Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Πανεπιστήμιο Πάδοβας – Η Alma Mater του νέου Ελληνισμού


 

Ακόμη και πριν από την Άλωση, Έλληνες και Κύπριοι φοιτητές ξεκίνησαν να πηγαίνουν στο φημισμένο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας. Προπύργιο του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, το πανεπιστήμιο εξελίχθηκε σε σπουδαίο κέντρο ελληνικών σπουδών, συμβάλλοντας καθοριστικά στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση. Τη δεκαετία του 1940 φιλοτεχνήθηκαν οι προσωπογραφίες σαράντα σπουδαστών του από άλλες χώρες, που διακρίθηκαν σε πολιτικά αξιώματα της πατρίδας τους. Ανάμεσά τους, τρεις Έλληνες.

 

Πάδοβα, Παδούη και Πατάβιον είναι τα διάφορα ονόματα με τα οποία τίμησαν οι νεότεροι Έλληνες την Alma Mater του υπόδουλου ελληνικού έθνους. Μετέβαιναν εκεί επί σειρά αιώνων για να σπουδάσουν τα ελληνικά γράμ­ματα, για να σπουδάσουν επίσης την ιατρική, τη νομική και τις φυσικές επιστή­μες της εποχής.

Πρόκειται για το δεύτερο αρχαιότερο πανεπιστήμιο της Ιταλίας. Ιδρύθηκε το 1222 και ετοιμάζεται να εορτάσει σε λίγο τα 800 χρόνια του. Συγκαταλέγεται μέχρι σήμερα στα πιο φημισμένα ακαδημαϊκά ιδρύματα της Ευρώπης. Στους αιώνες του Ουμανισμού και της Αναγέννησης, λόγω και των στενών δεσμών του ελληνισμού με τη Βενετία, το Πανεπιστήμιο της Πάδοβας έμελλε να εξελιχθεί σε φημισμένο κέντρο ελληνικών σπουδών. Συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση, αναδείχθηκε σε κύριο πυλώνα της ιταλικής Αναγέννησης. Έγινε επίσης το πανεπιστήμιο στο οποίο φοίτησαν εκατοντάδες Ελληνόπουλα, από την αρχή περίπου του 15ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Οι Έλληνες και οι Κύ­πριοι φοιτητές ξεκίνησαν να έρχονται εδώ πριν από την Άλωση της Πόλης. Στη συ­νέχεια έφθαναν στην Πάδοβα νέοι από όλες τις βενετοκρατούμενες περιοχές του ελληνικού χώρου, αργότερα και από τις τουρκοκρατούμενες.

 

Παλάτσο Μπο, Πανεπιστήμιο της Πάντοβας, γύρω στο 1780.

 

Σε διάρκεια τεσσάρων και πλέον αιώνων, το παταβινό ίδρυμα στάθηκε η τροφός και η θετή μητέρα των υποδούλων. Ο προσήκων χαρακτηρισμός για το λαμπρό Πανεπιστήμιο είναι γνωστός στους ειδικούς. Διατυπώνεται ρητά στο πρόσφατο βιβλίο του Άγγλου ιστορικού David Brewer: «Στην Πάντοβα, όπου λειτουργού­σε πανεπιστήμιο από το 1222, διάσημο για τις ιατρικές και φιλοσοφικές σπουδές του, ιδρύθηκε έδρα ελληνικών το 1463. Η Πάντοβα έχει αποκληθεί η alma mater όλου του υπόδουλου ελληνικού έθνους» (Ελλάδα 1453-1821. Οι άγνωστοι αιώνες, Πατάκη, 2018, σ. 170). (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια και το πρώτο φαρμακείο του Β. Βοναφίν στο Ναύπλιο – «Τελικά άλλος ταρίχευσε τον Καποδίστρια!»


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού, Επίτιμου προϊστάμενου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και αρχαιογνωστικής έρευνας του ΥΠΠΟΑ και μέλος του ΔΣ του Ιδρύματος Ι. Καποδίστριας, με θέμα:

Η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια και το πρώτο φαρμακείο του Β. Βοναφίν στο Ναύπλιο – «Τελικά άλλος ταρίχευσε τον Καποδίστρια!»

 

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή», 5 Οκτωβρίου 2021, άρθρο από τη δημοσιογράφο Π. Μπουλούτζα με θέμα, «Αυτός ανέστησε τον Καποδίστρια! Η ιστορία του πρώτου φαρμακείου της χώρας, το οποίο λεγόταν «Σωτήρ», στο Ναύπλιο – θα γίνει μουσείο».

Bonifaccio Bonafin (1800-1893). Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα ο Δήμος Ναυπλιέων και ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος (Π.Φ.Σ.) στο τέλος του Σεπτεμβρίου 2021 συμφώνησαν για την ανασύσταση του πρώτου φαρμακείου «Ο Σωτήρ» που ίδρυσε το 1828 στο Ναύπλιο ο ιταλικής καταγωγής φαρμακοποιός Β. Βοναφίν και θα λειτουργήσει ως Μουσείο. Το υπό σύσταση πρώτο φαρμακείο – Μουσείο θα στεγασθεί στην πλατεία Τριών Ναυάρχων, στο διώροφο νεοκλασικό κτίριο επί της οδού Βασιλ. Κωνσταντίνου, που κτίσθηκε γύρω στα 1880, στη θέση του παλιότερου κτιρίου με σαχνισιά, όπου λειτουργούσε το πρώτο φαρμακείο από το 1828. Ως γνωστό ο Βοναφίν υπήρξε σημαντική φυσιογνωμία της πόλης κατά τον 19ο αι. Το κτίριο αυτό λειτούργησε ως φαρμακείο από το 1828 ως το 1972. Για την ανασύσταση και λειτουργία του πρώτου φαρμακείου – Μουσείου ο Δήμος Ναυπλίου θα αναλάβει την αναπαλαίωση και αποκατάσταση του νεοκλασικού κτιρίου, ενώ ο Πανελλήνιος Φαρμακευτικός Σύλλογος (Π.Φ.Σ.) θα εκπονήσει τη μουσειολογική – μουσειογραφική μελέτη αλλά και τις εργασίες για τη δημιουργία του μουσείου.

Το νεοκλασικό κτίριο περιήλθε στην κυριότητα του Δήμου Ναυπλιέων το 2017 και το κόστος αγοραπωλησίας ανήλθε στο ποσό των 585.000 ευρώ. Το κτίριο αυτό από το 1913 είχε περιέλθει δια διαθήκης της συζύγου – χήρας του Β. Βοναφίν, στην συνιδιοκτησία των τριών ενοριών του Ναυπλίου, Αγίου Νικολάου, Γεννήσεως της Θεοτόκου και Αγίου Γεωργίου. Πρόκειται για μία ευτυχή συγκυρία που είναι αποτέλεσμα της συνεργασίας του Δήμου Ναυπλιέων και του Π.Φ.Σ. με κινητήρια δύναμη το συνεχές και αδιάλειπτο ενδιαφέρον και την κινητικότητα των πολιτών του Ναυπλίου, που έχουν διαμορφωμένη βαθειά ιστορική συνείδηση για την ιστορία, την προστασία και την ανάδειξη των διαχρονικών μνημείων της μοναδικής αυτής πόλης και πρώτης πρωτεύουσας του Νεοελληνικού Κράτους.

 

Το φαρμακείο όπως ήταν τη δεκαετία του ’60. Δημοσιεύεται στο: Θ. Κωστούρος, «Βονιφάτιος Βοναφίν», έκδοση Πελοποννησιακού Λαογραφικού Ιδρύματος.

 

Ως προς το αμφιλεγόμενο πρόβλημα για το που έγινε η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια, αλλά και ποιος τελικά τον ταρίχευσε αποτελεί καθαρά ιστορικό θέμα και αντικείμενο έρευνας των ιστορικών ερευνητών. Υποθέσεις, εικασίες αλλά και μυθοπλασίες που διαμορφώνονται συνήθως μέσα στον ιστορικό χρόνο για σημαντικά και καθοριστικής σημασίας ιστορικά πρόσωπα, πρέπει να υφίστανται τη βάσανο της επιστημονικής έρευνας. Κατά τη δολοφονία του Ι. Καποδίστρια περίπου στις 6:30 π.μ. της 27ης Σεπτεμβρίου 1831 η σορός του Κυβερνήτη, όπως προκύπτει από αυτόπτες μάρτυρες, μεταφέρθηκε από τους στρατιώτες του πυροβολικού στο Κυβερνείο ακολουθούμενους από πλήθος κόσμου. Όπως συγκεκριμένα αναφέρει ο Ν. Α. Ράικος, Ρώσος, στρατιωτικός, αυτόπτης μάρτυρας και συνεργάτης του Ι. Καποδίστρια, «Αφιχθέντες προ του ναού οι στρατιώται είδον τινές των παρισταμένων εκεί, ανήγειραν τον Κυβερνήτη νεκρόν ήδη και τον εναπέθετον επί του φορείου…Υπό τον οίκον του Κυβερνήτου ίστατο ο λόχος του πυροβολικού, ου οι στρατιώται είχον μεταφέρει τον νεκρόν από του ναού. Η θέα των αιματοφύρτων αυτών στολών που προξενεί θλιβερά εντύπωση, εν τω προθαλάμω και επί της κλίμακας το αίμα «εκάπνιζε» εισέτι ….». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αρχαία Τροιζήνα  – Μαρία Γιαννοπούλου (Αρχαιολόγος)


 

Η αρχαία Τροιζήνα βρισκόταν λίγο δυτικότερα του σημερινού ομώνυμου χωριού της βορειοανατολικής Πελοποννήσου. Τα μνημεία της είναι γνωστά κυρίως από την εκτενή περιγραφή του Παυσανία (ΙΙ.30.5-32.10), ο οποίος μνημονεύει πολλά λατρευτικά οικοδομήματα και άλλα δημόσια κτήρια που είδε εκεί, παραθέτοντας ταυτόχρονα αρκετά στοιχεία για τις μυθικές παραδόσεις της πόλης. Σημαντικές είναι και οι μαρτυρίες ξένων περιηγητών που την επισκέφθηκαν στη διάρκεια του 18ου και του 19ου αιώνα (Fourmont, Chandler, Dodwell, Gell, Stackelberg, Pouqueville, Prokesch von Osten, Blouet, Puillon Boblaye, Curtius, Bursian κ.ά.), καθώς μας άφησαν αξιοσημείωτες περιγραφές των ερειπίων που ήταν ορατά πριν από την έναρξη των ανασκαφών.

 

Τροιζήνα

 

Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή της αρχαίας πόλης άρχισαν από τον Legrand στα τέλη του 19ου αιώνα και συνεχίστηκαν από τον Welter στις αρχές της δεκαετίας του 1930.[1] Ορισμένα από τα αντικείμενα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Legrand εντοπίστηκαν στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και τώρα κοσμούν την έκθεση του Αρχαιολογικού Μουσείου Πόρου, ενώ η τύχη των κινητών ευρημάτων των ερευνών του Welter παραμένει άγνωστη. Οι σωστικές ανασκαφές της Εφορείας Αρχαιοτήτων ξεκίνησαν το 1979 και μέχρι σήμερα έχουν φέρει στο φως πολλά αξιόλογα ευρήματα,[2] προερχόμενα κυρίως από δύο μεγάλα νεκροταφεία, το ένα στα ανατολικά και το άλλο στα δυτικά της πόλης. Τα σημαντικότερα από αυτά εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πειραιώς και κάποια άλλα στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πόρου.

 

Ερείπια της βυζαντινής εκκλησίας της Παναγίας Επισκοπής.

 

Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαίας Τροιζήνας είναι θαμμένο κάτω από πυκνοφυτευμένα περιβόλια με οπωροφόρα δέντρα, αλλά όσα από τα μνημεία της έχουν αποκαλυφθεί ή παρέμειναν ορατά από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, καθώς και η διεξοδική περιγραφή του Παυσανία, μαρτυρούν ότι ήταν μια πολύ σπουδαία πόλη. Μόνο το τέμενος του Ιππολύτου, το οποίο βρισκόταν έξω από τα τείχη της, έχει ανασκαφεί σε μεγάλη έκταση και τώρα αποτελεί τον επισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο της Τροιζήνας. Στο ιερό αυτό λατρεύτηκε αρχικά ως ήρωας και κατόπιν ως θεός ο νεαρός γιος του Θησέα, τον οποίο ερωτεύτηκε παράφορα αλλά χωρίς ανταπόκριση η μητριά του Φαίδρα, με αποτέλεσμα να βρουν και οι δύο τραγικό θάνατο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Προεπαναστατικές ιδεολογικές ζυμώσεις και συγκρούσεις – Η Φιλική Εταιρεία


 

Οι ιδεολογικές ζυμώσεις – συγκρούσεις στον ελλαδικό χώρο στα τέλη του 18ου και στις αρχές του 19ου αι. αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα του Nεώτερου Ελληνισμού στην κρίσιμη αυτή φάση της ιστορίας του. Θα αρκεστούμε στην επισήμανση ορισμένων πλευρών του.

 

Α. Ιδεολογικό υπόβαθρο και νέοι προσανατολισμοί

 

Το ιδεολογικό υπόβαθρο μέσα στο οποίο συντελούνται αυτές οι καθοριστικές για την πορεία του Ελληνισμού ζυμώσεις και συγκρούσεις είναι το κίνημα του νεοελληνικού Διαφωτισμού το οποίο δημιουργείται με τις έντονες επιρροές που δέχεται – όπως και τα αντίστοιχα κινήματα σ’ άλλες ευρωπαϊκές χώρες – από τον γαλλικό Διαφωτισμό. Το κίνημα αυτό, εμφανίζεται λίγο πριν από τα μέσα του 18ου αι. και έρχεται να μορφοποιήσει πνευματικά επιτεύγματα που απορρέουν από τις κοινωνικές ανακατατάξεις, οι οποίες συνοδεύουν την άνοδο των Φαναριωτών και των εμπόρων και οι οποίες μεταφέρουν στην «καθ’ ημάς Ανατολή» τα πνευματικά-επιστημονικά επιτεύγματα και τα ιδεολογικά ρεύματα της δυτικής Ευρώπης.

Ευγένιος Βούλγαρης (1716-1806). Κληρικός, παιδαγωγός, δάσκαλος του Γένους, μεταφραστής του Βολταίρου και διαπρεπής στοχαστής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτών των ζυμώσεων είναι – στη μεγαλύτερη τουλάχιστον μερίδα των Διαφωτιστών, όπως και στην υπόλοιπη Ευρώπη – η τάση αποδέσμευσης από τη θρησκευτική-εκκλησιαστική αυθεντία και απόρριψης του Βυζαντίου, που θεωρείται από αυτούς ως φορέας της θρησκευτικής και της απολυταρχικής εξουσίας. Γιατί υπάρχει και μία άλλη, μικρότερη βέβαια, κατηγορία λογίων (με κυριώτερο εκπρόσωπό της τον διαπρεπή λόγιο κληρικό Ευγένιο Bούλγαρη), που δέχονται τις κατακτήσεις του γαλλικού Διαφωτισμού και τις διδάσκουν, παραμένοντας ταυτόχρονα προσηλωμένοι στα ορθόδοξα δόγματα ή άλλοι, πιο απλοϊκοί, (όπως ο Kοσμάς ο Αιτωλός) που αγωνίζονται να (δια)φωτίσουν το Γένος παραμένοντας απόλυτα προσηλωμένοι στις παραδόσεις της Ορθοδοξίας.

Όπως παρατηρεί ο Λέανδρος Bρανούσης, ένας από τους καλύτερους μελετητές αυτών των ζητημάτων, «οι ιδεολογικοί και πολιτικοί προσανατολισμοί του υπόδουλου Γένους συνδέονται αναπόσπαστα με το άμεσο και το απώτερο ιστορικό παρελθόν του και, φυσικά, συνυφαίνονται με τις ιστορικές του περιπέτειες, τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις, τις εσωτερικές και τις εξωτερικές συνθήκες που κάθε φορά επικρατούσαν».

Σταθερός παράγοντας ήταν η παράδοση που είχε κατά τους προηγούμενους αιώνες προφυλάξει το Γένος από τον αφανισμό. Βασικά συστατικά της ήταν η ορθόδοξη πίστη, ως συνεκτικός κρίκος, η κοινή γλώσσα, ο χώρος και ο λαός με την ιστορική του συνέχεια, οι πατροπαράδοτοι θεσμοί και παραδόσεις, η συλλογική μνήμη του κοινού παρελθόντος, η κοινή μοίρα του παρόντος, οι κοινές ελπίδες για το μέλλον. H διαμορφωμένη μετά την Άλωση συνοχή του Ελληνισμού έχει ως σταθερές συνιστώσες από τη μια τη βυζαντινή κληρονομιά και από την άλλη τους αρχαίους Έλληνες, τιμωρούς των Περσών (που ταυτίζονται με τους Τούρκους) με τον M. Αλέξανδρο.

O υπόδουλος Ελληνισμός γαλουχείται με τους θρύλους του «μαρμαρωμένου βασιλιά», αναζητεί τα σημάδια της απελευθέρωσης στις προφητείες του Aγαθάγγελου και σ’ άλλα χρησμολογικά κείμενα. Ταυτόχρονα, ψέλνει και εικονίζει στις εκκλησίες σκηνές από τον Ακάθιστο Ύμνο και  την πολιορκημένη Κωνσταντινούπολη, που του δίνουν κουράγιο στις δύσκολες ώρες, ακόμη και με αρχαίους Έλληνες φιλοσόφους, ονομάζει «ελληνικά» τα απομεινάρια των αρχαίων μνημείων, μαθαίνει τέλος στα σχολειά ότι κάποτε σ’ αυτόν τον τόπο έζησαν μεγάλοι άνδρες. H παιδεία, που αναγεννάται, όπως είδαμε, αυτή την περίοδο σ’ όλα τα μήκη και πλάτη του Ελληνισμού, παίζει τον πιο αποφασιστικό ρόλο. H συμβολή της Εκκλησίας στη διατήρηση της εθνικής συνείδησης, στο να μην αφομοιωθεί ο Ελληνισμός μέσα στις δύσκολες συνθήκες της κατάκτησης, είναι, επίσης, καθοριστική. [Σβορώνος, σ. 84-85]. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η αποτυχημένη επανάσταση του 1770 (Oρλωφικά)


 

Η ελληνική ιστοριογραφία διαχειρίστηκε αυτό το γεγονός στο πλαίσιο της αφύπνισης του Ελληνισμού, ως ένα επεισόδιο στη μακρά πορεία προς την απελευθέρωση και την πολιτική αυτοδιάθεση που ήρθε αργότερα με την Επανάσταση του 1821. Όπως παρατηρεί, εύστοχα, ο N. Pοτζώκος, η σύγκριση με την επανάσταση του Εικοσιένα οδήγησε πολλούς ιστορικούς στην υποβάθμιση των Ορλωφικών, που θεωρήθηκαν ως «πρώιμη» και «άκαιρη» εξέγερση από έναν λαό του οποίου η εθνική συνείδηση δεν είχε ακόμη ωριμάσει.

Η πρώτη μελέτη αυτού του γεγονότος έγινε από τον Κ. Σάθα ο οποίος την εντάσσει στη μακρά σειρά των κινημάτων του Ελληνισμού για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Στην ίδια γραμμή κινείται και η ερμηνεία του Κων. Παπαρρηγόπουλου. Ο Π. Κοντογιάννης, ο οποίος αφιέρωσε στο ζήτημα αυτό εκτενή μελέτη, τονίζει ότι το απελευθερωτικό όραμα την εποχή της ρωσικής επέμβασης στα ελληνικά πράγματα χαρακτηριζόταν από έναν άκρατο και γενικευμένο ενθουσιασμό για την (ανα)κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Ρώσους και την αναβίωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

Η πιο σοβαρή προσπάθεια μελέτης αυτού του κινήματος έγινε από τον Μιχαήλ Σακελλαρίου στη μελέτη του για την Πελοπόννησο κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία (1939). Ο συγγραφέας δέχεται (όπως και ο Σάθας) ότι η αντίσταση του ελληνικού λαού στην οθωμανική εξουσία μετά την Άλωση ήταν συνεχής. Στην ανάλυσή του λαμβάνει υπόψη του όλες τις κοινωνικο-οικονομικές αιτίες που οδήγησαν σ’ αυτό και τονίζει ότι ήταν έργο – όσον αφορά στο Μοριά – των ηγετικών του ομάδων, των κοτζαμπάσηδων και των ανώτερων κληρικών, δηλαδή αυτών που η σύγχρονη ιστοριογραφία αποκαλεί τοπικές ελίτ. Θεωρεί την εξέγερση ως ένα σκαλοπάτι στην πορεία του Ελληνισμού προς την εθνική ανεξαρτησία με την Επανάσταση του ’21.

O T. Γριτσόπουλος στη μονογραφία του για τα Ορλωφικά (1967) ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, τον Σακελλαρίου. Ο Απ. Βακαλόπουλος αφιερώνει στον τέταρτο τόμο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού πολλές σελίδες (372-464) σ’ αυτήν εξετάζοντάς την – όπως και τα άλλα γεγονότα – κάτω από ένα «εθνοκεντρικό» πρίσμα. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαιτέρως τη σφαιρική μελέτη της από τον Στέφ. Παπαδόπουλο στην οποία, κυρίως, θα στηριχτούμε για την παρουσίασή της.

H πιο πρόσφατη σχετική μονογραφία είναι η μελέτη του Ροτζώκου Εθναφύπνιση και εθνογένεση. Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία, (Αθήνα 2007), στην οποία επιχειρεί μία κριτική αποτίμηση των κυριότερων μελετών για τα Oρλωφικά επί τη βάσει των κεκτημένων της ελληνικής και της ξένης ιστοριογραφίας. Σημαντικές συμβολές στην έρευνα αυτού του γεγονότος συνιστούν και οι πρόσφατες μελέτες του Δ. Tζάκη και του Aθ. Φωτόπουλου, στις οποίες εξετάζεται κυρίως ο ρόλος των Πελοποννησίων κοτζαμπάσηδων. Από τις ξενόγλωσσες μελέτες αξίζει να μνημονεύσουμε την εξαιρετική προσέγγιση του Ιταλού ιστορικού Franesco Venturi. Οι πηγές είναι πολλές: ελληνικές και ξένες (γαλλικές, π.χ. η έκθεση του προξένου της Γαλλίας στο Mοριά A.- A. Lemaire, ρωσικές, βενετικές, οθωμανικές, όπως τα έργα του Vassif effendi και του Mοραΐτη Penah effendi.

 

1. Αίτια και χαρακτήρας της επανάστασης – O ρόλος του ρωσικού παράγοντα

 

H επανάσταση του 1770 στη διάρκεια του ρωσοτουρκικού πολέμου του 1768-1774, γνωστή ως Oρλωφικά, από το όνομα των αδελφών Oρλώφ, διοικητών της ρωσικής δύναμης που στάλθηκε στο Mοριά, είναι, αναμφίβολα, το σημαντικότερο από τα επαναστατικά κινήματα που ξέσπασαν στον ελλαδικό χώρο πριν από το 1821, λόγω της έκτασης και των επιπτώσεών του. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις αιτίες που οδήγησαν στην εκδήλωση αυτής της επανάστασης, καθώς και τον ρόλο του ρωσικού παράγοντα είναι απαραίτητο να έχουμε υπόψη μας τις βλέψεις των Μεγάλων Δυνάμεων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, το γνωστό Aνατολικό Zήτημα δηλαδή στον ανταγωνισμό τους για τη διανομή των εδαφών που εγκατέλειπαν οι Οθωμανοί κατά τις διαδοχικές τους ήττες.

 

Αλέξιος και Γκριγκόρι Ορλώφ. Άγνωστος καλλιτέχνης. Δεκαετία του 1770.

 

Στα τέλη 17ου – αρχές του 18ου αι. έσβησαν οι ελπίδες των Ελλήνων για απελευθέρωση με βοήθεια από τη Δύση. Στο εξής, ως τη Γαλλική Επανάσταση, οι ορθόδοξοι λαοί της ΝΑ Ευρώπης θα εναποθέσουν τις ελπίδες για τη λύση του πολιτικού τους προβλήματος στην ομόδοξη Ρωσία. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Kλεφταρματολισμός 


 

Στις παραδοσιακές κοινωνίες η ληστεία στην ύπαιθρο αποτελούσε διαδεδομένο φαινόμενο που το ευνοούσαν διάφοροι παράγοντες, όπως οι ελλιπείς πόροι ζωής, το χαμηλό βιοτικό επίπεδο, η μεγαλύτερη, σε σχέση με σήμερα, χρήση της σωματικής βίας, οι ανεπαρκείς μηχανισμοί ασφάλειας και η αδυναμία επιβολής της τάξης, ιδίως στις απομακρυσμένες από το κέντρο επαρχίες των μεγάλων αυτοκρατοριών.

Όπως έδειξε ένας μεγάλος ιστορικός του 20ού αιώνα, ο Eric Hobsbawm, στη μελέτη του Ληστές [α’ έκδοση 1966], συχνά στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες συναντάται στο ίδιο πρόσωπο ο κοινωνικός ληστής (δηλ. ο ληστής που έχει έναν κοινωνικό στόχο) – όρο που εισήγαγε στη διεθνή ιστοριογραφία ο ίδιος – με τον εξεγερμένο παράνομο. Τέτοιοι ληστές δεν εθεωρούντο από το λαό εγκληματίες, αλλά υπερασπιστές της κοινωνικής δικαιοσύνης, που τα κατορθώματά τους έχουν διασωθεί από την ιστορία ή το θρύλο.

Oι Βαλκάνιοι χαϊδούκοι ή οι κλέφτες, οι μπαντίτι του ιταλικού νότου, οι μπαντολέρος της Aνδαλουσίας και άλλοι σε άλλες χώρες θεωρούνται κοινωνικοί ληστές. Από τέτοιους ληστές (κλέφτες στον ελληνικό χώρο) ξεπηδούσαν, συχνά, οι επαναστάτες. H παλαιότερη ελληνική ιστοριογραφία (Kαμπούρογλου, Σφυρόερας, Bακαλόπουλος κ. ά.) υπερτόνισε τον εθνικό-αντιστασιακό ρόλο που διαδραμάτισαν στα προεπαναστατικά χρόνια και το 1821 τα σώματα των κλεφταρματολών. Αντίθετα άλλοι νεότεροι ιστορικοί (Aσδραχάς, Πολίτης, Kοντογιώργης κ. ά), βλέπουν τους κλέφτες του ελλαδικού χώρου μέσα από το ερμηνευτικό σχήμα της κοινωνικής ληστείας του Hobsbawm ως πρωτεργάτες της πρωτόγονης – δηλαδή της όχι ώριμης – επανάστασης. Οι επισημάνσεις αυτές θα μας βοηθήσουν να κατανοήσουμε το ζήτημα που θα μας απασχολήσει παρακάτω.

1. H φυγή προς τα όρη και η οθωμανική εξουσία: οι κλέφτες

 

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία η ληστεία ήταν παρούσα σε όλες σχεδόν τις περιοχές της· ιδίως στις ορεινές. Φαίνεται όμως ότι παρουσίασε μία ιδιαίτερη έξαρση από τα τέλη του 16ου αι. και μετά που οφειλόταν, κυρίως, στην αύξηση της φορολογίας και στην επιδείνωση των συνθηκών ζωής ιδίως του χριστιανικού αγροτικού πληθυσμού, στις καθημερινές ταπεινώσεις που υφίστατο και, ως συνέπεια αυτών, στη μετακίνηση πολλών σε ορεινούς οικισμούς για την εξασφάλιση μιας πιο «ελεύθερης» διαβίωσης, απαλλαγμένης από τις καταπιέσεις που συνεπαγόταν η γειτνίαση με τα κέντρα της τουρκικής εξουσίας. Για την επιβίωση βέβαια μέσα σε δυσμενείς συνθήκες, λόγω του άγονου και ορεινού εδάφους, χρειαζόταν σκληρός αγώνας.

Προσωπογραφία κλέφτη από τη Στερεά Ελλάδα. Δημοσιεύεται στο: Belle Henri, «Trois années en Grèce». Παρίσι, Librairie Hachette, 1881. Συλλογή: Βιβλιοθήκη Μουσείου Μπενάκη.

Στους ορεινούς αυτούς οικισμούς, πρωτίστως, δημιουργήθηκε η νοοτροπία και η ψυχοσύνθεση του ληστή και του αντάρτη, του ανυπότακτου που αρνείται να συμβιβαστεί με τη «νόμιμη» εξουσία και στρέφεται για την επιβίωσή και τη συντήρησή του στην αρπαγή και στη ληστεία. Από τους οικισμούς αυτούς, κυρίως, προήλθαν οι κλέφτες οι οποίοι γύρω στα τέλη του 18ου αι. αποτέλεσαν την έκφραση ενός «φιλελευθερισμού» που απλώθηκε σε όλο τον ηπειρωτικό ελλαδικό χώρο. Όσον αφορά τους μουσουλμάνους ληστές, μία βασική αιτία που τους έσπρωχνε στη ληστεία ήταν η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των έμμισθων στρατιωτών που απολύονταν από τον στρατό, σε μία προσπάθεια του οθωμανικού κράτους να περιορίσει τα κρατικά έξοδα.

Tα όρη συνιστούν έναν χώρο όπου περιφέρεται ελεύθερα ο ένοπλος και όπου η εξουσία δεν μπορεί να επεκτείνει τον έλεγχό της. Tα οθωμανικά δικαστικά έγγραφα μιλούν για «περιφερόμενους ελευθέρως εις τα όρη κακούργους». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικονομικοκοινωνικοί μηχανισμοί και το προυχοντικό φαινόμενο στην Οθωμανική Πελοπόννησο του 18ου αιώνα: Η περίπτωση του Παναγιώτη Μπενάκη – Παπασταματίου Δημήτριος, Διδακτορικό. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Σχολή Φιλοσοφική. Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας 2009.


 

Παναγιώτης Μπενάκης, έργο του αρχιτέκτονα και ζωγράφου Γεράσιμου Πιτσαμάνου (1787-1825). Εθνική Πινακοθήκη.

Θέμα της διατριβής αποτελεί η διερεύνηση, καταγραφή και ανασυγκρότηση των στρατηγικών συσσώρευσης οικονομικού κεφαλαίου και κοινωνικής επιρροής του γνωστότερου κοτζαμπάση της Πελοποννήσου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1715­1770, του Παναγιώτη Μπενάκη, πρωταγωνιστή των Ορλωφικών και περίπτωσης par excellence χριστιανού μέλους της νέας περιφερειακής οθωμανικής ελίτ του 18ου αιώνα.

Είναι γνωστό ότι το σημαντικότερο γνώρισμα του οθωμανικού 18ου αιώνα ήταν η ανάδυση και εδραίωση των προυχοντικών εξουσιαστικών δομών. Η δράση αυτής της ελίτ, χριστιανικής και μουσουλμανικής, στο ημίφως της οθωμανικής θεσμικής και δικαιικής πρακτικής, οι στρατηγικές με τις οποίες κατέστησαν τον εαυτό τους αναγκαίο για τη βιωσιμότητα των δημοσιονομικών, αστυνομικών, οικονομικών και αργότερα και στρατιωτικών λειτουργιών του κράτους, οι διαθρησκευτικές σχέσεις και συγκροτήσεις πολιτικών σχηματισμών και ο ρόλος τους στη δυναμική των κοινοτήτων αποτελούν σημαντικά ζητήματα προς διερεύνηση.

Καθώς ο πολυσύνθετος χαρακτήρας των φαινομένων και οι περιορισμοί που θέτουν τα τεκμήρια καθιστούν τη σκιαγράφηση του κοινωνικοοικονομικού τοπίου δυσχερή, αυτές οι κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές μπορούν να γίνουν καλύτερα κατανοητές μέσα από τη μελέτη επιμέρους εκδηλώσεων των γενικών φαινομένων (case studies) και την ανάδειξη των νέων θεσμικών, οικονομικών και κοινωνικών συγκροτήσεων στο χαμηλό επίπεδο των τοπικών εξελίξεων, όπου οι ποικίλες παράμετροι που ορίζουν τα φαινόμενα μπορούν να αναπαρασταθούν και να προσληφθούν με μεγαλύτερη ενάργεια. Αυτό δε σημαίνει ότι ο τοπικός χαρακτήρας των γεγονότων τα αποστασιοποιεί από την αλληλοσύνδεση και εξάρτησή τους από τις επικαλύπτουσες δομές ή ότι ο συγκυριακός χρόνος αποτελεί per se ερμηνευτικό εργαλείο σε βάρος των μέσων διαρκειών. Παρ’ όλα αυτά, η περιπτωσιολογική προσέγγιση μπορεί να φέρει στην επιφάνεια της ιστορικής ανασυγκρότησης ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Άργος – Τα ίχνη μιας πόλεως στον Ελληνικό Μεσαίωνα (395-1464)


 

Η επίσημη βυζαντινή ιστοριογραφία, τόσο υπό τη μορφή της χρονογραφίας όσο και υπό τη μορφή της καθαρής, κλασικής ιστορικής αφήγησης, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων, αγνοεί συστηματικά την περιφέρεια. Έχοντας σχεδόν πάντοτε ως κέντρο την Κωνσταντινούπολη και τον εκάστοτε αυτοκράτορα, με την προσοχή της εστραμμένη στους πολέμους του, στις συμμαχίες του, στους θριάμβους και τις ήττες του, περιθωριοποιεί τη ζωή της επαρχίας.[1] Και η Πελοπόννησος, ως σύνολο, και η πόλη του Άργους, ως μέρος αποτελούν περιφέρεια. Μέχρι το 1204, οπόταν η ροή των γεγονότων φέρει στο προσκήνιο της ιστορίας την Πελοπόννησο, οι επίσημες ιστορικές πηγές όλως παρεμπιπτόντως αναφέρονται σ’ αυτήν.[2] Την τύχη της, σ’ αυτή τη μεταχείριση και σε μείζονα κλίμακα, ακολουθεί και η περιοχή της Αργολίδας. Από τελείως σποραδικές αναφορές σε πηγές ποικίλες θα προσπαθήσουμε να παρακολουθήσουμε, ιχνηλατούντες, την πορεία της πόλεως Άργους, σε άμεση πάντοτε σχέση με την πορεία της Πελοποννήσου, κατά τη μακρά περίοδο του Ελληνικού Μεσαίωνα.

 

Φανταστική απεικόνιση του Άργους. Άποψη του Άργους με την ακρόπολή του τη Λάρισα και τον ποταμό Ίναχο με το πολύτοξο γεφύρι. Ανιστόρητη χαλκογραφία, Johann Friedrich Gronovius,17ος αιώνας.

 

  1. Η περίοδος από το 395 έως το 587 μ.Χ.

 

Για την Πελοπόννησο ως σύνολο η περίοδος αυτή, η οποία αρχίζει, συμβατικά, από τη διαίρεση του Ρωμαϊκού κράτους υπό του Θεοδοσίου και περατούται, κατά προσέγγιση, το τρίτο έτος της βασιλείας του αυτοκράτορος Μαυρίκιου (582-602), δεν αποτελεί παρά ένα είδος προεκτάσεως της Ύστερης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Bas empire).[3]

Ήδη από τις αρχές του V αιώνος ο Χριστιανισμός έχει εδραιωθεί στην Πελοπόννησο. Αυτό αποδεικνύεται από το πλήθος των χριστιανικών ναών, οι οποίοι ανεγείρονται κατ’ αυτήν την περίοδο. Σ’ αυτή την οικοδομική έξαρση πρωτοστατεί η πόλη του Άργους. Ήδη στο χώρο της ακροπόλεως υπάρχουν τα ίχνη βασιλικής, η οποία χρονολογείται στις αρχές του V αιώνος και θεωρείται από τις αρχαιότερες της Πελοποννήσου.[4]

Δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς ιδρύθη η επισκοπή Άργους, η οποία εκκλησιαστικώς, υπήγετο στην αρχιεπισκοπή Κορίνθου. Όμως, στη σύνοδο της Χαλκιδόνος του 451 συμμετέχει ήδη ένας επίσκοπος Άργους ονόματι Ονήσιμος.[5] Ακόμη ένας άλλος επίσκοπος Άργους, ο Θαλής, εμφανίζεται ως αποδέκτης επιστολής του αυτοκράτορος Λέοντος Α’ (457-474) χρονολογούμενη κατά το έτος 457.[6]

Κατά την ίδια περίοδο εκτός από φυσικές καταστροφές, ιδίως σεισμούς, η Πελοπόννησος υπέστη τη δοκιμασία της επιδρομής των Γότθων υπό τον Αλάριχο κατά τα έτη 395-97. Ιδιαιτέρως από την επιδρομή εδεινοπάθησε η πόλη του Άργους. Ο ιστορικός Ζώσιμος, του οποίου το έργο Ιστορία Νέα περατούται κατά το έτος 410, μας λέγει ότι οι Γότθοι, αφού σεβάστηκαν την Αθήνα, εισέβαλαν στην Πελοπόννησο, επυρπόλησαν την Κόρινθο και λεηλάτησαν το Άργος και τη Σπάρτη.[7] Η επιδρομή των Γότθων υπήρξε ισχυρό πλήγμα για το Άργος, αλλά φαίνεται ότι ταχύτατα ανάρρωσε. Αυτό πιστοποιείται από τον οικοδομικό οργασμό που παρατηρείται στην πόλη κατά τα πρώτα έτη του V αιώνος[8] και από την εξέχουσα θέση που κατέχει ο επίσκοπος Άργους στην κλίμακα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας.[9] Άλλωστε, ο Συνέκδημος του Ιεροκλέους, ένα είδος γεωγραφικού εγχειριδίου, το οποίο πιθανώς εγράφη κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας του Ιουστινιανού και μας παρέχει μια ακριβέστατη εικόνα της Πελοποννήσου, αναφέρει ότι το Άργος ήταν μια ανθούσα πόλη με ιδιαίτερη εμπορική κίνηση.[10] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι προύχοντες της Πελοποννήσου στα Ορλωφικά και πριν το 1821 – Σαϊσανάς Βασίλειος


 

Εισαγωγή – Ο θεσμός της τοπικής αυτοδιοίκησης – Οι κοινότητες – Ο θεσμός των κοινοτήτων στην Πελοπόννησο κατά την Β΄ Τουρκοκρατία – Ο διοικητικός ρόλος των προεστών – Οι επαναστατικές και πολιτικές κινήσεις – Οι προεστοί ως παράγοντες στρατιωτικής και πολιτικής δράσης κατά το κίνημα των Ορλωφικών και πριν την επανάσταση του 1821 – Επίλογος – Συμπεράσματα – Παράρτημα. Προεστοί της Πελοποννήσου κατά την Β΄ Τουρκοκρατία

 

Εισαγωγή

 

Στην παρούσα εργασία θα εξεταστούν ζητήματα και προβληματικές που αφορούν τους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου κατά την δεύτερη τουρκοκρατία. Πιο συγκεκριμένα, θα μελετηθεί ο ρόλος και η δράση τους ως παράγοντες πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής ισχύος κατά την διάρκεια του κινήματος των Ορλωφικών καθώς και κατά την περίοδο που προηγήθηκε του ξεσπάσματος της Επανάστασης του 1821. Για την βέλτιστη κατανόηση του ρόλου που διαδραμάτισαν οι προεστοί στα Ορλωφικά αλλά και για να προκύψουν ορθότερες ερμηνείες πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα, είναι σκόπιμο και εν πολλοίς αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά στα  γεγονότα του εμπόλεμου αυτού ξεσπάσματος.

Μελετώντας κανείς, έστω και στοιχειωδώς το ιστοριογραφικό έργο  που αφορά στην Πελοπόννησο κατά την δεύτερη τουρκοκρατία δεν θα αργήσει να αντιληφθεί ότι ένας από τους βασικούς διοικητικούς και δημοσιονομικούς άξονες που σχετίζεται με την Ελληνορθόδοξη – και όχι μόνο – πραγματικότητα υπήρξε η άτυπη τάξη των Προεστών ή Κοτζαμπάσηδων. Βασικοί μοχλοί πολιτικής εξουσίας και οικονομικής δύναμης οι τελευταίοι άσκησαν μεγάλη κοινωνική επιρροή και καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό τα κρίσιμα εκείνα γεωπολιτικά και στρατηγικά δεδομένα που μετέβαλαν ουσιωδώς την μοίρα όχι μόνο της Πελοποννήσου αλλά και ολόκληρου του Ελληνισμού όπως αποδείχθηκε.[1]

Ποιοι ήταν όμως οι Προεστοί; Πώς αυτοί παγίωσαν την πολιτική και οικονομική εξουσία τους και πώς συγκροτήθηκε ιδεολογικά η ταξική τους συνείδηση, στον βαθμό βέβαια, που αυτή υπήρξε; Οι απαρχές και οι βάσεις της συγκρότησης και στοιχειοθέτησης του κοτζαμπασισμού εντοπίζονται την εποχή της δεύτερης Βενετοκρατίας στην Πελοπόννησο (1685 – 1715) όταν και αναδείχτηκε μία ισχυρή αγροτική ολιγαρχία που έτεινε περιοδικά να αντικαταστήσει τους Τούρκους φεουδάρχες του παλαιού κοινωνικο-οικονομικού σχήματος. Οι νέοι αυτοί τοπικοί αρχηγοί, όντας – κατά κανόνα – φιλοβενετικά στοιχεία άντλησαν δύναμη από το διοικητικό σύστημα που εφάρμοσαν οι βενετικές αρχές αξιοποιώντας τα προνόμια που προορίζονταν για κάθε κοινότητα βάσει ειδικά διαμορφωμένου καταστατικού χάρτη. [2] Υπό αυτούς τους όρους, έτσι όπως υπαγορεύονταν από το συγκεκριμένο βενετικό σύστημα αρχών, ορισμένες οικογένειες απέκτησαν διόλου ευκαταφρόνητη πολιτική και οικονομική δύναμη. Ορισμένες από αυτές τις οικογένειες υπήρξαν οι Σύντιχοι στην Καρύταινα, οι Νοταράδες στην Κόρινθο, οι Ζαΐμηδες στα Καλάβρυτα, οι Μπενάκηδες στην Μεσσηνία, οι Κρεββατάδες στον Μυστρά κ.α.[3]

 

Προεστός του 18ου αιώνα με την επίσημη στολή του. Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα.

 

Αυτές οι οικογένειες θα καταφέρουν να εξασφαλίσουν και να εδραιώσουν την πολιτική και οικονομική τους εξουσία και μετά την οθωμανική ανακατάληψη της Πελοποννήσου το 1715. Η διαιώνιση αυτής της εξουσίας δεν θα μπορούσε να μην βρίσκεται σε αλληλεπίδραση με τους όρους κατάκτησης που υιοθετήθηκαν και τέθηκαν σε ισχύ στην Πελοπόννησο από τους Οθωμανούς κυριάρχους. Πιο συγκεκριμένα οι οθωμανικές αρχές διατήρησαν τον θεσμό της τοπικής αυτοδιοίκησης ο οποίος αναντίρρητα ευνοούσε τα πεδία δράσης των προυχόντων.[4] Η οικειοθελής και έγκαιρη υποταγή των προεστών στα προελαύνοντα οθωμανικά στρατεύματα και η ομαλή ένταξή τους στην νέα πολιτική πραγματικότητα που συνεπαγόταν η κατάκτηση εξασφάλισε στους πρώτους όχι μόνο την εύνοια των κατακτητών αλλά και μία δεσπόζουσα θέση μέσα στο σύστημα της τοπικής αυτοδιοίκησης με πολυσύνθετα διοικητικά και οικονομικά προνόμια.[5] Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Κανέλλος Δεληγιάννης, οι πελοποννήσιοι προεστοί πέτυχαν δια σουλτανικού φιρμανίου την αναγνώριση προνομίων, κυρίως δημοκρατικήν διοίκησιν, δηλαδή δυναμική και εμπλουτισμένη τοπική αυτοδιοίκηση με αντιπροσώπους που αποφάσιζαν εις τας εκλογας και εις την διανομήν των επιτόπιων φόρων.[6] Βέβαια παρά την υπερβολή που αποδίδεται στον όρο δημοκρατική διοίκηση εντούτοις η ιστορική πραγματικότητα επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς και τις τοποθετήσεις του Δεληγιάννη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »