Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Ο Μάρκος Ρενιέρης και ο «Spectateur de l’Orient» – Οι απόψεις του για τον ελληνισμό | Ρωξάνη Δ. Αργυροπούλου, «Ο Ερανιστής», τόμος 30, Αθήνα, 2021


 

Μάρκος Ρενιέρης (1815 – 1897) Νομικός, λόγιος του 19ου αιώνα, Πανεπιστημιακός καθηγητής, διπλωμάτης που διατέλεσε πρέσβης της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, υποδιοικητής και διοικητής της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, πρώτος πρόεδρος του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, γεννήθηκε το Νοέμβριο του 1815 στην Τεργέστη και πέθανε στις 8 Απριλίου 1897 στην Αθήνα. Η προσωπογραφία προέρχεται από το «Πανόραμα Νεώτερης Ελληνικής Ιστορίας 1828-1862», εκδόσεις Κ. Κουμουνδουρέας, Αθήνα, 1995.

Πνεύμα προικισμένο καί γόνιμο, ὁ Μάρκος Ρενιέρης (Τεργέστη 1815 – Ἀθήνα 1897) διαδραμάτισε σημαντικὸ ρόλο στὴ διάπλαση τῆς νεοελληνικῆς ἐθνικῆς ἰδεολογίας καθὼς ἀποδείχθηκε δεινὸς γνώστης τῶν πολιτικῶν καὶ φιλοσοφικῶν ζητημάτων τοῦ καιροῦ του. Ἡ διαδρομή του διακρίνεται γιὰ τὴν ἰδιοτυπία της καθὼς ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φαινόμενο τῆς ἰδεολογικῆς οἰκοδόμησης ἑνὸς ἔθνους ξεκίνησε ἀπὸ τὰ νεανικά του χρόνια στὴ Βενετία. Μὲ τὸ ὅραμα τῆς πολιτικῆς ἑνοποίησης τοῦ κατακερματισμένου ἰταλικοῦ ἔθνους ζυμώθηκε μὲ τὶς ἰδέες τοῦ ρομαντισμοῦ καὶ τοῦ φιλελευθερισμοῦ.

Ἔχοντας τὸ πνευματικὸ αὐτὸ ὑπόβαθρο ἐγκαθίσταται τὸ καλοκαίρι τοῦ 1835 στὴν Ἀθήνα καὶ ἡ πορεία τῆς ἐνσωμάτωσής του στὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα ἀποτελεῖ ἕνα ἐξαιρετικὰ ἐνδιαφέρον κεφάλαιο.

Ἐνστερνιζόμενος τὶς προσδοκίες τοῦ νέου κράτους, ἐντάσσεται στὴν τροχιὰ τῶν πνευματικῶν δυνάμεων τοῦ τόπου καὶ ἐξελίσσεται σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς βασικοὺς πρωταγωνιστές. Ἀποκτᾶ ἐπιπρόσθετο κοινωνικὸ κύρος νυμφευόμενος τὴν Ἀνδρομάχη Ζαΐμη, κόρη τοῦ πρόκριτου Ἀνδρέα Ζαΐμη καὶ τῆς Ἑλένης Δεληγιάννη καὶ ἀδελφὴ τοῦ μετέπειτα πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδας Θρασύβουλου Ζαΐμη, προπάππου τῆς Λουκίας Δρούλια. Γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Μ. Ρενιέρη ἡ Λουκία πάντοτε ἔδειχνε ἕνα εὐδιάκριτο ἐνδιαφέρον. Ἡ ἐνασχόλησή μου ἐδῶ μὲ τὴ δημοσιογραφική του δραστηριότητα ἂς θεωρηθεῖ ὅτι συμβολίζει μία ἀπότιση τιμῆς στὴν ἀγαπητὴ συνάδελφο καὶ φίλη.

Tὸ 1853, ἐνῶ ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος βρισκόταν σὲ ἐξέλιξη, στοὺς κόλπους τῆς ἀθηναϊκῆς κοινωνίας ἐκδηλώνονται πολιτικὲς ζυμώσεις καὶ διχαστικὲς ἐντάσεις. Μὲ τὰ πύρινα ἄρθρα τῆς ἐφημερίδας Αἰών, ἡ ρωσόφιλη παράταξη κέρδιζε τὶς ἐντυπώσεις. Eὕρισκε ἀνταπόκριση σὲ ὅσους θεωροῦσαν τὴ Ρωσία προστάτιδα τῆς ὀρθόδοξης πίστης προσλαμβάνοντας ἀκόμη καὶ συναισθηματικὲς διαστάσεις. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ τεταμένο πολιτικὸ κλίμα πρωτοκυκλοφόρησε στὶς 26 Αὐγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1853 τὸ γαλλόφωνο περιοδικὸ Le Spectateur de l’Orient (Ὁ Θεατὴς τῆς Ἀνατολῆς).

Γιὰ τὸ ἐκδοτικὸ αὐτὸ ἐγχείρημα ἀποφασιστικὰ κινητοποιήθηκε μία ὁμάδα ἔγκριτων διανοητῶν καὶ πανεπιστημιακῶν μὲ πολύπλευρη δράση. Στενὰ συνδεδεμένοι μεταξύ τους, πρόκειται γιὰ πρόσωπα ὁρισμένα ἐκ τῶν ὁποίων εἶχαν ὡς ἑτερόχθονες βιώσει λίγα χρόνια πρωτύτερα τὴν ἀπόλυση ἀπὸ δημόσιες θέσεις. Διαμορφωμένοι πνευματικὰ στὴν εὐρυχωρία τῆς ἑλληνικῆς διασπορᾶς, μετεβλήθησαν στὴν κρίσιμη αὐτὴ στιγμὴ σὲ στρατευμένους διανοούμενους τοὺς ὁποίους διακρίνει μία συλλογικὴ πολιτικὴ ταυτότητα. Εἶναι οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβής, Ἰ. Σοῦτσος, Γ. Α. Βασιλείου, Ν. Δραγούμης καὶ Μ. Ρενιέρης.

Ἀπὸ αὐτούς, οἱ Κ. Παπαρρηγόπουλος, Ν. Δραγούμης καὶ Ἀλ. Ρίζος Ραγκαβὴς εἶχαν τὸ 1850 κυκλοφορήσει τὸ περιοδικὸ Πανδώρα, γεγονὸς ποὺ δικαιολογεῖ τὴν παρατηρούμενη συνάφεια τῶν δύο ἐντύπων. Ἡ χρονικὴ σύμπτωση τῆς κυκλοφορίας τοῦ περιοδικοῦ μὲ τὸ ξέσπασμα τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου δὲν εἶναι τυχαία, καθόσον κίνητρο τῶν ἐκδοτῶν του ἦταν νὰ μὴν παραμείνουν ἀμέτοχοι σὲ οὐσιώδεις πολιτικὲς ἐξελίξεις καὶ ν’ ἀκουστεῖ ἡ φωνή τους σχετικὰ μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ ἐξωτερικοῦ προσανατολισμοῦ τῆς χώρας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οι Άγιοι Θεόδωροι και το σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο – Μια πρόταση του Χρ. Πιτερού


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» άρθρο του κ. Χρήστου Πιτερού,  αρχαιολόγου, μέλους του Δ.Σ. Ιδρύματος Ιωάννης Καποδίστριας, πρώην αναπληρωτή Δ/ντή της Δ. ΕΠΚΑ, πτυχιούχου Κλασσικής Φιλολογίας ΕΠΚΑ, Αρχαιολογίας και Τέχνης ΑΠΘ και Επίτιμου  Προϊστάμενου αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και αρχαιογνωστικής έρευνας  με θέμα:

«Οι Άγιοι Θεόδωροι και το σπίτι του Θ. Κολοκοτρώνη στο Ναύπλιο»

 

Το Ναύπλιο, η πρώτη πρωτεύουσα της Ελεύθερης πατρίδας μας, κατά το τρέχον έτος 2022, εορτάζει την διακοσιοστή επέτειο της απελευθέρωσής της (30η Νοεμβρίου 1822), όταν ο Στάικος Σταϊκόπουλος μέσα στη νύχτα με τα παλληκάρια του και το Δ. Μοσχονησιώτη κατέλαβε το απόρθητο Παλαμήδι με ρεσάλτο, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση της πόλης και την οριστική επικράτηση της Ελληνικής Επανάστασης.

Στο Ναύπλιο ο ατρόμητος πρωταγωνιστής της Ελευθερίας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, η μοναδική, στρατηγική μεγαλοφυΐα του ’21, που αγωνίστηκε μέχρι τέλους και κατά των προσκυνημένων ως την έλευση του Κυβερνήτη, αποθεώθηκε με τον έφιππο ανδριάντα του, που στήθηκε στο χώρο που προορίζονταν για την εκτέλεση του με την καρμανιόλα στο ομώνυμο πάρκο που καλπάζει θριαμβευτικά με το άλογό του προς την Ελευθερία, ποδοπατώντας τα τούρκικα λάβαρα και με σπινθηροβόλο βλέμμα και ανυψωμένο το δεξιό χέρι, όπως ο Ρωμαίος αυτοκράτορας και φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος, κάτω από το φρούριο της Ελευθερίας, το Παλαμήδι.

Η μνήμη του παραμένει ζωντανή στις ψυχές των Ελλήνων, η σωζόμενη πραγματική φυλακή του στο Παλαμήδι στον προμαχώνα του Μιλτιάδη βρίσκεται σε ερειπιώδη κατάσταση. Αλλά και η σωζόμενη μικρή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, που έκτισε μετά την απελευθέρωση δίπλα στο σπίτι του, στην αρχή της οδού Καλαμάτας, στην περιοχή της Γλυκειάς, αποτελούν μνημεία της ιστορικής μνήμης της πολυτάραχης ζωής του.

 

Το εκκλησάκι των Αγίων Θεοδώρων, πριν το 1960, όταν η περιοχή ήταν ανοικοδόμητη.

 

Στην περιοχή λοιπόν του Κιουλ-Τεπέ, όπου βρισκόταν το κτήμα του, δίπλα στο σπίτι του, όπου κατοικούσε, έκτισε μία μικρή, ταπεινή εκκλησία των Αγίων Θεοδώρων, διαστάσεων 10×5,50μ., η οποία σώζεται μέχρι σήμερα, δίπλα στην οδό Άργους.

 

Το κτήμα στην περιοχή Κιουλ-Τεπέ, σήμερα οδός Καλαμάτας, αριθ. 4.

 

Όπως αναφέρει στα Απομνημονεύματά του ο Θ. Κολοκοτρώνης:

 

«Είδα την πατρίδα μου ελεύθερη, είδα εκείνο που ποθούσα και εγώ και ο πατέρας μου και όλη η γενεά μου, καθώς και όλοι οι Έλληνες. Αποφάσισα να πάω εις ένα περιβόλι, όπου είχα έξω από το Ανάπλι. Επήγα, εκάθισα και επερνούσα τον καιρό μου καλλιεργώντας, και ευχαριστιόμουν να βλέπω να προοδεύουν τα μικρά δένδρα όπου εφύτευσα. Εκεί ήλθαν τη νύχτα της 7ης Σεπτεμβρίου (1833) και με πήρε ο Κλεώπας μοίραρχος με σαράντα χωροφύλακες και με επήγε στο Ιτς Καλέ και με παρέδωσε στο φρούραρχο και μ’ έβαλαν έξι μήνες μυστική φυλακή χωρίς να δω άνθρωπο». 

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά –  Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος – Γράφει ο Γιώργος  Γιαννούσης


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ανακοίνωση του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Αργείοι πρώτοι οικιστές του Πειραιά – Αφοί Θεόδωρου Ρετσίνα και Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος».

 

Όταν ο Βασιλιάς Όθωνας, αποφάσισε το 1834 να μεταφέρει την πρωτεύουσα της Ελλάδος από το  Ναύπλιο στην Αθήνα, που ήταν τότε  μια σχεδόν έρημη  και κατεστραμμένη  από τους Τούρκους  κωμόπολη, ο Πειραιάς ήταν ένας έρημος τόπος  που δεν είχε  ούτε καν ένα χωματόδρομο  που να τον ενώνει με την Αθήνα.

Ο πατέρας του Όθωνα, ο Βασιλιάς της Βαυαρίας  Λουδοβίκος ο Α’, ήταν λάτρης της ιστορίας των αρχαίων  Αθηνών και  δική του επιλογή ήταν  η Αθήνα να γίνει πρωτεύουσα του νέου κράτους  και επίνειο της να γίνει ο Πειραιάς. Έτσι μαζί με την ανοικοδόμηση της Αθήνας, άρχισε να δημιουργείται και ο νέος Πειραιάς.

Το 1834 ιδρύεται  ένα υποτυπώδες  τελωνείο και  ένα υπολιμεναρχείο που υπάγεται στο λιμεναρχείο της Ύδρας.  Πρώτος  λιμενάρχης  τοποθετήθηκε  ο Γάλλος  Μπατίν, μέχρι τότε λιμενάρχης Ναυπλίου.

Κυριάκος Σερφιώτης

Ας σημειωθεί πως το 1835 ο Πειραιάς έχει 300 κατοίκους. Το  1836, ένα χρόνο μετά, γίνεται Δήμος και επίσημα ονομάζεται και πάλι Πειραιάς, από  Πόρτο – Λεόνε που λεγόταν μέχρι τότε.  Δυο επιπλέον στοιχεία για την αρχική κατάσταση του Πειραιά: α) Γίνεται  η πρώτη  επίσημη   απογραφή και έχει  1011  κατοίκους, β) Πρώτος Δήμαρχος της γίνεται ο Κυριάκος Σερφιώτης.

Το 1836  κατασκευάζεται η οδός   Αθηνών – Πειραιώς, που ενώνει τη νέα  πρωτεύουσα με το λιμάνι της και αρχίζουν να γίνονται τα αναγκαία έργα υποδομής  σε οικόπεδα που οι πρώτοι οικιστές του Πειραιά  πωλούν  η δωρίζουν στο δημόσιο. Ο  Πειραιάς  αποκτά το πρώτο του σχολείο, νοσοκομείο,  δημόσια κτήρια, όπως το λοιμοκαθαρτήριο, εκκλησίες, αποθήκες κ.α. κύρια  με  δωρεές ευεργετών.  Φυσικά κατασκευάζονται  νέες  οικίες και καταστήματα, που θα  μετατρέψουν  τον έρημο τόπο σε μια νέα πόλη, μ’ ένα λιμάνι που η κίνηση του  συνεχώς  μεγαλώνει.

Οι πρώτοι οικιστές που δημιούργησαν το νέο Πειραιά  ήταν κυρίως νησιώτες:  Υδραίοι, Αιγινείτες, Κουλουριώτες (Σαλαμίνα),  Κρητικοί και από την Πελοπόννησο, οι Μανιάτες και οι  Αργείτες.

Από τους  πρώτους και σπουδαιότερους   οικιστές ήταν  οι Αργείοι, Αφοί Γεώργιος και Σωτήριος Θεοδώρου Ρετσίνας ή  Ρετσινόπουλος και ο Νικόλαος Δημητρίου Μελετόπουλος.

 

Ο νεογέννητος Πειραιάς σε μια λιθογραφία που τυπώθηκε στο Λονδίνο τον Μάρτιο του 1857. Η αγαπημένη θέση των περιηγητών ήταν ο λόφος με τις αρχαίες πέτρες της Ηετιώνειας. Απέναντί τους είχαν τον πρώτο πυρήνα της πόλης και στο βάθος, στα βόρεια, το «Χωρίον Μελετοπούλου, τον Ελαιώνα και τους λόφους της Αθήνας με δεσπόζουσα την Ακρόπολη. Ψηφιακή συλλογή Γιώργου Βεράνη. Δημοσιεύεται στο: Νίκος Μπελαβίλας, «Ιστορία της πόλης του Πειραιά, 19ος και 20ός αιώνας», εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

(περισσότερα…)

Read Full Post »

Είχε σημασία η διαφορετική γλώσσα; Οι αλβανόφωνοι ορθόδοξοι (Αρβανίτες) στην Ελληνική Επανάσταση – Λάμπρος Μπαλτσιώτης[1]


 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί μία προσπάθεια προσέγγισης του πώς βίωναν τη διαφορετική γλώσσα και εθνότητα ενός σημαντικού τμήματος του πληθυσμού αυτοί που «πήραν τα όπλα» κατά την Επανάσταση του 1821. Τα έγγραφα και τα κείμενα που χρησιμοποιήσαμε περιορίζονται ουσιαστικά σε όσα γράφτηκαν μέχρι και τη δεκα­ετία του 1840, καθώς όσο προχωράμε στον 19° αιώνα φαίνεται ότι μεταβάλλονται οι προσλήψεις για τις διαφορετικές γλωσσοπολιτισμικές ομάδες, κάτι που αντανακλάται και σε όσους έγραφαν για τις προηγηθείσες χρονικές περιόδους. Καθώς από ένα χρονικό σημείο και πέρα τα εδάφη που διεξάγονταν οι ένοπλες συγκρούσεις, τουλάχιστον οι χερσαίες, περιορίστηκαν στη σημερινή νοτιότερη Ελλάδα, το πληθυσμιακό βάρος όσων αναφέρονταν ως Αλβανοί σε λόγιες μορφές της γλώσσας και Αρβανίτες στις καθομιλούμενες αυξήθηκε.[2]

Ένα σημαντικό τμήμα του πληθυ­σμού των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον πρώτο ελληνικό κράτος είχε ως μητρική γλώσσα τα αρβανίτικα, δηλαδή μία αλβανική γλώσσα που είχε εξελιχθεί για αρκετούς αιώνες χωρίς σημαντική επίδραση από τις εξελίξεις της γλώσσας στις συμπαγείς περιοχές αλβανοφωνίας των Δυτικών Βαλκανίων. Πρόκειται για εξέλιξη τοσκικών ιδιωμάτων που είναι αρκετά κοντά στην τσάμικη υποδιάλεκτο.[3] Είναι μάλλον αδύνατον να υπολογίσουμε με σχετική ακρίβεια το πόσοι ακριβώς ήταν οι αλβανόφωνοι και τι ποσοστό του πληθυσμού αποτελούσαν. Οι υπολογισμοί δεν σχετίζονται μόνο με τα μειωμένης αξιοπιστίας στατιστικά δεδομένα, αλλά και με τις πληθυσμιακές ανακατατάξεις που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου 1821-1830, αλλά και στη συνέχεια. Οι μουσουλμανικοί πληθυσμοί είτε σφαγιάζονται είτε αποχωρούν,[4] νέοι πληθυσμοί ορθοδόξων εγκαθίστανται ως πρόσφυγες, και αργότερα ως μετανάστες, ενώ την επαύριον της παύσης των εχθροπραξιών ένα νέο κύμα μετανάστευσης ξεκινά από το νέο κράτος κυρίως προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι υπολογισμοί δυσχεραίνονται ακόμη περισσότερο από το γε­γονός ότι ήδη στις αρχές του 19ου αιώνα σε κάποιες περιοχές, ειδικά στη δυτική Πελοπόννησο αλλά και αλλού, είχε αρχίσει η γλωσσική μετατόπιση από τα αρβανίτικα στα ελληνικά. Ίσως το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πρώιμης γλωσσικής μετατόπισης συνιστούν οι μουσουλμάνοι Λαλιώτες.

 

Γλωσσικός χάρτης της Πελοποννήσου – 1890 – του Γερμανού γεωλόγου και γεωγράφου Alfred Philippson (1864-1953). Η αλβανοφωνία σημειώνεται με κόκκινο.

 

Παρόλα αυτά, στις αρχές του 19ου αιώνα αρκετές από τις περιοχές αλβανοφωνίας παραμένουν ιδιαίτερα συμπαγείς και καλύπτουν μεγάλες περιοχές του μετέπειτα κράτους. Σε μερικές από αυτές αρκετοί άρρενες ενήλικες εξακολουθούν να αγνοούν τα ελληνικά όχι μόνο τις δε­καετίες που εξετάζουμε αλλά σε ορισμένους οικισμούς μέχρι και τις αρχές του 20ου αιώνα.[5] Τα αρβανίτικα άλλωστε θα συνεχίσουν να αποτελούν τη lingua franca [Κοινή γλώσσα ή διάλεκτο] (langue vehiculaire) σε πολλές περιοχές της χώρας ή τη γλώσσα που εξακολουθούσε να έχει ειδική λειτουργία στους ενόπλους και στο ναυτικό.[6] Οι αλβανόφωνοι κάτοικοι των περιοχών που συμπεριλήφθηκαν στον νέο κράτος υπερβαίνουν το ένα πέμπτο του πληθυσμού, αλλά δύσκολα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αγγίζουν το ένα τέταρτο. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ανταλλαγή αιχμαλώτων στον Πόλεμο της Ανεξαρτησίας – Η περίπτωση των χαρεμιών του Μόρα Βαλισί (Mora Valisi) Άχμετ Χουρσίτ πασά (Ahmed Hurşid Paşa) – Μαρία Ανεμοδουρά[1]


 

Τα πολεμικά ήθη κατά τη διάρκεια της Επανάστασης αποτελούν μια από τις λιγότερο φωτισμένες πτυχές του αγώνα της ανεξαρτησίας. Η ιστορική έρευνα επικεντρώθηκε, εν πολλοίς, στην προσέγγιση του θέματος αυτού μέσα από στερεοτυπικά δεδομένα, άμεσα συνδεδεμένα με το σύστημα αξιών του κλεφταρματολισμού, εστιάζοντας στις πολεμικές αξίες της «ανδρειοσύνης» της «παλικαριάς», της «μπέσας», ως κυρίαρχες του κόσμο των όπλων. Η Επανάσταση εγκολπώνεται τα παλαιά ήθη του κόσμου των όπλων, ωστόσο διαμορφώνει και νέα, προσπαθώντας μέσα από παλινδρομήσεις και αρχετυπικές συμπεριφορές νικητών-νικημένων να προβάλει σε επίπεδο κεντρικής ηγεσίας το νεοτερικό πρόταγμα της, όσον αφορά το δίκαιο του πολέμου. Ο αγώνας της ανεξαρτησίας εμπεριέχει πολεμικά γεγονότα μεγάλης συγκρουσιακής έντασης, με θύματα εμπολέμους και αιματηρές σφαγές και δηώσεις περιοχών, με χιλιάδες αμάχους νεκρούς και αιχμαλώτους. Στη δίνη αυτής της μεγάλης ανατροπής, οι αιχμάλωτοι των μαχών, των δηώσεων και των επιδρομών, άμαχος πληθυσμός και συλληφθέντες στρατιώτες του εχθρού, βιώνουν κατά κανόνα ακραία βία, πόνο, κακουχίες και όσοι εξ αυτών δεν σφαγιαστούν εξ αρχής, την διαρκή αγωνία της επόμενης στιγμής, ενώ για πολύ λίγους το τέλος αυτής της τραγικής περιπέτειας οδηγεί στη διάσωση και την απελευθέρωση.

Η απελευθέρωση αιχμαλώτων καταγράφεται ως πρακτική από την ύστερη αρχαιότητα, έχει πολύ περιορισμένο χαρακτήρα, λόγω των αναγκών σε δούλους των αρχαίων κοινωνιών, τις οποίες ικανοποιούσαν εν πολλοίς οι εξανδραποδισμένοι πληθυσμοί κατά την διάρκεια των αλώσεων πόλεων και ευρύτερων περιοχών.[2] Στις περισσότερες περιπτώσεις αφορούν στην εξαγορά των αιχμαλώτων με την καταβολή λύτρων. Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο σπανίζουν οι αναφορές σε επανάκτηση των αιχμαλώτων πολέμου, λόγω του έντονα δουλοκτητικού χαρακτήρα της ρωμαϊκής κοινωνίας. Το γεγονός ότι ο αιχμάλωτος αποκτούσε το status του δούλου εμπόδιζε την πολιτειακή του αποκατάσταση ως ελεύθερου ανθρώπου με την απελευθέρωσή του, εμπόδιο το οποίο έγινε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί με τον θεσμό του postliminium,[3] που επέτρεπε στον αιχμάλωτο να ανακτήσει πολιτειακό status, που είχε πριν την αιχμαλωσία.[4] Κατά τη βυζαντινή περίοδο, υπό το πρίσμα της χριστιανικής φιλανθρωπίας, που διέπει εν γένει τις θρησκείες της Βίβλου, η εξαγορά των αιχμαλώτων αναδεικνύεται σε κρατική υπόθεση και η ανταλλαγή των αιχμαλώτων καθίσταται συνήθης πρακτική, κυρίως των νομοθετικών παρεμβάσεων των Αυτοκρατόρων, Θεοδοσίου, Ονωρίου και κυρίως του Ιουστινιανού.[5] Πέρα από τις αυτοκρατορικές παρεμβάσεις και τις επίσημες διπλωματικές πρωτοβουλίες, καταγράφονται σημαντικές πρωτοβουλίες ιδιωτών και επισκόπων για την απελευθέρωση αιχμαλώτων, όπως αυτή του επισκόπου Σεργιουπόλεως, Κάνδιδος, το 540 μ.Χ., για την εξαγορά δώδεκα χιλιάδων κατοίκων της πόλης Σούρα, που είχαν αιχμαλωτισθεί από τον Σασανίδη βασιλιά Χοσρόη, την οποία αναφέρει ο ιστορικός Προκόπιος.[6]

Κατά την περίοδο των βυζαντινο-αραβικών συγκρούσεων καταγράφονται ανταλλαγές αιχμαλώτων σε βυζαντινές και αραβικές πηγές, όπως τα χρονικά του al-Maqrīzī, (του 15ου αιώνα) όπου αναφέρονται δεκατρείς ανταλλαγές αιχμαλώτων πολέμου μεταξύ των ετών 805 έως 946 μ.Χ.[7] Η ισλαμική παράδοση εστιάζει το ενδιαφέρον της στους μη-μουσουλμάνους αιχμαλώτους, καθώς το Κοράνι προβλέπει την απελευθέρωση και την εξαγορά των αιχμαλώτων πολέμου του εχθρού που είχαν αιχμαλωτισθεί από μουσουλμάνους. Πάντως η πρακτική της εξαγοράς – ανταλλαγής δεν μαρτυρείται πριν τον έβδομο αιώνα στις ισλαμικές πηγές.

Στην Ιβηρική χερσόνησο, πεδίο πολεμικής αντιπαράθεσης μεταξύ Αράβων και Χριστιανών, η ανταλλαγή και η εξαγορά των αιχμαλώτων αποτελεί παγιοποιημένη πρακτική, που καταγράφεται στα νομοθετήματα του ύστερου μεσαίωνα, όπως τα καταλανικά και πορτογαλικά Fueros (Δικαιοδοσίες) του 12ου αιώνα και ο Κώδικας του Αλφόνσο της Καστίλης του 13ου αιώνα.[8] Στην οθωμανική περίοδο, οι συχνοί πόλεμοι και η πειρατεία, όχι μόνο τροφοδοτούσαν με αιχμαλώτους και σκλάβους τα σκλαβοπάζαρα της Ανατολής και της βορείου Αφρικής, αλλά είχαν διαμορφώσει και μια οικονομία της αιχμαλωσίας που περιελάμβανε και συναλλαγές για την απελευθέρωση των αιχμαλώτων στις πειρατικές εστίες της Μεσογείου και στην οθωμανο-αψβουργική μεθόριο, η οποία αποτελούσε τρόπο βιοπορισμού για τις τοπικές κοινωνίες.

 

Εμπόριο σκλάβων στην Κωνσταντινούπολη, έργου του Sir William Allan (1782-1850). National Galleries of Scotland.

 

Η κατάκτηση της Τριπολιτσάς, γεγονός μείζονος σημασίας, που εδραιώνει την Επανάσταση στον Μοριά ήδη από το πρώτο έτος της, αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα πιο αιματηρά γεγονότα της, λόγω της σφαγής χιλιάδων αμάχων, μουσουλμάνων και Εβραίων, που ακολούθησε, δεδομένου ότι με το ξέσπασμα της Επανάστασης είχε ζητήσει καταφύγιο εντός της πόλης μεγάλος αριθμός μη χριστιανών κατοίκων από ολόκληρη την Πελοπόννησο. Πέρα από την ανηλεή σφαγή, οι επαναστατικές δυνάμεις συλλαμβάνουν και μεγάλο αριθμό αιχμαλώτων, τους οποίους ο Φιλήμονας υπολογίζει σε 8.000 χιλιάδες. Για τους επίσημους αιχμαλώτους – γυναίκες των χαρεμιών,[9] αξιωματούχους και μέλη της ακολουθίας του Βαλή του Μοριά, Άχμετ Χουρσίτ πασά[10] (Mora Valisi, Ahmed Hurşid Paşa) – ίσχυσε εξ αρχής διαφορετική μεταχείριση σε σχέση με το πλήθος των ανώνυμων αιχμαλώτων που ζούσε και εργαζόταν σε άθλιες συνθήκες και συχνά πέθαινε από τις κακουχίες και τις επιδημίες που είχαν ξεσπάσει στην πόλη. Οι πρώτοι φαίνεται ότι εξ αρχής προσέβλεπαν στους Ευρωπαίους Φιλέλληνες, που συνεργάζονταν με την Επαναστατική Διοίκηση και διακατέχονταν από τις νεωτερικές, περί δικαίου αντιλήψεις, όσον αφορά την αντιμετώπιση των αιχμαλώτων, αλλά και στον Δημήτριο Υψηλάντη, λόγω του κύρους που θεωρούσαν ότι απολάμβανε ως εκπρόσωπος της Αρχής, από τις συγκεχυμένες πληροφορίες που έφταναν στο περιβάλλον τους.[11] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ομοεθνείς πρόσφυγες και ο Κυβερνήτης Ι. Καποδίστριας – 190 έτη από τις πρώτες απόπειρες εφαρμογής προνοιακών δημόσιων πολιτικών στο σύγχρονο ελληνικό κράτος – Νίκος Σπ. Ζέρβας


 

Εισαγωγικές παρατηρήσεις – Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα προσφυγικά ρεύματα – Το προσφυγικό ζήτημα κατά την καποδιστριακή περίοδο – Η προσφυγική πολιτική του Καποδίστρια – Οι αντιδράσεις του γηγενούς πληθυσμού της Πελοποννήσου απέναντι στην καποδιστριακή προσφυγική πολιτική – Το προσφυγικό ζήτημα στη μετα-καποδιστριακή περίοδο.

  

 Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

 

Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα κατά τις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα κατέστησε την ελληνική επικράτεια ως τόπο υποδοχής ομοεθνών προσφύγων. Το υποτυπώδες σε οργάνωση και υποδομές ελληνικό κρατίδιο κλήθηκε να διαχειριστεί τα προσφυγικά ρεύματα, που συνέρεαν στα απελευθερωμένα εδάφη του καθόλη τη συγκεκριμένη δεκαετία. Ωστόσο, εξαιτίας των πενιχρών, έως και παντελώς ανύπαρκτων, ανθρωπίνων και κυρίως υλικών πόρων, τα πρώτα ψήγματα της κρατικής μέριμνας για τους ξεριζωμένους κατοίκους διαφόρων επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εντοπίζονται μόλις κατά τα τέλη της δεκαετίας του 1820, οπόταν κυβερνητικά καθήκοντα ανέλαβε ο Κερκυραίος πολιτικός και διπλωμάτης, Ιωάννης Καποδίστριας. Κατά τη διάρκεια της καποδιστριακής κυβερνητικής περιόδου διαμορφώθηκε το πρώτο οργανωμένο σχέδιο για την εγκατάσταση και την ένταξη στην κοινωνική και οικονομική ζωή δεκάδων χιλιάδων προσφύγων.

Ιωάννης Καποδίστριας, Χαλκογραφία.

Πράγματι, από την έναρξη της θητείας του ο Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερη φροντίδα για την επίλυση του σοβαρού προσφυγικού ζητήματος. Μέσω μιας σειράς κρατικών πρωτοβουλιών και παρόλη την έλλειψη των απαραιτήτων πόρων προσπάθησε να αποκαταστήσει τους ομοεθνείς ξεριζωμένους και ιδιαίτερα εκείνους, που είχαν εγκατασταθεί στην Πελοπόννησο λόγω των εύφορων εδαφών της. Οι περισσότερες όμως από τις εν λόγω πρωτοβουλίες παρέμειναν απλά σχέδια δημόσιας πολιτικής – και όχι πράξεις – εξαιτίας, μεταξύ άλλων, και των σθεναρών αντιδράσεων των αυτοχθόνων κατοίκων του ελληνικού κρατιδίου. Από την εποχή εκείνη, άλλωστε, στα ελαττώματα ενός σεβαστού μέρους του ελληνικού λαού συγκαταλέγονταν η ατομική ή οικογενειακή μεροληψία, ο τοπικιστικός χαρακτήρας των κατοίκων διαφόρων περιοχών της χώρας, όπως επίσης και οι διαιρέσεις και οι αμοιβαίες έχθρες, που προκαλούνταν από την ανομοιογενή κοινωνική σύνθεση.[1]

Παρά ταύτα, όπως προεκτέθηκε, οι πρώτες απόπειρες για την εφαρμογή μιας συντονισμένης προσφυγικής πολιτικής πραγματοποιήθηκαν κατά το διάστημα 1828-1831, καίτοι το ίδιο ζήτημα απασχολούσε τους Έλληνες εξεγερμένους ήδη από τους πρώτους μήνες του αγώνα της ανεξαρτησίας.

 

ΙΙ. Η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα και τα πρώτα

προσφυγικά ρεύματα

 

Αναμφίβολα, η έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα την άνοιξη του 1821 αποτέλεσε μία κοσμογονία τόσο σε ευρωπαϊκό, όσο και σε ελληνικό επίπεδο. Για τη μοναρχική και πλήρως απολυταρχική Ευρώπη της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα η εθνεγερσία και η αμφισβήτηση της σουλτανικής εξουσίας επί των ελληνικών επαρχιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αποτέλεσε όχι μόνο έκπληξη, αλλά επιπροσθέτως και απειλή για έναν ευρύτερο ξεσηκωμό των καταπιεσμένων ευρωπαϊκών λαών. Από την άλλη, για τους υποτελείς για 400 περίπου έτη στην Υψηλή Πύλη κατοίκους της ελληνικής επικρατείας, το σχεδόν ταυτόχρονο ξέσπασμα του αγώνα της ανεξαρτησίας στις ηγεμονίες της Μολδοβλαχίας και στην Πελοπόννησο ήταν μία μοναδική ευκαιρία για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Για το λόγο αυτό, καθόλη την άνοιξη του 1821 ο εθνικοαπελευθερωτικός ξεσηκωμός επεκτάθηκε στα εδάφη του Ολύμπου, της Μακεδονίας, της Θεσσαλομαγνησίας και της Εύβοιας,[2] με τους Έλληνες κατοίκους τους να διεκδικούν επίσης την ανεξαρτησία τους. Αντιστοίχως και οι νησιώτες, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα τους κατοίκους της Χίου, της Σάμου, των Ψαρών και της Κάσου, ακολούθησαν το παράδειγμα εκείνων των νησιών του Αργοσαρωνικού, επιδιώκοντας την απελευθέρωση των γενετειρών τους. Παρόλο τον ενθουσιασμό τους, πάντως, η έλλειψη υλικών πόρων και πολλώ δε μάλλον η μεγάλη απόσταση που τους χώριζε από το επίκεντρο των πολεμικών επιχειρήσεων, την Πελοπόννησο, είχε ως συνέπειες αφ’ ενός την άμεση κατάπνιξη των κινημάτων τους, αφ’ ετέρου τα φρικώδη αντίποινα, στα οποία επιδόθηκε η οθωμανική πλευρά εναντίον των γηγενών πληθυσμών. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ομάδα που έσωσε τη ζωή του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη – Αριστείδης Χατζής


 

Ο Καποδίστριας διέταξε να συλλάβωσιν αυτόν, ως λέγεται,

αυτού εκείνου οι οπαδοί, ον ο Πολυζωίδης έμελλε να σώση

εκ του θανά­του, του Κολοκοτρώνη!  

Γεώργιος Π. Κρέμος (1889)

 

Η μάστιγα του ελληνικού έθνους […] ο εκ συστήματος εχθρός

της ελευθερίας, και παντός πατριωτικού κινήματος πολέμιος·

εκ συστή­ματος εχθρός των καλών, και της τυραννίας υπέρμαχος,

διότι επιθυ­μεί να τυραννή και ο ίδιος·

εκ συστήματος της αληθείας διώκτης, και

φίλος του ψεύδους.

Ο Αναστάσιος Πολυζωίδης για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη

(Απόλ­λων, 16 & 30 Σεπτεμβρίου 1831)

 

Και μα την αλήθειαν, αν είχε συμβεί να προεδρεύει στο δικαστήριον

εκείνο άνθρωπος ναι μεν νομικός, αλλά δουλικών φρονημάτων,

ή κυματιζόμενος εις τας αρχάς του δικαίου, ή άμοιρος ανδρείας

και γενναιότητος, βεβαιωθείτε το άσπλαχνο σίδερο της γκιλοτίνας

θα άχνιζεν από το αίμα των δύο στρατηγών, αθώων.

Γεώργιος Τερτσέτης (1874)

 

Η δίκη των Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και Δημήτρη Πλαπούτα έχει αδικηθεί ιδιαίτερα από την ιστορική έρευνα διότι έχει εγκαταλειφθεί στο κοινό πεδίο της εθνικής μυθολογίας και της λαϊκίστικης ιστοριογραφίας. Χωρίς να υποτιμά κανείς τη φιλότιμη προσπάθεια των συγγρα­φέων Τάκη Κανδηλώρου (1906) και Δημήτρη Φωτιάδη (1987) και του σκηνοθέτη Πάνου Γλυ­κοφρύδη, δεν μπορεί να αρνηθεί ότι έχουν συμβάλει κι αυτοί στη διαστρέβλωση της εικόνας που έχουμε γι’ αυτήν τη δίκη, την πρώτη μεγάλη πολιτική δίκη της νεότερης Ελλάδας.

 

Ο Αρχιστράτηγος του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Σχέδιο του Βέλγου διπλωμάτη Benjamin Mary (1792-1846), 1842. Δημοσιεύεται στο: «Η ιστορία έχει πρόσωπο: Μορφές του 1821 στην Ελλάδα του Όθωνα από τον βέλγο διπλωμάτη Benjamin Mary».

 

Ας πάρουμε, για παράδειγμα, την κατασκευασμένη απολογία του Αναστάσιου Πολυζωίδη στην, ενδιαφέρουσα κατά τα άλλα, ταινία Η Δίκη των Δικαστών  του Πάνου Γλυκοφρύδη (πα­ραγωγή Finos Films, 1974). Η επιλογή αυτή του Πάνου Γλυκοφρύδη θα πρέπει να κριθεί με αυστηρότητα διότι όχι μόνο έχει χαθεί η πραγματική απολογία Πολυζωίδη και διαστρεβλώ­νονται όσα είπε στην απολογία του ο Γεώργιος Τερτσέτης αλλά κυρίως διότι η κινηματογρα­φική απολογία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις πολύ γνωστές πολιτικές απόψεις του Αναστάσιου Πολυζωίδη. Έτσι, αυτός ο σημαντικός Έλληνας φιλελεύθερος διανοούμενος με­τατρέπεται σε καρικατούρα – ακόμα και το όνομά του στην ταινία είναι λανθασμένο.[1] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο Κριμαϊκός πόλεμος, η Ελληνική εμπλοκή και το «Υπουργείο Κατοχής» – Ιωάννης Β. Δασκαρόλης


 

Ο Τσάρος Νικόλαος Α’ (1796-1855). Λιθογραφία, Robert Theer, 1840.

Στα μισά του 19ου αιώνα το «Ανατολικό ζήτημα» βρισκόταν σε έξαρση καθώς είχε ενταθεί η αντιπαλότητα μεταξύ της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Ρωσίας. Ο διαχρονικός γεωπολιτικός στόχος της Ρωσίας ήταν η έξοδος στην Ανατολική Μεσόγειο θάλασσα και βασικό εμπόδιο  αποτελούσε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία την εξιστορούμενη εποχή ταλανίζεται από ενδογενή δομικά οικονομικά και πολιτικά προβλήματα (χαρακτηριζόταν εύγλωττα στην διεθνή διπλωματική γλώσσα ως «ο Μεγάλος Ασθενής»). Σύμφωνα με το σχέδιο του Τσάρου Νικολάου Α’ όπως αυτός το ανέλυσε το 1853 στον Βρετανό πρεσβευτή στην Μόσχα Seimour, μετά την ολοσχερή ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα ιδρύονταν δύο ανεξάρτητα κράτη στα Βαλκάνια (Σερβία, Βουλγαρία), η Ρωσία θα προσαρτούσε τον Βόσπορο, η Αυστρία τα Δαρδανέλια και η Αγγλία θα προσαρτούσε την Αίγυπτο και την Κρήτη. Οι υπερδυνάμεις της εποχής Αγγλία, Γαλλία, Αυστρία και Πρωσία αντιμετώπιζαν αρνητικά τις Ρωσικές επιδιώξεις τις οποίες θεωρούσαν ανταγωνιστικές σε γεωπολιτικό και οικονομικό επίπεδο και προσπαθούσαν να τις ματαιώσουν υποστηρίζοντας την ακεραιότητα της παρηκμασμένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

 

Οι αφορμές για την όξυνση των Ρωσο-τουρκικών σχέσεων και η έναρξη του Κριμαϊκού πολέμου

 

Το ζήτημα της κυριότητας του ναού του Πανάγιου Τάφου στους Άγιους Τόπους αποτέλεσε σημείο τριβής μεταξύ των Ορθοδόξων και των Καθολικών της Ιερουσαλήμ για πάνω από τρεις αιώνες. Θεωρητικώς ο ναός βρισκόταν κάτω από την κυριότητα και των δύο κοινοτήτων, αυτό όμως δεν μείωνε τον ανταγωνισμό τους για να διεκδικήσουν τον ναό επικαλούμενοι αλληλοαναιρούμενα φιρμάνια του εκάστοτε Οθωμανού Σουλτάνου που είχαν εκδοθεί αιώνες πριν και κατά κανόνα ήταν προϊόν χρηματικής εξαγοράς. Ο θρησκευτικός ανταγωνισμός για την κυριαρχία στον ναό του Πανάγιου Τάφου είχε διεθνείς πολιτικές προεκτάσεις, με τους Γάλλους, ειδικά μετά την ανάδειξη του Λουδοβίκου Βοναπάρτη Γ’ σε Αυτοκράτορα, να στηρίζουν με έντονη παρασκηνιακή διπλωματική δραστηριότητα τα δικαιώματα των Καθολικών στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και τους Ρώσους αντίστοιχα των Ορθοδόξων.

Η κλιμάκωση του διπλωματικού αυτού ανταγωνισμού επήλθε στις 28 Ιανουαρίου 1852, όταν ο πρέσβης της Γαλλίας Valette εξασφάλισε ένα Σουλτανικό φιρμάνι από τον Ρεσίτ Πασά που ικανοποιούσε τις Γαλλικές αξιώσεις σχετικά με τον Πανάγιο Τάφο. Αυτό όμως εξόργισε την Ρωσία η οποία εκμεταλλευόμενη την ανάδειξη του Ρεούφ πασά που την ευνοούσε, επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση από την Πύλη νέου «Χάττι Σερίφ» τον Μάρτιο του 1852 που αναιρούσε το προηγούμενο φιρμάνι και ευνοούσε εκ νέου τους Ορθοδόξους. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η Ε.Π.Ο.Ν.  στην Αργοναυπλία


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Διαβάστε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα», ένα άρθρο του Οικονομολόγου και  Προέδρου της Αργολικής Αρχειακής Βιβλιοθήκης Ιστορίας και Πολιτισμού, Γιώργου Γιαννούση  με θέμα:

«Η Ε.Π.Ο.Ν. στην Αργοναυπλία»

 

Πριν 79  χρονιά ιδρύθηκε  στις 23 Φλεβάρη  1943, η Ε.Π.Ο.Ν., δηλ. «Η Ενιαία  Πανελλαδική  Οργάνωση  Νέων», στο σπίτι του  παλαίμαχου  σοσιαλιστή  Παναγή  Δημητράτου[1], στην οδό Δουκίσσης  Πλακεντίας 3, στους Αμπελοκήπους. Με πρωτοβουλία και οργάνωση της  Κ.Ε του Εθνικού  Απελευθερωτικού  Μετώπου  Νέων (Ε.Α.Μ.Ν.)  συνήλθε στην Αθήνα  πανελλαδική  σύσκεψη, με τους αντιπροσώπους του Ε.Α.Μ.Ν. από αρκετές περιφέρειες της χώρας και  συμμετοχή   25 αντιπροσώπων από 10   ακόμη  οργανώσεις  νέων, όπως, η αγροτική νεολαία Ελλάδος, η ενιαία  μαθητική νεολαία,  η ένωση νέων αγωνιστών Ρούμελης, ο Θεσσαλικός ιερός  λόχος, η φιλική εταιρεία νέων, και άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. Την Ε.Α.Μ.Ν  όπως και τις περισσότερες  από  τις οργανώσεις  νεολαίας που συμμετείχαν στην ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν.  τις είχε δημιουργήσει και οργανώσει  το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο, Ε.Α.Μ.

Μια από αυτές τις οργανώσεις  ήταν η  Ε.Α.Μ.Ν. Πελοποννήσου η οποία είχε  οργανωθεί  και  στην Αργολίδα. Με την ίδρυση της Ε.Π.Ο.Ν. όλες οι  παραπάνω οργανώσεις νεολαίας  αυτοδιαλύθηκαν και συγχωνεύτηκαν στις γραμμές της Ε.Π.Ο.Ν.   Στο  ιδρυτικό της κείμενο η Ε.Π.Ο.Ν. αυτοπροσδιορίστηκε ως «οργάνωση Εθνικοαπελευθερωτική, αντιφασιστική – προοδευτική, αντιπολεμική – φιλειρηνική».

Βασικοί σκοποί της ήταν:

– Η Εθνική απελευθέρωση, η πλήρη ανεξαρτησία της Ελλάδος, που θα επιτυγχάνετο, με καθημερινό και αδιάκοπο αγώνα.

– Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων και των συμφερόντων της νέας  γενιάς στη ζωή, στη μόρφωση και στον πολιτισμό.

– Η εξολόθρευση  του φασισμού, τόσο στα χρόνια της κατοχής  όσο και μετά, με όποια μορφή κι’ αν αυτός παρουσιαζόταν.

– Τον αγώνα κατά των ιμπεριαλιστικών πολέμων και την κατοχύρωση της ειρήνης με βάση την αυτοδιάθεση των λαών και νεολαίων  και την αδελφική συνεργασία τους.

– Τέλος, την ανοικοδόμηση της  Ελλάδος από τα ερείπια  του πολέμου προς  το συμφέρον  και την ευημερία  ολόκληρου του λαού της.

Η Ε.Π.Ο.Ν υπήρξε η κορυφαία  μαζική  νεολαιίστικη  οργάνωση της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης  εναντίον των κατακτητών του φασισμού, του ναζισμού και των οργάνων τους.  Συσπείρωσε πανελλαδικά, μέσα σε λίγους μήνες, περισσότερους από 600.000  νέους και νέες, ενώ  περίπου 30.000 έως 35.000  από αυτούς  εντάχθηκαν  στον Ε.Λ.Α.Σ (Εθνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός), και άλλοι τόσοι στον εφεδρικό Ε.Λ.Α.Σ στις μεγάλες πόλεις. Από αυτούς 1300 Επονίτες αντάρτες έδωσαν την ζωή τους πολεμώντας τους κατακτητές, ενώ άγνωστος είναι ο αριθμός  των νεκρών  και αγνοουμένων που έχασαν την ζωή  τους στις διαδηλώσεις, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή στα μπουντρούμια  των κρατητηρίων όταν  πιάστηκαν  και βασανίστηκαν από τις αρχές κατοχής  και τους  δωσίλογους συνεργάτες τους.

 

Χαρακτικό του Τάσσου από αντιστασιακό λεύκωμα ΕΑΜ-ΕΠΟΝ (1943).

 

Η Ε.Π.Ο.Ν.  δημιούργησε  ένα  μοναδικό  πολιτιστικό κίνημα σε όλους τους τομείς στα γράμματα και στις τέχνες, όπως εκδόσεις, θέατρο κ.α. και δεν  είναι τυχαίο ότι στην  Ε.Π.Ο.Ν.  συμμετείχαν οι περισσότεροι νεοέλληνες λογοτέχνες και καλλιτέχνες όπως  ο Μίκης Θεοδωράκης  ο  Μάνος   Χατζηδάκης  η Αρβελέρ  ο Γιάννης Ξενάκης  και πάρα πολλοί άλλοι που σφράγισαν με το έργο τους την μεταπολεμική Ελλάδα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Κεντρικό Σχολείο Αίγινας (1830)


 

Η Γ’ Εθνική Συνέλευση των Ελλήνων στην Τροιζήνα, το 1827, εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια ως Κυβερνήτη της Ελλάδας, με ομόφωνο ψήφισμά της.

Ιωάννης Καποδίστριας, Λιθογραφία, ΑΒ ΕΒ Venezia. Lit. Deye.

Ο Iωάννης Καποδίστριας φθάνει στην Αίγινα, προσωρινή πρωτεύουσα του νέου Ελληνικού Κράτους, και ορκίζεται, το Γενάρη του 1828, στο Μητροπολιτικό Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Αιγίνης, Κυβερνή­της της Ελλάδας. Απευθύνει, από την πρώτη στιγμή, προσκλητήριο προς όλους τους Έλληνες, στον κοινό αγώνα για τη σωτηρία της πατρίδας, την οποία βρήκε σε χα­ώδη κατάσταση. Επιλέγει, κατά περίπτωση, τα πιο κατάλληλα πρόσωπα, επικοινωνεί με πλούσιους Έλληνες ομογενείς τους οποίους είχε γνωρίσει ως υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, και ζητάει τη βοήθειά τους για να βγάλει τη χώρα από τα ερείπια. Καταβάλλει υπεράνθρωπες προσπάθειες για να επουλώσει πληγές αγιάτρευτες σε βασικούς τομείς της δημόσιας ζωής, με επίκεντρο την οικονομία, τη δημόσια διοίκηση και την Παιδεία.

Ποτισμένος, ήδη από τα χρόνια που βρισκόταν στη Ρωσία, με τις διακηρύξεις του Ευ­ρωπαϊκού Διαφωτισμού, για ελευθερία και ανεξαρτησία των λαών, για κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ατόμων, ανάμεσα στα οποία και το δικαίωμα στη μόρφωση, είχε θέσει ως βασικό σκοπό της ζωής του να βρει τρόπους «για το φωτισμό και τη μόρφωση των δυστυχισμένων Ελλήνων» που θα έφερνε την πολυπόθητη Εθνική μας Ανεξαρτησία. Με βάση αυτές τις αρχές ήλθε στην Ελλάδα, όπου βρήκε την Παιδεία διαλυμένη, σχεδόν ανύ­παρκτη, αφού δεν υπήρχε ούτε ένα Κεντρικό Σχολείο στο οποίο να εκπαιδεύονται νέοι άξιοι για να διδάξουν, στη συνέχεια, σε όλες τις πόλεις και στα χωριά.

Προσωπογραφία του Άνθιμου Γαζή. Ελαιογραφία σε μουσαμά του Αυγούστου Πικαρέλλη. Συλλογή προσωπογραφιών Εθνικού Ιστορικού Μουσείου.

Η ιδέα για την ίδρυση ενός τέτοιου Κεντρικού Σχο­λείου κυριαρχούσε ήδη από το 1824, όταν το Βουλευ­τικό υιοθέτησε πρόταση Επιτροπής που είχε συσταθεί υπό τον Άνθιμο Γαζή, και έκρινε να ιδρυθεί «ένα πρό­τυπο διδασκαλείο» στο Άργος, που θα είναι η πηγή της Ελληνικής Παιδείας, και «όπου η νεολαία θέλει πορίζεσθαι τας αρχάς των κοινωνικών αρετών». Όσο όμως διαρκούσε η Επανάσταση, κάτω μάλιστα από τις δυσμενείς συνθήκες που συνεχιζόταν η εξέλιξή της, δεν κατέστη δυνατή η ίδρυση ενός τέτοιου Σχολείου, χωρίς όμως το θέμα αυτό να ξεχασθεί από εκείνους που είχαν πρωτοστατήσει στην ίδρυσή του.

Με την άφιξη του Καποδίστρια στην Αίγινα, αναλαμβάνεται μια εργώδης προσπάθεια στον τομέα της Παιδείας. Δημιουργείται Υπουργείο με τον τίτλο «Επί των Εκκλησια­στικών και της Δημοσίου Εκπαιδεύσεως Γραμματεία», που είχε την ευθύνη για τα Εκκλησιαστικά και Εκπαιδευτικά θέματα. Επιστρατεύονται άνθρωποι με λαμπρές σπου­δές στο Εξωτερικό, για να στελεχώσουν τις διάφορες Επιτροπές επιλογής βιβλίων για τα υπό ίδρυση Ελληνικά Σχολεία, και συγκροτείται η «Επί της Προπαιδείας Επιτροπή», εποπτευόμενη από τον Κερκυραίο λόγιο Ανδρέα Μουστοξύδη, με πλούσια δραστηριό­τητα στην Ιταλία και στα Επτάνησα. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »