Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Η Αργολίδα στην Ελληνική Τηλεόραση (ΕΤ 1)


 

Στα πλαίσια της προβολής και ανάδειξης των δραστηριοτήτων της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, από την ΕΤ1 και ειδικότερα από την επιτυχημένη εκπομπή «Φωτόσφαιρα» που επιμελείται και παρουσιάζει η καταξιωμένη στο χώρο της δημοσιογράφος Χαρά Φράγκου, το Σάββατο 11 Δεκεμβρίου 2010, στις 2 το μεσημέρι θα μεταδοθεί η πρώτη εκπομπή από τις τρεις ήδη προγραμματισμένες.

Ο γνωστός ερευνητής και δημοσιογράφος Γιώργος Αντωνίου– συνεργάτης της Βιβλιοθήκης-  είναι ο πρώτος καλεσμένος, ο οποίος θα αναφερθεί στο 20χρονο έργο του για την Αργολίδα που χάνεται και που έχει ήδη καταθέσει στην κοινωνία της Αργολίδας με το θαυμάσιο βιβλίο του « Η Αργολίδα που φεύγει» των εκδόσεων « Εκ προοιμίου» του Τάκη Ουλή.

 

Καμπαναριό στο Παναρίτι Μηδέας

 

Με γλαφυρότητα και ευαισθησία, καταγράφει έναν κόσμο πέτρινο, έναν κόσμο των νερών, των αλωνιών, των παλιών συνηθειών. Έναν κόσμο που σιγά- σιγά ξεθωριάζει και απωθείται όλο και περισσότερο στο παρελθόν ενώ αφήνει ελάχιστα δείγματα μιας αγροτικής ζωής που σβήνει. Δείγματα πολιτισμού που υποχωρούν και που ο Γιώργος Αντωνίου, με τον φακό και την καρδιά, ώρες πολλές και μέρες τα κατέγραψε και τα παρουσιάζει.

 

Παραδοσιακή οικία στο Βρούστι Άργους

 

Η επιμέλεια και παρουσίαση είναι της Χαράς Φράγκου, η σκηνοθεσία του Χρίστου Ακρίδα, η τεχνική διεύθυνση του Σίμου Συλαίδη, το μοντάζ της Αναστασίας Φραγκούλη. Υλικό αντλήθηκε τόσο από τα αρχεία της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας & Πολιτισμού – www.argolikivivliothiki.gr, όσο και από τα προσωπικά αρχεία του δημοσιογράφου – ερευνητή Γιώργου Αντωνίου. Πολύτιμη  υπήρξε η συμβολή του Αναστασίου Τσάγκου, διευθυντή της Βιβλιοθήκης, στο συντονισμό της εκπομπής.

 

« Φωτόσφαιρα». Νέος κύκλος επεισοδίων   

 

Το περιβάλλον ο πολιτισμός, η ποιότητα ζωής των Τοπικών κοινωνιών παρουσιάζονται στον νέο κύκλο επεισοδίων της εκπομπής.

Τα οικολογικά προβλήματα οι προκλήσεις και οι αναγκαιότητες της πράσινης ανάπτυξης, τα πολιτισμικά στοιχεία κάθε τόπου και η ανάδειξή τους απασχολούν την «Φωτόσφαιρα» που προσεγγίζει τις τοπικές κοινωνίες προσαρμοσμένη στις ραγδαίες κοινωνικές οικονομικές αλλαγές που συντελούνται στην Ελλάδα.

 

Γεφύρι στο Ηλιόκαστρο Ερμιονίδας

 

Ποια είναι η στάση των πολιτών, και ιδιαίτερα των νέων, απέναντι στο περιβάλλον και την ιστορικότητα του τόπου τους; Ποιες είναι οι φιλοδοξίες τους για την πόλη τους ή την ύπαιθρο; Πόσο ο εναλλακτικός τρόπος ζωής που προτείνει το οικολογικό κίνημα αγγίζει τις αξίες τους; Καλλιτέχνες, μουσικοί, φωτογράφοι, συγγραφείς, αρχιτέκτονες καταθέτουν την άποψή τους για μια άλλη ποιότητα ζωής.

Read Full Post »

Κλονάρης Χριστόδουλος (1788 – 1849) 


 

 Το εν Άργει Ανέκκλητον Κριτήριον και ο εισόδιος λόγος του δημοσίου συνηγόρου του Χριστοδούλου Κλονάρη

  

Χριστόδουλος Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης γεννήθηκε το έτος 1788 στο Λιασκοβέτσι του Ζαγορίου. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στα Αμπελάκια και στη Ραψάνη. Εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι και δίδαξε στην εκεί λειτουργούσα «Αυθεντική Σχολή». Περί το έτος 1819 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. Εκεί συνδέθηκε με τον Αδαμάντιο Κοραή. Κατά την παραμονή του στη γαλλική πρωτεύουσα σπούδασε νομικά. Όταν εξερράγη η Ελληνική επανάσταση άρχισε να αρθρογραφεί στην παρισινή εφημερίδα «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο του απελευθερωτικού αγώνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1826 και προσέφερε τις γνώσεις και την εμπειρία του από δημόσια αξιώματα ευθύνης και ως πρόεδρος και μέλος επιτροπών για την σύνταξη βασικών νομοθετημάτων. Υπήρξε ο συντάκτης του πρώτου Κ. Ποιν. Δ. υπό τον τίτλο «Εγκληματική Διαδικασία» (1829).

Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος ( εισαγγελεύς ) του πρώτου Ανεκκλήτου Κριτηρίου έως τον Ιούλιο του 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον Κυβερνήτη. Μετά την παραίτησή του δικηγόρησε στο Ναύπλιο. Υπερασπίσθηκε και τους κατηγορούμενους κατά τις ιστορικές δίκες του Κανέλλου Δεληγιάννη το έτος 1831 και του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημητρίου Πλαπούτα κατά το έτος 1834. Διετέλεσε Υπουργός Δικαιοσύνης, Σύμβουλος Επικρατείας, καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Με το από 11 Ιανουαρίου 1835 Β.Δ. διορίσθηκε πρώτος Πρόεδρος του Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη με το από 3 Απριλίου 1847 Β.Δ., αλλά αναδιορίσθηκε μετά ένα έτος με το από 20 Απριλίου 1848 Β.Δ., παρέμεινε δε στην προεδρία του Αρείου Πάγου μέχρι του θανάτου του κατά το έτος 1849.

Οι κρίσεις των ανθρώπων της εποχής του, για τη θητεία του στην προεδρία του Αρείου Πάγου, διαφέρουν ριζικά.

Η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος (φ. της 12ης Απριλίου 1847 ), εξ αφορμής της παύσης του από τη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι «την παύσιν του επροκάλεσεν προ πολλού χρόνου ανυπέρβλητος κοινωνική ανάγκη, διότι εις έσχατον βαθμόν εκπεφαυλισμένος από τον φατριασμόν, ως επικεφαλής του Αρείου Πάγου, ύψωσε εξ αρχής σημαίαν ανταρσίας εναντίον της κυβερνήσεως, εκείθεν δε, ως εκ φοβερού προμαχώνος, κατεπολέμει την κυβέρνησιν και το έθνος».

Και συνεχίζει «εσήποντο επ’ άπειρον χρόνον αι υποθέσεις εις τον άρειον Πάγον και δεν διεκπεραίωνε καμμίαν ειμή» … «δια να καταστρέψη πολίτην τινά, ανήκοντα εις το επικρατούν σύστημα και να θυσιάση εις κανένα συμφατριαστήν του την περιουσίαν η την τιμήν του θύματός του, οδηγούμενος από μόνον το πάθος του φατριασμού του…».

Αντιθέτως, η μεν εφημερίδα «Αθήνα» (φ. 1482 της 18/3/1848), εξ αφορμής του αναδιορισμού του στη θέση του Προέδρου του Αρείου Πάγου, τον χαρακτηρίζει άνθρωπο απολαύοντα την υπόληψη του κοινού για τον ανεπίληπτο χαρακτήρα και την τιμιότητά του, η δε εφημερίδα «Ελπίς» (φ. της 26ης Μαρτίου 1849), επ’ ευκαιρία του θανάτου του, έγραψε ότι «η ελευθεροτυπία εύρισκεν εν τω Αρείω Πάγω, του οποίου προήδρευσεν ο μακαρίτης, την δικαστικήν εκείνην ανεξαρτησίαν, ήτις δίδει θάρρος εις τον δικαζόμενον και θέτει φραγμόν εις το αυθαίρετον της εξουσίας».

Επίσης, με αφορμή τον θάνατό του, η εφημερίδα «Αιών» (φ. 949/19 Μαρτίου 1849 ) έγραψε ότι κατά την κηδεία του «η πόλις των Αθηνών έδειξε πολλήν και δικαίαν συναίσθησιν δια την στέρησιν ενός διακεκριμένου, δια την ακεραιότητα του χαρακτήρος του, δικαστικού», ενώ ο Π. Αργυρόπουλος, στη «Θέμιδα» του Σγούτα ( έτος 1849 σ. 470 ), έγραψε ότι ο «Κλονάρης είτε δικάζων, είτε υπερασπίζων υποδίκους, είτε καταδιώκων ενόχους, είτε διοικών τα δικαστικά πράγματα … έφερεν αείποτε πνεύμα ευθύτητος και επιεικείας, πνεύμα ολοτελούς αμεροληψίας … θα ήτο δε ύβρις να είπωμεν ότι ήτο απλώς αδωροδόκητος. Ήτο υπέρτερος και των εμμέσων δωροδοκιών, δηλαδή των επιρροών της εξουσίας».

Ο Αναστάσιος Πολυζωΐδης, δικαστής που διακρίθηκε προπάντων για το σθένος του, κατά τον επιτάφιο λόγο που εκφώνησε, είπε ότι ο Κλονάρης ανήκεν στους ολίγους «… δια των οποίων την παιδείαν και την αρετήν η πατρίς μας δικαίως σεμνύνεται … κατά την πολιτικήν του διαγωγήν ήτο μετριοπαθής … το μέγα του ανδρός προτέρημα ήτο το φιλοδίκαιόν του,το οποίο ουδέποτε εις ουδεμίαν πλαγίαν σκέψιν, εις ουδεμίαν επιρροήν υπεχώρει». Έχω την εκτίμηση ότι είναι άδικες οι κρίσεις που εκφέρει η εφημερίδα «Θρίαμβος» του Συντάγματος.

 

Κράτος δικαίου

 

Το ελληνικό έθνος, παράλληλα προς τον αγώνα του για την απελευθέρωσή του από τον τουρκικό ζυγό, προσπάθησε να οργανωθεί πολιτειακώς σε κράτος δικαίου. Όλα τα προσωρινά πολιτεύματα της επαναστατικής περιόδου προβλέπουν την διάκριση εξουσιών και σύσταση και λειτουργία κριτηρίων προς απονομή της πολιτικής και ποινικής Δικαιοσύνης.

Όμως, η μακρά νύχτα της δουλείας, οι ανάγκες του απελευθερωτικού πολέμου και οι διχόνοιες μεταξύ των επαναστατημένων, δεν επέτρεψαν την δημιουργία κατάλληλων συνθηκών για την σύσταση και λειτουργία δικαστηρίων.

Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας δεν υπήρχε καμμία υποδομή για την οργάνωση και λειτουργία δικαστηρίων, προπάντων δεν υπήρχαν νομικοί και γενικώς πρόσωπα ικανά να στελεχώσουν δικαστήρια. Ο Νικόλαος Σπηλιάδης, στην από 10η Απριλίου 1827 αναφορά του προς την Γ’ Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας γράφει ότι «τα κριτήρια της Ελλάδος έμειναν εις το χαρτί». Αλλά και η κατάσταση δικαίου, ουσιαστικού και δικονομικού, ήταν χαώδης.

Ο Κυβερνήτης από τους πρώτους μήνες της ανάληψης της διακυβέρνησης της νεοσύστατης πολιτείας, βοηθούμενος από τον αδελφό του Βιάρρο Καποδίστρια και τον Ιωάννη Γενατά, διαπρεπείς νομομαθείς της εποχής εκείνης, επιδόθηκε στον προσωρινό καθορισμό του ισχύοντος δικαίου και στην στοιχειώδη δικαστική οργάνωση του κράτους. Ειδικότερα, με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 «περί διοργανισμού των δικαστηρίων» ορίσθηκε ότι τα δικαστήρια ακολουθούν εις μεν τα πολιτικά τους νόμους των βυζαντινών αυτοκρατόρων που περιέχονται στην Εξάβιβλο του Αρμενοπούλου, «εις δε τα διορθωτικά και εγκληματικά κρίνουν κατά το Απάνθισμα των εγκληματικών και κατ’ επιείκειαν».

 

Απάνθισμα των εγκληματικών

 

Το Απάνθισμα των εγκληματικών ήταν ένας πρόχειρος ποινικός κώδικας, ο οποίος είχε δημοσιευθεί στις 17 Απριλίου 1823, είχε δε καταρτισθεί από εννεαμελή επιτροπή αποτελούμενη από δυο επισκόπους, έναν ιεροδιάκονο, δυο μοναχούς και τέσσερις λαϊκούς. Το νομοθέτημα αυτό εστερείτο γενικού μέρους, περιείχε δε μόνον 89 άρθρα που προέβλεπαν και τιμωρούσαν συγκεκριμένα εγκλήματα.

Πρέπει να τονισθεί η με το ψήφισμα αναγωγή, της επιείκειας σε αυτοτελή πηγή του ποινικού δικαίου, ρύθμιση η οποία υπέθαλπε την αυθαιρεσία των δικαστών αλλά και επέτρεπε σ’ αυτούς να εκδίδουν αποφάσεις σύμφωνες προς τις συντρέχουσες ειδικές περιστάσεις και το περί δικαίου συναίσθημα του λαού.

Η προσφυγή στην επιείκεια ήταν εύκολη λύση και ήταν συχνή και για εγκλήματα ακόμη για τα οποία υπήρχε ρητή πρόβλεψη στο Απάνθισμα των Εγκληματικών. Ενδεικτικώς αναφέρομαι στην υπ’ αριθ. Β/7 Σεπτεμβρίου 1829 απόφαση του πρωτόκλητου (εγκληματικού) δικαστηρίου της Κάτω Μεσσηνίας, το οποίο έκρινε «κατ’ επιείκειαν» τον κατηγορούμενο για την πρόκληση εμπρησμού εξ αμελείας, καίτοι το έγκλημα αυτό ρητώς προεβλέπετο και ετιμωρείτο από την παράγραφο ΟΘ’ του Απανθίσματος των Εγκληματικών, η οποία όριζε ότι «όποιος εξ απροσεξίας καύση οικίαν ή πλοίον ή καρπούς θερισμένους ή αθέριστους, να φυλακώνεται από τέσσαρας ημέρας έως τρεις μήνας και να πληρώνη την ζημία».

Παρά ταύτα το δικαστήριο, δικάζον κατ’ επιείκειαν και εκτιμώντας τις ειδικές περιστάσεις, πρώτον, ότι ο κατηγορούμενος «έχων μερικά χαλκώματα κρυμμένα προ καιρού και μη διακρίνων τον κρύπτοντα αυτά τόπον, έβαλεν φωτιάν, ήτις, μετ’ ολίγην ώραν, υψωθείσα παρά του αέρος, διεσπάρη πολλαχούκαι κατέκαυσε μέγα μέρος καρπίμων δένδρων» και δεύτερον, ότι η περιουσία του κατηγορουμένου ήταν «ουδέ το πολλοστόν μετρούμενον προς την οποίαν επροξένησεν ζημίαν», επιβάλλει σ’ αυτόν την ποινή «φέρων δεσμά εις τους πόδας, να ασχολείται εις τον καθαρισμόν της πόλεως Καλαμάτας, ημέρας τριάκοντα μίαν υπό αστυνομικήν επιτήρησιν».

Επίσης, το Πρωτόκλητο (εγκληματικό) δικαστήριο των Βορείων Σποράδων, με την υπ’ αριθ. 27 της 27ης Απριλίου 1829 απόφασή του, σε κηρυχθέντες ενόχους πειρατείας, επέβαλε δυο κύριες ποινές, πρώτον φυλάκιση τριών ετών, δεύτερον, «να καθαρίζουν τους δρόμους της πόλεως (Τήνου) δις της εβδομάδος». Ο καθαρισμός όμως της πόλεως δεν προβλεπόταν ως ποινή, κύρια η παρεπόμενη, από το Απάνθισμα των Εγκληματικών. Στις αποφάσεις αυτές ανευρίσκει κανείς την ιδέα του θεσμού της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε ποινή παροχής κοινωφελούς εργασίας, ρύθμιση η οποία εισήχθη στην ποινική νομοθεσία μας, με τον Ν.2408 / 1966, μετά από 165 χρόνια.

Με το ψήφισμα ΙΘ’ της 15ης Δεκεμβρίου 1828 προβλέπεται ακόμη συγκρότηση τακτικών δικαστηρίων για τη διαχείριση της πολιτικής, εμπορικής, διορθωτικής και εγκληματικής Δικαιοσύνης· ειδικότερα προβλέπεται η συγκρότηση ειρηνοδικείων, πρωτοκλήτων δικαστηρίων, εμποροδικείου στη Σύρο και ενός η περισσοτέρων «Ανεκκλήτων Κριτηρίων».

Το «Ανέκκλητον Κριτήριον» αποτελείται από έναν πρόεδρο, έναν αντιπρόεδρο, επτά κριτές, έναν δημόσιο συνήγορο, ένα γραμματέα και τρεις παρέδρους – τοπικούς δημογέροντες, κρίνει δε «όσας υποθέσεις το πρωτόκλητον και το εμπορικόν δικαστήριον αποφασίσουν εκκλητώς», δηλαδή λειτουργούσε ως εφετείο. Με το υπ’αριθ. 10152 / 16 Μαρτίου 1829 ψήφισμα του Κυβερνήτη συστήθηκε το πρώτο Ανέκκλητο Κριτήριο του οποίου «δημόσιος συνήγορος» διορίσθηκε ο Χριστόδουλος Κλονάρης.

Ο όρος «δημόσιος συνήγορος» απαντάται στους λόγους των αττικών ρητόρων και δήλωνε τον κατήγορο που διώριζε η βουλή των Πεντακοσίων ή η Εκκλησία του Δήμου με την εντολή να επισπεύσει και υποστηρίξει ενώπιον της Ηλιαίας την κατηγορία για αδικήματα στρεφόμενα εναντίον των συμφερόντων του δήμου και διωκόμενα κατά τον τύπο και την διαδικασία της εισαγγελίας.

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο στο Άργος

 

Το Ανέκκλητο Κριτήριο άρχισε την 27ην Νοεμβρίου 1829 επίσημα τις εργασίες του και συνήλθε σε δημόσια πανηγυρική συνεδρίαση,  στο Άργος. Κατά τη συνεδρίασή του αυτή ο δημόσιος συνήγορος Χριστόδουλος Κλονάρης εξεφώνησε «λόγον εισόδιον», το ιδιόγραφο πρωτότυπo του οποίου υπέβαλε στο Υπουργείο Δικαίου και ήδη απόκειται στα Γενικά Αρχεία του Κράτους (φ. Υπ. Δικαίου 15-30 Νοεμβρίου 1829). Ο εισόδιος αυτός λόγος είναι η πρώτη εισαγγελική αγόρευση στον χώρο του νεοελληνικού κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης με την αγόρευσή του αυτή έθεσε σημαντικά ζητήματα, στα οποία έδωσε ορθές λύσεις. Εκκινώντας από την παραδοχή ότι «η δικαιοσύνη είναι κυρία βάσις της κοινωνίας και χωρίς νόμους δικαίους και την αναγκαίαν αυτών ισχύν είναι αδύνατον να συντηρηθή πολιτεία», επισημαίνει την βαρειά ευθύνη που αναδέχθηκαν οι δικαστές και τις δυσκολίες που θα συναντήσουν στο δρόμο των έργων τους.

Διαπιστώνει την έλλειψη κύρους και αξιοπιστίας των άλλων κατεστημένων αρχών και συνιστά στους δικαστές να προσέχουν μήπως «και τα δικαστήρια ολισθήσουν εις εκείνην την αφημίαν», διότι τότε το πολιτικόν σώμα πρέπει να λογίζεται εις «βαρείαν ασθένειαν». Ειδικώς, επισημαίνει την έλλειψη ποινικών νόμων, λέγων ότι «αν εξαιρέσωμεν ολίγους κανόνας, περιεχομένους εις το Εγκληματικόν Απάνθισμα, εις τα λοιπά έχετε να βαδίσετε χωρίς νόμους, ή μάλλον έχετε να ακολουθήσετε την γνώμην σας ως Νόμον … και οι δικασταί θα γίνετε και νομοθέται», οπότε «ο κίνδυνος της αυθαιρεσίας δια τους δικαζόμενους είναι μέγας και η ευθύνη γίνεται βαρεία δια τους δικαστάς».

Περαιτέρω εξαίρει την σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων ως αγγέλων – φυλάκων των δικαζομένων και εξηγεί γιατί δεν υπάρχουν ακόμη νόμοι, λέγων ότι «αι καλαί νομοθεσίαι δεν αυτοσχεδιάζονται εις ολίγων μηνών διάστημα … της ευνομίας τα μνημεία είναι έργα χρόνων μακρών, ίσως δε η αυθαιρεσία δεν είναι περισσότερον επικίνδυνος από τους αυτοσχέδιους νόμους, όσους δεν ωρίμασεν η ακάματος μελέτη».

Επανέρχεται στο υπαρκτό πρόβλημα της έλλειψης γραπτών ποινικών νόμων και διερωτάται: Ποία δύναται να είναι η θεραπεία του προκειμένου ελλείματος; Απαντά ότι «όπου ο νόμος σιωπά, η νομολογία αντικατασταίνει την επιείκειαν, της οποίας τους κανόνας η καλή συνείδησις αποκαλύπτει εις τους δικαίους άνδρας».

Αμέσως όμως, συλλογιζόμενος πόσον διαφέρουν αι γνώμαι του ενός από του άλλου και πόσον αβέβαιαι και ακροσφαλείς είναι αι ανθρώπιναι κρίσεις, αποδοκιμάζει την υπέρβαση ή τον παραμερισμό του υπάρχοντος γραπτού νόμου και την μη αναγκαία προσφυγή στην επιείκεια και προσθέτει ότι «οσάκις η σιωπή του νόμου μας εγκαταλείπει εις μόνας τας εμπνεύσεις της συνειδήσεως και του ορθού λόγου, δηλαδή είναι αναγκασμένοι οι δικαστές να προσφύγουν στην κατ’ επιείκειαν κρίση, η φρόνησις παραγγέλει να μην εμπιστευόμεθα εαυτούς μόνους, αλλά να προστρέχωμεν και σε βοηθήματα και να συμβουλευώμεθα τα φώτα των επισήμων νομοδιδασκάλων και τον γραπτόν λόγον των καλυτέρων νομοθεσιών, όσαι μάλιστα συμφωνούν περισσότερον με το πνεύμα των ολίγων αλλ’ ιδίων μας νόμων».

Σοφές επισημάνσεις και οδηγίες που συναντά κανείς στον σύγχρονο νομικό πολιτισμό μας, οι απαρχές του οποίου βρίσκονται στην αρχαιοελληνική σκέψη. Τις επισημάνσεις του Κλονάρη, τις σχετικές με την ανάγκη και σημασία της ύπαρξης γραπτών νόμων, ανευρίσκουμε στον Ευρυπίδη, ο οποίος στις Ικέτιδες (στίχος 430) λέγει ότι «… γεγραμμένων δε των νόμων ο τα ασθενής ο πλούσιος τε την δίκην ίσην έχει …νικά δ’ ομείων τον μέγαν δίκαι· έχων», στον Αριστοτέλη, ο οποίος στη Ρητορική (1354 a30) και στα Πολιτικά (1382b) λέγει «…μάλιστα μεν ουν προσήκει τους ορθώς κειμένους νόμους, όσα ενδέχεται, πάντα διορίζειν αυτούς και ότι ελάχιστα καταλείπειν επί τοις κρίνουσιν …αν τε εις αν τε πλείους ώσι, περί τούτων είναι κυρίους περί όσων εξαδυνατούσιν οι νόμοι λέγειν ακριβώς», αλλά και στον Πλάτωνα, ο οποίος στους Νόμους (876a) αξιώνει να περιγράφονται στο νόμο τα εγκλήματα και οι ποινές ώστε «δούναι τα παραδείγματα τοίσοι δικασταίς του μήποτε βαίνειν έξω της δίκης».

Οι συμβουλές του Κλονάρη προς τους δικαστές να γίνουν και νομοθέτες και να διαμορφώνουν την κρίση τους «κατ’ επιείκειαν», όταν ο νόμος σιωπά, μας θυμίζουν την διδασκαλία του Αριστοτέλους στα Ηθικά Νικομάχεια (1137a και 1137b) για το επιεικές δίκαιο ως επανόρθωμα – συμπλήρωμα του θετού δικαίου και την σύστασή του προς τον δικαστή «επανορθούν το ελλειφθέν, ο καν ο νομοθέτης αυτός (αν) είπεν εκεί παρών, και ει ηδεί, ενομοθέτησεν (αν)».

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης, αναφερόμενος και στην αποστολή και τον ρόλο της δημόσιας συνηγορίας, υπόσχεται ότι θα παρέχει χείρα βοηθείας εις τα αδύναμα της κοινωνίας μέλη, θα υπερασπίζεται την συντήρηση της κοινής ευταξίας και θα επιμελείται της καταδιώξεως των εγκλημάτων.

Διαβάζοντας κανείς τα όσα λέγει για την αποστολή της «δημοσίας συνηγορίας» νομίζει ότι διαβάζει τον ισχύοντα κώδικα δικαστικών λειτουργών κατά τον οποίον ο σύγχρονος εισαγγελεύς δεν είναι μόνον ο κατήγορος, αλλά και ο εγγυητής της νομιμότητας και της προστασίας του ανθρώπου, από τη βία και την αυθαιρεσία των εκ του πράγματος ισχυρών συνανθρώπων του και του πανίσχυρου κράτους.

Ο Χριστόδουλος Κλονάρης κλείνει την σοφή αγόρευσή του με επιγραμματική διατύπωση μίας βασικής αρχής της σύγχρονης αντεγκληματικής πολιτικής, λέγων: «κρίσεις ταχείαι και δίκαιαι, ποιναί μέτριαι και ανάλογοι με την βλάβην του κακού, ταύτα είναι ο ισχυρότερος χαλινός των εγκλημάτων». Την βασική αυτή αρχή είχε διατυπώσει ο Πλάτων στον διάλογο Κριτίας (106), λέγων «δίκη δε ορθή τον πλημμελούντα εμμελή ποιεί».

 

 Παναγιώτης Γ. Δημόπουλος

Εισαγγελεύς Αρείου Πάγου ε.τ.

 Πρακτικά του Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», Άργος 5-7 Νοεμβρίου 2004, Έκδοση, «Σύλλογος Αργείων ο Δαναός», Άργος, 2009.

Read Full Post »

Παρουσίαση του τόμου των Πρακτικών του Α΄Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, « Το Άργος κατά τον 19Ο αιώνα ».


 

Το Διοικητικό Συμβούλιο του Συλλόγου Αργείων « Ο ΔΑΝΑΟΣ» έχει την χαρά να σας προσκαλέσει στην Επίσημη παρουσίαση του τόμου των Πρακτικών του Α΄Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών « Το Άργος κατά τον 19Ο αιώνα » την οποία θα πραγματοποιήσει ο Ομότιμος Καθηγητής Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Βασίλειος Κύρκος.

Μετά την παρουσίαση του βιβλίου, ο Πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής Ομότιμος Καθηγητής κ. Σάββας Παρ. Σπέντζας, θα επιδώσει τον τόμο στον Πρόεδρο του Συλλόγου κ. Δημήτριο Παπανικολάου.

Η Εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Κυριακή 12 Δεκεμβρίου 2010 και ώρα 6.00 μ.μ. στην αίθουσα διαλέξεων του Συλλόγου. ( Αγγελή Μπόμπου 8 στο Άργος).

Τον Μουσικό επίλογο, επιμελήθηκε και θα παρουσιάσει η εγγονή του ιδρυτού του« ΔΑΝΑΟΥ», Αρχαιολόγος και σολίστ του πιάνου κ. Κατερίνα Παπαοικονόμου- Κηπουργού.

Read Full Post »

Μαυρομιχάλης Γεώργιος του Πετρόμπεη – Η πορεία του δολοφόνου του Καποδίστρια και η διαθήκη του 


 

Στο «Αργολικόν Ημερολόγιον» του 1910[1] περιγράφεται από τον Δ. Θ. Καμαρινό με αρκετές λεπτομέρειες η δολοφονία του Καποδίστρια και η πορεία των δολοφόνων του Γεωργίου Μαυρομιχάλη και Κωνσταντίνου Μαυρομιχάλη[2].

«… Ο Καποδίστριας τότε προχωρών έφθασεν εις την Εκκλησίαν του Αγίου Σπυρίδωνος αντίκρυ της οποίας και προς τα δεξιά κείται η οικία του Δικηγόρου κ. Π. Ανδριανοπούλου όπισθεν της γωνίας  της  οποίας  ενήδρευεν, ο  εις  των  Μαυρομιχαλαίων,  ο  επιλεγόμενος Κεχαγιάμπεης ( εννοεί τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη), όστις άμα τη εμφανίσει του Καποδίστρια παρά την θύραν πυροβολεί παραχρήμα και ο Καποδίστριας πίπτει προ αυτής συγχρόνως δε επιπίπτει μετά του φονέως επί του δολοφονηθέντος και ο έτερος αδελφός του Κεχαγιάμπεη ο Μουσταφάμπεης Μαυρομιχάλης ( εννοεί τον  Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη) ο όπισθεν του υπάρχοντος Τουρκικού Λουτρού μέχρι της στιγμής εκείνης ενεδρεύων, και ούτως αμφότεροι αδελφοί* συμπληρούσι δια των μαχαιρών το αποτρόπαιον αυτών έργον, της ιεροτελεστίας ένεκα του φόνου διακοπείσης προς στιγμήν ( καθ’ ήν ακριβώς ώραν ανεγινώσκετο από της ωραίας Πύλης το ιερόν Ευαγγέλιον).

[* Σημείωση Βιβλιοθήκης: Προφανώς λόγω σύγχυσης ο Δ. Θ. Καμαρινός, θεωρεί τον Κωνσταντίνο και τον Γεώργιο αδέλφια. Στην πραγματικότητα πρόκειται για θείο (Κωνσταντίνος) και ανεψιό ( Γεώργιος). Ο Κωνσταντίνος ήταν αδελφός του Πετρόμπεη, ενώ ο Γεώργιος γιος του].

Κατά συγκυρίαν όμως εις μικράν από της Εκκλησίας απόστασιν, τουτέστι εις την δευτέραν κρήνην δεξιά της οποίας είναι η προς την Δυτικήν Εκκλησίαν άγουσα, ευρίσκετο ο μονόχειρ βρακοφόρος Κρής, πιστός υπηρέτης του Καποδιστρίου, πληρών την υδρίαν ύδατος, όστις άμα τω πυροβολισμώ και τη πτώσει του Καποδιστρίου, σπεύδει δρομαίως κατά των φονέων κρατών εις χείρας δίκροτον όπλον, όπερ έφερεν μεθ’ εαυτού, και προλαμβάνει τον ένα εξ αυτών, τον Μουσταφάμπεην, φεύγοντα προς την ανωφερή οδόν της οικίας του προμνησθέντος Δικηγόρου κ. Ανδριανοπούλου και πυροβολεί κατ’ αυτού, πριν ή φθάση εις την οικίαν Ψαλίδα και φονεύει, της σφαίρας εισελθούσης ολίγον άνωθεν του πρωκτού και εξελθούσης κάτωθεν του θώρακος, του ετέρου φονέως, του Κεχαγιάμπεη καταφυγόντος εις το Γαλλικόν Προξενείον ( ένθα το Φρουραρχείον άλλοτε) και ζητήσαντος προστασίαν.

Τον Μουσταφάμπεην φονευθέντα παρά τον τόπον του εγκλήματος παρέλαβον οι προστρέξαντες στρατιώται άμα τω θλιβερώ ακούσματι και σχοίνω τους πόδας αυτού δέσαντες, έσυρον ανά τας οδούς του Ναυπλίου και κατέληξαν εις την πλατείαν του Συντάγματος, ένθα οι στρατιώται δια των λογχών το πτώμα διατρήσαντες παρεμόρφωσαν εντελώς, και είτα παραλαβόντες αυτό μετέφερον εις Ιτς – καλέ και επέταξαν εις το όπισθεν μέρος.

Μετά τούτο ο αδελφός του Καποδιστρίου Αυγουστίνος κατέφυγεν εις το πλοίον του Ορλώφ, εν ω ούτος μαθών τον φόνον του Καποδιστρίου και την προσφυγήν του σωθέντος φονέως εις το Γαλλικόν Προξενείον, έσπευσεν αμέσως εν στολή και εζήτησε παρά του προξενείου την παράδοσιν του φονέως επιμόνως, αλλ’ εις αρνητικήν απάντησιν του Διευθύνοντος τότε το Προξενείον, ότι δεν παραδίδει αυτόν, πλήρης θυμού γενόμενος επέστρεψεν αμέσως εις το πλοίον αυτού και άνευ ουδεμιάς χρονοτριβής ύψωσεν επί του ιστού την πολεμικήν σημαίαν και επυροβόλησε κατά του Προξενείου, την στέγην του οποίου απέσπασεν η βόμβα, ήτις διαγράψασα την τροχιάν αυτής εκτύπησεν επί του τοίχου του δώματος της Δυτικής Εκκλησίας και αφήκεν οπήν ευδιάκριτον μέχρι σήμερον[3], ως τοιαύτην αφήκεν επί του πλαγίου της θύρας του Ναού του Αγίου Σπυρίδωνος ( δεξιά της Εισόδου) και η τον Καποδίστριαν πλήξασα σφαίρα.

Οι εν τω Προξενείω κατιδόντες ότι χρόνος άλλης ενεργείας δεν επετρέπετο και ότι πάσα προστασία έπρεπε να αρθή, εξήλθον αμέσως εις τον εξώστην αυτού και ύψωσαν αντί σημαίας μανδήλιον λευκόν και ούτως απεσοβήθη πάσα άλλη εχθρική πλέον πράξις εκ μέρους του πλοίου και ο Κεχαγιάμπεης παρεδόθη εις τα αρχάς.

Το Δικαστήριον σχηματισθέν αυθημερόν εξέδοτο την καταδικαστικήν αυτού απόφασιν, καθ’ ήν έξωθεν της Πύλης ξηράς και παρά τον Σιδηροδρομικόν σταθμόν ώρυξαν λάκκον μέγαν προ του οποίου έστησαν τον φονέα κατάδικον, και εις απόστασιν 20 βημάτων απ’ αυτού παρέταξαν περί τους 100 στρατιώτας, αλλά το πλήθος εκμανέν κατ’ αυτού και πριν ακόμη συμπυροκροτήσωσιν οι άνδρες εφόνευσεν αυτόν δια λίθων κτλ.».

 

Μαυρομιχάλης Γεώργιος

 

Όταν ο θρυλικός για το παράστημα, τις γνώσεις και την παλικαριά του «Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης έπεφτε νεκρός από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος, το (παλιό) ημερολόγιο έλεγε ημέρα Σἀββατο 10 Οκτωβρίου 1831.

Ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία του Αγώνα, ο γυιός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Υπερείχε στο σύνολο των Μαυρομιχαλαίων σε μόρφωση και πολιτική εμπειρία και νεώτατος ανήλθε στους  υψηλότερους βαθμούς της νεοσύστατης τότε στρατιωτικής ηγεσίας της χώρας μας. Και αυτό το όφειλε στο γεγονός ότι, για να δώσουν το « μπεηλίκι» της Μάνης οι Τούρκοι στον πατέρα του Πετρόμπεη, τον πήραν όμηρο ως αμανάτι (εγγύηση) στην Κωνσταντινούπολη το 1815.

Ο περίπου 17ετής τότε « Μπεηζαντές» Γιωργάκης Μαυρομιχάλης ( έτσι τον αποκαλούσαν) ανατράφηκε και εκπαιδεύτηκε στην αρχή, στην Οθωμανική Πύλη και αργότερα στο Πατριαρχείο από ειδικούς Φαναριώτες δασκάλους και τον – εθνομάρτυρα αργότερα – Γρηγόριο τον Ε΄που τον είχε υπό την προστασία του. Έγινε πολύγλωσσος με γραμματικές γνώσεις και πολιτική εμπειρία μιας και το Φαναριώτικο περιβάλλον που ζούσε τον βοηθούσε πολύ σ’ αυτό. Μυήθηκε από τους πρώτους στην Φιλική Εταιρεία[4]. Κατόρθωσε να δραπετεύσει από την επιτήρηση των Τούρκων και λίγες μέρες πριν συλληφθεί και απαγχονισθεί ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄τον φυγάδευσε με σπετσιώτικο καράβι για την Ελλάδα.

 

Γεώργιος Mαυρομιχάλης (1798 ή 1800 – 1831)

 

Στην Επανάσταση του 1821 συμμετέχει από τις πρώτες επιχειρήσεις στα κάστρα της Κορώνης και της Μονεμβασίας. Στην άλωση της Ντροπολιτσάς (Τρίπολης) είναι αυτός που του εμπιστεύεται ο Θ. Κολοκοτρώνης την φύλαξη των αιχμαλωτισθέντων χαρεμιών και των θησαυρών που έπεσαν σαν λάφυρα του Χουρσίτ Πασά και των άλλων μπέηδων. Εναντίον του Δράμαλη ανδραγαθεί στην μάχη που δίνεται στο κάστρο του Άργους.

Από το 1822 μέχρι το 1826 συμμετέχει ενεργά σε όλα τα πολεμικά και πολιτικά δρώμενα της Επανάστασης με ηγετικό ρόλο. Το 1826 ως Φρούραρχος στο Νεόκαστρο της Πύλου, στην παράδοση του Φρουρίου ο Ιμπραήμ με μπαμπεσιά τον αιχμαλωτίζει για να τον ανταλλάξει με τους αιχμάλωτους πασάδες του Ναυπλίου. Μαζί με τον Δ. Υψηλάντη εκλέγονται διαιτητές και συμβιβαστές στην έριδα μεταξύ των Ρουμελιώτικων στρατευμάτων που αιματοκύλισαν το Άργος και το Ναύπλιο.

Το 1827 στην Εθνική Συνέλευση της Τροιζήνας εκλέγεται πρώτο μέλος, δηλαδή Πρόεδρος της Αντικυβερνητικής Επιτροπής. Είναι μέσα στα τραγικά παιχνίδια που παίζει η ιστορία. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης με το ίδιο χέρι που έδωσε τον διορισμό στον Καποδίστρια για να γίνει ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας με το ίδιο χέρι 4 χρόνια αργότερα τον σκότωσε. Στυγερό έγκλημα που άλλαξε την ροή της πολύπαθης Πατρίδας μας. Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι η δολοφονία του Κυβερνήτη είχε αίτια πολιτικά και Ελληνικά και ξένα, κομματικούς ανταγωνισμούς και ξενοκίνητες έριδες. Ο Καποδίστριας είχε πολλούς εχθρούς σε πολλά μέτωπα και μέσα και έξω από την χώρα.

Η επιθετική αντιπολίτευση κατά του Καποδίστρια ήταν πολυπρόσωπη, οξύτατη και πολυεπίπεδη. Με τον Μιαούλη εναντίον του, με τις συνωμοτικές συγκεντρώσεις των προεστών στην Ύδρα, με την εμπρηστική αρθρογραφία των Πολυζωΐδη και Θεοκλήτου Φαρμακίδη εις την εφημερίδα «Απόλλων» με τους φλογερούς στίχους του ποιητή Αλέξανδρου Σούτσου κατά του «τυράννου» Καποδίστρια, με τους διαλόγους του Κοραή, τα αντικαποδιστριακά και επαναστατικά κινήματα στη Μάνη με τους Μαυρομιχαλαίους, στην Ρούμελη με τον Καρατάσο και τα νησιά του Αιγαίου με επικεφαλής τους «Ελεύθερους Χίους» από την Σύρα και πολλά άλλα, διαμόρφωσαν ένα πνιγηρό σκηνικό που εμπόδιζε πλέον κάθε προσπάθεια του Καποδίστρια να κυβερνήσει ομαλά την πολύπαθη χώρα μας.

Έτσι, μέσα σ’ αυτό το κλίμα η οικογενειακή αντιπαράθεση των Μαυρομιχαλαίων με τον Κυβερνήτη και το περιβάλλον του ( κύρια με τον αδελφό του Καποδίστρια τον Αυγουστίνο) που είχε οδηγήσει την ισχυρή ηγεμονική οικογένεια της Μάνης με τους διωγμούς που υπέστη, όχι μόνο σε πολιτικό και ηθικό, αλλά κυρίως, σε οικονομικό αδιέξοδο[5] έδωσαν την αφορμή να σχεδιαστεί και να γίνει ο φόνος του Καποδίστρια από την οικογένεια Μαυρομιχάλη, σύμφωνα με τον άγραφο μανιάτικο νόμο του «γδικιωμού».

Γι’ αυτό και τον φόνο του Κυβερνήτη αποφάσισαν να τον κάνουν οι πρώτοι και άριστοι της οικογένειας που ονειρευόντουσαν να γίνουν Εθνικοί ήρωες, μιμητές των τυραννοκτόνων της αρχαίας Αθήνας του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και όχι άλλοι συγγενείς, αφοσιωμένοι φίλοι ή πληρωμένοι φονιάδες, που θα τους ήταν πανεύκολο, γιατί ο Καποδίστριας κυκλοφορούσε ελεύθερος και σχεδόν αφρούρητος μέσα στο Ναύπλιο. Γι’ αυτό μόλις έγινε ο φόνος δημοσιεύτηκαν οι στίχοι του δηλωμένου εχθρού του Καποδίστρια Αλεξ. Σούτσου:

 « Μιμητής του Αρμόδιου και Αριστογείτωνος νέος

σκέπασε, Μαυρομιχάλη το σπαθί σου με μυρσίνη,

τον προδότη της Πατρίδος κτύπα,

κτύπα και γενναίως πέθανε καθώς εκείνοι».

Και κανείς τότε δεν ήταν σίγουρος ότι οι στίχοι αυτοί είχαν γραφτεί μετά τον φόνο ή πριν από τον συνωμότη ποιητή Αλέξανδρο Σούτσο στην προσπάθειά του με πολλούς άλλους να παρουσιάσει την οικογενειακή έχθρα των Μαυρομιχαλαίων κατά του Καποδίστρια σε ιερό αγώνα κατά της τυραννίας και πείθοντας με ιδεολογήματα και πατριωτικές κορώνες τους – όντως πατριώτες στον Αγώνα για την απελευθέρωση της από τους Τούρκους – Μπεηζαντέ Γιωργάκη και Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, να τους οπλίσει τα χέρια και να τους οδηγήσει στο αποτρόπαιο έγκλημα που δεν σκότωσε μόνο τον πρώτο Κυβερνήτη της χώρας αλλά και τις ελπίδες και τις προσπάθειες για την ανόρθωσή της.

Και έτσι- ίσως- εξηγείται ότι μετά τον φόνο, ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που κατάφυγε στη Γαλλική πρεσβεία και παραδόθηκε από τους Γάλλους – όπως παραπάνω είδαμε να περιγράφει το Αργειακό Ημερολόγιο του 1910 – στους διώκτες του, δήλωσε ότι: « Ως στρατηγός και πληρεξούσιος» όφειλε να δικαστεί από την Συνέλευση που τον εξέλεξε. Έδειχνε σαν να είχε προβεί στο έγκλημα με την βεβαιότητα ή έστω την βάσιμη ελπίδα ότι με οποιοδήποτε τρόπο θα απέφευγε τον θάνατο.

Όμως η εξέγερση του λαού υπήρξε τόσο άμεση και μεγάλη που κατέπνιξε κάθε εκδήλωση συμπαράστασης προς αυτόν. Έτσι ο Γάλλος πρέσβης τον παρέδωσε, ο Κωλέτης – που μάλλον γνώριζε το προμελετημένο έγκλημα – όχι μόνο τον αρνήθηκε αλλά και έγινε μέλος της Κυβερνητικής επιτροπής που τον καταδίκασε σε θάνατο, ο δε Θ. Κολοκοτρώνης στάθηκε μακριά του, γνωστόν εξ’ άλλου ότι δεν έτρεφε και τα καλύτερα αισθήματα γι’ αυτόν και τους Μαυρομιχαλαίους[6].

Μετά την παράδοσή του από τους Γάλλους, την δίκη του και καταδίκη του « αυθημερόν» σε θάνατο με συνοπτικές διαδικασίες με τον κατηγορούμενο ν’ αναλαμβάνει ολόκληρη την ευθύνη για την πράξη του, περιοριζόμενος μόνο να χαρακτηρίσει την απόφαση του Δικαστηρίου ως άδικη και να πει ότι « αποθνήσκω υπέρ Πατρίδος» ο μελλοθάνατος φυλακίστηκε σ’ ένα υπόγειο και σκοτεινό κελί στον Προμαχώνα στο Παλαμήδι ( κιζντάρ-ντάπια).

Από εκεί ο Φρούραρχος του Παλαμηδιού – ένας μορφωμένος αξιωματικός του τακτικού στρατού, ο Κάρπος Παπαδόπουλος– τον μετέφερε τα μεσάνυχτα στο παρεκκλήσι του Αγίου Ανδρέα και του επέτρεψε να προσευχηθεί και να γράψει την διαθήκη του.[7]

Ειδοποιήθηκε ο «Δημόσιος μνήμων»[8] (ο συμβολαιογράφος δηλαδή) του Ναυπλίου, ο Χαράλαμπος Παπαδόπουλος[9] ο οποίος ήρθε με μάρτυρες, τον Δημ. Ζώρα κάτοικο Ναυπλίου και τον Ηλία Αθαν. Κόκκινο από τα Σάλωνα, έμποροι και οι δύο στο Ναύπλιο και βρήκαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη να γράφει ιδιοχείρως την διαθήκη του μέσα στο ναό του Αγίου Ανδρέα. Έτσι δεν εγράφη η διαθήκη στο βιβλίο του Συμβολαιογράφου αλλά παρέλαβε την ιδιόχειρη διαθήκη την οποία υπέγραψε αυτός και οι δύο μάρτυρες και σφραγίστηκε με την σφραγίδα του Δ. Ζώρα μιας και ο Χ. Παπαδόπουλος ξέχασε να φέρει την δική του σφραγίδα.

Η χειρόγραφη διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη έχει χαρακτηριστεί ως « Εν από τα σημαντικώτερα κειμήλια του Τμήματος χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης»[10].

Η διαθήκη « δεικνύει διαύγειαν πνεύματος, νηφαλιότητα σκέψεως, ακρίβεια μνήμης και αταραξίαν ψυχής απαράμιλλον, πράγματα σπάνια και αξιοθαύμαστα δ’ άνθρωπον καταδικασμένον σε θάνατον, του οποίου η ποινή ώφειλε να εκτελεσθή 24 ώρες μετά την απόφασιν και ο οποίος επρόκειτο σχεδόν αμέσως μετά την γραφήν της διαθήκης αυτού να υποστή πρώτον την ποινήν πατροκτόνου δια της κοπής της δεξιάς χειρός και αμέσως έπειτα να δεχτή τας σφαίρας του εκτελεστικού αποσπάσματος»[11].

Το γραπτό του φανερώνει χαρακτήρα στοργικού οικογενειάρχη, δίκαιου ανθρώπου, καλού χριστιανού, θερμού πατριώτη, γνησίου τέκνου της Μάνης. Ο μόνος υπαινιγμός κατά του Καποδίστρια είναι η σύσταση προς τις προστάτιδες δυνάμεις να μην ανεχτούν στο μέλλον να « δουλωθή η Ελλάς από κανέναν άνθρωπον, αλλά να στηρίζουν την Ελευθερίαν της εις τους καλούς της νόμους).

Ας δούμε το κείμενο της διαθήκης, αυτό το σημαντικό ιστορικό ντοκουμέντο, όπως ακριβώς γράφτηκε από τον Μπεηζεντέ Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, στο εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα στο Παλαμήδι του Αναπλιού.

 

Η Διαθήκη του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη

 

« Εν ονόματι του Ιησού Χριστού και Θεού μου, και υπεραγίας ημών δεσποίνης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. Επειδή μέλλει ως άνθρωπος να αποθάνω, δέομαι θερμώς να με συγχωρήσουν τον αμαρτωλόν και να με ελεήσουν, ως φιλάνθρωπος πολυέλεος και πολυεύσπλαχνος όπου είναι ο Ιησούς Χριστός μας.

Μεσιτεία της υπεραγίας ημών δεσποί­νης, των αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων. Ακολούθως δε αιτώ δακρυροώς συγχώρησιν παρ’ όλων των χριστιανών και παρ’ όλων των ανθρώπων εις όσους έπταισα ή και μη οίτινες έστωσαν και παρ’ εμού του αμαρτωλού συγχωρημένοι, και ο κύριός μας να τους συγχωρήση και αναπαύση  εγκόλποις Αβραάμ, ότι ο παρών κόσμος είναι πρόσκαιρος και μάταιος, και έκαστος ας αγωνισθή να απολαύση το έλεος και συγχώρησιν του Χριστού και Θεού μας, ίνα κερδήση την παντοτεινήν ζωήν˙ ειδέ αλλοίμονον, ως και εις εμέ τον αμαρτωλόν˙ έστωσαν δε συγχωρημένοι και όσοι με κατεδίκασαν εις τον θάνατον, και ο Θεός μας ας τους συγχωρήση και ουδείς των συγγενών μου δηλ : Πατρός, Μητρός, αδελφών, θείων, ή και αυτής της πολυπαθούς και τεθλημένης γυναικός μου, να εγκαλέση τινά εξ αυτών˙ ούτε προσέτι η ιδία πατρίς μου δηλ : η Ελλάς να ζητήση ένεκα της αδίκου κρίσεως και τρόπου όπου εκρίθην ικανοποίησιν˙ αλλά δέομαι των πάντων ομογενών μου Ελλήνων να ενωθώσιν ειλικρινώς και να υπερασπισθούν τα δίκαια της φιλτάτης πατρίδος μας Ελλάδος, υπέρ της οποίας αποθνήσκω και εγώ ο αμαρτωλός˙ να στερεώσουν τρόπον ελεύθερον εκλογών, σύντα­γμα, και νόμους ελευθέρους και υπέρ της διατηρήσεως των οποίων να μάχωνται ως διδάσκει ο θείος απόστολος, μάχου υπέρ πίστεως και πατρίδος.

Δέομαι θερμώς όλης της Ελλάδος και όλων των αξιωματικών, πολιτικών και στρατιωτικών, να αγαπούν και να υπερασπισθούν τους δυστυχείς Γο­νείς μου, αδελφούς μου, θείους μου και λοιπούς συγγενείς μου, ως και αυτήν την αθλίαν και τεθλημένην σύζυγόν μου· επίσης δε δέομαι θερμώς και || των τριών φιλανθρώπων δυνάμεων, αίτινες έχυσαν τόσον αίμα, και τόσας άλλας πολυειδείς θυσίας υπέρ της Ελλάδος έκαμαν να μη ανεχθούν επομένως και ακολούθως να δουλωθή από κανένα άνθρωπον, αλλά να στη­ρίξουν την ελευθερίαν της και τους καλούς της Νόμους και να την υπερασπίζωνται, καθώς να υπερασπίζωνται και να ευνοούν και τους Γονείς μου και λοιπούς συγγενείς μου.

Επομένως απ’ όλα ταύτα αιτώ δακρυροώς την ευχήν και συγχώρησιν του Σ. Πατρός μου, της Μητρός μου, της κυρούλας μου, των θείων μου, των αδελφών και εξαδέλφων μου, και όλων των συγ­γενών μου, και ας είναι και ούτοι συγχωρημένοι από τον Ιησού Χριστόν μας και απ’ εμέ τον αμαρτωλόν˙ας με συγχωρήσουν oι Γονείς μου εις ότι τους έπταισα εκ νεότητός μου, και η ευχή τους ας δυσωπήση τον Χριστόν και Θεόν μας εις το να ελεήση και εμέ τον αμαρτωλόν.

Επειδή όμως και ως άνθρωπος είμαι ανακατομένος και χρεωστώ εις πολλούς και έχω ενταυτώ λαμβάνειν παρά τινων και από το έθνος, προ πάντων όμως χρεωστώ την προγαμιαία[ν] δωρεάν της γυναικάς μου, ήτις πρέπει να προτιμηθή, αλλά μη έχων τόσην πολλήν κατάστασιν ώστε να φθάνη την προγαμιαίαν δωρεάν και τους χρεωφειλέτας μου, Ιδού τα διορίζω ως ακολούθως˙ η προγαμιαία δωρεά της τεθλημένης μου συζύγου είναι δύο χιλιάδες τάλληρα, αναλόγως της προικός όπου ελάμβανον, αγκαλά είναι και ολίγη.

 Τα δε χρέη μου είναι τα ακόλουθα˙ χρεωστώ πεντακόσια τάλληρα εις τον Κ. Καριτζιώτην οπού είναι εις Τριέστι, και ταύτα από τον καιρόν όπου επήγα στην Αγκώνα σταλμένος παρά τον έθνους· και επειδή ετράβηξα πόλιτζα και δεν επληρώθη, ο ρηθείς να πληρωθή από τα απο­δεικτικά μου όπου έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι το έθνος χρεωστεί να τα δώση, επειδή κατά διαταγήν του ήμην εκεί και τα εξώδευσα, αγκαλά εξαργυρώνει και τα αποδεικτικά του. Ωσαύτως και όσα μέλλει να λαμβάνη ο Κ. Δουρούτης από Αγκώνα, να τα λάβη και αυτός από τα αυτά αποδεικτικά. Χρεωστώ και προς τον Κ. Χριστόδουλον Μαρίνογλου εκατόν τάλ­ληρα οπού με τα εδάνεισαν εις Κοριφούς και να τα λάβη από τα αποδει­κτικά τα αυτά.

Χρεωστώ και || δι’ ομολογίας μου προς τον θείον μου Κ. Δημητράκη Πικουλάκη χίλια πεντακόσια γρόσια, από τα οποία έλαβεν από άλλας μας δοσοληψίας τα εξακόσια, τα δε άλλα τα χρεωστώ, καθώς επίσης χρεωστώ και προς τον θείον μου τον Θεοδόσιον έως χίλια τριακόσια γρό­σια : και οι δύο ούτοι να τα λάβουν από την ομολογίαν του Νικολή Τζιριγοτάκη, και του αγίου Πρωτοσυγγέλου συμπεθέρου μας.

Αυτά όλα τα χρέη είναι προτού νυμφευθώ, διό και ως γράφω ούτω να πληρωθούν. Μετά δε τους Γάμους μας είναι τα ακόλουθα, τα οποία   εκάμαμεν μετά της τεθλημένης γλυκυτάτης συζύγου μου. του Κ. Γιάγκου Σούτζου του χρεωστούμεν εκατόν εξήντα τρία τάλληρα και έχει ομολογίαν δια τριακόσια, και επειδή δεν είχε να μας δώση τα άλλα έμεινεν η ομολογία, χρεωστούμεν και χωρίς ομολογίας εις τον Κ. Λυκούργον Ίω. Κρεστενίτην τριακόσια πενήντα γρό­σια, πάρα πάνω ή πάρα κάτω, ο ίδιος εξεύρει. χρεωστούμεν χίλια πεντακόσια γρόσια δι’ ομολογίας μας προς τον Κ. Βασιλάκη Χριστόπουλον. Επί­σης με ομολογίαν μας άλλα τόσα εις τον Κ. Ιω. Μπαρλαδά˙ μίαν Ισπανικιά δούπια εις τον κουμπάρον μας Καμπερόπονλον, και ήμισυ εις τον κ. Δημήτριον Τομαρά ή δέκα τάλληρα δεν ενθυμούμαι, διότι με τα ήφερεν ο Τριαντάφιλος άνθρωπος μας τότε, χρεωστούμεν και προς τον Κ. Χρ. Τζάντα σαράντα Γαλλικά και έως επτακόσια γρόσια εις τον μπάρπα Τζανέτον, ο οποίος έχει όλα μου τα φορέματα, το δικάνολον δουφέκι και το φράγγικον σπαθί μου· όλων των άνω ειρημένων τα χρέη, καθώς και της Κ. Μπενάκενας, το οποίον χρεωστούμεν, να πληρωθούν εκ των εισοδημάτων της προικός μου, τα οποία είναι ικανότατα να  τα αποπληρώσουν˙ καθώς και επτά τάλληρα οπού χρεωστώ εις τον Κ. Κωνστ. Κλονάρην, να πληρω­θούν επίσης. Εις δε τον μενέαν(;) Γιανάκη χρεωστούμεν επτακόσια τριάντα γρόσια, και δέκα τάλληρα προτήτερα˙ και έχει αμανάτια εδικά μας εις χείρας του Mισέ Στρατή, ένα μαλαγματένιον ώρολόγιον ρεπετιτζιόνε καλόν, εν μακρύ παλαιόν δακτυλίδι διαμαντένιον, το οποίον κάμνει έως εξακόσια γρόσια, ένα μαλαγματένιον || ζουνάρι δρ(άμια) δεκατρία, και μία σχεδόν οκά ασήμια γγεμίου˙ το δακτυλίδι και ζουνάρι είναι ίδια της τεθλημένης μου γυναικός. Τα γρόσια ταύτα να δωθούν από το εισόδημα της προικός και να τα λάβη η γυναίκα μου. Επίσης δε να πληρωθή και ο κουμπάρος μου Κ. Γεώργιος   Θεοφανόπουλος δια το ενοίκιον του οσπητίου του δέκα επτά μηνιάτικα, διότι τα άλλα επτά τα έχω πληρωμένα, προς γρόσια διακόσια τον μήνα, και όσα άλλα οπού εψωνίζαμεν του χρεωστούμεν εις το εργα­στήρι, πάνω ή κάτω, και μερικά άλλα του σπητιού έως διακόσια γρόσια, όλα ταύτα, τα τε ενοίκια και λοιπά θέλει πληρωθή και ο ρηθείς εκ των εισοδημάτων της προικός, διότι ως είπον είναι ικανά να τους αποπληρώσουν όλους. να λάβουν και oι Πετρινιώτες χιλίων γροσίων ενδεικτικά μου εξ ων έχω λαμβάνειν από το έθνος, διότι υποπτεύομαι ότι τους ηδίκησα μίαν φοράν.

Προσθέτω όσα πρέπει να δοθούν εξ ών έχω πραγμάτων. Να δώση ο αδελφός Αναστάσιος προς τον Κ. Σπυλιωτόπουλον το νδουφέκι όπου έχει ο εξάδελφός μας Γεώργιος Κουράκος, και το κανοκυάλι όπου το έχει ο θειός μας Ηλίας Δημητρακαράκος, διότι αυτά δεν είναι ιδικά μου αλλ’ είναι του Κ. Σπηλιοτοπούλου. Ήτον και ένα άλλον δουφέκι του ιδίου, το οποίον δεν ηξεύρω τι έγινε, αλλ’ εκ των πραγμάτων μου να πληρωθή ογδοήκοντα γρόσια˙ η δε αθλία και γλυκυτάτη μου σύζυγος να δώση εις τον φίλτατόν μου αυτάδελφον Αναστάσιον το μονόπετρον διαμαντένιον δακτυλίδι και το (το) πλατύ και όχι πολύτιμον λουλούδι, διότι είναι ιδικά του και της γυναικός του. Ενταύθα ακολούθως έπονται τα ψυχικά μου, και παρακαλώ την γλυκυτάτην μου σύζυγον να τα δώση αμέσως έως εις τας εννέα του θανάτου μου. και ταύτα θέλει τα δώση από τα φορέματά μου, τα οποία ή να τα πωλήση και να δώση παράδες, ή τα ίδια αφιερεί εις τας εκκλησίας και μοναστήρια. Να δώση εις το άγιον Μέγα Σπήλαιον  ήτοι εκατόν πενήντα γρόσια δια να μνημονεύωμαι, να δώση εις τους Ταξιάρχας εκατόν γρόσια.

Εις τον άγιον Βλάση πενήντα εις Τρίκαλα «Επειδή το χαρτί δεν εξήρκεσεν ακολουθεί άλλη κόλα και κανείς να μη δύναται να τας χωρίση τας κόλας και υποσημειούμαι Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα εις την ώραν του θανάτου μου ιδίαις χερσί // ακολουθεί η δευτέρα κόλα και τα πλέον ουσιώση τα έχη η πρώτη κόλα, και κανείς να μη δύναται να χωρίση ταις κόλαις και να διαιρέση την διαθήκην μου».

Εις τον άγιον Βλάσην ως είπον πενήντα εις Τρίκκαλα. Εις τον άγιον Γεώργιον πενήντα. Εις τον άγιον Ανδρέαν όπου επροσευχήθην εκατόν, δηλ. του Παλαμιδίου. Εις τον άγιον Ιωάννην του Άργους, εις τον Πρόδρομον εκατόν γρόσια, εις τον άγιον Γεώργιον του Ναυπλίου πενήντα γρόσια και πενήντα εις τον άγιον Σπυρίδωνα δια να με μνημονεύουν τον αρματωλόν. Να δώσης, ω αγαπητή μου γυναίκα και σαράντα γρόσια της χήρας κρητικιάς όπου είναι εις το σπίτι του Ναυπλίου, και άλλα σαράντα της άλλης κρητικιάς όπου έχει το κοριτζάκι. Να μεράσης εις τους πτωχούς και εις τα ορφανά πεντακόσια γρόσια, και αν δύνασαι και χίλια, να με ενθυμείσαι συχνά, και δις της εβδομάδος να διορίζης να λειτουργούν υπέρ της ψυχής μου, ή καν μιαν φοράν, αν δεν δύνασαι δύο.

Να λάβης από τον εξάδελφόν μας Ηλία Δημητρακαράκον ταις πιστόλαις μου και τα ασημένια πατρόνια μου, ταις οποίαις και τα οποία τα πωλείς και δίδεις ευθύς τα όσα γράφω. Να πωλήσης το άτι μου και να δώσης είκοσι πεντάφραγκα εις τον Κ. Νικόλαον Μαυρομάτην, να πληρώσης τον σεΐζη οπού του χρεωστούμεν έξ ή επτά μηνιάτικα. Να πληρώσης οκτώ γρόσια του πεζού οπού είχον στείλη εις την Κόρινθον, τον οποίον γνωρίζει ο Αναστάσης˙ να δώσης και του Κωσταντή του ορφανού οπού έχομεν στο σπήτι εκατόν γρόσια, ή να του βάλης στο διάφορον δια να του αυξήσουν, πλήν ο τόκος να είναι μικρός, και όχι ως συνηθίζουν εδώ. τέλος πάντων τα ψυχικά μου να τα δώσης αμέσως έως ταις εννέα, εβγάζουσα τα ρούχα μου εις την πώλησιν, ή να τα αφιερώσης˙ ρούχα οπού να αχρήζουν την κάθε τιμήν οπού λέγω.

Φιλτάτη μου γύναι, μην καταδεχθής ποτέ δια να με αφήσης στερημένη την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, αλλ’ ως γράφω ούτω να κάμης˙ πώλησε το νδουφέκι μου, τα φορέματά μου και δόσετέ τα αμέσως ή αφιέρωσε τα ίδια και οι ηγούμενοι των Μοναστηρίων και οι επίτροποι των εκκλησιών ας τα πουλήσουν. προσέτι σε αφιερώνω εις την θείαν Πρόνοιαν, εις την οποίαν να έχης πάντοτε την προσήλωσίν σου και από την κυρίαν μας Θεοτόκον να ελπίζης, και ποτέ σου να μη θελήσης να ακούσης κόλακας ή υποκριτάς, διότι εγώ σε ομνύω αγαπητή μου συμβία, ότι όλα ταύτα τα του κόσμου είναι μάταια, και εν ω ήμην τώρα εις τα δεσμά τα είδον με τα ίδιά μου ομάτια και εγνώρισα βεβαίως την δύναμιν του Θεού μας, του Χριστού μας και της υπεραγίας μας δεσποίνης, τους οποίους νυχθημερόν να λατρεύης και να δέεσαι δια τον εαυτόν σου, δια την ορφανήν Φωτεινή και δια την τεθλημένην ψυχήν μου. σε αφιερώνω εις την κυρίαν μας θεοτόκον γλυκυτάτη μου συμβία και σε εξορκίζω εις αυτήν να μην υπανδρευθής και μείνη η Φωτεινή εις τους πέντε δρόμους, ή την κτυπά ο άνδρας σου. σε εξορκίζω πάλιν εις την χάριν της να μην υπανδρευθής, αλλά καθώς όταν έπιπτε μεταξύ μας λόγος με ορκίζεσου ότι δεν θέλεις το κάμης ποτέ εάν μοί ακολουθήση θάνατος.

Ιδού λοιπόν τώρα όπου αποθνήσκω και σε παρακαλώ θερμώς και σε εξορκίζω εκ τρίτου εις την κυρίαν μας Θεοτόκον να μην υπανδρευθής, αλλά να σταθής χήρα με σωφροσύνη και τιμιότητα, νηστεία και προσευχή αγαπητή μου γυναίκα, διότι τούτου του κόσμου είναι όλα πρόσκαιρα και μάταια.

Λοιπόν να αναθρέψης καλώς την Φωτεινήν και αν ο θεός θελήση και αποκτήσης και αρσενικόν παιδίον οπού είσαι έγγυος, να το ονομάσης Γεώργιον˙ ή δε και αποκτήσης θυληκόν, να το ονομάσης Γεωργίτζαν και να έχης και όνομά μου τοιουτοτρόπως πάντοτε εις την μνήμην σου. να περιποιήσαι τα παιδία μας, αν σας χαρίση και άλλο ο Θεός και Χριστός μας˙ να φυλάττης την ζωήν τους και να διδάξης τα γράμματα, την χρηστοήθειαν  και την ευσχημοσύνην και τιμιότητα˙ να ζης πάντοτε με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου και να μη καθήσης μόνη σου, διότι ο κόσμος θα σε επισωρεύση πολλά. τον πενθερόν σου σε αφήνω να σε επιτροπεύη και με την γνώμην και συμβουλήν του να κινάς κάθε πράγμα σου και δουλειά σου.

Ομοίως ας είναι συγχωρημένοι από τον Ιησούν Χριστόν και Θεόν μας ο πενθερός μου και ο θειός μας με όλους τους λοιπούς  συγγενείς μας και από εμένα τον αμαρτωλόν και αι ευχαί των ας με συνοδεύσουν.

Πλην αγαπητή μου συμβία να αγαπήσης με αυτούς δια μέσου του πενθερού σου και να φυλαχθής να μη δώσης το προικοσύμφωνόν σου, διότι με αυτό θέλεις περάσης καλώς, θέλεις αναθρεύσεις τα παιδία μας και θέλεις ακολούθως τα προικίσεις. Όθεν ο πενθερός σου να σταθή μαζί με τον συνήγορόν μας Κ. Κλονάρη να κάμετε μιαν φθιάσιν δικαίαν και καλήν, να πληρωθούν τα χρέη, να λάβουν και συνήγοροί μας άλλας οκτώ ήμισυ χιλιάδας γρόσια διότι τους έχω δομένα έως χίλια πεντακόσια πενήντα˙ λοιπόν δια μέσου του πενθερού σου να αγαπήσης και να τα φθιάσης με τους γονείς σου, αλλά πάντοτε να ζης με τον καλοκάγαθον πενθερόν σου, δια να βλέπη και αυτός τα παιδία μας να παρηγορήται ο άθλιος πατήρ ο οποίος εγέννησεν τόσους υιοὐς και δια την πατρίδα τους στερήθη όλους σχεδόν και αδελφούς. Αλλ’ ας χαίρη διότι τους στερείται ενδόξως και όχι κατησχημένως \\ να ζης μαζί του, διότι τότε θέλει σε υπολήπονται περισσότερον και δεν θέλει σε κατηγορεί ο μάταιος κόσμος˙ και σε εξορκίζω να το κάμης. προσέτι σε ορκίζω ώστε αμέσως να στείλης το σπαθί μου το φράγγικον, οπού αξίζει έως τριάντα τάλληρα εις τον πατέρα ή εις την μητέραν, ή αν δεν ζουν αυτοί, εις δυο αδελφούς οπού είχεν ένα παιδί κορωνιοτόπουλον, το οποίον εγώ εσκότωσα χωρίς να θέλω εις τον πόλεμον του Ιμπραήμη εις Αλμυρόν˙ και να το στείλης το σπαθί, διότι είναι πτωχοί δια να με συγχωρήσουν. Προσέτι να δώσης άλλα διακόσια πενήντα γρόσια εις πτωχούς, διότι τα έχω άδικα παρμένα από κάποιους Μεσσηνίους, των οποίων τα ονόματα δεν ενθυμούμεν, και άλλα σαράντα γρόσια εις ένα Καλαματιανόν οπού τον γνωρίζει ο Γιάννος, οπού εψωνίζαμεν εις του Φρουτζάλα.

Το καλόν σπαθί μου, ω αγαπητή μου συμβία και γλυκία, αν κάμης αρσενικόν παιδί να το φυλάξης δια να το έχη˙ ειδέ και κάμης θηλυκόν, να το πουλήσης και να το δώσης δια την ψυχήν μου.» Εξ όλων τούτων οπού γράφω να μη δυνηθή κανένας να αναιρέση το παραμικρόν, αλλά να είναι ως προς τας δοσοληψίας μου αμετάθετα και αμετακίνητα και ως προς τα χρέη μου. όλη δε η άλλη συγύρις του σπητιού μας και ότι περισσεύση από τα ρούχα μου, τα οποία μ΄όλις θα μείνουν τρεις χιλιάδες γρόσια, αυτά δηλ: όσα και αν είναι και όσαι εθνικαί ομολογίαι περισσεύσουν, αυταί και αυτά να είναι της γλυκυτάτης μου γυναικός εις προγαμιαία αυτής δωρεάν. δια δε κληρονομίαν δεν έχω να αφήσω τίποτε εις τα παιδιά μας, αλλ’ επειδή την προίκα οπού έμελε να πάρω εδόθη τοσαύτη ένεκα του (Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγραψα ιδία χειρί ακολουθεί η τρίτη κόλα) ατόμου μου, δια τούτο η γυνή μου η αγαπητή, πρέπει να περιθάλψη τα παιδία μας και να τα προικίσης, ω φιλτάτη μου γύναι, και να τα αγαπάς.

Μη με ξεχάσης ποτέ σου εν όσω ζης, διότι θέλει αδικήσης τον εαυτόν σου και την ψυχήν μου την αμαρτωλήν, την οποία αφιερώ και κρεμώ εις τον τράχηλόν σου, και να δώσης ταχέως τα ψυχικά μου και όσα διορίζω χωρίς άλλο˙  το σάλι το παλαιόν το κόκκινον είναι του μακαρίτου του αδελφού μου Γιάννη, και να το δώσης εις τον άγιον Ιωάννη του Άργους˙ ομοίως να δώσης και δια τον αδελφόν μου τον Ηλίαν τα κόκκινα χρυσά τουζουλούκια και την φέρμελην την κόκκινην την χρυσή δια την ψυχήν του, επειδή και εγώ είχον πάρη ένα ιδικόν του τακίμι˙ να πληρώσης τον μάγειρον έως διακόσια γρόσια οπού είχεν έξοδα δια ημάς εις το σπήτι˙ να δώσης εις την μαγέρισσα ένα τάλληρον διότι το χρεωστώ˙ να λάβης από τον Μαστροσταύρον τα ρούχα οπού είχε κομμένα να με ράψη και να τα δὠσης εις τον κουνιάδον σου τον Δημητράκη, τον αγαπητόν μου αυτάδελφον να τα φθιάση και να τα φορέση˙ να πάρεις και πέντε τάλληρα Γαλλικά οπού έχω δομένα του Μαστροσταύρου. προσέτι να δώσης εις τον Δημήτρη τον ντελάλι τριάντα δύο πεντάφραγγκα Γαλλικά  και να λάβης το ωρολόγιόν μου με την άλυσόν του με το μαλαγματένιον κλειδί και βούλα μαλαγματένιαν, το οποίον αχρήζει τρίδιπλα. Τέλος πάντων να δώσης εκατόν πενήν[τα] γρόσια εις τον Ιερέα οπού με εξομολόγησεν, ή το κοντογούνι μου, ή το σάλι μου. Τα δακτυλίδιά μου τα έχω δωμέ\\[να] εις τον κύριον φρούραρχον του Παλαμηδίου, και τα οποία τα παρατώ επάνω του δια να με ενθυμήτε και σεις όλοι οι συγγενείς μου να μη τα ζητήσετε, αλλά να έχητε φιλίαν, επειδή μ’ όλον ότι κάμνει τα χρέη οπού διορίζετο, έδειξε και εις εμέ φιλανθρωπίαν.

Όλα ταύτα οπού γράφω να εκτελεσθώσιν απαραμοιώτως είτι και (;) άλλως να μη δυνηθή να κάμη, και όποιος κάμη αλλέως να έχη τας αράς των οσίων πατέρων, αγίων, αγγέλων και αρχαγγέλων, αμήν. και συ ω αγαπητή μου γυναίκα να φυλάξης σε παρακαλώ θερμώς τα όσα σας λέγω και σας παραγγέλω δηλ: να μην υπανδρευθής, να με ενθυμήσαι και να με λειτουργής , να αγαπάς και να περιποιήσαι τα παιδιά μας, να δώσης ευθύς τα ψυχικά, να κάθεσαι μαζί με τον πενθερόν σας και να αγαπηθής με τους γονείς μας δια μέσου του πενθερού σου και του συνηγόρου μας κ. Κ. Κλονάρη και Κ. Κενταύρου, χωρίς να παραχωρήσης το προικοσύμφωνόν μας, αλλά να πάρης το τρίτον και της πενήντα πέντε χιλιάδες γρόσια, τα εισοδήματα δια να πληρώσης οπού χρεωστούμεν. Εάν κάμης διαφορετικώτερα, να γίνω βάτος να σε πιάσω και να σε κρίνω εις τον άλλον κόσμον.[12] συγχωρήσατέ με όλοι σας εμέ τον αμαρτωλόν και ο πανάγαθος Θεός να σας χαρίση όλα τα αγαθά, αμήν. ώστε και παρ’ εμού συγχωρημένοι.    

( Σ. Β. Κουγέα, Η Διαθήκη του Γεωργίου Μαυρομιχάλη, Πελοποννησιακά, Τόμος  Ά, 1956). 

Γιώργος Γιαννούσης

 

Σχετικά θέματα:

 Καποδίστριας Ιωάννης (1776-1831) 

Μαυρομιχάλης Κωνσταντίνος (Μάνη 1797; – Ναύπλιο 1831)

Μαυρομιχάλης Πετρόμπεης (1765 ή 1773 – 1848) 

Το Ναύπλιο την ημέρα της δολοφονίας του Καποδίστρια  

Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη (1831)

 

 

Υποσημειώσεις

[1] Συλλογή: Γ. Γιαννούση – Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

[2] Ο Δ. Θ. Καμαρινός δεν τους αναφέρει ποτέ με τα ονόματά τους!! Τον μεν Γεώργιο Μαυρομιχάλη τον αποκαλεί «Κεχαγιάμπεη» τον δε Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη «Μουσταφάμπεη». Το 1908 που έγραψε το άρθρο ο συγγραφέας ίσως είναι πολύ νωρίς γι’ αυτόν και την εποχή του να περιγράψει με «ουδετερότητα» τη δολοφονία του Κυβερνήτη και τους δολοφόνους του.

[3] Η βόμβα σώζεται ακόμη εις την Δυτική Εκκλησία και ευρίσκεται εκεί όπου και έπεσε.

[4] Εις τον κατάλογο του εκ των αρχηγών της Φιλικής Εταιρείας Παναγ. Σέκερη, φέρεται εγγεγραμμένος με αύξ. Αριθμ. 69 ως Μπεϊζαδές Μαυρομιχάλης, υιός του Μπέη της Μάνης, σπουδάζων εις την Κων/πολιν, χρόνων 20, 28 Ιουλίου 1818.

[5] Ο Μακρυγιάννης εις τα απομνημονεύματά του (τ.2 σελ.273) γράφει για το οικονομικό αδιέξοδο που περιήλθαν οι Μαυρομιχαλαίοι λόγω των καταδιώξεων του Καποδίστρια: « …τους πλάκωσαν οι δανειστές τους, τους γύρευαν το δικό τους. Δεν είχαν ούτε ψωμί να φάνε…»

[6] Η γυναίκα του Γιωργάκη Μαυρομιχάλη, Διαμαντούλα, ήταν κόρη του Σωτήρη και ανιψιά του Πανούτσου Νοταρά. Ήταν επίζηλη νύφη λόγω της ομορφιάς της και του πλούτου της. Την είχε ερωτευτεί ο γιος του Θ. Κολοκοτρώνη Γενναίος όπως αναφέρουν και ο Φωτάκος ( Απομνη. τ. Γ΄σελ΄402) και ο Μακρυγιάννης ( Απομν.Τ.2 σελ. 107και 110). Έτσι το 1824 είχε παρατήσει τα στρατιωτικά του καθήκοντα για χάρη της Διαμαντούλας. Αυτή όμως αντί του Γενναίου Κολοκοτρώνη που τον έβρισκε κοντό και άσχημο, προτίμησε το Γιωργάκη Μαυρομιχάλη για την ομορφιά και την παλικαριά του. Βέβαια, οι Νοταραίοι την εποχή εκείνη απειλούντο από μισθοφόρους Ρουμελιώτες και Αρβανίτες που λόγω καθυστερήσεως των μισθών τους απειλούσαν να αρπάξουν την περιουσία των Νοταραίων οι οποίοι ήταν διαχειριστές των δημοσίων προσόδων στην Κορινθία. Γι’ αυτό επεδίωξαν να ενισχύσουν την δύναμη στην οικογένεια τους, συγγενεύοντας με την πανίσχυρη τότε οικογένεια των Μαυρομιχαλαίων. Έτσι, εκτός της Διαμαντούλας και η οικογένεια των Νοταραίων προτίμησαν τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη αντί του Γενναίου Κολοκοτρώνη

[7] Από ευγνωμοσύνη προς τον Φρούραρχο Κάρπο Παπαδόπουλο, για την «φιλανθρωπία του που έδειξε και εις εμέ» του δώρισε το δαχτυλίδι του. 

[8] Μνήμων λεγόταν τότε ο Συμβολαιογράφος. Ο Καποδίστριας στις 11/2/1830 με το υπ’ αριθ. 67 ψήφισμα αντικατέστησε τον από Φραγκοκρατίας υφιστάμενο τίτλο και θεσμό του «Νοτάριου» με το αρχαίο Ελληνικό «Μνήμων». Ίσχυσε μέχρι το 1835 όταν αντικαταστάθηκε με τον « Οργανισμό των Συμβολαιογράφων» που θέσπισε η Αντιβασιλεία του Όθωνα. Από τότε επεκράτησε ο τίτλος και το αξίωμα του « Συμβολαιογράφου».

[9] Ο ίδιος Συμβολαιογράφος Χαράλαμπος Παπαδόπουλος 10 χρόνια αργότερα θα συντάξει την Διαθήκη του Θ. Κολοκοτρώνη. Το αρχείο του ευτυχώς βρίσκεται στο Τμήμα χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης.

[10] Εφημερίδα «ΕΣΤΙΑ». Ιστορικά σημειώματα 16/11/1932. Δ. Γατόπουλος. Ο Δ. Γατόπουλος είναι αυτός που έγραψε την Ιστορική Μονογραφία « Περί τον Καποδίστρια».

[11] Λίγη ώρα πριν την εκτέλεση του του «εχαρίσθη ο ακρωτηριασμός» του δεξιού χεριού του, από τον «αδελφόν του υψηλοτάτου θύματος». Τα σχόλια είναι του Σ.Β. Κουγέα « Η διαθήκη του Μαυρομιχάλη».

[12]  «να μην υπανδρευθής», αφήνει τελευταία επιθυμία και εντολή ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης στη σύζυγό του Διαμαντούλα. Και το επαναλαμβάνει πολλές φορές, της θυμίζει τους όρκους της αν ποτέ ερχόταν ο θάνατός του, αλλιώς την απειλεί «θα γίνω βάτος να σε πιάσω… ». Δεύτερο παιδί η γυναίκα του δεν του έκανε. Δεύτερο γάμο όμως έκανε λίγα χρόνια μετά με τον αδελφό του δικηγόρου του τον Χριστόδουλο Κλωνάρη. Μαζί του δεν έκανε παιδιά. Μετά το θάνατό του η Διαμαντούλα το 1849 παντρεύτηκε για τρίτη φορά έναν πολύ νεότερό της  άσημο δάσκαλο. Ο ακαδημαϊκός Δ. Καμπούρογλου γράφει στην επιφυλλίδα της «Καθημερινής», 24 -6-1949: «Κατά την ώραν του γάμου οίκοθεν ή υπ΄ άλλων αποσταλέντες, μετέβησαν έξωθεν της εν η ετελείτο ο γάμος οικίας, χυδαίοι τινες, οίτινες βωμολοχούντες   έψαλλον: Μια σκουριασμένη κλειδωνιά έχασε το κλειδί της, παντρεύεται η Κλωνάρενα και παίρνει το παιδί της». Πράγματι ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης έγινε από τον Άδη εκδικητής βάτος που έπνιξε στην ανυποληψία της εποχής εκείνης την αγαπημένη του σύζυγο.       

Read Full Post »

Φλογαΐτης Νικόλαος (1799 – 1867)

 

  

Φλογαΐτης Νικόλαος

Γεννήθηκε το 1799 στην Οδησσό. Ο πατέρας του Θεόδωρος, ο οποίος καταγόταν από το χωριό Μαραντοχώρι της Λευκάδας, είχε εγκατασταθεί εκεί για να γλυτώσει από τους διωγμούς ενώ η μητέρα του καταγόταν από την Κωνσταντινούπολη. Αφού ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του, ασχολήθηκε κι αυτός – όπως και ο πατέρας του – με το εμπόριο. Μυημένος στη Φιλική Εταιρεία, μόλις ξέσπασε η Επανάσταση, εγκατέλειψε την επωφελή εργασία του και κατευθύνθηκε – για να καταταγεί – προς το στρατόπεδο του Αλεξάνδρου Υψηλάντη. Αλλά μετά από παραγγελία του αδελφού του Δημητρίου και προκειμένου να μεταφέρει κάποιες σημαντικές διαταγές, επιβιβάστηκε σε πλοίο και μετά από αρκετές περιπέτειες έφτασε στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1821.

Κατετάγη – ως αξιωματικός – στις δυνάμεις του Δημητρίου Υψηλάντη, ο οποίος πολιορκούσε την Τρίπολη, πολέμησε στο πλευρό του, όπως και στην Κόρινθο. Όταν οι Αλβανοί της Ακροκορίνθου αποφάσισαν να παραδοθούν, ο Νικόλαος Φλογαΐτης, έμεινε εκεί φρούραρχος μέχρι την Συνέλευση της Επιδαύρου, κατά την οποία, θεωρηθείς ως ένας από τους πιο μορφωμένους της εποχής εκείνης, διορίστηκε σε πολιτική υπηρεσία.

Αρχικά, διορίστηκε πρώτος γραμματέας της γενικής αστυνομίας ενώ παράλληλα εκτελούσε και καθήκοντα Ειρηνοδίκη, Πρωτοδίκη και Εφέτη. Στη συνέχεια η Κυβέρνηση του ανέθεσε το καθήκον να ιδρύσει και να οργανώσει την αστυνομία του Ναυπλίου. Επειδή όμως ο Κολοκοτρώνης είχε στην εξουσία του το Ναύπλιο, την ίδρυσε αυτός, ο δε Φλογαΐτης τοποθετήθηκε αρμοστής. (Ιανουάριος 1823).   

Την περίοδο που υπηρετούσε στην θέση αυτή, παρουσιάστηκε πανώλη στην πόλη. Ο Φλογαΐτης ως αρμοστής έλαβε τα κατάλληλα μέτρα για την καταστολή της επιδημίας. Ο Κολοκοτρώνης, εκτιμώντας το έργο του, τον συνεχάρη εγγράφως, αποκαλώντας τον μάλιστα σωτήρα της πόλης.

Μετά από λίγο καιρό, διορίστηκε ο Κωνσταντίνος Κανάρης έπαρχος της Σάμου και ο  Φλογαΐτης Γενικός αστυνόμος. Οι Σάμιοι όμως δεν τους δέχτηκαν κι έτσι επανήλθε στην Σαλαμίνα, όπου  ήταν η έδρα της Κυβέρνησης εκείνη την περίοδο και διορίστηκε αρχικά γραμματέας « της επί των δασμών επιτροπής» και μετά γραμματέας έπαρχου κι αργότερα έπαρχος, το δε 1823 τοποθετήθηκε νομικός σύμβουλος και διευθυντής της δικαστικής υπηρεσίας στον Πόρο.

Το 1824 τιμήθηκε με τον βαθμό του Ταξιάρχη δηλαδή του Ταγματάρχη, ενώ περί τα τέλη του ίδιου χρόνου προβιβάστηκε στον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Καθοριστική υπήρξε η αρωγή του στην δημιουργία της Φιλανθρωπικής εταιρείας του Ναυπλίου, με σκοπό την περίθαλψη των απόρων και την εκπαίδευση των ορφανών.

Το 1826 συντέλεσε σημαντικά στον καταρτισμό του Επτανησιακού σώματος, το οποίο υπό τις διαταγές του Διονυσίου Ευμορφόπουλου, έδωσε δείγματα πατριωτισμού και ανδρείας κατά την πολιορκία της Ακρόπολης.

Το 1829 « ο Ιωάννης Καποδίστριας ευεργέτησε την Βοστίτσα (το σημερινό Αίγιο) όπου ίδρυσε το Πρωτοδικείο της Αχαΐας, με πρόεδρο τον περίφημο Νικόλαο Φλογαΐτη, η οικογένεια όμως του Λόντου δεν διέκειτο φιλικά προς τον πρώτο Κυβερνήτη μας»*

« Στην πόλη μας θα πρέπει ο Νικόλαος Φλογαΐτης να υπηρετούσε στις 8 Ιουλίου 1829, ότε συνέταξε τον εσωτερικό κανονισμό του Πρωτοκλήτου Δικαστηρίου. Ούτος έγινε γαμπρός της Βοστίτσας, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, θυγατέρα του προκρίτου Αγγελή Μελετόπουλου, αδελφή του στρατηγού Δημήτρη Μελετόπουλου και κουνιάδα του υπουργού Αναστάση Λόντου»**

Επί Κυβερνήτη Καποδίστρια υπηρέτησε ως Πρόεδρος των πρωτοδικών και Αρεοπαγίτης μέχρι το 1844 και ως Πρόεδρος των Εφετών μέχρι το 1862, στο Ναύπλιο. Ο γιος του Θεόδωρος Φλογαΐτης, ακολουθώντας τα βήματα του πατέρα του, πριν ακόμη ενηλικιωθεί, αγωνίστηκε με το όπλο στο ένα χέρι και με την πέννα από τις στήλες της εφημερίδας « Συνταγματικός Έλλην» όπου διερμήνευε τις αρχές της επανάστασης του 1862.  

Ο  Νικόλαος Φλογαΐτης, εκτός από Δημόσιος λειτουργός και τίμιος και συνετός δικαστής, υπήρξε και συγγραφέας.

Το 1828, εκδόθηκε η συλλογή διηγημάτων « Διαβόητος πλάνη». Αναφέρεται σε ανθρώπους που εκμεταλλευόμενοι την ευπιστία των λαών και αφού σφετερίστηκαν ονόματα πεθαμένων ηγετών, ανέβηκαν σε θρόνους. Η συλλογή ξεκινά από τα χρόνια του Καμβύσου ( 520 π.Χ.) και φτάνει μέχρι το 1818.

Το 1830, δημοσίευσε στην Αίγινα την « Συνοπτική γραμματική είτε στοιχειώδεις αρχαί της Μουσικής μετά προσαρμογής εις την κιθάραν». Είναι το πρώτο βιβλίο εισαγωγής στην επιστήμη της ευρωπαϊκής μουσικής, το οποίο συντάχτηκε με την πεποίθηση «ότι χρεωστούμεν, όπως επράξαμεν και πράττωμεν περί των άλλων επιστημών και τεχνών, των οποίων τας πλειοτέρας ευρίσκομεν εις τον πολιτισμένον κόσμον, πολύ πλειοτέρας παρ’ ότι ήσαν επί των προγόνων μας, ούτω να πράξωμεν και περί της Μουσικής να την ανακαλέσωμεν δηλαδή εις την Ελλάδα με την επιστημονικήν μέθοδον και όλας τας λοιπάς αξιολόγους αρετάς της από τον σοφόν κόσμον». 

Το 1847, εκδόθηκε σύντομη πραγματεία με τον τίτλο « Λογικά επιχειρήματα ». Τέλος, ασχολήθηκε με την μετάφραση από τα Ιταλικά του ονομαστού συγγράμματος του Taglioni, στο οποίο γίνεται σύγκριση μεταξύ του γαλλικού κώδικα και του ρωμαϊκού δικαίου.

Σε προχωρημένη ηλικία προσβλήθηκε από σοβαρή ασθένεια και αποσύρθηκε στην Χαλκίδα. Απεβίωσε το 1867, σε ηλικία 68 ετών.

 

Υποσημειώσεις

 

 

* Μαγκλάρας, Α.Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του» στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

** Μητέρα του Δημήτρη Μελετόπουλου ήταν η Αναστασία, από το γένος του Σπύρου Χαραλάμπη. Είχε αδελφούς το Χριστόδουλο, τον Ιωάννη, το Γιώργο και αδελφές την Αικατερίνη, σύζυγο Αναστασίου Λόντου ( αδελφού του Ανδρέα Λόντου) και την Ελένη, σύζυγο του εξέχοντα νομικού Νικολάου Φλογαΐτη. (Ανδρέας Μαγκλάρας)

 

Πηγές

 
  • Περιοδικό, « Πανδώρα», Τόμ. 18, Αρ. 421, σελ. 260-261, Αθήνα, 1867. 
  • Μαρίνος Βρέτος, «Εθνικόν Ημερολόγιον», Εν Αθήναις, 1866.
  • Τριαντάφυλλος Ε. Σκλαβενίτης, « Η  Τυπογραφία στο Νέο Ελληνικό Κράτος (1828-1884)», Πεντακόσια Χρόνια Έντυπης Παράδοσης του Νέου Ελληνισμού (1499 – 1999), Κεφ. Ή, σελ. 199-227, Έκδοση,  Ίδρυμα Βουλής των Ελλήνων, Ιανουάριος 2000.
  • Μαγκλάρας, Α. Δ., « Ο Πρόεδρος του Πρωτοκλήτου κατά την Αχαΐαν Δικαστηρίου Νικόλαος Φλογαΐτης και το έργο του », στον τόμο τιμητικό Κ.Ν. Τριανταφύλλου, Πάτρα, 1993.

Read Full Post »

 

Πολιτιστική Αργολική Πρόταση – Χορωδιακό φεστιβάλ


 

 Όπως κάθε χρόνο έτσι και φέτος ο Σύλλογος «Πολιτιστική Αργολική Πρόταση» οργανώνει το ετήσιο χορωδιακό φεστιβάλ το Σάββατο 4 Δεκεμβρίου 2010, στις 8 το βράδυ, στην αίθουσα θεάτρου του 1ου Γυμνασίου Άργους. Στο φεστιβάλ εκτός από τη χορωδία του Συλλόγου, που έχει την ευθύνη της οργάνωσης, μετέχουν οι ακόλουθες χορωδίες : Δημοτική χορωδία Περιστερίου, Δημοτική χορωδία Γλυκών Νερών και η χορωδία της Τρίπολης ΟΡΦΕΑΣ.

 

Πολιτιστική Αργολική Πρόταση - Χορωδιακό φεστιβάλ

 

 Η χορωδία του Συλλόγου μετά τη μεγάλη επιτυχία της παρουσίασης του λαϊκού ορατόριου το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ των προηγούμενων μηνών παρουσιάζεται – μαζί με τα τρία αξιολογότατα χορωδιακά σύνολα που προαναφέραμε – στο κοινό της Αργολίδας σε μια φιλόδοξη προσπάθεια συνέχισης των επιτυχιών της και καλεί τους φίλους της να στηρίξουν με την παρουσία τους  την εκδήλωση.  Η είσοδος είναι ελεύθερη.

Read Full Post »

Η διάδοση των Ρωμαϊκών Ονομάτων στην Αργολίδα (1ος  αι. π.Χ. – 3ος αι. μ.Χ.)

 

 


 

 Από τις 250 επιγραφές της Αργολίδας, στις οποίες μαρτυρούνται περίπου 200 πρόσωπα, που απόκτησαν το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη από το τέλος του 1ου αι. π.Χ. μέχρι το 212 μ.Χ., παρακολουθείται η σταδιακή διείσδυση των ρωμαϊκών ανθρωπωνυμίων στις τέσσερεις αρχαίες πόλεις του νομού, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας, στο Άργος, την Επίδαυρο, την Ερμιόνη και την Τροιζήνα.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που εμφανίζονται στις επιγραφές που χρονολογούνται στην περίοδο μεταξύ του τελευταίου τετάρτου του 1ου αι. π.Χ. ως την πρώτη τριακονταετία του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα θα πολλαπλασιαστούν προϊόντος του αιώνα, για να αυξηθούν ακόμα περισσότερο στον 2ο αι. Στην ουσία η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα gentilicia και όχι στα cognomina, τα οποία στη συντριπτική τους πλειοψηφία παραμένουν ελληνικά.

 

Η προσέγγιση του επιγραφικού υλικού από την Αργολίδα αφορά κυρίως στην μελέτη των επιγραφών που προέρχονται από τις τέσσερεις πόλεις – κράτη της αρχαιότητος, του Άργους, της Επιδαύρου, της Ερμιόνης και της Τροιζήνας, που γεωγραφικά περιλαμβάνονται στον νομό Αργολίδας, στην βορειοανατολική Πελοπόννησο, σύμφωνα με την σύγχρονη διοικητική διαίρεση της Ελλάδας.[1]

Στις τετρακόσιες περίπου επιγραφές που χρονολογούνται από τον 2ο π.Χ. αιώνα μέχρι και τον 4ο μεταχριστιανικό, αν και το διαθέσιμο υλικό από τα μέσα του 3ου αι. και μετά είναι ελάχιστο, μαρτυρούνται 272 πρόσωπα που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα. Από τα πρόσωπα αυτά τα 78 ταυτίζονται είτε με γνωστούς Ρωμαίους, υπηρέτες της κεντρικής διοίκησης στην επαρχία της Αχαΐας – δεν συμπεριλαμβάνονται οι αυτοκράτορες και τα μέλη των αυτοκρατορικών οικογενειών – είτε με Έλληνες μη καταγόμενους από την Αργολίδα. Στα 272 πρόσωπα που αναφέρθηκαν θα πρέπει να προστεθούν και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες ελληνικές πόλεις.

Στον 1ο αι. π.Χ. σε επιτύμβιες επιγραφές από το Άργος απαντούν πρόσωπα με ονόματα όπως Γάϊος, Λεύκιος[2], Αύλος[3] η Πρείμα[4], χωρίς gentilicium ή cognomen, ενώ τα πατρώνυμα όλων, καθώς και τα ονόματα των αδελφών ενός Αύλου και της Πρείμας είναι ονόματα ελληνικά.

Παρά τις επιφυλάξεις ορισμένων ερευνητών για το κατά πόσον τα αρσενικά τουλάχιστον ονόματα που προαναφέρθηκαν είναι πράγματι λατινικής προελεύσεως ή ελληνικής, θα πρέπει για την συγκεκριμένη χρονική περίοδο να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε ρωμαϊκή επίδραση.[5]

Σε δύο τιμητικές επιγραφές από το Άργος, μία λατινική για τον Καικίλιο Μέτελλο, που χρονολογείται το 69/68 π.Χ.[6] και μία δίγλωσση για τον γαμβρό του Μάρκιο Ρήγα του 67/ 66 π.Χ.,[7] αναφέρονται Ιταλοί negotiatores εγκατεστημένοι στην πόλη, Italici quei Argeis negotiantur. Επομένως τουλάχιστον στο α’ μισό του 1ου αι. π.Χ. στο Άργος υπήρχε μία κοινότητα Ιταλών.[8]

Η εποχή της εγκατάστασης των Ιταλών negotiatores στο Άργος ίσως να πρέπει να συνδυαστεί με την καταστροφή του λιμανιού του Πειραιά από τον Σύλλα το 86 π.Χ. και την παρακμή των μεγάλων εμπορικών κέντρων με τις εξαιρετικά ανθηρές κοινότητες των Ιταλών και των Ρωμαίων εμπορευομένων, όπως η περίπτωση της Δήλου.

Ασφαλώς το Άργος, χωρίς να προσφέρει τα πλεονεκτήματα της Δήλου ή της Ρόδου, διέθετε ορισμένα πολύ θετικά στοιχεία που ευνοούσαν την εγκατάσταση των Ιταλών negotiatores.[9] Η πόλη διέθετε ένα πολύ καλό λιμάνι, πάνω στο δρόμο επικοινωνίας του Αιγαίου και της Ασίας με την Ιταλία και την Δύση. Η καταστροφή της Κορίνθου λειτουργεί απόλυτα θετικά στην εξέλιξη του Άργους σε κέντρο εμπορίου. Και το κυριότερο ίσως, η πόλη διέθετε πλούσια γη για καλλιέργεια και νομές.[10]

Είναι πολύ πιθανό μετά την παρακμή της Δήλου ένα μέρος των εκεί εμπορευομένων να εγκαταστάθηκε στο Άργος μεταθέτοντας εκεί τις δραστηριότητες και τα συμφέροντα τους. Κατά μίαν άποψη η συνέχεια αυτή δικαιολογεί και τη χρήση του όρου Ιταλοί / Italici, στις προαναφερθείσες αργολικές επιγραφές, σε εποχή μετά τον Συμμαχικό πόλεμο, που θεωρητικά τουλάχιστον όλοι οι κάτοικοι της Ιταλικής χερσονήσου είχαν αποκτήσει το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη. Οι έμποροι που εγκαταστάθηκαν στο Άργος θέλησαν να περιβάλουν τη νέα τους έδρα με την δύναμη και το κύρος που είχε αποκτήσει η συντεχνία τους στη Δήλο.[11]

  

 

 

Άργος, Ρωμαϊκά Λουτρά – The Roman Baths

 

  

Αυτό που φαίνεται να προκύπτει από την μελέτη του δημοσιευμένου τουλάχιστον ανθρωπωνυμικού υλικού του Άργους είναι ότι η κοινότητα των negotiatores θα πρέπει να ανέπτυξε δραστηριότητες περιορισμένης εμβέλειας και διαφορετικής ενδεχομένως φύσεως. Η σύγκριση των προσωπογραφικών και ανθρωπωνυμικών δεδομένων της Δήλου[12], αλλά και της Ρόδου[13], με αυτά του Άργους παρέχει σαφείς ενδείξεις.

Τέσσερα μόνο πρόσωπα στις επιγραφές του Άργους, που χρονολογούνται στο τελευταίο τρίτο του 1ου αι. π.Χ. ή στις αρχές του 1ου μεταχριστιανικού αιώνα, είναι φορείς των tria nomina[14]. Το παλαιότερο και μοναδικό για τα συγκεκριμένα χρονικά πλαίσια λατινικό cognomen είναι το Ινγένουος[15] και φέρεται από τον Λεύκιο Κορνήλιο Ινγένουο ή Ίνγενο, σε διαφορετική απόδοση, πρόσωπο γνωστό από δύο τιμητικές επιγραφές[16].

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Τria nomina: Χαρακτηριστικά τρία ονόματα που συμπλήρωναν την ονοματοδοσία των Ρωμαίων πολιτών. Αποτελούνταν από το praenomen (το μικρό όνομα), το nomen gentilicium (το όνομα της οικογένειας ή της φυλής στην οποία ανήκε) και το cognomen (το όνομα του συγκεκριμένου κλάδου της οικογένειάς του) ή το agnomen (ένα χαρακτηριστικό προσωπικό όνομα που οφειλόταν σε κάποια ιδιότητα, ένα είδος παρωνυμίου δηλαδή).]

Είναι πιθανό ο Ινγένουος, ο οποίος τιμάται από την συντεχνία των Λεειτών, ενδεχομένως των λιθοξόων (από το λείος, λειαίνω)[17] να ανήκε ή να προερχόταν από τον κύκλο των Ιταλών. Το βέβαιο όμως είναι ότι είχε πολιτογραφηθεί και Αργείος, αφού στην δεύτερη επιγραφή που τιμάται από τον δήμο των Αργείων αναφέρεται ότι είχε διατελέσει γυμνασίαρχος, αγορανόμος, γραμματεύς, ταμίας και αγωνοθέτης[18].

Εξ ίσου πιθανή βέβαια είναι και η περίπτωση να πρόκειται για ντόπιο που οφείλει ενδεχομένως την πολιτεία στον Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα, ταμία και αντιστράτηγο στην Αχαΐα το 25 π.Χ. περίπου,[19] και ο οποίος, αν και σε πρώιμους σχετικά χρόνους, υιοθέτησε το λατινικό cognomen. Ίσως μάλιστα η ίδια η σημασία, η ελληνική ερμηνεία, του cognomen να αποτελεί ένδειξη για την καταγωγή του.

Σε δίγλωσση επιτύμβια επιγραφή μαρτυρείται το όνομα του Μάρκου Περπέρνα Ύμνου[20], ενδεχομένως απελεύθερου[21], ο οποίος θα μπορούσε να είναι και αυτός μέλος της κοινότητας των εμπορευομένων. To gentilicium Περπέρνας, όχι συχνό στον ελλαδικό χώρο, είναι κοινό στο ονοματολόγιο των Ετρούσκων[22]. Αντίθετα το cognomen υποδηλώνει ελληνική προέλευση. Απαντάται σε κείμενα πολλών ελληνικών πόλεων ως απλό όνομα[23].

Ο ρήτορας και φίλος του Μάρκου Αντώνιου, Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης, υιός Αναξίωνος[24], θα πρέπει να αναγνωριστεί σε τιμητική επίσης επιγραφή του β’ μισού του 1ου αι. π.Χ.[25]. Δεν είναι βέβαιο αν είναι Αργείος ή Αθηναίος, καθώς εκτός από την συντεχνία των Αργείων σπατοληαστών, των βυρσοδεψών (από το σπάτος), τιμάται και από τον δήμο των Αθηναίων[26]. Το βέβαιο πάντως είναι ότι υπεύθυνος για την πολιτεία του είναι ο ίδιος ο Μάρκος Αντώνιος.

Ο αριθμός των ρωμαϊκών ονομάτων στο Άργος αυξάνεται προϊόντος του 1ου αι. μ.Χ., για να γίνει ακόμα μεγαλύτερος τον 2ο αι. Τον 3ο αι. παρατηρείται μία σημαντική μείωση, άλλωστε και γενικά οι επιγραφικές μαρτυρίες ελαχιστοποιούνται, για να καταλήξουμε τελικά σε μόνο ένα όνομα στον 4ο αι. Στις επιγραφές μαρτυρούνται 15 gentilicia Αργείων, εκ των οποίων τα 6 είναι αυτοκρατορικά και φέρονται από 25 πρόσωπα. 19 ακόμα Αργείοι ανήκουν σε διαφορετικές οικογένειες.

Οι περισσότεροι από τους Αργείους που έχουν την πολιτεία ανήκουν στο γένος των Κλαυδίων. Από τους πρώτους Κλαυδίους του Άργους φαίνεται ότι ήταν ο Τιβέριος Κλαύδιος, υιός Διοδότου, Διόδοτος, αγορανόμος, γραμματέας, ιερέας και αγωνοθέτης των Νεμείων και των πρώτων Σεβαστείων σε αντικατάσταση των μέχρι τότε τελουμένων Καισαρείων[27], τον οποίον τιμούν οι Ρωμαίοι οι εν Άργει κατοικούντες.[28]

Στο ίδιο αυτό γένος ανήκουν και οι δύο από τις τρεις σημαντικές οικογένειες Αργείων των δύο πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων του Τιβερίου Κλαυδίου Αντιγόνου, γερουσιαστή και αγωνοθέτη Νεμείων και Σεβαστείων, ο οποίος αποκτά την πολιτεία μεταξύ 49 και 54[29], και του Τιβερίου Κλαυδίου Τυχικού[30]. Η τρίτη οικογένεια είναι αυτή του Γναίου Πομπηίου Κλεοσθένη, επίσης γερουσιαστή και αγωνοθέτη[31]. Ο 2ος αι. αποτελεί περίοδο ακμής για το Άργος μετά την ευεργετική πολιτική του Αδριανού προς την πόλη και την συμμετοχή του στο Πανελλήνιο[32].

Σε αντίθεση με τις οικογένειες των Αργείων, για τις οποίες οι σωζόμενες μαρτυρίες δεν αφορούν περισσότερες από τρεις γενεές, οι μεγάλες οικογένειες της γειτονικής Επιδαύρου, τα μέλη των οποίων αρκετά νωρίς αποκτούν την ρωμαϊκή πολιτεία, έχουν μία μακρά παράδοση που ανάγεται τουλάχιστον στο α’ μισό του 3ου αι. π.Χ., και παρακολουθείται αδιάσπαστα μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου μεταχριστιανικού αιώνα[33].

Βεβαίως είναι πολύ πιθανόν αυτή η αδιατάρακτη διαδοχή των γενεών να οφείλεται στην ίδια την φύση των επιγραφών, στο σύνολο τους σχεδόν αναθηματικές και τιμητικές. Το μέγιστο μέρος του δημοσιευμένου τουλάχιστον υλικού προέρχεται από το ιερό του Ασκληπιού και ένα μικρότερο ποσοστό από το ιερό του Απόλλωνα Μαλεάτα, ένα χώρο με πανελλήνια ακτινοβολία από τον 4ο αι. π.Χ. Όπως είναι φυσικό σε τέτοιου είδους κείμενα σώζονται μαρτυρίες για πρόσωπα προερχόμενα από μία συγκεκριμένη τάξη, από ένα περιορισμένο σχετικά κύκλο, που η κοινωνική τους θέση επιτρέπει την ανάληψη του κόστους ενός αναθήματος ή ενός τιμητικού ανδριάντα και την συναναστροφή τους άμεσα ή έμμεσα με τους εκάστοτε κρατούντες. Όντας μέλη της ηγετικής τάξης της πόλης, μπορούσαν ευκολότερα να συνδεθούν με τους φορείς της ρωμαϊκής εξουσίας.

Τα στέμματα των μεγάλων οικογενειών της Επιδαύρου έχουν αποκατασταθεί από τον Fraenkel και τον Hiller von Gaertringen στους τόμους των Inscriptiones Graecae IV και IV Ι2 αντίστοιχα, ενώ ειδικά για την οικογένεια των Στατειλίων υπάρχει η πρόσφατη διεξοδική μελέτη του Α. Spawforth[34]. Στην οικογένεια των Κλαυδίων είναι πιθανή η προσθήκη της οικογένειας του Τιβερίου Κλαυδίου Πολυκράτη[35], πατέρα της Κλαυδίας Δαμαρούς[36], συζύγου του Τιβερίου Κλαυδίου Ξενοκλή[37], συγγενούς των Στατειλίων, η οποία επιτρέπει την παρακολούθηση ενός ακόμα κλάδου των Κλαυδίων μέχρι το τελευταίο τέταρτο του 2ου αι.

 

Πολυκράτης Ευάνθους

Χ

Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης                      Τιβ. Κλαύδιος

                                                                              Φαιδρίας

Κλαύδια Δαμαρώ                                          Τιβ. Κλαύδιος

                                                                             Ξενοκλης

Τιβ. Κλαύδιος Φαιδρίας[38]                   Τιβ. Κλαύδιος

                                                                           Παύλος

  

Στο δεύτερο μισό του 2ου αι. τα μέλη των μεγάλων οικογενειών παύουν να κατέχουν τα αξιώματα της πόλης και εμφανίζονται νέα πρόσωπα. Με την παρακμή των παλαιών αριστοκρατικών γενών, φαινόμενο γενικότερο της εποχής, ίσως να μπορεί να συνδυαστεί και η παρακμή του ιερού, που προκειμένου να συντηρηθεί και να επισκευαστεί απαιτήθηκαν τα χρήματα του Ρωμαίου συγκλητικού Σέξτου Ιουλίου Μαΐωρος Αντωνίνου Πυθοδώρου Νυσαέως [39].

Ο πρώτος Επιδαύριος ο οποίος παίρνει την ρωμαϊκή πολιτεία θα πρέπει να είναι ο Νικάτας Σωδάμου, για να ονομαστεί Γναίος Κορνήλιος Νικάτας, ενδεχομένως στις δύο τελευταίες δεκαετίες του 1ου αι. π.Χ. Ίσως και αυτός να οφείλει την πολιτεία του στον ταμία και αντιστράτηγο της Αχαΐας Πόπλιο Κορνήλιο Σκιπίωνα. Οι Κορνήλιοι φαίνεται ότι ήταν βασικοί υποστηρικτές της αυτοκρατορικής λατρείας στην Επίδαυρο.

Ο Γναίος Κορνήλιος Νικάτας στα χρόνια του Αυγούστου θέσπισε για πρώτη φορά τα Καισάρεια και καθιέρωσε να συνεορτάζονται με τα Απολλωνιεία και τα Ασκληπιεία, αγωνοθετήσαντα πρώτον τα Απολλωνίεια και Ασκληπίεια κτίσαντά τε ταν Καισαρείων πανάγυριν και αγώνας και πρώτον αγωνοθετήσαντα, και διετέλεσε δύο φορές ιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας. Όταν αργότερα τα Καισαρεία έγιναν Σεβάστεια, από τους τελευταίους αγωνοθέτες στην Επίδαυρο είναι ο δισέγγονος του Γναίος Κορνήλιος Φαβία Πούλχερ, ο γνωστός από επιγραφές της Κορίνθου, της Τροιζήνας, του Άργους, της Αθήνας, αρχιερέας της αυτοκρατορικής λατρείας, ελλαδάρχης και γραμματέας του Κοινού των Αχαιών[40]».

Ο γιος του Νικάτα, Γναίος Κορνήλιος Πούλχερ, είναι ο πρώτος Επιδαύριος με λατινικό cognomen, σε εποχή αρκετά πρώιμη, τουλάχιστον στην πρώτη δεκαπενταετία του 1ου αι. μ.Χ., σαφέστατη ένδειξη του εκρωμαϊσμού της οικογένειας του. Ο Πούλχερ ήταν νικητής εν κέλητι τελείω και συνωρίδί τελεία σε αγώνες του 32 / 33[41], αγωνοθέτης των Ισθμίων και των αυτοκρατορικών αγώνων του 43, ενώ τιμάται από την πόλη των Επιδαυρίων ετών οντά τεσσάρων και αγορανομήσαντα και γυμνασιαρχήσαντα εν ταις πανυγήρεσιν, αρετάς ένεκεν και ευνοία, ένδειξη της εξέχουσας θέσης της οικογένειας του και της μεγάλης επιρροής της στα κοινά.

Στην ίδια οικογένεια με τον Νικάτα ανήκει και ο Νικοτέλης Ευνόμου, αγωνοθέτης των Ασκληπιείων και των αυτοκρατορικών αγώνων του, ο οποίος είναι και ο πρώτος από τον κλάδο των Κλαυδίων που αποκτά την ρωμαϊκή πολιτεία μεταξύ 49 και 54. Στο Ασκληπιείο σώζεται η βάση των ανδριάντων που ο Τιβέριος Κλαύδιος Ευνόμου υιός Νικοτέλης ίδρυσε προς τιμή του Κλαυδίου και της Αγριππίνας.

Στην περίοδο της αρχής του Πόπλιου Μέμμιου Ρέγουλου, ανάμεσα 35 και 44, αποκτά την πολιτεία ο Τίτος Στατείλιος Τιμοκράτης, ο πρώτος από την τρίτη μεγάλη οικογένεια της Επιδαύρου, τα μέλη της οποίας διαδραματίζουν βασικό ρόλο στα κοινά μέχρι το τέλος σχεδόν του 2ου αι.

Όπως είναι φανερό ήδη από τα στέμματα του Hiller von Gaertringen οι τρεις οικογένειες των Κορνηλίων, των Στατειλίων και των Κλαυδίων αποτελούν στην ουσία τρία παρακλάδια του ίδιου βασικού κορμού. Στην πραγματικότητα είναι μία κλειστή κοινότητα στα μέλη της οποίας εναλλάσσονται τα αξιώματα της πόλης, του ιερού και όχι μόνο. Διατηρούν στενές σχέσεις με το Άργος, που στον 1ο αιώνα είναι η έδρα του συνεδρίου των Αχαιών, αξιώματα του οποίου καταλαμβάνουν, την Κόρινθο, την Σπάρτη, την Αθήνα, που ασφαλώς έχουν να τους προσφέρουν περισσότερες δυνατότητες πλουτισμού και κοινωνικής ανόδου απ’ ότι η ίδια η πόλη τους, η οικονομία της οποίας θα πρέπει και στην αυτοκρατορική περίοδο, όπως και στα κλασικά χρόνια, να ήταν κατά βάση γεωργική, ενώ μερικά από τα μέλη τους φτάνουν στο να αποκτούν αξιώματα της κεντρικής εξουσίας. Η βασική αντίληψη των αρχαίων ελλήνων, ότι κανείς μπορούσε να είναι πολίτης μίας μόνο πόλης, ως γνωστό, στους αυτοκρατορικούς χρόνους περιήλθε σε αχρηστία και η ρωμαϊκή πολιτεία κατέστη συμβατή με την πολιτεία μιας ή και περισσότερων πόλεων. Και η παλαιά αριστοκρατία της Επιδαύρου δεν θα ξέφευγε από τον κανόνα.

Λίγα είναι τα διαθέσιμα στοιχεία για τις δύο μικρότερες πόλεις της Αργολίδας, την Ερμιόνη και Τροιζήνα. Εδώ όμως το διαθέσιμο υλικό είναι πολύ μικρότερο. Οι Ερμιονείς φορείς της ρωμαϊκής πολιτείας που μπορούν να χρονολογηθούν δεν είναι παλαιότεροι από τον 2ο μεταχριστιανικό αιώνα. Από τα 20 χρονολογημένα πρόσωπα τα 18 ανήκουν στο γένος των Αυρηλίων, 1 στους Ιουλίους και 1 στους Καικιλίους.

Τέσσερα ονόματα γένους μαρτυρούνται στις επιγραφές για τους πολίτες της Τροιζήνας και συμπεριλαμβάνουν μόλις 7 πρόσωπα. Όπως και στο Άργος, παρατηρείται μία υπεροχή των Κλαυδίων, αν και με τόσο λίγο υλικό οποιαδήποτε σύγκριση είναι κάθε άλλο παρά ασφαλής. 

Σε σχέση με το σύνολο των πολιτών των τεσσάρων πόλεων που προαναφέρθηκαν και μέσα στα υπό εξέταση χρονικά πλαίσια, από τον 2ο αι. π.Χ. ως το 212, το ποσοστό των Αργείων και Επιδαυρίων που φέρουν ρωμαϊκά ονόματα πριν το διάταγμα του Καρακάλλα –συμπεριλαμβάνονται και οι αντίστοιχοι Αργείοι, Επιδαύριοι, Τροιζήνιοι και Ερμιονείς, που έχουν ρωμαϊκά ονόματα και μαρτυρούνται σε επιγραφές προερχόμενες από άλλες πόλεις – δεν ξεπερνά το 25%, ενώ είναι μερικές μονάδες μικρότερο για τους Τροιζηνίους και τους Ερμιονείς.

Τα λιγοστά ρωμαϊκά ονόματα που μαρτυρούνται στις επιγραφές της Αργολίδας μέχρι το α’ τρίτο του 1ου αι.μ.Χ., αυξάνονται σημαντικά κατά την διάρκεια του β ‘ μισού του ίδιου αιώνα, από την εποχή της αρχής του Κλαυδίου. Ο αριθμός αυτός θα αυξηθεί ακόμα περισσότερο τον 2ο αι. Όσον αφορά μάλιστα στα μέλη των παλαιών αριστοκρατικών γενών είναι φανερό ότι μέχρι το τέλος του 2ου αι. είχαν αποκτήσει στο σύνολο τους τον τίτλο του ρωμαίου πολίτη.

Όμως η αύξηση αυτή αφορά κυρίως στα ονόματα γένους. Τα cognomina ακολουθούν την ίδια μεν αύξηση, ο αριθμός τους αυξάνεται παράλληλα με τα gentilicia, αλλά το ποσοστό τους σε σχέση με τα ονόματα γένους είναι εξαιρετικά μικρό. Η προτίμηση στα ελληνικά cognomina είναι αναμφισβήτητη. Αν το λατινικό cognomen θεωρηθεί σαφής ένδειξη εκρωμαϊσμού του φέροντος, τότε ενδεχομένως η εμμονή στα ελληνικά cognomina να αποτελεί ένα επιπλέον στοιχείο για την ύπαρξη της ελληνικής εθνικότητας και της εθνικής συνείδησης.

 

Λίνα Γ. Μενδώνη

 Κέντρο Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος

Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών

 

  

Υποσημειώσεις

 

 


 

 [1] Η μελέτη του ανθρωπωνυμικού υλικού της ρωμαϊκής περιόδου από την Αργολίδα εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο του έργου Nomina Romana του προγράμματος Νότιας Ελλάδας του Κέντρου Ελληνικής και Ρωμαϊκής Αρχαιότητος του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

 [2] Ο Λεύκιος Λευκίου, τραγικός χοροδιδάσκαλος (SEG 33 [1983] 290), αναγραφόμενος σε κατάλογο τεχνιτών από το Άργος, δεν μπορεί να θεωρηθεί με βεβαιότητα Αθηναίος (πρβλ. LGPN, s. ν. Λεύκιος, αριθμ. 5). Βλ. Ι. Στεφανής, Διονυσιακοί Τεχνίται. Συμβολές στην Προσωπογραφία του Θεάτρου και της Μουσικής των αρχαίων Ελλήνων (Ηράκλειο 1988) 282, αριθμ. 1540.

 [3] SEG 11 (1950)344· /GII2 8378 (για την χρονολόγηση της επιγραφής, Μ. Μιτσός, Αργολική Προσωπογραφία [Αθήνα 1952] 5. ν. Αύλος II).

 [4] SEG 11(1950)344.

[5] E. Kapetanopoulos, «Romanitas and the Athenian Prytaneis», AE 1981,24-25.

[6] CIL III 531.

[7] IG IV 604.

[8] J. Hatzfeld, Les Trafiquants Italiens dans Ι’ Orient Hellénique (Paris 1919) 78· η περιοχή του Κλείτορος που συζητάται από τον Hatzfeld δεν ανήκει στη σύγχρονη Αργολίδα, αλλά στην Αρκαδία. D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», BCH86 ( 1962) 305 – 313 και του ιδίου, «Les Italiens d’ Argos. Un post-scriptum», BCH81 (1963) 322-324.

[9] D. van Berchem, «Les Italiens d’Argos et le déclin de Délos», όπ. π., 306.

[10] Για το ενδιαφέρον των Ρωμαίων σε θέματα γεωργίας και κτηνοτροφίας, S. Zoumbaki, «Ρωμαίοι ενγαιούντες. Römische Grundbesitzer in Eleia», Tyche 9 (1994)213-218.

[11] Πρβλ. D. van Berchem, όπ. π. (υποσημ. 8).

[12] J. Hatzfeld, «Les Italiens résidant à Délos mentionnés dans les inscriptions de l’île», BCH36 (1912) 5-218 και M.-F. Basiez, 215-224. Πρβλ. επίσης, Chr. Le Roy, «EncoreF agora des Italiens à Délos», MélangesP. Leveque 7(1993)183-208.

[13] A. Bresson, infra, 225-238.

[14] 1. Λ(εύκιος) Κορνήλιος Ίνγένουος ή «Ινγενος (= IGIV 607 και SEG 13 [1956]244). ΟΜ. Fraenkel στην έκδοση των IG αναπτύσσει το όνομα ως Λ(ούκιος)· η ανάπτυξη Λ(εύκιος) είναι μάλλον προτιμότερη λόγω της πρωϊμότητας της επιγραφής. 2. Μάρκος Περπέρνας Ύμνος (= SEG25 [1971] 370). 3. Μάρκος Αντώνιος Αριστοκράτης (= IG IV 581). 4. Μάρκος Άνταλίνιος Σιλάσιμος(=/σΐν538+641).

[15] 1. Kajanto, The Latin Cognomina (Roma 1982) 314 (= Η. Solin – Ο. Salomies, Repertorium nomimumgentilium et cognominum latinorum [Mainz 1988] 345).

[16] Βλ. ανωτέρω σημ. 14

[17] Λεεΐται videtur derivatum esse a λείος, ut forma principalis fuerit λεΐτης… quod ex itacisco mutatum est in λεΐτης. Habemus igitur praeter collegia Argiva occurrentiaen. 530,581,608 aliud: «levigantium, levigaverit quidem ligna s. lapides», M. Frankel σχόλια στην έκδοση των IG.

[18] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH16 ( 1953) 400-402 και H. W. Pleket, «Three Epigraphic Notes», Mnemosyne (ser. 4) 10(1957) 141-143.

[19] PIR II2 C 1438- E. Groag, Die Römischen Reichsbeamten von Achaia bis auf Diokletian (Wien-Leipzig 1939) 113.

[20] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[21] Η. Solin, Die griechischen Personennamen in Rom. Ein Namenbuch (Βερολίνο 1982) III, 1177.

[22] W. Schulze, Zur Geschichte lateinischer Eigennamen (Βερολίνο 1904)88(= H. Solin- O. Salomies,ÓJt. π., 141).

[23] Βλ. πρόχειρα LGPN1 – II, s. ν. Ύμνος. Η παλαιότερη μαρτυρία του ονόματος, όσο τουλάχιστον γνωρίζω, είναι σε επιγραφή από την αγορά των Αθηνών, που χρονολογείται στα τέλη του 3ου/αρχές 2ου αι. π.Χ., D. W. Bradeen, Inscriptions. The funerary monuments (1973) 407.

[24] Πλούταρχος, Αντώνιος 69  και P. Graindor, Athènes sous Auguste (Κάϊρο 1927) 236.

[25] Βλ. ανωτέρω σημ. 14.

[26] IG II2 3899. Πρβλ. Ε. Kapetanopoulos, The Early Expansion of Roman Citizenship into Attica during the first part of the Empire (200 B. C. -A. D. 70) [Yale 1963] (αδημ. διδ. διατριβή) 215 και Prosopographia 187.

[27] Α. Β. West, «Achaean Prosopography and Chronology», CPh 23 (1928) 258-269 και ειδικότερα 260, σημ. 2.

[28] IG IV 606.

[29] SEG28 (1978) 396 και 397. Πρβλ. Α. Β. West, όπ. π., 260-261.

[30] M. Piérart, «A propos des subdivisions de la population argienne», BCH 109 (1985) 345-356 και ειδικά 355-356 (= SEG 35 [1985] 270-271).

[31] P. Chameaux, «Inscriptions d’ Argos», BCH80 ( 1956) 598-618 και ειδικότερα 610-614 (SEG 16 [1959] 258 και 259).

[32] A. J. Spawforth – S. Walker, «The World of the Panhellenion II. Three Dorian Cities», JRS 1986, 88-105 και ειδικότερα 101-105, όπου διαπραγματεύονται την δραστηριότητα των μεγάλων οικογενειών της πόλης.

[33] F. Hiller von Gaertringen, JGIV2 1 (Βερολίνο 1929) Prolegomena, XXV, XXX-XXXI, XXXIV.

[34] «Families at Roman Sparta and Epidaurus: Some Prosopographical Notes», ABS A 80 (1985) 191-258 και ειδικότερα 248-258.

[35] IG IV2 1, 685 και 686, ο οποίος χρονικά τοποθετείται στο β ‘ μισό του 1ου αι. μ.Χ. Ο Τιβ. Κλαύδιος Πολυκράτης θα μπορούσε να είναι εγγονός του Πολυκράτους Ευάνθους (= 7GIV21,647), ο οποίος χρονολογείται στο τέλος του 1ου αι. π.Χ.

[36] IG IV2 1,678.

[37] IG IV2 1,678. Αυτός ο Ξενοκλής ταυτίζεται πιθανότατα με τον αναθέτη ενός ανδριάντα στον αξιωματούχο της εποχής του Αδριανού, Γναίο Κορνήλιο Πούλχερ (PIR IIC, 1424). Βλ. W. Peek, Neue Inshrìften aus Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig, Band 63.5 (Λειψία 1972) 47.

[38] IG IV2 1,686.

[39] F. Hiller von Gaertringen, όπ., π., XXXIV. Ο Ρωμαίος συγκλητικός Sextus Julius Major Antoninus Pythodorus συντήρησε διάφορα κτήρια στο Ασκληπιείο και στο Ιερό του Απόλλωνος Μαλεάτα και έκτισε αρκετά νέα, Παυσανίας II. 27,6-7.

[40] PIR II2 C, 1424· για την σταδιοδρομία του Γναίου Κορνηλίου Ποϋλχερ, και κυρίως για τις δραστηριότητες του ως στρατηγός, γραμματεύς των Αχαιών και αρχιερεύς της αυτοκρατορικής λατρείας, βλ. Β. Puech, «Grands Prêtres et Helladarques d’Achaie», REA 85 ( 1983) 17-21. Πρβλ. επίσης G. Bowersock, «Some persons in Plutarch’s moralia», CQ 15 (1965)267-270.

[41] IG IV2 1, 101 και W. Peek, Inschriften aus dem Asklepieion von Epidaurus, Abhandlungen der Sächsischen Akademie der Wissenschaften zu Leipzig (Λειψία 1969) 40-41, αριθμ. 45.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Δούλοι και Κύριοι στη Ρωμαιοκρατούμενη Ελληνική Κοινωνία του Άργους

          


 

                                                                                               

Σε δύο επιγραφικά κείμενα, που βρέθηκαν στο Άργος της Πελοποννήσου, χρονολογούμενα κατά την ηγεμονία του Κλαύδιου ή ίσως λίγο μεταγενέστερα, αναφέρεται η προσωπικότητα του Τιβέριου Κλαύδιου Διοδότου, ανθρώπου που θα μπορούσε να καυχηθεί πως ήταν ο πρώτος, ίσως και ο μόνος εκείνη την εποχή, που προέβη σε διανομή λαδιού στα γυμνάσια και στα λουτρά, διανομή με αποδέκτες τόσο τους ελεύθερους, όσο και τους δούλους άνδρες της πόλης (IG IV 606). Εάν ο εν λόγω χορηγός ήταν ο πρώτος, ο Ονησιφόρος, άτομο που έδρασε κατά τους χρόνους του αυτοκράτορα Τραϊανού, υπήρξε διάδοχός του στην πρακτική αυτή, καθώς με δικά του έξοδα διένειμε ελαιόλαδο αδιακρίτως σε κάθε γυμνάσιο και λουτρό (βαλανείον), από την αυγή ως τη δύση του ηλίου, σε ελεύθερους και σκλάβους άνδρες στην ίδια πόλη (IG IV 597).

Η χρήση του λαδιού της ελιάς στα γυμνάσια ήταν γνωστή σε όλο τον αρχαιοελληνικό κόσμο. Οι αθλητές συνήθιζαν να αλείφουν το σώμα τους με ελαιόλαδο πριν από κάθε προπόνηση ή αγώνα. Στην συνέχεια, όταν τελείωνε η άσκηση, αφαιρούσαν (απέξεαν) το ελαιόλαδο μαζί με τη σκόνη και τον ιδρώτα με ένα μεταλλικό εργαλείο, τη στλεγγίδα. Επίσης, μετά από τους αγώνες, η τεχνική μάλαξη των μυών με ελαιόλαδο βοηθούσε στην ξεκούραση του αθλητή.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αδιάκριτη παροχή του λαδιού στους άνδρες του Άργους, ελεύθερους και δούλους, και μάλιστα σε μια εποχή, την αυτοκρατορική Ρωμαιοκρατία, κατά την οποία οι κοινωνικές διακρίσεις στην Ελλάδα ήταν ιδιαίτερα έντονες. Η πρόβλεψη της παροχής ελαιολάδου σε όλο τον άρρενα πληθυσμό της πόλης χωρίς διάκριση αναδεικνύει ίσως τη σημασία που αποδιδόταν από τους ανθρώπους της εποχής εκείνης στη σωματική φροντίδα. Αυτή η τελευταία αποτελούσε εξισωτικής φύσεως παράγοντα ως προς το status των ανδρών, ελεύθερων και δούλων. Θα μπορούσε μάλιστα να λεχθεί πως το πασίγνωστο γνωμικό «νους υγιής εν σώματι υγιεί» ίσχυε και για τους ευρισκόμενους σε κατάσταση δουλείας άνδρες και ίσως έτσι αναγνωριζόταν η νοητική τους υπεροχή απέναντι στις άλλες έμψυχες ιδιοκτησίες.

Επειδή το έξοδο της προμήθειας λαδιού για τα γυμνάσια ήταν αρκετά σημαντικό, το αναλάμβανε είτε η ίδια η πόλη, είτε χορηγοί, όπως οι ανωτέρω. Ως παράδειγμα μπορεί να αναφερθεί η εφηβική επιγραφή που βρίσκεται εντοιχισμένη στο μοναστήρι της Παναγίας Σισανίου στο νομό Κοζάνης (αρχαία Ορεστίς). Αυτή η επιγραφή αρχίζει με τη φράση «αλειφούσης της πόλεως…»

Οι παραπάνω χορηγίες μας δίδουν ένα δείγμα της φιλελεύθερης αντίληψης των πραγμάτων στην Ρωμαιοκρατούμενη Ελλάδα, εν αντιθέσει προς τα σκληρά Ρωμαϊκά ήθη. Θα ήταν σε θέση να ισχυριστεί κάποιος πως η χειραφέτηση των δούλων είχε ήδη ξεκινήσει από τα χώματα της Αργολίδας κατά τον 2ο μ.Χ. αιώνα και ότι το παραπάνω επίτευγμα δεν απετέλεσε κατάκτηση του 19ου αιώνα στις Αγγλοσαξονικές χώρες.

 

Αθανάσιος Ζιάκας

Φιλόλογος, Υποψήφιος Διδάκτορας ΕΚΠΑ



Πηγή


  • Clarence A. Forbes, «The education and training of Slaves in Antiquity», Transactions  and proceedings of the American Philological Association, Vol. 86, 1955, pp 321-360.

Read Full Post »

Σισίνης Γεώργιος (1769 – 1831)


 

Γεώργιος Σισίνης, έργο του Χρόνη Μπότσογλου, λάδι σε μουσαμά. Συλλογή Έργων Τέχνης της Βουλής των Ελλήνων.

Γεννήθηκε στη Γαστούνη της Ηλείας το 1769 και καταγόταν από πλούσια και ιστορική οικογένεια. Ήταν γιος του Χρύσανθου Σισίνη, προεστού με εμπορική δραστηριότητα, ο οποίος είχε σπουδάσει ιατρική στην Ιταλία. Λέγεται μάλιστα ότι είχε μελετήσει και τον Principe του Nicolo Machiavelli. Μητέρα του ήταν η Γαλλίδα Βικτωρία, και αδέλφια του οι Νικόλαος, Πέτρος και Μιχαήλ, γιατροί, οι οποίοι  πέθαναν πριν την επανάσταση. Η αδελφή του ήταν σύζυγος του  Σωτήρη Χαραλάμπη.  Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία τον Οκτώβριο του 1819. Είχε παντρευτεί την Υακίνθη Σταθακοπούλου, γιοι του ήταν ο Μιχαήλ και ο Χρύσανθος.

Ανυπότακτη φύση και θυελλώδης χαρακτήρας, πολεμούσε με ιδιαίτερη βιαιότητα, ενώ αγαπούσε τις διασκεδάσεις και την επίδειξη του πλούτου που είχε συγκεντρώσει. Κατά τον Άγγλο στρατιωτικό και φιλέλληνα Stanhope, ζούσε με τη χλιδή και την πολυτέλεια που θα άρμοζε σε υψηλόβαθμο Οθωμανό αξιωματούχο. Υπήρξε, ωστόσο, από τους πρωτεργάτες της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, βοηθώντας μάλιστα οικονομικά τον Αγώνα. Ύψωσε στην Ήλιδα το 1821 μια από τις πρώτες ελληνικές σημαίες της Επανάστασης, εκείνη που είχε σχεδιάσει ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, και συνέβαλε αποφασιστικά στην πολιορκία της Πάτρας από τους Έλληνες.

Σε όλη τη διάρκεια της Επανάστασης παρέμεινε ο πολιτικός και στρατιωτικός ηγέτης της επαρχίας του. Συμμετοχή στην Επανάσταση είχαν επίσης οι δυο γιοι του, Χρύσανθος και Μιχαήλ. Το 1824, κατά το δεύτερο εμφύλιο πόλεμο, όταν μισθωμένοι από τον Κωλέττη Ρουμελιώτες οπλαρχηγοί καταδίωκαν Πελοποννήσιους, τον συνέλαβαν – μαζί με τον γιο του Χρύσανθο – και τον παρέδωσαν στους Υδραίους, οι οποίοι τον περιόρισαν σε μοναστήρι.

Στον Φωτάκο διαβάζουμε:

Γεώργιος Σισίνης. Επίσημος δια την παλαιὰν κα ευγενή καταγωγήν του, και περίφημος δια την πολιτικήν του δύναμιν κατά την επαρχίαν της Γαστούνης. Υπηρέτησε την πατρίδα στρατιωτικώς και πολιτικώς βοηθούμενος και από τους δύω υιούς του Χρύσανθον και Μιχαλάκην. Ήτον ένας εκ των αρχόντων και προκρίτων της Πελοποννήσου. Υπήρξε πρόεδρος των Εθνοσυνελεύσεων και πληρεξούσιος. Επὶ δε του Καποδιστρίου προέδρευσε της Συνελεύσεως και της Γερουσίας. Εφυλακίσθη εις Ύδραν με τον Θ. Κολοκοτρώνην επὶ  της  Κυβερνήσεως του Γ. Κουντουργιώτη.

 

Γεώργιος Σισίνης - Πρόκριτος από τη Γαστούνη, φιλικός και πρωτεργάτης της Επανάστασης του 1821 στην Πελοπόννησο. Lithography by Karl Krazeisen (1794-1878).

 

Χρύσανθος Σισίνης. Υιός του ειρημένου Γ. Σισίνη. Στρατηγὸς άριστος. Αι εκδουλεύσεις του είναι πασίγνωστοι. Επολέμησεν εις Λάλα κατὰ την πολιορκίαν των Πατρών, και εις το Μεσολόγγιον. Μάλιστα δε υπήγε με σώμα στρατιωτών προς βοήθειαν των αδελφών μας Αθηναίων αρχηγούντος του Γ. Καραϊσκάκη. Εφυλακίσθη εις Ύδραν μετά του Κολοκοτρώνη και λοιπών.

Μιχαλάκης Σισίνης. Και ούτος υιός του Γ. Σισίνη και αδελφός του προειρημένου. Υπήρξεν επίσης και αυτὸς στρατιωτικὸς, ευρεθεὶς ες πολλὰς μάχας, απεδείχθη γενναίος. Επὶ δε της εισβολής του Ιμβραὴμ εις Γαστούνην αιχμαλωτίσθη υπὸ των Αράβων μετὰ του περιφήμου Διονυσίου Διάκου και άλλων εις το Χλουμούτσι δι᾿ έλλειψιν τροφών.

Ως μέλος της ομάδας Πελοποννησίων προκρίτων υπό τον Κανέλλο Δεληγιάννη, προσχώρησε στο «γαλλικό» κόμμα, ενώ υπήρξε μέλος της δωδεκαμελούς Διοικητικής Επιτροπής, η οποία συστάθηκε τον Απρίλιο του 1826, μετά την πτώση του Μεσολογγίου.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στην Γ’ και την Δ’ Εθνοσυνέλευση, ενώ εξελέγη πρόεδρος της Γ’ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (19 Μαρτίου – 5 Μαΐου 1827), στο πλαίσιο των εργασιών της οποίας ψηφίστηκε το τρίτο από τα συντάγματα της επαναστατικής περιόδου. Εξελέγη, επίσης, πρόεδρος και της Δ’ Εθνοσυνέλευσης, που συνήλθε επί Ιωάννη Καποδίστρια στο αρχαίο θέατρο του Άργους (11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829) και ενέκρινε την ίδρυση Γερουσίας στη θέση του Πανελληνίου.

Υποστήριξε τον Καποδίστρια που τον διόρισε γερουσιαστή τον Ιούλιο του 1829. Μάλιστα ανέλαβε και την προεδρία της Γερουσίας από τις 12 Σεπτεμβρίου 1829 έως τον Ιούνιο του 1830. Όταν προσχώρησε στην αντιπολίτευση ενάντια στον Καποδίστρια, ο Κυβερνήτης τον αντικατέστησε στη θέση του προέδρου της Γερουσίας με το Δημήτριο Τσαμαδό. Πέθανε στη Γαστούνη στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, την ίδια μέρα με τον Καποδίστρια. Λίγο πριν από το θάνατό του, όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, εξέφρασε τη θλίψη του χαρακτηρίζοντας το γεγονός «κακόν και ολέθριον». Όπως πράγματι αποδείχθηκε πως ήταν.  

 

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Φωτίου Χρυσανθόπουλου ή Φωτάκου, Πρώτου Υπασπιστού του Θ. Κολοκοτρώνη, « Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών », Εν Αθήναις, εκ του τυπογραφείου Π. Δ. Σακελλαρίου 1888.
  • Αναστάσιος Ν. Γούδας, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Τόμος  7, Πολιτικοί άνδρες, Εν Αθήναις, 1875.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »