holmberg ανέσκαψε και δημοσίευσε έναν θαλαμοειδή τάφο δυτικά του ναού του Αγίου Γεωργίου, A Mycenaean champer tomb near Berbati in Argolis, Goteborg 1983. H Barbro Santillo Frizell δημοσίευσε «The Tholos tomb at Berbati» στο Opuscula Atheniensia 15, 1984. H μελέτη του Ake Akerstrom για την μυκηναϊκή εικονιστική κεραμική που παραγόταν στον Μαστό εκδόθηκε το 1987 στην εκδοτική σειρά του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών (Berbati. Vol. 2. The pictorial pottery.) Τα τελευταία δέκα χρόνια έχει γίνει επιφανειακή έρευνα στην κοιλάδα και οι ανασκαφές συνεχίζονται από το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών.

 

Αθήνα, Σεπτέμβρης 1998

Berit Wells

Σημείωμα του Berit Wells, στον κατάλογο της Έκθεσης, «Η ζωή γύρω από μια ανασκαφή», που πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου, από τις  24 Οκτωβρίου, έως τις  14 Νοεμβρίου 1998, στα πλαίσια των εορτασμών των 50 χρόνων από την ίδρυση του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών.   

Read Full Post »

Το νόμισμα στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο


 

Η ιστορία του νομίσματος

Το χρήμα χρησιμοποιείται σε όλες τις εποχές προς όλες τις κατευθύνσεις και για όλους τους σκοπούς. Η από­κτησή του υπήρξε εδώ και πολλούς αιώνες μία από τις κύριες επιδιώξεις των ανθρώπων. Τα νομίσματα αποτελούν μια βασική μονάδα μέτρησης του χρήματος. Τα νομίσματα άλλαξαν, μεταβλήθηκαν, προσαρμόστηκαν στις εκάστοτε αλλαγές που προκάλεσαν ή προκλήθηκαν από διαφορετικές αιτίες παρακολουθώντας κοινωνικές, οικονομικές και ιστορικές συνθήκες.

Τα πρώτα νομίσματα κατασκευάστηκαν στη Μ. Ασία από ήλεκτρο, κράμα χρυσού και αργύρου, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το πολύτιμο μέταλλο έδινε την αξία, το μικρό σχήμα το έκανε εύκολο στη μεταφορά, το σύμβολο της κάθε εκδί­δουσας αρχής, που προστέθηκε αργότερα, έδινε την εγγύηση για το βάρος και την αυθεντικότητά του.

Αργυρή δραχμή Άργους (370-350 π.χ.)

Οι ελληνικές πόλεις διέδωσαν την χρήση του νομίσματος από την Ισπανία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Χρησιμοποίησαν τα σύμβολά τους, ήρωες, θεούς, ζώα, φυτά κ.λπ., για να σηματοδοτήσουν τα νομίσματα. Έκοψαν νομίσματα κυρίως σε άρ­γυρο, καθώς αυτό ήταν το πολύτιμο μέταλλο στο οποίο είχαν ευκολότερη πρόσβαση. Στα τέλη του 5ου και κυρίως τον 4ο π.Χ. αιώνα κυκλοφόρησαν και χάλκινα νομίσματα για τις μικρές καθημερινές συναλλαγές.

Ο βασιλιάς Φίλιππος Β’ διέδωσε τη χρήση των χρυσών νομισμάτων, καθώς είχε πρόσβαση στα μεταλλεία χρυσού του Παγγαίου. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου Γ’ άρχισαν να απεικονίζονται ηγεμόνες και βασιλείς της κάθε περιοχής στα νομίσματα. Η παράσταση του ηγεμόνα αυτοκράτορα γίνεται το βασικό θέμα της εικονογραφίας στα ρωμαϊκά αυτοκρατορικά νομίσματα από τον 1ο π.Χ. έως τον 4ο μ.Χ. αιώνα.

Τα ρωμαϊκά νομίσματα διαδόθηκαν σε όλο το γνωστό κόσμο και κόπηκαν σε χρυσό, άργυρο και χαλκό. Στα βυζαντινά νομίσματα εκτός από τον αυτοκράτορα προστέθηκε και η απεικόνιση του θείου, ο Χριστός, το χέρι του Θεού, η Θεοτόκος, χριστιανικά σύμβολα, έγιναν παραστάσεις στην κύρια όψη του νομίσματος. Ένας Θεός και ένας αυτοκράτορας, η αντίληψη του βυζαντινού για τον κόσμο απεικονίστηκαν στα νο­μίσματα.

Ο βυζαντινός χρυσός σόλιδος επικράτησε από τον 4ο έως τον 11ο αιώνα στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και πολύ πέρα απ’ αυτήν. Στη Δυτική Ευρώπη, νομίσματα χρυσά ακολούθησαν τα πρότυπα των ρωμαϊκών και βυζαντινών νομισμάτων. Από το 13ο έως και το 15ο αιώνα, το βενετσιάνικο νόμισμα θα επικρατήσει σ’ αυτήν την περιοχή. Στην Ευρώπη, τα χρυσά φιορίνια της Φλωρεντίας θα αποτελέσουν τη βάση των εμπορικών συναλλαγών στη διάρκεια του 14ου αιώνα.

Από το 15ο αιώνα στο Νέο Κόσμο που διαμορφώνεται με τις ανακαλύψεις, τα νέα κοιτάσματα και την άνθηση του εμπορίου εκδίδονται αργυρά και αργότερα χρυσά μεγάλα νομίσματα τα οποία θα κατακλύσουν τον κόσμο. Ισπανικά και αργότερα αυστροουγγρικά τάληρα θα κατακτήσουν τις αγορές και οι άλλες περιφερειακές δυνάμεις θα αναγκαστούν να προσαρμοστούν στο σύστημα του ταλήρου.

Μετά τη γαλλική επανάσταση καθιερώθηκε πρώτα στη Γαλλία και στη συνέχεια σε μεγάλο μέρος του κόσμου το δεκαδικό σύστημα. Από το 19ο αιώνα διαδίδεται η χρήση των χαρτονομισμάτων. Σταματά η σχέση του νομίσματος με το πολύτιμο μέταλλο από το οποίο είναι κατασκευασμένο. Η κυκλοφορία των χαρτονομισμάτων ήταν μέχρι πρόσφατα εξαρτημένη από την επάρκεια χρυσού. Το τέλος αυτής της αντιστοιχίας σε πολύτιμο μέταλλο, είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η διεθνής οικονομία, και να σηματοδοτήσει την παγκόσμια κυριαρχία του άυλου χρήματος.

  

Πριν από το νόμισμα

 

Πριν από το νόμισμα, η ανταλλαγή προϊόντων, ο αντιπραγματισμός, υπήρξε η πιο διαδεδομένη πρακτική εξα­σφάλισης των βασικών αναγκών των ανθρώπων. Ο αντιπραγματισμός είναι πολύ παλιός και με κάποια έννοια, μερικά στοι­χεία του μοιάζουν να υπάρχουν και μέσα στη φύση, στα φυτά, έντομα και ζώα όπου ανταλλάσσονται υπηρεσίες και πόροι για την εξασφάλιση της επιβίωσης των ειδών και τη διατήρηση της ισορροπίας του περιβάλλοντος.

Οι συναλλαγές σε είδος διευκόλυναν τις πρώτες κοινωνίες των ανθρώπων στην επιβίωσή τους. Γεωργικά προϊόντα διατροφής, δέρματα, ζώα, κοχύλια ήταν τα αποδεκτά μέσα συναλλαγής. Το πιο πολύτιμο ήταν το πιο σπάνιο. Ανάλογα με την αφθονία, τη χρησιμότη­τα και το ρόλο του κάθε προϊόντος σε κάθε κοινωνία προσδιοριζόταν και η τιμή του. Με την εγκατάσταση του ανθρώπου σε μόνιμη κατοικία, η οικονομία έγινε γεωργοκτηνοτροφική. Ως μέσο συναλλαγής χρησιμο­ποιήθηκαν κυρίως τα ζώα. Στην Ιλιάδα τα χάλκινα όπλα του Διομή­δη αναφέρονται ως εννεάβοια (αξίζουν 9 βόδια) ενώ τα χρυσά του Γλαύκου εκατόμβοια.

Ο πλούσιος λεγόταν πολυβούτης (που διαθέ­τει πολλά βόδια), ο ακτήμων αβούτης. Ακόμα και σήμερα, αυτό απο­τυπώνεται σε πολλές γλώσσες του κόσμου. Λατινικά caput σημαίνει κεφαλή βοσκήματος και από κει προέρχεται η λέξη κεφάλαιο (capital) και καπιταλισμός. Pecus σημαίνει τα θρέμματα, τα βοσκήματα και από κει προέρχεται ο όρος pecunia (περιουσία, χρήματα).

Τον τρόπο αυτών των συναλλαγών που δεν μπορούμε να τον ανιχνεύ­σουμε με ασφάλεια στις προϊστορικές κοινωνίες, μπορούμε να τον παρακολουθηθούμε καλύτερα σε κοινωνίες νεώτερες όπως της Αφρικής, της Ωκεανίας κ.λπ. όπου μέχρι πρόσφατα ήταν σε χρήση.

Στις σύγχρονες κοινωνίες το φαινόμενο επανεμφανίζεται, όταν διαμορφώνονται ειδικές συνθήκες, όπως στη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου οι ανταλλαγές με τσιγάρα και λάδι. Επίσης παρουσιάζονται σε μικρή κλίμακα, ανταλλαγές αντικειμένων και αγαθών, μέσω των αγγελιών στις εφημερίδες και στο διαδίκτυο οι οποίες καθιστούν τη ζωή των πολιτών ευκολότερη.

Με την ανακάλυψη και τη διάδοση των μετάλλων, ένα νέο μέσο συναλλαγής προστέθηκε παράλληλα με τα ζώα. Η χρήση του μετάλλου στις εμπορικές συναλλαγές μαρτυρείται από τα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. στη Μεσοποταμία. Επιγραφές αναφέρουν νόμους, πληρωμές, συμβόλαια τα οποία πραγματοποιούνταν με βάση ζυγισμέ­νο άργυρο, μερικές φορές σε συνδυασμό με κριθάρι ή άλλα σιτηρά. Καθώς πρόκειται για τις πρώτες γραπτές πηγές που έχουμε, συνδέεται έτσι και η γραφή με την καταμέτρηση των αγαθών και των εμπο­ρικών συναλλαγών.

Με την πάροδο του χρόνου, το μέταλλο επικράτησε στις συναλλαγές και σε άλλες περιοχές. Στην Αίγυπτο, στο τέλος της 2ης χιλιετίας αναφέρονται μέταλλα ζυγισμένα με σταθερά σταθμά για τον υπολογι­σμό της αξίας μιας ομάδας προϊόντων. Και εδώ ήταν δυνατόν οι πληρωμές να υπολογιστούν σε χαλκό (1 ντέμπεν =91 γρ.) και να πραγμα­τοποιηθούν ή σε χαλκό ή σε συνδυασμό με άλλα προϊόντα.

Αν και η Αίγυπτος δε διέθετε άργυρο, ήταν δυνατόν να γίνουν αγορές και με πολύτιμα μέταλλα όπως χρυσό και άργυρο. Έχουν βρεθεί θησαυροί με ράβδους, δαχτυλίδια, σύρμα κ.λπ. από αυτά τα πολύτιμα μέταλλα.

Τα μέταλλα, άργυρος, χρυσός, αλλά και σίδηρος και χαλκός, χρησιμοποιήθηκαν σε κομμάτια ακατέργαστα, σε ράβδους, ορθογώνια σχήματα, με τη μορφή λεπτού σύρματος ή ακόμα και ολόκληρα μεταλλικά χρη­στικά αντικείμενα, όπως τρίποδες, λέβητες, πελέκεις: σκεύη – νομίσμα­τα όπως τα ονόμασε ο Γάλλος ιστορικός και νομισματολόγος Theodore Reinach.

Οι ιδιότητες του μετάλλου κάλυπταν βασικές αδυναμίες του προηγούμενου συστήματος ανταλλαγής προϊόντων. Τα μέταλλα ήταν ανθεκτικότερα, λιγότερο ογκώδη, διαιρούνταν σε κομμάτια μικρότερης αξίας, μεταφέρονταν πιο εύκολα και δεν φθείρονταν. Η αξία τους ήταν ανάλογη με το βάρος τους και υπολογιζόταν με το ζύγισμα.

 

Τάλαντα που βρέθηκαν στις Μυκήνες, χρησιμοποιήθηκαν κατά το 16ο - 14ο π. Χ.

 

Στον Ελλαδικό χώρο από τη 2η χιλιετία π.Χ. φαίνεται να χρησιμο­ποιούνται ως μέσο συναλλαγής τα τάλαντα, δηλαδή πλάκες μετάλ­λου που το σχήμα τους, για πολλούς μελετητές, αναπαράγει αυτό της τεντωμένης δοράς βοδιού και για άλλους ήταν πιο πρακτικό στη μετα­φορά. Τάλαντα έχουν βρεθεί σε διάφορες περιοχές της Μεσογειακής λεκάνης, στα νότια παράλια της Μ. Ασίας, στη Σαρδηνία, στην Κύπρο, στις Μυκήνες, στην Κύμη, στην Κρήτη και σε άλλα νησιά του Αιγαίου.

 

Τα πρώτα νομίσματα

 

 

Οβελός (Φείδων, 7ος αι. π.χ.)

Στα τέλη του 8ου και τις αρχές του 7ου π.Χ. αιώνα, ένα ακόμα χρηστικό αντικεί­μενο, ο σιδερένιος οβελός (σούβλα ψησίμα­τος) χρησιμοποιήθηκε ως μέσο συναλλαγής. Έξι οβελοί, όσοι δηλαδή χωράει να κρατή­σει η παλάμη του ανθρώπου, είχαν αξία μιας δραχμής (δράττομαι = κρατώ, δράξ = παλάμη > δραχμή).

* [Η χρήση των οβελών. Ο οβελός ως μέσο συναλλαγής, αποδίδεται από ορισμένους μελετητές στο βασιλιά του Άργους Φείδωνα. Αυτός ήταν που καθιέρωσε τη χρήση του μετάλλου ως νομίσματος με τη μορφή οβελών.

Η χρήση των οβελών ήταν ευρύτατα διαδεδομένη για πρακτικούς λόγους και γι’ αυτό επικράτησαν αμέσως και ως μέσο συναλλαγής. Ήταν ταυτόχρονα όργανα με χρήση πρακτική, αφού χρησίμευαν για το ψήσιμο των ζώων, αλλά και νομισματική, εφόσον αναπλήρωναν με επιτυχία τα προηγούμενα μέσα συναλλαγής. Το πάχος κάθε οβελού ήταν τόσο λεπτό, ώστε στο ένα του χέρι ήταν δυνατό να κρατήσει κανείς 6 οβελούς συγχρόνως. Από το «δράττω – δραξ» (= αδράχνω, πιάνω, κρατώ) προήλθε και η λέξη «δραχμή», που εξακολούθησε επί τόσους αιώνες να είναι η νομισματική μονάδα των Ελλήνων.

Στο νομισματικό μουσείο της Αθήνας φυλάσσεται το περίφημο αφιέρωμα οβελών του βασιλιά του Άργους Φείδωνα, όπως πιστεύουν ορισμένοι ερευνητές, προς τη θεά Ήρα. Οι οβελοί αυτοί βρέθηκαν κατά τη διάρκεια των αμερικανικών ανασκαφών στο ιερό του αρχαίου Ηραίου του Άργους το 1894. Παρόμοιοι οβελοί έχουν βρεθεί και σε δυο αρχαίους τάφους μέσα στην πόλη του Άργους και φυλάσσονται στο αρχαιολογικό μουσείο της πόλης. Η χρήση των οβελών ως μέ­σων συναλλαγής συνεχίστηκε και στους επόμενους αιώνες, ενώ ο όρος δραχμή επιβίωσε ως την εποχή μας].

Ο Αριστοτέλης αναφέρει : «ότι τον καιρό του έβλεπε κανείς στον ναό της Ήρας του Άργους μετάλλινους οβελίσκους, που ο βασιλεύς Φείδων αφιέρωσε άλλοτε. Δεν ήσαν παρά δείγματα πού χρησίμευαν για την ανταλλαγή, πριν αντικατασταθούν από τα αργυρά νομίσματα, τις χελώνες. Ο Φείδων τα εκρέμασε στο τοίχωμα, σαν ιερά λείψανα, προς μαρτυρίαν σεβασμού και εθίμων».

 

Η επινόηση του νομίσματος ήταν θέμα χρόνου. Η εμπειρία του μετάλλου στις συναλλαγές και η τυποποίησή του σε διάφορα σχήματα οδήγησαν εύκολα στο νόμισμα. Το μικρό του μέγεθος επέτρεπε την εύκολη μεταφορά του. Σφραγισμένο από την υπεύθυνη αρχή, η αξία του ήταν συγκεκριμένη και δεν υπήρχε πια η ανά­γκη του ζυγίσματος. Η γενικευμένη χρή­ση όμως του νομίσματος διαδόθηκε αρ­γά.

Τα πρώτα νομίσματα κόπηκαν στο βα­σίλειο της Λυδίας και στις ελληνικές πό­λεις της Μικράς Ασίας, στην Ιωνία, περι­οχές αναπτυγμένες εμπορικά και οικονο­μικά, στα τέλη του 7ου π.Χ. αιώνα. Το υλι­κό τους ήταν ο ήλεκτρος, κράμα χρυσού και αργύρου. Το σχήμα τους ήταν ωοει­δές και στη μία πλευρά είχαν ακανόνι­στα βαθουλώματα.

Το «θησαυρό» που βρέθηκε στα θεμέ­λια του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο το 1904/5 αποτελούσαν νομίσματα από ήλεκτρο, αλλά και κοσμήματα και άλλα πολύτιμα αντικείμενα. Ο θησαυρός περιείχε νομίσματα από πόλεις της Λυδίας αλλά και ελληνικές των παραλίων της Μικράς Ασίας. Η απόκρυψη θεωρείται ότι πραγματοποιήθηκε μεταξύ 600-560 π.Χ. Το εύρημα αυτό βοήθησε στη χρονολόγηση των πρώτων νομισμάτων. Τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου γρήγορα έκοψαν ανάλογα νομίσματα.

                          

Τα νομίσματα των ελληνικών πόλεων – κρατών

 

Αίγινα – Κόρινθος – Αθήνα

 

Στον αρχαίο ελληνικό κόσμο τα νομίσματα εκδίδονταν από τις πόλεις-κράτη. Αυτές, ανεξάρτητα από την έκταση και τη δύνα­μή τους, είχαν αυτόνομη οικονομία και διαφορετικό νόμισμα η κάθε μία, που ξεχώριζε από τους τύπους του. Η κάθε πόλη απεικόνιζε στα νομίσματά της παραστάσεις οικείες στους πολίτες της, που προέρχονταν από την ιστορία της, τη μυθολογία της, τα χαρα­κτηριστικά προϊόντα της. Έκοβαν κυρίως αργυρά νομίσματα, λιγότερα χρυσά και από τον 4ο αι. π.Χ. πολλά χαλκά. Πολύ σπάνια χρησιμοποιούσαν το σίδηρο και άλλα κράματα. Η Αίγινα, η Κόρινθος και η Αθήνα έκοψαν τα πρώτα αργυρά ελληνικά νομίσματα και διέδωσαν τη χρήση του νομίσματος στον υπό­λοιπο τότε γνωστό κόσμο.

Η Αίγινα πρώτη, λίγο πριν από τα μέσα του 6ου αι. π.Χ., εξέδωσε στατήρες με παράσταση θαλάσσιας χελώνας στην πρόσθια όψη και έγκοιλο, μοιρασμένο σε ακανόνιστα διάχωρα, στην άλλη. Τα νομί­σματα* της Αίγινας -γνωστά ως χελώναικυκλοφόρησαν στις περισ­σότερες περιοχές του Ελλαδικού χώρου. Βρέθηκαν όμως και στην Περσία, την Αίγυπτο και την Κάτω Ιταλία. Η αντικατάσταση της θαλάσσιας χελώνας από τη χερσαία και η χάραξη των αρχικών της πόλης αποτελούν τα χαρακτηριστικά της αλλαγής που συντελέστη­κε το 446 π.Χ., λίγο πριν από τον Πελοποννησιακό πόλεμο, και σηματοδοτεί το τέλος της κυριαρχίας της Αίγινας στη θάλασσα.

* [Σημείωση βιβλιοθήκης: Στο Πάριο χρονικό αναφέρονται τα εξής: ΑΦ’ ΟΥ Φ[ΕΙ]ΔΩΝ Ο ΑΡΓΕΙΟΣ ΕΔΗΜΕΥΣ[Ε ΤΑ] ΜΕΤ[ΡΑ ΚΑΙ ΣΤ]ΑΘΜΑ ΚΑΤΕΣΚΕΥΑΣΕ ΚΑΙ ΝΟΜΙΣΜΑ ΑΡΓΥΡΟΥΝ ΕΝ ΑΙΓΙΝΗι ΕΠΟΙΗΣΕΝ, ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ ΩΝ ΑΦ’ ΗΡΑΚΛΕΟΥΣ, ΕΤΗ ΓΗΔΔΔΙ, ΒΑΣΙΛΕΥΟΝΤΟΣ ΑΘΗΝΩΝ [ΦΕΡΕΚΛ]ΕΙΟΥΣ….. = σε νέα ελληνική: Όταν ο Φείδων ο Αργείος κοινοποίησε τα μέτρα και σταθμά κατασκεύασε αργυρό νόμισμα που το έφτιαξε στην Αίγινα, έγινε 11ος από τον Ηρακλή, έτος ΓΗΔΔΔΙ = 631, όταν ο Φερέκλειος βασίλευε στην Αθήνα].

 

Αργυρός στατήρας Αίγινας (480 π.χ.)

 

Η Κόρινθος επίσης έκοψε στατήρες στα μέσα περίπου του 6ου αι. π.Χ., που αντα­νακλούν την εμπορική και οικονομική της ανάπτυξη. Η κυκλοφορία των πρώτων Κορινθιακών στατήρων ήταν τοπικά περιορι­σμένη, η ανεύρεσή τους όμως σε «θη­σαυρούς» στις αποικίες της στη Μεγάλη Ελλάδα δηλώνει τη μεγάλη τους διάδοση.

Αργυρό τρίδραχμον Κορίνθου, περ. 390 π.Χ.

Η νομισματική παραγωγή της Κορίνθου, ύστερα από κάμψη που σημείωσε την περίοδο του Πελοποννησιακού πολέμου – λόγω έλλειψης της πρώτης ύλης, του αρ­γύρου, που προμηθευόταν από την Αθή­να – παρουσίασε θεαματική αύξηση στις αρχές του 4ου αι. π.Χ. Οι τύποι των κοριν­θιακών νομισμάτων εμπνέονται από τη μυθολογία και την τοπική ιστορία: ο Πήγα­σος, το φτερωτό άλογο που δάμασε ο κο­ρίνθιος ήρωας Βελλερεφόντης με τη βοή­θεια της θεάς Αθηνάς, αποτυπώνεται στην πρόσθια όψη τους — σ’ αυτόν αναφέρεται και η αρχαία ονομασία τους: πώλοι (που­λάρια).

Γύρω στα τέλη του 6ου αι. π.Χ., καθιερώνεται η κεφαλή της Αθηνάς Χαλινίτιδος στην οπίσθια όψη. Τους ίδιους τύ­πους παρουσιάζουν και τα νομίσματα ορισμένων αποικιών της Κορίνθου, κατά τον 5ο και 4ο  αι. π.Χ., όπως η Λευκάδα, η Αμβρακία κ.ά.

Η Αθήνα ύστερα από τις πρώτες της νομισματικές απόπειρες, τα λεγόμενα εραλδικά νομίσματα (Wappenmunzen),  από τα τέλη του 6ου αι. π.Χ. εγκαινίασε την έκδοση των αργυρών τετραδράχμων. Τα νομίσματα αυτά είναι τα πρώτα που εξαπλώθηκαν και διαδόθηκαν στον αρχαίο κόσμο, στον οποίο έγιναν γνωστά ως «γλαύκες», από την παράσταση της κουκουβάγιας στην οπίσθια όψη τους. Στην πρόσθια εικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της πόλης. Με τις παραστάσεις αυτές εκδίδονταν τα αθηναϊκά νομίσματα μέχρι τον 1ο αι. π.Χ., οπότε χρονολογούνται τα τελευταία τετράδραχμα «νέας τεχνοτροπίας». Το διεθνές αυτό νόμισμα απομιμήθηκαν, λόγω της δύναμής του, στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, την Αραβία, τη Βαβυλωνία, την Λυκία και αλλού.

Η νομισματοκοπία των Αθηνών

 

Από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως τον 3ο αιώνα μ.Χ. η Αθήνα έκοψε νομίσματα κυρίως σε άργυρο, αργότερα και σε χαλκό, ενώ σε δυο περιστάσεις εκτάκτου ανάγκης εξέδωσε και χρυσά νομίσματα. Το αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα κυκλοφόρησαν από την Ιταλία έως το Αφγανιστάν και ήταν ένα από τα ισχυρότερα και μακρο­βιότερα νομίσματα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Οι πρώτες νομισματικές εκδόσεις των Αθηνών, από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. κ.ε., απεικονίζουν διάφορα θέματα, όπως γλαύκα, ίππο, ταυροκεφαλή, τροχό, γοργόνειο κ.ά. Τα νομίσμα­τα αυτά ονομάστηκαν «εραλδικά» (Wappenmunzen) καθώς παλαιότεροι μελετητές θεώρησαν ότι έφεραν εμβλήματα αριστοκρατικών οικογενειών της Αθήνας. Πιθανότερο είναι όμως η θεματολογία να σχετίζεται με θρη­σκευτικές και αθλητικές δραστηριότητες όπως οι γιορτές των Παναθηναίων.

 

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (440 - 420 π.χ.)

 

Με την εγκαθίδρυση της δημοκρατίας παγιώ­θηκαν οι παραστάσεις των αθη­ναϊκών νομισμάτων. Για τους επόμενους πέντε αιώνες η πλειονότητα των αττικών κοπών φέρει την κεφαλή της θεάς Αθη­νάς, προστάτιδας της πόλης, και στην άλλη όψη τη γλαύκα, το ιερό σύμβολο της θεάς, με την επιγραφή ΑΘΕ, τα αρ­χικά γράμματα της λέξης Αθηναίων. Από επιγραφές και πηγές σώζονται απο­σπασματικές πληροφορίες για τιμές και μισθούς στην αρχαία Αθήνα.

Στα τέλη του 5ου αι. π.Χ. ένας ξυλουργός ή λιθοτεχνίτης έπαιρνε για εργασία στο Ερέχθειο μία αργυρή δραχμή την ημέρα. Την ίδια εποχή το ημερομί­σθιο ενός στρατιώτη ή ναύτη κυμαινόταν από τρεις οβολούς έως έξι οβολούς (που ισούνταν με μία δραχμή). Αργότερα, λίγο πριν από το 330 π.Χ. ένας αττικός μέδιμνος σιταριού (δηλ. περίπου52,18 λίτρα ή40,38 κιλά) στην Αθήνα κόστιζε πέντε δραχμές.

 

 

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)

Αργυρό τετράδραχμον Αθηνών (β΄ όψη)

 

Η εκμετάλλευση των αργυροφόρων κοιτασμάτων των μεταλλείων του Λαυρίου στην Αττική θα δώσει σημαντικό πλεονέκτημα στην Αθήνα για να προωθήσει τη νομισματική της παραγωγή. Τα αργυρά αθηναϊκά τετράδραχμα θα κυκλοφορήσουν ευρύτατα στον κλασικό κόσμο και θα γνωρίσουν λόγω της αποδοχής τους πολλές απομι­μήσεις, ιδίως στο χώρο της Ανατολής τον 4ο αιώνα π.Χ. (Λυκία, Παλαιστίνη, Αίγυπτος κ.ά.). Η τύχη της πόλης συχνά αντικατο­πτρίζεται στα νομίσματά της, με χαρακτηριστική περίπτωση αυτή της έκδοσης κερμάτων με αργυρό περίβλημα και χάλ­κινο πυρήνα. Πρόκειται για τα πονηρά χαλκία που ανα­φέρει ο Αριστοφάνης και τα οποία συνιστούν μια κοπή εκτάκτου ανάγκης στο τέλος του Πελοποννησιακού Πο­λέμου (406/5 π.Χ.).

Σε άλλη περίσταση πάλι, γύρω στο 295 π.Χ., ο τύραννος Λαχάρης θα αναγκαστεί μέσα στην πολιορκημένη πόλη να απογυμνώσει το χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς και να προβεί στην κοπή χρυσών νομισμάτων, για την πληρωμή μισθοφόρων. Το 2ο αιώνα π.Χ. το αθηναϊκό νόμισμα θα γνωρίσει μία δεύ­τερη ακμή με μια νέα σειρά αργυρών νομισμάτων πρόκειται για τα λεγόμενα τετράδραχμα «Νέας Τεχνοτροπίας». Τα συγκεκρι­μένα νομίσματα παρουσιάζουν τη γλαύκα πάνω σε αμφορέα, ενώ την όλη παράσταση περιβάλλει στεφάνι ελιάς — στοιχείο που έδωσε και τη χαρακτηριστική ονομασία στεφανηφόρα που απαντά σε πλήθος επιγραφών.

Με την παραχώρηση της Δήλου από τους Ρωμαίους το 166 π.Χ. η Αθήνα θα αποκτήσει ένα σημαντικό λιμάνι, το οποίο θα της επιτρέψει να διαδώσει πάλι τη νομισματοκοπία της και να εξυπη­ρετήσει τόσο τα δικά της όσο και τα ρωμαϊκά συμφέροντα. Η αθηναϊκή νομισματική παραγωγή παρουσιάζει ποικιλία υποδιαιρέ­σεων όπως τετράδραχμα, δραχμές, τριώβολα, οβολούς, ημιωβόλια κ.λπ., γεγονός που δείχνει την προσπάθεια εκχρηματισμού της αττι­κής κοινωνίας και στις καθημερινές συναλλαγές. Στο πνεύμα των καιρών, ανάλογη πρακτική συνιστά και η κοπή χάλκινων νομισμάτων, από τον 4ο αιώνα π.Χ. κ.ε., με πληθώρα νέων εικονογραφικών τύπων.

 

Δεκάδραχμον Αθηνών

 

Το αθηναϊκό δεκάδραχμο είναι από τα σπα­νιότερα νομίσματα του αρχαίου κόσμου. Τα βαριά αυτά νομίσματα ζύγιζαν περίπου 43 γραμμάρια και ισοδυναμούσαν με 10 αθη­ναϊκές δραχμές. Ξεχωρίζουν από τη χαρα­κτηριστική πίσω πλευρά τους όπου η γλαύκα εικονίζεται μετωπική. Η Αθήνα σε μια μόνο περίσταση προχώρη­σε στην έκδοση δεκαδράχμων. Τα νομίσμα­τα αυτά είχαν συνδεθεί αρχικά από τους μελετητές με την ανακάλυψη μιας νέας φλέβας αργύρου στο Λαύ­ριο (483 π.Χ.) ή με τους Περσικούς Πολέμους ως επινίκια κοπή (479 π.Χ.). Η νεώτερη έρευνα κατέδειξε ότι τα δεκάδραχμα συνι­στούν σειρά ενταγμένη στην αθηναϊκή νομισματική παραγωγή και η οποία πρέπει να χρονολογηθεί υστερότερα.

Η κοπή πιθανότατα εκδόθηκε μετά από τη μεγάλη νίκη του Κίμωνα στον Ευρυμέδοντα Ποταμό (466 π.Χ.) και εκτός από μάλλον αναμνηστικό χαρακτήρα είχε και κάποια διάρκεια στον χρόνο. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχαν μόλις ένδεκα αθηναϊκά δεκά­δραχμα· ακόμη και σήμερα η σπανιότητα των συγκεκριμένων νομισμάτων παραμένει μεγάλη καθώς τα γνωστά τεμάχια είναι γύρω στα σαράντα. Το 1999 με την ευγενική χορηγία ενός ανώνυμου δωρητή το Νομισματικό Μουσείο κατόρθω­σε να αποκτήσει ένα σπανιότατο λαμπρό δείγμα της αθηναϊκής νομισματοκοπίας. Πέραν της αίσιας επιστροφής του στην εκδότρια πόλη —και έδρα του Μουσείου ταυτοχρόνως— το πολύτιμο απόκτημα έχει επιπλέον ιδιάζουσα σημασία, καθώς η πίσω πλευρά του με τη γλαύκα αποτέλεσε από τις αρχές του 20ού αιώνα πηγή έμπνευσης για το έμβλημα του Νομισματικού Μουσείου.

 

Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στην Κάτω Ιταλία και τη Σικελία

 

Οι ελληνικές αποικίες στην Κάτω Ιταλία άρχισαν να κόβουν νομίσματα μετά τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ. Οι πρώτες κοπές χαρακτηρίζονται από την ιδιάζουσα κοιλόκυρτη τεχνική χάραξης των τύπων. Στα νομί­σματα αυτά παρατηρούμε ότι η σχεδόν όμοια παράσταση και των δυο όψεων προ­βάλλει έκτυπη στην πρόσθια και πρόστυπη στην οπίσθια όψη. Η ιδιόρυθμη αυτή νομισματοκοπία γνώρισε μεγάλη άνθηση στο τε­λευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα και υιοθετήθηκε από όλα τα κατωιταλικά νομισματοκο­πεία.

Όταν εγκαταλείπεται η κοιλόκυρτη τεχνική, οι κοπές χαρακτηρίζονται από μεγα­λύτερη ποικιλία εικονογραφικών τύπων. Η εικονογραφία αυτή δεν ξεφεύγει από τη φιλο­σοφία των πρώτων ιταλικών νομισμάτων: αναφέρεται άλλοτε στην πηγή πλούτου και άλλοτε στην προστάτιδα θεότητα της εκδότριας πόλης. Χαρακτηριστι­κό παράδειγμα της πρώτης κατηγο­ρίας αποτελούν οι στατήρες του Μεταποντίου, μίας από τις αποικίες των Αχαιών, όπου απεικονίζεται το στάχυ. Η δεύτερη περίπτωση πα­ρουσιάζεται στις κοπές της σπαρτια­τικής αποικίας του Τάραντα, όπου απεικονίζεται ένας έφηβος πάνω σε δελφίνι. Πρόκειται κατά μία ερμη­νεία για τον Φάλανθο, τον ιδρυτή της πόλεως για τον οποίο υπάρχει η παράδοση ότι διασώθηκε στη ράχη ενός δελφινιού.

 

Αργυρό δεκάδραχμον Συρακουσών, περ. 395 π.Χ.

 

Άλλη άποψη ταυτί­ζει τη μορφή με τον οικιστή ήρωα Τάραντα, που ήταν γιος του Πο­σειδώνα. Οι αποικίες στη Σικελία άρχισαν να κόβουν νομίσματα από το β’ μι­σό του 6ου αιώνα π.Χ. Οι Συρα­κούσες, αποικία της Κορίνθου, ήταν η πιο σημαντική πόλη του νησιού με σπουδαία νομισματοκοπία. Η πρόσθια όψη των τετραδράχμων των Συρακουσών φέρει τέθριππο άρμα και Νίκη που υπερίπταται, ενώ την άλλη όψη των κοπών αυτών κοσμεί η κεφαλή της τοπικής νύμφης Αρέθουσας. Οι νομισματικοί τύποι των Συρακουσών επη­ρέασαν και άλλες σικελικές πόλεις, όπως για παράδειγμα τα τετράδραχμα της Μεσσήνης και της Γέλας.

Στη Σικελία εργάσθηκαν πολλοί σημαντικοί χαράκτες σφραγίδων κοπής νομισμάτων. Αυτό είναι εμφανές στα ίδια τα νομίσματα, καθώς ορισμένα που εκδόθηκαν κατά τον ύστερο 5ο και πρώιμο 4ο αιώνα π.Χ. θεωρούνται από τα πιο εντυπωσιακά του αρχαίου κόσμου από άποψη αισθητικής. Επιπλέον, οι ίδιοι οι χαράκτες αρχίζουν να υπογράφουν υπερήφανοι για τα έργα τους από το τελευταίο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ. και εξής. Συγκριτικά, ανάμεσα στο πλήθος των νομισμάτων που κόπηκαν στους αρχαίους χρόνους και που είναι δυνατόν να θεωρηθούν αριστουργήματα μικροτεχνίας, ελάχιστα είναι εκείνα που αναγράφουν το όνομα του καλλιτέχνη, αφού οι χαράκτες κρατούσαν την ανωνυμία.

Εξαίρετο παράδειγμα της καινοτομίας αυτής βλέπουμε σε ένα δεκάδραχμο των Συρακουσών, στην οπίσθια όψη του οποίου, κάτω από το λαιμό της Αρέθουσας διαβάζουμε το όνομα του φημισμένου χαράκτη Ευαίνετου. Η επίδραση των μεγάλων χαρακτών της Σικελίας διαδόθηκε σε πολλές κοπές περιοχών της μητροπολιτικής Ελλάδας (Θεσσαλία, Αμφίπολη, Ρόδος κ.ά.) και της νότιας Μικράς Ασίας (Λυκία, Κιλικία).

 

Τα νομίσματα των ελληνικών αποικιών στη Μ. Ασία, την Προποντίδα και τον Εύξεινο Πόντο

 

Ο χώρος της Μικράς Ασίας απο­τέλεσε το γενέθλιο λίκνο του νομίσματος κατά τον ύστερο 7ο αι­ώνα π.Χ. και οι εκεί ελληνικές πόλεις παρήγαγαν στο πέρασμα των αιώ­νων μερικά από τα πλέον εξαιρετικά δείγματα νομισματοκοπίας. Τα πρώ­τα νομίσματα κόπηκαν σε ήλεκτρο. Σύντομα η πρακτική αυτή εγκαταλεί­φθηκε κατά τη διάρκεια του 6ου αιώ­να και παγιώθηκε η χρήση του αργύ­ρου, με εξαίρεση τις πόλεις της Κυζίκου, της Λαμψάκου, της Φωκαίας, της Μυτιλήνης και της Χίου που συ­νέχισαν και αργότερα να εκδίδουν νομίσματα ηλέκτρου.

Αργυρό τρετράδραχμον Εφέσου, περ. 370-350 π.Χ.

Η νομισματοκοπία της Εφέσου συν­δέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, της θεάς που κατεξοχήν λατρευόταν στην πόλη. Η μέλισσα, συχνή απει­κόνιση στην πρόσθια όψη των εφεσιακών νομισμάτων, ήταν σύμβολο της αρχαίας ασιατικής θεότητας της φύσης, την οποία οι Ίωνες ταύτισαν με την Άρτεμη. Έμβλημα της θεάς του κυνηγιού επίσης αποτελεί το ελά­φι, που εικονίζεται συνήθως στην άλ­λη όψη, ενώ ο φοίνικας δηλώνει το δέντρο κάτω από το οποίο σύμφωνα με τον μύθο γεννήθηκε η θεά.

Η ιωνική Φώκαια είναι γνωστή από πρώιμες κοπές της που φέ­ρουν ως εμπροσθότυπο μία φώ­κια, το λαλούν σύμβολον (εικονι­στική απόδοση του ονόματος) της πόλεως. Γρήγορα εξελίχθηκε σε σημαντικό νομισματοκοπείο, όπου για δύο περίπου αιώνες (6ο – 4ος αιώνας π.Χ.) επικράτησε η έκδοση μικρών κερμάτων από ήλεκτρο, ίσων με το 1/6 (έκτη) του στατήρα που φέρει κεφαλή νύμφης. Από τη νομισματική παραγωγή της Φωκαίας αξίζει να μνημονευθεί η περίσταση της εμπορικής σύμπρα­ξης με τη γειτονική Μυτιλήνη, όταν γύρω στα 394-390 π.Χ. απο­φασίστηκε η κοπή νομισμάτων εκ περιτροπής και η από κοινού λήψη μέτρων κατά των παραχαρακτών.

Η Κύζικος, αποικία της Μιλήτου στην Προποντίδα, εξέδιδε επί μακρόν στατήρες και υποδιαιρέσεις από ήλεκτρο. Χαρακτηριστικό εικονογραφικό στοιχείο που συνοδεύει την παράσταση της πρόσθιας πλευράς αποτελεί ο θύννος, το ψάρι γνωστό σήμερα ως τόνος. Συχνά ο τόνος λειτουργεί ως γραμμή εδάφους, όπως για παράδειγμα σε κυζικηνό νόμισμα όπου παριστάνεται Ηρακλής· παρομοίως σε κυζικηνές κοπές που φέρουν κεφαλή Αθηνάς, ο τόνος εμφανίζεται στο σημείο τομής του λαιμού. Η εμβληματική παρουσία του ψαριού αυτού συνδέεται με τη θέση της πόλης που συνιστούσε πέρασμα για αγέλες τόνων και συνακόλουθα καίριο σημείο για την αλίευση και την εμπορία ενός ιδιαίτερα προσοδοφόρου είδους διατροφής.

Η πόλη Ιστρία ή Ίστρος είχε ιδρυ­θεί κοντά στο δέλτα του Δούναβη από Μιλησίους αποίκους γύρω στο 625 π.Χ. Τα νομίσματα της πόλεως φέρουν στην πίσω πλευρά θαλάσ­σιο αετό πάνω σε δελφίνι. Την πρό­σθια όψη των εκδόσεων της Ιστρίας, κοσμούν δυο εκφραστικά ανδρι­κά κεφάλια, τοποθετημένα σε αντί­θετο άξονα: ίσως αποδίδουν τους Διοσκούρους, η λατρεία των οποίων ήταν διαδεδομένη στα παράλια του Ευξείνου. Κατά μια άλλη ερμηνεία οι δυο αντίρροπες κεφαλές συμβολίζουν τα δυο αντίθετα στόμια του Δούναβη, για τον οποίο πιστευόταν για μια περίοδο ότι εξέβαλλε τόσο στη Μαύρη Θάλασσα όσο και στην Αδριατική.

Η Ολβία, άλλη μια μιλησιακή αποικία, ιδρύθηκε γύρω στο 600 π.Χ. σε καίριο σημείο των παραλίων της σημερινής Ουκρανίας. Η πόλη ήταν για αιώνες σημαντικό εμπορικό κέντρο, γεγονός που εναρμο­νίζεται με την ευδαιμονία που υπονοεί το όνομά της. Η νομισματι­κή παραγωγή της Ολβίας παρουσιάζει ιδιοτυπίες. Τον 5ο αιώνα π.Χ. οι Ολβιοπολίτες εξέδωσαν δελφινόσχημα χάλκινα νομίσματα. Έχει προταθεί η σύνδεση του δελφινιού ως συμβόλου με την τοπι­κή λατρεία του Απόλλωνος, αλλά η ερμηνεία της συγκεκριμένης νομισματικής σειράς παραμένει υπό συζήτηση. Κατά τον ύστερο 5ο και 4ο αιώνα π.Χ. η πόλη επιδόθηκε στην έκδοση χάλκινων χυτών νομισμάτων μεγάλου βάρους, πριν προχωρήσει στην κοπή παιστών νομισμάτων, δηλ. κερμάτων προερχόμενων από χτύπημα μεταξύ σφραγίδων (παιστά).

Άποικοι από τη Μίλητο είχαν ιδρύσει και το Παντικάπαιον στις αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. Κατέχοντας στρατηγική θέση στη χερσόνησο της Κριμαίας η πόλη αυτή θα ακμάσει στο διάβα των αιώνων. Οι χρυσοί στατήρες του Παντικαπαίου χρονολογούνται από τα μέσα του 4ου αιώνα και αποτελούν έξοχα δείγματα μικρογλυφίας. Στην πρόσθια όψη τους παριστάνεται η κεφαλή του Πάνα, του θεού που ήταν άμεσα συνδεδεμένος με το όνομα της πόλης, ενώ την άλλη πλευρά κοσμεί γρύπας.

 

Τα νομίσματα των βασιλέων: Φίλιππος Β’

 

Αργυρό τετράδραχμον Φιλίππου Β, 355-349 π.Χ.

Μια νέα εποχή στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική δομή του αρχαίου κόσμου σηματοδοτήθηκε με το Φίλιππο Β’, βασιλιά της Μακεδονίας. Από το 359 ως το 336 π.Χ. κατόρθωσε να επεκτείνει τα όρια του κράτους του και να το καταστήσει τη σπουδαιότερη δύναμη στον ελλαδικό χώρο. Έχοντας τον έλεγχο μεταλλείων στη Μακεδονία και τη Θράκη, ιδι­αίτερα τα μεταλλεία χρυσού και αργύρου στην περιοχή του Παγ­γαίου, ο Φίλιππος ήταν σε θέση να εκδόσει νομίσματα σε μεγαλύ­τερες ποσότητες από ότι όλοι οι προκάτοχοί του και να ξεπεράσει τα έσοδα κάθε ελληνικής πόλης – κράτους, με εξαίρεση ίσως την Αθή­να.

Ο Φίλιππος εξέδωσε νομίσματα και στα τρία μέταλλα, το χρυσό, τον άργυρο και το χαλκό. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του συστήματός του ήταν ότι για τα νομίσματα από πολύ­τιμο μέταλλο ακολουθήθηκαν δυο διαφορετικοί σταθμητικοί κανόνες. Ο άργυρος κοβόταν καθόλη τη δι­άρκεια της βασιλείας του Φιλίππου ακολουθώντας ένα τοπικό σταθμητικό κανόνα, τον οποίο εφάρμοζαν για τις αργυρές νομισματοκοπίες τους το Κοινό των Χαλκιδέων με έδρα την Όλυνθο, η Άκανθος στην ανατολική ακτή της Χαλκιδικής, και η Αμφίπολη κοντά στις εκβολές του Στρυμόνα, όπου το τετράδραχμο είχε θεωρητι­κό βάρος 14,52 γραμ.

 

Αργυρό τετράδραχμον Δημητρίου Πολιορκητή Μακεδονίας (301-295 π.χ.)

Ως εμπροσθότυπος των αργυρών  τετραδράχμων, επιλέχθηκε —για πρώτη φορά στα νομίσματα των βασιλέων της Μακεδονίας— το κεφάλι του Δία. Για την άλλη όψη επιλέχθηκαν δυο τύποι: ο έφιππος άνδρας, που σύμφωνα με κάποιες απόψεις είναι ο ίδιος ο Φίλιππος, και ο νεαρός ιππέας που κρατά κλαδί φοίνικα, και αποτελεί αναφορά στη νίκη του αλόγου του Φιλίππου στην Ολυ­μπιάδα του 356 π.Χ.

Η κοπή του χρυσού άρχισε γύρω στα 345 π.Χ., σύμφωνα με τον αττικό σταθμητικό κανόνα, όπου ο στατήρας είχε θεωρητικό βάρος 8,54 γραμμάρια. Στην πρόσθια όψη των στατήρων απεικονίζεται το κεφάλι του θεού Απόλλωνα, ενώ η παράσταση της πίσω πλευράς, ένα άρμα που το σέρνουν δυο άλογα, σχετίζεται με ανάλογη νίκη του Φιλίππου στους Ολυμπιακούς αγώνες.

Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Φιλίππου συνέχισαν να εκδίδονται και μετά το θάνατό του το 336 π.Χ. και κυκλοφόρη­σαν ευρέως στον ελλαδικό χώρο, τη Μικρά Ασία και τα Βαλκάνια. Οι χρυσοί στατήρες και τα αργυρά τετράδραχμα, που διείσδυσαν στην Ευρώπη μέσω των Βαλ­κανίων, έγιναν σταδιακά αντικείμενο μίμησης από τους κελτικούς λαούς κατά μήκος του Δούναβη και οι απομιμήσεις αυτές επηρέα­σαν με τη σειρά τους τα νομίσματα της Γαλατίας και της Βρετανίας κατά τον 1ο αιώνα π.Χ.

 

Μέγας Αλέξανδρος

 

Ο Μέγας Αλέξανδρος βασίλεψε από το 336 ως το 323 π.Χ. Συνέχισε το έργο του πατέρα του Φιλίππου Β’ και δημιούργησε μια τεράστια αυτοκρατο­ρία, που εκτεινόταν από τη Μακεδονία μέχρι τα βάθη της Ανατολής. Η ρευστοποίηση μέρους από τα αμύθητα πλούτη των Αχαιμενιδών, που περιήλθαν στην κατοχή του, επέφερε σημαντικές αλλαγές στις οικονομικές συνήθειες του ελληνικού κόσμου.

Ο Αλέξανδρος εφάρμοσε ενιαία νομισματική πολιτική στο αχανές κράτος. Επέβαλε την έκδοση των ίδιων τύπων από πολλά συγχρόνως νομισματοκοπεία ενώ για τα νομίσματά του σε ευγενή μέταλλα ακολούθησε τον αθη­ναϊκό σταθμητικό κανόνα που ήταν ευρύτατα αποδεκτός την εποχή εκείνη. Εντυπωσιακές ποσότητες αργυρών και χρυσών αλεξάνδρειων κοπών κατέκλυσαν τις αγορές της Ανατολικής Μεσογείου, και σε αυτό συνέβαλε και η επιστροφή των παλαιμάχων και των μισθοφόρων του Αλεξάνδρου στις πατρίδες τους.

 

Αργυρό τετράδραχμον Αλεξάνδρου Γ΄, 323-320 π.Χ. (μεταθανάτια κοπή).

 

Στην πρόσθια όψη των χρυσών στατήρων, απεικονίζεται η κεφαλή της θεάς Αθηνάς με κορινθιακό κράνος, πιθανόν εμπνευσμένη από το κολοσσιαίο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς Προμάχου του Φειδία στην Ακρόπολη. Η οπίσθια όψη αυτών των νομισμάτων φέρει την καθαρά συμβολική παράσταση της Νίκης και προβάλει την ιδέα ότι η Νίκη αποτελεί μια από τις ιδιότητες του Μακεδόνα βασιλιά.

Το κεφάλι του Ηρακλή, μυθικού προγόνου του βασιλικού οίκου της Μακεδονίας, επιλέγεται ως εμπροσθότυπος των αργυρών και χάλ­κινων κοπών. Ο Δίας καθισμένος σε θρόνο να κρατά αετό και σκή­πτρο απεικονίζεται στις αργυρές κοπές, όπως τετράδραχμα, δραχ­μές αλλά και δεκάδραχμα. Οι συγκεκριμένοι τύποι είχαν γενική παραδοχή από τους Έλληνες. Ταυτόχρονα ήταν αποδεκτοί και από τους λαούς της Ανατολής οι οποίοι έβλεπαν σε αυτούς τους δικούς τους θεούς, όπως τον Βάαλ στη μορφή του Διός και τον Μελκάρτ ή τον Γκιλγκαμές στο πρόσωπο του Ηρακλή.

Νομίσματα με τους τύπους και το όνομα του Αλεξάνδρου συνέχισαν να παράγονται και να κυκλοφορούν μετά το θάνατο του βασιλιά από τους Διαδόχους, τους Επιγόνους και πολλές πόλεις μέχρι και το 2ο αιώνα π.Χ. Ενδεικτικό της αποδοχής των αργυρών νομισμάτων του είναι το γεγονός ότι πλήθος απομιμήσεών τους εκδόθηκαν από διάφορους λαούς και ηγεμόνες στις παρυφές του ελληνιστικού κόσμου.

 

Συμμαχικά και Κοινά νομίσματα

 

Στη διάρκεια της ελληνικής αρχαιότητας συνάφθηκαν διάφορες στρατιωτικές συμμαχίες πόλεων ή εθνών, προ­κειμένου να αντιμετωπίσουν συλλογικά ένα προβλεπόμενο κίνδυνο (π.χ. Α’ Αθηναϊκή Συμμαχία) ή να απαλλαγούν από άλλης μορφής υποτέλεια, όπως η αθηναϊκή ηγεμονία, που προά­σπιζε τα αθηναϊκά κυρίως συμφέροντα με δυσβάστακτο για τους λοιπούς Έλληνες τρόπο. Σε ορισμένες περιπτώσεις το κοινό νόμι­σμα αποτελούσε μέρος της ενιαίας τακτικής της συμμαχίας. Επίσης ιδρύθηκαν Συμπολιτείες και Κοινά, πολιτικό-στρατιωτικές και πολιτειακές ενώσεις των πόλεων σε διάφορες περιοχές, που μεταξύ των άλλων κοινής αποδοχής δεσμεύσεων, ήταν η έκδοση κοινού νομίσματος. Οι κοπές αυτές χαρακτηρίζονταν από περιορι­σμένη και τοπική κυκλοφορία.

Ευβοϊκή Συμπολιτεία. Συστάθηκε και ανέπτυξε τοπικό ρόλο τον 4ο αιώνα π.Χ. Καταρχάς υπό την επιρροή της Θήβας εντάχθηκε στο μέτωπο εναντίον των Αθηναίων και στη συνέχεια, σε ρήξη πλέον με τη Θήβα, οδηγήθη­κε σε προσωρινή προσέγγιση με την Αθήνα. Οι νομισματικές εκδόσεις της Ευβοϊκής Συμπολιτείας έχουν ως κύριες παραστάσεις την κεφαλή της νύμφης Εύβοιας και το μοσχάρι, το οποίο αποτελούσε τη σπουδαιότερη πηγή πλούτου του τόπου, καθιστό ή όρθιο. Οι παραστά­σεις αυτές εναλλάσσονται στις δύο όψεις των νομισμά­των, ενώ το βάρος τους ακολουθεί αρχικά τον αιγινιτικό, στη συνέχεια τον αττικό σταθμητικό κανόνα, ανάλογα με τη σφαίρα επιρροής στην οποία βρισκόταν η Συμπολιτεία.

Κοινόν των Βοιωτών. Υπήρχε ήδη από τον 6ο αιώνα π.Χ. Η περίοδος της μεγαλύτερης ανάπτυξης του συμπίπτει με κείνη της θηβαϊκής ηγεμονίας, 378-362 π.Χ. Στην πρόσθια όψη των στατήρων κυριαρχεί η παράσταση της βοιωτικής ασπίδας, το εθνικό έμβλημα των Βοιωτών. Στην άλλη συνα­ντάται ποικιλία παραστάσεων, συνήθως αυτή του κρατήρα.

Δελφική Αμφικτυονία. (336/5-334 π.Χ.) Ο θρησκευτικός αυτός οργανισμός περιελάμβανε δώδεκα αντιπροσώπους ελληνικών πό­λεων, που ανέλαβαν την ευθύνη του ιερού για πολύ μικρό χρονικό διάστημα, αμέσως μετά το θάνατο του Φιλίππου Β’ της Μακεδο­νίας. Εξέδωσε ξεχωριστής ποιότητας αργυρά νομίσματα, στατήρες και δραχμές. Η κεφαλή της Δήμητρας, πεπλοφόρου και με στεφάνι από στάχυα, εικονίζεται στην πρόσθια όψη των στατήρων ενώ στην άλλη, ο Απόλλων, η κυρίαρχη θεότητα των Δελφών, καθισμένος στον ομφαλό της γης, στηρίζεται στη λύρα του.

Αργυρό τριώβολον Αιτωλών, 323-300/290 π.Χ.

Κοινόν των Αιτωλών. Τέλη 4ου – μέ­σα 2ου αιώνα π.Χ. Απέκτησε αξιόλο­γη υπόσταση και δράση κυρίως ύστε­ρα από την ανάδειξη των Αιτωλών σε υπολογίσιμη πολιτική δύναμη της κεν­τρικής Ελλάδας τον 3ο αιώνα π.Χ. Από τις νομισματικές εκδόσεις της Αιτωλικής Συμπολιτείας, τα τριώβολα (ημίδραχμα) κόπηκαν σε εξαιρετικά μεγάλες ποσότητες ιδίως στις τελευ­ταίες δεκαετίες της ύπαρξής της, εξυπηρετώντας την κάλυψη ασταμά­τητων στρατιωτικών αναγκών. Στην πρόσθια όψη τους απεικονίζεται το κεφάλι της Αταλάντης με καυσία (κά­λυμμα κεφαλιού) και στην άλλη ο Κα­λυδώνιος κάπρος που τρέχει προς τα δεξιά. Στο κυνήγι του άγριου αυ­τού ζώου πρωταγωνίστησε η μυθική ηρωίδα Αταλάντη με τα βέλη της, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, που αποδόθηκε και στις παραστά­σεις των νομισμάτων.

Κοινόν των Ακαρνάνων. Έδρασε από τον 4ο αι. π.Χ. μέχρι το 167 π.Χ., ως αντίποδας του Κοινού των Αιτωλών, ασθενέστερος αλλά υπολογίσιμος. Στην πρόσθια όψη των στατήρων, που εξέδω­σε το Κοινό, κυριαρχεί η παράσταση του ανθρωπόμορφου ταύρου, προσωποποίηση του ποτάμιου θεού Αχελώου. Η προάσπιση του ποταμού, πηγής ζωής και ανάπτυξης της Ακαρνανίας, και της δια­τήρησης του ελέγχου του ως φυσικού συνόρου, υπήρ­ξε η πρωταρχική μέριμνα των Ακαρνάνων, στον συνε­χή ανταγωνισμό τους με τους Αιτωλούς. Στην οπίσθια όψη των στατήρων εικονίζεται καθιστός ο Απόλλων Άκτιος.

Κοινόν Ηπειρωτών (234/3-168 π.Χ.) Η δράση του συμπίπτει με τα κρίσιμα χρόνια της ιδιόμορφης και καταλυτικής εμφάνισης των Ρωμαίων στον ελλαδικό χώρο, 234/3-168 π.Χ. Η νομισματοκοπία του Κοινού, στατήρες και δραχμές κυρίως, αναπτύσσεται στις τε­λευταίες δεκαετίες του, ξεκινώντας πριν από το 180 π.Χ., ενώ τη μεγαλύτερη ακμή της παρουσιάζει το τελευταίο διάστημα, ειδικά τις παραμονές της τελικής αναμέτρησης με τους Ρωμαίους, το 168 π.Χ., που επεφύλασσε το βάναυσο τέλος της Ηπείρου. Οι συ­ζευγμένες κεφαλές του Δωδωναίου Δία με στεφάνι από φύλλα δρυός και της νύμφης Διώνης, στην πρόσθια όψη των στατήρων, θυμίζουν τη σύνθεση στα νομίσματα της Πτολεμαϊκής δυναστείας. Σε μια σύγχρονη περίπου πτολεμαϊκή κοπή εικονίζονται ενωμένες οι κεφαλές του Σαράπιδος και της Ίσιδος. Στην οπίσθια όψη απο­δίδεται επιτιθέμενος ταύρος, μέσα σε στεφάνι δρυός.

Κοινόν των Θεσσαλών. Ιδρύθηκε τον 2ο αιώνα π.Χ. και λειτούρ­γησε υπό ρωμαϊκή κηδεμονία μέχρι την εποχή του Αυγούστου. Στην πλούσια νομισματοκοπία του δεσπόζουν οι αργυροί στατή­ρες, με την κεφαλή του δαφνοστεφανωμένου Δία στην πρόσθια όψη και στην άλλη τον αγαλματικό τύπο της Αθηνάς Ιτωνίας.

Αχαϊκή Συμπολιτεία (τέλη 3ου-2ος αι­ώνας π.Χ.). Μια από τις σπουδαιότερες συμμαχίες της ελληνιστικής περιόδου, συγκροτήθηκε προς τα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. και σύντομα ήλεγχε πολιτικά όλη την Πελοπόννησο. Μετά τις πρώτες εκδόσεις αργυρών τριωβόλων (ημιδράχμων) που είχαν κοινούς τύπους, κεφαλή Δία δαφνοστεφανωμένου στην εμπρό­σθια όψη και στην άλλη το μονόγραμμα ΑΧ της συμμαχίας μέσα σε στεφάνι, οι πόλεις-μέλη χάραξαν ενδεικτικά σύμβο­λα και μονογραφήματα, που δήλωναν την ταυτότητά τους. Τα νομίσματα αυτά χρησίμευαν για την πληρωμή του σιτηρέσιου των στρατιωτών αλλά και για άλλες συν­αλλαγές, όπως οι εμπορικές.

 

Τεχνική κατασκευής      

 

Οι σφραγίδες μήτρες ήταν κατασκευασμένες από ορείχαλκο, σίδηρο ή μπρούντζο. Μια μήτρα μπορούσε να παράγει από 10.000 έως 30.000 νομίσματα. Ειδικοί τεχνίτες χάρασσαν τις μή­τρες για την τύπωση των νομισμάτων.

Η κατασκευή του αρχαίου νομίσματος γινόταν σε ειδικά κρατικά εργαστήρια, τα νομισματοκοπεία. Οι μεγαλύτερες πόλεις διέθεταν οργανωμένες εγκαταστάσεις. Στην ανασκαφή της αρχαίας Αγο­ράς της Αθήνας εντοπίστηκε και νομισματοκοπείο, που λειτουρ­γούσε από τα τέλη του 5ου αιώνα έως και τα χρόνια του Αυγούστου (27 π.Χ. – 14 μ.Χ.).

 

Σφραγίδα - μήτρα με την παράσταση της γλαύκας και τα σύμβολα της πόλης των Αθηνών για την αποτύπωση παράστασης στο νόμισμα.

 

Η τεχνική κατασκευής ξεκινούσε με τον καθαρισμό και με το λιώ­σιμο του μετάλλου. Όταν το μέταλλο με τη θέρμανση αποκτούσε υγρή μορφή το έχυναν σε καλούπια για να πάρει κυκλικό σχήμα, ή σχημάτιζαν ράβδους από τις οποίες έκοβαν κυκλικές πλάκες. Οι κυκλικές αυτές πλάκες μετάλλου, ακόμα και σήμερα, ονομάζονται πέταλα. Η αποτύπωση των παραστάσεων γινόταν με την τοποθέτη­ση των πετάλων ανάμεσα σε δυο σφραγίδες-μήτρες. Με την πίεση που προκαλούσε το χτύπημα ενός σφυριού στις σφραγίδες οι παρα­στάσεις αποτυπωνόταν στο πέταλο. Όταν το «πέταλο» ήταν παχύ, συνήθως θερμαινόταν πριν να χτυπηθεί. Η τεχνική αυτή κατασκευής νομισμάτων χρησιμοποιήθηκε έως και το 17ο αιώνα, οπότε γενικεύ­τηκε η χρήση των μηχανών.

Η πλειονότητα των αρχαίων πόλεων έκοψε αργυρά νομίσματα. Χρυσά νομίσματα κόπηκαν σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ή σε μεγα­λύτερο αριθμό από πόλεις που διέθεταν την πρώτη ύλη. Η χρήση τους γενικεύτηκε με το Φίλιππο Β’ και το γιο του Αλέξανδρο. Χαλκός χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά τον 4ο αιώνα, κυρίως για τις υποδιαιρέσεις κατώτερης αξίας. Καθοριστικός παράγοντας για την επιλογή του μετάλλου των νομισμάτων ήταν η ύπαρξη μεταλλευμά­των σε κάθε περιοχή. Δεν είναι πάντα γνωστό από που προμηθευ­όταν η κάθε πόλη μέταλλο για τα νομίσματά της. Η Αθήνα έπαιρνε άργυρο από το κοντινό της Λαύριο.

Τα αρχαία ελληνικά νομίσματα ήταν αποκλειστικά χρηστικά αντικείμενα. Οι Έλληνες όμως φρόντιζαν πολύ για την τελειότητα της κατασκευής τους και απέδωσαν καλλιτεχνικά τις παραστάσεις. Κάποιες φορές οι χαράκτες έγραφαν το όνομά τους επάνω στα νομίσματα.

 

Χρήση και κυκλοφορία του νομίσματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο

 

Η χρήση των νομισμάτων στις συναλλαγές και τις πληρωμές δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα από τα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ., τα καθιέρωσε σταδιακά ως την επικρατέστερη μορφή χρήματος στον αρχαίο ελληνικό κόσμο. Πόλεις – κράτη και ηγεμόνες εξέδωσαν τα δικά τους νομίσματα για να εδραιώσουν την αυτονομία τους, για να διευκολύνουν τις οικονομικές συναλλαγές τους και για να επω­φεληθούν από την ίδια τη διαδικασία της κοπής, κερδίζοντας σε μέ­ταλλο.

Ο αργυρός στατήρας, όπως προσδιοριζόταν στον κάθε σταθμητικό κανόνα, και το τετράδραχμο ήταν τα βασικά νομίσματα για κρατικές συναλλαγές ή για μεγάλης κλίμακας πληρωμές. Αντίθετα, για τις κα­θημερινές συναλλαγές χρησιμοποιούνταν οι μικρότερες αργυρές υποδιαιρέσεις, οι οποίες όμως δεν ήταν ιδιαίτερα πρακτικές λόγω του μικρού μεγέθους τους. Αυτό οδήγησε, ήδη από το β’ μισό του 5ου αιώνα π.Χ., στη σταδιακή αντικατάστασή τους από μεγαλύτερου μεγέθους νομίσματα σε χαλκό, αρκετά πιο φθηνό μέταλλο από τον άργυρο.

Για την έκδοση νομισμάτων σε πολύτιμο μέταλλο χρησιμο­ποιήθηκε, εκτός από τον άργυρο και το χαλκό, ο ήλεκτρος και ο χρυσός. Κατά κανόνα, η κοπή χρυσών νομισμάτων στον Ελλαδικό χώρο είναι σπάνια μέχρι και τα μέσα περίπου του 4ου αιώνα π.Χ., επειδή η αξία του χρυσού ήταν πολύ μεγαλύτερη σε σχέση με τον άργυρο. Για αυτό το λόγο φυλασσόταν για περιόδους ανάγκης ή για σημαντικές πληρωμές.

Συνήθως τα ελληνικά κράτη επέβαλλαν τη χρήση των εκδόσεών τους μέσα στην εδαφική περιοχή τους, χωρίς να αποκλείουν ανα­γκαστικά την κυκλοφορία κοπών άλλων εκδοτριών αρχών, και ενίο­τε έπαιρναν άμεσα μέτρα για να το πετύχουν. Σε πολλές περιπτώσεις η νομισματική παραγωγή δεν ήταν συστη­ματική και μεταξύ των εκδόσεων μεσολαβούσαν μεγάλα χρονικά διαστήματα. Ο αριθμός των νομισμάτων που εκδίδονταν είχε άμεση σχέση με τα μέταλλα που διέθεταν οι εκδίδουσες αρχές και το εύ­ρος των κερματικών συναλλαγών. Από τη διοχέτευσή τους στην αγορά, μέσω διαφόρων κρατικών πληρωμών, και της ανακύκλωσής τους, μέσω της κάθε είδους φορολογίας, παρεμβαλλόταν η κυκλο­φορία τους.

Χρήσιμες πληροφορίες για τη νομισματική κυκλοφορία αλλά και την οικονομία των διαφόρων περιοχών του ελληνικού κόσμου πα­ρέχουν τα νομίσματα, που ανακαλύπτονται τυχαία ή κατά τη διάρ­κεια των ανασκαφών, μεμονωμένα ή ως θησαυροί. Ιδιαίτερα οι θησαυροί, τα νομίσματα δηλαδή που αποκρύφθηκαν ή απωλέσθηκαν ως σύνολα στο παρελθόν, αποτελούν σημαντική πηγή και για τη χρονολόγηση των νομισμάτων.

 

«Θησαυρός» Από την Ακρόπολη Αθηνών, 1886

 

Ο «θησαυρός» από 62 αργυρά νομίσματα ήρθε στο φως κατά τη διάρκεια των ανασκαφών του 1886 στο βράχο της Ακρόπολης. Βρέθηκε κοντά στο Ερέχθειο, σε στρώμα που συμπεριλάμβανε μαρμάρινες αναθηματικές κόρες, κομμάτια επιγραφών και πήλινα αντικείμενα. Πρόκειται για το στρώμα καταστροφής, που σχετίζεται με την πυρκαγιά που προκάλεσαν οι Πέρσες στα μνημεία του ιερού βράχου, όταν κατέλαβαν την Αθήνα το 480 π.Χ. Το εύρημα περιλαμβάνει μόνον αθηναϊκές κοπές. Ένα τμήμα του είναι οι μικρές υποδιαιρέσεις, όπως οβολοί με τον τύπο του τρο­χού, που ανήκουν στα χρόνια της διακυβέρνησης της πόλης από την οικογένεια των Πεισιστρατιδών (560-510 π.Χ.).

Τα περισσό­τερα όμως νομίσματα είναι πρώιμες γλαύκες, δηλαδή τετράδραχμα με την κεφαλή της Αθηνάς στην πρόσθια όψη και τη γλαύκα στην άλλη. Το κακότεχνο της κατασκευής των συγκεκριμένων νομι­σμάτων πιθανόν να οφείλεται στη μαζική παραγωγή τους που χρονολογείται τη δεκαετία του 480 π.Χ., λίγα χρόνια πριν την εισβολή των Περσών. Την περίοδο αυτή οι Αθηναίοι εξέδωσαν μεγάλη ποσότητα νομισμάτων για να ναυπηγήσουν και να συντηρήσουν ισχυρό στόλο από τριήρεις.

Ο «θησαυρός» ίσως να ήταν μια προσφορά σε κάποιο από τα ιερά της Ακρόπολης. Η έκφραση ευλάβειας προς το θείο συχνά συν­δέθηκε με την εξαγορά της ευμένειας του θεού με την προσφορά υλικών αγαθών, με αποτέλεσμα στα ιερά να συγκεντρώνονται πλούσια αναθήματα. Η συγκέντρωση μεγάλου πλούτου από τα ιερά είχε σαν επακόλουθο την ανάπτυξη έντονης οικονομικής δραστη­ριότητας σε αυτούς τους χώρους, όπως για παράδειγμα την κατάθεση χρημάτων προς φύλαξη αλλά και τη λήψη δανείων.

 

«Θησαυρός» Από την Όλυνθο Χαλκιδικής, 1931

  

Ο «θησαυρός» εντοπίστηκε σε οικία της Ολύνθου στη Χαλκιδική κατά τη διάρκεια εκτεταμένων ανασκαφών στον αρχαίο οικισμό. Αποτελείται από 34 αργυρά νομίσματα, από τα οποία 33 είναι τετράδραχμα της Χαλκιδικής Συμμαχίας και ένα τετράδραχμο της Ακάνθου, πόλης στην ανατολική Χαλκιδική.

Πρόκειται για ένα ποσό 136 δραχμών, αρκετά σημαντικό αν αναλογιστούμε ότι την εποχή αυτή η τιμή πώλησης ενός ακινήτου ξεκινούσε από τις 280 δραχμές. Η Όλυνθος ήταν η πρωτεύουσα της Χαλκιδικής Συμμαχίας, η οποία από τα τέλη του 5ου και το πρώτο μισό του 4ου αιώνα π.Χ., αποτέλεσε ι­σχυρή πολιτική, στρατι­ωτική και οικονομική δύ­ναμη στο βορειοελλαδι­κό χώρο. Η σπουδαιότη­τα της Συμμαχίας αντα­νακλάται και στην πλού­σια νομισματική της πα­ραγωγή. Η δαφνοστεφανωμένη κεφαλή του Απόλ­λωνα στην πρόσθια και η κιθάρα του θεού στην οπίσθια όψη των νομισμάτων των Χαλκιδέων, θεωρούνται από τις αριστοτεχνικότερες παραστάσεις της αρχαίας σφραγιστικής. Οι Χαλκιδείς αντιστάθηκαν με σθένος στα σχέδια του Φίλιππου Β’, βασιλιά της Μακεδονίας, για επέκταση του βασιλείου του.

Η Συμμαχία διαλύθηκε το 348 π.Χ., όταν ο μακε­δόνας βασιλιάς κατέλαβε ύστερα από πολιορκία την Όλυνθο και σε επίδειξη ισχύος κατέστρεψε την πόλη και εξανδραπόδισε τους κατοίκους της. Με αυτό το γεγονός πολύ πιθανόν να συνδέεται και η απόκρυψη του «θησαυρού». Ο κάτοχος των νομισμάτων απέκρυ­ψε στο μαγειρείο της οικίας του ό,τι πιο πολύτιμο είχε στα χέρια του, με την προσδοκία μετά την πάροδο του κινδύνου να αναζητή­σει το «θησαυρό» του.

 

«Θησαυρός» Από την Αρχαία Κόρινθο, 1930

 

Ο «θησαυρός» βρέθηκε σε μια κοιλότητα του εδάφους κάτω από το δάπεδο της βόρειας στοάς στην Αγορά της αρχαίας Κορίνθου. Αποτελείται από ένα χρυσό περιδέραιο και 51 χρυσούς στατήρες — 41 του Φιλίππου Β’ και 10 του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Τα νομί­σματα του Φιλίππου προέρχονται από τα νομισματοκοπεία της Πέλ­λας και της Αμφίπολης, ενώ του Αλεξάνδρου από τα νομισματοκο­πεία της Αμφίπολης, της Μιλήτου, της Ταρσού, της Σαλαμίνας στην Κύπρο και της Σιδώνας.

 

Χρυσοί στατήρες Φιλίππου Β΄ και Αλεξάνδρου Γ΄ από το θησαυρό της Αρχαίας Κορίνθου.

 

Η ανεύρεση εκδόσεων των μακεδόνων βασιλέων στην Κόρινθο πιθανόν να σχετίζεται με την παρουσία των μακεδονικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο μετά το 338 π.Χ. και την εγκατά­σταση φρουράς για τον έλεγχο του Ισθμού. Ο «θησαυρός» πρέπει να αποκρύφθηκε μετά το 330 π.Χ., όταν ο Αλέξανδρος είχε πλέον καταλύσει την Περσική αυτοκρατορία και επέκτεινε τα όρια του κρά­τους του προς τα βάθη της Ανατολής. Εκείνη την εποχή καθιερώθηκε η συστηματική έκδοση και η ευρύ­τερη χρήση του χρυσού νομίσματος στον ελληνικό κόσμο.

Η έντονη εκμετάλλευση των μεταλλείων χρυ­σού στη Μακεδονία από τον Φίλιππο Β’ και η πρόσ­βαση του Αλεξάνδρου στα πλούσια αποθέματα της αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών επέτρεψε την κοπή χρυσών νομισμάτων σε μεγάλες ποσότητες που κατέ­κλυσαν τις αγορές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μει­ωθεί η αναλογία του χρυσού προς τον άργυρο από 1:13 σε 1:10. Έτσι, ο κάθε χρυσός στατήρας του «αντιστοιχούσε σε 20 αργυρές δραχμές, όσο περίπου ήταν ο μηνιαίος μισθός ενός πεζού στρατιώτη.

 

«Θησαυρός» από τη Μύρινα Καρδίτσας, 1970

 

Ο «θησαυρός», τυχαίο εύρημα που εντοπίσθηκε μέσα σε μελαμβαφή όλπη, αποτελείται από 149 στατήρες Αίγινας. Απ’ αυτούς οι 131 έχουν την παράσταση της θαλάσσιας χελώνας, και τοποθετούνται χρονολογικά στον πρώιμο 5ο αιώνα π.Χ. Οι υπόλοιποι 18 στατήρες ανήκουν στον τύπο της χερσαίας χελώνας, που υιοθετήθηκε μετά την απώλεια της ανεξαρτησίας του νησιού, το 457 π.Χ.

Η απόκρυψη του «θησαυρού» χρονολογείται γύρω στο 440 π.Χ. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα υστερόσημα, σφραγίσματα μεταγενέστερα με τα οποία επαναφέρει στην κυκλοφορία τα κέρματα η ίδια εκδίδουσα αρχή ή κάποια άλλη, επίσημη ή όχι, και συναντώνται τόσο στους πρώιμους όσο και στους οψιμό­τερους στατήρες του «θησαυρού».

Φαίνεται πως σχετίζονται με τη σταδιακή έλλειψη αυτού του είδους νομισμάτων από τις συναλλαγές, που με τη σειρά της οφείλεται στην κάμψη της νομισματικής παραγωγής της Αίγινας. Πάντως στην περιοχή της Θεσσαλίας, μολονότι είχαν ήδη κυκλοφορήσει οι πρώτες τοπικές αργυρές κοπές, ακολουθώντας και αυτές τον αιγινητικό νομισματικό σταθμητικό κανόνα, η επίμονη προτίμηση του νομίσματος της Αίγινας στις συναλλαγές και τους αποθησαυρισμούς απηχεί τον διεθνή χαρακτήρα του. 

 

Νομίσματα από το Κωρύκειον Άντρον

 

Το Κωρύκειον Άντρον στις πλαγιές του Παρνασσού, όχι μακριά από το πανελλήνιο ιερό του Απόλλωνα στους Δελφούς, υπήρξε στην αρχαιότητα τό­πος λατρείας του Πάνα και των Νυμφών. Οι ανασκαφές στο εσωτερικό του σπη­λαίου αποκάλυψαν πλήθος τεχνουργη­μάτων, όπως πήλινα ειδώλια, αγαλματί­δια, αγγεία και νομίσματα, κατάλοιπα της λατρευτικής δραστηριότητας στο ιερό. Τα περισσότερα από τα εκατό νομίσματα που περισυλλέγησαν, είναι χάλκινα και χρονολογούνται στον 4ο και 3ο αιώνα π.Χ. Τα 2/5 των νομισμάτων εκδόθηκαν από νομισματοκοπεία γειτονικά με το Κω­ρύκειον Αντρον, όπως των Φωκέων, των Λοκρών και των Αιτωλών.

Τα υπόλοιπα προέρχονται από περισ­σότερο απομακρυσμένες περιοχές, όπως τη Θεσσαλία, την Ατ­τική, την Πελοπόννησο, την Κέρκυρα, τη Λευκάδα, τη Μακεδονία και τη Μ. Ασία. Τα νομισματικά ευρήματα μαρτυρούν για την ποι­κίλη προέλευση των προσκυνητών του ιερού. Η καθιέρωση των χάλκινων νομισμάτων στο μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού κόσμου από τον 4ο αιώνα π.Χ. έπαιξε σημαντικό ρόλο στην καθη­μερινή ζωή καθώς αποσκοπούσε στη διευκόλυνση των συναλλα­γών τοπικού χαρακτήρα και στην εξοικονόμηση πολύτιμου μετάλλου με την αντικατάσταση αργυρών κοπών. Σε αντίθεση με τα νομίσματα από ευγενή μέταλλα, οι χάλκινες κοπές χρησι­μοποιούνταν από όλα τα κοινωνικά στρώματα, και κυρίως από όσους συμμετείχαν στις πανηγύρεις, τις αγορές, τα δικα­στήρια, τους ταξιδιώτες. Συνεπώς, η κυκλοφορία και η γεω­γραφική εξάπλωση του χάλκινου νομίσματος είναι περισσότερο αντιπροσωπευτική της διακίνησης των ανθρώπων.       

                                                                                                   

Ιδεολογία και συμβολισμός

 

Τα νομίσματα ήταν αντικείμενα ευρείας χρήσης. Στην επιφάνειά τους αποτυπώνονταν θέματα χαρακτηριστικά της πόλης και εύκο­λα αναγνωρίσιμα από τους πολίτες. Με αυτή την έννοια, στην παρά­σταση και στην επιγραφή των νομισμάτων, συμπυκνώνονταν τα σύμ­βολα της κάθε ανεξάρτητης πόλης – κράτους και αργότερα του κάθε ηγεμόνα.

Μυθολογικές παραστάσεις και Θεοί

Αργυρός στατήρ Κορίνθου, περ. 340-325 π.χ.

Στα νομίσματα των πόλεων απεικονίζονται θέματα από την αρχαία ελληνική μυθολογία και τη θρησκεία. Πρόκειται για μύθους που τις περισσότερες φορές αφορούν στην τοπική ιστορία της πόλης (καταγωγή, τοπικοί ήρωες, προέλευση του ονόματος, ιδρυτές), κάνοντας έτσι και τα νομίσματα περισσότερο ανα­γνωρίσιμα. Το φτερωτό άλογο Πήγασος, ξεπήδησε από τη Μέδουσα Γοργώ, όταν την αποκεφάλισε ο Περσέας. Η Αθηνά Χαλινίτις, έδωσε στο μυθικό ήρωα Βελλερεφόντη τα χαλινάρια για να τον δαμάσει στην Κόρινθο, δίπλα στην πηγή Πειρήνη, σύμφωνα με το μύθο. Το δίπτυχο Πήγασος-Αθηνά είναι ο κύριος τύπος των κορινθιακών νομισμάτων από τον 6ο αιώνα π.Χ. έως το τέλος της κορινθιακής νομισματοκοπίας τον 3ο αιώνα μ.Χ.

Χλωρίδα – Πανίδα

Από τις πιο αγαπητές νομισματικές παραστάσεις είναι αυτές που προέρχονται από το βασίλειο των ζώων και των φυτών. Τις περισσό­τερες φορές επιλέχθηκαν γιατί ήταν τα κύρια προϊόντα μιας πόλης ή γιατί συνδέονταν με το όνομά της. Ζώα της ξηράς και της θάλασσας, αμφίβια και ερπετά, πτηνά και έντομα, δέντρα, φύλλα, καρποί, φρού­τα και κάθε λογής φυτά, κοσμούν νομίσματα διαφόρων πόλεων.

Στα τετράδραχμα της Εφέσου, η μέλισσα συνδέεται με τη λατρεία της Αρτέμιδος, αφού οι ιέρειές της ήταν γνωστές ως «μέλισσαι». Σταθερός νομισματικός τύπος της Κυρήνης υπήρξε η παράσταση του φυτού σιλφίου, χάρη στο εμπόριο του οποίου η πόλη όφειλε την πλεονεκτική της θέση ανάμεσα στις ελληνικές αποικίες της Αφρικής.

Το σίλφιον δεν υπάρχει πια ως φυτικό είδος και παραδίδεται από τους αρχαίους συγγραφείς Θεόφραστο και Διοσκουρίδη ως φάρ­μακο για όλες τις ασθένειες. Ο Πλίνιος αναφέρει ότι στην εποχή του βρέθηκε μόνο ένα φυτό σιλφίου, το οποίο πρόσφεραν στον αυτοκράτορα Νέρωνα ως το τελευταίο δείγμα αυτού του πασίγνωστου τότε είδους. Το σέλινο που αποδίδεται φυσιοκρατικά, στην πρό­σθια όψη των αργυρών αλλά και των χάλκινων νομισμάτων του Σελινούντος στη Σικελία, λειτουργούσε και ως «λαλούν σύμβολο» της πόλης. Η παράσταση του φυτού με την ίδια ονομασία με την πόλη, κάνει άμεσα ανα­γνωρίσιμο το νόμισμα και αυτή είναι μια πρακτική που ακολού­θησαν πολλές πόλεις.

 Γλυπτά

Πολλές φορές στα νομίσματα απεικονίστηκαν γλυπτά έργα που ήταν ονομαστά στην αρχαιότητα και η φήμη τους διατηρήθηκε με το πέρασμα του χρόνου. Οι χαράκτες της αρχαϊκής και της κλασικής εποχής απέφυγαν, κατά κανόνα, να αντιγράψουν σύγχρονα γλυπτά έργα και προτίμησαν να διατηρήσουν μια αυτονομία στην τέχνη τους. Οι χαράκτες όμως της ελληνιστικής και της ρωμαϊκής εποχής πολύ συχνά αντέγραψαν έργα της κλασικής εποχής, αποτυπώνοντας το μεγαλείο της δημιουργίας των προκατόχων τους.

 

Αργυρή δραχμή Επιδαύρου (πρώτο τέταρτο 3ου αιώνα π.χ.)

 

Τα νομίσματα αυτά έγιναν έτσι πολύτιμοι μάρτυρες για έργα που δεν σώζονται και βοήθησαν στην αναπαράστασή τους από τη νεώτερη έρευνα. Στα νομίσματα της Επιδαύρου, απεικονίζεται ο τύπος του χρυσελε­φάντινου αγάλματος του Ασκληπιού, θεού της ιατρικής, καθιστού με σκήπτρο και φίδι. Βρισκόταν στην Επίδαυρο, έδρα της λατρείας του Ασκληπιού και ήταν φημισμένο έργο του γλύπτη Θρασυμήδη από την Πάρο. Πρόκειται για σπάνια περίπτωση κατά την οποία το νόμισμα και το γλυπτό ανήκουν στην ίδια εποχή.

 

Πορτραίτα

Οι ηγεμόνες των ελληνιστικών βασιλείων τόλμησαν να απεικονί­σουν τα πορτραίτα τους στα νομίσματά τους, μια συνήθεια που είχαν ξεκινήσει ήδη από τα μέσα του 5ου αιώνα π.Χ. οι σατράπες της υπό περσική κατοχή Ανατολής. Αυτή η τακτική, που στα ρωμαϊ­κά χρόνια έγινε κανόνας, εξυπηρετούσε διάφορους σκοπούς.

Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά με τα οποία επέλεγε να αποδοθεί ο κάθε ηγεμόνας, δηλαδή το διάδημα, απλή ταινία ή με κέρατα, η δορά ελέφαντα, το ακτινωτό στέμμα, το κράνος, του προσέδιδαν μεγα­λύτερη αίγλη ως σύμβολα εξουσίας ή θεοποίησης και τον συνέδε­αν στις συνειδήσεις των λαών τους με συγκεκριμένα πρότυπα. Οι εικονιστικές αυτές κεφαλές μετέφεραν και διέδιδαν την εικόνα του βασιλέα, ηγεμόνα ή μονάρχη και την έκαναν γνωστή, προπαγανδί­ζοντας τη δύναμή του, σε συνδυασμό και με τις μεγαλεπήβολες επιγραφές στα νομίσματα που έκοψαν.

Από τεχνικής απόψεως τα πορτραίτα, στην αρχή ιδεαλιστικά, στη συνέχεια ρεαλιστικά, άλλες φορές είναι στατικά και δείχνουν περιο­ρισμένα στην κυκλική επιφάνεια των νομισμάτων και άλλες φορές διακρίνονται από δυναμισμό και ελευθεριότητα, που προδίδουν τη δύναμη και την τόλμη του χαράκτη τους.

Γυναικεία πορτραίτα απα­ντούν κατεξοχήν στα νομίσματα του βασιλείου της Αιγύπτου. Στους χρυσούς στατήρες, που εξέδωσαν οι ελληνικές πόλεις περί το 196 π.Χ., προκειμένου να τιμήσουν τον ρωμαίο στρατηγό Τίτο Φλαμινίνο, για την νίκη του εναντίον του Φιλίππου Ε’ στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.), αποτυπώθηκε ένα ρεαλιστικό πορτραίτο του. Αποτελεί ταυτοχρόνως ένα από τα τελευταία του είδους του ελληνιστικό πορτραίτο σε ευρωπαϊκό έδαφος και το πρώτο ρωμαϊκό. Το πορτραίτο του βασιλιά Ευκρατίδη Α’ της Βακτρίας αποδίδεται με κράνος και ψηλό λοφίο, κέρατο και αυτί βοδιού, στοιχεία που εμπλουτίζουν τη φυσιοκρατική εικόνα του.

 

Οικοδομήματα

Πολλές ελληνικές πόλεις απεικόνισαν στην οπίσθια όψη των νομισμάτων τους οικοδομήματα και αρχιτεκτονικά σύνολα. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται ναοί και ιερά διαφόρων αρχιτεκτονικών τύπων, που πολλές φορές αποδίδονται προοπτικά ή άλλες με στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου και συνήθως συνοδεύονται από το λατρευτικό άγαλμα του θεού, στο εσωτερικό τους. Στις περιπτώσεις των σύνθετων οικοδομημάτων και των αρχιτεκτονικών συμπλεγμάτων από δυο ή περισσότερους ναούς οι χαράκτες εκμεταλλεύτηκαν με άριστο τρόπο την μικρή μεταλλική επιφάνεια των νομισμάτων.

Στο ίδιο εικονογραφικό θέμα ανήκουν παραστάσεις με τείχη πόλεων, πύλες και αψίδες, βωμούς, γέφυρες, αλλά και λιμάνια με νεώρια, φάροι, καθώς και ειδικές κατασκευές με συγκεκριμένη χρήση. Στην πίσω πλευρά χάλκινου νομίσματος της Αλεξάνδρειας απεικονίζεται ο Φάρος της πόλης, ένα από τα επτά θαύματα της αρχαιότητας, η φήμη του οποίου είναι γνωστή ως τις μέρες μας. Ήταν έργο του έλληνα αρχιτέκτονα Σωστράτου και παραγγέλθηκε από τον Πτολεμαίο Β’ (286-246 π.Χ.).

 

Κείμενα των: Δέσποινας Ευγενίδου, Ευαγγελίας Αποστόλου, Γιάννη Στόγια, Παναγιώτη Τσελέκα, Μαίρης Φουντουλή, Ευτέρπης Ράλλη, * Αλέξη Τότσικα.

   

Πηγές


  • Υπουργείο Πολιτισμού – Νομισματικό Μουσείο, «Η Ιστορία του Νομίσματος», Αθήνα, χ.χ.
  • Αλέξης Τότσικας, «η δραχμή μας», Ιστόραμα, 2002.
  • Ιστορία των νομισμάτων, «Ήτοι εγχειρίδιον ελληνικής νομισματικής / Barclay V. Head», μεταφρασθέν εκ της αγγλικής και συμπληρωθέν υπό Ιωάννου Ν. Σβορώνου, πίνακες Α΄-ΛΕ΄, Εν Αθήναις, Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου, 1898.
  • Αδαμάντιος Γ. Κρασανάκης, «Νομισματική Ιστορία και τα Αρχαία Νομίσματα Κρήτης». Αθήνα, 2003.

Read Full Post »

Καζαντζάκης Νίκος (18 Φεβρουαρίου 1883 – 26 Οκτωβρίου 1957)


 

 Ο δημιουργός παλεύει με ουσία σκληρή, αόρατη, ανώτερη του, κι ο πιο μεγάλος νικητής βγαίνει νικημένος. Για πάντα το πιο βαθύ μας μυστικό, το μόνο που άξιζε να ειπωθεί, μένει ανείπωτο. Δεν υποτάσσεται ποτέ αυτό στο υλικό περίγραμμα της τέχνης. Πλαντούμε στην κάθε λέξη, βλέπουμε ένα δέντρο ανθισμένο, έναν ήρωα, μια γυναίκα, το άστρο της αυγής και φωνάζουμε: Αχ! και τίποτ’ άλλο δεν μπορεί να χωρέσει τη χαρά μας. Όταν το Αχ! αυτό θελήσουμε, αναλύοντάς το να το μεταδώσουμε στους ανθρώπους, να το σώσουμε από την ίδια μας τη φθορά, πως εξευτελίζεται σε λόγια αδιάντροπα, βαμμένα γεμάτα αέρα και φαντασία!… (Αναφορά στον Γκρέκο)

 

Νίκος Καζαντζάκης

Πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ποιητής, από τις πνευματικές φυσιογνωμίες με τη μεγαλύτερη απήχηση στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης (η οποία αποτελούσε ακόμη μέρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από το Μιχάλη Καζαντζάκη και τη Μαρία Χριστοδουλάκη. Μετά τις εγκύκλιες σπουδές στη γενέτειρά του και ενδιαμέσως στο κολλέγιο Φραγκισκανών Μοναχών της Νάξου (1897-99), όπου έμαθε γαλλικά και ιταλικά, σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στο Παρίσι.

Στο Παρίσι ο νεαρός σπουδαστής Νίκος Καζαντζάκης γνώρισε τα νέα φιλοσοφικά ρεύματα και είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει τα μαθήματα του φιλοσόφου Henri Bergson, ο οποίος υποστήριζε ότι η ζωή είναι διαρκής δημιουργία, μία γιγάντια προσπάθεια ν’ ανασηκωθεί η ύλη. Ο Καζαντζάκης συνέλαβε την εικόνα του αγωνιζόμενου ανθρώπου που αγωνίζεται σ’ έναν ανήφορο χωρίς τέλος για μια «Οδύσσεια» χωρίς «Ιθάκη».

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, φοιτητής στην Αθήνα, 1904. Αρχείο: Εκδόσεις Καζαντζάκη.

Επιστρέφοντας τύπωσε στο Ηράκλειο τη διατριβή του επί υφηγεσία «Ο Φρειδερίκος Νίτσε εν τη φιλοσοφία του δικαίου» (1909). Κατά τους βαλκανικούς πολέμους κατατάχθηκε εθελοντής στο στρατό και υπηρέτησε στο ιδιαίτερο γραφείο του Πρωθυπουργού. Αργότερα (1919) διορίστηκε Γενικός Διευθυντής στο νεοσύστατο Υπουργείο Περιθάλψεως και από τη θέση αυτή καταρτίζει σχέδιο για την επιστροφή των Ελλήνων του Καυκάσου, όπου πήγε ο ίδιος για την περίθαλψη των ομοεθνών. Όσοι επέστρεψαν (150.000 περ. πρόσφυγες) εγκαταστάθηκαν στη Δ. Μακεδονία και Θεσσαλία. Από τη θέση αυτή αποχώρησε μετά την ήττα του Ελ. Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου 1920.

Τα χρόνια της κατοχής τα πέρασε στην Αίγινα, όπου και άλλοτε βρέθηκε μελετώντας και γράφοντας απομονωμένος σαν ερημίτης. Μετά την απελευθέρωση ήρθε στην Αθήνα. Θέλησε να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά η αίτησή του απορρίφθηκε. Διορίστηκε Υπουργός άνευ χαρτοφυλακίου στην κυβέρνηση Σοφούλη, αλλά μετά από δύο μήνες παραιτήθηκε.

 

Νίκος Καζαντζάκης

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης έφυγε από την Ελλάδα τον Ιούνιο 1946 για ένα σύντομο ταξίδι στην Αγγλία, αλλά δεν επέστρεψε ποτέ πια. Από το Λονδίνο βρέθηκε στο Παρίσι, καλεσμένος από τη Γαλλική κυβέρνηση· και για ένα μικρό διάστημα ήταν σύμβουλος για τη λογοτεχνία στην UNESCO. Παραιτήθηκε και από τη θέση αυτή, για ν’ ασχοληθεί αποκλειστικά και μόνο με την ιδιότητα του συγγραφέα.

Ο Καζαντζάκης παντρεύτηκε το 1911 τη συγγραφέα Γαλάτεια Αλεξίου, αλλά δεν μπόρεσαν να συμβιώσουν. Ήταν χαρακτήρας εντελώς διαφορετικός. Μόνος του ή μαζί με τη Γαλάτεια γράφει πέντε αναγνωστικά για το δημοτικό σχολείο για βιοποριστικούς λόγους και εγκρίνονται όλα από το Υπουργείο Παιδείας (1914). Τα υπέγραφε όλα η γυναίκα του. Για οικονομικούς λόγους, επίσης, έκανε κατά καιρούς πολλές μεταφράσεις. Ο γάμος με τη Γαλάτεια διαλύθηκε οριστικά το 1926. Είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό το μυθιστόρημα της Γαλάτειας Καζαντζάκη «Άνθρωποι και υπεράνθρωποι» με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία και με πολλές αναφορές στην προσωπικότητα του Καζαντζάκη και στη συμβίωσή τους. Το 1945 παντρεύτηκε την Ελένη Σαμίου, ύστερα από μακρότατο δεσμό, η οποία στάθηκε δίπλα του μέχρι τέλους.

Ο Νίκος Καζαντζάκης έκανε πολλά ταξίδια στην Ευρώπη, την Αφρική και την Ασία, καταγράφοντας τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις σε βιβλία. Επίσης, το 1914 γνώρισε τον Άγγελο Σικελιανό και μαζί επισκέφθηκαν το Άγιο Όρος και την επόμενη χρονιά πολλά μέρη της Ελλάδας, αναζητώντας «τη συνείδηση της φυλής τους», όπως έλεγαν, παρά το γεγονός ότι οι δύο άνδρες ήταν δύο εντελώς διαφορετικοί χαρακτήρες.

 

Στο βιβλίο του με τίτλο «Ταξιδεύοντας» είναι συγκεντρωμένα ταξιδιωτικά κείμενα του Νίκου Καζαντζάκη, που αναφέρονται στην Ιταλία, την Αίγυπτο, το Σινά, την Ιερουσαλήμ, την Κύπρο και το Μοριά. Τα κείμενα για το Μοριά είναι γραμμένα σε μορφή δημοσιογραφικών ανταποκρίσεων και χρονολογικά τοποθετούνται στη δεκαετία του 1930.Το ταξίδι του Καζαντζάκη στο Μοριά κλείνει με την επίσκεψη του στο Άργος και στις Μυκήνες. Ο συγγραφέας επιστρέφει στο Σιδηροδρομικό Σταθμό του Άργους, όπου, περιμένοντας κάτω από τις λεύκες την άφιξη του τρένου για την Αθήνα, γράφει ένα από τα ωραιότερα κομμάτια του σχετικά με την ταυτότητα του Νέου Ελληνισμού. Προσπαθεί να τοποθετήσει το νεοέλληνα ανάμεσα σ’ Ανατολή και Δύση, να του δώσει ένα καθήκον. «Δεν μπορούμε», γράφει, «ν’ αρνηθούμε μήτε την Ανατολή μήτε τη Δύση… Είμαστε υποχρεωμένοι ή να φτάσουμε στο λαμπικάρισμα της Ανατολής σε Δύση, να πετύχουμε δηλαδή μια δυσκολότατη σύνθεση, ή να χαροπαλεύουμε δούλοι…»

 

Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και ήταν ήδη πολύ γνωστός, από τότε που εγκαθίσταται στην Αντίμπ της Γαλλίας (1948) η φήμη του μεγαλώνει και τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές γλώσσες. Τιμήθηκε πολλές φορές, αλλά στερήθηκε το βραβείο Νόμπελ – αν και είχε προταθεί επανειλημμένως – για τις τολμηρές του θέσεις, που κινητοποιούν την ορθόδοξη και καθολική εκκλησία να μην τύχει αυτής της ύψιστης τιμής.

Ο Νίκος Καζαντζάκης στο Άργος, το 1927. Φωτογραφία «Επτά Ημέρες Καθημερινή», Κυριακή 2 Νοεμβρίου 1997. Αρχείο: Ελένη Καζαντζάκη.

Ο Πάπας είχε αναγράψει στον κατάλογο απαγορευμένων βιβλίων το μυθιστόρημα «Ο τελευταίος πειρασμός». Το τελευταίο μακρινό του ταξίδι το έκανε στην Κίνα, όπου προσεβλήθη από ασιατική γρίππη και επιστρέφοντας πέθανε στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Κηδεύτηκε στο λόφο Μαρτινέγκο στο Ηράκλειο. Στον τάφο του είναι χαραγμένη η επιγραφή: «Δεν ελπίζω τίποτα, δε φοβάμαι τίποτα, είμαι λεύτερος».

Το συγγραφικό έργο του Καζαντζάκη είναι τεράστιο. Έγραψε ποίηση, θέατρο, μυθιστορήματα και ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δημοσίευσε άρθρα και μελέτες σε εφημερίδες και περιοδικά και έκανε πολλές μεταφράσεις.

Ποίηση:

Οδύσσεια (1938), μια τεράστια επική σύνθεση (στίχοι 33.333), που αναφέρεται στις περιπέτειες του ομηρικού Οδυσσέα μετά την άφιξή του στην Ιθάκη. Στο πρόσωπο του Οδυσσέα, ο οποίος πεθαίνει στο Νότιο Πόλο γενναίος πάντα και ελεύθερος, ενσαρκώνεται η κοσμοθεωρία του ποιητή και η αγωνία του για τη ζωή.

Τερτσίνες (1939) άσματα σε ιαμβικό εντεκασύλλαβο με δαντική ομοιοκαταληξία.

Θέατρο:

Έμμετρες τραγωδίες σε τρεις τόμους· α) με αρχαία θέματα (Προμηθέας 1949, Κούρος 1949, Οδυσσέας 1928, Μέλισσα 1937, β) με βυζαντινά θέματα (Χριστός 1915, Ιουλιανός ο Παραβάτης 1945, Νικηφόρος Φωκάς 1927, Κων/νος Παλαιολόγος 1949 και γ) με διάφορα άλλα θέματα (Καποδίστριας 1946, Χριστόφορος Κολόμβος 1949, Σόδομα και Γόμορα 1948, Βούδας 1928).

Πεζογραφία:

Εκτός από το έργο «Όφις και κρίνο» (1906), εκείνο το βιβλίο που σηματοδοτεί το ιδεολογικό και φιλοσοφικό πιστεύω του Ν. Καζαντζάκη είναι η Ασκητική (1927), γραμμένη λίγο νωρίτερα και δημοσιευμένη αρχικά με τον τίτλο Salvatores Dei (Σωτήρες του Θεού).

Είναι έργο με μεταφυσικό περιεχόμενο, επηρεασμένο από τη φιλοσοφία του Νίτσε και του Μπέρκσον και από την πολιτική δράση του Λένιν. Η Ασκητική, η Οδύσσεια και η Αναφορά στον Γκρέκο αποτελούν τον καταστατικό χάρτη των ιδεών του Ν. Καζαντζάκη.

Σημειώνουμε επίσης δύο έργα γραμμένα στα γαλλικά: Τόντα Ράμπα 1934 (μτφρ. Γιάννη Μαγκλή) και Βραχόκηπος 1936 (μτφρ. Παντ. Πρεβελάκη).

Τα βιβλία, όμως, που αγαπήθηκαν πολύ από το ευρύ κοινό είναι τα μυθιστορήματά του Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), όπου προβάλλεται ο άνθρωπος της δράσης και της φυσικής ζωής, ο Καπετάν Μιχάλης (1953), που αναφέρεται στην κρητική επανάσταση 1897, Ο τελευταίος πειρασμός (1955), που αναφέρεται στις τελευταίες στιγμές του Θεανθρώπου, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1955), όπου προβάλλονται οι αρετές και τα ανθρώπινα πάθη, Ο φτωχούλης του Θεού (1956), που αναφέρεται στην ιστορία του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, Ο βραχόκηπος (1960)  και τέλος η Αναφορά στον Γκρέκο (1961, μεταθανάτια έκδοση), μία μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, όπου διαγράφεται ο αγώνας του ανθρώπου ν’ ανέβει τον ανήφορό του και να κάμει την ύλη πνεύμα.

Ταξιδιωτικά:

Ο Νίκος Καζαντζάκης ήταν πολυταξιδεμένος και μας άφησε τις ταξιδιωτικές του εντυπώσεις στα βιβλία του με το γενικό τίτλο Ταξιδεύοντας. Στα βιβλία αυτά παρακολουθούμε παράλληλα με τις γεωγραφικές περιηγήσεις – τις ιδεολογικές και φιλοσοφικές θέσεις του συγγραφέα, καθώς ταξιδεύει όπου γης, από την Αγγλία, Ρωσία και Ελλάδα μέχρι το Σινά, την Κίνα και την Ιαπωνία.

Μεταφράσεις:

Τέλος, το μεταφραστικό του έργο είναι επίσης πολύ μεγάλο. Ο Καζαντζάκης, εκτός από τα Αρχαία Ελληνικά και τα Λατινικά, γνώριζε άλλες επτά γλώσσες. Μετέφρασε Νίτσε (Η γέννηση της τραγωδίας, Τάδε έφη Ζαρατούστρας), Ουίλιαμ Τζέιμς (Η θεωρία της συγκινήσεως), Δαρβίνο (Περί της γενέσεως των ειδών), Χένρυ Μπέρκσον (Το γέλιο), Δάντη (Θεία Κωμωδία), Ανθολογία Ισπανών Ποιητών, Γκαίτε (Φάουστ), Μακιαβέλι (Ηγεμών), Γιόργκενσεν (Άγιος Φραγκίσκος της Ασίζης) κ.ά. Μετέφρασε, επίσης, πλατωνικούς διαλόγους και τα ομηρικά έπη σε συνεργασία με τον Ι. Θ. Κακριδή.

Κινηματογραφικές και τηλεοπτικές μεταφορές

Βασισμένες σε έργα του Νίκου Καζαντζάκη είναι οι ταινίες:

Αλέξης Ζορμπάς 

Ο τελευταίος πειρασμός

Μια ακόμα ταινία γυρίστηκε το 1956 βασισμένη στο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, Ο Χριστός ξανασταυρώνεται. Ο τίτλος της ταινίας που τη σκηνοθέτησε ο Ζιλ Ντασέν, είναι, «Εκείνος που έπρεπε να πεθάνει». Ο Χριστός ξανασταυρώνεται προβλήθηκε σαν σειρά από την ΕΡΤ την περίοδο 1975-1976. Οι ταινίες του προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις από φανατικά στοιχεία αλλά και εισαγγελικές παρεμβάσεις και μηνύσεις.

  

Πηγές


  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.
  • Το Δέντρο, «Νίκος Καζαντζάκης / Καταφάσεις και Αμφιθυμίες», τεύχος 155-156, Μάιος 2007.

Σχετικά θέματα:

Καζαντζάκης Νίκος ”Ταξιδεύοντας”, Άργος – Μυκήνες  

Read Full Post »

Πολυγένης Κωνσταντίνος (1862-1935)


 

Πολυγένης Κωνσταντίνος

Διαπρεπής νομικός, καθηγητής της Νομικής Σχολής, συγγραφέας  και πολιτικός, καταγόμενος από το Άργος.  Γεννήθηκε στην Αθήνα από Αργείτικη οικογένεια. Μετά την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ενεγράφη στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ συνέχισε τις σπουδές του επί πέντε χρόνια σε πανεπιστημιακά ιδρύματα της Γερμανίας.

Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1890 και διορίστηκε αρχικά υφηγητής του Ρωμαϊκού Δικαίου, ενώ την επόμενη χρονιά ανέλαβε καθήκοντα γραμματέα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το 1895 εξελέγη τακτικός καθηγητής στο μάθημα του Ρωμαϊκού και Βυζαντινού Δικαίου. Ασχολήθηκε με την πολιτική˙ το 1921 διετέλεσε μάλιστα Υπουργός Παιδείας επί κυβερνήσεως Δημητρίου Γούναρη,  ενώ κατά το ακαδημαϊκό έτος 1921-1922 χρημάτισε και Πρύτανης του Πανεπιστημίου. Άφησε σπουδαίο επιστημονικό έργο, τόσο πρωτότυπο, όσο και μεταφράσεις.

Έργα του είναι:

Περί δωρεάς (1884)

Περί της απαγορεύσεως των δωρεών μεταξύ συζύγων (1890)

Πραγματεία περί προικός (δίτομο έργο, 1891-1894)

Περί της αξίας του Ρωμαϊκού δικαίου (1899)

Μετάφρασε έργα του Bernhard Joseph Hubert Windscheid και προσάρμοσε αυτά στην Ελληνική νομοθεσία και νομολογία.

Το Άργος τιμώντας τη μνήμη του, του ανήγειρε προτομή στη βορεινή πλευρά του δικαστικού μεγάρου της πόλης. Ο γιος του Ιωάννης Πολυγένης υπήρξε επίσης καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Γενικός Γραμματέας του ΥΠΕΠΘ.  

 

Πηγές


  • Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον Αθηνών, «Εκατονταετηρίς 1837-1937», Πυρσός, Αθήναι, 1937.
  • Μαρκεζίνης Σπύρος, «Πολιτική ιστορία της νεωτέρας Ελλάδος: 1828 – 1964», Αθήνα, Πάπυρος, 1967.
  • Λεύκωμα της Eκατονταετηρίδος της εν Aθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας 1837-1937, Αθήνα χ.χ. 
  • Οδυσσέας Κουμαδωράκης, « Άργος το πολυδίψιον » Εκδόσεις Εκ Προοιμίου, Άργος, 2007.

Read Full Post »

Καΐρης Θεόφιλος (1784 -1853)


 

 Λόγιος και θεολόγος, ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του Νεοελληνικού Διαφωτισμού. Σπούδασε στην Ευρώπη και δίδαξε στη Σμύρνη και το Αϊβαλί. Συμμετείχε στην Επανάσταση του 1821 και μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους οργάνωσε σχολείο στην Άνδρο. Λόγω της θρησκευτικής του διδασκαλίας υπέστη διώξεις που τελικά οδήγησαν στο θάνατό του.

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία εποχής.

Ο Θεόφιλος Καΐρης γεννήθηκε το 1784 στην Άνδρο. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Θωμάς, γονείς του ήταν ο πρόκριτος Καΐρης και η Αναστασία Καμπανάκη. Είχε τρεις αδελφούς, τους μετέπειτα μοναχούς Ευγένιο και Ιωασάφ, και το Δημήτριο καθώς και τρεις αδελφές τη Μαρία, τη Λασκαρώ και την Ευανθία, η οποία υπήρξε επίσης σημαντική διανοούμενη της εποχής. Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα στην Άνδρο, στη Σχολή του Κάτω Κάστρου, από τον ιεροδιάκονο Ιάκωβο. Στα 1794 πεθαίνει ο πατέρας του. Ο αδελφός της μητέρας του και ανάδοχος του Σωφρόνιος Καμπανάκης, εφημέριος στο ναό του Αγίου Γεωργίου Κυδωνιών (Αϊβαλί), τον παίρνει κοντά του ώστε να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του.

Στις Κυδωνίες, διδάχθηκε φιλολογία, φιλοσοφία, μαθηματικά και στοιχεία επιστημών από σημαντικούς δασκάλους, όπως το Γρηγόριο Σαράφη και το Βενιαμίν Λέσβιο, στη συνέχεια στη σχολή της Πάτμου και στη Χίο, παρακολούθησε τη διδασκαλία του Αθανάσιου Πάριου και του Δωρόθεου Πρωΐου. Στα 18 του χρόνια χειροτονείται μοναχός και αποκτά το όνομα Θεόφιλος.

Όμως το ανήσυχο πνεύμα του Έλληνα διαφωτιστή δεν αρκείτε στην Ελλάδα. Έτσι, το 1803, με τη συνδρομή του θείου του και της κοινότητας του Αϊβαλιού, έφυγε στην Ευρώπη για σπουδές. Αρχικά παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, μαθηματικών και φυσικής στην Πίζα, ενώ το 1807 πήγε στο Παρίσι για να συνεχίσει τις σπουδές του, όπου συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή.

Το Φεβρουάριο του 1809 επέστρεψε στην Άνδρο και από εκεί το 1810 πήγε στο Αϊβαλί, προκειμένου να αναλάβει τα καθήκοντα σχολάρχη στην εκεί Ακαδημία, μετά την παραίτηση του Βενιαμίν Λέσβιου. Δεν είναι όμως βέβαιο ότι τελικά αυτό έγινε, καθώς το 1811 καλείται να διευθύνει την Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, σχέδιο που τελικά δεν καρποφόρησε. Το 1812 ο Καΐρης βρίσκεται και πάλι στο Αϊβαλί, όπου διδάσκει στην Ακαδημία.

Με τη βοήθεια του Κοραή θα φροντίσει ώστε η Ακαδημία των Κυδωνιών να αποκτήσει πλούσια βιβλιοθήκη με ελληνικά και ξένα συγγράμματα, αλλά και όργανα χημείας, φυσικής, αστρονομίας και γεωγραφίας. Μάλιστα το 1819 ίδρυσε ακόμα και τυπογραφείο. Στην αυγή της Επανάστασης θα επιστρέψει στην Άνδρο, όπου και θα υψώσει αυτός πρώτος το λάβαρο της Επανάστασης.

 

Στα χρόνια της Επανάστασης

 

Το 1819 μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, μόλις ξεσπά η Επανάσταση, φεύγει από το Αϊβαλί. Στις 10 Μαΐου πρωτοστατεί στην κήρυξη της επανάστασης στην πατρίδα του και φεύγει για την Πελοπόννησο. Συμμετέχει στην Α΄ Εθνοσυνέλευση και το 1822 τραυματίζεται στην εκστρατεία του Ολύμπου.

 

Θεόφιλος Καΐρης. Λιθογραφία.

 

Στις εθνοσυνελεύσεις που ακολούθησαν, ο Καΐρης συμμετέχει ως «πληρεξούσιος παραστάτης» της Άνδρου και γίνεται μέλος του Βουλευτικού Σώματος. Η τελευταία του εμφάνιση στα πολιτικά πράγματα είναι στην Αίγινα, στις 11 Ιανουαρίου 1828, όταν αναλαμβάνει να προσφωνήσει τον Ιωάννη Καποδίστρια, που έφτανε στην Ελλάδα ως κυβερνήτης, με ένα λόγο διαπνεόμενο από φιλελεύθερο πνεύμα. Το 1835 αρνήθηκε την παρασημοφόρησή του από το βασιλιά Όθωνα, ως διαμαρτυρία για τη μη συνταγματική διακυβέρνηση της χώρας, ενώ δύο χρόνια αργότερα αρνήθηκε την έδρα της φιλοσοφίας στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Το Ορφανοτροφείο

 

Από νωρίς ο Καΐρης είχε συλλάβει την ιδέα για την ίδρυση ορφανοτροφείου και σχολείου στην Άνδρο. Από το 1827 ξεκίνησε περιοδείες στα ελληνικά νησιά για την εξεύρεση πόρων και από το 1831, αφού πρώτα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, στις ελληνικές κοινότητες του εξωτερικού. Το Ορφανοτροφείο άρχισε τη λειτουργία του επίσημα στις 6 Ιανουαρίου του 1836 και πολύ σύντομα η φήμη του εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Ελλάδα και στις ελληνικές παροικίες.

Στο Ορφανοτροφείο εφαρμοζόταν η αλληλοδιδακτική μέθοδος διδασκαλίας, ενώ ο ίδιος ο Καΐρης δίδασκε φιλοσοφία, φιλολογία, μαθηματικά και αστρονομία. Στο διάστημα αυτό ο Καΐρης διαμόρφωσε το δικό του, ιδιαίτερο φιλοσοφικό και θρησκευτικό σύστημα, γνωστό ως «Θεοσέβεια».

 

Η θεοσέβεια

 

Ο Καΐρης διαμόρφωσε ένα θεολογικό σύστημα που το ονόμασε «Θεοσέβεια». Το σύστημα αυτό ανέτρεπε βασικά δόγματα της ορθόδοξης θεολογίας: τη θεότητα του Χριστού, την Αγία Τριάδα, τα μυστήρια και τις εκκλησιαστικές τελετές. Συνέταξε δικό του υμνολόγιο και ευχολόγιο σε δωρική διάλεκτο.

Επίσης, εισήγαγε νέο ημερολόγιο που το χρησιμοποιούσαν οι μαθητές του στην καθημερινότητά τους, κατάργησε τις εικόνες στους ναούς και τις αντικατέστησε με ρητά και αξιώματα, όρισε νέους κανονισμούς στην ανέγερση των ναών και την ίδρυση φιλανθρωπικών καταστημάτων. Παράλληλα, δίδασκε και τις αρχές των άλλων θρησκειών, χωρίς να ασκεί καμία κριτική σε αυτές. Το φιλοσοφικό – θεολογικό σύστημά του στηριζόταν στις αρχές του φιλελεύθερου χριστιανισμού και του ιδεαλιστικού ανθρωπισμού.

Ο Δημήτριος Ι. Πολέμης αναφέρει:

«Η θεοσέβεια είχε την ιδικήν της δογματικὴν θεολογίαν. Απέρριπτε βεβαίως την Καινὴν Διαθήκην και ολόκληρον την παράδοσιν της Εκκλησίας, Ορθοδόξου και μη. Είχεν επίσης ίδιον τελετουργικὸν με ναούς, «θειαγοὺς» και ύμνους (ες δωρικὴν διάλεκτον αλλ’ ουσιαστικώς εμπνευσμένους εκ της ορθοδόξου υμνολογίας δια της  απαλείψεως κάθε αναφοράς ες τον Χριστόν, την Παναγίαν και τους Αγίους), ίδιον ημερολόγιον και τα παρόμοια, τα οποία έξω του μικρού κύκλου μερικών μαθητών και φίλων του Καΐρη ουδένα ήτο δυνατὸν να συγκινήσουν και να ελκύσουν. Με τον θάνατον του Καΐρη θνήσκει και η θρησκεία του˙ μόνον ὁ Γλαυκωπίδης έμεινε πιστὸς έως θανάτου».

Το ανωτέρω απόσπασμα του Δ. Ι. Πολέμη για τον Θ. Καΐρη  περιλαμβάνεται  στον τόμο, Αλληλογραφία Θεοφίλου Καΐρη, εκδιδομένη υπό Δ. Ι. Πολέμη, Μέρος έκτον: Προσωπογραφικά, Άνδρος: Καΐρειος Βιβλιοθήκη 2003, 138-148.

 

Η δίωξη και ο θάνατός του

 

Θεόφιλος Καΐρης. Ελαιογραφία. Καΐρειος Βιβλιοθήκη, Άνδρος.

Ο Θεόφιλος Καΐρης δεν συμφιλιώθηκε ποτέ με την ιδέα της βασιλείας στο νέο κράτος. Άλλωστε κάτι τέτοιο μαρτυρά και η άποψη του Κωνσταντίνου Οικονόμου, πνευματικού ανθρώπου της εποχής, ιδιαίτερα στενού του φίλου (ο οποίος και στη συνέχεια έγινε ένας από τους πιο σφοδρούς του πολέμιους), πως δηλαδή ο μοναχός «εφαίνετο σφόδρα δημοκρατικός».

Ο Βασιλιάς, θέλοντας ίσως και να εξευμενίσει τον κοσμοκαλόγερο ο οποίος τον αντιμετώπιζε ως εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων, του προτείνει το παράσημο του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος για την προσφορά του στην πατρίδα. Σε μία ιδιαίτερη διπλωματική επιστολή, ο Καΐρης αρνείται το παράσημο και πιέζει περίτεχνα τον βασιλιά να υιοθετήσει Σύνταγμα. Η φωτισμένη προσωπικότητα έχει ήδη δημιουργήσει πολλούς εχθρούς. Ο Όθωνας είχε στείλει από νωρίς έμπιστους συμβούλους του, προκειμένου να πάρει πληροφορίες για την περίφημη ήδη τότε σχολή του. Ο Γερμανός καθηγητής φιλοσοφίας Brandis, που τον παρακολούθησε για λογαριασμό του Στέμματος σε διαλέξεις του, επιστρέφοντας σημείωσε χαρακτηριστικά: «Εάν επί μίαν ακόμη τριετίαν διδάξη ο Καΐρης, ο βασιλεύς Όθων θα φύγη από την Ελλάδα»!

Την αρχή στη σειρά επιθέσεων κατά του Θεόφιλου Καΐρη έδωσε η ίδια η εκκλησία. Η Ιερά Σύνοδος της Ελλάδας απαίτησε από τον Καΐρη δήλωση μετανοίας και ομολογία πίστεως. Η απάντησή του ήταν οργισμένη: Επιτρέπεται εν ευνομουμένω κράτει, καυχουμένω μάλιστα επί ανεξιθρησκία, να ερευνά τις την συνείδησιν του ετέρου και να ζητή έγγραφον ομολογίαν της πίστεώς του; Αν τούτο επιτρέπεται, ας ομολογήσωμεν ότι δεν αφιστάμεθα πολύ της εποχής των δικαστηρίων της Ιεράς Εξετάσεως. Όπως ήταν φυσικό, οι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι, κατάφεραν να κατηγορηθεί για αίρεση και ίδρυση νέας θρησκείας,  με αποτέλεσμα να τεθεί υπό περιορισμό στη Σκιάθο, ενώ το Ορφανοτροφείο διαλύθηκε. Ένα χρόνο αργότερα τέθηκε υπό περιορισμό για μια διετία στη Θήρα και ακολούθησε η καθαίρεση και ο αναθεματισμός του ίδιου και της διδασκαλίας του.

Το Μάρτιο του 1842 ο Καΐρης αναχώρησε για το εξωτερικό μέχρι τον Ιούνιο του 1844. Όταν το Σύνταγμα καθιέρωσε την ανεξιθρησκία, επέστρεψε στην Άνδρο. Εκεί ασχολήθηκε και πάλι με το Ορφανοτροφείο, όπου είχαν παραμείνει ακόμα λίγα ορφανά, και προσπάθησε να διαδώσει τη «Θεοσέβεια», προκαλώντας όμως οξύτατες αντιδράσεις.

Το αποτέλεσμα ήταν να παραπεμφθεί σε δίκη στη Σύρο το Δεκέμβριο του 1852, κατηγορούμενος «επί προσηλυτισμώ και διαδόσει νέας θρησκείας αγνώστου». Καταδικάστηκε σε φυλάκιση δύο ετών.  Τη νύχτα όμως της 9ης προς 10η Ιανουαρίου του 1853 πέθανε και τον έθαψαν κοντά στο Λαζαρέτο (νοσοκομείο) της Σύρου, ενώ την επόμενη ημέρα οι Αρχές άνοιξαν τον τάφο και τον γέμισαν με ασβέστη, για να εμποδίσουν τους μαθητές του να τελέσουν κανονική νεκρώσιμη λειτουργία. Δέκα μέρες αργότερα, ύστερα από προσφυγή του αδελφού του Δημητρίου Καΐρη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του δικαστηρίου της Σύρου και η μνήμη του αποκαταστάθηκε.

 

Εργογραφία

Ο Καΐρης έγραψε πολλά φιλοσοφικά και επιστημονικά έργα:

  • Γνωστική ή των του ανθρώπου γνώσεων σύντομος έκθεσις, (Αθήνα 1849).
  • Στοιχειά Φιλοσοφίας ή των περί τα όντα γενικώτερον θεωρουμένων τα στοιχειωδέστερα, (Αθήνα 1851).
  • Φιλοσοφικά και Φιλολογικά, (Πάτρα 1875, το πρώτο μέρος με τον τίτλο Φιλοσοφικά επανεκδόθηκε στην Αθήνα το 1910).

Σχετικά με τη «Θεοσέβεια», έγραψε τέσσερα βιβλία που εκδόθηκαν στο Λονδίνο:

  • Θεοσεβών προσευχή, (1848).
  • Επιτομή της θεοσεβικής διδασκαλίας και ηθικής, (1852).
  • Διαγωγή θεοσεβούς, (1852).
  • Θεοσεβών προσευχαί και ιερά άσματα, (1852).

Επίσης, ο Καΐρης άφησε σε χειρόγραφη μορφή τη Φυσική, μια Πραγματεία Ποσοτικής.

Βιβλιογραφία :

  • Δημαράς Κ.Θ., Νεοελληνικός Διαφωτισμός, Αθήνα 1977.
  • Κιτρομηλίδης Π., Νεοελληνικός Διαφωτισμός. Οι πολιτικές και κοινωνικές ιδέες, Αθήνα 1999.
  • Πασχάλης Δ., Θεόφιλος Καΐρης. Ιστορική και φιλοσοφική μελέτη, Αθήνα 1928 (ανατ. 2000).
  • Κουμαριανού Α., «Η ελευθεροφροσύνη του Θεόφιλου Καΐρη», Εποχές, 46, Φεβρουάριος 1967, 184-200.
  • Αργυροπούλου Ρ., «Θεόφιλος Καΐρης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, Αθήνα 1991, 205-206.
  • Θεόφιλος Καΐρης, Γνωστική. Στοιχεία Φιλοσοφίας, εισαγωγή, επιμέλεια: Νικήτας Σινιόσογλου, Άνδρος 2008.

 

Πηγές


 

  • Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού
  • Καΐρειος Βιβλιοθήκη
  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Άγιος Γεώργιος – Λαογραφία


 

 Ένας βαθιά ελληνικός ορθόδοξος άγιος με «ρίζες» και «κλαδιά» πέρα από την ορθοδοξία

Υπάρχουν άγιοι στην ορθοδοξία που οι θρύλοι οι οποίοι τους συνοδεύουν φανερώνουν την ιδιαίτερη σχέση και αγάπη των πιστών προς αυτούς, σχέση που τους εκτείνει πέρα από τα όρια του δόγματος και της θρησκείας, τους καθιστά περισσότερο οικείους και οικουμενικούς.

Εικόνα Αγίου Γεωργίου

Ένας από τους κυριότερους τέτοιους αγίους είναι ο Καππαδόκης άγιος Γεώργιος, ο οποίος στη λαϊκή ψυχή έχει στοιχεία αγιοσύνης και ηρωισμού ταυτόχρονα, όπως και ο άλλος έφιππος άγιος, ο άγιος Δημήτριος. Στην Καππαδοκία, μάλιστα, πιστεύουν ότι τα άλογα του Άι-Γιώργη, του Άι-Δημήτρη, των αγίων Θεοδώρων και του αγίου Μηνά τρέχουν στον ουρανό και ότι είναι αυτά που προκαλούν τις βροντές και τις αστραπές με τα πέταλά τους.

Το βασικό χαρακτηριστικό όμως του αγίου Γεωργίου σύμφωνα με τους θρύλους που σχετίζονται μ’ αυτόν, το φανερώνει το επίθετο «δρακοντοκτόνος», επειδή ο άγιος σκότωσε έναν δράκο που φρουρούσε όλο το νερό της περιοχής και δεν άφηνε τους κατοίκους να υδρευτούν, αν δεν του έδιναν βορά κάθε φορά από έναν συντοπίτη τους. Αυτό συνεχιζόταν επί πολλά χρόνια, μέχρι που ήρθε η σειρά της μονάκριβης κόρης του τοπικού άρχοντα να θυσιαστεί στον δράκο. Τότε, ο άγιος, καβαλάρης, με το κοντάρι του σκότωσε τον δράκο, έσωσε την κοπέλα και ελευθέρωσε και την πόλη.

Το αξιοσημείωτο στην όλη ιστορία είναι ότι την ιδιότητα του δρακοντοκτόνου ο άγιος την αποκτά μόλις τον εντέκατο αιώνα, και όχι ενωρίτερα. Οι παλαιότερες παραστάσεις του αγίου τον εικονίζουν ως αξιωματούχο. Γράφει σχετικά η αναπληρώτρια καθηγήτρια Βυζαντινής Τέχνης, Μαρία Βασιλάκη: «Οι κατ’ εξοχήν δρακοντοκτόνοι άγιοι στην Ανατολική Εκκλησία ήταν οι δυο Θεόδωροι, ο Τήρων και ο Στρατηλάτης. Η παλαιότερη παράσταση με τον Γεώργιο του έκτου αιώνα τον δείχνει ως αξιωματούχο, δηλαδή με την επίσημη και όχι με τη στρατιωτική του στολή. Δεν γνωρίζω για παράσταση του ένατου αιώνα. Πάντως, μόλις τον εντέκατο εμφανίζεται ως δρακοντοκτόνος. Πως και γιατί αντικαταστάθηκαν οι Θεόδωροι από τον Γεώργιο είναι ένα ζητούμενο». Το γεγονός πάντως δεν είναι άσχετο και με το ότι τον εντέκατο αιώνα το Βυζάντιο βρίσκεται πλέον σε εξαιρετικά δυσχερή θέση.

Ως δρακοντοκτόνο, τον άγιο τον διεκδίκησε και το Ισλάμ, κατά τον δέκατο τρίτο και δέκατο τέταρτο αιώνα, ονομάζοντας τον Σαρί Σαλτίκ. Σύμφωνα με τον δικό τους θρύλο, ο Σαρί Σαλτίκ, πιστός σύντροφος του Χατζί Μπεκτάς (ιδρυτή του τάγματος των Μπεκτασήδων) έφθασε στη Βουλγαρία, σκότωσε έναν δράκοντα με επτά κεφάλια, απελευθέρωσε τη βασιλοπούλα και οι χριστιανοί (οι «άλλοι») ασπάστηκαν τον Μωάμεθ. Ο ίδιος θρύλος είναι πολύ ισχυρός στην Κρόια της Αλβανίας, αλλά και στη Βοσνία.

 

Ο Άγιος Γεώργιος (εικόνα αγνώστου, 1830). Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου – Άνω Σύρος.

 

Αρχαιοελληνικές καταβολές…

Στην ελληνική παράδοση, δρακοντοκτόνους ήρωες έχουμε και στα προ Χριστού χρόνια, ο θρύλος των οποίων επέζησε στους μετά Χριστόν αγίους. Έτσι, ο Άι-Γιώργης αποτελεί συνέχεια του ηλιακού θεού Απόλλωνα, ο οποίος σκότωσε τον πύθωνα στους Δελφούς.

Ο πύθωνας ήταν ένα μεγάλο σαυροειδές τέρας που γέννησε η Γη. Ζούσε στις μεγάλες βραχώδεις σχισμές των νοτίων παρυφών του Παρνασσού και προστάτευε τις πηγές Μάνα και Κασταλία, ενώ καταδίωκε τις Νύμφες, προκαλούσε ανέμους και έφερνε καταστροφές. Το θηρίο αυτό σκότωσε με το τόξο του ο Απόλλων και στη συνέχεια έφυγε από τους Δελφούς για να εξαγνισθεί. Αφού εξαγνίστηκε, επέστρεψε και έτσι καθιερώθηκε η λατρεία του στους Δελφούς. Από το γεγονός αυτό πήρε την επωνυμία Πύθιος, και η ιέρειά του ονομάστηκε Πυθία. Στον μύθο αυτόν βασίζεται και το άγαλμα του Απόλλωνα του Σαυροκτόνου, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη. Σχετικός επίσης μπορεί να θεωρηθεί και ο αρχαιοελληνικός μύθος του Περσέα, ήρωα των Μυκηνών, ο οποίος επίσης σκότωσε έναν δράκοντα.

Η απολλώνια λατρεία λοιπόν πέρασε στους θρύλους του αγίου Γεωργίου, ο οποίος όμως συνδέεται με τον ηλιακό θεό και με άλλον τρόπο: πριν από τη θανατική καταδίκη του, ο άγιος είχε μεταφερθεί από τον Διοκλητιανό στον ναό του Απόλλωνα, με τον όρο να δεχτεί τη θεότητά του και να θυσιάσει στα είδωλα. Ο άγιος Γεώργιος όμως αρνήθηκε, μεσούντος του πλέον αιματηρού διωγμού των Χριστιανών.

Ο άγιος Γεώργιος των Μπεκτασήδων

Ο σύγχρονος ελληνισμός έχει συνδέσει με πλήθος εθίμων τη γιορτή του αγίου Γεωργίου. Τόσα πολλά είναι τα έθιμα πού συνοδεύουν τις γιορτές του, ώστε είναι αδύνατον να καταγραφούν όλα και από όλα τα μέρη του ελληνισμού. Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων είναι ότι ανήμερα της γιορτής του τρώνε αρνί, ενώ το ζώο αυτό, σε πολλά κτηνοτροφικά μέρη, κατά τη σχετική πανήγυρη, το περιφέρουν γύρω από την εκκλησία του αγίου, ενώ κολλούσαν κεριά στα κέρατά του και τα άναβαν, καθώς πήγαιναν να προσκυνήσουν.

Ο άγιος Γεώργιος όμως είναι αγαπημένος άγιος και των μουσουλμάνων Μπεκτασήδων ή Αλεβιτών (αίρεση του Ισλάμ, κατά πολλούς όμως θεωρούνται κρυπτοχριστιανοί). Ιδιαίτερα σε περιοχές της Θράκης, ο άγιος Γεώργιος τιμάται σε πολλούς τεκέδες (αλεβίτικα μοναστήρια), αλλά και στις πολλές ορθόδοξες εκκλησιές και παρεκκλήσια του αγίου που υπάρχουν στην περιοχή πολλές φορές απαντώνται μουσουλμάνοι που πηγαίνουν να προσευχηθούν ή να αφήσουν κάποιο τάμα! Κυρίως όμως προσφέρουν θυσίες ζώων, τα λεγόμενα Κουρμπάνια, κατά την ημέρα της γιορτής του αγίου, με το παλαιό ημερολόγιο, στις 6 Μαΐου. Τα κυριότερα παρεκκλήσια στη θρακική περιοχή που επισκέπτονται οι Αλεβίτες-Μπεκτασήδες είναι τα έξης:

Ο Άγιος Γεώργιος Δρυμιάς: Βρίσκεται βορειοδυτικά της Ξάνθης, στην Κοινότητα Πασχαλιάς. Οι μουσουλμάνοι ονομάζουν το παρεκκλήσι αυτό Bayramli j Paskalya Ay Yorgi. Όταν επισκέπτονται το παρεκκλήσι, αποσύρονται σε κελιά που υπάρχουν στο πίσω μέρος του ναού για να προσευχηθούν. Ο χώρος είναι γεμάτος με αφιερώματα από μουσουλμάνους, κυρίως Πομάκους (αφιερωματικές πλάκες με αραβικές επιγραφές, τερλίκια πομακικά, μικρές στάμνες, κομπολόγια κ.α.).

Ο  Άγιος   Γεώργιος   Πόταμου: Απέχει 4 χιλιόμετρα από την Αλεξανδρούπολη, και βρίθει αφιερωμάτων από μουσουλμάνους.

Ο Άγιος Γεώργιος Λουτρού: Απέχει13 χιλιόμετρααπό την Αλεξανδρούπολη, προς Φέρρες, μετά από τα ερείπια της αρχαίας Τραϊανουπόλεως. Εδώ οι επισκέψεις των μουσουλμάνων γίνονται το καλοκαίρι, και συνδυάζονται με τη λουτροθεραπεία στις ιαματικές πηγές της Τραϊανουπόλεως.

Ο Άγιος Γεώργιος Πετρωτών: Απέχει 32 χιλιόμετρα, νοτιοανατολικά της Κομοτηνής. Εκεί συμπροσεύχονται οι μουσουλμάνοι στις 6 Μαΐου, και μιλούν για πολλά θαύματα του αγίου που οι ίδιοι έχουν βιώσει.

Χιδελερέζ…

 

Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την Τουρκοκρατία τα παρεκκλήσια που προαναφέραμε χρησιμοποιήθηκαν από τους Μπεκτασήδες τεκέδες, και μάλιστα έτσι τα αποκαλούν μέχρι σήμερα. Τον άγιο Γεώργιο πολλές φορές τον συγχέουν με τον Προφήτη Ηλία (επίσης πολύ αγαπημένο τους Μπεκτασήδες) και τον ονομάζουν Χιδελερέζ, σύνθετο όνομα από το Χιζίρ (Γεώργιος) και Ελέζ (Ηλίας).

Άγιος Γεώργιος ο Καππαδόκης

Η γιορτή του αγίου Γεωργίου (Χιδελερέζ), στον μουσουλμανικό κόσμο της Θράκης, λόγω του ότι λαμβάνει χώρα στις αρχές του καλοκαιριού, συνδυάζεται με υπαίθρια γλέντια (κουρμπάνια), ψήσιμο αρνιών, τα οποία μοιράζουν σε όλους τους παρευρισκόμενους, και σε ορισμένα χωριά συνδυάζεται με τις κούνιες: κάνουν αυτοσχέδιες κούνιες από δέντρο σε δέντρο, όπου κάθονται νεαρές κοπέλες ενώ τα νεαρά αγόρια κουνούν το καθένα την κοπέλα που του αρέσει.

Η τιμή που αποδίδουν οι Μπεκτασήδες στον Άι-Γιώργη φαίνεται και από ένα επιπλέον γεγονός: στις Φέρρες, βρίσκεται το μαυσωλείο ενός αγίου του μπεκτασισμού, του Sari Saltik. Ο συγκεκριμένος άγιος γιορτάζεται ανήμερα του αγίου Γεωργίου, στη συνείδηση των πιστών του ταυτίζεται με τον άγιο Γεώργιο, ενώ πολλές φορές τον παρουσιάζουν με τα άμφια του αγίου Νικολάου. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ημέρα της γιορτής του συρρέουν στο μαυσωλείο και πολλοί χριστιανοί.

Στον Έβρο, στις Καστανιές

 

Ας παραμείνουμε λίγο περισσότερο στο γεωγραφικό αυτό κομμάτι της Ελλάδας, πηγαίνοντας στις Καστανιές του Έβρου, όπου γιορτάζουν τον άγιο Γεώργιο επί τρεις μέρες. Την παραμονή της γιορτής οι γυναίκες ζυμώνουν 6 άρτους και τους πηγαίνουν στην εκκλησία, ενώ τα κορίτσια σηκώνονται χαράματα (ανήμερα της γιορτής) και κόβουν πρασινάδες και λουλούδια, με τα όποια στολίζουν το σπίτι τους, ενώ τα μεγάλα στάχυα τα χαρίζουν στον άγιο, για να χαρίσει καλή καρποφορία.

Τα νεαρά αγόρια κόβουν ένα κλαδί μελιάς με φύλλα και το κάνουν λάβαρο (μπαϊράκι). Όταν τελειώσει η λειτουργία στην εκκλησία, γυρνούν με νταούλια σε ζουρνάδες σε όλο το χωριό ενώ με τα λάβαρα χτυπούν τα παράθυρα των σπιτιών. Μετά από τον ηχηρό αυτόν γύρο του χωριού, τα παλικάρια μαζεύονται στην εκκλησία, όπου υπάρχουν δυο πρόβατα, ως προσφορά στον άγιο. Όποιος σφάξει το πρώτο παίρνει την προβιά και το συκώτι, ενώ ο παπάς την πλάτη. Το υπόλοιπο το μαγειρεύουν με ρύζι και το τρώνε όλοι μαζί. Το δεύτερο πρόβατο είναι το έπαθλο των αγώνων πάλης μεταξύ των αγοριών που ακολουθεί. Η επόμενη (τελευταία) ημέρα κυλά με χορούς τραγούδια και μεγάλο γλέντι με κάθε είδους πειράγματα μεταξύ των εορταζόντων.

Ο Σκυριανός Άι-Γιώργης

Από τον Έβρο πλέουμε προς τη Σκύρο, όπου ο Άι-Γιώργης είναι ο πολιούχος του νησιού, με μεγάλη φήμη ως θαυματουργού. Η εκκλησία του ανεγέρθη γύρω στο 1600, αλλά η μονή είναι πολύ παλαιότερη, πριν από το 1494. Η εικόνα του πήγε εκεί από την Κωνσταντινούπολη, επί εικονομαχίας, και εξαιτίας αυτού οι Ενετοί ονόμαζαν την Σκύρο Isola San Giorgio (το νησί του αγίου Γεωργίου). Στη γιορτή του κάθε χρόνο συνέρεαν εκεί πιστοί από τη Σμύρνη και από τους Αγίους Τόπους, φέρνοντας μύρο, εξ ου και η φράση: «για συγγνώμη και για μύρο, κίνησε να πας στη Σκύρο», ενώ οι ντόπιοι τραγουδούσαν: «άγιε μου Γιώργη Σκυριανέ, μεγάλε και θαυματουργέ».

Το τραγούδι του Άργους

Μιλώντας όμως για τραγούδια, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε σε μία παραλλαγή του τραγουδιού του αγίου, που τραγουδιέται στο Άργος, κατά την πανήγυρη προς τιμήν του αγίου, τραγούδι το οποίο αρχίζει να περνάει στην λήθη από το 1913 και έπειτα. Αυτό που κάνει το τραγούδι ιδιαίτερο είναι ότι έχει δομηθεί ως λαϊκό δημιούργημα που εκφράζει την έντονη θρησκευτικότητα του λαού πάνω στον θρύλο της συνάντησης του αγίου με τον δράκοντα και τη νίκη του αγίου στην αναμέτρησή του με το κακό. Κάτι ανάλογο με την νίκη του Ιησού επί του διαβόλου, που καταδεικνύει την αγαθότητα, την αποτελεσματικότητα και τα θαυματουργά χαρακτηριστικά του αγίου.

Άγιος Γεώργιος

Στην Αράχοβα, από τον Καραϊσκάκη στον Άι- Γιώργη…

Συνεχίζοντας το «αγιωργίτικο» ταξίδι μας στην Ελλάδα, κάνουμε οπωσδήποτε μία στάση στην Αράχοβα, όπου ο άγιος γιορτάζεται με μεγάλη επισημότητα, λιτάνευση της εικόνας του, καθώς μουσικά όργανα τη συνοδεύουν όπως και τιμητική ακολουθία με γυναίκες και άνδρες που φορούν παραδοσιακές φορεσιές. Μετά από τη λιτάνευση ακολουθεί πολύς χορός και γλέντι, όπου, κατά τα σύγχρονα χρόνια, η μουσική και τα όργανα έχουν αντικαταστήσει πλήρως το τραγούδι.

Σημειώνουμε ότι και εδώ η γιορτή κρατά τρεις ήμερες. Την πρώτη ημέρα μάλιστα γίνεται αγώνας δρόμου μεταξύ των γερόντων της περιοχής, κατά τον οποίο τρέχουν στο στάδιο και ανεβαίνουν έναν δύσκολο ανήφορο με κροκάλες (στρογγυλές πέτρες) γονατιστοί! Ο πρώτος παίρνει ως έπαθλο ένα αρνί, το όποιο ψήνει και το μοιράζεται με όλους όσοι αγωνίστηκαν μαζί του. Ουσιαστικά, το πραγματικό έπαθλο είναι η ηθική ικανοποίηση της πρωτιάς.

Κάνοντας μία παρένθεση, οφείλουμε να πούμε ότι παρόμοιοι αγώνες γίνονται και στη Λοκρίδα, αλλά και σε άλλα χωριά της Ρούμελης, με ανάλογο έπαθλο. Εκεί, ανήμερα του Άι-Γιώργη έκαναν και το ρόγισμα: αυτό ήταν η συμφωνία (ρόγα) που έκλεινε κάθε βοσκός που ήθελε βοηθό, και που κρατούσε (η συμφωνία) μέχρι του αγίου Δημητρίου. Επανερχόμαστε στην Αράχοβα, για να επισημάνουμε ότι οι γέροντες έχουν μία ιδιαίτερη θέση στις σχετικές με τον άγιο Γεώργιο γιορτές, χωρίς όμως να είναι γνωστός ο λόγος για τον οποίο επικράτησε αυτός ο ρόλος των γερόντων.

Σήμερα βέβαια, κατά τον εορτασμό δεν υπάρχει κανένας διαχωρισμός ρόλων και όλοι μαζί (από πολύ μικρά παιδιά μέχρι πολύ ηλικιωμένοι) γλεντούν και συμμετέχουν στις εκδηλώσεις. Παλαιότερα όμως, οι γέροι ήταν αυτοί που ξεκινούσαν τον χορό και ο καθένας τους τραγουδούσε το τραγούδι του αγίου μόνος του. Αυτό έχει εκλείψει πια. Το τραγούδι του αγίου σχετίζεται και εδώ με τον δράκοντα και το νερό που φυλάει και δεν αφήνει κανέναν να το χρησιμοποιήσει, ενώ τρεις λυγερές κοπέλες τον παρακαλούν να αφήσει το νερό ελεύθερο. Το τραγούδι αυτό είναι πολύ πιθανό να έχει τις ρίζες του στο 1826, στη μεγάλη μάχη της Αράχοβας.

Κατά πολλούς, αποτελεί έναν συμβολισμό του θριάμβου του Καραϊσκάκη στη μάχη (ο οποίος σχετίζεται με τον Άι-Γιώργη), ενώ ο Τούρκος είναι ο δράκοντας που έκοψε το νερό (πράγματι, οι Τούρκοι στερούσαν το νερό από τους κατοίκους της περιοχής), ενώ στις τρεις λυγερές «βλέπουν» τις δυνάμεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Ρωσίας, που υποτίθεται ότι ενεργούν προς το συμφέρον της Ελλάδος.

Για άλλη μία φορά λοιπόν μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι λαογραφία και ιστορία, μύθοι, θρύλοι και γεγονότα «μπερδεύονται γλυκά», απεικονίζοντας την ιδιαίτερη πραγματικότητα και στοιχεία της ίδιας της διαχρονικής ψυχής των λαών.

 

Μαρία Σταματιάδου

Νομικός – Αρθρογράφος

 

Πηγή 


  • Περιοδικό, «Νέμεσις», τεύχος 113, Μάρτιος 2011.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »