Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for 2011

Δωρής Φίλιππος


 

Ομότιμος Καθηγητής Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών – Δι­κηγόρος. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 22 Ιανουαρίου 1942. Είναι γιος του Ευάγγελου Δωρή από το Άργος, διαπρεπούς νομικού και μέλους του νομικού συμβουλίου του Κράτους, συγγραφέα σημαντικών μελετών, όπως του δικαίου των Αρχαιοτήτων, πρώην Πρόεδρου του Συλλόγου Αργείων « ΑΤΡΕΥΣ».

Πτυχιούχος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών το 1964.  Δικηγόρος Αθηνών από το 1967, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου του Μονάχου (1972). Καθηγητής του Αστικού Δικαίου στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών.  Συγγραφέας μεγάλου αριθμού νομικών μελετών (εγχειριδίων, μονογραφιών, ερμηνευτικών συμβολών σε συλλογικά έργα, άρθρων σε νομικά περιοδικά και σε τιμητικούς τόμους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, σχολίων σε δικαστικές αποφάσεις, γνωμοδοτήσεων κ.ά.) στους τομείς κυρίως του αστικού και του ευρύτερου ιδιωτικού δικαίου, με έμφαση σε ζητήματα περιορισμών της συμβατικής ελευθερίας, δικαίου της αντιπροσωπείας, δικαίου της πώλησης, εμπράγματων ασφαλειών, εξειδικεύσεων της καλής πίστης, ιδίως στο πεδίο προστασίας του κα­ταναλωτή, επιδράσεων συνταγματικά προστατευόμενων θεμελιωδών αρχών, όπως η αρχή της αναλογικότητας στο πεδίο του ιδιωτικού δι­καίου, καθώς επίσης στους τομείς της μεθοδολογίας και φιλοσοφίας του δικαίου.  

Επίτιμος διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Δημο­κρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης από το 2006. Πρόεδρος της Ένωσης Αστικολόγων επί 3ετία και επίτιμος πρόεδρος αυτής από το 2008.  Διετέλεσε Διευθυντής του Τομέα Αστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος της Συντακτικής Επιτροπής του Νομικού Βήματος από το 1981 έως το 2005, μέλος μεγάλου αριθμού νομοπαρασκευαστικών επιτροπών, όπως για το Εθνικό Κτηματολό­γιο, το πλασματικό ενέχυρο και το νέο δίκαιο της πώλησης.

Υπήρξε επί μακρών επίσης σύμβουλος επί θεμάτων νομοθετικής πολιτικής του Εθνικού Κτηματολογίου και μέλος του Νομικού Συμβουλίου της Εμπορικής Τράπεζας. Έχει συμμετάσχει, ως εισηγητής ή μέλος, σε μεγάλο αριθμό ελληνικών και διεθνών συνεδρίων στο γνωστικό αντικείμενο της επιστήμης του και ως διαιτητής ή επιδιαιτητής σε εγχώριες και διεθνείς διαιτησίες. Γνωρίζει άριστα την Γερμανική, την Γαλλική και την Αγγλική.

 

Πηγή


  • Έκδοση Εγκυκλοπαιδειών Προσωπικοτήτων, «Who is Who στην Ελλάδα της Hübner», 5η Έκδοση, 2010. 

Read Full Post »

Δεληγιάννης Κανέλλος (Λαγκάδια Γορτυνίας, 1780 – Αθήνα, 1862) 


 

Κανέλλος Δεληγιάννης, ελαιογραφία.

 

Αγωνιστής του 1821 και πολιτικός, συγγραφέας Απομνημονευμάτων. Γεννήθηκε το 1780 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας και ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στη Δημητσάνα και στην Κωνσταντινούπολη. Τα πρώτα γράμματα διδάχτηκε από τον επίσκοπο Ακόβων Δανιήλ, κατόπιν μητροπολίτη Τριπόλεως.  Ήταν ο πέμπτος γιος του Ιωάννη Μωρόγιαννη. Έγινε μάλιστα προεστός μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του. Ήταν αδελφός του προέδρου της Γερουσίας στην περίοδο του Όθωνα Αναγνώστη Δεληγιάννη. Ως χαρακτήρας ήταν πιο ήπιος και διαλλακτικός από τον αδελφό του.

Στα Απομνημονεύματα ο Κανέλλος εν συντομία αναφέρει σχετικά με τη γέννησή του τα εξής: « … εγεννήθην κατά το έτος 1780, Φεβρουαρίου 14, εις την πατρίδα μου κωμόπολιν των Λαγκαδιών της επαρχίας Γόρτυνος ή Καρύταινας και ανετράφην εις αυτήν. Εκεί εδιδάχθην και μικρά τινα μαθήματα εκ του σχολείου της Δημητσάνης παρά του Επισκόπου Ακόβων Δανιήλ, υπάρχοντος κατ’ αρχάς οικοδιδασκάλου της οικογενείας μας το οποίον προήξεν ο πατήρ μας εις αυτήν την υψηλήν θέσιν».

Για τη νεανική του ζωή οι πληροφορίες είναι πενιχρές, τις παραμονές όμως της Επανάστασης βρισκόταν στην Κων­σταντινούπολη με τον αδερφό του Αναγνώστη. Ο ίδιος γράφει στα Απομνημονεύματά του ότι «… ευρισκό­μενος εν και ήμισυ έτος εις Κων­σταντινούπολιν και λαβών σχέσεις μετά του Πελοποννησίου Παναγιώτου Σέκερη και δι’ αυτού μετά του Κουμπάρη και του Αλ. Μαύρου εκατηχήθη παρά του πρώτου εις το μυστήριον της Εταιρείας».

Στον κατά­λογο, εντούτοις, των Φιλικών του Αρχείου Σέκερη, αναγράφεται ότι ο Κανέλλος Παπαγιαννόπουλος (Δε­ληγιάννης) μυήθηκε στην Τριπολιτσά από τον Παναγιώτη Αρβάλη στις 10 Σεπτεμβρίου 1819. Στη συνέχεια από τον Κανέλλο Δεληγιάννη μυή­θηκαν οι αδερφοί του Δημήτριος και Κωνσταντίνος.

Το Φεβρουάριο του 1821 ο Κα­νέλλος Δεληγιάννης συναντήθηκε στα Λαγκάδια με τον Παπαφλέσσα, με τον οποίο διαφώνησε για τη δυ­νατότητα άμεσης έναρξης του Αγώ­να, όπως ο ίδιος γράφει. Στις 23 Μαρτίου όμως με τους αδερφούς του και με τους Πλαπουταίους κήρυξε την Επανάσταση στη Γορτυνία και πολιόρκησε τους Τούρκους στην Καρύταινα. Στις 7 Απριλίου 1821 συμμετέχει στη συγκρότηση ενός από τα πρώτα στρατόπεδα των επαναστατών στην Πιάνα, τον ίδιο μήνα παίρνει την κρίσιμη απόφαση να εξοντωθούν οι μουσουλμάνοι των Λαγκαδιών, προκειμένου να αποκλειστεί κάθε δυνατότητα συνδιαλλαγής με τους Τούρκους. Αναλαμβάνει την εφορεία της Καρύταινας και παραδίδει την αρχηγία του στρατοπέδου στο Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.  

Συμμετέχει ενεργά στην πολιορκία και κατάληψη της Τριπολιτσάς, ελευθερώνεται ο αδελφός του Θεόδωρος, που ήταν όμηρος των Τούρκων, αλλά πεθαίνει μετά από λίγο από τις κακουχίες που υπέστη κατά την φυλάκισή του.

Στην Α΄ Εθνοσυνέλευση εκλέγεται μέλος του εκτελεστικού και το Μάρτιο του 1822 παίρνει μέρος στην πολιορκία του κάστρου της Πάτρας και ένα μήνα αργότερα εκστρατεύει στη Δυτική Ελλάδα όπου λαμβάνει μέρος στη μάχη του Πέτα (2 Ιουνίου), στην οποία οι ελληνικές δυνάμεις ηττήθηκαν. Ονομάζεται από την Προσωρινή Διοίκηση  στρατηγός  (17 Μαΐου 1822) και αναλαμβάνει την εκστρατεία στη Στερεά Ελλάδα, όπου επιδεικνύει ιδιαίτερες ικανότητες.

Στη διάρκεια της Επανάστασης, ο Δεληγιάννης συγκρούστηκε με τους Κολοκοτρωναίους – οι οποίοι προεπαναστατικά υπήρξαν «κάποι» που προσέφεραν στρατιωτικές υπηρεσίες στην οικογένεια των Δεληγιάννηδων έναντι αμοιβής – εξαιτίας της αυτονόμησης του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του ρόλου του ως στρατιωτικού ηγέτη. Οι πολιτικές σχέσεις αυτού του τύπου, όπως λόγου χάρη των Δεληγιανναίων με τους Κολοκοτρωναίους, εκείνη την περίοδο και ιδιαίτερα κατά τους εμφύλιους πολέμους χαρακτηρίζονταν από αστάθεια.

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ο Κανέλλος Δεληγιάννης συναίνεσε στην ανάθεση ηγετικού στρατιωτικού ρόλου στον Κολοκοτρώνη, μάλιστα το Μάιο του 1823 σε μια απόπειρα σύναψης συμμαχίας μεταξύ των δύο ισχυρών οικογενειών αρραβωνιάζει την κόρη του με τον μικρό γιό του Θ. Κολοκοτρλωνη, Κολίνο, όμως  ο λιγότερο διαλλακτικός αδελφός του Αναγνώστης ήταν εξαρχής αντίθετος στην ανάθεση τέτοιων αξιωμάτων σε πρόσωπα έξω από την κοινωνική ομάδα των προκρίτων.

Διετέλεσε πληρεξούσιος στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους εκπροσωπώντας τους στρατιωτικούς, όπως και στη Γ’ Εθνοσυνέλευση – Επίδαυρος 1826 και Τροιζήνα 1827 – καθώς και στην Α’ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση, μετά την αλλαγή του πολιτεύματος το 1843-1844. Στράφηκε κατά των ευρωπαϊκής παιδείας πολιτικών που ήρθαν στην Ελλάδα μετά την έκρηξη της Επανάστασης για να αναλάβουν ηγετικούς ρόλους. Επίσης, εναντιώθηκε εξαρχής στον ηγετικό ρόλο του Δημήτριου Υψηλάντη, τον οποίο θεωρούσε υπεύθυνο και, για την άφιξη εκείνων.

Επιπλέον διαμαρτυρήθηκε έντονα για την ανάληψη της προεδρίας του Βουλευτικού από τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο τον Ιούλιο του 1823. Μετά το 1824 συμμάχησε με τον Ιωάννη Κωλέττη και εντάχθηκε στο «γαλλικό» κόμμα. Αποσύρθηκε από την πολεμική δράση μετά την ήττα των Πελοποννησίων στο δεύτερο εμφύλιο πόλεμο. Μάλιστα, αφού συνελήφθη από την κυβέρνηση Κουντουριώτη, όπως και ο Κολοκοτρώνης, κρατήθηκε στη Μονή του Προφήτη Ηλία της Ύδρας.

Παρά τις αντιρρήσεις του Κουντουριώτη, ελευθερώθηκε με την αμνηστία που δόθηκε το Μάιο του 1825, όταν ο Αιγύπτιος Ιμπραήμ πασάς απειλούσε την Πελοπόννησο. Ήταν ανάμεσα σε εκείνους που υπέγραψαν την «πράξη υποτέλειας» προς την Αγγλία το καλοκαίρι του 1825. Το 1827, κατά την Γ’ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, συγκρούστηκε με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη και Γεώργιο Κουντουριώτη για το θέμα της διανομής των εθνικών γαιών, οι οποίες πριν από την Επανάσταση βρίσκονταν στην ιδιοκτησία των Οθωμανών.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους παρέμεινε στο «γαλλικό» κόμμα και αναμίχθηκε στην πολιτική ζωή. Κατά τη δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο, υπήρξε βοηθός του Σκώτου εισαγγελέα Εδουάρδου Μάσσον στη  διεξαγωγή των ανακρίσεων εναντίον του Γέρου του Μοριά  την περίοδο της Αντιβασιλείας, το 1834, όταν ο τελευταίος κατηγορήθηκε για συνωμοσία του «ρωσικού» κόμματος κατά του Όθωνα. Αργότερα, ωστόσο, και ο ίδιος ο Κανέλλος Δεληγιάννης φαίνεται πως προσχώρησε στο «ρωσικό» κόμμα για κάποιο διάστημα.

Στις εκλογές που ακολούθησαν την ψήφιση του Συντάγματος του 1844, το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, συμμάχησε εκλογικά στη Γορτυνία με το Γενναίο Κολοκοτρώνη και το Δημήτριο Πλαπούτα, αφού άφησε πίσω τις διαμάχες τους από την περίοδο της Επανάστασης. Βρήκαν μάλιστα τους οπαδούς τους ανάμεσα στο φτωχό αγροτικό πληθυσμό, καταφερόμενοι κατά των «Φράγκων» και των «φραγκοφορεμένων», στηριζόμενοι στη σχετική άγνοια και τις προκαταλήψεις των οπαδών τους.

Το Δεκέμβριο του 1844, μετά την επικράτηση του «γαλλικού» κόμματος στις βουλευτικές εκλογές που προηγήθηκαν, και την ανάληψη της πρωθυπουργίας από τον Ιωάννη Κωλέττη, ο Κανέλλος Δεληγιάννης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής στις 20 Δεκεμβρίου 1844, διαδεχόμενος τον προσωρινό πρόεδρο Νικηταρά. Η θητεία του έληξε ένα χρόνο αργότερα στις 31 Οκτωβρίου 1845.

Τα Απομνημονεύματά του, παρόλο το πάθος και την υπερβολή που τα χαρακτηρίζουν, αποτελούν χρήσιμη πηγή για την κατανόηση των εσωτερικών διαδικασιών, των σχέσεων και των αντιλήψεων που διακατείχαν πολλούς στον αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία. Στα κείμενά του προσπαθεί ταυτόχρονα να αποκαταστήσει την τιμή της οικογένειάς του, όπως και της κοινωνικής ομάδας των προυχόντων της Πελοποννήσου στην οποία ανήκε.

Αυτό το έκανε στρεφόμενος κατά των στρατιωτικών αρχηγών και ιδίως του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, που δεν έπαυε να βλέπει αφ’ υψηλού, αλλά και κατά των «ξενόφερτων» πολιτικών που επιδίωκαν την εισαγωγή δυτικών θεσμών στη μετεπαναστατική Ελλάδα. Τα Απομνημονεύματα  άρχισε να τα γράφει σε ηλικία 74 χρονών, το 1854. Τα χειρόγραφα παρέμειναν ανέκδοτα μέχρι το 1957, όταν εκδόθηκαν σε τρεις τόμους.

Από  τον γάμο του με τη Αθανασία Αναγν. Παπατσώνη, απέκτησε μια κόρη, τη Μαρία, την οποία έχασε το 1854. Πρόκειται για την επτάχρονη κοπέλα που αρραβωνιάστηκε τον δωδεκάχρονο γιο του Κολοκοτρώνη.  Αργότερα η Μαρία παντρεύτηκε τον Διονύσιο Χρυσοσπάθη,  γιο του φιλικού και αγωνιστή Ηλία Χρυσοσπάθη.

Ο Κανέλλος Δεληγιάννης μετά την εγκατάσταση της βασιλείας στο ελληνικό κράτος διετέλεσε συνταγματάρχης – ακόλουθος, Νομοεπιθεωρητής Μεσσηνίας και συνταξιοδοτήθηκε με τον τίτλο του Αντιστράτηγου. Επίσης στις 20 Δεκεμβρίου 1844 εκλέχτηκε πρόεδρος της Βουλής. Το 1859 το Ελληνικό κράτος αποφασίζει να του χορηγήσει ένα είδος σύνταξης ως αναγνώριση για την συνολική προσφορά του στο αγώνα της ανεξαρτησίας. Πέθανε στην Αθήνα το 1862 σε ηλικία 82 ετών.  

 

Πηγές 


 

  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.
  •  Στάθης Κουτρουβίδης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Ιστορική Βιβλιοθήκη, Τα Νέα, Αθήνα, 2010.
  •  Κωστής Παπαγιώργης, «Κανέλλος Δεληγιάννης», Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2001.

Read Full Post »

Δεληγιάννης  Αναγνώστης (1771 -1856)


 

Δεληγιάννης Αναγνώστης, ελαιογραφία.

Πολιτικός του Αγώνα. Γεννήθηκε το 1771 στα Λαγκάδια της Γορτυνίας. Ήταν ο πρώτος από τους οκτώ γιους του Ιωάννη Παπαγιαννόπουλου – Δεληγιάννη, πλούσιου προκρίτου στην Καρύταινα της Αρκαδίας με σημαντική επιρροή σε όλη την Πελοπόννησο. Λόγω της μόρφωσής του, κατείχε το εκκλησιαστικό αξίωμα του αναγνώστη, το οποίο τελικά υποκατέστησε και το όνομά του, όπως συνηθιζόταν τότε. Χαίροντας της εκτίμησης των άλλων προεστών για την ευφυΐα και τη διπλωματική του ικανότητα, είχε σταλεί τουλάχιστον δύο φορές στην Κωνσταντινούπολη ως αντιπρόσωπος (βεκίλης) των προεστών της Πελοποννήσου, τους οποίους αντιπροσώπευε ήδη από τα 25 του χρόνια και έως το ξέσπασμα της Επανάστασης.

Μετά τον αποκεφαλισμό του πατέρα του από τους Οθωμανούς, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, αν και πρωτότοκος, δεν επιθυμούσε να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη, όπου ήταν εγκατεστημένος, και να διεκδικήσει με τον αδελφό του Θεοδωράκη το αξίωμα του γενικού προκρίτου και επιτρόπου του Μοριά. Εκεί, στην Κωνσταντινούπολη μυήθηκε το 1818, μαζί με τα αδέλφια του Κανέλλο και Νικολάκη, στη Φιλική Εταιρεία. Το Μάρτιο του 1821 διέφυγε με σπετσιώτικο πλοίο και έφτασε στην Ύδρα και από κει στην Πελοπόννησο, όπου άρχισε την πολιτική του δράση, καθώς η ηλικία του δεν του επέτρεπε ενεργό συμμετοχή στις πολεμικές επιχειρήσεις.

Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της Συνέλευσης των Καλτετζών το Μάιο του 1821 (στα σχετικά κείμενα αναγράφεται ως Αναγνώστης Παπαγιανόπουλος) και έγινε μέλος της Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση αυτή, υπό την προεδρία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Όταν ο Δημήτριος Υψηλάντης τον Ιούνιο του 1821 έφτασε στην Πελοπόννησο και θέλησε να θέσει την Επανάσταση υπό ενιαία στρατιωτική και πολιτική ηγεσία, ο Αναγνώστης Δεληγιάννης αντέδρασε, όπως και άλλοι πρόκριτοι, και το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφετηρία των συγκρούσεων των προκρίτων με τους στρατιωτικούς, που στο σύνολό τους σχεδόν έβλεπαν τον Υψηλάντη ως φυσικό τους ηγέτη.

Ποτέ δεν έκρυψε και την έχθρα του για το Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ιδιαίτερα στην αρχή της Επανάστασης, όταν εκείνος είχε διοριστεί αρχιστράτηγος της Γορτυνίας, της ιδιαίτερης πατρίδας του. Ίσως γιατί ο Κολοκοτρώνης είχε διατελέσει κατά την προεπαναστατική περίοδο ένοπλος αρχηγός (κάπος) στην υπηρεσία των Δεληγιανναίων. Αργότερα, όταν οι πολιτικοί συσχετισμοί το ευνοούσαν, κατά τη Β’ Εθνοσυνέλευση του 1823 στο Άστρος, συμμάχησε μαζί του συνάπτοντας ακόμη και συγγενικές σχέσεις.

Συμμετείχε στην Ά Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο και, στη συνέχεια, διορίστηκε μέλος του πενταμελούς Εκτελεστικού. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση συμμετείχε ως πληρεξούσιος της Καρύταινας, την οποία εκπροσώπησε έπειτα στη Βουλή. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου ο Δεληγιάννης υπήρξε ένας από τους ηγέτες της αντικυβερνητικής παράταξης, συγκρούστηκε με τον Παπαφλέσσα, προσπάθησε να καταλάβει την Τριπολιτσά, αλλά μετά την επικράτηση των κυβερνητικών κατέφυγε με τον αδερφό του Κανέλλο Δεληγιάννη στη Λακεδαίμονα, όπου ζήτησε άσυλο από τους παλιούς του φίλους, ενώ ο Κωλέττης με τα ρουμελιώτικα στρατεύματα μπήκε στα Λαγκά­δια, πατρίδα των Δεληγιανναίων, και λεηλάτησε τις αποθήκες τους. Ο Αναγνώστης Δεληγιάννης, με τους αδερφούς του Κανέλλο, Δημήτριο και Νικόλαο, περιορίστηκε στο ‘Αρ­γος και κατόπιν στο Ναύπλιο, μαζί με άλλους «αντάρτες». Μάλιστα ο ίδιος υπέστη διώξεις και κατά το δεύτερο εμφύλιο φυλακίστηκε με άλλους ηγέτες της Πελοποννήσου και τους αδελφούς του για να απελευθερωθεί το 1825.

Τότε, αν και ανήκε στο «γαλλικό» κόμμα, μπροστά στην κρισιμότητα της κατάστασης, ήταν ανάμεσα σε εκείνους που υποστήριξαν την επίσημη «προστασία» της Αγγλίας. Επανήλθε στην πολιτική ζωή μετά το τέλος του εμφυλίου και το 1826 στις έκτακτες συνθήκες που διαμόρφωσε η πτώση του Μεσολογγίου, εκλέχθηκε μέλος της Διοικητικής Επιτροπής της Ελλάδος από την Γ’ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα, στην οποία και μετείχε ως πληρεξούσιος.

Την περίοδο του Ιωάννη Καποδίστρια αρχικά υπήρξε μέλος του συμβουλευτικού οργάνου Πανελληνίου (1828-1829). Όμως η πολιτική του για μείωση της δύναμης των κοτζαμπάσηδων, τον οδήγησαν στο αντικαποδιστριακό στρατόπεδο. Το 1832 συμμετείχε και στην Δ’ Εθνοσυνέλευση ως πληρεξούσιος. Το 1835, κατά τη βασιλεία του Όθωνα, διορίστηκε μέλος του Συμβουλίου της Επικρατείας έως την κατάργησή του.

Περάτωσε την πολιτική του σταδιοδρομία ως μέλος της Γερουσίας, που ιδρύθηκε με την ψήφιση του Συντάγματος του 1844, ενώ διετέλεσε πρόεδρος της από τις 17 Σεπτεμβρίου 1847 έως τις 17 Οκτωβρίου 1853. Πέθανε το 1857 στην Αθήνα σε ηλικία 86 ετών, ύστερα από μακρά και επώδυνη ασθένεια. Από το γάμο του με τη Σμαράγδα Ταμπακοπούλου απέκτησε οκτώ παιδιά.

  

Πηγές


  • «Πρόεδροι της Βουλής, Γερουσίας και Εθνοσυνελεύσεων 1821-2008», Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, Αθήνα, 2009.
  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,  Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

Read Full Post »

Γιατράκος Γιωργάκης (Άρνα Λακωνίας; – Άργος 1841) 


 

Κλέφτης στα προεπαναστατικά χρόνια και οπλαρχηγός στην Επανάσταση του 1821. Στα τέλη του 1822 κατηγορή­θηκε ότι αναμίχθηκε στη δολοφονία του πρόκριτου του Μυστρά Παναγιώτη Κρεββατά (Νοέμβριος 1822), επειδή φοβόταν, όπως αναφέρεται, ότι ο τελευταίος θα παραχωρούσε τη στρατιωτική διοίκηση της επαρ­χίας του Μυστρά στο Νικηταρά ή επειδή παρακινήθηκε από τους «κυβερνητικούς» αντιπάλους του Θεό­δωρου Κολοκοτρώνη, στην παρά­ταξη του οποίου ανήκε ο Κρεββατάς. Τον Ιούνιο του 1823 διορίσθηκε φρούραρχος του Βουλευτικού. Κατά τους εμφύλιους πολέμους στήριξε τους «πολιτικούς» και τον πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κου­ντουριώτη. Στο τέλος όμως αντιλή­φθηκε την κρισιμότητα της εσωτερι­κής κατάστασης και κατέβαλε κάποιες προσπάθειες να συμβιβάσει τις αντιμαχόμενες μερίδες.

Ως οπλαρχηγός ο Γιωργάκης Για­τράκος διακρίθηκε ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις των Πελοποννησίων για την αναχαίτιση των αιγυπτιακών στρατευμάτων του Ιμπραήμ. Συγκεκριμένα με 800 Μυστριώτες ταμπουρώθηκε στο χωριό Δυρράχι της Αρκαδίας, για να βοηθήσει το Θεό­δωρο Κολοκοτρώνη και τους άλλους Έλληνες αρχηγούς στην προσπά­θειά τους να ανακόψουν την προέ­λαση του Ιμπραήμ στο βουνό Τραμπάλα (Ιούνιος 1825). Ο Γιατράκος και οι άνδρες του δέχτηκαν σφοδρό­τατη επίθεση του εχθρού και καταγκρεμίστηκαν στους απόκρημνους βράχους, ενώ ο ίδιος τραυματίστη­κε. Αργότερα (Αύγουστος 1826) υπήρξε από τους αρχηγούς των συμπατριω­τών του Μανιατών (ανάμεσά τους και οι αδερφοί του Νικόλαος και Παναγιώτης Γιατράκος) που απέ­κρουσαν τις ισχυρότατες δυνάμεις του Ιμπραήμ στο Πολυ(τσ)άραβο της Μάνης και ματαίωσαν τα σχέδια του τελευταίου να καταλάβει την πε­ριοχή. Πέθανε το 1841 στο Άργος, με το βαθμό του υποστράτηγου και ασκώντας καθήκοντα νομοεπιθεωρητού.    

 

Επιστολή του Γεωργάκη Γιατράκου προς τον Ιωάννη Κωλέττη με χρονολογία 23 Σεπτεμβρίου 1832, στο οποίο ο Γιατράκος αναφέρει στον Κωλέττη ότι δεν ανέχεται την παρουσία του Ν. Ζέρβα, απεσταλμένου του Κολοκοτρώνη και επιθυμεί να μεταβεί στο Άργος με τους αδελφούς Κατσάκο και Δελιγεωργόπουλο. ( Ακαδημία Αθηνών – Αρχειακή συλλογή ΚΕΙΝΕ – Αρχείο Ιωάννη Κωλέττη).

 

Γιατράκος

 

  

Επίθετο ιστορικής μανιάτικης οικογένειας, που καταγόταν, σύμφωνα με μια παράδοση, από το φλωρεντινό οίκο των Μεδίκων. Ως γενάρχης της ελληνικής οικογένειας αναφέρεται ο Πέτρος Μέδι­κος, που το 1331 ακολούθησε τον τιτουλάριο δούκα των Αθηνών Γκωτιέ Β’ ντε Μπριέν στην αποτυχημένη του προσπάθεια να διώξει τους Καταλανούς από το δουκάτο του. Στη συνέχεια ο Φλωρεντινός ευπατρίδης εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο, όπου εξελλήνισε το όνομά του σε «Ιατρός».

Αργότερα, μετά την κατάκτηση του Ναυπλίου από τους Οθωμανούς (1540), οι απόγονοι του Πέτρου Μέδικου ή Ιατρού κατέφυγαν σε βενετοκρατούμενες κυρίως περιοχές. Στη Μάνη η οικογένεια εμφανίζεται από το 1582 και το επίθετό της, παίρνοντας τη γνωστή κατάληξη των μανιάτικων επωνύμων, μετατράπηκε σε «Γιατράκος».

Οι Γιατράκοι εγκαταστάθηκαν στα Βαρδουνοχώρια, αναδείχτηκαν σε ισχυρούς προύχο­ντες και ανέπτυξαν στα προεπαναστατικά χρόνια σημαντική δραστηριότητα εναντίον των Τούρκων. Αναφέρεται επίσης ότι μέρος της δημο­τικότητάς τους το όφειλαν στις κληρονομικές εμπειρικές ιατρικές τους γνώσεις. Από τους Γιατράκους που έδρασαν στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης αξιολογότεροι είναι οι πέντε γιοι του Ιωάννη Γιατράκου, Νικόλαος Γιατράκος (Άρνα Λακω­νίας, ; – Σπάρτη, 1846), Μιχαήλ Για­τράκος (Άρνα, ; – Άργος, 1850), Ηλίας Γιατράκος (Άρνα, ; – Σπάρτη, 1875), στρατιωτικός που έφτασε στο βαθμό του υποστράτηγου, Γιωρ­γάκης Γιατράκος και Παναγιώτης Γιατράκος.

 

Αλίκη Σολωμού

Αρχαιολόγος



Πηγή


  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,    Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

 

Read Full Post »

Γιατράκος Παναγιώτης (1790 ή 1791 – 1851) 


 

Παναγιώτης Γιατράκος

Γιατράκος, Παναγιώτης (Άρνα Λα­κωνίας, 1790 ή 1791 – Αθήνα, 1851). Γιατρός, φιλικός και αγωνι­στής του 1821. Υπήρξε ηγετική μορφή της Επανάστασης και διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα, τόσο κατά τη διάρκεια του Αγώνα, όσο και κατά την πρώτη περίοδο του νέου ελληνι­κού κράτους. Ο χρόνος της γέννη­σής του πρέπει να τοποθετηθεί στο 1790 ή 1791 (και όχι στο 1780, όπως δέχονταν παλαιότερα οι βιογράφοι του), όπως προκύπτει από τον κατά­λογο των Φιλικών του Παναγιώτη Σέκερη, κατά τον οποίο ο Γιατρά­κος, όταν μυήθηκε στη Φιλική Εται­ρεία από το Γρηγόριο Δικαίο – Παπα­φλέσσα τον Αύγουστο του 1818, ήταν 27 χρονών, καθώς και από έγγραφο του Αρχείου Αγωνιστών της Εθνικής Βιβλιοθήκης (αρ. 21651), σύμφωνα με το οποίο το 1833 ήταν 43 χρονών.

Ο Παναγιώτης Γιατράκος σπού­δασε (δεν είναι γνωστό πότε ακρι­βώς) στην Πάντοβα ιατρική, την οποία ασκούσαν εμπειρικά και άλλα μέλη της οικογένειάς του (στο «αφιερωτικό» της μύησής του στη Φιλική Εταιρεία αναφέρεται ήδη ως «Σπαρτιάτης χειρουργός»). Αργότε­ρα, ίσως το 1817, εγκαταστάθηκε στη Ζάκυνθο και κατατάχτηκε σε αγγλικό στρατιωτικό σώμα. Λίγο πριν από την έναρξη του Αγώνα ίδρυσε στη Σπάρτη «Σχολείον Ιατροχειρουργικής» και εκπαίδευσε στην ιατρική και την επείγουσα χειρουργική όχι μόνο τους αδερφούς του αλλά και πολλούς άλλους που αργότερα πρό­σφεραν πολυτιμότατες υπηρεσίες στην Επανάσταση.

Μαρτυρείται ότι ο Γιατράκος εφάρμοζε αντισηπτική και ασηπτική μέθοδο με αλκοόλ (ρακί) σε μια εποχή κατά την οποία η αντισηψία ήταν άγνωστη και ότι αντι­μετώπιζε με μεγάλη αυτοπεποίθηση και επιτυχία βαρύτατες χειρουργι­κές περιπτώσεις. Αμέσως μετά την έναρξη του Αγώνα ο Γιατράκος πήγε από το Μυστρά, όπου τότε βρισκόταν, με ενόπλους στο πρώτο στρατόπεδο της Πελοποννήσου, που ιδρύθηκε στα Βέρβαινα της Κυνουρίας, και στις 8 Απριλίου 1821 με τους Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, Έλους Άνθιμο, Βρεσθένης Θεοδώρητο και άλ­λους, απευθύνθηκε στους Υδραίους ζητώντας από αυτούς ενεργότερη συμμετοχή στην Επανάσταση.

Πήρε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς επικεφαλής στρατιωτικού σώ­ματος Αρκάδων και Μανιατών, κα­θώς και στις διαπραγματεύσεις με τους Τούρκους για την παράδοση της πόλης. Υπήρξε επίσης μεταξύ των πολιορκητών του Ναυπλίου και του Ακροκορίνθου και συνυπέγραψε με άλλους οπλαρχηγούς τη συμφω­νία παράδοσης από τον Κιαμίλ μπέη του σημαντικού αυτού κάστρου. Την άνοιξη του 1822 ο Γιατράκος διακρίθηκε στις επιχειρήσεις της Ηπείρου, όπου εκστράτευσε με τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, καθώς και στην αντιμετώπιση της εκστρα­τείας του Δράμαλη στην Πελοπόν­νησο το καλοκαίρι του ίδιου χρόνου.

Κατά την εισβολή του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο έσπευσε στο Νεόκαστρο, όπου πολέμησε επικε­φαλής 700 ανδρών, και κατά την παράδοση του φρουρίου στον Αιγύ­πτιο στρατάρχη (11 Μαΐου 1825) κρατήθηκε με το Γεώργιο Μαυρομι­χάλη ως όμηρος, για να εκβιαστούν οι  Έλληνες να απελευθερώσουν δυο Τούρκους πασάδες που είχαν συλληφθεί κατά την κατάληψη του Ναυπλίου (30 Νοεμβ. 1822). Απε­λευθερώθηκε τέσσερις μήνες αρ­γότερα, συνέχισε τον αγώνα ενα­ντίον του Ιμπραήμ και δεν έπαψε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως το τέλος του Αγώνα.

Η ανάμιξη του Γιατράκου στα πολιτικά πράγματα υπήρξε επίσης αξιόλογη. Το Δεκέμβριο του 1821 ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που προήλθε από τη συνέλευση του Άργους (1-27 Δεκ. 1821 ), και στη διάρκεια της Β’ Εθνι­κής Συνέλευσης στο Άστρος (29 Μαρτ. – 18 Απρ. 1823) ορίστηκε φρούραρχός της. Κατά τη διάρκεια του εμφύλιου πολέμου (1823 – 25) ο Γιατράκος, όπως εξάλλου ολό­κληρη η οικογένειά του, τάχθηκε με το μέρος της κυβέρνησης του Γεωργίου Κουντουριώτη, ο οποίος τη χρησιμοποίησε για να επιβληθεί στη μερίδα των στρατιωτικών.

Η δράση του κατά την καποδιστριακή περίοδο υπήρξε περιορι­σμένη και είναι γνωστό ότι αργό­τερα υπήρξε αφοσιωμένος στο βα­σιλιά Όθωνα (που όπως αναφέρε­ται κατά την κηδεία του Γιατράκου ακολούθησε πεζός τη σορό του).

Το 1834 συντέλεσε στην καταστολή της εξέγερσης που εκδηλώθηκε στη Μεσσηνία εναντίον της βαυαρι­κής αντιβασιλείας με πρωταγωνιστή το Γιαννάκη Γκρίτζαλη, και ορίστη­κε αντιπρόεδρος του Στρατοδικείου που δίκασε τους επαναστάτες το Σεπτέμβριο του 1834. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 διορίστηκε γερουσιαστής. Ο Παναγιώτης Γιατράκος, νηφά­λιος κατά την άσκηση των πολιτικών και στρατιωτικών του δραστηριοτή­των, θεωρήθηκε ηθικός αυτουργός της δολοφονίας του Παναγιώτη Κρεββατά* το Νοέμβριο του 1822, η ενοχή του όμως δεν αποδείχτηκε. Εξακολούθησε μετά τη δοκιμασία αυτή να προσφέρει στην πατρίδα τις υπηρεσίες του ως το θάνατό του.

  

Βασίλης Σφυρόερας

Ιστορικός – Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών  

 

Υποσημείωση 


 

* Κρεββατάς Παναγιώτης (Μυστράς 1785 -­ Σκάλα Λακωνίας 1822). Πρόκριτος του Μυστρά, φιλικός και αγωνιστής του 1821, με σημαντική συμμετοχή στα στρατιωτικά και πολιτικά γεγονότα κατά τα δύο πρώτα χρόνια του Αγώνα. Μυήθηκε το 1819 στη Φιλική Εταιρεία, πήρε ενεργό μέρος στο ξεσηκωμό της Πελοποννήσου, συμμετείχε στη Συνέλευση των Καλτετζών και ήταν μέλος της Πελοποννησιακής Γερουσίας. Μετά την εισβολή του Δράμαλη στην Κορινθία τάχτηκε στο πλευρό του Κολοκοτρώνη. Πέθανε σε ενέδρα. Λέγεται  ότι δολοφονήθηκε από τους αδελφούς Γιατράκους για να πάρουν αυτοί την αποκλειστική δύναμη της επαρχίας.

  

Πηγή


 

 

  •  Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 3ος,    Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1985.

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Φιλική Εταιρεία – Οι Πρωτεργάτες


 

Η ποικιλόμορφη εναλλαγή της ιστορικής μοίρας των Επτανήσων, όπου οι δυνάμεις κατοχής (Βενετία, Γαλλία, Τουρκία – Ρωσία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) απέδειξαν ότι δεν ενδιαφέρονταν και τόσο για την απελευθέρωση των Ελλήνων, στάθηκε αφορμή για να αντιληφθούν οι επί τέσσερις αιώνες σκλάβοι των Τούρκων, ότι, για να απελευθερωθούν, πρέπει να βασιστούν στις δικές τους δυνάμεις. Μετά τη συντριβή του Μ. Ναπολέοντα το 1812 στη Μόσχα και τον περιορισμό του στη νήσο Έλβα, ακολούθησε η μείωση της γαλλικής δύναμης στην Ευρώπη και η σύγκληση το 1814 του Συνεδρίου της Βιέννης. Εκεί, φάνηκε ότι όλοι ενδιαφέρονταν για τη διατήρηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και συνεπώς οι Έλληνες δεν είχαν καμία ελπίδα να βοηθηθούν από τα ευρωπαϊκά κράτη. Ο Νικόλαος Σκουφάς στην Οδησσό, αισθανόμενος αυτή την πολιτική κατάσταση, ίδρυσε, λίγο πριν από το Συνέδριο της Βιέννης, το καλοκαίρι του 1814, τη Φιλική Εταιρεία. 

 

Η Οδησσός της Φιλικής Εταιρείας

  

Οι Έλληνες, όσοι σκέπτονταν τον απελευθερωτικό αγώνα, στις αρχές του 19ου αιώνα ήταν χωρισμένοι σε δυο στρατόπεδα: σε αυτούς που πίστευαν ότι «ήλθε το πλήρωμα του χρόνου» και έπρεπε να γινόταν η Επανάσταση και σε εκείνους που υποστήριζαν ότι ήταν ακόμη νωρίς και, συνεπώς, χωρίς παιδεία και υποδομή, αυτή δεν θα μπορούσε να ευδοκιμήσει. Η Φιλική Εταιρεία ως μυστική και επαναστατική οργάνωση, φρόντιζε να μην έχει έγγραφα ή να τα εξαφανίζει. Γι’ αυτό και «κατάλογοι πλήρεις των μελών της Εταιρείας δεν διεσώθησαν, ατυχώς».

Οι Έλληνες της Ρωσίας έζησαν στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αιώνα κάτω από την επίσημη πολιτική της Προστασίας. Αλλά σε αυτή την προστασία πρέπει να προσθέσουμε και την ιδιαίτερη συμπάθεια του ρωσικού λαού προς τους σκλαβωμένους ορθόδοξους της Βαλκανικής Χερσονήσου. Η ελληνική κοινότητα της Οδησσού το 19ο αιώνα ήταν από τις πιο ανθούσες, με εκκλησίες, εκπαιδευτήρια, σωματεία, λέσχες, κλπ. Οι Έλληνες της Οδησσού ήταν πολλοί, μεταξύ των αλλοδαπών εμπόρων της πόλεως. Μάλλον το δυναμικό των Ελλήνων εμπόρων της Οδησσού θα έδωσε την ονομασία «Ελληνική πόλις».

 

Η Οδησσός, χαλκογραφία στο «Εθνικόν Ημερολόγιον» Μαρ. Βρετού 1861-1862.

 

Το 1808 η Οδησσός είχε 12.500 κατοίκους και το 1814, 25.000 κατοίκους. Από τις αρχές του 19ο αιώνα, η πόλη απέκτησε πολυεθνικό χαρακτήρα. Εκεί ζούσαν (κατά σειρά) Ρώσοι, Εβραίοι, Ουκρανοί, Πολωνοί, Γερμανοί, Ιταλοί, Έλληνες, Τάταροι κ.ά. Άλλωστε, γενικός διοικητής της περιοχής, από το 1803 έως το 1815, ήταν ο Γάλλος Αρμάνδος – Εμμανουήλ Ντε Πλεσίς (De Plessis), δούκας Ντε Ρισελιέ (De Richelieu) και το 1815 τον διαδέχθηκε πάλι ο Γάλλος Α. Φ. Ντε Λανζερόν (A .F. De Langeron).

Εξάλλου, υποστηρίχθηκε ότι μεγάλη επίδραση στην ίδρυση της Φιλικής Εταιρείας στην Οδησσό είχε το γεγονός των νικηφόρων ροσω-τουρκικών πολέμων του τέλους του 18ο αιώνα, ιδίως των ετών 1768-1774 και 1781-1791. Είναι γεγονός ότι η Φιλική Εταιρεία (στην προετοιμασία της Επαναστάσεως του 1821) επέδρασε στη διαμόρφωση της κοσμοθεωρίας των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Τέλος εκεί έζησαν αργότερα και οι επαναστάτες Ρώσοι Δεκεμβριστές Π. Ι. Ποστέλ (Ρ. Ι. Postel), Σ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (S. I. Murav’ev Apοstol) και Μ. Ι. Μουράβεφ Αποστόλ (Μ. Ι. Murav’ev Apοstol) και ακόμη εκεί εξορίστηκε ο Α. Σ. Πούσκιν (A.S. Puskin). Τέλος, αργότερα ο Α. Σ. Πούσκιν, εμπνευ­σμένος από τον αγώνα του ελληνικού λαού, έγραψε ότι η Ελλάδα είναι «χώρα ηρώων και θεών».

 

Οι τρεις πρώτοι πρωτεργάτες

 

Νικόλαος Σκουφάς

Ο Νικόλαος Σκουφάς (1778-1818) ήταν μικροέμπορος και υπάλληλος. Δεν περισώθηκε ούτε το αληθινό όνομά του. Είχε στην Άρτα μικρό εμπορι­κό κατάστημα, όπου έραβε σκούφους, από όπου και το όνομά του. Γεννήθηκε στο Κομπότι της Άρτας το 1778 και πέθανε φτωχός στην Κωνσταντινούπολη, το 1818. Δυνατός χαρακτήρας, με απεριόριστη θέληση, έφθασε στην Οδησσό (1813) όπου ασχολήθηκε με το μικρεμπόριο και εργαζόταν ως υπάλληλος. Εκεί συνδέθηκε φιλικά με τους Τσακάλωφ και Ξάνθο και ίδρυσαν στην Οδησσό, στις 14 Σεπτεμβρίου 1814, τη Φιλική Εταιρεία, με «σκοπόν αμετάτρεπτον την ελευθέρωσιν της πατρίδος». Μετά τη σύσταση τη Φιλικής Εταιρείας, πήγε με αισιοδοξία στη Μό­σχα (τέλη Ιουλίου – αρχές Αυγούστου του 1814), με σκοπό να μυήσει τους εκεί Έλληνες μεγαλέμπο­ρους. Συνάντησε περιφρόνηση, δυσπιστία και χλευασμούς. Δεν απογοητεύτηκε, όμως, ο άσημος Ηπειρώτης ούτε από τους χλευασμούς των Ελλή­νων εμπόρων της Μόσχας, ούτε από την πτώχευσή του και αφοσιώθηκε στο έργο της Εταιρείας, θεώ­ρησε την πτώχευσή του ως «θεία Ευλογία». Το Δεκέμβριο του 1814  μύησε τον Γεώργιο Σέκερη, πρόσωπο κύρους στον Ελληνισμό της Ρωσίας. 

Παρά την απογοήτευση του Τσακάλωφ, ο Σκουφάς επέμενε στους στόχους της Εταιρείας και έπεισε τους συναγωνιστές του για τη μεταφορά της έδρας στην Κωνσταντινούπολη, η οποία αποτελούσε εμπορικό κέντρο για τους Έλληνες ομογενείς της Ανατολής. Ο Σκουφάς, διαβλέποντας πως η Πελοπόννησος ήταν κατάλληλη για την προετοιμασία και την έναρξη ακόμη της Επανάστασης, έπεισε τους Τσακάλωφ και Ξάνθο να εντάξουν στην Εταιρεία τον Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο από την Ανδρίτσαινα και να προγραμματίσουν ταξίδι στην Πελοπόννησο. Πλην, όμως, ο Σκουφάς πέθανε αιφνιδίως στις 31 Ιουλίου 1818, αφήνοντας τεράστιο κενό στη δράση της Εταιρείας, καθώς ήταν «άνθρωπος με πολύν ευαισθησίαν και πατριωτισμόν» – ψυχή ουσιαστικά της Εταιρείας.

Εμμανουήλ Ξάνθος, ξυλογραφία του 19ου αι.

Ο Εμμανουήλ Ξάνθος (1772-1852) γεννήθηκε στην Πάτμο και πέθανε στην Αθήνα. Ιδρυτικό μέ­λος της Φιλικής Εταιρείας και ο μόνος ο οποίος έ­γραψε Απομνημονεύματα, που πρωτοεκδόθηκαν το 1845, δηλαδή 30 περίπου χρόνια μετά τα γεγο­νότα. Μικροέμπορος και υπάλληλος με ανήσυχο πνεύμα και μεγάλη δραστηριότητα. Μυήθηκε στην Εταιρεία των Ελευθέρων Τεκτόνων, στη Λευκά­δα, από το φίλο του Παναγιώτη Καραγιάννη και αργότερα «συνέλαβεν αμέσως την ιδέαν ότι ηδύνατο να ενεργηθεί μια φυσική εταιρεία, κατά τους κανόνες ταύτης της των ελευθέρων Τεκτόνων, βάσιν έ­χουσα την ένωσιν όλων των εν Ελλάδι και εις τα άλλα μέρη ευρισκομένων…».

Το 1814 στην Οδησσό, με τον Νι­κόλαο Σκουφά και τον Αθανάσιο Τσακάλωφ ίδρυ­σαν τη Φιλική Εταιρεία. Αυτός, το 1819, πρότεινε στην Πετρούπολη την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας στον I. Καποδίστρια, αλλά είναι γνωστό ότι ο τελευταίος αρνήθηκε. Τότε, ο Ξάνθος απευθύνθηκε στον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο οποίος και αναγορεύτηκε Γενικός Επίτροπος της Αρχής, δηλαδή αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας.

Το 1827 ο Ξάνθος εγκατέλειψε την Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι «λησμονηθείς τοσούτον, ώστε να θεωρείται εν Ελλάδι αποθανών». Στη Ρουμανία, έζησε για δέκα χρόνια σχεδόν ξεχασμένος.   Αλλά το 1834, η δημοσίευση κατηγοριών από τον Π. Αναγνωστόπουλο, ότι ο Εμμανουήλ Ξάνθος σκόρπισε αλόγιστα τα χρήματα της Εθνικής Κάσας κατά τον Αγώνα, επανέφερε τον τελευταίο στην Ελλάδα, το 1837, όπου έγραψε, απολογητικώς, τα «Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας» (εκδόθηκαν το 1845). Του απενεμήθη ο Χρυσός Σταυρός τους Σωτήρος και ένα τιμητικό επίδομα, το οποίο ουδέποτε έλαβε. Έζησε πάμφτωχος και ξεχασμένος στην οδό Νικόδημου 27, ο Φιλήμων ανασκεύασε τις κατηγορίες εναντίον του και, ζώντας σε πλήρη ένδεια, δυστυχισμένος και μόνος, πέθανε στις 28 Νοεμβρίου 1852, γλιστρώντας από τα σκαλιά της Βουλής. Κηδεύτηκε με τιμές στρατηγού. Νεότερες αρχειακές έρευνες στη Ρω­σία «διορθώνουν» ορισμένα σημεία των Απομνημονευμάτων του Εμμανουήλ Ξάνθου διότι, όπως αναφέραμε, αυτά γράφτηκαν απολογητικώς και περίπου 30 χρόνια μετά τα γεγονότα.

Αθανάσιος Τσακάλωφ

Ο Αθανάσιος Τσακάλογλου και στη συνέχεια Τσακάλωφ (περ. 1788 – 1851) υπήρξε ο νεότερος της «τρόικας» και ο πιο δραστήριος. Ο πατέρας του, Νικηφόρος Τεκελής, ήταν έμπορος από τον Τύρναβο και η μητέρα του, κόρη αρχοντικής γιαννιώτικης οικογένειας. Γεννή­θηκε στα Γιάννενα και πέθανε στη Μόσχα. Για να γλιτώσει από τον Αλή Πασά διέφυγε στη Μόσχα, όπου ήδη είχε εγκατασταθεί ο πατέρας του.   Σπούδασε στη Μαρουτσαία Σχολή των Ιωαννίνων, κοντά στον Αθανάσιο Ψαλίδα και τον Κοσμά Μπαλάνο και συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι. Εκεί συμμετείχε στην πατριωτική εταιρεία «Ελληνόγλωσσον Ξενοδοχείον».  

Το 1813 επέστρεψε στη Οδησσό, οπότε και συνδέθηκε φιλικά με τους Ξάνθο και Σκουφά, ιδρύοντας τη Φιλική Εταιρεία. Μετέβη στη Σμύρνη και, μετά το θάνατο του Σκουφά, το 1818, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη. Ανήσυχος για την πορεία της Εταιρείας, ταξίδεψε ο ίδιος στην Πελοπόννησο και μετά τη δολοφονία του ύποπτου μέλους της Εταιρείας, Γαλάτη, στην Ερμιόνη Αργολίδας, έφυγε για την Ιταλία. Εκεί μύησε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, το μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο και τον ηγεμόνα Κωστάκη Καρατζά.

Όταν ξέσπασε η Επανάσταση, διορίστηκε από τον Υψηλάντη υπασπιστής του Ιερού Λόχου, τραυματίστηκε στο Δραγατσάνι. Αργότερα, επί Καποδίστρια, υπηρέτησε ως υπάλληλος του Γενικού Φροντιστηρίου και ήταν πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση του Άργους. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια εγκαταστάθηκε στη Μόσχα, όπου πέθανε το 1851.

 

Τα πρώτα μέλη-βοηθοί των πρωταγωνιστών

 

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος, ξυλογραφία του Τάσσου.

Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854).

Ο όγδοος κατά σειρά εκλογής εκ των 16 μελών της Αρχής. Μυήθηκε στην Εταιρεία μάλλον στις αρχές του 1816. Γεννήθηκε στην Ανδρίτσαινα της Ολυμπίας γύρω στο 1790 και πέθανε στην Αθήνα το 1854. Στην Οδησσό ήταν υπάλληλος του εμπό­ρου Αθανασίου Σέκερη. Τον Απρίλιο του 1818, μα­ζί με τον Σκουφά και τον Λουριώτη πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου γνώρισε τον Ξάνθο. Με­τά το θάνατο του Σκουφά (Ιούλιος 1818), από τον Αύ­γουστο του 1818, ο Αναγνωστόπουλος ανέλαβε να επισκεφθεί, όπως και άλλοι Απόστολοι, όλα τα σημεία του Ελληνισμού.

Το Φεβρουάριο του 1819 πήγε στις παραδουνά­βιες ηγεμονίες για θέματα της Εταιρείας. Εκεί προσέλαβε στην Αρχή τον Γ. Λεβέντη και τον Γρ. Δικαίο. Δεν προσέλαβε όμως τον Θ. Νέγρη και αυτό προκάλεσε δυσαρέσκεια. Αργότερα, ήλθε στην Ελλάδα με τον Δημήτριο Υψηλάντη. Πολέ­μησε στον Αγώνα σε πολλές μάχες και μετά την α­πελευθέρωση ανέλαβε διάφορες διοικητικές θέ­σεις.

Η διαμάχη του με τον Ξάνθο, για το ποιος μυήθηκε πρώτος στην Εταιρεία και τι προσέφερε στον Αγώνα, προκάλεσε πολλές δημοσιογραφικές συζητήσεις από το 1834 και μετά. Ο πρώτος Φιλικός που μυήθηκε από τον Σκουφά ήταν, το Δεκέμβριο του 1814, στη Μόσχα, ο σπουδαστής Γεώργιος Σέκερης (αδελφός των μεγαλε­μπόρων στην Κωνσταντινούπολη, Παναγιώτη και Αθανασίου Σέκερη, οι οποίοι μυήθηκαν αργότερα).

Γιωργάκης Ολύμπιος (1772-1821)

Ο ίδιος ο Σκουφάς στα τέλη του 1815 μύησε στη Μό­σχα τον Αντώνιο Κομιζόπουλο (συγγενή του Γρηγορίου Ιω. Μαρασλή). Στις αρχές του 1816, στην Οδησσό, ο Σκουφάς, όπως αναφέραμε, μύησε τον Αθανάσιο Σέκερη και τον υπάλληλο του τελευταί­ου, Παναγιώτη Αναγνωστόπουλο. Το 1816 τελικά δέχτηκε να μυηθεί ο Άνθιμος Γαζής. Το 1817, ο Γεωργάκης Ολύμπιος, διερχόμενος από το Ιάσιο, συνάντησε εκεί τον ήδη μυημένο Γε­ώργιο Λεβέντη. Το 1817, από τους τρεις οπλαρχη­γούς που πήγαν στην Οδησσό, ο Σκουφάς μύησε ε­κεί τον Ηλία Χρυσοσπάθη και ο Αναγνωστόπουλος τον Αναγνώστη Αναγνωσταρά και τον Παναγιώτη Δημητρόπουλο.

Στη γνωστή σφραγίδα (Εμ. Ξάνθος, Απομνημο­νεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, Αθήνα 1845, σ. 11) της Φιλικής Εταιρείας, σε αχρονολόγητη ε­πιστολή προς τον πατριάρχη Αλεξανδρείας Θεόφι­λο, αναφέρονται με τη σειρά οι:

 

I: Ιωάννης Καποδίστριας

Α: Άνθιμος Γαζής

Α: Αθανάσιος Τσακάλωφ

Π: Παναγιώτης Σέκερης

Ν: Νικόλαος Σκουφάς

Ε: Εμμανουήλ Ξάνθος

Π: Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος

Α: Αντώνιος Κομιζόπουλος

Α: Αθανάσιος Σέκερης

*Ε: Ελλάς

 

Βασικές λεπτομέρειες ύστερα από αρχειακές έρευνες στη Ρωσία

 

Ποιος είχε την ιδέα της ίδρυσης; Ο Ξάνθος έγρα­ψε ότι αυτός παρακίνησε τον Σκουφά, αλλά είναι βέβαιο ότι «ο Σκουφάς πρώτος διέγραψε επί χάρ­του σχεδόν περί Εταιρείας», όπως ο ίδιος ο Ξάνθος βεβαιώνει. Γενικά, το 1814 με 1818 η Φιλική Εταιρεία εξα­πλώθηκε με προσοχή και με αργούς ρυθμούς. Στις αρχές του 1817, η Φιλική Εταιρεία αριθμούσε μόλις 20 μέλη, αλλά ο Γαλάτης κατέθεσε στην Αστυνο­μία της Πετρουπόλεως ότι η οργάνωση είχε μέλη σε όλη την Ελλάδα και σε άλλες χώρες και ότι τα μέλη της είναι χιλιάδες!

 

Το σπίτι της οδού Κράσνη (πάροδος Ν. 18) στην Οδησσό, όπου ιδρύθηκε η Φιλική Εταιρεία.

 

Ο Ξάνθος βρισκόταν στην Οδησσό από το 1810. Το 1812 πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στην Ήπειρο. Επέστρεψε στη Οδησσό το Νοέμβριο του 1813, από όπου αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη το Δεκέμβριο του 1814. Τα Κρατικά Αρχεία της Οδησσού μαρτυρούν ότι ο Ξάνθος ήταν το 1814 στην Οδησσό και συνεπώς καταρρίπτονται όσα, αργότερα, καταμαρτυρεί ο Π. Αναγνωστόπου­λος κατά του Ξάνθου, ότι ο τελευταίος δεν ήταν το 1814 στην Οδησσό.

Στην Κωνσταντινούπολη, ο Ξαν­θός έγινε το 1818 επικεφαλής της Εταιρείας. Στις ικανότητες του Ξάνθου ανήκει το ότι ο Αλεξ. Υψη­λάντης ανέλαβε την καθοδήγηση της Εταιρείας. Ο Εμμανουήλ Ξάνθος ήταν στην Οδησσό πριν από το Νοέμβριο του 1814, ο Νικόλα­ος Σκουφάς πριν από τον Ιούνιο του 1814 και ο Αθανάσιος Τσακάλωφ πριν από τον Απρίλιο του 1814. Δεν υπάρχει ημερομη­νία ιδρύσεως της Φιλικής Εταιρείας. Πάντως, χρόνος παραμονής και των τριών ιδρυτών στην Οδησσό φαί­νεται ο Ιούνιος του 1814 (τουλάχιστον των δύο Σκου­φά – Τσακάλωφ από τους τρεις). Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι τον Ιούνιο του 1814 τέθηκαν οι βάσεις της ίδρυσης της Φιλικής Εταιρείας.

Που γινόταν η ορκωμοσία: Ο Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης υποστήριξε ότι η ορκωμοσία στην Οδησσό γινόταν στο ναό της Αγίας Τριάδος της Οδησσού, γι’ αυτό και ονομαζόταν «ο ναός των Φι­λικών».

 

«Ο όρκος του Φιλικού». Πίνακας του Επτανήσιου ζωγράφου Διονυσίου Τσόκου (1849), που αποδίδει σε κατανυκτική ατμόσφαιρα την κορυφαία στιγμή της μύησης στην Εταιρεία, δηλ. του όρκου πάνω στο Ευαγγέλιο, και παριστάνει, κατά την παράδοση, την ορκωμοσία στην Ζάκυνθο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Άλλωστε, έχουμε και έγγραφη μαρτυρία ορκωμοσίας μέσα σε ναό της Ζακύνθου (στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Λατίνων). Πρβλ. και την ελαιογραφία του Διονυσίου Τσόκου «Ο όρκος του Φιλικού», από το 1849, όπου ορκίζεται ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο, παρουσία του Αναγνωσταρά, στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου της Ζακύνθου, την 1η Δεκεμβρίου 1818.

 

Κυριάκος Κ. Παπουλίδης

Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας του

Πανεπιστημίου Paris IV (Σορβόνη)

 

Βασική Βιβλιογραφία

  • I. Φιλήμων, Δοκίμιον ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρείας, Ναύπλιο 1834.
  • Σακελλάριος Γ. Σακελλαρίου, Φιλική Εταιρεία, Οδησσός, 1909.
  • Εμμ. Ξάνθος, Απομνημονεύματα περί της Φιλικής Εταιρείας, «Απομνημονεύματα αγωνιστών του ’21», τόμ. 9, Αθήνα 1959.
  • Gr. Ars, Tajno obscestvo Filiki Eterija, Μόσχα, 1965. Ελληνική μετάφραση: Σεραφείμ Παπαδημητρίου, Η μυστική οργάνωση «Φιλική Εταιρεία», Αθήνα 1966.
  • Gr. L. Ars, Eteristskoe dvizenie ν Rossii, Μόσχα 1970.
  • E.Π. Πρωτοψάλτης, Η Φιλική Εταιρεία (Αναμνηστικόν τεύχος επί τη 150ετηρίδι), Αθήνα (Ακαδημία Αθηνών) 1974.
  • Gr. L. Ars, I. Kapodistrija i greceskoe nacional noosvoboditel’noe dvizenie 1809-1822 gg., Μόσχα 1976.
  • Gr.L. Ars – Gr. M. Pjatigorskij, «Nekotorye voprosy istorii Filiki Eterii ν svete novyh dannyh sovetskih arhivov», στο συλλογικό έργο Balkanskie Issledovanija, τόμ. 11, Μόσχα 1989, σσ. 24-42.
  • Κωνσταντίνος Κ. Παπουλίδης, Οι Έλληνες της Οδησσού, Θεσσαλονίκη (Αφοί Κυριακίδη) 1999. 

 

Πηγή


  • Ελευθεροτυπία, Περιοδικό Ιστορικά, « Φιλική Εταιρεία / Άγνωστες πτυχές της μυστικής οργάνωσης », τεύχος 48, 14 Σεπτεμβρίου 2000.

 

  

Read Full Post »

Αβραμιώτης Γεώργιος (Ζάκυνθος, 1793 – Ναύπλιο, 1825)


 

Ηθοποιός, από τους σημαντικότερους του προεπαναστατικού ελληνικού θεάτρου, αδελφός του Αλέξανδρου Αβραμιώτη. Δίδαξε στο ελληνικό σχολείο της Οδησσού και πήρε μέρος στη θεατρική κίνηση που αναπτύχθηκε εκεί από το 1814.

Στις παραστάσεις που διοργάνωσε στην Οδησσό η Φιλική Εταιρεία (1817 και 1818) ερμήνευσε με πάθος και έξαρση τους ρόλους του Θεμιστοκλή (στο ομώνυμο δράμα του Ιταλού δραματουργού Πιέτρο Μεταστάζιο), του Φιλοκτήτη (στη διασκευή της τραγωδίας του Σοφοκλή από το λόγιο Νικόλαο Πίκκολο), του Δημοσθένη («Θάνατος του Δημοσθένους» του Πίκκολου) κ.ά. Μετά την έκρηξη της Επανάστασης πολέμησε εναντίον των Τούρκων στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και αργότερα στην Πελοπόννησο. Πέθανε από τύφο στο Ναύπλιο.    

 

Πηγή


  • Εκπαιδευτική Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, «Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό», τόμος 1ος, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, 1983.

Read Full Post »

  Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Εικόνα του Αρχαίου Άργους, Chaiko, 1790. Ο σχεδιαστής φαίνεται να είχε επισκεφτεί το Άργος το οποίο ίσως να ήταν κατεστραμμένο τότε. Έτσι προτίμησε να σχεδιάσει μια ρομαντική, φανταστική εικόνα του Αρχαίου Άργους, βάσει των αφηγήσεων του Παυσανία.

 

Read Full Post »

  Άποψη του Άργους, V. Coronelli,

«Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

Read Full Post »

  Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους,

V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Άποψη του φρουρίου και της πόλεως του Άργους, V. Coronelli, «Universus Terrarum Orbis», Εκδότης, A. Lazor, Padova, 1713.

 

Read Full Post »

« Newer Posts - Older Posts »