Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Georges Jarvis (1798 Altona -1828 Άργος) – Ένας  λησμονημένος σπουδαίος Αμερικανός Φιλέλληνας


 

Ένα απροσδόκητο εύρημα τον Αύγουστο του 1982 στην οικία Ζωγράφου στην Ερμιόνη, πού συνδέεται πολύ στενά με τον πύργο των Βούλγαρη (Βουλγαρέικα), μας θυμίζει έναν από τους ηρωικότερους Φιλέλληνες στον αγώ­να για την ανεξαρτησία του 1821, τον Αμερικανό (από πατέρα) Georges Jarvis, που άφησε πατρίδα, οικο­γένεια και σπουδές στην Γερμανία και σε ηλικία 24 ετών ήλθε την άνοιξη του 1822 στην Ύδρα για να εντα­χθεί στον αγώνα των Ελλήνων κατά του Τουρκικού ζυγού και να δώσει και την ζωή του για την Ελλάδα.

Κατά την διάρκεια κτιριακών επι­σκευών στην οικία Ζωγράφου βρέ­θηκε λοιπόν από τον εργολάβο (και Πρόεδρο της Κοινότητος τότε) Μόδεστο Καρακατσάνη ένα μεγάλο άθινο κιβώτιο, που εύκολα διαπιστώ­θηκε ότι περιείχε μεγάλο μέρος του αρχείου της Οικογένειας Εμμανου­ήλ Βούλγαρη, αδελφού του Δημητρίου και του Νικολάου Βούλγαρη, και είχε μεταφερθεί αρχικά στο κτή­μα και στον πύργο του από την Ύδρα για φύλαξη. ο αείμνηστος Καρακατσάνης είχε την διορατικότητα να αντιληφθεί την αξία του και να ειδο­ποιήσει αμέσως τον Πρόεδρο του «Ερμιονικού Συνδέσμου» κ. Από­στολο Γκάτσο, ο οποίος φρόντισε για μια πρώτη ταξινόμηση, κατα­γραφή και κατάθεση του «αρχείου Βούλγαρη» στην παρακείμενη στον πύργο Βούλγαρη και καλά φυλασ­σόμενη Βιβλιοθήκη της I. Μονής των Αγίων Αναργύρων.

 

Άποψη της Ύδρας στα τέλη του 18ου αιώνα. Castellan “Lettres sur la Morée”, Paris 1808.

 

Το σημαντικότερο τώρα: μέσα στο κιβώτιο του «αρχείου Βούλγαρη» καλά συσκευα­σμένοι βρέθηκαν μερικοί φάκελοι με πλούσια αλληλογραφία και άλλα έγγραφα στο όνομα του Georges Jarvis. Η εξήγηση είναι απλή. Ο Jarvis έγινε πολύ πρόθυμα δεκτός και έδρασε με την φροντίδα, στορ­γή και φιλοξενία της οικογένειας του συνομηλίκου του Δημητρίου Βούλγαρη, του μετέπειτα πρωθυ­πουργού κλπ, κλπ. Στο αρχοντικό τους στην Ύδρα εναπέθετε τα προσωπικά του είδη και το αρχείο του (μαρτυρία του ίδιου σε επιστολή του από 28.4.1823, ότι άφησε πράγματά του στο αρχοντικό Βούλ­γαρη), κι εδώ κατέληξε ό,τι άφη­σε πεθαίνοντας αδόκητα στα 1828 στο Άργος από τύφο! (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Χαραλάμπης Περρούκας ως έμπορος στην Πάτρα προεπαναστατικώς – Ηλίας Γιαννικόπουλος, Πρακτικά του Εκτάκτου Αχαϊκού Πνευματικού Συμποσίου 2006.


 

Στο πλουσιότατο Αρχείο της οικογένειας Περρούκα του Άργους, το  οποίο απόκειται στο Αρχείο Εγγράφων της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρίας της Ελλάδος,[1] διασώζεται ικανός αριθμός εγγράφων αφορώντων στον νεότερο υιό του Νικολάου Περρούκα Χαραλάμπη (1793-1824). Στην παρούσα μελέτη θα μας απασχολήσουν μόνο τα έγγραφα της προεπαναστατικής εποχής, αρχής γενομένης από το έτος 1814. Πρόκειται περί διάσπαρτων στο Αρχείο Περρούκα ιδιωτικών εγγράφων, δηλ. ιδιωτικών επιστολών, οι οποίες έχουν ως παραλήπτη ή αποστολέα τον Χαραλάμπη Περρούκα.

Οι επιστολές αυτές είναι οικογενειακής και εμπορικής φύσεως. Ανταλλάσσονται κυρίως μεταξύ των αδελφών Νικολάου Περρούκα, ανέρχονται σε περίπου 300 και κατανέμονται ως εξής:

α) 115 επιστολές έχουν ως αποστολέα τον Χαραλάμπη και αποδέκτη τον αδελφό του Ιωάννη, προεστό του Άργους, μόνιμο κάτοικο αυτής της πόλης, αλλά ενίοτε διαμένοντα προσωρινά στην Τριπολιτσά λόγω των καθηκόντων του,

β) 70 επιστολές του ιδίου απευθύνονται προς τον έτερο αδελφό του Δημήτριο, βεκίλη (=αντιπρόσωπο) της Πελοποννήσου στην Κωνσταντινούπολη από το έτος 1813,

γ) ελάχιστες επιστολές, τέσσερις τον αριθμό, όλες του έτους 1816, απευθύνονται από τον Χαραλάμπη στον πατέρα του Νικόλαο, και τέλος,

δ) 12 περίπου επιστολές του Χαραλάμπη έχουν άδηλον παραλήπτη.

Εξάλλου, ε) 104 επιστολές απευθύνονται στον Χαραλάμπη εκ μέρους του αδελφού του Ιωάννη. Γύρω στις 50 επιστολές έχουν αποστολέα ή παραλήπτη τον Χαραλάμπη, αλλά σχετίζονται με πρόσωπα εκτός του στενού οικογενειακού του περιβάλλοντος (Σωτήριο Περρούκα, Σωτήριο Χαραλάμπη, Διονύσιο Αβραμιώτη, Απόστολο Κωνσταντίνου, Γ. Ταμπακόπουλο, Ανδρέα Κασιμάτη, κ.ά.).

Είναι αξιοπερίεργο ότι μολονότι έχουν διασωθεί δεκάδες επιστολές του Δημητρίου προς τον Ιωάννη κατά την προεπαναστατική περίοδο, δεν έχει διασωθεί ούτε μία επιστολή του Δημητρίου προς τον Χαραλάμπη κατά την αυτή περίοδο. Στατιστικά, οι περισσότερες επιστολές του Χαραλάμπη προς τον Ιωάννη έχουν αποσταλεί κατά το έτος 1818 (32 επιστολές), του ιδίου προς τον Δημήτριο επίσης το έτος 1818 (20 επιστολές), ενώ του Ιωάννη προς τον Χαραλάμπη το έτος 1819 (42 επιστολές).

Όλα σχεδόν τα έγγραφα είναι πρωτότυπα και σε καλή κατάσταση, καλογραμμένα και ορθογραφημένα. Ειδικά οι επιστολές του Χαραλάμπη είναι εκφραστικά άψογες και ορθογραφικά αλάνθαστες, δείγμα ότι το αρχοντόπουλο του Άργους ήταν κάτοχος ικανής παιδείας, τις στερεές βάσεις της οποίας ασφαλώς θα απέκτησε στην ιδρυθείσα κατά το έτος 1798 Σχολή του Άργους.

 

Η Ακρόπολη του Άργους. Χαρακτικό, του Γάλλου αρχαιολόγου και αυτοδίδακτου ζωγράφου Αλεξάντρ Λενουάρ (1761-1839), π. 1810.

 

Η αλληλογραφία από και προς τον Χαραλάμπη Περρούκα περιέχει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, όχι μόνο για τον ίδιο και την προσωπικότητά του, αλλά και για πτυχές της εμπορικής κίνησης, της οικονομικής ζωής, και του καθημέραν κοινωνικού βίου του λαού μας στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη δεκαετία του 19ου αιώνα.

Η αλληλογραφία αυτή μας βοηθά να γνωρίσουμε καλύτερα τον Χαραλάμπη και ως άνθρωπο και ως επαγγελματία, και να αντλήσουμε πληροφορίες, χρήσιμες για την κατανόηση των εμπορικών σχέσεων, τη διακίνηση των προϊόντων, την διακύμανση των τιμών, την αναζήτηση κεφαλαίων, την παρεμβατική πολιτική των Τούρκων αξιωματούχων και των τοπικών προκρίτων στο εμπόριο, κλπ., καθώς και πληροφορίες γενικότερου ενδιαφέροντος. (περισσότερα…)

Read Full Post »

George Jarvis – Από την Αλτόνα στην Ερμιόνη | Ο πρώτος Αμερικανός εθελοντής στην Επανάσταση του 1821


 

Πρόλογος[1]

 

Αντιλαμβανόμαστε γενικά ότι είναι δύσκολο να αποτιμηθεί συνολικά η προσφορά των ξένων εθελοντών στην ελληνική υπόθεση. Η ιστορία του Φιλελληνισμού κινείται ουσιαστικά μέσα στα πλαίσια του θρύλου. Το κοινό αίσθημα, η σχολική διδασκαλία της ιστορίας του Εικοσιένα και οι προφορικές διηγήσεις από γενιά σε γενιά, υποβαθμίζουν την προσπάθεια για εμβάθυν­ση στην αντικειμενική κριτική θεώρηση της ιστορίας μας. Ποιές οι θετικές και ποιές οι αρνητικές πλευρές στο σύνολο των ξένων συμπολεμιστών; Ποιοί ήσαν οι γνήσιοι φιλέλληνες, ποιοί οι τυχοδιώκτες και ποι­οι οι πράκτορες των Μεγάλων Δυνάμεων; Ωφέλησαν την υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας οι ξένοι που κατέβηκαν στην Ελλάδα και σε ποιό βαθμό; Πολλές φορές αγνοήθηκαν ξένοι εθελοντές, που έδειξαν ηρω­ισμό, ήθος, ανιδιοτέλεια και συνέπεια, όπως συμβαί­νει εν πολλοίς στη περίπτωση του George Jarvis, κα­θώς και αυτών που έπεσαν στη μάχη του Πέτα και σε άλλα πεδία μαχών και αντίθετα, τιμήθηκαν εκείνοι οι εθελοντές με αποδεδειγμένη αρνητική παρουσία στην Επανάσταση. Για να βγάζουμε την αλήθεια σε κάθε πε­ρίπτωση πρέπει να την εξετάζουμε ιδιαίτερα.

Στις υπάρχουσες ιστορικές πηγές ο Αμερικανός εθελοντής George Jarvis είναι ο πιο χαρακτηριστικός εκπρόσωπος του ξένου αγωνιστή και φιλέλληνα, που πολέμησε και πρόσφερε τη ζωή του στον ιερό και ηρω­ικό αγώνα των Ελλήνων με τις πιο ειλικρινείς προθέσεις του  χωρίς υστεροβουλίες. Εγκατέλειψε τα πάντα, σπουδές, πατρίδα, γονείς και μέλλον και ήρθε πρώτος από τους Αμερικανούς στην επαναστατημένη Ελλάδα, τη νέα πατρίδα του, όπως την αποκαλούσε. Άγνωστος μέσα σε αγνώστους, μόνο με την αγάπη του για την ελευθερία και την Ελλάδα, αγωνίστηκε κοντά στους θαλασσινούς και στεριανούς επαναστάτες, Υδραίους και Ερμιονίτες, και διακρίθηκε παίρνοντας σταθερά με την αξία του τα αξιώματα του ναυτικού και του στρα­τού, ούτως ώστε να φτάσει μέχρι τον βαθμό του Αντιστρατήγου.

 

«Ο Θεμιστοκλής», υδατογραφία, έργο του Αντωνίου Ε. Κριεζή (1872-1944). Αντίγραφο από έργο του Antoine Roux που φιλοτεχνήθηκε στη Μασσαλία το 1811. Ο πίνακας απεικονίζει το μπρίκι Θεμιστοκλής της νήσου Ύδρας με ρωσική σημαία. Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας.

 

Η πρωτοφανής, βέβαια, συρροή των εθελοντών στην υπόδουλη Ελλάδα δεν ήταν διόλου ανυστερό­βουλη. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι εθελοντές απέβλεπαν σε αξιώματα, βαθμούς και απόκτηση πε­ριουσίας, διότι σε αρκετές περιπτώσεις ορέγονταν τα τουρκικά κτήματα, τα σπίτια, τους θησαυρούς και τις περιουσίες τους, ενώ ήταν απαιτητικοί και αξίωναν μεγάλους μισθούς, αξιώματα στο στρατό και στη δη­μόσια διοίκηση καθ’ ην στιγμή δεν υπήρχε τακτικός στρατός και δημόσιο Ταμείο. Ο Τζωρτζ Τζάρβις βρισκό­ταν στην άλλη άκρη. Ήταν ο πιο αγνός ήρωας που αγα­πούσε την ελευθερία και γι’ αυτό κατέβηκε στην Ελλάδα. Στόχος της ιστορίας δεν είναι να στηλιτεύσει ή να καταδικάσει, αλλά να αναζητήσει την αλήθεια και τα αίτια των γεγονότων. Και αυτό προσπαθούμε… (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ειδήσεις του αρχείου Περρούκα για τον κλάδο της οικογένειας στην Πάτρα – Ηλίας Γιαννικόπουλος


 

Το πλουσιότατο αρχείο της οικογένειας Περρούκα και του βιλαετίου Άργους, απόκειται στην Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος από τις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελούμενο από 8.000  περίπου έγγραφα και κατάστιχα. Το Αρχείο αυτό αποτελεί πολύτιμη πηγή ιστορικών και άλλων πληροφοριών, ιδιαίτερα για την περίοδο της Τουρκοκρατίας. Το ενδιαφέρον του είναι ειδικότερο για την πόλη και την επαρχία Άργους, αλλά και γενικότερο για όλη την Πελοπόννησο.[1]

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει το Αρχείο και για την περιοχή Αχαΐας, και τούτο λόγω των πολλών σχέσεων και δεσμών της ευρύτερης οικογένειας Περρούκα και του βιλαετίου Άργους με την περιοχή αυτή. Οι λόγοι είναι πολλοί και διάφοροι. Κατά πρώτον, επί Τουρκοκρατίας στο βιλαέτι Άργους υπήγοντο και χωριά άλλων περιοχών της Πελοποννήσου, πολύ απομακρυσμένα από το Άργος. Έτσι, τα χωριά Χαλκιάνικα, Μαυρομάτι και Δουμενά, ενώ ανήκαν γεωγραφικά στο βιλαέτι των Καλαβρύτων, διοικητικά και φορολογικά υπήγοντο στο βιλαέτι του Άργους. Εξάλλου, φιλική και ίσως συγγενική σχέση με τους Περρουκαίους είχε η οικογένεια του προεστού Σωτήρη Χαραλάμπη από τη Ζαρούχλα και συχνή ήταν η αλληλογραφία μεταξύ τους, ιδίως κατά την προεπαναστατική περίοδο.[2]

Έπειτα, στενότατη ήταν η συγγενική σχέση που συνέδεε την οικογένεια Περρούκα με την οικογένεια Ζαΐμη της Κερπινής Καλαβρύτων, δεδομένου ότι η θυγατέρα του Νικολάου Περρούκα Ευδοκία είχε παντρευτεί το γιο του προεστού Ανδρουτσάκη Ζαΐμη Δημητράκη. Στο Αρχείο Περρούκα έχουν διασωθεί εκατοντάδες επιστολές του Δημητράκη Ζαΐμη και της συζύγου του Ευδοκίας προς τα αδέλφια της, με ειδήσεις αχαϊκού ενδιαφέροντος, αλλά και προεπαναστατικά δικαιοπρακτικά έγγραφα της οικογένειας Ζαΐμη, στην ελληνική και στην οθωμανική, δανειστικά ομόλογα, κ.ά.[3]

Στην παρούσα εργασία το ενδιαφέρον μας θα εστιασθεί στη σχέση της οικογένειας Περρούκα με την αχαϊκή πρωτεύουσα, την Πάτρα, με παρουσίαση των ειδήσεων που ανευρίσκονται στο Αρχείο Περρούκα για τον στην Πάτρα κλάδο της οικογένειας, δηλ. της οικογένειας Αποστόλη Περρούκα.

 

Απεικόνιση της Πάτρας, ξυλογραφία, σε βρετανική εφημερίδα της εποχής (1860).

 

Ο Αποστόλης Περρούκας ήταν γιος του προεστού και μεγάλου γαιοκτήμονα του Άργους Δημητρίου Περρούκα. Δεν γνωρίζουμε το έτος γεννήσεώς του, πιθανολογούμε πάντως ότι ήταν πρωτότοκος, δεδομένου ότι έφερε το όνομα του εκ πατρός πάππου του. Πότε μετέβη στην Πάτρα ο Αποστόλης είναι άγνωστο. Ίσως αυτό να έγινε μετά τον θάνατο του πατέρα του, δηλ. το έτος 1783 ή 1784. Πάντως το 1788 είχε εγκατασταθεί στην Πάτρα και είχε συνάψει γάμο εκεί, γιατί το έτος αυτό άρχισε η δικαστική του διαμάχη με τους συγγενείς του πεθερού του.[4] Αγνοούμε τους λόγους για τους οποίους ο Αποστόλης επέλεξε την πελοποννησιακή αυτή πόλη για μόνιμη διαμονή και εργασία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Καραθώνας [Αγία  Παρασκευή Ασίνης] Ναυπλίου – Κωνσταντίνος Α. Μαλεβίτης


 

Η Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος στη Καραθώνα Ναυπλίου [Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η ιστορική μονή αναφέρεται σήμερα ως: Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Τσέλου (Αγίας  Παρασκευής) Ασίνης], α­ποτελεί ένα από τα πολλά εκκλησιαστικά μνημεία της Βυζαντινής περιόδου στον τόπο μας, για τα οποία οι περισσότεροι αγνοούμε όχι μόνο την ιστο­ρία τους αλλά και την ύπαρξή τους. Η μελέτη που ακολουθεί, αποτελείται από δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος επιχειρείται μία παρουσίαση της διαλελυμένης αυτής Μονής, όπως σώζεται σήμερα, με στόχο να κινήσει το ενδια­φέρον των αναγνωστών αλλά και των ειδικών. Αξιοσημείωτο είναι ότι η ε­πιστημονική έρευνα στάθηκε μέχρι σήμερα αδιάφορη για την ιστορία και τα αξιόλογα κτίσματα της Μονής αυτής, γεγονός που δυσχέρανε τη προσπάθεια μας, λόγω ακριβώς της έλλειψης σχετικής βιβλιογραφίας. Στο δεύτερο μέρος της μελέτης μας παρουσιάζονται αξιόλογες ειδήσεις για τη δράση της  Μονής Μεταμορφώσεως κατά την περίοδο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Από αυτές αντλούμε ενδιαφέροντα στοιχεία σχετικά με την θρησκευτική, κοινωνική και οικονομική ζωή της πόλης του Ναυπλίου την εποχή εκείνη.

Στο σημείο αυτό αισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω ειλικρινώς για την πρόθυμη προσφορά της γνώσης και της εμπειρίας του, τον κ. Γεώργιον Αθ. Χώρα, διότι χωρίς την ενθάρρυνσή του δε θα είχα επιδοθή στην παρούσα έρευνα. Επίσης ευχαριστώ πολύ τον καθηγητή της Βυζαντι­νής Ιστορίας στο Καθολικό Πανεπιστήμιο της Louvain (Βέλγιο), κύριο Πα­ναγιώτη Γιαννόπουλο, για τη θερμή συμπαράστασή του κατά τα διαδοχικά στάδια μελέτης και σύνταξης της εργασίας μου αυτής.

 

Μονή Μεταμόρφωσης Σωτήρος, Αγία Παρασκευή Ασίνης. Φωτογραφία: Eφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας – Περιήγηση στα μνημεία της Αργολίδας (www.argolisculture.gr)

 

  1. Η σημερινή κατάσταση της διαλελυμένης Μονής Μεταμορφώσεως Του Σωτήριος Καραθώνας
  1. Η τοπογραφία της Μονής

 

Η Μεταμόρφωση ή ο «Σωτήρ», όπως μονολεκτικά δηλώνεται ήδη από τις αρχές του 19ου αιώνα στα σχετικά έγγραφα των γενικών Αρχείων του Κράτους (Γ.Α.Κ.) είναι προσιτή από το χωριό Τσέλο (τώρα Αγία Πα­ρασκευή Ναυπλίας). Ο επισκέπτης θα πρέπει να ακολουθήσει ανατολικά του Ναυπλίου το δρόμο προς το Τολό και την Ασίνη (παλαιότερα Τζαφέρ-Αγά),[1] ωσότου στρίψει δεξιά, για το χωριό Τσέλο, σύμφωνα με τη σχετική σήμαν­ση της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αρχόντισσα του Άργους Αγγελική Νικ. Περρούκα (1756-1836) – Ηλίας Γιαννικόπουλος, Μνημοσύνη, τόμ. 17 (2006-2009), Εν Αθήναις.


 

Από την έρευνα και μελέτη του πλουσιότατου σε ανέκδοτο ιστορικό υλικό Αρχείου της οικογένειας Περρούκα του Άργους,[1] συνάγονται ενδιαφέροντα στοιχεία για όψεις του καθ΄ ημέραν κοινωνικού, οικονομικού και πολιτιστικού βίου του λαού μας στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο της Β’ Τουρκοκρατίας και αργότερα. Φυσικά, πολλά από αυτά τα στοιχεία αφορούν την ευρύτερη οικογένεια Περρούκα,[2] η οποία διέπρεψε στα πολιτικά πράγματα της περιοχής Άργους και ολόκληρης της Πελοποννήσου, τουλάχιστον από τις αρχές του 18ου αιώνα, δεδομένου ότι μέλη της αποτελούσαν επί πολλές δεκαετίες την προυχοντική οικογένεια της πόλης και του βιλαετίου Άργους, με ευρύτερες διασυνδέσεις σε όλη την Πελοπόννησο.

Στην παρούσα εργασία θα παρουσιάσουμε στοιχεία για τη σύζυγο του Νικολάου Περρούκα Αγγελική, μια δυναμική γυναίκα και μια ισχυρή προσωπικότητα, που έζησε βίο μακρό και ταραχώδη, όχι μόνο ως αρχόντισσα του Άργους, αλλά και ως θύμα των μεταβολών της τύχης και της γενικής ανατροπής των πραγμάτων που έφερε η Επανάσταση και τα μετέπειτα γεγονότα.

Σίγουρα, η ζωή της την γέμισε με κάθε είδους βιώματα. Έπαιξε ασφαλώς πρωτεύοντα ρόλο στην ανατροφή των παιδιών της. Πολλούς εξέχοντες Τούρκους και Έλληνες γνώρισε από κοντά, υποδέχτηκε και φιλοξένησε. Έζησε στη σκιά πολυάσχολων και δυναμικών ανδρών. Συμπαραστάθηκε στο δύσκολο έργο του συζύγου και των τέκνων της κατά τη διαχείριση των κοινών υποθέσεων. Πολλές φροντίδες και σκοτούρες τους μοιράστηκε, και πολλές  συμβουλές ασφαλώς έδωσε με συζυγική και μητρική αγάπη. Συμμερίστηκε τις πίκρες και τις απογοητεύσεις τους και χάρηκε για τις προόδους και τις επιτυχίες τους. Και ως κυρία του οίκου της είχε όλη τη φροντίδα του σπιτιού και της ευρύτερης οικογένειας, επικουρούμενη ασφαλώς από υπηρέτες και βοηθούς.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας, μεταξύ των ετών, 1861-1874. Σχέδιο του Γάλλου, γραμματέα της Γαλλικής Πρεσβείας στην Ελλάδα, Herni Belle.

 

Είχε την τύχη να χαρεί σύζυγο και γιο προεστούς του Άργους, σύζυγο και γιο βεκίλη στην Κωνσταντινούπολη, κουνιάδο και γιο εμπόρους στην Πάτρα. Είχε την ευκαιρία να συμπεθερέψει με πλούσιες και αρχοντικές οικογένειες (Ζαΐμηδες, Σεβαστούς, Βλάσηδες) και να συνάψει κουμπαριές με επιφανείς Αργείτες και προκρίτους άλλων χωριών. Χάρηκε τους γάμους των παιδιών της, Ευδοκίας, Ευγενίας και Ιωάννη.

Δυστυχώς, η μοίρα τής επεφύλαξε και πολλές τραγικές στιγμές, πολλά βάσανα, ξενιτιές, στενοχώριες, θανάτους προσφιλών προσώπων. Μέσα σε λίγα χρόνια, την περίοδο ακμής, τιμής και δόξας της οικογένειας διαδέχτηκε η πλήρης παρακμή, η απότομη πτώση, η φτώχεια, σχεδόν η αθλιότητα. Το 1821 η γη ταράχτηκε κάτω από τα πόδια της. Η οικογένεια έχασε την εξουσία που είχε στην περίοδο της Τουρκοκρατίας και την επιρροή που ασκούσε σε Τούρκους και Ρωμιούς. Η Αγγελική πήρε το δρόμο της φυγής και της αναζήτησης ασφάλειας σε διάφορα μέρη της Πελοποννήσου μακριά από το Άργος, για να επιβιώσει η ίδια και για να σώσει από την αρπαγή όσα από τα υπάρχοντα της οικογένειας μπορούσε. Τον Οκτώβριο του 1821 νεκροστόλισε πρόωρα το γιο της Ιωάννη, που είχε σαπίσει στα μπουντρούμια της Τριπολιτσάς από τη στιγμή που ξέσπασε η Επανάσταση. Το 1822 έχασε τον άντρα της και τους δύο κουνιάδους της, Σωτήρη και Αποστόλη. Το 1823 μάλλον έχασε το φιλάσθενο γαμπρό της Χριστόδουλο, το «δοτόρο ιατροφιλόσοφο». Το 1824 έχασε πρόωρα και το γιό της Χαραλάμπη, που είχε διατελέσει για λίγο Υπουργός Οικονομικών κατά το 1823. Το 1826 έθαψε την κόρη της Ευγενία.

Όμως δεν ήταν μόνο ο Χάρος που την πίκρανε. Το ίδιο έκανε και η ξενιτιά, κυρίως του μόνου εναπομείναντος γιου της Δημητρίου, ο οποίος από το 1813 διέμενε μονίμως στη Βασιλεύουσα ως βεκίλης της Πελοποννήσου στην Υψηλή Πύλη και ο οποίος μετά την έκρηξη της Επανάστασης δεν ήλθε στην Ελλάδα, όπως τόσοι άλλοι, αλλά διέμενε σε διάφορες πόλεις του εξωτερικού, κυρίως για λόγους υγείας, αλλά και υπερασπίζοντας τις εθνικές υποθέσεις από διπλωματικής και πολιτικής πλευράς, γιατί είχε πολλές ικανότητες και μεγάλη μόρφωση.[3] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Όψεις καθημερινότητας στην ιδιωτική ζωή του Βεκίλη Δημητρίου Περρούκα στην Κωνσταντινούπολη (1813-1821) – Ηλίας Γιαννικόπουλος | Πρακτικά του Θ’ Διεθνούς Συνέδριου Πελοποννησιακών Σπουδών – Ναύπλιο 30 Οκτωβρίου – 2 Νοεμβρίου 2015. Εταιρεία Πελοποννησιακών Σπουδών, τόμος Γ’, Αθήνα, 2021.


 

Ι. Μία από τις επιφανέστερες οικογένειες της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της Β’ Τουρκοκρατίας ήταν η αρχοντική οικογένεια Περρούκα του Άργους.[1] Κατά τις παραμονές της Επαναστάσεως βρισκόταν σε μεγάλη ακμή ο κλάδος του Νικολάου Περρούκα, προεστού της πόλης και της επαρχίας. Από τον γάμο του με την Αγγελική Σιλιβέργου ο Νικόλαος Περρούκας απέκτησε πέντε παιδιά, τρία άρρενα και δύο θήλεα: τον Ιωάννη, τον Δημήτριο, τον Χαραλάμπη, την Ευδοκία και την Ευγενία. Από τα άρρενα τέκνα ο Δημήτριος και ο Χαραλάμπης παρέμειναν άγαμοι, ενώ ο Ιωάννης νυμφεύθηκε την Ελένη Βλάση, κόρη του εμπόρου του Άργους Θεοδωράκη Βλάση, χωρίς να αποκτήσουν τέκνα. Ως εκ τούτου ο κλάδος του Νικολάου Περρούκα εντελώς εξέλιπε. Μπορεί η οικογένεια Νικολάου Περρούκα να μην άφησε απογόνους, άφησε όμως για τους επιγιγνομένους ένα από τα πλουσιότερα διασωθέντα ελληνικά Αρχεία.[2] Το Αρχείο αυτό αποτελεί πλουσιότατη πηγή πληροφοριών για την προεπαναστατική και μετεπαναστατική εποχή και αποτελεί την αποκλειστική πρωτογενή πηγή για την παρούσα μελέτη.

ΙI. Τα έγγραφα που αναφέρονται στην εν γένει βεκιλική θητεία του Δημητρίου Περρούκα στην Οθωμανική πρωτεύουσα είναι αποκλειστικά και μόνον επιστολές από και προς αυτόν. Ανέρχονται σε τετρακόσια (400) περίπου, είναι καθ’ ολοκληρίαν ανέκδοτα και βρίσκονται διάσπαρτα στο Αρχείο. Η πρώτη χρονολογικά επιστολή που σώζεται είναι του Δημητρίου Περρούκα προς τον πατέρα του Νικόλαο και έχει αποσταλεί από τη Βασιλεύουσα στις 8 Δεκεμβρίου 1813 (45449).[3] Η τελευταία προεπαναστατική επιστολή του Δημητρίου από την Πόλη είναι της 22ας Δεκεμβρίου 1820 (45506). Ωστόσο, η τελευταία χρονολογικά επιστολή της μεταξύ των Περρουκαίων προεπαναστατικής αλληλογραφίας είναι του Ιωάννη από την Τριπολιτσά προς τον Δημήτριο στις 6 Μαρτίου 1821, την οποία όμως ο Δημήτριος μετά την βεβιασμένη αναχώρησή του από την Κωνσταντινούπολη έλαβε στην Ύδρα στις 11 Απριλίου 1821, όταν ήδη είχε εκραγεί στον Μοριά η ελληνική Επανάσταση (46292).

Από απόψεως ποσοτικής, οι περισσότερες επιστολές είναι του έτους 1818 (90 επιστολές), και ακολουθούν τα έτη 1817 (85 επιστολές), 1816 (80 επιστολές), 1815 (47 επιστολές), 1819 (43 επιστολές) και 1820 (40 επιστολές), με πολύ λιγότερες για τα υπόλοιπα έτη. Συχνότεροι αλληλογράφοι του Δημητρίου είναι τα αδέλφια του Ιωάννης (με 67 επιστολές) και Χαραλάμπης (με 66 επιστολές), ο θείος του Σωτήριος (με 26 επιστολές), ο πατέρας του Νικόλαος (με 11 επιστολές) και ο γαμβρός του Χριστόδουλος Σεβαστός (με 10 επιστολές).

Άλλοι επιστολογράφοι του είναι η αδελφή του Ευδοκία και ο σύζυγός της Δημητράκης Ζαΐμης, ο θείος του Απόστολος, ο συμπέθερός του Θεοδωράκης Βλάσης και διάφοροι άλλοι (Δημ. Κριεζής, Χατζηνικόλαος Σέκερης, Γεώργιος Βάρβογλης, Μιχ. Ιατρός, Σταματέλος Αντωνόπουλος, Λιμπέρης Γιαννoυκόπουλος, οι προεστώτες του Μιστρά Κοπανίτσας και Κρεββατάς κ. ά.), καθώς και διάφοροι Τούρκοι (Ησούφ και Ζουλφικάρ μπέηδες, Φεϊζουλάς Λέλες κ.ά.).

Από την πλευρά του, ο Δημήτριος αποστέλλει προς διάφορους παραλήπτες 127 επιστολές, τη μεγάλη πλειονότητα των οποίων στον αδελφό του Ιωάννη (105 επιστολές). Είναι άξιο απορίας ότι δεν έχει διασωθεί ούτε μία επιστολή του Δημητρίου προς οιονδήποτε κατά το 1814, ενώ κατά το έτος 1813 σώζεται μία και μοναδική προς τον πατέρα του, κάτι που μας οδηγεί στο  συμπέρασμα ότι μερικές από τις επιστολές που αντηλλάγησαν δεν έχουν σωθεί. Αυτό συνάγεται και από το γεγονός ότι πολλές επιστολές δεν ανευρίσκονται στο Αρχείο, μολονότι μνημονεύονται σε άλλες επιστολές ως αποσταλείσες.

Η αλληλογραφία του Δημητρίου με τους συγγενείς του ήταν πυκνή. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν σωθεί τρεις επιστολές του Δημητρίου προς τον αδελφό του Ιωάννη γραμμένες την ίδια ακριβώς ημέρα, μία φορά στις 12 Φεβρουαρίου 1816 (45612, 45613, 45357), άλλη στις 28 Ιουνίου 1816 (45607, 45371/2, 45606), ίσως και άλλοτε. Ήταν επίσης αναλυτική. Έτσι, και τα δύο μέρη είχαν κατά το μέτρο του δυνατού πλήρη γνώση των διατρεχόντων στην Κωνσταντινούπολη και στον Μοριά, σχετικά με πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις, ακόμα και στις παραμικρότερες  λεπτομέρειες.

Το πλήθος των επιστολών εύκολα εξηγείται, αν ληφθεί υπόψιν ότι η αλληλογραφία αποτελούσε τότε τον μοναδικό τρόπο επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων που βρίσκονταν σε διαφορετικούς και μεμακρυσμένους τόπους. Η διακίνηση της αλληλογραφίας δεν διεξαγόταν, βέβαια, από κάποια κρατική υπηρεσία, που θα εξασφάλιζε την ασφάλεια και την τακτικότητα της μεταφοράς και της διανομής, αλλά γινόταν με ειδικούς ιδιωτικούς ταχυδρόμους («τατάρηδες») ή, κατά παράκληση, από αξιόπιστους ταξιδιώτες, φίλους, συγγενείς, συμπατριώτες και άλλους, που μετέβαιναν για κάποιο λόγο στον τόπο διαμονής των παραληπτών.[4]

 

Άποψη του Άργους (View of Αrgos), 1829 – Guillaume Abel Blouet (Γκιγιώμ Μπλουέ).

 

Στην περίπτωση του Δημητρίου Περρούκα είναι πολύ συνηθισμένο να αποστέλλονται γράμματα από την Πόλη προς το Άργος, και αντιστρόφως, με Τούρκους άρχοντες, αλλά και με τους ιδιωτικούς «τατάρηδες» των πασάδων, των μπέηδων και άλλων Τούρκων αξιωματούχων, ακόμα και με το ταχυδρομείο της τουρκικής αυλής![5] Τα γράμματα αποστέλλονταν είτε ανοικτά είτε κλειστά και ενίοτε βουλωμένα με βουλοκέρι. Πολλές φορές και τα κλειστά έφθαναν ανοιγμένα και πολλές φορές καπνισμένα για απολύμανση από τυχόν λοιμώδεις νόσους (17311/12 της 28ης Σεπτεμβρίου 1814). (περισσότερα…)

Read Full Post »

«Νεοφώτιστοι» στην Πελοπόννησο την περίοδο της Επανάστασης και κατά τα μετεπαναστατικά χρόνια: θρησκευτικές, δημογραφικές και κοινωνικο – οικονομικές διαστάσεις του ζητήματος (πρόδρομη δημοσίευση)[1] – Γιώργος Β. Νικολάου[2]


 

Είναι πολύ γνωστό στην ελληνική και στη διεθνή ιστοριογραφία το φαινόμενο των εξισλαμισμών, της μετα­στροφής δηλαδή χριστιανών ή ατόμων άλλου θρησκεύματος στο ισλάμ, που παρατηρείται σε περιοχές όπου επικράτησε το ισλάμ μετά τον 7° μ. X. αι.· φαινόμενο, πολυδιάστατο, το οποίο εντάσσεται στο γενικότερο διαχρο­νικό ζήτημα των θρησκευτικών μεταστροφών[3]. Αντίθετα, δεν είναι πολύ γνωστό και δεν έχει μελετηθεί εξίσου το αντίστροφο φαινόμενο των μεταστροφών στον χριστιανισμό μουσουλμάνων, το οποίο, αν και – όπως έχει δείξει η έρευνα – δεν πήρε τόσο μεγάλη έκταση, όσο αυτό των εξισλαμισμών, παρατηρείται τόσο σε περιοχές που πέρασαν από την αραβική κυριαρχία σε μία άλλη πολιτική κατάσταση (π. χ. στην ιβηρική χερσόνησο με την Reconquista, μετά τον 12° αι.) ή στα Βαλκάνια μετά τη σταδιακή αποχώρηση των Οθωμανών Τούρκων από αυτά[4].  Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ανακοίνωσή μας, στην οποία θα εξετάσουμε το ζήτημα των νεοφώτιστων, όπως χαρακτηρίζονται τα άτομα που βαπτίζονται και ασπάζονται την χριστιανική πίστη.

Θα εστιάσουμε στην Πελοπόννησο στα χρόνια της Επανάστασης και στα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια, γιατί εκεί αυτές οι μεταστροφές πήραν μεγαλύτερη έκταση, προκειμένου να εξετάσουμε τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν, καθώς και τις θρησκευτικές, δημογραφικές, κοινωνικοοικονομικές και νομικές διαστάσεις τους.

Με την έναρξη του Αγώνα της ανεξαρτησίας οι μουσουλμάνοι της Πελοποννήσου – οι οποίοι ανέρχονταν στο 10 με 15% περίπου του συνολικού πληθυσμού της – βρέθηκαν σε δεινή θέση. Για δεύτερη φορά μετά την κατάκτηση της Πελοποννήσου από το Βενετούς, στο γύρισμα του 17ου προς τον 18 αι. ο μουσουλμανικός πληθυσμός της βρέθηκε από τη θέση του κυρίαρχου στη θέση του καταδιωκόμενου. Πολλοί άμαχοι εξοντώθηκαν, άλλοι αιχμαλω­τίστηκαν και ανταλλάχθηκαν αργότερα με Έλληνες αιχμαλώτους, άλλοι έφυγαν για τη Μ. Ασία, ύστερα από τις συνθήκες παράδοσης των κάστρων, ενώ άλλοι παρέμειναν στη χώρα και εκχριστιανίστηκαν[5].

 

Ελληνορδόδοξος ιερωμένος και μουσουλμάνος, 1819;. Η φιγούρα στα δεξιά είναι ο Μεχμέτ Αγά Σαλάμ, εκπρόσωπος του Μεγάλου Βεζίρη στην Αθήνα. Louis Dupré, «Voyage A Athènes et A Constantinople», Paris, 1825.

 

Τα ερωτήματα που θέτει στον ερευνητή αυτό το γεγονός είναι πολλά. Για παράδειγμα, ποιοι ήταν οι λόγοι που ώθησαν αυτά τα άτομα να απαρνηθούν τη μουσουλμανική τους πίστη και να αποδεχθούν τη χριστιανική. Επρόκειτο για μία ελεύθερη επιλογή ή για μία ενέργεια που έγινε κάτω από την πίεση της δεινής θέσης στην οποία βρέθηκαν οι μουσουλμάνοι μετά την έκρηξη της Επανάστασης; Υπάρχει σχέση αυτών των εκχριστιανισμών με τους εξισλαμισμούς που είχαν προηγηθεί στην Πελοπόννησο την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας; Ποιες ήταν οι διαστάσεις αυτού του φαινομένου; Θα προσπαθήσουμε στον χρόνο που έχουμε στη διάθεσή μας να δώσουμε απάντηση σ’ αυτά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Βελή πασάς στη Βλαχία: προεπαναστατικά σχέδια απελευθερώσεως στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία και την Ήπειρο – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Κατά τα έτη 1810-1812 ο γιος του Αλή Πασά, Βελής, μορά βαλισής της Πελοποννήσου από το 1806-1807 θα εκστρατεύσει δύο φορές στη Βλαχία κατόπιν εντολής του πατέρα του, Αλή Πασά, προκειμένου να λάβει μέρος στον Ρωσοτουρκικό πόλεμο που είχε ξαναρχίσει μετά από ένα σύντομο διάλειμμα το 1808. Στην πραγματι­κότητα η συμμετοχή αυτή του Βελή στον πόλεμο δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το αποτέλεσμα των διαρκών πιέσεων του Σουλτάνου προς τον Αλή Πασά, ο οποίος είχε ήδη υποχρεωθεί μία φορά να στείλει τον πρωτότοκο γιο του Μουχτάρ, χωρίς όμως καμία επιτυχία. Καθώς φαίνεται λοιπόν ότι ήταν αδύνατον να το αποφύγει, το 1810 θα ορ­γανώσει τον στρατό του και θα φύγει για τη Βλαχία το ίδιο έτος.

Για την εκστρατεία αυτή, ωστόσο ο Βελής έπρεπε να συγκεντρώσει στρατό και εφόδια, κάτι που σήμαινε βαριά φορολογία,[1] χρηματική και σε είδος (τρόφιμα[2]), για όλους. Έτσι θα αρχίσει μία περίοδος συνεχούς επιβάρυνσης των πληθυσμών της Πελοποννήσου (προεστών και αγιάνηδων, χωρικών και αγάδων), η οποία θα χειροτερεύσει μετά και τη δεύτερη εκστρατεία του Βελή το 1811.[3]

Σε αυτό το διάστημα, ο καζάς του Άργους για παράδειγμα, θα αναγκαστεί να πληρώσει σχεδόν τα διπλάσια (1810) ή και τετραπλάσια (1811) χρήματα.[4] Το δε 1812, από όλη την Πελοπόννησο δίνονται 200.000 γρόσια σε φόρους, από τους οποίους οι 50.000 είναι από το Άργος[5] – με αποτέλεσμα οι πληθυσμοί να αρχίσουν να εγκαταλείπουν τα χωριά τους και να καταφεύγουν στα γύρω νησιά και ιδίως στην Ύδρα.[6] Αντίστοιχα δύσκολη θα είναι και η κατάσταση για τους τούρκους αγάδες και μπέηδες. Υπήρχαν πολλοί λοιπόν παραπονούμενοι από όλη τη διοίκηση του Βελή πασά και, από το 1810 και έως το 1812, η κατάσταση είχε χειροτερέψει για τους περισσότερους Πελοποννήσιους, Τούρ­κους και Έλληνες, θέτοντας ζήτημα τρόπου αλλαγής της ή αντικατάστασης του δυνάστη.

 

Άποψη του Άργους και του κάστρου της Λάρισας. Amand Freiherr «Griechenland in Wort und Bild», Lipsie, 1882.

 

Κατά την επικρατούσα ιστοριογραφία λοιπόν, τα χρόνια της απουσίας του Βελή πασά στη Βλαχία βρήκαν ευκαι­ρία οι δυσαρεστημένοι να οργανώσουν διάφορα σχέδια αντίδρασης, ένα εκ των οποίων αφορούσε και το ενδεχό­μενο δημιουργίας ενός αυτόνομου κρατιδίου υπό τον Ναπολέοντα από μια ελληνοτουρκική συμμαχία προκρίτων και αγιάννηδων.[7] Τα άλλα, αφορούσαν μία αντίδραση του Αλή Φαρμάκη, τον οποίο και κατατρόπωσε ο Βελής σε μία από τις επιστροφές του από τη Βλαχία, και μία των Βαρδουνιωτών, τους οποίους επίσης κατέπνιξε ο Βελής. Όλα τα παραπάνω τοποθετούνται λοιπόν σε αυτή τη δύσκολη περίοδο. Άλλωστε έμοιαζε λογικό: τα δύο τρία πρώτα χρόνια οι πελοποννήσιοι πρόκριτοι και αγιάννηδες υποφέρουν, ενώ από τον τέταρτο που φεύγει ο Βελής στο εξωτερικό οργανώνουν κινήματα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Μάρκος Ρενιέρης και ο «Spectateur de l’Orient» – Οι απόψεις του για τον ελληνισμό | Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο Ερανιστής», τόμος 30, Αθήνα, 2021


 

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897) Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Πνεύμα προικισμένο καί γόνιμο, ὁ Μάρκος Ρενιέρης (Τεργέστη 1815 – Ἀθήνα 1897) διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴ διάπλαση τῆς νεοελληνικῆς ἐθνικῆς ἰδεολογίας καθὼς ἀποδείχθηκε δεινὸς γνώστης τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ζητημάτων τοῦ καιροῦ του. Ἡ διαδρομή του διακρίνεται γιὰ τὴν ἰδιοτυπία της καθὼς ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φαινόμενο τῆς ἰδεολογικῆς οἰκοδόμησης ἑνὸς ἔθνους ξεκίνησε ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴ Βενετία. Μὲ τὸ ὅραμα τῆς πολιτικῆς ἑνοποίησης τοῦ κατακερματισμένου ἰταλικοῦ ἔθνους ζυμώθηκε μὲ τὶς ἰδέες τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τοῦ φιλελευθερισμοῦ.

Ἔχοντας τὸ πνευματικὸ αὐτὸ ὑπόβαθρο ἐγκαθίσταται τὸ καλοκαίρι τοῦ 1835 στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ πορεία τῆς ἐνσωμάτωσής του στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα ἀποτελεῖ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον κεφάλαιο.

Ἐνστερνιζόμενος τὶς προσδοκίες τοῦ νέου κράτους, ἐντάσσεται στὴν τροχιὰ τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ ἐξελίσσεται σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πρωταγωνιστές. Ἀποκτᾶ ἐπιπρόσθετο κοινωνικὸ κύρος νυμφευόμενος τὴν Ἀνδρομάχη Ζαΐμη, κόρη τοῦ πρόκριτου Ἀνδρέα Ζαΐμη καὶ τῆς Ἑλένης Δεληγιάννη καὶ ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδας Θρασύβουλου Ζαΐμη, προπάππου τῆς Λουκίας Δρούλια. Γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Ρενιέρη ἡ Λουκία πάντοτε ἔδειχνε ἕνα εὐδιάκριτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἐνασχόλησή μου ἐδῶ μὲ τὴ δημοσιογραφική του δραστηριότητα ἂς θεωρηθεῖ ὅτι συμβολίζει μία ἀπότιση τιμῆς στὴν ἀγαπητὴ συνάδελφο καὶ φίλη.

Tὸ 1853, ἐνῶ ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, στοὺς κόλπους τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκδηλώνονται πολιτικὲς ζυμώσεις καὶ διχαστικὲς ἐντάσεις. Μὲ τὰ πύρινα ἄρθρα τῆς ἐφημερίδας Αἰών, ἡ ρωσόφιλη παράταξη κέρδιζε τὶς ἐντυπώσεις. Eὕρισκε ἀνταπόκριση σὲ ὅσους θεωροῦσαν τὴ Ρωσία προστάτιδα τῆς ὀρθόδοξης πίστης προσλαμβάνοντας ἀκόμη καὶ συναισθηματικὲς διαστάσεις. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ τεταμένο πολιτικὸ κλίμα πρωτοκυκλοφόρησε στὶς 26 Αὐγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1853 τὸ γαλλόφωνο περιοδικὸ Le Spectateur de l’Orient (Ὁ Θεατὴς τῆς Ἀνατολῆς).

Γιὰ τὸ ἐκδοτικὸ αὐτὸ ἐγχείρημα ἀποφασιστικὰ κινητοποιήθηκε μία ὁμάδα ἔγκριτων διανοητῶν καὶ πανεπιστημιακῶν μὲ πολύπλευρη δράση. Στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ τους, πρόκειται γιὰ πρόσωπα ὁρισμένα ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν ὡς ἑτερόχθονες βιώσει λίγα χρόνια πρωτύτερα τὴν ἀπόλυση ἀπὸ δημόσιες θέσεις. Διαμορφωμένοι πνευματικὰ στὴν εὐρυχωρία τῆς ἑλληνικῆς διασπορᾶς, μετεβλήθησαν στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ σὲ στρατευμένους διανοούμενους τοὺς ὁποίους διακρίνει μία συλλογικὴ πολιτικὴ ταυτότητα. Εἶναι οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβής, Ἰ. Σοῦτσος, Γ. Α. Βασιλείου, Ν. Δραγούμης καὶ Μ. Ρενιέρης.

Ἀπὸ αὐτούς, οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ν. Δραγούμης καὶ Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβὴς εἶχαν τὸ 1850 κυκλοφορήσει τὸ περιοδικὸ Πανδώρα, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ τὴν παρατηρούμενη συνάφεια τῶν δύο ἐντύπων. Ἡ χρονικὴ σύμπτωση τῆς κυκλοφορίας τοῦ περιοδικοῦ μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου δὲν εἶναι τυχαία, καθόσον κίνητρο τῶν ἐκδοτῶν του ἦταν νὰ μὴν παραμείνουν ἀμέτοχοι σὲ οὐσιώδεις πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ ν’ ἀκουστεῖ ἡ φωνή τους σχετικὰ μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ ἐξωτερικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς χώρας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »