Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Touret Αύγουστος Ιλαρίων (Auguste Hilarion Touret 1797 – 1858)


 

Γάλλος φιλέλληνας, πρώην αξιωματικός των Ουσάρων. Ήρθε στην Ελλάδα το 1825 και τάχτηκε στο ιππικό σώμα του Φαβιέρου. Διακρίθηκε στις μάχες του Φαλήρου και της Χίου. Μετά την απελευθέρωση παρέμεινε στον Ελληνικό Στρατό. Στο Ναύπλιο κατοίκησε μόνιμα το 1832 και ήταν η ψύχη της καθολικής κοινότητας, έως το 1845 όπου και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην  Αθήνα με τον τίτλο «υπασπιστή του Βασιλιά».

 

Auguste Hilarion Touret

Από τις ευγενέστερες μορφές φιλελλήνων του Εικοσιένα, ο υποσυνταγματάρχης Touret  γεννήθηκε στην πόλη Sarreguemines επί των γαλλογερμανικών συνόρων, στις 23 Αυγούστου 1797. Νέος επέλεξε τη στρατιωτική σταδιοδρομία στην οποία διακρίθηκε και ο πατέρας του Ιλαρίων.

«Τα τελευταία έτη της γαλλικής Αυτοκρατορίας, γράφει ο μνημονευθείς Ερρίκος Fornesy στις βιογραφίες Φιλελλήλων το 1860, ήταν τα πρώτα του στρατιωτικού του βίου. Εξηκολούθησε υπηρετών την πατρίδα του έως του έτους 1825. Παρητήθη τότε του βαθμού αξιωματικού των Ουσάρων όπως ακολουθήσει τους άλλους εθελοντάς τους οποίους ο ηρωισμός του ελληνικού αγώνος παρεκίνει τα συμμερισθώσι την δόξα και τους κινδύνους. Ο Φαβιέρος τον έθεσε εις το τακτικόν ιππικόν και απέκτησεν υπόληψιν εις Φάληρον και άλλας εκστρατείας, ιδίως εν Χίω, όπου η διαγωγή του και η των ιππέων του επηνεύθη κολακευτικά υπό του γενικού διοικητού την επαύριον της εξόδου των Τούρκων εις την οποίαν τόσον γενναίως αντέστησαν τα τακτικά στρατεύματα.

Ο συνταγματάρχης Touret είχε, εκτός του στρατιωτικού του ζήλου, και αληθή ικα­νότητα την οποίαν επεβεβαίου και το στρατιωτικόν του παράστημα. Ήτο ακούραστος εις την υπηρεσία, αυστηρός αλλά δίκαιος. Η ανήσυχος ενεργητικότητα του τον παρέ­συρε πολλάκις πέραν των αυστηρών ορίων των δικαιωμάτων του. Άριστος σύντρο­φος, πλήρης ευγενείας και απαράμιλλου φιλοφροσύνης ετιμάτο και ηγαπάτο. Εις αυ­τόν οφείλονται αι πρώται σημειώσεις περί Φιλελλήνων εν αις συνεργάτης του επέπρωτο μετά λύπης να γράψη και το όνομα του φίλου τόσον προώρως θανόντος».

Μετά την ίδρυση ανεξάρτητου Ελληνικού Βασιλείου το 1830, ο Touret ήρθε στο Άργος όπου νυμφεύτηκε στις 16 Μαΐου την εκ Τοσκάνης της Ιταλίας Μαρία-Θηρεσία Pelloni. Ο γάμος καταγράφηκε στο Ληξιαρχικό Βιβλίο της καθολικής Εκκλησί­ας Ναυπλίου σελ. 7 αρ. 30.

Το μυστήριο τελέστηκε από τον ιερέα Κάνδιδο Conchetti, λειτουργό γαλλικής φρεγάτας, παρουσία του γάλλου στρατηγού Gerard. Παράνυμφοι ήταν οι γάλλοι συνταγματάρχες Pellion και Paurie. Το επόμενο έτος οι νεόνυμφοι μετώκησαν στο Ναύπλιο.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια ανέλαβε καθήκοντα Διοικητού του Σώματος Πυροβολικού. Με την ιδιότητα αυτή τον επισκέφτηκε ο άγγλος ναύαρχος G. Cochrane ο οποίος έγραψε στο Ημερολόγιο του στις 3 Αυγούστου 1836:

 «Το πρωινό τούτο επισκέφτηκα τον Major Torette, Διοικητή του τόπου, παλαιό μου γνώριμο. Κατοικεί μαζί με τη σύζυγό του σ’ ένα πολύ ωραίο σπίτι, κοντά στην πύλη της πόλης. Η κυρία Torette με πληροφόρησε ότι τους επισκέφτηκαν πρόσφατα ο πρέσβης της Γαλλίας κ. Lagrenée με τη σύζυγό του. Με την ευκαιρία αυτή οργάνωσαν χοροεσπερίδα στην οποία έλαβαν μέρος 60 Ελληνίδες. Αναφέρω το γεγονός για να πω ότι κοινωνική ζωή δεν υπάρχει μόνο στην Αθήνα».

Το 1845 οι Touret ήρθαν οριστικά στην Αθήνα. Ο Αύγουστος Ιλαρίων τιμήθηκε με τα αξιώματα του αυλάρχου, του διευθυντού του Στρατιωτικού Νοσοκομείου και της οικονομικής Υπηρεσίας του Στρατού. Το 1850 ίδρυσε την πυροσβεστική Υπη­ρεσία Αθηνών σε γαλλικά πρότυπα. Οι πυροσβέστες έφεραν πολύχρωμη στολή, υψηλό ορειχάλκινο κράνος με μακρύ ερυθρό λοφίο.

Στις 24 Σεπτεμβρίου 1854 απεβίωσε η Μαρία Θηρεσία Touret. Ασθενής ταξίδε­ψε ο Αύγουστος Ιλαρίων Touret στην πατρίδα του Sarreguemines για θεραπεία. Ο θάνατος τον βρήκε στον Πειραιά στις 28 Αυγούστου 1858 ενώ κατερχόταν από το πλοίο με το οποίο επέστρεψε από τη Γαλλία. Επιθυμία του ήταν να πεθάνει στην Ελλάδα στην οποία αφιέρωσε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του. Ενταφιάστηκε δίπλα στη σύζυγό του στο Νεκροταφείο «Τράχονες» (το σημερινό Α’ Νεκροτα­φείο). Είχε τιμηθεί με 5 ελληνικά και γαλλικά παράσημα.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Στην Καθολική Εκκλησία του Ναυπλίου υπάρχει  λιτή ξύλινη αψίδα, δωρεά του Γάλλου αξιωματικού και θερμού φιλέλληνα Αυγούστου Ιλαρίωνα Touret, που κοσμεί την εσωτερική πλευρά της εισόδου του ναού και χρονολογείται το 1841. Η αψίδα, που έμεινε γνωστή ως «αψίδα Τουρέ», είναι από ξύλο πεύκου και έχει σχήμα πρόσοψης αρχαίου ελληνικού ναού. Στους κίονες έχουν αναγραφεί, με λευκό χρώμα, ονόματα ξένων Φιλελλήνων και ο τόπος στον οποίο έπεσαν, ενώ στο αέτωμα υπάρχει ο θυρεός και το στέμμα του Όθωνα εντός του σταυρού των αγωνιστών.

 

 Δρ Μάρκος Ν. Ρούσσος – Μηλιδώνης

Επίτροπος  Καθολικής Εκκλησίας Ναυπλίου

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, σελ. 233-235, Δεκέμβριος 2009.

  

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Ιατρική στα κείμενα του Μακρυγιάννη

 


 

Παθήματα, γιατροί και γιατρικά στου Μακρυγιάννη τα γραφτά.

Σε ηλικία 23 ετών μυείται στην φιλική εταιρεία. Από τότε έλαβε μέρος σε πολλές μάχες με  αφοβία, ανδρεία, αυτοθυσία: στην μάχη του Πέτα, στην πολιορκία της Άρτας, στην μάχη για την άλωση της Υπάτης, στην μάχη της Βελίτσας, στην πολιορκία του Νεοκάστρου, στους Μύλους του Ναυπλίου, στην άλωση και την πολιορκία της Ακρόπολης και σε όλες τις μάχες που δόθηκαν στις γύρω θέσεις του στρατοπέδου του Πειραιά με τον στρατό του Κιουταχή.

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του.

 

Ιωάννης Μακρυγιάννης, ξυλογραφία του Α. Τάσσου.

Στην Άρτα τον έπιασαν οι Τούρκοι και τον κλείσανε στο κάστρο, εβδομήντα πέντε μέρες τον τυράννησαν με βασανιστήρια, όμως δεν μαρτύρησε το μυστικό της Φιλικής Εταιρείας. Παρά λίγο γλύτωσε το κρέμασμα. Άλλη φορά, γράφει ο ίδιος, «πήγαν να με χαλάσουνε και μ’ έβαλαν σ’ ένα μπουντρούμι κι απ’ τα χτυπήματα επρήσηκε το σώμα μου και κοντήλιασε και ήμουν εις θάνατο. Έταξα αρκετά χρήματα ενού Αρβανίτη να βγω να με ιδή γιατρός και να πάρω και γιατρικά και τα χρήματα». «Ανήρ τοιούτος δεν έμμελε ταχέως  να αποθάνη» συμπληρώνει ο Βλαχογιάννης, «τότε, και πολλάκις ύστερον, έδειξεν ότι «η ψυχή του ήτανε βαθειά».  

Σε μερικές από τις μάχες αυτές  ο Μακρυγιάννης παρά λίγο να χάσει τη ζωή του. Τραυματίστηκε πολλές φορές  και κέρδισε πληγές που τον βασάνισαν ως στο τέλος της ζωής του. Την πρώτη πληγή στη μάχη του Πέτα όπου «σκοτώθηκαν τρεις από μας και έξι πληγωμένοι. Επληγώθηκα κι εγώ ολίγον εις το δεξί ποδάρι» γράφει.

Κατά την φυγή των προσφύγων από την Άρτα, ανέλαβε να προστατεύσει τους δυστυχείς Αρτηνούς  όπου έρχονταν ξυπόλυτοι και γυμνοί και νηστικοί, τότε όπως γράφει «πούντιασα εις τον δρόμον κι από το κιντέρι μου (στεναχώρια)  αρρώστησα και πήγα να πεθάνω. Είχα πέντε γιατρούς. Άνοιξε η μύτη μου και δεν στανιάριζε, το αίμα πήγαινε  λεγένια και μόβαιναν φτήλια μέσα. Κι έκαμα εις τον κίντυνον ως το Μάρτη. Πιάστηκαν τα ποδάρια μου, δεν έβλεπα κι’ από τα μάτια. Αφού ήμουν αδύνατος πολύ και δεν μπορούσα να κινηθώ ήρθε ο αδελφός μου και με πήρε εις το Σάλωνα, σ’ ένα χωρίον ονομαζόμενον Σερνικάκι. Και εκεί αλλάζοντας τον αγέρα, ανάλαβα από αυτό και περιποίησιν συγγενική».

Η μάχη των Μύλων της Ναυπλίας. Μακρυγιάννη Ιωάννη – Ζωγράφου Παναγιώτη (Εικόνες του Αγώνος).

Τον Ιούνιο του 1825 δόθηκε η νικηφόρα μάχη στους Μύλους του Ναυπλίου, όπου αποφασιστική στάθηκε η συμμετοχή του Μακρυγιάννη  ο οποίος «έδειξε απαράμιλλα θαύματα ηρωισμού».

Εκεί όμως πυροβολώντας τον οι Τούρκοι τον λάβωσαν σοβαρά στο δεξί χέρι. Το μολύβι που τον χτύπησε ήταν μεγάλο «από μουσκέτο» «και τούφαγε» όλα τα κόκαλα. «Μόπεσε το σπαθί από το χέρι, δεν βαστιέταν το αίμα, τύλιξα το χέρι εις το πουκάμισο να μην ιδούνε οι άνθρωποι. Αφού ο πόλεμος τελείωσε με πήραν και με πήγαν εις την φρεγάδα την Γαλλική γύρευαν να με κρατήσουν μέσα εις την φρεγάδα για να με γιατρέψουν. Εγώ δεν θέλησα. Μόδεσαν οι γιατροί το χέρι». Όμως «η πληγή του χεριού μου πήγαινε κακά.  Πρήστηκε το χέρι μου και γίνη τούμπανο. Γύρευαν να μου το κόψουνε εις τον νώμον οι γιατροί, γιατί καγγραίνιασε, τριανταοχτώ μερόνυχτα δεν έκλεισα μάτι. Μ’ ετοίμασαν εις θάνατον, έφερε όλα τα σύνεργα ο γιατρός να μου το κόψη».

Γλύτωσε τον ακρωτηριασμό τότε στο Ανάπλι, γιατί όπως μας πληροφορεί στην συνέχεια, όταν πήγε ο γιατρός για να του κόψει το «τουμπανιασμένο» χέρι του, ο Μακρυγιάννης σηκώθηκε πάνω και τον κυνήγησε με το γιαταγάνι του «και γκρεμίστη κάτου από την σκάλα – ο γιατρός – και γλύτωσε, ειδέ θα τον πάστρευα».

Και έφυγε από το Ανάπλι και ήρθε στην Αθήνα, όπου βρισκόταν τότε ο φημισμένος εμπειρικός Τούρκος γιατρός, ο Χασάν Αγά Κούρταλης, γνωστός ιδιαίτερα στα στρατεύματα της Ανατολικής Ευρώπης όπου είχε δράσει. Ο Οθωμανός αυτός γιατρός είχε φθάσει στην Αθήνα, ακολουθώντας το σώμα του Ανδρούτσου.

Ο Μακρυγιάννης, που τον γνώριζε από  τον καιρό που πολεμούσε με τον Οδυσσέα στην Ρούμελη – τον είχε εμπιστοσύνη – και πράγματι πέρασε ο κίνδυνος και σε έξι μήνες μετά παντρεύτηκε την Αικατερίνη Σκουζέ. Το τσακισμένο χέρι του όμως δεν έγινε ποτέ εντελώς καλά γι’ αυτό όταν κατετάχθη στο τακτικό σώμα «εγυμνάζετο ως απλούς στρατιώτης δια ξύλινου όπλου ένεκα του τραύματός του».

Στις μάχες που έγιναν γύρω από την Ακρόπολη, τον Οκτώβριο του 1826 τραυματίστηκε σοβαρά από κάθε άλλη φορά στο κεφάλι. Να πως το περιγράφει ο ίδιος:

Με ντουφέκισαν οι Τούρκοι , τους ντουφέκισα κι εγώ εις τον σωρό.  Μου δίνουν ένα ντουφέκι και με πληγώνουν εις τον λαιμόν. Τότε έπεσα. Ο τόπος ήταν στενός, οι άνθρωποι τζακίστηκαν πατούσαν απάνου μου και διάβαιναν και, στενός ο τόπος μ’ άφάνισαν. Έβλεπαν και τα αίματα, έλπιζαν ότι είμαι σκοτωμένος».

Μα σε λίγο σηκώθηκε όρθιος και «μισοντραλισμένος» πολεμούσε με τους άλλους περισσότερο από τρεις ώρες . Οι Τούρκοι όμως όρμησαν και τον ξαναπλήγωσαν στο κεφάλι, «εις την κορφή. Γιόμωσε το σώμα μου αίμα». Οι άνθρωποι του γύρευαν να τον πάρουν μέσα στο κάστρο της Ακρόπολης, μα αυτός αρνιόταν. «Ξαναλαβώνομαι κι εγώ εις το κεφάλι πολύ κακά». Το μπάλωμα του φεσιού του έφτασε ως μέσα στα κόκαλα κι ακούμπησε «εις την πέτζα του μυαλού».

Την αυγή πιάστηκε  ο πόλεμος, τελείωσε το βράδυ. Η κατάστασή του ύστερα από τις λαβωματιές, ήταν τόσο άσχημη που ούτε ο γιατρός ο Κούρταλης δεν δεχόταν να τον «επιχειριστή» γιατί ήταν βαριά κι είχε στραγγίξει το αίμα του όλο.

Ο γιατρός τον ανέλαβε, αφού πρώτα ζήτησε υπογραφές όλων όσων βρίσκονταν μέσα στο κάστρο, που έγραφαν πως δεν θα είχε καμμία υποψία ο ίδιος, αν τελικά πέθαινε ο Μακρυγιάννης.

«Τότε με ́πιχειρίστη, κινδύνεψα να πεθάνω από τους πόνους του κεφαλιού και το πάτημα οπού μόκαναν εις το σώμα μου, στην μέση μου, κάτι μου χάλασε μέσα αυτό το πάτημα και με πάγει αίμα ως σήμερα».

Γι΄ αυτό και ο Βλαχογιάννης γράφει ότι:

«Σωματικός ο Μακρυγιάννης ήτο πλέον ανάπηρος ένεκα του πλήθους των πληγών. Αφ’ ης ημέρας έλαβεν επί της κεφαλής  τα βαρέα τραύματα πολέμων υπέρ της Ακροπόλεως, μέχρι τέλους το 1832 τρις και τετράκις είχεν ασθενήση σοβαρώς. Εν Πειραιεί εμάχετο έχων όλον σχεδόν το σώμα εντός επιδέσμων. Η κεφαλή, η δεξιά χείρ και η οσφύς ήταν συντετριμμέναι, υπέφερε λίαν επί της φλογώσεως των πληγών».

Οι πληγές αυτές αφόρμιζαν κάθε τόσο. «Τα τραύματά του, τα αενάως φλέγοντα και στάζοντα ήσαν προς αυτόν η τραγικώς συμβολική εικών των αστείρευτων τραυμάτων της πατρίδος».

Από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά περιόδου 1835 – 1838 παρουσιάζουμε αποσπάσματα για την κατάσταση του Μακρυγιάννη:

«Επί του μετωπικού και του κατ’ ινίου οστού παρατηρούνται κοιλότητες άνευ σχεδόν οστών… Τοιαύτα τραύματα παράγουσι, ζάλας, συμφορήσεις, διαρκείς κεφαλαλγίας, Δρ. Λιντερμάουερ, βασιλικός ελληνικός αρχίατρος.

«Οι υποφαινόμενοι ιατροί  επισκεφθέντες των στρατηγόν Μακρυγιάννη πάσχοντα από φλεγμονών πρώτον του βραχίονος εκ των παλαιών τραυμάτων και εις εμπτύωσιν αποσταθείσαν και  ύστερον από σποραδική χολέραν, από την οποίαν μόλις δια της Ιατρικής τέχνης εσώθη, πιστοποιούμεν ότι δεν δύναται να υποφέρη κακουχίας και κόπους και να είναι μακράν ιατρικής βοηθείας». Δημ. Μαυροκορδάτος, καθηγητής, γιατρός Ν. Κωστής.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν ο εμπνευστής και βασικός εμψυχωτής της Επανάστασης της 3ης Σεπτεμβρίου 1843, που ανάγκασε τον Όθωνα να παραχωρήσει Σύνταγμα, έπεσε στη δυσμένεια της μοναρχίας.

Τον Απρίλιο του 1851 με το συκοφαντικό αιτιολογικό ότι οργάνωσε συνωμοσία εναντίον του Όθωνα ετέθη σε κατ’ οίκον περιορισμό. Τον Δεκαπενταύγουστο μεταφέρεται άρρωστος στις φυλακές του Μεντρεσέ «και τον ραπίσανε, τον προπηλακίσανε, και τον κρίνουνε σε μια δίκη που ήταν μεγάλη αδιαντροπιά» γράφει ο Σεφέρης. 

Να τι έστειλε διαμαρτυρόμενος στις εφημερίδες  ο ίδιος ο Μακρυγιάννης – καμία όμως δεν τόλμησε να δημοσίευση τη διαμαρτυρία του αυτή.

«Πότε ακούσατε ότι είμαι θηρίον εις την κοινωνίαν; Πότε έβλαψα την πατρίδα; Έχω δυο πληγάς εις την κεφαλήν, άλλην εις τον λαιμόν, άλλην εις την χείραν, ήτις ως εκ τούτου δεν έχει κόκαλα, άλλην εις την πόδα και άλλην εις την γαστέρα, και είμαι ζωσμένος με τα σίδερα και φυλάττω τα έντερα εντός αυτής. Αυτάς τας πληγάς τας έλαβον δια την πατρίδα, και όταν αλλάξη ο καιρός, οι δριμύτατοι πόνοι με καθιστώσι παράφρονα».

Μακρυγιάννης - Λιθογραφία του Karl Krazeisen

Μετά από λίγες ημέρες τον μεταφέρουν από τις φυλακές στο απομονωτήριο του Στρατιωτικού Νοσοκομείου. «Αφού προηγουμένως ο μοίραρχος Πτολεμαίος τον ερράπισε, τον ωδήγησε πεζή χλευαζόμενον και ωθούμενον δια των υποκοπάνων υπό των στρατιωτών εις το Νοσοκομείον, όπου εφυλάκισεν εις στενόν και άθλιον δωμάτιον. Εν αυτώ μένων έπασχεν ο Μακρυγιάννης υπό της υγρασίας και δυσωδίας».

Τον Μάρτιο του 1853 καταδικάστηκε από το Στρατοδικείο σε θάνατο «ένοχος εσχάτης προδοσίας». Από το δικαστήριο οδηγήθηκε στην φυλακή πάλι μέσα στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο. Μιλώντας για την παραμονή του εκεί ο γιατρός Γούδας είπε ότι «Ο Μακρυγιάννης ετάφη ζών».

Ο αρχίατρος Τράϊμπερ που τον επισκέφθηκε γράφει πως το δωμάτιο του ήταν «δωσωδέστατον και ρυπαρότατον». Η ποινή του θανάτου μετεβλήθη και  το Σεπτέμβριο της άλλης χρονιάς, 1854, αποφυλακίστηκε.

Όμως η διαμονή του στη φυλακή και νέες αρρώστιες  – κήλη και προστάτης – τον είχαν εξαντλήσει σωματικώς. Παρ’ όλα αυτά «δεν έχασε , ψηλός και λεπτός ως ήτο, τον αέρα της λεβεντιάς της ουδέποτε γηρασκούσης, αλλά θαλούσης πάντοτε».

Παρά την αποφυλάκισή του δεν έλειψαν οι εναντίον του ενοχλήσεις. Να τι γράφει το 1859.

«Αφού με λευτέρωσαν και πήγα εις το χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές την μια Λαμπρή επέρσι και την Λαμπρή όπου πέρασε… πήγα εις την σπηλιά οπούνε εις το περιβόλι μου να ξανασάνω και με το στανιό και ακουμπώντα με το ξύλο έσωσα εκεί, μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρισιές ανθρώπινες πάνω μου «Φάγε αυτές Στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσης, οπούθελες να κάμης σύνταγμα». Και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα κι από τα αγκυλώματα, και με πάγει ως την σήμερον το όμπυον, και το αίμα από μπροστά και από πίσω, εσάπισα, εσκουλίκιασα. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δεν στανόμου ζωντανός είμαι η πεθαμένος »  

Στις 27 Απριλίου 1864 πέθανε «εξ υπερβαλούσης σωματικής εξαντλήσεως». Στον επικήδειο του λόγο ο ιατρός Αναστάσιος Γούδας είπε:

«Αποκαλύψατε την κεφαλήν και θέλετε εύρη του δεξιού μετώπου εν πολύτιμον παράσημον μίαν ουλήν και υπ’ αυτήν κάταγμα μετ’ εισθλάσεως, αποκαλύψατε τον τράχηλον και θέλετε εύρη πολυτιμότερον παράσημον, σφαίραν εχθρικήν εγκυστωμένην και άχρι της σήμερον εις τας σάρκας του στρατηγού. Αποκαλύψατε το στήθος και θέλετε ιδή δια μιας τρία συνάμα έτι  πολυτιμότερα παράσημα, τρεις μεγάλας ουλάς.

Αποκαλύψατε τον αριστερόν βραχίονα και θέλετε εύρη το μέγιστον ίσως των παρασήμων, απηρχαιωμένον κάταγμα μετά τινός δυσφορίας. Αποκαλύψατε τον δεξιόν μηρόν και επ’ αυτού θέλετε εύρη παράσημον πολυτιμότερον πάσης οιασδήποτε ταινίας, μίαν τεράστιαν ουλήν. Αι πληγαί συχνά ηνοίγοντο αιμορροούσαι. Ο εξ αυτών πυρετός κατεβίβρωσκεν αυτόν: Η ζωή αυτού διήρχετο σχεδόν επί της κλίνης. Βαρείαι νόσοι επήρχοντο, η δε ανάρρωσις εγίνετο βραδυτάτη.

Ταύτα ήσαν τα αγαθά ων έλαχεν ο Μακρυγιάννης  ως αμοιβής των υπέρ της πατρίδος  εξόχων υπηρεσιών αυτού. Πληγαί και ασθαίνειαι πολυώδυνοι, και μετ’ αυτών πενία δυσθεράπευτος ομοίως ως εκείναι».

Στα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη διαβάζουμε επίσης για τον θάνατο του Γκούρα  κατά την πολιορκία της Ακροπόλεως όταν «εις απάνου εις την φωτιάν τον βάρεσαν εις τον αμήλιγγα και δεν μίλησε τελείως». Επίσης για τον θάνατο του Καραϊσκάκη, στο Φάληρο.

Προηγουμένως ο Μακρυγιάννης περιγράφει πως ταμπούρια μέσα στα βαλτόνερα «ήμαστε μέσα εις το νερό νύχτα και ημέρα. Μίαν βραδειά  έβρεξε και γιόμωσε το καμίνι εις το νερόν κι από αυτό, όπου ήμουν αδύνατος μ’ έπιασε μια στένωση σαν χτικιόν (πιθανόν από βρογχόσπασμο, δύσπνοια).

Ο Καραϊσκάκης τραυματισμένος «ήταν βαρεμένος εις τ’ ασκέλι παραπάνου εις τα φτενά …Μας είπε με χωρατά. Εγώ θα πεθάνω όμως εσείς να είστε μονιασμένοι και να βαστήξετε την πατρίδα. Την νύχτα τελείωσε και τον πήγαν εις την Κούλουρη και τον τάφιασαν».

Ακόμη έχουμε στα απομνημονεύματα την περιγραφή ενός πολύ γενναίου περιστατικού που έχει ιατρικό ενδιαφέρον:

«Ένας ατρόμητος άντρας από τους Κολοβάτες (είναι του Σαλώνου χωριόν), τον λέμε Μήτρο Καθάριον (αλήθεια καθάριος κι’ ατίμητος είναι), αφού τζακιστήκαμε στη χώρα και τραβηχτήκαμε εις το ψήλωμα, οι ειδικοί μας όλοι κ’ εμείς φκειάσαμε ταμπούρι και πολεμούσαμε. Αυτός ο δυστυχής ήταν μέσα εις την χώρα σε σπίτι  μπασμένος. Αφού φύγαμε εμείς, αυτός έμεινες μόνος του. Του ρίχτηκαν οι Τούρκοι απάνου του, παίρνει ένα γιαταγάνι τούρκικον και σκοτώνει τέσσερους , κι εκεί οπού τον πολεμούσαν του δίνουν μίαν μαχαιριά εις την κοιλιά και σκοτώνει τον Τούρκον και με το μαχαίρι εις την κοιλιάν ήρθε εκεί οπού είμαστε εμείς, εις το ταμπούρι. Και δεν του πειράξαμεν το μαχαίρι, με τούτο εις την κοιλιά τον πήγαμε εκεί οπούταν οι ειδικοί μας και ήταν ο γιατρός , και τόβγαλε το μαχαίρι και με των μερμήγκων τα κεφάλια τόρραψε την κοιλιά. Και τράβηξε ο καϊμένος ένα χρόνον να γιατρευθή. Γέρευε και πάλι ξηλωνέταν, κι  έβγαιναν οι κοπριές από την κοιλία οπούταν η πληγή. Και ζή τώρα και δεν έχει ψωμί να φάγη».

Ο Βλαχογιάννης επεξηγώντας τη ραφή των τραυμάτων «δια κεφάλων μυρμήγκων» γράφει: έβαζαν μεγάλα μυρμήγκια να δαγκώσουν τα χείλη του τραύματος και μόλις αυτά κλείναν τα σαγόνια τους τα αποκεφάλιζαν. Κόβοντας το σώμα τους δηλαδή, αμέσως, έμενε το κεφάλι τους που σχημάτιζε έτσι «βελονιά ικανώς ισχυράν. Η δια κεφαλών μυρμήγκων ραφή των τραυμάτων υπάρχει και παρ’ αγρίοις λαοίς».

Το 1851 ο Μακρυγιάννης άρχισε να γράφει ένα άλλο έργο που ονομάστηκε «Οράματα και Θάματα«. Εδώ αφηγείται θαύματα που συνέβησαν στον ίδιο, σε δικούς του και στην πατρίδα.

«Τα 1837 γράφει μου άνοιξαν οι πληγές του σώματός μου και έκανα  αστενής τέσσερους μήνες. Είχα οχτώ γιατρούς, τέλος σώθηκαν οι ελπίδες και από μέναν και απ’ όλους τους γιατρούς…»

Από τους γιατρούς αυτούς που έκαμαν ό,τι μπορούσαν και ό,τι επέβαλε η επιστήμη τους και η εμπειρία τους, – επιστήμονες και εμπειρικούς – γνωστοί είναι: ο συγγενής του οικογενειακός γιατρός Αλέξανδρος, ο Πέτρος Ηπίτης , που είχε χρηματίσει και γιατρός του Υψηλάντη, ο ιατροχειρούργος   Άγγελος Οικονόμου από το Δίστομο, ο Αναστάσιος Γούδας, ο αρχίατρος Δρ. Α. Λιντερμπάουερ, ο Αν. Γεωργιάδης Λευκίας, ο Ι. Βούρος, ο Δ. Μαυροκορδάτος, ο Χασάν αγάς Κούρταλης.

Τη βελτίωση της υγείας του την αποδίδει στον Θεό «τον αληθόν γιατρόν» όπως γράφει. Και συνεχίζει:

«Τους γιατρούς τους πλερώνομεν  τον καθένα από ‘να και από δύο τάλιρα την βίζιτα, και δεν μας γιατρεύουν, μας αποφασίζουν εις θάνατον. Αυτός ο γιατρός οπού μας ανασταίνει και μας διατηρεί, δεν του δίνομεν πλερωμήν, να μην το δοξάσουμε και τον ευχαριστήσομεν;».

Η γνώμη του για τους γιατρούς της εποχής του, που όχι δεν γιάτρευαν τον άρρωστο, αν και πληρωνόνταν ακριβά, αλλά και τον είχαν ξεγραμμένο έχει βέβαια κάποια δόση υπερβολής, γράφει ο Άγγελος Παπακώστας. Όμως ο Μακρυγιάννης είχε πάθει πολλά. Οι γιατροί του Ναυπλίου όχι μόνο του αφαίρεσαν δυο πλευρές άσκοπα, αλλά και σκόπευαν να του κόψουν το χέρι, μετά την μάχη στους Μύλους.

Περιγράφει ακόμη θαυματουργική ίαση της γυναίκας του που «σάπισαν τα στήθη της την πονούσαν, οπού δεν κοιμόταν νύχτα και ημέρα.

Αδυνάτισε πολύ από τα αίματα, από πλήθος αβλέλλες και γλιστήρια (κλύσματα) και γιατρικά, πλέον φρένιασε». Όμως έγινε καλά η «χιλιδόνα του» ( η γυναίκα του) και «δεν έμειναν ορφανά τόσα αδύνατα χιλιδονάκια». Σημειώνουμε πως είχε συνολικά δώδεκα παιδιά από τα οποία σε μικρή ηλικία πέθαναν τα έξι.

Αναφέρεται και σε θαυματουργική θεραπεία από τη Μεγαλόχαρη ενός παιδιού του  «που έβγαλε το τρικούκουλο (δοθιήνες) και του άνοιξαν σε όλο του το σώμα είκοσι πέντε τρύπες και δεν μπόρεσαν να το γιατρέψουν όλ’ οι ιατροί της Αθήνας και απ’ όξω άλλοι πραχτικοί».

Αναφέρεται ακόμη σ’ ενός αγωνιστού παιδί «που όταν σκοτώθη ο πατέρας του ετρελάθη  ξέκλαγε (ξέσχιζε) τα σκουτιά του μνήσκει έτσι καθώς γεννήθη, κατάντησε να μην ζυγώνει ο άνθρωπος πλησίον του, τον είχαν δεμένο ως οχτώ μήνες, όπου ήταν και ποδάρια και χέρια πιασμένα».

Αυτό το παιδί το έστειλε με την μητέρα του και την αδελφή του στην Βαγγελίστρα της Τήνου και «ξημερώνοντας της χάρης της πάγει μια κοκκινοφόρα και το έλυσε και τότε αισθάνθη ο άνθρωπος σε τι κατάσταση ήτον, και ήβρε τα σκουτιά του μόνος του, και πήγε εις την Εκκλησίαν και θιάμαξε ο κόσμος όλος» 

Σ’ αυτό το βιβλίο περιγράφει και πάλι την μάχη στην Ακρόπολη «Όταν επληγώθηκα εις το κάστρος των Αθηνών, μίαν ημέρα πήρα τρεις πληγές. Τότε  οι άνθρωποι έλπιζαν οτ’ είμαι τελειωμένος και πατούσαν απάνω μου. Οι πληγές κι αυτό το πάτημα, ήρθα εις τον θάνατο… αυτό το μέρος εις την κοιλιάν μου έκανε ένα σύνασμα αίμα, σαν λάσπη του βαενιού.

Όταν βγήκα έξω, μετά καιρό,  εις τ’ Ανάπλι μου είχε γένει έν’ απόστημα και μια πέτρα. Μαζώχτηκαν γιατροί από τα καράβια τα  ξένα και οι ντόπιοι και μου διόρισαν μια κούρα με μαλαχτικά, με αβδέλες και άλλα μπάνια. Τέσσερους μήνες, διαλύθη αυτό. Από τότε εις τα 1849, (δηλαδή 23 χρόνια μετά), με ήβρε το ίδιον. Αίμα και συγχρόνως αδύνατος ο τόπος εκεί. Μιαν ημέρα έκανα τις μετάνοιές μου, αισθάνθηκα πόνο, βγαίνει και το ξίγκι μου (κήλη). Πλακώσανε οι γιατροί, μου το «δεσαν καλά». 

Ο Μακρυγιάννης δεν υπέφερε μόνο από «τις αστένειές του» αλλά και από τις συνέπειες τις πολεμικής του κατά της αδικίας και ιδιοτέλειας ορισμένων φορέων της  εξουσίας που άφηναν τους αγωνιστές που είχαν θυσιάσει τα πάντα για  την ελευθερία «να διακονεύσουν και να ταλαιπωρούνται ξιπόλητοι, γυμνοί, νηστικοί στα σοκάκια εκείνης της ματοκυλισμένης πατρίδος» αντίθετα με άλλους που «βάνοντας την αρετή στα σίδερα, γύμνωσαν τον τόπο με το πλιάτσικο».

Τελειώνοντας, μια συγκινητική εικόνα που δείχνει το ψυχικό του μεγαλείο. Μετά την καταδικαστική απόφαση σε θάνατο από το δικαστήριο οδηγήθηκε από τους χωροφύλακες στη φυλακή του Στρατιωτικού Νοσοκομείου.

Τότε, όπως γράφει η εφημερίδα Αιών στις 13/3/1853 «διερχόμενος όπισθεν της Ακροπόλεως και ιδών την θέσιν όπου άλλοτε επληγώθη πολεμών υπέρ της πατρίδος κατά των τυράννων αυτής, ήρξατο άδων αρματολικόν τραγούδιον ηρωϊκόν μετά καρδίας γενναίας, δια φωνής καθαράς και ατρόμου, συγκινήσας τους ακούοντας μέχρι δακρύων».

Μια από τις χάρες του Μακρυγιάννη έγραφε ο Γ. Σεφέρης, είναι το συναίσθημα πως έχουμε στο πλάι μας έναν οδηγό – τόσο ανθρώπινο – που είναι στο μέτρο των πραγμάτων και των όντων.

  

Γιάννης Πατσώνης,

Παιδίατρος

© Ιατρικά Θέματα, Τριμηνιαία έκδοση του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, τεύχος 33, 2005.

 

Πήγες  

 


  • Μακρυγιάννη Απομνημονεύματα, (εκδόσεις Γαλαξίας Δωρικός, Ζαχαρόπουλος, Μέλισσα (εισαγωγή Σπύρου Ασδραχά), Μπάϋρον.
  • Γ. Σεφέρης: Δοκιμές (ένας Έλληνας: Ο Μακρυγιάννης). 
  • Δ. Σταμέλος:» Μακρυγιάννης – Το χρονικό μιας εποπιοΐας», Εστία.
  • Γ. Μαρρές: Μακρυγιάννης  – ένας γενναίος πατριδοφύλακας, Καλέντης.
  • Μακρυγιάννη: Οράματα και Θάματα (Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης).
  • Τετράδια ευθύνης: για τον Μακρυγιάννη. 

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Μίχος Αρτέμιος (1803 – 1873)

 


Μίχος Αρτέμιος

Αγωνιστής του ’21.  Ο Αρτέμιος Μίχος γεννήθηκε στα Γιάννενα. Πολέμησε σε πολλές μάχες στη δυτική Στερεά και στο Μεσολόγγι. Το 1825 κλείστηκε στο Μεσολόγγι όπου αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι την έξοδο. Μετά ακολούθησε τον Δημήτριο  Υψηλάντη.  

Κατά τη διάρκεια της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου κρατούσε σημειώσεις με τα καθημερινά συμβάντα και μετά την απελευθέρωση ολοκλήρωσε τη συγγραφή των απομνημονευμάτων του, τα οποία με τίτλο «Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστρατήγου Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) και τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», κυκλοφόρησαν από τον  Σ. Π. Αραβαντινό το 1883.   

Ο Σ. Π. Αραβαντινός γράφει:

«Μεταξύ των σφριγώντων μαχητών, οίτινες μετά την καταστροφήν του Αλή Πασά προσέδραμον εις τας τάξεις των υπέρ της ελευθερίας αγωνιζομένων, ην και ο συγγραφεύς των Απομνημονευμάτων Αρτέμιος Μίχος, νεαρός ευπατρίδης των Ιωαννίνων, καταλιπών καπνίζοντα έτι τα ερείπια της πατρικής οικίας και μεταστάς εκ των ανέσεων του οικογενειακού βίου εις τας κακοπαθείας του πολέμου.

Μετά πέντε δε έτη η δίνη των μαχών περιέλαβε και αυτόν εις την πόλιν του Μεσολογγίου, όπου εγένετο κοινωνός πάντων των αγώνων, των ταλαιπωριών ως και της δόξης της φρουράς.

Διαρκούσης της πολιορκίας, ο συγγραφές κατέγραψε πιστάς σημειώσεις περί των συμβάντων, τας οποίας, συνηρμολόγησεν  ύστερον, ότε συντελεσθέντος του αγώνος απεκατεστάθη η τάξις».

Ήταν αντισυνταγματάρχης – διοικητής του 5ου τάγματος  πεζικού στο Ναύπλιο όταν έγινε η επανάσταση στην οποία έπαιξε πρωτεύοντα ρόλο. Με το διάγγελμα της αμνηστίας, που υπογράφηκε στην Αθήνα την 24η Μαρτίου, εξαιρέθηκαν από αυτή οι  αξιωματικοί: Δημ. Τσόκρης, Αρτέμης Μίχος, Λουδοβίκος Στέλβαχ, Δημ. Μπότσαρης κ.α. Με τη συγκατάθεση της κυβέρνησης, όσοι εξαιρέθηκαν της αμνηστίας, επέβησαν σε γαλλικό και αγγλικό ατμόπλοιο και έφυγαν από το Ναύπλιο για την Αίγυπτο, Σμύρνη και Κωνσταντινούπολη. Ο Όθωνας εκθρονίστηκε τον επόμενο Οκτώβριο (12/10/1862).

Μετά την μεταπολίτευση υπηρέτησε σαν επιθεωρητής του στρατού και σαν αρχηγός της χωροφυλακής. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

  

Πηγές

 


  • Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος 5ος, Αθήνα 1930.                        
  • Αρτεμίου Ν. Μίχου αντιστράτηγου, «Απομνημονεύματα της δευτέρας πολιορκίας του Μεσολογγίου (1825-1826) καί τινες άλλαι σημειώσεις εις την ιστορίαν του μεγάλου Αγώνος αναγόμεναι», εκδίδονται υπό Σ. Π. Αραβαντινού. Εν Αθήναις: Εκ του Τυπογραφείου της Ενώσεως, 1883.
  • Κούλα Ξηραδάκη, «Καλλιόπη Παπαλεξοπούλου», γ’ έκδοση, Αθήνα. 

  

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Σχινάς Κωνσταντίνος (1801-1857)


   

Κωνσταντίνος Σχινάς

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς γεννήθηκε στο Φανάρι, της Κωνσταντινουπόλεως το 1801. Ο πατέρας του, Δημήτριος Σχινάς, υπηρέτησε ως πρώτος Γραμματεύς της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, ως Γραμματεύς των ηγεμόνων Κωνσταντίνου και Αλεξάνδρου Μουρούζη της Μολδαβίας, ως καπουκεχαγιάς Μολδαβίας και Βλαχίας και τέλος, επί Ιωάννου Καρατζά, διετέλεσε Διερμηνεύς του Αυτοκρατορικού Στόλου και πρώτος καπουκεχαγιάς της Βλαχίας.[i] Η μητέρα του Μαρία, ήταν κόρη του Λογοθέτου Γαβριήλ Φεταλά και ανεψιά του Μητροπολίτου Νικομήδειας Μελετίου του Καντακουζηνού.[ii]

Ο Σχινάς παρακολούθησε τα πρώτα εγκύκλια μαθήματα στη γενέτειρά του με δάσκαλο τον Πλάτωνα Φραγκιάδη και έναν Τούρκο που ονομαζόταν Λαμή. Μετά την έκρηξη της Επαναστάσεως και την φυγή της οικογενείας του στην Βεσσαραβία αναχώρησε για τη Γερμανία και τη Γαλλία, ὀπου σπούδασε Νομικά με δασκάλους τον Savigny, του οποίου την κόρη Elisabeth [ Μπεττίνα] παντρεύτηκε αργότερα[iii], τον Clenton κ.ά.

Στο διάστημα των σπουδών του στο εξωτερικό φαίνεται ότι συνδέθηκε με πολλούς αξιόλογους άνδρες, ανάμεσα στους οποίους και ο Γκαίτε. Σχετικό με την γνωριμία αυτή και τη μετάβασή του από το Βερολίνο στη Βαϊμάρη τον Οκτώβριο του 1825 είναι κι ένα γράμμα της ποιήτριας Μπεττίνας φόν Άρνιμ προς τον Γκαίτε όπου αναφέρονται και τα εξής σχετικά με το νεαρό Κωνσταντίνο Σχινά:

« ο κομιστής είναι, αριστοκράτης από γέννηση και από φρόνημα. Κατάγεται από μία των πρώτων οικογενειών της Ελλάδας. Το όνομά του είναι Σχινάς Μαυροκορδάτος και (ό) Υψηλάντης είναι γαμβρός του. Νέος ακόμα, αποδείχθηκε καλός κολυμβητής στα ταραγμένα κύματα της ζωής του. Με ψυχική γαλήνη είδε να ναυαγήσουν τα πλούτη και τα αξιώματα του. Με ψυχικό μεγαλείο αντιμετώπισε την πιο μεγάλη απώλεια πατέρα και φίλων και με αξιοπρέπεια επέρασε από τις μεγαλύτερες στενοχώριες.

Την γερμανική γλώσσα έμαθε με μια σπάνια εξυπνάδα σε πολύ λίγο καιρό. (Η επιστημονική του μόρφωση είναι πολύ γερή, ώστε προκαλεί σε κάθε συζήτηση αληθινό θαυμασμό. Καλός και ευγενής με όλους, απέχτησε τη συμπάθεια και την αγάπη όλων. . . Θα επιθυμούσα να πάρη ο ξενιτεμένος αυτός νέος μαζύ του, αν ποτέ γυρίση στην πατρίδα του, την πιο υψηλή ιδέα για σένα. Το βλέμμα σου πού είναι ο καθρέφτης της θείας φωτιάς, ας τον ευλόγηση».[iv]

Γνήσιος εκπρόσωπος Φαναριώτη διανοούμενου με εξαιρετική μόρφωση και αναμφισβήτητες ικανότητες, ο Κ. Σχινάς δεν άργησε να παίξει ενεργό ρόλο στην πολιτική ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδος. Αφού επέστρεψε από το εξωτερικό οπού είχε τελειώσει τις σπουδές του (1828), διορίσθηκε από τον Ι. Καποδίστρια πρώτος Πάρεδρος της Γραμματείας των Εσωτερικών.

Το 1833 έλαβε μέρος στην μεγάλη επιτροπή πού συγκρότησε η Αντιβασιλεία για την διοργάνωση της δημοσίας εκπαιδεύσεως. Η επιτροπή, αποτελούμενη από τους Κ. Σχινά, Αλεξ. Σούτσο, Αναστ. Πολυζωίδη και άλλους, εργάστηκε συλλέγοντας στοιχεία σχετικά με τις εκπαιδευτικές ανάγκες του τόπου. Αποτέλεσμα των εργασιών αυτής της επιτροπής υπήρξε ο Οργανικός Νόμος περί Εκπαιδεύσεως, με τον οποίον έγιναν γνωστές οι εκπαιδευτικές επιδιώξεις του Κράτους που σε γενικές γραμμές ήταν:

 1) η σύσταση σχολείων Στοιχειώδους εκπαιδεύσεως, Μέσης, Πανεπιστημίου και Ακαδημίας

2) η προικοδότηση των σχολείων αυτών

3) η επιμόρφωση δασκάλων και καθηγητών για την επάνδρωση τους

4) η ανέγερση διδακτηρίων

5) η χορήγηση υποτροφιών

6) η ίδρυση Τεχνικών Σχολών

7) ο διορισμός προσωπικού σε όλα τα σχολεία κ.ά.

Παράλληλα με αυτό, στην προσπάθειά της να οργανώσει την νομοθεσία του νεοσυσταθέντος κράτους ή Αντιβασιλεία ανέθεσε το 1833 στον Πολυζωΐδη και στον Σχινά να μεταφράσουν στα ελληνικά τον Ποινικό Νόμο του Maurer που είχε στηριχθεί κυρίως στον Βαυαρικό Ποινικό Κώδικα του 1813[v] και στις μεταγενέστερες μεταρρυθμιστικές εργασίες, των ετών 1822, 1827 και 1831. Ο ελληνικός Ποινικός Νόμος, χωρισμένος σε τρία βιβλία, περιέλαβε 708 άρθρα και δημοσιεύθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1834 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Τον Οκτώβριο του 1833 ο Κ. Σχινάς διορίσθηκε, επί κυβερνήσεως Α. Μαυροκορδάτου, υπουργός Δικαιοσύνης, Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως.[vi] Κατά το διάστημα της υπουργίας του αυτής εξέδωσε πολλά διατάγματα ανάμεσα στα οποία και τα ακόλουθα:

1) περί διαιρέσεως των Επισκοπών

2) περί οργανισμού του Ορφανοτροφείου Αιγίνης

3) περί συστάσεως Γυμνασίου στο Ναύπλιο

4) περί ανεγέρσεως του Ναού του Σωτήρος στην Αθήνα

5) περί καθηκόντων πρωτοσυγγέλων και αρχιδιακόνων

6) περί συστάσεως δώδεκα ανέξοδων θέσεων στο Σχολείο θηλέων Ναυπλίου

7) περί συστάσεως Γερμανικής Σχολής στο Ναύπλιο

8) περί Δημοτικών Σχολείων

9) περί προνομίου εκδόσεως λεξικού του Σ. Βυζαντίου

10) περί γυναικείων μονών

11) περί αριθμού των γυναικείων μονών

12) περί ιδιοκτήτων μονών και εκκλησιών

13) περί διδασκαλίας δι’ εξόδων του Εκκλησιαστικού Ταμείου τριάντα ιερομόναχων και διακόνων και

14) περί ανακαλύψεως και διατηρήσεως των αρχαιοτήτων [vii]

Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών ο Κ. Σχινάς έλαβε μέρος στις εργασίες της επταμελούς επιτροπής που αποφάσισε την ίδρυση της «Ιεράς Συνόδου του Βασιλείου της Ελλάδος».[viii] H οργάνωση της Συνόδου έγινε με τέτοιο τρόπο, ώστε ή εξάρτηση της Εκκλησίας από την Πολιτεία να είναι απόλυτη.

Όπως ήταν φυσικό, η στάση του Κ. Σχινά ως υπουργού Δικαιοσύνης στην πολύκροτη δίκη του Κολοκοτρώνη, οπού εξεβίασε τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη να υπογράψουν την καταδίκη [ix], η συμμετοχή του στην επιτροπή για την Ιερά Σύνοδο [x] και τέλος το διάταγμα περί διαλύσεως 412 γυναικείων μονών προκάλεσαν μεγάλη δυσαρέσκεια και αντίδραση με αποτέλεσμα να παυθή από την θέση του και να αναχώρησει για την Ευρώπη απ’ όπου επέστρεψε και πάλι το 1836.

Κωνσταντίνος Σχινάς, ο πρώτος πρύτανης του Ιδρύματος.

Ένα χρόνο μετά την επάνοδό του (1837) διορίστηκε με Β. Διάταγμα Πρύτανις του νεοσυσταθέντος Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής της αρχαίας ιστορίας. Για την προσωρινή στέγαση του Πανεπιστημίου χρησιμοποιήθηκε τότε το σπίτι του Κλεάνθη. Επειδή, όμως, ο χώρος δεν επαρκούσε για τις ανάγκες του Πανεπιστημίου, τον δεύτερο χρόνο (1838 – 39) συγκροτήθηκε επιτροπή από τους Κ. Σχινά, Γ. Κουντουριώτη, Α. Ζαΐμη, Θ. Κολοκοτρώνη, C. Α. Brandis, [xi]  Γ. Α. Ράλλη, Θ. Ράλλη, Γ. Γεννάδιο και Ν. Βάμβα η οποία με Β. Διάταγμα (23 Φεβρουαρίου 1839) έλαβε επίσημο χαρακτήρα με την επωνυμία «η επί των συνδρομών προς ανέγερσιν του ελληνικού Πανεπιστημίου επιτροπή». [xii] 

Ο Σχινάς εργάσθηκε με ενθουσιασμό για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιώντας τις γνωριμίες που είχε στο εξωτερικό. Χαρακτηριστική της προσπάθειας του αυτής είναι μία επιστολή πού απευθύνει από την Βιέννη (30 Ιουνίου 1842) στον Όθωνα και στην οποία αναφέρει….

« ό,τι τέλος αφορά το Πανεπιστήμιον εμόχθησα απιστεύτως και επέτυχον τέλος το αποτέλεσμα, ότι ενεθουσίασα ολόκληρον την οικογένειαν Σίνα και αυτόν τον γηραιόν βαρώνον Σίναν, όστις εις όμοιας περιπτώσεις λίαν δυσχερώς φθάνει εις αποφάσεις, αν όμως είπη άπαξ το ναι, κρατεί πιστότατα την υπόσχεσίν του. Ο βαρώνος Σίνας υπεσχέθη μοι ότι θα πράξη τα πάντα και θα υποκινήση και άλλους». . .

Ο ίδιος ζήλος σχετικά με την ανεύρεση πόρων για την ανέγερση του Πανεπιστημίου φανερώνεται και σ’ ένα σχέδιο επιστολής του προς τον Ζηνόβιο Πώπ που βρίσκεται στα κατάλοιπά του.

Ο  Κ. Σχινάς δίδαξε, συνολικά στο Πανεπιστήμιο επτά χρόνια: το 1837 (πρύτανις) το 1838 – 41 (αντιπρύτανις) το 1841 (επίτιμος καθηγητής) το 1844 (τακτικός) το 1846 – 47 βουλευτής του Πανεπιστημίου) και το 1851 (επίτιμος καθηγητής). Ανάμεσα στα έγγραφά του βρέθηκαν πολλές σημειώσεις ιστορίας που αφορούν στις πανεπιστημιακές του παραδόσεις καθώς και αποσπάσματα της συγγραφής του Β’ βιβλίου του έργου του « Ιστορία των αρχαίων εθνών» που, όπως φαίνεται, έμεινε τελικά ανέκδοτο. [xiii] 

Αλλά η συμμετοχή του στα κοινά δεν περιορίστηκε εκεί. Από τα πρακτικά της Ελληνικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, που ιδρύθηκε το 1837, φαίνεται ότι ο Σχινάς υπήρξε ιδρυτής — εταίρος και σύμβουλος σ’ αυτήν από το 1837 ως το 1843.

Τον Σεπτέμβριο του 1843 ο Σχινάς ανέλαβε και πάλι το Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως καθώς και το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Στο διάστημα της δεύτερης αυτής θητείας του (3 Σεπτεμβρίου 1843 – 30 Μαρτίου 1844) εξέδωσε δύο διατάγματα: 1) περί προσδιορισμού των ορίων της επισκοπής Κυναίθης και 2) περί προσωρινού διευθυντού της Ριζαρείου Σχολής.

Τέλος, το 1849 διορίζεται από τον Όθωνα πρεσβευτής στη Βαυαρία και αργότερα (1854) στη Βιέννη όπου και πέθανε στις 9/21 Ιουλίου 1857.

  

Έργα


 

  • Λογίδριον εκφωνηθέν κατά την ημέραν της εγκαθιδρύσεως του Πανεπιστημίου Όθωνος υπό του κ. Κωνστ. Σχινά, πρυτάνεως. Εν Αθήναις, 1837.
  • Λόγος εκφωνηθείς υπό του κυρίου Κωνστ. Σχινά κατά την γ’ Μαΐου , αωλη’ περιέχων την έκθεσιν των εν τω Οθωνικώ Πανεπιστημίω κατά την παύσασαν διοικητικήν περίοδον γενομένων. Εν Αθήναις, 1838.[xiv]
  • Ο πολιτικός της Γαλλίας νόμος μετενεχθείς εις την νεωτέραν ελληνικήν κατά διαταγήν της κυβερνήσεως υπό Γ. Βέλλιου, Α. Πολυζωïδου, Π. Πιτζιπίου και Κωνστ. Δ. Σχινά. Εν Αθήναις, 1838.[xv]
  • Ιστορία του Βασιλείου της Βαυαρίας και του εν αυτή άρχοντος οίκου ερανισθείσα κατ’ επιτομήν εκ της του Μιλβιλέρου Ιστορίας η επιτέτακται εν παραρτήματι και περιληπτικωτάτη γενεαλογική πραγματεία περί του Ολδεμβουργικού οίκου. Εν Αθήναις, 1841.
  • Ιστορία των αρχαίων εθνών, συνταχθείσα εν τρισί βιβλίοις υπό Κωνσταντίνου Δ. Σχινά. Βιβλίον πρώτον περιέχον τα Ασιανά καί Λιβυκά.  Αθήνησιν, 1845.[xvi]

  

Δήμητρα Ανδριτσάκη

Κέντρον Νεοελληνικών Ερευνών Ε.Ι.Ε., «Κατάλοιπα Κ. Σχινά – Π. Αργυρόπουλου», Αθήναι, 1974.

 

Υποσημειώσεις


 

[i] Οι πληροφορίες πού αφορούν σε ορισμένα μέλη της οικογενείας Σχινά έχουν ληφθεί από αρχειακά στοιχεία πού ανήκουν στην συλλογή του κ. Κ. Θ. Δημαρά.

[ii]  Για το πλήρες γενεαλογικό δέντρο της οικογενείας βλ. E. R. R[angabé], Livre cl’ or de la noblesse phanariote et des familles princières de Valachie et de Moldavie. 2ème éd. Athènes, 1904. Για άλλο κλάδο της οικογενείας Σχινά βλ. Ελένη Δ. Μπελιά, Οι λόγιοι αδελφοί Δημήτριος και Μιχαήλ Γεωργίου Σχινά, περ. «Μνημοσύνη» τ. 2 (1969), σ. 174-218.

[iii] Εκτός από την Elisabeth Savigny ο Κ. Σχινάς παντρεύτηκε μια κόρη Σπανοπούλου και μετά τον θάνατο και αυτής την Αριστέα, κόρη τού Μεγάλου Λογοθέτη C. Balsche (1847) με την οποία απέκτησε δύο τέκνα τον Δημήτριο και την Ελένη, σύζυγο αργότερα του Περικλή Π. Αργυρόπουλου.

[iv]  Βλ. Αλέξανδρος Στάϊνμετζ, Γκαίτε και η Νέα Ελλάς, στο περ. «Κρητικές σελίδες», έτος 1939, άρ. 10-12, σ. 684-685, όπου γίνεται η ταύτιση του Σχινά.

[v]  Έργο του Anselm von Feuerbach.

[vi]  Βλ. Σ. Κτεναβέα, Αι ελληνικαί κυβερνήσεις, αι εθνικαί συνελεύσεις και τα δημοψηφίσματα από το 1821 μέχρι σήμερον. Αθήναι 1947, σ. 10.

[vii] Για κρίσεις και σχόλια σχετικά με τα διατάγματα αυτά βλ. Αναστασίου Παπαζαφειροπούλου, Παράλληλοι, δημόσιοι, βίοι των υπουργών του Βασιλείου της Ελλάδος, Βιβλίον Α’. Παράλληλοι, δημόσιοι βίοι των υπουργών της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και των Εκκλησιαστικών. Εν Τριπόλει, 1860. σ. 5-7, 17.

[viii]  Βλ. Τ. Ν. Πιπινέλη, Η μοναρχία εν Ελλάδι- 1833-1843. Εν Αθήναις, 1932. σ. 75-81.

[ix]  Βλ. Γ. Τερτσέτη, Άπαντα (αναστ. Γ. Βαλέτα) τ. Γ.’ Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα, εκδ. 3η. ‘Αθήνα 1967. σ. 222 και 229.

[x]  Εκτός από τον Σχινά στην επιτροπή αυτή είχαν λάβει μέρος και οι Π. Νοταράς, θ. Φαρμακίδης, Σ. Βυζάντιος, Σ. Τρικούπης και δύο πρόσφυγες αρχιερείς.

[xi]  Ο Christian A. Brandis ήλθε το 1837 στην Ελλάδα και διετέλεσε επί τρία έτη σύμβουλος του βασιλέως Όθωνος.

[xii]  Βλ. Ι. Πανταζίδου, Χρονικόν της πρώτης πεντηκονταετίας του ελληνικού Πανεπιστημίου… Αθήνησι, 1889. σ. 17.

[xiii]  Ο πρώτος τόμος της « Ιστορίας των αρχαίων εθνών» κυκλοφόρησε στα 1845.

[xiv] Ο λόγος δημοσιεύεται στην ελληνική και γαλλική γλώσσα.

[xv] Ο Κ. Σχινάς μετέφρασε στο έργο αυτό τα άρθρα 1101-2231.

[xvi]  Το δεύτερο και τρίτο βιβλίο δεν εξεδόθησαν.

 

 

Σχετικά θέματα:

 

 

 

Read Full Post »

Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post στην Αργολίδα (1827)


 

 Ξένοι ταξιδιώτες στην Αργολίδα. Ο Αμερικανός Henry Α. V. Post 

  

Ο αμερικανικός φιλελληνισμός σίγουρα δεν είχε την έκταση του ευρωπαϊκού. Οι Αμερικανοί, όμως, φιλέλληνες – όπως και οι Γερμανοί – υπήρξαν οι πλέον ανιδιοτελείς και έβλεπαν στον ξεσηκωμό των Ελλήνων τη συνέχεια των δικών τους αγώνων για ελευθερία και ανεξαρτησία. Στα πλαίσια αυτά τοποθετείται και  η δράση της Φιλελληνικής Επιτροπής της Νέας Υόρκης, που στις 12 Σεπτεμβρίου 1827 θα στείλει φορτίο με προμήθειες (τρόφιμα και ρούχα) στην αγωνιζόμενη Ελλάδα.

Το φορτίο συνοδευόταν από τον πράκτορα της Επιτροπής Henry A. V. Post, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τη διανομή του. Ο Post με σταθμούς στο Γιβραλτάρ και στα Κύθηρα έφθασε στην Ελλάδα και με βάση τον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στον ελλαδικό χώρο, γύρισε την Πελοπόννησο, την Αθήνα, τα νησιά των Κυκλάδων και του Αργοσαρωνικού, τη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη. Γυρνώντας στη Νέα Υόρκη τύπωσε στα 1830 τις αναμνήσεις του στο βιβλίο του «A visit to Greece and Constantinople in the years 1827 – 8».

Στις 367 σελίδες του παρελαύνουν οι εμπειρίες από το πέρασμά του στην  Ελλάδα και την Τουρκία. Παράλληλα αναφέρεται σε παλιότερα (π.χ. καταστροφή του Δράμαλη) και σύγχρονα επαναστατικά γεγονότα, καταγράφει τη γνωριμία του με επώνυμους  αγωνιστές και πολιτικούς ( Κολοκοτρώνης, Πετρομπέης, Μιαούλης, Μαυροκορδάτος, κ.λ.π.), την άφιξη και τις πρώτες ενέργειες του Καποδίστρια και τέλος τις εκτιμήσεις του για το χαρακτήρα των Νεοελλήνων. Στο τέλος σε παράρτημα καταγράφει ένα έντεχνο ελληνικό ηρωικό τραγούδι και παραθέτει έγγραφα του Καποδίστρια και πίνακα των σύγχρονων του Ελλήνων συγγραφέων με τα δημοσιευμένα έργα τους.

Μετά τα Κύθηρα ο Post θα φθάσει στο λιμάνι τ’ Αναπλιού (Napoli di Romania, καθώς γράφει ακολουθώντας τους πορτολάνους της εποχής του). Τ’ Ανάπλι θα είναι η πρώτη επαφή με την επαναστατημένη Ελλάδα. Στις σελίδες 9 – 16 αναφέρεται στη γνωριμία του με τις αρχές της πόλης, στον τρόπο διασκέδασης των Ελλήνων της εποχής του και στην επίσκεψη  του στις Μυκήνες. Αργότερα, επιστρέφοντας απ’ τη Μάνη, θα επισκεφθεί το Άργος (σ. σ. 149 – 159) και απ’ εκεί μέσω Ναυπλίου, Μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά και Επιδαύρου (σ. σ. 159-171) θα καταλήξει στην Αίγινα.

Ο Post φαίνεται αρκετά κατατοπισμένος γεωγραφικά και ιστορικά για τους τόπους, στους οποίους ταξιδεύει. Οπωσδήποτε κατέχει τον Παυσανία, το Στράβωνα αλλά και τους προ αυτούς περιηγητές (Τουρνεφόρ, κ.α.). Το κείμενό του διακρίνεται  από κάποια δηκτικότητα για τις προλήψεις, θρησκευτικές και άλλες, που κυριαρχούν στον ελλαδικό χώρο, αλλά και από τέτοια κριτική διάθεση (βλέπε κριτική του για τους ξένους επισκέπτες των Μυκηνών), που μας επιβάλλει να δεχθούμε την αντικειμενικότητά του. Ας δούμε πώς περιγράφει την άφιξή του στ’ Ανάπλι, την πρώτη του γνωριμία με τους ανθρώπους και τον τόπο και την εκδρομή του στις Μυκήνες, ελπίζοντας να επανέλθουμε με την περιγραφή του Άργους:

 

Ανάπλι


  

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

«Το απόγευμα της επόμενης ημέρας ρίξαμε άγκυρα έξω από τ’ Ανάπλι, στα νερά που κάποτε έπλεαν τα περήφανα πλοία του Αγαμέμνονα, έχοντας στο βάθος το Άργος.

Ενωρίς το επόμενο πρωί ο διοικητής και μερικοί αξιωματικοί της πόλης, μας επισκέφθηκαν  μ’ ένα μεγάλο και χοντροειδέστατο καΐκι, συνοδευόμενοι από μια πομπώδη ακολουθία λαμπρά οπλισμένων στρατιωτών. Ήσαν πλούσια στολισμένοι[1] στις όμορφες και ανδροπρεπείς αλβανικές στολές τους και οπλισμένοι με χρυσοστόλιστα και ασημοκόλλητα σπαθιά και πιστόλες, κομψές και ακριβής εργασίας αντικείμενα, λάφυρα που είχαν κερδηθεί στις μάχες από τους Τούρκους αντιπάλους τους.

(Σημείωση Συγγραφέα: Η αλβανική στολή[2] φοριόταν παντού από τους Έλληνες και γενικά απ’ όλες τις τάξεις του πληθυσμού, εκτός από τους νησιώτες, οι οποίοι προτιμούσαν την Υδραίική στολή. Αυτή αποτελείται από κοντή κεντητή  ζακέτα, χωρίς γιακά με μανίκια, που έφταναν λίγο κάτω απ’ τον αγκώνα, αφήνοντας ακάλυπτα τα ξεκούμπωτα μανικέτια του πουκάμισου, ένα σφιχτοκουμπωμένο γιλέκο της αυτής εργασίας και υλικού, μια φουστανέλα (phoustanella) ή ένα είδος μισοφοριού από άσπρο λινό ή μουσελίνα, σφιχτά δεμένη στη μέση με τις απειράριθμες πτυχές της να φθάσουν λίγο πιο κάτω από το γόνατο, κεντημένες υφασμάτινες περικνημίδες, παράξενα μυτερά υποδήματα, και ζώνη γύρω απ’ τη μέση.

Το μέτωπο, οι κρόταφοι, το πρόσωπο – εκτός το μουστάκι – είναι καλά ξυρισμένα, τα μαλλιά πέφτουν άγρια πίσω και το μόνο κάλυμμα της κεφαλής είναι ένα φέσι από κόκκινο ύφασμα με μεταξωτή φούντα στο κέντρο. Η φουστανέλα (phoustanella) εξαιτίας των μεγάλων διαστάσεών της αποτελεί το κύριο μέρος της στολής. Το συνηθισμένο μήκος της είναι δώδεκα ως δεκαοχτώ γιάρδες. Όσοι φέρουν όπλα, φορούν πάνω από τη ζώνη της μέσης μία άλλη φαρδιά δερμάτινη, όπου τοποθετούν τις πιστόλες τους και το γιαταγάνι (ataghan).

Η Υδραίικη στολή[3]αποτελείται από ζακέτα και γιλέκο, όπως τα ανωτέρω, αλλά με λιγότερο επιδεικτική διακόσμηση, πανταλόνια εν είδη τεραστίου σάκου, που σφίγγουν στη μέση και αφήνουν δύο τρύπες στις γωνίες για να περνούν τα πόδια, και φθάνουν ως τα γόνατα, απλά υποδήματα, κάλτσες και ζώνη στην οποία συνήθως βάζουν ένα μαχαίρι σε ασημένια θήκη).  

Σκοπός της επίσκεψής τους ήταν να ζητήσουν περίθαλψη για λιμοκτονούντα πλήθη, που βρίσκονταν μέσα απ’ τα τείχη της πόλης[4]. Τους συνοδεύσαμε στην ακτή και αφού είδαμε με τα μάτια μας την άκρα δυστυχία που επικρατούσε στην πόλη και διαπιστώσαμε την ανάγκη για άμεση βοήθεια, παραδώσαμε στους αξιωματικούς πεντακόσια βαρέλια αλεύρι και ποσότητα ρουχισμού για την περίθαλψη του υποφέροντος πληθυσμού.

Δειπνίσαμε τ’ απόγευμα παρέα με το διοικητή και μερικά άλλα διακεκριμένα πρόσωπα, πολιτικούς και στρατιωτικούς. Το δείπνο ήταν μια μυθιστορηματική και παράξενη σκηνή.

Μας σερβίρανε σε Ιταλικό στυλ – αν μπορούμε να το πούμε έτσι – μέσα σ’ ένα μεγάλο πανάρχαιο Τουρκικό δωμάτιο με καμία άλλη επίπλωση εκτός απ’ το τραπέζι, ένα κακότεχνο καναπέ και λίγες καρέκλες. Καμιά εικοσαριά αγριωποί ντόπιοι, οπλισμένοι ως τα δόντια, περικύκλωσαν το τραπέζι, καπνίζοντας χωρίς κανένα τακτ και φλυαρώντας με τους αρχηγούς τους, σ’ ένα πραγματικά δημοκρατικό στυλ.

Οι Έλληνες δίνουν τη γεύση Αμερικής, και αντιστρόφως, σε μια ατέλειωτη ποικιλία εγκαρδιοτήτων, που σύντομα άρχισαν να δείχνουν τα αποτελέσματά τους με μια υπερβολικά θορυβώδη ευθυμία. Εγκαρδιότητες που συνοδεύονταν με επίδειξη των πιστολιών και γιαταγανιών (ataghans), που βρίσκονταν στις ζώνες των ημιαγρίων οικοδεσποτών μας.

Ένας μανιώδης κοντός συνδαιτυμόνας, που ενεργούσε σαν τελετάρχης, σηκώθηκε από το κάθισμά του και μετά μερικούς γύρους της μπουκάλας, σήκωσε το ποτήρι του αγέρωχα και με αγαλλίαση, φωνάζοντας « Στην υγεία όλων των ηγεμόνων εκτός απ’ το Σουλτάνο». Μια ντουζίνα ποτήρια τσούγκρισαν στη μέση του τραπεζιού και όλη η συντροφιά εξέπεμπε μια έντονη γεύση πατριωτισμού.  Αμέσως μετά το δείπνο ήρθαν οι μουσικοί, που κάθισαν οκλαδόν στο πάτωμα και μας διασκέδασαν με κάποιους εθνικούς σκοπούς της Ελλάδας.

Είχαμε την τύχη ακούσουμε τα τραγούδια αρκετών από τους ομοτραπέζους μας, τα οποία, όμως, αν και απέσπασαν το θαυμασμό των παρευρισκομένων, στα ασυνήθιστα αυτιά μας έφθασαν στο σημείο να ηχούν αστεία. Ένας ιδιάζων έρρινος τόνος και αργή φωνή συνιστούν το πλέον αντιπροσωπευτικό χαρακτηριστικό ενός ελληνικού τραγουδιού, που θεωρούνταν από τους ντόπιους ως εξαιρετικής ομορφιάς. Κανείς απ’ αυτούς δεν έχει στην πράξη ιδέα από τραγούδι, εκτός απ’ αυτό τον τρόπο.

Το πιο ξεχωριστό, όμως, κομμάτι της διασκέδασής μας ήταν ένας αλβανικός χορός στον οποίο ένας Άραβας αιχμάλωτος πολέμου, μας εξέπληξε με τη χάρη και την ευλυγισία του. Ο χορός συνίστατο σε γρήγορες και βίαιες κινήσεις όλου του σώματος, που εναλλάσσονταν με κινήσεις σεμνές και αργές, όχι πολύ διαφορετικές από ινδιάνικο πολεμικό χορό.

Μας χόρεψαν επίσης και το ελληνικό χορό (Romeiko), που καμαρώνουν για την αρχαιότητά του[5], μια ανιαρότητα των Ελλήνων, όπως λέει κι ο Λόρδος Byron. Και πράγματι είναι μια εξαιρετικά ανούσια επινόηση συγκρινόμενη με την ζωηράδα και ευθυμία του Αλβανικού (albanitico). Την επόμενη ημέρα κάναμε μια εκδρομή στην Τύρινθα και τις Μυκήνες, συνοδευόμενοι από αρκετούς αξιωματούχους της πόλης. Μας πρόσφεραν αραβικά άλογα και για να μας δείξουν τη ζωηρή συμπεριφορά των ζωών πριν επιχειρήσουμε να τα ιππεύσουμε, έβγαλαν ένα έξω και πρόσταζαν τον Άραβα χορευτή να ιππεύσει.

Αυτός πήρε στο χέρι του ένα  jereed, ένα αμβλύ ακόντιο, έπιασε την κυματιστή χαίτη, πήδησε στη σέλλα με ελαφρότητα φτερού, κτύπησε τις μυτερές γωνίες των αναβολέων στα πλευρά του ανυπόμονου ατιού, και όρμησε με μια τέτοια ταχύτητα που φοβάσαι να βλέπεις. Έκπληξη και ευφορία ήσαν τα συναισθήματά μας από την επίδειξη των δυνατοτήτων του αλόγου αλλά και του αναβάτη του. Σύντομα όμως καταλήξαμε να αρνηθούμε την προσφορά των αραβικών αλόγων και αντ’ αυτών προτιμήσαμε κάποια πυρρόχρωμα ντόπια τετράποδα, που τα θεωρούσαν ίσως μουλάρια αλλά είχαν όμως ύποπτα σημάδια που τα έφερναν κοντύτερα στα γαϊδούρια.

  

Τύρινθα


 

Nauplia, Seen From Tiryns.

Ο δρόμος διασχίζει την όμορφη κλασική πεδιάδα του Άργους που κάποτε διαφέντευε ο «Βασιλιάς των ανθρώπων»· τώρα, όμως, παρουσιάζει μια όψη μελαγχολική των εγκαταλειμμένων χωραφιών και ερημωμένων χωριών, θλιβερά και πένθιμα ίχνη που οι διαδοχικοί επιδρομείς άφησαν πίσω τους. Λίγες λεμονιές, ελιές και συκιές και εδώ και εκεί κάποια κομμάτια γης με βαμβάκι ή καπνό, ήσαν τα μοναδικά σημάδια καλλιέργειας, σ’ όλη αυτή την εκτεταμένη και εύφορη περιοχή. Συναντήσαμε από καιρού εις καιρόν κάποιους εξαθλιωμένους χωρικούς να φυλάνε τα μικρά τεμάχια γης που είχαν σπείρει, αβέβαιοι για το ποιος θα θερίσει, και πολλά κοπάδια κάποιων πλουσίων καπεταναίων ή προυχόντων (Kapitanos or proestos), που πάχαιναν από την άφθονη νομή που φύτρωνε απ’ το έδαφος.

Τα ερείπια της Τύρινθας βρίσκονται σε πολύ κοντινή απόσταση απ’ το Ναύπλιο.  Δεν είναι τίποτα άλλο από κάποια τμήματα Κυκλώπειων τειχών κα θεμελιώσεων, που το μόνον τους ενδιαφέρον είναι ότι αποτελούν ίχνη ενός μακρινού παρελθόντος και ενθύμηση της πόλης που έδωσε όνομά της στον Τύρινθα ήρωα, και της οποίας τα τείχη, σύμφωνα με τον Παυσανία[6] πρέπει να θεωρηθούν σαν ένα θαύμα όχι κατώτερο απ’ εκείνο των πυραμίδων της Αιγύπτου.

 

Μυκήνες


  

Μυκήνες. Λιθογραφία του Α. Joly, σχέδιο Haygarth William. (Γεννάδειος Βιβλιοθήκη)

Μια διαδρομή τρεισήμισι ωρών μας έφερε μπροστά στη θαυμαστή πόλη του Περσέα, την πρωτεύουσα του πανίσχυρου Αγαμέμνονα. Η ονομαστή θέση έκειτο σε ερείπια πολύ πριν τη χριστιανική εποχή και θεωρείτο απ’ τους ίδιους τους αρχαίους σαν ένα σεβάσμιο απομεινάρι της αρχαιότητας.

Όμως και τα ερείπιά της έχουν σχεδόν εξαφανισθεί και η ξακουστή καθέδρα των Ατρειδών πέρασε στα χέρια λιγοστών βοσκών, που έχουν χτίσει τις καλύβες τους κοντά της χωρίς να ξέρουν τίποτα για το χώμα πάνω στο οποίο βαδίζουν, το οποίο τους προσφέρει τροφή για τα κοπάδια τους. Τα λίγα απομεινάρια των Μυκηνών είναι Κυκλώπειες κατασκευές, που έχοντας σταθεί εκεί για τρεις χιλιάδες χρόνια, φαίνεται πως θα καταφέρουν να αντισταθούν στις προσπάθειες του πανδαμάτορα χρόνου να τα καταστρέψει και θα συνεχίσουν την παρουσία τους στην αιωνιότητα.

Η είσοδος στην ακρόπολη διατηρείται ακόμη καλά με μέρος των τειχών σε κάθε πλευρά της  και πάνω απ’ αυτήν ένα ζευγάρι γλυπτών λιονταριών, όπως γενικά αποκαλούνται, αν και στην πράξη θα μπορούσε κάλλιστα κανείς να τα εκλάβει για τίγρης ή πάνθηρες[7]. Προφανώς  πρόκειται για έργα αρκετά μακρινής εποχής και ίσως πρόκειται για το αρχαιότερο δείγμα ελληνικής γλυπτικής[8], που έχει φθάσει ως τις μέρες μας.

Το πιο αξιοσημείωτο όμως και πιο ενδιαφέρον απ’ τ’ αρχαία αυτά λείψανα είναι το κωνικό κτίσμα, το οποίο είναι γνωστό υπό τα αμφισβητούμενα ονόματα του θησαυρού του Ατρέα και του τάφου του Αγαμέμνονα. Θα ήταν περιττό να επαναλάβω τις συζητήσεις των αρχαιολόγων για το θέμα αυτό[9]. Είναι αρκετό να πω πως η πλέον επικρατούσα και λογική γνώμη είναι ότι το προκείμενο οικοδόμημα ανεγέρθηκε όχι για τους θησαυρούς του Ατρέα αλλά για την τέφρα του ενδόξου εγγονού του.

Έχει κωνικό σχήμα με διάμετρο πενήντα ποδιών και το αυτό περίπου ύψος και όντας καλυμμένο με σημαντικού πάχους στρώμα χώματος, σχηματίζει εξωτερικά ένα τεράστιο και ακανόνιστο εδαφικό έξαρμα. Έχει κατασκευαστεί από τεράστιες τετράγωνες πέτρες, που θα δυσκόλευαν ακόμη και τον Πολύφημο με τους δυνατούς συνεργάτες του να τις μετακινήσουν. Η πλάκα, που σχηματίζει το ανώφλι της εισόδου, έχει τριάντα πόδια μήκος, δεκαπέντε πλάτος και πέντε πάχος. Αυτό το περήφανο μαυσωλείο του Έλληνα ήρωα χρησιμοποιείται σήμερα για τους πιο βέβηλους και εξευτελιστικούς σκοπούς.

Η αφύλακτη είσοδός του κείται ανοικτή στα βήματα του κάθε παρείσακτου. Ο τσοπάνης το χρησιμοποιεί για μάνδρα του κοπαδιού του κι ο γεωργός για σταύλο για τα ζώα του. Ανάβουν φωτιές κι αρχίζουν τα παραπονιάρικα τραγούδια τους, αδιάφοροι για τα φαντάσματα του ένδοξου παρελθόντος, που τριγυρνούν γύρω τους. Ο περαστικός ταξιδιώτης βρίσκει κι αυτός καταφύγιο κάτω απ’ τον θόλο του απ’ τις χειμωνιάτικες καταιγίδες ή τον καυτερό ήλιο. Ακόμη κι οι ευλαβείς προσκυνητές, όπως εμείς, νιώθουν την όρεξή τους να ανοίγει απ’ την κούραση του ασυνήθιστου ταξιδιού και παρακαλούν τον πρώτο χωρικό που βλέπουν να μοιράσει μαζί τους το καρβέλι του και το αρνίσιο τυρί, για να κάτσουν κάτω από κάποια στέγη των ερειπίων ή σε κάποια σωρό ζωοτροφών και να πέσουν με τα μούτρα στο φαγητό, αδιαφορώντας για τα πνεύματα της περιοχής, όπως ακριβώς κάνει το βόδι ή ο γάιδαρος, όταν αναζητούν ανάμεσα στα τείχη το νυχτερινό τους καταφύγιο.

 

Ναύπλιο


  

Η αρχαία Ναυπλία, περίπου 1840.

Το Ναύπλιο, η πιο σημαντική πόλη του Μοριά και ένα από τα πρώην πιο πολυσύχναστα λιμάνια της Ελλάδας, αντιπροσωπεύει την αρχαία Ναυπλία, το μεγάλο λιμάνι του Άργους.

Κατά τους πολέμους μεταξύ Τούρκων και Βενετών, η ισχυρή θέση και σημασία του το έκαναν αντικείμενο άγριας διαμάχης των αντιπάλων δυνάμεων. Στα 1540 παραδόθηκε στο Σουλτάνο Σουλεϊμάν Β’ απ’ το Συμβούλιο των δέκα. Ανακτήθηκε στα 1686 απ’ τους Βενετούς και στα 1714 ανακαταλήφθηκε οριστικά από τους Τούρκους, οι οποίοι κόρεσαν την εκδικητική τους μανία με μια γενική και φοβερή σφαγή των κατοίκων (Daru. Hist. de Venice).

Η πόλη, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, είναι κτισμένη σε τούρκικο στυλ με τον ίδιο σεβασμό στην υγεία και καθαριότητα, με τον οποίο οι Μουσουλμάνοι τηρούν στο σχεδιασμό των δρόμων τους. Μερικά απ’ τα σπίτια, που κατελήφθησαν απ’ τους πιο πλούσιους Τούρκους είναι μεγάλα και καλοχτισμένα. Όμως ο μεγαλύτερος αριθμός των κτιρίων βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση, με κίνδυνο να αποτελέσουν εστίες πανούκλας, όπως ακριβώς οι χειρότερες γειτονιές της Κωνσταντινούπολης. Σε πολλά απ’ τα σημαντικότερα κτίρια, το ισόγειο χρησιμοποιείται σα σταύλος και η άνοδος στα επάνω διαμερίσματα περνάει από σωρούς κοπριάς και μια βρώμικη σκάλα, που συνδέει το διαμέρισμα των τετραπόδων με εκείνο της οικογένειας.

Η πόλη περιβάλλεται από ένα ερειπωμένο τείχος και υποστηρίζεται από δύο δυνατά κάστρα, που στέκονται αγέρωχα πίσω της και δίνουν έναν επιβλητικό αέρα στην περιοχή, ειδικά όταν τα κοιτάζει κανείς από κοντά. Οι οχυρώσεις αυτές, όπως οι περισσότερες στο Μοριά, είναι έργα των Βενετών.

Ο λόφος που ονομάζεται Παλαμήδι, που είναι ψηλότερο και δυνατότερο απ’ τα δύο αντίζηλα κάστρα, και που πολλές φορές χαρακτηρίζεται σαν το Γιβραλτάρ του Αρχιπελάγους, ήταν υπό την κατοχή του Γρίβα[10], ενός ισχυρού Ρουμελιώτη καπετάνιου, που είχε στασιάσει ενάντια στη κυβέρνηση. Μέχρι την έκρηξη της επανάστασης ήταν ένας άγριος, αμόρφωτος κλέφτης (Klepht) και περιγράφεται απ’ όσους τον έχουν δει σαν ένας νέος άνδρας, με υπέροχη όψη, μεγαλόπρεπη ενδυμασία, ήσυχους και γλυκούς τρόπους, εντελώς αντίθετος με τον άνομο και αιμοχαρή χαρακτήρα του.

(Σημείωση Συγγραφέα: Ο κύριος Hartley, ένας Άγγλος μισιονάριος στην Ελλάδα, με πληροφόρησε ότι σε μια συνάντηση με τον Γρίβα, ο τελευταίος του ομολόγησε χωρίς καμία ντροπή, ότι δεν ήξερε να διαβάζει).

Είχε κατ’ επανάληψη κληθεί από την Κυβέρνηση να παράδοση το φρούριο αλλά πεισματικά αρνήθηκε. Γνώριζε ότι μπορούσε να παρακούει ατιμώρητα, μιας και η Κυβέρνηση δεν ήταν σε θέση να στείλει εναντίον του οποιαδήποτε δύναμη. Για τον εφοδιασμό της φρουράς του είχε επινοήσει μια πολύ απλή μέθοδο, τη ληστεία της πόλης και των περιχώρων απλώνοντας χέρι σ’ ό,τι έφθανε χωρίς ο νόμιμος κάτοχος να μπορεί να αμυνθεί.

Με αυτού του είδους της αρπαγές ο Γρίβας κατόρθωνε να εξασφαλίζει αφθονία εφοδίων γι’ αυτόν και τους υποτακτικούς του[11]. Έτσι οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες του ήσαν οι πιο καλοταϊσμένοι, οι πιο καλοντυμένοι και οι πιο αυθάδεις στην Ελλάδα. Λίγους μήνες πριν αυτός και ο διοικητής του απέναντι κάστρου[12] είχαν στρέψει τα κανόνια εναντίον αλλήλων σ’ ένα παροξυσμό ζηλοφθονίας και ο Γρίβας αρκετές φορές κανονιοβόλησε την πόλη για να επιτύχει συμμόρφωση προς τις υπερβολικές απαιτήσεις του.

Εξαιτίας αυτών των ανωμαλιών το Ναύπλιο είχε χάσει σχεδόν τον μισό πληθυσμό του και οι κάτοικοι είναι απρόθυμοι να μείνουν σ’ ένα μέρος, όπου οποιαδήποτε στιγμή κινδυνεύουν να γίνουν αντικείμενο βάρβαρων επιθέσεων ενός τυράννου, ο οποίος αντί να τους παρέχει προστασία, χρησιμοποιεί τη δύναμή του για την καταπίεσή τους.

Πολλά σημεία της πόλης έχουν ήδη  υποστεί πολλές  υλικές ζημιές από τις μπάλες και τις βόμβες, που ρίχτηκαν πάνω σ’ αυτά απ’ το Παλαμήδι, και το πιο θλιβερό είναι ότι οι ζημιές επεκτάθηκαν και στους ίδιους τους κατοίκους, ένας σημαντικός αριθμός απ’ τους οποίους θυσιάστηκε κατά τη διάρκεια της ατυχούς αυτής διαμάχης.

Απ’ το Ναύπλιο περάσαμε στον Πόρο, το αρχηγείο των Αμερικανών στην Ελλάδα…»

 

Κώστας Δανούσης

Περιοδικό Ελλέβορος, σελ. 1-10, τεύχος 8, Άργος 1991.

 

 

Υποσημειώσεις


 

1  Για το στολισμό των κλεφταρματωλών βλέπετε Κων/νου Ζησίου, Ο Νικοτσάρας, εν Αθήναις 1889, σσ. 9 -10. Ο Καραϊσκάκης τους μυκτήριζε αποκαλώντας τους «ζαρκαδοπαφίλια» (βλέπετε εφημ. «Αιών» της 19-2-1847), ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης τους είπε στην Κόρινθο «Δεν είναι ντροπή μας να κουδουνίζουμε σαν γυναίκες μεσ’ στα ασημικά;» (βλέπετε Τερτσέτη   Άπαντα, επιμ. Γ. Βαλέτα, σσ. 403 – 4).

2 Πρόκειται για κάποια σύγχιση, προερχόμενη από τις ομοιότητες στην ενδυμασία, τον οπλισμό και τις συνήθειες των δυο λαών, Ελλήνων και Αλβανών.

3 Οι βράκες των νησιωτών διέφεραν από τόπο σε τόπο, κυρίως ανάμεσα στους αλβανόφωνους και μη νησιώτες. Το «κοντοβράκι» με το «γιλέκο» ήταν η πιο συνηθισμένη ενδυμασία των παραλίων. Οι Έλληνες περιέπαιζαν τους φέροντες μεγάλες βράκες και τους αποκαλούσαν «χαλντούπηδες» και «ντουντούμηδες», επειδή έμοιαζαν με τους ανατολίτες Τούρκους.

4 Ο φόβος του Ιμπραήμ είχε δημιουργήσει προβλήματα υπερπληθυσμού και επισιτισμού στ΄Ανάπλι. Βλέπετε Οικονόμου, Ιστορικά, σ.σ. 651-2, και Νικολάου Κασομούλη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα, τ. 2ος , σ. 614.

5 Άσχετα από τις ειρωνείες των ξένων, θα πρέπει να επισημανθεί η αίσθηση των τότε Ελλήνων για την αρχαιότητα – και προφανώς την καταγωγή – του χορού τους. Ήταν βέβαια λίγο δύσκολο στους αναθρεμμένους με τα νάματα της Αναγέννησης ξένους να παραδεχθούν τους χειμαζόμενους από την τυραννία και απαιδευσιά Έλληνες σαν απογόνους ενός λαμπρού κλασσικού παρελθόντος.

6 Αντίθετα από τον Post κατά τον Παυσανία (Κορινθιακά, ΙΙ, 25, 8 – 9) ο ήρωας Τύρινθος, γιος Άργου (γιου του Δία), έδωσε όνομά του στην πόλη.

7 Έως και πρόσφατα «…ειδικοί περί την προϊστορίαν ερευνηταί υπέθεσαν ότι τα ζώα που απεικονίζονται εις την πλάκα του υπέρθυρου της πύλης δεν είναι λέοντες αλλά γρύπες ή σφίγγες…» (Βλέπετε Γεωργίου Μυλωνά, Πολύχρυσοι Μυκήναι, Αθήναι 1983, σ. 79).

8 Πράγματι το ανάγλυφο των λεόντων μπορεί να θεωρηθεί ένα από τα αρχαιότερα ελληνικά γλυπτά και ίσως το αρχαιότερο αρχιτεκτονικό γλυπτό του δυτικού κόσμου (Βλέπετε Γ. Μυλωνά, ο.π.,σ. 79).

9 Οι χωρικοί των χρόνων του Post τον ονόμαζαν τάφο του Αγαμέμνονα. Αντίθετα οι ίδιοι χωρικοί του 2ου αιώνα, φορείς μιας πιο ζωντανής παράδοσης, έδειξαν στον Παυσανία το ίδιο μνημείο ως το θησαυρό του Ατρέα και των παιδιών του.

10 Πρόκειται για τον περιώνυμο Θεοδωράκη Γρίβα, (1797 – 1862), τον πλέον ανοικονόμητο και τυραννικό ίσως καπετάνιο του αγώνα. 

11 Ο Post ακριβολογεί για τη συμπεριφορά του Γρίβα. Περισσότερα γι’ αυτήν βλέπετε Χρήστου Στασινόπουλου, Λεξικόν της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821, στο λήμμα «Θεοδωράκης Γρίβας».

12 Φρούραρχος του Ίτς Καλέ ήταν ο αντίπαλος του Γρίβα, ο Σουλιώτης Νάσης Φωτομάρας. Μέρος του φρουρίου αυτού παραχώρησε στους Στραταίους αντί σημαντικού ποσού χρημάτων. Η διαμάχη του με το Γρίβα κορυφώθηκε στις 3/15 Δεκεμβρίου 1826, οπότε άρχισαν να βομβαρδίζουν ο ένας τον άλλο με αποτέλεσμα πολλούς νεκρούς, τραυματίες και υλικές ζημιές. Ο τρόμος ανάγκασε τους κατοίκους να σκορπισθούν στους Μύλους, στα ελώδη μέρη του Άργους και του Ναυπλίου, στο Λεωνίδιο, στο Άστρος κ.ά.

 

 

Read Full Post »

Πορτοκάλι – Ο Χρυσός της Αργολίδας (Ντοκιμαντέρ. Έρευνα – σκηνοθεσία – παραγωγή, Γιώργος  Χρ. Ζέρβας)


Το ντοκιμαντέρ «Ο ΧΡΥΣΟΣ ΤΗΣ ΑΡΓΟΛΙΔΑΣ – αγάπη και πόνος για ο πορτοκάλι» του Γιώργου Χρ. Ζέρβα  παρουσιάστηκε σε πρώτη δημόσια προβολή στις «ΗΜΕΡΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΟΥ »  στο ΑΡΓΟΣ, στις 27 Φεβρουαρίου και έτυχε θερμής υποδοχής από το κοινό.

 

Η ταινία επιχειρεί το πορτρέτο του πορτοκαλιού της Αργολίδας, ενός σημαντικού προϊόντος της περιοχής μας που συνέβαλε καθοριστικά στην ανάπτυξή της και συνεχίζει ίσως μετά τον τουρισμό να αποτελεί το βασικότερο αγαθό της.

Άξονας της ταινίας είναι οι μαρτυρίες ανθρώπων που εμπλέκονται σε όλα τα στάδια της παραγωγής, διακίνησης, επεξεργασίας και κατανάλωσης του προϊόντος. Ο καθένας από τη δική του σκοπιά: αγρότες, γεωπόνοι, ξένοι εργάτες, εξαγωγείς, χυμοποιοί, παραγωγοί παραδοσιακών γλυκών και λικέρ από πορτοκάλι, αρτοποιοί, διατροφολόγοι, γευσιγνώστες, παιδιά διαφόρων ηλικιών…

Πότε και πού εμφανίστηκε το πορτοκάλι, πώς έφτασε σ’ εμάς, ποιες ποικιλίες καλλιεργούνται στον τόπο μας; Ποια τα πλεονεκτήματά τους; Ποια τα μυστικά της καλλιέργειάς του; Μέχρι πού φτάνει στον πλανήτη γη το πορτοκάλι της Αργολίδας και ποιοι οι δρόμοι του εμπορίου του άλλοτε και τώρα; Ποια η χρήση του στην κουζίνα; Σε τι ωφελεί να πίνεις χυμό πορτοκαλιού; Γιατί άραγε αποτελεί πηγή έμπνευσης για πολλούς καλλιτέχνες διαφόρων εκφραστικών μέσων ( ποίηση, ζωγραφική, θέατρο, μουσική…);

Πλούσιο αρχειακό υλικό ( κινηματογραφικό, φωτογραφικό, εφημερίδες, διαφημιστικές καταχωρήσεις…) αποδίδει το ανθρώπινο και εμπορικό τοπίο του πορτοκαλιού. Άλλοτε με ντοκιμενταρίστικες, άλλοτε με ποιητικές εικόνες και όμορφες μουσικές που αποπνέουν ελληνικότητα, η ταινία συνιστά ένα σημαντικό ντοκουμέντο για το νομό μας. Φυτώρια πορτοκαλιών, πορτοκαλεώνες, συσκευαστήρια, χυμοποιεία, εργοστάσια αναψυκτικών…

Γυρισμένη και τις τέσσερες εποχές, «με ήλιο και βροχή», αποτυπώνει τον κύκλο από την ανθοφορία, στην ωρίμανση, στη συγκομιδή του πορτοκαλιού.

Η ταινία αποτελεί αναμφισβήτητα ένα εγκώμιο αυτού του ξεχωριστού φρούτου αλλά σε καμιά περίπτωση δε γυρίζει την πλάτη στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα. Οι ασθένειες με κορυφαία την τριστέτσα, η λειψυδρία, η απαξίωση, η εγκατάλειψη των πορτοκαλεώνων και η συνεπαγόμενη οικοπεδοποίηση παρουσιάζονται ψύχραιμα, στοχαστικά, χωρίς κραυγές και πολεμική διάθεση.

Πρόκειται για μια περιπλάνηση στον χορταστικό κόσμο του πορτοκαλιού που αντανακλά όψεις της ιστορίας, της παράδοσης και της οικονομίας της περιοχής μας. Συμπερασματικά, η παραγωγή τέτοιων ταινιών ενδυναμώνει την πίστη πως ένα τέτοιο φρούτο αξίζει καλύτερη τύχη.

Σίγουρα πρέπει να γίνουν πολλά από όλους, όμως είναι απαραίτητη η σωτηρία του, μοιάζει να λέει η ταινία, απαιτώντας από τον καθένα να αναλάβει τις ευθύνες του.

Η ταινία διατίθεται από το «Κέντρο Τύπου», Σιδηράς Μεραρχίας στο Ναύπλιο και από το  βιβλιοπωλείο «Εκ Προοιμίου», Νικηταρά 14, στο Άργος

 

  

Read Full Post »

Μελάμπους ο Αργείος: μαγεία, ιατρική και πολιτική εξουσία


 

 Ομιλία του Ιατρού Παναγιώτη Ν. Τσελφέ, στην τελετή απονομής «Βραβείων Ανδρέα Λεούση», 31 Ιανουαρίου 2010, στο Σύλλογο Αργείων «Ο Δαναός».

  

Σήμερα, σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βραβεύει δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της επιστήμης του Ιπποκράτη και τιμά τη μνήμη ενός ιατρού, του Ανδρέα Λεούση, ο οποίος γεννήθηκε στην Καρυά και αφού σπούδασε την ιατρική σε σπουδαία πανεπιστήμια της Ευρώπης, αφιέρωσε τη ζωή του στην Αργολίδα, όπου διακρίθηκε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Το θέμα που σας παρουσιάζω επιλέχτηκε γιατί αναφέρεται στο μυθικό βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, ο οποίος θεωρείται ο πρώτος ιατρός της Ευρωπαϊκής ιστορίας. Έδρασε τον 14ο π.Χ. αιώνα, 400 χρόνια προ του Ασκληπιού και 900 χρόνια προ του Ιπποκράτους. Στις ιστορικές πήγες φέρεται με το προσωνύμιο «Αργείος», αφού το μέγιστο μέρος των δραστηριοτήτων του αναπτύχθηκε στο Άργος, παρ’ όλο που πιθανότατα έλκει την καταγωγή του από την Πύλο.

Η μυθική ζωή του φέρει χαρακτηριστικά που έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Έτσι οι νέοι που θα γίνουν ιατροί, θα μπορούσαν ίσως να λάβουν πληροφορίες, μηνύματα ή και «διδάγματα», χωρίς τον απεχθή δασκαλίστικο τρόπο και να τ’ αξιολογήσουν θετικά ή αρνητικά, ανάλογα με την παιδεία και την προσωπική τους ηθική ή τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες που επιβάλλει η σύγχρονη ιατρική δεοντολογία.

Είναι σωστό να γνωρίζουμε πως τα θαυμαστά πεπραγμένα των σπουδαίων προγόνων μας δεν συμβαδίζουν πάντα με τους ηθικούς κανόνες της εποχής μας. Αυτό θα ήταν αδύνατο, αφού δεκάδες είναι τα σύγχρονα προβλήματα της ιατρικής και της βιοτεχνολογίας, που ήταν ανύπαρκτα πριν λίγα χρόνια, που προκαλούν σήμερα ηθικά διλήμματα και απαιτούν την τοποθέτησή μας απέναντι τους.

Μερικά από αυτά μπορεί να είναι:

1) Μεταμοσχεύσεις οργάνων

2) Χρησιμοποίηση εθελοντών για δοκιμή νέων φαρμάκων.

3) Χρήση παρένθετης μητέρας

4) Εξωσωματική γονιμοποίηση

5) Εξωσωματική γονιμοποίηση με σπέρμα συζύγου που ήδη έχει πεθάνει

6) Κατεψυγμένα έμβρυα που ανήκουν σε ζευγάρι που έχει χωρίσει.

7) Έμβρυο που είναι φορέας ανίατης ασθένειας.

8) Προεμφυτευτική και προγεννητική διάγνωση

9) Παρασκευή επιθυμητών τύπων ανθρώπων

10) Δημιουργία τραπεζών πληροφοριών DNA

11) Θεραπευτική και αναπαραγωγική κλωνοποίηση

12) Μεταλλαγμένα τρόφιμα

13) Υπερήλικες μητέρες

14) Παθητική και ενεργητική ευθανασία, εντολή «μη αναζωογόνησης»   

15) Επιλογή φύλου

Από αυτή τη θέση θα παρουσιάσω τέσσερις από τις ιδιότητες – δραστηριότητες που αναφέρονται στον Μελάμποδα και έχουν άμεση σχέση με τη σύγχρονη άσκηση της ιατρικής:

Α. Ο Μελάμπους ήταν ιατρός.

Β. Ο Μελάμπους ήταν μάγος.

Γ.  Ο Μελάμπους απαιτούσε για τις υπηρεσίες του υπέρογκες αμοιβές

Δ. Ο Μελάμπους χρησιμοποίησε την άσκηση της ιατρικής, για ν’ αποκτήσει πολιτική εξουσία.

  

Ο Μελάμπους λοιπόν ήταν γιατρός


 

Μελάμπους – Αργειακά Ιατρικά Χρονικά

Ένας από τους μεγαλύτερους γιατρούς των αρχαίων χρόνων. Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, τον Ησίοδο, τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, τον Απολλώνιο τον Ρόδιο, τον Διώδορο τον Σικελιώτη, τον Στράβωνα, αλλά και τον ίδιο τον Όμηρο, ο Μελάμπους θεωρείται ο πρώτος γιατρός της ανθρωπότητας, αρχαιότερος από τον Ασκληπιό. «Την δια φαρμάκων και καθαρμών θεραπείαν πρώτος ευρηκώς» (Απολλόδωρος, βιβλίο Α΄ κεφ 9,3).

Θεωρείται πως αυτός θεμελίωσε την ιατρική επιστήμη στον ελλαδικό χώρο και κατά συνέπεια σε ολόκληρο το δυτικό πολιτισμό. Κατά την άσκηση της επιστήμης του, εξισορρόπησε με απόλυτη επιτυχία την Θεουργική Ιατρική και την Επιστημονική Ιατρική, κλίνοντας έντονα προς την δεύτερη.

Πρέπει να υπενθυμίσουμε εδώ πως η πρώτη απεμπλοκή από ιερουργίες πραγματοποιείται (στην αρχαία Ελλάδα) από τον Ιπποκράτη (460-370 π.Χ.).

Ο Μελάμπους διέθετε πλούσιες διαγνωστικές και θεραπευτικές γνώσεις και δυνατότητες. Η διαγνωστική του μέθοδος αποτελεί την πρώτη βάση και την απαρχή της ψυχολογίας, της ψυχιατρικής και της ψυχανάλυσης. 

Η θεραπευτική του παραπέμπει σε ομοιοπαθητικές θεραπείες με την εξώθηση της νόσου στα όρια της.

Η ομοιοπαθητική ασκήθηκε κυρίως με τη χρήση του Ελλέβορου, που είναι ένα ήπιο δηλητήριο. Σε μικρές δόσεις δρα ως καθαρτικό, και σε μεγαλύτερες προκαλεί δηλητηρίαση. Για πολλά χρόνια και μέχρι τις μέρες μας, ο καθαρμός με ελλέβορο (και άλλα καθαρτικά), και το σοκ από την έντονη διάρροια, χρησιμοποιήθηκε δια πάσα νόσο, ιδίως ψυχιατρική.

Ο Μελάμπους θεωρείται ο ιδρυτής του πρώτου ιατρικού σώματος, ως ανεξάρτητης κοινωνικής κατηγορίας, η οποία απέδωσε και τους περιοδεύοντες ιατρούς.

Άλλες πρωτιές που αποδίδονται στον Μελάμποδα είναι η εισαγωγή της λατρείας του Διονύσου στην Πελοπόννησο και η ανάμειξη του οίνου με νερό.

Ο ιατρός – μάγος


 

Ο Μελάμπους ήταν και μάγος. Μάντη τον έλεγαν οι αρχαίοι συγγραφείς, αλλά η δραστηριότητά του ήταν σαφώς μαγική. Ο μύθος που περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ο Μελάμπους απέκτησε τις εξαιρετικές του ικανότητες, έχει δύο σκέλη.

Στο πρώτο, κάποια φιδάκια που ο Μελάμπους ευεργέτησε, σύρθηκαν ως τους ώμους του την ώρα που κοιμόταν, με τις γλώσσες τους «καθάρισαν» την ακοή του. Ο Μελάμπους ξύπνησε τρομαγμένος, αλλά με έκπληξη ανακάλυψε ότι μπορούσε να καταλαβαίνει τις φωνές των πουλιών και των ζώων. Και από τότε, αντλώντας πληροφορίες από αυτή την ανεξάντλητη πηγή, προέλεγε στους ανθρώπους τα μέλλοντα.

Αργότερα, σ’ ένα δεύτερο σκέλος του μύθου, ολοκλήρωσε τα υπερφυσικά του χαρίσματα όταν συνάντησε τον ίδιο τον Απόλλωνα κοντά στον Αλφειό και έτσι έγινε «μάντης άριστος«.

Ο μύθος φαίνεται απλός, όμως κρύβει μια μεγάλη αλήθεια. Οι δύο διαφορετικές παραδόσεις σχετικά με τον τρόπο που αυτός απέκτησε την μαντική του ικανότητα οφείλονται στην διαμάχη της Διονυσιακής με την Απολλώνια θρησκεία με αντικείμενο τον προσεταιρισμό του περίφημου μάντη.

Πιθανότατα ο Μελάμπους ήταν απόστολος της λατρείας του Διονύσου. Η συγγένεια του Διονύσου με τις χθόνιες θεότητες εξηγεί ικανοποιητικά την προέλευση της μαντικής ικανότητας του Μελάμποδα. Το δώρο της πρόγνωσης το παίρνει από τη γη και τα φίδια που «καθαρίζουν» την ακοή του Μελάμποδα είναι κατεξοχήν χθόνια στοιχεία. Είναι η πρώτη εμφάνιση των όφεων, συμβόλων της ιατρικής επιστήμης μέχρι σήμερα, σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Αργότερα, το Ιερατείο της Απολλώνιας θρησκείας έκανε προσπάθεια να προσδέσει τον Μελάμποδα στο άρμα του Θεού της, που αποτελούσε εκείνη την εποχή το κατεστημένο της μαντικής.

 Η οντότητα του ιατρού – μάγου, είτε το αναγνωρίζουμε είτε όχι, διατηρήθηκε μέχρι τις μέρες μας.

Ευνοείται από το «μαγικό» περιβάλλον που συγκροτείται π.χ. από το άβατο ορισμένων χώρων άσκησης της ιατρικής, όπως είναι τα χειρουργεία ή τα εργαστήρια. Ενισχύεται από το εξαιρετικά ψυχρό παλαιότερα και το συγκεκριμένα πολυτελές σημερινό, περιβάλλον των ιδιωτικών κλινικών, των νοσοκομείων και των ιδιωτικών ιατρείων. Σηματοδοτείται από συγκεκριμένες στολές όπως είναι η άσπρη μπλούζα, τ’ ακουστικά που κρέμονται στο λαιμό, ή από τις τρομακτικές μάσκες και τα καπέλα που φορούν οι χειρουργοί.

Τέλος καλλιεργείται και επιτείνεται από κάποιους ιατρούς που με συγκεκριμένη συμπεριφορά κατασκευάζουν γύρω από το άτομό τους το μύθο του μάγου του χωριού ή της πόλης. Δεν μπορώ να ξεχάσω τον πασίγνωστο μάγο της Τρίπολης, που έζησα στα μαθητικά μου χρόνια, ο οποίος βέβαια απομυθοποιήθηκε όταν αποδείχτηκε επικίνδυνος, αλλά δεν είναι και ο μοναδικός.

Σαν αναισθησιολόγος έχω ζήσει χειρουργούς που στο τέλος της επεμβάσεως, βγαίνουν με τη ματωμένη μπλούζα από το χειρουργείο για να ενημερώσουν τους έντρομους συγγενείς, πως τον άνθρωπό τους «τον έσωσαν».

 

Απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις


  

Μια από τις σημαντικότερες ιατρικές πράξεις του Μελάμποδα, ήταν η θεραπεία του Ίφικλου, γιου του βασιλιά της Φυλάκης, Φύλακου, στη Θεσσαλία. Δεν θα παρουσιάσω ολόκληρο το μύθο, αλλά στη Θεσσαλία ο Μελάμπους πήγε για να κλέψει ένα περίφημο κοπάδι βοδιών, που κατείχε ο Φύλακος, να το δώσει στον αδελφό του Βίαντα, ο οποίος θα το πήγαινε ως «έδνα» στο βασιλιά της Πύλου Νηλέα και θα έπαιρνε την πανέμορφη Πηρώ, κόρη του βασιλιά για σύζυγο. 

Ο Ίφικλος λοιπόν, ο γιος του βασιλιά ήταν ανίκανος. Ο Μελάμπους διέγνωσε ψυχογενή ανικανότητα και δέχτηκε να τον θεραπεύσει απαιτώντας να συμφωνήσει εκ των προτέρων ο πατέρας του, στην υπέρογκη αμοιβή του μοναδικού κοπαδιού των βοδιών. Έτσι κι έγινε. Ο Μελάμπους θεράπευσε τον Ίφικλο και πήρε τα περίφημα βόδια σαν αμοιβή.

 Ο Προίτος τώρα, γιος του Άβαντα, συμβασιλιάς της Αργολίδας μαζί με τον Ακρίσιο, είχε παντρευτεί τη Σθενέβοια, που του είχε κάνει τρεις κόρες ονομαζόμενες Λυσίππη, Ιφινόη και Ιφιάνασσα – μερικοί ωστόσο ονομά­ζουν τις δύο νεότερες Ιππονόη και Κυριάνασσα. Είτε επειδή είχαν προσβάλει τον Διόνυσο είτε επειδή είχαν προσβάλει την Ήρα με την υπερβολική κλίση τους στις ερωτοδουλειές είτε επειδή είχαν κλέψει χρυσάφι από το άγαλμα της στην Τίρυνθα, την πρωτεύουσα του πατέρα τους, οι κόρες του Προίτου προσβλήθηκαν και οι τρεις από θεϊκή μανία, και περιφέρονταν έξαλλες εδώ κι εκεί στα βουνά, σαν αγελάδες που τις έχει τσιμπήσει η μύγα, όπου συμπεριφέρονταν με τρόπο εντελώς αχαλίνωτο και ρίχνονταν στους ταξιδιώτες.

Ο Μελάμπους, όταν έμαθε τα νέα, πήγε στην Τίρυνθα και προσφέρθηκε να τις θεραπεύσει, με τον όρο ότι ο Προίτος θα του κατέβαλλε για αμοιβή το ένα τρίτο του βα­σιλείου του.

Η αναφορά αυτού του μύθου βεβαίως γίνεται, για να υπενθυμίσει, πως μέχρι σήμερα παρατηρείται η εκ των προτέρων απαίτηση υπέρογκων αμοιβών για ιατρικές πράξεις.

Θα ήταν παράλειψη να μη σημειώσω εδώ πως η διάγνωση και η μέθοδος θεραπείας του Ιφίκλου θεωρείται διεθνώς η πρώτη θεραπεία με εφαρμογή ψυχανάλυσης και η πρώτη θεραπεία ψυχοσωματικής νόσου.

Οι Γάλλοι και οι Γερμανοί ψυχαναλυτές θεωρούν τον Μελάμποδα ως τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον τιμούν συχνά, επισκεπτόμενοι τα ερείπια του ιερού του Μελάμποδος που βρίσκονται μέσα σε αρχαίο οχυρό στα Αιγόσθενα (νυν Πόρτο Γερμενό) της Μεγαρίδος.

Ένα άλλο ιερό στο οποίο ο Μελάμπους λατρεύτηκε σαν θεός, είναι το Ιερό της Ημερασίας Αρτέμιδος ή Αρτέμιδος Ημέρας. Είναι η Άρτεμις που ημερεύει τους ανθρώπους και προκαλεί πνευματική, σωματική και ψυχική ευεξία και βρίσκεται κοντά στο χωριό Λουσικό (Χαμάκου) λίγο έξω από τα Καλάβρυτα.

Εδώ στο οροπέδιο των Σουδενών και στους πρόποδες του Χελμού, βρίσκεται σε υψόμετρο 1.200 μ. το Ιερό και η Αρχαία πόλη των Λουσών. Εδώ ήρθε στο φως ο Ναός της Ημερασίας Αρτέμιδος κατά τις ανασκαφές οι οποίες έγιναν τα έτη 1898 και 1899, από το Αυστριακό Αρχαιολογικό Ινστιτούτο Αθηνών.

Η φήμη του Ιερού αυτού, στο οποίο δραστηριοποιήθηκε ο Μελάμπους ως θεραπευτής, ήταν τόσο μεγάλη στον τότε ελλαδικό χώρο, ώστε να θεωρείται ότι η αρχαία πόλη των Λουσών κτίστηκε εκεί εξαιτίας του Ιερού. Προς τιμήν της θεάς Αρτέμιδος και του Μελάμποδα ετελούντο στους αρχαίους Λουσούς τα ΗΜΕΡΑΣΙΑ.

  

Ο ιατρός – πολιτικός


 

Ο Μελάμπους είχε πολιτικές φιλοδοξίες και κατόρθωσε να γίνει βασιλιάς στο Άργος, δείχνοντας το δρόμο για την πολιτική στους νεότερους ιατρούς – πολιτικούς. Όταν του δόθηκε η ευκαιρία, απαίτησε και πήρε σαν αμοιβή για τις ιατρικές του υπηρεσίες το ανώτατο αξίωμα της πόλης του Άργους.

Η ευκαιρία που εκμεταλλεύτηκε για να γίνει βασιλιάς, ήταν η πρόσκληση που του απηύθυνε ο τότε βασιλιάς του Άργους Προίτος, όταν οι τρεις πανέμορφες κόρες του Λυσίππη , Ιφινόη και Ιφιάνασσα, διέπραξαν την ύβρη να θεωρήσουν τους εαυτούς τους πιο όμορφες από την Ήρα και την Αφροδίτη και τιμωρήθηκαν με ιερή μανία. Ο βασιλιάς ζήτησε από το Μελάμποδα να θεραπεύσει τις κόρες του και ο Μελάμπους απαίτησε σαν αμοιβή το ένα τρίτο του θρόνου.

Ο βασιλιάς αρχικά αντέδρασε αρνητικά, αλλά αναγκάστηκε να δεχτεί, όταν η ιερή μανία εξαπλώθηκε σ’ όλες τις γυναίκες του Άργους. Ο Μελάμπους μάζεψε τους πιο εύρωστους νέους και τους έκλεισε με τις μαινάδες γυναίκες στο Σπήλαιο των Λιμνών, ή κάπου εκεί στο ειδυλλιακό περιβάλλον της Κλειτορίας ή της Κυλλήνης. Εκεί θεραπεύτηκαν. Είναι η πρώτη περιγραφή ομαδικής ψυχοθεραπείας. Υπονοείται μάλιστα η θεραπευτική αποτελεσματικότητα της ερωτικής συνεύρεσης

Σαν αμοιβή για τη θεραπεία των γυναικών του Άργους, έγινε βασιλιάς. «Τακτοποίησε» μάλιστα και τους συγγενείς του. Συμβασίλεψε με τον αδελφό του, ενώ οι απόγονοί του έμειναν για μερικές γενιές στο θρόνο του Άργους, με το γενικό όνομα Μελαμποδίδες.  Ο πιο διάσημος από τους Μελαμποδίδες ήταν ο Αμφιάραος, σπουδαίος μάγος – μάντης – ιατρός, που πήρε μέρος στην εκστρατεία των επτά εναντίον της Θήβας, ίδρυσε απομονωμένα θεραπευτήρια (σαν τα νεότερα Ασκληπιεία) που καλούνται Αμφιαράεια και λατρεύτηκε σαν θεός στον Ορωπό, όπου και το πιο γνωστό Αμφιαράειο.

Η πολιτική εξουσία σε πολλά μέρη της γης, δεν είναι πλέον δοτή ή κληρονομική. Οι πολίτες επιλέγουν σε μεγάλο βαθμό αυτούς που θα κυβερνήσουν. Όταν όμως επιλέγουν γι αυτή τη θέση τον θεράποντα ιατρό τους, η σχέση που αναπτύσσεται δεν είναι καθαρά πολιτική.

Η σχέση ιατρού – ασθενούς είναι εξαιρετικά ευαίσθητη και ο ιατρός είναι το ισχυρό μέρος αυτής της σχέσης. Η εκμετάλλευση της ισχύος, της επιρροής αλλά και της γοητείας που κάποιοι ιατροί ασκούν στους ασθενείς και πιθανούς ασθενείς συμπολίτες τους, έχει κατά καιρούς αποτελέσει το μέσο για την εξασφάλιση της υποστήριξής τους για την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.

Οι περισσότεροι ιατροί βεβαίως, αναδείχτηκαν σε πολιτικούς ηγέτες, χωρίς ν’ ασκήσουν την ιατρική. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο περίφημος Τσε Γκεβάρα, που αν και ιατρός, κατέκτησε την εμβληματική θέση του παγκόσμιου επαναστάτη, χάρη στη μαχητικότητα, τον ηρωισμό και την ηγετική του φυσιογνωμία. Ο Τσε ουδέποτε άσκησε την ιατρική, εκτός πεδίου μάχης.

Ένθερμος υποστηρικτής του συνδυασμού των δύο ιδιοτήτων του ιατρού δηλαδή και του πολιτικού, είναι ο Κύπριος πολιτικός Βάσος Λυσσαρίδης. Σε πολλά άρθρα και ομιλίες του θεωρεί πως οι ιατροί γίνονται ικανοί και αποτελεσματικοί πολιτικοί, γιατί «η πολιτική είναι θεραπευτική κοινωνικών ασθενειών ή έστω φαινομένων». Και αλλού δηλώνει: «Θεώρησα τον εαυτό μου λιποτάκτη όταν μεταπήδησα από την ιατρική στην πολιτική. Παράμεινα γιατί την αντιμετώπισα ως θεραπευτική κοινωνικών νόσων και διατήρησα στην αντιμετώπιση της την ιατρική προσέγγιση».

Τελειώνοντας, δεν μπορώ να μην αναφέρω τον σπουδαίο Ιατρό και λογοτέχνη Γεώργιο Τσουκαντά, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λαύκα Κορινθίας εγκαταστάθηκε στην Λύρκεια, πατρίδα της μητέρας του, αγάπησε με πάθος το Άργος και υπηρέτησε με συνέπεια τον Αργειακό λαό. Μελέτησε όσο κανένας άλλος τον Μελάμποδα  

Δημοσίευσε πολλές μελέτες που τον αναδεικνύουν σαν τον παγκόσμια πρώτο ψυχαναλυτή και τον πρώτο «Ψυχοσωματιστή», τόσο στην Ελλάδα όσο στο Βέλγιο και τη Γαλλία, στη γαλλική γλώσσα (τις δημοσιεύσεις στη Γαλλική συνυπογράφει ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών Δ. Κουρέτας).   

Από αυτήν εδώ τη θέση, παρουσίασε στο ακροατήριο του Δαναού τις περιπτώσεις ψυχοθεραπείας των θυγατέρων του Προίτου, της ομαδικής μανίας των Αργείων γυναικών, της ατεκνίας του Ιφίκλου και της ψυχώσεως του Αλκάθου (βασιλέα των Μεγάρων, από το γένος των Πελοπιδών, πάσχοντα από μελαγχολία).

Ανακεφαλαιώνοντας:

 Σ’ αυτή την εκδήλωση, η οργανωμένη κοινωνίας του Άργους, βράβευσε δύο επίλεκτους νέους που τάχτηκαν στην υπηρεσία της ιατρικής επιστήμης και τίμησε τη μνήμη του Ανδρέα Λεούση, ενός ιατρού που ξεχώρισε για την επιστημονική και την κοινωνική του δραστηριότητα.

Εγώ παρουσίασα κάποιες πτυχές των δραστηριοτήτων του θεωρούμενου πρώτου ιατρού της Ευρωπαϊκής ιστορίας, του μυθικού βασιλιά του Άργους Μελάμποδα, γιατί αυτές οι δραστηριότητες έχουν σχέση και αναφέρονται άμεσα σε δραστηριότητες των συγχρόνων ιατρών. Αναφέρονται στην άσκηση της ιατρικής, στην κεκαλυμμένη άσκηση μαγείας και στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας.

Καθένας από τους ακροατές βγάζει συμπεράσματα ανάλογα με την προσωπική του ηθική και τους καταγεγραμμένους ηθικούς κανόνες (δεοντολογία) της σύγχρονης ιατρικής επιστήμης.

 

Παναγιώτης Ν. Τσελφές

Ιατρός Αναισθησιολόγος

Διευθυντής Τμήματος Αναισθησιολογίας

Γενικού Νοσοκομείου Άργους

 

Read Full Post »

Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αγνώστου, μολύβι σε χαρτί, πρώτο μισό 19ου αιώνα.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Read Full Post »

 

Σκηνή καθημερινότητας της πόλης αποθανατίζει η υδατογραφία του Πεϋτιέ με τη χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού, με τα «χασαπιά και τα σφαχτάρια» και τους κατοίκους στα «Πέντε Αδέλφια», απέναντι από το Μπούρτζι,  να υποδέχονται ξένα πλοία.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Read Full Post »

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό,

σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.  

 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »