Archive for 2011
Πρoστατευμένο: Φίνλεϋ Γεώργιος – Finlay George (1799-1875), «Εορτασμός Διακοσίων Χρόνων από τη Γέννησή του», Βρετανική Σχολή Αθηνών, 1999.
Posted in Ψηφιακές Συλλογές, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Finlay George, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βρετανική Σχολή Αθηνών, Βιβλία, Βιογραφίες, Επανάσταση 21, Ιστορία, Πρόσωπα, Πολιτισμός, Συγγραφέας, Φίνλεϋ Γεώργιος, Φιλέλληνες, Ψηφιακές Συλλογές on 29 Μαρτίου, 2011|
Ηραίον Άργους
Posted in Αργολίδα, Αργολίδα Μνημεία, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Ήρα, Αρχαιολογία, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Ηραίον Άργους, Μυθολογία, Μυκήνες, Μνημεία, Πελοπόννησος on 28 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Ηραίον Άργους
Το Ηραίο του Άργους βρίσκεται ανάμεσα στο Άργος και τις Μυκήνες, στις πλαγιές του λόφου που λεγόταν Αετόβουνο ή Εύβοια. Θεωρείται το κέντρο της λατρείας της Ήρας, της θεάς »Αργείας», όπως την ονομάζει ο Όμηρος. Ας δούμε παρακάτω πως περιγράφει το Ηραίον του Άργους, η ζωγράφος και συγγραφέας Ντιάνα Αντωνακάτου στο βιβλίο της ¨Αργολίδα¨.
Ο ιερός τόπος του Ηραίου, νότια από τις Μυκήνες κι’ αυτός στ’ ανατολικά ριζωμένος, αντίκρυ στον κάμπο. Μια ξέφραχτη απλωσύνη πάνω σ’ ένα περήφανο ύψωμα. Δεν έχει επιβλητικά μυστικά, δεν έχει ερείπια συναρπαστικά, δεν έχει ούτε σύγχρονους πιστούς — δεν έχει ακόμη ούτε εποχές πλαίσιά του. Σ’ όλες τις εποχές κρατάει αυτήν την ίδια ανοιχτή, άσκεπη ευλάβεια, απλωμένη παλάμη, προσφορά ιερή στην πίστη της μεγάλης θηλυκής θεότητας των Αρχαίων.
Μια Παναγία, χωρίς καλοσύνη, αλλά αυστηρή στην παρθενικότητά της, αλύγιστη στην πίστη του ενός άντρα: η Ήρα. Σ’ όλους τους μήνες το σύγχρονο προσκύνημα αποπνέει την ίδια ιερότητα. Δεν υπάρχουν κοντά δέντρα να ορίζουν τις αλλαγές του χρόνου. Μόνον η χλόη ανάμεσα στα λιγοστά ερείπια σημειώνει τη μεταβολή, έχοντας να προσφέρει την ίδια συντροφικότητα με κείνη των χορταριών πάνω σε ξεχασμένα κοιμητήρια. Τ’ ανατρίχιασμα του αέρα μόνο τη χλόη διαπερνάει. Διάφορο σαν είναι ξερή το φθινόπωρο κι’ αλλιώτικο σαν είναι δροσερή την άνοιξη.
Το τοπίο είναι μοναχικό. Το τυλίγει μια μοναξιά χωρίς αλαζονεία, χωρίς σκληρότητα, χωρίς άγχος, μια μοναξιά που απλώνεται με μια θηλυκή γλυκύτητα, με ανεπαίσθητη θλίψη καρτερίας, κι’ ενώνεται με ό,τι γύρω εξακολουθεί να είναι ζωή, πάνω στο πιο ζωντανό κομμάτι της Αργολίδας. Μέσα σ’ αυτή τη μοναξιά επικοινωνείς με το Ηραίο. Σιωπή σε συνοδεύει περνώντας από το φυλάκιο στις μεγαλόπρεπες πρώτες σκάλες, πλατειές 81 μέτρα να σε οδηγήσουν από το πρώτο ύψωμα στο δεύτερο του νέου Ναού. Σ’ αυτό το μεσαίο ύψωμα θ’ ακολουθήσεις συγκεντρωμένα τα σπουδαιότερα χνάρια των ιστορικών χρόνων να πλαισιώνουν τον Ναό.
Κατά τ’ ανατολικά ένα κτίριο 28X17 μπορεί να χρησίμευε για τελεστήριο, αίθουσα μυστηρίων, όπως στην Ελευσίνα. Κατά τα βόρεια, πίσω από μια δεύτερη κλίμακα 45 μ. πλάτος αναπτύσσονται τρία κτίρια-στοές, 22 Χ 7 μ. πλάτος, με διπλές κολόνες η μικρή και η μεγάλη 63 Χ 10,50 μ. Και μια τρίτη στοά στα βορειοδυτικά. Στα νότια και δυτικά άλλο κτίριο, από τα αρχαιότερα στο είδος του, μ’ αυλή και περιστύλιο του 4ου αιώνα ίσως, οίκος για τις ιέρειες της Θεάς που αγγίζει με τη μια γωνία του μια τέταρτη στοά, αυτήν της εισόδου με την πιο τέλεια κατασκευή απ’ όλα τα κτίσματα του Ηραίου. Πιο μακριά, δυτικά, ανακαλύπτεις ρωμαϊκές θέρμες κι’ άλλες στοές.
Στο μέσον αυτών των κτιρίων ο νέος ναός, εφάμιλλος των ωραιοτέρων ιστορικών, κτισμένος από τον Ευπόλεμο σ’ αντικατάσταση του αρχαϊκού που κάηκε. Η βάση του 39 Χ 20 μέτρα, με έξη δωρικές κολόνες περιστύλιο και δώδεκα στα πλάγια. Στο εσωτερικό το υπόβαθρο των τοίχων του σηκού και τα θεμέλια των εσωτερικών κιόνων. Μέσα εκεί το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Θεάς καθισμένης στο θρόνο, έργο του Πολυκλείτου. Και κοντά ένα ξύλινο άγαλμα της Ήρας κλεμμένο από την Τίρυνθα το 468 π.Χ.
Στο Εθνικό Μουσείο λίγα κομμάτια από τα αετώματα υπάρχουν μόνο. (Ο Παυσανίας ιστορεί πως το ένα έδινε τη γέννηση του Δία και τη μάχη των Γιγάντων, το άλλο την άλωση της Τροίας). Στα προπύλαια υπήρχαν αγάλματα ιερειών, ηρώων και του Ορέστη. Στο τρίτο ύψωμα ο αρχαίος ναός της Ήρας – κάηκε το 423 π.Χ. – δεσπόζει ακόμη με μια μεγαλοπρέπεια κυριαρχική από το ύψος των 252 μέτρων, ενώ πίσω το βουνό της Εύβοιας ανεβαίνει ως τα 700 μέτρα. Ανάμεσα σε δυο μικρά ποτάμια, τον Αστερίονα και τον Ελευθέριο – τα νερά τους ιερά για την κάθαρση της ιέρειας κατάξερα τώρα – ο χώρος θα είχε αιώνων λατρεία στη θεά ή σε μια θεότητα προκάτοχό της και στις Μυκηναϊκές εποχές. Ο θρύλος εδώ ορίζει το μέρος οπού ο Αγαμέμνων όρκισε τους Αχαιούς πριν από την Τροία.
Κατά τις ανασκαφές του 1926 βρέθηκαν πάνω από τον αρχαϊκό ναό κεραμικά Νεολιθικά και τάφοι της Προελλαδικής εποχής, ακόμη και Μυκηναϊκής και Γεωμετρικής. Όλα αυτά μας βεβαιώνουν πόσο μακρόχρονα ιερός ήταν αυτός ο τόπος της θεάς των φυσικών στοιχείων που έγινε το ιερό τέμενος του Άργους, το μέγα προσκύνημα, το καταφύγιο στις κακές ώρες, αλλά και της γιορταστικής χαράς τους η μεγάλη ρίζα.
Η έκφραση της υπέρτατης ευλάβειας δίνεται μέσα από την αρχαιότητα με τα δυο αγάλματα των Δελφών, των Αργείων αδελφών Κλέοβι και Βίτωνα. Αφιερώματα στην υψίστη ευσέβεια. Γιοι της Ιέρειας της Ήρας έσυραν με τους ώμους τους το λατρευτικό άρμα φέρνοντας οι ίδιοι τη μητέρα τους στο Ηραίο, για νάρθουν να κοιμηθούν εξαντλημένοι βρίσκοντας τον αιώνιο ύπνο – δώρο της θεϊκής εύνοιας – την ίδια νύχτα. Δεν υπάρχει κανένα γεγονός πολεμικό που να μην είναι επίσης συνδεδεμένο μ’ αύτη την ευλάβεια προς την Μητέρα Θεών και Ανθρώπων, τιμημένη από ντόπιους και ξένους, φίλους και εχθρούς.
Ο Κλεομένης αφού σκότωσε 7000 εχθρούς του Αργείους μέσα στο ιερό Άλσος της Σηπείας, κοντά στην Τίρυνθα ήρθε, κατά την παράδοση, στο Ηραίο για θυσίες και εξιλασμό με χίλιους στρατιώτες, μπαίνοντας με τη βία στον Ναό. Όμως στο πλησίασμά του το άγαλμα της πολιούχου του Άργους, βγάζοντας φλόγες από το στήθος, του έδειξε την οργή της Θεάς για την καταστροφή της αγαπημένης της πολιτείας.
Η μεγάλη γιορτή της τα «Ηραία» γίνονταν τον δεύτερο χρόνο κάθε Ολυμπιάδος κι’ ήταν η επισημότερη γιορτή των Αργείων, θρησκευτική και εθνική μαζί. Με θυσίες – ήταν πολλές κι’ ονομάσθηκαν γι’ αυτό Εκατόμβαια – με αγώνες – το έπαθλό τους μια χάλκινη ασπίδα, «Χαλκείος Αγών» – με πομπές και παρελάσεις από νέους και νέες. Και τέλος με ξεφαντώματα.
Οι Ιέρειες λογαριάζονταν υψηλά πρόσωπα – τα ονόματά τους κρατούσαν από βασιλικά γένη. Καταγραμμένα μαζί με τις ημερομηνίες της υπηρεσίας τους στο ναό, σήμαιναν για τους Αργείους μέτρο ημερομηνίας. Η γιορτή άρχιζε μόνον όταν η Ιέρεια ερχόταν πάνω στο άρμα, το οδηγημένο από δυο άσπρα βόδια. Όταν το Θέατρο της πόλεως μπορούσε να χωρέσει είκοσι χιλιάδες θεατές, είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς πόσες χιλιάδες πιστούς και προσκυνητές μπορούσε να συγκεντρώσει τέτοια μεγαλόπρεπη και πολυήμερη γιορτή σ’ έναν ανοιχτό υπαίθριο χώρο.
Κι’ είναι εύκολο να φαντασθεί κανείς τα πλήθη των αιώνιων γυναικείων πόθων και καημών, καθώς θ’ ανέβαιναν τις πλατειές σκάλες, με τ’ αναθήματά τους, ικέτιδες της δικιάς τους Θεάς. Όμοιες με τα παντοτινά χιλιόπυκνα γυναικεία πλήθη που σέρνονται, κάποτε γονατιστά, τάζουν και ολονυχτούν εμπρός σ’ όλες τις Παναγίες με τα μύρια χαϊδευτικά της τοπικής ευλάβειας, ως σήμερα. (Του Άργους η Ήρα είχε διάφορα υποκοριστικά λατρευτικά: Ανθεία, Ακραία, Ειλειθυΐα).
Αν γινόταν ξαφνικά οι ίσκιοι των νεκρών πιστών όλων των εποχών, να πορεύονταν μαζί σε τούτο το Ιερό, ο Αργείος χώρος θα γέμιζε, θα ξεχείλιζε. Η ανάσα τους λιβανωτό ευλάβειας μιας χιλιετηρίδας, θα πύκνωνε τότε σ’ ένα μεγάλο σύννεφο γκρίζο, ταξιδιάρικο προς τα βόρεια, προς τον Όλυμπο. Γύρω όμως μόνον η άνοιξη προβάλλει ποικιλόχρωμο μωσαϊκό μιας γης πολυδουλεμένης. Ένα άσπρο σύννεφο ταξιδεύει κατά τη θάλασσα. Το σημαδεύει μια μονάχα κολόνα μισογκρέμιστη, σ’ όλο το χώρο της αλλοτινής μεγαλοπρέπειας. Εδώ, ούτε τον ίσκιο της Θεάς δεν κράτησαν οι ανελέητοι αιώνες.
Πηγή
- Ντιάνα Αντωνακάτου, «Αργολίδα», Αθήνα, Δεκέμβριος 1967.
Διαβάστε ακόμη:
Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834
Posted in Γκραβούρες, Τίρυνθα, tagged Edward Dodwell, Γκραβούρες, Τίρυνθα, Τα τείχη της Τίρυνθας, Walls of Tiryns on 28 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Τα τείχη της Τίρυνθας (Walls of Tiryns) – Edward Dodwell, 1834.
Λιθογραφία από το έργο του E. Dodwell, «Views and descriptions of cyclopian or pelagian remains in Italy and Greece», London, 1834.
Άποψη των κυκλώπειων τειχών της Τίρυνθας, συνολικής περιμέτρου 725μ. και πάχους που κυμαίνεται από 4.5μ. – 17μ. Η ακρόπολη χωρίζεται από τα νότια προς τα βόρεια σε άνω, μέση και κάτω. Η μορφή που βλέπουμε σήμερα αποτελείται από τον οχυρωματικό περίβολο, το ανάκτορο και την μακρόστενη κάτω ακρόπολη. Γύρω στο 1200 π.Χ. το ανακτορικό συγκρότημα της Τίρυνθας καταστράφηκε από φωτιά. Ένα αιώνα αργότερα, η Αργολίδα περιέρχεται στους Δωριείς και η Τίρυνθα, όπως και οι Μυκήνες, μετά από ένα σύντομο διάστημα αυτονομίας, θα υποταχτεί στο Άργος.
Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ)
Posted in Γκραβούρες, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Guillaume Abel Blouet, History, Άποψη του Άργους, Άργος, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, Γκραβούρες, Γκιγιώμ Μπλουέ, Εικαστικά, Ιστορία, Περιηγητές, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Χαρακτικό, Lithography, View of Αrgos on 26 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Άποψη του Άργους από τους κήπους της πόλης που βρίσκονται νοτιοανατολικά της Ακροπόλεως (View of Αrgos) , Χαρακτικό, Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ), 1829.
Ο Γάλλος αρχιτέκτονας Guillaume Abel Blouet, επικεφαλής της Γαλλικής Επιστημονικής Αποστολής του Μορέως, πέρασε από το Άργος στις 15 Ιουλίου του 1829.
Michel Sève, «Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος», Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών, 1993.
Πρoστατευμένο: Λαογραφικά του «αβγού» και της «αβγοκουλούρας» και κυρίως εις τον Νομόν Αττικής, Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη, Αθήνα, 2006.
Posted in Λαογραφικά Αργολίδας, Ψηφιακές Συλλογές, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αυγό, Λαογραφία, Λαογραφικά του «αβγού», Μαρία Μηλίγκου – Μαρκαντώνη on 24 Μαρτίου, 2011|
Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή
Posted in Βιβλία - Αργολίδα, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άργος, Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βιβλία, Βιβλίο, Βιβλιοπαρουσίαση, Εμπόριο, Ιστορία, Νέες Εκδόσεις, Οικογένεια Περρούκα, Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 - Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζ, Πελοπόννησος, Συγγραφέας on 23 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη βόρεια Πελοπόννησο την εικοσαετία 1800-1820 – Όλγα Δ. Καραγεώργου-Κουρτζή
Η ανάλυσή της είναι ιδιαίτερα μεθοδική, αναφέρεται στο σύνολο των εμπορικών προϊόντων του καζά, και όχι μόνο, επικεντρώνει όμως, όπως είναι φυσικό, στη διακίνηση του κατεξοχήν εμπορευματοποιημένου προϊόντος, τη σταφίδα, του προϊόντος δηλαδή που όταν κυρίως οι συνθήκες του διεθνούς εμπορίου επέτρεπαν, παρείχε στους εμπλεκόμενους τη δυνατότητα απόκτησης σημαντικών κεφαλαίων.
Η ανάλυση των επιχειρηματικών και χρηματοπιστωτικών στρατηγικών, των σχέσεων μεταξύ εμπόρων, μεσαζόντων, γαιοκτημόνων και χωρικών, αλλά και του ευρύτερου εμπορικού δικτύου που εκτεινόταν από το Άργος και την Τριπολιτσά έως την Κωνσταντινούπολη, και όλα αυτά με ενάργεια και οικονομία λόγου, οδηγούν στη διαμόρφωση σαφούς εικόνας της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης που επικρατούσε στην βόρεια Πελοπόννησο, η οποία ξεπερνά τα στενά όρια ενός οικογενειακού αρχείου.
Η συγγραφέας ξεφεύγει από μια απλή, έστω ενδελεχή, εξέταση των δραστηριοτήτων μιας προυχοντικής οικογένειας και επιδιώκει την αναγωγή από το ειδικό στο γενικό, από την οικονομική δραστηριότητα μιας οικογένειας στις ευρύτερες συνθήκες άσκησης εμπορίου στην Οθωμανική αυτοκρατορία και στο ρόλο που έπαιξαν οι ανταγωνιστικές μεταξύ τους οικονομικές πρακτικές των ευρωπαϊκών χωρών στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου.
Παράλληλα, αναδεικνύει ζητήματα όπως το ενδιαφέρον φαινόμενο του «σκορπισμού», της εγκατάλειψης του τόπου από μεμονωμένα άτομα ή και ολόκληρα χωριά, φαινόμενο που έλαβε αυξητικές τάσεις έως το 1820 εξαιτίας των έντονων φορολογικών πιέσεων, την καταχρέωση των φορολογουμένων και τα φαινόμενα κακοδιαχείρισης των οικονομικών των κοινοτήτων.
Μέσα από ένα πλούσιο σε πληροφορίες οικογενειακό αρχείο η συγγραφέας αναδεικνύει πέρα από τις οικονομικές στρατηγικές, υποβόσκουσες κοινωνικές αντιθέσεις, όπως στην περίπτωση των χωρικών σταφιδοπαραγωγών και στον τρόπο με τον οποίο προσπαθούσαν να υπερασπιστούν τα οικονομικά τους συμφέροντα έναντι των σταφιδεμπόρων-πιστωτών. Οι αντιθέσεις αυτές διαμόρφωσαν αποκλίνουσες προσμονές ως προς την προοπτική απεμπλοκής από το οθωμανικό σύστημα.
Η κ. Καραγεώργου αξιοποιεί συνθετικά τις πληροφορίες που προσφέρει το οικογενειακό αρχείο των Περούκα και με τη μελέτη της συμβάλει ουσιαστικά στην κατανόηση των ευρύτερων κοινωνικο-οικονομικών εξελίξεων στην βόρεια Πελοπόννησο στα χρόνια πριν την επανάσταση.
(Από τον πρόλογο του βιβλίου)
Σχετικά θέματα:
- Περούκας ή Μπερούκας Ιωάννης
- Οικογένεια Περρούκα
- Πληροφορίες περί ιατρικής από το Αρχείο Περούκα για την περίοδο 1800-1820. Όλγα Καραγεώργου-Κουρτζή, Διδάκτωρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Σχολική Σύμβουλος.
- Πρoστατευμένο: Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς, Ηλίας Γιαννικόπουλος, Δικηγόρος – Δ.Ν. Πρακτικά του Εκτάκτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου 2006.
Επετειακή αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, Άρθρα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Αδαμάντιος Κοραής, Βιογραφίες, Επανάσταση, Επανάσταση 21, Επετειακή αρθρογραφία - Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833), Εκπαιδευτικός, Ιστορία, Καραμούντζος Σπύρος, Συγγραφέας, Korais Adamantios, Library, Member of the Modern Greek Enlightment on 23 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Επετειακή αρθρογραφία – Αφιέρωμα στον Αδαμάντιο Κοραή (1748-1833)
Του Σπύρου Καραμούντζου
Στη διετή Μετεκπαίδευση Δασκάλων στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (1963-65), περίοδο που φοίτησα κι εγώ, θυμάμαι τον αείμνηστο Νικόλαο Τωμαδάκη, εξέχων καθηγητής στο μάθημα της Λογοτεχνίας, να μας δίνει μεταξύ των άλλων χρήσιμων συμβουλών του και την εξής:
Εάν θέλετε, μας έλεγε, να βιώσετε ή να αισθανθείτε καλύτερα μία εθνική ή θρησκευτική εορτή, πρέπει να επιλέξετε και να διαβάσετε προσεχτικά τις ημέρες αυτές ένα βιβλίο. Από αυτό θα πληροφορηθείτε από πρώτο χέρι τα ιστορικά γεγονότα, θα νιώσετε το μεγαλείο, τον ηρωισμό, την εθνική περηφάνια , την κατάνυξη και θα αντλήσετε τα αναγκαία διδάγματα. Μας υπέδειξε μάλιστα και μερικά, όπως π.χ. τα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, τα απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη και του Μακρυγιάννη, το Ρήγα Φεραίο, τον Οδυσσέα Ελύτη κ.λ.π. Επίσης να διαβάζετε ποίηση, ν’ ακούτε κλέφτικα τραγούδια και τη Σοφία Βέμπο για το έπος του 1940.
Στη συνέχεια τη συμβουλή αυτή την έλεγα κι εγώ στους μαθητές μου στο σχολείο και αργότερα ως Σχολικός Σύμβουλος στους δασκάλους της Περιφέρειάς μου. Το ίδιο όμως κάνω σε κάθε εθνική μας εορτή με την επετειακή αρθρογραφία, παρουσιάζοντας στους αναγνώστες μου, που θα το θυμούνται και μπορεί να το επιβεβαιώσουν, όχι μόνο το ιστορικό της επετείου αλλά και αποσπάσματα από το βιβλίο που διάβασα.
Κατά τη φετινή εθνική μας εορτή της 25ης Μαρτίου 1821, σειρά έχει να παρουσιάσω, στα επιτρεπτά πλαίσια ενός άρθρου, όχι μόνο τη βιογραφία και την εθνική προσφορά, αλλά και απόσπασμα κειμένου του Αδαμάντιου Κοραή, μιας από τις μεγαλύτερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νεότερου Ελληνισμού.
Αδαμάντιος Κοραής
Ο Αδαμάντιος Κοραής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1748. Ο πατέρας του ήταν έμπορος και καταγόταν από η Χίο. Η μητέρα του ήταν Σμυρνιά. Τα πρώτα γράμματα τα διδάχτηκε στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, όπου δίδασκε και ο παππούς από τη μητέρα του Διαμαντής Ρύσιος. Από αυτόν κληρονόμησε εκτός από την πλούσια βιβλιοθήκη και το πάθος για την παιδεία και τη μόρφωση.
Όταν ο πατέρας του τον έστειλε στην Ολλανδία ως ανταποκριτή των εμπορικών του υποθέσεων, αυτός επιδόθηκε στην εκμάθηση των ευρωπαϊκών γλωσσών και λιγότερο με το εμπόριο. Αργότερα σπούδασε ιατρική στο Πανεπιστήμιο του Μομπελιέ της Γαλλίας χωρίς να ασκήσει ποτέ το επάγγελμα του γιατρού.
Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε μόνιμα για όλη του τη ζωή στο Παρίσι όπου η παρουσία πολλών αξιόλογων ελληνιστών και οι μεγάλες βιβλιοθήκες τού επέτρεπαν να μελετήσει την αρχαία ελληνική γραμματεία και να συγγράψει τα βιβλία που ήθελε. Στη Γαλλική πρωτεύουσα έζησε σε εποχές που στάθηκαν σημαντικές για την ευρωπαϊκή ιστορία και τον ευρωπαϊκό πολιτισμό: Γαλλική Επανάσταση, Ναπολέων, διαφωτισμός κλπ. που χάραξαν και το δικό του προσανατολισμό.
Μέσα σ΄ αυτήν την κατεύθυνση τον απασχολούσε σοβαρά η σκέψη πως μόνο αν μορφωθούν οι Έλληνες θα μπορούσαν να ελευθερωθούν. Την πνευματική ανάπτυξη τη θεωρούσε προϋπόθεση για την ελευθερία και την ανεξαρτησία. Το μυστικό της μόρφωσης υπήρχε στους αρχαίους συγγραφείς.
Γι’ αυτό άρχισε να γράφει ακατάπαυστα, σε γλώσσα απλή και κατανοητή και με την οικονομική βοήθεια των αδελφών Ζωσιμάδων εξέδωσε μία σειρά βιβλίων με τίτλο «Ελληνική Βιβλιοθήκη» 17 τόμων. Πλουτάρχου Βίοι Παράλληλοι, Αριστοτέλη Ηθικά Νικομάχεια και Πολιτικά, Ξενοφώντα Απομνημονεύματα, Πλάτων Γοργίας κλπ. Πρωτοπόρος του Ελληνικού διαφωτισμού, γι΄ αυτό δικαιολογημένα θεωρείται ως ο μεγαλύτερος από τους δασκάλους του γένους. Με τα αμέτρητα συγγράμματά και τις διδαχές του, με επιστολές, φυλλάδια, προκηρύξεις, πολιτικοκοινωνικούς διάλογους κλπ. συμπλήρωσε το εθνοφωτιστικό του έργο, εμψύχωσε τους σκλαβωμένους Έλληνες και βοήθησε τόσο στην εθνεγερσία όσο και μετά την απελευθέρωση.
Ένα αξιόλογο κείμενό του, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα να είναι επίκαιρο και καλόν θα είναι να το διαβάζουν όλοι οι Έλληνες και κυρίως αυτοί που μας κυβερνούν είναι «Αι πολιτικαί παραινέσεις προς τους Έλληνες». Μικρό απόσπασμα αυτού, αναφερόμενο στην πραγματική ελευθερία είναι το ακόλουθο και φυσικά με γλωσσικούς ιδιωματισμούς, όπως δηλαδή το έγραψε ο Αδαμάντιος Κοραής:
Πραγματική ελευθερία
« Η ελευθερία του ανθρώπου είναι να πράσση (να πράττει) ανεμποδίστως όχι ό,τι θέλει, αλλ’ ό,τι συγχωρούν οι νόμοι. Δια την άγνοιαν (αγνοούσαν την αξία της ελευθερίας ) αυτής οι πρόγονοί μας δεν ήρκεσαν να την φυλάξωσι πολύν καιρόν, αφού με τους ηρωικούς αγώνας των ολίγοι αυτοί τον αριθμόν, εδίωξαν πολλάς βαρβάρων μυριάδας, οι οποίοι εζήτουν να τους δουλώσωσι. Δια την άγνοιαν αυτής δεν ηδυνήθησαν ούτε πόλις με πόλιν, ούτε πολίτης με πολίτην να συνδεθώσι με την αυτήν ομόνοιαν, ήτις τους έκαμε να θριαμβεύσωσι κατά των τυράννων. Μόλις εδίωξαν τον δεσπότην της Ασίας, εζήτησαν να δεσπόσωσιν αυτοί πολίται συμπολίτας (ομοεθνείς ) , πόλεις άλλας ομογενείς πόλεις.
Δια την άγνοιαν αυτής αι δύο τάξεις των πολιτών, οι επίσημοι (αριστοκρατικοί, ολιγαρχικοί) και οι δημοτικοί (δημοκρατικοί), δεν ηθέλησαν να πιστεύσωσιν, ότι της ελευθερίας η φυλακή (η φύλαξη ) δεν είναι ασφαλής, αν δεν φυλάσσεται εντάμα (αντάμα, μαζί ) και από τους δύο.
Οι επίσημοι ήθελαν μόνοι αυτοί να δεσπόζουσιν ολιγαρχικώς την πολιτείαν και πολλοί εξ αυτών έφθασαν εις τόσην πλεονεξίαν, ώστε εμβαίνοντες εις πολιτικά αξιώματα να ομνύωσι τον άνομον και αναίσχυντον όρκον, και να μεταχειρίζονται ως εχθρούς, ποίους; Όχι τους βαρβάρους τυράννους της Ασίας, ως ήθελε φυσικά συλλογισθήν πας ένας, αλλά τους δημοτικούς. Οι δημοτικοί πάλιν, όταν υπερίσχυαν εις την πολιτείαν, έπιναν το γλυκύτατον της ελευθερίας ποτήριον. Αλλά μη γνωρίζοντες τι πράγμα είναι η ελευθερία, την έπιναν άκρατον, έχοντας κακούς κεραστάς, τους καταράτους δημαγωγούς, έως εμεθύοντο και εγίνοντο και αυτοί της πατρίδος των τύρρανοι, πράσσοντες τας αυτάς πλεονεξίας, τας αυτάς αδικίας, δια τας οποίας εκατηγόρουν τους ολιγαρχικούς.
Και το κακόν δεν έμεινεν έως αυτού. Η άκρατος ελευθερία έφθειρεν όλων των πολιτών τα ήθη, διότι με πρόφασιν αυτής ούτε γυνή, λέγει ο Πλάτων, εσεβάζετο τον άνδρα ούτε τέκνα τους γονείς ούτε μαθηταί τους διδασκάλους ούτε νέοι τους γέροντας.
Από τοιαύτην άνομον ελευθερίαν, όταν μεθυσθή η πόλις, δεν είναι πλέον πολιτική κοινωνία, αλλά γίνεται κοινωνία ληστών ή μάλλον αγρίων θηρίων, τα οποία χωρίς αίσθησιν αμοιβαίας αγάπης, χωρίς φροντίδα του κοινού συμφέροντος δαγκάνονται, σπαράσσονται, τρώγονται αμοιβαίως, έως να εξολοθρευθώσιν ολότελα.
Εξεναντίας αληθινήν ελευθερίαν τότε μόνον έχει ο πολίτης, όταν την μεταχειρίζεται με τρόπον, ώστε να μην εμποδίζη άλλου συμπολίτου κανενός ελευθερίαν. Και τότε μόνον εμπορεί να την φυλάξη, όταν σεβάζεται και τους συμπολίτας του ως ελευθέρους. Η άκρατος ελευθερία ευρίσκεται εις την κατάστασιν της φύσεως και για να ελευθερωθώσιν από τους καθημερινούς πολέμους και τας εις αλλήλους αδικίας, όσας η τοιαύτη ελευθερία γεννά, ενώθησαν οι άνθρωποι εις πολιτικάς κοινωνίας και ηναγκάσθησαν να θυσιάση μικρόν ο καθένας μερίδιον της ακράτου ελευθερίας, δια να φυλάξη το υπόλοιπον με ειρήνην. Δια τούτο ωνόμασαν προσφυέστατα την δικαιοσύνην θυγατέραν της ανάγκης και μητέρα της ειρήνης.»
Ο μεγάλος αυτός σοφός και πατριδολάτρης είχε την ευτυχία να δει έστω και ένα μικρό μέρος της πατρίδας του ελεύθερο από τον τουρκικό ζυγό, νιώθοντας ικανοποίηση και δικαίωση των προσπαθειών του. Πέθανε στο Παρίσι, στις 6 Απριλίου 1833 και ετάφη με φροντίδες μαθητών και φίλων του στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.
Η Ελλάδα ευγνωμονούσα για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο έθνος μετέφερε τα οστά του, που ετάφησαν με επίσημη τελετή στο Α΄ Νεκροταφείο των Αθηνών, στις 8 Απριλίου 1877. Το προηγούμενο έτος μάλιστα είχαν στήσει τον ανδριάντα του στα Προπύλαια του Εθνικού Πανεπιστημίου.
Μελίσσια, 5-3-2011
Βιβλιογραφία:
- Κ. Παπαρηγοποούλου: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
- Εγκυκλοπαίδεια: Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάνικα
- Γ. Βαλέτας: Αναλύσεις Νεοελληνικών κειμένων
- Εκδοτικής Αθηνών: Ιστορία Ελληνικού, Έθνους
- ΟΕΔΒ: Ελληνική Ιστορία των νεοτέρων χρόνων
Έλληνες Πάπες
Posted in Άρθρα - Μελέτες - Εισηγήσεις, tagged alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, παπικός θρόνος, Έλληνες Πάπες, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Βατικανό, Εκκλησιαστικά, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ιστορία, Πάπας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, Ρώμη on 21 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
Έλληνες Πάπες
Η ελληνική παρουσία στον θρόνο των ποντιφήκων
Ο παπικός θρόνος δεν μονοπωλήθηκε ευθύς εξαρχής από Δυτικοευρωπαίους ιεράρχες. Η ακτινοβολία του ελληνικού πολιτισμού, ιδίως στους αιώνες πριν από το Σχίσμα μεταξύ της Ορθόδοξης και της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, είχε τον αντίκτυπό της στην παρουσία παπών ελληνικής καταγωγής στον θρόνο του Αγίου Πέτρου. Στη μελέτη αυτή κατ’ αρχήν εξετάζεται και αναδεικνύεται η ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, στη συνέχεια παρουσιάζονται οι Έλληνες επίσκοποί της και στο τέλος γίνεται λόγος για τον τελευταίο Έλληνα πάπα, τον Κρητικό Αλέξανδρο Ε’.
Η Ελληνικότητα της Αρχαίας Εκκλησίας της Ρώμης
Η άποψη του αείμνηστου καθηγητή της Θεολογικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών Παναγιώτη Τρεμπέλα (1886-1979)[1] είναι πώς μεταξύ των πιστών της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης συγκαταλέγονταν και Χριστιανοί ιουδαϊκής προέλευσης, αλλά ότι ως επί το πλείστον η Εκκλησία αυτή αποτελείτο από Χριστιανούς εξ εθνών, δηλαδή από τη Συρία, Μικρά Ασία, Μακεδονία και Ελλάδα, οι οποίοι επισκέπτονταν συχνά την πρωτεύουσα, για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους. Αξίζει εδώ να επισημανθούν και να αναδειχθούν ορισμένα σημεία που πιστοποιούν και επιβεβαιώνουν την ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης[2].
Ο απόστολος Παύλος έγραψε την επιστολή του προς τους Χριστιανούς της Ρώμης στην ελληνική γλώσσα, γεγονός που προϋποθέτει ότι οι παραλήπτες ήσαν και ελληνόφωνοι, που διαβιούσαν στο κέντρο του ρωμαϊκού κόσμου. Ένα δεύτερο σημαντικό γεγονός που συνηγορεί υπέρ της ελληνικότητας της πρώτης Εκκλησίας της Ρώμης, είναι ο αριθμός των πρώτων Ελλήνων επισκόπων της, για τους οποίους γίνεται αναλυτικός λόγος στη συνέχεια. Τέλος, ένα ακόμη γεγονός που πιστοποιεί την ελληνικότητα της αρχαίας αυτής Εκκλησίας είναι η διασωθείσα φιλολογία.
Η ελληνόφωνη Εκκλησία της Ρώμης κατά το τελευταίο τέταρτο του 1ου μ.Χ. αιώνα ήταν ήδη «αξιόθεος», δηλαδή «αντάξια του Θεού»[3], διότι η «Ρωμαίων Εκκλησία» ενσωμάτωσε όλη την κληρονομιά της αποστολικότητας του Πέτρου και του Παύλου και από αυτήν προέκυψε το καθήκον να υπερασπίζεται ως «πρωτοκάθεδρη» με κύρος τις αλήθειες της πίστης και της παράδοσης[4]. Επομένως, η καταξίωσή της δεν οφειλόταν στο μέγεθός της ή στο ότι ήταν η Εκκλησία της πρωτεύουσας και στο ότι περιλάμβανε πολλούς πιστούς, αλλά στην προέλευση και την αποστολική καταβολή της, όπως και στο οργανωτικό πνεύμα της, που διασφάλιζε την ευστάθεια και την ευταξία της [5].
Η ευθύνη της έγκυρης στήριξης της πίστης και της τάξης, μετά τους επισκόπους Ρώμης Λίνο (64/67-76/79) και Ανέγκλητο ή Ανάκλητο (76/79-88/91), διαβιβάσθηκε, σύμφωνα με τους αρχαίους καταλόγους του Ηγησίππου[6], στον τρίτο διάδοχο των κορυφαίων αποστόλων, τον ελληνομαθέστατο επίσκοπο Φλάβιο Κλήμεντα (88/91-97/100), που θεώρησε καθήκον εξ ονόματος της Εκκλησίας του να αναλάβει πρωτοβουλία παρέμβασης για την επίλυση ενός σοβαρού εσωτερικού προβλήματος του εκκλησιαστικού σώματος της Κορίνθου, όταν αμφισβητήθηκε η μονιμότητα της διακονίας του «Πρεσβυτερίου» της από νεώτερα «λαϊκά» μέλη της.
Έτσι, «η μεγάλη τε και θαυμασία» κατά τον Ευσέβιο Καισαρείας (Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ ιστ’ 16′) επιστολή του Κλήμη είναι γραμμένη στα Ελληνικά. Παράλληλα, στη Ρώμη γράφτηκε στα Ελληνικά, περί τα μέσα του 2ου αιώνα, το λεγόμενο Αποστολικό Σύμβολο[7]. Εκτός από τα έργα του Κλήμη και του Ερμά, συγγραφέα του έργου «Ο Ποιμήν» και αδελφού του πάπα Πίου, διασώθησαν και άλλα έργα, όπως η επιστολή του Ιγνατίου Αντιοχείας (68-107) προς την Εκκλησία της Ρώμης και η επιστολή του επισκόπου Ρώμης Σωτήρα (166-174) προς την Εκκλησία της Κορίνθου, οι οποίες επίσης γράφτηκαν στα Ελληνικά.
Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας αναγνωρίζεται ως ο κορυφαίος εκφραστής του δημόσιου αισθήματος της αρχαϊκής Εκκλησίας για την αποστολική λειτουργία της Εκκλησίας της Ρώμης, την οποία αναγνωρίζει ως «πρωτοκάθεδρη της αγάπης», όχι μόνο για τη φιλάνθρωπη αλληλεγγύη της, αλλά κυρίως για τη στοργική επιστασία της σε κάθε είδους ποιμαντική και διοικητική ανάγκη των «περιοικουσών» Εκκλησιών. Έτσι, δεν άργησε να τιμηθεί η καθέδρα του επισκόπου Ρώμης, ως η «ύπατη αποστολική αρχή» για τη στήριξη της πίστης και της παράδοσης, και να εξαρθεί η λειτουργία της ως «ο τόπος των Αποστόλων» και ως κεντρικού «στύλου» του ιερού θεσμού της Εκκλησίας.
Κατά τους τρεις πρώτους αιώνες, καμία άλλη Εκκλησία δεν επιχείρησε να την υποκαταστήσει ή να της απευθύνει νουθεσίες, παραινέσεις ή ελέγχους, ώστε να κλονισθεί η αποστολική αυθεντία της. Η εξαιρετική προέλευση και τα έργα της αλληλεγγύης αυτής της Εκκλησίας ενίσχυσαν το κύρος της στην υπεράσπιση της αποστολικής παράδοσης για τα σοβαρά θέματα του «συνεορτασμού του Πάσχα» και του αναβαπτισμού των «αιρετικών».
Οι απολογητές Ιουστίνος (πεθ. 165) και Τατιανός (120-172), που ήταν εγκατεστημένοι στη Ρώμη, έγραψαν στα Ελληνικά, όπως Ελληνικά έγραψαν γνωστοί και μεγάλοι αιρετικοί συγγραφείς, εγκατεστημένοι στη Ρώμη, και στα Ελληνικά αντιμετωπίσθηκαν τόσο από τον Ιουστίνο όσο και από τον γνωστό Σμυρναίο επίσκοπο Λουγδούνου (Λυών) Ειρηναίο (140 – 202, επίσκοπος το 178). Ο Barnard[8] γράφει σαφώς ότι «μέχρι του τέλους του 2ου αιώνα η Ρωμαϊκή Εκκλησία ήταν κυρίως ελληνόφωνη και στη σύνθεσή της ανατολική. Τα ονόματα των επισκόπων είναι ελληνικά ή ανατολικά. Οι επιγραφές επί των παπικών τάφων ήταν κυρίως στην ελληνική ως το τέλος περίπου του 3ου αιώνα, ενώ η χρήση της ελληνικής στη λειτουργία συνεχίσθηκε ακόμη περισσότερο».
Η ελληνική γλώσσα, όπως εύστοχα σημειώνει ο αρχιεπίσκοπος πρώην Θυατείρων και Μ. Βρετανίας, μητροπολίτης Πισιδίας Μεθόδιος (Φούγιας) (1924-2006), στο εξαίρετο και βαθυστόχαστο έργο του «Έλληνες και Λατίνοι» (σελ. 53), ήταν παράγοντας μεγάλης σπουδαιότητας για την ενότητα της Εκκλησίας της Ρώμης με τις άλλες Εκκλησίες, διότι η λατινική ήταν ανεπαρκής για να εκφράσει τις μεταφυσικές αναζητήσεις της ελληνικής φιλοσοφίας. Μία παράγραφος του Αουλου Γέλλιου (Aulus Gellius), σημειώνει ο Η. Milman[9], απεικονίζει την ενσυνείδητη ανεπάρκεια της λατινικής να εκφράσει, παρά τις καινοτομίες του Κικέρωνα, τις κομψότατες διδασκαλίες της ελληνικής φιλοσοφίας.
Ένα πρόσθετο στοιχείο που ενισχύει την ελληνικότητα της Εκκλησίας της Ρώμης, και το οποίο κατά τη γνώμη μας έχει παραγνωρισθεί, έγκειται στον τρόπο ανάδειξης του Λίνου ως επισκόπου Ρώμης. Ο Ευσέβιος Καισαρείας είναι σαφής ως προς το ότι ο Λίνος αναδείχθηκε με κλήρωση: «μετά Πέτρον της Ρωμαίων εκκλησίας την επισκοπήν ήδη πρότερον κληρωθείς δεδήλωται» και σε ένα άλλο σημείο: «μετά την Παύλου και Πέτρου μαρτυρίαν, πρώτος κληρούται την επισκοπήν Λίνος»[10]. Η ανάδειξη με κλήρωση στα αξιώματα κάποιας ελληνικής πόλης αποτελούσε την πιο δημοκρατική διαδικασία.
Καίρια το επισημαίνει αυτό ο Αριστοτέλης, όταν δηλώνει: «Λέγον δ’ οίον δοκεί δημοκρατικόν είναι το κληρωτάς είναι τας αρχάς το δ’ αιρετός ολιγαρχικόν»[11], περιγράφοντας τους θεσμούς της αθηναϊκής δημοκρατίας, στους οποίους κυριαρχούσε η κλήρωση. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν άγνωστη στην αρχαία Εκκλησία. Η ανάδειξη του Ματθία στη θέση του Ιούδα ως δωδέκατου αποστόλου έγινε με κλήρωση[12], κατά τον τρόπο που προέβλεπε το αθηναϊκό πολίτευμα[13], γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η οργάνωση της Εκκλησίας στην Ιερουσαλήμ μετά την ανάληψη του Χριστού έγινε με βάση ελληνικά πρότυπα[14].
Το πολιτικό ήθος των Ελλήνων υπεισήλθε στο ήθος και της Εκκλησίας της Ρώμης. Αξίζει να επισημανθεί ότι πριν από την αρχιερατεία του Σωτήρα (166-174), οι προεστώτες της εκκλησίας της Ρώμης ήσαν πρεσβύτεροι, όπως σαφώς προκύπτει από τις επιστολές του Ειρηναίου προς τον επίσκοπο Ρώμης Βίκτωρα, όταν του γράφει «οι προ σου πρεσβύτεροι», και προς τον επίσκοπο Ρώμης Ανίκητο «λέγοντα, την συνήθειαν των προ αυτού πρεσβυτέρων οφείλειν κατέχειν»[15]. Η λεπτομέρεια αυτή μπορεί να εκληφθεί ως τάση οργάνωσης της Εκκλησίας κατά το δημοκρατικό ήθος των Ελλήνων[16].
Η λατινική παράδοση εγκαινιάσθηκε στην Εκκλησία της Ρώμης όχι από Ρωμαίους, αλλά από Αφρικανούς Χριστιανούς. Έτσι, όταν ο Ευσέβιος Καισαρείας γράφει περί του Νοβάτου, του βίου και της αίρεσής του, αναφέρεται στην επιστολή του Κορνηλίου Ρώμης (251-252) προς τον Αντιοχείας Φάβιο (252-255) που γράφτηκε στα Ελληνικά[17], ενώ θεωρεί ως εξαιρετική και άξια μνείας την επιστολή του αγίου Κυπριανού (248/9-258) που γράφτηκε στα Λατινικά: «Ρωμαϊκή φωνή συντεταγμέναι, Κυπριανού και των αμ’ αυτώ κατά την Αφρικήν».
Μόλις περί τα μέσα του 3ου αιώνα υποχώρησε η ελληνική επιρροή στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως εξαφανίσθηκε η συμβολή της στη δημιουργία της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, διότι εάν δεν προϋπήρχε, δεν θα δινόταν η ευκαιρία στους Τερτυλλιανό, Αρνόβιο και Νοβατιανό να γράψουν χριστιανικά κείμενα στα Λατινικά.
Ο πλούτος όμως της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας της Ρώμης μέχρι την εποχή του Ευσέβιου αποκαλύπτει και την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων μελών και ηγετών της. Αυτό το δηλώνει ο επίσκοπος Κορίνθου Διονύσιος, ο οποίος γράφοντας στα Ελληνικά στον επίσκοπο Ρώμης Σωτήρα, του αναφέρει ότι «εξ αρχής γαρ υμίν έθος εστίν τούτο» και «το μέχρι του καθ’ ημάς διωγμού (δηλ. του Δεκίου, 249-251) φυλαχθέν Ρωμαίων έθος», και του υπογραμμίζει τον ελεήμονα και ευεργετικό ρόλο της Εκκλησίας προς τις άλλες Εκκλησίες («πάντας μεν αδελφούς ποικίλως ευεργετείν εκκλησίαις τε πολλαίς ταις κατά πάσαν πόλιν εφόδια πέμπειν, ώδε μεν την των δεομένων πενίαν αναψύχοντας, εν μετάλλοις δε αδελφοίς υπάρχουσιν επιχορηγούντας δι’ ων πέμπετε αρχήθεν εφοδίων πατροπαράδοτον έθος Ρωμαίων Ρωμαίοι φυλάττοντες»)[18].
Εκείνος όμως που καθιέρωσε κηρύγματα στη λατινική γλώσσα ήταν ο πάπας Λέων Α’ (440-461), ο οποίος στερέωσε τον λατινικό χαρακτήρα της Εκκλησίας της Ρώμης[19]. Αναμφισβήτητα υπήρξε μέγας, δεδομένου ότι διέσωσε τη Ρώμη τόσο από τον Αττίλα όσο και από τον Γιζέριχο, εγκαινιάζοντας παράλληλα το παπικό πρωτείο, το οποίο στήριξε σε ομιλίες του κατά την επέτειο της μνήμης του αποστόλου Πέτρου, κατά τις επετείους της εκλογής του στο παπικό αξίωμα και στις επιστολές που έστελνε στις Εκκλησίες της Αφρικής, του Ιλλυρικού, της Γαλλίας, στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Διόσκορο, στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ανατόλιο και στους αυτοκράτορες Μαρκιανό και Πουλχερία, εκθέτοντας τις απόψεις του για τον επίσκοπο Ρώμης ως «primus omnium episcoporum» και δηλώνοντας ότι σ’ αυτόν μεταβιβάζεται η «plenitudo potestatis», η «solicitudo omnium pastorum» και η «communis cura universalis ecclesiae»[20]. Πρόκειται για εκφράσεις και συμπεριφορές που απομάκρυναν την Εκκλησία της Ρώμης όχι μόνο από τους Έλληνες της Ρώμης, αλλά απ’ όλη την Ανατολική Εκκλησία.
Οι Έλληνες Επίσκοποι της Εκκλησίας της Ρώμης
Η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία παρέμεινε ενωμένη, έστω και με δύο μέρη, υπό τους γυιούς του Μ. Κωνσταντίνου και του Θεοδοσίου του Μεγάλου. Η Εκκλησία, αντίθετα, έδειχνε σημεία διαίρεσης σε Λατινική και Ελληνική. Στην Ανατολή επικράτησαν τα ελληνικά στοιχεία, κυρίως στον στρατό και στη νομοθεσία.
Η Ιστορία γνωρίζει Λατίνους στη Δύση και Έλληνες στην Ανατολή, με την κορυφαία διαφορά ότι αρκετοί Έλληνες έγιναν πάπες (τουλάχιστον 12 κατά τον π. Νικηφόρο Βιδάλη)[21] ή αντιπάπες, αλλά ουδείς Λατίνος έγινε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Το γεγονός αυτό θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως απόδειξη της μεγαλύτερης ελευθερίας που επικρατούσε στην Ρώμη προς τους Έλληνες, ως ένδειξη ασφάλειας που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι ή ακόμη και ως μία οφειλή που αισθάνονταν οι Ρωμαίοι προς τους Έλληνες που ίδρυσαν την Εκκλησία της Ρώμης[22]. Οι Έλληνες πάπες της Ρώμης υπερβαίνουν τους 20, διότι οι Σύριοι και οι άλλοι Ανατολίτες πάπες πρέπει να θεωρηθούν ελληνίζοντες, δεδομένου ότι έγραψαν στα Ελληνικά[23].
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αγίου Ιππολύτου (217-235), μαθητή του αγίου Ειρηναίου, επισκόπου Λυών, ο οποίος φέρεται στο Annuario Pontifico ως Ρωμαίος, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί πατρολόγοι J. Quasten και Β. Altaner γράφουν χωρίς επιφυλάξεις ότι ήταν Έλληνας από την Ανατολή[24]. Τα γεγονότα και τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν ότι η Λατινική Εκκλησία της Ρώμης αποτελούσε συνέχεια της Ελληνικής Εκκλησίας στη ρωμαϊκή πρωτεύουσα.
Η προσάρτηση της διοικητικής περιφέρειας του Ιλλυρικού στη Νέα Ρώμη είχε αρνητικές ιστορικές και εκκλησιολογικές επιπτώσεις στην Ορθόδοξη εξέλιξη του πρώτου Δυτικού πατριαρχείου. Στην αρχαία αυτή καθέδρα είχαν αρχιερατεύσει μέχρι τότε 13 ελληνόφωνοι επίσκοποι, με τελευταίους τον Εφέσιο πάπα Ιωάννη ΣΤ’ (701-705) και τον Καλαβρό Ιωάννη Ζ’ (705-707). Κατά την περίοδο της βασιλείας των Λέοντα Γ’ και Κωνσταντίνου Ε’ αρχιεράτευσαν ο συριακής καταγωγής πάπας Γρηγόριος Γ’ (731-741) και ο Έλληνας Ζαχαρίας (741 -752). Οι ελληνικής και συριακής καταγωγής πάπες οι οποίοι κάθισαν στο Σύνθρονο της Ρωμαϊκής Εκκλησίας από το 607 έως το 752, υποστήριξαν σθεναρά την Ορθόδοξη πίστη, ίσως διότι διατελούσαν ακόμη υπό την πνευματική επιρροή της Ανατολής.
Οι περισσότεροι προστάτευσαν την οικουμενικότητα του θρόνου τους, παρά τις επεμβάσεις των Φράγκων, τόσο στο θέμα της παρεξήγησης του όρου περί των αγίων εικόνων, όσο και στην εισαγωγή του διφορούμενου όρου του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως, που δυστυχώς άνοιξε τον δρόμο προς την ετεροδοξία. Όσο κυριαρχούσε το ελληνικό εικονόφιλο πνεύμα, το πατριαρχείο Παλαιάς Ρώμης ήταν το κέντρο αντίστασης της Ορθοδοξίας και το καταφύγιο ευσεβών κληρικών.
Η περίοδος της αρχιερατείας του επισκόπου Στεφάνου Β’ (752-757) αποτέλεσε καμπή στην ιστορία της Εκκλησίας της Ρώμης στρέφοντας οριστικά την παπική έδρα προς τους Φράγκους. Η προοδευτική εγκατάλειψη της Ρώμης από το Βυζάντιο, οι απειλές των εικονομάχων και οι επιθέσεις των Λογγοβάρδων, ανάγκασαν τον πάπα Στέφανο Β’ να καταφύγει στον Πιπίνο τον Βραχύ, που ουσιαστικά «ελευθέρωσε» τη Ρώμη από τη διπλή απειλή εξ Ανατολών και Βορρά[25].
Έλληνες Πάπες
Ως ένας από τους πρώτους Έλληνες επισκόπους της Εκκλησίας της Ρώμης φέρεται ο Ανάκλητος ή Ανάγκλητος (76/79-88/91), ο διάδοχος του Λίνου, ο οποίος ήταν Αθηναίος. Διάδοχός του υπήρξε ο Κλήμης. Τρίτος επίσκοπος Ρώμης, σύμφωνα με τον Ειρηναίο, ήταν ο Ευάρεστος που διετέλεσε επίσκοπος της επτάλοφης πόλης, σύμφωνα με τον Ευσέβιο, από το δωδέκατο έτος της βασιλείας του Δομιτιανού μέχρι το τρίτο του Τραϊανού, δηλαδή από το 97 μέχρι το 105 μ.Χ.[26]
Η πληροφορία ότι ο Κλήμης καταγόταν από τον αυτοκρατορικό οίκο των Φλαβίων, έχει κριθεί ανυπόσταστη[27]. Σύμφωνα με την παράδοση, πρόκειται για τον συνεργάτη του αποστόλου Παύλου στην κοινότητα των Φιλιππησίων, άποψη που αποδέχεται ο Ωριγένης[28], θεωρείται όμως απίθανη, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται από τον Ειρηναίο, ο οποίος αναφέρει ως βοηθό του αποστόλου τον Λίνο[29]. Η είδηση του μαρτυρικού θανάτου του με την πρόσδεση άγκυρας στον λαιμό του, στο λιμάνι της Χερσώνας, δεν φαίνεται ακριβής, δεδομένου ότι ο Ειρηναίος δεν αναφέρει κάτι τέτοιο και ότι ο Ευσέβιος κάνει λόγο για φυσικό θάνατό του[30]. Ο Κλήμης είναι ο συγγραφέας των δύο περίφημων επιστολών προς τους Κορινθίους.
Επόμενος Έλληνας πάπας μετά τον Ευάρεστο ήταν ο Τελεσφόρος (125-136), του οποίου η θητεία συνέπεσε με τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117-138)[31]. Με ελληνική καταγωγή (γεννήθηκε στον Τάραντα της Μεγάλης Ελλάδας), πολέμησε τις αιρέσεις των Γνωστικών και εισήγαγε πολλές λατρευτικές διατάξεις, όπως τη νηστεία της Σαρακοστής, την καθιέρωση τριών λειτουργιών κατά τα Χριστούγεννα (ανάλογα με την επιθυμία του ιερέα) και τη θέσπιση του ύμνου «Δόξα εν υψίστοις Θεώ» κατά τη θεία λειτουργία. Μαρτύρησε δι’ αποκεφαλισμού («ός και ενδόξως εμαρτύρησεν», γράφει ο Ειρηναίος Λουγδούνου)[32].
Τον Τελεσφόρο διαδέχθηκε ο Υγίνος ο οποίος, σύμφωνα με παλαιές πηγές, φέρεται ως Αθηναίος[33]. Η αρχιερατεία του διήρκεσε από το 136 έως το 140, ή, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, από 148 έως το 142. Απεβίωσε κατά το «τέταρτον της επισκοπής έτος»[34]. Η περίοδος της αρχιερατείας του συμπίπτει με τη μακρά ειρηνική και εποικοδομητική περίοδο διακυβέρνησης της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας από τον Αντώνιο Πίο (138-161).
Στον Υγίνο αποδίδονται αρκετές εκκλησιαστικές, λατρευτικές και θεολογικές οδηγίες, όπως ο προσδιορισμός των μικρών βαθμών του ιερατείου, η ονομασία των ιερατικών οφφικίων, η επιβεβαίωση ότι η πληρότητα του ιερατείου περιέχεται μόνον στο επισκοπικό αξίωμα, η άποψη ότι οι επίσκοποι μαζί με τον πάπα αποτελούν τη διδάσκουσα Εκκλησία, η θέσπιση αναδόχων για το βάπτισμα των κατηχούμενων.
Ξεχωριστή είναι η περίπτωση του Ελευθέρου ή Ελευθερίου (που αναφέρεται ως «δωδέκατος από των αποστόλων»), Έλληνα την καταγωγή από τη Νικόπολη της Ηπείρου[35]. Η Νικόπολη, ιδρυμένη από τον Αύγουστο σε ανάμνηση της νίκης του επί του Αντωνίου στη ναυμαχία στο Άκτιο (31 π.Χ.), αποτελούσε σημαντικό κέντρο της Δυτικής Ελλάδας. Η χριστιανική Εκκλησία της Νικόπολης ιδρύθηκε από τον απόστολο Παύλο, και γι’ αυτό τον λόγο ακόμη και σήμερα η Μητρόπολη Νικοπόλεως και Πρεβέζης αναγνωρίζεται ως αποστολική. Από πληροφορία του Ηγησίππου (που αναφέρεται στην προς Κορινθίους επιστολή του Κλήμεντα Ρώμης), συνάγεται ότι ο Ελεύθερος υπήρξε διάκονος του Ανικήτου (τον Ανίκητο διαδέχθηκε ο Σωτήρ από την Καμπανία (166-175) και αυτόν ο Ελεύθερος).
Ο Ελεύθερος ποίμανε την Εκκλησία κατά την περίοδο της αυτοκρατορίας του Μάρκου Αυρηλίου (168-180) και του γιου του Κόμμοδου (180-192). Παρά το γεγονός ότι ο Κόμμοδος δεν είχε τις αρετές του πατέρα του, κατά την περίοδο της διακυβέρνησής του, σύμφωνα με τον Ευσέβιο Καισαρείας, «η κατάσταση των Χριστιανών βελτιώθηκε και, θεία βουλήσει, η ειρήνη επεκτάθηκε σε όλες τις Εκκλησίες της αυτοκρατορίας. Ο λόγος της σωτηρίας άρχισε να ελκύει τις καρδιές των ανθρώπων κάθε κοινωνικής τάξης και εκτενώς δόξαζαν τον Πλάστη του Σύμπαντος, έτσι ώστε στη Ρώμη πολλοί επιφανείς άνθρωποι με ολόκληρη την οικογένειά τους αγκάλιαζαν τη διδασκαλία της σωτηρίας»[36]. Η αρχιερατεία του Ελεύθερου συνέπεσε με την αίρεση του Μοντανισμού και με τους διωγμούς του Μάρκου Αυρηλίου (177-178) κατά των Χριστιανών.
Ο επόμενος Έλληνας επίσκοπος Ρώμης ήταν ο Αντέρως, ο οποίος εποίμανε την Εκκλησία επί 43 ημέρες (29/11/235-3/1/236).
Η ποιμαντορία της ρωμαϊκής Εκκλησίας από τον αθηναϊκής καταγωγής Σίξτο (30/8/257-6/8/258) σημαδεύθηκε από ένα διάταγμα του Βαλεριανού (τον Αύγουστο του 257), το οποίο θεωρούσε τη χριστιανική θρησκεία παράνομη, υποχρέωνε τον κλήρο να θυσιάζει στους θεούς και απαγόρευε στους Χριστιανούς να συγκεντρώνονται στις κατακόμβες[37].
Ο Ευσέβιος Καισαρείας[38] εξηγεί τους λόγους για τους οποίους ο Βαλεριανός άλλαξε τακτική έναντι των Χριστιανών και, ενώ στην αρχή ήταν ανεκτικός, στη συνέχεια έγινε εχθρός τους. Μεταξύ των μαρτύρων αυτού του διωγμού συγκαταλέγεται ο Κυπριανός, επίσκοπος Καρθαγένης (13/9/257), αλλά και ο ίδιος ο Σίξτος (6/8/258). Βραχεία υπήρξε και η ποιμαντορία της Εκκλησίας της Ρώμης από τον Ευσέβιο (18/4/309 ή 310 – 17/8/309 ή 310), ο οποίος βρέθηκε ενώπιον των δραματικών καταστάσεων της εποχής του Κωνσταντίνου, του Λικίνιου και του Μαξέντιου.
Η ποιμαντορία της έδρας του αποστόλου Πέτρου από τον Έλληνα Ζώσιμο (από την Καππαδοκία) (18/3/417-26/12/418) χαρακτηρίζεται από τη στάση του έναντι της αίρεσης του πελαγιανισμού (η οποία είχε καταδικασθεί από τον προκάτοχό του Ιννοκέντιο Α’), καθώς και από την έκδοση εγγράφου σχετικού με την αμαρτία, το οποίο ο ιερός Αυγουστίνος επαινεί για τη σαφήνειά του.
Ο Ζώσιμος αγωνίσθηκε για την επιβολή πειθαρχίας στον κλήρο, την κατάργηση της δουλείας και των ανήθικων θεαμάτων. Επιπλέον κατόρθωσε να επιβάλει τα δικαιώματα της Αποστολικής Έδρας στους επισκόπους της Αφρικής[39].
Ρωμαίος, αλλά ελληνικής καταγωγής, ήταν ο Βονιφάτιος Γ’ (19/2/607 -12/11/607), ο οποίος είχε διατελέσει αποκρισάριος του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου (590-604), του επονομαζόμενου Διαλόγου, λόγω του συγγραφικού του έργου στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Ιεροσολυμίτης, Έλληνας πάπας, Θεόδωρος Α’ (642-649) τάχθηκε κατά της αίρεσης του μονοθελητισμού και υιοθέτησε τον τίτλο «πατριάρχης της Δύσεως». Ο Κύπρου Σέργιος του απέστειλε εγκάρδιο γράμμα, στο οποίο τον αποκαλεί «στήριγμα θεοπαγές και ασάλευτον, και στηλογραφίαν διαφανή της πίστεως… την σην αποστολικήν καθέδραν ιδρύσατο Χριστός ο Θεός ημών. Συ γαρ… υπάρχεις Πέτρος, και τω σω θεμελίω της Εκκλησίας οι στύλοι πεπήγασι»[40].
Από τη Μικρά Ασία, και ειδικότερα από την Έφεσο, καταγόταν ο Ιωάννης ΣΤ’ (30/10/701 – 11/1/705), του οποίου η διαποίμανση χαρακτηρίσθηκε από σύνεση και από το ειρηνοποιό του πνεύμα. Δύο επιτεύγματα ιστορικής σημασίας καταγράφονται στο ενεργητικό του. Πρώτον, η συνετή του στάση έναντι του αξιωματούχου Θεοφύλακτου, Βυζαντινού έξαρχου στην Ιταλία, που κατευθυνόταν στη Ρώμη με κακές προθέσεις και τον οποίο ο Ιωάννης κατόρθωσε να τον κατευνάσει ώστε να μην καταστρέψει την πόλη. Δεύτερον, η σωτηρία και η αποσόβηση του κινδύνου των επαρχιών της Ν. Ιταλίας από τον δούκα των Λογγοβάρδων Γκισούλφο Μπαμπάρδο[41].
Τον Ιωάννη ΣΤ’ διαδέχθηκε ο γεννημένος στην Καλαβρία Έλληνας Ιωάννης Ζ’ (1/3/705 – 18/10/707), ο οποίος άφησε αγαθή μνήμη για τη διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας και για τη φροντίδα του να στολίσει τη Ρώμη με μνημεία.
Στον Έλληνα πάπα Ζαχαρία (10/12/741 – 22/3/752) οφείλεται η μετάφραση από τα Λατινικά στα Ελληνικά των τεσσάρων βιβλίων «Διάλογοι του πάπα Γρηγορίου του Μεγάλου» (590-604), καθώς και η στέψη του Πιπίνου του Βραχέος ως βασιλέα των Φράγκων (751), πράξη που εγκαινίασε τη δυνατότητα των παπών να στέφουν και να καθαιρούν τους Φράγκους βασιλείς διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ιερότητα αυτής της πράξης από τους Φράγκους[42].
Στην ιστορική αναδρομή των Ελλήνων που ποίμαναν την αποστολική έδρα του Πέτρου πρέπει να προσθέσουμε δύο στοιχεία. Πρώτον, την αναγνώριση της σημαντικής συμβολή της Ρώμης κατά την Εικονομαχία, δεδομένου ότι στην Ζ’ Οικουμενική Σύνοδο (Νίκαια, 24/9-23/10/787) μετείχαν ως εκπρόσωποι του πάπα Αδριανού Α’ (772-795) δυο τοποτηρητές του, ο πρωτοπρεσβύτερος Πέτρος στη βασιλική του Αγίου Πέτρου στη Ρώμη και ο Έλληνας ηγούμενος Πέτρος «ελληνικής» μονής του Αγίου Σάββα στη Ρώμη[43]. Δεύτερον, το γεγονός ότι ο πάπας Ιωάννης Α’ (523-526) ήταν ο πρώτος πάπας που επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη, τον Μάρτιο του 524. Παράλληλα, υπήρξε ο πρώτος και τελευταίος πάπας που έστεψε Βυζαντινό αυτοκράτορα, τον Ιουστίνο Α’, το Πάσχα (19 Απριλίου) του 524, όταν λειτούργησε «λατινίδι τη φωνή» στη δεύτερη βασιλική της του Θεού Σοφίας, του Θεοδοσίου Β’.
Αλέξανδρος Ε’: Ο τελευταίος Έλληνας πάπας
Για την πολυκύμαντη και πολυσχιδή δραστηριότητα του πάπα Αλεξάνδρου Ε’ κάνει λόγο ο Μάρκος Ρενιέρης (1815-1897). Ο Πέτρος Φιλάργης είχε γεννηθεί στην Κρήτη περί το 1340[44]. Προφανώς δεν είχε οικογένεια και έλαβε το όνομα Πέτρος από τον Χάνδακα. Διδάχθηκε Λατινικά από έναν Μινορίτη μοναχό. Ως Φραγκισκανός μοναχός στην Κρήτη το 1357, στάλθηκε από το ισχυρό τάγμα του Αγίου Φραγκίσκου στην Πάδοβα, φοίτησε στο εκεί πανεπιστήμιο και συνέχισε τις σπουδές του στη Θεολογία στα περίφημα πανεπιστήμια της Οξφόρδης και των Παρισίων, όπου αναγορεύθηκε διδάκτωρ, διδάσκοντας μάλιστα επί ένα διάστημα. Στο συγγραφικό του έργο συγκαταλέγονται σχόλια στα Sententiae του Πέτρου του Λομβαρδού[45].
Εγκατέλειψε όμως την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία όταν το 1378 εκδηλώθηκε στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας το μεγάλο σχίσμα και όλοι οι οπαδοί του πάπα Ουρβανού ΣΤ’ εκδιώχθηκαν από το Πανεπιστήμιο των Παρισίων. Το 1384 μετέβη στην Παβία, το 1386 εξελέγη επίσκοπος Πιατσέντσας και το 1388 επίσκοπος Βιτσέντσας. Παράλληλα γνώρισε τον Τζιαν Γκαλεάτσο Βισκόντι και έγινε πολιτικός του σύμβουλος, μετέχοντας σε διπλωματικές αποστολές στην Πράγα.
Με την υποστήριξη του Βισκόντι αναδείχθηκε αρχιεπίσκοπος Μεδιολάνων το 1402. Αν και στενά συνδεδεμένη με την Αυλή της Γαλλίας (λόγω του μεγάλου σχίσματος στο εσωτερικό της), η οικογένεια Βισκόντι δεν είχε εντούτοις εγκαταλείψει και τον ποντίφηκα της Ρώμης. Πάπας στην Αβινιόν ήταν ο Βενέδικτος ΙΓ’, ενώ στη Ρώμη ο Ιννοκέντιος Ζ’, ο οποίος επιζητούσε τη φιλία των Βισκόντι και του Πέτρου Φιλάργη. Από τότε ο Φιλάργης έγινε ιδιαίτερα σημαίνον πρόσωπο για την παπική Αυλή. Το 1405 τιμήθηκε με τον τίτλο του καρδιναλίου και στάλθηκε ως πρεσβευτής στη βόρεια Ιταλία, όπου συνασπίσθηκε με τους υπόλοιπους καρδιναλίους προγραμματίζοντας σύνοδο για να επιτευχθεί η ένωση της Καθολικής Εκκλησίας.
Στις 25 Μαρτίου 1409 άρχισε η Σύνοδος της Πίζας, κατά την οποία ο Πέτρος Φιλάργης αναδείχθηκε εξαιρετικά δραστήριος. Στις 26 Ιουνίου 1406 εκλέχθηκε πάπας, έχοντας εξασφαλίσει τα δύο τρίτα του κονκλαβίου. Έλαβε το όνομα Αλέξανδρος Ε’ και όφειλε πλέον να φροντίσει για την ειρήνη του Καθολικού κόσμου, και για την καλή λειτουργία της μηχανής της παπικής εξουσίας, με όραμα την Ένωση της Ορθόδοξης με την Καθολική Εκκλησία. Ως Φραγκισκανός, προώθησε αμέσως βούλλες (προνόμια) υπέρ του τάγματός του, ελπίζοντας ίσως ότι οι Φραγκισκανοί θα ανανέωναν το εκκλησιαστικό σώμα.
Ο Αλέξανδρος Ε’ επιθυμούσε το τέλος του σχίσματος μεταξύ της Αβινιόν και της Ρώμης. Αναγνωρίσθηκε από πολλές ιταλικές πόλεις, από τη Γαλλία, την Αγγλία, ένα τμήμα της Γερμανίας και από τη Βοημία. Ο σπουδαιότερος αντίπαλός του ήταν βέβαια η ίδια η Ρώμη. Μετά από οκτώ μήνες, την 1η Μαΐου 1410, η Ρώμη έπεσε και ο Αλέξανδρος Ε’ θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκεί ως πνευματικός ηγέτης της παπωσύνης με τη δύναμη των όπλων. Τελικά όμως δεν κατόρθωσε να εισέλθει στη Ρώμη. Ασθένησε στην Μπολώνια, απεβίωσε στις 4 Μαΐου 1410 και ετάφη στο κοιμητήριο του τάγματος των Φραγκισκανών.
Ευαίσθητος στις πράξεις συμφιλίωσης, ο Μάρκος Ρενιέρης υπογραμμίζει ιδιαίτερα τη διαλλακτική στάση του Αλεξάνδρου και τις προσπάθειές του να κατευνάσει τα πάθη και να συμβιβάσει τα πνεύματα στους κόλπους της Καθολικής Εκκλησίας. Ο Ρενιέρης θέλησε να προβάλει στο πρόσωπό του τις αστείρευτες δυνάμεις του Ελληνισμού ο οποίος, αν και κάτω από ξένη κυριαρχία, κατόρθωσε, παρά τις εθνικές αντιξοότητες, να διαδραματίσει ηγετικό ρόλο στη Δύση[46].
Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του επίσης Κρητικού Οικουμενικού πατριάρχη Κυρίλλου Λούκαρι (1572-1638), ο οποίος με σπάνιες ικανότητες, οπλισμένος με μόρφωση, παρρησία και μεγαλειώδες παράστημα, υπηρέτησε τον Ελληνισμό στις πλέον κρίσιμες στιγμές του, κατορθώνοντας να καταστήσει το Οικουμενικό Πατριαρχείο παράγοντα της ευρωπαϊκής πολιτικής. Στις δύο αυτές προσωπικότητες της Κρήτης διέβλεπε ο Ρενιέρης δυνατότητες για την αποκατάσταση της Ένωσης των Εκκλησιών, που αποτελεί μείζον ζήτημα της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
Χρήστος Π. Μπαλόγλου
Διδάκτωρ Κοινωνικών & Οικονομικών
Επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης
Περιοδικό, «Ιστορικά θέματα», τεύχος 90, Δεκέμβριος 2009.
Υποσημειώσεις
[1] Π.Ν. Τρεμπέλας, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς του Παύλου, Αθήνα 1937, σελ. 10.
[2] Μεθόδιος Φούγιας, Έλληνες και Λατίνοι, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1994, 48-54 (β’ έκδ.).
[3] Ιγνάτιος Αντιοχείας, Προς Ρωμαίους Ι 6-9, στη σειρά Βιβλιοθήκη Ελλήνων Πατέρων και Εκκλησιαστικών Συγγραφέων, τ. Β’, Αθήνα 1955.
[4] Ειρηναίος, Κατ’ Αιρέσεων 3,33.
[5] Αριστείδης Πανώτης, Το Συνοδικόν της εν Ελλάδι Εκκλησίας, τ. Α’ (50 μ.Χ. -1850), Εκδ. Σταμούλης, Αθήνα 2008, σελ.69.
[6] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 51,5.
[7] Α. Hahn et al., Bibliothek der Symbole und Glaubensregeln der alten Kirche, Μπρεσλάου 1897 (ανατ. G. Olms, Χίλντεσχαίμ 1962), 22-23.
[8] L. W. Barnard, Studies in Church History and Patristics, Θεσσαλονίκη 1978, 26 (στη σειρά Analekta Vlatadon, αρ. 26).
[9] Η. Milman, History of Latin Christianity; including that of the Popes to the Pontificate of Nicholas V, τ. I, Λονδίνο 1857 (β’ έκδ.), σελ. 31, σε σημείωση.
[10] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Γ’ 4,8, και Γ’ 1,2, αντίστοιχα.
[11] Αριστοτέλης, Πολιτικά Δ’ 9, 1294 β 8-9.
[12] Πράξεις των Αποστόλων α’ 23-26.
[13] Για τη σύνδεση της αρχαίας ελληνικής πρακτικής της κλήρωσης με την εκκλησιαστική παράδοση βλ. Χ. Π. Μπαλόγλου, «Η άμεση δημοκρατία στην εκλογή επισκόπων και ο τελευταίος Έλλην πάπας», Η Νέα Πολιτική, τχ. 19, Μάιος 2007, σελ. 61, του ιδίου, «Εναλλακτική πρόταση για την εκλογή επισκόπων», Το Βήμα, Μ. Παρασκευή 25 Απριλίου 2008, σ. Α10, του ιδίου, «Η εκλογή επισκόπων και η αρχαία ελληνική δημοκρατία», Η Νέα Πολιτική, τχ. 34, Οκτώβριος 2008, 39-40.
[14] Ιωάννης (Ζηζιούλιας) Περγάμου, Ελληνισμός και Χριστιανισμός. Η συνάντηση δυο κόσμων, Εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 2008 (β’ έκδ.), σελ. 127.
[15] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ε’ 24,15 και 24,16 αντίστοιχα.
[16] Αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία. Απ’ αρχής μέχρι σήμερον, Εκδ. Αστήρ, Αθήνα, 1959, σελ. 49, σημ. 7.
[17] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία ΣΤ’ 43 και ΣΤ’ 43, 3, αντίστοιχα.
[18] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 23, 9 και 10.
[19] Milman, Α’, 170. Πρβλ. Στεφανίδη, «Οι πάπαι Κελεστίνος Α’ και Λέων ο Α’ εν ταις σχέσεσιν αυτών προς τους Βυζαντινούς αυτοκράτορας και τας υπ’ αυτών συγκαλουμένας οικουμενικάς συνόδους», Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, 1924.
[20] Φούγιας, σελ. 54.
[21] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι Ποντίφικες και το έργο τους, Εκδόσεις Κ.Ε.Ο, Αθήνα, 1994, σελ. 170.
[22] Ch. Diehl, Byzantium. Greatness and Decline, Rutgers Univ. Press, 1957, σσ. 241-50.
[23] Gay, «Quelques remarques sur les papes Grecques et Syriens avant la querelle des Iconoclastes (678-715)», Melanges P. Schlumberger, τ. I, Παρίσι 1924, 40 (αναφ. από τον Φούγια, σελ. 62, σημ. 41).
[24] J. Quasten, Patrology, τ. II (1962), 163, Β. Altaner, Patrologie. Leben Schriften und Lehre der Kirchenvaeter, Φράιμπουργκ 1958,183 (5η έκδ.). To ίδιο ισχύει και στους καταλόγους των παπών που έχει συντάξει ο αρχιμ. Βασ. Στεφανίδης, Εκκλησιαστική Ιστορία, σσ. 802-4.
[25] Πανώτης, σσ. 252-3.
[26] Ειρηναίος, Έλεγχος 3,3,3, Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 15, 34.
[27] Για τη σχετική επιχειρηματολογία βλ. Δ. Μπαλάνο, Πατρολογία, τ. Α’, Αθήνα 1930, σελ. 31 κ.εξ.
[28] Απ. Παύλος, προς Φιλιππησίους δ’ 3, Ωριγένης, Εις το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον εξηγητικών, ΣΤ’ 36.
[29] Δημ. Μπαλάνος, Πατρολογία, σελ. 32, Σωφρόνιος (Ευστρατιάδης) Λεοντοπόλεως, Λεξικόν της Καινής Διαθήκης, Πατριαρχικό Τυπογραφείο, Αλεξάνδρεια, 1910 (ανατ.: Αθήνα, εκδ. Πελεκάνος, 2001), σελ. 436.
[30] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Γ’ 34.
[31] Ο όρος «πάπας» προέρχεται από το αραμαϊκό Abba (ab στην εβραϊκή), που σημαίνει πατέρας. Ο τίτλος του πάπα προσλήφθηκε για πρώτη φορά από τον πειθαρχικό και αυστηρό επίσκοπο Ρώμης Σιρίκιο (384-399), αλλά η τακτική χρήση του άρχισε επί, επισκόπου Ρώμης Αγαπητού (535-536): Πανώτης, σα. 151, 220, σημ. 26.
[32] Ειρηναίος, Κατά των αιρέσεων Γ 3,3. Πρβλ. Ευσέβιο, Εκκλησιαστική Ιστορία, Δ’ 10, Ε’ 6,4.
[33] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι ποντίφικες, σελ. 57.
[34] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Δ’ 10, 11, 6.
[35] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε’ (πρόλογος) 1. Ε 3,4, Π. Χρήστου, «Ο Έλλην πάπας Ελεύθερος (175-189)», Ηπειρωτικό Ημερολόγιο Β’ (1980).
[36] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία Ε 3,4, 4,1, Ε 21,1.
[37] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Οι Ρωμαίοι, σελ. 73.
[38] Ευσέβιος, Εκκλησιαστική Ιστορία, Ζ’ 10.
[39] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, Σελ. 94.
[40] Πανώτης, Το Συνοδικόν, σελ. 229.
[41] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, 150-1.
[42] Π. Νικηφόρος Βιδάλης, σελ. 160.
[43] Β. Σταυρίδης, Η Ζ’ Οικουμενική Σύνοδος Νίκαια (β’), Θεσσαλονίκη 1987, Πανώτης, 262-5.
[44] Μ. Ρενιέρης, Ιστορικαί Μελέται. Ο Έλλην Πάπας Αλέξανδρος Ε’. Η εν Βασιλεία Σύνοδος, σσ. 1-105, κεφ. Ι-Θ.
[45] Fr. Ehrle, Der Sentenzenkommentar Peters von Candia, des Pisaner Papstes Alexander V (1925) (αναφ. από τον Στεφανίδη, Εκκλησιαστική Ιστορία, 562-3).
[46] Ρωξάνη Α. Αργυροπούλου «Μάρκος Ρενιέρης: Η ρομαντική ιστοριογραφία στην φιλοσοφική της θεώρηση», Μ. Ρενιέρη, Ιστορικαί Μελέται, σσ. ξα’- πγ’.
«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV
Posted in Εικονογραφία του '21, tagged 1821, alphaline, Argolikos Arghival Library History and Culture, Greek History, History, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Επανάσταση 21, Εικαστικά, Ζωγραφική, Η απελευθέρωση της Ελλάδος, Ιστορία, Πέτερ φον Ες, Πελοπόννησος, Φιλέλληνες, Peter von Hess on 18 Μαρτίου, 2011| Leave a Comment »
«Η απελευθέρωση της Ελλάδος», Πέτερ φον Ες (Peter Von Hess), μέρος ΙV
Βαυαρός ζωγράφος. Με τα έργα του, χάραξε στη εθνική μνήμη μας τις μορφές των ηρώων του 1821. Ο Peter Von Hess έφθασε στο Ναύπλιο συνοδεύοντας τον νεαρό Βασιλιά Όθωνα, μετά από εντολή του βασιλιά Λουδοβίκου Α΄ της Βαυαρίας, πατέρα του Όθωνα, και είχε την τύχη να γνωρίσει τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης και να ζωγραφίσει μέσα στα ερείπια που ακόμη κάπνιζαν.
Ο Peter von Hess, φιλοτέχνησε 39 σκηνές σχετικές με τον αγώνα, καθώς και προσχέδια τοιχογραφιών τα οποία επρόκειτο να διακοσμήσουν τις στοές των κήπων του παλατιού στο Μόναχο αλλά και τους τοίχους των ανακτόρων του τσάρου Νικολάου Α΄ στην Αγία Πετρούπολη.

Γιάννης Μακρυγιάννης. Ο Μακροϊάννης αμύνεται εν Πειραιεί προς τους εχθρούς καρτερικώτατα. Peter Von Hess.

Οι αντιπρόσωποι των Ελλήνων στο Μοναχό. Οι Πρεσβευταί της Ελλάδος προσφέρουσιν υποταγήν τω εαυτών Βασιλεί. Peter Von Hess.

Η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο. Όθωνος του ά Βασιλέως της Ελλάδος απόβασις εις Ναυπλίαν. Peter Von Hess.
Βιογραφικό:
Διάλεξη του Dr. Richard Hunter στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο
Posted in Ειδήσεις - Πολιτισμός, tagged Argolikos Arghival Library History and Culture, Harvard, Αργολίδα, Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας & Πολιτισμού, Διαλέξεις, Ιστορία, Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Harvard, Ναύπλιο, Πελοπόννησος, Πολιτισμός, Richard Hunter, Trinity College on 18 Μαρτίου, 2011| 1 Comment »
Διάλεξη του Dr. Richard Hunter στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο
Σας ενημερώνουμε ότι την Τετάρτη 23 Μαρτίου και ώρα 19.00, στο Κέντρο Ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Harvard στο Ναύπλιο (αίθουσα διαλέξεων «Οικογενείας Νίκου Μαζαράκη»), θα δώσει διάλεξη ο Dr. Richard Hunter, Καθηγητής στη Βασιλική Έδρα Ελληνικών και Εταίρος του Trinity College, Πανεπιστήμιο Cambridge.
Θέμα της ομιλίας, η οποία εντάσσεται στο πλαίσιο του “Events Series 2011” του Κέντρου μας, θα είναι: «The classical past in ancient Greek literature». Η ομιλία θα πραγματοποιηθεί στην αγγλική γλώσσα και θα διανεμηθεί εκτενής μετάφραση της στην ελληνική.

































