Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Τα ίχνη του Καποδίστρια στο Ναύπλιο – © Χρήστος Πιτερός


 

Στις 6 Ιανουαρίου 1828 ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας, σύμφωνα με την απόφαση της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), συνοδευόμενος από τα πλοία των Τριών Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας) επιβαίνων στο αγγλικό warspite κατέπλευσε στο Ναύπλιο. Την 7η Ιανουαρίου τα τρία συνοδεύοντα πλοία τον Κυβερνήτη ύψωσαν την Ελληνική σημαία και την εχαιρέτησαν με κανονιοβολισμούς, ως  έμπρακτη αναγνώριση της Ελληνικής Ανεξαρτησίας, ενώ κανονιοβολισμούς ανταπέδωσαν τα φρούρια του Ναυπλίου, με τις επευφημίες και τις ζητωκραυγές των κατοίκων της πόλης, που είχαν συγκεντρωθεί στο λιμάνι.

Την επομένη 8 Ιανουαρίου, ο Κυβερνήτης αποβιβάσθηκε στο Ναύπλιο1, όπου ο λαός τον υποδέχθηκε με επευφημίες ως σωτήρα και λυτρωτή, και προπορευομένου του Αρχιερέως και του κλήρου, κατευθύνθηκε στη μητρόπολη του Αγίου Γεωργίου όπου εψάλη δοξολογία.

Στη συνέχεια οδηγήθηκε στην πολυτελή οικία του Εμμ. Ξένου, όπου κατέλυσε, η οποία βρισκόταν στο Μεγάλο δρόμο (Βασιλέως Κωνσταντίνου) όπου δέχθηκε τις αρχές της πόλης και την 10η Ιανουαρίου 1828 ανεχώρησε για τον Πόρο και την Αίγινα.

Με την άφιξή του στο Ναύπλιο ο Ι. Καποδίστριας άρχισε με ενέργειές του την άμεση ανασυγκρότηση της χώρας και έβαλε τάξη στην πόλη. Οι  φιλονικούντες φρούραρχοι του Παλαμηδίου και της Ακροναυπλίας Θ. Γρίβας και Φωτομάρας του παρέδωσαν τα κλειδιά των φρουρίων, όρισε  φρούραρχο του Ναυπλίου τον Βαυαρό συνταγματάρχη Κ. Έϋδεκ, και διόρισε πολιτάρχη τον συνταγματάρχη Πίζαν.

Με την αναχώρηση του Κυβερνήτη στις 10 Ιανουαρίου 1828 για την Αίγινα, στο Ναύπλιο παρέμεινε ο συμπατριώτης του μηχανικός και λοχαγός του γαλλικού στρατού Σταμ. Βούλγαρης. Με επιστολή του προς τους Δημογέροντες του Ναυπλίου ζήτησε να συνδράμουν τον Στ. Βούλγαρη με σκοπό να επιδιορθώσει την οικία του Εμμ. Ξένου, ως προσωρινή κατοικία του Κυβερνήτη, να επιθεωρήσει τις οχυρώσεις και να συντάξει γενική έκθεση. Από τις πρώτες φροντίδες του Καποδίστρια ήταν η πολεοδομική ανασυγκρότηση της χώρας2.

Ειδικότερα για την πόλη του Ναυπλίου, όπως γίνεται φανερό από την αναλυτική αναφορά του φρουράρχου Έϋδεκ3 στις 3-7-1829, λήφθηκαν  άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση πολλών προβλημάτων της πόλης με τους σωρούς των ερειπίων, που εγκυμονούσαν άμεσους κινδύνους για την  δημόσια υγεία και την επιβίωση των κατοίκων. Διανοίχθηκαν οι καταχωμένοι υπόνομοι για τον καθαρισμό της πόλης, επισκευάσθηκε το υδραγωγείο ύδρευσης της Άριας, καθαρίστηκαν και πλακοστρώθηκαν οι δρόμοι, κατεδαφίστηκαν τα παραπετάσματα (σαχνισιά) που έφραζαν τους δρόμους, και διανοίχθηκαν ευρύτεροι δρόμοι, απομακρύνθηκαν οι καλύβες από την πόλη, με αποτέλεσμα να αναπνεύσει η πόλη με τον καλύτερο αερισμό και τον  υγιεινό τρόπο διαβίωσης. Επισκευάσθηκαν οι οικίες, οι οχυρώσεις, ο στρατώνας του Πλατάνου (Αρχαιολογικό Μουσείο), ο στρατώνας στα Πέντε Αδέλφια, το φρουραρχείο, τα στρατιωτικά κτίρια της Ακροναυπλίας και διαμορφώθηκαν χώροι. Το φρούριο Παλαμήδι εκκαθαρίστηκε, επιδιορθώθηκε και κτίστηκαν νέα κτίρια, τακτοποιήθηκε και ενισχύθηκε ο εξοπλισμός.

Ο Στ. Βούλγαρης ανέλαβε το 1828 την εκπόνηση του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου. Απομάκρυνε τις καλύβες των προσφύγων από την πόλη, τις μετέφερε στην Πρόνοια, δημιούργησε ευρείς δρόμους και πλατείες, μεταξύ των οποίων και τον κεντρικό μεγαλύτερο δρόμο της πόλης, το γνωστό  Μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Παράλληλα ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου του πρώτου προσφυγικού συνοικισμού στην Πρόνοια4. (εικ. 1)

 

Εικόνα 1: E. Peytier, Γενική άποψη Πρόνοιας και Ναυπλίου.

 

Την εφαρμογή του σχεδίου πόλης του Ναυπλίου του Στ. Βούλγαρη ανέλαβε στη συνέχεια ο μηχανικός Θ. Βαλλιάνος το 1829. Αντίγραφο του σχεδίου πόλης του Θ. Βαλλιάνου, σώθηκε στην Κέρκυρα. (εικ. 2), στο οποίο αργότερα έγιναν τροποποιήσεις.

 

Εικόνα 2: Σχέδιο πόλης Ναυπλίου Θ. Βαλλιάνου.

 

Σημαντικά κτίρια κατασκευάσθηκαν στο Ναύπλιο κατά την Καποδιστριακή περίοδο, όπου μετά την Δ΄Εθνοσυνέλευση τον Ιούλιο-αρχές Αυγούστου 1829 η πρωτεύουσα του κράτους μεταφέρθηκε από την Αίγινα στο Ναύπλιο5.

Η παρουσία του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, όπου έβαλε ανεξίτηλα την σφραγίδα του παραμένει ζωντανή μέχρι σήμερα. Παρά τις οικονομικές δυσχέρειες ανοικοδομήθηκαν μέσα σε τρία χρόνια πολλά δημόσια κτίρια ιδιαίτερα στην Αίγινα, το Ναύπλιο και το Άργος.

Στα βορειοανατολικά της πόλης στη δυτική πλευρά της Πλατείας Συντριβανίου, σημερινή Πλατεία Τριών Ναυάρχων, κτίσθηκε το 1829 το «Παλάτιον» η «Κυβερνείο» του Καποδίστρια6, σε οικόπεδο που είχε αγοράσει ο Πανούτσος Νοταράς, ένα μεγάλο τριώροφο επίμηκες νεοκλασικό κτίριο με μέγιστες διαστ. 30,40Χ27,80 μ. και κάλυψη 671 τ.μ. που άρχιζε από την οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και έφθανε ως την Λεωφόρο Αμαλίας υπερκαλύπτοντας το ενδιάμεσο στενό, την οδό Γ. Δημητριάδη, με τη δημιουργία μεγάλης καμάρας, διαβατικού, στο ισόγειο (εικ. 3). Το βορειότερο τμήμα του κτιρίου διαστ. 11Χ12,80 μ. είναι μικρότερο από το νοτιότερο. Αρχιτέκτονας του κτιρίου ήταν, από την Νεάπολη της Ιταλίας, ο Πασκουάλε Ιππολίτι (Pascal Ippoliti).

 

Εικόνα 3: Κυβερνείο, Παλατάκι Ι. Καποδίστρια (1890) από ανατολικά.

 

Το Κυβερνείο, σχέδιο Α. Κοντόπουλου

 

Φωτογραφία του Κυβερνείου κατά την πρώτη εικοσαετία του (20) εικοστού αιώνα από τον Παν. Μαζαράκη (1886- 1972), γραμματέα της Εισαγγελίας Εφετών Ναυπλίου. Δεξιά το κτίριο του οπλοστασίου.

 

Το κτίριο αυτό ένα από τα παλαιότερα κτίρια του κλασικισμού στο Ναύπλιο, επίμηκες έντονα απλωμένο κατά την Σ. Καρούζου, με συμμετρικά ανοίγματα και τονισμένη την οριζόντια διάρθρωση, ανάλογη με το ενετικό κτίριο της Αρμερίας, σημερινό Αρχαιολογικό Μουσείο της Πλατείας Συντάγματος.

Εικόνα 4: P. von Hess, η άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο 1835, λεπτομέρεια Κυβερνείου με αέτωμα.

Ωστόσο το κτίριο προβάλλεται ισόρροπα και τονίζεται ο κατακόρυφος άξονας του κτιρίου, στην ανατολική επιμήκη πλευρά, με την προβολή-προεξοχή του κεντρικού τμήματος, με την μεγάλη καμάρα στο ισόγειο, το μπαλκόνι με τη θύρα στον δεύτερο όροφο και την αρθρωτή ελαφρώς χαμηλότερη στέγη από την τετράρριχτη κύρια στέγη του κτιρίου. Προφανώς πρόκειται για δυτικότροπο χαρακτηριστικό, το οποίο δεν απαντάται σε κανένα νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου (εικ. 3). Η άποψη της Σ. Καρούζου ότι το κτίριο έφερε αρχικά αέτωμα, το οποίο θα αχρηστεύθηκε αργότερα, επειδή το κτίριο εικονίζεται με αέτωμα στο γνωστό πίνακα του P. Von Hess με την άφιξη του Όθωνα στο Ναύπλιο είναι εσφαλμένη7. (εικ. 4)

Όπως όμως σαφώς προκύπτει από την υδατογραφία του A. Marc8 (εικ. 5) γύρω στα 1833, λίγα χρόνια μετά την κατασκευή του με τονισμένες τις οριζόντιες και κάθετες συμμετρικές αρθρώσεις, αλλά και από τις μεταγενέστερες φωτογραφίες του τέλους του 19ου αι. και των αρχών του 20ου αι. στο κεντρικό προβαλλόμενο τμήμα είχε ειδική, αρθρωτή, χαμηλή επικλινή τετράριχτη στέγη, αλλά δεν είχε αέτωμα (εικ. 3). Η αναπαράσταση του κτιρίου σε σχέδιο του W. Schaefer 1935, όταν το κτίριο είχε ήδη καταστραφεί και κατεδαφιστεί με αέτωμα ως διώροφο! και με παράθυρα, πόρτες και ορθογώνιους φεγγίτες στο ισόγειο είναι εσφαλμένη.

 

Πλατεία Σιντριβανίου με το Παλατάκι του Καποδίστρια

 

Με απλή σύγκριση γίνεται φανερό ότι ο Schaefer αντιγράφει την έντονα κλασικιστική, ανακριβή όμως αναπαράσταση του κτιρίου μεαέτωμα του P. V. Hess, στον πίνακα (1835) της άφιξης του Όθωνα στο Ναύπλιο9. Επίσης στην αναπαράσταση του Κυβερνείου-Παλατάκι από τον Α. Κοντόπουλο, με πόρτες στα δυο άκρα του ισογείου, που δημοσιεύει η Σ. Καρούζου είναι εσφαλμένη. Το κτίριο αρχικά δεν είχε πόρτες στην ανατολική επιμήκη όψη  του ισογείου. Η κύρια είσοδος του κτιρίου προφανώς ήταν στον κεντρικό μεγάλο δρόμο (οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου). Στις αρχές του 20ου αιώνα,  όταν το κτίριο λειτουργούσε ως Νομαρχία, προφανώς για τις λειτουργικές ανάγκες του κτιρίου το νοτιότερο παράθυρο είχε διαμορφωθεί σε πόρτα, όπως σαφώς προκύπτει από φωτογραφία της εποχής και προφανώς αυτό αποτέλεσε την αφετηρία της εσφαλμένης αναπαράστασης από τον Κοντόπουλο.

Εικόνα 6: Πώρινος λίθος του Κυβερνείου με τη χρονολογία 1829, ανέγερσης του κτιρίου. (Δημόσια Βιβλιοθήκη ο Παλαμήδης)

Στο Παλατάκι-Κυβερνείο του Καποδίστρια στη συνέχεια έμεινε ο βασιλιάς Όθωνας, και το κτίριο ονομάστηκε Ανάκτορο, ενώ η πλατεία Συντριβανίου  ονομάσθηκε Πλατεία Ανακτόρων. Αρκετά χρόνια μετά την έξωση του Όθωνα το 1862, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Νομαρχία. Στις 16 Οκτωβρίου το 1929 το κτίριο καταστράφηκε από πυρκαγιά, δεν ανοικοδομήθηκε και κατεδαφίστηκε. Το 1933 κηρύχθηκε το οικόπεδο ως διατηρητέο και  διαμορφώθηκε ως πάρκο, όπου αυθαίρετα τοποθετήθηκε στη δεκαετία του 1990 το άγαλμα του Όθωνα (εικ. 23). Είναι αξιοσημείωτο ότι από το  κτίριο διατηρείται στη Δημόσια Βιβλιοθήκη «Παλαμήδης» ο πώρινος ορθογώνιος λίθος διαστ. 52Χ23Χ23 εκ. με τη χρονολογία 1829, έτος ανέγερσής του. (εικ. 6)

Λίγο δυτικότερα 5 μ. από το Κυβερνείο στο Μεγάλο δρόμο (Βασ. Κωνσταντίνου) κτίσθηκε το 1831 ένα μεγάλο τριμερές μνημειακό νεοκλασικό κτίριο, χαρακτηριστικό δείγμα της πρώτης φάσης του νεοκλασικισμού, το οποίο είναι κυρίως διώροφο κτίριο και στον τρίτο όροφο προεξέχει μόνο το κεντρικό τμήμα του (εικ. 7). Πρόκειται για το κτίριο του παλιού Δημαρχείου Ναυπλίου, πρώην Δημοτική Πινακοθήκη, στη συνέχεια και νυν Γραμματεία του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

 

Εικόνα 7: Νεοκλασικό κτίριο, Εθνικός Οίκος 1831.

 

Εικόνα 8: Είσοδος νεοκλασικού κτιρίου, Εθνικού Οίκου 1831.

Στη θέση αυτή σαφώς προκύπτει από τη μαρτυρία του Φωτάκου, βρισκόταν η οικία του Αλή Πασά του Ναυπλίου (Αλή μπέη του Άργους), αγοράσθηκε στη συνέχεια από τον Εμμ. Ξένο, όπου έμεινε αρχικά ο Κυβερνήτης «και επί τέλους αγοράσθη υπό του Δήμου Ναυπλιέων δια δημοτικόν κατάστημα»10.

Φέρει χαρακτηριστική πώρινη αψιδωτή νεοκλασική είσοδο με πεσσούς εκατέρωθεν και στο γείσο οδοντωτούς νεοκλασικούς γεισίποδες του αρχαίου  ελληνικού ιωνικού ρυθμού. Πάνω από το γείσο φέρει εντός πλαισίου ανάγλυφη παράσταση του αναγεννώμενου Φοίνικα και στο τύμπανο της  αετωματικής επίστεψης την επιγραφή «Εθνικός Οίκος 1831». Πρόκειται για μοναδικό σωζόμενο χαρακτηριστικό νεοκλασικό κτίριο του Ναυπλίου11. (εικ. 8)

Ένα άλλο σημαντικό νεοκλασικό τριώροφο κτίριο στο Ναύπλιο είναι η γνωστή οικία Άρμασμπεργκ διαστ. 24,14Χ17,20 μ. ένα από τα μεγαλύτερα σπίτια της πόλης. Έλαβε το όνομα από τον ομώνυμο κόμη μέλος της Οθωνικής Αντιβασιλείας (εικ. 9). Το ισόγειο και ο πρώτος όροφος έχουν κτισθεί  από πέτρα, το πιθανότερο, κατά την άποψή μας, κατά τη δεύτερη Τουρκοκρατία και όχι κατά την Β΄ Ενετοκρατία, όπως έχει υποστηριχθεί.

 

Εικόνα 9: Οικία Άρμανσμπεργκ.

 

Εικόνα 10: Οικία Άρμανσμπεργκ, λεπτομέρεια με παράσταση Φοίνικα.

Ο τρίτος όροφος με εμφανή τον νεοκλασικό ρυθμό κτίσθηκε επί Καποδίστρια, με τους χαρακτηριστικούς πεσσούς και τους αναγεννώμενους φτερωτούς φοίνικες στις γωνίες κάτω από την στέγη12 (εικ. 10).

Η μοναδική χαρακτηριστική αψιδωτή πόρτα13 με πεσσούς, στο Ναύπλιο, που θυμίζει σκηνικό εισόδου θεάτρου, με βάση το ίδιο ανοιχτόχρωμο πώρινο υλικό, και την ανάλογη κατασκευή με την πόρτα του «Εθνικού Οίκου 1831» (εικ. 8) και τον εμφανή δευτερογενή τρόπο μονταρίσματος της πόρτας  στο κτίριο, γίνεται φανερό κατά την άποψή μας, ότι η πόρτα αυτή έχει κατασκευασθεί την εποχή του Καποδίστρια (εικ. 11).

 

Εικόνα 11: Πόρτα οικίας Άρμανσμπεργκ. Φωτογραφία Γιώργος Αντωνίου.

 

Εικόνα 12:Σχέδιο πόρτας οικίας Άρμανσμπεργκ.

Το αρχικό κατώφλι της πόρτας και του δρόμου, βρίσκεται 50 εκ. βαθύτερα, όπως προκύπτει από το σχέδιο14(εικ. 12), διότι το επίπεδο των δρόμων σήμερα έχει ανέλθει. Στην απέναντι, νότια πλευρά της οδού Πλαπούτα, βρισκόταν η ανάλογης κατασκευής, μη σωζόμενη τριώροφη οικία Μάουρερ, ο τρίτος όροφος της οποίας κατασκευάστηκε την εποχή του Καποδίστρια και στις γωνίες έφερε τους αναγεννώμενους Φοίνικες, όπως στην οικία Άρμανσμπεργκ .

Στην λεωφόρο Αμαλίας και Εμ. Σωφρόνη, όπου σήμερα βρίσκεται η παλιά τριώροφη νεοκλασική οικία, πρώην κληρονόμων Π. Καζακόπουλου και σήμερα πολεμικό Μουσείο (εικ. 13). σε παλιότερο μη σωζόμενο διώροφο κτίριο ιδρύθηκε το 1825, το «Κεντρικόν Πολεμικό Σχολείον των Ευελπίδων»15, (η σημερινή Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων), το οποίο λειτούργησε από την 12η Ιανουαρίου 1829.

 

Εικόνα 13: Πολεμικό Μουσείο.

 

Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Κυβερνήτης και σπουδαίος γιατρός της χειρουργικής έλαβε ιδιαίτερα μέτρα στο Ναύπλιο για την υγεία των κατοίκων, με  την αναδιοργάνωση του Εθνικού Νοσοκομείου το 1828 για τους πολίτες, το οποίο λειτουργούσε από το 1823, που βρισκόταν στα δυτικά της πόλης, στην σημερινή Πλατεία Νοσοκομείου, του Ψαρομαχαλά16.

Η νεοκλασική πόρτα του Νοσοκομείου17 (εικ. 14) ήταν ανάλογη με την πόρτα του νεοκλασικού κτιρίου του Εθνικού Οίκου, στην οδό Βασιλέως  Κωνσταντίνου (εικ. 8), και έφερε εντοιχισμένη μαρμάρινη επιγραφή διαστ. 74Χ74Χ5 εκ., η οποία βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. (εικ. 15)

 

Εικόνα 14: Πόρτα Εθνικού Νοσοκομείου Ναυπλίου.

 

Εικόνα 15: Επιγραφή Εθνικού Νοσοκομείου

 

Η επιγραφή18 στο κεντρικό χώρο φέρει σε ανάγλυφο τόντο διαμέτρου 30 εκ. τον αναγεννώμενο Φοίνικα από την τέφρα του (εικ. 15) και σε κυκλική διάταξη περιμετρικά, με κεφαλαία γράμματα, με ύψος γραμμάτων 4 εκ., τις ακόλουθες τρεις επιγραφές:

  1. Ελληνική Πολιτεία αωκα (1823)
    2. Α΄ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου 1823
    3. Ζήτω ο Κυβερνήτης της Ελλάδος Ι. Α. Καποδίστριας 1828.

Εικόνα 16: Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου 1938.

Περιμετρικά στις τέσσερες γωνίες της επιγραφής εικονίζονται τέσσερα ανάγλυφα χερουβείμ. Η επιγραφή του Νοσοκομείου με τον αναγεννώμενο  Φοίνικα και ο ανάγλυφος Φοίνικας με την επιγραφή της νεοκλασικής πόρτας στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου αποτελούν τα δυο σωζόμενα ενεπίγραφα  μνημεία της εποχής του Πρώτου Κυβερνήτη στο Ναύπλιο. Το κτίριο ερειπωμένο, (εικ. 16) κατεδαφίστηκε το πιθανότερο στο τέλος της δεκαετίας του  1940. Από το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου σώζεται σήμερα η μικρή εκκλησία που είναι αφιερωμένη στους Αγίους Αποστόλους, τον άγιο  Χαράλαμπο και την Αγία Βαρβάρα. (εικ. 17)

Εικόνα 17: Άγιοι Απόστολοι, άγιος Χαράλαμπος, αγία Βαρβάρα (Εθνικό Νοσοκομείο).

Εκτός όμως από το Εθνικό Νοσοκομείο, ο Καποδίστριας ίδρυσε και το Στρατιωτικό Νοσοκομείο19 στην Ακροναυπλία, το οποίο δεν σώζεται, δίπλα στη σωζόμενη εκκλησία των θεραπευτών αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού.

Στο Ναύπλιο λειτούργησε επίσης ορφανοτροφείο καθώς και το Αλληλοδιδακτικό Σχολείο στο Τζαμί (Τριανόν) της Πλατείας Συντάγματος20.

Ο Κυβερνήτης έλαβε μέτρα για τον εκσυγχρονισμό της χώρας και έλαβε ιδιαίτερα μέτρα για την ανάπτυξη της γεωργίας και ίδρυσε στην Τίρυνθα, Γεωργική Σχολή21, σημερινό σωζόμενο νεοκλασικό κτίριο, Διοικητήριο Αγροτικών Φυλακών (εικ. 18). Είναι γνωστή ανά το πανελλήνιο η εισαγωγή και η πρωτοπόρος προσπάθεια καλλιέργειας της πατάτας από τον Ι. Καποδίστρια, η οποία ωριμάζει σε τρεις μήνες, ενώ για το σιτάρι απαιτείται ένας χρόνος.

 

Εικόνα 18: Γεωργική Σχολή Τίρυνθας. (E. REY-A. Chenarard 1843-1844).

 

Ο Κυβερνήτης εκτός από την ακατάπαυστη εργασία συχνά έκανε τον περίπατό του ως την εξοχική του κατοικία, ένα μικρό σπίτι στους πρόποδες του Παλαμηδίου, στην σημερινή εκκλησία του Αγιάννη κοντά στην Πρόνοια, πρώην τεκές στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου δεχόταν και ακροάσεις των κατοίκων, το οποίο όμως δεν σώζεται αλλά εικονίζεται σε υδατογραφία του Th. Du. Moncel22 (εικ. 19).

 

Εικόνα 19: Έπαυλη Ι. Καποδίστρια (Th. Du Moncel 1845).

 

Ο Νεοκλασικισμός που εγκαινίασε ο Ι. Καποδίστριας στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού της πόλης του Ναυπλίου επικράτησε πλήρως στη συνέχεια κατά  την μακρόχρονη Οθωνική περίοδο.

Αλλά τα οξυμμένα εσωτερικά προβλήματα και οι έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις υποκινούμενες και από εξωτερικούς παράγοντες διέκοψαν βίαια τον εκσυγχρονισμό της χώρας. Το πρωινό της αποφράδας Κυριακής της 27ης Σεπτεμβρίου 1831, με το παλιό ημερολόγιο, στις 6.30 π.μ. ο Ι. Καποδίστριας βγήκε από το Κυβερνείο για να εκκλησιασθεί στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, όπως συνήθιζε, προστάτη άγιο πατρίδας του της Κέρκυρας, συνοδευόμενος από δυο φρουρούς τον Γ. Κοζώνη και Δ. Λεωνίδα. Προχώρησε στην οδό Β. Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο) και στη συνέχεια  ακολούθησε νότια, την οδό Αγγ. Τερζάκη. Στη συμβολή με την οδό Δ. Πλαπούτα συναντήθηκε απρόβλεπτα, μέσα στο μουχρωμένο πρωϊνό, με τους Κωνσταντίνο και Γεώργιο Μαυρομιχάλη, οι οποίοι ήταν υπό επιτήρηση, με τους οποίους αντάλλαξε αμίλητος χαιρετισμό βγάζοντας το καπέλο του.

Οι Μαυρομιχαλαίοι έφυγαν γρήγορα νότια, στο στενό σοκάκι με την πέτρινη σκάλα, πέρασαν τη μικρή πλατεία μπροστά από την εκκλησία και του έστησαν ενέδρα στην είσοδο της εκκλησίας του Αγίου Σπυρίδωνα. (εικ. 20)

 

Ναύπλιο, Άγιος Σπυρίδωνας. Frederic Boissonnas (1858-1946)

 

Ο Κυβερνήτης ακολούθησε τον κανονικό δρόμο, συνέχισε την πορεία του στην αρχή της οδού Σταϊκοπούλου, έστριψε αριστερά και ανηφόρισε για  την εκκλησία. Μόλις έφθασε στη νότια πλευρά του ιερού της εκκλησίας, την αρχή της σημερινής οδού Ι. Καποδίστρια και σταμάτησε για λίγο να  ξεκουραστεί, αντίκρισε έξω από την πόρτα της εκκλησίας τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, κοντοστάθηκε για λίγο, κοίταξε ανατολικά προς την οικία του  Υπουργού Ροδίου, και συνέχισε την πορεία του προς την εκκλησία και τον τόπο του μαρτυρίου. Μόλις πάτησε το κατώφλι μπαίνοντας στην εκκλησία,  ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης τον πυροβόλησε εξ΄ επαφής στην πίσω δεξιά πλευρά της κεφαλής, ενώ ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης που στεκόταν  εσωτερικά της πόρτας τον χτύπησε με μικρό μαχαίρι στη δεξιά πλευρά της κοιλιάς και ο Κυβερνήτης έπεσε νεκρός, στα χέρια των φρουρών του (εικ.  21).

 

Η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια, έργο του Διονυσίου Τσόκου, 1850.

 

Η πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα. Δεξιά η λαβωματιά της σφαίρας από τον πυροβολισμό του φρουρού Ι. Καραγιάννη.

Ο Γ. Κοζώνης πυροβόλησε και τραυμάτισε θανάσιμα τον Κωνσταντίνο Μαυρομιχάλη, που προσπάθησε να διαφύγει από το απέναντι της εκκλησίας ανηφορικό στενό, την οδό Πλάτωνος, ενώ ο Ι. Καραγιάννης, ένας εκ των δυο φρουρών των Μαυρομιχαλαίων πυροβόλησε κατά των φρουρών του Καποδίστρια αλλά αστόχησε και η σφαίρα χτύπησε στη δεξιά πλευρά της πόρτας της εκκλησίας, όπου σώζεται στον τοίχο η λαβωματιά της σφαίρας (εικ. 22). Ο Κ. Μαυρομιχάλης συνελήφθη, μέσα στο πρωϊνό, λιντζαρίσθηκε από τους κατοίκους και τους στρατιώτες, που τον χτυπούσαν με ξύλα και σπαθιά, σύρθηκε στα καλντερίμια της πόλης ως την πλατεία του Πλάτανου (Πλατεία Συντάγματος) και το απόγευμα ξεψύχησε μπροστά από το Στρατώνα (Αρχαιολογικό Μουσείο) και το σώμα του ρίχθηκε στη θάλασσα.

Ο Γ. Μαυρομιχάλης διέφυγε δυτικά, από την οδό Καποδιστρίου, ζήτησε καταφύγιο στη Γαλλική Πρεσβεία, συνελήφθη, δικάσθηκε εις θάνατον και εκτελέσθηκε στις 10 Οκτωβρίου, στην Πλατεία, ανατολικά των τειχών της πόλης του Ναυπλίου.

Η σορός του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε με ευλάβεια από το ναό του Αγίου Σπυρίδωνα με τη συνοδεία πλήθους κόσμου στο Κυβερνείο. Μετά τη νεκροψία από τέσσερις ιατρούς, Σ. Καρβελά, Δ. Τράϊμπερ, Α. Παπαδόπουλο Βρετό και Ν. Μαράτο, το σώμα του Καποδίστρια ταριχεύθηκε από τον φαρμακοποιό Βονιφάτιο Βοναφίν και τοποθετήθηκε στην αίθουσα υποδοχής του Κυβερνείου, όπου συνέρρεαν τα πλήθη να προσκυνήσουν. Τα σπλάχνα του Καποδίστρια του αφαιρέθηκαν από το σώμα κατά την ταρίχευση, τοποθετήθηκαν σε πολυτελή θήκη και τάφηκαν στο Άγιο Βήμα του Αγίου Σπυρίδωνα23.

Η επικρατούσα άποψη ότι η ταρίχευση του Ι. Καποδίστρια έγινε στο φαρμακείο του Βονιφάτιου Βοναφίν, που βρισκόταν στο σωζόμενο ισόγειο του διώροφου νεοκλασικού κτιρίου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου (Μεγάλο δρόμο), δίπλα στο σημερινό δημαρχείο, όπου έχει τοποθετηθεί και σχετική  επιγραφή, προφανώς είναι εσφαλμένη.

Η κηδεία του Κυβερνήτη έγινε στις 18 Οκτωβρίου 1831. Στη συνέχεια το λείψανο του Ι. Καποδίστρια μεταφέρθηκε στις 29 Μαρτίου 1832 από τον αδελφό του Αυγουστίνο Καποδίστρια και τάφηκε στην Κέρκυρα, στον Άγιο Σπυρίδωνα.

Με την επέτειο της εκατονταετίας της απελευθέρωσης της χώρας ο δραστήριος δήμαρχος της πόλης Κ. Κόκκινος και το Δημοτικό Συμβούλιο στις 9/12/1929 με ψήφισμα ζήτησαν να ανεγερθεί ανδριάντας του Ι. Καποδίστρια στο Ναύπλιο. Η πρόταση έγινε δεκτή από την κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου, ορίσθηκε καλλιτεχνική επιτροπή στην οποία συμμετείχαν ο ζωγράφος Κ. Παρθένης και ο αρχιτέκτων Δ. Πικιώνης και η ανάθεση έγινε στο σπουδαίο  γλύπτη Μ. Τόμπρο. Το άγαλμα τοποθετήθηκε το 1933 στην ομώνυμη πλατεία που ανάπλασε ο Δ. Πικιώνης (εικ. 23). Στον ανδριάντα, στημένο απέναντι από το Κυβερνείο στον άξονα της λεωφόρου Αμαλίας, με σταθερό βηματισμό εξαίρεται η έκφραση του προσώπου και προβάλλεται με  απλότητα ο ευγενής διπλωμάτης Ι. Α. Καποδίστριας, θεμελιωτής του Νεοελληνικού Κράτους. Είναι αξιοσημείωτος ο συμβολισμός του αγάλματος, εμπνευσμένος από την αρχαία ελληνική παράδοση. Στη δεξιά πλευρά, κάτω από το προβαλλόμενο δεξιό χέρι, εικονίζεται το κατώτερο αποκομμένο τμήμα κορμού βελανιδιάς, δρυός, ιερό δένδρο του Δία, σύμβολο ρώμης και δύναμης του αρχαίου Ελληνικού Κόσμου. Από τις ρίζες του δένδρου  έχουν βλαστήσει νέα κλαδιά, τα οποία συμβολίζουν το αναγεννημένο νεοελληνικό κράτος24.

 

Ο ανδριάντας του Ιωάννη Καποδίστρια στο Ναύπλιο (έργο Μιχάλη Τόμπρου, 1932). Από τον ιστοχώρο «Οδός Ελλήνων».

 

Εικόνα 24: Η χουρμαδιά τ΄ Αναπλιού.

Η πολυσήμαντη ιστορική προσωπικότητα του Ι. Α. Καποδίστρια, του Μπαρμπαγιάννη, μυθοποιήθηκε μέσα στο χρόνο. Σύμφωνα με την παράδοση, η γνωστή χουρμαδιά, το παλιότερο δέντρο στο δυτικό άκρο της πόλης, δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων, στη βίλλα του ποιητή Θ. Κωστούρου, ο οποίος έπαιξε καθοριστικό ρόλο για τη διατήρησή του, το φύτεψε ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας (εικ. 24). Το υπεραιωνόβιο δέντρο είχε φυτρώσει στο χώρο αυτό στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης και είχε την ίδια ηλικία με το Ανεξάρτητο Νεοελληνικό Κράτος. Τη νύχτα της 13ης Δεκεμβρίου 2008, μετά από νυχτερινή θύελλα, έσπασε ο κορμός του δέντρου στο ανώτερο τμήμα του25 όπου έφερε βαθιά λαβωματιά. Το μεγαλύτερο τμήμα του κορμού διατηρείται στη θέση του.

Ο Δήμος Ναυπλίου, προς τιμήν του Ι. Α. Καποδίστρια ίδρυσε το «Ίδρυμα Ιωάννης Καποδίστριας» ενώ πρόσφατα το 2007 στην Κέρκυρα ιδρύθηκε το «Δίκτυο πόλεων Ιωάννης Καποδίστριας»26, στο οποίο συμμετέχουν οι πόλεις, Κέρκυρα, Αμμόχωστος, Ναύπλιο, Αίγινα, Coper Capodistria (Σλοβενία).

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Μ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, 1976, 276-278.
    2. Λαμπρυνίδης ο.π. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην Ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής, περ. Αρχαιολογία, τευχ. 43, 1992, 62-67.
    3. Λαμπρυνίδης ο.π. 284-287.
    4. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Β. Δωροβίνης, Ο σχεδιασμός του Ναυπλίου κατά την Καποδιστριακή περίοδο (1828-1833). Πρακτ. Διεθν. Συμποσίου Ιστορίας, Νεοελληνική Πόλη, της Εταιρείας Μελέτη Νέου Ελληνισμού, Αθήνα 1985, 287-296. Μ. Καρδαμίτση-Αδάμη, Πρόνοια ο πρώτος προσφυγικός συνοικισμός της ελεύθερης Ελλάδας, έκδοση της Αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, «Απόπειρα».
    5. Λαμπρυνίδης ο.π. 280.
    6. Β. Δωροβίνης, Συμβολές στην ιστορία της κτιριοδομίας της καποδιστριακής εποχής. Κατασκευές στο Ναύπλιο. Η κατοικία του Καποδίστρια και το «Παλάτιον», ή «Κυβερνείον». Περ. Αρχαιολογία, τευχ. 44, 1992, 76-83.
    7. Σ. Καρούζου, Το Ναύπλιον 1979, 71. Β. Δωροβίνης, ο.π. 77.
    8. Α. Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών 2007, 199, εικ. 161.
    9. Κούρια ο.π. 191 εικ. 153.
    10. Φώτιος, Χρυσανθακόπουλος, (Φωτάκος), «Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως» Τ. Α., 1955, 325.
    11. Καρούζου ο.π. εικ. 137-138. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 148, εικ. 3.
    12. Γ. Τσιρώνης, Το επονομαζόμενο «κτίριο Άρμανσμπεργκ», στο Ναύπλιο. Αρχιτεκτονική πρόταση για την αποκατάστασή του. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 307-320.
    13. Καρούζου ο.π. εικ. 108, 109.
    14. Χ. Πιτερός, Προσθήκη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 321-322, εικ. 1.
    15. Λαμπρυνίδης ο.π. 286-287. Χ. Φωτόπουλος, Το αποκαλούμενο «κτίριο της στρατιωτικής σχολής Ευελπίδων» στο Ναύπλιο και η ιστορία του (1828-2005), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 17-49.
    16. Ν. Φ. Τόμπρος, Οι υπέρ της δημόσιας υγείας των κατοίκων του Ναυπλίου κυβερνητικές πολιτικές (1821-1832), Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 6, 2007, 51-62.
    17. Καρούζου ο.π. εικ. 67.
    18. Χ. Πιτερός, Το Εθνικό Νοσοκομείο Ναυπλίου, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 147, εικ. 1, 2.
    19. Λαμπρυνίδης ο.π. 285, Τόμπρος ο.π.
    20. Λαμπρυνίδης ο.π. 129.
    21. Λαμπρυνίδης ο.π. 284. Κούρια ο.π. 127, εικ. 87, 88.Σπ. Λουκάτος, Πρότυπο αγροκήπιο και σχολείο Τίρυνθας στα Καποδιστριακά χρόνια, Πρακτ. Β΄ Τοπικού Συνεδρίου Αργολικών Σπουδών, Αθήνα 1989, 65-83.Χρ. Μπαλόγλου, Η Συμβολή του Γρηγορίου Παλαιολόγου Διευθυντού του Αγροκηπίου Τίρυνθας στην οικονομική Ανάπτυξη του Άργους, Το Άργος κατά τον 19ο αι., Πρακτ. Α΄ Συνεδρίου Αργειακών Σπουδών, Άργος 2009, 177-194.
    22. Κούρια ο.π. 114, εικ. 79.
    23. Λαμπρυνίδης ο.π. 290-295. Χ. Πιτερός, Η πορεία της δολοφονίας του Κυβερνήτη, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 115-121.
    24. Κ. Δανούσης, Ο ανδριάντας του Καποδίστρια στο Ναύπλιο, πρόδρομη ανακοίνωση. Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 123-144.
    25. Χ. Πιτερός, Η χουρμαδιά τα΄ Αναπλιού, Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 191- 198.
    26. Β. Α. Χαραμής, Δίκτυο πόλεων «Ιωάννης Καποδίστριας», Ναυπλιακά Ανάλεκτα, 7, 2009, 111-113.

 

Χρήστος Πιτερός,

Αρχαιολόγος, Δ. ΕΚΠΑ Ναυπλίου

Δ ι η μ ε ρ ί δ α: Διεθνείς Σχέσεις, Ιστορία και Εξωτερική Πολιτική της Ελλάδος, στην εποχή του Κυβερνήτου Ιωάννη Καποδίστρια, Ναύπλιο, 25 και 26 Ιουνίου 2010.

 

Read Full Post »

Το Σχολείο Συγγρού Ερμιόνης – © Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ


 

Ανδρέας Συγγρός (1828 – 1899)

1896: Χρονιά σημαδιακή για το ελληνικό κράτος: Τρία χρόνια μετά την πτώχευση πεθαίνει στη Γαλλία αυτοεξόριστος ο Χαρίλαος Τρικούπης, ενώ στην Αθήνα τελούνται οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες. Τη χρονιά αυτή ο εθνικός ευεργέτης Ανδρέας Συγγρός, συντάσσει τη διαθήκη του με την οποία αφήνει στο ελληνικό κράτος το ποσό των 750.000 δραχμών με προορισμό την κατασκευή δημοτικών σχολείων σε όλη τη χώρα, εκτός από την πρωτεύουσα. Με δαπάνες αυτού του κληροδοτήματος, κυρίως, κατασκευάζονται ως το 1911 περίπου 400 καλαίσθητα σχολεία ενιαίου τύπου, όλα με νεοκλασικά χαρακτηριστικά.

 

Δημήτριος Καλλίας (1859-1939)

Κατά ευτυχή συγκυρία ένα χρόνο νωρίτερα, το 1895, επί κυβερνήσεως Δηλιγιάννη και με Υπουργό Παιδείας τον Δημήτριο Πετρίδη εκδίδεται ο νόμος Β.Τ.Μ.Θ. «Περί στοιχειώδους ή δημοτικής εκπαιδεύσεως», που αποτελεί σταθμό στην εκπαίδευση για πολλές καινοτομίες του, καθώς για πρώτη φορά καθορίζονται προδιαγραφές και δίνεται αρχιτεκτονική μορφή στα υπό ίδρυση σχολεία. Το διάταγμα βασίζεται στην εργασία του μηχανικού ταυ Υπουργείου Εσωτερικών Δημήτριο Καλλία.

Ο Δημήτριος Καλλίας, καταγόμενος από τη Χαλκίδα, μετά την αποφοίτησή του από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας συνεχίζει τις σπουδές του στη Γάνδη του Βελγίου και επηρεασμένος έντονα από το γερμανικό νεοκλασικισμό σχεδίασε 4 τύπους σχολείων: για μονοτάξιο, 2/τάξιο, 4/τάξιο και 6/τάξιο, ανάλογα με τον αριθμό των μαθητών κάθε πόλης.

Η αρχιτεκτονική μορφή του σχολικού κτηρίου έχει εμφανή τα νεοκλασικά στοιχεία: Επίμηκες ισόγειο, με άξονα συμμετρίας που διέρχεται από την κεντρική είσοδο. Η δικλινής στέγη διακοσμημένη με ακροκέραμα. Τα παράθυρα μεγάλα, ξύλινα, στενόμακρα, ενοποιούνται με ενιαία κορνίζα. Το μεγάλο ύψος και π υπερύψωσή τους από το έδαφος προσδίδουν στο σχολείο βαρύτητα και μεγαλοπρέπεια. Κύριο διακοσμητικό στοιχείο η είσοδος, επιβλητική, με παραστάδες εκατέρωθεν, επιστεγάζεται με τα χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα, που παραπέμπει στο κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ο συμβολισμός είναι προφανής:

«…προκρίνεται ως απάντηση στο αίτημα να είναι το δημόσιο σχολείο το λαμπρότερον οικοδόμημα και το περικαλλέστερον… ως παράσταση, της δημόσιας εικόνας, ως αρχτεκτονική έκφραση της κοινωνικής αρμονίας… ως ένα μέσο πολιτικής διαπαιδαγώγησης αγροτικών πληθυσμών… Αυτά τα μικρά πανεπιστήμια, ακριβή αντίγραφα του ίδιου προτύπου, διασκορπισμένα σε ολόκληρη τη χώρα, σε έντονη αντίθεση με το αρχιτεκτονικό τους περιβάλλον, αφού ο νόμος εφαρμόστη­κε και τα σχολεία αυτά κατασκευάστηκαν κατά προτεραιότητα σε αγροτικούς οικισμούς,- έγιναν για μια ολόκληρη εποχή η ίδια η εικόνα του σχολείου, έτσι ώστε 30 χρόνια αργότερα και ακόμη και σήμερα, κάθε νεοκλασικό σχολείο, όποια κι αν είναι η ημερομηνία κατασκευής του, να χαρακτηρίζεται σχολείο «τύπου Καλλία» ή «Σχολείο Συγγρού».

Βέβαια δεν κτίσθηκαν όλα με το κληροδότημα του Συγγρού, δεδομένου ότι η δαπάνη κατασκευής ενός διτάξιου σχολείου τότε υπολογίζεται σε 20.000 δρχ.[1] Όσα από αυτά τα σχολεία διασώθπκαν σήμερα έχουν χα­ρακτηριστεί διατηρητέα, αναπαλαιώθηκαν, επισκευάσθη­καν, στεγάζουν πολιτιστικές εκδηλώσεις και αποτελούν κόσμημα για τσ χωριό ή την πόλη τους.

 

Το δικό μας σχολείο

 

Η γενέθλια πράξη του, ο αριθμός των πρώτων μαθητριών και οι δασκάλες τους εντοπίστηκαν από τους Γιάννη Σπε­τσιώτη και Τζένη Ντεστάκου κατά την έρευνά τους στα Γενικά Αρχεία του Κράτους. Είναι το Β.Δ. 331/28-10-1900 «Περί κατασκευής Δημοτικού Σχολείου εις το χωρίον Ερμιόνη του Δήμου Ερμιονίδος».

Η θέση του στην τοπογραφία της Ερμιόνης ήταν εξαιρετική. Σε αντίθεση με το Καποδιστριακό σχολείο, που ήταν εγκλωβισμένο ανάμεσα στα σπίτια στην πολυσύχναστη πλατεία στην καρδιά του παλιού χωριού, το νέο διδακτήριο κτίσθηκε στη βορειοανατολική άκρη του, σ’ ένα από τα ωραιότερα σημεία της πόλης, σε υπερυψωμένο χώρο, εκεί που το αρχαίο τείχος της κλασικής Ερμιόνης άφηνε τη θάλασσα και ανηφόριζε να περικλείσει την πόλη.

Καθώς τα αρχαία τείχη είχαν πλέον καταπέσει, ξερολιθιές συγκρατούσαν το χώμα και ανάμεσα στα ερείπια και στα μικρά πλατώματα είχαν φυτευτεί μυγδαλιές. Όλος ο χώρος ήταν ένας πανέμορφος κήπος, γι αυτό οι παλιοί ονόμαζαν την περιοχή «γκάρντι» (από το garden: κήπος). [2] Με προσανατολισμό ανατολικό είχε θέα στο λιμάνι της Ερμιόνης και ορίζοντα ως πέρα την Ύδρα και τα Τσελεβίνια.

Κτίστηκε, λοιπόν, με όλες τις προδιαγραφές του σχεδίου Καλλία: Στη νεοκλασική κύρια όψη του προβάλλει η μεγάλη πέτρινη σκάλα της εισόδου υπερυψωμένη με έξι βαθμίδες και τη μεγάλη πόρτα, με δυο παραστάδες εκατέρωθεν με κορινθιακά κιονόκρανα και άνωθέν της το χαρακτηριστικό τριγωνικό αέτωμα με 3 ακροκέραμα. Δεξιά και αριστερά 4 παράθυρα με κορνίζες ανάμεσα, μεγάλα, υπακούοντας, θαρρείς, στην προσταγή ταυ ποιητή:

«…και τα πορτοπαράθυρα των τοίχων

περίσσια ανοίχτε, να έρχεται ο κυρ Ήλιος

διαφεντευτής να χύνεται, να φεύγει,

ονειρεμένο πίσω του αργοσέρνοντας το φεγγάρι…»[3]

Ένας διάδρομος στον κεντρικά άξονα χώριζε τις δυο μεγάλες αίθουσες, και προς την πλευρά της μη ορατής αυλής, δυτικά, μια ακόμα αίθουσα, προορισμένη για γραφείο των δασκάλων. Γράφει ο Mιx. Παπαβασιλείου (ο οποίος λανθασμένα ορίζει το 1896, ως χρονολογία έναρξης της λειτουργίας του) στο βιβλίο του «θρύλοι και Παραδόσεις της Ερμιόνης» (σελ 280):

«Οι αίθουσες διδασκαλίας υψώνονταν μεγαλόπρεπες καθώς και όλοι οι άλλοι χώροι, οι οποίοι μαζί με τις αίθουσες, πληρώνανε όλους τους απαραίτητους όρους που πρέπει να έχει ένα σχολείο για να θεωρείται και από υγιεινής πλευράς τέλειο. Ωραιότατο και μεγάλο προαύλιο με υπόστεγο, στο οποίο παίζανε τα παιδιά στα διαλείμματα όταν έβρεχε. Γυμναστήριο όπου γυμναζόντουσαν. Τέσσερα αποχωρητήρια κα. χωριστό καλλιεργήσιμο κήπο, φυτεμένο με καρποφόρα δένδρα και καλλωπιστικά φυτά, στον οποίο ανέβαινες με τέσσερα σκαλιά».

Το διδακτήριο, τύπου διτάξιου σχολείου, είχε προορισμό να στεγάσει το σχολείο θηλέων. Μέχρι τότε, στην Ερμιόνη όσα κορίτσια φοιτούσαν, περίπου από το 1866, συστεγάζονταν στο Καποδιστριακό με τα αγόρια και κατόπιν από το 1877 σε νοικιασμένο κτήριο [4].

Στο νέο διδακτήριο λοιπόν μεταφέρθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα το διτάξιο σχολείο θηλέων με 135 γραμμένες μαθήτριες και τις δασκάλες τους Μαρία Νικολέτου και Αικατερίνη Φρούτα. Η θεία Μαρία Φραγκούλη, ετών 99 σήμερα που φοίτησε εκεί τη δεύτερη δεκαετία, θυμάται να βρίσκεται αριστερά η Α’ και η Β’ τάξη, δεξιά η Γ’ και η Δ’ και στο γραφείο, που δεν χρησιμοποιήθηκε για τους δασκάλους η Ε’ και η ΣΤ’ (είχε γίνει εν τω μεταξύ τριτάξιο), θυμάται φραγκοσυκιές να περιβάλλουν τη χωματένια αυλή και στα διαλείμματα να τρέχουν οι μαθήτριες, για να περιεργαστούν τις μεγάλες χελώνες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά τους! (Τι εικόνες και τι αναμνήσεις κρατούσε το παιδικό μυαλό!).

 

Μαθήτριες του 3/τάξιου Δημοτικού, περίπου στο 1922, με τις δασκάλες τους Πόπη Ζησιάδου, Μαρία Νικολέτου και Μαρίκα Μπακούρου – Παπαμιχαήλ (από το αρχείο του Ι.Λ.Μ.Ε.).

 

Εργαστήριο ταπητουργίας

 

Με το διάταγμα του 1929 θεσμοθετείται η συνεκπαίδευση αγοριών και κοριτσιών, αλλά, έως ότου να συστεγαστούν όλοι στο υπό ίδρυση νέο διδακτήριο στο Μπίστι, έγινε μια προσωρινή συστέγασή τους για τρία χρόνια στο Καποδιστριακό, το Συγγρού και τους Στρατώνες. Σ’ αυτή την εποχή λοιπόν, που μετά τη μικρασιατική τραγωδία σι πρόσφυγες προσπαθούν να οργανώσουν τη ζωή τους στη νέα πατρίδα, το σχολείο Συγγρού φιλοξένησε και μια προσπάθεια βιοτεχνίας χαλιών. Την πληροφορία μας δίνει ο δάσκαλος Mιx. Παπαβασιλείου στο ίδιο βιβλίο, σελ.280. «Από τότε στο σχολειό του Συγγρού στεγάστηκε το ταπητουργικό εργαστήρι στο οποίο Μικρασιάτες πρόσφυγες, άριστοι τεχνίτες, διδάσκανε πολλές κοπελιές του τόπου μας, από χέρια των οποίων βγήκανε έργα αξιοθαύμαστα. Κρίμα που δεν κράτησε περισσότερα χρόνια».

Μοναδική ανάμνηση από την εποχή αυτή έχει η κα Ανθούλα Λαζαρίδου- Δουρούκου: θυμάται πως επισκέφθηκε το εργαστήριο με τη μητέρα της, στα μέσα της 10ετίας του ΄30 και την εντυπωσίασαν οι όρθιοι στημένοι στον τοίχο μεγάλοι αργαλειοί που ύφαιναν τάπητες, διαφορετικοί από τους καθιστούς που ύφαιναν κουβέρτες και υφάσματα οι γυναίκες της Ερμιόνης.[5] (Αν διασώθηκαν σε ερμιονίτικα σπίτια τάπητες κατασκευασμένοι σ’ αυτό το εργαστήρι, δεν μπόρεσα να εντοπίσω).

 

Σχολείο πολλαπλών δραστηριοτήτων

 

Το καλοχτισμένο, λοιπόν, νέο 4/θέσιο δημοτικό σχολείο στο Μπίστι, από το 1931 – 32 λειτουργεί ως μικτό σχολείο, αλλά και πάλι οι αίθουσές του δεν επαρκούν, για να καλύψουν τις εκπαιδευτικές ανάγκες των παιδιών των πολύτεκνων, τότε, ερμιονίτικων οικογενειών. Έτσι το σχολείο Συγγρού θα χρησιμοποιηθεί εφεδρικά, στεγάζοντας ανά μία τάξη κάθε χρόνο, εξοπλισμένο με τα υπόλοιπα παλιών θρανίων, τα μεγάλα εκείνα ξύλινα, άβαφα, που χωρούσαν ως και έξι μαθητές. Ευτυχώς που υπήρχε κι αυτό. Γιατί, όταν επεβλήθη η γερμανοϊταλική κατοχή στην Ελλάδα και στο Δημοτικό σχολείο στεγάστηκε η «Καζάρμα», το Διοικητήριο των Ιταλών, τα πεινασμένα αδύνατα Ερμιονιτάκια ξεχνούσαν την πείνα τους παίρνοντας ένα φτωχό συσσίτιο, μαζί με τα πρώτα γράμματα και το όραμα της λευτεριάς στο μοναδικό κτήριο Συγγρού.

Στις επόμενες μεταπολεμικές δεκαετίες, του ’40 και του ’50, το Σχολείο θα γνωρίσει μια περίοδο ακμής και αυτό χάρη στην ακούραστη και πολυσχιδή δραστηριότητα του διευθυντού του Μιχαήλ Παπαβασιλείου. Αξιοποιείται το μεγάλο του προαύλιο, ως σχολικός κήπος. Εκεί άλλωστε παρασκευάζεται και διανέμεται σ’ όλους τους μαθητές το πρωινό γάλα με το νόστιμο σταφιδόψωμο από τον φούρνο του Παντελή Κομμά.

Η ιδιαίτερη αδυναμία του Δασκάλου μας για το θέατρο δημιούργησε την ανάγκη να δημιουργηθεί στη βόρεια στενή πλευρά του κτίσματος μια υπερυψωμένη σκηνή. Πόσες παραστάσεις παίχθηκαν πάνω στα σανίδια της! Όλοι οι μαθητές της γενιάς μου γίναμε μικροί ηθοποιοί και δεχτήκαμε χειροκροτήματα, ενώ ο Δάσκαλος δημοσίευσε αργότερα σε βιβλίο με τίτλο «Βιώματα» τα αυτοσχέδια θεατρικά του έργα.

Όλο το κτήριο επισκευάσθηκε τότε. (Αδιάψευστη μαρτυρία η φωτογραφία που δημοσιεύει ο δάσκαλος στο βιβλίο του, σελ. 282). Είναι αλήθεια ότι μια από τις ικανότητές του ήταν να εμπνέει και να δραστηριοποιεί τους μεγαλύτερους μαθητές της Ε’ και ΣΤ’ τάξης που στην πραγματικότητα ήσαν πάνω από 12 χρονών, καθότι στην κατοχική περίοδο είχαν χάσει πολλές σχολικές χρονιές. Επί πλέον μας είχε οργανώσει σε «ομάδα ερυθροσταυριτών», και όλες αυτές τις δραστηριότητες (έρανοι, υιοθεσία ανταρτόπληκτων χωριών, επισκέψεις στο Μπίστι και καθαρισμός από τις κάμπιες, κλπ.) μαζί με τις θεατρικές παραστάσεις τις ενέτασσε στο έργο της ομάδας και έτσι τις δημοσιοποιούσε. Η ομάδα των ναυτοπροσκόπων που, επίσης, τότε δημιούργησε, είχε σαν έδρα της το ίδιο το σχολείο Συγγρού.

 

«ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ» – Δεκαετία του 1950

 

Την επιμόρφωση των Νεοελλήνων μαζί με την ψυχαγωγία τους έχει αναλάβει ένας άλλος θεσμός. Είναι ο κινηματογράφος με τις πρώτες ελληνικές ασπρόμαυρες ταινίες του. Η μόνη πλέον αξιοπρεπής (!) αίθουσα που υπάρχει στο μικρό μας χωριό είναι αυτή του παλιού σχολείου. Συγχρόνως ήταν και μια ενίσχυση για το σχολικό ταμείο το ενοίκιο που πλήρωνε ο Λευτέρης Γκάτσος με μηχανικό το Ν. Σαλα­μούρη, για να το μετατρέψει σε κινηματογραφική αίθουσα με το επιβλητικό όνομα «ΣΙΝΕ ΛΑΣΟΣ», που γράφτηκε με κεφαλαία μεγάλα γράμματα στην πρόσοψή του. Ο Στέφος Αλεξανδρίδης συνέχισε τη λειτουργία του ως το 1960.

 

Γυμνάσιο Ερμιόνης

 

Μετά τη μεταφορά του κινηματογράφου στην αίθουσα Πάλλη, και για δυο 10ετίες περίπου, το κτήριο έμεινε εγκαταλελειμμένο και ακατάλληλο για οποιαδήποτε χρήση. Οι ενέργειες για την επισκευή του συμπίπτουν με το αίτημα ιδρύσεως Γυμνασίου στην Ερμιόνη. Διαβάζουμε στην εφη­μερίδα «Ερμιονική Ηχώ» (φ.35, Δεκ. 1978) τον απολογισμό του έργου του Ερμιονικού Συνδέσμου… «…ενήργησε από το 1976 για την έγγραφη του κτιρίου του Σχολείου Συγγρού στο πρόγραμμα σχολικών κτιρίων, στην ανακήρυξή του ως διατηρητέου μνημείου και στη διάθεση από το Υπουργείο Παιδείας πιστώσεως ενός εκατομμυρίου για την επισκευή του».

Πράγματι από το 1978 άρχισαν οι εργασίες ανακαίνισης του, ενώ συγχρόνως, το 1979 εγκρίνεται η ίδρυση του Γυμνασίου Ερμιόνης που θα στεγασθεί στο σχολείο Συγγρού. Ο νεοσύστατος Σύλλογος Γονέων με πρόεδρο τον Γιάννη Κυρίτση θα διενεργήσει έρανο και θα συγκεντρώσει 450.000 δρχ. για τις πρώτες ανάγκες του Σχολείου. Αναφέρει η εφημερίδα «Ερμιονίδα», αρ. 46, Σεπτέμβριος του 1979:

«Περίπου 90 μαθητές υπολογίζεται να έχει το Γυμνάσιο Ερμιόνης. Έχουν ήδη εγγραφεί 122 και οι εγγραφές συνεχίζονται…Τα θρανία του Γυμνασίου διέθεσε κυρίως το γυμνάσιο Κρανιδίου και τα Γυμνάσια Ναυπλίου και Άργους. Η διαμόρφωση του χώρου έγινε με προσωπική εργασία των κατοίκων της Ερμιόνης. Ξυλουργοί, χτίστες, μητέρες παιδιών, εργάτες, πρόσφεραν με ευχαρίστηση κάθε αναγκαία βοήθεια. Το ενδιαφέρον που έδειξε όλος ο λαός της Ερμιόνης με πρωτοστάτη τον Πρόεδρο κ. Απ. Σπετσιώτη και τα Κοινοτικό Συμβούλιο ήταν συγκινητικό και ενθαρρυντικό για το μέλλον».

Στις 25 Σεπτέμβρη του 1979 έγιναν τα εγκαίνια και άρχισε η λειτουργία του με διευθύντρια τπ Σοφία Μερεμέτη. Η αποκατάσταση όμως της πρόσοψης, σύμφωνα με το αρχικό σχέδιο του Δ. Καλλία, θα γίνει τον επόμενο χρόνο. Οι ανακοινώσεις του Ερμιονικού Συνδέσμου είναι πολύτιμη πηγή για την έρευνά μας («Ερμιονική Ηχώ», αρ. 58, Νοέμβριος 1980). «Ο Ε. Σ. είναι στην ευχάριστη θέση να ανακοινώσει ότι ύστερα από διάβημά του ο υπουργός Παιδείας κ. Αθ. Ταλιαδούρος ενέκρινε πίστωση 250.000δρχ. για την ολοκλήρωση της επισκευής ταυ Σχολείου Συγγρού, που μετά την πρόσφατη ανακαίνισή του στεγάζει τώρα το νεοσύστατο Γυμνάσιο Ερμιόνης. Με τη συμπληρωματική πίστωση θα γίνουν οι εργασίες αποκαταστάσεως της προσόψεως του σχολείου, για τις οποίες δεν είχε επαρκέσει το αρχικό ποσό του ενός εκατομμυρίου που διέθεσε ο Οργανισμός Σχολικών Κτιρίων το 1978. Τη σχετική μελέτη ετοίμασε και πάλι η υπηρεσία αναστηλώσεως Νεωτέρων Μνημείων του Υπουργείου Πολιτισμού» [6].

Εδώ θα φοιτήσουν οι γυμνασιόπαιδες ως το 1990, οπότε θα μεταφερθούν στο νέο διδακτήριο για το Γυμνάσιο στα «Αλώνια», και το κτήριο πάλι θα χρησιμοποιηθεί να στεγάσει, συμπληρωματικά, μαθητές του Δημοτικού Σχολείου.

 

Σύγχρονο Πνευματικό Κέντρο

 

Για 100 χρόνια το όμορφο κτήριο έχει ζήσει όλες τις περιπέτειες του πολύπαθου 20ου αιώνα. Τα κτήρια όμως, σε αντίθεση με τους ανθρώπους, συνεχίζουν τη ζωή τους, αν έχουν τη φροντίδα και την αγάπη μας. Ο Δήμος Ερμιόνης του τη χάρισε απλόχερα. Το 2004 (Δήμαρχος Ανάργυρος Λεμπέσης) προχώρησε σε μια γενική ανακαίνιση κτηρίου και προαυλίου αναδεικνύοντας όλη την ομορφιά του και το 2007 ονομάσθηκε Πνευματικό Κέντρο της Ερμιόνης. Το 2014 ο πρώτος δήμαρχος του Δήμου Ερμιονίδας Δημήτρης Καμιζής ανακαίνισε με καλαισθησία τους εσωτερικούς χώρους. Έτσι όλες οι εκδηλώσεις του Νέου Δήμου, των Συλλόγων, των Σχολείων, αλλά και τα μαθήματα και οι πρόβες της Χορωδίας βρήκαν επί τέλους τη μόνιμη και αξιοπρεπή στέγη τους.

 

Πνευματικό Κέντρο Ερμιόνης. Η νεοκλασική όψη του απόλυτα εναρμονισμένη με την ιστορικότητα της πόλης.

 

Το Σχολείο Συγγρού, αληθινό κόσμημα του χωριού μας, είναι σήμερα η ωραιότερη αίθουσα πολιτιστικών εκδηλώσεων όλης της Ερμιονίδας. Για πάνω από έναν αιώνα οι Ερμιονίτες, σαν παιδιά και ενήλικες, μόνο όμορφες στιγμές πνευματικής απόλαυσης νιώσαμε στην ευρύχωρη αίθουσά του και συνεχίζουμε να απολαμβάνουμε. Εκείνο που μας λείπει πλέον είναι η υπέροχη θέα του, εικόνα που μας στέρησαν τα νεόκτιστα σπίτια γύρω του.

Θυμάστε, καθώς το καράβι έμπαινε στο λιμάνι της Ερμιόνης, πώς το αντικρίζαμε και το χαιρόμαστε από μακριά, πάνω από το εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής να ξεχωρίζει ανάμεσα στα μικρά σπίτια του οικισμού, με το χαρακτηριστικό νεοκλασικό σχήμα του και τις ευθείες γραμμές του, σαν τον ορίζοντα της θάλασσάς μας και το λιτό του αέτωμα, σαν τις απαλές κορυφές των βουνών μας;

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Ελένη Καλαφάτη: «Τα σχολικά κτήρια της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης», σελ. 178 και 199.

[2] Βασιλ. Γκάτσου «Η των Ερμιονέων πόλις»: Σελ. 88.

[3] Κωστής Παλαμάς: «Τα σχολεία χτίστε!».

[4] Γιάννης Σπετσιώτης – Τζένη Ντεστάκσυ: «Η εκπαίδευση στην Ερμιόνη κατά την Καποδιστριακό και Οθωνική περίοδο», σελ. 55 και εξής.

[5] Στη λειτουργία του εργαστηρίου αναφέρθηκε και ο Γιώργος Φασιλής στην ομιλία του για την παρουσία των Μικρασιατών στην Ερμιόνη, το καλοκαίρι του 2013.

[6] Ύστερα από 40 χρόνια αξίζει πράγματι να επαινέσουμε και να υπενθυμίσουμε στους νεότερους το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του Ερμιονικού Συνδέσμου για τα ιστορικά κτήρια της Ερμιόνης (ακολούθησε το Καποδιστριακό και η οικία Οικονόμου – Ι.Λ.Μ.Ε.), που με την έγκαιρη παρέμβασή απέτρεψε την κατάρρευσή τους.

 

Ήρα Φραγκούλη – Βελλέ

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Η Σχολή της Singer στην Ερμιόνη –  © Παρασκευή Δημ. Σκούρτη


 

Η γυναικεία εκπαίδευση του προηγούμενου αιώνα σταματούσε στο Δημοτικό σχολείο, αποκλείοντας τα κορίτσια από τη δημόσια Μέση εκπαίδευση, καθώς απαιτούσε την απομάκρυνσή τους από την οικογένεια και δεν ήταν οικονομικά προσεγγίσιμη. Διάφοροι φορείς, οργανώσεις και επαγγελματικές σχολές οργάνωναν επιμορφωτικά σεμινάρια για τη βελτίωση της απόδοσης των νεαρών κοριτσιών στα «του οίκου», μαθαίνοντας τέχνες που υπάγονταν στις «γυναικείες αρμοδιότητες».

Οι τέχνες στις οποίες στράφηκε η επαγγελματική εκπαίδευση καθώς η εκμάθησή τους θεωρείτο αρετή, ήσαν η ραπτική και η κεντητική. Η διδασκαλία τους καλλιεργούσε τις «έμφυτες» κλίσεις και ταυτόχρονα προετοίμαζε τις νεαρές για πηγή εισοδήματος (βιοποριστική εργασία, εξοικονόμηση οικογενειακού χρήματος) σε συνάρτηση πάντα και με τη βελτίωση του οικιακού βίου και τον εξωραϊσμό του «οίκου».

Η εταιρεία SINGER διατηρούσε για πολλά χρόνιο μεγάλο κατάστημα στην οδό Σταδίου και προπολεμικά και μεταπολεμικά έστηνε επαγγελματικές σχολές κεντήματος, κοπτικής και ραπτικής, με τον τίτλο «ΚΕΝΤΡΟ ΟΙΚΟΚΥΡΙΚΗΣ ΜΟΡΦΩΣΕΩΣ SINGER (ΣΙΝΓΕΕΡ)», με σκοπό την πώληση των προϊόντων της αλλά και την γυναικεία εκπαίδευση, προωθώντας την κοινωνική ανασυγκρότηση και οικοτεχνία. Στην Ερμιόνη προπολεμικά η αντιπροσωπεία της SINGER ίδρυσε Σχολή Κεντήματος με αρχιτεχνίτη τον Κώστα Αναγνωστόπουλο, που μετέτρεπε, με μια μικρή παρέμβαση, τις μηχανές ραψίματος σε μηχανές κεντήματος, δίνοντας την κίνηση στα πόδια, προκειμένου να εργάζονται και τα δύο χέρια και όταν χρειαζόταν επισκεύαζε τις μηχανές.

 

Κοιλάδα, Αύγουστος 1949. Στη μηχανή η Θέμις Αναγνωστοπούλου, στο βάθος αριστερά η Ντίνα Αλεξανδρή – Σκούρτη.

 

Η Εταιρία SINGER διέθετε δασκάλες που γνώριζαν την τέχνη της ραπτικής και του κεντήματος. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Αναγνωστόπουλου, Θέμιδος, που με αφορμή τις ερωτήσεις μας ξετύλιξε το κουβάρι των προσωπικών της αναμνήσεων, ήσαν: από το Κρανίδι η Αρετή, από το Ναύπλιο η Αφροδίτη, από το Λεωνίδιο η Καλομοίρα και από την Ερμιόνη η ίδια.

Ο χώρος μαθητείας ήταν στην καρδιά της πόλης, στο νοικιασμένο οίκημα του Πάνου Παπαμιχαήλ (Πιτ). Αυτό το οίκημα φιλοξένησε το φυτώριο για σπουδαίες νεαρές κεντήστρες, που έφτιαξαν ολόκληρες προίκες και στόλισαν σπίτια και εκκλησιές με άφθαστα καλλιτεχνήματα. Τέτοια εκθαμβωτικά, θελκτικά, περίτεχνα, πολύχρωμα, ξομπλιαστά χειροτεχνήματα φιλοξενούνται στις προθήκες του Ιστορικού Λαογραφικού μας Μουσείου (Ι.Λ.Μ.Ε.). Καθένα από αυτά κεντάει με το δικό του τρόπο τη μνήμη…

 

Κρανίδι, 1950. Μπροστά αριστερά η Αρχόντω Νόνη – Γεωργίου, στο βάθος Κώστας Αναγνωστόπουλος, δεξιά Θέμις Αναγνωστοπούλου.

 

Το έργο της αντιπροσωπείας SINGER εκτός από εμπορικό, πολιτιστικό, ήταν και κοινωνικό. Προσέφερε στις ανεπάγγελτες κοπέλες του χωριού, που ανταποκρίθηκαν με θέρμη στην πρόσκληση να διδαχθούν, γνώσεις της ευγενούς και δημιουργικής τέχνης της κεντητικής, δημιουργώντας ταυτόχρονα αισιόδοξες προοπτικές. Η ραπτική μπορεί να έχει οικονομική σημασία, να παρέχει ωφέλεια ή κέρδος, αλλά η κεντητική είναι καλαισθησία. Οι μαθήτριες που γράφονταν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα πλήρωναν ένα μικρό αντίτιμο για τη διδασκαλία και για τον ατομικό φάκελο που τους διέθετε η Αντιπροσωπεία και που περιείχε σχέδια και σταμπωτά υφάσματα, κλωστές, τελάρο και άλλα είδη κεντήματος.

Διαφήμιση εποχής.

Η Σχολή προσέφερε τις ραπτομηχανές σε όσες δεν διέθεταν, όπου μάθαιναν να κεντούν με διάφορες βελονιές π.χ. ανεβατό, φιλτιρέ, ριζοβελονιά, πισωβελονιά, ψαροκόκαλο, γκομπλέν, φεστόνι, πλακέ, σπειροβελονιά, αζούρ, αλυσίδα, κομποβελονιά, βυζαντινή βελονιά, κ. α. Στη συνέχεια οι δασκάλες, μεταξύ αυτών και η Θέμις, κόρη του Κώστα Αναγνωστόπουλου όπως προαναφέραμε, βλέποντας το ενδιαφέρον των νεανίδων, συνέχισαν τις σχολές μαθητείας με δική τους πια πρωτοβουλία και με καρμπόν αναπαρήγαγαν τα σχέδια που περιείχε ο πρωτότυπος φάκελος. Το κέντημα της μηχανής έγινε πολύ της μόδας, στόλισε τις προίκες των κοριτσιών, ανανέωσε αισθητικά τον ρουχισμό των σπιτιών. Κέντησαν ασπρόρουχα, νυχτικά και νυχτικοθήκες, εσώρουχα, μωρουδιακά ρουχαλάκια, μαξιλάρια της φιγούρας, στεφανοθήκες και γαμήλιες φωτογραφίες.

Στην Επαγγελματική Σχολή επιμορφώθηκαν πολλές κοπέλες, με μεγάλη παραγωγή χειροτεχνικού έργου. Έτσι κληρονομήσαμε χειροποίητες δημιουργίες με τη μηχανή του κεντήματος, αλλά και του ραψίματος. Τα κεντήματα προσαρμόζονταν στην εποχή των νέων αναγκών και τα σχέδια κοπιάρονταν βάση των παραδοσιακών προτύπων.

Ο Κώστας Αναγνωστόπουλος (Σίνγγερ) με την γυναίκα ταυ Κατίνα και την πολυμελή οικογένειά τους, τα έξι, δηλαδή, παιδιά τους τη θέμιδα, την Τούλα, το Γιώργο, τον Παναγιώτη, τον Τάσο, τη Θεοδότη, το Λευτέρη και την Αγγελική, έμειναν στην Ερμιόνη για πολλά χρόνια στο σπίτι του Δημήτρη Μπενάρδου, στο Μπίστι και ο κυρ-Κώστας ανέπτυξε σπουδαία κοινωνική και πολιτική δράση τα χρόνια εκείνα την πόλη μας.

Ο αμερικανός εφευρέτης της ραπτομηχανής Singer, Ισαάκ Μέριτ Σίνγκερ (Isaac Merritt Singer 1811 – 1875) έργο του Edward Harrison, 1869. National Portrait Gallery (United States).

Το πρώτο μοντέλο ραπτομηχανής SINGER κυκλοφόρησε από τον Αμερικανό μηχανικό Isaac Singer στη Νέα Υόρκη το 1853 και τιμητικά πήρε το άνομά του. Στη συνέχεια φρόντιζε να παράγει βελτιωμένα μοντέλα, ώστε να δίνονται λύσεις στις νέες ανάγκες. Το 1975 κυκλοφόρησε η ηλεκτρική ραπτομηχανή που έδωσε φτερά στην παραγωγή ρούχου, ενώ το 1990 κυκλοφόρησε η μηχανή πρέσα που όχι μόνο γαζώνει αλλά και σιδερώνει.

Στο σπίτι μου, σε περίοπτη θέση έχω τη φορητή χειροκίνητη ραπτομηχανή «ΟΛΓΑ» της γιαγιάς μου Κατίνας Φοίβα, που στη συνέχεια αξιοποίησε η μεγάλη της κόρη Πολυξένη Φοίβα – Κασνέστη. Ο θρύλος ενός αιώνα η «ΟΛΓΑ»! Με αυτή η θεία μου από τα μικρά της χρόνια έραψε και μεταποίησε τον ρουχισμό της πολυμελούς πατρικής οικογένειάς και αξιοποίησε βιοποριστικά την τέχνη της ξενοράβοντας πουκάμισα. Ήταν οι εποχές που το φόρεμα, το παλτό ζακέτα γυριζόταν το μέσα έξω, πλενόταν, ραβόταν από την αρχή και αποκτούσε τη χαρά του καινούργιου.

 

Τα κεντρικά γραφεία της εταιρείας I.M. Singer and Co το 1857.

 

Τη λάδωνε τακτικά, την καθάριζε και άλλαζε τις σπασμένες βελόνες. Την φρόντισα κι εγώ με τη σειρά μου, χάρη στα μαστορικά χέρια του Γιώργου Αναγνωστόπουλου. Περάσαμε ένα διάστημα σνομπισμού στις δημιουργικές εργασίες της γιαγιάς. Στα μοντέρνα σπίτια δεν υπήρχε χώρος για την τέχνη της κεντήστρας με αποτέλεσμα τα έργα της σεμεδάκια, εσάρπες, τραπεζομάντιλα κεντητά, να είναι περιφρονημένα ή κλεισμένα στα μπαούλα. Στις μέρες μας υπάρχει επιστροφή στη Χειροτεχνία, μια δραστηριότητα που επανέρχεται με θετικά αποτελέσματα. Η υπερκατανάλωση αναγκαστικά σε εποχές κρίσης μπαίνει στο περιθώριο και οι άνθρωποι διοχετεύουν τα αποθέματα του ελεύθερου χρόνου τους ή του χρόνου ανεργίας δημιουργικά, ανακαλύπτοντας την τέχνη του χειροποίητου, που αποτελεί διαφυγή και διέξοδο. Τα σιρίτια, τα νήματα, τα μαλλιά φλος, οι φούντες, τα κρόσσια και τα ψιλικά έχουν και πάλι την τιμητική τους.

Τη μαστοριά της γιαγιάς κομμάτι του πολιτισμού της ταυτότητάς μας, αλλά και της ψυχής μας ανέλαβαν να μας μαθαίνουν ιντερνετικά διάφορα σάιτ και οι γυναίκες σαν να ανακαλύπτουν και πάλι τα χέρια, να μπαλώνουν να ράβουν, να ανακυκλώνουν, να ψαχουλεύουν και να ανασύρουν από τα συρτάρια τους.

Η αντιπροσωπεία SINGER συνήθιζε να φωτογραφίζει μαθήτριες της σχολής ως διαφημιστικό ντοκουμέντο. Κάποιες τέτοιες αναμνηστικές φωτογραφίες εμπλουτίζουν και διανθίζουν το κείμενο.

Πρόσωπα και εργόχειρα που ίσως δημιουργήσουν στους αναγνώστες μας νήματα με εικόνες που μετατρέπονται σε λέξεις και ιστορίες ανθρώπινες μεγάλες ή μικρές.

Παρασκευή Δημ. Σκούρτη

«Στην Ερμιόνη άλλοτε και τώρα», περιοδική έκδοση για την ιστορία, την τέχνη, τον πολιτισμό και την κοινωνική ζωή της Ερμιόνης, τεύχος 20, Μάιος, 2017.  

 

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Γαλλικές ανασκαφές στο Άργος και η αντίδραση του κοινού. Η περίπτωση του Wilhelm Vollgraff (Βίλχελμ Φόλγκραφ)* © Βασίλης Κ. Δωροβίνης  -«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.


 

Το άρθρο αναφέρεται στις αντιδράσεις των κατοίκων του Άργους, όπως αποτυπώθηκαν στον τοπικό Τύπο της περιόδου 1828-1980, ως προς τις ανασκαφές. Στο εισαγωγικό μέρος του άρθρου αναφέρεται στην όλη αντίληψη και στάση του τοπικού πληθυσμού απέναντι στο συνολικό θέμα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης. Ακολουθεί ανάλυση, σε τρείς ενότητες, για τις ανασκαφές του W. Vollgraff το 1902-1912, το 1928-1930 και για τις ανασκαφές της Γαλλικής Σχολής Αθηνών μετά το 1950, οπότε δημιουργείται και το μουσείο του Άργους. Η τρίτη περίοδος ξεκινά μετά το 1978, με τη δραστηριότητα της Γαλλικής Σχολής για μία πρώτη καταγραφή της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς του Άργους και την ένταξή της πολεοδομικά στη σημερινή πόλη, αλλά και με την αγορά και αναστήλωση της οικίας Τ. Γκόρντον.

Ακολουθούν τρία παραρτήματα. Στο πρώτο, καταγράφονται όλα τα άρθρα του τοπικού Τύπου για τις δύο ανασκαφικές περιόδους του W. Vollgraff. Στο δεύτερο μεταφέρονται δύο συνεντεύξεις του W. Vollgraff και το μοναδικό σχόλιο αθηναϊκής εφημερίδας για την ανακοίνωση, το 1903, του W. Vollgraff στη Γαλλική Σχολή για τις ανασκαφές στο Άργος. Τέλος, στο τρίτο παράρτημα αναδημοσιεύονται τέσσερεις φωτογραφίες.

 

Βίλχελμ Φόλγκραφ

Θα θέλαμε να υπογραμμίσουμε ευθύς εξαρχής ότι επιλέξαμε ένα συμβατικό τίτλο, για την παρούσα εργασία, ο οποίος καλύπτει φαινόμενο πολυπλοκότερο, δηλαδή τη σχέση και τους δεσμούς που υφαίνονται (ή δεν υφαίνονται) μεταξύ ανασκαφών, ανασκαφέων (στην προκειμένη περίπτωση της Γαλλικής Σχολής Αθηνών) και ντόπιων πολιτών, με γενικότερη μεν αναφορά στις σύνολες ανασκαφές, αλλά με ειδικότερη εστίαση της προσοχής στην παρουσία και στις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος.

Η Γαλλική Σχολή Αθηνών συμπλήρωσε το 2002 έναν αιώνα ανασκαφών στο Άργος και τις άρχισε με μέλος της που όμως ήταν Ολλανδός και όχι Γάλλος, συμπτωματικό ίσως γεγονός αλλά και προάγγελος της μετέπειτα πορείας της Σχολής και, μάλιστα, της σημερινής, αλλά και της όλης εξέλιξης της αρχαιολογίας, που είναι σήμερα, από τους πλέον διεθνοποιημένους και διεπιστημονικούς κλάδους. Ένας αιώνας πέρασε λοιπόν, ανασκαφών, επαφών και δεσμών τόσο με τον χώρο της πόλης του Άργους, όσο και με τον κυμαινόμενο και διαφοροποιούμενο οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά πληθυσμό του, και παρέχει αρκετά πλούσιο υλικό για μιάν επιστημονική και ψυχολογικά αποστασιοποιημένη προσέγγιση αυτών των δεσμών.

Το Άργος δεν μπορούμε να πούμε ότι, μέχρι σήμερα, έφτασε να έχει διαμορφωμένη, έστω και μέσω μιάς κοινωνικής και λίγο-πολύ συμπαγούς ομάδας κατοίκων, εδραία αστική αντίληψη για το πώς πρέπει να διαμορφωθεί και να εξελιχθεί η πόλη, επομένως και για το πώς πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν η αρχαία, η βυζαντινή και η νεότερή της αρχιτεκτονική κληρονομιά ή και τα μνημειακά υπολείμματά της. Οι αρχαιότητες μόλις τον τελευταίο καιρό έπαψαν να θεωρούνται εντελώς και επιζήμιες, αν και παραμένουν στο περιθώριο της καθημερινής κοινωνικής ζωής. Μόνη εξαίρεση αποτέλεσε το αρχαίο θέατρο, αλλά και αυτό μάλλον ως «περίβλημα» κτιριακό κάποιων εκδηλώσεων και όχι ως μνημείο ενταγμένο στη σύγχρονη ζωή. Το ίδιο ισχύει και για τον διαμορφωμένο χώρο περιπάτου μεταξύ αρχαίου θεάτρου και Κριτηρίου.

Η πόλη βεβαίως υπέστη πολλές αλλαγές. Στην αρχή του 20ου αι., όταν ο W. Vollgraff ξεκινά τις ανασκαφές του, αποτελεί εμπορικό και αγροτικό κέντρο για δύο νομούς (τότε για έναν ενιαίο, την Αργολιδοκορινθία), στενά δεμένο με μιαν ευρύτερη, αποκλειστικά αγροτική περιοχή. Η προσπάθεια εκβιομηχάνισης ήταν άμεσα εξαρτημένη από την περιοχή αυτή (κυρίως βαμβάκι – εριουργεία και εκκοκιστήρια, μετά το 1960 εσπεριδοειδή και μονάδες χυμοποίησης κλπ.). Κείμενα των ελάχιστων λογίων των πρώτων δεκαετιών του 20ου αι. (και αυτών στο περιθώριο), μαρτυρούν ακριβώς για την έλλειψη της αστικότητας (urbanite με τις δύο έννοιές της).

Η οικοδομική αύξηση γίνεται με πάρα πολύ αργούς ρυθμούς, γι’ αυτό ίσως και οικοδομούνται σημαντικά κτίρια, που μαρτυρούν για αφομοίωση του νεοκλασικισμού (μέγαρο Κωνσταντόπουλου, τελική διαμόρφωση Δημαρχείου, παράπλευρο κτίριο και νεοκλασική αγορά – έργα του Π. Καραθανασόπουλου -, οικίες οικογενειών Ζωγράφου, Τζοροβίλη, Κατσούλα, Καλλιάρχη, ξενοδοχείο Σαγκανά, καφενείο Θηβαίου κ.ά.).

Οι βαλκανικοί πόλεμοι, ο Α’ παγκόσμιος πόλεμος, η μικρασιατική καταστροφή, μιάμιση δεκαετία ειρήνης, αλλά και νέων κοινωνικών προβλημάτων δεν επιτρέπουν την αστική ολοκλήρωση. Οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία κατευθύνονται σε ίδρυση νέου οικισμού (Ν. Κίος), ενώ δέκα πέντε χρόνια αργότερα το κύμα των Ρωσοπόντιων προσφύγων στο Άργος είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι στεγάζεται στο «Καλλέργειο» και κατά το μεγαλύτερο τμήμα του, εγκαθίσταται στον αρχαιολογικό χώρο δίπλα στο αρχαίο θέατρο («Συνοικισμός»). Έρχεται ο Β’ παγκόσμιος πόλεμος, τελειώνει ο εμφύλιος και στο τέλος της δεκαετίας του 1950 ξεσπά η οικοδομική αύξηση, άναρχα και άμορφα, υπό τις νέες πιέσεις και εσωτερικών μεταναστών από τα ορεινά χωριά, από την Αρκαδία και την Κρήτη. Πρώτο πολυόροφο οίκημα κτίζεται το 1962, ακολουθεί η αύξηση των συντελεστών δομήσεως κυρίως επί Χούντας και αρχίζει μία έντονη οικιστική πίεση, που καταλήγει και στην άναρχη επέκταση της πόλης ακόμα και στους γύρω λόφους. Η εικόνα της, που καταγράφεται και σε τουριστικούς οδηγούς, ελληνικούς και ξένους, ως πόλης των αρχαιοτήτων και των κήπων, διαστρεβλώνεται και σταδιακά χάνεται.

Η τύχη αρχαιοτήτων και αρχαιολογικών εργασιών ακολουθεί την εξέλιξη της πόλης όπου, μέχρι και σήμερα, το κοινωνικό της εποικοδόμημα τίποτε δεν έχει ξεκαθαρίσει ως προς το μέλλον της. Θολούρα επικρατεί, στην οποία βυθίστηκε ακόμα και το νέο σχέδιο πόλης, προϊόν και αυτό όχι συνθετικού λογισμού και διαυγούς κοινωνικής αντίληψης, αλλά οικονομικών επιδιώξεων των συντακτών του και μιάς αρχαϊκής, συχνά, αντίληψης πολλών ιδιοκτητών γης και οικοπέδων.

Εξετάζοντας το πώς οι Γάλλοι αρχαιολόγοι και οι ανασκαφές τους εντάσσονται στην πόλη και συνδέονται με τις ντόπιες νοοτροπίες, θα πρέπει να φυλαχθούμε συστηματικά από τον κίνδυνο εισαγωγής εννοίων και κατηγοριών από άλλες χώρες και άλλες πόλεις. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ ότι μπορούμε να προβούμε, μετά από εξέταση των δεδομένων, σε μία πρώτη περιοδοποίηση μέσα στο χρόνο, διακρίνοντας τρείς διαφορετικές περιόδους.

Ι. Η πρώτη περίοδος

Η πρώτη περίοδος αρχίζει και τελειώνει με τις αποστολές του W. Vollgraff, οι οποίες ξεκινούν με ανασκαφές στις 15 Μαΐου 1902 (κατά την εφημερίδα Ίναχος της 06.07.1902), όταν ο W. Vollgraff είναι μόλις 26 ετών, και εκτείνονται μέχρι το τέλος του 1912. Διασταυρώνοντας δημοσιεύματα του W. Vollgraff και πληροφορίες του τοπικού Τύπου, διαπιστώνεται ότι επιχειρεί μία καταρχήν καταγραφή των αντικειμένων που υπάρχουν στο μουσείο του Άργους (στεγαζόταν στην ισόγεια αίθουσα του Δημαρχείου) και στην πόλη, δηλαδή εκθεμάτων, σπαραγμάτων και επιγραφών, και αναλαμβάνει και περαιώνει ανασκαφές στους λόφους της Ασπίδας και της Λάρισας, όπως και σε χώρους που τους περιβάλλουν. Κατά τη διετία 1928-30 ο W. Vollgraff επανέρχεται στο Άργος, συνεχίζει τις έρευνές του και προβαίνει σε νέες ανασκαφές, ιδίως στον λόφο της Λάρισας και στον χώρο της αγοράς.

Η φήμη του έχει εδραιωθεί στη κοινή γνώμη του Άργους και σε μία, κυρίως, τοπική εφημερίδα που κυκλοφορεί κανονικά τότε στην πόλη οι ανασκαφές του καλύπτονται με πρωτοσέλιδα άρθρα, ενώ δημοσιεύονται και συνεντεύξεις του. Ιστορικά, πια, είναι ο πρώτος αρχαιολόγος που προβαίνει σε συστηματικές αρχαιολογικές ανασκαφές στο Άργος. Σήμερα, οι μέθοδοι που ακολούθησε (μέθοδοι κατά κανόνα γενικά αποδεκτές στην εποχή του) αποτελούν αντικείμενο εύλογης κριτικής [1]. Από την αρχή, το 1902, ο τοπικός Τύπος και ειδικότερα τρείς λόγιοι, ο Δ. Βαρδουνιώτης (που είναι και έφορος του μουσείου), ο Κ. Ολύμπιος και ο Γ. Σιμιτζόπουλος δημοσιογραφούν κατά διαστήματα και, από τις πρώτες μέρες της πρώτης άφιξής του, παρακολουθούν συνεχώς τις ανασκαφές, ενημερώνουν τους αναγνώστες, ενώ κάποτε προβαίνουν, όπως θα δούμε στη συνέχεια, και σε άκρως προωθημένες για την εποχή προτάσεις. Ο W. Vollgraff και οι ανασκαφές του «ηλεκτρίζουν», όμως σε μία περίπτωση ο Βαρ­δουνιώτης, εντελώς προδρομικά αλλά και στηριζόμενος επιδέξια στο πνεύμα της εποχής, δεν διστάζει να στραφεί εναντίον του, όταν εκείνος εκδηλώνει την πρόθεσή του να κατεδαφίσει το μονύδριο του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή του λόφου της Ασπίδας, για λόγους ανασκαφικούς. Ο Βαρδουνιώτης προβάλλει την ανάγκη να διατηρηθεί το νεότερο αυτό κτίσμα, που κατά τα άλλα και μέχρι σήμερα δεν έχει μελετηθεί συστηματικά και, φυσικά, δεν έχει χρονολογηθεί. Είναι η πρώτη φορά που, από όσο τουλάχιστον εγώ γνωρίζω, στο νεότερο Άργος υποστηρίζεται η αξία και η ισοτιμία της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Ουδέποτε μέχρι σήμερα ο τοπικός Τύπος του Άργους παρακολούθησε με τόσο ενδιαφέρον και τόσο επιμελώς τη συνέχεια ανασκαφών, παρόλο που από το 1950 ενεργήθηκαν πολύ σημαντικές (αρχαία αγορά, ρωμαϊκά λου­τρά, κλπ.). Από την πλευρά μου υποστηρίζω ότι η δημιουργία ενός είδους σύγχρονου τοπικού μύθου γύρω από το όνομα Vollgraff οφείλεται στη στάση τοπικού Τύπου και λογίων με κύρος. Πρόκειται για μύθο που στοιχειοθετείται και δημιουργείται από το ότι για πρώτη φορά εύλογα ελπίζεται ότι, με συστηματικές έρευνες, θα έρθουν σε φως σημαντικά στοιχεία από το αρχαίο κλέος μιάς πόλης παγκόσμια γνωστής. Από το ότι, επίσης, η αργή και ομαλή οικιστική αύξηση δεν δημιουργεί κανένα από τα γνωστά σήμερα προβλήματα. Δεν επιβάλλεται καμία αλλαγή στις τοπικές νοοτροπίες, οι άνθρωποι αντιδρούν «φυσικά» και δίχως οπισθοβουλίες ως προς τις αρχαιολογικές ανακαλύψεις και τις θεωρίες που διαμορφώνονται, δεν υπάρχει ανάγκη σχεδιασμού και δεν διαφαίνεται καμία προοπτική αντιμετώπιση των πραγμάτων.

Οι ανασκαφές μπορούν να ακολουθούν τον δικό τους ρυθμό, οι αρχαιολόγοι σκάβουν και «αναπνέουν» δημοσιεύοντας ομαλά, μετά από κάθε ανασκαφική περίοδο. Δεν έχει καν προκύψει η έννοια των σωστικών ανασκαφών, μάλιστα κάτοικοι προσφέρουν ιδιοκτησίες τους για να συνεχιστούν απρόκοπα οι ανασκαφές. Για πρώτη φορά αρχαιολόγοι διαμένουν μόνιμα στην πόλη, κατά περιόδους που γίνονται τακτές, και συγχρωτίζονται με τον τοπικό πληθυσμό. Ενδόμυχα ή με διορατικότητα (πώς μπορούμε να την αποκλείσουμε;) γίνεται αντιληπτό, από την πλευρά των λογίων, ότι οπωσδήποτε κάτι γενικότερο καλό θα βγει για την πόλη από τις ανασκαφές, έστω και όχι άμεσα κερδοφόρο, έστω κι αν ελάχιστοι έχουν πρόσβαση, λόγω του εμποδίου της γλώσσας, στους απολογισμούς του ίδιου του W. Vollgraff, στις επεξεργασμένες μορφές των πρώτων θεωρητικών κατασκευών του.

Το 1928 και το 1930 δημοσιεύεται κάτι που, από τότε, δεν χρησιμοποιήθηκε ως δημοσιογραφική μορφή πληροφόρησης, ποτέ πια στον τοπικό Τύπο, ούτε από την πλευρά του ούτε και από την πλευρά των αρχαιολόγων. Πρόκειται για δύο συνεντεύξεις με τον W. Vollgraff, πλουσιότατες σε περιεχόμενο, τόσο γιατί η τοπική εφημερίδα θέλει να μάθει «την πάσα αλήθεια», όσο και επειδή ο ερωτώμενος δεν είναι διόλου φειδωλός ως προς αναφορές στα σχέδια και στους σκοπούς του, ούτε και ως προς τη διάθεση να απαντά ευθέως σε κάθε ερώτηση, όπως για τη χρηματοδότησή του. Θεωρώ τις συνεντεύξεις αυτές ανεκτίμητα τεκμήρια, γι’ αυτό και αναδημοσιεύονται σε παράρτημα αυτού του άρθρου (παράρτημα II).

ΙΙ. Η δεύτερη περίοδος

Η περίοδος αυτή καλύπτει τα έτη 1950-1978, κατά τα οποία γίνονται γνωστοί στο Άργος οι αρχαιολόγοι G. Daux, Ρ. Courbin και Fr. Croissant, και οικειώνονται με τους κατοίκους. Η ανασκαφική εργασία τους, όπως και άλλων αρχαιολόγων, Γάλλων και Ελβετών, συμπίπτει με ένα σημαντικό έργο στο Άργος, δηλαδή την ίδρυση αυτόνομου μουσείου, που σταδιακά ολοκληρώνεται μεταξύ των ετών 1957 (παλαιά πτέρυγα, στο ανακαινισμένο με δραστική επέμβαση του Ρώσου αρχιτέκτονα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Υ. Fomine «Καλλέργειο», που προηγουμένως βρισκόταν σε κατάσταση θλιβερού ερειπίου[2] και 1961 (νέα πτέρυγα, με υπόστεγο χώρο, προς ανατολάς).

Το μουσείο αυτό θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στις τότε συνθήκες, μετά από μακροχρόνια προσμονή και ενέργειες δεκαετιών για την ίδρυσή του. Η δαπάνη κατασκευής καταβάλλεται από το γαλλικό Κράτος και θα έλεγα ότι, παρά το ότι οι μελέτες αρχαιολόγων και ανασκαφέων στο Άργος πολλαπλασιάζονται έκτοτε, με άκρως δραστήρια πια, λόγω σωστικών κυρίως ανασκαφών, και την Ελληνική Αρχαιολογική Υπηρεσία, ο μύθος του W. Vollgraff επεκτείνεται προς άλλη κατεύθυνση, προς μιά πολιτισμική προσέγγιση. Δεν ξέρουμε σήμερα ποιά ήταν η προσωπική επαφή του W. Vollgraff με τους ντόπιους.

Γεγονός είναι ότι όσο περνούν τα μεταπολεμικά χρόνια πολλοί από τους Γάλλους αρχαιολόγους προσεγγίζουν άνετα και προσωπικά το τοπικό στοιχείο.

Το μουσείο, παρά τις εύλογες αμφισβητήσεις για τον τρόπο σύνδεσης παλαιάς και νέας πτέρυγας, παρά και ότι λίγοι, ίσως, ντόπιοι έχουν πια κατά νου ότι αποτελεί προϊόν ελληνογαλλικής συμβολής (ο Δήμος Άργους είχε παραχωρήσει το «Καλλέργειο» και τον συνεχόμενο χώρο, ιδιοκτησίας του), «δένει» ακόμα περισσότερο Γάλλους αρχαιολόγους και ανασκαφείς με τον πληθυσμό και την κοινή γνώμη στο Άργος. Βέβαια τώρα πια, ο τοπικός Τύπος, είναι αλήθεια άλλης μορφής, αλλά και άλλων ενδιαφερόντων και συμφερόντων, παύει να παρακολουθεί ανασκαφές και συχνά απηχούσε τα τελευταία χρόνια την γκρίνια ιδιοκτητών γιατί τους «εμπόδιζαν να κτίσουν», κυρίως οι Έλληνες αρχαιολόγοι. Ιδιοκτητών που συχνά δεν είναι πια Αργείοι, αλλά της εσωτερικής μετανάστευσης και δίχως εσωτερικούς δεσμούς με την πόλη.

III. Η τρίτη περίοδος

Αρχίζει λίγο-πολύ μετά το 1978, με πρωτοβουλίες του τότε Γενικού Γραμματέα της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert και με την στήριξη των Διευθυντών της Ρ. Amandry και Ο. Picard, οπότε δημιουργείται κοινή ελληνογαλλική ομάδα επιστημόνων, σε συνεργασία με την Δ’ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, για την καταγραφή και της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς της πόλης, όπως και για τη διατύπωση προτάσεων με στόχο της ένταξή της, μαζί με την αρχαία και τη βυζαντινή, στη σύγχρονη ζωή. Ιδιαίτερη προσοχή δόθηκε στη ζώνη γύρω από το αρχαίο θέατρο και την αγορά. Τα πορίσματά της, προϊόν εργασίας τριών περίπου ετών, κοινοποιούνται προς όλες τις ελληνικές διοικητικές αρχές, αρμόδιες για το αντικείμενο αυτό, και προς τον Δήμο Άργους. Για σχεδόν μία εικοσαετία παρέμειναν αναξιοποίητα για τον οποιοδήποτε σχεδιασμό (είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι από την μελέτη της «Επιχείρησης Πολεοδομική Ανασυγκρότηση» του Άργους παραλήφθηκε κάθε προβληματισμός και προτάσεις για τη νεότερη και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης).

Παράλληλα όμως, με πρωτοβουλία δημοτών της πόλης έγινε ευρεία προσπάθεια ενημέρωσης των πολιτών μέσα από συνεργασίες και αρχικά από τον ρηξικέλευθο Πολιτιστικό Όμιλο Άργους, με τη στήριξη και του τότε Νομάρχη Θ. Χαμπίπη. Οργανώθηκαν διαλέξεις και δημόσιες συζητήσεις, δυστυχώς δίχως μέριμνα κανονικής και ανανεωμένης επανάληψης. Το μέλος της Σχολής Α. Pariente συνέχισε την προσπάθεια, με την ευοίωνη στήριξη του τότε διευθυντή R. Étienne, ενώ η αγορά και στη συνέχεια η επισκευή της ιστορικής οικίας του Τόμας Γκόρντον πρόσφερε στο Άργος μία νέα και ζεστή αίθουσα για ποιοτικές πολιτιστικές εκδηλώσεις [3].

Την περίοδο αυτή Γάλλοι αρχαιολόγοι δεν δίστασαν να πάρουν θαρραλέα μέρος στην προσπάθεια για τη διάσωση και αξιοποίηση των Στρατώνων του Καποδίστρια. Με αφορμή την προσπάθεια κατεδάφισης των Στρατώνων ξέσπασε στην πόλη πολυετής και σκληρή διαμάχη, με εργολάβους και τυφλούς υπερσυντηρητικούς από το ένα μέρος, και με νέους και τη διανόηση της πόλης από το άλλο μέρος. Οικονομικά ισχυροί οι πρώτοι, με εκφραστές δύο τοπικά φύλλα υπέρμαχα της «ελεύθερης δόμησης» και διώκτες των αρχαιολόγων, έφθασαν μέχρι και να καταγγείλουν τον Ρ. Aupert στη γαλλική Πρεσβεία για ανάμιξη σε εσωτερικές ελληνικές υποθέσεις. Είναι ακριβώς αυτά τα φύλλα που ανέσυραν από τη λήθη, εν πολλοίς με διαστρεβλώσεις, τα θλιβερά γεγονότα της σύγκρουσης του Ιανουαρίου του 1833 στο Άργος, που κατέληξε στην εξόντωση πολλών αθώων αμάχων.

Η ανάσυρση της λεγάμενης «σφαγής του Άργους», μέχρι και τις μέρες μας, δεν έστερξε να διαταράξει τον εδραίο, πια, δεσμό Γάλλων αρχαιολόγων και τοπικού πληθυσμού. Η αγορά, η διάσωση και η μετασκευή της οικίας Γκόρντον στην πόλη έδωσαν νέο έναυσμα στις σχέσεις Γαλλικής Σχολής Αθηνών και πολιτών, ενώ προκάλεσε για πρώτη φορά ίσως στην ιστορία και την εμπλοκή του Δήμου Άργους σε συγκεκριμένη πολιτιστική δραστηριότητά της, δηλαδή τη χρηματοδότηση της ελληνικής έκδοσης τμήματος της μελέτης του Μ. Sève, για τους Γάλλους ταξιδιώτες στο Άργος [4].

Η προοπτική σήμερα, στα πλαίσια, της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μπορεί να φτάσει σε αμοιβαία συνεργασία, πρώτα και κύρια με το αντικείμενο αναστηλώσεις και τη διαμόρφωση των χώρων ανασκαφικών δραστηριοτήτων που έχουν περατωθεί. Πέρα από αυτό, αν η οικία Γκόρντον, με την αγορά και του τελευταίου εναπομένοντα ελεύθερου χώρου δίπλα σε αυτήν, γίνει επιθυμητή κυψέλη μελέτης, σεμιναρίων, εκθέσεων και ανακοινώσεων, αν πολίτες και Δήμος προχωρήσουν σε οικονομική συμβολή για εκδόσεις, αν επίσης η Γαλλική Σχολή Αθηνών δεχθεί την αναγκαία διεύρυνση του κύκλου των εκδόσεων, με προσέγγιση ενός ευρύτερου τομέα για το Άργος, τότε οι δεσμοί που ανέφερα θα έχουν πολύ μέλλον εμπρός τους. Από την εποχή του W. Vollgraff μέχρι σήμερα Γάλλοι αρχαιολόγοι, αλλά και η ίδια η αρχαιολογία, παρά τις κατά καιρούς δυσκολίες, έπλεξαν συνδέσεις με την τοπική κοινωνία του Άργους και κέρδισαν σε κύρος, σε εκτίμηση και σε αξιοπιστία. Αυτό το κέρδος πρέπει να κρατηθεί και να αυξηθεί. Μάλιστα σε καιρούς όπου παρθικές σκοπιμότητες, που ανήκουν στο πελατειακό σύστημα, πλήττουν στις μέρες μας και αρχαιολόγους και, κατ’ επέκταση, και την αρχαιολογία.

Παράρτημα I

 Ο τοπικός Τύπος του Άργους για τις ανασκαφές του W. Vollgraff

  1. 19/05/1902, Μυκήναι 54

Αναφέρεται ότι ο Vollgraff άρχισε προ δύο μηνών μέσα στην πόλη αντιγραφή αρχαίων επιγραφών και ότι πήρε άδεια από την Κυβέρνηση να ενεργήσει ανασκαφές στον λόφο της Ασπίδας. Αναφέρεται τι βρέθηκε μέχρι τότε, τι τούτο σημαίνει για την ιστορία του τόπου και ακολουθεί η κατάληξη ότι «ευτυχώς όπου οι Γάλλοι και οι Γερμανοί αρχαιολόγοι εργάζονταν ακαταπονήτως, δαπανώντες άφθονα χρήματα […] διότι ημείς οι νυν Έλληνες δεν είμεθα ως φαίνεται άξιοι δια τοιαύτας εργασίας, αλλά δι’ άλλας σπουδαιοτέρας».

  1. 26/05/1902, Μυκήναι 55

Δίδεται λεπτομερές ρεπορτάζ για τις ανασκαφές του Vollgraff στην Ασπίδα και προστίθεται ότι τόσο η Κυβέρνηση όσο και η Αρχαιολογική Εταιρεία θα έπρεπε να στείλουν αρχαιολόγο και να πάρουν προφυλακτικά μέτρα για φρούρηση του χώρου
των ανασκαφών, καυτηριάζοντας το γεγονός ότι μετά από κάθε ανασκαφή τους αφήνονται στην τύχη τους οι αρχαιολογικοί χώροι και η περιφέρεια απογυμνώνεται από τα ευρήματα, που μεταφέρονται στην Αθήνα. Παροτρύνει, επίσης, τους τοπικούς παράγοντες να πετύχουν ώστε να ενεργούνται ανασκαφές με τη συμβολή των Δήμων και των κατοίκων των επαρχιών, και καταλήγει: «Εις την Ιταλίαν εισέρχονται κατ’ έτος πολλά εκατομμύρια εκ των διαφόρων περιηγητών, πολύ πλειότερα αυτών δύνανται να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, αν γίνωμεν ολίγον αρχαιόφιλοι και επικρατήση και παρ’ ημίν ολίγον πνεύμα κερδοσκοπικόν».

  1. 02/06/19Θ2, Μυκήναι 55

Αποκαλύπτεται δεύτερο τείχος στην Ασπίδα και πέντε τάφοι μυκηναϊκής εποχής.

  1. 09/06/19Θ2, Μυκήναι 57

Φθάνει εκ μέρους της Αρχαιολογικής Εταιρείας ο αρχαιολόγος Σκιάς, οι ανασκαφές προχωρούν, ανακαλύπτεται η δεξαμενή και φρέατα, όπως και τοίχοι μεγάλου ανακτόρου.

  1. 16/06/1902, Μυκήναι 58

Ανακαλύπτεται και άλλος τάφος με επιχρίσματα μυκηναϊκής εποχής και με «γραφές». Ανακοινώνεται η άφιξη λόγω των ανασκαφών του Ι. Κοφινιώτη.

  1. 23/06/1902, Μυκήναι 59

Η εξέλιξη των ανασκαφών και οι απόψεις του Ιω. Κοφινιώτη. Επισημαίνεται ότι ποτέ μέχρι τότε δεν έγιναν ανασκαφές μέσα στην πόλη και ότι αν γίνονταν, μάλιστα στην συνοικία Ταμπάκικα ή Αλώνια Παναγίας, όπου βρισκόταν η αρχαία αγορά του Άργους, θα έρχονταν σε φως «πολλά έργα καλλιτεχνών». Και καταλήγει: «Η πόλις του Άργους κατά τούτο πρέπει να ευγνωμονεί τον Φόλγκραφ, ότι έκαμεν ούτος την αρχήν της αποκαλύψεως του αρχαίου κόσμου».

  1. 30/06/1902, Μυκήναι 60

Ο Vollgraff επιστρέφει στο Άργος για να συνεχίσει τις ανασκαφές στην Ασπίδα, συνοδευόμενος από «επίσημον καλλιτέχνην Δανόν ίνα ζωγραφίση τους ανασκαφέντας τάφους και τας επί του ενός τούτων ευρεθείσας και κατά την είσοδον αυτού υπαρχούσας ζωγραφιάς». Στο εκτεταμένο αυτό άρθρο γίνεται ακολούθως λόγος για τα αρχαία έθιμα ταφής.

  1. 06/07/1902, Ίναχος 9-10

Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.

Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν
συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

  1. 14/07/1902, Μυκήναι  61

Μικρό σημείωμα για την πρόοδο των ανασκαφών, με την πληροφορία ότι γίνονται με την επίβλεψη του Σκιά και με βοηθό τον Κουρουνιώτη, ενώ στη στήλη των «ειδήσεων» επισημαίνεται ότι έφτασε στο Άργος ο Έφορος Αρχαιοτήτων Καββαδίας και εκθέτει τα συμπεράσματά του για τις ανασκαφές, αλλά και για ανάγλυφο που είχε βρεθεί στο σπίτι του Θ. Κοντογιάννη.

  1. 15/07/1902, Μυκήναι 64

Εκτεταμένο μονόστηλο για την πρόοδο των ανασκαφών, με αναλυτικά τα μέχρι τότε ευρήματα, μεταξύ αυτών και αγάλματα στην δυτική πλευρά της Ασπίδας, μέσα στη δεξαμενή. 

  1. 25/08/1902 Μυκήναι 65

Οι ανασκαφές σταμάτησαν από έλλειψη χρημάτων. Αναφέρεται ότι δεν βρέθηκε το αρχαίο στάδιο, και ότι τα ευρεθέντα υπολείμματα βυζαντινού ναού ήταν στη θέση όπου ο ναός του Απόλλωνα Δειραδιώτη. Αναγγέλλεται ότι τα ευρήματα πρόκειται να μεταφερθούν στην Αθήνα και καυτηριάζεται η ενέργεια αυτή.

  1. 15/09/1902, Μυκήναι 66

Στη στήλη των ειδήσεων, δημοσιεύεται η πολύ ενδιαφέρουσα πληροφορία ότι ο Vollgraff έστειλε έγγραφο στον Δήμαρχο και του ζητεί να κατεδαφιστεί το  ναΐδριο  του Προφήτη Ηλία, στην κορυφή της Ασπίδας, για να ενεργήσει και στο σημείο αυτό ανασκαφές. Η εφημερίδα σημειώνει ότι «το πράγμα είναι ολίγον δύσκολον».

  1. 01/01/1903, Ίναχος  11

Δημοσιεύονται δύο άρθρα εξαιρετικού ενδιαφέροντος. Στο πρώτο, και υπό τίτλο «Απαγωγή θεών», σημειώνεται ότι από τις ανασκαφές του Vollgraff τα πιο «ευτελή» αντικείμενα κατατέθηκαν στο μουσείο του Άργους, όμως «τα πολυτιμότερα τούτων, εν οις και περί τα 35 αρχαία νομίσματα, ο ενεργών τας ανασκαφάς εταίρος της Γαλλ. Σχολής, εναντίον ρητής και σαφέστατης διατάξεως του Νόμου, ηρνήθη να παραδώση και καταθέση εις το Μουσείον μας, μεθ’ όλας τας προσκλήσεις και διαμαρτυρίας του επιμελητού των ενταύθα αρχαιοτήτων και του δημάρχου Αργείων. Αι ανασκαφαί διεκόττησαν από του παρελθόντος Αυγούστου και ο εταίρος της Γαλλ. Σχολής ώχετο απιών εις Αθήνας, μετά του επόπτου των ανασκαφών, όστις άδηλον αν και τι ενήργησεν απί του προκειμένου».

Συνεχίζοντας γράφει ότι λέγεται πως οι αρχαιότητες μεταφέρθηκαν στη Αθήνα αλλά κανένας δεν γνωρίζει τίποτε σχετικά, ενώ αναφέρεται σε δύο «σώα και εξαίσια αγάλματα λευκού μαρμάρου και αρίστης τέχνης», πιθανώς του Ασκληπιού και της Εκάτης, που βρέθηκαν στην Ασπίδα.

Στο άλλο άρθρο, υπό τον τίτλο «Ο Προφήτης Ηλίας», σημειώνεται ότι «εθρυλήθη» ότι ο Vollgraff ζήτησε να κατεδαφιστεί ο ναΐσκος, ότι τούτο δεν είναι πιστευτό, διότι ο ναός αυτός είναι «αρχαίος και δημοφιλής» στο Άργος και οι Αργείοι «βαρέως φέρουν την κατεδάφισίν του». «Εκτός όμως τούτου θα ήτο η κατεδάφισις και άσκοπος, αφού ανεσκάφη όλος ο κύκλω του ναΐσκου χώρος και επί πλέον διότι καθ’ ημάς αι επί της Ασπίδος ανασκαφαί δεν είνε πολλού λόγου άξιαι, ελλείψει μαρτυριών αρχαίων συγγραφέων μηδέν θετικόν και σαφές προσπορίσασαι τη αρχαιολογία. Διά τους λόγους τούτους συνίστωμεν εντόνως εις τους αρμοδίους να προλάβωσι παντί σθένει την κατεδάφισίν του πάσι τοις Αργείοις προσφιλούς ναΐσκου, βέβαιοι όντες ότι ούτω θα δικαιώσωσιν ευσεβή πόθον ολοκλήρου της πόλεως.»

Και τα δύο άρθρα φέρουν αντί υπογραφής το κεφάλαιο «Α». Πρόκειται για συνεργάτη της εφημερίδας ή το πιθανότερο, για τον ίδιο τον Βαρδουνιώτη; Η άποψή μου είναι ότι πρόκειται για τον ίδιο.

     14. 05/01/Ι903, Δαναός 127

Δημοσίευμα για τον Vollgraff και τις ανασκαφές: μονόστηλο όπου σημειώνεται ότι λόγω διακοπής της έκδοσής του δεν είχε καλύψει το σημαντικό γεγονός των ανασκαφών, για τις οποίες υπήρξε ευρεία δημοσιότητα στον αθηναϊκό αλλά και στον ευρωπαϊκό Τύπο. Αναφέρει την Ανεξαρτησία του Βελγίου και άρθρο της την 10/08/02, την Βορειογερμανική Εφημερίδα και μετάφραση του άρθρου της δεύτερης στα Παναθήναια της 15/07/02. Πληροφορεί ότι μέχρι τότε δοκιμαστικές ανασκαφές στην Ασπίδα θα επαναληφθούν την προσεχή άνοιξη και ότι μόλις έγιναν γνωστά στην Ευρώπη τα αποτελέσματα των πρώτων, «αμέσως ο ενθουσιώδης λάτρης της αρχαίας Ελλάδας κ. Γουκώπ, δικηγόρος εν Ολλανδία, ο γενναίος χορηγός των εν Λευκάδι ανασκαφών της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών, ετηλεγράφησεν εις τον κ. Βολγκράφ ότι αυτός αναλαμβάνει την δαπάνην των γενικών ανασκαφών εν Αργεί, στείλας συγχρόνως και γενναίον χρηματικόν ποσόν». Το άρθρο φέρει αντί υπογραφής το κεφαλαίο «Ξ».

      15. 18/01/1903, Δαναός 128

 Υπό τον τίτλο «Αι εν Αργεί ανασκαφαί» άρθρο με λεπτομερειακές και ακριβείς πληροφορίες για τα ευρήματα της Ασπίδας, που όπως και το προηγούμενο πρέπει να στηρίζεται σε απευθείας πληροφορίες του ιδίου του Vollgraff. Δίδεται και η πληροφορία ότι ο Δανός καλλιτέχνης που είχε μετακληθεί ονομάζεται Μπάγα.

      16. 14/03/1903, Δαναός 132

Ειδησιογραφικό μικρό άρθρο για τη διάλεξη που έδωσε ο Vollgraff, πριν λίγες εβδομάδες, στη Γαλλική Σχολή Αθηνών, για τις ανασκαφές του Άργους, η οποία κίνησε το ενδιαφέρον «όλου του επιστημονικού κόσμου των Αθηνών, όστις παρέστη και κατενθουσιάσθη εξ αυτής. Αι δε εφημερίδες της πρωτευούσης μακρόν περί ταύτης εποιήσαντο λόγον».

      17. 29/05/1903, Δαναός 137

Εδώ και δέκα μέρες επαναλήφθηκαν οι ανασκαφές του Vollgraff και αναφέρεται στα ευρήματά του. Προς στιγμή σταμάτησαν, για να γίνουν ανασκαφές στο αλώνι του Χρ. Παδουβάνου, πριν αυτό λειτουργήσει, ενώ γίνεται και πάλι λεπτομερειακή αναφορά για το τι ακριβώς βρέθηκε μέχρι τότε.

      18. 08/06/1903, Μυκήνες 85

Μικρό πληροφοριακό άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff την περασμένη εβδομάδα και για τα ευρήματά του, στην θέση Αλώνια Κρεββασαρά.

      19. 10/06/1903, Δαναός 138

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές κοντά στο αλώνι Παδουβάνου και για τα σημαντικά ευρήματα, μεταξύ αυτών και επιγραφή με 12 στίχους οικονομικού περιεχομένου (πώληση λαδιού). Και το άρθρο καταλήγει: «Τοιαύτα περίπου τα μέχρι σήμερον ανακαλυφθέντα υπό του διαπρεπούς αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ, όστις εάν έχη μέσα ανάλογα προς τον ζήλον αυτού, ασφαλώς θα φέρη εις φως μίαν νέαν μεγαλυτέραν Ολυμπίαν, την αγοράν και την πόλιν του αρχαίου Άργους». Υπογραφή με το ψευδώνυμο (όπως και για το προηγούμενο άρθρο του «Δ.») «Σένεξ».

     20. 22/06/1903, Μυκήνες 139

Πάλι πρωτοσέλιδο άρθρο με τον ίδιο τίτλο και με λεπτομερείς αναφορές στα νέα ευρήματα των ανασκαφών, με πιο σημαντικό την ανακάλυψη μέτρων για υγρά. Πληροφόρηση επίσης για το ότι ο Vollgraff ξεκίνησε δοκιμαστικές ανασκαφές στη Λάρισα και για το τί βρήκε την εβδομάδα που πέρασε.

     21. 05/07/1903, Μυκήνες 140

Δίστηλο στη δεύτερη σελίδα για τη συνέχεια των ανασκαφών στην Ασπίδα, για τα ευρήματα και για το ότι έληξαν ως προς τους τάφους οι ανασκαφές.

     22. 25/07/1903, Μυκήνες 141

Μονόστηλο, από την πρώτη σελίδα, για τη συνέχεια των ανασκαφών και των εργασιών του Vollgraff, με την πληροφορία ότι αυτές θα συνεχιστούν και τον Αύγουστο.

     23. 15/08/1903, Μυκήνες 142

Σύντομο ημίστηλο για τη συνέχεια των ανασκαφών και τα νέα ευρήματα, με την πληροφορία ότι έληξε η περίοδος για το τρέχον έτος και ότι θα επαναληφθούν το προσεχές ίσως γενικότερες ανασκαφές, διότι στην Ολλανδία ενεργούνται έρανοι για τη συνέχισή τους. Συνιστάται στο Δήμο του Άργους να προβεί στην απαλλοτρίωση ορισμένων αγρών, ώστε να υποβοηθήσει τη συνέχιση των ανασκαφών και την «τόσω οφέλιμον δια την ιδιαιτέραν ημών πατρίδα εργασίαν, ην μετά τόσου ζήλου, αφοσιώσεως και επιμονής ανέλαβεν ο διαπρεπής αρχαιολόγος κ. Φόλγκραφ». Όπως και στα προηγούμενα άρθρα, η υπογραφή, με λατινικά στοιχεία πλέον, είναι Senex και οι πληροφορίες πρέπει να προέρχονται απευθείας από τον Vollgraff.

     24. 05/11/1904, Μυκήνες 153

Μονόστηλο για τα αποτελέσματα των ανασκαφών στο Άργος, σε αναφορά με τη δημοσίευση στο BCH μελέτης του Vollgraff, με την κατάληξη: «Συγχαίροντες λοιπόν ολοψύχως τον κ. Φόλγκραφ δια τους ατρύτους αυτού κόπους, ευχόμεθα ίνα ταχέως επανίδωμεν αυτόν ενεργούντα ανασκαφάς προς ανεύρεσιν των ιερών ναών και οικοδομημάτων του αρχαίου Άργους, και δια της επιστημονικής τούτων μελέτης διαφωτίζοντα την ιστορίαν της ιδιαιτέρας ημών πατρίδος».

     25. 08/06/1906, Άργος 18

Είδηση ότι έφθασε στο Άργος ο Vollgraff και ξανάρχισε ανασκαφές στην Ασπίδα.

     26. 18/06/1906, Άργος 19

Μικρό άρθρο για την άφιξη του Vollgraff και την επανέναρξη των ανασκαφών στη Λάρισα. Τον Vollgraff συνόδευαν ο Ολλανδός μηχανικός Van Der Pluijm και ο επίσης Ολλανδός διδάκτορας της φιλολογίας Leopold. Μνεία ευρημάτων.

     27. 29/06/1906, Άργος 20

Πληροφόρηση ότι συνεχίζονται οι ανασκαφές στη Λάρισα, αλλά και ότι «ουδέν άλλο άξιον λόγου ανευρέθη».

     28. 02/11/1906, Άργος 31

Δημοσιεύεται το εξής σημαντικό σχόλιο: «Κατά τας τελευταίας επί της ακροπόλεως Λαρίσης γενομένας υπό του Ολλανδού αρχαιολόγου κ. Βολγκράφ ανασκαφάς τα εξαχθέντα χώματα ερρίφθησαν επί των λιθίνων του φρουρίου επάλξεων και εκεί εγκατελήφθησαν. Τούτο υπό αρχαιολογικήν άποψιν είνε άτοπον, διότι το χώμα καταστρέφει την στιλπνότητα του λίθου και καθιστά δυσδιάκριτον την αρχαιολογικήν του αξίαν. Το αυτό είχε συμβή και κατά τας ενεργηθείσας υπό του Σλήμαν εν Μυκήναις ανασκαφάς, εφρόντισαν όμως οι αρμόδιοι εγκαίρως να διορθώσουν το κακόν».

     29. 1910, Αργολικόν Ημερολόγιον

 Σε αυτό το σημαντικότατο επίτευγμα εκδοτικό με καλή βιβλιοδεσία, όπου συγκεντρώθηκε η εργασία όλων των αργείων λογίων της εποχής, στο Άργος και στην Αθήνα, δημοσιεύθηκε πεντασέλιδο άρθρο του Γεωργίου Η. Σιμιτζόπουλου, με ημερομηνία 09/11/1909 και υπό τον τίτλο «Ανασκαφαί εν Αργεί υπό W. Vollgraff». Στο άρθρο υπάρχουν εκτιμήσεις για τη σημασία των ευρημάτων των ανασκαφών του Vollgraff, αναφορές στα κυριότερα από αυτά, όπως και σε δημοσιεύματατα του Vollgraff.

     30. 15/04/1911, Άργος 120

Δημοσιεύεται η πληροφορία ότι ο Vollgraff «εξέδωκεν εις διάφορα φυλλάδια πραγματείαν επί των παρ’ αυτού ευρεθέντων τάφων και άλλων διαφόρων μνημείων. Δεν έπρεπε, όμως, να αποστείλη και προς τον Δήμον Άργους από εν τουλάχιστον φυλλάδιον της μελέτης του ταύτης; Εντελώς αδικαιολόγητος ο κ. W. Vollgraff  διά την παράλειψίν του ταύτην».

     31. 20/04/1912 Άργος 167

Δημοσιεύεται η είδηση ότι επανήλθε στο Άργος ο Vollgraff, καθηγητής πλέον ολλανδικού πανεπιστημίου, για να συνεχίσει τις ανασκαφές.

      32. 27/04/1912, Άργος 168

Μονόστηλο άρθρο με την πληροφορία ότι ο Vollgraff άρχισε ανασκαφές στη θέση Αλώνια Παναγίας, στο δρόμο Άργους – Τρίπολης και ανακάλυψε «μεγαλοπρεπέστατον ναόν του Ασκληπιού». Δίδεται και η πληροφορία ότι τέτοιες ανασκαφές ενεργήθηκαν και προ πολλών ετών από τον Δήμο, επί δημάρχου Παπαλεξόπουλου, και τις παρακολούθησε ο έφορος της Αρχαιολογικής Εταιρείας Σταματέλος, αλλ’ ότι η μικρή πίστωση που είχε δοθεί από τον Δήμο εξαντλήθηκε και οι ανασκαφές διακόπηκαν, δίχως ευρήματα. Οι ανασκαφές προκαλούν το ενδιαφέρον των Αργείων, «μεταβαινόντων καθ’ εκάστην επί του τόπου ένθα ενεργούνται και παρακολουθούντων αυτάς». Στη συνέχεια αντιγράφονται τα αναφερόμενα για τον Ασκληπιό στο Αρχαίο Λεξικό του Βυζαντίου.

      33. 05/05/1912, Άργος 169

Δημοσιεύεται η είδηση ότι ο Vollgraff ανακάλυψε το βάθρο μεγάλου αγάλματος στη μέση του ανασκαπτόμενου ναού και ότι εκφράζει την ιδέα ότι, τελικά, δεν πρόκειται για ναό του Ασκληπιού, αλλά πιθανόν κάποιας θεάς.

      34. 16/05/1912, Άργος 171

Συνέχεια των ανασκαφών στο ίδιο σημείο και εύρεση μεγάλης επιγραφής, η οποία αντιγράφεται και δημοσιεύεται στην εφημερίδα, ενώ δημοσιεύονται και τα προσωρινά συμπεράσματα του Vollgraff.

      35. 26/05/1912, Άργος 172

Είδηση ότι ανακαλύφθηκε δεύτερο αμφιθέατρο κάτω από το εκκλησάκι του Αγ. Γεωργίου (το ελληνορωμαϊκό ωδείο), μαζί με δάπεδο ψηφιδωτό. Η εφημερίδα και κάτοικοι εκφράζουν τη γνώμη ότι πρόκειται για αμφιθέατρο αρχαιότερο του αρχαίου θεάτρου και ότι πολιτισμός στο Άργος ξεκίνησε πολύ νωρίς.

      36. 08/06/1912, Άργος 174

Λεπτομερείς αναφορές για τη συνέχιση των ανασκαφών στο μικρό αμφιθέατρο, αλλά και στον χώρο της αρχαίας αγοράς, όπου ο Vollgraff έφερε σε φως και άλλους κίονες, νότια από αυτούς πλακόστρωτο και τμήματα αγγείων και αγαλμάτων.

      37. 28/06/1912, Άργος 177

 Σύντομη είδηση για το ότι ο Vollgraff διέκοψε τις ανασκαφές για την αρχαία αγορά και ότι θα τις επαναλάβει την προσεχή άνοιξη.

 

Με αυτά τα 37 άρθρα, ορισμένα από τα οποία αναδημοσιεύονται αυτούσια, σταματά η αρθρογραφία και ειδησεογραφία του τοπικού Τύπου του Άργους για τον Vollgraff, αφού οι επελθόντες πόλεμοι και η μικρασιατική καταστροφή σταματούν τις ανασκαφές, αλλά και διακόπτουν την έκδοση εφημερίδων στην πόλη, για περισσότερο από μία δεκαετία. Ελάχιστα εφήμερα φύλλα εκδόθηκαν λίγο πριν το 1920 και πριν το τέλος της δεκαετίας του 1920. Το 1928 ο Vollgraff ξαναρχίζει τις ανασκαφές του, ο Βαρδουνιώτης έχει πεθάνει το 1924, νέες εφημερίδες κάποιας διάρκειας αρχίζουν να εκδίδονται. Σε μία από αυτές δημοσιεύονται, για πρώτη φορά, συνεντεύξεις του ίδιου του Vollgraff, τις οποίες και αναπαράγουμε αυτούσιες στο παράρτημα II, συνεχίζοντας και κλείνοντας πριν από αυτό τη συνολική απαρίθμηση και τις αναφορές στον τοπικό Τύπο.

 

      38. 10/06/1928, Αγροτική Αργολίς 84, έτος Β’

Στις σελ. 3- 4 δημοσιεύεται η πρώτη συνέντευξη του Vollgraff.

      39. 17/06/1928, Παναργειακή 83

Μονόστηλο υπό τον τίτλο «Αρχαιολογικοί ανασκαφαί» και με την υπογραφή «Μυκηναίος» αναφέρεται στις νέες ανασκαφές του Vollgraff και στη μεγάλη σημασία τους για την πόλη, εκφράζοντας τη γνώμη ότι όλα τα ευρήματα, και των προηγουμένων ανασκαφών, θα πρέπει να τοποθετηθούν στο μουσείο του Άργους. Στο ίδιο φύλλο δημοσιεύεται και η είδηση ότι, για τις ανασκαφές στη Λάρισα, ο Vollgraff διπλασίασε τον αριθμό των εργατών αλλά ότι «δεν περιμένομεν ευρήματα αξίας […] και αν ευρεθώσιν δεν θα είναι μεγάλης αξίας».

      40. 24/06/1928, Αγροτική Αργολίς 86

Πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκε σημαντική επιγραφή με τις λέξεις «ο ναός τας Αθηναίας τας πολιάδος», απόδειξη για την ύπαρξη εκεί ναού της Αθηνάς, τον οποίο ο Vollgraff χρονολογεί στον 6° αι. π.Χ., όπως και στην αρχαία αγορά, όπου εκτελούνται εργασίες καθαρισμού και ανακαλύπτεται υδραγωγείο της ρωμαϊκής εποχής, που συγκέντρωνε τα νερά από τους λόφους και από τον ποταμό Κηφισσό.

      41. 01/07/1928, Παναργειακή 84

Αναβάλλεται η παρουσίαση των ανασκαφών για το επόμενο φύλλο της.

      42. 15/07/1928, Παναργειακή 85

Μεγάλο μονόστηλο για τον ανασκαφικό χώρο της Λάρισας και τις ανασκαφές στην αγορά.

      43. 22/07/1928, Αγροτική Αργολίς 90

Μονόστηλο για τις ανασκαφές στη Λάρισα, όπου βρέθηκαν κυρίως συντρίμματα κιόνων, βάσεων κλπ., αλλά και πλάκες με διακοσμήσεις των βυζαντινών χρόνων (της ταυτισμένης, πλέον, εκκλησίας της Θεοτόκου, βλ. υποσημ. 1). Δημοσιεύεται και η πληροφορία ότι έφθασε στο Άργος και ο βοηθός του Vollgraff Damste.

      44. 29/07/1928, Παναργειακή 86

Ειδησάριο ότι δεν βρέθηκε πλέον στη Λάρισα κάτι το αξιόλογο, αλλά και ότι ο Vollgraff δήλωσε ότι οι ανασκαφές θα συνεχιστούν μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου.

      45. 12/08/1928, Αγροτική Αργολίς 93

Ειδησάριο για τη συνέχιση των ανασκαφών στη Λάρισα και για το ότι απεκαλύφθη κυκλώπειο τείχος της μυκηναϊκής ακρόπολης, μήκους περ. 40 μέτρων και δύο παράλληλα τείχη που αποτελούσαν την είσοδό της. Επίσης, ότι όσο οι ανασκαφές προχωρούν σε βάθος, βρίσκονται περισσότερα θραύσματα αγγείων της μυκηναϊκής εποχής.

      46. 09/09/1928, Παναργειακή 89

Πρωτοσέλιδο δίστηλο άρθρο για τις ανασκαφές του έτους εκείνου, με την επισήμανση ότι το 1905 έφυγαν προς Αθήνα τέσσερα μεγάλα κιβώτια με ευρήματα, για τα οποία κανένας δεν ξέρει τίποτε, ενώ εκφράζεται κριτική προς τον Vollgraff μόνο για το ότι δεν κατέλιπε καμία έκθεση για τις δύο προηγούμενες ανασκαφές του, μάλιστα για το ότι απέφυγε στο ίδιο το Άργος να ανακοινώσει επίσημα τα πορίσματά του, για τα οποία έδινε διαλέξεις στην Ολλανδία και αλλού.

      47. 30/09/1928, Παναργειακή 90

Επισημαίνεται ότι εκεί όπου ενήργησε ανασκαφές ο Vollgraff κοντά στην αρχαία αγορά, «χαίνει βαθύτατον βάραθρον», εξαιρετικά επικίνδυνο για τους διερχομένους πεζούς και οχήματα, και ζητείται να ληφθούν επειγόντως μέτρα.

     48. 08/06/1930, Αγροτική Αργολίς 185

Πρωτοσέλιδο μικρό άρθρο με την είδηση ότι έφθασε ο Vollgraff στο Άργος για να ξαναρχίσει τις ανασκαφές στη Λάρισα και την αρχαία αγορά. Αν επαρκέσει χρόνος, θα συνεχίσει και νοτιότερα της Κοίμησης της Θεοτόκου, για να βρει το αρχαίο τείχος του Άργους. «Ενδιαφέρεται περισσότερον διά ιστοριολογικάς μελέτας παρά διά αρχαιολογικής αξίας ευρήματα».

      49. 06/07/1930, Αγροτική Αργολίς 189

Μικρές ειδήσεις για τις ανασκαφές, που άρχισαν πριν ένα μήνα, συνεχίζονται με εντατικούς ρυθμούς και σε αυτές εργάζονται «δεκάδες ολόκληροι ειδικών επί τας ανασκαφάς εργατών», στο κτήμα των αδελφών Γκάγκα και κοντά στη σκηνή του αρχαίου θεάτρου. Έχουν βρεθεί αγαλμάτια «αρίστης τέχνης». «Ο κ. Βολγκράφ, όστις με ακαταπόνητον δραστηριότητα εργάζεται όλην ημέραν, ων πανταχού παρών, είνε άξιος ειλικρινούς θαυμασμού».

      50. 20/07/1930, Τελέσιλλα 35

Πρωτοσέλιδο, τρίστηλο σχεδόν άρθρο του Κ. Ολύμπιου («Όλυμπου») για τις ανασκαφές στο Άργος, που αρχίζει με τη διαπίστωση ότι ο Vollgraff είναι ο μοναδικός αρχαιολόγος φίλος του Άργους, αφού όλοι οι άλλοι το αγνόησαν. Εκφράζεται λύπη διότι ο Vollgraff δεν θα ανασκάψει όλο τον χώρο του αρχαίου θεάτρου, που κανονικά θα έπρεπε να αναστηλωθεί και να χρησιμοποιηθεί και πάλι για παραστάσεις.

       51. 07/09/1930, Αγροτική Αργολίς 196

Σημαντικότατο πρωτοσέλιδο άρθρο για τις ανασκαφές του Vollgraff, με βιογραφικά στοιχεία του και με συνέντευξή του, όπου και πολλά στοιχεία με τεχνικές λεπτομέρειες των ανασκαφών.

       52. 14/09/1930 Αγροτική Αργολίς 197

Συνέχεια της συνέντευξης του Vollgraff, ο οποίος καταλήγει με το ότι θα ξαναγυρίσει για να συνεχίσει τις ανασκαφές του, αλλ’ ότι αγνοεί το πότε, διότι αναλαμβάνει από εκείνο το ακαδημαϊκό έτος τα καθήκοντα του πρύτανη στο Πανεπιστήμιο της Ουτρέχτης.

Εντοπίσαμε 52 άρθρα του τοπικού Τύπου για τις ανασκαφές του W. Vollgraff στο Άργος, από τα σωζόμενα στις βιβλιοθήκες της Αθήνας και του τοπικού Δαναού φύλλα εφημερίδων. Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι ο Τύπος του Άργους στήριξε τις ανασκαφές και τις εργασίες του, εκτίμησε ότι πρόσδιδαν στην πόλη αίγλη και σημασία, τις πρόβαλε κατάλληλα, αλλά έκανε και κριτική, τελικά εκεί όπου χρειαζόταν. Με τα σημερινά κριτήρια θεωρούμε ως απολύτως ευθύβολες τις παρατηρήσεις για την μεταφορά αρχαιοτήτων δίχως πληροφόρηση, για την οριστική απομάκρυνσή τους από το Άργος και για την αμεριμνησία του ίδιου του Vollgraff και των Αρχών ως προς την κατάσταση των αρχαιολογικών σκαμμάτων και μπάζων. Η μνήμη του Vollgraff διατηρήθηκε και σε φύλλα ακόμα και της δεκαετίας του 1980, δίχως πια συγκεκριμένες αναφορές, αλλά ως σχεδόν μυθικό όνομα, που συνέβαλε στην εκ νέου ανάδειξη της σημασίας του αρχαίου Άργους.

 

Παράρτημα IΙ

 Τοπικός Τύπος

 

06/07/1902, Ίναχος 9-10.
Δημοσιεύεται τρισέλιδο εμπεριστατωμένο άρθρο, προφανώς του ίδιου του Βαρδουνιώτη, ξεκινώντας από την πρώτη σελίδα. Πλήρως βιβλιογραφικά τεκμηριωμένο, το άρθρο αυτό πληροφορεί για πρώτη φορά ότι οι ανασκαφές του Vollgraff γίνονται υπό την εποπτεία του Βαρδουνιώτη, επιμελητή των αρχαιοτήτων στο Άργος, και του Χρ. Κουρουνιώτη, φοιτητή της φιλολογίας, με βοηθό τον Έφορο Αρχαιοτήτων Α. Σκιά.
Σημειώνεται ότι ο Vollgraff αναζητεί στην Ασπίδα «τα ανάκτορα των αρχαιοτάτων βασιλέων του Άργους», δίδεται μία πλήρης και αντικειμενική εικόνα των μέχρι τότε ανασκαφών, με ακριβέστατα στοιχεία, ανακοινώνεται ότι όλοι οι τάφοι ήταν συλημένοι, καθώς και το ότι οι ανασκαφές βρίσκονται μόλις στην αρχή τους, καταλήγοντας ότι στο Άργος ποτέ μέχρι τότε δεν είχαν γίνει τακτικές και επιστημονικές ανασκαφές.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 10-6-1928.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 7-9-1930.

 

Συνέντευξη του W. Vollgraff στην τοπική εφημερίδα «Αγροτική Αργολίς» της 14-9-1930.

 

Δείτε εδώ όλα τα υπόλοιπα άρθρα του τοπικού τύπου: Οι ανασκαφές στον τοπικό τύπο.

 

Παράρτημα IΙΙ

 Φωτογραφίες

 

Πανοραμική άποψη της πόλης κατά τις πρώτες ανασκαφές (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], πίν. VII, με την υπόμνηση «αγωγός βρόχινων υδάτων στην Ασπίδα»). Η φωτογραφία θα πρέπει να έχει ληφθεί το 1902 ή το 1904. Δεξιά και στο πάνω μέρος μία εντελώς «ανέκδοτη» άποψη των Στρατώνων Καποδίστρια, με την βόρεια πτέρυγά τους, αριστερά τους η οικία Καλλέργη (σημερινό μουσείο Άργους) και μεταξύ τους ολόκληρη σειρά κυπαρισσιών, από τα οποία διασώθηκε μόνον ένα. Πέρα από αυτά, κήποι, δεντροστοιχία και χωράφια.

Κατ’ αντίθετη φορά, άποψη του γυμνού λόφου της Ασπίδας, με το εκκλησάκι του Άη-λιά στην κορυφή (φωτ. του W. Vollgraff, από Le sanctuaire d’ Apollon Pythéen à Argos ÉtPélop 1 [1956], σ. 10, εικ. 4, και με την υπόμνηση «συνολική άποψη του τόπου των ανασκαφών».

Άποψη του Άργους κατά τη δεύτερη περίοδο των ανασκαφών του W. Vollgraff, σε ταχυδρομικό δελτιάριο έκδοσης Διβρή-Μαργαρίτη, υποθέτω του 1933-34. Η δόμηση έχει πυκνώσει ιδιαίτερα από την άλλη πλευρά της οδού Δαναού, έχει ήδη κτισθεί (1912) το μέγαρο Κωνσταντόπουλου και φαίνεται καθαρά το οικόπεδο όπου κτίσθηκε το συγκρότημα γυμνασίων (δωρεά Μπουσουλόπουλου).

 

Η Υφυπουργός Πανεπιστημίων της Γαλλίας Alice Saunier-Seïté, ο Γάλλος Πρέσβυς στην Αθήνα Ph. Rebeyrol, ο Γεν. Γραμματέας της Γαλλικής Σχολής Αθηνών Ρ. Aupert, και ο G. Touchais, ο τότε βιβλιοθηκάριος της Γαλλικής Σχολής Αθηνών, στο προαύλιο των Στρατώνων Καποδίστρια, στις 11-11-1980, λίγες μέρες μετά τη δημοσίευση του Π.Δ. του Κων. Καραμανλή, με το οποίο χαρακτηρίστηκαν και πάλι διατηρητέοι, και τέσσερεις μέρες πριν δοθεί σχετικά μεγάλη δημοσιότητα στον αθηναϊκό Τύπο. Η φωτογραφία δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή της 13-11-1980 και η επίσκεψη είχε σαφώς σημαντική συμβολική σημασία. Το προαύλιο των Στρατώνων είχε μετατραπεί από τον Δήμαρχο Άργους σε ελεύθερο πάρκιν, με στόχο την υποβάθμιση του κτιρίου.

 

Υποσημειώσεις


 

[1]  Βλ. για παράδειγμα την κριτική του Χαρ. ΜΠΟΥΡΑ, «L’ église de la Théotokos de la citadelle d’Argos», BCH 111(1987), σ. 455, για τις «ριζικές» ανασκαφές του W. Vollgraff στο λόφο της Λάρισας.

[2] Για την ιστορία του «Καλλεργείου», βλ. τρία άρθρα μας στο Αρχαιολογία 36 (Σεπτ. 1990), 3 8 (Μαρτ. 1991) και 74 (Ιούν. 2000), όπου και στοιχεία για την αρχική μορφή του κτιρίου και για τις επεμβάσεις που επέλεξε και, τελικά, εκτέλεσε ο Υ. Fomine, αλλά και για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το κτίριο πριν από τις εργασίες ανακαίνισής του. Γ ια την ίδρυση του μουσείου, βλ. σχετική μελέτη μου στον τόμο της «Αρχειακής Γης» του 2012.

[3] Για την ιστορία και την εξέλιξη αυτού του κτιρίου, βλ. σχετική μελέτη μας στο Αρχαιολογία 47 (Ιούν. 1993) και 48 (Σεπτ. 1993).

[4] Μ. SÈVE, Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος, SitMon 12 (1993).

 

* Βάση του παρόντος άρθρου, είναι εισήγηση που ο γράφων είχε κάμει στη Θεσσαλονίκη (18.03.1994), στα πλαίσια της έκθεσης «Το Άργος και οι Γάλλοι, δύο αιώνες φιλίας». Με τον Roland Etienne, τότε διευθυντή της ΓΣΑ, που ανέπτυξε ειδικό αρχαιολογικό θέμα, είχαμε κληθεί να μιλήσουμε από τον Τομέα Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το Γαλλικό Ινστιτούτο της πόλης.

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

«Στα βήματα του  Wilhelm VollgraffΕκατό χρόνια αρχαιολογικής δραστηριότητας στο Άργος». Πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου του διοργανώθηκε από την Δ’ ΕΠΚΑ και από  τη Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 25-28 Σεπτεμβρίου 2003. Γαλλική Σχολή  Αθηνών, 2013.

Read Full Post »

Γερμανική Κατοχή και Γερμανικές Εκκαθαριστικές Επιχειρήσεις στην Αργολίδα – © Χρίστος Ιωάν. Κώνστας


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε ομιλία του γράφοντα σε οργάνωση γιορτής μνήμης των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς και τους συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες το 1944 και δημοσιεύεται με μικρές προσαρμοστικές  παρεμβάσεις και προσθήκη βιβλιογραφικών παραπομπών. Η γιορτή έγινε στις 8 Ιουνίου 2014 στο εκκλησάκι του Αγ. Ιωάννου του Θεολόγου στο Γκέρμπεσι, όπου έχει ανεγερθεί στήλη ιστορικής μνήμης.

 

Όλα άρχισαν στις 28 του Οκτώβρη του 1940, όταν η τότε φασιστική Ιταλία αξίωσε με ιταμό τρόπο να υποδουλώσει τη χώρα των Ελλήνων. Έλαβε όμως από τον ελληνικό λαό απρόσμενη απάντησηž εκείνο το ηχηρό ΟΧΙ σήμαινε την απόφαση των Ελλήνων να συνεχίσουν να ζουν ελεύθεροι και κυνήγησαν τον εισβολέα. Μπροστά όμως στον κίνδυνο του διασυρμού της Ιταλίας και συνακόλουθα και της φασιστικής ιδεολογίας η επίσης φασιστική Γερμανία, εταίρος και σύμμαχος της Ιταλίας, κήρυξε τον πόλεμο κατά της Ελλάδας στις  6 Απριλίου 1941 και με την άριστα οργανωμένη πολεμική της μηχανή έσπασε τις Ελληνικές αμυντικές γραμμές και στις 27 Απριλίου 1941 ο Γερμανικός στρατός μπήκε νικητής στην πρωτεύουσα της χώρας μας και η σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό από την ίδια ημέρα κυμάτιζε στον ιερό βράχο της ακρόπολης. Οι Γερμανοί κατέλαβαν το Άργος τις απογευματινές ώρες της 27 Απριλίου μετά από διήμερο αεροπορικό βομβαρδισμό στις 26 και 27 Απριλίου και το Ναύπλιο στις 28 Απριλίου. Έτσι άρχισε η καταθλιπτική περίοδος της  στρατιωτικής κατοχής της πατρίδας μας από τους Γερμανούς που διήρκεσε τριάμισι χρόνια περίπου.

Εν τω μεταξύ από τις 23 Απριλίου 1941 ο βασιλιάς με την κυβέρνηση Τσουδερού είχαν εγκαταλείψει τη χώρα και είχαν καταφύγει στην Αίγυπτο, ενώ στις 30 Απριλίου οι Γερμανοί είχαν διορίσει κυβέρνηση πρόθυμη να εκτελεί τις εντολές τους υπό τον στρατηγό Τσολάκογλου.

Οι Γερμανικές δυνάμεις εκτός από το Άργος και το Ναύπλιο εγκαταστάθηκαν και στα γύρω χωριܞ μοίρα πυροβολικού στην Πυργέλα, στρατιωτικό άγημα στη Δαλαμανάρα στο εργοστάσιο του ΚΥΚΝΟΥ και τεθωρακισμένα στην Αγία Τριάδα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έδειξαν για το αεροδρόμιο στο Άργος, που το οργάνωσαν  και το χρησιμοποίησαν για την από αέρος κατάληψη της Κρήτης.

Μετά από μερικές ημέρες ήρθαν στο Άργος και Ιταλικά στρατιωτικά αγήματα, που εγκαταστάθηκαν στους γνωστούς μας στρατώνες αλλά και σε άλλα κτήρια.  Οι Ιταλοί ανέλαβαν τη φρούρηση των παράκτιων περιοχών της Αργολίδας, όπου εγκατέστησαν ιδίως μετά τις διαδόσεις για συμμαχική απόβαση αντιαεροπορικές βάσεις και επάκτιο πυροβόλοž στους Μύλους κατασκεύασαν αντιαρματική τάφρο και οργάνωσαν την περιοχή με συρματοπλέγματហ παράλληλα συνέδεσαν με τηλεφωνικά καλώδια τους Μύλους με το αεροδρόμιο, για να ειδοποιούν εγκαίρως για τυχόν εναέρια συμμαχική προσβολή του αεροδρομίου [1].  Τη νύχτα της 20ής προς την 21η Μαḯου Έλληνες πατριώτες με εντολή του συμμαχικού στρατηγείου κατέστρεψαν σε τρία σημεία στον Ξεριά του Άργους τα τηλεφωνικά καλώδια και διέκοψαν την επικοινωνία με το αεροδρόμιο, με αποτέλεσμα τις μεταμεσονύχτιες ώρες της ίδιας νύχτας συμμαχικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν το αεροδρόμιο και να καταστρέψουν στο έδαφος τα Γερμανικά αεροπλάνα και τις αποθήκες υλικών και καυσίμων [2] .

Στις 20 Μαḯου άρχισε η από αέρος κατάληψη της Κρήτης από τους Γερμανούς. Οι μονάδες της Κοινοπολιτείας που βρίσκονταν στο νησί και η καθολική συμμετοχή του κρητικού λαού στην αντίσταση κατά των εισβολέων καθυστέρησαν την κατάληψη του νησιού για δώδεκα ημέρες, ενώ ο επίσημος απολογισμός των απωλειών των δυνάμεων του άξονα ήσαν 6.000 νεκροί, τραυματίες και αγνοούμενοι, και από τα 500 αεροπλάνα που πήραν μέρος στην επιχείρηση τους έμειναν μόνο 185 [3].

Ο Γερμανικός στρατός μπαίνοντας στην Ελλάδα δε μετέφερε επί τόπου  τις επισιτιστικές του υπηρεσίες ούτε τρόφιμα για τη σίτιση των στρατιωτών οι οποίοι έπρεπε πλέον να σιτίζονται σε βάρος των Ελλήνων από την εγχώρια παραγωγή. Έτσι, άρχισε η απαλλοτρίωση και συστηματική λεηλασία του εθνικού μας πλούτου. Το Μάη του 41 ολόκληρη η παραγωγή ορυχείων είχε κλειστεί για τη Γερμανία σε μακροπρόθεσμη βάση.  Ό,τι  βρέθηκε στις ελληνικές αποθήκες κατασχέθηκε και είτε μεταφέρθηκε στη Γερμανία είτε πέρασε στον έλεγχο των Γερμανώνž κατασχέθηκαν  επίσης όλα τα αποθέματα σταφίδας, σύκων, ρυζιού, ελαιολάδου, σταριού και άλλων τροφίμων. Αποτέλεσμα της πολιτικής αυτής ήταν να σημειωθεί απότομη πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αφού τις πρώτες ύλες είχαν αρπάξει οι κατακτητές και μείωση της αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής από τον πρώτο χρόνο της κατοχής. Η έλλειψη βασικών μέσων σίτισης άρχισε να γίνεται αισθητή, και από το χειμώνα του 41 ο ελληνικός λαός κυρίως οι κάτοικοι των αστικών κέντρων βρίσκονται σε κατάσταση λιμού. Υπολογίζεται ότι 300.000 Έλληνες έχασαν τη ζωή τους από πείνα [4].

 

Ότι απέμεινε από το σπίτι του Δημητρίου Αδρ. Ξύδη, που πυρπόλησαν οι Γερμανοί στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στο ληξιαρχείο Ναυπλίου υπάρχουν καταγεγραμμένοι 124 θάνατοι από πείνα κατά το διάστημα από 29-11-1941 μέχρι τον Οκτώβρη του 44 [5]. Ο πληθωρισμός είναι πια ανεξέλεγκτος. Σε ένα χρόνο από τον Ιούνιο του 41 έως τον Ιούνιο του 42 η τιμή του ψωμιού είχε ανέβει από τις 70 δραχμές στις 2.350, δηλαδή 33 φορές επάνω,  το σαπούνι από τις 65 δραχμές στις 3.100  και τα ξερά φασόλια από τις 90 στις 2.900.

Επειδή το χαρτονόμισμα έχανε την αξία του λόγω του πληθωρισμού και η μεταφορά νέων χαρτονομισμάτων από την Αθήνα ήταν και δύσκολη και επικίνδυνη γιατί οι Γερμανοί περίμεναν έξω από τα λιθογραφεία και άρπαζαν νωπά ακόμη τα τραπεζογραμμάτια, η Τράπεζα της Ελλάδας  για να αντιμετωπίσει την κατάσταση χορήγησε την άδεια στην τοπική Οικονομική Επιτροπή Ναυπλίου να σφραγίζει τραπεζογραμμάτια με νέες πολλή μεγαλύτερες τιμές. Για να πάρουμε μια  γενική έννοια του ύψους του πληθωρισμού σημειώνουμε ότι τον Σεπτέμβριο του 44 τραπεζογραμμάτια των 5.000 δραχμών τα επεσήμανε η επιτροπή για να κυκλοφορήσουν με ονομαστική αξία 500.000.000 δραχμών [6].

Το νόμισμα έπαψε πλέον να αποτελεί μέσο πληρωμής και οι συναλλαγές γίνονταν με τον αρχέγονο τρόπο της ανταλλαγής. Έρχονταν οι Λιγουριάτες στο χωριό και αντάλλασαν μία οκά λάδι με μία οκά σιτάρι. Ο κόσμος των πόλεων μετέφερε στα χωριά τα πράγματα του νοικοκυριού του και τα αντάλλασαν με τρόφιμα. Το Μάη που θερίζαμε τα γεννήματα γυναίκες με τα παιδιά τους εμφανίστηκαν στα χωράφια και ακολουθούσαν τους θεριστές  μαζεύοντας τα σκόρπια στάχια σταριού που ξέφευγαν από τα «χειρόβολα», ήσαν οι περίφημες «σταχομαζώχτρες». Στο χωριό μας (Μιδέα) λίγοι πείνασαν, αλλά κανένας δεν πέθανε από ασιτίហεκτός από τις συνηθισμένες παραγωγές σπείραμε ρεβίθια και φακές και κάθε σπίτι αύξησε τον αριθμό των οικόσιτων προβάτων και κατσικιών. Φάρμακα δεν υπήρχαν και η αντιμετώπιση των ασθενειών γινόταν με ιδιοσκευάσματα, όταν ήταν μπορετό. Γεμίσαμε ψώρα, που αντιμετωπίσαμε με αλοιφή από θειάφι και λάδι, ενώ η ελονοσία μας τάραξεž ακόμη θυμάμαι τα ρίγη όταν ανέβαινε ο πυρετός. Σχετικά με τις άλλες επικίνδυνες ασθένειες αν ήσουν τυχερός μπορούσες να σωθείς. Εδώ θα πρέπει να μνημονεύσουμε την προσφορά του γιατρού Βασιλείου, που έτρεχε όπου τον καλούσαν.

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 ιδρύεται η κορυφαία απελευθερωτική οργάνωση, το Εθνικό  Απελευθερωτικό Μέτωπο (Ε.Α.Μ.). Το πρακτικό ίδρυσης υπόγραψαν το Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, το Σοσιαλιστικό Κόμμα Ελλάδας, η Ένωση Λαϊκής Δημοκρατίας και το Αγροτικό Κόμματος Ελλάδας [7]. Το ΕΑΜ απλώθηκε πολύ γρήγορα σε ολόκληρη την Ελλάδα και συνέβαλε αποφασιστικά τόσο στην επιβίωση του ελληνικού λαού σε όλη τη διάρκεια της Γερμανικής κατοχής όσο και στην απελευθέρωση της χώρας από τον ξενικό ζυγό. Αργότερα στις αρχές Ιανουαρίου του 1942 ιδρύθηκε το στρατιωτικό σκέλος του ΕΑΜ, ο Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός, ο Ε.Λ.Α.Σ. Σχετικά με τη συγκρότηση του ΕΑΜ στην Αργολίδα συναντούμε δύο παράλληλες κινήσεις που συνέπεσαν χρονικܞ τέλη Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του ᾽41 ο Βασίλης Λάσκας από το Λουτράκι επισκέφθηκε τους αδελφούς Τσετσέκου Σπύρο, Κώστα και Βαγγέλη από τα Φίχτια και συζήτησαν για την ανάγκη και τις δυνατότητες δημιουργίας οργανώσεων του ΕΑΜ στην Αργολίδα [8], ενώ ο Πάνος Λιλής από το Γκέρμπεσι αναφέρει πως είχε συνάντηση για τον ίδιο σκοπό στις αρχές του Δεκέμβρη με τον Μήτσο Δεμοίρο από το Ανυφί και Μιχάλη Μεϊδάνη από το Μάνεση και  εκπρόσωπο του ΕΑΜ [9]. Πολύ γρήγορα δημιουργήθηκαν οργανώσεις του ΕΑΜ στις πόλεις και σε όλα τα χωριά της Αργολίδας.

Το καλοκαίρι του 1943 οι Γερμανοί έκαναν διάφορα έργα άμυνας και προστασίας των εγκαταστάσεων και του οπλισμού τους στο αεροδρόμιο του Άργους και στα χωριά που ήσαν εγκατεστημένοι, όπως στην Πυργέλα, στην Ν. Κίο, στην Αγ. Τριάδα και αλλού. Για την εκτέλεση των έργων  με απόφαση του Νομάρχη είχε καθοριστεί ένας αριθμός εργατών για κάθε χωριό που έπρεπε να πηγαίνει στα έργα κάθε μέρα. Το χωριό μας (Μιδέα) έπρεπε να στέλνει κάθε μέρα 17 εργάτες. Η οργάνωση του ΕΑΜ του χωριού πήρε εντολή να σαμποτάρει την αποστολή εργατών. Αντιπροσωπία επισκέφθηκε το Νομαρχούντα Διευθυντή της Νομαρχίας Γεωργιάδη και του είπε να μη στείλει αυτοκίνητο στη Μιδέα γιατί οι άνδρες έχουν προσβληθεί από ψώρα και σταφυλόκοκκο. Μετά από απειλές του Νομάρχη και εμμονή των χωριανών μας η Νομαρχία συμφώνησε και έστειλε το νομίατρο στο χωριό, ο οποίος στην έκθεσή του βεβαίωνε πως οι κάτοικοι κατά ποσοστό 70% έχουν προσβληθεί από ψώρα και έτσι απαλλάχτηκαν από την υποχρέωση της αναγκαστικής εργασίας [10].  Όμως οι Γερμανοί συχνά πυκνά περνούσαν από τα χωριά και όποιον άνδρα εύρισκαν τον έπιαναν και τον οδηγούσαν στα έργα. Το αυτοκίνητο που μάζευε εργάτες το είχαν ονοματίσει «Μπόγια» και με το άκουσμα «έρχεται ο Μπόγιας» όλοι οι άνδρες εξαφανίζονταν. Η οργάνωση του ΕΑΜ  για να προλάβει τυχόν ατυχήματα από επίσκεψη των Γερμανών στο χωριό είχε τοποθετήσει μόνιμο παρατηρητήριο στο Παλιόκαστρο που ήλεγχε  το δρόμο  πρόσβασης των Γερμανών στο χωριό και με το χωνί ειδοποιούσε για την κίνηση Γερμανών. Την υπόθεση αυτή είχαν αναλάβει νεολαίοι  που εκ περιτροπής εκτελούσαν  υπηρεσία παρατηρητηρίου. Οι νεώτεροι ίσως να έχετε ακούσει για το θρυλικό χωνί. Χρησιμοποιήθηκε για τη μεταφορά της φωνής σε μεγαλύτερες αποστάσεις  και κυρίως για την εκφώνηση ειδήσεων, ανακοινώσεων, συνθημάτων κλπ.

Στις 9 Ιανουαρίου 1944 οι Γερμανοί έκαναν μπλόκο στο Γκέρμπεσι (Μιδέα)ž συνέλαβαν όλους του άντρες άνω των 14 ετών και τους συγκέντρωσαν στο ρέμμα στο  χώρο που σήμερα βρίσκεται η παιδική χαρά. Ανάμεσά τους ήσαν και μερικοί ξένοι, στελέχη αντιστασιακών οργανώσεων. Οι Γερμανοί επέτρεψαν στους τσοπάνηδες να βγάλουν τα πρόβατά τους έξω από το χωριό, για να βοσκήσουν και μαζί με τους πραγματικούς τσοπάνηδες βγήκαν από τον κλοιό και μερικοί ξένοι. Έκαναν έρευνα σε όλα τα σπίτια του χωριού, αλλά ευτυχώς δεν βρήκαν τίποτα παρά το γεγονός πως στο σπίτι του Μελέτη Βλάχου ήταν εγκατεστημένο το τυπογραφείο της αντίστασης και σε πολλά σπίτια υπήρχε πολεμικό υλικό.  Συνέλαβαν 82 περίπου άνδρες και τους οδήγησαν στο αεροδρόμιο του Άργους. Τους χρησιμοποίησαν για την εκτέλεση έργων στο αεροδρόμιο. Κοιμόντουσαν σε ξύλινες αποθήκες που από παντού έβαζαν αέρα και από την πρώτη μέρα γέμισαν ψείρεςž ο χειμώνας ήταν πολύ σκληρός και δυο φορές κατά τη διάρκεια της κράτησής τους χιόνισε. Επέτρεψαν ευτυχώς στις οικογένειές τους να τους πηγαίνουν φαγητό και κάθε μέρα καραβάνι από γαϊδουράκια ξεκίναγαν για το αεροδρόμιο του Άργους. Μεταξύ των κρατουμένων ήσαν και δύο αντάρτες καθώς και πολλά στελέχη της αντίστασης γνωστά στους κρατούμενους. Τυχόν διεξαγωγή ανακρίσεων θα αποκάλυπτε γεγονότα, που θα είχαν άμεση επίπτωση στη ζωή των κρατουμένων αλλά και στο ίδιο το χωριό. Αποφασίστηκε να παρέμβει στρατιωτικά το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ για την απελευθέρωση των κρατουμένων και ορίστηκε ημέρα διεξαγωγής της επιχείρησης η 22 Ιανουαρίου 1944, ημέρα Σάββατο απόγευμα, που οι Γερμανοί κατέβαιναν στο Άργος για αναψυχή. Ευτυχώς οι Γερμανοί τους άφησαν ελεύθερους  νωρίτερα και αποφεύχθηκαν οι συνέπειες μιας τέτοιας επιχείρησης [11].

Κατά τη διάρκεια του πολέμου και τη διεύρυνση του μετώπου όλος ο Γερμανικός ανδρικός πληθυσμός υπηρετούσε στο στρατό. Έτσι, η Γερμανική βιομηχανία, ιδιαίτερα μετά την απαγόρευση από τον Χίτλερ να εργάζονται οι γυναίκες στα εργοστάσια, δεν είχε εργάτες για να  κινήσουν τα εργοστάσια. Για την κάλυψη των κενών η Γερμανική προπαγάνδα ίδρυσε υπηρεσίες προσέλκυσης εργατών σε διάφορες πόλεις της κατεχόμενης Ευρώπης και στη Θεσσαλονίκη τον Ιανουάριο του 1942. Οι Έλληνες  όμως παρά την πείνα γύρισαν την πλάτη στους Γερμανούς και μόνο 15-20 άτομα ανταποκρίθηκαν. Στις αρχές του 1943 κυκλοφόρησαν φήμες πως οι Γερμανοί σκόπευαν να καταφύγουν σε πολιτική επιστράτευση ελλήνων, για να τους στείλουν εργάτες  στη Γερμανίហτο ΕΑΜ όμως οργάνωσε διαδηλώσεις και απεργίες που συγκλόνισαν την Αθήνα και υποχρέωσαν το πρωθυπουργό Λογοθετόπουλο να διαψεύσει την πληροφορία και η επιστράτευση ματαιώθηκε. Γενικά μπορούμε να πούμε πως οι Έλληνες δεν ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα των Γερμανών, αφού στα τέλη του 1943 από τα 5.400.000 αλλοδαπών εργατών, που εργάζονταν στη Γερμανία, μόνο 11. 000 ήσαν Έλληνες [12].

Στις 9 Ιουνίου του 1944 Γερμανικές δυνάμεις ενισχυμένες με άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας κύκλωσαν τα χωριά Γκέρμπεσι, Δένδρα, Μάνεσι, Ντούσια και Μπάρδι. Στο χωριό μας (Γκέρμπεσι = Μιδέα) συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους στο ρέμα, εκεί που βρίσκεται τώρα η παιδική χαρά και Γερμανός αξιωματικός άρχισε να εκφωνεί από κατάλογο ονόματα Γκερμπεσιωτών, ανδρών και γυναικών. Βρέθηκαν παρόντες ο Ιωάννης Δημ. Λιλής και 10 κοπέλες. Τους οδήγησαν στην Ακροναυπλία και στη συνέχεια στο στρατόπεδο της Κορίνθου και μετά στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου. Τον Λιλή και 5 κοπέλες τους άφησαν ελεύθερους [13], με τη μεσολάβηση κάποιων παραγόντων, τις άλλες πέντε όμως τις φόρτωσαν στο τραίνο και μέσω Γιουγκοσλαβίας της μετέφεραν στη Γερμανία. Εκεί τις οδήγησαν σε διάφορα εργοστάσια και τις υποχρέωσαν να εργάζονται για το Γ΄ Ράιχ. Μετά την κατάρρευση του Ναζισμού τις απελευθέρωσαν  οι Αμερικανοί την 1 Απριλίου 1945, οι οποίοι τις μετέφεραν στο Μπάρι και τις επιβίβασαν σε πλοίο για την Πάτρα. Εκεί τις παρέλαβε ο Ερυθρός Σταυρός [14]. Επέστρεψαν στην Ελλάδα και οι πέντε, οι οποίες ήσαν:

1) Γεώργα Αικατερίνη του Γεωργίου,

2) Κορίλη Γιαννούλα του Ευαγγέλου,

3) Λέκκα Αναστασία του Γεωργίου,

4) Παπαγεωργοπούλου Αικατερίνη του Αναστασίου,

5) Φρίμη Αικατερίνη του Γεωργίου,

Έπιασαν επίσης ομήρους και από τα άλλα γειτονικά χωριά: από το Μπάρδι 1, από του Μάνεσι 4 και από τα Δένδρα 4 [15].

Το 1944 και ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της αρχηγίας του ΕΛΑΣ Πελοποννήσου από τον Άρη Βελουχιώτη οι στρατιωτικές ενέργειες κατά των Γερμανών και των συνεργατών τους,  των Ταγμάτων Ασφαλείας, είχαν ενταθεί. Για την αντιμετώπιση της κατάστασης ο στρατηγός Φέλμυ, διοικητής του 68ου Σώματος στρατού με έδρα την Αθήνα κήρυξε στις 19 Μαḯου 1944 την Πελοπόννησο εμπόλεμη ζώνη και διόρισε τον στρατηγό Λε Σουίρ διοικητή της άμυνας της Πελοποννήσου. Ο Φέλμυ με διακήρυξη όρισε τους όρους διαβίωσης και συμπεριφοράς των κατοίκων της Πελοποννήσου [16].

Σχετικά διαβάζουμε:

  • Απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6.00 το πρωί της επόμενης.
  • Κατά τη χρονική αυτή περίοδο κάθε πολίτης που θα απαντάται στο δρόμο να εκτελείται επί τόπου.
  • Όλα τα καφενεία, εστιατόρια και ταβέρνες κλπ θα κλείσουν.
  • Κάθε συνάθροιση πέραν των πέντε ατόμων ή συγκεντρώσεις, ακόμη και οι λαϊκές αγοράς, σε ανοικτούς χώρους και σε κτήρια απαγορεύονται.
  • Κάθε επικοινωνία με ταχυδρομείο, τηλέγραφο ή τηλέτυπο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Η χρήση μέσων συγκοινωνίας όπως τραίνων, φορτηγών ή οχημάτων με ρόδες συμπεριλαμβανομένων και των ποδηλάτων στην Πελοπόννησο απαγορεύεται στον άμαχο πληθυσμό.
  • Απεριόριστη ελευθερία κίνησης ισχύει μόνο μέσα στις κατοικημένες περιοχές.
  • Εκτός κατοικημένων περιοχών επιτρέπεται η κυκλοφορία μόνο σε  δρόμους και χαραγμένα μονοπάτια, ενώ εξαιρούνται τα ορεινά  εδάφη.
  • Στις ορεινές περιοχές απαγορεύεται και η συγκοινωνία από χωριό σε χωριό.
  • Κινήσεις σε ακατοίκητες περιοχές και εκτός των επιτρεπόμενων δρόμων θα εμποδίζονται αμέσως και θα ανοίγεται πυρ και χωρίς προειδοποίηση.
  • Όλα τα διαταχθέντα μέτρα θα πρέπει να εφαρμοστούν με απόλυτη σκληρότητα και αυστηρότητα.

Αποφάσισε επίσης:

Να τοποθετηθούν  για λόγους ασφαλείας «μπροστά από της ατμομηχανές, βαγόνια, το καθένα με 15-20 ομήρους». Ο Ελληνικός λαός ονόμασε τα βαγόνια αυτά «κλούβες» και σκοπό είχαν αποτρέψουν την προσβολή των τραίνων από τον ΕΛΑΣ, αφού σε περίπτωση υπονόμευσης των γραμμών του τραίνου  θα σκοτώνονταν πρώτοι οι Έλληνες που βρίσκονταν στις κλούβες, τις οποίες οι Γερμανοί είχαν υπονομεύσει με εκρηκτικά, ενώ σε περίπτωση προσβολής του τραίνου από αντάρτες θα εκτελούσουν επί τόπου τους ομήρους ως αντίποινα. Στην κλούβα σκοτώθηκε ο Βαγγέλης Κορίλης από τα Δένδρα, όταν οι Γερμανοί για αντίποινα  ανατίναξαν την κλούβα στο σταθμό της Κορίνθου. Στην κλούβα είχαν επίσης φορτωθεί και ο Θωμάς Δημητρίου Λιλής από το Γκέρμπεσι καθώς και οι Κωνσταντίνος Σιατερλής, Χρήστος Ξύδης και Παναγιώτης Παναγής από την Πουλακίδα, που ευτυχώς, επέζησαν.

Τέλος, η Γερμανική διοίκηση αποφάσισε τη διεξαγωγή εκτεταμένων στρατιωτικών επιχειρήσεων σ΄ όλη την Πελοπόννησο. Μία από αυτές με την κωδική ονομασία «Κοράκι» αφορούσε την Αργολίδα. Στη επιχείρηση έλαβαν μέρος 4 μάχιμες ομάδες  υπό την διοίκηση του Συνταγματάρχη Βάλτερ  Μπαρτ  και σκοπό  είχε «την εξόντωση των ομάδων του ΕΛΑΣ στην περιοχή Κορίνθου – Άργους, στο νοτιοανατολικό άκρο της Αργολίδας, στην περιοχή Επιδαύρου – Ισθμίων και στα νησιά γύρω από τις Σπέτσες». Πριν ξεκινήσει η επιχείρηση ο Μπαρτ μετά από εντολή του Λε Σουίρ εξέδωσε υπόμνημα με τον τίτλο «συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της επιχείρησης», που περιείχε εντολές που παραβίαζαν κατάφωρα τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Από τις εντολές προς τους στρατιώτες σημειώνουμε μόνο ότι «Γερμανοί στρατιώτες με πολιτικά θα πρέπει να εξουδετερώνουν αθόρυβα κάθε άνδρα που συναντούν στα βουνά, η εκτέλεση αποδεδειγμένα κομμουνιστών μπορεί να γίνει σε οποιονδήποτε αριθμό, όμηροι μπορεί να συλλαμβάνονται όταν θεωρείται αναγκαίο, στην περίπτωση που ο πληθυσμός προσπαθεί να διαφύγει τη στιγμή της προσέγγισης της μονάδας, τότε θα πυροβολούνται οι άνδρες κλπ» [17]-[18]. Κυριολεκτικά σάρωσαν την περιοχή μας, κάθε βράχος και κάθε λόχμη ερευνήθηκαν, μάλιστα οι Έλληνες συνεργάτες τους ταγματασφαλίτες καλούσαν τους κρυμμένους να βγουν, «Σε βλέπω», τους φώναζαν, «έβγα και θα σωθείς», έτσι λέγεται πως σκότωσαν το Θανάση Αναστασίου Παπαγεωργόπουλο και τον Γεώργιο Αναστ. Λέκκα. Όσους βρήκαν έξω από το χωριό τους σκότωσαν, ακόμη και την 8χρονη Μαρίνα Γεωργίου Παπαγεωργόπουλου και τον 15χρονο Δημήτριο Σπύρου Γεώργα σκότωσαν. Επίσης έκαψαν τα σπίτια του Δημητρίου Ξύδη και του Ιωάννη Ράφτη.

Κατά τον χρόνο των επιχειρήσεων βρισκόταν στην Αργολίδα το 3ο τάγμα του 6ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ.  Η διοίκηση του τάγματος απέφυγε με ελιγμούς και υποχωρήσεις τη σύγκρουση με τους Γερμανούς και μόνο στο Κολιάκι μια ομάδα του αντάλλαξε πυροβολισμούς με την   εμπροσθοφυλακή των Γερμανών για να καθυστερήσει την προέλασή τους. Τη νύχτα 31ης  Μαḯου προς την 1η Ιουνίου ολόκληρο το τάγμα και οι περιφερειακές οργανώσεις του ΕΑΜ διαπεραιώθηκαν στη Σαμπατική,  στην παραλία του Άστρους με πλοιάρια του ΕΛΑΝ και άλλα μέσα που διέθεσαν οι νησιώτες.

Η επιχείρηση «Κοράκι» ολοκληρώθηκε στις 9 Ιουνίου 1944 με την κατάληψη των Σπετσών. Στις Σπέτσες μετά από προδοσία ντόπιων συνελήφθη ο Γεώργιος Δημητρίου Λέκκας, ο γνωστός μας με το αγωνιστικό  ψευδώνυμο «καπετάν Λευτεριάς», που ήταν επικεφαλής στρατιωτικής ομάδας του ΕΛΑΣ και από τους δημιουργούς του ΕΛΑΝ ΑργοΣαρωνικού. Τον κρέμασαν στις 12 Ιουνίου μαζί με άλλους αντάρτες στο Λιμάνι των Σπετσών από τις σιδεροκαλώνες, αφού προηγήθηκε άγριος βασανισμός [19]. Το τέλος το Λευτεριά περιγράφει ο Άγγλος Τζων Φάουλς στο μυθιστόρημά του «Ο Μάγος»ž χρειάζονται πολύ γερά νεύρα για να αντέξει κανείς την περιγραφή των βασανιστηρίων [20].

Σύμφωνα με επίσημες Γερμανικές εκθέσεις  οι Γερμανοί σκότωσαν στην επιχείρηση «Κοράκι» 235 Έλληνες. Το γεγονός αυτό συνδυαζόμενο με το γεγονός πως οι Γερμανοί δεν συγκρούστηκαν με τους αντάρτες και ότι εκτέλεσαν ενόπλους μόνο την ολιγάριθμη ομάδα του Λευτεριά δείχνει την εξαιρετική σκληρότητα με την οποία διεξήχθη η επιχείρηση, αφού όλοι οι υπόλοιποι εκτελεσμένοι ήσαν άοπλοι [21].

Έφτασε όμως το τέλος τους. Η ανθρωπότητα δεν επέτρεψε στο γένος των Αρίων να μεταβάλλουν τους ανθρώπους σε υποζύγια. Οι Γερμανοί  εγκατέλειψαν το Άργος στις 14 Σεπτεμβρίου και την ίδια ημέρα και το Ναύπλιο, αφού κατέστρεψαν το λιμάνι. Από την πρωτεύουσα έφυγαν στις 12 Οκτωβρίου 1944.

Η ποθητή ημέρα της λευτεριά είχε φτάσει.

 

Ακολουθεί κατάλογος των Μιδεατών που εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς ή άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας:

 

1) Βλάχος Μελέτης του Γεωργίου, ετών 43, στη θέση Κιάφα Μπάρκλια στις 25 Μάη 1944.

2) Γεώργας Αθανάσιος του Δημητρίου, ετών 75, στη θέση «Τρία Ρέμματα» στις  26 Μάη 1944.

3) Γεώργας Αναστάσιος του Ιωάννου, ετών 18, στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

4) Γεώργας Γεώργιος του Κωνσταντίνου, ετών 50, στο Μπάρδι κοντά στην εκκλησία στις 25 Μάη του 1944.

5) Γεώργας Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 49, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρη (Τούρλια)», όπου έβοσκε τα πρόβατα.

6) Γεώργας Δημήτριος του Θωμά, ετών 56,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη 1944.

7) Γεώργας Δημήτριος του Σπυρίδωνος, ετών 15,  στις 27 Μάη 1944, στη θέση «Πριόνια» κοντά στα μαντριά του Κράμπα.

8) Γεώργας Ιωάννης του Θωμά, ετών 49,  στη θέση «Σκλιέκα» στον παλιό δρόμο προς τον Αϊ Γιάννη της Κρλιας στις 25 Μάη του 1944.

9) Δήμας Ιωάννης του Γεωργίου, ετών 18, τον εκτέλεσαν Ταγματασφαλίτες το πρώτο 10ήμερο του Ιουνίου 1944 κοντά στα Πυργιώτικα.

10) Δήμας Χρήστος του Γεωργίου, ετών 57,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι.

11) Κορίλης Ιωάννης του Δημητρίου, ετών 19, τον συνέλαβαν οι Γερμανοί κατά την  διάρκεια των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων και τον μετέφεραν στο στρατόπεδο της Κορίνθου, όπου τον εκτέλεσαν στα κυπαρίσσια του Νέγρη ίσως το πρώτο 15νθήμερο του Ιουνίου 1944.

12) Κορίλης Χρήστος του Ιωάννη, ετών 20,  έξω από το χωριό στη θέση «Ατζιαλί» την Ιη Ιουνίου 1944.

13) Λέκκας Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 54,  στις 26 Μάη 1944 στο φαράγγι του Καραμπαμπά.

14) Λέκκας Γεώργιος του Δημητρίου (Καπετάν Λευτεριάς), ετών 30, τον κρέμασαν οι Γερμανοί με άλλους εφτά και μετά από άγριο βασανισμό στη Ντάπια των Σπετσών στις 12 Ιουνίου 1944.

15) Λέκκας Παναγιώτης του Λεωνίδα, ετών 47,  στη θέση «Βέντρα» της περιοχής Κιάφα Μοναστήρι στις 27 Μάη 1944.

16) Λιλής Μιχαήλ του Δημητρίου, ετών 36, σκοτώθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου στο Πολύγωνο σε σύγκρουση με ομάδα Ταγματασφαλιτών του Ναυπλίου.

17) Λιλής Δημήτριος του Ηλία, ετών 61, στις 24 Μάη του 1944 στη θέση «Ψωριάρης» (Τούρλια).

18) Λιλής Παναγιώτης του Βασιλείου, ετών 31, στις 27 Μάη 1944 στην περιφέρεια των Λιμνών.

19) Ξύδης Παναγιώτης του Ανδριανού, ετών 20, τον εκτέλεσαν άνδρες των ταγμάτων ασφαλείας στις 30 Αυγούστου 1944 στο Ναύπλιο.

20) Παπαγεωργόπουλος Αθανάσιος του Αναστασίου, ετών 21, στις 27 Μάη του 1944 στη «Γκιώνα» Λιμνών.

21) Παπαγεωργόπουλος Γεώργιος του Αναστασίου, ετών 45, στις 27 Μάη του 1944 στη θέση «Γκιόναλι» της Τραπεζώνας.

22) Παπαγεωργόπουλος Θεοδόσιος του Δημητρίου, ετών 24, στις 27 Μάη 1944.

23) Παπαγεωργόπουλος Κωνσταντίνος του Ιωάννη, ετών 43.  στις 27 Μάη 1944 στην Τραπεζώνα θέση «Γκιόναλι».

24) Παπαγεωργόπουλος Παναγιώτης του Σπυρίδωνος, ετών 22, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944 με τυφεκισμό μετά από άγριο ξυλοδαρμό, γιατί παραβίασε το ωράριο απαγόρευσης της κυκλοφορίας.

25) Παπαγεωργοπούλου Γεωργία συζ. Γεωργίου, ετών 33, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα στα πριόνια, μαζί με την οχτάχρονη θυγατέρα της Μαρίνα.

26) Παπαγεωργοπούλου Μαρίνα του Γεωργίου, ετών 8, στις 26 Μάη 1944 στο μαντρί του Κράμπα, στα πριόνια, μαζί με τη μητέρα της.

27) Παπαγεωργοπούλου Σοφία του Σπυρίδωνος, ετών 25, στο Γκέρμπεσι στις 25 Μάη 1944.

28) Υψηλάντης Δημήτριος του Γεωργίου, ετών 54, στο Γκέρμπεσι στις 12 Ιουνίου 1944.

 

Στη στήλη ιστορικής μνήμης στο εκκλησάκι του Αϊ Γιάννη καταγράφονται ως εκτελεσμένοι από τους Γερμανούς εκτός από τους αναφερόμενους ανωτέρω Γκερμπεσιώτες και οι επόμενοι:

 

Αργυρόπουλος Αγγελής του Σπύρου, ετών 26 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Αργυρόπουλος Πέτρος του Σπύρου,  ετών 37 από το Ροϊνό Αρκαδίας στις 31-5-1944.

Βλάχος Ι. Παναγιώτης, ετών 53 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Λ. Γεώργιος, ετών 21 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Διαλιάτσης Γ. Λεωνίδας, ετών 46 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Δ. Γεώργιος, ετών 29 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κακούρος Μ. Ιωάννης, ετών 27 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Κυμπούρης Γ. Δημήτριος, ετών 77 από Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

Παναγής Δ. Αναστάσιος, ετών 40 από την Αμυγδαλίτσα στις 25-5-1944.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Κ. Δανούση: 50 χρόνια από την απελευθέρωση του Άργους από τους Γερμανούς, περιοδικό «Αναγέννηση» τεύχος 321, Σεπτέμβρης 1994 και ανάρτηση στην argolikivivliothiki.gr/ «Οι Γερμανοί στην Αργολίδα».

[2] Επιστολή Ν. Σαββέα προς την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, 20-05-1985.

[3] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ 38, ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[4] M.Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ. 67 και αναλυτικά για τον λιμό στην Ελλάδα από τη σελ 49 επ. Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.

[5] Ν. Γ. Σαββάκη: «Θύματα Ιταλικής-Γερμανικής κατοχής περιόδου 1941-1945 περιφερείας Δήμου Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα V (2004), σελ.331.

[6] Θ. Δ. Πανταζόπουλου: «Η ταμειακή στενότης στο Ναύπλιον κατά την κατοχή και η έκδοσις τοπικού νομίσματος», Ναύπλιον 1945 και Αθήνα 1963.

[7] Λευτέρη Αποστόλου: «Το ξεκίνημα του ΕΑΜ», έκδοση «Ενωμένη Εθνική Αντίσταση 1941-1944», Αθήνα 1982, σελ. 62.

[8] Π. Μούτουλα: «Πελοπόννησος 1940-45», σελ.210, εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2004.

[9] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[10] Έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου.

[11] Προσωπική μαρτυρία, έγγραφη μαρτυρία του Πάνου Λιλή, που βρίσκεται στο αρχείο μου, Γ. Λιλή «Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΓΟΛΙΔΑ», ΣΕΛ. 23, ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ, Άργος 1980.

[12] M. Mazower: «Στην Ελλάδα του Χίτλερ», σελ 103, Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ, Αθήνα 1994.

[13] Οι κοπέλες, που είχαν συλλάβει οι Γερμανοί και τις άφησαν ελεύθερες, ήσαν οι επόμενες: Μαρίνα Δημ. Λιλή, Μαρίνα Ευθ. Παπαγεωργόπουλου, Σπυρούλα Ιωάν. Δήμα, Αικατερίνη Ιωάν. Ράπτη, Αικατερίνη Αναστασίου Λιλή.

[14] Προφορική μαρτυρία στον γράφοντα της όμηρης Κατίνας Γεώργα-Κονδύλη.

[15] Δενδριώτες: Γεώργιος Ιωάν. Κιμπούρης, Ιωάννης Δημητρίου Δουβίκας, Δημήτριος Ιωάννου Ουλής. Μανεσιώτες: Σωτήριος Δημητρίου Καραμάνος, Αναστάσιος Καραμάνος, Σωτήριος Ιωάννου Καραμάνος, Παναγιώτα Χρήστου Καραμάνου. Μπαρδαίοι: Ιωάννης Ευαγγέλου Κακούροςž όλοι επέστρεψαν εκτός από τον Δημήτριο Ουλή, που σκοτώθηκε πολεμώντας τους Γερμανούς με τους παρτιζάνους του Τίτο στη Γιουγκοσλαβία.

[16] Χ. Φ. Μάγερ: «Από τη Βιέννη στα Καλάβρυτα», σελ. 554-555, Βιβλιοπωλείο της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 2010.

[17] .Χ. Φ. Μάγερ: όπ. αν. σελ.555-564.

[18] Κάποια Κυριακή, πριν την έναρξη των επιχειρήσεων και μετά τη λειτουργία τρεις Γερμανοί συνοδευόμενοι από τον Γεώργιο Τόμπρα από το Μέρμπακα, τον οποίο οι Γερμανοί χρησιμοποιούσαν ως διερμηνέα, ήρθαν στο χωριό. Ο ένας Γερμανός έμεινε έξω και οι δύο άλλοι με τον διερμηνέα μπήκαν μέσα στην εκκλησίហο αξιωματικός με τον διερμηνέα ανέβηκαν στο σκαλί μπροστά από την Ωραία Πύλη. Ο Γ. Τόμπρας, μεταφράζοντας όσα ο Γερμανός έλεγε, ανακοίνωσε μεταξύ άλλων ότι οι Γερμανοί σύντομα θα άρχιζαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις στην περιοχή, ότι όποιον εύρισκαν έξω από το χωριό θα τον σκότωναν, ότι όποιος έμενε στο σπίτι μέσα στο χωριό δεν είχε τίποτα να φοβηθεί, ότι είχε επιβληθεί απαγόρευση της κυκλοφορίας από τις 6 το απόγευμα μέχρι τις 6 το πρωί της επόμενης ημέρας και άλλα πολλά.

[19] Για την διαπεραίωση των ανταρτών του ΕΛΑΣ από την Κοιλάδα στο Άστρος και τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του Λευτεριά βλ. συνέντευξη του Παναγιώτη Καραμπίνα (Καπετάν Τζαβέλλα) μέλους της ομάδας του ΕΛΑΝ Αργοσαρωνικού από το Φοινίκι της Θεσπρωτίας στον Τάκη Μαύρο, εφημερίδα ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ αρ.φ. 170/ 18-04-1984.

[20] John Fowls: «The Magus», σελ. 503 επ., Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ, Αθήνα 1997.

[21] Χ. Φ. Μάγερ:  όπ. αν. σελ. 563.

 

Χρίστος Ιωάν. Κώνστας

 

Σχετικά θέματα:

Read Full Post »

Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό στο Άργος του 19ου αιώνα. © Γεώργιος Η. Κόνδης, Πρακτικά Ά Συνεδρίου Αργειακών Σπουδων, «Το Άργος κατά τον 19ο αιώνα», 5-7 Νοεμβρίου 2004, Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», Άργος, 2009.


 

  1. Έννοιες και πλαίσιο αναφοράς.

Ο 19ος αιώνας αποτελεί ένα πεδίο σημαντικών ιστορικών γεγονότων και ανακατατάξεων τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Οι αλλαγές ιδιαίτερα των πολιτικών και στρατιωτικών συσχετισμών δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστες τις δομές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αντίθετα, αποτέλεσε το κεντρικό σημείο των αλλαγών αυτών με κορυφαίο ιστορικό γεγονός την επανάσταση του 1821. Στην περιοχή της Πελοποννήσου ιδιαίτερα, τα πολεμικά γεγονότα θα αποτελέσουν μια πηγή συνεχούς ερήμωσης και καταστροφής υποδομών και κοινωνικο-οικονομικών δεδομένων. Η περιοχή του Άργους κυρίως, σημαδεύτηκε αρνητικά από τα γεγονότα αυτά όμως, κατά τρόπο παράδοξο, η τοπική κοινωνία καταφέρνει κάθε φορά να πετύχει την ανασύσταση του καταστραμμένου κοινωνικού ιστού καθώς επίσης και των ζωτικών οικονομικών δραστηριοτήτων. Είναι ίσως μια από τις λίγες ή σπάνιες περιπτώσεις περιοχών οι οποίες, παρά την ένταση των καταστροφών, ανανεώνει διαρκώς την παρουσία της στον ίδιο γεωγραφικό χώρο. Υπενθυμίζω πως η περιοχή θα βρίσκεται διαρκώς σε κατάσταση καταστροφής και ανασυγκρότησης, αδράνειας και ενέργειας (Πίνακας 1). Σε μια τέτοια κατάσταση, θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προσεγγίσει κανείς το θέμα της διαμόρφωσης ενός αναγνωστικού κοινού. Ακριβώς όμως για τους ίδιους λόγους, η διαδικασία μορφοποίησης του κοινού αυτού αποκτά μια ιδιαίτερη σημασία μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας.

 

Πίνακας 1

 

Πράγματι, οι πρώτες δεκαετίες στη ζωή της μετεπαναστατικής Ελλάδας αποτελούν το πεδίο στο οποίο διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις, οργάνωσης και εξέλιξης του νεοελληνικού Κράτους. Το Κράτος αυτό διαμορφώνεται παράλληλα με τη νεοελληνική κοινωνία σε διάφορα επίπεδα. Δεν εντάσσεται στα πλαίσια της παρούσης έρευνας η επανάληψη των βασικών ιστορικών στοιχείων που έχουν ήδη παρουσιαστεί σε σημαντικές ιστορικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις. Θα προσπαθήσω όμως συνοπτικά να παρουσιάσω τα επίπεδα αυτά, ώστε να εντάξω ευκολότερα την έννοια του κοινού στα συμφραζόμενα της νέας ελληνικής κρατικής υπόστασης.

Στο πολιτικό επίπεδο, η οργάνωση ενός έντονα συγκεντρωτικού κράτους και μιας κρατικής γραφειοκρατίας, θα διαμορφώσει συνθήκες υπερπολιτικοποίησης της κοινωνίας. Πρόκειται για ένα βασικό χαρακτηριστικό του νεοελληνικού κρατισμού, μια αντιστοιχία δηλαδή μεταξύ της έντονης πολιτικοποίησης και της «μανίας του Έλληνα για την ενασχόληση με τα κοινά» [1] από τη μια και τη διαρκή προσπάθεια απόκτησης μιας θέσης στον κρατικό μηχανισμό, από την άλλη. Ο τελευταίος θα αποτελέσει και το σημαντικότερο μηχανισμό διανομής θέσεων και οικονομικών ωφελημάτων ή μισθών. Έτσι, η σημασία του είναι βασική για την κατανόηση της οργάνωσης των σχέσεων κυριαρχίας στην ελληνική κοινωνία και το πολιτικό σύστημα, δηλαδή, εκείνων που το χαρακτηρίζουν ως πελατειακές σχέσεις.

Η συγκρότηση της ελληνικής κοινωνίας αντιστοιχεί επίσης στη διαδικασία διαμόρφωσης και εξέλιξης του Κράτους. Παρά την ύπαρξη ενός μεγάλου αγροτικού τομέα και τη σταδιακή μορφοποίηση εργατικών στρωμάτων στα υπό διαμόρφωση επίσης αστικά κέντρα, η κοινωνική ομάδα που γνωρίζει μια ραγδαία ανάπτυξη είναι εκείνη των δημοσίων υπαλλήλων. Οι «μορφωμένες» κατηγορίες του πληθυσμού θα αποτελέσουν τη ραχοκοκαλιά της νέας κρατικής γραφειοκρατίας και θα στελεχώσουν τα κέντρα οργάνωσης και επιβολής της κρατικής εξουσίας. Από την εποχή αυτή ήδη μερικές κοινωνικο-επαγγελματικές κατηγορίες παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη εξέλιξη – διόγκωση, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης τους με τους κρατικούς μηχανισμούς. Οι δικηγόροι και οι δάσκαλοι βρίσκονται στην πρώτη θέση αυτής της ιεράρχησης. Η κοινωνική συγκρότηση χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από τη δυναμική εμφάνιση και διόγκωση της δημοσιοϋπαλληλίας.

Στα κοινωνικά και πολιτικά αυτά πλαίσια θα οργανωθούν με έναν ιδιαίτερο τρόπο οι πολιτισμικές παραγωγές κυρίως σε τρία επίπεδα: την εκπαίδευση, την αστικοποίηση με κυρίαρχη τάση τον αρχιτεκτονικό νεοκλασικισμό και τις τέχνες, ιδιαίτερα τη λογοτεχνία, με κυρίαρχη μορφή τους το Ρομαντισμό ή όπως καθιερώθηκε τον «Ελληνικό Ρομαντισμό». Ο κύριος μηχανισμός μέσω του οποίου επιβάλλονται οι κυρίαρχες τάσεις είναι ο εκπαιδευτικός μηχανισμός, το σχολείο.

Στο επίπεδο της εκπαίδευσης η κυρίαρχη μορφή είναι το αλληλοδιδακτικό σχολείο ήδη από την καποδιστριακή περίοδο. Παράλληλα όμως λειτουργούν, στην περιοχή της Αργολίδας και τα λεγόμενα κοινά σχολεία, όπως επίσης και ιδιωτικά παρθεναγωγεία στο Άργος και στο Ναύπλιο. Θα ήταν αδύνατο να ισχυριστεί κανείς πως το επίπεδο της εκπαίδευσης στην περιοχή, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, είναι ικανοποιητικό ώστε να θεωρείται σημαντικό στοιχείο για την οργάνωση ενός αναγνωστικού κοινού. Είδαμε πως οι εκπαιδευτικές υποδομές, μεταξύ άλλων, καταστρέφονται συχνά λόγω των συγκρούσεων. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στα 1831 όταν λόγω των εμφυλίων συγκρούσεων του Δεκεμβρίου στο Άργος και την ερήμωση της πόλης, καταστρέφεται και πάλι κάθε εκπαιδευτική υποδομή και πρόγραμμα. Παρ’ όλα αυτά ο αριθμός των εκπαιδευομένων δεν είναι αμελητέος  και θα μπορούσε να αποτελέσει ένδειξη [2] της τάσης για εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο όταν γνωρίζουμε πως πρόκειται για πρωτοβουλία των γονέων [3].  Ας σημειωθεί τέλος πως για την Πελοπόννησο,  σημαντικά ποσοστά φοίτησης δεν διαπιστώνονται σε πλούσιες επαρχίες όπως η Κορινθία και η Αχαΐα, αλλά σε περιοχές λιγότερο ανεπτυγμένες, με μια σχετικά κλειστή οικονομία, περισσότερο αυτοκαταναλωτική [4]. Φαίνεται δε πως το ίδιο έντονη ήταν η εκπαιδευτική κινητικότητα και στην ευρύτερη περιοχή του Άργους.

Το δεύτερο σημείο που θα πρέπει να συγκρατήσουμε είναι ότι ορισμένα σημαντικά γεγονότα, πολιτικά, στρατιωτικά και κοινωνικά, θα διαδραματίσουν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση, μεταξύ άλλων, των πνευματικών κέντρων της εποχής. Ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα είναι και αυτό της μεταφοράς της πρωτεύουσας στην Αθήνα το 1834 που ανακόπτει μια σημαντική διαδικασία αστικοποίησης των αργολικών κέντρων όπως το Ναύπλιο και το Άργος. Η μεταφορά αυτή επιβάλει μια ιδιαίτερη αντιστροφή μετατρέποντάς τα, στην καλύτερη περίπτωση, σε περιφερειακά κέντρα [5].

Το τρίτο σημείο αφορά στη διαμόρφωση των βασικών εργαλείων ανάπτυξης ενός κοινού, μιας κοινής γνώμης και τέλος ενός αναγνωστικού κοινού. Για το λόγο αυτό, χρειάστηκε η οργάνωση και εξέλιξη του Τύπου καθώς επίσης και των εκδόσεων σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η οργάνωση ενός «κοινού», στηρίχθηκε κυρίως στην έκφραση γνώμης για την πολιτική, στην οποία προστέθηκε και την οποία εξυπηρέτησε και η λογοτεχνική παραγωγή. Είτε από την άποψη της γλώσσας (δημοτική, καθαρεύουσα), είτε της θεματογραφίας (ληστεία, κοινωνικά δράματα, σατυρική ποίηση, κτλ), ο Ελληνικός Ρομαντισμός δεν αποτελεί μόνο μια σοβαρή προσπάθεια ερμηνείας των ευρωπαϊκών αναζητήσεων στο επίπεδο της τέχνης σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, αλλά είναι και η σημαντικότερη έκφραση που διαθέτουμε για την υπό διαμόρφωση πολιτική κοινωνία [6].

Επίσης, δεν είναι μόνο τα έργα αυτά καθαυτά, αλλά και οι χώροι στους οποίους παρουσιάζονται ή διαβάζονται, που αποτελούν βασικούς δείκτες για την οργάνωση ενός «κοινού». Δίπλα στα πρώτα βιβλιοπωλεία και τα φιλολογικά σαλόνια, άλλοι χώροι αναπαράγουν τις ίδιες λειτουργίες ή προσφέρονται γι’ αυτές. Για παράδειγμα, τα κουρεία και τα καφενεία προσφέρονται για την ανάγνωση και μάλιστα τη δημόσια ανάγνωση των εφημερίδων (κουρείο Χαχάγια στο Άργος), τα πιλοπωλεία για την έκθεση έργων τέχνης (πιλοπωλείο Κασδόνη στη Σταδίου – Αθήνα) [7], κτλ. Μπορεί λοιπόν η καλλιτεχνική ζωή, κυρίως στα επαρχιακά κέντρα, να είναι φτωχή, όμως αναντίρρητα αναβιώνει η λογοτεχνική κίνηση [8] και η καλλιτεχνική ζωή των «ήρεμων» δεκαετιών του 19ου αιώνα [9] και κυρίως δημιουργούνται όλες οι προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός αναγνωστικού κοινού και μιας «ζωντανής κοινής γνώμης». Μιας κοινής γνώμης δηλαδή που μπορούσε να επηρεάσει την πολιτική διαμάχη [10]. Ο Δημόσιος Χώρος αναπτύσσεται με έναν τρόπο έντονα πολιτικό στα 70 πρώτα χρόνια του νεοελληνικού Κράτους διαμορφώνοντας ένα «κοινό» με σαφώς κριτική άποψη. Η ανάπτυξη αυτή έχει ήδη αποκρυσταλλωθεί στις δυτικές κοινωνίες με μια έκφραση μοναδική στην ιστορία: τη δημόσια έκφραση της Λογικής [11].

  1. Εκδόσεις και αναγνωστικό κοινό.

Από τη στιγμή εκείνη, η ανάπτυξη του Δημόσιου Χώρου αντιστοιχεί στο βαθμό ανάπτυξης του διαλόγου μεταξύ του Τύπου και του Κράτους [12]. Για παράδειγμα, η Δημοσιοποίηση των Κοινοβουλευτικών συζητήσεων και έργων, παρότι μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός χειραγώγησης της κοινής γνώμης, «της επιτρέπει να μετρήσει την επιρροή που ασκεί και λειτουργεί ως συνδετικός κρίκος μεταξύ των πολιτικών και των πολιτών, δηλαδή δυο τμημάτων του ίδιου «κοινού» [13].  Έτσι, ο Τύπος αποτελεί το σημαντικότερο μέσον διαμόρφωσης αλλά και έκφρασης του «κοινού» και της «γνώμης» [14]. Ιδιαίτερα για την ελληνική πραγματικότητα, η εκδοτική δραστηριότητα η σχετική με τις εφημερίδες αποκτά μια πληθωρικότητα μοναδική[15]. Ήδη στη διάρκεια του Αγώνα κυκλοφορούν χειρόγραφες εφημερίδες, ενώ το 1824 σημειώνει η Α. Κουμαριανού «αποτελεί έτος της νεοελληνικής δημοσιογραφίας» με την έκδοση σημαντικών φύλων όπως τα «Ελληνικά Χρονικά» στο Μεσσολόγγι, το «Φίλο του Νόμου» στην Ύδρα, και την «Εφημερίδα των Αθηνών» στην Αθήνα. Η εξαιρετική πολιτική σημασία που αποδίδεται στην έκδοση των εφημερίδων αποτυπώνεται στο ποίημα του Αλεξ. Σούτσου «Εφημεριδογράφος» που δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα του Ναυπλίου «Ήλιος» [16] και του οποίου ο στίχος «ή υπούργημα μου δίνεις ή εφημερίδα γράφω» έμεινε παροιμιώδης. Καταλήγοντας στο ίδιο συμπέρασμα για την υπερπολιτικοποιημένη κοινή γνώμη, ο Α. Σ. Σκανδάμης στην «Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος» [17] σημειώνει:  «Δι’ αυτό και ο αριθμός των εκδιδομένων εφημερίδων ήτο τελείως δυσανάλογος με τον πληθυσμόν της χώρας, γεγονός το οποίον δηλοί ότι το πάθος του Έλληνος να δημοσιογραφεί ήτο και είναι αθεράπευτον».

Στο Άργος, παρά τον αγροτικό – εργατικό χαρακτήρα της κοινωνικής του συγκρότησης, οι εκδοτικές δραστηριότητες δεν είναι καθόλου αμελητέες. Θα πρέπει να σημειώσω εδώ, την διαφοροποίηση που υφίσταται η έννοια του «αναγνωστικού κοινού» μεταξύ ενός σώματος αναγνωστών κατά τον 19ο αιώνα και του ίδιου σώματος κατά τον 20ο αιώνα. Κατά τον 19ο αιώνα και στη συγκεκριμένη περίπτωση που παρουσιάζουμε, η ανάγνωση αποτελεί μια ιδιωτική πράξη με δημόσιο χαρακτήρα. Η ανάγνωση των εφημερίδων γίνεται κυρίως σε δημόσιους χώρους (π.χ. καφενεία), όπου χρησιμοποιείται ένα είδος αναλογίου, οι λεγόμενες στέκες. Το ίδιο συμβαίνει κατά κάποιο τρόπο και με τις εκδόσεις βιβλίων οι οποίες γίνονται κατά παραγγελία και για το λόγο αυτό υπάρχει ένας κατάλογος στο τέλος κάθε έκδοσης με τα ονόματα των συνδρομητών.

Θα σημειώσω επίσης μια δεύτερη βασική συνιστώσα για την κατανόηση της έννοιας αυτής, στα πλαίσια που εξετάζω. Ενώ λοιπόν παρατηρούμε πως οι εφημερίδες είναι περισσότερο προσιτές ακόμα και στα εργατικά στρώματα, που συχνάζουν στα καφενεία και γνωρίζουν ανάγνωση ή πληροφορούνται από άλλους, το βιβλίο απευθύνεται περισσότερο στα στρώματα εκείνα του πληθυσμού που θεωρούνται μορφωμένα, μεσαία ή/και ανώτερα, και διαθέτουν ένα καλό οικονομικό υπόβαθρο για την αγορά των βιβλίων. Η κατηγορία αυτή είναι πολύ μικρή. Βέβαια, παρά τη δυσκολία να καθορίσει κανείς με τρόπο επιστημονικά αποδεκτό [18] την κοινωνική σύσταση του πληθυσμού στο Άργος, έχουμε ενδείξεις (περιγραφές, οικονομικά κείμενα, μαρτυρίες, αρχιτεκτονικές μελέτες, κτλ), πως η μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων ήταν αγρότες και εργάτες χωρίς ιδιαίτερες γνώσεις ή οικονομικές δυνατότητες. Άρα, το «αναγνωστικό κοινό» που διαμορφώνεται σε σχάση με τις εκδόσεις βιβλίων είναι περιορισμένο στους λίγους δημοσίους υπαλλήλους και τους ιδιώτες, κυρίως δικηγόρους και γιατρούς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός, πως όταν δημιουργείται η βιβλιοθήκη του Συλλόγου Αργείων «Ο Δαναός», οι μεγαλύτερες δωρεές προέρχονται κυρίως από δικηγόρους.

Όμως, συγκριτικά με το χαρακτήρα αυτό του πληθυσμού, ο αριθμός των εντύπων και των εφημερίδων που κυκλοφορούν είναι σημαντικός. Οι πληροφορίες που σώζονται αποτυπώνουν μια σημαντική εκδοτική δραστηριότητα εφημερίδων, την τελευταία περίπου 20ετία του 19ου αιώνα, δηλαδή, από το 1883 και μετά (Πίνακας 2). Η πρώτη έκδοση εφημερίδας είναι τα δυο μόνο φύλλα της ΕΥΘΥΝΗΣ (η έκδοση γίνεται πρώτα στο Ναύπλιο, άρα τα δυο μόνο φύλλα αφορούν την έκδοση που συνεχίζεται στο Άργος), ενώ την ίδια χρονιά ξεκινά και ο «ΔΑΝΑΟΣ» του Ιωαν. Υψηλάντη του οποίου η έκδοση θα διατηρηθεί μέχρι και το 1885 για να παραχωρήσει τον τίτλο του στην εφημερίδα που θα εκδώσει ο ομώνυμος Σύλλογος. Το 1885 αρχίζει την έκδοσή του ο «ΕΡΑΣΙΝΟΣ» και την ίδια χρονιά το «ΑΡΓΟΣ» το οποίο διατηρείται μέχρι το 1889. Η εφημερίδα «ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ» αρχίζει την έκδοσή της το 1888 μέχρι και το 1899 και γίνεται έτσι το μακροβιότερο έντυπο του Άργους. Τέλος, ο Σύλλογος Αργείων «Ο Δαναός», αρχίζει τη δική του έκδοση με τον ίδιο τίτλο που παραχωρεί με επιστολή του στις 6-12-1895 ο Ι. Υψηλάντης. Τέλος,  μαθαίνουμε την πιθανή έκδοση της εφημερίδας «Τα Νέα του Άργους» από κριτική του  ΔΑΝΑΟΥ στις 7-10-1896, αλλά δεν γνωρίζουμε αν τελικά εκδόθηκε. Ας σημειωθεί, πως μεγάλες μορφές της τοπικής ιστορίας θα ασχοληθούν με τις εκδόσεις αυτές, όπως ο ιστορικός Δ. Βαρδουνιώτης (Αργολίς Ναυπλίου, Άργος).

Μακροβιότερες εφημερίδες :

  1. ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ = 11 έτη
  2. ΔΑΝΑΟΣ (σύλλογος) = 9 έτη
  3. ΑΡΓΟΣ  =  4 έτη
  4. ΔΑΝΑΟΣ = 2 έτη
  5. ΕΡΑΣΙΝΟΣ = 4 μήνες
  6. ΕΥΘΥΝΗ = 1 μήνας

 

Πίνακας 2 – Εφημερίδες

 

Εφημερίδα «Δαναός»

 

Εφημερίδα «Αγαμέμνων»

 

Εφημερίδα «Ερασίνος»

 

Τα βασικά χαρακτηριστικά των εφημερίδων της εποχής  είναι τα εξής :

  • είναι η ασταθής κυκλοφορία λόγω οικονομικών προβλημάτων. Βλέπουμε στον παραπάνω πίνακα πως δυο μόνο εφημερίδες έχουν μια σημαντική χρονική σταδιοδρομία ο Αγαμέμνων με 11 έτη και ο Δαναός του Συλλόγου Δαναός με 9 έτη. Πολλές φορές γίνονται αναφορές στα προβλήματα χρηματοδότησης και καλούνται συχνά οι συνδρομητές να πληρώσουν τη συνδρομή τους. Συχνά επίσης διακόπτεται η έκδοση της εφημερίδας λόγω οικονομικών δυσχερειών, για να επανεκδοθεί μερικούς μήνες μετά.
  • Ως σκοπός της έκδοσης αναφέρεται η ενημέρωση του πολίτη, η διαμόρφωση γνώμης για τα κοινά και η κριτική στάση απέναντι στην κάθε εξουσία. Επικαλούνται δε την ανεξαρτησία τους από αυτές και τον αδέσμευτο χαρακτήρα τους. Με σχετική, ως ένα βαθμό, εξαίρεση τον ΔΑΝΑΟ του Συλλόγου ο οποίος θα «…χρησιμεύσει ως σύνδεσμος πατριωτικός, συνδέων τους φίλους ημών συμπολίτας δια του αρρήκτου δεσμού της αγάπης της ομοφροσύνης και της φιλοπατρίας», όλες οι εφημερίδες αποτελούν ένα βήμα πολιτικού λόγου και σε ορισμένες περιπτώσεις ιδιαίτερα αντιπολιτευτικού, όπως η περίπτωση του Αγαμέμνονα που είναι καθαρά αντιτρικουπική.
  • Η εξέταση των εφημερίδων μας βοηθά, ίσως για πρώτη φορά, να στοιχειοθετήσουμε μια ποσοτική ανάλυση για την εποχή εκείνη. Θα παρουσιάσω στο σημείο αυτό, τους σημαντικότερους στατιστικούς πίνακες της έρευνας αυτής.

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια πολύ μεγάλη διαφορά στα κύρια άρθρα, αυτά που σήμερα ονομάζουμε πρωτοσέλιδα, μεταξύ της κατηγορίας «ΠΟΛΙΤΙΚΗ» και των υπολοίπων. Τα δε οικονομικά απουσιάζουν σχεδόν από τα κύρια άρθρα. Πρώτη με μεγάλη διαφορά στην πολιτική αρθρογραφία η εφημερίδα Αγαμέμνων και ακολουθούν ο «πρώτος» Δαναός και το Άργος, ενώ πολύ χαμηλό είναι το ποσοστό της πολιτικής αρθρογραφίας του «δεύτερου» Δαναού. Τα πολιτικά θέματα βρίσκονται στις πρώτες κατηγορίες ενδιαφερόντων με αναλύσεις και κριτικές της πολιτικής κατάστασης ή των προσώπων – φορέων της. Θα σημειώσω πως η στήλη «ΔΙΑΦΟΡΑ» που περιλαμβάνει ποικίλες ειδήσεις της καθημερινότητας, του αστυνομικού δελτίου, της εκπαίδευσης, κτλ, θα αποτελέσει μια σημαντική κατηγορία και στα περιεχόμενα άρθρα όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

 

α) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

α) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

β) Διαμόρφωση αναγνωστικού κοινού.

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων

 

β) Θεματική κατάσταση κυρίων άρθρων εφημερίδων

 

Στους πίνακες αυτούς βλέπουμε μια αποτύπωση των περιεχόμενων άρθρων στην οποία και πάλι οι κατηγορίες της «Πολιτικής» και των «Διαφόρων Ειδήσεων» είναι οι σημαντικότερες. Θα σημειώσω πως στη δεύτερη κατηγορία περιέχονται και πάλι πολιτικές ειδήσεις ή ανακοινώσεις πολιτικών προσώπων, όχι όμως αποκλειστικά διότι περιλαμβάνονται και άλλες γενικότερου ενδιαφέροντος. Αποτελεί όμως τη σημαντικότερη στήλη με ένα ποσοστό 16,5% επί του συνόλου των άρθρων και ακολουθούν οι κατηγορίες «Πολιτική» (11,2%), «Δικαστικά» (10,8%) και «Πολιτισμός» (9,9%). Η τάση αυτή επιβεβαιώνεται σε όλες τις εφημερίδες με εξαίρεση το ΔΑΝΑΟ (2), ο οποίος διαμοιράζει τις ειδήσεις καθημερινότητας σε άλλες στήλες. Επειδή δε, δεν υπάρχει καθημερινή έκδοση εφημερίδας η κατηγορία «Διάφορα» προσδιορίζεται κυρίως ως «ειδήσεις καθημερινότητας».

Παράλληλα με την πολιτική, παρακολουθούμε και θέματα που αφορούν την ιδεολογική συγκρότηση της τοπικής κοινωνίας , π.χ. η διαμάχη για την αργία της Κυριακής, οι ομιλίες για θέματα ηθικής, κλπ. Θέματα για τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα όπως ο έρανος για την Κρήτη, τον εξελληνισμό των τοπονυμίων, κτλ. Τέλος, οι εφημερίδες αποτελούν και μια σημαντική πηγή πληροφόρησης για τις εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών, πράγμα που πιστοποιεί μεταξύ άλλων και την οργάνωση ενός έστω και περιορισμένου αναγνωστικού κοινού στην πόλη.

 

 

Εκδόσεις βιβλίων και περιοδικών

 

Παράλληλα με τις εκδόσεις των εφημερίδων αρχίζει και μια άλλη σημαντική εκδοτική δραστηριότητα στην πόλη. Οι πρώτες τοπικές εκδόσεις γίνονται από το τυπογραφείο του Γ. Παπαδόπουλου «Ο ΚΟΡΑΗΣ» από όπου σώζεται και μια σημαντική ελληνική γραμματική που απευθύνεται  στους «πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»  και στη συνέχεια κυρίως από το τυπογραφείο του Ανάργυρου Τημελή. Ο τελευταίος από το 1885 και μετά, προχωρά σε εκδόσεις ιδιωτικών κειμένων και σχολικών βιβλίων. Η εκδοτική αυτή δραστηριότητα θα εξελιχθεί περισσότερο από τις αρχές του 20ου αιώνα και μετά.  Όμως, η σημασία των εκδοτικών δραστηριοτήτων δεν περιορίζεται στο τοπικό επίπεδο. Πάρα πολλές εκδόσεις προέρχονται από την Αθήνα ή ακόμα και από άλλα περιφερειακά κέντρα όπως το Ναύπλιο στο οποίο υπάρχει και το Βασιλικό Τυπογραφείο, την Καλαμάτα, τη Τρίπολη, την Κέρκυρα και βεβαίως εκδόσεις ξενόγλωσσες, κυρίως γερμανικές, και γαλλικές. Κυκλοφορούν επίσης σημαντικά βιβλία γραμμένα ακόμα και στην ελληνική τα οποία έχουν εκδοθεί στη Βιέννη, τη Βενετία ακόμα και στη Μόσχα. Θα σημειώσω μερικές πρώτες αλλά βασικές παρατηρήσεις, σχετικά τις εκδόσεις και τη δημιουργία αναγνωστικού κοινού ιδιαίτερα στην περιοχή του Άργους.

 

 

«πρωτοπείρους της Ελληνικής Σχολής του Άργους Παίδας»

 

Το αναγνωστικό κοινό διαμορφώνεται κυρίως συνδρομητικά την πρώτη αυτή περίοδο του νεοελληνικού κράτους. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πρώτες εκδόσεις έχουν απαραίτητα και τον κατάλογο των ονομάτων των συνδρομητών οι οποίοι δεν προέρχονται υποχρεωτικά από την ίδια πόλη. Είναι όμως σημαντικό ότι μοιράζονται την ίδια ευαισθησία και ως μέλη του ίδιου αναγνωστικού κοινού.

Ήδη από τις πρώτες εκδοτικές προσπάθειες γίνεται λόγος για το αναγνωστικό κοινό, πράγμα που πιστοποιεί την ύπαρξή του. Στο πρώτο μυθιστόρημα που εμφανίστηκε στην ανεξάρτητη Ελλάδα, το «Λέανδρο» του Παναγιώτη Σούτσου που δημοσιεύεται το 1834 στο Ναύπλιο, ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει στον πρόλογό του: «Εις την αναγεννωμένην Ελλάδα τολμώμεν ημείς πρώτοι να δώσωμεν εις το κοινόν τον Λέανδρον».

Τα χαρακτηριστικά του κοινού αυτού δεν είναι διαφορετικά από εκείνα που διαμορφώνονται σε ολόκληρη την επικράτεια, αλλά και στο ελληνικό στοιχείο της διασποράς, με βάση τις διάφορες φιλολογικές και καλλιτεχνικές τάσεις (Ρομαντισμός, Νατουραλισμός, κτλ). Παρατηρούμε επίσης πως το κοινό αυτό και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είναι μόνιμα προσανατολισμένο στα μεγάλα εθνικά προβλήματα και τις ελπίδες εθνικής ολοκλήρωσης. Είναι μια διαπίστωση που προέρχεται από την αποδελτίωση των άρθρων των εφημερίδων, της βιβλιοκριτικής και των εκδόσεων που διαθέτουν οι ιδιώτες.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό που αποτελεί και ενδιαφέρουσα πηγή ιστορικο-πολιτικών στοιχείων είναι οι σχεδόν υποχρεωτικού χαρακτήρα αφιερώσεις που υπάρχουν σε όλες σχεδόν τις εκδόσεις δίνοντας μια συγκεκριμένη ταυτότητα του συγγραφέα ή συμπληρώνοντάς την.

Μία επίσης σημαντική διαπίστωση είναι η προσωποποίηση των εκδόσεων, δηλαδή η τάση με απλές φράσεις ή με την κατάθεση του ονόματος ή της υπογραφής ή ακόμα ομοιοκατάληκτων στίχων πάνω στο βιβλίο, να αυτοκαθορίζεται ο ιδιοκτήτης ως μέλος του αναγνωστικού κοινού δίνοντας ένα ιδιαίτερο στίγμα.

 

 

Προσωποποίηση των εκδόσεων…

 

 

Καταγράφοντας επίσης την σημαντική ιδιότητα του δωρητή, διαπιστώνουμε πως είναι απόλυτα συνυφασμένη με την πίστη για την ανάπτυξη ενός τοπικού αναγνωστικού κοινού. Η εξαιρετική περίπτωση του δικηγόρου Δημοσθένη Δεσμίνη, ο οποίος δωρίζει στη βιβλιοθήκη του Δαναού μια σημαντική σε ποιότητα και αριθμό ελληνόγλωσση και ξενόγλωσση συλλογή βιβλίων, δεν είναι η μοναδική.

Τελειώνοντας λοιπόν, θα πρέπει να σημειώσουμε ιδιαίτερα πως ακριβώς η δημιουργία της πρώτης δημόσιας βιβλιοθήκης στην πόλη του Άργους, θα δώσει μια καινούρια ώθηση και ένα νέο προσανατολισμό στη διαμόρφωση του τοπικού αναγνωστικού κοινού, τόσο λόγω του εμπλουτισμού της από τις δωρεές όσο και της άμεσης σχέσης της με τα μαθήματα που οργανώνει ο Σύλλογος και τα οποία απευθύνονται στις ασθενέστερες οικονομικά κατηγορίες του τοπικού πληθυσμού. Ίσως να πρόκειται για μια ξεχωριστή περίπτωση που περισσότερο συνδέεται με κινήματα της εποχής σχετικά με τη λαϊκή εκπαίδευση και τα δημόσια αναγνωστήρια [19], που συναντάμε κυρίως μετά το 1890 στη Γαλλία αλλά και στη Βρετανία και τις ΕΠΑ. Ο 19ος αιώνας διέλυσε σταδιακά το παιδευτικό μονοπώλιο των κυρίαρχων τάξεων και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις μιας γενικευμένης προσαρμογής των λαϊκών μαζών στα παιδευτικά αγαθά. Δεν πρόκειται για το αποτέλεσμα μιας φυσιολογικής διαδρομής, αλλά ενός κοινωνικού κινήματος [20] μακράς πνοής που ωθεί τα λαϊκά στρώματα μιας κοινωνίας σε στάσεις μεγαλύτερης συμμετοχής στον συλλογικό κοινωνικό βίο.  Από την άποψη αυτή το κοινό, το αναγνωστικό κοινό, η κοινή γνώμη, παύει να διαμορφώνεται στη βάση μιας δημοσιοϋπαλληλικής τάσης συσχετισμένης απόλυτα με το Κράτος. Μένει να αποδειχτεί το εύρος και η σημασία της πρωτοβουλίας οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης για τα λαϊκά στρώματα του Άργους που αποτελούν και την πλειοψηφία του τοπικού πληθυσμού. Αλλά αυτό είναι πλέον θέμα της εξέλιξης της έννοιας του κοινού στον 20ο αιώνα.

 

Υποσημειώσεις


[1] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών», Αθήνα, 1977, 224.

[2] «111 μαθητές, σε πέντε κοινά σχολεία», σημειώνει η Α. Κορδατζή-Πρασσά, «σε σχέση με το σύνολο των 297 μαθητών που φοιτούσαν την ίδια εποχή σε όλα τα σχολεία της πόλης, είναι πολύ μεγάλος. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψη ότι σε πληθυσμό 8.030 κατοίκων, οι 297 μαθητές αντιπροσωπεύουν το 3,7% του πληθυσμού της πόλης…», Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832), Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, 1994, Άργος.

[3] Το ίδιο σημειώνουν οι περισσότεροι αναλυτές για το θέμα αυτό. Πιο κοντά στην Αργολίδα, στην περιοχή της Γορτυνίας, ο Σ. Τσοτσορός σημειώνει πως «για τα υπόλοιπα κοινά σχολεία της περιοχής, η ευθύνη της λειτουργίας τους ανήκει στους κατοίκους και αποτελεί αποκλειστικά δική τους υπόθεση….», Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986, 173. Μια άλλη, επίσης ενδιαφέρουσα μορφή οργάνωσης, είναι και οι Σύλλογοι. Το σημείο αυτό μας ενδιαφέρει διότι οι Σύλλογοι αναλαμβάνουν ένα μεγάλο μέρος της βασικής εκπαίδευσης. Τέτοιοι Σύλλογοι ιδρύονται παντού στην ελεύθερη Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ένας από αυτούς είναι και ο Σύλλογος Αργείων «Δαναός». Μια σημαντική μελέτη για το θέμα αυτό : G. Hassiotis, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.

[4] Κ. Τσουκαλάς, «Εξάρτηση και αναπαραγωγή…», ό.π., σ. 420.

[5] Και στην περίπτωση όμως αυτή, τα περιφερειακά κέντρα θα εξελίσσονται υπό την έντονη επίδραση της νέας πρωτεύουσας του Ελληνικού κράτους. Αποτελεί, για παράδειγμα, μόνιμο χαρακτηρισμό των διαφημίσεων των καταστημάτων η ένδειξη «είναι αθηναϊκώτατον», που συνοδεύει τα υπόλοιπα θετικά στοιχεία που διαφημίζονται. Ταυτόχρονα, ακολουθούνται τα αρχιτεκτονικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν την πρωτεύουσα και υιοθετούνται επίσης οι καλλιτεχνικές τάσεις που οργανώνονται εκεί και απλά «μεταφέρονται» στην επαρχία. Μια σύντομη όσο και σημαντική ανάλυση για τα θέματα αυτά έγινε από τον André CORVISIER , Arts et sociétés dans lEurope du XIIIe siècle, PUF, Paris, 1978, 30-85.

[6] Για τα θέματα αυτά η σημαντική ανάλυση του Roderick  BEATON, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996. Μία επίσης σημαντική ανάλυση για την «Επανάσταση του Ρομαντισμού» καθώς επίσης και των ρόλο των εκδόσεων γίνεται από τον Paul GERBOD, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977, σ. 67-105.

[7] Κ.Μπαρούτας, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990, σ. 90.

[8] «Η αύξηση των ενδιαφερόντων», σημειώνει ο Λίνος Πολίτης για την πριν το 1820 περίοδο, «η ζωηρή κίνηση των ιδεών και η ολοένα πιο πυκνή κυκλοφορία των βιβλίων που παρατηρείται την περίοδο αυτή, έθετε αναγκαστικά και πάλι (…) το γλωσικό ζήτημα», Ιστορία την Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.

[9] Η κατάσταση εξάλλου στην πρωτεύουσα δεν είναι καλύτερη, όπως δεν είναι και στην υπόλοιπη Ευρώπη παρά το γεγονός ότι οι έλληνες καλλιτέχνες και διανοούμενοι σπουδάζουν στην Ευρώπη και μεταφέρουν τις ιδέες των καλλιτεχνικών ρευμάτων της. Σωστά σημειώνει ο Κ. Μπαρούτας πως  «η καλλιτεχνική κίνηση της Αθήνας του 19ου αιώνα θα πρέπει να κριθεί με βάση την καλλιτεχνική κίνηση στην Ευρώπη την ίδια εποχή. Και η καλλιτεχνική Ευρώπη ήταν τότε σε εκδηλώσεις πολύ φτωχότερη από ότι είναι σήμερα», ό.π., 181.

[10] «Γιατί παρόλο ότι ακόμα δεν έχουμε δυνατές ταξικές οργανώσεις, ο κρατικός επεκτατισμός, το μεγάλωμα της αγοράς….», Ν.Μουζέλης, Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150), 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[11]  Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες συμβολές στην ανάλυση της έννοιας του Δημόσιου χώρου που γίνεται από τον Jürgen Habermas. Στην διαδικασία διαμόρφωσης της νέας αστικής τάξης, ένα μέσο θα αποτελέσει το ενδιάμεσο κανάλι για την αντιθετική σχέση της με το κράτος : ο Τύπος. (L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd : Payot, Paris, 1978, σ. 38.

[12] ό.π., σ. 70.

[13] ό.π., σ. 93

[14] Ταυτόχρονα ο αναγνώστης είναι πρόσωπο που ανήκει σε μια συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Jean PEYTARD, «είναι σημαντικό να κατανοήσει κανείς πως ο «αναγνώστης» ως «έννοια» στην ευρύτητά της, εμπεριέχει διάφορους τύπους «αναγνωστών». Κάθε αναγνώστης βρίσκεται σε άνιση απόσταση από το παραγόμενο λογοτεχνικό κείμενο, ανάλογα με την κοινωνικό στρώμα στο οποίο ανήκει, το γλωσσικό του κεφάλαιο και το πολιτιστικό του κεφάλαιο», (La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic”, στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001, 35). Στο σημείο αυτό ο J. Peytard αναφέρεται στις έρευνες του P. Bourdieu για τον οποίο για να γίνει κάποιος αναγνώστης θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από μια συγκεκριμένη πολιτισμική νοοτροπία απέναντι στο βιβλίο.  Αναγνώστης δηλαδή, είναι εκείνος που ασκεί μια πολιτισμική πρακτική. ( Η διάκριση. Κοινωνική κριτική της καλαισθητικής κρίσης., Αθήνα, 2002).

[15] «…η παθιασμένη συμμετοχή των πολιτών στα κοινά, η πρώιμη και πληθωρική ανάπτυξη του τύπου, που είναι σχεδόν πάντοτε κατά πρώτο λόγο πολιτικός», Κ.Τσουκαλάς, Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα (75-149), στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.

[16] Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986, κγ΄.

[17] Αθήνα, 1961, τ.1, σ. 254.

[18] Το πρόβλημα του καθορισμού των πληθυσμιακών δεδομένων και των χαρακτηριστικών του (επάγγελμα, οικονομικά στοιχεία, κτλ) με ακριβή στοιχεία για ορισμένες περιόδους και κοινωνίες, έχει τεθεί από πλήθος αναλ΄’υσεων και αναλυτών. Σε μια από τις καλύτερες αναλύσεις του είδους ο David KERTZER σημειώνει : «The reference to a demography without numbers is, in the first instance, descriptive. As anyone working in the Third World knows, both official statistics and survey research are unreliable», Anthropological Demography. Toward a New Synthesis, στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997, σ. 201-222 (205).

[19] «Τα δημόσια αναγνωστήρια γεννήθηκαν  γύρω στο 1895 χάρη στη συνάντηση προοδευτικών διανοούμενων με τα συστήματα οργάνωσης των αναγνωστηρίων στη Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ», σημειώνει ο Nöe RICHTER για τον οποίο τα δημόσια αναγνωστήρια είναι το αποτέλεσμα μιας προοδευτικής κοινωνικής σκέψης. (La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992, 68-70).

[20] Για τον Ν. Richter υπάρχει και μια συγκεκριμένη πολιτική σημασία ολόκληρου του κινήματος για τις λαϊκές βιβλιοθήκες. Η άνοδος του μορφωτικού επιπέδου αποτρέπει τα λαϊκά στρώματα να εξελιχθούν σε συρφετό από τη μια και να αναζητήσουν την κοινωνική τους άνοδο από την άλλη (La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. Plein Chant, 1987, 91.

 

Βιβλιογραφία


 

  1. Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα, 1996.
  2. Corvisier André , Arts et sociétés dans l’ Europe du XIIIe siècle, PUF, Παρίσι, 1978.
  3. Gerbod Paul, L’ Europe culturelle et réligieuse de 1815 à nos jours, PUF, Παρίσι, 1977
  4. Habermas Jürgen, L’ espace public. Archéologie de la Publicité comme dimension constitutive de la société bourgeoise, éd. Payot, Paris, 1978.
  5. Hassiotis G, L’ instruction publique chez les Grecs dépuis la prise de Constantinople par les Turcs jusqu’ à nos jours, Παρίσι, 1881.
  6. Kertzer David, «Anthropological Demography. Toward a New Synthesis», στο : Nancy SCHEPER-HUGHES, Demography without Numbers, The University of Chicago Press, 1997.
  7. Κόνδης Γεώργιος, «Περίγραμμα οργάνωσης του δημόσιου χώρου στο Άργος της Τουρκοκρατίας», ΔΑΝΑΟΣ ΙΙΙ, Άργος, 2003.
  8. Κορδάτζη-Πρασσά Αννίτα, «Η εκπαίδευση στο Άργος επί Καποδίστρια (1828-1832)», Ελλέβορος, Αφιέρωμα στο Άργος, τ. 11, Άργος, 1994.
  9. Μουζέλης Νίκος, «Ταξική δομή και σύστημα πολιτικής πελατείας : η περίπτωση της Ελλάδας (115-150)», 139. στο : Κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  10. Μπαρούτας Κων/νος, Η εικαστική ζωή και η αισθητική παιδεία στην Αθήνα του 19ου αιώνα, Αθήνα, 1990.
  11. Peytard Jean, « La place et le statut du “lecteur” dans l’ ensemble “bublic” », στο : Lecteur et Lecture, Groupe de recherches en Linguistique et Semiotique, Les belles lettres, LLN, 2001
  12. Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1979.
  13. Richter Nöe, La conversion du mauvais lecteur et la naissance de la lecture publique, Marigne, 1992. – La lecture et ses institutions, 1700-1918, Université de Maine, éd. PleinChant, 1987.
  1. Σκανδάμης Α.Σ, Τριακονταετία της βασιλείας του Όθωνος, τ.1, Αθήνα, 1961.
  2. Τσοτσορός Στάθης, Οικονομικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί στον ορεινό χώρο. Γορτυνία (1715-1828), εκδ. Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα, 1986.
  3. Τσουκαλάς Κων/νος., Εξάρτηση και αναπαραγωγή. Ο ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922), Αθήνα, 1977. – «Το πρόβλημα της πολιτικής πελατείας στην Ελλάδα του 19ου αιώνα» (75- 149), στο: Κοινωνικές και πολιτικές  δυνάμεις στην Ελλάδα, Αθήνα, 1977.
  4. Η εφημερίδα «Ο ΗΛΙΟΣ» του Παναγιώτη Σούτσου (1833), Εταιρεία Μελέτης Νέου Ελληνισμού, 2, Αθήνα, 1986.
  5. Επίσης οι εφημερίδες :
  • ΕΥΘΥΝΗ: Εφημερίς Πολιτική, Φιλολογική και των Ειδήσεων, 1883, φ. 2-3.
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Λαού, 1883-1885, φ. 1-59, (7-4-1883 έως 4-4-1885), εκδ. Ιωαν. ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ.
  • ΕΡΑΣΙΝΟΣ: Εφημερίς Πολιτική και των Ειδήσεων, 1885, φ. 1-15, (2-5-1885 έως 11-9-1885).
  • ΑΡΓΟΣ: 1885- 1889, φ. 1-61, (24-5-1885 έως 1-1-1889).
  • ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ: Εφημερίς Πολιτική και Δικαστική, 1888-1889, φ. 1-136, (14-7-1888 έως 14-9-1899).
  • ΔΑΝΑΟΣ: Εφημερίς του Ομωνύμου Συλλόγου, 1895 – 1905, φ. 1-90, (25-12-1895 έως 8-7-1899)- 12-5-1904).

 

Γεώργιος Κόνδης

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά – Βασίλης Κ. Δωροβίνης


  

«Ελεύθερο Βήμα» 

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού. 

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων. 

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Βασίλη Κ. Δωροβίνη, Δικηγόρου- Πολιτικού Επιστήμονα – Ιστορικού, με θέμα: 

«Πολιτιστικός Όμιλος Άργους (Π.Ο.Α.): 40 χρόνια μετά».

 

Φέτος, μεταξύ άνοιξης και καλοκαιριού, συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια μετά μία κοινωνική κίνηση στο Άργος που κατέληξε στην ίδρυση του Πολιτιστικού Ομίλου Άργους (του Π.Ο.Α. όπως καθιερώθηκε, από φίλους και αντιπάλους). Σήμερα πια ό,τι δημιούργησε και προκάλεσε ο ΠΟΑ αποτελεί τμήμα της κοινωνικής ιστορίας της πόλης, για την οποία, όπως άλλωστε για του Ναυπλίου αλλά και του συνόλου της Αργολίδας, σημειώνεται δραματική, έλλειψη μελετών. Μεμονωμένες μελέτες και μόνον υπάρχουν, μάλιστα περισσότερες για το Άργος παρά για την υπόλοιπη Αργολίδα. Από την πλευρά μου και με αφορμή την ανάπτυξη άλλων θεμάτων προσέγγισα πλευρές της εξέλιξης της κοινωνίας του Άργους, όπως στις μελέτες μου για την πρώτη ίδρυση αγροτικού συνεταιρισμού, για τις απεργίες της δεκαετίας του 1930 και για το θέμα των Στρατώνων Καποδίστρια.

Θεωρώ ότι η διαπλοκή της κοινωνικής ιστορίας αποτελεί τον πυρήνα για να κατανοήσουμε τόσο την πολιτική όσο και την οικονομική ζωή της πόλης, αλλά και για να διαλογιστούμε πώς έφτασε εδώ που έχει φτάσει σήμερα και ποιές πιθανές προοπτικές έχει (ή δεν έχει …) για το μέλλον. Πέρα από τον καταιγισμό των αποκαλούμενων «επικοινωνιακών», τελικά ρεκλαμαδόρικων, διαφημιστικών κόλπων, στα οποία πολλοί καταγίνονται, είτε για να προβάλλουν εαυτούς, είτε για να «κατεδαφίζουν» άλλους.

Στο προσωπικό αρχείο μου έχω διαφυλάξει πρωτότυπα δικά μου έγγραφα και σημειώσεις, αλλά και φωτοτυπίες άλλων εγγράφων, ολόκληρη σειρά δημοσιευμάτων του τοπικού και του αθηναϊκού τύπου γύρω από τη δράση του Π.Ο.Α., δημοσιευμένες ανακοινώσεις του όπως και επιθετικά δημοσιεύματα γι’ αυτόν, από τα οποία τα συντριπτικά περισσότερα είναι του «Αργειακού Βήματος». Επίσης διέσωσα αντίτυπα των ετησίων ημερολογίων που εξέδωσε και κυκλοφόρησε ο Π.Ο.Α., αντίτυπα του Καταστατικού του και έντυπα με γνώμες, για την αναθεώρησή του, που τελικά ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Μία σειρά τεκμηρίων τα έχω παραδώσει στο Παράρτημα των Γενικών Αρχείων του Κράτους, στο Ναύπλιο, όπου κανονικά θα πρέπει να κατατεθούν συλλογικά και ατομικά αρχεία που αφορούν τις πόλεις και τον Νομό μας, πρώτα και κύρια τα αρχεία Δήμων και Κοινοτήτων. Το Ναύπλιο ήδη έχει πρωτοπορήσει σε αυτό και το σύνολο του Δημοτικού Αρχείου, όπως άλλωστε και τα αρχεία των δικαστηρίων, έχουν διαφυλαχθεί στα ΓΑΚ της έδρας του Νομού. Εκεί και μόνον εκεί είναι δυνατό να εξασφαλιστεί η σωστή φύλαξή τους και η επιστημονική διαχείρισή τους. Δίχως κλοπές και κλεπταποδοχές, όπως συνέβη σε τμήμα του δημοτικού αρχείου Άργους, ενώ άλλωστε αγνοείται η τύχη του υπολοίπου μέρους του.

  1. H κίνηση προς τον ΠΟΑ

Τρία χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση του 1974 το Άργος ήδη έχει περάσει σε μία σημαντική καμπή. Από οικονομική πρωτεύουσα του νομού Αργολιδοκορινθίας, από την τελευταία κιόλας εικοσαετία του 19ου αιώνα, έχει καταλήξει στην πλήρη αποβιομηχάνιση, στη μείωση του εμπορίου και της μεταποίησης, αλλά και σε αισθητή μείωση των πολιτισμικών δραστηριοτήτων. Οι απέλπιδες προσπάθειες για «αναβίωση» του αρχαίου θεάτρου, όπου κατ’ ουσία οι ανασκαφές έχουν προ πολλού σταματήσει, ενώ ακόμα και μέχρι σήμερα δεν έχει αναληφθεί καμία ενέργεια για αναστήλωσή του και αναστήλωση άλλων αρχαίων κτισμάτων που το περιβάλλουν (αρχαία αγορά, Νυμφαίον, ελληνορωμαϊκό ωδείο, ρωμαϊκές θέρμες), οι προσπάθειες, λοιπόν αυτές άλλο δεν κάνουν παρά να τονίζουν την κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι πιο σημαντικές αρχαιότητες της πόλης. Μιας πόλης που, μέχρι σήμερα, ακόμα δεν έχει καταλάβει τη σπουδαιότητα της βυζαντινής και της νεότερης ιστορίας της, γι’ αυτό και συμβιώνει με την οικτρή κατάσταση όπου έχουν περιέλθει ιστορικά ή και λαμπρά αρχιτεκτονήματα.

Στην πόλη είχε πια καθιερωθεί μια λέξη για να χαρακτηρίσει την όλη κατάσταση: το Τέλμα. Γυρίζοντας οριστικά στην πατρίδα στις αρχές του 1977 διαπιστώνω ότι άτομα με καλή προαίρεση, με μορφωτικό επίπεδο και με διάθεση να προσφέρουν στην πόλη έχουν αρχίσει να συναντιούνται. Στόχος τους, όπως ακούω από διαφόρους, ακριβώς το «να τελειώσουμε με το Τέλμα». Μάλιστα σε εποχή, που το Ναύπλιο έχει πάρει την ανιούσα, με την ομόνοια πολλών κατοίκων του, κάθε πολιτικής προσωπικής προτίμησης. Δεν είναι τυχαίο ότι στην κίνηση που δημιουργείται συμμετέχουν ενεργά άνθρωποι με ενεργητικό ρόλο στο όποιο παραγωγικό δυναμικό της πόλης, όπως ο πρόεδρος, τότε, του EBΕΑ Κώστας Σκαρπίδης. Για μεγάλο διάστημα, το 1977 – 1978, οι συναντήσεις των μελών της κίνησης και του συγκροτηθέντος Π.Ο.Α. γίνονται στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ, που είχε προσφερθεί ευγενικά.

Από τους παλιούς θυμάμαι ως μέλη της αρχικής κίνησης τον γιατρό Ανδρέα Μπεκιάρη, τον Τάκη Μαύρο, τον μετέπειτα δήμαρχο Δημ. Παπανικολάου, τον μηχανικό Ιω. Παπαδημητρίου, τον γιατρό Ίναχο Κστσαρό, τον οδοντίατρο Θάνο Τζώτζο και άλλους, και φυσικά τον ίδιο τον Κ. Σκαρπίδη. Η κίνηση ανοίγει και έτσι αρχίζουν να συγκεντρώνονται και νεότεροι στην ηλικία, μεταξύ αυτών ο γράφων, και άλλοι όπως ο Γιάννης Ρηγόπουλος, ο οποίος και προσφέρει τις στήλες της «Αναγέννησης».

 

Μέλη του ΠΟΑ με τον Νέστορα Μάτσα στο Κάστρο για τις εκπομπές του για το Άργος (Φεβρουάριος 1979). Η μόνη φωτογραφία που βρέθηκε από τις δραστηριότητες του ΠΟΑ. Διακρίνονται από αριστερά: B. Δωροβίνης, Κ. Αναγνωστόπουλος, Σαλεσιώτη, Παρασκευόπουλος, Τζ. Μυλωνοπούλου, Γ. Μυλωνάς, Ν. Μάτσας, Κ. Σαλεσιώτη, Μ. Μυλωνά., (Αρχείο Κ. Αναγνωστόπουλου).

 

Από τα στοιχεία που είναι διαθέσιμα, αφού όπως θα εκθέσω παρακάτω (τα επίσημα βιβλία του σωματείου του Π.Ο.Α. αγνοώ σε ποιών τα χέρια βρίσκονται σήμερα), εξάγεται το συμπέρασμα ότι, προς το τέλος του 1977, είχαν ωριμάσει τα πράγματα και υπήρχε διαθέσιμη «κρίσιμη μάζα», ώστε η κίνηση να πάρει θεσμική μορφή, δηλαδή να συγκροτηθεί σε σωματείο. Έτσι μέσα από τα μέλη της κίνησης προήλθε το σήμα του Ομίλου, ενώ συγκεντρώθηκαν προτάσεις για τη διατύπωση του Καταστατικού, του οποίου την τελική σύνταξη ανέλαβαν ο δικηγόρος Γιώργος Μυλωνάς και ο γράφων.

  1. Η ίδρυση και δράση του ΠΟΑ

Με την απόφασή του 385/1977 εγκρίθηκε το Καταστατικό του Π.Ο.Α. από το Πρωτοδικείο Ναυπλίου, έγινε σχετική δημοσίευση στον Τύπο, μαζί και διακήρυξή του. 70 ήταν τα αρχικά μέλη και στις «συναντήσεις γνωριμίας» που οργανώνονταν κάθε Δευτέρα βράδυ συμμετείχαν περίπου 40 άτομα. Οι συναντήσεις αυτές ξεκίνησαν στην αίθουσα συσκέψεων του ΕΒΕΑ και σύντομα πήραν τη μορφή φιλικών συνεστιάσεων. Το Καταστατικό είχε την πρωτοτυπία να καθιερώνει Συντονιστικό Συμβούλιο, δίχως πρόεδρο, αλλά με συντονιστές κατά τομείς, και με ειδικές επιτροπές κατά θέματα, μέσα από τις οποίες δραστηριοποιούνταν τα μέλη του σωματείου. Από την πρώτη διακήρυξη που αναδημοσιεύουμε εδώ γίνεται κατανοητό το πνεύμα με το οποίο ξεκίνησαν τα μέλη του ΠΟΑ. Από άλλα τεκμήρια (όπως την προσφώνηση του ΠOA σε εκδήλωση της 27-3-78, με θέμα «Το Άργος και η επαρχία του») αντιγράφουμε:

 

«Απαρέγκλιτη αρχή στην οποία συμφωνήσαμε όλοι μας να μείνουμε πιστοί είναι εκείνη της συστηματικής αποχής από την ανάμιξη σε κομματικές ή άλλες διαμάχες παρόμοιου χαρακτήρα. (….) Δηλώνουμε πως, πέρα από όσα δημοσιεύσαμε στην αρχική διακήρυξή μας, είμαστε πρόθυμοι και έτοιμοι να συμπαρασταθούμε σε κάθε ανάλογη προσπάθεια, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται, αλλά μέσα στα πλαίσια των αρχών από τις οποίες δεσμευόμαστε».

 

Από τις πρώτες εκδηλώσεις που οργανώθηκαν ήταν (3-4-78) διάλεξη του τότε Αντιπρύτανη του Παντείου και έπειτα ακαδημαϊκού Κων. Δεσποτόπουλου, με αφορμή το τότε παγκόσμιο «έτος Αριστοτέλη», διάλεξη του ακαδημαϊκού Ιω. Θεοδωρακόπουλου για τη φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, διάλεξη του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη για την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στις σύγχρονες πόλεις, ανοιχτή συζήτηση (σε συνεργασία με το ΕΒΕΑ) με συμμετοχή του Προέδρου τότε της Ελληνικής Κοινοβουλευτικής Επιτροπής στην ΕΟΚ Γιάγκου Πεσμαζόγλου, του Λεων. Κύρκου, του Γ. Παλαιοκρασσά κ.ά. με θέμα «ΕΟΚ και Ελλάδα», κοινή εκδήλωση ΠΟΑ και Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΤ στο αρχαίο θέατρο, παράσταση κουκλοθεάτρου για την προστασία του περιβάλλοντος (από την Ομάδα Κουκλοθεάτρου που είχαν συγκροτήσει μέλη μας με συντονίστρια την καθηγήτρια Έλλη Παπαδοπούλου). Η πρωτοτυπία ήταν ότι με βάση το «Βρωμοχώρι» της Σοφίας Ζαραμπούκα στήθηκε η παράσταση του κουκλοθεάτρου, που τελικά βγήκε από τα σύνορα του Άργους και της Αργολίδας και παίχθηκε και σε άλλους νομούς.

Θόρυβο προκάλεσε η διάλεξη, του Νικηφόρου Βρεττάκου «Ανησυχίες το 1900: Σικελιανός, Βάρναλης, Καζαντζάκης», λόγω … ανησυχιών υπερσυντηρητικού κύκλου του Άργους, αλλά και του θεσμού που δημιούργησε ο ΠΟΑ να μην οργανώνονται στεγνές διαλέξεις, αλλά στο δεύτερο μέρος της διοργάνωσης να γίνεται ουσιαστικός διάλογος με τους ακροατές – με όλους τους «κινδύνους» που αυτό συνεπαγόταν, από στημένες «κλάκες» κλπ.

Θα πρέπει να σημειώσω ότι από τα μέσα του 1977 το θέμα της τύχης του ιστορικού κτιρίου των Στρατώνων Καποδίστρια είχε τεθεί, επί τάπητος(1), μετά από απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου όπου, κατά λέξη δηλωνόταν …. «πρώτα να τους κατεδαφίσουμε ώστε μετά να προγραμματίσουμε τι θα κάνουμε». Το θέμα αυτό, όπως θα δούμε παρακάτω, υπήρξε η κύρια πρόφαση της αντιδρασιακής φατρίας που συγκροτήθηκε στους κόλπους του ΠΟΑ, μιας φατρίας και της δράσης της η οποία οδήγησε στην εσωτερική κρίση του σωματείου. Αρχές του 1978, τότε δηλαδή που ξεκινά δυναμικά η πολλαπλή δραστηριότητα του ΠΟΑ, κηρύσσεται για πρώτη φορά διατηρητέο το κτίριο από το Υπουργείο Πολιτισμού, με υπουργό τον Γ. Πλυτά, και εγγράφονται στον προϋπολογισμό του 20 εκατομμύρια δραχμές για τη μετατροπή του σε Πολιτιστικό Κέντρο. Ταυτόχρονα ο EOT δηλώνει επίσημα στον ΠΟΑ ότι θα συμβάλει και αυτός οικονομικά.

Με τη δράση του ΠΟΑ ευαισθητοποιούνται για το Άργος και την πολιτιστική κληρονομιά του πολλοί θεσμικοί, κεντρικοί φορείς και εξέχουσες προσωπικότητες. Το Τρίτο Πρόγραμμα της ΕΡΤ (διευθυντής ο Μ. Χατζιδάκις) έρχεται στο αρχαίο θέατρο και δίνει ρεσιτάλ (κόβονται 1500 εισιτήρια), ενώ τον Φεβρουάριο ο Γιάννης Ξενάκης, που θα κατέβαινε στις Μυκήνες για αυτοψία στους χώρους όπου, τον Σεπτέμβριο, έστησε το περίφημο «Πολύτοπο», συναντιέται μαζί μου(2) και πείθεται να επισκεφθεί τρεις χώρους του Άργους (αρχ. θέατρο, Κάστρο και Στρατώνες). Η επίσκεψη γίνεται, ρίχνει την ιδέα να δημιουργηθεί στο Άργος διεθνές φεστιβάλ σύγχρονης έντεχνης μουσικής, αλλά η ιδέα δεν υλοποιείται λόγω πλήρους αδράνειας της δημοτικής Αρχής.

Προγραμματίζεται και μία δημόσια εκδήλωση για τους Στρατώνες στο Εργατικό Κέντρο, με δύο εισηγήσεις, του γράφοντα με τα ιστορικά στοιχεία που είχαν αναδειχθεί μέχρι τότε για το κτίριο και του ακαδημαϊκού Σόλωνα Κυδωνιάτη, για το αρχιτεκτονικό μέρος και για τα σχέδια του ΥΠΠΟ. Σε μία κατάμεστη αίθουσα «έλαμψαν» με τις απίθανες παρεμβάσεις τους κάποιοι, που από τότε έλαβαν το προσωνύμιο «κατεδαφιστές».

Όμως με αφορμή την δραστηριότητα του ΠΟΑ, μεγάλη προβολή υπήρχε ήδη στον τοπικό αλλά και στον αθηναϊκό Τύπο. Αντιγράφω εδώ απόσπασμα (τότε) προοδευτικού τοπικού δημοσιογράφου.

 

«Μόνο σαν πολιτιστική επανάσταση μπορεί να χαρακτηρισθείς το τελευταίο κύμα εκδηλώσεων (…). Το “κουμπωμένο” ‘Αργος ξανοίγεται και κατακλύζει τις αίθουσες και τους χώρους που ο ΠΟΑ έκλεισε (…). Προβλέπεται να νικηθεί ο εχθρός: τα μπιλιάρδα ερημώνουν, οι πορνοταινίες χάνουν και τους τελευταίους ωτοβλεψίες, το γήπεδο βλέπει κάθε Κυριακή τις κερκίδες ν’ αδειάζουν (….) Να μια επανάσταση που θέλουμε όλοι να επικρατήσει».

 

 Υπερβολική, ίσως, η διαπίστωση αλλά υποδεικνύει το όλο κλίμα που είχε δημιουργηθεί, αφού ο ΠΟΑ φαινόταν να έχει επιτύχει σε πολλαπλά επίπεδα. Ας δούμε ορισμένα από αυτά:

Καταρχήν κατάφερε να συγκεντρώσει στους κόλπους του ανθρώπους κάποιας ηλικίας αλλά και πολλούς νέους ανθρώπους, που δημιουργούσαν πραγματικά με τη δράση τους και για πρώτη φορά έναν άλλο δρόμο, ένα δρόμο εξόδου από το Τέλμα, δημιουργικότητας και συλλογικής προσφοράς. Για παράδειγμα σημειώνω ότι η πρόταση για τη δημιουργία Πολιτιστικού Κέντρου, που δέχθηκε και το Υπουργείο, προήλθε από ένα πρώτο σχέδιο σκέψεων που συνέταξε ο γιατρός Ίναχος Κατσαρός, το οποίο πήρε τελικά μορφή μετά από συζήτηση σε επιτροπή του ΠΟΑ (το αναδημοσίευσα σε κάποιον από τους τόμους της «Αργειακής Γης»). Οι υπαρκτές πολιτικές συμπάθειες καθενός δεν αποτελούσαν εμπόδιο για την από κοινού συνεργασία και δράση, μέσα από ένα νέο πλαίσιο: δεν υπήρχε ένα Διοικητικό Συμβούλιο, που διοικούσε μόνο του, με ένα προβεβλημένο πρόεδρο, αλλά συντονιστικό συμβούλιο με στόχο την ενεργοποίηση, επιτροπών και ενθάρρυνση της δημιουργικότητας των μελών.

Ένα άλλο επίπεδο όπου σημειώθηκε επιτυχία ήταν η κινητοποίηση, όπως είπα, κεντρικών θεσμών και προσωπικοτήτων στην Αθήνα για το Άργος, για την πολιτιστική κληρονομιά του, για τις δυνατότητες αξιοποίησής της, για έναν εκσυγχρονισμό της πόλης συνδυασμένο με πλήρη σεβασμό για το διαχρονικό ιστορικό παρελθόν της.

Ένα τρίτο επίπεδο ήταν αυτό της ευαισθητοποίησης των πολιτών για την πόλη και τις δυνατότητες της. Εκεί ακριβώς σημειώθηκε η αντιπαράθεση με τα πλέον οπισθοδρομικά στοιχεία, τα οποία προς στιγμή παρέσυραν ακόμα και κάποιους συλλόγους, όπως ο «Δαναός», οι οποίοι αρνούμενοι να ανανεωθούν περιήλθαν σε στασιμότητα.

Λίγο πριν οργανωθεί το «Πολύτοπο» του Ξενάκη στον χώρο των αρχαίων Μυκηνών, ο μεγάλος καλλιτέχνης συναντήθηκε το βράδυ της 23 Αυγούστου 1978 με πολίτες του Άργους στο αρχαίο θέατρο και έγινε συζήτηση υψηλότατου επιπέδου. Δυστυχώς δεν μαγνητοσκοπήθηκε.

Η δράση του ΠΟΑ συνεχίστηκε και στα αμέσως επόμενα χρόνια, με τη συνεχή συνδρομή καλλιτεχνών όπως η «πολιτογραφημένη αργίτισα» Ντιάνα Αντωνακάτου, η Μαρίζα Κωχ, επιστήμονες ειδικοί στην προστασία του περιβάλλοντος, θεατρικοί όμιλοι ποιότητας και πολλά άλλα. Η στενότητα του χώρου δεν μας αφήνει άλλα περιθώρια ανάπτυξης εδώ. Όσοι, όμως, ενδιαφέρονται, μπορούν να ανατρέξουν στη σειρά φωτοτυπιών με δημοσιεύματα του Τύπου για τις δραστηριότητες του ΠΟΑ, που έχουν κατατεθεί στα Αρχεία του νομού Αργολίδας (Ναύπλιο).

Πάντως δεν μπορώ να μην αναφέρω ότι χάρη στον ΠΟΑ διατηρήθηκε σε σχετικά καλή κατάσταση το μέγαρο Κωνσταντόπουλου, πριν κηρυχθεί διατηρητέο και με τον κίνδυνο κατάρρευσής του, αφόταν ο ιδιοκτήτης του αδιαφόρησε για το ρήγμα που δημιουργήθηκε (ή δημιούργησε….) στη στέγη του. Στο κτίριο αυτό έδρασε το κουκλοθέατρο και παιδότοπος, αλλά και εκεί οργανώθηκαν και διαλέξεις, πριν γίνει η αναστήλωσή του και μετατραπεί σε πολιτισμική μονάδα, και πριν «εξελιχθεί» σε σχολή μαγείρων.

Προς το τέλος του 1978 ο ΠΟΑ δημιούργησε δικό του εντευκτήριο, σε νοικιασμένη αίθουσα στην οδό Γούναρη 22, και αργότερα μεταφέρθηκε σε αίθουσα στην οδό Παναγή Τσαλδάρη 5, όπου και εξέπνευσε.

Τέλος, μεγάλο γεγονός υπήρξε ο ερχομός του Μίκη Θεοδωράκη, που για πρώτη φορά ήρθε και έδωσε συναυλία στο Άργος (16-9-80), σε ένα αρχαίο θέατρο το οποίο για πρώτη φορά στην ιστορία υπερπληρώθηκε. Στο τέλος εκείνου του έτους δημιουργήθηκε και κινηματογραφική λέσχη.

  1. Η κρίση στον ΠΟΑ

Νομίζω χρήσιμο είναι να γραφούν ορισμένες σκέψεις για την κρίση που δημιουργήθηκε στον ΠΟΑ και η οποία οδήγησε στην προϊούσα αποδυνάμωσή του και, από εκεί, στην ανυπαρξία. Από τη στιγμή που η κίνηση έλαβε τη θεσμική μορφή του σωματείου και πριν από τις πρώτες αρχαιρεσίες για ανάδειξη Συντονιστικού Συμβουλίου, έκαμε την εμφάνισή της μία φατρία προσώπων που, στην πορεία, άφηνε να εννοηθεί ότι επρόσκειτο στο τότε ΚΚΕεσ. Με επικεφαλής γιατρό που τότε υπηρετούσε στο Άργος, ανέπτυξε μία τακτική διαρκών «ενστάσεων», αντιρρήσεων και κωλυσιεργειών, η οποία με το πέρασμα του χρόνου προξενούσε φθοροποιά επίδραση. Χωρίς να έχει αναπτύξει καμία συγκροτημένη πρόταση για την πορεία του σωματείου, αποτέλεσε καθαρά αντιδρασιακή οντότητα στους κόλπους του ΠΟΑ. Το πλέον γραφικό μέλος της ήταν πολιτικός μηχανικός, ο οποίος το 1981 και πριν το ΠΑΣΟΚ συγκροτήσει κυβέρνηση προσχώρησε εκεί, ενώ παρουσιαζόταν με δήθεν ιδιότητες υδρολόγου κλπ., για να αναδειχθεί, με κομματική φυσικά στήριξη, σε διοικητή και νοσοκομείου. Πάντοτε διακρίθηκε για τα υβριστικά και ασυνάρτητα κείμενα τον τοπικό Τύπο.

Με την ανάπτυξη της δράσης της φατρίας λογικό ήταν να παρθούν κάποιες επαφές με τη διοίκηση, του ΚΚΕεσ., για να διαπιστωθεί ότι δεν οφειλόταν η δράση της σε κάποια τυχόν «καθοδήγηση» από την Αθήνα, αλλά ήταν προϊόν της «αυτενέργειας» των εδώ μελών της. Δύο μέλη της είχαν εκλεγεί στο Συντονιστικό Συμβούλιο, όπου υπέβαλλαν σε συνεχή δοκιμασία νεύρων τα υπόλοιπα μέλη του. Το ίδιο συνέβαινε και στις συνάξεις και συνελεύσεις των μελών του συλλόγου.

Με την απόσταση του χρόνου και με τη γνώση της διαδρομής βίου πολλών, είναι πια ηλίου φαεινότερο ότι η αντιδρασιακή τακτική τους οφειλόταν στο κλασικό τρίπτυχο φθόνος – μίσος – εμπάθεια, αφού οι όποιες παρεμβάσεις της φατρίας δεν είχαν κανένα ιδεολογικό, τουλάχιστο διαφοροποιημένο περιεχόμενο, αλλά ανταποκρίνονταν σε τυπικό εισοδισμό προσωπικού χαρακτήρα. Σε μία και μόνη περίπτωση προσπάθησαν να αρθρώσουν ένα ψήγμα «στρατηγικής», όταν με επιμονή υποστήριξαν να … μην εμπλακεί ο ΠΟΑ στη μάχη για τη διατήρηση των Στρατώνων Καποδίστρια, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσαμε να … υποκαταστήσουμε τα κόμματα! Αλλά σε τι; Σε θέμα ιστορικού περιβάλλοντος, όπου όπως έδειξα στη μελέτη του 1987 για τους Στρατώνες, καμμία κομματική ομάδα του Άργους δεν είχε χαράξει σχετικά, αλλά και δεν έχει χαράξει μέχρι σήμερα, πολιτική, στρατηγική και τακτική – γι’ αυτό και φτάσαμε στη σιωπηλή παθητικότητα απέναντι σε βανδαλισμούς.

Απεναντίας στο θέμα των Στρατώνων, στρατηγικά κεντρικά στελέχη της Νέας Δημοκρατίας (Ευ. Αβέρωφ, υπουργός Γ. Πλυτάς και ο μετέπειτα Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Καραμανλής) τάχθηκαν ανεπιφύλακτα υπέρ της διατήρησης και αξιοποίησης των Στρατώνων Καποδίστρια. Το ίδιο και το κεντρικό όργανο του ΠΑΣΟΚ για τα πολιτιστικά, με συντονιστή τον Κ. Πολιτόπουλο και ύστερα με υπουργό τη Μ. Μερκούρη. Και ήταν τοπικά στελέχη των δύο κομμάτων που τάχθηκαν υπέρ της κατεδάφισης, σε συνεργασία με τον πρώην αγωνιστή της Αριστεράς, εργολαβίζοντα πλέον Ν. Ζαφείρη, αλλά και κάποιους παλαιομηχανικούς του Άργους, στους οποίους ήρθε «πανταχούσα» από τον τότε Πρόεδρο του ΤΕΕ Ευ. Κουλουμπή, αλλά και από τον Αντώνη Τρίτση, το 1982, με την παρουσίαση του προεδρικού διατάγματος προστασίας του Άργους των Γ. Πλύτα – Α. Τρίτση – Κ. Καραμανλή.

Θεωρώ και σήμερα υπεύθυνη τη φατρία για τη δυσμενή πορεία στην οποία όδευσε ο ΠΟΑ. Διότι «κέντησαν» μέλη άλλων κομμάτων να συσπειρωθούν και να δημιουργήσουν, έτσι, άλλες φατρίες στο εσωτερικό του σωματείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις αρχαιρεσίες των αρχών του 1981 είδαμε να προσέρχονται για να ψηφίσουν στο εντευκτήριο της οδού Π. Τσαλδάρη άτομα που ποτέ δεν είχαμε δει, μέχρι και μητέρες με μωρά στην αγκαλιά τους. Στις αρχές του 1982, με 50 παρόντα μέλη, ψήφισαν 109 εγγεγραμμένοι. Θεωρώ ότι περί τα μέσα του 1983, αφού υπήρξε δραματική διαρροή ενεργών μελών, ο ΠΟΑ σταμάτησε κάθε δραστηριότητα.

Από το 1980 ο τότε Γεν. Γραμματέας, ο ανιδιοτελής Γ. Μυλωνάς, είχε παραιτηθεί μην αντέχοντας άλλο, όπως μου είχε πει, τα καμώματα της φατρίας. Τον Αύγουστο του 1981 και αφού είχα απευθύνει στο Σ.Σ. επιστολές κατά της κομματικοποίησης, παραιτήθηκα και εγώ από το Σ.Σ. και μετά από λίγους μήνες, με άτομα από όλη την Αργολίδα, ιδρύσαμε μία καθαρά περιβαλλοντική oργάνωση, την Αργολική Οικολογική Εταιρεία (ΑΡ.Ο.ΕΤ.), με πλούσια και αυτή δράση, όσο την άφησαν (κι αυτήν…) κομματικές «μπηχτές».

Πληροφορήθηκα, ότι τα έπιπλα και τα βιβλία του ΠΟΑ, μαζί με το υλικό κουκλοθεάτρου, περιήλθαν σε τοπικό σύλλογο γυναικών, που και αυτός εξέπνευσε.

  1. Επίμετρο

Το αρχείο του ΠΟΑ ανήκει, πια, στην ιστορία του Άργους και της Αργολίδας. Δεν γνωρίζω αν και τυπικά ο σύλλογος έχει διαγραφεί από τα μητρώα του Πρωτοδικείου Ναυπλίου. Όσοι όμως υπήρξαν μέλη του τελευταίου Συντονιστικού Συμβουλίου (τα ονόματα τους είναι γνωστά) ας προβούν στη σωστή ενέργεια να παραδώσουν στα Αρχεία του Νομού Αργολίδας το αρχείο του ΠΟΑ, δηλαδή τουλάχιστο τα βιβλία μητρώου, Συντονιστικού Συμβουλίου και γενικών συνελεύσεων, τα εξερχόμενα – εισερχόμενα έγγραφα, αφίσες και πληροφοριακό υλικό και φωτογραφίες.

Από την πλευρά μου, παρέδωσα στα ΓΑΚ Αργολίδας πλήρη σειρά δημοσιευμάτων του Τύπου περί τον ΠΟΑ, πλήρη σειρά επιθέσεων διά του Τύπου κατά του ΠΟΑ, τα τρία ημερολόγιά που εξέδωσε (1979,1980,1981), το Καταστατικό του, όπως και αντίγραφα εγγράφων που έχω στην κατοχή μου. Θα βάλω σε τάξη όσα κρατώ για τον ΠΟΑ και θα παραδώσω και άλλα αντίγραφα στα ΓΑΚ Αργολίδας.

Σημειώνω ακόμα ότι, με την αρνητική εμπειρία της φατρίας, ήδη από το 1978 ξεκίνησε προσπάθεια για αναμόρφωση του Καταστατικού, ουσιαστικότερο καθορισμό του ρόλου των επιτροπών και αποτροπή των «αλεξιπτωτικών» εγγραφών παραμονές αρχαιρεσιών, για άλωση του Σ.Σ. Ουδέποτε, όμως, ούτε τότε ούτε αργότερα, συγκεντρωνόταν η απαιτούμενη από το Καταστατικό απαρτία για την τροποποίηση του, που τελικά ποτέ δεν έγινε.

Τέλος, ας αναφέρω ότι μέλη της φατρίας υπήρξαν από τα ιδρυτικά μέλη της «Αργειακής Πολιτιστικής Εταιρείας», αστικής μη κερδοσκοπικής, που δημιουργήθηκε μετά την ουσιαστική, παύση του ΠΟΑ. Και αυτή εξεμέτρησε τον βίο της. Δεν ξέρω για ποιόν ακριβώς λόγο (διατέλεσα απλό μέλος της και αρνήθηκα συστηματικά να μπω στο Δ.Σ.). Υποθέτω ότι και εκεί δημιουργήθηκε το ίδιο ή ανάλογο διαβρωτικό φαινόμενο.

Προπολεμικά είχε δημιουργηθεί σωματείο με κάποιες ομοιότητες με τον ΠΟΑ, η «Νέα Ζωή». Υπέστη μεγάλη ζημιά από τη συμπεριφορά του ρέκτη προέδρου της και έπαψε να δρα επί δικτατορίας του Μεταξά, σε οργανώσεις της οποίας προσχώρησε ο κ. πρόεδρος. Τυπικά διαλύθηκε επί χούντας. Σκέπτομαι να δημοσιεύσω στοιχεία και γι’ αυτήν.

Τελικά, η ιστορία των σωματείων είναι ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνικής ιστορίας.

 

Υποσημειώσεις


 

  1. Για τους Στρατώνες έχω δημοσιεύσει δύο μελέτες, τη μία το 1979 στα «Αρχιτεκτονικά Θέματα» και το 1987 στον συλλογικό τόμο για το Οικολογικό Κίνημα στην Ελλάδα. Σήμερα είναι διαθέσιμες στον ηλεκτρονικό ιστότοπο της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης.
  2. Τον Ξενάκη είχα γνωρίσει προσωπικά στο Παρίσι με αφορμή τις διαλέξεις προς έλληνες φοιτητές του ίδιου, του Καστοριάδη, του Αξελού, της Κρανάκη και του Ανρί Λεφέβρ, τις οποίες οργάνωσα μέσω της Ένωσης Ελλήνων Πανεπιστημιακών Δυτικής Ευρώπης – Παράρτημα Παρισιού. Στην «Αργολίδα» της 13-2-2001 βλ. άρθρο μου «Ο Γιάννης Ξενάκης στην Αργολίδα».

 

Βασίλης Κ. Δωροβίνης

Αθήνα, 9-13 Σεπτεμβρίου 2017

 

* Το άρθρο δημοσιεύτηκε και στην ηλεκτρονική εφημερίδα «Αργολικά». 6 Οκτωβρίου, 2017.

 

Read Full Post »

Older Posts »