Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Ο Βρεσθένης Θεοδώρητος και η δράση του στο Κρανίδι και την Ερμιόνη – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Θεοδώρητος Βρεσθένης (1787-1843). Ελαιογραφία, Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αγωνιστής της επανάστασης του 1821 και πολιτικό πρόσωπο των πρώτων ελεύθερων χρόνων του νέου ελληνικού κράτους.

Μια από τις ηγετικές μορφές ιερωμένων αγωνιστών της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, που ανέλαβαν υψηλές «πολιτικές» θέσεις, ήταν και ο Επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, «κατά κόσμον» Θωμάς Κωστάκης ή Βελέντζας.

Γεννήθηκε  το 1787 στη Νεμνίτσα, το σημερινό Μεθύδριο, ορεινό χωριό της Γορτυνίας κοντά στη Βυτίνα και ήταν γιος του κοινοτικού προεστού Βασιλείου Κωτσάκη και της Αικατερίνης. [1] Σπούδασε στην περίφημη Σχολή της Δημητσάνας, από την οποία προήλθαν εβδομήντα Γορτύνιοι αρχιερείς! Το 1813 σε ηλικία 26 χρόνων διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο των Βρεσθένων [2] τον θείο του (από πατέρα) Θεοδώρητο Α΄, ενώ το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία.

Με την κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, ο Θεοδώρητος, ο πρωταθλητής του αγώνα της ανεξαρτησίας, όπως τον αποκαλούσαν, πρωτοστάτησε στην ίδρυση του στρατοπέδου των Βερβαίνων, ενώ τον ακολούθησαν πολλοί Βρεσθενίτες και άλλοι  Έλληνες.

Πήρε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στα Βέρβαινα, στα Δολιανά και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην άλωση της Τριπολιτσάς. Λίγο πριν από τη μεγάλη μάχη στο Βαλτέτσι, ο Κολοκοτρώνης έγραφε στον επίσκοπο Βρεσθένης: «Καπετάν Δεσπότη, φύλαξε τη θέση σου και μετ’ ολίγον έρχομαι και εγώ εις το Βαλτέτσι μ’ αρκετά στρατεύματα».

Και πράγματι ο ηρωικός επίσκοπος, που αντί για ράσα φορούσε την ένδοξη φουστανέλα, κράτησε τη θέση του με 150 παλληκάρια! Κατά την άλωση του Παλαμηδίου, στις 30 Νοεμβρίου 1822, ο Θεοδώρητος βρισκόταν στο Ναύπλιο κρατούμενος, μαζί με άλλους, από τον Ιούνιο του ιδίου έτους. Όταν άρχισαν να πέφτουν οι σφαίρες από το φρούριο στα σπίτια, οι Τούρκοι – κάτοικοι του Ναυπλίου κυριευμένοι από τον φόβο, πήγαν στο σπίτι του επισκόπου, για να ζητήσουν τη βοήθειά του. Εκείνος προσποιούμενος ότι μόλις είχε ξυπνήσει, τους ρώτησε με απορία τι συμβαίνει. Αυτοί τον πληροφόρησαν για την άλωση του Παλαμηδίου από τους Έλληνες λέγοντάς του: – Άγιε Δέσποτα, από τον Θεό και στα χέρια σου!

Λέγεται πως τις προηγούμενες ημέρες τον είχαν επισκεφθεί ξανά, προκειμένου να μεσολαβήσει στον Κολοκοτρώνη για να διαπραγματευτούν μαζί του και στη συνέχεια να παραδώσουν το κάστρο.

Ο Eπίσκοπος Θεοδώρητος αναμείχθηκε και στις πολιτικές εξελίξεις του αγώνα. Στις 26 Μαΐου 1821 ορίστηκε Πρόεδρος της Πελοποννησιακής Γερουσίας που συστήθηκε στις Καλτεζ(ι)ές, χωριό της επαρχίας Μαντινείας. Στη Β’ Εθνοσυνέλευση του Άστρους Κυνουρίας στις 30 Μαρτίου 1823, εκλέχθηκε Αντιπρόεδρός της και στη συνέχεια χρημάτισε Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού Σώματος. Ουσιαστικά, όμως, ασκούσε καθήκοντα Προέδρου, αφού ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, που εκλέχθηκε στη θέση αυτή, παραιτήθηκε και ο Ιωάννης Ορλάνδος, που τον αντικατέστησε, αναχώρησε για την Αγγλία.

 

Η εγκατάστασή του στο Κρανίδι

 

Στις 30 Νοεμβρίου 1823 μετά από σφοδρές λογομαχίες και αντιθέσεις μελών του Εκτελεστικού και του Βουλευτικού, ο Επίσκοπος Θεοδώρητος, επικεφαλής του Βουλευτικού, με αρκετούς βουλευτές φίλους του Μαυροκορδάτου, εγκαταλείπουν το Άργος, όπου ήταν η έδρα του Σώματος και μεταβαίνουν στο Κρανίδι, μεταφέροντας εκεί την έδρα του Βουλευτικού και παίρνοντας μαζί τους τη σφραγίδα και τ’ αρχεία του.

Από τη νέα έδρα του Βουλευτικού, στις 3 Δεκεμβρίου 1823, εκδόθηκε η με αρ. 519 διακήρυξη «Προς άπαντας τους Έλληνας» υπογεγραμμένη από τον Αντιπρόεδρο του Σώματος Βρεσθένης Θεοδώρητο, στην οποία ο Επίσκοπος δικαιολογώντας την απόφασή του μεταξύ άλλων αναφέρει: «…εις αποφυγήν ενδεχομένων αταξιών, μετέβη (το Βουλευτικό) εις Κρανίδιον εμπόδισεν τα ατοπήματα, εγλίτωσεν τους αρπαχθέντας νόμους και αρχεία του… και ήρχισε τας εργασίας του εν ησυχία εδώ εις Κρανίδιον εν τω μέσω των καλών και ευπειθών πατριωτών· ειδοποιεί λοιπόν τον λαόν προς ησυχίαν του και ευχαριστεί αυτόν  δια την προθυμίαν, τον ζήλον του και την προς τους νόμους εμπιστοσύνην του, όπου έδειξεν εις τούτο το απερίσκεπτο συμβάν…». Και καταλήγει «ότι θέλει διακηρύξει καθαρά τους αιτίους, τα αίτια, τους τρόπους και σκοπούς αυτών, δια να γνωρίσωσι σαφώς και όσοι αδικούνται και όσοι απατώνται».

 Μία εβδομάδα μετά, στις 10 Δεκεμβρίου, παρ’ όλο που το Βουλευτικό δεν είχε «την νόμιμη απαρτία», αποστέλλεται έγγραφο, υπογεγραμμένο από τον Θεοδώρητο, στον Λάζαρο Κουντουριώτη στην Ύδρα, όπου του προτείνεται να αναλάβει την προεδρία του νέου Εκτελεστικού, καθώς το παλαιό δεν αναγνωριζόταν και είχε ολοκληρωτικά αντικατασταθεί. [3]

Αυτός αρνήθηκε, καθώς για λόγους υγείας και «άλλας αιτίας» δεν μπορούσε να απομακρυνθεί από την Ύδρα, υποδεικνύοντας, ταυτόχρονα, για την προεδρία του Εκτελεστικoύ τον αδελφό του, Γεώργιο Κουντουριώτη.

Πράγματι στη συνεδρίαση της 21ης Δεκεμβρίου 1823 το Βουλευτικό Σώμα εξέλεξε και διόρισε Πρόεδρο «Νομοτελεστικής Δυνάμεως του Ελληνικού Έθνους» τον Γεώργιο Κουντουριώτη. Στο έγγραφο με ημερομηνία 3 Ιανουαρίου 1824 και υπογραφή του Θεοδώρητου μεταξύ άλλων αναφέρεται: «…προσκαλείσθε και σήμερον, όπως ελθόντες εν τω Βουλευτηρίω δώσητε κατά τον οργανικόν νόμον, τον όρκον της εμποσύνης ενώπιον Θεού και του Έθνους».

Ήδη την προηγούμενη ημέρα, την 2α Ιανουαρίου 1824, ο Γεώργιος Κουντουριώτης είχε αναχωρήσει από την Ύδρα για να μεταβεί στην Ερμιόνη, στο Μοναστήρι των Αγίων Αναργύρων. Από εκεί με γράμμα ενημερώνει τον αδελφό του Λάζαρο στην Ύδρα για τα όσα συζητήθηκαν στο Βουλευτικό στο Κρανίδι, όπως του τα μετέφεραν οι απεσταλμένοι του Σώματος. Μια ώρα μετά τη δύση του ήλιου στις 3 Ιανουαρίου, όπως το έγγραφο του Βουλευτικού όριζε, ο Γεώργιος Κουντουριώτης έφθανε στο Κρανίδι, όπου του επιφυλάχθηκε θερμή υποδοχή από τους Βουλευτές.

Την επόμενη ημέρα ορκίσθηκε στο «Βουλευτήριον» νέος Πρόεδρος του Εκτελεστικού ο Γεώργιος Κουντουριώτης. Στη συνέχεια πήγαν όλοι στην εκκλησία, δεν αναφέρεται ο ναός, όπου έδωσαν τον όρκο τα νέα μέλη του Εκτελεστικού, μετά την προσφώνηση του Αντιπροέδρου του Βουλευτικού Θεοδώρητου. Παραθέτουμε την προσφώνηση από σωζόμενο σχετικό έγγραφο των Γ.Α.Κ.

 

«Λογίδριον του Βρεσθένης εις την σύστασιν του Εκτελεστικού»

 

Κύριοι,

Το Βουλευτικόν Σώμα δυνάμει της δοθείσης αυτώ εξουσίας παρ’ όλου του Έθνους, δια του οργανικού νόμου σας εξελέξατο Μέλη της Νομοτελεστικής δυνάμεως και σας επροσκάλεσεν εις τούτον τον υψηλόν βαθμόν.

Εγώ, ως (αντιπρόεδρος) του σώματος τούτου δύο τινά χρεωστώ να πράξω. Πρώτον, να συγχαρώ τας εκλαμπρότητάς σας μετά του αξιοπρεπεστάστου Κυρίου Προέδρου, ότι η Πατρίς σας ανοίγη νέον στάδιον δια να δείξετε την προς αυτήν καλήν σας διάθεσιν ζήλον και δεύτερον να συγχαρώ τη πατρίδι, ότι αξίως εκλέξασα αξίους πως θα διοικηθή δια της θείας χάριτος, ήτις; διοικεί και ποδηγετεί επί το βέλτιστον του Ελληνικού έθνους πράγματα

Ο αντιπρόεδρος

+ Βρεσθένης Θεοδώρητος

 

Στις 6 Ιανουαρίου το Βουλευτικό Σώμα παρέδωσε στον Γ. Κουντουριώτη στο Κρανίδι το επίσημο έγγραφο της «παμψηφεί» εκλογής του ως Προέδρου του Εκτελεστικού ευχόμενο «την ουράνιον ευλογίαν, συγχαίρων υμίν και τη πατρίδι».

Το σπουδαίο αυτό έγγραφο που δείχνει την εμπιστοσύνη του Βουλευτικού στο πρόσωπο του Γεωργίου Κουντουριώτη έχει την υπογραφή του Θεοδώρητου και συνοδεύεται με έκθεση της 9/μελούς Επιτροπής, όπου κηρύσσεται έκπτωτος του αξιώματος ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης. Ακολούθησαν δραματικές εξελίξεις μεταξύ των αντιμαχομένων παρατάξεων, που έφθασαν στα πρόθυρα του εμφυλίου σπαραγμού! Αλλεπάλληλες διαπραγματεύσεις χωρίς αποτέλεσμα και γράμματα, εκατέρωθεν, με λόγια «βαριά» χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Προσωπικότητες που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αποστασιοποιήθηκαν, ενώ αγωνιστές σπιλώνονταν ή ατιμάζονταν. Επικρατούσε χάος!

Στις 29 Φεβρουαρίου 1824 το Ναύπλιο ορίζεται και πάλι «δια νόμου» ως έδρα της Διοίκησης. Στις 6 Μαρτίου 1824 αποχωρεί το Βουλευτικό και το «νέο» Εκτελεστικό από το Κρανίδι με προορισμό το Ναύπλιο.

Χαρακτηριστικό είναι το παρακάτω έγγραφο, το τελευταίο από το Κρανίδι.

Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Το Εκτελεστικόν Σώμα

Η Διοίκησις δια την ευκολοτέραν διάδοσιν των διαταγών της αίτινες αποβλέπουσιν εις την ευταξίαν και ασφάλειαν της Πατρίδος μεταβαίνει εις Ναύπλιον. Όθεν…

 

Εν Κρανιδίω τη 6η Μαρτίου 1824
Υπογραφές
Γ. Κουντουριώτης Γ. Γ.
Παν. Μπότασης Π. Ρόδιος
Ιωαν. Κωλέτης
Αναγν. Σπηλιωτάκης
Νίκος Λόντος

 

Ωστόσο, θεωρούμε, ότι εκτός από τους πολιτικούς λόγους που ίσως να υπαγόρευαν τη μεταφορά της έδρας της Διοίκησης από το Κρανίδι στο Ναύπλιο, καταλυτικό ρόλο έπαιξε και η εμφάνιση θανατηφόρας επιδημίας στην Ερμιόνη. Με το υπ’αρ.10 Περίοδος Β’ έγγραφό του το Υπουργείο της Αστυνομίας, εν Κρανιδίω τη 12 Φεβρουαρίου 1824 προς το Βουλευτικό Σώμα αναφέρει τα εξής:

«εξ αναφοράς του εδώ αστυνόμου με μεγάλη λύπην πληροφορείται το Υπουργείον ότι εις την Ερμιόνην (Καστρί) επιπολάζει νόσος θανατηφόρος και μεταδοτική ήτις κατά την περιγραφήν των συμπτωμάτων τα οποία την συνοδεύουν, φαίνεται ότι είναι πανώλης ή άλλη τις συγγενούς της πανώλους. Το Υπουργείον κατά χρέος έλαβεν τα δυνατά προφυλακτικά μέτρα. Μόλον τούτο, επειδή η απαιτούμενη εντελής προφύλαξις είναι αδύνατος και επομένως είναι ενδεχόμενον και εδώ (Κρανίδι) να διαδοθεί το μίασμα και να μεταδοθεί το κακόν και εις τα υποκείμενα (μέλη) της Διοικήσεως και εκ τούτου να κινδυνεύσουν τα συμφέροντα του Έθνους, δια τούτο είναι ανάγκη μεγάλη να γίνη; όσον τάχιστα σκέψις και απόφασις περί μεταβάσεως εντεύθεν της Δοικήσεως την οποίαν μετάβασιν και άλλοι πολλοί γνωστοί εις το Βουλευτικό Σώμα λόγοι διαμηνύουν; αναγκαιοτάτην. Περί τούτου αναφέρομεν και εις το Εκτελεστικόν Σώμα. Περιμένομεν την όσον τάχιστα περί τούτου απάντησίν σας».

Το έγγραφο υπογράφει ο «επί των Εσωτερικών και προσωρινώς της Αστυνομίας» Υπουργός Γρηγόριος Δικαίος (Παπαφλέσσας), ενώ το συνέταξε ο Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Γεώργιος Γλαράκης. [4]

 

 

Ο Θεοδώρητος στο Άργος και το Ναύπλιο

 

 

Ο επίσκοπος Βρεσθένης Θεοδώρητος, ξυλογραφία. Δημοσιεύεται στο: Γούδας Αναστάσιος, Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών, Αθήνα, τομ. Α΄, σελ. 131.

Στις 27 Απριλίου 1824 ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Άργος, ως Αντιπρόεδρος του Βουλευτικού, την απόφασή του Σώματος για την ορθή διαχείριση των χρημάτων του δανείου, που είχε συναφθεί. Το έγγραφο αυτό ήταν επικυρωμένο από τον Πρόεδρο του Εκτελεστικού Γεώργιο Κουντουριώτη. Τον επόμενο μήνα στις 3 Μαΐου  με γράμμα του από το Άργος διαμηνύει προς τους ημετέρους «ότι ο Κολοκοτρώνης και Κολιόπουλος ετοιμάζονται να κινηθούν κατά Τριπολιτσάς… και ότι τα εν Τριπολιτζά στρατεύματά μας και οι ίδιοι οι κάτοικοι στρατιώται στερούνται πολεμοφοδίων».

Στις 6 Ιουνίου 1824 γίνεται η μεταφορά της Διοίκησης και των Υπουργείων (Εκτελεστικού) στο Ναύπλιο, όπου από τις 14 Ιουνίου επαναλαμβάνονται και οι εργασίες του Βουλευτικού.

Στις 19 Ιουνίου ο Βρεσθένης με επιστολή του από το Άργος προς τον Πρόεδρο (Γ. Κ.) και Αντιπρόεδρο (Π. Μπόταση) του Εκτελεστικού παρακαλεί να του δοθούν τα οφειλόμενα χρήματα  «επειδή τα έξοδά μου υπέρογκα εισί και αλλαχόθεν δεν δύναμαι να εξοικονομηθώ».

Στις 2 Ιουλίου ο Θεοδώρητος υπογράφει από το Ναύπλιο το έγγραφο με το οποίο ανακοινώνεται στο Εκτελεστικό Σώμα «ότι ανεγνώσθη εν τω Βουλευτηρίω το προβούλευμα του Σώματος υπ’ αριθμ. 2395 περί αμνηστίας…», ενώ στις 4 Αυγούστου το Βουλευτικό με νέο έγγραφο προς τον Γ.Κ. εκφράζει την αντίθεσή του για το «παράδοξον ύφος» εγγράφου, το οποίο δεν συνάδει με «τας περιστάσεις της κινδυνευούσης πατρίδος».

Ιδιαίτερα ανθρώπινο το τελευταίο γράμμα του Θεοδώρητου προς τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη. [5] Σ’ αυτό με ημερομηνία 16 Δεκεμβρίου από τη Βαμβακού [6] έγραφε ότι γνώριζε για την ασθένειά του αλλά και ο ίδιος είναι άρρωστος. «Έχω έως τώρα τέσσαρα ξανακυλήματα και είμαι εις άκραν αδυναμίαν και αν δυναμώσω ημπορώ να έλθω εις τα χρέη μου». Τελειώνοντας παρακαλεί τον Αναγνώστη Σπηλιωτάκη να τον ενημερώσει για την υγεία του «και τα πράγματα της πατρίδος».

Με το τέλος των εμφυλίων πολέμων ο Θεοδώρητος, που ως τότε πρωταγωνιστούσε στα πολιτικά πράγματα, άρχισε να περιθωριοποιείται. Ασκούσε, πλέον, μόνο τα καθήκοντά του ως πληρεξούσιος στις Εθνοσυνελεύσεις, καθώς και τις εκκλησιαστικές του υποχρεώσεις ως επίσκοπος Βρεσθένης.

 

Ο Θεοδώρητος στην Ερμιόνη

 

Όπως είναι γνωστό από τον Νοέμβριο του 1826 ο Κολοκοτρώνης με τους σημαντικότερους πληρεξουσίους βρισκόταν στην Ερμιόνη, την οποία είχε επιλέξει ως τον «ιδανικόν» τόπο, για να συνεχιστούν οι εργασίες της Γ’ Εθνοσυνέλευσης. Μεταξύ των πληρεξουσίων ήταν και ο Βρεσθένης Θεοδώρητος, ο οποίος μάλιστα ανέπτυξε σημαντική δράση, ιδιαίτερα κατά την προετοιμασία της Συνέλευσης, ενώ είχαν ήδη αποκατασταθεί οι σχέσεις του με τον Κολοκοτρώνη. Έτσι, στις 28 Δεκεμβρίου του 1826, ο Θ. από την Ερμιόνη υπογράφει πρώτος με άλλους δεκατρείς πληρεξουσίους το έγγραφο με το οποίο ζητούνται 1.000 γρόσια δανεικά από τον στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδα της φρουράς της Εθνοσυνέλευσης. Αυτά θα επιστρέφονταν στον Τσώκρη από εθνικούς πόρους μετά τη σύσταση της Συνέλευσης και εφόσον δεν καταστεί δυνατόν, θα πληρώνονταν «αναλογικά» από τα μέλη της Εθνοσυνέλευσης.

Με τον στρατηγό Τσώκρη ο Βρεσθένης αντάλλαξε δύο ακόμα επιστολές που αφορούσαν τη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης.

Με την από 27 Ιανουαρίου 1827 πρώτη επιστολή, γενομένων των προκαταρκτικών συνεδριάσεων, ζητούσε από τον Τσώκρη, να βοηθήσει στη φρουραρχία της Εθνοσυνέλευσης, αναλαμβάνοντας ως φρούραρχος «αντιπρόσωπος» του Νικηταρά, καθώς αυτός βρισκόταν σε «ανάρρωση» στη Μονή των Αγίων Αναργύρων.

Με την από  31ης Ιανουαρίου δεύτερη επιστολή διευκρινίζει στον Τσώκρη τις θέσεις του Νικηταρά στο γράμμα που είχε λάβει από εκείνον, σχετικά με την προσωρινή ανάληψη των καθηκόντων ως αρχηγού της φρουράς της Ερμιόνης και οι οποίες παρερμηνεύτηκαν, όπως φαίνεται, από τον Τσώκρη. Κατά τις κύριες συνεδριάσεις της Εθνοσυνέλευσης στην Ερμιόνη δυο ήσαν οι σπουδαιότερες παρεμβάσεις του Θεοδώρητου συμμετέχοντας στην ομάδα των αρχιερέων αποτελούμενη από τους: Μητροπολίτες Κορίνθου Κύριλλο, Τριπόλεως Δανιήλ, Ρέοντος Διονύσιο και Επισκόπους Ανδρούσης Ιωσήφ και τον ίδιο.

α) Στις 24 Φεβρουαρίου 1827 κατά τη διάρκεια της Η΄ Συνεδρίασης «ανεγνώσθη αναφορά» των παραπάνω αρχιερέων «αξιούντων να προσκληθώσι και άλλοι τοιαύτοι άξιοι», για την σύνταξη σχεδίου τήρησης των εκκλησιαστικών κανόνων. [7]

β) Στις 7 Μαρτίου ο Θεοδώρητος μαζί με άλλους τρεις αρχιερείς (Κορίνθου Κύριλλο, Ρέοντος Διονύσιο και Δαμαλών Ιωνά) απέστειλαν από τον Δαμαλά έγγραφο στην Εθνοσυνέλευση, ενώ αυτή ακόμη συνεδρίαζε στην Ερμιόνη, στο οποίο μεταξύ άλλων αιτούνταν:

Τη σύσταση Αρχιερατικής Επιτροπής για τη φροντίδα και τη δημιουργία σχολείων, την επίβλεψη της προόδου των ήδη ιδρυθέντων και τη συνεργασία με τους εφόρους της Παιδείας, όταν διορισθούν από το κράτος.

 

Ο χαρακτήρας του Θεοδώρητου

 

Σε σχετικό με την αξιολόγηση ιεραρχών του αγώνα του 1821 έγγραφο των Γ.Α.Κ. ο Θεοδώρητος αναφέρεται ως «απαίδευτος». Θεωρώ πως ο χαρακτηρισμός αυτός αφορούσε το μορφωτικό του επίπεδο (σπουδές), αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς. Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνούμε πως ως Ιεράρχης δραστηριοποιήθηκε υπέρ της Παιδείας στα όρια της Επισκοπής του, σύστησε το «Βρεσθένειον» και το «Βαμβακώον» Ελληνικό Σχολείο και μερίμνησε για τη στελέχωσή τους με αξιόλογους διδασκάλους.

Αναμφισβήτητα, ο Θεοδώρητος ήταν φλογερός και γενναίος πατριώτης, οξύνους και εύστροφος, που πρωταγωνίστησε όμως στις εμφύλιες διενέξεις. Συνδύαζε την τραχύτητα και την τόλμη, τη φιλοδοξία και την αποφασιστικότητα, την έντονη νοσταλγία για τη λευτεριά της πατρίδας. Άνθρωπος αδέσμευτος, ζωντανός, που η φωνή του είχε ψυχή και πάνω της ακούμπησε πολλές φορές το αγωνιζόμενο έθνος.

Τα τελευταία του χρόνια

 

Το 1837 ο Θεοδώρητος εκλέχτηκε μέλος της Ιεράς Συνόδου «εις την οποίαν διέπρεψεν επί τέσσερα έτη».

Το 1842 τον μετέθεσαν από την Επισκοπή του, η οποία από το 1833 είχε μετονομαστεί σε επισκοπή Σελασίας και στη συνέχεια καταργήθηκε, σε άλλη επισκοπή, χωρίς να ερωτηθεί. Ο παραγκωνισμένος, ήδη, Θεοδώρητος αρνήθηκε και τότε «αποβάλλεται πάσης αλλά και απ’ αυτής της συνοδικής θέσεως περί της οποίας κανείς λόγος δεν επρόκειτο, και παραδίδεται η μεν επισκοπή Αχαΐας (όπου είχε τοποθετηθεί) εις τον επίσκοπον Αιγιαλείας η δε συνοδική θέσις εις τον πρώην Δαμαλών. Και διατί όλα ταύτα; Διότι επικαλούμενος τους κανόνας της Εκκλησίας, εζήτει την αποκατάστασιν αυτού εις την πρώτην του επισκοπήν από της οποίας άκων μετετέθη και διετείνετο στηρίζων «των επισκόπων το αμετάθετον». Αδικαιολόγητη ωστόσο είναι και η απομπομπή του από την Ιερά Σύνοδο και αντικατάστασή του με ένα πρώην επίσκοπο».

Ο πρώην Σελασίας Θεοδώρητος πέθανε πάμπτωχος στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 1843 σε ηλικία 56 ετών. Μια βδομάδα νωρίτερα, το Σάββατο του Λαζάρου, είχε τελέσει την τελευταία του λειτουργία. Η νεκρώσιμη ακολουθία εψάλη στον ναό της Αγίας Ειρήνης της οδού Αιόλου. Το πρόγραμμα της όλης τελετής (επίσημοι, εκπρόσωποι πολιτείας και εκκλησίας κ.λπ.) διασώθηκε σε χειρόγραφο, όπου διαφαίνεται πως του αποδόθηκαν εξαιρετικές τιμές.

Τον επιτάφιο λόγο στον αοίδιμο Επίσκοπο Θεοδώρητο εκφώνησε ο αιδεσιμότατος πρεσβύτερος Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, αρχίζοντας ως εξής: «Απέκειτο και τούτο Αρχιερεύ όσιε και φερώνυμε Θεοδώρητε, απέκειτο και τούτο εις την Αγιωτάτην Εκκλησίαν της Ελλάδος η σκυθρωποτάτη και πρόωρός σου στέρησις απέκειτο και τούτο εις την ευκλεά σου Πατρίδα την Πελοπόννησον και εις πάσαν την Ελληνικήν γην, ο πικρός και οξύτατος θάνατος ενός των ζηλωτών της ευσεβείας ποιμένων και πρώτων υπέρ της Πατρίδος αγωνιστών…». Ο εκλιπών ετάφη στη Μονή των Ασωμάτων (Πετράκη).

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Στη Νεμνίτσα, γύρω στα 1850, είχε εγκατασταθεί μαζί με άλλους φιλέλληνες ο Αυστριακός Φέλιτς, προπάππος του δασκάλου Μιχαλάκη Παπαβασιλείου. Το επίθετο της οικογένειας άλλαξε από τον παππού του Βασίλη που ήταν παπάς, όπως ο ίδιος γράφει.

[2] Χωριό της Λακωνίας.

[3] Αυτό και μόνο ισοδυναμούσε με κήρυξη εμφυλίου πολέμου, αφού υπήρχε άλλο Εκτελεστικό που είχε εκλεγεί στη Β΄ Εθνοσυνέλευση. Οι κάτοικοι του Κάτω Ναχαγέ (επαρχία Ερμιονίδας) τάχθηκαν με τον Κουντουριώτη, που εκπροσωπούσε «τους ομόγλωσσους» γείτονές τους Υδραίους. Πάντως η απορία παραμένει, γιατί ο Βρεσθένης τάχθηκε με τους Νησιώτες και όχι με τον Κολοκοτρώνη και τους άλλους Πελοποννησίους.

[4] Γ.Α.Κ., Κ47,Β. φ.V, αρ.62

[5] Ο Αναγνώστης Σπηλιωτάκης ήταν πολιτικός από τον Μυστρά. Διορίστηκε μέλος του Εκτελεστικού Σώματος το 1824 στη θέση του Ανδρέα Ζαΐμη.

[6] Ορεινό χωριό της Λακωνίας στη Δυτική Πλαγιά του Πάρνωνα. Οι κάτοικοι του πρωτοστάτησαν στην Επανάσταση του 1821.

[7] Στη συνέχεια κατά την ΙΓ’ συνεδρίαση της 3ης Μαρτίου επιδόθηκε στους παραπάνω αρχιερείς το υπ’ αριθμ. 47 έγγραφο – πρόσκληση σύνταξης σχεδίου για τα θέματα της εκκλησίας και υποβολής του στην Εθνοσυνέλευση.

 

Βιβλιογραφία


 

Π η γ έ ς

  1. Αργολικόν Ιστορικόν Αρχείον 1791-1878. Έκδοσις Μ΄ ευθύνη Τ. Γριτσόπουλου – Κων. Κοτσώνη – Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Αθήναι 1994.
  2. Γενικά Αρχεία του Κράτους. Αρχείο Βλαχογιάννη – Αρχείο Μακρυγιάννη
  3. Ιστορικόν Αρχείον Ύδρας. – Αρχεία Λαζάρου και Γεωργίου Κουντουριώτου 1821-1832.

Β ι β λ ί α – Ά ρ θ ρ α

  1. Γούδας Αναστάσιος, «Βίοι Παράλληλοι των επί της αναγεννήσεως της Ελλάδος διαπρεψάντων ανδρών», Αθήνα, 1869 τ.Α΄
  2. Ησαΐας Ιωάννης, «Η Γ΄ Εθνοσυνέλευση «κατ’ επανάληψη» στην Ερμιόνη και οι ιστορικές πτυχές της», Αθήνα, 2017.
  3. Κόκκινος Διονύσιος, «Η Ελληνική Επανάστασις», τόμος Δ΄, Αθήναι, 1968.
  4. Οικονόμος (ου) Κωνσταντίνος ο εξ Οικονόμων, «Λόγος Επιτάφιος εις τον αοίδημον επίσκοπον Σελλασίας Θεοδώρητον», Αθήνα, 1843.
  5. Σπηλιώτης Ευστάθιος Μητροπολίτης Μονεμβασίας και Σπάρτης, «Απόπειρα σκιαγραφήσεως του Βρεσθένης Θεοδωρήτου», Πελοποννησιακά, Παράρτημα 13, Αθήνα, 1987-1988.
  6. Σπετσιώτης Μ. Γιάννης – Ντεστάκου Δ. Τζένη, «Θέματα Θρησκείας και Παιδείας στην Γ’ Εθνοσυνέλευση (Ερμιόνη – Τροιζήνα)», Περιοδικό «Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», τ. 22, Μάρτιος 2018.
  7. Στασινόπουλος Χρίστος, «Λεξικό της Ελληνικής Επανάστασης του 1821», Αθήνα α.χ.

Γιάννης Μ. Σπετσιώτης

Read Full Post »

Ερωτικά ήθη και σεξουαλικές συμπεριφορές στην Αρχαία Ελλάδα- Βασίλειος Π. Βερτουδάκης


 

Το θέμα της εισήγησής μου είναι ο έρωτας και οι εκδηλώσεις του στην ελληνική αρχαιότητα. Σκέφτηκα, αντί άλλης εισαγωγής, να σας βάλω στο θέμα αφηγούμενός σας ένα μύθο. Πρόκειται για το μύθο του Αριστοφάνη στο Συμπόσιον του Πλάτωνα.

 

Ο μύθος του Αριστοφάνη

 

Το Συμπόσιο, ένας από τους πιο φιλοσοφικούς αλλά συνάμα και πιο χαρίεις και πνευματώδεις διαλόγους του Πλάτωνα, είναι το κατ’ εξοχήν ερωτικό έργο του φιλοσόφου. Άλλωστε ο εναλλακτικός του τίτλος είναι Περί Έρωτος ηθικός. Στο Συμπόσιο λοιπόν λαμβάνουν μέρος ο Σωκράτης, βεβαίως, μόνιμος πρωταγωνιστής στους διαλόγους του Πλάτωνα, και μια ομάδα εκλεκτών Αθηναίων που συναντιούνται στο σπίτι του τραγικού ποιητή Αγάθωνα για να εορτάσουν την πρώτη του νίκη σε δραματικούς αγώνες. Το περιεχόμενο του διαλόγου είναι η φύση του Έρωτα. Κάθε συνδαιτυμόνας παίρνει με τη σειρά του το λόγο για να εκθέσει τις απόψεις του για το θέμα. Τελευταίος θα μιλήσει ο πιο ειδήμων περί τα ερωτικά, ο δαιμόνιος εραστής, ο Σωκράτης. Ανάμεσα στους συμποσιαστές είναι και ο Αριστοφάνης, ο γνωστός κωμικός ποιητής. Κάποτε έρχεται και η δική του σειρά να μιλήσει. Μάλιστα ο Πλάτων συνδέει την έναρξη της ομιλίας του Αριστοφάνη με ένα ευτράπελο επεισόδιο. Ο Αριστοφάνης από το πολύ φαγητό παθαίνει λόξυγκα, στρέφεται στον γιατρό της παρέας, τον Ερυξίμαχο, για να του προτείνει τρόπους θεραπείας, αυτός το κάνει, και ο Αριστοφάνης παίρνει μετά από λίγο ξανά το λόγο απελευθερωμένος από τον λόξυγκα.

 

Το συμπόσιο του Πλάτωνα, έργο του Γερμανού ζωγράφου Άνσελμ Φόιερμπαχ (Anselm Feuerbach, 1829-1880). Alte Nationalgalerie (Old National Gallery), Βερολίνο.

 

Ο κωμικός ποιητής αρχίζει με την περιγραφή της αρχέγονης ανθρώπινης φύσης. Στην αρχή, λέει, ο άνθρωπος ήταν ένα ον με σχήμα σφαιρικό, με τέσσερα χέρια, τέσσερα πόδια και δύο πρόσωπα που κοίταζαν προς αντίθετες κατευθύνσεις, αλλά ενωμένα στην κορυφή σχημάτιζαν το κεφάλι. Τα φύλα αυτών των παράξενων όντων δεν ήταν δύο, όπως σήμερα, αλλά τρία: Το ένα είναι διπλά αρσενικό, το άλλο διπλά θηλυκό και το τρίτο ερμαφρόδιτο. Το πρώτο, το αρσενικό, ήταν, λέει, γέννημα του Ήλιου, το θηλυκό ήταν γέννημα της Γης και το τρίτο της Σελήνης, γιατί και η Σελήνη μετέχει και των δύο: είναι και αστέρι και γη. Τα σφαιροειδή αυτά πλάσματα με τα διπλά πρόσωπα και τα διπλά γεννητικά όργανα, αρσενικά, θηλυκά και ερμαφρόδιτα πηγαίνουν σαν τροχός με τα οκτώ τους άκρα και κάνουν τούμπες στον αέρα σαν ακροβάτες. Επειδή όμως τα φοβερά αυτά τέρατα είχαν μεγάλη δύναμη και αλαζονεία, τα έβαλαν με τους θεούς. Ο Δίας συγκαλεί εκτάκτως συμβούλιο των θεών για να αντιμετωπίσει την κατάσταση και αποφασίζεται να κόψει ο ίδιος με χειρουργική ακρίβεια τα όντα αυτά στα δύο, από πάνω ως κάτω.

Από τότε ο άνθρωπος αποτελεί μόνο το ήμισυ ενός ολόκληρου όντος. Και κάθε τέτοιο ήμισυ περιφέρεται με την παθιασμένη επιθυμία να ξαναβρεί το συμπλήρωμά του. «Έρωτα» λοιπόν ονομάζουμε αυτόν τον πόθο συνένωσης με το χαμένο ήμισυ του αρχικού εαυτού μας. Και κανένας δεν μπορεί να βρει την ευτυχία όσο ο πόθος αυτός μένει ανεκπλήρωτος. Επομένως, ο δεσμός του άνδρα και της γυναίκας αποτελεί την εκ νέου συνένωση των δύο ημίσεων ενός από τα αρχικά αρσενικοθήλυκα όντα. Ενώ κάθε παθιασμένη σχέση δύο προσώπων του ίδιου φύλου είναι εκ νέου συνένωση των ημίσεων ενός διπλά αρσενικού ή διπλά θηλυκού όντος, ανάλογα με την περίπτωση. Αυτός είναι ο μύθος.

Ο μύθος, όπως βλέπετε, έρχεται να δικαιολογήσει και να νομιμοποιήσει μυθολογικά τόσο τον ετεροφυλοφιλικό όσο και τον ομοφυλοφιλικό έρωτα, ο οποίος δεν παρουσιάζεται ως παρέκκλιση από την ομαλή σεξουαλικότητα. Αυτά θα είναι και τα πεδία αναφοράς της σημερινής μας εισήγησης.

 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

Πριν όμως ξεκινήσω, θα μου επιτρέψετε να κάνω κάποιες απαραίτητες, κατά τη γνώμη μου, προκαταρκτικές παρατηρήσεις και διευκρινίσεις για να εισχωρήσουμε όσο το δυνατόν πιο κριτικά και απροκατάληπτα στο θέμα μας.

Ι

Το θέμα μας είναι ο έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα. Αλλά τι δηλώνει ο όρος Αρχαία Ελλάδα; Η Αρχαία Ελλάδα είναι ένα πολυσύνθετο και πολυμερές γίγνεσθαι κατά χρόνο και κατά τόπο. Και ο Όμηρος είναι αρχαία Ελλάδα και ο Πλούταρχος είναι αρχαία Ελλάδα, αλλά απέχουν μεταξύ τους 800 περίπου χρόνια. Όσα απέχουμε εμείς σήμερα από την 4η   Σταυροφορία στο Βυζάντιο. Από την άλλη, αρχαία Ελλάδα είναι βεβαίως η Αθήνα, αλλά και η Σπάρτη και η Κρήτη και η Λέσβος αλλά και η Ιωνία και η Μεγάλη Ελλάδα και οι άλλες απανταχού ελληνικές πόλεις. Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του αρχαιοελληνικού πολιτισμού είναι ο πλουραλισμός και η πολυμέρεια που του εξασφάλιζε το σύστημα των πόλεων-κρατών. Κάθε πόλη έχει τη δική της νομοθεσία και κοινωνική οργάνωση που πολλές φορές μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη νομοθεσία άλλων πόλεων – κρατών. Είναι φανερό λοιπόν ότι θα συναντήσουμε μεγάλες αλλαγές στα ήθη και στις νοοτροπίες όχι μόνο από πόλη σε πόλη αλλά και στην ίδια πόλη.

Η παρουσίασή μας σήμερα μοιραία θα επικεντρωθεί στη Αθήνα της κλασικής περιόδου, δευτερευόντως σε άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου. Τούτο δεν οφείλεται σε αφόρητο αθηναιοκεντρισμό αλλά στο γεγονός ότι από την Αθήνα έρχονται οι περισσότερες μαρτυρίες που έχουμε για την ερωτική συμπεριφορά και τα σεξουαλικά ήθη στην ελληνική αρχαιότητα.

ΙΙ

Θα πρέπει να έχουμε κατά νου ότι όταν προσεγγίζουμε μια διαφορετική εποχή ή διαφορετικές από μας κοινωνίες δεν θα πρέπει να τις βλέπουμε με τις δικές μας ηθικές αντιλήψεις, αλλά με τις δικές τους. Οφείλουμε δηλαδή να προσπαθήσουμε να απαλλαγούμε από τις δικές μας προκαταλήψεις και τις δικές μας νοοτροπίες και να προσπαθήσουμε να δούμε εκείνη την εποχή όπως πραγματικά ήταν για τους ανθρώπους που τη διαμόρφωσαν και τη βίωναν. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ηθική είναι κάτι το ρευστό, κάτι το μεταβαλλόμενο, και ότι οι ηθικές αντιλήψεις αλλάζουν από τόπο σε τόπο και από εποχή σε εποχή. Κάτι το οποίο είναι ηθικό σε μας σήμερα μπορεί να είναι ανήθικο αύριο, και ό,τι θεωρείται σήμερα ανήθικο μπορεί να ήταν ηθικό σε μια προηγούμενη εποχή.

ΙΙΙ

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Έχει αλλάξει η ερωτική ηθική από την αρχαιοελληνική περίοδο ως σήμερα;

Απάντηση: Έχει αλλάξει άρδην! Και για τούτο καθοριστικό ρόλο έχει παίξει σ’ ένα μεγάλο βαθμό ο Χριστιανισμός. Η ερωτική ζωή των αρχαίων Ελλήνων απεικονίζει το ιδεολογικό υπόβαθρο και το αξιακό σύστημα ενός κόσμου που έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος είναι πυρηνικά διαφορετικός από τον χριστιανικό.

Ο αρχαίος Έλληνας είναι άνθρωπος του παρόντος κόσμου, του εδώ και του τώρα. Απολαμβάνει τις χαρές της ζωής και την ηδονή του έρωτα. Ο χριστιανός άνθρωπος θεωρεί τον παρόντα κόσμο προσωρινό και εφήμερο. Αλλού είναι η αληθινή ζωή: στην βασιλεία των ουρανών! Για να την κερδίσει αυτοπεριορίζεται, είναι εγκρατής, νηστεύει, απέχει από τις ηδονές. Τουλάχιστον αυτό ήταν το πρότυπο των χριστιανών.

Δίας και Γανυμήδης

Δείτε πως αντανακλάται αυτή η διαφορά στην θρησκεία των μεν και των δε. Στους Έλληνες οι θεοί έκαναν όλα όσα θα ήθελαν να κάνουν οι άνθρωποι. Ερωτεύονται, ζηλεύουν, μοιχεύονται. Όλες οι ερωτικές φαντασιώσεις και οι ανεκπλήρωτες επιθυμίες τους εξεικονίζονται στη δράση των θεών. Ο Δίας είναι το πρότυπο του ουράνιου εραστή που έλκεται από κάθε όμορφο θηλυκό, είτε είναι θεά, είτε νύμφη, είτε θνητή. Μετέρχεται κάθε μεταμόρφωση, γίνεται ταύρος, κύκνος, χρυσή βροχή προκειμένου να σμίξει μαζί της. Ο Δίας, όμως, ερωτεύτηκε, εκτός από γυναίκες, και τον όμορφο Γανυμήδη που τον απήγαγε στον Όλυμπο και τον έκανε οινοχόο του για να τον έχει πάντα κοντά του. Έτσι ο αναγνωρισμένος και ευρύτατα διαδεδομένος στους Έλληνες θεσμός της παιδεραστίας βρήκε και την αντίστοιχη θρησκευτική δικαίωση.

Η Αφροδίτη είναι η θεά του Έρωτα. Είναι ακατανίκητη και στα θέλγητρά της κανείς δεν μπορεί να αντισταθεί, αθάνατος ή θνητός. Κι αν το καταφέρει κάποιος, τότε, αφού καταστρατηγεί τον φυσικό νόμο και εναντιώνεται σε τελευταία ανάλυση στην ίδια τη ζωή, θα καταστραφεί, όπως ο Ιππόλυτος.

Από όλα αυτά και άλλα πολλά που θα είχαμε να πούμε (για τις ερωτοδουλειές των ελληνικών θεών θα μπορούσε να γραφεί ολόκληρο βιβλίο), γίνεται φανερή η μεγάλη διαφορά με την ιουδαιοχριστιανική αντίληψη που θέλει τον θεό ανέραστο. Το σώμα (η σάρκα) θεωρείται το όργανο του πειρασμού με το οποίο ο σατανάς δελεάζει και συνεπώς εξαιτίας του ο άνθρωπος χάνει την αιώνια ζωή, εφόσον υποκύψει στις επιθυμίες του. Ο περιορισμός της σάρκας είναι το ζητούμενο. Ακραία εκδοχή αυτής της αντίληψης είναι ο ασκητισμός και ο αναχωρητισμός.

Τη διαφορά στις αντιλήψεις των δύο κόσμων μπορούμε να την δούμε καθαρά όπως αντανακλάται στη τέχνη. Το ιδεώδες του έλληνα ανθρώπου είναι η πλήρης κατάφαση της ζωής και της αισθητικής απόλαυσης που προσφέρει ο θαυμασμός της ρώμης, του σφρίγους και της ομορφιάς. Εξ ου και η αγάπη προς το γυμνό. Αντίθετα ο χριστιανός αποστρέφεται το γυμνό, συστέλλεται, εντρέπεται. Στο χριστιανικό ιδεώδες ανταποκρίνεται ο ασκητής με το οστεώδες και εξαϋλωμένο σώμα, ταλαιπωρημένο από τις εκούσιες κακουχίες και τις εξαντλητικές νηστείες. Η σάρκα πρέπει να περιορίζεται και να τιμωρείται για να κερδηθεί η ψυχή.

Επανέρχομαι και κλείνω τις προκαταρκτικές μου παρατηρήσεις. Η σημερινή μου παρουσίαση θέλω να είναι επιστημονική. Και η επιστήμη δεν ηθικολογεί. Δεν την ενδιαφέρει αν κάτι είναι ηθικό ή ανήθικο. Είπαμε ότι η ηθική μεταβάλλεται. Αυτό που θηρεύει είναι το όντως αληθές, η απροκατάληπτη αλήθεια. Άρα στόχος μας δεν είναι ούτε να κατακρίνουμε ούτε να εγκρίνουμε. Ευτυχώς, η επιστήμη έχει ξεφύγει από τα διλήμματα αυτά. Στόχος μας είναι να κρίνουμε, δηλαδή να κατανοήσουμε. Και νομίζω πως αυτό είναι το πιο έντιμο που μπορούμε να κάνουμε προς τους αρχαίους Έλληνες. Όχι βεβαίως να τους καταδικάσουμε μονοκόμματα και αφοριστικά αλλά όχι –ακόμη χειρότερο– και να παρασιωπήσουμε την αλήθεια.

 

Πηγές για την ερωτική συμπεριφορά των αρχαίων Ελλήνων

 

 

Πού τα ξέρουμε όλα αυτά που θέλω να σας παρουσιάσω σήμερα; Είναι φανερό πως είναι πολύ δύσκολο να μάθει κανείς τι κάνουν ακριβώς δυο (ή – ενδεχομένως – και περισσότεροι) άνθρωποι όταν συνευρίσκονται ερωτικά. Για να το μάθουμε πρέπει να έχουμε τη μαρτυρία ενός απ’ αυτούς. Από την άλλη πάλι, είναι κοινός τόπος ότι δεν θα πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τις δηλώσεις οποιωνδήποτε σχετικά με το σεξ, ιδιαίτερα σε σχέση με τον εαυτό τους. Όταν μάλιστα οι δηλώσεις αυτές αφορούν συμπεριφορές και πρακτικές πριν από 2000 και παραπάνω χρόνια, τότε η ανάγκη για προσεκτικό έλεγχο είναι πολύ πιο επιτακτική.

Από πού λοιπόν αντλούμε πληροφορίες για την ερωτική συμπεριφορά των αρχαίων Ελλήνων;

Οι πηγές μας είναι κατά βάση δύο ειδών: οι φιλολογικές μαρτυρίες, δηλαδή κείμενα ποιητών, πεζογράφων, φιλοσόφων και ρητόρων, και οι εικαστικές μαρτυρίες, δηλαδή εικόνες πάνω σε αγγεία. Μια γενική παρατήρηση που μπορούμε να κάνουμε είναι ότι όλες οι πηγές που διαθέτουμε προέρχονται από άνδρες (εξαίρεση μόνον αποτελεί η Σαπφώ) και απηχούν στο μεγαλύτερο μέρος τους την κυρίαρχη ανδρική αριστοκρατική ιδεολογία εκείνης της εποχής.

Τα λογοτεχνικά έργα παρουσιάζουν κενά και είναι εν πολλοίς μεροληπτικά. Εξ άλλου τα διάφορα είδη της γραμματείας είχαν τους δικούς τους κανόνες. Οι κωμωδιογράφοι (κυρίως ο Αριστοφάνης) επιδίωκαν να προκαλέσουν το γέλιο με τις σεξουαλικές ιδιορρυθμίες και τα ελαττώματα των σύγχρονων Αθηναίων. Τα αστεία όμως δεν αντιστοιχούν πάντοτε με όσα συνέβαιναν στην καθημερινή ζωή. Οι φιλόσοφοι (ο Πλάτων, ας πούμε) επιδίωκαν να προβάλλουν κανονιστικά πρότυπα συμπεριφοράς, ενώ η πραγματικότητα ήταν αναμφίβολα λιγότερο εξιδανικευμένη, λιγότερο «τακτοποιημένη» και πιο άναρχη. Οι ρήτορες, που μας προσφέρουν πολλές πληροφορίες πάνω σε διάφορες πλευρές του θέματος, απευθύνονταν σε άνδρες δικαστές και έπρεπε να υποστηρίξουν την υπόθεση του πελάτη τους με πειστικά επιχειρήματα.

Από την άλλη μεριά, σχετικά με τις σωζόμενες παραστάσεις πάνω σε αγγεία, στην πλειονότητά τους επικεντρώνονται στην αστική ζωή, και είναι απαραίτητο να λαμβάνουμε υπόψη ποια αλήθεια επιδίωκαν πιθανώς να εκφράσουν και για ποιους θεατές και για ποιες περιστάσεις είχαν δημιουργηθεί. Παρ’ όλο που στη γλυπτική υπάρχει σαφής προτίμηση στο ανδρικό γυμνό σώμα, η αθηναϊκή αγγειογραφία, είτε η πρώιμη μελανόμορφη, είτε η μεταγενέστερη ερυθρόμορφη, παρουσιάζει σκηνές με ερωτικά ζεύγη όλων των ειδών και αποτελεί, παρά τις ελλείψεις της, την πληρέστερη μαρτυρία για τη σεξουαλική συμπεριφορά.

 

* * *

 

Η σημερινή μου εισήγηση δεν θέλω να είναι (ή να είναι μόνο) ένα απάνθισμα από ιδιόρρυθμες για μας σήμερα – και γι’ αυτό γαργαλιστικές και πικάντικες – σκηνές από την ερωτική ζωή και τη σεξουαλική δράση των αρχαίων Ελλήνων, αλλά να στοχεύει πρωταρχικά στην εξήγηση τού γιατί οι άνθρωποι αυτοί συμπεριφέρονταν έτσι. Τούτο δεν είναι δυνατόν να γίνει αν δεν εξετάσουμε την δομή της κοινωνίας και της οικογένειας στην αρχαία Ελλάδα.

Δεν είναι δυνατόν να εννοήσουμε πλήρως το ερωτικό φαινόμενο στην αρχαία Ελλάδα, εάν δεν έχουμε κατά νου ότι το κοινωνικό της σύστημα και η πολιτειακή της δομή στηριζόταν καθαρά σε μια λέσχη ανδρών. Επρόκειτο για ένα ανδροκρατούμενο, πατριαρχικό club.

Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός ορίζεται μεταξύ δύο κατά βάση πόλων, του πολέμου και της πολιτικής. Και στα δύο αυτά η γυναίκα δεν συμμετέχει. Από την εποχή των ηρώων ως τους χρόνους του Αλέξανδρου οι άνδρες πολεμούν κι ο πόλεμος είναι αυτός που ορίζει τη μοίρα των πόλεων, την εξέλιξη των κοινωνιών, τις ηγεμονίες και την παρακμή τους. Η αφήγηση της ιστορίας του αρχαίου ελληνικού κόσμου είναι η αφήγηση μιας ιστορίας, όπου οι άνδρες είναι οι μοναδικοί πρωταγωνιστές, μια ιστορία την οποία αφηγούνται άνδρες για άνδρες. Τα ιστορικά στοιχεία που έχουμε για την αρχαία Ελλάδα μας παραπέμπουν σε μια κατάσταση απόλυτης ανδρικής επικράτησης και επιβολής αυστηρής πατριαρχίας.

Ας κάνουμε εδώ μιαν παρένθεση και μια διευκρίνιση σχετικά με την ορολογία: πατριαρχία – μητριαρχία. Σύμφωνα με μια επιστημονική υπόθεση, που έχει όμως σοβαρότατες ενδείξεις αληθείας, οι ανθρώπινες κοινωνίες δεν ήταν εξ αρχής δομημένες με βάση την υπεροχή του άνδρα και την πατρογραμμική κληρονομική διαδοχή. Υπήρχε, λένε, μια αρχέγονη κατάσταση στις ανθρώπινες κοινωνίες, όπου υποκείμενο αναφοράς δεν ήταν ο άνδρας αλλά η γυναίκα. Είναι η περίοδος που οι άνθρωποι αγνοούν τον αναπαραγωγικό ρόλο του άνδρα, που δεν υπάρχει αιτιακή σύνδεση ανάμεσα στην σεξουαλική επαφή και τη γέννηση του παιδιού. Στις κοινωνίες αυτές επικρατεί καθεστώς ελευθερομιξίας. Η γυναίκα έρχεται σε σεξουαλική επαφή με πολλούς άνδρες και τα παιδιά που γεννιούνται ξέρουν πολύ καλά από μια μητέρα γεννήθηκαν, αγνοούν όμως τον πατέρα. Γι’ αυτό και ο προσδιορισμός της διαδοχής είναι μητρογραμμικός.

Johann Jakob Bachofen (1815 – 1887). Ελβετός αρχαιολόγος, νομικός, φιλόλογος και ανθρωπολόγος. Ξεκίνησε ως νομικός αλλά οι μελέτες του τον καθιέρωσαν ως τον ιδρυτή τής επιστήμης της εθνολογίας.

Τη θεωρία αυτή ανέπτυξε πρώτος ο (γερμανόφωνος) Ελβετός Johann J. Bachofen, ο οποίος ξεκίνησε ως νομικός αλλά οι μελέτες του τον καθιέρωσαν ως τον ιδρυτή τής επιστήμης της εθνολογίας. Το 1861 εξέδωσε το βασικό του βιβλίο με τίτλο Mutterrecht (Μητρικό δίκαιο). Τον όρο μητριαρχία – κατ’ αναλογίαν προς το πατριαρχία – εισήγαγε αργότερα ο αμερικανός Lewis Morgan που μελέτησε τις κοινωνίες των ιθαγενών Ινδιάνων. Ο όρος όμως μητριαρχία δεν είναι ορθός γιατί υπονοεί ότι στις αντίστοιχες μορφές κοινωνικής οργάνωσης άρχει, δηλαδή εξουσιάζει η μητέρα. Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια, γιατί στις κοινότητες αυτές οι μητέρες δεν χρησιμοποιούν τη λανθάνουσα δύναμή τους για να εξουσιάζουν τους άνδρες- συντρόφους τους, τους πατέρες ή τους γιους τους. Εδώ ακριβώς βρίσκεται η χαρακτηριστική διαφορά από την πατριαρχία, που είναι ένα γνήσια εξουσιαστικό σύστημα. Καλύτερα να προτιμάται ο όρος μητρισμός και μητριστικός, που τονίζει τον κεντρικό ρόλο της μητέρας χωρίς να υπονοεί εξουσία.

Το ερώτημα, τώρα, είναι πότε και πώς από τη μητριστική αυτή κατάσταση περάσαμε στην πατριαρχία.

Η πατριαρχία πρέπει να συνδέεται με τη νεολιθική ή παραγωγική επανάσταση, δηλαδή με το πέρασμα από το στάδιο της τροφοσυλλογής στο στάδιο της παραγωγής, αγροτικής και κτηνοτροφικής. Όλες οι ενδείξεις οδηγούν στο ότι η κοσμογονική αυτή μεταβολή έλαβε χώρα στο χρονικό διάστημα από το 10.000 ως το 7000 π.Χ. στη περιοχή της Μεσοποταμίας, κι από εκεί διαδόθηκε. Για πρώτη φορά στην ιστορία του, ο άνθρωπος γίνεται παραγωγός της τροφής του. Δεν την παίρνει πια κατ’ ευθείαν από τη φύση αλλά από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, διά μέσου δηλαδή καταστάσεων, που ο ίδιος δημιουργεί και ελέγχει. Έτσι παύει να αποτελεί ο ίδιος ένα κομμάτι της φύσης και αρχίζει να ελέγχει το περιβάλλον.

Στις αρχέγονες μητριστικές κοινωνίες ισχύει, όπως είπαμε, η ελευθερομιξία. Κανένας δεν σπαζοκεφαλιάζει ψάχνοντας να βρει σε ποιον ανήκει το παιδί, όσο το παιδί δεν αντιμετωπίζεται ακόμα ως ιδιοκτησία. Ο άνθρωπος μαθαίνει να σκέφτεται ως ιδιοκτήτης μόνο όταν η παραγωγή ειδών διατροφής έχει προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε να αφήνει πλεόνασμα. Το πλεόνασμα τροφής επιτρέπει για πρώτη φορά τη συσσώρευση ιδιοκτησίας, η συσσώρευση ιδιοκτησίας επιτρέπει για πρώτη φορά την κληρονομική μεταβίβασή της και η κληρονομική μεταβίβαση της ιδιοκτησίας επιβάλλει για πρώτη φορά την εξακρίβωση της πατρότητας. Τότε λοιπόν επιβάλλεται η μονογαμία για να ξέρει ο άνδρας ποια είναι τα δικά του παιδιά.

Τώρα, λοιπόν, μπορεί να καταλάβει κανείς γιατί απαγορεύεται η μοιχεία. Όταν πρόβαλε για πρώτη φορά η έννοια της μοιχείας, σήμαινε κάτι ολότελα διαφορετικό απ’ ό,τι σήμερα: σήμαινε μια μορφή κλοπής. Η σύζυγος που συνουσιαζόταν με έναν άλλο άνδρα μπορούσε να μείνει έγκυος από αυτόν. Αν ο σύζυγος δεν το καταλάβαινε αυτό, μεγάλωνε ένα νόθο παιδί που τον κληρονομούσε, δηλαδή τον έκλεβε. Γιατί, σύμφωνα με το πατριαρχικό έθιμο, κληρονόμος του πατέρα μπορούσε να είναι μόνο ο βιολογικός του γιος.

Η μονογαμία λοιπόν ήταν μια επινόηση του άνδρα γιατί έτσι μόνο μπορούσε να ελπίζει ότι τα παιδιά της γυναίκας του ήταν και δικά του παιδιά. Η γυναίκα, αντίθετα, ήξερε πάντα ποιο παιδί ήταν δικό της και γι’ αυτό δεν είχε λόγο να απαιτεί την αποκλειστική κυριότητα του συζύγου της. Αν οι γυναίκες, αργότερα, έγιναν υπέρμαχοι της αυστηρής μονογαμίας, το έκαναν γιατί ήθελαν να διατρέφονται από τον άνδρα. Έτσι η γυναίκα με την επιβολή της μονογαμίας κέρδισε τη συντήρησή της, αλλά έχασε την ελευθερία της.

Αυτή η μετάβαση από τη μητριστική κοινωνία στο σύστημα της πατριαρχίας, το πέρασμα από το πατρικό στο μητρικό δίκαιο, αποτυπώνεται μυθολογικά, κατά μία ευφυή ερμηνεία, στην Ορέστεια του Αισχύλου. Ο Ορέστης σκότωσε την μητέρα του, διότι, ισχυρίζεται, η Κλυταιμήστρα διέπραξε διπλό έγκλημα απέναντί του, γιατί δεν σκότωσε μόνο τον άνδρα της, αλλά και τον πατέρα του. Γιατί λοιπόν οι Ερινύες καταδιώκουν αυτόν, δηλαδή τον Ορέστη, και όχι εκείνη, την Κλυταιμήστρα, που ήταν πολύ πιο ένοχη; Η απάντηση είναι: «Εκείνη δεν ήταν ομοαίματη συγγενής του άνδρα που σκότωσε». Αυτή η απάντηση, που σήμερα μας φαίνεται σχεδόν ακατανόητη, φανερώνει πολύ καθαρά τη λογική ενός μητριστικού συστήματος. Για τις Ερινύες, η μητροκτονία βαραίνει περισσότερο από τη συζυγοκτονία, γιατί βλέπουν τη δομή της κοινωνίας από μητριστική σκοπιά. Ο Απόλλων διαφωνεί, γιατί αντιπροσωπεύει τη νέα τάξη πραγμάτων, το θεσμό της μονογαμίας, την πρωτοκαθεδρία του πατέρα-«σπορέα».

 

Ακούστε τι λέει ο Απόλλων (Ευμενίδες, 658-661):

 

Μάνα δεν είναι όποια γεννά αυτό που λέει

παιδί της. Το σπόρο τρέφει στην κοιλιά μονάχα.

Αυτός που σπέρνει γεννά κι αυτή σαν ξένη

το φύτρο συντηρεί… (μετάφραση: Κ.Χ. Μύρης)

 

Σύμφωνα λοιπόν με τον Απόλλωνα, ο πατέρας «σπέρνει» το παιδί στη μήτρα της γυναίκας και γι’ αυτό έχει τα περισσότερα δικαιώματα πάνω του, ενώ σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε ως τότε η μητέρα, που δίνει στο παιδί το αίμα της και τη ζωή, είναι η αποκλειστική κάτοχός του και ο πατέρας μένει γι’ αυτήν ένας ξένος.

Μετά από όλη αυτή την εξήγηση ξαναγυρνώ στον πυρήνα του θέματός μας. Προτού αρχίσουμε να διερευνούμε την ερωτική συμπεριφορά και τα σεξουαλικά ήθη των αρχαίων Ελλήνων, θα πρέπει να προτάξουμε μιαν αλήθεια. Η αλήθεια αυτή είναι ότι η αρχαιοελληνική ηθική είχε την ικανότητα να παραδέχεται την εναλλαγή των ομοφυλοφιλικών και ετεροφυλοφιλικών προτιμήσεων στο ίδιο άτομο.

Κατόπιν αυτής της παραδοχής μπορούμε να οριοθετήσουμε πιο συγκεκριμένα τα πεδία ελεύθερης άσκησης της σεξουαλικότητας των Ελλήνων: είναι ο γάμος, η πορνεία και η παιδεραστία. Η σεξουαλική δραστηριότητα προς τα άγαμα κορίτσια και τις παντρεμένες γυναίκες άλλων ανδρών δεν επιτρεπόταν. Υπήρχε ταμπού και κοινωνικό στίγμα. Από τα ελεύθερα πεδία που αναφέραμε, τα δύο πρώτα, ο γάμος και η πορνεία αποτελούν καταστάσεις που εμφανίζονται σε όλες σχεδόν τις οργανωμένες κοινωνίες. Αυτό που σκανδαλίζει περισσότερο τον σημερινό άνθρωπο είναι το τρίτο, η παιδεραστία.

Με την πλήρη υποταγή του γυναικείου φύλου, ο υψηλός έρωτας είναι κυρίως προς τους άνδρες. Και για την ακρίβεια προς τα νεαρά αγόρια, τους παίδες, εξ ου και ο όρος παιδεραστία ή, όπως τον έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, παιδικός έρως. Μ’ αυτόν θα ξεκινήσω.

 

Παιδεραστία

 

Οι σύγχρονοι ερευνητές προσπάθησαν αντλώντας από τις διάφορες μαρτυρίες να διαμορφώσουν ένα μοντέλο για την ελληνική ομοφυλοφιλία. Το μοντέλο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως «παιδεραστία κοινωνικά αποδεκτή» και θα μπορούσαμε να το σκιαγραφήσουμε ως εξής:

Η σεξουαλική σχέση ήταν μεταξύ ενός εραστή, δηλαδή ενός νέου ενήλικα (περίπου ως 30 χρονών) με ρόλο ενεργητικό, και ενός ερωμένου, δηλαδή ενός εφήβου (περίπου 12 ως 18 ετών) με ρόλο παθητικό. Ο εραστής κυριαρχούσε στη σχέση, ήταν ο «κυνηγός», και παρείχε δώρα (όχι όμως χρήματα) και βοήθεια στον νεότερο που επιδίωκε να γίνει ένα ώριμο μέλος της κοινωνίας, προσφέροντας του κοινωνική υπόσταση, καθώς τον καθιστούσε επίλεκτο σύντροφο, μέλος μιας διακεκριμένης κοινωνικής ελίτ. Αντίθετα, ο ερώμενος είχε το ρόλο του υποδεέστερου και δεχόταν τις κρούσεις του εραστή αρχικά με απροθυμία ή τουλάχιστον με διακριτικότητα. Η σεξουαλική επαφή του μεγαλύτερου με τον νεότερο δεν ήταν συνήθως παρά φύσιν, αλλά γινόταν με το τρίψιμο του ερεθισμένου πέους ανάμεσα στους μηρούς. Όταν το αγόρι γινόταν άνδρας, ήταν η σειρά του να λειτουργήσει ως ο «κυνηγός» εραστής και στην ηλικία των 30 περίπου χρόνων, τον αποδεκτό χρόνο για γάμο, οι άνδρες εγκατέλειπαν την ομοφυλοφιλία για το φυσιολογικό έγγαμο βίο. Η κοινή γνώμη επέκρινε δριμύτατα τους άνδρες που συνέχιζαν να έχουν τον ρόλο τού υποταγμένου ερωμένου μετά την ενηλικίωσή τους ως εκθηλυσμένους, και εάν δέχονταν χρήματα για τις υπηρεσίες τους, μπορούσαν να στερηθούν τα πολιτικά τους δικαιώματα.

Αυτό είναι, θα λέγαμε, εν συντομία το προφίλ μιας «κανονικής» ομοφυλοφιλικής σχέσης. Μολονότι υπάρχει μεγάλη δόση αλήθειας σ’ αυτό το μοντέλο, είναι μια πολύ απλουστευμένη και εξευγενισμένη εκδοχή της πραγματικότητας, η οποία ήταν ασφαλώς πολυπλοκότερη και λιγότερο τακτοποιημένη.

 

Νέος άνδρας και έφηβος συνευρίσκονται σε μηριαία συνουσία, μελανόμορφη αγγειογραφία Αττικού κυπέλλου, 550 π.Χ. – 525 π.Χ., Λούβρο.

 

Προέλευση του θεσμού

 

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Πολύ μελάνι έχει χυθεί σχετικά με την προέλευση του θεσμού της ομοφυλοφιλίας στη αρχαία Ελλάδα. Πρέπει να πούμε ότι τίποτε δεν είναι επακριβώς γνωστό. Κατά πάσα πιθανότητα, όμως, είναι γέννημα της ζωής του στρατοπέδου και ανήκει σε εποχές μεταναστεύσεων και νομαδικών περιπετειών πολεμικών στιφών, κατά τις οποίες οι γυναίκες λείπουν ή είναι αριθμητικά ανεπαρκείς. Τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι εμφανίζεται και σε άλλους αρχαίους λαούς με τέτοια χαρακτηριστικά (π.χ. οι Γαλάτες, οι αρχαίοι Γερμανοί), και κυρίως από το γεγονός ότι και κατόπιν συνδέεται με την πολεμική ζωή, τα στρατιωτικά καθήκοντα και τη γυμναστική.

Κατά μία θεωρία πίσω από το έθιμο αυτό υποκρύπτεται η πρωτόγονη πίστη ότι η ανδρική δύναμη και ζωτικότητα μπορεί να μεταβιβαστεί από τον ώριμο άνδρα στον ανώριμο μέσω μιας πράξης υλικής και ορατής.

 

Άνδρας διεγείρει ένα αγόρι. Μουσείο Ashmolean, Οξφόρδη. Γύρω στα 480 π.χ.

 

Όπως γνωρίζετε, ο πόλεμος έπαιζε μεγάλη σημασία στη ζωή των αρχαίων λαών. Έχει παρατηρηθεί ότι ο παιδικός έρως χρησιμοποιήθηκε από νωρίς για να αναπτύξει το αίσθημα της τιμής στον πόλεμο. Για τους αρχαίους αποτελούσε βεβαιότητα ότι ο ερωτισμός αυξάνει πάντοτε στο αρσενικό τη μαχητικότητα και πολλαπλασιάζει τις δυνάμεις του. Οι Έλληνες είχαν να διηγούνται ένα πλήθος σχετικών παραδειγμάτων. Ο Πλούταρχος π.χ. μας αναφέρει στον Ερωτικό του το παράδειγμα ενός πολεμιστή, ο οποίος στη μάχη γλίστρησε κι έπεσε πρηνής. Ο εχθρός ήταν έτοιμος να τον κτυπήσει κι εκείνος τον παρακάλεσε να περιμένει λίγο να γυρίσει ανάσκελα, ώστε να μην τον δει ο ερώμενός του πληγωμένο στα νώτα.

Σύμφωνα με το Πλάτωνα, οι εισαγωγείς του θεσμού στην Ελλάδα ήταν οι Δωριείς. Πραγματικά, οι πηγές μάς μαρτυρούν ότι στις δωρικές πολιτείες ο παιδικός έρως ήταν θεσμός αναγνωρισμένος. Αναφέρω μερικές δειγματοληπτικά:

Στη Σπάρτη η σχέση του εραστή προς τον ερώμενο εθεωρείτο τόσο νόμιμη, ώστε ο εραστής επείχε θέση κηδεμόνα και ήταν υπεύθυνος απέναντι στην πολιτεία και την κοινωνία για τις παρεκτροπές του νεαρού.

Στη Θήβα, είναι γνωστό ότι η ιδεώδης οργάνωση του στρατεύματος στηριζόταν σε ζεύγη εραστών και ερωμένων. Διάσημος υπήρξε ο Ιερός Λόχος, θεσμός πολύ παλαιός, που αναδιοργανώθηκε τον 4Ο  αιώνα λίγο πριν από τη μάχη των Λεύκτρων. Τα ζευγάρια δεσμεύονταν μεταξύ τους με όρκο, που έδιναν στο ιερό του Ιολάου, του φίλου του Ηρακλή. Γι’ αυτό ονομάζονταν ιερός ο Λόχος. Ο ηρωισμός των ανδρών του σώματος αυτού υπήρξε ξεχωριστός, όπως τον έδειξαν και στα Λεύκτρα και στη Μαντίνεια και, τέλος, στη Χαιρώνεια, όπου μόνοι αυτοί μέσα στην άτακτη φυγή των αθηναϊκών όχλων αντιτάχθηκαν στους Μακεδόνες.

Στην Κρήτη, κατ’ εξοχήν δωρική περιοχή, η παιδεραστία αποκτά και μιαν ιδιαίτερη εθιμοτυπία. Ο ιστορικός Έφορος, όπως τον διασώζει ο Στράβων, αναφέρει ότι οι Δωριείς εισήγαγαν αυτό το έθιμο στην Κρήτη, όταν την κυρίεψαν τον 11 αι. π.Χ. Αναφέρει ο Έφορος (Στράβων, 10.4.21):

«Οι Κρήτες δεν αποκτούν το ερώμενό τους με την πειθώ αλλά με την αρπαγή. Ο εραστής λέει στους συγγενείς του νέου τρεις ή περισσότερες μέρες νωρίτερα ότι σκοπεύει να τον απαγάγει. Θα ήταν γι’ αυτούς μεγάλη ντροπή αν έκρυβαν το νέο ή ματαίωναν το σχέδιο, γιατί έτσι θα ομολογούσαν ότι ο βλαστός τους είναι ανάξιος του εραστή. Έτσι λοιπόν, αν ο απαγωγέας έχει κοινωνική θέση ισάξια με εκείνη του αγοριού ή ανώτερή του, μαζεύονται και κάνουν πως εναντιώνονται στον απαγωγέα, καταδιώκοντάς τον εικονικά, όπως απαιτεί το έθιμο. Αλλά στην πραγματικότητα αφήνουν μετά χαράς να γίνει η αρπαγή. Αν όμως ο εραστής δεν είναι αντάξιος του νέου, τού τον αποσπούν με τη βία… Άξιο να αγαπηθεί δεν θεωρούν τον ωραίο αλλά τον γενναίο και ευπρεπή έφηβο».

Στη συνέχεια ο Έφορος μας λέει ότι εραστής και ερώμενος ανεβαίνουν στο βουνό για δύο μήνες (δεν επιτρεπόταν περισσότερο), όπου ο έφηβος ασκείται στο κυνήγι, στην πολεμική τέχνη και εν γένει στη σκληραγωγία. Όταν επιστρέφουν, ο εραστής χαρίζει στον νέο μια πολεμική στολή, ένα βόδι και ένα κύπελλο και τον αφήνει ελεύθερο. Ο έφηβος μιλάει για την ερωτική μαεστρία του απαγωγέα του, αν δηλαδή τον ικανοποίησε ή όχι. Ο νόμος επιτρέπει στον έφηβο να εγκαταλείψει αμέσως τον εραστή αν αυτός, στη διάρκεια της απαγωγής, ασκήσει πάνω του βία. Για τους ωραίους εφήβους από αρχοντικό τζάκι ήταν ντροπή να μη βρουν εραστή, γιατί αυτό σήμαινε ότι δεν ήταν αρκετά γενναίοι ή ευπρεπείς. Οι «απαχθέντες», αντίθετα, ήταν περιζήτητοι.

Αφιέρωσα αρκετό χρόνο στην Κρήτη, και τούτο όχι μόνο για λόγους εντοπιότητας. Το παράδειγμα της κρητικής παιδεραστικής εθιμοτυπίας ωθεί αρκετούς ερευνητές τής εθνολογίας και κοινωνικής ανθρωπολογίας να εντοπίζουν στο έθιμο μια τελετουργία μύησης στη ζωή του ενήλικα. Μια διαβατήρια τελετή για το πέρασμα από την εφηβική ηλικία στην ανδρική.

Αφού μιλήσαμε για τη δωρική προέλευση του θεσμού ας εστιάσουμε περισσότερο στην Αθήνα, όπου το φαινόμενο λαμβάνει ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Στην Αθήνα ο παιδικός έρως πρέπει να εισήχθη μαζί με άλλα δωρικά στοιχεία – π.χ. τη γυμναστική, τον δωρικό χιτώνα – ως μόδα στην υψηλή αριστοκρατική τάξη. Παρ’ όλο που από τον έρωτα προς τα αγόρια δεν ήταν αποκλεισμένος κανείς ελεύθερος πολίτης, έστω και χειρωνακτικά εργαζόμενος, στην πραγματικότητα όμως αυτός ο έρωτας ήταν περιορισμένος στον κύκλο των προσώπων, τα οποία διέθεταν την ανάλογη σχόλη. Οι κατ’ εξοχήν χώροι για γνωριμίες και δημοφιλή πεδία δράσης των εραστών ήταν οι παλαίστρες και τα γυμνάσια, όπου οι έφηβοι γυμνάζονταν. Όποιος περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του εκεί, έπρεπε να είναι ανεξάρτητος από τη δουλειά του και απαλλαγμένος από την ανάγκη της βιοτικής μέριμνας. Αυτόν τον τρόπο της σχόλης μπορούσε αρχικά να τον εξασφαλίζει για τον εαυτό του μόνον ο γαιοκτήμων ευγενής.

Ο αρχαίος Αθηναίος έδινε μεγάλη σημασία στη γνώμη που είχαν οι άλλοι άνδρες για τη συμπεριφορά του. Σε μια τόσο μικρή κοινωνία, όπου ο ένας συναγωνιζόταν τον άλλον, και όλοι οι διακεκριμένοι πολίτες ήταν πρόσωπα γνωστά, έφτανε να κυκλοφορήσουν ένας – δυο επιφανείς πολίτες με συντροφιά έναν νέο και ωραίο μαθητή, ώστε να διαδοθεί η συνήθεια. Η σχέση εξυπηρετούσε και τα δύο μέρη. Όσο πιο ωραίος και ευγενής ήταν ο μαθητής, τόσο πιο μεγάλη η αυταρέσκεια του ώριμου άνδρα. Παρομοίως, όσο πιο διακεκριμένος ήταν ο εραστής, τόσο πιο μεγάλη η φιλοφρόνηση για το αγόρι. Η ματαιοδοξία ήταν ένας παράγοντας που χαρακτήριζε και τις δύο πλευρές.

Ο παιδικός έρως, όπως είπαμε παραπάνω, αναπτύχθηκε στα γυμναστήρια, όπου οι νέοι πάλευαν γυμνοί κι εκεί μαζεύονταν οι εραστές. Δύο νομοθετικές ρυθμίσεις ήδη από τον Σόλωνα και τον Δράκοντα οριοθετούν θεσμικά το φαινόμενο:

α) Υπήρχε απαγόρευση στους δούλους να γυμνάζονται και να έχουν παιδεραστικές σχέσεις.

β) Αν κάποιος ελεύθερος νέος εκδίδονταν επί χρήμασι ετιμωρείτο με «ατιμία», δηλαδή στέρηση των πολιτικών του δικαιωμάτων. Ονομάζονταν ηταιρηκώς και πεπορνευμένος. Η πιο γνωστή περίπτωση ήταν ο Τίμαρχος, ο οποίος δεν άντεξε την ατιμία και αυτοκτόνησε.

Ας δούμε τώρα πιο συγκεκριμένα τα βασικά χαρακτηριστικά που προσδιόριζαν μια τέτοια σχέση:

  • Πρώτο χαρακτηριστικό: Το ιδιαίτερο στοιχείο της σχέσης ήταν η ένωση ενός ώριμου άνδρα με έναν ανώριμο. Ουσιώδης προϋπόθεση ήταν η ψυχική και πνευματική ανισότητα των δύο ερωτικών συντρόφων, η οποία προσδιορίζεται από την ηλικία τους. Αν αυτή η ανισότητα εξαφανιζόταν με την ενηλικίωση του αγοριού, τότε ένας τέτοιος ομοφυλικός έρωτας μεταξύ δύο ανδρών γινόταν σκανδαλώδης.
  • Δεύτερο χαρακτηριστικό: Σε κάθε νόμιμη παιδεραστική σχέση ο ερωτικός πόθος ήταν απαραίτητα μονόπλευρος. Ερωτική επιθυμία αισθανόταν μόνο ο μεγαλύτερος, ενώ το αγόρι δεν ανταποκρινόταν. Ο νεαρός αντιπρόσφερε στον ερωτευμένο άνδρα μόνο φιλική συμπάθεια, η οποία στηριζόταν επάνω σε βαθιά εκτίμηση και θαυμασμό. Η συμπάθειά του δεν ήταν σεξουαλικής φύσεως, αλλά βασιζόταν στα γνωρίσματα τού χαρακτήρα τού μεγαλύτερου άνδρα, αλλά και στην ικανότητά του να είναι πρότυπο ανθρώπου και πολίτη. Εάν, κατά την πορεία της σχέσης, το αγόρι άρχιζε να διεγείρεται σεξουαλικά, κανονικά η σχέση έπρεπε να σταματήσει.

Η μη συμμετοχή στη σεξουαλική ηδονή ξεχώριζε τον ερώμενο καθοριστικά από έναν θηλυκό ερωτικό σύντροφο και τον διαφοροποιούσε από τον αντίστοιχο ρόλο του θηλυκού. Οι γυναίκες γενικά εθεωρούντο ως φιλήδονες. Πιστεύεται πως αυτές ένιωθαν τη γενετήσια ηδονή πιο έντονα απ’ όσο οι άνδρες. Προς τούτο χρησιμοποιούσαν κατά την αρχαιότητα το τεκμήριο του μάντη Τειρεσία, ο οποίος για ένα διάστημα της ζωής του υπήρξε γυναίκα.

Τρίτο χαρακτηριστικό: Ο παιδαγωγικός χαρακτήρας του παιδικού έρωτα, που τον κάνει να ξεχωρίζει από ανάλογα φαινόμενα άλλων εθνών και άλλων εποχών.

Οι αξιώσεις που είχε η πόλη των Αθηνών από τους πολίτες της ήταν μεγάλες και ποικίλες. Δεν υπήρχε σύγκριση με τη Σπάρτη, όπου το ενδιαφέρον εστιαζόταν μόνο στη στρατιωτική προετοιμασία και τον πόλεμο.

Στην Αθήνα ο πολίτης έπρεπε να μάθει να ψηφίζει στην Εκκλησία του Δήμου, να γνωρίζει τη νομοθεσία, να δικάζει στην Ηλιαία. Κατά μεγάλη πιθανότητα, ο κλήρος θα τον όριζε μέλος της Βουλής ή η ψήφος των συμπολιτών του σε άλλα δημόσια αξιώματα. Αλλά και στην ιδιωτική ζωή, έπρεπε να γνωρίζει πολλά: τους τρόπους του φέρεσθαι και τους κανόνες της ευπρέπειας. Έπρεπε να έχει το πνεύμα του καλλιεργημένο, ώστε να παρακολουθεί και να κρίνει μια θεατρική παράσταση, να έχει μια φιλοσοφική συζήτηση με τον Σωκράτη, να διαβάζει τα βιβλία του Αναξαγόρα, να απολαμβάνει ένα άγαλμα του Φειδία.

 

Από πού και πώς θα αποκτούσε ο νέος όλα αυτά;

 

Από το σχολείο; Το σχολείο δεν ήταν ένας θεσμός οργανωμένος στην αρχαιότητα. Δημόσια και υποχρεωτική εκπαίδευση δεν υπήρχε.

Από τον πατέρα; (Γενικά στην αρχαιότητα η οικογένεια ως παράγων αγωγής δεν είχε τη σημασία που έχει στη χριστιανική κοινωνία. Ήταν ένας δεσμός με περισσότερο πολιτικό και οικονομικό χαρακτήρα).

Σημειωτέον ότι:

  • Ο πατέρας δεν έμενε πολλές ώρες στο σπίτι.
  • Η διαφορά ηλικίας είναι πολύ μεγάλη. Η ιδεώδης διαφορά μεταξύ παιδαγωγού και παιδαγωγούμενου είναι η μισή γενιά.
  • Στις σχέσεις γονέων και παιδιών υπάρχει πολλή συμπτωματικότητα. Λείπει το αίσθημα ότι εσύ μόνος σου διάλεξες τον πατέρα σου ή τα παιδιά σου.
  • Δεν υπάρχει η απαιτούμενη απόσταση.

Η σχέση του ώριμου άνδρα προς τον ανώριμο παίδα, στην πιο παιδαγωγική και εξιδανικευμένη εκδοχή της, χαρακτηριζόταν από έρωτα προς τον νέο, ένα αίσθημα πνευματικής τεκνογονίας, η επιθυμία να φέρεις στον κόσμο παιδιά της ψυχής σου – όχι του σώματός σου- ομοιώματα του ανωτέρου σου εγώ.

 

Ερώτηση !

 

Ήταν αυτός ο κανόνας; Ως γνωστόν, στον έρωτα δεν υπάρχει κανόνας. Έχουμε και στον ελληνικό παιδικό έρωτα όλη την κλίμακα των αποχρώσεων. Από τη χυδαία αισθησιακή απόλαυση ως την υψηλή ερωτική ανάταση, και από το φιλάρεσκο και επιφανειακό παιχνίδισμα ως το ασυγκράτητο πάθος.

 

 Επίλογος για την παιδεραστία

 

Κλείνω προς το παρόν το κεφάλαιο της παιδεραστίας με μερικές τελευταίες επισημάνσεις.

  • Όσο κι αν μας φαίνεται σήμερα παράξενο, η ανδρική ομοφυλοφιλία εθεωρείτο ένας θεσμός ενισχυτικός του δημοκρατικού πολιτεύματος.

Ήταν έρωτας μεταξύ ελευθέρων πολιτών. Γι’ αυτό και οι Τύραννοι ήταν πάντα καχύποπτοι απέναντί της και την κατεδίωξαν εξ αιτίας των ισχυρών δεσμών που δημιουργούσε και αποτελούσε κίνδυνο για την ανατροπή της τυραννίδας. Την εξιδανίκευση της παιδεραστίας, ως απαραίτητης προϋπόθεσης για να δείχνει κανείς ύψιστη γενναιότητα και πίστη στην ελευθερία, την υπέθαλπε και το γεγονός ότι σε πολλές ελληνικές πόλεις υπήρχαν τύραννοι που είχαν δολοφονηθεί από παιδεραστές.

 

Τυραννοκτόνοι

 

Το διασημότερο παράδειγμα είναι ο Ίππαρχος, ο γιος του Πεισίστρατου, που δολοφονήθηκε στην Αθήνα το 514 π.Χ. από το ερωτικό ζευγάρι του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, επειδή είχε προσπαθήσει να αποσπάσει τον Αρμόδιο από τον Αριστογείτονα. Οι απόγονοι αυτών των δύο τυραννοκτόνων φιλοξενούνταν στο πρυτανείο ως επίτιμοι πολίτες, κι έτσι γενιές ολόκληρες Αθηναίων έμαθαν να ταυτίζουν την παιδεραστία με το θάρρος και το φιλότιμο. Το διπλό άγαλμα των δύο εραστών στήθηκε στην Ακρόπολη. Είναι ενδεικτικό ότι το πρώτο πολιτικό μνημείο στην ιστορία της Ευρώπης είναι ταυτόχρονα και το πρώτο μνημείο ενός ζευγαριού ομοφυλόφιλων.

 

Επισήμανση

 

Σε μία κανονική παιδεραστική σχέση, σε καμία περίπτωση ο ερώμενος δεν είχε το στίγμα της θηλυπρέπειας. Είναι γνωστό το σχετικό ανέκδοτο περί του σκανδαλώδους Αλκιβιάδη (φόβητρο αρχικά των γυναικών που φοβόντουσαν να μην χάσουν τον άνδρα τους και κατόπιν των ανδρών μήπως χάσουν τη γυναίκα τους).

Ωστόσο, από τα σχετικά συμφραζόμενα των σωζόμενων κωμωδιών, προκύπτει ότι, όταν η σεξουαλική επαφή γινόταν δια του πρωκτού, και όχι διαμήρια, όπως ήταν το «κανονικό», εθεωρείτο μειωτική και ταπεινωτική για τον επιβαινόμενο συνεργό. Εξ ου και το σχετικό λεξιλόγιο: καταπύγων, ευρύπρωκτος.

Η περιφρόνηση, που αισθανόταν κάποιος για τον παθητικό partner της επαφής δια του πρωκτού, βρίσκεται θεμελιωμένη στην αντίληψη, ότι ο άνδρας μ’ αυτήν αναλαμβάνει γυναικείο ρόλο και συμπεριφέρεται θηλυπρεπώς. Όποιος ανεχόταν να του εφαρμόζεται αυτή η πρακτική ταπεινωνόταν κατεβαίνοντας στο επίπεδο της γυναίκας (είχε τη ρετσινιά του «γυναικωτού») και υποτασσόταν στον άλλο άνδρα ως σεξουαλικό αντικείμενο. Αυτό όμως δεν συμφωνούσε με την αντίληψη περί ελευθέρου πολίτη.

Ενδεικτικό τού πόσο η ανδρική ομοφυλοφιλία ήταν σύμφυτο στοιχείο της ελληνικής κοινωνικής, καλλιτεχνικής και πολιτικής ζωής είναι ότι έχουμε ιστορικές μαρτυρίες για βασιλείς, ποιητές, φιλοσόφους, καλλιτέχνες που διατηρούσαν τέτοιους ερωτικούς δεσμούς: ο Σωκράτης με τον Αλκιβιάδη, ο Πλάτων με τον Δίωνα, ο Ευριπίδης με τον Αγάθωνα, ο Σοφοκλής με τον Δημοφώντα, ο Θέογνις με τον Κύρνο, ο σεβάσμιος και συντηρητικός Πίνδαρος με τον Θεόξενο, ο Πτολεμαίος με τον Γαλέστη.

 

Ετεροφυλικές σχέσεις

 

Απ’ όσα είπαμε μέχρι τώρα θα ήταν λάθος να συναχθεί το συμπέρασμα ότι οι αρχαίοι Έλληνες δεν ερωτεύονταν τις γυναίκες. Πέραν όσων αναφέραμε, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι Έλληνες της αρχαιότητας ήταν άνδρες όπως όλοι οι άλλοι άνδρες του κόσμου τούτου και πως οι γυναίκες δεν ήταν γι’ αυτούς απαραίτητες μόνο για την αναπαραγωγή και την συνεπαγόμενη διαιώνιση τού είδους.

Είναι διάσημη η ρήση που αποδίδεται στον Δημοσθένη (οι φιλόλογοι τον λέμε ψευδο-Δημοσθένη): «Εμείς οι άνδρες έχουμε τις παλλακίδες για την καθημερινή φροντίδα του σώματος, τις εταίρες για την ηδονή και τις νόμιμες συζύγους για να γεννούν παιδιά και να προσέχουν το σπίτι». Όσο κι αν υπάρχει μια ρητορική υπερβολή, φαίνεται πως αποδίδει εν πολλοίς την αλήθεια.

 

Γάμος

 

Οι παντρεμένες γυναίκες προορίζονταν – θα το πω για τους γερμανόφωνους – για τα τρία Κ: Kinder – Küche – Kirche (παιδιά – κουζίνα – εκκλησία). Ο γάμος αποσκοπούσε στην αναπαραγωγή, και υπήρχε επαγρύπνηση για την αγνότητα της γυναίκας και μητέρας, επειδή τα παιδιά έπρεπε να είναι νόμιμα. Εάν μια γυναίκα βιαζόταν ή ξελογιαζόταν, το θύμα από νομικής, εάν όχι και από ηθικής άποψης ήταν ο σύζυγος.

Η μοιχεία ατίμωνε το σύζυγο και πατέρα, γιατί, όπως εξηγήσαμε, υπήρχε ο κίνδυνος να μεγαλώνουν νόθα παιδιά, άρα και μελλοντικοί κληρονόμοι. Ως εκ τούτου, ο σύζυγος είχε το δικαίωμα να σκοτώσει τον μοιχό χωρίς νομικές συνέπειες, εάν συλλάμβανε το παράνομο ζευγάρι επ’ αυτοφώρω. Συνηθέστερα δίωκε δικαστικά ή ταπείνωνε σωματικά τον αντίπαλο του και έπαιρνε διαζύγιο από τη γυναίκα του που έτσι δυσφημιζόταν. Ο σύζυγος μπορούσε να μοιχεύεται. Ο έγγαμος άνδρας που συνουσιάζεται με τη γυναίκα ενός άλλου άνδρα γίνεται ένοχος απέναντί του. Αλλά δεν γίνεται ένοχος απέναντι στη γυναίκα του, γιατί αυτή δεν χάνει τίποτα με το παραστράτημά του.

Παρά τον κοινωνικό τους αποκλεισμό, οι γυναίκες είχαν ευκαιρίες να βγουν έξω από το σπίτι και να συναντήσουν τους εραστές τους, εάν είχαν αυτή την τάση. Η έμμονη ιδέα των ανδρών ήταν ότι οι γυναίκες ήταν μονίμως διψασμένες για σεξ και ότι θα έπρεπε να είναι υπό έλεγχο. Ήταν επιπόλαιες και ανεύθυνες, πάντοτε έτοιμες να υποκύψουν στον πειρασμό και δεν τις χαρακτήριζε ο αυτοέλεγχος των ανδρών.

Η παρθενία των κοριτσιών προστατευόταν με ιδιαίτερη προσοχή, και ο γάμος συχνά κανονιζόταν κατά την έναρξη της εμμήνου ρύσεως ή και πριν από αυτήν. Τέλος, θα πρέπει να πούμε ότι δεν ήταν δυνατόν να μην υπήρχαν γυναίκες που απολάμβαναν το έρωτα του συζύγου τους. Σώζονται πολλά επιτύμβια επιγράμματα που αναφέρονται με συγκίνηση στη συζυγική αγάπη. Δεν μπορούμε να θεωρήσουμε όλα τα επιγράμματα ανειλικρινή. Πχ.:

Η Χαιρεστάτη βρίσκεται θαμένη σ’ αυτό τον τάφο. Όταν ζούσε,

Ο σύζυγός της την αγαπούσε. Όταν πέθανε τη θρήνησε.

 

Εξωσυζυγικές σχέσεις

  

Στο δίλημμα: ερωτική ηδονή ή συζυγική πίστη, οι αρχαίοι Έλληνες φαίνεται ότι προτιμούσαν το πρώτο.

Τα κορίτσια, όπως είπαμε, παντρεύονταν νωρίς στην ηλικία περίπου των 14 ετών, όταν εμφανιζόταν η έμμηνος ρύση. Οι άνδρες συνήθως γύρω στα 30, έπρεπε δηλαδή να περιμένουν διπλάσιο χρόνο. Αυτό σήμαινε ότι οι νεαρές παντρεμένες γυναίκες περιστοιχίζονταν από άνδρες της ηλικίας τους που θα παρέμεναν άγαμοι για πολλά ακόμη χρόνια. Καθήκον της γυναίκας ήταν να είναι πιστή στο σύζυγό της. Για τον άνδρα δεν υπήρχε ηθικός στιγματισμός αν αναζητούσε την σεξουαλική ικανοποίηση εκτός γάμου. Θα έπρεπε μόνο να μην επιδεικνύει τις εξωσυζυγικές δραστηριότητες στη γυναίκα του. Επειδή όμως οι εξωσυζυγικές σχέσεις του με την σύζυγο ενός πολίτη μπορεί να είχαν ακραίες συνέπειες, εάν αποκαλύπτονταν, μια εύκολη καταφυγή ήταν η πορνεία.

 

Τρυφερή σκηνή ζευγαριου, πιθανότατα άνδρα και εταίρας. Αττική ερυθρόμορφη κύλικα υπογεγραμμένη από τον αγγειοπλάστη Ιέρονα και αποδιδόμενη στον αγγειογράφο Μάκρονα. 490-480 π.Χ. Παρίσι – Λούβρο.

 

Πορνεία

 

Δύο κωμαστές σε ερωτικό παιχνίδι με μια εταίρα. Ερυθόμορφος στάμνος. Περίπου 440 πΧ. Παρίσι-Λούβρο.

Η πορνεία λειτουργούσε, πολύ περισσότερο απ’ ότι σήμερα, ως ένας θεσμός ρυθμιστικός για τη διοχέτευση σεξουαλικών δυνάμεων που ζητούσαν εκτόνωση, προστατεύοντας ταυτοχρόνως την κοινωνική ευταξία, διότι κρατούσε τους ακόμη άγαμους ή τους ήδη έγγαμους μακριά από τις θυγατέρες και τις συζύγους των αστών. Γι’ αυτό η πορνεία δεν ήταν ποινικοποιημένη, αλλά την καλλιεργούσαν ως σημαντική διασκέδαση των ανδρών.

Πορνεία ασκούσαν:

  1. Οι πόρνες, οι οποίες είχαν κάποια νομική προστασία από τους νόμους και έπρεπε να πληρώνουν φόρους, είτε ως ιδιώτες είτε ως εργαζόμενες σε πορνείο.
  2. Οι παλλακίδες, οι οποίες ήταν ερωμένες και δούλες μαζί. Η παράνομη συμβίωση ήταν προφανώς ακριβότερη από τις περιστασιακές σχέσεις και αποτελούσε προνόμιο των πλουσίων.
  3. Οι εταίρες, πόρνες πολυτελείας, βρισκόταν στην ανώτερη βαθμίδα της πορνείας. Ήταν γυναίκες συνοδοί, που σε πολλές περιπτώσεις διέθεταν μόρφωση και γι’ αυτό μπορούσαν να συμμετάσχουν με αξιώσεις σε μια ανδρική παρέα. Διάσημη η Ασπασία, που είχε έλθει από τη Μίλητο.
  4. Πολύ μικρότερη φήμη είχαν οι κοπέλες που πληρώνονταν για να εξυπηρετούν τους άνδρες στα συμπόσια. Θα έπρεπε να παίζουν μουσικά όργανα και να χορεύουν, και η βραδιά θα ολοκληρωνόταν με τις σεξουαλικές υπηρεσίες τους στους άνδρες που κάθονταν στα ανάκλιντρα.

Τώρα, σε ό,τι αφορά τους τρόπους της γενετήσιας επαφής, όπως βλέπουμε στις απεικονίσεις των αγγείων και διαβάζουμε στις φιλολογικές μαρτυρίες, τα πάντα εγένοντο: συνουσία δια του κόλπου, συνουσία δια του πρωκτού, πεολειχία, αιδοιολειχία, ομαδικές συνευρέσεις.

 

Σκηνή από συμπόσιο. Κωμαστής και εταίρες σε ερωτικό παιχνίδι. Τέλος 6ου αιώνα π.χ. Βασιλικό Μουσείο Τέχνης και Ιστορίας, Βρυξέλες.

 

Έλεγχος των γεννήσεων

 

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πορνεία χρησίμευε και ως παράγοντας ελέγχου των γεννήσεων.

Άλλοι τρόποι οικογενειακού προγραμματισμού ήταν:

  • Αντισύλληψη: υπολογισμός γόνιμων ημερών (λανθασμένος), διακεκομμένη συνουσία, διάφορα ανορθολογιστικά μέσα: μάγια, φυλαχτά (Πολλοί θεωρούσαν ότι η αποτροπή της εγκυμοσύνης είναι πέρα από τον ανθρώπινο έλεγχο).
  • Έκτρωση: καθαρτικά διαφόρων ειδών, πίεση στην κοιλιακή χώρα, δυνατά άλματα, διαδρομή πάνω σε κάρο στους ανώμαλους ελληνικούς δρόμους.
  • Έκθεση των βρεφών κυρίως των κοριτσιών, λόγω προίκας (Νέα Κωμωδία) και σπανιότερα παιδοκτονία.

 

Λεσβιακός έρωτας

 

Για τη γυναικεία ομοφυλοφιλία έχουμε πολύ λίγα στοιχεία, κι αυτό εξ αιτίας της ανδροκρατικής κοινωνίας που ασχολήθηκε φιλολογικά και εικαστικά με ό,τι έκαναν κατά βάση οι άνδρες.

Είναι γνωστή βέβαια η περίπτωση της Σαπφώς στη Λέσβο. Στη Σπάρτη, το φαινόμενο πρέπει να ήταν ευρύτατα διαδεδομένο. Το γεγονός ότι οι γυναίκες συνδέονταν ερωτικά ήταν αποδεκτό ως μέρος της ζωής, αλλά σ’ αυτή τη σχέση δεν αποδιδόταν η σημασία που είχε η αντίστοιχη σχέση των ανδρών.

 

Σαπφώ, λάδι σε καμβά. Έργο του Γάλλου ζωγράφου, Ζαν Μπατίστ Ρενό (Jean-Baptiste Regnault, 1754 –1829). Nationalmuseum (Stockholm).

 

Αυτοϊκανοποίηση

 

Όλα αυτά που λέμε ισχύουν εάν κάποιος έχει ερωτικό σύντροφο. Η σεξουαλική αυτοϊκανοποίηση φαίνεται ότι ήταν η έσχατη λύση για όσους δεν είχαν σύντροφο, άνδρες και γυναίκες. Τόσο στους κωμωδιογράφους όσο και στα αγγεία έχουμε αναπαραστάσεις με άνδρες «εν δράσει». Οι μοναχικές γυναίκες, παρ’ όλο που τα στοιχεία δεν είναι πολλά, φαίνεται ότι χρησιμοποιούσαν ένα υποκατάστατο πέους, έναν τεχνητό φαλλό, τον όλισβον. Ο όλισβος φτιαχνόταν συνήθως από (φουσκωμένο) δέρμα και πριν από τη χρήση έπρεπε να αλειφτεί με λάδι.

Γυναίκες και άνδρες, όταν συμμετέχουν σε σκηνές ομαδικού σεξ και τυχαίνει να μην έχουν επαφή, εικονίζονται ορισμένες φορές να αυτοϊκανοποιούνται για παρηγοριά.

 

Εν κατακλείδι

 

Τα ερωτικά ήθη και η σεξουαλική συμπεριφορά των αρχαίων Ελλήνων, που προσπάθησα να σας εξηγήσω προηγουμένως, συμπλέκονται αναγκαστικά με την λειτουργία της ελληνικής πόλεως.

Ιδιαιτέρως το πιο ιδιόρρυθμο για μας σήμερα φαινόμενο ερωτισμού, εκείνο του παιδικού έρωτα, τροφοδοτούνταν και κέρδιζε τη ζωτικότητά του μέσα από τους δεσμούς των ελεύθερων πολιτών. Όταν από τον 4Ο  π.Χ. οι ελληνικές πόλεις αρχίζουν να φθίνουν, όταν η αθηναϊκή δημοκρατία αποτελεί παρελθόν, όταν ο Αλέξανδρος καταβροχθίζει την Ελλάδα και την Ανατολή και οι επίγονοι του εγκαθιδρύουν αχανή μοναρχικά βασίλεια, ένας άλλος κόσμος αναδύεται. Δεν θα πω καλύτερος ή χειρότερος. Δεν έχει άλλωστε νόημα. Πάντως ένας κόσμος τελείως διαφορετικός. Με τον κοσμοπολιτισμό του, την γοητεία τής «παρακμής» και τα πάθη του.

Σ’ αυτόν τον καινούργιο, ελληνιστικό κόσμο ο πολίτης γίνεται άτομο. Ο παιδικός έρωτας, ο κατ’ εξοχήν ελληνικός έρωτας, έχασε κάθε παιδαγωγική λειτουργία. Είχε κάνει τον κύκλο του. Έτσι η κοινωνική και παιδαγωγική αποστολή, που εξωράιζε ή συγχωρούσε το παρά φύσιν εξέλιπε και έμεινε μόνο το πάθος. Σ’ αυτήν την κατάσταση τον παρέλαβαν οι Ρωμαίοι, αυτόν καταδίκασε αυστηρά ο Χριστιανισμός.

 

Επίλογος

 

Ίσως σε μερικούς σημερινούς Έλληνες – όχι ίσως, είναι βέβαιο – όλα αυτά να ακούγονται ως μία απομυθοποίηση των αρχαίων Ελλήνων, γι’ αυτό και αντιδρούν κατά καιρούς.

Θα πρέπει, αν εκτιμάμε το παρελθόν μας, πρώτα-πρώτα να το γνωρίσουμε καλά, χωρίς ρητορικούς στόμφους και εθνικιστικές εξάρσεις. Θα πρέπει επίσης να καταλάβουμε ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος δεν είναι πρότυπο για μίμηση – δεν θα ήταν δυνατόν να είναι. Είναι ένας κόσμος προκλητικά ενδιαφέρων στον οποίο ο άνθρωπος των νεώτερων χρόνων βρήκε να ενυπάρχουν πολλά από τα χαρακτηριστικά του δυτικού πολιτισμού. Γι’ αυτό ακριβώς οι ξένοι, οι Δυτικοί δηλαδή, τον μελετούν και τον σπουδάζουν.

Προσπαθήσαμε να βάλουμε στα όρια μιας ομιλίας το ωραιότερο, ευγενέστερο και γλυκύτερο συναίσθημα του ανθρώπου, τον Έρωτα – όπως αυτό μαρτυρείται σε μια κοινωνία μιας εποχής. Ποιος φιλόλογος όμως, ποιος ιστορικός και ποιος αρχαιογνώστης μπορεί να μας μιλήσει για τους ανεκπλήρωτους πόθους και τις ερωτικές φαντασιώσεις των αρχαίων Ελλήνων. Κανείς! Ο Έρωτας δεν πιάνεται!

 

Επιλογή βιβλιογραφίας για το θέμα:

 

  • Borneman, H πατριαρχία, Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.) 1988. [Ογκώδες και καταιγιστικό σε πληροφορίες βιβλίο. Αναπτύσσει εξαντλητικά την επιστημονική υπόθεση περί μητριστικών κοινωνιών. Η θεώρησή του είναι μαρξιστική].
  • Brisson, Το αμφίβολο φύλο. Ανδρογυνία και ερμαφροδιτισμός στην ελληνορωμαϊκήαρχαιότητα, Αθήνα (Μ.Ι.Ε.Τ.) 2003.
  • J. Dover, Η ομοφυλοφιλία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα (εκδ. Χιωτέλλη) 1990. [Βιβλίο μεγάλης επιστημοσύνης, εξαντλεί το θέμα, με μεγάλη έμφαση στις πηγές. Πλούσια εικονογράφηση].
  • Α. Λεντάκης, Ο Έρωτας στην Αρχαία Ελλάδα, 4 τόμοι, Αθήνα (εκδ. Καστανιώτη) 1997-99.
  • Mossé, Η γυναίκα στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα (εκδ. Παπαδήμα) 42004. [Πολύ αξιόλογο βιβλίο για τη θέση της γυναίκας].
  • Περιοδικό Αρχαιολογία, τεύχος 10, Φεβρ. 1984. [Ωραίο αφιέρωμα με πλούσια εικονογράφηση από αγγεία].
  • Reinsberg, Γάμος, εταίρες και παιδεραστία στην Αρχαία Ελλάδα, Αθήνα (εκδ. Παπαδήμα) 1999. [Πολύ καλό, προσιτό, ευσύνοπτο και κατατοπιστικό εγχειρίδιο για το θέμα, με εικονογράφηση].
  • Sergent, Ομοφυλοφιλία στην ελληνική μυθολογία, Αθήνα (εκδ. Χατζηνικολή) 1985.
  • Sparkes, Ελληνικός πολιτισμός, Αθήνα (εκδ. Καρδαμίτσα) 2002, σσ. 297-313.
  • Ι. Συκουτρής, Πλάτωνος Συμπόσιον. Κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία, Αθήνα (εκδ.Εστία) 71982. [Μνημειώδης και τολμηρή έκδοση για τα ελληνικά δεδομένα της εποχής, 1η  έκδοση 1934].
  • Tannahill, Ιστορία των σεξουαλικών ηθών, Αθήνα (εκδ. Τραυλός) 1998.
  • Vanoyeke, Η πορνεία στην Ελλάδα και στη Ρώμη, Αθήνα (εκδ. Παπαδήμα) 1996.

 

Βασίλειος Π. Βερτουδάκης

Επίκουρος Καθηγητής Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας

Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών

 

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460-1688) – Γεώργιος Κ. Λιακόπουλος


 

[…] Οι πρώτες οθωμανικές επιδρομές στην Πελοπόννησο αναφέρονται το 1387-1388 υπό την αρχηγία του Γαζή Εβρενός μπέη. Το 1387 ο Θεόδωρος Α’ Παλαιολόγος (1384-1407) ζήτησε τη συνδρομή του Εβρενός εναντίον της Εταιρείας των Ναυαραίων. Γρήγορα όμως ο Οθωμανός πολέμαρχος άλλαξε στρατόπεδο και το 1395 τάχθηκε στο πλευρό του Κάρλο Τόκκο (1381-1429) εναντίον του Θεοδώρου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι Οθωμανοί πέρασαν από το αναγνωριστικό στάδιο στη γνώση της πελοποννησιακής πολιτικής κατάστασης και γεωγραφίας. Ακολούθησαν οκτώ οθωμανικές επιθέσεις: 1395, 1397, 1423, 1431, 1446, 1453, 1458 και 1460. Κάποιες από αυτές είχαν ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες στην οικονομία και τη δημογραφία της Πελοποννήσου.

Το 1397 ο σουλτάνος Βαγιαζίτ Α’ (1389-1402) έστειλε στην Πελοπόννησο τον Εβρενός μπέη και τον Γιακούμπ πασά επικεφαλής στρατεύματος εξήντα χιλιάδων ανδρών. Οι Οθωμανοί κατεδάφισαν το τείχος του Εξαμιλίου στην Κόρινθο και έπειτα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες. Ο Γιακούμπ πασάς δήωσε το Άργος και έστειλε χιλιάδες αιχμαλώτους στη Μικρά Ασία. Το δεύτερο τμήμα, υπό τις εντολές του Εβρενός, λεηλάτησε τις βυζαντινές περιοχές ως τη Μεθώνη και την Κορώνη.

Οι δυνάμεις του Θεοδώρου υπέστησαν ήττα στο Λεοντάρι. Το 1423, σε επίθεσή του, ο Του- ραχάν μπέης κατέστρεψε το τείχος του Εξαμιλίου, που είχε εν τω μεταξύ ανοικοδομηθεί το 1415 από τον Μανουήλ Β’ (1391-1425), και συνέχισε τις δηώσεις στον Μυστρά, το Λεοντάρι, το Γαρδίκι και τη Δαβία. Μετά την αποχώρησή του, οι Βυζαντινοί ηγεμόνες της Πελοποννήσου, Κωνσταντίνος με έδρα το Χλεμούτσι, Θωμάς στα Καλάβρυτα και Θεόδωρος στον Μυστρά, δεν κατάφεραν να δράσουν εν ομονοία. Το 1432 πέθανε ο τελευταίος πρίγκιπας της Αχαίας Κεντυρίων Ζαχαρίας (1404-1430) και μαζί του έδυσε και το φραγκικό πριγκιπάτο.

Μουράτ Β’, σουλτάνος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας (1421-1444, 1446-1451).

Το 1444 ο Κωνσταντίνος επισκεύασε το Εξαμίλιο και επιτέθηκε στο δουκάτο των Αθηνών που βρισκόταν υπό την προστασία των Οθωμανών. Ως συνέπεια, ο Μουράτ Β’ (1421-1444, 1446-1451) επέδραμε κατά της εξ ολοκλήρου βυζαντινής πλέον Πελοποννήσου και πήρε περισσότερους από εξήντα χιλιάδες αιχμαλώτους. Ο Κωνσταντίνος και ο Θωμάς ήταν πλέον φόρου υποτελείς στον σουλτάνο. Το 1449 ο Κωνσταντίνος αναχώρησε για την Κωνσταντινούπολη ως διάδοχος του θρόνου, καθώς ο Ιωάννης Η’ Παλαιολόγος (1425-1448) είχε αποβιώσει άτεκνος. Η Πελοπόννησος πλέον διοικείτο από τους αδελφούς του Θωμά και Δημήτριο. Συνεχίζοντας την ανταγωνιστική τους σχέση ο Δημήτριος αποτάθηκε στους Οθωμανούς ενώ ο Θωμάς στους Λατίνους. Το 1453 ο Ομέρ μπέης, γιος του Τουραχάν, εστάλη για να διευθετήσει το ζήτημα της αλβανικής εξέγερσης στην Πελοπόννησο. Μετά την επιτυχή έκβαση της εκστρατείας του, οι Αλβανοί αναγνώρισαν τους Βυζαντινούς δεσπότες και ο Θωμάς με τον Δημήτριο συμφώνησαν να αποδίδουν στον σουλτάνο φόρο 12.000 χρυσών νομισμάτων ετησίως.

Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

Επειδή όμως υστέρα από τρία χρόνια ο Μωάμεθ Β’ (1444-1446, 1451-1481) δεν είχε ακόμη λάβει τα οφειλόμενα από την Πελοπόννησο, ααποφάσισε να ηγηθεί ο ίδιος εεκστρατείας στη νότια Ελλάδα. Την 15η Μαίου 1458 στρατοπέδευσε έξω από την Κόρινθο. Μετά από πάροδο τεσσάρων μηνών ο Ματθαίος Ασάν συνθηκολόγησε και παρέδωσε την πόλη.Σύμφωνα με τη συνθήκη εεξασφαλίζονταν οι περιουσίες των Κορινθίων, τα κατακτηθέντα εδάφη (ένα τρίγωνο στη βόρεια Πελοπόννησο, περίπου το ένα τρίτο της έκτασής της) ανήκαν στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ενώ τα εναπομείναντα κάστρα ανήκαν στους Θωμά και Δημήτριο, οι όποιοι ήταν υπόχρεοι φόρου 3.000 χρυσών νομισμάτων ετησίως έκαστος. Τέλος, ο σουλτάνος ααναλάμβανε να συνδράμει τους δυο ηγεμόνες σεπερίπτωση εεξωτερικής επίθεσης.

Το 1458 ο Μωάμεθ Β’ ίδρυσε το σαντζάκι του Μόρια και διόρισε τον Ομέρ μπέη σαντζάκμπεη. Την επόμενη χρονιά ο Θωμάς δεν τήρησε τη συμφωνία και με την υποστήριξη των Αλβανών του εεπιτέθηκε κατά του Δημητρίου και των Οθωμανών στο πλευρό του δεύτερου τάχθηκαν ο Ματθαίος Ασάν και ο Ζαγανός πασάς. Κατόπιν αυτών των εξελίξεων, ο Μωάμεθ αποφάσισε το 1460 να ηγηθεί άλλης μιας εκστρατείας στην Πελοπόννησο, που αποδείχθηκε καθοριστική για την οθωμανική κατάληψη. Ακολούθησε τη διαδρομή Κόρινθος, Άργος, Μυστράς, Καστρίτσι, Γαρδίκι, Λεοντάρι, Πύλος, Χλεμούτσι, Σανταμέρι, Σαλμενίκο. Την 30η Μαΐου 1460 ο Δημήτριος παρέδωσε τον Μυστρά στους Οθωμανούς και υπό την προστασία του σουλτάνου εγκαταστάθηκε στον Αίνο της Θράκης. Ο αδελφός του Θωμάς αιτήθηκε ασύλου στη Ρώμη.

Πορτραίτο του Γενουάτη ναυάρχου Τζαν Αντρέα Ντόρια (Gian Andrea Doria), έργο του Sebastiano del Piombo, (Villa del Principe – Genoa, Italy).

Η Πελοπόννησος αποτέλεσε τμήμα των εδαφών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έκτος των Μεθώνης, Κορώνης, ’Αργους και Ναυπλίου που παρέμεναν υπό βενετικό έλεγχο. Μέσα σ’ έναν αιώνα ολοκληρώθηκε η κατάκτηση: το Άργος κυριεύτηκε το 1463, η Μεθώνη και η Κορώνη το 1500, το Ναύπλιο και η Μονεμβασία το 1540. Αυτά τα γεγονότα θα πρέπει να εεξετάζονται εντός του πλαισίου των βενετοτουρκικών πολέμων: α) 1463- 1479, β) 1499-1503, γ) 1537-1541. Η οθωμανική εξάπλωση στην ανατολική Μεσόγειο άλλαζε φυσικά τις πολιτικές και εμπορικές ισορροπίες στην Ευρώπη. Ένα γεγονός που γέννησε στους Πελοποννήσιους ελπίδες απελευθέρωσης ήταν η αποστολή της αρμάδας του Ισπανού αυτοκράτορα Καρόλου Ε’ στην Πελοπόννησο, υπό τις διαταγές του Γενουάτη ναυάρχου Τζαν Αντρέα Ντόρια [Gian Andrea Doria] το 1532-1534. Ο δυτικός στόλος κατόρθωσε να ααποσπάσει από τους Οθωμανούς τα κάστρα της Κορώνης, της Πάτρας, του Ρίου, του Αντιρρίου και της Πύλου. Μεταξύ του ελληνικού πληθυσμού φημολογείτο ότι ο Κάρολος Ε’ σκεφτόταν σοβαρά να οργανώσει εκστρατεία κατά των Οθωμανών. Πολλοί Πελοποννήσιοι έσπευσαν να συνδράμουν τους Λατίνους. Στην πραγματικότητα το κίνητρο του Ισπανού αυτοκράτορα ήταν να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις οθωμανικές επιθέσεις στη Βιέννη, να διακόψει την ακτοπλοϊκή σύνδεση Κωνσταντινούπολης- Αλγερίου και να εξασφαλίσει μόνιμες βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο. Τα ισπανικά συμφέροντα, ωστόσο, δεν συνέπιπταν με τα βενετικά. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία περισσότερο προσπαθούσε να προστατέψει τις εμπορικές της βάσεις στην ανατολική Μεσόγειο παρά να ακολουθήσει ιμπεριαλιστική πολιτική. Οι Βενετοί υπέγραψαν συνθήκη με τους Οθωμανούς και τους παρέδωσαν το Ναύπλιο και τη Μονεμβασία (1540). Αυτό σήμανε και τη λήξη της ισπανικής περιπέτειας στην Πελοπόννησο…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο: Η Πελοπόννησος κατά την πρώτη Οθωμανοκρατία (1460-1688)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Τι διάβαζε ο Κολοκοτρώνης; © Δημήτρης Δημητρόπουλος, Διευθυντής Ερευνών – Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών – Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ


 

[…] Αφηγούμενος ο Κολοκοτρώνης το 1836 στον Γεώργιο Τερτσέτη τα του προ της επαναστάσεως βίου του λέγει και τα εξής: «Εις τον καιρό της νεότητος οπού ημπορούσα να μάθω κάτι τί, σχολεία, ακαδημίαι δεν υπήρχαν μόλις ήσαν μερικά σχολεία, εις τα όποια εμάθαιναν να γράφουν και να διαβάζουν. Οι παλαιοί κοτζαμπάσηδες οπού ήσαν οι πρώτιστοι του τόπου, μόλις ήξευραν να γράφουν το όνομά τους· το μεγαλύτερο μέρος των αρχιερέων δεν ήξευρε παρά εκκλησιαστικά κατά πράξιν, κανένας όμως δεν είχε μάθησι, το ψαλτήρι, το κτωήχι, ο μηναϊος, άλλαι προφητείαι, ήσαν τα βιβλία οπού ανέγνωσα» [1].

Προσωπογραφία Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του Karl Krazeisen, 1828.

Καταρχήν λοιπόν η νεανική παιδεία στην Πελοπόννησο. Κάποιος που ανήκε σε πολύκλαδη οικογένεια, σε «μεγάλο σόι» που τα μέλη του εναλλάξ δούλευαν ως κά­ποι σε προεστούς της Πελοποννήσου ή διαβιούσαν ως ορεσίβιοι κλέφτες, λέει ότι διαβάζει: τον «Οκτώηχο», το «Ψαλτήριο» και τα «Μηναία», εκκλησιαστικά λειτουργικά βιβλία δηλαδή που σημείωναν μεγάλη κυκλοφορία και πολλαπλές εκδόσεις. Τα δύο πρώτα αποτελούσαν ταυτόχρονα και τα βασικά διδακτικά εγχειρίδια που έφερναν σε επαφή τους μαθητές με τα γράμματα [2]. Λέει ότι διάβαζε επίσης και «προφητείες», φυλλάδες δηλαδή σαν τον Αγαθάγγελο που γνώριζε μεγάλη διάδοση [3], γιατί, όπως έγραφε ο Φωτάκος στο δικό του απομνημόνευμα, «τροφή και πα­ρηγοριάν έβλεπαν εις αυτόν οι Έλληνες» [4], ή όπως προσφυώς επισημαίνει ο I. Φιλήμων: «το πλήθος τούτου [του έθνους] εχειραγωγείτο ωφελίμως από τας οπτασίας του Αγαθάγγελου πιστεύον δογματικώς την μέλλουσαν μεταβολήν της τύχης του»[5].

Τότε όμως ο Κολοκοτρώνης ήταν ακόμη νιός και κλέφτης. Όταν πάει κυνηγημένος στα Επτάνησα τα πράγματα αλλάζουν. Εντάσσεται στον αγγλικό στρατό και γνωρίζει έναν άλλο κόσμο, που του ήταν τελείως άγνωστος. Στην Ζάκυνθο επίσης, την 1η Δεκεμβρίου 1818, μυείται στη Φιλική Εταιρεία, γίνεται δηλαδή δραστήριο μέλος μιας μυστικής οργάνωσης πού οραματίζεται, σχεδιάζει και ετοιμάζει μια επανάσταση. Μεταμορφώνεται συνεπώς σε νεωτερικό επαναστάτη – με το πέρασμά του μάλιστα στην Πελοπόννησο θα λέγαμε – με μια γερή δόση αναχρονισμού – γίνεται επαγγελματίας επαναστάτης. Διηγείται λοιπόν για τα τοτινά, νέα, διαβάσματά του: «Δεν είναι παρά αφού επήγα στη Ζάκυνθο οπού εύρηκα την Ιστορία τής Ελλάδος εις την άπλο-ελληνικήν τα βιβλία οπού εδιάβαζα συχνά ήτον η ιστορία της Ελλάδος, η ιστορία του Αριστομένη και Γοργώ και η Ιστορία του Σκεντέρμπεη» [6].

Να σημειώσουμε καταρχήν το χρόνο που χρησιμοποιεί ο Κολοκοτρώνης. Τα βιβλία δεν τα «διάβασε», τα «διάβαζε συχνά». Σημαίνει αυτό άραγε τα διάβαζε τμηματικά; Τα διάβαζε κατ’ επανάληψη: Και τα δύο: Ο χρόνος πάντως που επιλέγει δεν είναι αθώος, γιατί δηλώνει την υφιστάμενη σχέση του αναγνώστη με το ανάγνωσμα.

Τι είναι όμως αυτά τα βιβλία; Η βιβλιογραφία που οραματίστηκε ο Φίλιππος Ηλιού, ο  πρώτος τόμος και ο δεύτερος τον όποιο γιορτάζουμε εδώ σήμερα, μας επιτρέπουν να τα εντοπίσουμε. Η πολύτιμη «Ανέμη» που δημιούργησε ο Αλέξης Πολίτης επιτρέπει και να τα αποκτήσουμε σε ηλεκτρονική μορφή με ένα κλικ τού ποντικιού. Ας δούμε με μια γρήγορη ματιά περί τίνος πρόκειται. Και τα τρία βι­βλία είναι μεταφράσεις:

Το πρώτο, Η ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, συντάχθηκε, όπως δηλώνεται στη σελίδα τίτλου, αρχικά στα αγγλικά, και κατόπιν μεταφράστηκε στα γερμανι­κά, από τα όποια το απέδωσε στα ελληνικά ο δάσκαλος στη Βιέννη Βασίλειος Παπαευθυμίου [7]. Τυπώθηκε στη Βιέννη το 1807, μάλιστα με δύο τραβήγματα ώστε να υπάρχουν στην εκάστοτε σελίδα τίτλου αφιερώσεις, στην Αδελφότητα των εντο­πίων Γραικών και σε εκείνην των εντοπίων Ρωμαιοβλάχων [8]. Πρόκειται για ένα σχολικό εγχειρίδιο συνταγμένο με μορφή ερωταπαντήσεων, σχετικών με τη γεω­γραφία, την ιστορία και τη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας, καθώς και ένα τμήμα γενικών ερωτήσεων περί των σύγχρονων τεχνών και επιστημών.

Το δεύτερο, το Αριστομένης και Γοργώς, είναι μυθιστόρημα του πολυγραφότατου και πολυδιαβασμένου γερμανού μυθογράφου Αύγουστου Λαφονταίν [9]. Ή δράση του τοποθετείται στην αρχαία Ελλάδα, στα χρόνια των πολέμων ανάμεσα στους Σπαρτιάτες και τους Μεσσήνιους. Εκδόθηκε σε δύο τόμους στη Μόσχα το 1820 από τον πηλιορίτη Νικόλαο Β. Γκούστη [10], σε μετάφραση από τα γερμανικά του Γεωργίου Λασσάνη [11], του κοζανίτη λόγιου, δάσκαλου και ένθερμου Φιλικού που χρησιμοποίησε το θέατρο και την πρόζα ως μέσο αφύπνισης, συνδέθηκε στε­νά με τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, αγωνίστηκε μαζί του στη Μολδοβλαχία και τον ακλούθησε στη φυλάκιση και στις άλλες περιπέτειές του, ενώ μετά τον θάνατό του ήρθε να πολεμήσει στην Ελλάδα [12].

Το τρίτο είναι η Επιτομή της Ιστορίας Γεώργιου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, που εκδόθηκε το 1812 στη Μόσχα [13]. Μεταφραστής και συγγραφέας δεν δηλώνονται, έχει υποστηριχτεί όμως βάσιμα ότι πρόκειται για συνοπτική απόδοση του έργου του γάλλου Ιησουίτη Ρ. Duponcet, Histoire de Scandaberg Roy d’Albanie, που είχε εκδοθεί στο Παρίσι, τω 1709 [14]. Στο τέλος τις έκδο­σης υπάρχει ενσωματωμένος και κατάλογος των διατελεσάντων σουλτάνων μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα, τον οποίο συνέταξε ο Ευγένιος Βούλγαρης [15].

Σύμφωνα με τα δικά του τουλάχιστον λεγόμενα, τα αναγνώσματα του Κολοκοτρώνη είναι κείμενα που λόγιοι της εποχής, δάσκαλοι κυρίως, επέλεξαν να με­ταφράσουν από το ξενόγλωσσο πρωτότυπο στα ελληνικά για εκπαιδευτικούς ή μάλλον ευρύτερα παιδευτικούς σκοπούς. Περιεχόμενό τους ο αρχαιοελληνικός κόσμος, όπως γίνεται κατανοητός από τις πιο στοιχειώδεις γνώσεις της εποχής και τη μυθοπλαστική του αφήγηση· επίσης ένας αλβανός ηγεμόνας που αντιστέκεται με ηρωισμό και επιτυχία στην οθωμανική επέλαση στα μέσα του 15ου αιώνα. Ένα ερώτημα που γεννιέται είναι: πυροδοτούν τα βιβλία αυτά την εθνική αφύπνιση; Ή ακόμη επαρκούν τα αναγνώσματα αυτά για τον εξοπλισμό ενός ανθρώπου στρατευμένου στο όραμα μιας επανάστασης; Φτάνουν για τη σκευή του επανα­στάτη; Τί είδους γνωστικά ερεθίσματα προσφέρουν; Που είναι ο Ρήγας, ο Κοραής, η Ελληνική Νομαρχία, ο Περραιβός έστω, τόσοι και τόσα άλλα; Οι άνθρωποι της πράξης σαν τον Κολοκοτρώνη, οι οπλαρχηγοί της Επανάστασης, σε ποιό βαθμό κοινωνούσαν με το έργο των λογιών, των στρατευμένων στην εθνική υπόθεση λο­γιών;

Τεκμηριωμένη απάντηση φυσικά δεν έχω να δώσω, παλαιότεροι και σύγχρονοι ιστορικοί, καλοί γνώστες της πνευματικής κίνησης στα προεπαναστατικά χρόνια έχουν εντρυφήσει σε θέματα όπως αυτά. Για τις ανάγκες της σημερινής συζήτησης μόνο, μια σκέψη. Δεν νομίζω ότι υπάρχει προδιαγεγραμμένος συντονισμός του βηματισμού των διανοουμένων με τους αποδέκτες των διανοημάτων τους· ακόμη και με τους πιο ιδανικούς αποδέκτες των μηνυμάτων τους. Οι διανοούμενοι μέσα από πνευματικές διαδικασίες – άγνωστης ταχύτητας και απροσδιόριστης αποτελεσματικότητας – διαμορφώνουν μια εν δυνάμει κατάσταση, πότε όμως και υπό ποιές προϋποθέσεις αυτή η κατάσταση είναι ικανή να γεννήσει κάτι νέο, κάτι άλλο, είναι εν πολλοίς άγνωστο. «Καιρός του σπείρειν καιρός του θερίζειν» που λέει και ο ποιητής [16], δεν υπάρχει εντούτοις ευθεία αντιστοιχία στο εκπεμπόμενο σύνθημα και την υλοποίησή του. Δεν αρκεί να φωνάξουν κάποιοι πάρτε τα όπλα, ώστε οι μάζες να σπεύσουν να ακολουθήσουν. Οι πρόσφατες εμπειρίες, στην Ελλάδα και αλλού στον κόσμο, νομίζω, το καταδεικνύουν.

Αναγκαία προϋπόθεση όμως είναι η συγκρότηση ενός μύθου, ενός μεγάλου αφηγήματος ποταμού, ο όποιος θα τροφοδοτείται από ποικίλα ποτάμια, μικρά ποταμάκια και ρυάκια που θα συγκλίνουν στην κοίτη του. Στην περίπτωση της Επανάστασης του 1821, το ποτάμι αυτό που πότισε και γονιμοποίησε τη χέρσα σκέψη νομίζω ότι ήταν η ελληνική αρχαιότητα, ο αρχαίος ελληνικός κόσμος. Η εργογραφία των λογιών, οι μεταφραστικές πρωτοβουλίες με κορυφαία του Α. Κοραή, αλλά και οι ποικίλες όψεις του φαινομένου στους θεσμούς, στην κοινωνική ζωή, στην καθημερινότητα το δείχνουν [17]. Για να ξαναγυρίσουμε όμως στον Κολοκοτρώνη, από τα τρία βιβλία που μνημονεύει, τα δύο πρώτα εντάσσονται καλά σε αυτή τη χορεία. Στο μυθιστόρημα του Λαφονταίν μάλιστα ο κλασικός κόσμος απο­τελεί το πλαίσιο για να αναδεχθεί η αγάπη για την πατρίδα που τρέφει ο νεαρός ήρωας, ως το υπέρτατο αγαθό [18]. Το τρίτο βιβλίο, με έντονο και αυτό το μυθικό στοιχείο – αφού αναπλάθει τη ζωή ενός στρατηλάτη που μάχεται με τους Τούρ­κους – ακούμπα πιο πολύ στις δικές του προσωπικές προτεραιότητες. Σε ένα από τα ανέκδοτα που του αποδίδει ο Τερτσέτης αποκαλύπτει μιά όψη του πράγματος: «Ανέγνωσα, έλεγε, τον βίον του Σκεντέρμπεη, εσυλλογούμουν τα έργα του, δεν εκλεισθεί ποτέ εις την Κρόγια» [19], αναφερόμενος στη στρατηγική επιλογή του Γε­ωργίου Καστριώτη να συγκεντρώσει τις στρατιωτικές του δυνάμεις στην οχυρή Κρούγια και να καταστήσει την πολιορκημένη πόλη στα 1466-1467, κέντρο της άμυνάς του απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα που οδηγούσε ο Μεχμέτ Β’: [20].

Ο Κολοκοτρώνης λοιπόν μορφώνει γνώμη μέσα από μύθους, διαβάζει ευχάριστα και διδακτικά κείμενα που ανήκουν σε ένα πνευματικό περιβάλλον που διαμόρφωσαν λόγιοι της εποχής του. Στον δικό του όμως κώδικα άξιων – όπως πιθανότατα και στων όμοιων του- υπάρχει ένα όριο στην ανάγνωση, γιατί η μελέτη και η γνώση δεν είναι αυτοσκοπός, είναι εργαλείο για τη δράση. Αν το πούμε σχηματικά, θα λέγαμε: δεν διαβάζουμε για να μάθουμε, μαθαίνουμε για να πολεμήσουμε.

Ο Τερτσέτης διηγείται μια μικρή ιστορία από τη Ζάκυνθο, που περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο τη σχέση αυτή και το σημείο που τίθεται το όριο: «επήγε, ο τότε Μαγιόρος Κολοκοτρώνης προς χαιρετισμόν του αξιοτίμου διδασκάλου Νικολάου Καλύβα[21], εκάθιζε και ακροάζετο την παράδοσιν. Τι είναι τούτα, λέγει με μιας, πού διδάσκεις τα παιδιά τώρα, – τούτο να τα φώτισης – και εχύθη με γελούμενον πρόσωπο να σχίση ένα Βόλφιον, ϊν φόλιο, μεγάλο βιβλίο[22], να δείξει πως φτιάνουν τα φυσέκια. Ο διδάσκαλος, διά να σώση τον Γερμανόν φιλόσοφον, έπεσε με τα στήθη του εις το in folio. Τα παιδιά εγελούσαν και εκείνα, ως είδαν πιασμένους καθηγητήν και γέρο Κολοκοτρώνην, ο ένας να φυλάξη το βιβλίον του, ο άλλος να το κάμη φυσέκια. Ο ιατρός Καλύβας ήτον θερμός εταιριστής και οι κίνδυνοι του in folio τον χειμώνα του έτους 1820»[23].

Η χρονολογία έχει τη δική της σημασία. Χειμώνας του 1820, όταν πλέον πλησιάζει το πλήρωμα του χρόνου, η προσχεδιασμένη ώρα της εξέγερσης και συνεπώς οι προτεραιότητες έχουν αλλάξει άρδην.

Άν η ανάγνωση, η παιδεία γενικότερα, αποτελούν το υπόβαθρο, υπάρχει λοιπόν και ένα άλλο δρομολόγιο που οδηγεί τον Κολοκοτρώνη στην Επανάσταση: είναι ή βιωμένη εμπειρία, τα γεγονότα και οι αλλαγές που σηματοδοτούν αυτά, στον δικό του μικρό τόπο, όπως και στη γνωστή σε αυτόν οικουμένη. Ξαναπιάνουμε την αφήγησή του εκεί που την αφήσαμε στην αρχή και κλείνουμε: «Η Γαλ­λική Επανάστασις και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου, να άνοιξη τα μάτια του κόσμου. Προτήτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενό- μιζαν ως θεούς της γης, και ό,τι και αν έκαμναν το έλεγαν: καλά καμωμένο»[24].

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Θ. Κ. Κολοκοτρώνης. Διήγησις συμβάντων της ελληνικής φυλής από τα 1770 έως τα 1836, Επιμέλεια: Τ. Γριτσόπουλος, φωτομηχ. ανατύπωση, Αθήνα 1981 (α’ έκδ. Αθήνα 1846), σ. 48-49.

[2] Φ. Ηλιού, «Το ελληνικό βιβλίο στα χρόνια της ακμής του Νεοελληνικού Διαφωτισμού», Ιστορίες του ελληνικού βιβλίου, Εκδοτική φροντίδα: Άννα Ματθαίου – Στρ. Μπουρνάζος – Πό- πη Πολέμη. Ηράκλειο 2005, σ. 59-62- του ιδίου, «Οκτωήχια και μέτρηση της βιβλιοπαραγωγής», ο.π., σ. 583-585 – Πόπη Πολέμη (επιμέλεια, με τη συνεργασία της Αναστασίας Μυλωνοπούλου και της Ειρήνης Ριζάκη), Φίλιππου Ηλιού Κατάλοιπα. Ελληνική Βιβλιογραφία τον 19ον αιώνα, τ. Β’, 1819-1832,  Αθήνα 2011, σ. κστ’-κζ’.

[3] Αλέξης Πολίτης, «Η προσγραφόμενη στο Ρήγα πρώτη έκδοση του Αγαθάγγελου», π. Ο Ερανιστής, τ. 7,1969, σ. 175-177- Μ. Hatzopoulos, «Ancientprophecies, modern predictions»: My­ths and symbols of Greek nationalism, δακτ. διδ. διατρ., University of London 2005, σ. 36-39.

[4] Φώτιος Χρυσανθόπουλος, Απομνημονεύματα περί τής Ελληνικής Έπαναστάσεως, Έκδοση: Στ. Ανδρόπουλος, τ. 1, Αθήνα 1899, σ. 35.

[5] Φιλήμων, Δοκίμιον Ιστορικόν περί της Φιλικής Εταιρίας, Ναύπλιο 1834, σ. 217.

[6] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, δ.π., σ. 48-49.

[7] Ο Βασίλειος Παπαευθυμίου συστήνεται στην σελίδα τίτλου ως: «εκ του Κωστάντζικου της Μακεδονίας» (σήμερα Αυγερινός του Βοΐου Κοζάνης). Είναι συγγραφέας διδακτικών εγχει­ριδίων (Αλφαβητάριον Απλοελληνικόν, Βιέννη 1807. Φεραυγής Γραμματική, Βιέννη 1811, Στοι­χεία της ελληνικής γλώσσης, τ. 1-3, Βιέννη 1812, Στοιχεία της ελληνικής ήτοι Ανθολογία Ποιητι­κή, Βιέννη 1813) και μεταφραστής (Σύνοψις όλων των ελευθέρων τεχνών και επιστημών. Βιέννη 1819) βλ. αντιστοίχως Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Α’, 1801-1818, Αθή­να 1997, σ. 202-203, 317, 345-346, 375-376 και Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 58-59. Μνεία του μεταξύ των λογιών της τουρκοκρατίας βλ. Ανδρέας Παπαδόπουλος – Βρετός, Νεοελληνική Φιλολογία, τ. Β’, Αθήνα 1857, σ. 315.

[8] Ιστορία συνοπτική της Ελλάδος, Διηρημένη εις τέσσαρα μέρη… Συνδεθείσα μεν αγγλιστί υπότινος Ανωνύμου εις χρήσιν των Σχολείων της Λόνδρας, μεταφρασθείσα δε επ’ αυτώ τούτω εις την Γερμανικήν, και εξ αυτής μετενεχθείσα εις την απλοελληνικήν ημών διάλεκτον παρά Βα­σιλείου Π. Ευθυμίου, Βιέννη 1807, βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Α’, δ.π., σ. 213-215.

[9] Αριστομένης και Γοργώς Πόνημα Αύγουστου Λαφονταίνου. Εκ του Γερμανικού μετα- φρασθέν παρά Γ.[εωργίου] Λ[ασσάνη]. Κ’ έκδοθέν υπό Νικολάου Β. Γκούστη του εκ Μακρηνί- τσης του Πηλείου όρους, τ. 1-2, Μόσχα 1820, βλ. Πόπη Πολέμη (έπιμ.), Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ου αιώνα, τ. Β’, δ.π., σ. 70-71.

[10] Ο Νικόλαος Β. Γκούστης (ή Γούστης) το 1820 είχε εκδώσει στη Μόσχα και άλλο ένα κεί­μενο του Γ. Λασσάνη με τον τίτλο Ελλάς, που αποτελούσε πρόλογο στην τραγωδία του Αρμό­διος και Αριστογείτων. Τον επόμενο χρόνο εξέδωσε στη Μόσχα επίσης το κείμενο: Επιτάφιος λόγος εις τον αείμνηστον Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως Γρήγοριον, που είχε εκφωνήσει ο Κωνσταντίνος Οικονόμος. Ήταν επιστάτης για τη συλλογή της συνδρομής του Λόγιου Έρμη στη Μόσχα, ενώ το Φεβρουάριο του 1821 ανακοινώνει τη σύσταση βιβλιοπωλείου στην Οδησσό που θα λειτουργεί υπό την επιστασία του Γεωργίου Γαλάτη – την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, με τη συνεργασία της ’Αννας Ματθαίου και της Ειρήνης Ριζάκη, Διά του γένους τον φωτισμόν. Αγγελίες προεπαναστατικών εντύπων (1734-1821) από τα κατάλοιπα του Φίλιππου Ηλιού, Αθήνα 2008, σ. 440,479.502.

[11] Παρότι ο μεταφραστής αναγράφεται στη σελίδα τίτλου με τα αρχικά του Γ. Λ., έχει ταυ­τιστεί με ασφάλεια με τον Γεώργιο Λασσάνη. Το όνομά του άλλωστε δημοσιεύεται και στην αναγ­γελία έκδοσης του έργου πού δημοσιεύτηκε στον Ερμή το Λόγιο, την 1 Δεκεμβρίου 1819- την αναγγελία βλ. Πόπη Πολέμη, Διά τον γένους τον φωτισμόν, ό.π., σ. 441.

[12] Για τον Γ. Λασσάνη βλ. πρόχειρα Κωνσταντίνος Βακαλόπουλος, Τρία ανέκδοτα ιστορικά δοκίμια του φιλικού Γεωργίου Λασσάνη, Θεσσαλονίκη, Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών, 1973, σ. 11-34· Βάλτερ Πούχνερ. «Εισαγωγή», στο Γεωργίου Λασσάνη, Τα Θεατρικά, Αθήνα 2002, σ. 11 κ.ε.

[13] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου του επονομασθέντος Σκεντέρμπεη, με- μεταφρασθείσα εκ του γαλλικού μετά προσθήκης του γενεαλογικού καταλόγου των Οθωμανών Σουλτάνων σνερανισθέντος παρά του σοφωτάτου Αρχιεπισκόπου Ευγενίου του Βουλγάρεως, Μόσχα 1812. βλ. Φ. Ηλιού, Ελληνική Βιβλιογραφία του 19ον αιώνα, τ. Λ’, ό.π., σ. 331-332.

[14] Βλ. σχετικά Τίτος Γιοχάλας, Ο Γεώργιος Καστριώτης – Σκεντέρμπεης στα νεοελληνικά γράμματα, Αθήνα 1994, ιδίως σ. 21-39, όπου και αναλυτική αναφορά στην προέλευση του έργου και στους πιθανούς μεταφραστές του.

[15] Επιτομή της Ιστορίας Γεωργίου του Καστριώτου, ό.π., σ. 293-348.

[16] Γιώργος Σεφέρης. Ημερολόγιο Καταστρώματος Β’, Αθήνα 1945, ποίημα «Τελευταίος Σταθμός».

[17] Ενδεικτικά από την πρόσφατη βιβλιογραφία για τη χρήση των αρχαιοελληνικών συμ­βόλων βλ. Λουκία Δρούλια, «Η θεά Αθηνά, θεότητα έμβλημα του νέου ελληνισμού», Επιστημονικό Συμπόσιο: Οι χρήσεις της αρχαιότητας από το νεότερο ελληνισμό, Αθήνα 2002, σ. 221- 240.

[18] Για την υπόθεση του έργου και την επιλογή του από τον Γ. Λασσάνη, βλ. Αριάδνη Cama- riano-Cioran, «Ο επιφανής Φιλικός Γεώργιος Λασσάνης», Επιθεώρηση Τέχνης, τχ. 21,1965, σ. 139.

[19] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π., «Ρητά του Γέρου Κολοκοτρώνη», σ. 276.

[20] Για τα γεγονότα βλ. ενδεικτικά: Fan S. Noli, Scanderbeg, Μετάφραση από τα αλβανικά: Α1. Laporta, Η. Myrto, Lecce 1993, σ. 142-148· Th. Stavrides, The Sultan of Vezirs. The life and times of the Ottoman Grand Vezir Mahmud Pasha Angelovic (1453-1474), Leiden 2001, σ. 162-164.

[21] Βιογραφικά του Ζακυνθού ιατροφιλόσοφου, δασκάλου και Φιλικού Νικολάου Καλύ­βα, βλ. Ντίνος Κονόμος, Ζακυνθινοί Φιλικοί, Αθήνα 1966. σ. 42-44.

[22] Ο Ιερώνυμος Βόλφιος (Hieronymus Wolf), γερμανός φιλόλογος και ανθρωπιστής που έζησε τον 16ο αιώνα, θεωρείται ο ιδρυτής της βυζαντινής φιλολογίας. Μετέφρασε και εξέδωσε αρχαίους ρήτορες, Ισοκράτη και Δημοσθένη· ορισμένες από τις εκδόσεις αυτές ήταν in folio, μεγάλου μεγέθους (σχήμα 2ο), σε κάποια από τις όποιες αναφέρεται και το περιστατικό που διασώζει ο Γ. Τερτσέτης. Στη βιβλιογραφία του Φ. Ηλιού (ό.π., τ. Α’), αναφέρονται τρεις ελληνικές εκδόσεις με έργα Αττικών ρητόρων (1812.48, σ. 338,1813.38 σ. 368 και 1816.47 σ. 462), στις όποιες περιλαμβάνονται μεταφρασμένα κείμενα του Η. Wolf, ως εισαγωγές σε Λόγους – τα βιβλία αυτά είναι όμως 8ου σχήματος.

[23] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, «Προλεγόμενα» Γεωργίου Τερτσέτη, σ. λγ’. Το επεισόδιο επισημαίνει ο Αλκής Αγγέλου στη μελέτη του Οι λόγιοι και ο Αγώνας, Αθήνα 1971, σ. 15-16, ως χαρακτηριστικό της μεταβαλλόμενης σχέσης που είχε τα χρόνια αυτά «η πέννα» και «το πάλα».

[24] Θ. Κολοκοτρώνης, Διήγησις, ό.π.. σ. 49.

 

Δημήτρης Δημητρόπουλος

Διευθυντής Ερευνών

Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών

Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών/ΕΙΕ

«Τα Ιστορικά», τόμος 29ος, τεύχος 56, Ιούνιος, 2012.

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία του συγγραφέως.

 

Read Full Post »

Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια


 

 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα επίκαιρο άρθρο του Φιλόλογου – Συγγραφέα, Αλέξη Τότσικα με θέμα:

«Επιφάνια, «Πλυντήρια» και Θεοφάνεια».

 

Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές της Χριστιανοσύνης γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 6 Ιανουαρίου σε ανάμνηση της βάπτισης του Ιησού Χριστού στον Ιορδάνη ποταμό από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο (ή Βαπτιστή). Είναι η τρίτη και τελευταία εορτή του Δωδεκαημέρου, που ξεκινά με τα Χριστούγεννα, συνεχίζεται με την πρωτοχρονιά, εορτή του αγίου Βασιλείου και ολοκληρώνεται με το «τριήμερο των Φώτων», που περιλαμβάνει την παραμονή των Θεοφανίων (5 Ιανουαρίου), την ημέρα των Θεοφανίων (6 Ιανουαρίου) και τη γιορτή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου (7 Ιανουαρίου). Στο  τριήμερο αυτό στην εκκλησία μας γίνονται διάφορες τελετές, που δημιουργούν ένα εορταστικό κλίμα σε συνδυασμό με τα έθιμα του λαού μας.

Σύμφωνα με τις γραφές ο Ιησούς βαπτίστηκε όταν έγινε 30 ετών στον Ιορδάνη Ποταμό από τον Ιωάννη τον Πρόδρομο, που ήταν έξι μήνες μεγαλύτερός του και ασκήτευε στην έρημο. Τη στιγμή της βάπτισης του Ιησού κατέβηκε από τον ουρανό το Άγιο Πνεύμα με τη μορφή περιστεράς και ακούσθηκε φωνή από τον ουρανό που έλεγε: «Ούτος εστί ο Υιός του Θεού ο αγαπητός, δια του οποίου ευδόκησε ο Θεός να σώσει τους αμαρτωλούς». Από τη φωνή του Θεού που ακούστηκε στη γη και επιβεβαίωσε τη φανέρωση των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδας, την τριαδική θεότητα, (η φωνή του Θεού, το Πνεύμα εν είδη περιστεράς και ο βαπτιζόμενος Υιός του Θεού) προήλθε το όνομα των Θεοφανίων. Είναι η πρώτη και μοναδική εμφάνιση της Αγίας Τριάδας στη γη και την έχουν καταγράψει οι τρεις από τους τέσσερις Ευαγγελιστές, ο Μάρκος, ο Ματθαίος και ο Λουκάς. (Ματθαίος Γ’:13-17 – Μάρκος Α’:9-11, και  Λουκάς Γ΄:21,22).

 

Η βάπτιση του Ιησού Χριστού.

 

Ο εορτασμός των Θεοφανίων ξεκίνησε νωρίς στη πρώτη εκκλησία των Χριστιανών, δεν είναι βέβαιο όμως πότε καθιερώθηκε. Τα πρώτα Χριστιανικά χρόνια γινόταν μαζί με τα Χριστούγεννα και οι δύο γιορτές συμβόλιζαν τη γέννηση και την αναγέννηση του ανθρώπου. Ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς αναφέρει ότι από τις αρχές του Β΄ αιώνα κάποιοι αιρετικοί, οι περί τον Βασιλείδη γνωστικοί, γιόρταζαν τη βάπτιση του Ιησού «προδιανυκτερεύοντες» στις 6 Ιανουαρίου ή στις 10 Ιανουαρίου (Στρωματείς, βιβλ. α΄).  Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος περιγράφει την εορτή ως αρχαία πανήγυρη στην Αντιόχεια και υποστηρίζει ότι από εκεί την παρέλαβαν οι Γνωστικοί.

Κατά τις Αποστολικές Διαταγές (η΄ 38) η εορτή των Επιφανείων «ήγετο δια το εν αυτή ανάδειξιν γεγενήσθαι της του Χριστού θεότητος». Ο ξεχωριστός εορτασμός των Θεοφανίων και των Χριστουγέννων καθιερώθηκε το 335 μ.Χ. από τον αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόστομο. Τον τέταρτο αιώνα η εορτή των Θεοφανίων γιορτάζεται πλέον με λαμπρότητα σε όλη την εκκλησία ως εορτή του φωτισμού της ανθρωπότητας. Τα Θεοφάνια όμως λέγονται και Επιφάνια ή Φώτα (εορτή των Φώτων), καθώς ο Χριστός ήλθε για να φωτίσει τον κόσμο, όπως λέει στο τέλος το απολυτίκιο της εορτής (Ὁ ἐπιφανεὶς Χριστὲ ὁ Θεὸς καὶ τὸν κόσμον φωτίσας, δόξα σοι).

 

Η επιφάνεια των αρχαίων

 

Η εορτή των Θεοφανείων περικλείει εκδηλώσεις που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. H χρήση της λέξης Επιφάνεια καθιερώθηκε τον 4ο αιώνα π.Χ. αλλά η πίστη στην εμφάνιση του Θείου στους ανθρώπους με σκοπό να τους βοηθήσει ή να τους νουθετήσει ανάγεται στη νεολιθική περίοδο. Το πρώτο παράδειγμα Επιφάνειας απαντάται στη μινωική Κρήτη και απεικονίζεται στο ολόχρυσο «δακτυλίδι του Μίνωα», που βρέθηκε το 1928 σε αγρό κοντά στο βασιλικό τάφο-ιερό της Κνωσού, στο λόφο Γυψάδες, θεωρείται ένα από τα καλύτερα δείγματα της κρητομυκηναϊκής σφραγιδικής του 15ου π.Χ. και κοσμεί σήμερα το Αρχαιολογικό Μουσείο του Ηρακλείου. Αποτελεί το μεγαλύτερο σφραγιστικό δακτυλίδι που βρέθηκε ποτέ με βάρος 32 γραμμάρια από ατόφιο χρυσάφι και θέμα του είναι τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Το δακτυλίδι του «Μίνωα» με θέμα τα μινωικά Θεοφάνεια.

 

Ο καλλιτέχνης – δημιουργός του εμφανίζει τη μινωική Μητέρα – Θεά να έρχεται από τη θάλασσα πάνω σε καράβι, σύμβολο της θαλασσοκρατορίας των μινωιτών, που έχει τη μορφή ιππόκαμπου. Στη σύνθεση ξεχωρίζουν και δύο δένδρα, ένα στοιχείο δενδρολατρείας, εξέλιξη του οποίου αποτελεί, πιθανότατα, και το Χριστουγεννιάτικο δένδρο. Το ένα δένδρο είναι πάνω αριστερά και το τραβάει προς τα κάτω μια γυναικεία μορφή και το άλλο πάνω σε βωμό στο κέντρο και το τραβάει μια ανδρική μορφή. Στο δεξί άκρο της εικόνας μια μορφή κάθεται πάνω σε μια κατασκευή και μπροστά της μια γυναικεία μορφή μικρού μεγέθους φαίνεται να κατεβαίνει από τον ουρανό.

Στο μυκηναϊκό πολιτισμό μια αντίστοιχη τελετουργική σκηνή σώθηκε στο περίφημο χρυσό δακτυλίδι της Τίρυνθας, ένα αριστούργημα της μυκηναϊκής σφραγιδογλυφίας, που ανακαλύφθηκε βορειοανατολικά της μυκηναϊκής ακρόπολης της Τίρυνθας το 1915. Φέρει έγγλυφη παράσταση και ανάγλυφη διακόσμηση σε τρεις σειρές. Στο αριστερό άκρο εμφανίζεται μια  γυναικεία θεότητα με μακρύ ιερατικό ένδυμα και κάλυμμα στο κεφάλι, που κάθεται σε θρόνο, ακουμπάει σε υποπόδιο και με το δεξί της χέρι υψώνει ένα κωνικό κύπελλο προς τέσσερις λεοντοκέφαλους δαίμονες, που κατευθύνονται σ’ αυτήν ο ένας πίσω από τον άλλο κρατώντας σπονδικές πρόχους. Γύρω από τη γυναικεία μορφή απεικονίζονται διάφορα στοιχεία που τονίζουν το θρησκευτικό χαρακτήρα της παράστασης: πίσω της ένα πουλί, πιθανότατα αετός, μπροστά της κιονίσκος με θυμιατήριο και ψηλά, επάνω από τις μορφές, ο ουρανός με τον τροχό του ήλιου και τη σελήνη.

 

Σφραγιστικό δακτυλίδι από το «θησαυρό της Τίρυνθας».

 

Θέμα  πολλών αμφορέων και κυλίκων είναι n εμφάνιση της Δήμητρας, θέας της γεωργίας, στον Τριπτόλεμο, τον ηγεμόνα της Ελευσίνας, στον οποίο δίνει τους σπόρους και του αποκαλύπτει τα μυστικό της καλλιέργειας της γης ως δώρο για τη φιλοξενία που της προσέφερε ο πατέρας του, όταν n θεά αναζητούσε την Περσεφόνη. Σ’ ένα μαρμάρινο ανάγλυφο, που ανακαλύφθηκε στην Ελευσίνα το 1859 και εκτίθεται στο εθνικό αρχαιολογικό μουσείο της Αθήνας, παρουσιάζονται τρεις μορφές, δύο γυναίκες και ένας έφηβος. Στα αριστερά η θεά Δήμητρα, στα δεξιά η κόρη της Περσεφόνη και στη μέση ο νεαρός Τριπτόλεμος, που παραλαμβάνει τα στάχυα, για να διαδώσει στους ανθρώπους την καλλιέργεια του σίτου.

 

Οι θεές της Ελευσίνας Δήμητρα και Περσεφόνη εικονίζονται σε μυστηριακή τελετή. Η Δήμητρα αριστερά παραδίδει στον νέο Τριπτόλεμο στάχυα για να διαδώσει την καλλιέργειά τους στον κόσμο. Δεξιά η Περσεφόνη. Ανάγλυφο. Γύρω στα 440 – 430 π. Χ. Αθήνα, Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

 

Στα μεταγενέστερα χρόνια οι θεοί εμφανίζονται στους ήρωες και στους ανθρώπους συνήθως με τη μορφή ανθρώπου χωρίς να γίνεται αντιληπτή η θεϊκή τους ιδιότητα (ενανθρώπιση), όπως η θεά  Ίρις που με τη μορφή της θνητής Λαοδίκης ειδοποιεί την Ελένη ότι ο Πάρης και ο Μενέλαος θα μονομαχήσουν (Ιλιάδα Γ  στιχ. 121-140).  Κάποιες φορές όμως η εμφάνιση των θεών γίνεται με τη θεϊκή τους ιδιότητα, οπότε μιλάμε για επιφάνεια των θεών, όπως η εμφάνιση της θεάς Αθηνάς στον Αχιλλέα, για να του προτείνει να συμφιλιωθεί με τον Αγαμέμνονα:

«Κατέβηκα απ’ τον ουρανό να παύσω την οργή σου,

εάν μ’ ακούσεις. Μ’ έστειλε η λευκοχέρα Ήρα,

που ολόψυχα σας αγαπά παρόμοια και τους δύο.

(Ιλιάδα, Α 207-209)

Συγκλονιστική είναι η επιφάνεια στο Ω της Ιλιάδας, όταν ο Δίας στέλνει την Ίριδα στον Πρίαμο με το μήνυμα να πάει στον Αχιλλέα και να ζητήσει το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Πετάξου από τον Όλυμπο, ανεμοπόδαρη Ίρις,

μέσα στο Ίλιο να πεις του σεβαστού Πριάμου

να κατεβεί στις πρύμνες του με δώρα στον Πηλείδη,

να τον πραΰνει, το ακριβό παιδί του να του δώσσει».

(Ιλιάδα, Ω 144-147)

Αργότερα στέλνει και τον  Ερμή να οδηγήσει τον γέρο Πρίαμο στην σκηνή του Αχιλλέα στο στρατόπεδο των Αχαιών, για να ζητήσει γονυπετής το νεκρό γιο του Έκτορα.

«Ερμή, που τόσο αγαπάς τη συντροφιά του ανθρώπου
όσο κανείς άλλος θεός και ακούεις όποιον θέλεις,
κατέβα και τον Πρίαμο στων Αχαιών τα πλοία
οδήγα τον να μην τον ιδεί κανείς ή τον νοήσει
από τους άλλους Δαναούς, πριν φθάσει στον Πηλείδη».

(Ιλιάδα, Ω 334-338)

Φαίνεται ότι οι ρίζες των εορτών των Χριστουγέννων και των Θεοφανείων χάνονται βαθιά μέσα στο χρόνο και αποτελούν εξέλιξη πανάρχαιων εορτών σε μία εποχή του χρόνου που αρχίζει να φαίνεται η καιρική αλλαγή με το μεγάλωμα της ημέρας. Σκοπός όλων των θρησκευτικών τελετών είναι η δημόσια ευχαριστία του θεού με προσφορές και η επίκληση της βοήθειάς του, για να διατηρηθεί η ευημερία της κοινότητας. Έτσι εξηγούνται οι χριστιανικές ικεσίες και οι πολυάριθμες θρησκευτικές παραστάσεις, όπου θεοί με ανθρώπινες μορφές δέχονται δώρα από λατρευτές.

 

Ο αγιασμός των υδάτων

 

Το τριήμερο των Θεοφανείων ξεκινά με τον εκκλησιασμό των χριστιανών το πρωί της παραμονής των Θεοφανείων (5 Ιανουαρίου). Στις  εκκλησίες ψάλλεται η ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών» και κατόπιν γίνεται σε δύο φάσεις ο «αγιασμός των υδάτων» κατά μίμηση της βάπτισης του Θεανθρώπου. Στην Ελλάδα ο πρώτος αγιασμός γίνεται την παραμονή των Θεοφανίων στις 5 Ιανουαρίου και λέγεται «μικρός Αγιασμός» ή «Πρωτάγιαση» ή «Φώτιση. Οι πιστοί θα πάρουν αγιασμό και το αντίδωρο στην εκκλησία και θα γυρίσουν στα σπίτια τους. Εκεί οι νοικοκυρές θα ετοιμάσουν το νηστίσιμο φαγητό για το μεσημέρι, ενώ τα παιδιά θα ξεχυθούν στα σπίτια, για να ψάλουν τα κάλαντα των Θεοφανείων.

Μετά τη πρωτάγιαση ο ιερέας με το βοηθό του γυρίζει όλα τα σπίτια και τα καταστήματα της  ενορίας με το Σταυρό και ένα κλωνί βασιλικό και «αγιάζει» ή «φωτίζει» (ραντίζει) τους χώρους των σπιτιών, για να φύγει μακριά κάθε κακό. Ο αγιασμός βρίσκεται μέσα σ’ ένα χάλκινο συνήθως δοχείο, που κουβαλάει ο βοηθός του ιερέα. Σε αυτό βρέχει ο ιερέας την «αγιαστούρα» του και ραντίζει όλους τους χώρους του σπιτιού ή του καταστήματος. Μόλις ο ιερέας τελειώσει τον αγιασμό του σπιτιού, ο νοικοκύρης δίνει συνήθως χρήματα στο βοηθό του. Παλιά τα χρήματα αυτά ήταν μεταλλικά κέρματα, τα οποία έριχνε ο νοικοκύρης μέσα στο σκεύος με τον αγιασμό, ώστε να αγιασθούν ακόμα και τα λεφτά, όπως έλεγαν.

Οι λαϊκές δοξασίες συνδέουν τον φωτισμό των σπιτιών και με την εξαφάνιση των καλικάντζαρων, τους οποίους φαντάζονταν με την έλευση του ιερέα να φεύγουν περίτρομοι κραυγάζοντας: «Φύγετε να φύγουμε κι έφτασε ο τρελόπαπας με την αγιαστούρα του και με τη βρεχτούρα του!» και να χώνονται στα έγκατα της γης  μέσα στις τρύπες από τις οποίες είχαν βγει δώδεκα ημέρες πριν. Οι γνωστοί σε όλους μας  καλικάντζαροι, τα αερικά, τα ξωτικά, τα παγανά, τα φοβερά δαιμόνια, που επιβουλεύονται το μέλλον του κόσμου και κάθε χρόνο προσπαθούν να πριονίσουν το δένδρο της ζωής, εγκαταλείπουν τις εγκόσμιες αταξίες τους και ξαναγυρίζουν στο αιώνιο «μαράζι» τους να κόβουν το δέντρο που κρατάει τον κόσμο, για να εκδικηθούν τους ανθρώπους. Οι  μοχθηροί, επίβουλοι, ασχημομούρηδες και βρωμεροί καλικάντζαροι επιβίωσαν στη λαϊκή παράδοση ως δαίμονες του Δωδεκαημέρου και είναι κληρονομιά των προϊστορικών δαιμόνων που απεικονίζονται στους μινωικούς και μυκηναϊκούς σφραγιδόλιθους.

 Μετά τον αγιασμό των χώρων του σπιτιού έρχεται η ώρα να μαζευτεί η στάχτη από τη φωτιά που έκαιγε στο τζάκι το «Δωδεκαήμερο», η φωτιά δηλαδή που ξεκίνησε με το «Χριστόξυλο». Μαζεύουν το βράδυ τη στάχτη από την παραστιά και το πρωί, πριν πάνε στην εκκλησία, τη ρίχνουν γύρω από το σπίτι και στις τέσσερις γωνίες του σπιτιού, στους στάβλους και στα χωράφια, επειδή  πιστεύουν ότι η στάχτη του Δωδεκαημέρου έχει αποτρεπτική δύναμη και προφυλάσσει το σπίτι από τα κακά. Πολλοί γεωργοί φυλάνε τη στάχτη και την ανακατεύουν με το σπόρο, για να έχουν καλή σπορά. Τα έθιμα της ημέρας τελειώνουν αργά το βράδυ όπου πιστεύεται ότι ανοίγουν οι ουρανοί τα μεσάνυχτα. Την ώρα εκείνη, λέει η παράδοση, όποιος ευχηθεί κάτι με όλη του την καρδιά, αυτό θα πραγματοποιηθεί. Αφού κάνουν και την ευχή τους, έρχεται η ώρα να πέσουν για ύπνο, γιατί ξημερώνουν τα Άγια Θεοφάνεια και πρωί – πρωί θα πάνε στην εκκλησία.

Ο μεγάλος αγιασμός γίνεται ανήμερα των Θεοφανίων στις 6 Ιανουαρίου. Στις πόλεις και στα χωριά, όπου δεν υπάρχει θάλασσα, ποτάμι, λίμνη ή κατάλληλη δεξαμενή, η κατάδυση και ο αγιασμός γίνεται στην εκκλησία μέσα σ’ ένα μεγάλο χάλκινο σκεύος γεμάτο νερό, ένα είδος κολυμβήθρας, τοποθετημένο πάνω σε ειδική στολισμένη εξέδρα. Ο  παπάς ψάλλει την ακολουθία των «Μεγάλων Ωρών», όπως και την προηγουμένη, και ρίχνει το Σταυρό στο νερό, για να γίνει ο «Αγιασμός των Υδάτων». Οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα και ο ιερέας ρίχνοντας τον σταυρό στο νερό ψάλλει το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου, Κύριε», ενώ λευκά περιστέρια ελευθερώνονται και πετούν στον ουρανό. Όσοι βρίσκονται στην εκκλησία θα πάρουν απαραιτήτως αγιασμό και θα πιούν μερικές γουλιές. Πολλοί μάλιστα πίνουν το μεγάλο Αγιασμό νηστικοί, πριν πάρουν και αντίδωρο, έθιμο που φανερώνει την πίστη το λαού στην αγιαστική δύναμη του αγιασμού. Όσοι παρέμειναν στο σπίτι πίνουν αγιασμό μόλις γυρίσει από την εκκλησία κάποιος δικός τους με τον αγιασμό. Όλοι οι πιστοί πίνουν συμβολικά και με ευλάβεια τρεις γουλιές από τον αγιασμό και ραντίζουν μ’ αυτόν τα σπίτια, τα εικονίσματα, τα δέντρα, τα χωράφια και τα ζώα τους.

Το νερό ως μέσο καθαρμού και εξαγνισμού απαντάται στη λατρευτική ζωή πολλών Θρησκειών και η τελετουργία των υδάτων με τους αρχέγονους συμβολισμούς της αποτελούσε βασικό μέσο κάθαρσης. Το  νερό άλλωστε θεωρείται συστατικό στοιχείο της δημιουργίας του κόσμου από πολλούς φιλοσόφους στην αρχαία Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Θαλή η φυσική αρχή και αιτία των όντων είναι το ύδωρ (παν συνίσταται εξ ύδατος) και όλα τα φυσικά όντα αποτελούν μετατροπές του αρχέγονου αυτού στοιχείου με πύκνωση ή αραίωση. Το ύδωρ διαστελλόμενο με την εξάτμιση δημιουργεί τον αέρα, ενώ με τη συστολή και τη συμπύκνωσή του παράγει τη γη, πράγμα που επιβεβαιώνεται, όπως λέει, με την εμφάνιση των προσχώσεων στους ποταμούς. Η  διδασκαλία του Εμπεδοκλή ανάγει την γέννηση του κόσμου και τις κοσμικές μεταβολές σε τέσσερα «ριζώματα», δηλαδή τη γη, το νερό, τη φωτιά και τον αέρα. Ο Πλάτωνας στον διάλογο «Τίμαιος» αναφέρει ότι ο δημιουργός έπλασε το σύμπαν από την ολότητα τεσσάρων στοιχείων, από τη φωτιά, το νερό, τον αέρα και τη γη, «τῶν δὲ δὴ τεττάρων ἓν ὅλον ἕκαστον εἴληφεν ἡ τοῦ κόσμου σύστασις. ἐκ γὰρ πυρὸς παντὸς ὕδατός τε καὶ ἀέρος καὶ γῆς συνέστησεν αὐτὸν ὁ συνιστάς » (Πλάτων, Τίμαιος 32 c 5-7).

Ο αγιασμός στη χώρα μας έχει την έννοια του καθαρμού, του εξαγνισμού των ανθρώπων, και την απαλλαγή τους από την επήρεια των δαιμονίων. Η έννοια αυτή δεν είναι αυστηρά χριστιανική και έχει ρίζες στην αρχαία λατρεία. Στην αρχαιότητα το νερό αξιοποιήθηκε ως μέσο καθαρμού και μύησης στα διάφορα μυστήρια και συνδέθηκε με τις τρεις σημαντικές στιγμές στη ζωή του ανθρώπου: τη γέννηση, το γάμο και το θάνατο. Στην Ιλιάδα κύρια θέση κατέχουν οι αναφορές στο λουτρό των νεκρών και τον καθαρμό των πολεμιστών, πριν από διάφορες τελετουργικές ή λατρευτικές πράξεις. O καθαρμός κατά τη γέννηση αποτελούσε αναπαράσταση του μύθου, ότι μόλις γεννήθηκε ο Δίας τον έλουσαν στον ποταμό Γορτύνιο, ο οποίος μετονομάσθηκε σε Λούσιο. Το λουτρό αυτό του νεογέννητου ανθρώπου συνιστά και τον πρώτο θρησκευτικό καθαρμό του. Και εδώ οι ομοιότητες με τη χριστιανική βάπτιση, κατά τη διάρκεια της οποίας δίδεται n άφεση του προπατορικού αμαρτήματος, είναι εμφανείς.

 

Οι «βουτηχτάδες» των Φώτων

 

Σε πολλές περιοχές η κατάδυση του Σταυρού γίνεται στη Θάλασσα, σε γειτονικό ποταμό ή λίμνη και στην ανάγκη σε κάποια δεξαμενή (όπως στην Αθήνα). Ο Ιερέας και οι πιστοί βγαίνουν από το ναό και κατευθύνονται στη θάλασσα, σε κάποιο λιμάνι ή ποτάμι, όπου θα γίνει η «κατάδυση του Σταυρού». Μεγάλη πομπή σχηματίζεται με τα εξαπτέρυγα μπροστά, πίσω τους παπάδες με τα καλά τους άμφια, ύστερα τις αρχές κάθε περιοχής και παραπίσω το πλήθος. Στις πόλεις η πομπή γίνεται πιο πλούσια με μουσική μπάντα και στρατιωτική παράταξη. Ο πληθυσμός των παραλιακών πόλεων κατεβαίνει στη θάλασσα για να παρακολουθήσει την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού. Με τους τελευταίους τόνους του τροπαρίου «εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου, Κύριε» ο σταυρός υψώνεται στον αέρα από τον ιερέα, διαγράφει μία καμπύλη και βυθίζεται στα νερά, ενώ ο τόπος σείεται από τους αλαλαγμούς του συγκεντρωμένου πλήθους και οι καμπάνες χτυπούν χαρμόσυνα μαζί με τις σειρήνες των πλοίων στη θάλασσα. Όταν ακούγεται «και το Πνεύμα εν είδει περιστεράς», λευκά περιστέρια αφήνονται και πετούν πάνω από τη θάλασσα και τον οικισμό.

 

Αγιασμός. Φωτογραφία Κοσμάς Καραγιάννης, ΙΜΒΗΚ.

 

Η ανέλκυση (το «πιάσιμο»)  του Σταυρού γίνεται από κολυμβητές, τους λεγόμενους «βουτηχτάδες». Νεαροί, κυρίως, άνδρες γυμνοί, οι «βουτηχτάδες», βουτάνε στα παγωμένα χειμωνιάτικα νερά και αγωνίζονται να πιάσουν το Σταυρό. Τα παλληκάρια ορμούν προς το σημείο της κατάδυσης του Σταυρού και ακολουθεί σκληρός αγώνας μεταξύ τους. Ο σταυρός κάποιες φορές αλλάζει διαδοχικά χέρια, μέχρι που ο πιο δυνατός ή ο πιο επιτήδειος κατορθώσει να διαφύγει από τον κλοιό των υπολοίπων και να φτάσει στην παραλία, όπου με τις ευχές και τους επαίνους του κόσμου παραδίδει το ιερό έπαθλο στον ιερέα, αφού φιλήσει πρώτα ευλαβικά το σταυρό και το χέρι του παπά. Ο νικητής του αγώνα είναι ο άξιος και ο δακτυλοδεικτούμενος της ημέρας, δέχεται τις τιμές και τις ευχές των συντοπιτών του, είναι το καμάρι των κοριτσιών και έχει το δικαίωμα να συνοδεύσει τους ιερείς στην περιφορά του Σταυρού στα σπίτια για το καθιερωμένο προσκύνημα.

Το έθιμο αυτό ονομάζεται «πιάσιμο του σταυρού» και όποιος βρει και πιάσει το σταυρό θεωρείται τυχερός και ευλογημένος. Όσοι πέφτουν στο ποτάμι για το έθιμο, το θεωρούν μεγάλη τιμή και νιώθουν μεγάλη ικανοποίηση να ανασύρουν το Σταυρό, να τον προσκυνήσουν και να τον παραδώσουν στον παπά. Είναι μεγάλη ευλογία να πιάσει κάποιος το σταυρό και τα παλιότερα χρόνια αυτός που τον έβρισκε είχε το δικαίωμα να τον περιφέρει στα σπίτια της ενορίας και να δεχθεί φιλοδωρήματα, που τα κρατούσε για τον εαυτό του ή τα έδινε στους φτωχούς. Σε κάποια μέρη της Ελλάδας ο νέος που θα πιάσει τον σταυρό, τον κρατάει στο σπίτι του για ευλογία όλο το χρόνο και τον επιστρέφει την παραμονή των Θεοφανίων στην εκκλησία. Μετά την ανέλκυση του σταυρού η πομπή με την ίδια επιβλητική σύνθεση επιστρέφει στην εκκλησία μαζί με το νικητή, που έχει αποκτήσει φήμη ήρωα για ένα έτος, ώσπου να τον επισκιάσει κάποιος άλλος την επόμενη χρονιά.

Παρόμοιες τελετές γίνονται σε όλους τους νομούς και τις ενορίες της χώρας, αλλά η καρδιά των εορταστικών εκδηλώσεων των Θεοφανίων χτυπά στον Πειραιά. Η επίσημη κατάδυση του σταυρού στην πρωτεύουσα ορίστηκε από το 1900 να γίνεται στον Πειραιά απέναντι από την παλαιά βασιλική της αποβάθρας ή του παλιού Δημαρχείου. Αργότερα  αποφασίσθηκε η κατάδυση να γίνεται στη θάλασσα μπροστά από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα. Λίγο πριν τον Β΄  Παγκόσμιο Πόλεμο, μετά από μια θανατηφόρα συμπλοκή  μεταξύ κολυμβητών για το ποιος θα πιάσει και θα ανασύρει το Σταυρό, απαγορεύτηκε η ανέλκυση του από βουτηχτές. Για αυτό μέχρι σήμερα ρίχνεται στη θάλασσα δεμένος με μια κορδέλα και στη συνέχεια ανασύρεται από τον Επίσκοπο. Το έθιμο της ανάδυσης του Σταυρού από βουτηχτάδες καταργήθηκε και σε πολλά παραθαλάσσια μέρη τα τελευταία χρόνια, γιατί πολλοί κληρικοί ρίχνουν το Σταυρό στα νερά δεμένο με μια κορδέλα και τον ανασύρουν οι ίδιοι. Η κατάδυση του Σταυρού δίνει, κατά τη λαϊκή πίστη, στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες.

 

Η εορτή των «πλυντηρίων» στην αρχαία Αθήνα

 

Η εορτή των Θεοφανίων περικλείει πολλές εκδηλώσεις, που αποτελούν διαιώνιση αρχαίων ελληνικών εθίμων. Πολλοί λαογράφοι υποστηρίζουν ότι η τελετή του αγιασμού των υδάτων στη θάλασσα την ημέρα των Θεοφανίων έχει τις ρίζες της στην εορτή των «Πλυντηρίων», που γινόταν μία φορά το χρόνο στην αρχαία Αθήνα προς τιμήν της θεάς Αθηνάς και είχε καθαρτήριο χαρακτήρα. Οι αρχαίοι Αθηναίοι στην εορτή των «Πλυντηρίων» μετέφεραν «εν πομπή» στην ακτή του Φαλήρου το άγαλμα της Αθηνάς και το έπλεναν με θαλασσινό νερό για να το καθαρίσουν από τον «προσιζάνοντα ρύπον» των κακών πράξεων των ανθρώπων και να ανανεωθούν οι ιερές δυνάμεις του.

Οι τελετές αυτές  γίνονταν, κατά τους αρχαίους συγγραφείς και τις επιγραφές, ως εξής: Αρχικά καθάριζαν και εξάγνιζαν το ναό της Παλλάδος  Αθηνάς στην Ακρόπολη. Στο  χρονικό αυτό διάστημα το Ιερό δένονταν με σχοινιά (μία πρακτική που τηρείται ακόμα και σήμερα σε Χριστιανικούς ναούς). Οι ιέρειες του ναού που ήταν επιφορτισμένες  με τον καθαρισμό ήταν παρθένες και ονομάζονταν «λουτρίδες» ή «πλυντρίδες». Μία ακόμη ιέρεια, η οποία λεγόταν  «κατανίπτης», ήταν ειδικά επιφορτισμένη να επιμελείται του αγάλματος της θεάς. Η προπαρασκευαστική αυτή εργασία αποτελούσε την εορτή των Καλλυντηρίων.

Έπειτα άρχιζε η μεγάλη ήμερα των Πλυντηρίων. Σε αυτή κύριο ρόλο είχαν οι λεγόμενες «Πραξιεργίδες», ιέρειες  που ήταν  υπεύθυνες  να ετοιμάζουν το άγαλμα για το λουτρό. Έβγαζαν από το ξόανο τα ενδύματα και τα κοσμήματα, το κάλυπταν με  πέπλα και άρχιζε η πομπή με την εποπτεία των «νομοφυλάκων». Το άγαλμα της θεάς  μεταφερόταν επισήμως στον όρμο του Φαλήρου, βαπτίζονταν μέσα στη θάλασσα και παρέμενε εκεί όλη την ημέρα. Η ημέρα αυτή θεωρείτο στην Αθήνα ως αποφράδα,  γιατί η πόλη κατά το χρονικό αυτό διάστημα στερούνταν την προστασία της πολιούχου θεάς. Για αυτό  έπαυε κάθε  εργασία και ήταν επιβεβλημένη και επίσημη αργία. Το βράδυ το άγαλμα της Θεάς  επανέρχονταν στην Αθήνα συνοδευόμενο από τις  «Πραξιεργίδες» και εφήβους που κρατούσαν δάδες αναμμένες.  Στόλιζαν το άγαλμα όπως πριν και καθαρισμένο μετά το λουτρό το τοποθετούσαν και πάλι επισήμως στο ναό.

Οι τελετές αυτές γίνονταν το μήνα Θαργηλιώνα (Μάιο), είναι αόριστο όμως  ποια προηγείτο της άλλης. Κατά το λεξικογράφο Φώτιο τα Καλλυντήρια τελούνταν την 19η του μηνός Θαργηλιώνος και τα Πλυντήρια την 29η του ίδιου μήνα.  Η ετυμολογική έννοια των δύο λέξεων όμως θέτει σε αμφισβήτηση τις ημερομηνίες αυτές, καθώς λογικό είναι το πλύσιμο να προηγείται του καλλωπισμού.  Κάποιοι μελετητές συμφωνούν με το Φώτιο και υποστηρίζουν ότι τα Καλλυντήρια ήταν προπαρασκευαστική εορτή καθαρισμού του ιερού της Αθηνάς στην Ακρόπολη και προηγούνταν, ενώ τα Πλυντήρια ήταν η τελετή του λουτρού του ξόανου της θεάς και ακολουθούσε.

Ανάλογη με την πεποίθηση των αρχαίων ότι το θαλασσινό νερό καθάριζε το άγαλμα της πολιούχου θεάς τους, είναι  και η λαϊκή πίστη ότι η κατάδυση του Σταυρού δίνει στο νερό καθαρτικές και εξυγιαντικές ικανότητες. Δεν είναι λίγες οι περιοχές στην Ελλάδα, όπου μετά την κατάδυση του σταυρού και τον αγιασμό των υδάτων οι κάτοικοι τρέχουν και πλένουν σε θάλασσες και ποτάμια τα αγροτικά τους εργαλεία και τα εικονίσματα,  γιατί κατά τη λαϊκή δοξασία με το πέρασμα του χρόνου χάνουν την αρχική δύναμη και αξία τους και την αποκτούν εκ νέου από το αγιασμένο νερό. Στη Μυτιλήνη, οι γυναίκες παίρνουν με μια νεροκολοκύθα νερό από 40 κύματα κι έπειτα με βαμβάκι που βουτούν σ΄ αυτό καθαρίζουν τα εικονίσματα με το λεγόμενο «άλαλο νερό», γιατί κατά την ιερή αυτή διαδικασία δεν μιλούν. Σε πολλά μέρη η νοικοκυρά χύνει το βράδυ της παραμονής το νερό από τις κανάτες, για να πάρει το πρωί καινούργιο, αγιασμένο νερό.

Τις τελευταίες ημέρες του Δωδεκαημέρου και συγκεκριμένα το διήμερο (παραμονή και ανήμερα) των Θεοφανίων και στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου και άλλα πανάρχαια έθιμα με παγανιστικές διαστάσεις αναβιώνουν μέχρι τις μέρες μας διατηρώντας αναλλοίωτες παραδόσεις αιώνων και κρατώντας ζωντανούς συμβολισμούς, που σχετίζονται με την απομάκρυνση των κακών πνευμάτων, τη γονιμότητα του ανθρώπου και την ευφορία της γης.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο εορτασμός των Θεοφανίων στη Δράμα με πληθώρα εκδηλώσεων και δρώμενων, σκοπός των οποίων είναι η εξασφάλιση της καλοχρονιάς, δηλαδή η καλή υγεία και η πλούσια γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή. Με μαύρες κάπες, δέρματα ζώων, μάσκες, κουδούνια και θορύβους, σταχτώματα και χορούς, αναπαράσταση οργώματος και σποράς, πλούσιο φαγοπότι και ευχές επιδιώκουν να επενεργήσουν στην καρποφορία της φύσης. Στο Μοναστηράκι, τέσσερα χιλιόμετρα από την πόλη της Δράμας, και στα χωριά Βώλακας, Πετρούσα και Ξηροπόταμος, αλλά και στη Νίκησιανη του Δήμου Παγγαίου στο νομό Καβάλας κάθε χρόνο την ημέρα των Θεοφανίων αναβιώνει το έθιμο των Αράπηδων, ένα δρώμενο με έντονη την υπερβολή, το μαγικό και το λατρευτικό στοιχείο, στο οποίο συμμετέχουν οι κάτοικοι της περιοχής. Έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική θρησκεία και στις διονυσιακές τελετές, ενώ έχει δεχτεί και χριστιανικές επιρροές.

Άλλο γνωστό έθιμο των Θεοφανίων, τα «ραγκουτσάρια», αναβιώνει κάθε χρόνο στην πόλη της Καστοριάς, όπου οι κάτοικοι μεταμφιέζονται για να ξορκίσουν το κακό. Στην Ερμιόνη της Αργολίδας αναβιώνει πάνω από 50 χρόνια το «γιάλα – γιάλα». Την παραμονή των Φώτων οι κάτοικοι στολίζουν της βάρκες τους με φοίνικες, νεραντζιές, μυρτιές και χρωματιστές γιορτινές σημαίες και τις δένουν στο λιμάνι. Τα ξημερώματα των Φώτων τα αγόρια, που πρόκειται τη νέα χρονιά να παρουσιαστούν στο στρατό, συγκεντρώνονται, γευματίζουν όλοι μαζί και έπειτα γυρνούν σε όλα τα σπίτια της περιοχής από σοκάκι σε σοκάκι φορώντας παραδοσιακές ναυτικές φορεσιές και τραγουδούν το τοπικό τραγούδι   «γιάλα – γιάλα» με στιχάκια για την ξενιτιά, τον έρωτα και τη θάλασσα πριν την καθιερωμένη βουτιά για το σταυρό. Ανάλογα έθιμα επιβιώνουν και σε πολλά ψαροχώρια της περιοχής, όπως στο Πόρτο Χέλι και την Κοιλάδα.

 

Θεοφάνεια στην Ερμιόνη

 

Στην Λευκάδα τηρείται το έθιμο «των πορτοκαλιών». Πριν την τελετή της κατάδυσης του Σταυρού ρίχνουν στη θάλασσα πολλά πορτοκάλια. Έπειτα οι πιστοί βουτούν στη θάλασσα πορτοκάλια που κρατούν στα χέρια τους και είναι δεμένα μεταξύ τους με σπάγκο και τα παίρνουν στο σπίτι τους για ευλογία. Ένα από αυτά το αφήνουν για ένα ολόκληρο χρόνο στα εικονίσματα του σπιτιού. Παρόμοιες τελετές και έθιμα αναβιώνουν σε όλους τους νομούς της χώρας. Στην αντίληψη του Ελληνικού λαού τα Θεοφάνια είναι «Μεγάλη γιορτή Θεότρομη». Για μερικές μάλιστα περιφέρειες της δυτικής Μακεδονίας αποτελούν τη μεγαλύτερη γιορτή του έτους και κάθε καινούργιο ρούχο το «πρωτοφορούν στα Φώτα για να φωτιστεί». Η έκφραση του λαού «κάθε Φώτα και Λαμπρή» είναι ενδεικτική της σπουδαιότητας της γιορτής αυτής.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Το ρόδι στην αρχαιότητα και στη λαϊκή παράδοση


 

Ροδιές συναντά κανείς σε ολόκληρη την Ελλάδα. Είναι ένα μικρό φυλλοβόλο δένδρο με γυαλιστερά φύλλα και πορτοκαλοκίτρινα λουλούδια, που πολλές φορές μοιάζει με θάμνο. Το μισό χρόνο που ρίχνει τα φύλλα της περνάει εντελώς απαρατήρητη, ενώ τον υπόλοιπο καιρό μαγνητίζει τα βλέμματα με το χρώμα και την ομορφιά των ανθών και των καρπών με τις άφθονες κόκκινες ρόγες τους. Τα φρούτα της είναι στρογγυλά, κόκκινα ή κίτρινα, όταν ωριμάσουν, και γεμάτα με σπόρους. Είναι φυτό ανθεκτικό στη ζέστη, στην ξηρασία και στην έλλειψη φροντίδας και προσαρμόζεται εύκολα σε διαφορετικά εδάφη. Το ρόδι δεν είναι από τα φρούτα που ήρθαν στα μέρη μας τους τελευταίους αιώνες, χάρη στην πρόοδο των συγκοινωνιών, ούτε το έφεραν από τον νέο Κόσμο μετά το ταξίδι του Κολόμβου, άλλα είναι εδώ από πολύ παλιά, πολύ πριν από τους βυζαντινούς ή τους ελληνιστικούς καιρούς.

 

Ροδιά. Πίνακας ζωγραφικής με υπογραφή, Χαραυγή.

 

Η ροδιά φαίνεται πως δεν είναι ιθαγενής στην Ελλάδα, αλλά εισήχθη τα πολύ παλιά χρόνια από την Περσία ή την Κεντρική Ασία. Λέγεται ότι προέρχεται από την περιοχή ανάμεσα στο Ιράν (Περσία) και τη βόρεια Ινδία. Αργότερα καλλιεργήθηκε στην υπόλοιπη Ασία, την Αφρική και στη Μεσόγειο, όπου μεταφέρθηκε από Φοίνικες και  Άραβες εμπόρους. Οι Ρωμαίοι την πήραν από την Καρχηδόνα και την ονόμασαν malus Punica (καρχηδονιακή μηλιά) και το ρόδι malum Punicum, δηλαδή «μήλο της Καρχηδόνας». Το ρόδι το λέγανε όμως και granatum (malum granatum ή pomum granatum). Η βοτανική ονομασία του ροδιού είναι Punica granatum. Granum στα λατινικά είναι ο κόκκος και granatus είναι ο πολύκοκκος. Από αυτόν έχουμε λέξεις όπως γρανάζι, γρανίτης και γρανίτα. Granada στα ισπανικά είναι το ρόδι και η χειροβομβίδα με τα πολλά σφαιρίδια που θυμίζει ρόδι. Ο στρατιώτης ο εκπαιδευμένος στη χρήση χειροβομβίδων ονομάστηκε γρεναδιέρος (grenadier). Λένε μάλιστα ότι η πόλη Γρανάδα της Ισπανίας πήρε πιθανότατα το όνομά της από τις πολλές ροδιές που καλλιεργούνται στη περιοχή. Η ροδιά στην ισπανική ονομάζεται «γκρανάδα» και τα ρόδια είναι το πιο συνηθισμένο έμβλημα της πόλης και των κατοίκων της.

Στην ελληνική γλώσσα η λέξη ροδιά ετυμολογικά προέρχεται από το ρόδι και τα λεξικά συνδέουν τη λέξη με το ρήμα ρέω, πιθανώς λόγω των καθαρτικών ιδιοτήτων του ροδιού. Η ροδιά στην αρχαία Ελλάδα αναφέρεται με πολλά ονόματα στις διάφορες περιοχές. Οι αρχαίοι το δέντρο το έλεγαν «Ροιά», «Ροά» και το ρόδι ρόα. Από το υποκοριστικό, ροΐδιον, που είναι της ελληνιστικής εποχής, βγήκε αργότερα ο τύπος ρόιδι και ρόιδο και σήμερα ρόδι. Από το ρόδι ονομάστηκε το δέντρο ροδιά. Φαίνεται ότι η ονομασία «ροϊδιά», «ρόιδο» και «ρόιδι» ήταν παλαιότερα οι επικρατέστερες. Έτσι  διασώζεται στο δημοτικό τραγούδι και σε άφθονες άλλες πηγές (πάει το μήλο να χαθεί, το ρόιδο να μυρίσει).Το Μακεδονικό τραγούδι «μήλο μου κόκκινο ρόιδο βαμμένο…», καθώς και η γνωστή έκφραση «τα ‘κανα ρόϊδο», δηλαδή τα θαλάσσωσα, τα’ κανα μούσκεμα, το επιβεβαιώνουν».

Η ονομασία «Ροιά», φαίνεται ότι καθιερώθηκε από τον Όμηρο και γίνεται ευρεία χρήση της στη μυθολογία. Στην αρχαιότητα υπήρχε και μια άλλη ελληνική λέξη για τη ροδιά, σίδη ή σίδα, όπως την έλεγαν οι Βοιωτοί και οι Κρήτες. Υπάρχει κι ένα ανέκδοτο για μια εποχή που Αθηναίοι και Θηβαίοι φιλονικούσαν σε ποιον ανήκει μια περιοχή, που λεγόταν Σίδαι. Ο Επαμεινώνδας έβγαλε από τον κόρφο του ένα ρόδι και ρώτησε τους Αθηναίους, πώς το λένε. Ρόαν, του απάντησαν. Αλλ’ ημείς σίδαν, απάντησε εκείνος και νίκησε!

 

Η ροδιά στη μυθολογία

 

Θα παρακολουθήσουμε πρώτα την ιστορική διαδρομή του δένδρου της ροδιάς στη χώρα μας στηριζόμενοι σε ιστορικά και μυθολογικά δεδομένα. Οι μύθοι γύρω από τη ροδιά είναι ατελείωτοι, καθώς το δένδρο και οι καρποί του ήταν αφιερωμένα στην Αφροδίτη, στην Περσεφόνη, στη Δήμητρα, στην Αθηνά και στην Ήρα. Ο πιο παλαιός μύθος είναι ίσως αυτός που συνδέει την ροδιά με τον Ωρίωνα. Ο Ωρίων ήταν ένας από τους μεγαλύτερους και λαμπρότερους αστερισμούς, ένας πελώριος γίγας, γιος της Γης και ξακουστός για την ομορφιά του. Ήταν μάλιστα άξιος κυνηγός και σκότωνε τ’ αγρίμια με χάλκινο ρόπαλο. Σύμφωνα με το μύθο, ο Ωρίων παντρεύτηκε τη Σίδη, αλλά δεν στάθηκε τυχερός, καθώς η Σίδη παινεύτηκε πως είναι πιο όμορφη από την Ήρα και για τιμωρία η θεά την έστειλε στον κάτω κόσμο, όπου μεταμορφώθηκε σε Ροδιά.

Ο πιο φημισμένος μύθος που σχετίζεται με το ρόδι, είναι αυτός της αρπαγής της Περσεφόνης από τον Πλούτωνα, θεό του Άδη. Σύμφωνα με αυτόν τον μύθο, ο Πλούτων άρπαξε την πανέμορφη Περσεφόνη και την πήρε μαζί του στον κάτω κόσμο. Η απελπισμένη μητέρα θεά Δήμητρα εκδήλωσε το θυμό της με τρομερές συνέπειες σε βάρος των θνητών. Αποσύρθηκε αποφεύγοντας κάθε σχέση με τον κόσμο και ως θεά της γεωργίας δεν άφηνε κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Μάταια οι άνθρωποι καλλιεργούσαν και έσπερναν. Ήρθε μία εποχή ξηρασίας και λοιμοί μάστιζαν τους ανθρώπους. Η γη έπαψε να βλασταίνει, κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από την πείνα και να στερηθούν οι θεοί τις θυσίες, τις οποίες ως τότε τους πρόσφεραν οι άνθρωποι.

 

Περσεφόνη. Ο Άδης της δίνει να φάει σπόρους ροδιού ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Έργο του Dante Gabriel Rossetti (1828-1882), Tate Britain, Λονδίνο.

 

Ο Δίας στέλνει τον ένα μετά τον άλλο τους Ολύμπιους να παρακαλέσουν τη Δήμητρα να αλλάξει τη γνώμη της, μα εκείνη ανένδοτη λέει ότι θα πεισθεί, αν πάρει πίσω την αρπαγμένη κόρης της. Μπροστά στην απειλούμενη καταστροφή οι θεοί κατέληξαν πως το αίτημα της Δήμητρας ήταν δίκαιο και ο Δίας στέλνει τον Ερμή στον Άδη, για να πείσει τον θεό του Άδη να αφήσει την Περσεφόνη. Ο Άδης υπακούει στις διαταγές του Δία, αλλά πριν αφήσει την Περσεφόνη να ανέβει στη γη, της δίνει να φάει σπόρους ροδιού («ροιής κόκκον έδωκε φαγείν μελιηδέα λάθρη» Απολλόδωρος, Βιβλιοθήκη Α, 5,3), ώστε να την «δέσει» και να εξασφαλίσει την επιστροφή της, αφού οι σπόροι του ροδιού ήταν σύμβολο γάμου. Η Δήμητρα  πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε φάει ρόδι, κατάλαβε ότι δε θα μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της και έγινε έξαλλη. Για να την ηρεμήσει ο Δίας πρότεινε να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στον Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και άφησε πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν.

Η απαγωγή της Περσεφόνης  είναι η αλληγορία του κύκλου της ευφορίας της φύσης και η διαμονή της στον Άδη συμβολίζει την εξαφάνιση των ανθέων και των καρπών, τη σκυθρωπή όψη του εδάφους το καλοκαίρι. Τους καλοκαιρινούς μήνες η «Κόρη» βρίσκεται στο βασίλειο του Άδη, όπως το σιτάρι στα σιλό και τα πιθάρια. Η επιστροφή της από τον Άδη συνδέεται με τη σπορά του φθινοπώρου, με τη βλάστηση των σπόρων και την άνθιση των φυτών την άνοιξη. Έτσι, όταν ζούσε στον πάνω κόσμο με την μητέρα της, αναγεννιόταν η φύση, ενώ όταν απομακρυνόταν στον κάτω κόσμο, ερχόταν ο θάνατος της φύσης.

Το ρόδι έγινε σύμβολο του ερχομού της Άνοιξης μετά τον κρύο χειμώνα και στα αρχαία Ελευσίνια Μυστήρια. Ήταν ένα από τα 7 αντικείμενα που έδειχνε ο Ιεροφάντης σε αυτούς που επρόκειτο να μυηθούν στα Ελευσίνια Μυστήρια και οι Ιερείς της Δήμητρας στην Ελευσίνα, οι Ιεροφάντες, ήταν στεφανωμένοι με κλαδιά ροδιάς κατά τη διάρκεια των μεγάλων μυστηρίων. Στη διάρκεια των εορτών της Δήμητρας, τα «Θεσμοφόρια», οι Αθηναίες έτρωγαν τα μικροσκοπικά λαμπερά σπόρια για να αποκτήσουν γονιμότητα και ευημερία.

 

 Η ροδιά στους αρχαίους συγγραφείς

 

Στην Ελλάδα η καλλιέργεια της ροδιάς είναι αρχαιότερη από εκείνη της αμυγδαλιάς και της βερικοκιάς και σύγχρονη με την καλλιέργεια της ελιάς, του αμπελιού και της συκιάς. Ο  Όμηρος αναφέρει τη ροδιά, όταν περιγράφει με ζωηρά χρώματα τους κήπους του Βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου:

«Έξω απ᾿ την πόρτα, στην αυλή, τρανό περβόλι έχει

τέσσερα στρέμματα έκταση με φράχτη γύρω γύρω

και μέσα ολόχλωρα ψηλά δέντρα φυτρώνουν πλήθος,

μηλιές, ροδιές χρυσόκαρπες, αχλαδιές φυλλομανούνε,

συκιές  γλυκόκαρπες κι ελιές γερές και φουντωμένες».

 (Οδύσσεια, η 112-116).

Ο «περικεχαραγμένος αγρός», που αποτυπώνεται πάνω σε πολλά αργυρά Κερκυραϊκά νομίσματα, είναι πιθανότατα με συμβολική παράσταση των κήπων του Αλκίνοου.

Η ροδιά (ροιά) μνημονεύεται και στο μύθο του Ταντάλου ως ένα από τα δένδρα που οι καρποί τους του προκαλούσαν την επιθυμία να τους φάει, αλλά καταδικασμένος από τους θεούς δεν το κατόρθωνε:

«Κι είδα εκεί τον Τάνταλο βαριά τυραννισμένο

ως το πηγούνι στέκονταν μες τα νερά της λίμνης,

διψούσε, αλλά μια σταλιά να πάρει δε μπορούσε·

……………………………………………………………………

Δένδρα ψηλά από πάνω του κρεμούσαν τον καρπό τους

ροδιές, αφράτες απιδιές, μηλιές γεμάτες μήλα,

συκιές γλυκύκαρπες κι ελιές επάνω στον καρπό τους,

και όταν ο γέρος έκανε τα χέρια του να απλώσει,

μες τα σκιερά τα σύννεφα τα ψήλωνε ο αέρας.

(Ομήρου Οδύσσεια, λ 582-592).

Ο Παυσανίας μιλώντας για τον τάφο του Μενοικέα λέει πως μια ροδιά φύτρωσε πάνω από το μνήμα του και κάνει ρόδια που μέσα τους ρέει το αίμα του: «Πολύ κοντά στις πύλες της Θήβας υπάρχει μνήμα του Μενοικέα, γιου του Κρέοντα, που τον σκότωσε ο πατέρας του μετά από χρησμό του μαντείου των Δελφών (ότι θα σωθεί η πόλη), όταν ο Πολυνείκης με το στρατό του έφτασε στη Θήβα από το Άργος. Πάνω στο μνήμα του Μενοικέα φύτρωσε μια ροδιά. Όταν σπάσεις το περίβλημα του ώριμου καρπού της, θα βρεις στο εσωτερικό του να τρέχει αίμα. Αυτό το θαλερό δέντρο είναι η ροδιά.» (Παυσανίας βοιωτικά, ΧΧV, 1).

Η Ήρα, η μητέρα των Θεών και προστάτιδα του γάμου και της γονιμότητας, κρατάει στο δεξί της χέρι ένα ρόδι. Ο Παυσανίας περιγράφοντας το άγαλμα της Ήρας στο ναό του Άργους αναφέρει ότι: «η Θεά καθόταν σε θρόνο από ελεφαντόδοντο και χρυσό. Στο διάδημά της ήταν χαραγμένες οι Χάριτες και οι Ώρες, στο ένα της χέρι κρατάει το σκήπτρο και στο άλλο ένα ρόδι». (Παυσανίου, Ἑλλάδος Περιήγησις,  Κορινθιακά, xvii,4)

Ο Φιλόστρατος μιλάει για μια ροδιά που φύτεψαν οι Ερινύες πάνω στον τάφο των αδελφών Ετεοκλή και Πολυνείκη: «Ο νεαρός βλαστός της ροδιάς είναι αυτοφυής, παιδί μου, και λένε ότι τον φύτεψαν οι Ερινύες στον τάφο τους. Και αν σπάσεις τον καρπό της, τρέχει αίμα ακόμα και σήμερα».  (Φιλόστρατος, Εικόνες Α΄/Βιβλίον β/κθ)

Στην Κύπρο τη ροδιά φύτεψε η θεά Αφροδίτη, προστάτιδα του νησιού (…αυτά είναι ροδιές…. Αυτό το μοναδικό δέντρο λένε ότι στην Κύπρο το φύτεψε η Αφροδίτη) (Αθήναιος, Δειπνοσοφισταί (Σύνοψις), 27).

Κατά τον Ησίοδο η πρώτη ροδιά φύτρωσε από το αίμα του Διονύσου Ζαγρέα, όταν κατακρεουργήθηκε από τους Τιτάνες. Συναφής με αυτή την παράδοση είναι και η δοξασία για δένδρα που φυτρώνουν πάνω στους τάφους και υποτίθεται ότι περικλείουν την ψυχή του θαμμένου νεκρού.

Στην αρχαία Ελλάδα, κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών που σχετίζονταν με την γονιμότητα, μαγείρευαν τα «πολυσπόρια», γνωστά ως «σπερνά», που περιείχαν βρασμένο στάρι με ξηρούς καρπούς, ζάχαρη και ρόδι. Τα προετοίμαζαν οι νοικοκυρές και τα προσέφεραν σε συγγενείς και φίλους, όταν η οικογένεια έχει χαρές (γάμους, βαφτίσια, ονομαστικές εορτές, κ.λ.π.). Συνήθιζαν επίσης να κρεμούν ένα ρόδι στις πόρτες των σπιτιών, για να φέρει ευημερία, μια συνήθεια που επιβιώνει μέχρι σήμερα σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας.

Το  ρόδι κάνει την εμφάνισή του και στην αρχαία θρησκεία. Αυτό το ιδιαίτερο φρούτο με το λαμπερό χρώμα και την γλυκόστυφη γεύση, φαίνεται να έχει περάσει από τα χέρια κάθε θεότητας και να έχει διακοσμήσει κάθε ναό και ιερατικό ένδυμα. Η Παλαιά Διαθήκη περιγράφοντας το φημισμένο ναό του Σολομώντα στην Ιερουσαλήμ αναφέρει: «Και έκανε τους στύλους και δύο σειρές από ρόδια ολόγυρα επάνω σ’ ένα δίχτυ, για να σκεπάσει τα επιθέματα πάνω στις κορυφές των στύλων… Και τα επιθέματα πάνω σε δύο στύλους είχαν ρόδια… και τα ρόδια ήταν 200 στη σειρά ολόγυρα, επάνω σε κάθε  επίθεμα» (Α’ Βασ. 7:18-20).

Στο βιβλίο της Εξόδου δίνονται οδηγίες για το πώς θα στολιστούν με ρόδια τα ιερατικά ενδύματα των Εβραίων: «θα κάνεις επάνω στα κράσπεδά του ρόδια από βαθυγάλαζο ύφασμα, πορφυρό και κόκκινο ολόγυρα. Και χρυσά κουδούνια ανάμεσά τους ολόγυρα. Ένα  χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι, ένα χρυσό κουδούνι και ένα ρόδι». (Έξοδος, 28:33-34) Αναφορές στο ρόδι και τη ροδιά γίνονται επίσης στο Α’ Σαμουήλ, στο Β’ Χρονικών, στον Ιερεμία και στο Άσμα Ασμάτων.

Στο χριστιανικό πολιτισμό το κόκκινο χρώμα του ροδιού παραπέμπει στην αιδημοσύνη και το κάλλος της εκκλησίας και κυρίως στο αίμα και τα πάθη του Χριστού. Το πλήθος των σπόρων του ροδιού, που συγκρατείται μέσα σε ένα φλοιό, συμβολίζει την εικόνα της Εκκλησίας και την ενότητα της πίστης. Το αόρατο και εύγεστο εσωτερικό συμβολίζει την μη ορατότητα του Θεού και τον κρυμμένο θησαυρό της ελπίδας μελλοντικών χαρών. Τα παραπάνω σημεία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα, διότι δείχνουν ότι από τους πρώιμους χριστιανικούς αιώνες η εκκλησία ενσωμάτωσε τη συμβολική σημασία του ροδιού σε χριστιανικό περιεχόμενο.

 

Η Παρθένος του ροδιού, (Madonna della Melagrana), έργο του Ιταλού ζωγράφου Σάντρο Μποττιτσέλλι το 1487, εκτίθεται στην Πινακοθήκη Ουφίτσι. Ο τίτλος του πίνακα εξηγείται από το ρόδι στο χέρι της Μαρίας. Αυτό πρέπει να νοηθεί ως συμβολισμός του πλούτου των σπόρων που δείχνουν την πληρότητα του Χριστού.

 

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση

 

Η αρχαία αντίληψη ότι το ρόδι είναι σύμβολο καλοτυχίας και ευημερίας συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας. Μέχρι σήμερα ο καρπός της ροδιάς συμβολίζει τον ευτυχισμένο γάμο, την αφθονία, λόγω της πλειάδας των κόκκινων σπόρων του, και το πάθος ως ιερός καρπός της Αφροδίτης. Πολλοί από τους κεντρικούς συμβολισμούς του ροδιού, που ίσχυσαν στις προηγούμενες περιόδους, θα επιβιώσουν και τους επόμενους αιώνες μέχρι τις μέρες μας. Το ρόδι συμβολίζει την αφθονία σ’ ένα σπιτικό. Η φράση «το σπίτι του είναι γεμάτο σαν το ρόδι» είναι έπαινος σε νοικοκύρη που έχει όλα τα απαραίτητα. Στην ελληνική παράδοση το ρόδι είναι σύμβολο γονιμότητας και αιωνιότητας,  γι’ αυτό σε γάμους και την πρωτοχρονιά σπάμε ρόδια, αλλά συνδέεται και με το θάνατο.

Στη λαογραφία μας το ρόδι παίζει καίριο ρόλο. Αρκεί να θυμηθούμε το ρόδι που σπάνε οι νιόπαντροι στο κατώφλι του σπιτιού τους. Όλα ξεκινούν από την ελληνική μυθολογία με τις προστάτιδες θεές της ροδιάς, την Ήρα και την Αφροδίτη. Η Ήρα ήταν θεά του γάμου και η Αφροδίτη θεά του πάθους. Επομένως το ρόδι βοηθούσε στην οικογενειακή ευτυχία και τον έρωτα. Το ρόδι παίζει έναν εξαιρετικό ρόλο σε πολλά τελετουργικά που προηγούνται του γάμου, όπως για παράδειγμα στο στολισμό της «νυμφικής παστάδας». Το σπάσιμο του ροδιού από τους νεόνυμφους στην είσοδο και στα κατώφλια των σπιτιών έχει στόχο την ευγονία. Υπάρχει όμως και μια αρνητική παροιμιακή φράση για το ρόδι, όταν λέμε «η νύφη τα έκανε ρόιδο», που σημαίνει τα έκανε θάλασσα. Η αρχή της φράσης μάλλον βρίσκεται στο έθιμο που θέλει τη νύφη να ρίχνει στο πάτωμα το ρόδι, όταν μπαίνει στο σπίτι του γαμπρού, και να πατάει τους σκορπισμένους καρπούς, κάτι που και η πιο καλοπροαίρετη πεθερά το έβλεπε με φρίκη.

 

Το Ρόδι σύμβολο γονιμότητας και αναγέννησης!

 

Το πρωί της Πρωτοχρονιάς η οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία ντυμένη με τα καλά της ρούχα για να παρακολουθήσει τη λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και να υποδεχτεί το νέο χρόνο. Στην επιστροφή ο νοικοκύρης του σπιτιού έχει στην τσέπη του ένα λειτουργημένο ρόδι, που στην Μικρά Ασία το φιλούσαν στα εικονίσματα από τις 14 Σεπτέμβρη, την ημέρα του Σταυρού. Είναι αυτός που κάνει το ποδαρικό και σπάει το ρόδι. Πρέπει θα χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας και να του ανοίξουν. Δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του. Έτσι είναι ο πρώτος που μπαίνει στο σπίτι για να κάνει το ποδαρικό με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνει μέσα με το δεξί, το «καλό» πόδι, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα για να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά». Άλλη ευχή που συνηθίζεται να λέγεται κατά το σπάσιμο του ροδιού είναι: «Όσο βαρύ είναι το ρόδι, τόσο βαρύ να είναι το πορτοφόλι μας, όσο γεμάτο καρπούς είναι το ρόδι, να είναι γεμάτο το σπίτι μας με καλά και όσο κόκκινο είναι το ρόδι, τόσο κόκκινη να είναι και η καρδιά μας!». Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.

Στην Αράχωβα μαζί με το ρόδι κρατούν κι ένα λιθάρι που το «ξαστρίζουν» αποβραδίς, δηλαδή τ’ αφήνουν τη νύχτα κάτω από τα άστρα. Μαζί με το ρόδι πετούν και το λιθάρι και κάνουν την ευχή: «Σαν το λιθάρι γεροί και σαν το ρόδι γεμάτοι». Απόηχος αυτού του εθίμου είναι μάλλον η φράση «έσπασε το ρόδι», που τη λέμε όταν σημειώσουμε μια επιτυχία ύστερα από σειρά ατυχιών. Η φράση χρησιμοποιείται κατά κόρο στην αθλητική δημοσιογραφία και λέγεται, όταν μια ομάδα καταφέρει την πρώτη της νίκη στο πρωτάθλημα ύστερα από κάμποσα ανεπιτυχή αποτελέσματα ή όταν ένας παίκτης μπορέσει επιτέλους να σκοράρει.

Το ρόδι αποτελεί βασικό συστατικό και έχει τη δική του συμβολική αξία και στα «κόλλυβα», που προσφέρουν στα μνημόσυνα οι οικείοι σε όλα τα συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα, ενώ μαρτυρείται και η παρουσία ολόκληρων ροδιών στους τάφους. Η σύνδεση του ροδιού με το θάνατο στη σύγχρονη Ελλάδα σχετίζεται με τη μετά θάνατον αναγέννηση του ατόμου και με την ιδέα της ανανέωσης της ζωής. Ο θεσμός αυτός κρατά από τα αρχαία ακόμα χρόνια, όταν οι πρόγονοί μας τελούσαν θυσίες κι έκαναν προσφορές στους θεούς ζητώντας απ’ αυτούς να συγχωρήσουν τ’ αμαρτήματα των προσφιλών πεθαμένων τους. Πιθανότατα συνδέεται με τα «πολυσπόρια» που προσφέρονταν κατά τη διάρκεια θρησκευτικών εορτών και σχετίζονταν με την γονιμότητα.

Το ρόδι στη νεοελληνική παράδοση συνδέεται και με τα όνειρα. Αν δει κάποιος ρόδι ή ροδιά στον ύπνο του, είναι καλό σημάδι. Αρκεί το φρούτο να εμφανίζεται καλό και το δέντρο εύρωστο. Σε αντίθετη περίπτωση το σημάδι δεν είναι και τόσο καλό. Ιδιαίτερα  ευοίωνο είναι, εάν δούμε να φυτεύουμε ροδιά γεμάτη άνθη ή καρπούς, να κόβουμε ρόδι από τη ροδιά, να μας προσφέρουν ρόδι, να τρώμε ρόδι ή να σπάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν ευημερία, καλοτυχία, ευχάριστα νέα ή καλή ψυχολογική κατάσταση. Δυσοίωνο είναι να δούμε ξεραμένη ροδιά, χαλασμένο ρόδι, να ξεριζώνουμε ροδιά ή να πετάμε ρόδι. Τέτοιου είδους όνειρα προμηνύουν αποτυχίες και στεναχώριες.

Το ρόδι, τέλος, είναι ένα από τα γούρια που συνδέονται με την καλή τύχη και θεωρείται ότι ξορκίζει την κακοδαιμονία και φέρνει ευημερία και αφθονία. Ένα μεταλλικό διακοσμητικό ρόδι με κόκκινη κορδελίτσα ή από φυσητό γυαλί σε όμορφους χρωματισμούς αποτελεί  συνηθισμένο δώρο προς τους οικοδεσπότες νέων σπιτιών ή στα εγκαίνια νέων καταστημάτων, για να φέρει γούρι στους ανθρώπους και «καλές δουλειές» στις επιχειρήσεις.

 

Επίλογος

 

Η ροδιά, ένα δέντρο δυνατό και διάσημο στην αρχαία Ελλάδα, είχε περάσει στο περιθώριο, αλλά δεν έχει πει ακόμα την τελευταία της λέξη και τα τελευταία χρόνια έχει τραβήξει και πάλι το ενδιαφέρον. Ύστερα από μακρά περίοδο λήθαργου άρχισε να καλλιεργείται συστηματικά τα τελευταία χρόνια με φυτείες ροδιάς που φέρνουν στις μνήμες μας προϊστορικές εποχές, όταν η θεά Αφροδίτη φύτεψε στην Κύπρο την πρώτη ροδιά του νησιού, τη ροιά που στόλιζε τους κήπους του βασιλιά των Φαιάκων Αλκίνοου, τη ροδιά που μερικοί κόκκοι του καρπού της καθόρισαν την τύχη της Περσεφόνης, της κόρης της θεάς Δήμητρας, και μαζί με άλλα δένδρα συμμετείχε στο μαρτύριο του Ταντάλου.

Το ρόδι είναι πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά και βιταμίνες και πασίγνωστος καρπός από την αρχαιότητα για τις εκπληκτικές ιατρικές ιδιότητες που διαθέτει. Η σύγχρονη ιατρική επιβεβαιώνει και συνηγορεί με τους αρχαίους Έλληνες γιατρούς, που το θεωρούσαν θαυματουργό καρπό και είχε ιδιαίτερη εκτίμηση και χρησιμότητα σε διάφορους πολιτισμούς. Ο χυμός από φρέσκο ρόδι βελτιώνει την παραγωγή αίματος, ανακουφίζει από τον πυρετό και μειώνει την καρδιακή επιβάρυνση. Είναι ιδανικός για μικρά παιδιά, ειδικά εάν είναι κρυολογημένα και παρουσιάζουν βήχα και πυρετό. Το εκχύλισμα του ροδιού έχει αποδειχθεί από μελέτες πως έχει θετική δραστηριότητα κατά του καρκίνου του προστάτη, ενώ η κατανάλωση χυμού ροδιού από τις εγκύους γυναίκες μειώνει τον κίνδυνο των εγκεφαλικών κακώσεων στα μωρά. Οι σπόροι του διώχνουν τις τοξίνες από τον οργανισμό και εξοντώνουν τα μικρόβια από την κύστη, το αίμα και τα νεφρά. Το αφέψημα από τα άνθη της ροδιάς συμβάλλει στην ενίσχυση των ούλων και απαλύνει τον πονόλαιμο.

Σήμερα φυτείες ροδιάς δημιουργούνται σε πολλά μέρη της Ελλάδας από τη στιγμή που οι γιατροί και οι διατροφολόγοι βρίσκουν θαυματουργές ιδιότητες στο πανάρχαιο αυτό φρούτο. Η χώρα μας άλλωστε ευνοεί την καλλιέργεια της ροδιάς, η οποία αναπτύσσεται σε υποτροπικό κλίμα με παρατεταμένο ξηρό και θερμό καλοκαίρι και αντέχει τα κρύα  και τις κακουχίες. Έτσι η ροδιά από ένα αυτοφυές φυτό, που φυτρώνει τυχαία σε φράχτες, σε ρέματα και όπου βρει πρόσφορο έδαφος ο σπόρος της, μετατρέπεται σε δέντρο που καλλιεργείται συστηματικά και οργανωμένα και συμβάλλει στο εισόδημα των καλλιεργητών της και στην εθνική οικονομία.

 

Αλέξης Τότσικας

Φιλόλογος – Συγγραφέας

 

Read Full Post »

Ο Ιησούς Χριστός ως ιστορικό πρόσωπο – Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος – Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.


 

Όταν λέμε «Ιστορικότητα του Ιησού», εννοούμε από τη μιά πλευρά τη μελέτη της ιστορικής πραγματικότητας προσώπων και γεγονότων, και από την άλλη την ανάλυση των διαθέσιμων ιστορικών στοιχείων για την εξακρίβωση ότι: (α). ο Ιησούς Χριστός υπήρξε ως ιστορική μορφή και (β). κάποια από τα μεγάλα ορόσημα της ζωής του, όπως αυτά περιγράφονται στα Ευαγγέλια, μπορούν να επιβεβαιωθούν ως ιστορικά γεγονότα.

Σήμερα, οι περισσότεροι σύγχρονοι μελετητές της αρχαιότητας συμφωνούν ότι ο Ιησούς Χριστός υπήρξε. Για τη γενική πορεία της ζωής του Ιησού δεν υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες. Υπάρχουν όμως ως προς την ιστορικότητα συγκεκριμένων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται στις βιβλικές αναφορές για τον Ιησού. Τη συνολική αποδοχή συγκεντρώνουν μονάχα δύο γεγονότα: (α). ότι ο Ιησούς βαπτίστηκε από τον Ιωάννη Βαπτιστή και (β). ότι σταυρώθηκε με διαταγή του Ρωμαίου Επάρχου Πόντιου Πιλάτου.

Ο Ιησούς δεν ήταν εξ αρχής κάποιο σημαίνον ιστορικό πρόσωπο, αλλά ένας ηγέτης μιας ομάδας ανθρώπων που κατοικούσαν σε μία από τις μικρότερες και ασήμαντες επαρχίες και λόγω της ταπείνωσής του δε συγκέντρωσε πάνω του όσο ζούσε «δημοσιότητα». Όμως, την ιστορικότητα του Ιησού δεν την αμφισβητούν ούτε οι άθεοι.

Οι όποιες αμφιβολίες υπήρξαν ή υπάρχουν περί της ιστορικής υπάρξεως του Ιησού εμφανίστηκαν μετά τον 17ο αιώνα μ.Χ. Η αναζήτηση για το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού ξεκινά διακόσια χρόνια πριν, όταν στα τέλη του 18ου αιώνα μερικοί Ευρωπαίοι διαφωτιστές και διανοούμενοι άρχισαν να εφαρμόζουν τη φιλολογική και ιστορική κριτική στα βιβλία της Καινής Διαθήκης. Επομένως, εάν ο Ιησούς δεν υπήρξε σαν ιστορική προσωπικότητα, τότε τί συνέβη και το θυμήθηκαν μερικοί μετά από 17 αιώνες?

Κοιτίδα των αμφιβολιών αυτών και της αμφισβήτησης για την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού φαίνεται ότι ήταν οι λιγοστές αναφορές – πληροφορίες ή ιστορικές πηγές που υπάρχουν περί του Ιησού. Θα δούμε στη συνέχεια ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει και καταρρίπτεται επιστημονικά και ιστορικά. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν πολλά ιστορικά πρόσωπα, τα οποία έχουν σαφώς λιγότερες πηγές, όπως ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Σωκράτης που δεν άφησε ο ίδιος γραπτά έργα αλλά οι μαθητές του, ο Πυθαγόρας κ.α., και παρά ταύτα είναι εκτός αμφισβήτησης.

Αξίζει να σημειωθεί ιδιαιτέρως ότι το 70 μ.Χ. οι Ρωμαίοι εισέβαλαν και κατέστρεψαν την Ιερουσαλήμ και το μεγαλύτερο μέρος του Ισραήλ γενικότερα. Είναι πιθανόν πολλά από τα ιστορικά στοιχεία της ύπαρξης του Ιησού να καταστράφηκαν και επιπλέον πολλοί αυτόπτες μάρτυρες του Ιησού θα πρέπει να σκοτώθηκαν, με συνέπεια ο αριθμός των επιζώντων που θα μπορούσαν να ομολογήσουν για τον Ιησού να περιορίστηκε σημαντικά.

 

Χριστός Παντοκράτωρ. Εγκαυστική εικόνα από το πρώτο μισό του 6ου αιώνα, Μονή της Αγίας Αικατερίνης, Σινά.

 

Ιστορικές πηγές – Στοιχεία

 

Υπάρχει ένα πλήθος στοιχείων υπέρ της ιστορικής ύπαρξης του Ιησού Χριστού, τόσο στην κοσμική όσο και στην εκκλησιαστική ιστορία. Η Καινή Διαθήκη είναι η κύρια πηγή των αποδείξεων για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού, αφού περιλαμβάνει εκατοντάδες αναφορές για το πρόσωπο του.

Όσον αφορά τα ιστορικά στοιχεία, έχουμε γραπτά κείμενα που συγγράφτηκαν εντός 200 χρόνων από τότε που έλαβαν χώρα τα ιστορικά γεγονότα που σχετίζονται με τη ζωή, τη δράση και το έργο του Ιησού Χριστού στην Ιουδαία και τη Γαλιλαία, τα οποία θεωρούνται ιδιαίτερα αξιόπιστα στοιχεία, όπως π.χ. οι περισσότερες από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου που συγγράφτηκαν από τον ίδιο στα μέσα του 1ου αιώνα μ.Χ. (λιγότερο από 40 χρόνια μετά το θάνατο του Ιησού), τα τέσσερα ευαγγέλια των Μάρκου, Ματθαίου, Ιωάννη και Λουκά κ.α.

Ιστορικά όμως στοιχεία εντοπίζονται και σε διάφορα αρχαία συγγράμματα, τα οποία αποτελούν ισχυρή απόδειξη της ύπαρξης ενός άνδρα στο Ισραήλ με την επωνυμία «Ιησούς» κατά τις αρχές του 1ου αιώνα μ.Χ. Οι πηγές αυτές είναι οι εξής:

 

Πρώτη πηγή: Κορνήλιος Τάκιτος (Ρωμαίος ιστορικός, β΄ μισό του 1ου μ.Χ. – α΄ μισό του 2ου μ.Χ. αιώνα)

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος (56; – 120;) Από τους σημαντικότερους Λατίνους ιστορικούς. Στα δύο μεγάλα του έργα «Annales» (Χρονικά) και «Historiae», εξετάζει την ιστορία της Ρώμης από τον θάνατο του Αυγούστου (14 μ.Χ.) μέχρι τον θάνατο του Δομιτιανού (96 μ.Χ.).

Θεωρείται ένας από τους πιο αξιόπιστους ιστορικούς του αρχαίου κόσμου. Στο έργο του «Χρονικά» (Annales) αναφέρει για τους προληπτικούς «Χριστιανούς», που έλαβαν το όνομά τους από τον Christus (λατινική ονομασία του Χριστού), ο οποίος υπέφερε από τον Πόντιο Πιλάτο κατά τη βασιλεία του Τιβέριου (14 μ.Χ. – 37 μ.Χ.). Ο Τάκιτος έγραφε, όπως αναφέρει, έχοντας ως πηγή τα Ρωμαϊκά αρχεία, τα οποία όμως δεν σώζονται. Αναφέρει και τις ιδιαίτερες τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων το 64 μ.Χ. στους Χριστιανούς, οι οποίοι όπως προσθέτει ήταν πολυάριθμοι, λόγω της μεγάλης πυρκαγιάς – πυρπόλησης της Ρώμης.

Ειδικότερα, γράφει ότι: «ο Νέρων υπέδειξε άλλους ως ενόχους και υπέβαλεν εις ιδιαιτέρας τιμωρίας εκείνους τους οποίους ο λαός μισώντας τους για τις ανομίες τους ωνόμαζε χριστιανούς. Εκείνος από τον οποίον προήλθε το όνομα είναι ο Χριστός, ο οποίος εθανατώθη επί της βασιλείας του Τιβέριου, όταν Επίτροπος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος. Η προς καιρόν κατασταλείσα ολέθρια δεισιδαιμονία ανεφάνη πάλιν όχι μόνον εις την Ιουδαίαν, την εστίαν αυτού του κακού, αλλά και εις την Πόλιν (Ρώμην), όπου από παντού μαζεύονται και ακούονται όλα τα κακά και τα αισχρά (Annales, XV, 44)».

Από τη μαρτυρία αυτή του Κορνήλιου Τάκιτου προκύπτουν τα εξής στοιχεία: (α). Δίνεται συγκεκριμένος χρόνος και τόπος δράσεως, δηλαδή «επί Τιβερίου βασιλέως και διοικητού της Ιουδαίας Ποντίου Πιλάτου», (β). πιστοποιείται η ύπαρξη του Ιησού Χριστού και μιλάει για τον θάνατό του ως «κακοποιού» από τον Πιλάτο και (γ). μιλά για τον Ιησού με απλότητα χωρίς να φαίνεται ότι αμφισβητεί την ύπαρξή του.

Ο Κορνήλιος Τάκιτος, παρόλο που ήταν αντίθετος στον Χριστιανισμό, δεν αμφισβητεί ούτε ότι υπήρξε ο Χριστός ούτε ότι ο Χριστιανισμός εξαπλώθηκε παρά τους διωγμούς που υπέστη. Εάν είχε την οποιαδήποτε αμφιβολία, με κάποιο τρόπο θα κατάγραφε αυτήν στο έργο του.

 

Πόπλιος Κορνήλιος Τάκιτος. Αυστρία, Βιέννη, Κτήριο Αυστριακού Κοινοβουλίου.

 

Δεύτερη πηγή: Γάιος Σουητώνιος Τρανκίλλιος (Gaius Suetonius Tranquillus, Ρωμαίος ιστορικός, 67/77 – 141/168  μ.Χ.)

 

Ο Σουητώνιος, σύγχρονος του Τάκιτου, ήταν ένας σπουδαίος ιστορικός και αρχιγραμματέας του Ρωμαίου αυτοκράτορα Ανδριανού (76μ.Χ. – 138 μ.Χ.). Στο κυριότερο έργο του «Βίοι Καισάρων» (Vitae XII Caesarum) καταγράφει και τον βίο του αυτοκράτορα Κλαύδιου που βασίλεψε από το 41 μ.Χ έως το 54 μ.Χ., όπου αναφέρει στο κεφάλαιο XXV, 4 για το διάταγμα του αυτοκράτορα Κλαυδίου με το οποίο οι Ιουδαίοι της Ρώμης εξορίζονταν απ’ αυτήν: «Iudaeos impulsore Chresto assidue tumultuants Roma expulit». Δηλαδή: «Τους Ιουδαίους οι οποίοι τη υποκινήσει του Χριστού εδημιούργουν θόρυβον εις την Ρώμη τους  εξόρισε».

 

Γάιος Σουητώνιος Τράγκυλλος (περ. 69/75 – περ. 130). Λατίνος ιστορικός και λόγιος.

 

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μια αναγκαία επεξήγηση προς αποφυγή παρερμηνειών και παρεξηγήσεων. Ο Χριστιανισμός είχε γίνει δεκτός πρώτα στις Ιουδαϊκές κοινότητες. Από τις επιστολές του Αποστόλου Παύλου γνωρίζουμε ότι οι πρώτοι χριστιανοί ήταν Ιουδαίοι. Επομένως, υπήρχαν Ιουδαίοι χριστιανοί από τη μία και Ιουδαίοι πιστοί στο γράμμα του Μωσαϊκού νόμου από την άλλη. Είναι πιθανόν να σημειώθηκαν θερμά επεισόδια μεταξύ των δύο αυτών ομάδων, λόγω των δογματικών τους διαφορών, γι’ αυτό και εξορίστηκαν όλοι από τη Ρώμη. Για τη Ρώμη δεν υπήρχε κάποιος διαχωρισμός ή διάκριση σε Ιουδαίους και Χριστιανούς, αντίθετα χαρακτηρίζονταν όλοι ως Ιουδαίοι.

Το ερώτημα είναι πώς προέκυψε η εξορία αυτή από τη Ρώμη. Οι Χριστιανοί της Ρώμης κατηγορήθηκαν από ειδωλολάτρες και εβραίους για τον εμπρησμό της βιβλιοθήκης της Ρώμης που ήταν πλούσια και αξιόλογη, όπως της Αλεξάνδρειας. Η ίδια όμως η ιδεολογία ή το φρόνημα των πρωτοχριστιανών ήταν αντίθετη με τέτοιου είδους πράξεις.

Η απάντηση στο ερώτημα έγκειται στο γεγονός ότι η Ρώμη αντιδρούσε έντονα απέναντι σε μια θρησκεία που αμφισβητούσε την θεϊκότητα του αυτοκράτορά της και κατ’ επέκταση την εξουσία του, κυρίως με διωγμούς, συλλήψεις, φυλακίσεις, μαρτυρικά βασανιστήρια. Η Ρώμη είδε τους Χριστιανούς ως απειλή. Οι Χριστιανοί απειλούσαν τη Ρώμη μέσω της «Αποκάλυψης» και επιπλέον δεν δέχονταν να κάνουν θυσίες στους θεούς και δεν λάτρευαν την εικόνα του αυτοκράτορα.

Με βάση αυτά, ο Σουητώνιος στο Βίο του Κλαύδιου μιλάει για Χριστιανούς και δεν εννοεί τον ίδιο τον Χριστό, ο οποίος είχε θανατωθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα. Πώς είναι δυνατόν ένας νεκρός να  «υποκινεί φασαρίες και θορύβους»?

Η μαρτυρία αυτή του Σουητώνιου για το διάταγμα του Κλαυδίου διασταυρώνεται ως ιστορικό γεγονός με τις «Πράξεις των Αποστόλων», αφού όταν ο Απόστολος Παύλος πήγε στην Κόρινθο βρήκε εκεί τους Ιουδαίους Ακύλα και Πρίσκιλλα που είχαν εξοριστεί από τη Ρώμη: «Μετά δέ ταύτα χωρισθείς ο Παύλος εκ των Αθηνών ήλθεν εις Κόρινθον και ευρών τινα Ιουδαίον ονόματι Ακύλαν, Ποντικόν τω γένει, προσφάτως εληλυθότα από της Ιταλίας, και Πρίσκιλλαν γυναίκα αυτού, δια το διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τους Ιουδαίους από τής Ρώμης, προήλθεν αυτοίς» (Πράξ. ιη’, 1-2).

Ο Σουητώνιος αναφέρεται και αυτός στις ειδικές τιμωρίες που υπέβαλε ο Νέρων τους Χριστιανούς της εποχής εκείνης.

 

Τρίτη πηγή: Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιόσεφ μπεν Μαθιά (Ιουδαίος ιστορικός, 38 μ.Χ. – 100 μ.Χ.)

 

Ιώσηπος Φλάβιος ή Γιοσέφ μπεν Μαθιά, Εβραίος λόγιος, ιστορικός και αγιολόγος.

Είναι ο γνωστότερος Εβραίος λόγιος, ιστορικός και συγγραφέας. Ήταν Φαρισαίος και διατηρούσε στενούς δεσμούς με τις οικογένειες των αρχιερέων Άννα και Καϊάφα. Αυτό δείχνει ότι δεν ήταν διατεθειμένος να κινηθεί ευνοϊκά υπέρ του Χριστού.

Στο έργο του «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία», όπου έγραψε στα Ελληνικά την Ιστορία των Ιουδαίων, αναφέρεται στον Ιάκωβο, «τον αδερφό του Ιησού, που ονομάστηκε Χριστός». Γράφει ειδικότερα ότι: «ο αρχιερέας Άνανος καθίζει συνέδριο κριτών και παραγαγών εις αυτόν τον αδελφόν Ιησού τον λεγόμενον Χριστόν (Ιάκωβος το όνομα αυτού) και τινας εταίρους, ως παρανομησάντων κατηγορίαν ποιησάμενος παρέδωσε λευθησομένους (για να λιθοβοληθούν)».

Σε άλλο απόσπασμα του έργου του (XVIII 3,3) γράφει: «Γίγνεται δε κατά τούτον τον χρόνον Ιησούς, σοφός ανήρ, ει γε άνδρα αυτόν λέγειν χρη. Ην γαρ παραδόξων έργων ποιητής, διδάσκαλος ανθρώπων των ηδονή ταληθή δεχομένων. Και πολλούς δέ και του Ελληνικού επηγάγετο, ο Χριστός ούτος ήν και αυτόν ενδείξει των πρώτων ανδρών, παρ’ ημίν, σταυρώ επιτετιμηκότος Πιλάτου,ουκ επαύσαντο οι το πρώτον αυτόν αγαπήσαντες, εφάνη γαρ αυτοίς τρίτην έχων ημέραν πάλιν ζων των θείων προφητών ταύτα τε και άλλα μύρια θαυμάσια περί αυτού ειρηκότων».

Με βάση το απόσπασμα αυτό, ο Ιώσηπος μαρτυρεί ότι την εποχή της ηγεμονίας του Πιλάτου εμφανίστηκε ο Ιησούς που ήταν άνδρας σοφός αν μπορεί να τον πει κανείς άνθρωπο!! Ο άνθρωπος αυτός έκανε παράδοξα έργα, δίδασκε στους ανθρώπους την αλήθεια και προσέλκυσε πολλούς Ιουδαίους και Εθνικούς. Ακόμη, μας πληροφορεί για τον τρόπο θανάτωσης του Ιησού, στον σταυρό. Τέλος, μας μαρτυρεί την ανάσταση του Κυρίου τρεις ημέρες μετά την Ταφή του.

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για μια σημαντικότατη μαρτυρία ιστορικού και μάλιστα Εβραίου, ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο να υποστηρίξει την ιστορικότητα του Ιησού. Μήπως τελικά ο Χριστιανισμός είχε εξαπλωθεί σε βαθμό που ήταν πλέον αδύνατο κάποιος ιστορικός να αποσιωπήσει τα γεγονότα?

 

Τέταρτη πηγή: Σέξτος Ιούλιος ο Αφρικανός & Θάλλος

 

Ο Σέξτος Ιούλιος υπήρξε ιστορικός και εκκλησιαστικός συγγραφέας των πρώτων χριστιανικών χρόνων. Είχε εγκατασταθεί στην Παλαιστίνη. Αναφέρει στο έργο του τον ιστορικό Θάλλο (1ος μ.Χ. αιώνα) που έγραψε την Ιστορία της Συρίας και μια αντιπαράθεσή τους σχετικά με την έκκλειψη του ηλίου που ακολούθησε τη Σταύρωση του Χριστού.

Για το γεγονός της ολικής εκκλείψεως του ηλίου ιδιαίτερα σημαντική είναι η φράση του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ο Διονύσιος πριν γίνει χριστιανός και πρώτος επίσκοπος Αθηνών, ήταν δικαστής, μέλος του Αρείου Πάγου. Κατά το Συναξάριο, την ημέρα της σταύρωσης του Χριστού βρισκόταν στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου με τον φιλόσοφο  Απολλοφάνη. Μόλις είδε τον σκοταδισμό του ηλίου, ανεφώνησε ότι «ή η φύσις αλλοιούται ή θεός πάσχει».

 

Πέμπτη πηγή: Πλίνιος Καικίλιος Σεκούνδος ή Πλίνιος ο Νεότερος (61 μ.Χ.-113 μ.Χ.)

 

Σύγχρονος του Τάκιτου και του Σουητώνιου. Ήταν Ρωμαίος αξιωματούχος, ποιητής, ρήτορας και φιλόσοφος.  Το 110 μ.Χ. στάλθηκε από τον αυτοκράτορα Τραϊανό στη Βιθυνία της Μικράς Ασίας ως Legatus Caesaris (πρέσβης του Καίσαρα). Το 112 μ.Χ. ο Πλίνιος έγραψε σε επιστολή του προς τον Τραϊανό : «Το μίασμα της δεισιδαιμονίας των Χριστιανών εκτείνεται όχι μόνο στις πόλεις αλλά και στους αγρούς και στα χωριά». Επιπρόσθετα αναφέρει (Επιστολή Χ,96) ότι «Οι Χριστιανοί συνηθίζουν να συνέρχονται μια τακτή ημέρα πριν την ανατολή του ήλιου, και να αναπέμπουν ύμνους στον Χριστό, σαν να μιλούν σε Θεό». Η τακτή αυτή ημέρα ήταν και είναι η Κυριακή.

Στη συνέχεια ανέκρινε προσωπικά πολλούς Χριστιανούς και συγκέντρωσε πολλές πληροφορίες για τη ζωή και την πίστη τους. Ο ίδιος ήθελε να προστατέψει την ειδωλολατρική θρησκεία και γι’ αυτό επικοινώνησε με τον αυτοκράτορα, προκειμένου να εμποδίσουν την εξάπλωση της νέας θρησκείας.

Είναι ξεκάθαρο ότι ο Πλίνιος δέχεται ότι ο Χριστός είναι ιστορικό πρόσωπο. Εάν είχε την υποψία ότι ήταν μυθικό πρόσωπο, τότε θα υποστήριζε ότι οι Χριστιανοί πιστεύουν σε έναν μύθο. Αναφέρεται στον Χριστό και όχι «σε κάποιον Χριστό», και ενοχλείται γιατί τον υμνούν «σαν Θεό».

 

Έκτη πηγή: Ταλμούδ (το ιερό βιβλίο των Εβραίων)

 

Το Ταλμούδ αποτελείται από τα βιβλία της Mishnah  και της Gemara. Η Mishnah (ο προφορικός νόμος) είναι η παράδοση των πρεσβυτέρων, ενώ η Gemara είναι σχόλια των Ραβίνων πάνω σε ότι περιέχει η Mishnah. Τα ιερά βιβλία των Εβραίων μιλούν με βεβαιότητα για την ύπαρξη του Ιησού Χριστού χωρίς όμως να παραδέχονται την θεότητά του. Προσπαθούν, όπως είναι φυσικό, να τον υποτιμήσουν. Έτσι γράφεται ότι «κατά την εσπέρα του Εβραϊκού Πάσχα κρέμασαν τον Ιησού από την Ναζαρέτ». Τονίζουν μάλιστα ότι ο Ιησούς ήταν καρπός πορνείας και έκανε θεραπείες που βασίζονταν σε μαγεία.

Στο ταλμούδ γίνεται λόγος περί των θαυμαστών ιάσεων επί ονόματος Ιησού Χριστού, τις οποίες πραγματοποίησε ο Ιάκωβος, τον οποίο γνώριζε ο ραβίνος Ελιέζερ (90 – 110 μ.Χ.). Γίνεται επίσης αναφορά στη σταύρωσή Του, μόνο που για χώρο της σταύρωσης αναφέρει την Λύδδη που βρίσκεται στα ΝΔ της Παλαιστίνης.

 

Έβδομη πηγή: J. Klausner (Εβραίος καθηγητής)

 

Αναφέρει ότι «ο Ιησούς από τη Ναζαρέτ ήταν προδότης του Ισραήλ, ο οποίος ασκούσε μαγεία, περιφρονούσε τους λόγους της σοφίας, οδήγησε το λαό στην πλάνη και έλεγε ότι δεν ήρθε για να καταλύσει τον Μωσαϊκό νόμο αλλά να τον συμπληρώσει. Κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα σαν αιρετικός και πλάνος του λαού. Οι μαθητές του έκαναν τα ίδια έργα στο όνομά του».

 

Όγδοη πηγή: Mara BarSerapion (Ασσύριος Στωϊκός φιλόσοφος)

 

Ο φιλόσοφος αυτός έζησε στη Ρωμαϊκή επαρχία της Συρίας κατά τον 2ο με 3ο αιώνα μ.Χ. περίπου και είναι γνωστός μόνο από ένα γράμμα του που έγραψε στα Συριακά προς το γιό του Σεραπίωνα. Στο γράμμα αυτό (73 μ.Χ.) συγκρίνει τους θανάτους του Σωκράτη, του Πυθαγόρα και του Ιησού, επιβεβαιώνοντας παράλληλα ότι ο Ιησούς ήταν ένας σοφός και ευσεβής άνδρας, ο οποίος θεωρούνταν από πολλούς Βασιλιάς του Ισραήλ, θανατώθηκε από τους Ιουδαίους και συνέχισε να ζει μέσω της διδασκαλίας των οπαδών Του.

Σε άλλο σημείο του γράμματος γράφει ότι: «οι Ιουδαίοι καταστραφέντες εκ της χώρας αυτών, διωχθέντες ζώσιν εν τη διασπορά, ο σοφός βασιλεύς όμως δεν απέθανε χάρις εις τους νόμους που έδωσε. Ένεκα της καταδίκης του σοφού βασιλέως αφαιρέθη από τους Ιουδαίους το Βασίλειον».

Ο μοναδικός «σοφός βασιλεύς» που καταδικάστηκε, πριν το 73 μ.Χ. όπου και γράφτηκε το εν λόγω γράμμα, ήταν ο Ιησούς Χριστός.

 

Ένατη πηγή: Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (2ος αιώνας μ.Χ.)

 

Ήταν Έλληνας ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Αναγνωρίζει ότι ο Χριστός λατρευόταν από τους Χριστιανούς, εισήγαγε νέες διδασκαλίες και σταυρώθηκε γι’ αυτό. Επιπλέον, αναφέρει ότι οι διδασκαλίες του Ιησού περιλαμβάνουν την αδελφότητα των πιστών, τη σημασία της μεταστροφής και την αναγκαιότητα της άρνησης άλλων θεών.

 

Λουκιανός ο Σαμοσατεύς (125 – 180 μ.Χ.) Ρητοροδιδάσκαλος και σατιρικός συγγραφέας. Γύρω στα σαράντα του χρόνια εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, βιοποριζόμενος από τη σοφιστική, και ασχολήθηκε παράλληλα με τον σατιρικό διάλογο και την επικούρεια φιλοσοφία.

 

Δέκατη πηγή: Η περιγραφή του Ιησού Χριστού από τον διοικητή της Ιουδαίας Πούλβιο Λέντουλο

 

Πρόκειται για ένα γράμμα που βρέθηκε στη Βιβλιοθήκη των Λαζαριστών της Ρώμης, το οποίο έγραψε ο Πούλβιος Λέντουλος, διοικητής της Ιουδαίας, πριν από τον Πόντιο Πιλάτο και το έστειλε στον Ρωμαίο Αυτοκράτορα Τιβέριο και στο οποίο περιγράφεται η μορφή του Ιησού Χριστού. Το πρωτότυπο είναι γραμμένο στα λατινικά και βρίσκεται στη βιβλιοθήκη Cesarini στην Ρώμη.

 

«…Ήκουσα, ω Καίσαρ, ότι επιθυμείς να μάθης ότι σοί γράφω νυν περί ανθρώπου τινός λίαν εναρέτου καλουμένου ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ, ών ο λαός θεωρεί Προφήτην και οι μαθηταί του Θεόν, λέγοντες ότι είναι Υιός Θεού, πλάστου των ουρανών και της γης και παντός ό,τι εν αύτη ευρίσκεται και υπάρχει.

Τη αληθεία, ω Καίσαρ, ακούονται καθ’ εκάστην θαυμάσια πράγματα περί του Χριστού αυτού. Ανεγείρει νεκρούς και ιατρεύει ασθενείς δια μιας μόνης λέξεως. Είναι ανήρ αναστήματος μετρίου, καλός την όψιν και μεγαλοπρέπειαν περιβεβλημένος, ιδίως κατά το πρόσωπον, ώστε όσοι Τον ατενίζουν αναγκάζονται να Τον αγαπούν και να Τον φοβώνται.

Έχει την κόμην χρώματος καρύου ώριμου εξικνουμένην μέχρι των ώτων Του, εκείθεν δε μέχρι των ωμοπλατών Του καταντά γαιόχρους αλλά μάλλον στιλπνή, διχάζεται δ’ αυτή εν τω μέσω άνωθεν κατά το σύστημα των Ναζαρηνών. Το μέτωπόν Του είναι λείο και γαλήνιον, το πρόσωπόν Του άνευ ρυτίδος ή κηλίδος, η ρίς και τα χείλη Του κανονικώτατα. Το γένειόν Του είναι πυκνόν και του αυτού χρώματος της κόμης, δεν είναι δε μακρόν και διχάζεται εν τω μέσω. Το βλέμμα Του είναι σοβαρόν και εμποιούν φόβον, έχει δε δύναμιν ακτίνος ηλιακής.

Ουδείς δύναται να Τον παρατηρήση ατενώς. Όταν επιτιμά, φοβίζει. Όταν δε πράττη τούτο, κλαίει. Είναι αξιαγάπητος και χαριείς μετά σοβαρότητος. Λέγουσιν ότι ουδέπωτε ώφθη γελών, αλλά πλειστάκις κλαίων. Έχει ωραίας τας χείρας και τους βραχίονας. Εν τη συνομιλία ευαρέστει τους πάντας. Δυσκόλως όμως φαίνεται, όταν δε φανή που, είναι μετριόφρων και το ωραιότερον παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος ως την Μητέρα Του, ήτις έστιν η ωραιοτέρα γυνή, ήτις ποτέ εθεάθη εις τα μέρη ταύτα.

Εάν όμως η Ση μεγαλειότης, ω Καίσαρ, ποθή να ιδή Αυτόν ως μοι έγραφες άλλοτε, πληροφόρησόν με, διότι θα σοί Τον στείλω πάραυτα. Πάντες εν Ιερουσαλήμ θαυμάζουσιν την σοφίαν Του, και τι ουδέποτε εσπούδασε τι, και όμως είναι κάτοχος πάσης επιστήμης. Περιπατεί ανυπόδητος και ασκεπής την κεφαλήν. Πολλοί βλέποντες Αυτόν γελώσιν, αλλ’ όταν ευρίσκονται προ Αυτού τρέμουσιν και θαυμάζουσιν αυτόν.

Λέγουσιν ότι ουδέποτε άνθρωπος ως αυτός ενεφανίσθη εις τα μέρη ταύτα. Τη αληθεία ως μοι λέγουσιν οι Εβραίοι, ουδέποτε εδόθησαν συμβουλαί, ουδέποτε εκηρύχθη διδασκαλία ως η ιδική Του, πολλοί δε των Ιουδαίων θεωρούσιν αυτόν Θεόν. Άλλοι πάλιν μοι λέγουν ότι είναι εχθρός της Σης Μεγαλειότητος, ω Καίσαρ. Πολλαχώς με παρενοχλούσιν οι μοχθηροί αυτοί Εβραίοι. Λέγεται ότι αυτός ουδέποτε δυσαρέστησε τινά, αλλ’ ότι μάλλον εποίησε το αγαθόν. Όλοι όσοι εγνώρισαν Αυτόν λέγουσιν ότι ευεργετήθηκαν παρ’ Αυτού. Όμως εις την σην Μεγαλειότητα, ω Καίσαρ, εις την πρός σε υπακοήν, ειμί πρόθυμος. Ό,τι διατάξεις θέλει εκτελεσθή ».

Εν Ιερουσαλήμ Ινδικτίωνος ζ΄, Σελήνης ια΄

Της Σης Μεγαλειότητος πιστότατος και ευπειθέστατος

ΠΟΥΒΛΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Κυβερνήτης της Ιουδαίας

 

Μετάφραση

 

«….Μεγαλειότατε Καίσαρα,

Άκουσα ότι επιθυμείς να μάθεις αυτά που σου γράφω για κάποιον άνθρωπο που είναι πολύ ενάρετος και ονομάζεται Ιησούς Χριστός, τον οποίο ο Λαός θεωρούσε προφήτη, οι μαθητές Του όμως Τον θεωρούσαν Θεό κι έλεγαν ότι είναι Υιός του Θεού, Δημιουργός του ουρανού και της γης και όλων, και ότι βρίσκεται παντού. Είναι αλήθεια Καίσαρα ότι ακούγονται κάθε μέρα θαυμάσια πράγματα για τον άνθρωπο αυτό. Ανασταίνει νεκρούς και θεραπεύει αρρώστους, με μια Του λέξη.

Είναι άνδρας, μετρίου αναστήματος, όμορφος στην όψη και αρχοντικός, ιδιαίτερα το πρόσωπό Του, ώστε όσοι Τον κοιτούν, τους προκαλεί αγάπη και σεβασμό. Τα μαλλιά Του είναι μέχρι τα αφτιά Του και πίσω φτάνουν μέχρι τους ώμους, καστανά και λαμπερά, διαχωρίζονται κατά το έθιμο των Ναζωραίων. Το μέτωπό Του είναι καθαρό και γαλήνιο, το πρόσωπό Του χωρίς σημάδια και ρυτίδες.

Η μύτη και τα χείλη Του είναι κανονικότατα. Τα γένια Του είναι πυκνά, καστανά και μακριά, που χωρίζουν στη μέση. Το βλέμμα Του είναι σοβαρό και προκαλεί σεβασμό, είναι δε δυνατό σαν ακτίνατου ήλιου. Όταν είναι αυστηρός, κανείς δεν μπορεί να Τον ατενίσει και όταν μαλώνει κάποιον, κλαίει… Τα χέρια και τα μπράτσα Του είναι όμορφα. Όταν συνομιλεί, τους ικανοποιεί όλους. Δεν εμφανίζεται συχνά, αλλά όταν αυτό συμβαίνει είναι μετριόφρων και έχει το ωραιότερο παράστημα του κόσμου. Είναι ωραίος, όπως και η μητέρα Του, η οποία είναι η ωραιότερη γυναίκα από όσες ποτέ φάνηκαν στα μέρη αυτά.

Εάν όμως η Μεγαλειότητά σου Καίσαρα θέλει να Τον δεί, όπως μου είχες γράψει, πές το μου για να σου τον στείλω αμέσως. Αν και ποτέ δεν έκανε σπουδές, ξέρει όμως κάθε επιστήμη. Περπατάει ξυπόλητος και ασκεπής. Πολλοί σαν Τον βλέπουν γελάνε, αλλά όταν στέκονται μπροστά Του τρέμουν και Τον θαυμάζουν. Λένε ότι ποτέ ξανά δεν έχει εμφανιστεί στα μέρη αυτά άνθρωπος σαν κι Αυτόν.

Επίσης λένε οι Εβραίοι ότι ποτέ δεν δόθηκαν συμβουλές ούτε κηρύχθηκε διδασκαλία σαν τη δική Του, πολλοί δέ από τους Ιουδαίους Τον θεωρούν Θεό. Άλλοι πάλι λένε ότι είναι εχθρός του Καίσαρα. Λένε επίσης ότι Αυτός ποτέ δεν δυσαρέστησε κάποιον, αλλά αντίθετα πάντα έκανε το καλό. Όλοι όσοι Τον γνωρίζουν λένε ότι τους ευεργέτησε. Παρόλα αυτά Καίσαρα είμαι πρόθυμος να υπακούσω στην Μεγαλειότητά σου και ότι με διατάξεις θα το κάνω ».

Ιερουσαλήμ

Ινδικτίωνος 7, σελήνης 11

ΠΟΥΛΒΙΟΣ ΛΕΝΤΟΥΛΟΣ

Διοικητής της Ιουδαίας

Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που μας μαρτυρούν την ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Αυτές είναι τα αρχαιολογικά ευρήματα που έχουν βρεθεί.

 

Αρχαιολογικά ευρήματα

 

E. L. Sukenik

Eleazar Lipa Sukenik (1889 – 1953) Ισραηλινός αρχαιολόγος και καθηγητής στο Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ.

Καθηγητής του εβραϊκού πανεπιστημίου, ο οποίος το 1945 ανακάλυψε σε ανασκαφή κοντά στην Ιερουσαλήμ δύο τάφους, οι οποίοι περιείχαν από μια σκαλιστή επιγραφή. Τις επιγραφές αυτές αργότερα τις ονόμασε «το αρχαιότερο έγγραφο του Χριστιανισμού». Σύμφωνα με τους επιστήμονες, οι επιγραφές αυτές χαράχθηκαν περίπου το 50 μ.Χ. και είναι αρχαιότατες, δηλαδή 15 χρόνια μόνο από το θάνατο του Ιησού.

Η πρώτη επιγραφή περιλάμβανε μια προσευχή προς τον Ιησού Χριστό για βοήθεια, ενώ η δεύτερη επιγραφή ήταν μια ικεσία που απευθύνονταν πάλι στον Ιησού και ζητούσε την ανάσταση εκ νεκρών.

Πάπυροι Οξυρρύγχου

 

Οι πάπυροι αυτοί αποδεικνύουν την ιστορικότητα του Ιησού. Πρόκειται για μια συλλογή παπύρων οι οποίοι γράφτηκαν μέχρι το 140 μ.Χ. Ορισμένοι από αυτούς τους παπύρους αναφέρουν λόγια του Ιησού που θυμίζουν κατά πολύ το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο.

 

Τίμιος Σταυρός

 

Η ανακάλυψή του αποτελεί το αδιαμφισβήτητο τεκμήριο της υπάρξεως του Κυρίου μας. Είναι γνωστό, ότι για να ανακόψει τις επισκέψεις των χριστιανών ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ανδριανός, έκτισε πάνω στον Γολγοθά το ναό της Αφροδίτης. Το 326 μ.Χ. η Αγία Ελένη γκρέμισε τον ναό και άρχισαν εργασίες για να βρεθεί το Τίμιο ξύλο. Τελικά βρέθηκαν και οι τρείς σταυροί, του Ιησού Χριστού και των δύο ληστών. Για να καταλάβουν ποιός ήταν ο σταυρός του Ιησού, έφεραν και τους τρείς σε μια ετοιμοθάνατη άρρωστη γυναίκα. Μόλις αυτή ακούμπησε τον Τίμιο Σταυρό έγινε αμέσως καλά.

Ο Τίμιος Σταυρός αποτελεί κειμήλιο της παγκόσμιας κληρονομιάς, αλλά και αδιάσειστο στοιχείο που αποδεικνύει όχι μόνο την ιστορική ύπαρξη του Ιησού αλλά και το ότι η χριστιανική πίστη είναι ζωντανή, αφού η Σταύρωση, τα Πάθη και η Ανάσταση του Κυρίου αποτελούν τους θεμέλιους λίθους του Χριστιανισμού.

 

Η επιγραφή Ι. Ν. Β. Ι

 

Την 1η Φεβρουαρίου 1492 σημειώθηκε στη Ρώμη μια συγκλονιστική ανακάλυψη. Κατά τη διάρκεια των εργασιών για την αποκατάσταση μιας τοιχογραφίας, βρέθηκε πίσω από αυτήν μια πέτρινη πλάκα με χαραγμένη την επιγραφή «TITULUS CRUCIS». Οι εργάτες κατά την αφαίρεση της πλάκας αυτής, ανακάλυψαν μία κόγχη εντός της οποίας υπήρχε ένα μολύβδινο κιβώτιο που είχε σφραγισθεί από τον Αρχιεπίσκοπο της Μπολόνια καρδινάλιο Γεράρδο, τον μετέπειτα Πάπα Φωτεινό Β΄ (1144-1145). Μέσα σε αυτό υπήρχε ένα τεμάχιο της εγχάρακτης πινακίδας από το Σταυρό του Ιησού. Το τεμάχιο ήταν από ξύλο καρυδιάς και είχε χαραγμένη σε τρείς σειρές μια επιγραφή. Στη δεύτερη σειρά έγραφε «ΝΑΖΑΡΕΝΟΥΣ Β(ΑΣΙΛΕΥΣ)» και στη τρίτη σειρά «ΝΑΖΑRINUS RΕ(Χ)».

Σύμφωνα με τον Ρουφίνο και τον Θεοδώρητο Κύρου, η αυτοκράτειρα Ελένη, αφού βρήκε το Σταυρό του Χριστού, αφαίρεσε δύο κομμάτια. Το πρώτο το έστειλε στο γιο της στην Κωνσταντινούπολη και το δεύτερο το πήρε μαζί της στη βασιλική της κατοικία στη Ρώμη. Το ότι δεν γίνεται ξεχωριστή αναφορά για την αφαίρεση του επίμαχου τεμαχίου από την επιγραφή του Σταυρού, αυτό συνέβη κατά πάσα πιθανότητα, επειδή Σταυρός και επιγραφή θεωρούνταν ως ένα πράγμα. Μετά το θάνατό της, κατά τη διάρκεια του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα μ.Χ., η μεγαλύτερη αίθουσα του παλατιού της μετετράπη σε χριστιανικό ναό, ο οποίος έλαβε την ονομασία «Ιερουσαλήμ». Μάλιστα, ο επίσκοπος Μεδιολάνων (374-397 μ.Χ.) Αμβρόσιος αναφέρει την ύπαρξη του επίμαχου τεμαχίου στη Ρώμη.

Στην εκκλησία αυτή και πιο συγκεκριμένα στο παρεκκλήσιο της Αγίας Ελένης, τοποθετήθηκε το τεμάχιο από την επιγραφή της θανατικής καταδίκης του Ιησού. Οι ιερείς του ναού έκρυψαν το κομμάτι αυτό το 455 μ.Χ., φοβούμενοι πιθανή καταστροφή του από επιδρομές των Βησιγότθων. Το ίδιο τεμάχιο ξανακρύφτηκε, αυτή τη φορά για άγνωστο λόγο, το πρώτο μισό του 11ου αιώνα, από τον καρδινάλιο Γεράρδο και ανακαλύφθηκε κατά τύχη το 1492.

Από το 1520 έως το 1930, η επιγραφή παρέμεινε στο ναό του Αγίου Σταυρού (πρώην Ιερουσαλήμ). Το 1930 κτίστηκε δίπλα σ’ αυτόν ένα παρεκκλήσιο προς τιμήν της Αγίας Ελένης, και από τότε έως σήμερα η επιγραφή φυλάσσεται εκεί.

 

Βιβλία  με αναφορές στη σταύρωση του Χριστού

 

Νέα δεδομένα για τα τελευταία χρόνια του Χριστού πρόκειται να δουν το φως της δημοσιότητας μετά από ανακάλυψη 70 μεταλλικών εγχειριδίων με κρυπτογραφημένο υλικό για τη Σταύρωση Του, τα οποία βρέθηκαν σε σπηλιά της Ιορδανίας και αναμένεται ότι θα φέρουν στο φως άγνωστες πτυχές των πρώιμων χρόνων του Χριστιανισμού.

Το μέγεθος των σελίδων είναι παρόμοιο με πιστωτικής κάρτας και υπάρχουν χαραγμένες εικόνες και σύμβολα, που αναφέρονται στο Μεσσία και ειδικότερα στη Σταύρωση και την Ανάσταση Του. Τα εγχειρίδια είναι δεμένα με μεταλλικό σύρμα, ενώ κάποια από αυτά είναι σφραγισμένα.

Ο Βρετανός καθηγητής Αρχαιολογίας και Ιστορίας των Θρησκειών Ντέιβιντ Έλινγκτον ισχυρίζεται ότι «ίσως είναι η μεγαλύτερη ανακάλυψη στην ιστορία του Χριστιανισμού», ενώ ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σέφιλντ, Φίλιπ Ντέιβις, υποστηρίζει ότι «ανάμεσα στα περιεχόμενα διακρίνονται εικόνες που δείχνουν τα τείχη μιας πόλης, ένα σταυρό και ένα τάφο. Είμαστε σχεδόν σίγουροι ότι πρόκειται για τα Ιεροσόλυμα και τη Σταύρωση του Χριστού».

Για να λυθεί το μυστήριο γύρω από το περιεχόμενο των εγχειριδίων χρειάζεται πρώτα να τα δώσει πίσω ένας Ισραηλινός, ο οποίος υποστηρίζει ότι είναι δικά του και της οικογένειάς του εδώ και εκατό χρόνια. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι οι αποκαλύψεις από τα βιβλία αυτά θα ξεπεράσουν αυτές των 900 χειρογράφων της Νεκρής Θάλασσας που βρέθηκαν το 1947.

 

Το πρώτο πορτραίτο που φτιάχτηκε με τον Ιησού Χριστό

 

Ερευνητές έφεραν στο φως και ένα πορτραίτο το οποίο απεικονίζει μια φιγούρα ιδιαίτερα γνωστή που παραπέμπει σε έναν γενειοφόρο νέο άνδρα με μακριά, σγουρά μαλλιά. Παρ’ όλα αυτά, αν και όντας θαμμένο για περίπου 2.000 χρόνια σε ένα σπήλαιο κοντά στον Ιορδάνη ποταμό, στο ιδιότυπο αυτό πορτραίτο εύκολα μπορεί να διακρίνει κάποιος και τα σημάδια που έχει αφήσει στο μεταλλικό φύλλο το ακάνθινο στεφάνι στο μέτωπο του άνδρα.

Σύμφωνα με τους ειδικούς, το πορτραίτο αυτό είναι αποτυπωμένο επάνω σε ένα από τα συνολικά εβδομήντα λεπτά μεταλλικά φύλλα-κώδικες που ανακαλύφθηκαν πρόσφατα και ήδη κάποιοι ερευνητές πιθανολογούν πως ίσως να πρόκειται για το παλαιότερο πορτρέτο του Ιησού Χριστού δηλαδή μια εικόνα που φιλοτέχνησε κάποιος σύγχρονος του που τον ήξερε!

Το μέγεθος του κώδικα είναι μικρότερο από μια πιστωτική κάρτα, ενώ εντυπωσιακό είναι και το γεγονός πως είναι σφραγισμένος από όλες τις πλευρές κι έχει μία τρισδιάστατη απεικόνιση του ανθρώπινου κεφαλιού τόσο στο μπροστινό όσο και στο πίσω μέρος του. Τέλος, εύκολα διακρίνει κανείς επάνω στον κώδικα και το δακτυλικό αποτύπωμα του άγνωστου δημιουργού του (βλέπε εφημερίδα «Δημοκρατία», Δευτέρα 4 Απριλίου 2011).

 

Επίλογος

 

Με βάση τα ανωτέρω στοιχεία αποδεικνύεται και επιβεβαιώνεται επιστημονικά και ιστορικά η ιστορική ύπαρξη του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός δεν είναι απλά ο ιστορικός ιδρυτής ενός θρησκευτικού κινήματος, αλλά κάποιος που το πρόσωπο και το έργο του υπήρξαν αντικείμενο φιλοσοφικής και θεολογικής σκέψης.

Ως ιστορικό πρόσωπο, δηλαδή ως πρόσωπο υπαρκτό, εξετάζεται ως ένα ανθρώπινο ον που έζησε σε έναν συγκεκριμένο τόπο και χρόνο. Καταδικάστηκε από τις ρωμαϊκές αρχές στην Ιουδαία με μαρτυρικό σταυρικό θάνατο, επειδή είχε ισχυριστεί πώς ήταν «Βασιλέας των Ιουδαίων», τίτλος που ουσιαστικά είχε πολιτικό περιεχόμενο.

Να σημειωθεί ότι την εποχή που έζησε ο Χριστός, η πολιτική εξουσία ασκούνταν από τον Ηρώδη Αντίπα (Γαλιλαία, Περαία), τον Πόντιο Πιλάτο (Ιουδαία, Σαμάρεια, Ιδουμαία) και τον Ιωσήφ Καϊάφα (αρχιερέας της Ιερουσαλήμ).

Σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή Μάρκο, ο Ιησούς Χριστός καταδικάστηκε επειδή διεκδικούσε δύο τίτλους (Μεσσίας και Υιός του Θεού). Το θέμα όμως των τίτλων αποτελούσε πρόφαση. Η άμεση αιτία της θανάτωσης του Ιησού ήταν η απειλή εναντίον του Ναού (Εβραϊκό ιερατείο).

 

Βιβλιογραφία


 

  • Καινή Διαθήκη (Ευαγγέλια κατά Μάρκον, κατά Ματθαίον, κατά Ιωάννη, κατά Λουκά).
  • Πράξεις των αποστόλων (ιη, 2).
  • Πλίνιος ο νεότερος, Επιστολή προς τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Τραϊανό Ανδριανό (Epist. X, XCVI).
  • Φλάβιος Ιώσηπος, Ιουδαϊκή αρχαιολογία, Άπαντα, τ. 14: Βιβλία ΙΖ, ΙΗ και  τ. 15: Βιβλία ΙΘ, Κ), Κάκτος, Αθήνα 1998.
  • The Complete Works of Takitus, New York, 1942.
  • Τάκιτος, Χρονικά, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, τόμος Β΄, βιβλίο XV (38,44),  2012.
  • Γάιος Σουητώνιος, Οι βίοι των Καισάρων: Περί επιφανών ανδρών, Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, 1999.
  • Klausner, Jesus of Nazareth: His Life, Times and Teaching.
  • Εθνική Βρετανική Βιβλιοθήκη, αριθ. χειρογράφου BL Add. 14658 [ το χειρόγραφο αυτό αποτελεί τμήμα μιας ευρύτερης συλλογής περγαμηνών με κωδ. 14425, 14741 και βρέθηκε στο Συριακό μοναστήρι της Αιγύπτου].
  • Ε.Π. Σάντερς, Το Ιστορικό Πρόσωπο του Ιησού, εκδ. Φιλίστωρ.
  • Αρχιμ. Λεωνίδας Διαμαντόπουλος, Ιησούς Χριστός ως ιστορική προσωπικότης, ΕΚΔ. «Ο Σωτήρ», 1979.
  • F.F. Bruce, Η Ιστορικότητα του Ιησού Χριστού.
  • Κωνσταντίνος  Σ. Χατζηελευθερίου, Που βρίσκεται ο Σταυρός του Ιησού, περιοδικό απαγορευμένη ιστορία, τεύχος 3, σελ. 32.
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.apologitis.com
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://www.pentapostagma.gr
  • Διαδικτυακός ιστότοπος : http://pneymatiko.wordpress.com/

 

Σχοινοχωρίτης Κωνσταντίνος

Ιστορικός, Αρχειονόμος – Βιλιοθηκονόμος, Υποψήφιος Διδάκτωρ.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που συνοδεύουν το κείμενο οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »