Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Posts Tagged ‘Greek History’

Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Αγνώστου, μολύβι σε χαρτί, πρώτο μισό 19ου αιώνα.

 

Ναύπλιο. Η πλατεία Πλατάνου (Συντάγματος) το παλιό τζαμί και στο βάθος το Παλαμήδι.

Read Full Post »

 

Σκηνή καθημερινότητας της πόλης αποθανατίζει η υδατογραφία του Πεϋτιέ με τη χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού, με τα «χασαπιά και τα σφαχτάρια» και τους κατοίκους στα «Πέντε Αδέλφια», απέναντι από το Μπούρτζι,  να υποδέχονται ξένα πλοία.

 

Ναύπλιο, η περιοχή της Χουρμαδιάς και το Μπούρτζι, E. Peytier

Read Full Post »

 

Η πλατεία Πλατάνου ( Συντάγματος) με το Σεράι του Μορά Πασά και το Βουλευτικό,

σχέδιο σε μολύβι, L. Lange, 1834.  

 

Το Σεράι, σχέδιο σε μολύβι, Μονακό, L. Lange.

Read Full Post »

Εκκλησίες του Λιγουριού


  

Η πρώτη γνωστή μνεία του Λιγουριού υπάρχει σε έγγραφο του 1365 [i].

Ο Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Μ. Μιτσός έχει ταυτίσει τον οικισμό με το κάστρο και τα λείψανα κτηρίων που εκτείνονται στην Α. πλαγιά του Αραχναίου, πάνω από τη θέση Παλιγουριό, περί τα 3 χλμ. ΒΑ. του σημερινού χωριού [ii].

Πότε ακριβώς έγινε η μεταφορά στη νέα θέση είναι άγνωστο. Πρέπει όμως να συνδέεται με την Pax Ottomanica, που επέτρεψε στους κατοίκους της Πελοποννήσου ν’ απλωθούν και να δημιουργήσουν οικισμούς έξω από τις οχυρές τειχισμένες θέσεις, που μέχρι και το 15ο αιώνα παρείχαν σχετικά ασφαλείς συνθήκες διαμονής.

Ήδη το 1700, στη γνωστή απογραφή Grimani, το Λιγουριό, με 448 κατοίκους, είναι το μεγαλύτερο χωριό του Territorio di Napoli di Romania και ένα από τα πολυπληθέστερα της Πελοποννήσου ( σε σύνολο 1532, μόνο 33 χωριά έχουν περισσότερους από 141 κατοίκους) [iii].

Σύμφωνα με το Φ. Κουκουλέ το όνομα του οικισμού πρέπει να προήλθε από τη λέξη ελαιογύριον – ελαιογυρείον – λεγουρείον – λιγουρείον – λιγουρειό, κατά το εμπόριον – εμπόρειον – εμπόρειο και γύλος – γουλί [iv].

Αρκετά είναι τα μνημεία της βυζαντινής και μεταβυζαντινής περιόδου, που σώζονται μέσα στο σημερινό οικισμό και την περιοχή του [v]. Στην παρούσα, σύντομη επισκόπηση [vi] δεν θα γίνει αναφορά στους παλαιοχριστιανικούς και μεταγενέστερους ναούς, που ιδρύθηκαν μέσα η κοντά στο χώρο του γειτονικού αρχαίου Ασκληπιείου. Θα ξεκινήσουμε από το βυζαντινό Ι. Ναό του Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος, που βρίσκεται σε χαμηλή πλατεία, στο ΝΑ μέρος του οικισμού, και έχει μελετηθή από τον καθηγητή Χ. Μπούρα [vii].

  

Ιερός Ναός  Αγίου Ιωάννου του Ελεήμονος


  

Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων. Άποψη από Ν. ΝΔ

Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων. Άποψη από Ν. ΝΔ

Ανήκει στο σταυροειδή εγγεγραμμένο δικιόνιο τύπο με τρούλλο και χρονολογείται στα τέλη του 11ου με αρχές 12ου αι. Λείψανα από την τοιχογράφηση που κάλυπτε τον κυρίως ναό και τον νάρθηκα, χρονολογούνται στο 12ο αι. Χρονολογικά έπεται ο ναός του Αγίου Ιωάννου  του Θεολόγου στη θέση Παλιγουριό, δίπλα στο δημόσιο δρόμο [viii].  Πρόκειται για δίστυλο, κατά τη γνώμη μου, εγγεγραμμένο ναό με τρούλλο, που πήρε τη σημερινή του μορφή πιθανώς κατά την περίοδο της β’ βενετοκρατίας (1685 – 1715).

Από τη βυζαντινή περίοδο (β’ μισό 11ου αιώνα) διατηρούνται ο Α. τοίχος με τις κόγχες, μεγάλο τμήμα της Ν. και μικρότερο της Β. πλευράς. Η τοιχοδομία είναι κατά τον ισόδομο πλίνθο – περίκλειστο σύστημα, αυστηρή, με περιορισμένη διακόσμηση. Στην ανακατασκευή της περιόδου της βενετοκρατίας μπορούν να αποδοθούν οι στέγες και ο κοντόχονδρος τρούλλος, οι κτιστοί πεσσοί, η Δ. όψη και το Ν. προστώο. Στην τοιχοδομία έχουν ενσωματωθή και μαρμάρινα μέλη από την προγενέστερη περίοδο. Ενδείξεις για τη χρονολόγηση της ανακατασκευής παρέχει ο στρογγυλός φεγγίτης (oculus) της Δ. πλευράς, το τετράγωνο περιθύρωμα της Δ. θύρας, του οποίου το τύμπανο γεμίζει με ορθογώνιους ψευδισόδομους λίθους (αντίστοιχα παραδείγματα στη Μονεμβασιά), η υφή της τοιχοδομίας του τρούλλου, χωρίς παχύ συνδετικό κονίαμα.

  

Ναΰδριο Αγίου Αθανασίου


 

Λιγουριό. Άγιος Αθανάσιος. Άποψη από ΒΔ

Το ναΰδριο του Αγίου Αθανασίου, περί τα 600 μ. ΝΔ του οικισμού, είναι μονόκλιτο θολοσκέπαστο κτίσμα, διαστ. 7,24 χ 3,27 μ., που απολήγει Α. σε ημικυκλική κόγχη. Το δάπεδό του είναι κατά 4 βαθμίδες χαμηλότερο από τη στάθμη του εδάφους. Η στέγη, δίρριχτη, καλύπτεται με κοίλα κεραμίδια. Ο φωτισμός είναι λιγοστός κι εξασφαλίζεται από τη μοναδική μικρή θύρα εισόδου στη Δ. πλευρά και στενό μονόλοβο παράθυρο, πάνω από την κόγχη του ιερού. Η τοιχοδομία είναι αμελής, αποτελουμένη από κοινή αργολιθοδομή και παρέμβλητα κομμάτια πλίνθων.

Επιγραφή πάνω από την είσοδο αναφέρει ότι ο ναός «εις τόπο λεγόμενο Λεγουρήου» ανακαινίσθηκε στις 6 Αυγούστου 1622.

Λιγουριό. Άγιος Αθανάσιος. Ο Επιτάφιος Θρήνος

Η ημερομηνία αυτή αποτελεί και ένδειξη για τη χρονολόγηση των τοιχογραφιών, που καλύπτουν όλες τις εσωτερικές επιφάνειες και το κτιστό τέμπλο [ix]. Το εικονογραφικό πρόγραμμα ανήκει στο Χριστολογικό κύκλο. Η διακόσμηση των πλαγίων τοίχων έχει κατανεμηθή σε τρείς καθ’ ύψος ζώνες. Στην κατώτερη εικονίζονται ολόσωμοι άγιοι. Στη μεσαία, μέσα σε τετράγωνα διάχωρα που ορίζονται από βαθυκόκκινη ταινία, ένδεκα στη σειρά σκηνές από το Βίο και το Πάθος του Χριστού  (από το γνωστό Δωδεκάορτο λείπει ο Μυστικός Δείπνος) και στο Α. άκρο του Β. τοίχου η Κοίμηση της Θεοτόκου.

Λιγουριό. Άγιος Αθανάσιος. Συλλειτουργούντες Ιεράρχες

Στην τρίτη ζώνη εκτείνεται ζωφόρος προφητών, σε δυο ημιχόρια εκατέρωθεν της κορυφής του θόλου, που διακόπτεται περί το μέσον της εκκλησίας από τον Παντοκράτορα, ο οποίος εικονίζεται μέσα σε κυκλικό πλαίσιο, περιβαλλόμενος από αγγέλους. Το Δ. τοίχο καταλαμβάνει μεγαλειώδης σύνθεση της Δευτέρας Παρουσίας, ενώ, στην αντίθετη κατεύθυνση, στον ημικύλινδρο της κόγχης, συναντούμε τέσσερις συλλειτουργούντες Ιεράρχες  και στο τεταρτοσφαίριο την Πλατυτέρα.

Από τεχνοτροπικής πλευράς παρατηρούμε ακρίβεια στο σχέδιο, σωστές αναλογίες, σφιχτό πλάσιμο, αυστηρότητα που αποκλείει την έκφραση ψυχικών καταστάσεων, απουσία εσωτερικής δυναμικής και πάγωμα των μορφών σε στιγμιαίες στάσεις (instantanés). Έχουμε απομακρυνθή από τη ρυθμική κίνηση όμορφων λυγερών κοριτσιών που χορεύουν συρτό στους Αίνους της μονής του Αγίου Μερκουρίου, περί τα 2,5 χλμ. Ν. του Λιγουριού, και ανήκουν στην ίδια χρονολογικά περίοδο.

Λιγουριό. Άγιος Αθανάσιος. Η Υπαπαντή

Ένας κόσμος τακτοποιημένος, που εκφράζεται με την ακρίβεια και συμμετρία των οικοδομημάτων και του βραχώδους τοπίου και τα στυλιζαρισμένα διακοσμητικά φυτικά ή γεωμετρικά κοσμήματα, σταθερός, με απαρασάλευτες αιώνιες αξίες, περιβάλλει τον πιστό. Ιδιαίτερη όμως μνεία πρέπει να γίνη για τα χρώματα. Στη ζωφόρο των προφητών το τρίχρωμο φόντο – μπλέ σκούρο, πράσινο, ανοικτότερο μπλέ – σπάει τη μονοτονία, τολμηροί συνδυασμοί στα ρούχα – μενεξελί με μπλέ, πράσινο με κόκκινο του κρασιού, λευκό με κόκκινο του κρασιού, μενεξελί με κόκκινο του κρασιού, ώχρα με μπλέ – φανερώνουν ότι η παράδοση της Παντάνασσας Μυστρά δεν έχει σβήσει. Ο ζωγράφος των προφητών επίσης, με τις πλούσιες πτυχώσεις των ενδυμάτων δείχνει ότι κατέχει την απόδοση του σωματικού όγκου.

Στην εκκλησία διακρίνονται τα χέρια δυο τουλάχιστον ζωγράφων. Στον πρώτο αποδίδονται οι ολόσωμοι άγιοι της Ν. πλευράς. Στο πρόσωπο απλώνεται ανοικτό ρόδινο σάρκωμα ενώ ο σκούρος καστανός προπλασμός πλάθει τα περιγράμματα και τονίζει το βάθος των παρειών και τις κόγχες των ματιών. Λευκές ψιμμυθιές στο μέτωπο, πάνω από τα φρύδια, κάτω από τα μάτια, δίπλα από τα πτερύγια της μύτης, τονίζουν τα χαρακτηριστικά. Στο δεύτερο ζωγράφο αποδίδονται οι ολόσωμοι άγιοι της Β. πλευράς. Ο καστανός σκούρος προπλασμός κυριαρχεί. Τα ανοίγματα (σαρκώματα) στις παρειές είναι κι αυτά σκούρα, κόκκινα. Οι ψιμμυθιές ελάχιστες, από τα φρύδια.

  

Ιερός Ναός Κοιμήσεως της Θεοτόκου


  

Λιγουριό. Κοίμηση της Θεοτόκου. Άποψη από ΝΑ

Ο Ι. Ν. Κοιμήσεως της Θεοτόκου βρίσκεται μέσα στον οικισμό και αποτελεί σημαντικό κτίσμα της β’ βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο. Ανοίγοντας μικρή παρένθεση υπενθυμίζουμε ότι την περίοδο αυτή, χάρη στην ανεξιθρησκεία των Βενετών και την άσκηση ικανού αριθμού μαστόρων στα οχυρωματικά και άλλα έργα της βενετσιάνικης διοικήσεως, η εκκλησιαστική αρχιτεκτονική γνώρισε σημαντική άνθηση. Κτίσθηκαν ευρύχωροι ναοί, περίοπτοι, σε επίκαιρες θέσεις των οικισμών, με επιμελημένη τοιχοδομία, ενώ εμφανίσθηκε και πάλιν ο επιβλητικός τύπος του σταυροειδούς εγγεγραμμένου ναού με τρούλλο.

Η εκκλησία της Παναγίας ανήκει σ’ αυτόν ακριβώς τον τύπο, στην απλή τετρακιόνια παραλλαγή, με μια ιδιοτυπία. Το Δ. σκέλος έχει επεκταθή, με την προσθήκη ενός επιπλέον ζεύγους κιόνων, με αποτέλεσμα να δημιουργήται και η αίσθηση της δρομικότητας, που χαρίζει ο αρχιτεκτονικός τύπος της βασιλικής.

Ιδιοτυπία παρουσιάζει επίσης η κάλυψη των πλαγίων διαμερισμάτων. Αντί του συνήθους ημικυλίνδρου υπάρχει τεταρτοκύλινδρος, που βοηθά ώστε τα τόξα που συνδέουν τους κίονες να κατασκευάζωνται με μεγάλο άνοιγμα, ψηλά, και ο χώρος ν’ αποκτά ενότητα.

Πρόκειται για παλιά τεχνική μέθοδο (στην Πελοπόννησο συναντιέται για πρώτη φορά στις αρχές του 13ου αι., στη Βλαχέρνα της Ηλείας), που συνηθίζεται τόσο σε βυζαντινούς, όσο και σε μεταβυζαντινούς ναούς της περιοχής Σοφικού, από όπου φαίνεται ότι ήλθε και στο Λιγουριό.

Η τοιχοδομία είναι από στέρεη λιθοδομή. Στον πολυγωνικό τρούλλο διακρίνεται προσπάθεια για την απόδοση ισόδομου συστήματος, χωρίς παχύ συνδετικό κονίαμα, όπως και στον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Δεν λείπει και το χαρακτηριστικό κυκλικό oculus, πάνω από την πολυγωνική κόγχη του ιερού. Η εκκλησία είναι κατάγραφη. Πάνω από την είσοδο επιγραφή αναφέρει ότι

 

«ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΟΝ ΓΗΣ ΚΑΙ ΑΝΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΘΥΟΣ Κ(ΑΙ)

ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΥΣ ΗΜΩΝ Θ(ΕΟΤΟ)ΚΟΥ

ΔΗΑ ΣΗΝΔΡΟΜΗΣ Κ(ΑΙ) ΕΞΟΔΟΥ ΤΑΥΤΗΣ ΧΩΡΑΣ Κ(ΑΙ) ΠΑΣΗΣ ΚΥΝΟΤΗΤΟΣ

ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΗΜΩΝ ΚΥΡΙΟΥ ΙΑΚΟΒΟΥ

ΔΑΜΑΛΩΝ Κ(ΑΙ) ΠΕΔΙΑΔΟΣ. ΕΦΗΜΕΡΕΒΟΝΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΥΕΡΕΟΣ. ΙΩ(ΑΝΝΟΥ) ΥΕΡΕ(ΩΣ)  ΕΝ ΕΤΗ. ΑΨΑ (=1701). ΜΗΝ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ. ΚΖ (=27).

 

Λιγουριό. Κοίμηση της Θεοτόκου. Η Σταύρωση

Το εικονογραφικό πρόγραμμα περιλαμβάνει στην κατώτερη ζώνη ολόσωμους αγίους, πιο πάνω σειρά αγίων σε στηθάρια και ψηλά, στις καμπύλες επιφάνειες, σκηνές από το Θεομητορικό κύκλο ( 24 Οίκοι του Ακαθίστου) και το Χριστολογικό κύκλο ( Βίος, θαύματα και Πάθη του Κυρίου). Στο Δ. τοίχο απλώνεται μνημειακή παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας και στη Δ. καμάρα μεγαλειώδης σύνθεση των Αίνων.

Την κόγχη του ιερού καταλαμβάνει η Πλατυτέρα και χαμηλότερα η Κοινωνία των Αποστόλων και συλλειτουργούντες Ιεράρχες. Στο κτιστό τέμπλο ψηλά είναι ζωγραφισμένοι οι Απόστολοι (Μεγάλη Δέηση) και χαμηλότερα μέσα σε αβαθείς κόγχες, ένθρονη Βρεφοκρατούσα, Χριστός Παντοκράτωρ και Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Ο ζωγράφος των ολόσωμων αγίων αποδεικνύεται αρκετά ικανός στα πρόσωπα. Τα χαρακτηριστικά αποδίδονται με λεπτότητα. Με μικρές λεπτές πινελιές στη μύτη, τα μάτια και το λαιμό καταβάλλεται προσπάθεια ν’ αποδοθούν τα ατομικά χαρακτηριστικά, ακόμα και κάποιο κάλλος (Άγιος Δημήτριος, Αγία Μαρίνα). Το πλάσιμο γίνεται με το σκούρο προπλασμό, που καλύπτει μεγάλο μέρος του προσώπου, με περιορισμένα φωτεινά σαρκώματα και με λεπτές, πυκνές, παράλληλες ψιμμυθιές κάτω από τους οφθαλμούς. Τα ενδύματα είναι τυπικά, στυλιζαρισμένα, οι πτυχώσεις άτεχνες, η χρωματική κλίμακα περιορισμένη.

Ο λαϊκός ζωγράφος αγαπά τις πολυπρόσωπες συνθέσεις, οι μορφές του κατανέμονται σωστά στο χώρο και διακρίνονται για τις ζωηρές, αν και συχνά παγωμένες, κινήσεις. Τα πρόσωπα όμως παραμένουν ανέκφραστα, τα σώματα κοντά, οι κεφαλές και τα άκρα φαίνονται να έχουν επικολληθή εκ των υστέρων στα σώματα (Σταύρωση), τα κτήρια του βάθους, υπερμεγέθη, δεν συνοδεύουν αλλά επιβάλλονται στο κύριο θέμα. Τα χρώματα είναι λίγα και σκούρα. Κυριαρχούν το γκρίζο, το βαθύ κόκκινο και η ώχρα. Κάποτε μια μορφή ξεχωρίζει με έντονο κόκκινο. Περισσότερο στυλιζαρισμένος ακόμα είναι ο ζωγράφος της Μεγάλης Δεήσεως και της Κοινωνίας των Αποστόλων, που δίνει το περίγραμμα των προσώπων με έντονη καφέ πινελιά.

  

Ιερός Ναός Αγίας Μαρίνας


 

Λιγουριό. Αγία Μαρίνα. Άποψη από ΝΔ

Ο Ι. Ν. της Αγίας Μαρίνας βρίσκεται περί τα 300μ. Δ. του οικισμού και ανήκει στον απλό τετρακιόνιο σταυροειδή τύπο με τρούλλο. Στο Δ. μέρος απολήγει σε ευρύχωρο νάρθηκα. Οι κίονες και τα κιονόκρανα που στηρίζουν τον τρούλλο προέρχονται από αρχαίο υλικό. Ο ναός παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με την Κοίμηση της Θεοτόκου, τόσο στην αρχιτεκτονική διάταξη όσο και στη δομή.

Λιγουριό. Αγία Μαρίνα. Ο Άγιος Δημήτριος

Ο ναός είναι εν μέρει τοιχογραφημένος. Το κτιστό τέμπλο ( Μεγάλη Δέηση και χαμηλότερα η Αγία Μαρίνα, η Βρεφοκρατούσα, ο Παντοκράτωρ και ο Πρόδρομος), το εσωράχιο της Ωραίας Πύλης (Άγιος Ζωσιμάς και Οσία Μαρία η Αιγυπτία), οι πλάγιοι τοίχοι (ολόσωμοι Ιεράρχες, ο Άγιος Γεώργιος, ο Άγιος Δημήτριος και ο Άγιος Στυλιανός) έχουν ζωγραφηθή, σύμφωνα με επιγραφή στο τέμπλο, το 1713 . Πιθανότατα η τοιχογράφηση δεν συμπληρώθηκε λόγω των γεγονότων του 1715.

Ο ζωγράφος της Αγίας Μαρίνας  αγαπά τα κοσμήματα, φυτικά και γεωμετρικά, αν και στυλιζαρισμένα. Το ίδιο  στυλιζαρισμένες είναι και οι μορφές του, που διακρίνονται για τα φωτεινά πρόσωπα και τα ευγενικά χαρακτηριστικά. Κι εδώ η χρωματική κλίμακα είναι περιορισμένη.

 

Ισίδωρος Ι. Κακούρης

Επιμελητής Βυζ. Αρχαιοτήτων

 Πελοποννησιακά, Πρακτικά του Β’ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών ( Άργος 30 Μαΐου – 1 Ιουνίου 1986), Αθήναι, 1989. 

 (Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία του Συγγραφέα).

 

 
Υποσημειώσεις


  

[i] J. Lognon – P. Topping, Documents sur le régime des terres dans la Principauté de Morée au XIVe siècle, Paris 1969, 176.

[ii] Μ. Μιτσός, Το μεσαιωνικό Λιγουριό. Λιγουριό – Παλιγουριό,  Πρακτικά Α’ Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών (Ναύπλιον 4 – 6. 12. 1976) Πελοποννησιακά. Παράρτημα αριθμ. 4. Εν Αθήναις 1979, 37 – 40.

[iii] Β. Παναγιωτόπουλος , Πληθυσμός και οικισμοί της Πελοποννήσου. 13ος – 18ος αιώνας. Αθήνα 1985, 235.

[iv] Φ. Κουκουλές, Τοπωνυμικά, Αθήνα 27 (1915), 160.

[v] Χ. Γιαμαλίδης, Αρχαίαι εκκλησίαι Επιδαύρου και των πέριξ χωρίων, Αθήνα 25 (1913), 405 – 429.

[vi] Ο σ. ετοιμάζει διδακτορική διατριβή με θέμα τις μεταβυζαντινές εκκλησίες του Λιγουριού και της Ν. Επιδαύρου (Πιάδας).

[vii] Χ. Μπούρας, Ο Άγιος Ιωάννης ο Ελεήμων Λιγουριού Αργολίδος, ΔΧΑΕ περ. Δ’, τ. Ζ’ (1973/74), 1 – 28.

[viii] Σ. Μαμαλούκος, Ένας άγνωστος βυζαντινός ναός στην Αργολίδα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Θεολόγος Παλιού Λιγουριού, ΔΧΑΕ περ. Δ’ , τ. ΙΒ’ (1984), 409 – 439.

[ix] Η συντήρηση των τοιχογραφιών που παρουσιάζονται έχει γίνει από συνεργείο της Εφορίας Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Σπάρτης, με επικεφαλής το συντηρητή έργων τέχνης κ. Σταύρο Παπαγεωργίου.

Read Full Post »

Ναυπλιακά Ανάλεκτα VII (2009)


Κυκλοφόρησε ο 7ος τόμος των Ναυπλιακών Αναλέκτων.

Η Συντακτική Επιτροπή των Ναυπλιακών Αναλέκτων του Ιδρύματος “Ιωάννης Καποδίστριας” του Δήμου Ναυπλίου ενημερώνει τους δημότες και τους φίλους του Ναυπλίου ότι τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009, εκτυπώθηκαν πρόσφατα σε καλαίσθητη έκδοση.

Στον τόμο αυτό δημοσιεύονται πρωτότυπες σημαντικές εργασίες και δημιουργίες που αναφέρονται σε ιστορικά, αρχιτεκτονικά, σύγχρονα και λογοτεχνικά θέματα.

Για την επέτειο συμπλήρωσης 180 χρόνων το έτος 2008 από την άφιξη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο το 1828, στην πρώτη πρωτεύουσα του νεότερου Ελληνικού Κράτους, δημοσιεύεται σημαντικός αριθμός μελετών που αναφέρονται στον πρώτο Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια.

Ο νεοεκδοθείς τόμος με έγχρωμες και ασπρόμαυρες φωτογραφίες αποτελείται από 431 σελίδες και περιλαμβάνει τις ακόλουθες μελέτες και δημιουργίες:

 

  • Κ. Κακαρίκος, Ναύπλιο- Ανάπλι: Επανεξέταση των θεωριών για την ετυμολογία του τοπωνυμίου.
  • Π. Λιαλιάτσης, Η άλωση του Παλαμηδίου και ο Στάϊκος Σταϊκόπουλος.
  • Β. Δωροβίνης, Από τα τελευταία χρόνια του Στάϊκου Σταϊκόπουλου.
  • Τ. Σαλκιτζόγλου, Μια άγνωστη αναφορά του Δημητρίου Μοσχονησιώτη.
  • Β. Α. Χαραμής, Οι παρακαταθήκες της πόλης του Ναυπλίου στο Νεοελληνικό Κράτος.
  • Αλ. Στούρτζας, Λόγος Επιτάφιος εις τον Κυβερνήτην της Ελλάδος Ιωάννην Α. Καποδίστρια.
  • Λ. Καρακούρτη – Ορφανοπούλου, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτσου, Παράρτημα Ναυπλίου.
  • Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων “Ιωάννης Καποδίστριας”.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη.
  • Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο.
  • Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου.
  • Ρεγγίνα Quack-Μανουσάκη, Μια Βερολινέζα στο Ναύπλιο, 1834/35.
  • Χ. Πιτερός, Μπούρτζι, Άγιοι Θεόδωροι, Αρβανιτιά, φυλακή του Κολοκοτρώνη.
  • Χ. Πιτερός, Ναύπλιο: Το Ενετικό κτίριο και το πρώτο Τυπογραφείο της Διοικήσεως. Χ. Πιτερός, Η Χουρμαδιά τ’ Αναπλιού.
  • +Τάκης Μαύρος, Χάρτης Ναυπλίου Α΄ ημίσεως ΙΘ΄ αιώνα.
  • Ηλ. Μηναίος, Από την πιθανολογούμενη Επισκοπή Ασίνης, στην Επισκοπή Ορόβης Ασίνης και επέκεινα.
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος-Μηλιδώνης, Δύο επιστολές των ετών 1841 του εφημ. Γεωργίου Δούναβη στον επίσκοπο Σύρου Αλούσιο M. Blancis.
  • Ι. Κοτίτσας, Αναμνήσεις μάχης Καμινάκι-Λάκκα Τολού- με Άγγλους και Γερμανούς (27-4-1941).
  • Π. Κομιανός, Ιστορικό ανεγέρσεως Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου Ναυπλίου.
  • Δ. Φιλιππίδης, Ακροναυπλία: Η κορώνα του Ναυπλίου.
  • Ευάγγ. Μαστέλλος, Ακροναυπλία, Γενική προσέγγιση θεμάτων ανάδειξης και προβολής της ως τμήμα και κορωνίδα του Ναυπλίου.
  • Κ. Γκόνης, Μελέτη-Αποκατάσταση διατηρητέου κτιρίου στην Παλιά Πόλη του Ναυπλίου.
  • Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο “κτίριο Άρμανσμπεργκ” στο Ναύπλιο.
  • Δ. Δερζέκος, Ιστορικό Κέντρο Ναυπλίου.
  • Θ. Φωτίου, Μ. Μαντουβάλου, Ε. Μαΐστρου, Συγκρότημα κατοικιών και επαγγελματικών Χώρων στο οικόπεδο  του Κύκνου στο Ναύπλιο.
  • Ι. Πετρόπουλος, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών (Ελλάδας) Πανεπιστήμιο Harvard.
  • Σωκρ. Διδασκάλου, Αφουγκράσματα. Ελ. Κοβαντζή Στόϊκοβιτς, Ανθή Γκοκόρη. Γ. Ρούβαλης, Βέτο στην Ελβετία. Γ. Φίλης, Ωδές. Γ. Μουσταΐρας, Στη σκιά του “Μιλτιάδη”. Ελ. Κοβαντζή-Στόϊκοβιτς,Θάλασσα.
  • Δ. Δουλιγέρη-Σαλεσιώτη, 100 χρόνια από την γέννηση του αρχιμουσικού Βασίλειου Κ. Χαραμή.
  • Π. Λιαλιάτσης, Γεώργιος Αθ. Χώρας (Λυγουριό 1934-Αθήνα 2005).
  • Δρ. Μάρκος Ν. Ρούσσος Μηλιδώνης, Αφιέρωμα στον π. Γεώργιο Χώρα (27-9-1934, 4-8-2005).
  • Χρ. Αποστολοπούλου-Σταυρουλάκη, Μνήμη Ελένης Κούκου-Καθηγήτριας Ιστορίας Παν/μίου Αθηνών.
  • Β. Α. Χαραμής, Το νέο θεσμικό πλαίσιο του ΝΠΔΔ “Ιωάννης Καποδίστριας” Δήμου Ναυπλίου.

 

Οι παραπάνω πρωτότυπες μελέτες δεν αναφέρονται απλώς σε ιστορικά μόνο θέματα αλλά και σε σύγχρονα θέματα με έντονο προβληματισμό γύρω από την πόλη του Ναυπλίου, η προστασία της οποίας είναι υπόθεση όλων των κατοίκων και φίλων της πόλης, και δίνουν το στίγμα της χρονικής στιγμής έκδοσης του περιοδικού.

Οι δημοσιευμένες μελέτες με αντικειμενικά κριτήρια κρίνονται σημαντικές και συμβάλλουν καθοριστικά στην ανάδειξη και προβολή της πόλης του Ναυπλίου.

Η Επιτροπή Σύνταξης του περιοδικού ευχαριστεί εκ βάθους καρδίας όλους τους μελετητές και τους δημιουργούς, οι οποίοι με κόπο και παντελώς αφιλοκερδώς κατέθεσαν “εκ περιουσίας” το τάλαντό τους ή τον οβολόν τους, και αισθάνεται βαθειά ικανοποίηση για το αισθητικό και ποιοτικό αποτέλεσμα της συντονισμένης αυτής προσπάθειας.

Τα Ναυπλιακά Ανάλεκτα 2009 διατίθενται στους ενδιαφερόμενους από το Δήμο Ναυπλίου.

Read Full Post »

Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου


 

Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου – H επανέκθεση

Ευαγγελία Παππή

Αρχαιολόγος, Δ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων

  

Το Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου

Η τριώροφη, πέτρινη αποθήκη του ενετικού στόλου που κτίστηκε το 1713, κατά την περίοδο της β΄ Ενετοκρατίας στο Ναύπλιο, από τον Προβλεπτή του στόλου Αυγουστίνο Σαγρέδο, φιλοξενεί από το 1933 στους ορόφους της το αρχαιολογικό μουσείο της πόλης.*

Από το 2003 έως το 2008 πραγματοποιήθηκε ανακαίνιση του μουσείου στο πλαίσιο του έργου «Βελτίωση – Αναβάθμιση Αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου» με τη συγχρηματοδότηση της Ελλάδας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συνολικού προϋπολογισμού 886.750 €. Το έργο περιλάμβανε έργα υποδομής (ηλεκτρομηχανολογικός εξοπλισμός, πρόσβαση για ΑμεΑ κ.λπ.) και επανέκθεση.**

Η νέα έκθεση του μουσείου διαρθρώνεται σε θεματικές ενότητες οι οποίες παρουσιάζουν τους πολιτισμούς που αναπτύχθηκαν στην Αργολίδα από την απώτατη προϊστορία έως και την ύστερη αρχαιότητα και περιλαμβάνει ευρήματα των ελληνικών ανασκαφών αλλά και του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, του Σουηδικού Ινστιτούτου στην Αθήνα και της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών.

Τα 2.000 περίπου εκθέματα, νέα στην πλειονότητά τους, παρουσιάζονται σε οκτώ εννοιολογικά αυτοτελείς ιστορικές και πολιτισμικές ενότητες. Στην έκθεση αντιπροσωπεύεται ολόκληρη η Αργολίδα, με εξαίρεση το Άργος και τη γειτονική του Λέρνα, τις Μυκήνες και το ιερό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο που παρουσιάζονται στα αντίστοιχα τοπικά μουσεία.

Οι έννοιες του χώρου και του χρόνου διατρέχουν τη δομή της έκθεσης. Ο χώρος, το κατεξοχήν πολυσήμαντο πεδίο στο οποίο εγγράφεται η ανθρώπινη δράση, παίρνει μέρος στη μουσειακή αφήγηση κυρίως με τη μορφή εποπτικών πινάκων που πλαισιώνουν τα εκθετικά σύνολα, λειτουργώντας ως παλίμψηστο στο οποίο αποτυπώνονται τα ίχνη των πολιτισμών.

Οι ενότητες αναπτύσσονται γραμμικά στον εκθεσιακό χώρο όχι με την έννοια του πολιτισμικού εξελικτισμού, αλλά υπονοώντας την ευθύγραμμη αντίληψη που έχει ο δυτικός άνθρωπος για το χρόνο. H ανάπτυξη αυτή υπογραμμίζεται από την ένθετη χάλκινη ταινία κατά μήκος του δαπέδου των αιθουσών η οποία, σε μια σύμπραξη μουσειολογικού σκεπτικού και μουσειογραφικής εφαρμογής, τονίζει τη γραμμικότητα του κτηρίου και σηματοδοτεί την ευθύγραμμη κίνηση των επισκεπτών μέσα σε αυτό.

Γενική άποψη της νέας έκθεσης

Από τις στρατηγικές επιβίωσης των παλαιολιθικών κυνηγών και των νεολιθικών γεωργοκτηνοτρόφων στο σπήλαιο Φράγχθι της Ερμιονίδας, ως τη δομή του μυκηναϊκού ανακτορικού συστήματος, όπως παρουσιάζεται μέσα από τα μυκηναϊκά κέντρα της Τίρυνθας και της Μιδέας, και από την εποχή του Ομήρου, ως τις αρχαίες πόλεις των Αλιέων της Ερμιόνης και της Επιδαύρου, ξετυλίγεται η μουσειακή αφήγηση σε μια διαδρομή στο χώρο και το χρόνο που παρουσιάζει τις συνέχειες και τις ασυνέχειες, τις μακρές διάρκειες και τις τομές που οδηγούν στην πολιτιστική αλλαγή.

Στόχος του σκεπτικού της επανέκθεσης είναι μια παρουσίαση της ιστορίας και του πολιτισμού της Αργολίδας ανθρωποκεντρική, κοινωνικά σημαίνουσα, που προσπαθεί να καταδείξει ότι τα εκθέματα δεν είναι άθροισμα ευρημάτων αλλά αντιπροσωπεύουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός πολιτισμού.

Τα εκθέματα πλαισιώνονται από συμβατικά εποπτικά μέσα (κείμενα, υπομνηματισμό, εικόνες, πλαστικά ομοιώματα και αναπαραστατικές μονάδες) και νέες τεχνολογίες (προβολές, ηλεκτρονικά πολυμέσα κ.λπ.), που δημιουργούν διαφορετικά επίπεδα ανάγνωσης των εκθεμάτων. Στην αίθουσα πολυμέσων δύο προβολές συμπληρώνουν τη μουσειακή εμπειρία: η εφαρμογή πολυμέσων «Από τα σπήλαια στα ανάκτορα. Η προϊστορική Αργολίδα» και το ντοκιμαντέρ του Φίλιππου Κουτσαφτή «ΤΟ.RA.KE» που πραγματεύεται την πανοπλία των Δενδρών.***

Η μόνιμη έκθεση αναπτύσσεται σε δύο αίθουσες όμοιας κάτοψης στους δύο ορόφους του κτηρίου. Διατηρώντας τη βασική κατηγοριοποίηση της παλιάς έκθεσης, στην αίθουσα του πρώτου ορόφου παρουσιάζονται τα ευρήματα των προϊστορικών χρόνων ενώ στην αίθουσα του δεύτερου ορόφου τα ευρήματα των ιστορικών χρόνων.

Η αφήγηση ξεκινά με την παρουσίαση ενός συμπλέγματος παλαιολιθικών εστιών από τις βραχοσκεπές στο φαράγγι της Κλεισούρας στην Πρόσυμνα (32000-21000 π.Χ.), ένα από τα πρωιμότερα παραδείγματα περίπλοκης πολιτισμικής συμπεριφοράς του ανθρώπου.

Ευρήματα του σπηλαίου Φράγχθι στην Ερμιονίδα τεκμηριώνουν τη μετάβαση από τη θηρευτική στην παραγωγική οικονομία. Εκτίθενται λίθινα και οστέινα εργαλεία, υπολείμματα της διατροφής των κατοίκων του σπηλαίου, όπως όστρεα και οστά ζώων και ψαριών, κοσμήματα από όστρεο, οστό και λίθο, αλλά και τα πρώτα χειροποίητα νεολιθικά αγγεία από πηλό, καθώς και μια αντιπροσωπευτική σειρά πήλινων ανθρωπόμορφων και ζωόμορφων ειδωλίων. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η αναπαράσταση ταφής βρέφους της Μέσης Νεολιθικής.

Ακολουθεί η παρουσίαση του πρωτοελλαδικού πολιτισμού μέσα από τα ευρήματα σημαντικών κέντρων όπως η Τίρυνθα, η Ασίνη και το Μπερμπάτι αλλά και άλλων λιγότερο γνωστών στην έρευνα οικισμών, όπως αυτός της Παλαιάς Επιδαύρου. Εκτός από τη χαρακτηριστική κεραμική της εποχής, κωνικά κύπελλα, ραμφόστομες φιάλες, υδρίες, αμφορείς, πυξίδες, κανθάρους, ασκούς και πρόχους, ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζει ο μοναδικός ψυκτήρας (2600-2200 π.Χ.) της Τίρυνθας, εκτίθενται τμήματα αγγείων που φέρουν τη χαρακτηριστική διακόσμηση από σφραγιδοκύλινδρο, σφραγίδες από λίθο, πηλό και χαλκό καθώς και σφραγίσματα, που συνδέονται με ένα σύστημα διαχείρισης και διακίνησης προϊόντων. Εκτίθενται ακόμη λίθινα πηνιόσχημα σταθμά, οστέινα εργαλεία, ασκός με παράσταση σκορπιών, μαρμάρινα πρωτοκυκλαδικά ειδώλια, καθώς και η πήλινη εστία από το «μέγαρο» της Πρωτοελλαδικής ΙΙ εποχής στο Μπερμπάτι.

Στη συνέχεια παρουσιάζεται ο μεσοελλαδικός οικισμός τα της Ασίνης. Αγγεία και άλλα τέχνεργα από τον οικισμό και τους τάφους, καλύπτουν ολόκληρο το χρονολογικό φάσμα της Μεσοελλαδικής εποχής (2100-1600 π.Χ.). Παράλληλα παρουσιάζουν τους δύο κύριους τύπους της κεραμικής, τη μινυακή και την αμαυρόχρωμη, ενός πολιτισμού που αποτέλεσε το υπόβαθρο του μυκηναϊκού.

Στα κτερίσματα ενός ιδιαίτερα πολυτελούς τάφου των αρχών του 16ου αι. π.Χ. από το ανατολικό νεκροταφείο της Ασίνης είναι πρόδηλη η συγκέντρωση πλούτου στα χέρια μιας ολιγάριθμης αριστοκρατίας και παραπέμπει στους σύγχρονούς του ταφικούς κύκλους των Μυκηνών. Η ενότητα συμπληρώνεται με άλλα παραδείγματα ταφών του 17ου-16ου αι. π.Χ. από την Πρόνοια Ναυπλίου, τη Μιδέα και την Τίρυνθα, και ολοκληρώνεται με την αναπαράσταση ενός λακκοειδούς τάφου από το μεσοελλαδικό νεκροταφείο στο Μπερμπάτι (λόφος Μαστού).

Το τμήμα δαπέδου από ασβεστοκονίαμα με παράσταση δελφινιών από το ανάκτορο της Τίρυνθας εισάγει συμβολικά τον επισκέπτη στον μυκηναϊκό πολιτισμό.

Άποψη της ενότητας «Η μυκηναϊκή ανακτορική εξουσία και διοίκηση».

Η δομή της μυκηναϊκής ανακτορικής εξουσίας και διοίκησης σκιαγραφείται μέσα από τα ευρήματα των δύο μεγάλων μυκηναϊκών κέντρων, της Τίρυνθας και της Μιδέας, αλλά και από τον μυκηναϊκό οικισμό της Ασίνης. Εκτίθενται τα σύμβολα εξουσίας, κοσμικής και θρησκευτικής, του άνακτα και της άρχουσας τάξης, πήλινο ομοίωμα θρόνου, εικονιστικοί κρατήρες με παραστάσεις αρμάτων, πήλινο ομοίωμα φορείου και μια τράπεζα προσφορών από ασβεστοκονίαμα από την Τίρυνθα, πολυτελή επίμηλα τελετουργικών ξιφών από τη Μιδέα, ρυτά και άλλα τελετουργικά σκεύη, τα εντυπωσιακά τροχήλατα γυναικεία ειδώλια από την Τίρυνθα και τη Μιδέα, καθώς και ο περίφημος «άρχοντας της Ασίνης».

Οι πινακίδες της Γραμμικής Β, οι ενεπίγραφοι αμφορείς κι ένα μολύβδινο σφραγιστικό δαχτυλίδι από την Τίρυνθα καθώς και τα πήλινα πρισματικά σφραγίσματα από τη Μιδέα παρουσιάζουν το γραφειοκρατικό μυκηναϊκό σύστημα ελέγχου και διακίνησης των αγαθών.

Πλήθος αντικειμένων αποτελούν αδιάψευστους μάρτυρες του εμπορίου, των επαφών και των αλληλεπιδράσεων που διαμόρφωσαν τη φυσιογνωμία του μυκηναϊκού πολιτισμού: χάντρες από ήλεκτρο της Βαλτικής, μιταννικοί σφραγιδοκύλινδροι από την Εγγύς Ανατολή, ένα αιγυπτιακό ειδώλιο που φέρει δέλτο του Φαραώ Αμενχοτέπ Β΄, μινωικοί σφραγιδόλιθοι, εμπορικοί αμφορείς από τη Χαναάν και τη μινωική Κρήτη, ένα τάλαντο χαλκού, πιθανότατα από την Κύπρο.

Η ενότητα συμπληρώνεται με αποθηκευτικά αγγεία, ενώ μια μήτρα από στεατίτη για την κατασκευή κοσμημάτων, λίθινα, οστέινα και χάλκινα εργαλεία και ελεφάντινα έργα μικροτεχνίας παρουσιάζουν διάφορα στάδια της εργαστηριακής παραγωγής των μυκηναϊκών κέντρων.

Ειδώλιο καθιστής γυναίκας από το Φράγχθι, π. 5300-4500 π.Χ.

Ακολουθούν τα νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων της Ευαγγελίστριας Ναυπλίου, της Ασίνης, των Δενδρών, της Παλαιάς Επιδαύρου καθώς και ο θολωτός τάφος της Καζάρμας. Λίθινα, μετάλλινα και πήλινα αγγεία, πήλινα ειδώλια των χαρακτηριστικών τύπων Φ, Ψ, Τ αλλά και ένθρονες μορφές, κουροτρόφοι, ζωόμορφα ειδώλια, ελεφάντινα έργα, σφραγιδόλιθοι και κοσμήματα από χρυσό, ημιπολύτιμους λίθους, ήλεκτρο, φαγεντιανή και γυαλί φωτίζουν τις μυκηναϊκές ταφικές πρακτικές και αποτυπώνουν τον πλούτο και την ποικιλία των κτερισμάτων, που αντανακλούν τη διαστρωμάτωση της μυκηναϊκής κοινωνίας. Ξεχωρίζουν οι αμφοροειδείς κρατήρες με παραστάσεις άρματος και κιθαρωδού αντίστοιχα και ο κάλαθος-ρυτό με παράσταση αιγάγρου από την Ευαγγελίστρια Ναυπλίου.

Σε ξεχωριστή προθήκη παρουσιάζεται το θέμα του πολέμου και του κυνηγιού που αποτελούσαν μέσο επίδειξης δύναμης και γοήτρου της μυκηναϊκής άρχουσας τάξης. Εκτίθενται χάλκινα και λίθινα όπλα, χαύλιοι οδοντόφρακτου κράνους, τμήματα εικονιστικών κρατήρων με παραστάσεις από τον πόλεμο και το κυνήγι, μια πινακίδα της Γραμμικής Β που αναφέρεται σε πανοπλίες καθώς και ένα ελεφάντινο ομοίωμα οκτώσχημης ασπίδας.

Η χάλκινη πανοπλία των Δενδρών, το κορυφαίο, εμβληματικού χαρακτήρα έκθεμα του μουσείου, μετά τη νέα του συντήρηση εκτίθεται σε ξεχωριστή περίοπτη προθήκη μαζί με τα υπόλοιπα εντυπωσιακά κτερίσματα του τάφου στον οποίο βρέθηκε, εξαρτήματα του οπλισμού του πολεμιστή, χάλκινα σκεύη, πήλινα αγγεία.

Στην αίθουσα του δεύτερου ορόφου η παρουσίαση ξεκινά με τα υλικά κατάλοιπα της Εποχής του Σιδήρου. Τα εκθέματα, κυρίως κεραμική, αφενός καταδεικνύουν τη συνέχεια και αφετέρου παρουσιάζουν τους νεωτερισμούς της Πρωτογεωμετρικής περιόδου. Περίοπτη θέση κατέχει το χάλκινο κράνος και τα υπόλοιπα χάλκινα και σιδερένια όπλα από τον περίφημο υπομυκηναϊκό τάφο της Τίρυνθας (11ος αι. π.Χ.).

Σφραγίδα από στεατίτη από την Ασίνη, 2700-2200 π.Χ.

Τρεις αμφορείς της Υπομυκηναϊκής της Μέσης Γεωμετρικής και της Ύστερης Γεωμετρικής εποχής αντιπροσωπεύουν διαδοχικά καλλιτεχνικά στάδια της κεραμικής και της αγγειογραφίας από το 1100 ως το 700 π.Χ., μιας περιόδου που χαρακτηρίζεται από έντονες κοινωνικές ανακατατάξεις, οι οποίες θα οδηγήσουν στη δημιουργία της πόλεως.

Η Γεωμετρική εποχή σκιαγραφείται μέσα από τα ευρήματα των τάφων της Πρόνοιας Ναυπλίου, της Τίρυνθας, της Ασίνης και του Μπερμπατίου. Ξεχωριστή θέση ανάμεσά τους κατέχει ένα ομοίωμα ροδιού από την Άνω Επίδαυρο, σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης. Το πιο χαρακτηριστικό αργειακό εικονογραφικό θέμα, τα άλογα με τον ιππηλάτη, αποτυπώνει το ηρωικό πνεύμα, ενώ παραστάσεις καραβιών, τελετουργικών χορών, ζώων και πτηνών συνθέτουν την εικόνα της ομηρικής εποχής.

Οι λατρείες της αρχαϊκής εποχής παρουσιάζονται κυρίως μέσα από τα ευρήματα της Τίρυνθας. Έργα κοροπλαστικής, όπως ένθρονες γυναικείες θεότητες, αναθέτριες, ένας ασπιδοφόρος ιππέας, μικρογραφικά αγγεία, άνθη, καρποί και στεφάνια, σχετίζονται με τη λατρεία της Ήρας.

Με τη λατρεία της Αθηνάς, αντίστοιχα, συνδέονται χάλκινα ομοιώματα αρχαϊκών κρανών και κνημίδας, πήλινη κεφαλή ειδωλίου Αθηνάς του 4ου αι. π.Χ. καθώς και τμήματα κρατήρων του 5ου αι. π.Χ. με αφιερωματικές επιγραφές για τη θεά που βρέθηκαν στην Τίρυνθα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι περίφημες πήλινες αναθηματικές ασπίδες με μυθολογικές σκηνές του 7ου αι. π.Χ. και τα πήλινα τελετουργικά προσωπεία από τον λεγόμενο «Βόθρο» της Τίρυνθας καθώς και ο χάλκινος κούρος από το Κεφαλάρι του Άργους (560-540 π.Χ.), ανάθημα προφανώς σε κάποιο ιερό, ίσως του Διονύσου.

Χάλκινο πτυκτό κάτοπτρο με παράσταση λουόμενων γυναικών από την αρχαία πόλη της Επιδαύρου, β΄ μισό 3ου-2ος αι. π.Χ.

Ακολουθεί η ενότητα των αρχαίων πόλεων της Επιδαύρου, της Ερμιόνης, των Αλιέων, καθώς και η αρχαία Ασίνη. Τα ευρήματα, πήλινα και γυάλινα αγγεία, ειδώλια, βαρύτιμα κοσμήματα, χάλκινα κάτοπτρα, στλεγγίδες, χάλκινα σκεύη, σκιαγραφούν όψεις της ζωής και του θανάτου στις αρχαίες αυτές πόλεις. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το χάλκινο αγαλμάτιο κόρης (γύρω στο 600 π.Χ.) από το ιερό της Αρτέμιδος στην πόλη της Επιδαύρου.

Από τα ευρήματα της Ερμιόνης ξεχωρίζουν το χάλκινο κάτοπτρο στον τύπο των Καρυατίδων (490-470 π.Χ.), έργο του εργαστηρίου χαλκοτεχνίας της Σικυώνας, το εξαιρετικής διατήρησης χάλκινο, κορινθιακού τύπου,

Στην αίθουσα του δεύτερου ορόφου η παρουσίαση ξεκινά με τα υλικά κατάλοιπα της Εποχής του Σιδήρου. Τα εκθέματα, κυρίως κεραμική, αφενός καταδεικνύουν τη συνέχεια και αφετέρου παρουσιάζουν τους νεωτερισμούς της Πρωτογεωμετρικής περιόδου. Περίοπτη θέση κατέχει το χάλκινο κράνος και τα υπόλοιπα χάλκινα και σιδερένια όπλα από τον περίφημο υπομυκηναϊκό τάφο της Τίρυνθας (11ος αι. π.Χ.).

Από τα ευρήματα της Ερμιόνης ξεχωρίζουν το χάλκινο κάτοπτρο στον τύπο των Καρυατίδων (490-470 π.Χ.), έργο του εργαστηρίου χαλκοτεχνίας της Σικυώνας, το εξαιρετικής διατήρησης χάλκινο, κορινθιακού τύπου, κράνος, καθώς και αττικοί μελανόμορφοι σκύφοι του 5ου αι. π.Χ. με θέματα μυθολογικά ή από την αγροτική ζωή. Μια μαρμάρινη ενεπίγραφη στήλη του 2ου αι. π.Χ. αναφέρεται στην επίλυση, από διαιτησία Μιλησίων και Ροδίων, της διαμάχης μεταξύ της Επιδαύρου και της Ερμιόνης σχετικά με τα σύνορά τους.

Τροχήλατα γυναικεία ειδώλια από την Τίρυνθα και τη Μιδέα, 12ος-13ος

Ξεχωριστή θέση  ανάμεσα στα ευρήματα της αρχαίας πόλης των Αλιέων κατέχουν τρία συσσωματωμένα από τη διάβρωση σιδερένια κλειδιά, ένα από τα οποία φέρει επιγραφή ΤΑΠΟΛΛΟN. Τα κλειδιά προέρχονται από το ναό του Απόλλωνα, το κύριο ιερό της πόλης. Από τις νεκροπόλεις των Αλιέων προέρχεται η λακωνική κύλικα με παράσταση δελφινιού και ψαριών που αποδίδεται στο Ζωγράφο του Βορέως (575-570 π.Χ.).

Ανάμεσα στα ευρήματα από την Ασίνη, κυρίως αγγεία, παραδείγματα κοροπλαστικής και νομίσματα, που χρονολογούνται από την αρχαϊκή ως την ελληνιστική εποχή, ξεχωρίζει ένα ζεύγος «καττυμάτων», που προέρχεται από τάφο των αρχών του 5ου αι. π.Χ.

Η περιήγηση ολοκληρώνεται με την παρουσίαση μιας αγροικίας του 6ου αι. μ.Χ. στο Πύργουθι, στην κοιλάδα του Μπερμπατίου. Μέσα στα ερείπια ελληνιστικού πύργου, που ενσωματώθηκε στην αγροικία, εγκαταστάθηκε ληνός. Εκτίθενται τα σκεύη και τα εργαλεία που σχετίζονται με τη διαδικασία παραγωγής κρασιού αλλά και με τις άλλες αγροτικές ασχολίες των ενοίκων της αγροικίας.

Σε ξεχωριστή ενότητα εκτίθενται οι Συλλογές του Μουσείου. Παρουσιάζονται αττικά, βοιωτικά και κορινθιακά αγγεία και ειδώλια που προέρχονται από τις Συλλογές των φιλάρχαιων δωρητών Γλυμενοπούλου, Ποταμιάνου, Αρχιεπισκόπου Νικάνδρου και Θερμογιάννη. Περίοπτη θέση ανά μεσά τους κατέχει ο παναθηναϊκός αμφορέας, έργο του Ζωγράφου του Μαστού (530-520 π.Χ.).

Πήλινη αναθηματική ασπίδα με παράσταση Αμαζονομαχίας από το «Βόθρο» στην Άνω Ακρόπολη της Τίρυνθας, αρχές 7ου αι. π.Χ.

Η σκηνή του φόνου της Κλυταιμνήστρας από τον Ορέστη απεικονίζεται σε αττική ερυθρόμορφη υδρία (π. 440 π.Χ.). Ένας βοιωτικός ψευδοερυθρόμορφος καβειρικός σκύφος απεικονίζει μια παρωδία του μύθου της φιλοξενίας του Οδυσσέα στο παλάτι της Κίρκης (425-400 π.Χ.), ενώ παράσταση σπονδής στο νεκροταφείο για τον νεκρό ήρωα κοσμεί βοιωτικό επίσης κάνθαρο που αποδίδεται στο Ζωγράφο του Άργου (425-400 π.Χ.).

Ο διάδρομος του πρώτου ορόφου και ο προθάλαμος του δεύτερου ορόφου προορίζονται για περιοδικές εκθέσεις, οι οποίες θα πλαισιώνουν τη μόνιμη έκθεση αναδεικνύοντας διάφορες όψεις της διαδικασίας ανασκαφής, τεκμηρίωσης, συντήρησης και έκθεσης των αρχαιολογικών ευρημάτων.

Η πρώτη περιοδική έκθεση που εγκαινιάστηκε μαζί με τη μόνιμη έκθεση του μουσείου, τον Μάρτιο του 2009, έχει ως θέμα φωτογραφίες του Νικόλαου Τομπάζη (1952-1954) στις οποίες ο φωτογράφος αποτυπώνει με την ιδιαίτερη ματιά του αρχαιολογικά θέματα της Αργολίδας καθώς και στιγμιότυπα από την καθημερινότητα της αρχαιολογικής ανασκαφής.****

  

Πληροφορίες

Διεύθυνση: Πλατεία Συντάγματος, 21100 Ναύπλιο

Τηλ.: 27520 27502

Fax: 27520 24690

Ωράριο λειτουργίας μουσείου

Τρίτη – Κυριακή: 8:30-15.00

  

Υποσημειώσεις


* Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιο, 1979· Ε. Σπαθάρη, Ναύπλιο-Παλαμήδι. Ιστορικός και αρχαιολογικός οδηγός, 2000.

**  Τη μουσειολογική μελέτη εκπόνησε η υπογράφουσα η οποία είχε, σε συνεργασία με τον Χαράλαμπο Αντωνιάδη, τοπογράφο μηχανικό ΤΕ, την ευθύνη του έργου. Βασικοί συνεργάτες του έργου ήταν οι: Μαρία Κεχρινιώτη (αρχιτεκτονικός σχεδιασμός), Πηνελόπη Ταρατόρη (συντήρηση, στήριξη εκθεμάτων, μελέτη και εφαρμογή περιβαλλοντικών παραμέτρων), Βασίλειος Γαλάνης, Γεωργία Καψάλη, Κων/νος Πιτερός, Μαργαρίτα Σοφού, Μαρία Σπυροπούλου (συντήρηση εκθεμάτων), Μαρία Παλαιοδήμου (υπεύθυνη αποθηκών), Ιωάννης Δαμίγος και Κων/νος Πανταζής (στήριξη των εκθεμάτων), Χαράλαμπος Σχοινάς (σχεδιασμός εποπτικού υλικού), Ι.Γ. Χριστόπουλος και Ι. Κουρούπης (εκτυπώσεις), Tool EΠΕ, Τάσος Μπέλλας, Radiant Technologies (ψηφιακές εφαρμογές), Deves Group, Goppion (κατασκευή προθηκών), Φωτόνιο – Α. Κουϊκόγλου (φωτισμός).

***  Ε. Παππή, Χ. Αντωνιάδης, Μ. Κεχρινιώτη, Δ. Ψυχογιός, «Η εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στα Μουσεία. Το παράδειγμα του αρχαιολογικού Μουσείου Ναυπλίου», Τα οπτικοακουστικά μέσα ως πολιτιστική κληρονομιά και η χρήση τους στα μουσεία. 3ο Διεθνές Συνέδριο Μουσειολογίας, Μυτιλήνη, 5-9 Ιουνίου 2006, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας & Επικοινωνίας (υπό έκδοση).

****  Το φωτογραφικό υλικό παραχώρησε το Φωτογραφικό Αρχείο του Μουσείου Μπενάκη.

  

Πηγή


  • Περιοδικό, Αρχαιολογία & Τέχνες, τεύχος 113, Δεκέμβριος 2009.

Read Full Post »

Δήμαρχοι του Άργους (1834–1951)


 

Οι Δήμαρχοι του Άργους – Τάσου Τσακόπουλου (1834-1930)

 Άρθρο του Δικηγόρου και Ιστορικού Βασίλη Δωροβίνη

στο περιοδικό «ελλέβορος» του 1988.

Πρόκειται για τρία άρθρα του Τάσου Τσακόπουλου, τα ο­ποία δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» στις 15 Ιουνίου και στις 6 και 13 Ιουλίου 1930. Θέμα τους ήταν οι δήμαρχοι του Άργους, από το 1834 που καθιερώθηκε ο θε­σμός μέχρι και το 1930.

Για τους αναγνώστες που θα εν­διαφέρονταν τυχόν για περισσότερες πληροφορίες, σημειώ­νουμε ότι ως προς τις οικογένειες των Δημ. Τσώκρη, Περρούκα και Βλάσση παραπέμπουμε στις σελίδες 249-260 της «Κα­ταστροφής του Δράμαλη» του Βαρδουνιώτη όπου, σε παράρ­τημα, παρατίθενται πολύτιμες πληροφορίες.

Οι πληροφορίες αυτές έχουν αντληθεί και από το αρχείο Περρούκα, που δια­σώθηκε χάρη στο Βαρδουνιώτη και με φροντίδες του κατατέ­θηκε και φυλάγεται στην «Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος».

                                                                                            

ΟΙ ΑΠΟ ΤΑ 1834 ΔΙΑΤΕΛΕΣΑΝΤΕΣ ΚΑΤΑ ΣΕΙΡΑΝ ΔΗΜΑΡΧΟΙ

ΤΗΣ ΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΑΡΓΟΥΣ

και ο ήδη διατελών τοιούτος Κωνσταντίνος Μπόμπος αδελφός του ανωτέρω.

Εις προηγούμενο φύλλον της «Αγροτικής Αργολίδος» εδημοσιεύσαμεν κατά σειράν όλα τα ονόματα των διατελεσάντων Δημάρχων της πόλεως Άργους. Σήμερον δε, προσφέρομεν μεγαλυτέραν συμβολήν εις την πολιτικήν ιστορίαν της πόλεώς μας και μάλιστα επ’ ευκαιρία των εορτών της Εκατονταετηρίδος, δημοσιεύοντες κατά χρονολογικήν περίοδον τους εκλεγέντας και διατελέσα­ντας δημάρχους μέχρι σήμερον.

Ο πρώτος «περί συστάσεως των Δήμων» νόμος υποβληθείς παρά της Βαυαρικής αντιβασιλείας εις την βάσανον ιδιαιτέρας επιτροπής πρώτον, και είτα του Υπουργικού Συμβουλίου, επεκυρώθη τη 27 Δεκεμβρίου 1833, ως νόμος του Κράτους και εδημοσιεύθη εις το υπ’ αριθ. 3 φύλλον της Εφημερί­δος της Κυβερνήσεως του έτους 1834. Η εφαρμογή του ήρξατο τον Μάϊον του 1835, και αι πρώται δημοτικαί εκλογαί ενηργήθησαν τότε.

Οι δε κατά χρονολογικήν σειράν διατελέσαντες Δήμαρχοι είνε οι εξής:

1835-1838. Πρώτος Δήμαρχος Χρίστος Βλάσσης. Η οικογένεια Βλάσσιδων μετώκησε εν Άργει προ του 1770, εκ της παρά την Σπάρτην ακμασάσης άλλοτε και νυν ερήμου κωμοπόλεως Κοτίτσας. Ανεδείχθησαν όμως εν Άργει πλουσιώτατοι, δυνατοί και διάσημοι προύχοντες.

1838-1841. Κωνσταντίνος Βώκος. Προύχων, μέγας γαιοκτήμων, και σύγγαμβρος του στρατηγού Τσώκρη.

1841-1848. Γεώργιος Τσώκρης, αδελφός του στρατηγού Δημητρίου Τσώ­κρη. Όστις εκ παιδικής ηλικίας εξεπατρίσθη εις Κωνσταντινούπολιν, επανήλθεν εις το Άργος τον Ιούλιον 1817, και τη χρηματική αρωγή του και άλλων συγγενών εστρατολόγησε το πρώτον εξ Αργείων πολεμικόν σώμα.

1848-1852. Κωνσταντίνος Ροδόπουλος, έγκριτος, επιφανής και μεγαλοκτη­ματίας κατήγετο εκ Βυτίνης (της Γορτυνίας του νομού Αρκαδίας) αδελφός του κατά την επανάστασιν επιφανούς μητροπολίτου Κορίνθου Κυρίλλου, ου τα οστά μετεκόμισεν και αναπαύονται εν τω ιερώ του Ναού του Τιμίου Προδρό­μου, και σύγγαμβρος του στρατηγού Δ. Τσώκρη.

1852-1855. Κωνσταντίνος Βώκος, περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1855-1858. Ιωάννης Βλάσσης, αδελφός του Χρίστου, περίφημος ιατρός, σπουδάσας εν Παταβίω της Ιταλίας, μέλος της εν Ναυπλίω φιλανθρωπικής Εταιρίας του 1825 και βουλευτής τω 1844, 1859 και 1861.

1858-1861. Πέτρος Διβάνης ιατρός σπουδάσας εις Ιταλίαν, και πενθερός του ιατρού και επανειλημμένως διατελέσαντος Δημάρχου Αργείων Σπήλιου Καλμούχου.

1861-1866. Λάμπρος Λαμπρυνίδης δικηγόρος, πατήρ του φιλομούσου, του μουσοτραφούς του ευφυολόγου, και ικανοτάτου υπαλλήλου του ΣΠΑΠ Γεωργίου Λαμπρινίδου, κατήγετο εκ Κυνουρίας της Αρκαδίας, ηπίου και ευ­θύτατου χαρακτήρος, εις ον οφείλεται το υδραγωγείον δι ου και σήμερον ακόμη υδρεύεται η πόλις, Κεφαλαρίου – Άργους, ο ελαιών της Άκοβας, η γέ­φυρα εις θέσιν Καρακάξα, ήτις και σήμερον είνε γνωστή υπό το όνομα «Γεφύ­ρι του Λαμπρινίδη». Ως λέγεται ήτο αμείλικτος διώκτης της αγροζημίας, έφιπ­πος περιήρχετο τας αγροτικάς περιφερείας προς καταδίωξιν των ποιμένων.

Κατά την μεταπολίτευσιν καταδιωχθείς ως Οθωνιστής παρητήθη του Δημαρχικού αξιώματος, και ανέλαβεν ο πρώτος πάρεδρος Θεοδόσιος Καραμουτζάς. Παρ’ όλας τας προσπαθείας μας, δεν ηδυνήθημεν να εξακριβώσωμεν πόσον χρόνον διετέλεσεν ούτος δήμαρχος, είναι γνωστόν ότι λόγω της ανωμά­λου πολιτικής καταστάσεως παρετάθη η Δημαρχιακή περίοδος μέχρι του 1866. Η οικογένεια Καραμουτζά είναι μία εκ των αρχαιοτέρων του Άργους, μάλι­στα επί Τουρκοκρατίας το Ν.Α τμήμα της πόλεώς μας έφερε το όνομα Καραμουτζά-Μαχαλέ.

Μετά την μεταπολίτευσιν ανεδείχθησαν δήμαρχοι οι εξής:

1866-1870. Μιχαήλ Πασχαλινόπουλος, πατήρ της ευγενεστάτης και φιλευ­σπλάχνου επιτίμου προέδρου των Κυριών, (ήτις ανελλιπώς διατελεί τοιαύτη από του θανάτου της αειμνήστου Ελένης Ανδρέου Καρατζά, θυγατρός του στρατητού Τσώκρη) επί του φιλοπτώχου ταμείου, Κατίνας Ν. Μπόμπου. Ως δήμαρχος λέγεται αφήκεν εποχήν, σοβαρός, επιβλητικός και αυστηρός εις τα της διοικήσεως του Δήμου.

1870-1874. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος, κατήγετο εκ του ορεινού χωρίου της Αρκαδίας Κανδήλα, ιατρός συμπληρώσας τας σπουδάς του εν Παρισίοις, ευ­γενής, σοβαρώτατος, καλοκάγαθος, είχε το φανταστικώτερον κόμμα.

1874-1875. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός, διακεκριμένος, σοβαρός, επιβλητι­κός, ευφυής, εύστροφος, είρων δε, απαράμιλλος, ήσκει επιρροήν εις την πολιτικήν όλης της Επαρχίας. Ακάματος, αφιλοκερδής, δεν υπήρξεν Αργείος α­σθενής όστις να μην ησθάνθη ευεργετικώς την ιατρικήν του περίθαλψιν, ανε­δείχθη και πληρεξούσιος. Έργα του Καλμούχου εισίν, η σημερινή αγορά, το γυμνάσιον, (εις το κτίριον προ εικοσαετίας εστεγάζοντο τα Ειρηνοδικεία Β.Ν. πλευράς) η εκ πιπερών δενδροστοιχία της οδού Τριπόλεως, ο εξωραϊσμός της Δημαρχίας, και των τότε Ελληνικών Σχολείων κ.τ.π. Δυστυχώς ο εν Αθήναις διαπρεπής ιατρός μικροβιολόγος υιός του, Πέτρος Καλμούχος, άπαξ αναδει­χθείς Βουλευτής δεν ηδυνήθη να κράτηση το μέγα κόμμα του αειμνήστου πατρός του.

 

Σπήλιος Καλμούχος

 

1879-1883. Μιχαήλ Παπαλεξόπουλος· περί ου ωμιλήσαμεν ανωτέρω.

1883-1891. Σπήλιος Καλμούχος ιατρός κ.λπ.

1891-1893. Χαράλαμπος Μυστακόπουλος μεγαλέμπορος, κατήγετο εκ Λογανίκου της Λακωνίας, εις τον Μυστακόπουλον οφείλεται η δια σιδηρών σω­λήνων διοχέτευσις του ύδατος εντός της πόλεως. Ανήρ σθένους και τόλμης, έσωσε την πόλιν από τα κακοποιά στοιχεία των εμφυλίων σπαραγμών και της αναρχίας του 1862. Πρότυπον και τιμίου δημάρχου, δείξαντος εξαιρετικόν ενδιαφέρον δια τα δημοτικά ζητήματα και κέρβερος του δημοτικού ταμείου. Χαρακτηριστικόν δε του ενδιαφέροντός του δια το δημοτικόν χρήμα είνε και το εξής: Ότι ενώ το δημοτικόν συμβούλιον τω εψήφισε δραχμάς 700 δια την μετάβασίν του εις Αθήνας προς παραλαβήν των σιδηροσωλήνων του υδραγωγείου, αυτός δεν εδέχθη ει μη μόνον δραχμάς 15 δι εισιτήριόν του Γ θέσεως. Απέθανε το δεύ­τερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μυστακόπουλος Χαράλαμπος (1830-1894)

 

1893-1899. Σπήλιος Καλμούχος.

1899-1903. Εμμανουήλ Ρούσσος ιατρός εκ των ευδοκιμωτέρων, ευγενής, ειλικρινής φειδωλός του δημοτικού χρήματος, μανιώδης εις την φύτευσιν διαφόρων δένδρων. Οι αδελφοί Ρούσσοι, επιστήμονες εκ των εγκριτοτέρων της πόλεώς μας, αν και δεν ανήκουν εις οικογένειαν πολιτευομένην, εν τούτοις η προσωπικότης των, ο χαρακτήρ των και τα όλως εξαιρετικά προσόντα των, τους επέβαλον εις την δημοσίαν συνείδησιν ώστε να αναδειχθώσιν εις την πολιτικήν και οι τρεις ο Δημήτριος ως Βουλευτής κατά Αύγουστον 1910, ο Μανωλάκης Δήμαρχος 1899-03 και ο Γεώργιος, ο ευφυέστερος και νοημονέστερος ως πρόεδρος του κοινοτικού συμβουλίου Άργους κατ’ επανάληψιν.

1903-1907. Δημήτριος Κούζης ο ήδη γερουσιαστής αναδειχθείς και βου­λευτής κατά το 1910, ιατρός εκ των εγκριτωτέρων, με ατομικήν πολιτικήν ου την τυχούσαν, έντιμος, ειλικρινής, φιλαλήθης χαρακτήρ, κρίσεως δε και σκέ­ψεως, βαθύτατης. Διαδεχθείς το κόμμα του θείου του αειμνήστου Μιχαήλ Παπαλεξοπούλου.

1907-1914. Ανδρέας Καρατζάς δικηγόρος, υιός του εν Πάτραις διαπρεπούς νομομαθούς αειμνήστου Νεοκλέους Καρατζά. Εγκατασταθείς ενταύθα από του γάμου του, μετά της θυγατρός του στρατηγού Δημητρίου Τσώκρη Ελέ­νης, και πολιτευόμενος ανεδείχθη πολλάκις βουλευτής της Επαρχίας Άργους 1894-1895 και 1899-1903, ικανός, λόγιος μεγάλης μορφώσεως, εις ον η πόλις εκτός των άλλων έργων οφείλει και εσαεί θα ευγνωμονεί, το μέγιστον και εκπολιτιστικόν αγαθόν, τον ηλεκτροφωτισμόν αυτής.

Επί Καρατζά η δημαρχική περίοδος παρετάθη από το 1911-1914 ένεκα στρατιωτικού κινήματος κατά 1909, και των ενδόξων και νικηφόρων πολέμων 1912-1913.

1914-1925. Εγένετο η πόλις Άργους κοινότης, ως έχουσα πληθυσμόν έλαττον των 10 χιλ. κατοίκων, ένεκα της πλημμελώς ενεργηθείσης απογραφής των κατοίκων. Μετά εγένετο πάλιν δήμος και κατά Οκτώβριον του 1925 εξελέγη Δήμαρχος Αργείων ο Αγγελής Μπόμπος  (192528) έμπορος τίμιος, δραστή­ριος, χρηστός πολίτης, ήσυχος, συνετός, ολιγόλογος· λόγω του ησύχου και διαλλακτικού χαρακτήρος του, προετάθη ως δήμαρχος υφ’ όλων των κομμά­των. Ο εξωραϊσμός της πόλεως, οι δρόμοι, η αποξήρανσις του βάλτου, η επι­σκευή του υδραγωγείου, και τόσα άλλα έργα έτυχον της αμερίστου προσοχής του. Απέθανεν κατά το δεύτερον έτος της δημαρχίας του.

 

Μπόμπος Β. Αγγελής (1878-1928)

 

1928-1930. Ο Κωνσταντίνος Μπόμπος έμπορος· διαδεχθείς τον αποθανό­ντα αδελφόν του Αγγελήν Μπόμπον. Όστις εξακολουθεί το χαραχθέν υπό του αδελφού του πρόγραμμα. Την δε εξυπηρέτησιν των συμφερόντων των συμπολιτών του ο δημωφελέστατος Δήμαρχος, την θεωρεί υποχρέωσίν του, την θεωρεί καθήκον του επιβεβλημένον.

 

Κωστής Μπόμπος στο σπίτι του, 1937. μπλοκ

 

Είχε δοθεί για δημοσίευση στον «Ε» το άρθρο του Τ. Τσακόπουλου, όταν βρήκα στα χειρόγραφα κατάλοιπά του, σημείωμα με τα ονόματα των δημάρχων μέχρι το 1930, αλλά και των μετέ­πειτα, μέχρι και τον Στάθη Μαρίνο. Το σημείωμα είναι αχρονολόγητο. Δημοσιεύω από αυτό πιστά όλες τις αναγραφές για την περίοδο μετά τον Αγγελή Μπόμπο.

 «Κωνσταντίνος Μπόμπος, αδελφός του Αγγελή.

Ευθύμιος Σμυρνιωτάκης, 1941-1943, δικηγόρος.

Γεώργιος Παπαγιαννόπουλος, δικηγόρος, 1943-1944. Ούτος προσέφερε πολλάς εκδουλεύσεις και υπηρεσίας εις την πόλιν κατά την επάρατον εκείνην εποχήν της κατοχής. Χάρις εις τας ευγενείς ενεργείας και επιμόνους προσπαθείας του εσώθη η αιω­νόβιος γηραιά και αθάνατος παρά τας πληγάς πλάτανος την ο­ποίαν είχον απόφασιν να κόψουν οι σκληροί και απαίσιοι Γερμα­νοί. Υπό το φύλλωμα και την παχυτάτην σκιάν της διέρχονται δροσιζόμενοι, διασκεδάζοντες και ευωχούμενοι οι επισκεπτόμε­νοι τον Ερασίνον ποταμόν, κοινώς Κεφαλάρι.

Ευστάθιος Μαρίνος, ιατρός, όστις εκλέγεται δήμαρχος από της 15ης Απριλίου του 1951 μέχρι σήμερον. Εις τον κ. Μαρίνον οφείλεται η δια σιδηρών σωλήνων ύδρευσις της πόλεως και ού­τω υδρεύεται δι’ αφθόνου ύδατος το πολυδίψιον ‘Αργος (Ιλιάς 4.171)».

 Σημειώνω για την ιστορία ότι το αιωνόβιο πλατάνι του Κεφαλαριού κό­πηκε από τους «ευαίσθητους» ντόπιους, με απόφαση του κοινοτικού Συμβουλίου Κεφαλαριού και με πρόεδρο Κοινότητας τον κ. Μπουντούρη, το 1983. Δεν ξέρω τι θα έγραφε για την πράξη αυτή ο προδρομικά οικολόγος Τσακόπουλος, όπως άλλωστε και για την άθλια ποιότητα του νερού του Άργους, που πλέον ξεδιψάει με μεταλλικό νερό εμφιαλωμέ­νο…

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Read Full Post »

Ηλίανθοι – Σπύρος Καραμούντζος


Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις « Εκ Προοιμίου» η νέα ποιητική συλλογή του δάσκαλου και ακάματου εργάτη του λόγου Σπύρου Καραμούντζου, Ηλίανθοι.

Ο ταξιδευτής του χρόνου, μας προσφέρει και πάλι ένα αντίδωρο ψυχής. Ένα βιβλίο γεμάτο από φως, νοσταλγία, ευαισθησία, ανθρωπιά, αγάπη κι έρωτα.

Ο Σπύρος Καραμούντζος, βαδίζει ξανά στους γνώριμους γι’ αυτόν δρόμους της ποίησης και επιχειρεί να μας μυήσει στα μυστικά των δικών του αναζητήσεων και στοχασμών, να μας ξεναγήσει στον δικό του ολάνθιστο, παυσίλυπο κήπο.

«Ο ποιητής στάζει στο έργο του τα μύρα της τρυφερότητάς του, στην κορυφαία ώρα της ωριμότητάς του» γράφει ο Θεολόγος και συγγραφέας Αντώνης Μεντές στο προλογικό του σημείωμα αγάπης.

Ηλίανθοι. Στρέφουν τα κεφάλια τους στον ήλιο κι ακολουθούν την πορεία του απ’ την ανατολή μέχρι το γέρμα του. Το ίδιο δρομολόγιο μας προτείνει ο Σπύρος Καραμούντζος. Να κοιτάξουμε προς την μεριά του ήλιου, μέσα από τους στίχους του, μέσα από την τρυφεράδα των λόγων του, μέσα από τα αποτυπωμένα στο χαρτί τραγούδια ζωής κι ελπίδας.

Το βιβλίο περιλαμβάνει τρεις ενότητες ποιημάτων:

Αναμνήσεις

Αφιερώματα

Του νερού γυρίσματα.     

Το βιβλίο όμως δεν τελειώνει έτσι απλά. Ο Σπύρος Καραμούντζος, ένας ευγενής λόγιος και ποιητής, θέλει στις τελευταίες σελίδες του να μοιράσει το δικό του σπιτίσιο γλυκό σε όλους, όσοι τον τίμησαν κι έγραψαν γι’ αυτόν και το έργο του, λόγια καρδιάς κι αγάπης αλλά και σε όσους τον διάβασαν, μοιράστηκαν μαζί του συναισθήματα και αναμνήσεις και τον ενθάρρυναν στον ανηφορικό δρόμο της ποίησης και της συγγραφής.

Το Επίμετρο. Ένα αληθινό, ζεστό ευχαριστώ που θα μείνει ανεξίτηλο στο διηνεκές.  

Ηλίανθοι. Θα το βρείτε σε όλα τα ενημερωμένα βιβλιοπωλεία.

Κεντρική διάθεση: Βιβλιοπωλείο « Εκ Προοιμίου», τηλ.  27510 20419,  Νικηταρά 14, Άργος.

 

Read Full Post »

Κάλλας Παναγιώτης ή Τσοπανάκος (1789-1825), λαϊκός ποιητής του 1821


 

 Παναγιώτης Κάλλας ή Τσοπανάκος λαϊκός ποιητής του 1821, ο επονομαζόμενος και Τυρταίος της ελληνικής επανάστασης, με τα αυτοσχέδια ποιήματα και τραγούδια του εμψύχωνε τους αγωνιστές ή υμνούσε τα κατορθώματά τους.

 

Τσοπανάκος

Ο Τσοπανάκος γεννήθηκε το 1789 στη Δημητσάνα και πέθανε το 1825, σε ηλικία μόλις 36 ετών. Γραφή και ανάγνωση έμαθε στη σχολή της γενέτειράς του. Ο Τσοπανάκος είχε αδικηθεί από τη φύση. Ήταν ραχιτικός, δύσμορφος, κοντός και στραβοπόδης. Και καθώς στα χωριά ο περισσότερος κόσμος ήταν γνωστός με παρατσούκλια, στον Παναγιώτη Κάλλας είχαν κολλήσει το παρατσούκλι Τσοπανάκος – κατά μια εκδοχή επειδή η φωνή του έμοιαζε με του πετροκότσυφα, κατά άλλη επειδή περπατούσε ακουμπώντας σε μια γκλίτσα τσοπάνη.

Επειδή δεν μπορούσε να εργαστεί πριν την Επανάσταση του 1821 έφτιαχνε με ευχέρεια στίχους σατιρικούς για τους συμπατριώτες του. Με την κήρυξη όμως της Επανάστασης έβαλε την ικανότητά του αυτή στην υπηρεσία του Αγώνα. Και τα ποιήματά του ήταν πια θούρια που εξυμνούσαν τα κατορθώματα των αγωνιστών και τους παρακινούσαν σε νέους ηρωισμούς. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Δαγρές Γιαννάκος (Λαογραφικά της Αργολίδος)


 

 

Το κείμενο δανειστήκαμε από το βιβλίο του Δημοσιογράφου Κώστα Δ. Σεραφείμ « Λαογραφικά της Αργολίδος».

  

Προτομή Γιαννάκου Δαγρέ στην Καρυά

Κατά τον ιερόν αγώνα του 1821 η Καρυά ανέδειξε πολλά παλληκάρια με αρχηγό τον Γιαννάκο Δαγρέ του οποίου το σπίτι δεν σώζεται παρά μόνο η γνωστή τοποθεσία. Ο Γιαννάκος Δαγρές γιός του Γεωργίου Δαγρέ μετά τον θάνατο του πατέρα του αναλαμβάνει το αρματωλίκι του Αρτεμισίου. Συνεδέθη διά στενής φιλίας μετά του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη τον οποίον  ακολουθούσε σε διάφορες ασκήσεις, αναγνωρίσεις εδάφους, ενέδρες, συμπλοκές με τους αλλαξοπίστους Αλβανούς και σε διάφορες άλλες επιχειρήσεις.

Από όλους είχαν αναγνωρισθεί οι ικανότητες και η μεγάλη αξία του Γιαννάκου Δαγρέ. Όταν ο Κεχαγιά- Μπέης κατέβηκε στο Άργος για να περάσει προς την Τρίπολι  ο Δαγρές με τα παλικάρια του έσωσε τα γυναικόπαιδα από βέβαια σφαγή  όταν έντρομα  έτρεχαν προς τα ριζώματα της Άκοβας και του Βρουστίου γα να κρυφτούν.

Όταν ο Κεχαγιά – Μπέης φθάνει στην Τρίπολι  ο Δαγρές τον ακολουθεί. Εκεί δεν περιωρίζεται μόνο σε μικροσυμπλοκές για τρόφιμα και άλογα αλλά αναμειγνύεται και στις πλέον επικίνδυνες ενέδρες εναντίον των Τούρκων.  Σε μια ενέδρα φονεύει τον Αλήμπεη και σώζει τον Αρχιμανδρίτη Αθανασόπουλον.

Επρωτοστάτησε με υπόδειξη του Κολοκοτρώνη στην κατασκευή της περιωνύμου τάφρου της «γράνας» και έλαβε μέρος στην μάχη αυτής. Δέχεται όμως αιφνιδιαστική επίθεση από τον Κεχαγιά – Μπέη παρά την Κανίστρα που βρίσκεται στο δυτικό μέρος του Χτενιά. Με αντεπίθεση όμως ο Δαγρές τον υποχρεώνει να γυρίσει πίσω και να υποστεί την συμφορά της γράνας.

Η παράδοση αναφέρει ότι περικυκλομένος ο Δαγρές καταφεύγει σε κρύπτη του βουνού για να  μην συλληφθεί ζωντανός από τους Τούρκους. Μάταια οι Τούρκοι προσπαθούν να παραβιάσουν την είσοδον διότι σε απόπειρα καθόδου των επί της κρύπτης σημαδεύονται ευστόχως και καλύπτουν την είσοδον με πτώματα. Τότε συλλαμβάνουν το σχέδιο να ρίξουν μέσα στην κρύπτη τις αναμμένες κάπες τους για να πεθάνει από ασφυξία. Βλέποντας όμως τη φωτιά ο Κολοκοτρώνης σπεύδει και ελευθερώνει αυτόν.

Πρίν της απελευθερώσεώς του προηγήθη μια συζήτηση  του Δαγρέ με τους Τούρκους η οποία έχει αποθανατιστεί στο τραγούδι:

«εχτές, προχθές που πέρναγα στα κλέφτικα λημέρια άκουσα αναστεναγμούς κι’ αντρίκια μοιρολόγια. Ποιος νάταν που βλαστήμαγε κι’ έχυνε μαύρα δάκρυα; Οι Τούρκοι τον φωνάζανε και τον παρακαλούσαν.

Έβγα Δαγρέ προσκύνησε και δός μας τ’ άρματά σου, να περπατάς ελεύθερος Τούρκος μη σε πειράζει. Μα μήπως είμαι νιόπαντρος νύφη να προσκυνήσω; Είμαι ο καπετάν Δαγρές είμαι ο Βλαχοκαρυώτης. Το Θοδωράκη καρτερώ και θα σας πολεμήσω. Ακόμα ο λόγος έστεκε και συνεχειά κρατιώταν Κολοκοτρώνης έφθασε και το Γιαννάκο κράζει. Πούσε Γιαννάκο βρ’ αδελφέ βρέ καπετάνιε;

Ποιος είσαι εσύ που μου μιλάς εσύ που μου φωνάζεις; Γιαννάκο δε με γνώρισες που είμαι ο Κολοκοτρώνης; Αν είσαι συ ο Θοδωρής, είσαι ο Κολοκοτρώνης δείξε σημάδια μυστικά άλλος να μη γνωρίζει, ιδές την ταμπακέρα μου την φούντα του φεσιού μου».

Ο Δαγρές είχε και ένα πρωτοπαλίκαρο τον Καραντζούλη ή Σκούληκα. Στο θάνατο του οποίου αναφέρεται το εξής τραγούδι; «Κλάφτε κλαριά κλάφτε δεντριά το Γιώργη Σκούληκα το Γιώργηκαραντζούλη που ήταν και κάτω στη γλυκειά βρύση με τρεις κανάλους. Μα κι’ ο Δαγρές του φώναξε κι’ ο Δαγρές του λέγει: Γιώργη μου κάτσε φρόνημα. Γιώργη μου κάτσε χάμου. Γιώργη μου μη φαντάζεσαι πως έχεις φυλαχτάρι».

Κατά το έτος 1826 πέρασε από το χωριό το μήνα Ιούλιο μέρος του στρατού του Ιμπραήμ. Οι κάτοικοι έφυγαν από το χωριό ενώ αυτός επυρπόλισε μερικές οικίες, εφόνευσε μερικούς γέροντες που έμειναν στο χωριό και τον ιερομόναχον από τα Τσιπιανά.

Τότε εφόνευσαν και την ωραία Κατερίνα Μουρτοπούλου, λεχώνα με το μικρό της. Περί αυτής η παράδοση λέγει ότι να την πάρουν αιχμάλωτη, αλλά επειδή αρνήθηκε και αντεστάθη την φόνευσαν. Σώζεται και το παρακάτω δημοτικό τραγούδι:

«Νάταν ημέρα βροχερή μωρ’ Κατερίνα μωρ’ Μουρτοπούλα κι η νύχτα χιονισμένη που κίνησε ο Μπραΐμ πασάς από την Αλεξάνδρα ή από το Ναυαρίνο. Και  τρεις κολώνες γίνηκαν και οι τρεις φαρμακωμένες. Η μιά πηγαίνει απ’ το Λουκά κι’ άλλη από τις πόρτες κι’ η Τρίτη η χειρότερη απ’ την Καρυά πηγαίνει.

Μα παίρνει στάνες πρόβατα και βουρκολούς γελάδια, και παίρνει και μια νιόπαντρη τριών ημερών λεχώνα. Μπροστά την πάν δεν περπατεί πίσω την βάλουν στέκει. Κι’ ένα μικρό Μπεόπουλο την κρυφοκουβεντιάζει, νυφούλα για δεν περπατάς δεν πας κοντά στους άλλους; Μη σε βαραίνουν τα φλωριά, μη σε βαραίνει η φούντα; Δεν με βαραίνουν τα φλωριά δεν με βαραίνει η φούντα μα με βαραίνει το παιδί που άφησα στην κούνια. Της κούνιας επαρήγγειλε της κούνιας παραγγέλει, κούνια μου κούνα το παιδί, κούνια μου λύστο δέστο. Μα μήπως είμαι η μάννα του για να το μεγαλώσω;»

  

Κώστας Δ. Σεραφείμ

(Στο κείμενο διατηρήθηκε η ορθογραφία του Συγγραφέα).

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »