Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Η κατάσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους στα τέλη του 14ου αιώνα – Μαρίνα Κουμανούδη, «Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008.


 

Ο γάμος μεταξύ του Pietro  Cornaro και της Μarίe dEnghien [Μαρία ντ΄ Ενγκιέν], που πραγ­ματοποιήθηκε στη Βενετία το 1377, υπήρξε χωρίς αμφιβολία αμοιβαία επωφελής. Με αυτόν, η νεαρή κληρονόμος της χωροδεσποτείας του Άρ­γους και του Ναυπλίου εξασφάλισε την υποστήριξη μιας από τις πλουσι­ότερες και με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις οικογένειες της βενετικής Δημοκρατίας, σε μια εποχή κατά την οποία ο οίκος των Enghien είχε αρχίσει πλέον να διαγράφει φθίνουσα πορεία στον λατινοκρατούμενο ελληνικό χώρο. Από την πλευρά της η οικογένεια Cornaro απόκτησε μια βάση στην Αργολίδα, που της παρείχε τη δυνατότητα να επεκτείνει πε­ραιτέρω το επιχειρηματικό της δίκτυο, αξιοποιωντας τους φυσικούς πό­ρους και την προνομιακή γεωγραφική θέση της περιοχής. Παράλληλα, η διασύνδεση με τη φεουδαρχική ευγένεια του πριγκιπάτου της Αχαΐας, μέσω των εδαφων που κατείχε η σύζυγός του, προσέδωσε στον βενετό πατρίκιο κύρος, δύναμη και εξουσία, προσόντα τα οποία ενδεχομένως μελλοντικά θα μπορούσαν να αποτελέσουν εφαλτήριο για πολιτική σταδιοδρομία στη Μητρόπολη. [1]

Εκείνη ωστόσο που αποκόμισε το μεγαλύτερο κέρδος από την ένωση ήταν η Βενετία, καθώς, μέσω αυτής, ενέταξε στη σφαίρα επιρροής της το Άργος και το Ναύπλιο· περιοχές τις οποίες θεωρούσε διπλής στρατηγικής σημασίας, αφενός στο πλαίσιο της πολιτικής της για τη δημιουργία μιας αλυσίδας ναυτικών βάσεων από την πόλη του Αδρία προς την Ανατολή, με σκοπό την προστασία των εμπορικών της συμφερόντων, και αφετέρου ως σημείο εκκίνησης προκειμένου να κατακτήσει την υπόλοιπη Πελοπόννη­σο. Για τους παραπάνω λόγους, άλλωστε, έσπευσε να δείξει έμπρακτα την έγκρισή της για τη σύναψη της γαμήλιας συμμαχίας, παρέχοντας εξαρχής την πλήρη υποστήριξή της στις ενέργειες του Pietro Cornaro που απέβλε­παν στην αμυντική ενίσχυση των δύο περιοχών. Για τους ίδιους λόγους, η προσάρτηση του Άργους και του Ναυπλίου στον κορμό του βενετικού κράτους πρόβαλε ως επιτακτική ανάγκη, όταν, μετά τον θάνατο του τε­λευταίου, 11 χρόνια αργότερα, έγινε ορατός ο κίνδυνος να πέσουν στα χέ­ρια των Τούρκων ή των συμμάχων τους, δηλαδή του Δεσπότη του Μυστρά Θεόδωρου Α’ Παλαιολόγου και του πεθερού του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Ατσαγιόλι]. [2]

Κατά παράδοξο τρόπο, η αγορά του Άργους και του Ναυπλίου από το βενετικό κράτος το 1388, σηματοδοτεί το τέλος της κοινής ιστορικής πορείας των δύο περιοχών, μετά από 200 σχεδόν χρόνια. Προηγήθηκε η εγκαθίδρυση της βενετικής κυριαρχίας στο Ναύπλιο, το 1389. Το Άργος ακολούθησε πέντε χρόνια αργότερα, το 1394, μετά από βραχύχρονη κυ­ριαρχία του Δεσπότη του Μυστρά. Πόλη παραθαλάσσια με περιορισμένη ενδοχώρα το πρώτο, εξελίχθηκε σε αξιόλογο λιμάνι και κέντρο εμπορί­ου της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου στην Ανατολή. Με τον ορίζοντά του στραμμένο στο εσωτερικό το δεύτερο, παρεμεινε σε ολη τη διάρκεια του όψιμου Μεσαίωνα κατεξοχήν γεωργοκτηνοτροφική περιοχή.[3]

Όταν οι Βενετοί παρέλαβαν το Άργος, η πόλη εμφάνιζε θετικό ισολογι­σμό, γι’ αυτό και αποφασίστηκε το πλεόνασμα να διατεθεί για την οικονο­μική ενίσχυση του γειτονικού Ναυπλίου, καθώς εκείνη την εποχή είχε αυ­ξημένες δημόσιες δαπάνες. Μάλιστα, στις οδηγίες της προς τον νεοεκλεγμένο podesta και capitano του Άργους Saraceno Dandolo τον Αύγουστο του 1394, η Σύγκλητος ανέφερε ότι, με βάση πληροφορίες που είχε συλλέξει, τα προβλεπόμενα έσοδα του δημοσίου θα ξεπερνούσαν κατά πολύ εκείνα επί Pietro Cornaro.[4] Αύξηση, η οποία πρέπει ενδεχομένως να αποδοθεί στη δημοσιονομική πολιτική του Δεσπότη του Μυστρά.

Από την άλλη, η τοπική κοινωνία, μπροστά στην προοπτική αλλαγής κυριαρχίας, παρουσιάστηκε αρχικά διχασμένη. Στα τέλη του 1388, προτού ολοκληρωθεί η αγοραπωλησία και με τις δυνάμεις του Θεοδώρου Πα­λαιολόγου να βρίσκονται προ των πυλών, οι ευγενείς και οι πολίτες του Άργους και του Ναυπλίου απευθύνθηκαν στη Σύγκλητο, ζητώντας διά στόματος του εκπροσώπου τους ευγενούς Giovanni Gradenigo την ενσω­μάτωση των δύο πόλεων στη βενετική Δημοκρατία.[5] Και παρότι η κατά­ληψη του Κάστρου της Λάρισας από τον Δεσπότη του Μυστρά και τους συμμάχους του λίγο αργότερα φαινόταν να ματαιώνει το σχέδιο αυτό, εκείνοι δεν αποδέχθηκαν την τροπή των πραγμάτων. Μεταξύ όσων εξα­κολούθησαν να εργάζονται για την επίτευξη του συγκεκριμένου σκοπού ήταν ο ιερέας Nicolo Cocho, ο οποίος επιδόθηκε στην κατασκοπία για λο­γαριασμό του προνοητή του Ναυπλίου Perazzo Malipier, με αποτέλεσμα να συλληφθεί και να φυλακισθεί για περισσότερο από ένα χρόνο.[6] Όμως, τα φιλοβενετικά τους αισθήματα δεν τα συμμερίζονταν όλοι οι κάτοικοι της Αργολίδας, καθώς υποστήριξη στο Θεόδωρο παρείχαν Έλληνες και πιθανότατα ορισμένοι Λατίνοι.[7] Ενώ, απέτυχε η προσπάθεια των Βενετών να προσεταιρισθούν – με το αζημίωτο – τους άρχοντες (barones) που πλαισίωναν τον βυζαντινό Δεσπότη, ώστε να πεισθεί να τους αποδώσει τις διεκδικούμενες περιοχές.[8]

Παρά ταύτα, η μετάβαση στο νέο καθεστώς έγινε τελικά ομαλά, χωρίς αντιπαραθέσεις. Σε αυτό ασφαλώς συνέβαλε η χορήγηση αμνηστίας σε όλους όσοι είχαν συμπαραταχθεί με τον Δεσπότη του Μυστρά εναντίον της Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου.[9] Εξάλλου, οι Βενετοί όχι μόνον δεν επιχείρησαν να ανατρέψουν τις φεουδαρχικές δομές που είχαν διαμορ­φωθεί στη διάρκεια δύο αιώνων από τους φράγκους κυριάρχους, αλλά υποσχέθηκαν ότι θα διατηρούσαν τους θεσμούς (ritus) και τις τοπικές συνήθειες (consuetudines) των κατοίκων.

Σε θέματα φεουδαρχικά, το βενετικό κράτος ουσιαστικά αντικατέστη­σε τους προηγούμενους κυριάρχους. Ο podesta, ως επικεφαλής της τοπι­κής διοίκησης, όφειλε να περιβάλλει τους φεουδάρχες με τα φέουδα, να ρυθμίζει τα ζητήματα διαδοχής των φεούδων και, σε περίπτωση που εξέλιπαν οι νόμιμοι κληρονόμοι, να ενημερώνει τις μητροπολιτικές αρχές ώστε να μεριμνήσουν σχετικά. Επίσης, όφειλε να ελέγχει εάν οι κάτοχοι φεουδαρχικών γαιών εκπλήρωναν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις προς το κράτος και αν συμμετείχαν στις στρατιωτικές επιδείξεις.[10] Αυτή ακριβώς η σύνδεση της κατοχής φέουδου με την προσωπική στράτευση ή την παροχή άλλων στρατιωτικών υπηρεσιών απο τον φεουδάρχη, σε μια εποχή γενικευμένης αστάθειας και με τον τουρκικό κίνδυνο να πλη­σιάζει απειλητικά, εξηγεί την προσπάθεια προσεταιρισμού της φεουδαρ­χικής τάξης από τις βενετικές αρχές.

 

Άποψη του Άργους, V. Coronelli, «Morea, Negreponte, E Adiazenze », Venezia, 1685.

 

Το 1396, δύο χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Βενετούς, πρεσβεία των ευγενών και της λατινικής Εκκλησίας του Άργους υπέβα­λε στη βενετική κυβέρνηση σειρά αιτημάτων που αφορούσαν στη διευ­θέτηση ποικίλων ζητημάτων οικονομικής και νομικής φύσεως.[11] Μετα­ξύ αυτών συμπεριλαμβάνονταν και αιτήματα σχετικά με την παραγωγή και τη διακίνηση της σταφίδας, γεγονός που καταδεικνύει τον κυρίαρχο ρόλο της αμπελουργίας και ειδικότερα της σταφιδοκαλλιέργειας στην τοπική οικονομία. Με αφετηρία το πάγιο αίτημα των ανώτερων κοινω­νικών στρωμάτων της περιοχής για τη διατήρηση των θεσμών και των τοπικών συνηθειών, οι γαιοκτήμονες, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγό­ταν και η Λατινική Εκκλησία, ζήτησαν και εξασφάλισαν από τις αρχές ότι θα παρέμενε σε ισχύ προηγούμενη απαγόρευση, σύμφωνα με την οποία δικαίωμα πώλησης της σταφίδας σε εμπόρους με σκοπό τη διάθεσή της στην αγορά είχαν tam feudati quam liberi et alii quicumque franchi, δηλα­δή τόσο οι φεουδάρχες όσο και οι ελεύθεροι, ενώ οι βιλάνοι ήταν υπο­χρεωμένοι να πωλούν την παραγωγή τους αποκλειστικά στους κυρίους τους, σε προκαθορισμένη από το κράτος τιμή. Στη συνέχεια, η σταφίδα διοχετευόταν στην αγορά από εμπόρους, οι οποίοι είχαν λάβει άδεια για ένα έτος από τις τοπικές αρχές, με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, προκειμένου να αγοράσουν το προϊόν από τους τοπικούς παραγωγούς, σε προκαθορισμένες και πάλι από το κράτος τιμές, ανάλογα με την ιδιό­τητά τους: 13 υπέρπυρα το σακί από τους φεουδάρχες, τρία υπέρπυρα το pentalatro Άργους και δύο υπέρπυρα το pentalatro Ναυπλίου από τους βιλάνους του Κοινού, τους ελεύθερους και τους απελεύθερους.[12] Δικαίωμα συμμετοχής στον διαγωνισμό είχαν υπήκοοι του Άργους, του Ναυπλίου, της Μεθώνης και της Κορώνης, οι οποίοι, αφού θα εξασφάλιζαν τη σχε­τική άδεια, οφειλαν να παράσχουν τις απαιτουμενες εγγυήσεις και να εξοφλήσουν τους παραγωγούς με την παράδοση του προϊόντος.

Μέσα από τα αιτήματα των γαιοκτημόνων και τις σχετικές απαντή­σεις των βενετικών αρχών προβάλλει ανάγλυφα η κοινωνική πραγ­ματικότητα της υπαίθρου κατά τα πρώτα μεταβατικά χρόνια της βενε­τικής κυριαρχίας στο Άργος.[13] Με κριτήριο την προσωπική κατάσταση των ατόμων, η κοινωνία διακρίνεται σε ελεύθερους και μη. Στην πρώτη κατηγορία εντάσσονται γαιοκτήμονες, κάτοχοι φεουδαρχικής ή ελεύ­θερης γης, οι οποίοι προσδιορίζονται στο κείμενο ως feudati και liberi αντίστοιχα. Δίπλα σε αυτούς, απαντά ο όρος franchi, που είναι συνώνυμο της λέξης ελεύθερος, ενδέχεται όμως στην προκειμένη περίπτωση να δηλώνει τους απελεύθερους, δηλαδή τα άτομα εκείνα που με διάφορους τρόπους είχαν κατορθώσει να απαλλαγούν από την υποχρέωση παροχής του servicium, δηλαδή από κάθε προσωπική εξάρτηση.[14]

Στη δεύτερη κατηγορία εντάσσονται οι βιλάνοι, πρόσωπα οικονομικά και νομικά εξαρτημένα, που υπάγονταν στη δικαιοδοσία του φεουδάρ­χη. Ανάλογα με τον ιδιοκτήτη τους, διακρίνονταν σε βιλάνους του Κοι­νού και των φεουδαρχών. Οι βιλάνοι του Κοινού ή rustici nostri Comunis, viUani Comunis και villani de Argo, όπως αναφέρονται στο κείμενο της πρεσβείας, προφανώς ήταν αγρότες, που ανήκαν στους τελευταίους χω­ροδεσπότες του Άργους, δηλαδή στο ζεύγος Enghien- Cornaro, και είχαν περιέλθει στο βενετικό δημόσιο μαζί με τις γαίες τους κατά την πώλη­ση της περιοχής στη Βενετία. Ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των βιλάνων του Κοινού και των βιλάνων των φεουδαρχών δεν μαρτυρούνται. Η μοναδική διαφοροποίηση ήταν ότι οι βιλάνοι του Κοινού μπορούσαν να πουλήσουν την παραγωγή της σταφίδας απευθείας στους εξουσιοδο­τημένους εμπόρους, χωρίς την παρεμβολή ενδιάμεσου, όπως συνέβαινε στην περίπτωση των βιλάνων των φεουδαρχών. Ωστόσο, η τιμή πώλη­σης ήταν η ίδια, με εκείνη που είχε καθοριστεί και για τους βιλάνους των φεουδαρχών. Συνεπώς η παραπάνω ρύθμιση ήταν και προς όφελος του βενετικού δημοσίου, αφού το δικό του προϊόν, απαλλαγμένο από το κέρδος του μεσάζοντα, κατέληγε να είναι περισσότερο ανταγωνιστικό όταν έφτανε στην αγορά.

Από το κείμενο της πρεσβείας προκύπτει η ύπαρξη και μιας τρίτης υποκατηγορίας εξαρτημένων αγροτών, αυτής των βιλάνων της Εκκλη­σίας (villani ecclesie). Οι τελευταίοι φαίνεται ότι υπάγονταν κατά το πα­ρελθόν στη δικαστική δικαιοδοσία του λατίνου επισκόπου και της συ­νόδου των κληρικών, μόνο όμως για υποθέσεις που σχετίζονταν με την εκκλησιαστική περιουσία. Η επισκοπή διέθετε μάλιστα δική της φυλακή, στην οποία εγκλείονταν, τόσο οι αγρότες που είχαν κριθεί ένοχοι όσο και μέλη του λατινικού και του ορθόδοξου κλήρου που είχαν καταδι­καστεί για αστικά και ποινικά αδικήματα. Το προνόμιο της υπό όρους απονομής δικαιοσύνης επεδίωξε να κατοχυρώσει ο λατίνος επίσκοπος Jacomo Pigaloti με σχετικό αίτημα που συμπεριλήφθηκε στην πρεσβεία του 1396, χωρίς ωστόσο να λάβει σαφή απάντηση από τις βενετικές αρ­χές, οι οποίες προτίμησαν μάλλον να αναβάλουν την επίλυση του θέμα­τος παρά να έρθουν σε σύγκρουση με έναν από τους ισχυρότερους παρά­γοντες του Άργους.[15]

Σε γενικές γραμμές, πάντως, οι απαντήσεις που έδωσε η Σύγκλητος στα αιτήματα των γαιοκτημόνων και της τοπικής Εκκλησίας υπήρξαν καταφατικές, κινούμενες στο πλαίσιο της αρχικής υπόσχεσης που είχε δώσει η βενετική κυβέρνηση για τον σεβασμό των προηγούμενων κοι­νωνικοοικονομικών δομών και του φεουδαρχικού δικαίου, στον βαθμό βέβαια που δεν θίγονταν τα συμφέροντα του κράτους.

Σε ό,τι αφορά τους αγρότες, το καθεστώς τους παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο με τη νέα τάξη πραγμάτων. Διαπιστώνεται ωστόσο προσπά­θεια των αρχών να περιορισθούν οι σε βάρος τους καταχρήσεις εκ μέ­ρους των bailivi. Καθήκον των bailivi, οι οποίοι ήταν ένα είδος επιστάτη και εκπροσώπου του φεουδάρχη, ήταν να συλλέγουν τις οφειλές των αγροτών και να ελέγχουν εάν προσέφεραν τις απαιτούμενες υπηρεσίες. Εφόσον οι αγρότες ήταν πλημμελείς στις υποχρεώσεις τους, οι bailivi εί­χαν δικαίωμα να προβούν σε κατάσχεση των περιουσιακών τους στοιχεί­ων. Το 1396, η βενετική Σύγκλητος αναγνώρισε μεν το δικαίωμα των εκ­προσώπων των φεουδαρχών να κατάσχουν τα περιουσιακά στοιχεία των χρεοφειλετών, για να αποτρέψει όμως φαινόμενα καταχρήσεων έθεσε τους ακόλουθους περιορισμούς στη δραστηριότητά τους: Πρώτον, μπο­ρούσαν να κατάσχουν περιουσιακά στοιχεία ύψους μέχρι 5 υπερπύρων. Δεύτερον, όφειλαν να παρουσιάζονται ενώπιον των αρχών μία φορά τον χρόνο για να λάβουν τη σχετική εξουσιοδότηση, αφού προηγουμέ­νως είχαν δώσει όρκο ότι θα ασκούσαν τα καθήκοντά τους με συνέπεια και σύμφωνα με τους νόμους. Τέλος, οι βιλάνοι είχαν δικαίωμα να προσφύγουν εναντίον τους στη δικαιοσύνη και εφόσον οι καταγγελίες τους αποδεικνύονταν αληθείς, τότε ο ρέκτορας είχε δικαίωμα να επιβάλλει ποινή τόσο στον υπαίτιο όσο και σε άλλους, για παραδειγματισμό.

Και ενώ ο πληθυσμός του Άργους προσαρμοζόταν σταδιακά στη νέα κυριαρχία, τρεις εχθρικές επιδρομές μέσα σε διάστημα τριών ετών, σκόρ­πισαν τον τρόμο και την ανασφάλεια, σπέρνοντας τον θάνατο, διακόπτοντας τους ρυθμούς της αγροτικής παραγωγής και επιφέροντας δρα­ματικές αλλαγές στην κοινωνία της υπαίθρου.

Όπως προκύπτει από απόφαση της βενετικής Συγκλήτου, της 21ης Μαρτίου 1396, η ευρύτερη περιοχή του Άργους είχε δεχθεί επίθεση αν­δρών του Θεόδωρου Παλαιολόγου, οι οποίοι είχαν διαπράξει αρπαγές ζώων. Η ακριβής ημερομηνία της επίθεσης δεν είναι γνωστή. Όσον αφορά τις ζημιές που υπέστη η τοπική κτηνοτροφία, μολονότι οι πηγές σιω­πούν επ’ αυτού, δεν θα πρέπει να υπερέβαιναν τα 7.000 υπέρπυρα, που ήταν η οφειλή της κοινότητας του Άργους προς τον Θεόδωρο. Γιατί, μετά την άρνηση του τελευταίου να αναλάβει την ευθύνη για την επίθεση, αποφασίστηκε οι τοπικές αρχές να παρακρατούν στο εξής τα χρήματα που κατέβαλλε η κοινότητα για την αποπληρωμή χρέους της, μέχρι την κάλυψη του ποσού των ζημιών.[16]

Κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην παράδοση της πόλης στους Βενετούς και τις αρχές του καλοκαιριού του 1395, η περιοχή του Άργους δέχθηκε ακόμα μία επιδρομή, αυτή τη φορά από Τούρκους και Αλβανούς μισθοφόρους του Καρόλου Τόκκου. Έχοντας πιθανότατα ως βάση των επιχειρήσεων τους την Κόρινθο, οι μισθοφό­ροι λεηλάτησαν τον αργολικό κάμπο, έκαψαν σπαρτά, άρπαξαν ζώα και αιχμαλώτισαν 200 αγρότες. Στη συνέχεια, μετέφεραν τη λεία τους πίσω στην Κόρινθο, όπου προχώρησαν στη διανομή της, προσφέροντας στη δούκισσα Francesca, την κόρη και κληρονόμο της περιουσίας του Nerio Acciaiuoli, και στον σύζυγό της Κάρολο το μερίδιο που τους αναλογούσε.

Οι ζημιές, σύμφωνα με τις αρχικές εκτιμήσεις των τοπικών βενετικών αρχών, ανέρχονταν σε περισσότερα από 30.000 δουκάτα. Ύστερα όμως από μακρές διαπραγματεύσεις με τους απεσταλμένους του δουκα της Κεφαλληνίας, οι οποίες διήρκεσαν σχεδόν ένα χρόνο, η Σύγκλητος δέ­χθηκε τελικά την καταβολή του κατά πολύ κατώτερου ποσού των 5.000 δουκάτων, σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Ενώ δεν ελήφθη καμία μέ­ριμνα για τον επαναπατρισμό όσων είχαν απαχθεί.[17]

Σε επιστολή του προς τον δόγη τον Απρίλιο του 1397, ο βενετός καστελλάνος Μεθώνης και Κορώνης, προειδοποιούσε ότι η πόλη του Αρ­γους θα βρισκόταν εκτεθειμένη στον τουρκικό κίνδυνο εάν η Βενετία δεν αγόραζε την Κόρινθο.[18] Οι δυσοίωνες αυτές προβλέψεις επιβεβαιώθηκαν τρεις μήνες αργότερα, στις αρχές Ιουνίου, όταν τουρκικό στράτευ­μα, αποτελούμενο από 6 με 7 χιλιάδες άνδρες, εισέβαλλε στον αργολικό κάμπο και, αφού λεηλάτησε και κατέκαψε την ύπαιθρο, πυρπόλησε το κάστρο της Λάρισας και αποχώρησε, παίρνοντας μαζί του 14.000 ή, σύμ­φωνα με άλλες εκτιμήσεις, 30.000 αιχμάλωτους.[19] Μολονότι οι αριθμοί που παραδίδουν οι πηγές πρέπει να αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη, η ταχύτατη κινητοποίηση των αρχών για την αντιμετώπιση του προ­βλήματος της έλλειψης εργατικών χεριών επιβεβαιώνει ότι η μείωση όχι μόνο του αγροτικού αλλά και του αστικού πληθυσμού του Άργους υπήρξε δραματική, καθιστώντας επιτακτική την ανάγκη προσέλκυσης ανθρώπινου δυναμικού.

Πράγματι, η βενετική κυβέρνηση χωρίς χρονοτριβή προχώρησε στην υιοθέτηση μέτρων, τα οποία απέβλεπαν στη δημογραφική ενίσχυση του τόπου και συνακόλουθα στην αναζωογόνηση της αγροτικής οικονομίας, που είχε δεχθεί ισχυρότατο πλήγμα από την τελευταία καταστροφική επιδρομή.

Τα μέτρα περιλάμβαναν: α) την πρόσκληση Αλβανών και άλ­λων εποίκων, στους οποίους παραχωρήθηκαν γαίες και αμπέλια του Κοινού με αντάλλαγμα την παροχή έφιππης, ένοπλης προστασίας, και β) την προσέλκυση των κατοίκων του Άργους που είχαν διαφύγει στο Δε­σποτάτο του Μυστρά και στην καστελλανία της Κορίνθου για να γλυτώ­σουν από την τουρκική επίθεση.[20] Ως κίνητρο για την επάνοδό τους στο Άργος, τους προσφέρθηκε απαλλαγή από κάθε υποχρέωση αγγαρείας προς το Κράτος ή προς τους ιδιώτες για 5 χρόνια, εκτός από την αγγαρεία της σκοπιάς (angaria guarde), την οποία ήταν υποχρεωμένοι να εκτελούν οι ίδιοι πάνω στα τείχη. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αρχές της Κρήτης, σε μια ανάλογη προσπάθειά ενίσχυσης του αγροτικού πληθυσμού του νησιού λίγο μετά τη λήξη του μεγάλου λοιμού του 1348, είχαν παραχω­ρήσει τριετή φορολογική απαλλαγή στους μετανάστες που θα εγκαθί­σταντο εκεί για να καλλιεργήσουν τη γη.[21] Η επέκταση κατά δύο χρόνια της συγκεκριμένης ευνοϊκής ρύθμισης, εν προκειμένω, αποτυπώνει τον βαθμό της ερήμωσης της υπαίθρου και το μέγεθος της καταστροφής που είχε αφήσει πίσω της η τουρκική επιδρομή, καθώς τη φωτιά είχε ακο­λουθήσει η εγκατάλειψη και για να φτάσουν ξανά σε πλήρη παραγωγή οι καλλιέργειες χρειάζονταν, ειδικά στην περίπτωση των αμπελιών, αρ­κετά χρόνια προετοιμασίας και προσπαθειών.

Στους επαναπατρισθέντες πρόσφυγες επιτράπηκε, εξάλλου, να εγκα­τασταθούν σε κενές κατοικίες εντός της girlanda, υπό τον όρο ότι θα τις απέδιδαν στους προηγούμενους κατόχους τους, εφόσον εκείνοι επέστρε­φαν στην πόλη. Ο όρος girlanda εδώ πρέπει να δηλώνει τον οχυρωμένο εξωτερικό περίβολο του Κάστρου της Λάρισας σε αντιδιαστολή προς το castrum superius, δηλαδή το ανώτερο τειχισμένο τμήμα του φρουριακού συγκροτήματος στην κορυφή του λόφου, όπου βρισκόταν η έδρα του διοικητικού και αμυντικού μηχανισμού. Στο ίδιο πνεύμα, τους παραχωρήθηκαν οικόπεδα στην περιοχή του εξωτερικού περίβολου για να οικοδομήσουν οικίες, στις οποίες μπορούσαν να διαμείνουν έως την επάνοδο των οικοπεδούχων. Σε αυτήν την περίπτωση δικαιούνταν να λάβουν αποζημίωση από τις αρχές για τα χρήματα και τον κόπο που είχαν καταβάλλει. Η άδεια εισόδου και εγκατάστασης των προσφύγων στον τειχισμένο οικισμό είχε διπλό στόχο: αφενός, να εμφυσήσει αίσθη­μα ασφάλειας σε όσους κατοίκους είχαν εγκαταλείψει εκούσια την περι­οχή και είχαν αναζητήσει καταφύγιο στις γειτονικές κυριαρχίες, επειδή θεωρούσαν ότι οι Βενετοί δεν ήταν σε θέση να τους προστατέψουν από τους Τούρκους, και αφετέρου, να δώσει νέα πνοή στον, λαβωμένο από τη φωτιά και ερημωμένο από ανθρώπους, οικισμό με νέους κατοίκους. Από την άλλη, οι βενετικές αρχές, τηρώντας επιφυλακτική στάση απέ­ναντι στους ένοπλους Αλβανούς και τους άλλους εποίκους, τους απέ­κλεισαν από το Κάστρο, καθώς τους θεωρούσαν απαραίτητους μεν για τη φύλαξη της υπαίθρου, αλλά ταυτόχρονα προφανώς δυνητικά επικίν­δυνους. Εύλογα μπορούμε να υποθέσουμε ότι για τους ίδιους λόγους, η κυριότητα των παραχωρούμενων στους «ξένους» γαιών παρέμεινε στο βενετικό δημόσιο.

Παρόλο που η δοκιμαστική εφαρμογή των κινήτρων για την προσέλ­κυση εποίκων στην Αργολίδα, τουλάχιστον κατά δήλωση του βενετού podesta του Ναυπλίου Nicolo Polani, είχε θετική ανταπόκριση, φαίνεται τελικά οτι τα μέτρα δεν σημείωσαν την αναμενόμενη άμεση επιτυχία, γιατί το δημογραφικό πρόβλημα και η εξασφάλιση αγροτικών χεριών εξακολούθησαν να απασχολούν τις αρχές κατά τα επόμενα χρόνια. Το 1404, οι βενετικές αρχές εξήγγειλαν νέα, ευνοϊκότερη, δέσμη μέτρων με στόχο την προσέλκυση και άλλων εποίκων, παρέχοντας, μεταξύ άλλων, στους μετανάστες απαλλαγή από κάθε φόρο και προσωπική υπηρεσία.[22]

Μισόν αιώνα αργότερα, το 1451, τα αποτελέσματα των εποικιστικών μέτρων ήταν πλέον ορατά. Τα αιτήματα πρεσβείας της κοινότητας του Άργους του ίδιου έτους φανερώνουν ότι οι στόχοι της βενετικής πολιτι­κής στο συγκεκριμένο θέμα είχαν εν πολλοίς επιτευχθεί, αλλά όχι χωρίς να αναδείξουν νέες δυσκολίες.[23] Θετική ήταν η αποτίμηση της συνει­σφοράς των εποίκων στην επίλυση των προβλημάτων της περιοχής, στο βαθμό που εκείνοι είχαν προβεί στις αναμενόμενες επισκευές κατοικιών και είχαν επιδοθεί στην αμπελουργία. Ωστόσο, παρά τους ευνοϊκούς για αυτούς όρους, ορισμένοι Αλβανοί έποικοι είχαν εγκαταλείψει τις γαίες που τους είχαν παραχωρηθεί, με συνέπεια να μένουν ανεκμετάλλευτες.

Περί τις 115 οικογένειες Αλβανών, σύμφωνα με εκτιμήσεις, είχαν εγκα­τασταθεί στην περιοχή, γεγονός με ασφαλώς σημαντικές επιπτώσεις στη σύσταση του αγροτικού πληθυσμού του Άργους, που μέχρι τότε ήταν στην πλειονότητά του ελληνικός. Εκτός αυτού, η παραχώρηση γαιών σε μετανάστες ανάλογα με την κοινωνική θέση τους και η απαλλαγή τους από φορολογικά βάρη και αγγαρείες είχε οδηγήσει στη δημιουργία κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων μέσα στην τάξη των αγρο­τών, διαταράσσοντας περαιτέρω τις ισορροπίες της υπαίθρου. Το κλίμα αντιπαλότητας και αμοιβαίας εχθρότητας μεταξύ των παλαιών και των νέων κατοίκων, που είχε προκύψει από την προνομιακή μεταχείριση των εποίκων σε σύγκριση με τους εγχώριους, κλήθηκαν να αναστρέ­ψουν οι βενετικές αρχές με τη λήψη νέων μέτρων, αυτή τη φορά, προς όφελος των τελευταίων.

 

Υποσημειώσεις


[1] Γενικά για τη λατινοκρατούμενη Πελοπόννησο κατά τον 14ο και 15ο αιώνα, βλ. R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponese au XlVe siecle 1382-1404», Etudes byzantines 1 (1943), 152-196 [= Byzantina et Franco-Graeca. Articles parus de 1935 a 1966, Ρώμη 1970, σσ. 227-265]· P. Topping, «The Morea, 1311-1364», A History of the Crusades, τ. 3, The Fourteenth and Fifteenth Centuries, επιμ. K. M. Setton – H. W. Hazard, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1975, σσ. 104-140 και ο ίδιος, «The Morea, 1364-1460», ό.π., σσ. 141-166. Για το Άργος και το Ναύπλιο κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. A. Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia: 1311-1394», Papers of the British School at Rome 34, n.s. 21 (1966), 34-55 [= Latin Greece, the Hospitallers and the Crusaders, 1291-1440, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1982, αρ. VIII], και ειδικά για τη δράση της οικογένειας Enghien και τον γάμο της Marie με τον Pietro Cornaro, 43-45. Βλ. επίσης Χρύσα Μαλτέζου, «Οι πελοποννησιακές κτήσεις της Βενετίας», Ιστορία του Ελληνικού έθνους, τ. θ’, Αθήνα 1979, σσ. 275-276.

[2] Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 45-46· R. Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», Nuovo Archivio Veneto n.s. 30 (1915), 147-173 [= Politica ed economia di Venezia nel trecento: Saggi, Ρώμη 1952, σσ. 249-273] και [= Dopo la guerra di Chioggia. Il nuovo orientamento della politica veneziana alla fine del secolo XIV, Βενετία 2005, σσ. 225-252].

[3] Loenertz, «Pour 1’histoire du Peloponnese», 238 κεξ.· Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 37-38, 48-50· Cessi, «Venezia e l’acquisto di Nauplia ed Argo», 151 κ.εξ.· Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων στον ελληνικό χώρο κατά την περίοδο της βενετοκρατίας (13ος-18ος αι.). Μία συνθετική προσέγγιση, Βενετία 20 082, σσ. 175-180 (για το Άργος) και 180-190 (για το Ναύπλιο).

[4] Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the History of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, έκδ. Julian Chrysostomides, Camberley 1995, σ. 304 αρ. 154 στ. 4-13 και σσ. 306-308 αρ. 156 στ. 20-29, 80-86.

[5] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 στ. 13-16.

[6] C. N. Sathas, Documents inedits relatifs a 1’histoire de la Grece au Moyen Age, τ. 2, Αθήνα – Παρίσι 1881, σ. 19 αρ. 237. Βλ. επίσης Monumenta Peloponnesiaca, σ. 97 αρ. 45 υποσημ. 2 και σ. 104 αρ. 47 υποσημ. 10.

[7] Η συνθήκη που συνήψε ο Θεόδωρος Παλαιολόγος με τη Βενετία το 1394 παρείχε τη δυνατότητα σε 20 οικογένειες να εγκαταλείψουν την πόλη σε διάστημα τριών μηνών από την παράδοσή της στους νέους κυριάρχους, υπό τον όρο ότι μέλη τους δεν θα ήταν άτομα εξαρτημένα νομικά (de serva condition) και ότι δεν θα είχαν οφειλές προς την corte ή προς άλλα σημαίνοντα πρόσωπα: Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 203-207. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 47-48 και σημ. 103.

[8] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 104 αρ. 47 στ. 124-131.

[9] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 274 αρ. 141 στ. 207-209.

[10]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 307 αρ. 156 στ. 15-17, 61-69. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 48-49 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 178-179.

[11]  Monumenta Peloponnesiaca, σσ. 364-367 αρ. 182. Στις σελίδες που ακολουθούν αναλύεται το κείμενο της πρεσβείας.

[12]  Το pentalatro (πεντάλιτρον) ήταν μονάδα μέτρησης βάρους και μονάδα μέτρησης υγρών, βλ. Ε. Schilbach, Byzantinische Metrologie, Μόναχο 1970, σσ. 109, 104 και Monumenta Peloponnesiaca, σ. 364 αρ. 182 υποσημ. 2.

[13] Γενικά για τη διάρθρωση της κοινωνίας στις λατινοκρατούμενες περιοχές, βλ. D. Jacoby, «Social Evolution in Latin Greece», A History of the Crusades, τ. 6, Μάντισον, Ουισκόνσιν 1989, σσ. 175-221 (όπου βρίσκεται συγκεντρωμένη η προηγούμενη βιβλιο­γραφία). Για την κοινωνία και την αγροτική οικονομία στην Πελοπόννησο ειδικότερα, βλ. P. Topping, «Le regime agraire dans la Peloponnese latin au XVe siecle», L’ Hellenisme contemporain 2nd ser. 10 (1956), 255-295 [= Studies on Latin Greece A.D. 1205-1715, Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΙΙΙ]· J. Longnon, «La vie rurale dans la Grece franque», Journal des Savants janvier-mars 1965, 343-357· A. Carile, La rendita feudale nella Morea latina del XIV secolo, Μπολόνια 1974 και ο ίδιος, «Η κατάσταση της αγροτικής τάξης του Μοριά κατά την περίοδον της φραγκοκρατίας (ΙΔ’ αιών)», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνε­δρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, Πάτραι 25-31 Μάίου 1980, τ. 1, Αθήνα 1981-1982, σσ. 303-313 (στο άρθρο είναι προβληματική η απόδοση των όρων στα ελληνικά). Επίσης, για τις βενετοκρατούμενες περιοχές, βλ. F. Thiriet, La Romanie venitienne au Moyen Age. Le developpement et I’exploitation du domaine colonial venitien (Xlle-XVe siecles), Παρίσι 1959, σσ. 107-137, 287-302, 395-437· ο ίδιος, «La condition paysanne et les problems de l’exploitaion rurale en Romanie Greco-venitienne», Studi Veneziani 9 (1967), 35-68 [= Etudes sur la Romanie greco-venitienne (Xe-XVe s.), Λονδίνο, Variorum Reprints, 1977, αρ. ΧΙΙΙ]· και πιο πρόσφατα Αναστασία Παπαδία-Λάλα, «Οι Έλληνες και η βενετική πραγματικότητα: ιδεολογική και κοινωνική συγκρότηση», Όψεις της ιστορίας του βενετοκρατούμενου Ελληνισμού. Αρχειακά τεκμήρια, επιμ. Χρύσα Α. Μαλτέζου, Αθήνα 1993, σσ. 173-214.

[14] Οι όροι libero και francho homo απαντούν στις Ασσίζες της Ρωμανίας με δύο σημασίες, μια γενική και μια πιο περιορισμένη, βλ. σχετικά D. Jacoby, La feodalite en Gr’ece medievale. Les «Assises de Romanie»: sources, application et diffusion, Παρίσι – Χάγη 1971, σ. 31. Για τις υποχρεώσεις των εξαρτημένων και των ελεύθερων αγροτών στην Πελοπόννησο, βλ. Carile, La rendita feudale, σσ. 93, 198.

[15] O Jacomo Pigaloti, εκλεγμένος επίσκοπος Άργους από τις 8 Νοεμβρίου 1367 και πρόσωπο της εμπιστοσύνης του Nerio Acciaiuoli, λόγω της θέσης του και των διασυνδέσεών του έπαιξε σημαντικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης στη Βενετία, βλ. σχετικά Monumenta Peloponnesiaca, αρ. 24, 27, 46-47, 60, 66-67, 93, 96, 98, 101, 103, 142, 144, 160, 164-5, 182, 212, 216, 221, 225. Για τη λατινική επισκοπή Άργους κατά την υπό εξέταση περίοδο, βλ. Μ. Φώσκολος «Η Καθολική Εκκλησία Άργους – Ναυπλίου», Ναυπλιακά Ανάλεκτα 1 (1992), 31-39, 45-47 [= Anno Domini 1 (2003), 153-164, με προσθήκη νεότερης βιβλιογραφίας]. Το 1437, η βενετική Σύγκλητος καθόρισε τις δικαστικές αρμοδιότητες του λατίνου επισκόπου, μετά από σχετικό αίτημα του τελευταίου, βλ. Γ. Α. Χώρας, Η «Αγία Μονή» Αρείας εν τη εκκλησιαστική και πολιτική ιστορία Ναυπλίου και Αργους, Αθήνα 1975, σσ. 108, 254-255 (παράρτημα έγγραφο 3).

[16] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 368 αρ. 183 και σσ. 272-273 αρ. 141, σσ. 365-366 αρ. 182.

[17] Εκτός από τον αργολικό κάμπο, οι μισθοφορικές δυνάμεις του Καρόλου Τόκκου επιτέθηκαν και εναντίον της Αθήνας, βλ. Monumenta Peloponnesiaca, σ. 339 αρ. 169 (η Σύγκλητος υιοθετεί επιφυλακτική στάση στο θέμα της αγοράς της Κορίνθου εξαιτίας της διπλής επιδρομής), σσ. 344-345 αρ. 173 (για το ίδιο θέμα), σ. 348 αρ. 175 (μέτρα εναντίον του Τόκκου), σσ. 369-370 αρ. 184 (απόφαση της Συγκλήτου σχετικά με την καταβολή αποζημιώσεων), σ. 371 αρ. 185 (απάντηση των πρεσβευτών του Τόκκου για το ίδιο θέμα). Για τη διανομή των λαφύρων, Archivio di Stato di Venezia, Senato, Misti, reg. 43, φ. 119r και για την καταβολή των αποζημιώσεων, ό.π., φ. 120v. Στις 14 Απριλίου 1396 οι απεσταλμένοι του δούκα της Κεφαλληνίας συμφώνησαν στο ποσό της αποζημίωσης, R. Predelli, I libri Commemoriali della Repubblica di Venezia, τ. 3, Βενετία 1883, σ. 238 αρ. 23. Βλ. επίσης Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», 49· Julian Chrysostomides, «Corinth 1394-1397: Some new facts», Byzantina 7 (1975), 93-94.

[18]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 367 αρ. 193.

[19] Monumenta Peloponnesiaca, σ. 392 αρ. 197, σσ. 393-395 αρ. 198· R.-J. Loenertz, «Pour l’histoire du Peloponnese», 254-255· ο ίδιος, «Autour du Chronicon maius attribue a Georges Phrantzes», Miscellanea Giovanni Mercati, III, Βατικανό 1946, σσ. 291-292 [= Byzantina et Franco-Graeca, σσ. 20-21]· ο ίδιος, «La chronique breve moreote de 1423. Texte, traduction et commentaire», Melanges Eugene Tisserant, II, Βατικανό 1964, σσ. 406, 424. Βλ. και Luttrell, «The Latins of Argos and Nauplia», σ. 38.

[20]  Monumenta Peloponnesiaca, σ. 397 αρ. 200, σσ. 406-407 αρ. 207. Για την εγκατά­σταση Αλβανών εποίκων στις βενετοκρατούμενες ελληνικές περιοχές, τις σχέσεις τους με τους εγχώριους καθώς και με τις αρχές, βλ. P. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Angeliki Laiou-Thomadakis, New Brunswick 1980, σσ. 261-268. Αντίστοιχη πολιτική με τους Βενετούς, όσον αφορά την αξιοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμών, εφάρμοσαν τόσο οι Βυζαντινοί όσο και οι Καταλανοί στα εδάφη τους, βλ. Topping, ό.π.· Manuel II Paleologus, Funeral Oration on his Brother Theodore, έκδ. Julian Chrysostomides, Θεσσαλονίκη 1985, σσ. 119 κ.εξ.· Diplomatari de I’Orient Catala 1301-1409, έκδ. A. Rubio I Lluch, Βαρκελώνη 1947, σ. 587 αρ 536.

[21]  Συγκεκριμένα με διατάγματα των ετών 1349 και 1351 αποφασίστηκε ότι όλοι οι μετανάστες θα απαλλάσσονταν από την καταβολή του ενός υπερπύρου που πλήρωναν οι δημόσιοι βιλάνοι ως φόρο, βλ. Χ. Γάσπαρης, Η γη και οι αγρότες στη μεσαιωνική Κρήτη. 13ος-14ος αι., Αθήνα 1997, σ. 77.

[22]  Αναλυτικά για τα μέτρα αυτά, βλ. Topping, «Albanian Settlements», σ. 262.

[23]  Επιτομή του κειμένου της πρεσβείας στο F. Thiriet, Regestes des deliberations du Senat de Venise concernant la Romanie, τ. 3, 1431-1463, Παρίσι-Χάγη 1961, σσ. 168-169 αρ. 2865. Επίσης βλ. Topping, «Albanian Settlements», σσ. 262-263 και Παπαδία-Λάλα, Ο θεσμός των αστικών κοινοτήτων, σσ. 179-180.

 

Μαρίνα Κουμανούδη

«Bενετία – Άργος: σημάδια της βενετικής παρουσίας στο Άργος και στην περιοχή του». Διεθνής επιστημονική συνάντηση, Άργος, 11-12 Οκτωβρίου 2008. Πρακτικά, Αθήνα -Βενετία, 2010.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Το Σύνταγμα του 1864 –  Ακρίτας Καϊδατζής


 

Το Σύνταγμα του 1864 θεσπίσθηκε από Συντακτική Συνέλευση (την Β’ Εθνική Συνέλευση) χωρίς τη σύμπραξη του βασιλιά. Κορυφαίο χαρακτηριστικό του νέου Συντάγματος αποτελεί η εισαγωγή της δημοκρατικής αρχής, με την οποία αναβιώνει κατά κάποιο τρόπο το δημοκρατικό κεκτημένο των συνταγμάτων της Επανάστασης, αν και μετριασμένο από τον θεσμό του «ισόβιου και κληρονομικού ανωτάτου άρχοντος». Ο συνδυασμός των δυο αυτών στοιχείων, της δημοκρατικής αρχής και του βασιλικού θεσμού, συνεπάγεται την εγκαθίδρυση του πολιτεύματος της «βασιλευόμενης δημοκρατίας», το οποίο έμελλε να διαρκέσει, με ορισμένα διαλείμματα, για έναν αιώνα περίπου (μέχρι το 1967). Με το Σύνταγμα του 1864, το πιο μακρόβιο στην ελληνική συνταγματική ιστορία, δημιουργούνται οι θεσμικές προϋποθέσεις για τον εξορθολογισμό του πολιτικού συστήματος – ο οποίος εδραιώνεται με την εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875 – και τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής κοινωνίας.

Το Σύνταγμα του 1864 αποτελείται από 110 άρθρα κατανεμημένα σε δώδεκα μέρη: «Περί θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί Συντάξεως της Πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής», «Περί των Υπουργών», «Περί Συμβουλίου Επικρατείας», «Περί Δικαστικής Εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις». Κυριότερα πρότυπά του υπήρξαν τα δημοκρατικά Συντάγματα του Βελγίου του 1831 και, λιγότερο, της Δανίας του 1849. Η σπουδαιότερη καινοτομία του νέου Συντάγματος σε σχέση με εκείνο του 1844 είναι αναμφίβολα η ρητή και πανηγυρική καθιέρωση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας και, γενικότερα, η εδραίωση του δημοκρατικού του χαρακτήρα. Παράλληλα, ενισχύονται και τα φιλελεύθερα στοιχεία του Συντάγματος.

Η νομική φύση του νέου Συντάγματος απορρέει τόσο από τον τρόπο παραγωγής του όσο και από το περιεχόμενό του. Σε αντίθεση προς το Σύνταγμα του 1844, στη θέσπιση του οποίου συνέπραξαν ο λαός (εθνοσυνέλευση) και ο μονάρχης – φορέας της κυριαρχίας και το οποίο, ως εκ τούτου, χαρακτηρίζεται ως «σύνταγμα-συνάλλαγμα», το Σύνταγμα του 1864 αποτελεί προϊόν μιας πραγματικής συντακτικής συνέλευσης, όπου ο λαός  -φορέας της κυριαρχίας άσκησε γνήσια συντακτική εξουσία, μονομερώς και αδέσμευτος από κάθε άλλη εξουσία. Έτσι, παρόλο που ο Γεώργιος επιδίωξε να εμφανιστεί ότι συμπράττει στην παραγωγή του, το γεγονός ότι η Β’ Εθνική Συνέλευση ήταν κυρίαρχη και αποκλειστικός φορέας της συντακτικής εξουσίας αποκλείει τη θεώρηση του Συντάγματος του 1864 ως «συμβολαίου» μεταξύ λαού και μονάρχη. Εξάλλου, η αντίληψη αυτή, παρόλο που υποστηριζόταν ευρέως εκείνη την εποχή, έρχεται σε αντίφαση και με τη «λαϊκή κυριαρχία», δηλαδή με τη θεμελιώδη αρχή του νέου Συντάγματος.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Η επιβίωση της αντίληψης περί συντάγματος-συμβολαίου

 

Η αντίληψη περί Συντάγματος – συμβολαίου ήταν ακόμη αρκετά ισχυρή, τόσο στην κοινή γνώμη όσο και στους θεωρητικούς της εποχής. Χαρακτηριστικά είναι, από την άποψη αυτή, ορισμένα δημοσιεύματα του τύπου της εποχής:

 

«Τί είναι το Σύνταγμα; Συμβόλαιον δι’ ου το έθνος εν τη κυριαρχία αυτού εξεχώρησεν ωρισμένα προς τον βασιλέα δικαιώματα και ώρισε κανόνας διέποντας τας αμοιβαίας αυτών σχέσεις. Το Σύνταγμα λοιπόν, το επίσημον τούτο μεταξύ του Έθνους και του ηγεμόνος συμβόλαιον, ούτινος το κύρος ενόρκως ανεγνώρισε και απεδέξατο ο βασιλεύς είναι η καθαρά της βουλήσεως του έθνους έκφρασις, είναι το πολυτιμότερον της εθνικής κυριαρχίας εχέγγυον και δια τούτο φρουρός αυτού ετάχθη ο πατριωτισμός των Ελλήνων» (εφημ. «Συνταγματική», φύλλο υπ’ αρ. 1 της 9.6.1874).

«Το πνεύμα του ημετέρου Συντάγματος είναι η μετοχή του Λαού εις τα κοινά δια των υπ’ αυτού εκλεγομένων αντιπροσώπων, η σύμπραξις αυτού μετά του Στέμματος, αντιπροσωπευομένου υπό κυβερνήσεως εις την εκλογήν της οποίας συμπράττουσιν οι μεν εμμέσως, το δε αμέσως» (εφημ. «Εθνικόν Πνεύμα», φύλλο της 3.5.1874).

 

Τις αντιλήψεις αυτές ασπάζονταν και πολλά μέλη της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, μεταξύ των οποίων και οι θεωρητικοί του Συνταγματικού Δικαίου Ν. Ι. Σαρίπολος και Δ. Κυριακός. Στις εργασίες της Συνέλευσης, ωστόσο, διατυπώθηκαν με ενάργεια και αντίθετες θέσεις. Έτσι, στην άποψη του Ν. Ι. Σαρίπολου ότι «το Σύνταγμα είναι συμβόλαιον μεταξύ του Έθνους και του Βασιλέως» και ότι, για τον λόγο αυτό, πρέπει να αναγνωριστεί στον βασιλιά το δικαίωμα «του συμπράττειν εις τον καταρτισμόν του Συντάγματος», ο πληρεξούσιος Γ. Μίλησης αντέταξε:

 

«Η τροπολογία, κύριοι, του κ. Σαριπόλου, υποθέτει δύο δυνάμεις, δύο κυριαρχίας συνυπαρχούσας εν τη πολιτεία και συμπραττούσας εις έν και το αυτό έργον. Αλλ’ η υπόθεσις αυτή είναι ψευδής εις την θεωρίαν και ανεφάρμοστος εις την πράξιν. Η κυριαρχία είναι μία και αδιαίρετος (…). Ο βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων της πολιτείας, συντεταγμένης ήδη, αλλ’ η σύνταξις αυτής είναι καθήκον της Συνελεύσεως» [Επίσημος Εφημερίς της εν Αθήναις Β’ Εθνικής Συνελεύσεως, τόμ. Γ’, σ. 586].

 

Και ο πληρεξούσιος Αρ. Γλαράκης υπερθεμάτιζε:

 

«Αποδεχόμεθα το Σύνταγμα… ουχί ως συνάλλαγμα αλλ’ ως καταστατικόν χάρτην της πολιτείας, το οποίον επιβάλλει η κυριαρχία του έθνους εις όλους τους λειτουργούς του, από του πρώτου μέχρι του τελευταίου· ώστε, όπως δεν συναλλάσσεται με την Βουλήν, με τους υπουργούς, με τους αξιωματικούς και με τους λοιπούς υπαλλήλους, ούτω και με τον αρχηγόν της εκτελεστικής εξουσίας δεν συναλλάσσεται» [Επίσημος Εφημερίς, τόμ. Γ’, σ. 1018].

 

Η δημοκρατική αρχή στο Σύνταγμα του 1864

 

Με το Σύνταγμα του 1864 συντελείται η μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή. Πυρήνα της δημοκρατικής αρχής αποτελεί η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Περαιτέρω, τη δημοκρατική αρχή εξειδικεύει και επιβεβαιώνει ένα πλέγμα συνταγματικών θεσμών (καθολική ψηφοφορία κλπ.), που αποτελούν λειτουργικές εκφάνσεις της.

 

Η καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας

 

Η σπουδαιότερη διάταξη του Συντάγματος του 1864 βρίσκεται στο περίφημο άρθρο 21, όπου ορίζεται ότι «άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουσιν εκ του Έθνους, ενεργούνται δε καθ’ όν τρόπον ορίζει το Σύνταγμα». Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται – τριανταεπτά χρόνια μετά το Σύνταγμα της Τροιζήνας όπου είχε διακηρυχθεί για πρώτη φορά – η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία πηγή και φορέας όλων των εξουσιών είναι ο λαός. Υπέρ του λαού συντρέχει η υπέρτατη αρμοδιότητα εντός του κράτους (η λεγόμενη «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»): ο λαός έχει την εξουσία να καθορίζει την αρμοδιότητά του, καθώς και την αρμοδιότητα των άλλων κρατικών οργάνων.

Βέβαια, η χρήση του όρου «έθνος» θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι καθιερώνεται όχι η λαϊκή, αλλά η «εθνική κυριαρχία». Η διαφορά είναι λεπτή, όχι όμως αμελητέα, καθώς πρόκειται για δύο διαφορετικές εκδοχές της δημοκρατικής αρχής (παρόλο που την εποχή εκείνη οι δύο όροι χρησιμοποιούνταν συνήθως ως ταυτόσημοι). Το έθνος είναι μια έννοια υπερβατική και αφηρημένη, καθώς αναφέρεται σε ένα σύνολο ανθρώπων που συνδέονται μεταξύ τους με συναισθηματικούς δεσμούς, που δημιουργούνται κατά βάση από την κοινή ιστορία και τις κοινές παραδόσεις. Αντίθετα, ο λαός είναι μια έννοια συγκεκριμένη: αναφέρεται στο σύνολο των υπηκόων (πολιτών) ενός κράτους, οι οποίοι συνδέονται προς αυτό με τον νομικό δεσμό της ιθαγένειας, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε άλλη διάκριση (εθνοτική, φυλετική, γλωσσική, θρησκευτική κλπ.). Δεδομένου ότι ο λαός μπορεί να μην ταυτίζεται πάντοτε με το έθνος, η ισχύς της αρχής της εθνικής κυριαρχίας συνεπάγεται ότι η εξουσία μπορεί ενίοτε να ασκείται σε αντίθεση προς τη βούληση του λαού (και σύμφωνα με την εικαζόμενη βούληση του υπερβατικού έθνους). Αντίθετα, υπό την ισχύ της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας, η εξουσία ουδέποτε μπορεί να ασκηθεί αντίθετα προς τη βούληση του λαού. Με την εθνική κυριαρχία συνδέεται συνήθως η περιορισμένη, τιμηματική ψηφοφορία (που υποτίθεται ότι εκφράζει τον «ορθό» λόγο και το «αληθινό» συμφέρον του έθνους), ενώ η καθολική ψηφοφορία (ως έκφραση της βούλησης του συνόλου των μελών της κοινωνίας, δηλαδή του λαού) αποτελεί λειτουργική έκφανση της λαϊκής κυριαρχίας.

Όλες οι επιμέρους εκφάνσεις της δημοκρατικής αρχής στο Σύνταγμα του 1864 (ιδίως η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας, η καθιέρωση «μονήρους» Βουλής κ.α.) συγκλίνουν στο συμπέρασμα ότι η δημοκρατική αρχή κατοχυρώνεται υπό την εκδοχή της λαϊκής κυριαρχίας. Παρόλα αυτά, η χρήση του όρου «έθνος» εξηγείται, διότι συμβολίζει το αίτημα για εθνική ολοκλήρωση του ελληνικού κράτους: αναφέρεται δηλαδή στο (σημαντικό ακόμη) τμήμα του έθνους που ζούσε τότε έξω από τα όρια της ελληνικής επικράτειας. Η χρήση του όρου έχει έτσι ιστορική και συμβολική – ηθικοπολιτική σημασία, δεν έχει όμως νομικές συνέπειες: η κυριαρχία ανήκει στον ελληνικό λαό, δηλαδή στο σύνολο των πολιτών του ελληνικού κράτους, και όχι στο ελληνικό έθνος. Κατά συνέπεια, υπέρτατη θέληση εντός του κράτους είναι η θέληση των Ελλήνων πολιτών, η οποία εκφράζεται μέσω του εκλογικού σώματος (δηλαδή του λαού με τη στενή έννοια, που απαρτίζεται από τους ενήλικους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν) και εκδηλώνεται με τις εκλογές.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Συνταγματικοί θεσμοί που εξειδικεύουν τη δημοκρατική αρχή

 

Η καθιέρωση της λαϊκής κυριαρχίας συνοδεύεται από την εισαγωγή μιας σειράς θεσμών και ρυθμίσεων, που αποτελούν αφενός απόρροια της αρχής και αφετέρου προϋπόθεση της λειτουργίας της. Αλλά και γενικότερα, η δημοκρατική αρχή αντανακλάται σε ολόκληρο το συνταγματικό κείμενο. Έτσι, πολλές διατάξεις που μεταφέρθηκαν αυτούσιες από το Σύνταγμα του 1844, όπως αυτές για τις αρμοδιότητες του βασιλιά, αναβαπτίζονται υπό το φως της αρχής αυτής και αποκτούν νέο νόημα.

Οι κυριότεροι συνταγματικοί θεσμοί που εξειδικεύουν την καθιέρωση της δημοκρατικής αρχής, επιβεβαιώνοντας και ολοκληρώνοντας το περιεχόμενό της, είναι οι ακόλουθοι:

α) Καταργείται η Γερουσία και καθιερώνεται το λεγόμενο σύστημα της «μονήρους Βουλής». Σύμφωνα με το Ψήφισμα της Συνέλευσης της 7ης Οκτωβρίου 1863, η Γερουσία «θεωρείται καταλυθείσα από της 11ης Οκτωβρίου 1862». Με την κατάργηση αυτού του δημοκρατικά ανομιμοποίητου – καθότι τα μέλη του δεν εκλέγονταν, αλλά διορίζονταν από τον βασιλιά- σώματος ενισχύεται η λαϊκή κυριαρχία: πλέον το (ενιαίο) κοινοβούλιο ως όργανο της νομοθετικής λειτουργίας είναι δημοκρατικά νομιμοποιημένο στο σύνολό του, αφού όλα τα μέλη της Βουλής εκλέγονται από τον λαό. Ταυτόχρονα, με τον τρόπο αυτόν, ολοκληρώνεται το εννοιολογικό περιεχόμενο της καθολικής ψηφοφορίας.

Στη λογική του αποκλεισμού θεσμών χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση κινείται επίσης η κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας ένα χρόνο μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864.

β) Κατοχυρώνεται συνταγματικά η καθολική ψηφοφορία, η οποία μέχρι τότε προβλεπόταν μόνο στον Νόμο περί εκλογής βουλευτών της 18ης Μαρτίου 1844. Σε συνδυασμό με την κατάργηση της Γερουσίας, αυτό σήμαινε ότι η καθολική ψηφοφορία κατέστη η μόνη νομιμοποιητική βάση του πολιτεύματος.

Παράλληλα, ως στοιχεία του εκλογικού συστήματος που δεν μπορούν πλέον να μεταβληθούν με νόμο, καθιερώνονται με ρητή συνταγματική διάταξη (άρθρο 66) οι αρχές της άμεσης, καθολικής, μυστικής (δια σφαιριδίων) και ταυτόχρονης σε όλη την επικράτεια εκλογής των βουλευτών. Εξάλλου, από το όλο πνεύμα της σχετικής συνταγματικής ρύθμισης συνάγεται, ως προϋπόθεση και συστατικό στοιχείο της καθολικότητας, και η αρχή της ισότητας της ψήφου, η αρχή δηλαδή ότι κάθε πολίτης – εκλογέας έχει μία μόνο ψήφο και οι ψήφοι όλων των εκλογέων είναι νομικά ισοδύναμες.

 

Η κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας: μια πρωτοποριακή συνταγματική αρχή

 

Η συνταγματική κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας θεωρήθηκε τότε από πολλούς «πρώιμη», δεδομένου ότι στα ευρωπαϊκά κράτη εξακολουθούσε να ισχύει η περιορισμένη τιμηματική (με κριτήρια περιουσιακά) ψήφο. Είναι αλήθεια ότι πολλοί δεν συμφωνούσαν με την κατοχύρωση της καθολικής ψήφου, θεωρώντας ότι οι ευρύτερες λαϊκές μάζες ήταν «ανώριμες» για να έχουν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη, υπήρχαν κι αυτοί που στη σημαντική αυτή κατάκτηση του ελληνικού λαού προέβλεπαν (ορθά, όπως αποδείχθηκε) μια γενικότερη τάση που επρόκειτο να επικρατήσει στα πολιτεύματα των ευρωπαϊκών κρατών.

Μάλιστα, οι πιο ριζοσπαστικές φωνές έβλεπαν στην κατοχύρωση της καθολικής ψηφοφορίας ένα μέσο πολιτικής χειραφέτησης των ευρύτερων λαϊκών μαζών, που μπορούν να χρησιμοποιούν την ψήφο για την προβολή εκ μέρους τους κοινωνικών διεκδικήσεων, με απώτερη προοπτική και την κοινωνική τους χειραφέτηση. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Εθνοφύλαξ» (φύλλο της 26.9.1864):

 

«Μεταξύ των θεμελιωδών αρχών και των πολιτικών αξιωμάτων… ενεγράφη εν τω Συντάγματι και η πάνδημος ψηφοφορία, ήτις είναι ο αγρυπνότερος φύλαξ και η ασφαλεστέρα εγγύησις των συνταγματικών ελευθεριών. Η νίκη αυτή, ως νίκη της προόδου κατά της οπισθοδρομήσεως και ως θρίαμβος των νεωτέρων αρχών της ισότητος κατά των οικτρών κοινωνικών διακρίσεων, διήγηρε παντού αγαθωτάτην εντύπωσιν».

 

Η καθολική ψήφος, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των δικαιωμάτων του «συνέρχεσθαι» και του «συνεταιρίζεσθαι», αποτέλεσαν έτσι τις θεσμικές προϋποθέσεις για την ανάδειξη, στη συνέχεια, του λεγόμενου «κοινωνικού ζητήματος» και την ανάπτυξη του εργατικού κινήματος. Από την άποψη αυτή, η καθολικότητα της ψήφου, σε συνδυασμό με την αναγνώριση των δικαιωμάτων συλλογικής δράσης (δικαιώματα του «συνέρχεσθαι» και «συνεταιρίζεσθαι»), συνέβαλε στην ίδρυση των πρώτων εργατικών σωματείων και σοσιαλιστικών συλλόγων περί τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα.

Πέρα από τη συνταγματική κατοχύρωσή της, διευρύνθηκε η καθολικότητα της ψήφου και, κατά συνέπεια, το ίδιο το εκλογικό σώμα, καθώς μειώθηκε το όριο της εκλογικής ηλικίας. Έτσι, ο εκλογικός νόμος που ψηφίστηκε από την ίδια τη Β’ Εθνική Συνέλευση παράλληλα με το Σύνταγμα καθιέρωσε ως εκλογική ηλικία το 21ο έτος αντί του 25ου που ίσχυε μέχρι τότε. Δεν θα πρέπει πάντως να λησμονούμε ότι, την εποχή εκείνη, μέλη του εκλογικού σώματος νοούνται αποκλειστικά οι άνδρες. Η διεύρυνση του εκλογικού σώματος και στις γυναίκες θα συντελεστεί στην Ελλάδα μόλις το 1952, οπότε η ψηφοφορία γίνεται πραγματικά καθολική.

γ) Κατοχυρώνεται για πρώτη φορά η καθολική ψηφοφορία για τις δημοτικές εκλογές. Το άρθρο 105 του Συντάγματος προβλέπει τη διενέργεια της εκλογής των δημοτικών αρχών με άμεση, καθολική, και μυστική δια σφαιριδίων ψηφοφορία. Μέχρι τότε, οι δημοτικές εκλογές διενεργούνταν ακόμη με τον εκλογικό νόμο που είχε θεσπιστεί επί βαυαροκρατίας και προέβλεπε ένα αυστηρά τιμηματικό σύστημα, περιορίζοντας το δικαίωμα ψήφου στους «μάλλον φορολογουμένους πολίτες». Η καθιέρωση της καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας στην εκλογή των δημοτικών αρχών ολοκληρώνει τον εκδημοκρατισμό του εκλογικού δικαιώματος, καθώς επεκτείνει την ισχύ της δημοκρατικής αρχής και στο τοπικό επίπεδο. Πρόκειται για μια επιλογή που διεκδικεί την παγκόσμια πρωτοτυπία, κάτι που καταδεικνύει και τον ιδιαίτερα ριζοσπαστικό και πρωτοποριακό, για τα μέτρα της εποχής, χαρακτήρα της.

δ) Καθιερώνεται το τεκμήριο της αρμοδιότητας υπέρ του λαού και κατά του μονάρχη (υπέρ του οποίου συνέτρεχε υπό το μοναρχικό Σύνταγμα του 1844): ο βασιλιάς περιορίζεται αποκλειστικά και μόνο στις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Η διάταξη του άρθρου 44 του Συντάγματος («ο βασιλεύς δεν έχει άλλας εξουσίας, ειμή όσας τω απονέμουσι ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι Νόμοι») συμπληρώνει το εννοιολογικό περιεχόμενο της λαϊκής κυριαρχίας, καθιστώντας σαφές ότι η εξουσία του βασιλιά είναι δοτή και περιορισμένη: όπως όλες οι εξουσίες, έτσι κι αυτή έχει πηγή και όριο τη λαϊκή κυριαρχία.

δ) Αποκλείεται οποιαδήποτε σύμπραξη ή συμμετοχή του βασιλιά στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος. Η πρωτοβουλία για την αναθεώρηση του Συντάγματος ανήκει κατ’ αποκλειστικότητα στη Βουλή και διενεργείται απ’ αυτήν, με παρεμβολή του εκλογικού σώματος (διενέργεια εκλογών). Η ρύθμιση αυτή έχει χαρακτηριστεί ως η «ασφαλιστική δικλείδα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας». Και πράγματι, η επιφύλαξη τόσο του συντακτικού όσο και του αναθεωρητικού έργου στην αποκλειστική αρμοδιότητα των αντιπροσώπων του λαού αποτελεί όχι μόνο συνέπεια, αλλά και προϋπόθεση της λαϊκής κυριαρχίας.

 

Το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας

 

Στο πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας ο ρυθμιστικός ρόλος του βασιλιά προσδιορίζεται και κατευθύνεται από την εκδηλωμένη λαϊκή θέληση, όπως αυτή εκφράζεται μέσα από τη συγκεκριμένη κυβερνητική πλειοψηφία που αναδεικνύεται στις εκλογές. Η σχέση αυτή, όπου ο μοναρχικός θεσμός αποδυναμώνεται τόσο, ώστε να μην αναιρεί τη δημοκρατική αρχή, έχει αποτυπωθεί επιγραμματικά από τον Διομήδη Κυριακό [1], στις Παρατηρήσεις του επί του σχεδίου Συντάγματος, με τη φράση: «ο Βασιλεύς βασιλεύει και δεν κυβερνά». Ουσιώδης προϋπόθεση, ωστόσο, για να επιτευχθεί ο συγκερασμός του βασιλικού θεσμού με τη δημοκρατική αρχή είναι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος, σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση συλλογικά και ο κάθε υπουργός ατομικά υπέχουν πολιτική ευθύνη απέναντι στη Βουλή και εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της. Η κοινοβουλευτική αρχή, όμως, δεν καθιερώνεται ρητά στο Σύνταγμα του 1864. Κατά συνέπεια, το πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας παραμένει ελλιπές με τη θέσπιση του Συντάγματος και δεν ολοκληρώνεται παρά με την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος το 1875.

 

Ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος από τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής

 

Είναι αλήθεια ότι ούτε στο ίδιο το Σύνταγμα του 1864 ούτε σε κάποιο άλλο επίσημο κείμενο υπάρχει ρητός χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως «βασιλευόμενης δημοκρατίας». Σε συνταγματικό κείμενο ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά μόλις το 1952. Την εποχή εκείνη, όπως φάνηκε και από τις εργασίες της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, επικρατούσε εννοιολογική σύγχυση μεταξύ «συνταγματικής μοναρχίας» και «βασιλευόμενης δημοκρατίας». Από τους θεωρητικούς της εποχής, ορισμένοι εξακολουθούσαν να χρησιμοποιούν τον όρο «συνταγματική μοναρχία», ενώ άλλοι έκαναν λόγο για «δημοκρατική βασιλεία». Ήταν όμως σαφές σε όλους ότι το νέο πολίτευμα διέφερε ριζικά από τη συνταγματική μοναρχία του Συντάγματος του 1844. Έτσι, με τον καιρό διαπλάστηκε και επικράτησε ο όρος «βασιλευόμενη δημοκρατία», που, με κριτήριο την όλη διάρθρωση της συγκρότησης και άσκησης της κρατικής εξουσίας, αποδίδει εύστοχα τον χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Εκ πρώτης όψεως, ο χαρακτηρισμός του πολιτεύματος ως βασιλευόμενης δημοκρατίας φαίνεται να διαψεύδεται από την πρόβλεψη της Συνθήκης του Λονδίνου (Ιούλιος 1863) μεταξύ των εγγυητριών δυνάμεων και της Δανίας, σύμφωνα με την οποία «η Ελλάς αποτελεί κράτος μοναρχικόν, ανεξάρτητον και συνταγματικόν». Απ’ τη διατύπωση αυτή θα μπορούσε κάποιος να συνάγει ότι το πολίτευμα παραμένει συνταγματική μοναρχία. Ωστόσο, ο προσδιορισμός του πολιτεύματος δεν είναι ζήτημα τυπικό, αλλά ουσιαστικό: καθοριστικό κριτήριο δεν είναι το πώς αυτό χαρακτηρίζεται στα επίσημα κείμενα, αλλά ποιος είναι στην πραγματικότητα ο φορέας της κυριαρχίας. Και δεν χωρεί αμφιβολία ότι την κυριαρχία την ασκούσε ο λαός μέσω της συντακτικής Εθνοσυνέλευσης. Αυτό εκφράστηκε πανηγυρικά στο άρθρο 21 του Συντάγματος, το οποίο, ενόψει και της συνολικής συνταγματικής ρύθμισης, ασφαλώς αποτελεί εγκυρότερο κριτήριο για το χαρακτηρισμό του πολιτεύματος απ’ ό,τι μια διεθνής συνθήκη.

 

Επιβεβαιώσεις του δημοκρατικού χαρακτήρα του πολιτεύματος πριν από το Σύνταγμα του 1864

 

Αλλά και πριν από τη θέσπιση του Συντάγματος, ο δημοκρατικός – και όχι μοναρχικός – χαρακτήρας του πολιτεύματος που επρόκειτο να εγκαθιδρυθεί είχε επιβεβαιωθεί κατ’ επανάληψη: α) Ήδη στο «Ψήφισμα του Έθνους» (10.10.1862) γινόταν λόγος για εκλογή ηγεμόνα από την (κυρίαρχη) Εθνοσυνέλευση. β) Το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 22.1.1863 προέβλεπε ότι ο πρίγκιπας Αλφρέδος (η εκλογή του οποίου μεταγενέστερα ματαιώθηκε) «εξελέχθη κυριαρχική του Έθνους θελήσει Συνταγματικός Βασιλεύς των Ελλήνων». γ) Με το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 18.3.1863 ο Γεώργιος αναγορεύθηκε σε «Συνταγματικό Βασιλέα των Ελλήνων». Η διατύπωση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Γεώργιος πήρε τον τίτλο «Βασιλεύς των Ελλήνων» – και όχι, όπως ο Όθωνας, «ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» -, προκειμένου να καταστεί σαφές ότι τα δικαιώματά του επί του θρόνου δεν τα έχει «εξ ιδίου δικαίου» ή «ελέω Θεού», αλλά επειδή του τα παραχώρησαν οι Έλληνες, δηλαδή από την κυρίαρχη θέληση του ελληνικού λαού. δ) Το Ψήφισμα της Εθνικής Συνέλευσης της 9.10.1863 σχετικά με τα δικαιώματα του βασιλιά όριζε ότι αυτός έχει το δικαίωμα κύρωσης των νόμων πλην του Συντάγματος. Με τον τρόπο αυτόν, η Συνέλευση απέκλεισε οποιαδήποτε σύμπραξη του βασιλιά από την άσκηση συντακτικής εξουσίας, την οποία επιφύλαξε κυριαρχικά για την ίδια. Ο Γεώργιος θα καλούνταν απλώς να υπογράψει το Σύνταγμα (σε αντίθεση με τον Όθωνα, ο οποίος είχε κυρώσει και εκδώσει το Σύνταγμα του 1844). ε) Τέλος, με την ολοκλήρωση του έργου της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, ο Πρόεδρός της κήρυξε στις 16.11.1864 «κατ’ εντολήν και εξ ονόματός της» τη λήξη των εργασιών της, αφού αυτή είχε συνέλθει μόνη της, ασκώντας κυρίαρχη συντακτική εξουσία. Αντίθετα, τη λήξη των εργασιών της Εθνικής Συνέλευσης της 3ης Σεπτεμβρίου την είχε κηρύξει στις 18.3.1844 ο Όθωνας, ο οποίος συνέπραττε στην άσκηση συντακτικής εξουσίας.

Είναι αλήθεια ότι ο Γεώργιος επιδίωξε να εμφανιστεί ότι συμπράττει στην άσκηση της συντακτικής επιτροπής και όχι αυτού που επισυνάφθηκε στο βασιλικό διάγγελμα. Περαιτέρω, όταν η Συνέλευση υπέβαλε το τελικό κείμενο του Συντάγματος στον Γεώργιο για να το υπογράψει, αυτός με νέο διάγγελμά του στις 31.10.1864 δήλωσε ότι το «αποδέχεται», αλλά ζήτησε την τροποποίηση δύο διατάξεων. Η Συνέλευση έκανε δεκτό το αίτημά του όσον αφορά το άρθρο περί θρησκείας, όχι όμως όσον αφορά το άρθρο περί αναθεώρησης. Τέλος, κατά τη δημοσίευση του Συντάγματος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ο Γεώργιος χρησιμοποίησε και πάλι την έκφραση ότι «αποδέχεται» το Σύνταγμα. Όλα αυτά δεν πρέπει, ωστόσο, να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι δήθεν το Σύνταγμα «συμφωνήθηκε» μεταξύ του λαού και του βασιλιά, αφού την αποκλειστική και αδιαίρετη συντακτική εξουσία την είχε η κυρίαρχη Συνέλευση. Αλλά μάλλον πρέπει να ερμηνευτούν ως απλές προσπάθειες δημιουργίας εντυπώσεων εκ μέρους του βασιλιά. Κατά τα λοιπά, οι περί «αποδοχής» του Συντάγματος δηλώσεις του τελευταίου δεν έχουν σημασία άλλη παρά το ότι αυτός «δέχεται» να παραμείνει στο θρόνο υπό τους όρους και τους περιορισμούς του Συντάγματος που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση. Άλλωστε, και ο ίδιος ο Γεώργιος δεν αρνούνταν καταρχήν ότι η εξουσία του πήγαζε από τον ελληνικό λαό. Σε προκήρυξή του με αφορμή την άφιξή του στην Ελλάδα, η οποία διαβάστηκε στην Εθνοσυνέλευση στις 19.10.1863, έλεγε χαρακτηριστικά: «Έλληνες, αναβαίνων εις τον θρόνον εφ’ όν με εκάλεσεν η ψήφος υμών…». Το ότι ο βασιλιάς δεν συμπράττει ούτε από νομική ούτε από πολιτική άποψη στην παραγωγή του Συντάγματος επρόκειτο να επιβεβαιωθεί περίτρανα κατά την αναθεώρηση του 1911, στην οποία ο βασιλιάς δεν είχε καμία απολύτως συμμετοχή.

 

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Ο θεσμικός ρόλος του βασιλιά

 

Η εξέγερση της 10ης Οκτωβρίου 1862 είχε κατά κάποιο τρόπο προδικάσει τη μορφή του πολιτεύματος, καθώς το «Ψήφισμα του Έθνους» κατάργησε τη δυναστεία του Όθωνα, όχι όμως και τον βασιλικό θεσμό. Αντίθετα, προέβλεψε ρητά τη σύγκληση Συνέλευσης με σκοπό – πέρα από τη θέσπιση Συντάγματος – και την εκλογή νέου ηγεμόνα. Βέβαια, η Β’ Εθνική Συνέλευση που εκλέχθηκε στη συνέχεια, ως γνήσια συντακτική συνέλευση, δεν δεσμευόταν τυπικά απ’ το Ψήφισμα. Ωστόσο, η πολιτική τάση που επικρατούσε, ενόψει και της επιρροής των ξένων δυνάμεων, ήταν σαφέστατα υπέρ της διατήρησης του βασιλικού θεσμού. Κάποιες ριζοσπαστικές φωνές που επιθυμούσαν την εγκαθίδρυση γνήσιου δημοκρατικού πολιτεύματος δεν ήταν δυνατό, στις συνθήκες αυτές, να βρουν ανταπόκριση. Πάντως, ήδη από το «Ψήφισμα του Έθνους», στο οποίο γινόταν λόγος για «εκλογή» του βασιλιά από την κυρίαρχη εθνοσυνέλευση, γινόταν αντιληπτό ότι η νομικοπολιτική θέση του βασιλιά θα ήταν διαφορετική στο νέο πολίτευμα.

Πράγματι, η μεταπολίτευση του 1862 και η Β’ Εθνική Συνέλευση διατήρησαν μεν τον βασιλικό θεσμό, αλλά μετέβαλαν ριζικά τη νομική φύση του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ κατά το Σύνταγμα του 1844 το πρόσωπο του βασιλιά ήταν «ιερόν και απαραβίαστον», στο Σύνταγμα του 1864 χαρακτηρίζεται απλώς ως «ανεύθυνον και απαραβίαστον» (άρθρο 29). Ο βασιλιάς παύει να αποτελεί το ανώτατο όργανο της πολιτείας – που, σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα, δεν μπορεί παρά να είναι ο λαός – και περιορίζεται στο αξίωμα του «Ανωτάτου Άρχοντος» του κράτους. Η διαφορά είναι καίρια. Το ανώτατο όργανο έχει, ως φορέας της κυριαρχίας, τη λεγόμενη «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας»: είναι το όργανο που, ασκώντας συντακτική εξουσία, καθορίζει ποια θα είναι τα όργανα του κράτους και ποιες αρμοδιότητες θα έχουν. Ένα από αυτά τα όργανα είναι και ο ανώτατος άρχοντας, η τυπική και συμβολική «κεφαλή» του κράτους, ο οποίος, ασκώντας συντεταγμένη εξουσία, έχει μόνον αυτές τις αρμοδιότητες που του αναγνωρίζει το Σύνταγμα. Η μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή είχε, επομένως, την έννοια ότι φορέας της κυριαρχίας κατέστη ο λαός αντί του βασιλιά, ο οποίος έχασε το τεκμήριο της αρμοδιότητας (που πλέον συντρέχει υπέρ του λαού), περιοριζόμενος μόνο σε όσες εξουσίες του απονέμουν ρητώς το Σύνταγμα και οι συνάδοντες προς αυτό ιδιαίτεροι νόμοι (άρθρο 44).

Έτσι, ο βασιλιάς έχασε τις υπερεξουσίες που του αναγνώριζε το Σύνταγμα του 1844. Παραμένει βέβαια ο κύριος παράγοντας της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία του «ανήκει», και εξακολουθεί να έχει την αρμοδιότητα διορισμού και παύσης των υπουργών «αυτού». Ωστόσο, μετά την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης», δεν μπορεί να ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή κατά βούληση και χωρίς περιορισμούς, όπως μέχρι τότε. Επίσης ο βασιλιάς διατηρεί τις αρμοδιότητες έκδοσης των αναγκαίων για την εκτέλεση των νόμων διαταγμάτων, καθώς και διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων. Ως «ανώτατος άρχων του κράτους», εξάλλου, άρχει των ενόπλων δυνάμεων, κηρύσσει πόλεμο και συνομολογεί διεθνείς συνθήκες – αρμοδιότητες που του επιτρέπουν την ανάμιξη στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής.

Ο βασιλιάς διατηρεί σημαντικές αρμοδιότητες και στην άσκηση της νομοθετικής λειτουργίας. Ωστόσο η συνολική επιρροή του σ’ αυτήν είναι αρκετά περιορισμένη, λόγω της κατάργησης της Γερουσίας. Κατά τα λοιπά ο βασιλιάς διατηρεί την αρμοδιότητα να κυρώνει και να δημοσιεύει τους νόμους. Εάν μάλιστα ένα νομοσχέδιο που ψηφίστηκε από τη Βουλή δεν κυρωθεί από το βασιλιά εντός δύο μηνών από τη λήξη της βουλευτικής συνόδου, τότε αυτό θεωρείται ότι ακυρώθηκε (άρθρο 36). Πρόκειται για ένα δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) που δύσκολα συμβιβάζεται με τη δημοκρατική αρχή. Από την άλλη, το δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας, δηλαδή η δυνατότητα του βασιλιά να υποβάλλει νομοσχέδια προς ψήφιση στη Βουλή, περιορίζεται, καθώς πλέον ορίζεται ότι αυτό ενασκείται «δια των υπουργών».

Περαιτέρω, ο βασιλιάς διατηρεί έναν περιορισμένο ρόλο ως παράγοντας της δικαστικής εξουσίας, ιδίως όσον αφορά τις αρμοδιότητες απονομής χάριτος και διορισμού των δικαστών. Περιορισμό της εξουσίας του αποτελεί πάντως η ενίσχυση του θεσμού της ισοβιότητας των δικαστών. Σε συμβολικό επίπεδο, εξακολουθεί μεν να προβλέπεται ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται εν ονόματι του βασιλιά, απαλείφεται ωστόσο η πρόβλεψη ότι η δικαιοσύνη «πηγάζει» απ’ αυτόν. Ο βασιλιάς διατηρεί, τέλος, και τη λειτουργία του ρυθμιστή του πολιτεύματος, με την έκδοση των διαταγμάτων διορισμού και παύσης της κυβέρνησης, σύγκλησης και διάλυσης της Βουλής, καθώς και προκήρυξης εκλογών.

Σύμφωνα με το άρθρο 54 του Συντάγματος, η Βουλή συνέρχεται αυτοδικαίως την πρώτη Νοεμβρίου κάθε έτους, εκτός εάν ο βασιλιάς τη συγκαλέσει νωρίτερα.

Ενδεικτικό για τα κοινοβουλευτικά ήθη της εποχής είναι και το ακόλουθο περιστατικό, που αναφέρει ο Γεώργιος Δυοβουνιώτης:

 

«Ληξάσης της Συνόδου του 1872 κατά Ιούνιον του 1873 δια της αποχωρήσεως των βουλευτών πριν έτι κηρυχθή η λήξις, και της 1ης Νοεμβρίου επελθούσης άνευ τινός υπό του Βασιλέως συγκαλέσεως, η μεν Βουλή δεν συνήλθεν αυτοδικαίως, είς δε και μόνος βουλευτής μετέβη εις το βουλευτήριον και επί πολύ μάτην παρέμεινε προς τήρησιν της διαάξεως του άρθρου 54» (Ελληνικοί κώδικες – Ελληνικά συντάγματα, 1901, σ. 183).

 

Ενόψει των παραπάνω, αποκτούν διαφορετικό νόημα οι αρχές του (πολιτικά) ανεύθυνου του βασιλιά και της προσυπογραφής των πράξεών του. Οι αρχές αυτές – σύμφωνα με τις οποίες ο βασιλιάς δεν φέρει καμία ευθύνη για τις πράξεις του, ενώ κάθε πράξη του πρέπει να προσυπογράφεται από τον αρμόδιο υπουργό που αναλαμβάνει έτσι την ευθύνη – προβλέπονταν ήδη στο Σύνταγμα του 1844. Υπό την ισχύ του τελευταίου, όμως, ο βασιλιάς μπορούσε να ασκεί «προσωπική εξουσία» και ο ρόλος των υπουργών περιοριζόταν κατά βάση στο να καλύπτουν την πολιτική του βασιλιά: έτσι, άλλος κυβερνούσε κι άλλος είχε την ευθύνη. Αντίθετα, υπό την ισχύ ενός δημοκρατικού Συντάγματος, αυτοί που κυβερνούν πρέπει να έχουν και την ευθύνη: ο (ανεύθυνος) βασιλιάς δεν δικαιούται πλέον να ασκεί προσωπική εξουσία. («ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά»). Όπως επισημαίνει ο Γ. Αναστασιάδης, «με δεδομένο ότι η εξουσία βρίσκεται εκεί όπου βρίσκεται και η ευθύνη και αντιστρόφως, η διάταξη του άρθρου 30 σύμφωνα με την οποία «ουδεμία πράξις του βασιλέως ισχύει ουδέ εκτελείται αν δεν είναι προσυπογεγραμμένη παρά του αρμοδίου υπουργού» αποδυναμώνει σε μεγάλο βαθμό τις εξουσίες του Στέμματος που μόνο τυπικά και κατ’ όνομα του ανήκουν». Η εξουσία τείνει κατ’ αυτόν τον τρόπο να μετατοπιστεί από τον ανεύθυνο βασιλιά στους υπεύθυνους υπουργούς.

Ωστόσο, το ότι ο βασιλιάς διατηρεί την εξουσία να επιλέγει χωρίς δεσμεύσεις τους υπουργούς του λειτουργεί ανασχετικά στην τάση αυτή. Έτσι, όσο δεν καθιερώνεται κοινοβουλευτικό σύστημα (οπότε ο βασιλιάς οφείλει να διορίζει τους υπουργούς που έχουν την εμπιστοσύνη της βουλής), ο βασιλιάς διατηρεί σημαντική εξουσία. Από την άποψη αυτή, η εισαγωγή της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875, οπότε ο βασιλιάς δεν μπορεί πλέον να επιλέγει τους, υπεύθυνους και προσυπογράφοντες τις πράξεις του, υπουργούς κατά την ελεύθερη και ανέλεγκτη κρίση του, συνεπάγεται σοβαρό, αν και άτυπο περιορισμό της συνολικής εξουσίας του.

 

Η Βουλή

 

Με την κατάργηση της Γερουσίας η Βουλή καθίσταται ο βασικός παράγοντας της νομοθετικής λειτουργίας. Τα μέλη της Βουλής εκλέγονται για τετραετή θητεία (ενώ υπό το Σύνταγμα του 1844 η θητεία ήταν τριετής) και είναι τουλάχιστον εκατόν πενήντα. Η θέση του βουλευτή είναι ασυμβίβαστη με τη θέση δημοσίου υπαλλήλου ή δημάρχου, όχι όμως και με αυτή του αξιωματικού. Αξιωματικοί που εκλέγονται βουλευτές τίθενται πάντως σε διαθεσιμότητα και επανέρχονται στην υπηρεσία μετά τη λήξη της βουλευτικής θητείας τους. Για την προστασία των βουλευτών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους προβλέπονται και οι σχετικές εγγυήσεις προσωπικής ανεξαρτησίας: Δεν καταδιώκονται ούτε εξετάζονται για γνώμη που εξέφρασαν στη Βουλή ή για ψήφο που έδωσαν, ενώ, όσο διαρκεί η βουλευτική σύνοδος και με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων, δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται χωρίς άδεια του σώματος. Κατοχυρώνεται επίσης η αυτονομία της Βουλής, καθώς ορίζει η ίδια τον τρόπο λειτουργίας της με Κανονισμό που ψηφίζει [2].

Στο σύστημα της «μονήρους Βουλής», όπως αποκαλείται, ενισχύεται η πολιτική θέση της λαϊκής αντιπροσωπείας. Αυτό αποτυπώνεται και σε μια σειρά νέων ρυθμίσεων που εισάγονται στο περί Βουλής κεφάλαιο του Συντάγματος. Διευρύνονται, έτσι, οι δυνατότητες άσκησης κοινοβουλευτικού ελέγχου. Εξορθολογίζεται και ρυθμίζεται πληρέστερα το δικαίωμα της Βουλής να κατηγορεί τους υπουργούς ενώπιον ειδικού δικαστηρίου (και όχι, όπως πριν, ενώπιον της Γερουσίας) σύμφωνα με τον νόμο περί ευθύνης υπουργών. Κυρίως όμως θεσπίζεται για πρώτη φορά το δικαίωμα της Βουλής να συγκροτεί «εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές» για να ελέγχει τους υπουργούς. Βέβαια, οι ρυθμίσεις αυτές από μόνες τους (εκτός δηλαδή των πλαισίων του κοινοβουλευτικού συστήματος) δεν αρκούν για να επιφέρουν μια ουσιαστική μετατόπιση της εξουσίας από τον βασιλιά προς τη Βουλή. Θέτουν, ωστόσο, το αναγκαίο θεσμικό πλαίσιο, ώστε να μπορέσει στη συνέχεια να καθιερωθεί το κοινοβουλευτικό σύστημα.

 

Εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές

 

Εξεταστικές των πραγμάτων επιτροπές συγκρότησε η Βουλή στις ακόλουθες περιπτώσεις, οι οποίες καταγράφονται από τον Γ. Δυοβουνιώτη: α) το Φεβρουάριο του 1882, ύστερα από πρόταση του πρωθυπουργού Αλ. Κουμουνδούρου, για να εξεταστεί υπόθεση του ελλείμματος του Ταμείου Θηβών· β) τον Απρίλιο του 1882, μετά από πρόταση του βουλευτή Ηλ. Παλαμίδη, προς εξέταση της μεταβίβασης του κτήματος Αδαμών· γ) το 1885, μετά από πρόταση των βουλευτών Κ. Μαυρομιχάλη και Δ. Λυμπερόπουλου, για να εξεταστεί η διαχείριση των έργων οδοποιίας, καθώς και το δάνειο των 170 εκατομμυρίων· δ) το 1891, συγκροτήθηκε επιτροπή, για να ελέγξει τις πράξεις του Χ. Τρικούπη ως Υπουργού των Στρατιωτικών.

Καμιά απ’ τις επιτροπές αυτές δεν κατέληξε στην άσκηση ποινικών διώξεων κατά υπουργών. Μόνο στην τελευταία περίπτωση αποφασίσθηκε η παραπομή του Χ. Τρικούπη σε δίκη, η οποία ωστόσο που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε.

 

Ποινική ευθύνη των Υπουργών

 

Σύμφωνα με το Σύνταγμα (άρθρα 80-81), η Βουλή μπορεί να κατηγορεί τους Υπουργούς ενώπιον ειδικού δικαστηρίου, που συγκροτείται από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου και από δώδεκα δικαστές που κληρώνονται μεταξύ του συνόλου των αρεοπαγιτών και εφετών. Τη διαδικασία και τις ποινές ορίζει ειδικός νόμος περί ευθύνης υπουργών. Μέχρι την έκδοση του νόμου αυτού, οι υπουργοί μπορούν να κατηγορούνται και να δικάζονται για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κατάχρησης δημόσιας περιουσίας, παράνομης είσπραξης και γενικά για κάθε παραβίαση του Συντάγματος και των νόμων στην οποία προβαίνουν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Ο Νόμος ΦΠΣΤ’ «περί ευθύνης των Υπουργών» ψηφίστηκε στις 23.12.1876 και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 23.2.1877. Πολύ σύντομα τροποποιήθηκε με τον Νόμο ΧΕ’ «περί μεταρρυθίσεως των διατάξεων του περί ευθύνης των Υπουργών νόμου», που δημοσιεύθηκε στις 11.3.1877. Πριν την έκδοση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, είχαν εισαχθεί σε δίκη, ευθέως βάσει του Συντάγματος, οι εξής υπουργοί: α) Οι Ι. Βαλασσόπουλος, υπουργός Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, και ο Β. Νικολόπουλος, υπουργός Δικαιοσύνης, κατηγορούμενοι «επί σιμωνία». Τον Μάρτιο του 1876, ο Βαλασσόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους και στέρηση της ικανότητάς του να λαμάνει δημόσιες θέσεις για τρία έτη, ενώ ο Νικολόπουλος καταδικάστηκε σε φυλάκιση δέκα μηνών. β) Όλοι οι υπουργοί της κυβέρνησης Δ. Βούλγαρη, κατηγορούμενοι για εκλογικές παραβάσεις, οι οποίοι πάντως απαλλάχθηκαν λόγω ακύρωσης του κατηγορητηρίου τον Σεπτέμβριο του 1876.

Όπως το Σύνταγμα του 1844, έτσι και το Σύνταγμα του 1864 δεν επέβαλλε τη λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος, καθώς στις διατάξεις του δεν προέβλεπε την πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης ούτε την εξάρτησή της από την εμπιστοσύνη της βουλής. Σε αντίθεση με το προηγούμενο Σύνταγμα, που φαινόταν να αποκλείει μια τέτοια εκδοχή πολιτεύματος, το Σύνταγμα του 1864 κάθε άλλο παρά αντίθετο με την εκδοχή αυτή ήταν. Η εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος αποτελούσε τη λογική ολοκλήρωση του πολιτεύματος που καθιέρωνε το Σύνταγμα. Μοιάζει, για το λόγο αυτόν, ως ανωμαλία η καθυστέρηση της καθιέρωσής του για περισσότερο από δέκα χρόνια.

 

Η (εκ νέου) κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Μετά την (πρώτη) κατάργησή του από το Σύνταγμα του 1844, το Συμβούλιο της Επικρατείας επανήλθε στο Σύνταγμα του 1864. Σ’ αυτό μάλιστα αφιερώθηκαν οι αρκετά αναλυτικές διατάξεις των άρθρων 83-86. Βέβαια, επρόκειτο για ένα θεσμό αρκετά διαφορετικό από τον ομώνυμο που είχε ιδρύσει η αντιβασιλεία. Αυτή τη φορά προβλέφθηκε αποκλειστικά ως συμβουλευτικό σώμα «προς παρασκευήν και βάσανον των νομοσχεδίων». Συγκεκριμένα, ως αποστολή του Συμβουλίου της Επικρατείας ορίστηκε η διατύπωση γνώμης επί όλων των νομοσχεδίων ή προτάσεων νόμου που ψηφίζονται στη Βουλή επί της αρχής και προτού αυτά ψηφιστούν κατ’ άρθρον. Ωστόσο, η προδιάθεση προς το όργανο αυτό, που στη μνήμη του λαού είχε συνδεθεί με την απολυταρχία, ήταν μάλλον αρνητική. Η επαναφορά του στο Σύνταγμα συντελέσθηκε μετά από πολλή συζήτηση στην Εθνική Συνέλευση και έγινε αποδεκτή με πολύ μικρή πλειοψηφία. Ως παραχώρηση προς την ισχυρή μειοψηφία που αντιδρούσε στην εγκαθίδρυση ενός σώματος που θεωρούσε αριστοκρατικό, η Συνέλευση δέχτηκε κατ’ εξαίρεση τη δυνατότητα αναθεώρησης των σχετικών διατάξεων του Συντάγματος.

Πράγματι, το όργανο αυτό δεν έμελλε να ασκήσει τις αρμοδιότητές του. Ένα χρόνο μετά τη θέση του Συντάγματος σε ισχύ, ενεργοποιήθηκε η «ρήτρα αναθεώρησης» και με τον νόμο ΡΙΒ’/ 25.11.1865 καταργήθηκαν οι περί Συμβουλίου της Επικρατείας διατάξεις. Είναι η πρώτη φορά που τροποποιείται το Σύνταγμα (με κατάργηση διατάξεών του). Βέβαια, δεν κινήθηκε η (τακτική) αναθεωρητική διαδικασία του άρθρου 107, αλλά απλώς έγινε χρήση μιας εξαιρετικής πρόβλεψης του Συντάγματος για αναθεώρηση ενός πολύ συγκεκριμένου κομματιού της συνταγματικής ύλης. Δεν παύει, παρόλα αυτά, να πρόκειται για μια τυπική μεταβολή του συνταγματικού κειμένου, η οποία μάλιστα έγινε με τήρηση της προβλεπόμενης συνταγματικής διαδικασίας και όχι με συνταγματική εκτροπή.

Η ενίσχυση του φιλελεύθερου χαρακτήρα του πολιτεύματος

Ο φιλελεύθερος χαρακτήρας του πολιτεύματος ενισχύεται, καθώς το Σύνταγμα του 1864 κατοχυρώνει πληρέστερα και αποτελεσματικότερα τις ατομικές ελευθερίες. Το Σύνταγμα του 1844 περιλάμβανε βέβαια έναν σχετικά πλήρη κατάλογο ατομικών ελευθεριών, ωστόσο, στην πράξη, η προστασία τους παρουσίαζε σοβαρά ελλείμματα. Με το Σύνταγμα του 1864 αφενός συμπληρώνεται ο κατάλογος με νέα δικαιώματα και αφετέρου προβλέπονται ορισμένες, διαδικαστικού κυρίως χαρακτήρα, εγγυήσεις, που καθιστούν αποτελεσματικότερη την άσκησή τους. Οι περισσότερες μάλιστα από αυτές τις προσθήκες και βελτιώσεις συνδέονται με τη δημοκρατική αρχή και, κατά τούτο, επιτυγχάνεται η σύζευξη του φιλελεύθερου με τον δημοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος.

Η σημαντικότερη, ωστόσο, εξέλιξη στην προστασία των ατομικών ελευθεριών επέρχεται περί τα τέλη του αιώνα, με την καθιέρωση του ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων από τα δικαστήρια. Η δυνατότητα δικαστικής προστασίας των πολιτών απέναντι σε αυθαιρεσίες της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας συμβάλλει στην εδραίωση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

 

Πληρέστερη κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο Σύνταγμα

 

Οι κυριότερες βελτιώσεις που το Σύνταγμα του 1864 επιφέρει στην προστασία των ατομικών ελευθεριών:

(α) Κατοχυρώνονται τα δύο βασικά δικαιώματα συλλογικής δράσης: η ελευθερία της συνάθροισης (ελευθερία του συνέρχεσθαι), δηλαδή το δικαίωμα διοργάνωσης και συμμετοχής σε συγκεντρώσεις και άλλες δημόσιες εκδηλώσεις, και η ελευθερία της συνένωσης (ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι), δηλαδή το δικαίωμα σύστασης ενώσεων και σωματείων. Με τα δικαιώματα αυτά διευρύνεται η συμμετοχή του λαού στις αντιπροσωπευτικές διαδικασίες. Ειδικότερα, αποκτά συνταγματικό έρεισμα η ίδρυση και λειτουργία των κομμάτων και λοιπών πολιτικών ενώσεων, εξέλιξη ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Και περαιτέρω – κάτι το οποίο διευκρινίστηκε με την αναθεώρηση του 1911 – βρίσκει συνταγματικό έρεισμα η ίδρυση και λειτουργία των επαγγελματικών ενώσεων και εργατικών σωματείων, παρέχοντας τη δυνατότητα στις εργαζόμενες τάξεις να διεκδικούν καλύτερες συνθήκες εργασίας και διαβίωσης.

 

Το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι στην ελληνική επιστήμη του συνταγματικού δικαίου

 

«Η ελληνική επιστήμη του συνταγματικού δικαίου θεωρούσε ανέκαθεν την ελευθερία του συνεταιρισμού ως την πιο στοιχειώδη εκδήλωση κοινωνικότητας του ανθρώπου, ως το δικαίωμα που επιβεβαιώνει και επικυρώνει την κοινωνική του διάσταση. Ο Ν. Ι. Σαρίπολος στην Πραγματεία του περί του Συνταγματικού Δικαίου, θεωρεί «την ελευθερίαν του συνεταιρίζεσθαι ως συμφυή εις την ανθρώπινον φύσιν», καθ’ ότι ο άνθρωπος «ον φύσει κοινωνικόν, λογικόν μάλλον παρά φυσικόν, χρήζει της από των ομοίων βοηθείας και αντιλήψεως», έχει δε έμφυτον «την ορμήν προς το φιλείν, την προς τον όμοιον ομιλίαν». Επικαλούμενος μάλιστα τη γνώμη του Αριστοτέλη (…), καταλήγει ότι είναι «φυσικόν τοις ανθρώποις το είναι συνηνωμένους, φυσικόν δε και το κατά μερικωτέρας ομάδας συνεταιρίζεσθαι».

(…) Η αυθόρμητη αυτή εκδήλωση της κοινωνικότητας του ανθρώπου δεν κατοχυρώθηκε, ωστόσο, νομικά παρά μόνο στους νεότερους χρόνους, στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν το Δίκαιο «ήλθε να προσδώση εις την ελευθερίαν ταύτην ωρισμένον τύπον και σχήμα» (Αλεξ. Σβώλος). Πράγματι, τότε μόνο η ελευθερία του συνεταιρισμού αναγνωρίστηκε ως δικαίωμα, όταν με τους αγώνες και την πολιτική άνοδο των μαζών από «φυσικό» έγινε δικαίωμα νομικά κατοχυρωμένο, δικαίωμα του μέλους της πολιτικά οργανωμένης κοινωνίας. Ακόμη και ο Ν. Ι. Σαρίπολος ομολογεί ότι το δικαίωμα του συνεταιρισμού «κατάκτησις νέα της ελευθερίας εστί ως κατά πρώτον εν τω Συντάγματι του 1864 ομολογηθέν». Έως τότε η ίδρυση πολιτικών και επαγγελματικών οργανώσεων απαγορευόταν ή η σύστασή τους εξαρτιώταν από άδεια της αρχής.

Ο ισχύων τότε Ποινικός Νόμος στα άρθρα 212 και επόμενα απαγόρευε τη σύσταση, χωρίς την άδεια της κυβέρνησης, ενώσεων δύο ή περισσοτέρων προσώπων για οποιοδήποτε σκοπό εκτός από επιστημονικό ή φιλανθρωπικό. Οι παραβάτες τιμωρούνταν με ποινές φυλάκισης. Το 1864, ο συνταγματικός νομοθέτης έθεσε υπό την προστασία του Συντάγματος (άρθρο 11) ιδίως τους συνεταιρισμούς που επεδίωκαν σκοπούς πολιτικούς καθώς και τις φιλανθρωπικές και θρησκευτικές ενώσεις. Κατά την αναθεώρηση του 1911 η συνταγματική προστασία της ελευθερίας του συνεταιρισμού επεκτάθηκε και στα επαγγελματικά σωματεία, μετά από σχετική δήλωση ότι ο όρος «συνεταιρίζεσθαι περιλαμβάνει ου μόνον τους πολιτικούς συλλόγους, αλλά και τα κοινωνικούς σκοπούς επιδιώκοντα σωματεία και πάσαν εν γένει ένωσιν πλειόνων προς οιονδήποτε θεμιτόν σκοπόν». Μετά την ερμηνευτική αυτή δήλωση, το άρθρο 11 κάλυπτε πλέον όλο το φάσμα των οργανώσεων, δηλαδή και τις συνδικαλιστικές και τις πολιτικές οργανώσεις. Η σημασία της συνταγματικής κάλυψης των πολιτικών συνεταιρισμών είναι προφανής, αν σκεφθεί κανείς ότι στο Σύνταγμα του 1864/1911/1952 δεν υπήρχε άλλο συνταγματικό έρεισμα για τη δράση των πολιτικών κομμάτων» (Αντώνης Μανιτάκης, Το υποκείμενο των συνταγματικών δικαιωμάτων κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, 1981, σ. 235-237).

Στην πράξη, τα νεοπαγή αυτά δικαιώματα αντιμετωπίστηκαν με πολλή επιφύλαξη – αν όχι εχθρότητα – από τους κρατούντες. Οι ισχύοντες νόμοι έθεταν σοβαρούς περιορισμούς στη συλλογική δράση, ιδίως των εργαζομένων. Εξάλλου, δεν έλειψαν και περιπτώσεις βίαιης καταστολής των εργατικών δικαιωμάτων, όπως στην περίπτωση των Λαυρεωτικών. Στο κλίμα αυτό, η ίδρυση των πρώτων εργατικών και σοσιαλιστικών συλλόγων βρήκε περιορισμένη μόνο απήχηση.

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

 

Οι πρώτοι νεκροί διαδηλωτές

 

Στις 15 Ιανουαρίου 1878 διαδηλώνουν 5000 άτομα στα Προπύλαια, στην πλατεία Ελευθερίας, μπροστά στο σπίτι του Κουμουνδούρου.

 

«Ο λαός διετάχη να διαλυθεί. (…) Οι αξιωματικοί διέταξαν εκφόβισιν… Στρατιώται επυροβόλησαν. Τινές πολίτες δια πιστολίων αντεπυροβόλησαν… Αίφνης φωνή ηκούσθη: ‘Σε κρέας τώρα’. Τρεις πολίται έπεσαν. Τρεις χωροφύλακες πληγώθησαν. Οι πυροβολισμοί συνεχίσθησαν. Επί κάρρων εφέροντο οι φονευθέντες και πληγωθέντες και το πλήθος διεσκορπίζετο. Έγιναν και συλλήψεις. Ο υπουργός στρατιωτικών Πετμεζάς απαγόρευσε τα συγκεντρώσεις. Έγινε και συζήτηση στη Βουλή όπου με μεγάλη πλειοψηφία εγκρίθηκαν τα κυβερητικά μέτρα» (Εφημερίς, 16.1.1878).

 

(β) Προστατεύεται πληρέστερα η ελευθερία του τύπου. Η κατοχύρωσή της στο Σύνταγμα του 1844 υπήρξε ατελής, καθότι απαγόρευε μεν τη λογοκρισία, όχι όμως και την κατάσχεση. Στο Σύνταγμα του 1864 (άρθρο 14) οι εγγυήσεις υπέρ του τύπου διευρύνονται: απαγορεύεται η λογοκρισία και κάθε άλλο προληπτικό μέτρο, καθώς επίσης και η κατάσχεση των εφημερίδων και άλλων εντύπων. Κατ’ εξαίρεση, κατάσχεση είναι επιτρεπτή μόνο στις περιπτώσεις προσβολής της χριστιανικής θρησκείας και του προσώπου του βασιλιά και μόνο μετά την δημοσίευση. Η επιβολή κατάσχεσης συνοδεύεται, πάντως, από ορισμένες διαδικαστικού χαρακτήρα εγγυήσεις (απόφαση εισαγγελέα, βούλευμα δικαστικού συμβουλίου για τη διατήρηση ή άρση της κατάσχεσης, δυνατότητα ανακοπής κατά του βουλεύματος).

(γ) Καταργείται η απάνθρωπη ποινή του πολιτικού θανάτου.

(δ) Τα πολιτικά εγκλήματα υπάγονται σε επιεικέστερο, σε σχέση με τα κοινά εγκλήματα, καθεστώς: περιορίζονται τα ανώτατα χρονικά όρια προφυλάκισης (μέχρι τρεις μήνες), παρέχεται η δυνατότητα πρόωρης απόλυσης του προφυλακισμένου με απόφαση δικαστικού συμβουλίου, ενώ, για τα αμιγώς πολιτικά εγκλήματα, καταργείται η θανατική ποινή.

(ε) Προστατεύεται πληρέστερα, σε σχέση με το Σύνταγμα του 1844, η προσωπική ασφάλεια, καθώς στη σχετική συνταγματική διάταξη (άρθρο 5) εισάγονται ορισμένες εγγυήσεις διαδικαστικού βασικά χαρακτήρα (άμεση προσαγωγή του συλληφθέντα στον ανακριτή, ανώτατα χρονικά όρια κράτησης). Ορίζεται μάλιστα ότι οι υπάλληλοι (δεσμοφύλακες κλπ.) που παραβαίνουν τις σχετικές διατάξεις και κρατούν τον συλληφθέντα πέρα από τα επιτρεπτά όρια θα θεωρείται ότι διαπράττουν το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης και θα τιμωρούνται.

(στ) Ορίζεται (στο άρθρο 20) ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστο» (ενώ το Σύνταγμα του 1844 όριζε απλώς ότι «είναι απαραβίαστο»). Μ’ αυτή την, συμβολικής κυρίως σημασίας, επίταση της διατύπωσης της διάταξης εκφράζεται η αντίδραση της Β’ Εθνικής Συνέλευσης στις σοβαρές παραβιάσεις του δικαιώματος αυτού από την οθωνική εξουσία.

 

Οι Σ. και Θ. είχαν προφυλακιστεί για να δικαστούν ως ληστές. Τα στοιχεία βάσει των οποίων παραπέμφθηκαν σε δίκη προέρχονταν από μια επιστολή, που έχει βρεθεί στο πτώμα του ληστή Κ. και απευθυνόταν σ’ αυτούς. Ο Άρειος Πάγος, σε μια πρωτοποριακή απόφασή του (την 89/1871), έκρινε ότι «η επιστολή αυτή δεν ηδύνατο να ληφθή υπ’ όψιν, διότι το άρθρο 20 του Συντάγματος διαλαμβάνει επί λέξεσιν ότι το απόρρητον των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστον»∙ διέταξε έτσι την αποφυλάκιση των Σ. και Θ., επειδή, πέρα από την επιστολή, δεν υπήρχαν άλλες ενδείξεις για την παραπομπή τους σε δίκη.

 

ζ) Προστίθεται στο άρθρο 3 διάταξη στην οποία ορίζεται ότι σε Έλληνες πολίτες «δεν απονέμονται ούτε αναγνωρίζονται τίτλοι ευγένειας ή διάκρισης». Η διάταξη αυτή, που απηχεί τις δημοκρατικές αντιλήψεις των μελών της Β’ Εθνικής Συνέλευσης, επαναλαμβάνεται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα.

(η) Κατοχυρώνεται πληρέστερα η θρησκευτική ελευθερία, χωρίς ωστόσο να απαλείφεται η ρήτρα της απαγόρευσης του προσηλυτισμού κατά της επικρατούσας θρησκείας και βέβαια χωρίς να αίρεται η σχέση έντασης που δημιουργείται από την αναγνώριση της ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Πάντως, εξισώνεται το καθεστώτος των λειτουργών των (λοιπών) αναγνωρισμένων θρησκειών με αυτό των λειτουργών της επικρατούσας θρησκείας, ενώ καθιερώνεται και η ορκοδοσία των αλλόθρησκων βουλευτών κατά τον τύπο της θρησκείας τους. Με τις ρυθμίσεις αυτές διευκολύνονται τα μέλη άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων στην άσκηση της θρησκευτικής τους ελευθερίας.

 

Η συσχέτιση των ατομικών ελευθεριών με τη δημοκρατική αρχή

 

Η συνολική βελτίωση της προστασίας των ατομικών ελευθεριών πρέπει σε μεγάλο βαθμό να θεωρηθεί και αυτή ως απόρροια της καθιέρωσης δημοκρατικού πολιτεύματος. Η δυνατότητα ακώλυτης συμμετοχής στις δημοκρατικές διαδικασίες προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο προστασίας των ελευθεριών. Χαρακτηριστικά είναι, όσον αφορά τα πλέον «πολιτικά» από τα ατομικά δικαιώματα, δηλαδή τα δικαιώματα συλλογικής δράσης και την ελευθερία του τύπου, ορισμένα αποσπάσματα από τις συζητήσεις στην Εθνοσυνέλευση. Ο πληρεξούσιος Α. Διαμαντόπουλος επισημαίνει, έτσι, ότι:

 

«εις τας δημοσίας συναθροίσεις, εις τους δημοσίους συνεταιρισμούς μορφούται και αναπτύσσεται η κοινή γνώμη… Σύνταγμα, εκλογαί άνευ κοινής γνώμης είναι ψεύδος, απάτη… Ο συνεταιρισμός μόνον δύναται να φέρει εις ισορροπίαν τας δυνάμεις της Κυβερνήσεως και του ατόμου».

 

Και, σύμφωνα με τον Ν. Ι. Σαρίπολο [3],

 

«η ελευθερία του τύπου δίδει περισσοτέραν έντασιν εις την εν γένει ελευθερίαν του έθνους. Περιορίζοντες την ελευθερίαν του τύπου, προσβάλλετε του έθνους την κυριαρχίαν, ήτις είναι αλληλένδετος προς τη ελευθερίαν της ψήφου και την ελευθερίαν του εκφράζειν την διάνοιαν και την επί του πολιτευομένων κρίσιν…».

 

Η καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων

 

Μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα τα δικαστήρια αρνούνταν να προβούν σε δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων, θεωρώντας ότι κάτι τέτοιο συνιστά ανεπίτρεπτη παρέμβαση της δικαστικής στη νομοθετική εξουσία. Ο δικαστής περιοριζόταν να εξετάσει εάν ένας νόμος φέρει τα τυπικά γνωρίσματα που απαιτεί το Σύνταγμα για τους νόμους, αλλά δεν εξέταζε το περιεχόμενό του. Τη θέση αυτή, που πρωτοδιατύπωσε ο Άρειος Πάγος το 1847 με την απόφαση 198/1847, επαναλάμβαναν έκτοτε τακτικά τα δικαστήρια. Στην απόφαση 254/1883, για παράδειγμα, ο Άρειος Πάγος τόνιζε ότι:

 

«εφ’ όσον ο νόμος φέρει πάντα τα εξωτερικά γνωρίσματα, ήτοι ότι εν αυτώ λέγεται ότι εψηφίσθη υπό της Βουλής, εκυρώθη υπό του Βασιλέως και εδημοσιεύθη δια της εφημερίδος της Κυβερνήσεως, δεν δικαιούνται τα δικαστήρια να εξετάσωσιν αν, κατά την κατάρτισιν αυτού, ετηρήθησαν αι εσωτερικαί διατυπώσεις, ήτοι εάν εψηφίσθη σύμφωνα με τα εν τω Συντάγματι ως προς τούτο διαγραφόμενα».

 

Παρομοίως, με την απόφαση 1850/1896, το Εφετείο Αθηνών αρνήθηκε να κρίνει τη συνταγματικότητα ενός νόμου ο οποίος ανέτρεπε ιδιοκτησιακά δικαιώματα ενός ιδιώτη, επισημαίνοντας ότι:

 

«ο δικαστής δεν επικρίνει αλλά εφαρμόζει τον νόμον, επομένως έστιν αρμόδιος να εξετάσει μόνον εάν η νομοθετική πράξις φέρει τους παρά του Συντάγματος αναγραφόμενους τύπους… ουχί δε και να εξελέγξη τας τοιαύτας νομοθετικάς αποφάσεις ως προς το περιεχόμενον αυτών, διότι τότε η δικαστική εξουσία. θα καθίστατο ανωτέρα της νομοθετικής».

 

Η στάση αυτή των δικαστηρίων σήμαινε ότι ο πολίτης δεν μπορούσε να προστατευθεί απέναντι σε νομοθετικές πράξεις αντίθετες προς το Σύνταγμα και ιδίως απέναντι σε νόμους που προσβάλλουν τις ατομικές ελευθερίες. Βέβαια, θεωρητικά, ο νομοθέτης ήταν εκπρόσωπος του έθνους και εκφραστής του «κοινού καλού» και, ως εκ τούτου, επικρατούσε η πεποίθηση ότι δεν υπάρχει περίπτωση να πράττει σε βάρος των δικαιωμάτων των πολιτών. Καθώς, όμως, γινόταν αντιληπτό ότι σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα το «κοινό καλό» δεν προσδιορίζεται από το ενιαίο και υπερβατικό έθνος, αλλά από τον συγκεκριμένο λαό και ότι η γενική βούληση σχηματίζεται μέσα από τις συγκρούσεις των επιμέρους κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων, άρχισε να συνειδητοποιείται και η ανάγκη προστασίας των ατομικών ελευθεριών απέναντι στη συγκυριακή βούληση της εκάστοτε κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Άλλωστε, η παραμέριση ενός νόμου υπέρ του Συντάγματος δεν θα έπρεπε να θεωρείται ως προσβολή της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας – με τη δικαιολογία ότι ο δημοκρατικά νομιμοποιημένος νομοθέτης αποτελεί την γνησιότερη έκφρασή της -, αλλά αντίθετα ως επιβεβαίωσή της: καθώς το Σύνταγμα αποτελεί τον υπέρτατο νόμο του κράτους και την πρωταρχική έκφραση της λαϊκής θέλησης, είναι εύλογο να υπερισχύει έναντι των κοινών νόμων.

Σταδιακά, η αντίληψη αυτή άρχισε να επικρατεί και στα δικαστήρια. Για πρώτη φορά, το Πρωτοδικείο Αθηνών, με την απόφαση 3504/1892, δέχτηκε ότι:

«τα δικαστήρια, οσάκις ήθελον συναντήσει προφανή αντίφασιν μεταξύ Συντάγματος και νόμου, μη δυνάμενα να θεωρήσωσι καταργημένον το αμετάβλητο Σύνταγμα, κατ’ ανάγκη θέλουσι λύσει την αντινομίαν, αποδίδοντα εις τούτο την επικράτησιν και θεωρούντα τον νόμον ανίσχυρον».

Ακολούθως, το Εφετείο Αθηνών, με την απόφαση 1847/1893, έκρινε ότι:

«ο κατά το περιεχόμενον αντισυνταγματικός νόμος δεν δύναται ποτέ να θεωρηθή ως ισχύον όπως δήποτε και εφαρμοστέος. Καθ’ όσον εν τοιαύτη περιπτώσει αποτελεί καθαρώς κατάλυσιν πλήρη ωρισμένης διατάξεως του Συντάγματος (όπερ αναμφισβητήτως είναι υπέρτερον και επικρατέστερον παντός νόμου…)» και, κατά συνέπεια, «ο δικαστής… δύναται χωρίς να κατακριθή επί υπερβάσει των οικείων της εξουσίας αυτού ορίων ου μόνον να εξετάζη εκάστοτε εάν ο νόμος φέρη πάντα τα γενεθλιακά αυτού στοιχεία, και εάν δεν αντίκειται κατ’ ουσίαν προς το Σύνταγμα, αλλά και να αποφαίνηται τούτο επικρατέστερον εκείνου. Καθ’ όσον και εν τοιαύτη περιπτώσει υποτίθεται ουχί ότι αρνείται υποταγήν εις τον Νόμον. αλλ’ ότι κηρύττει μη καταργηθέν δια νόμου το Σύνταγμα».

Το αποτέλεσμα του παραπάνω σκεπτικού ήταν να κριθεί αντισυνταγματικός ο νόμος ΡΟΓ’ του 1867 και ειδικότερα οι διατάξεις του που καταργούσαν αναδρομικά τα δικαιώματα κυριότητας που είχαν οι παρόχθιοι ιδιοκτήτες της λίμνης Κωπαΐδος, χωρίς όμως να έχει καταβληθεί προηγουμένως αποζημίωση, όπως όριζε το άρθρο 17 του Συντάγματος. Η θέση αυτή επιβεβαιώθηκε λίγο αργότερα και από τον Άρειο Πάγο. Με την ιστορική απόφαση 23/1897 διακήρυξε ότι:

«όταν διάταξις νόμου αντίκειται εις το Σύνταγμα, ως μεταβάλλουσα δι’ απλού νομοθετήματος θεμελιώδην διάταξιν αυτού, δικαιούται το δικαστήριον να μην εφαρμόζη αυτήν εν τω θέματι περί ου δικάζει».

Με την παραπάνω εξέλιξη της νομολογίας τους, τα δικαστήρια καθιερώνουν μια σπουδαία εγγύηση του κράτους δικαίου. Αναγνωρίζεται ότι το Σύνταγμα και ιδίως οι διατάξεις του που κατοχυρώνουν ατομικές ελευθερίες δεσμεύουν κάθε κρατική εξουσία, επομένως ακόμη και την νομοθετική. Και αναδεικνύεται ο ρόλος των δικαστηρίων να προστατεύουν τον πολίτη απέναντι σε κάθε είδους προσβολή των δικαιωμάτων του, απ’ όπου κι αν προέρχεται, ακόμη δηλαδή κι αν συντελείται με νόμο ψηφισμένο από την πλειοψηφία της Βουλής.

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος και η λειτουργία του πολιτεύματος

 

Υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1864 και μέχρι την αναθεώρηση του 1911, η λειτουργία του πολιτεύματος διέρχεται δύο στάδια, με ορόσημο την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875. Κατά το πρώτο στάδιο (1864-1875) σταθεροποιείται η λειτουργία του πολιτεύματος, ενώ το δεύτερο στάδιο (1875-1911) χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή και λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος. Παράλληλα με αυτή την πορεία εξορθολογισμού του πολιτικού συστήματος και εξομάλυνσης του δημόσιου βίου, το ελληνικό κράτος επεκτείνεται εδαφικά και αναπτύσσεται οικονομικά.

 

Το πλαίσιο των διεθνών εξελίξεων και η εδαφική επέκταση του ελληνικού κράτους

 

Κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και ιδίως στις τρεις τελευταίες δεκαετίες του μια νέα εποχή αρχίζει να διαμορφώνεται στις διεθνείς σχέσεις. Οι κυριότερες τάσεις μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

α) Οι μεγάλες δυνάμεις τείνουν να εγκαταλείψουν οριστικά το, παρωχημένο υπό τις νέες συνθήκες, δόγμα της διατήρησης της ακεραιότητας της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κάτι που επιταχύνει την αποσύνθεσή της. Οι συνέπειες είναι εμφανείς ιδίως στα Βαλκάνια, όπου αυξάνει διαρκώς – και μάλιστα μετά τη νέα τουρκική ήττα στον ρωσοτουρκικό πόλεμο – η επιρροή της Ρωσίας. Οδηγούμαστε έτσι στις επαναστάσεις της Βοσνίας Ερζεγοβίνης και της Βουλγαρίας (το 1875 και το 1876 αντίστοιχα) και τελικά στην αναγνώριση της βουλγαρικής και της σερβικής ανεξαρτησίας το 1878 με τις συνθήκες του Αγίου Στεφάνου και του Βερολίνου.

β) Με την ενοποίηση της Ιταλίας το 1870 και της Γερμανίας το 1871, νέες δυνάμεις κάνουν την εμφάνισή τους στη διεθνή σκηνή. Ιδίως η Γερμανία διεκδικεί ένα σημαντικό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Αρχίζει πια να γίνεται αντιληπτό ότι η εποχή όπου η διεθνής πολιτική επικαθοριζόταν από την αντιπαράθεση των δυο βασικών δυνάμεων (Αγγλία – Ρωσία) τείνει να παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ένας ιδιότυπος πολυπολισμός αναδύεται, με συνέπεια οι μικρότερες χώρες να αποκτούν μεγαλύτερα περιθώρια ελιγμών: δεν είναι πλέον αναγκασμένες να προσδένονται στο άρμα της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, αλλά μπορούν να δημιουργούν νέες συμμαχίες και να τις αλλάζουν, ανάλογα με τη συγκυρία.

γ) Με τη διεθνή οικονομική ύφεση των ετών 1870-1890 συνειδητοποιείται η σημασία του οικονομικού παράγοντα για τις διεθνείς εξελίξεις. Για την ελληνική οικονομία, που έφερε το δυσβάστακτο βάρος των δανείων του ελληνικού κράτους, η διεθνοποίηση της οικονομίας και ιδίως η κινητικότητα των κεφαλαίων στη διεθνή αγορά λειτούργησε θετικά: με την προσέλκυση των παροικιακών κεφαλαίων δημιουργήθηκαν οι προϋποθέσεις για την οικονομική ανάπτυξη και, μαζί μ’ αυτήν, για τη διαμόρφωση της ελληνικής αστικής τάξης.

Η θέση της Ελλάδας στο νέο αυτό διεθνές πλαίσιο χαρακτηρίζεται ιδίως από την, περιορισμένη έστω, εδαφική επέκτασή της. Η κρητική επανάσταση του 1864-1867 μπορεί να μην οδήγησε τελικά στην ένωση της μεγαλονήσου, ωστόσο με την προσχώρηση των επτανήσων το 1864 και της Θεσσαλίας και Άρτας το 1881 το ελληνικό κράτος αυξάνει την εδαφική του έκταση κατά το εν τρίτο περίπου. Η εδαφική επέκταση συνοδεύεται από οφέλη οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά ακόμη και πολιτικά (αρκεί να σκεφτούμε τη συμβολή των επτανήσιων πληρεξουσίων στην επικράτηση των δημοκρατικών στοιχείων κατά τις εργασίες Β’ Εθνικής Συνέλευσης). Σημαντική συνέπεια των εξελίξεων αυτών αποτελεί, εξάλλου, και το ότι εξορθολογίζεται η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Αποβάλλει έτσι το ρομαντικό περίβλημά της (με αναφορές στο Βυζάντιο και την αρχαιότητα) και επικεντρώνεται στο συγκεκριμένο – και γι’ αυτό ρεαλιστικό – αίτημα δημιουργίας ενός ισχυρού νεοελληνικού κράτους. Στην περίοδο αυτή τίθενται τα θεμέλια της εθνικής ολοκλήρωσης, τα αποτελέσματα της οποίας δεν φάνηκαν παρά αρκετά αργότερα – και ύστερα από αρκετές αποτυχίες, με κορυφαία την ήττα του 1897-, με τους βαλκανικούς πολέμους.

 

Η σταθεροποίηση της λειτουργίας του πολιτεύματος (1864-1875)

 

Η πρώτη δεκαετία εφαρμογής του Συντάγματος του 1864 και πρώτη περίοδος λειτουργίας του πολιτεύματος της βασιλευόμενης δημοκρατίας έμεινε αρκετά πίσω από τις προσδοκίες που είχε δημιουργήσει η δημοκρατική επανάσταση του 1862. Ύστερα από τριάντα χρόνια μοναρχίας (απόλυτης και συνταγματικής), δεν είχε ακόμη αφομοιωθεί πλήρως ο φιλελεύθερος και, ιδίως, ο δημοκρατικός χαρακτήρας του πολιτεύματος. Έτσι, πολλές από τις ατυχείς πρακτικές της προηγούμενης περιόδου φαίνεται να επιβιώνουν και στο νέο καθεστώς.

Τα κυριότερα χαρακτηριστικά της περιόδου αυτής μπορούν να συνοψισθούν στα ακόλουθα:

α) Ο βασιλιάς Γεώργιος διεκδικεί, αν και με λιγότερο απροκάλυπτο τρόπο απ’ ό,τι ο προκάτοχός του, άμεσο πολιτικό ρόλο, κυρίως μέσω της αρμοδιότητάς του να διορίζει και να παύει κυβερνήσεις. Στη λογική του πολιτεύματος ανήκει – εν δυνάμει, αλλά χωρίς να κατοχυρώνεται ρητά – και η κοινοβουλευτική αρχή, δηλαδή η υποχρέωση του βασιλιά να διορίζει κυβερνήσεις που έχουν την εμπιστοσύνη της Βουλής. Παρόλα αυτά ο Γεώργιος ασκεί την αρμοδιότητά του αυτή κατ’ αρέσκειαν: κατά κανόνα διορίζει φιλικές προς αυτόν κυβερνήσεις, τις οποίες δεν διστάζει να παύει όταν γίνονται ανεπιθύμητες. Είναι ενδεικτικό ότι οι περισσότερες από τις 18 συνολικά κυβερνήσεις που διορίστηκαν μέχρι το 1875 δεν διέθεταν την πλειοψηφία στη Βουλή. Σε κάποιες περιπτώσεις – όπως με την κυβέρνηση Επ. Δεληγεώργη το 1872 – ο βασιλιάς επέμενε να διατηρεί «τεχνητά» στην εξουσία κυβερνήσεις που εξυπηρετούσαν τους προσωπικούς πολιτικούς του σχεδιασμούς. Σε άλλες περιπτώσεις απομάκρυνε από την εξουσία κυβερνήσεις, όταν διαφωνούσε με την πολιτική που ακολουθούσαν. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο εξαναγκασμός σε παραίτηση της κυβέρνησης Αλ. Κουμουνδούρου το 1867, η οποία μάλιστα διέθετε την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, γιατί ο βασιλιάς διαφωνούσε με το χειρισμό του κρητικού ζητήματος. Η αποπομπή της κυβέρνησης Κουμουνδούρου υπήρξε η απαρχή μια πολυετούς πολιτικής κρίσης, η οποία δεν παρήλθε παρά με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης το 1875.

Κατά την πρώτη αυτή περίοδο της βασιλείας του, ο νεαρός και άπειρος Γεώργιος επηρεάζεται σε σημαντικό βαθμό από διάφορους συμβούλους των ανακτόρων και «αυλοκόλακες», οι οποίοι έτσι αποκτούν σημαντική (εξω-θεσμική) εξουσία και δυνατότητα παρέμβασης σε ζητήματα κυβερνητικής πολιτικής. Διαβόητος υπήρξε ιδίως ο Δανός μυστικοσύμβουλος κόμης Σπόνεκ, η συμπεριφορά του οποίου κατά τα δυο πρώτα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου εξήγειρε εναντίον του την κοινή γνώμη, ώστε τελικά να εξαναγκαστεί να εγκαταλείψει τη χώρα.

 

Η αποτυχημένη συναίρεση του βασιλικού θεσμού με την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: ένας αιώνας πολιτειακής κακοδαιμονίας

 

Η πρακτική που ακολουθήθηκε από τον Γεώργιο αναφορικά με τον διορισμό και την παύση κυβερνήσεων δημιούργησε ένα αρνητικό προηγούμενο και οδήγησε στη διαμόρφωση μιας μοναρχικής «ανάγνωσης» και ερμηνείας της σχετικής αρμοδιότητάς του, σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς έχει περιθώρια διακριτικής ευχέρειας κατά την άσκηση της. Η ερμηνεία αυτή έρχεται όμως σε αντίθεση με τη δημοκρατική αρχή, η οποία διαπνέει το Σύνταγμα στο σύνολό του και, άρα, θα έπρεπε να αποτελεί και το ερμηνευτικό κριτήριο όσον αφορά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του βασιλιά.

Στην εδραίωση της φιλομοναρχικής αυτής ερμηνείας – και, ως εκ τούτου, στην ενίσχυση του πολιτικού ρόλου του στέμματος – συνέβαλε και η στάση των πολιτικών δυνάμεων της εποχής. Όπως χαρακτηριστικά υποστήριζε σε αγόρευσή του στη Βουλή (9.11.1865) ο Επ. Δεληγεώργης,

 

«Το δικαίωμα του Βασιλέως είναι πλήρες, δύναται να καλέση ον αυτός βούλεται ίνα κυβερνήση τον τόπον. Το δικαίωμα του Βασιλέως δεν υπόκειται εις κανένα περιορισμόν. Αι κυβερνήσεις μόνον κρίνονται, αφού κυβερνήσωσιν, υπό του έθνους και της Βουλής ή δύνανται να πέσωσιν αυθωρεί…».

 

Η αντίληψη αυτή δεν εγκαταλείφθηκε ούτε μετά την εισαγωγή της αρχής της «δεδηλωμένης», ούτε καν μετά τη ρητή συνταγματική καθιέρωση του κοινοβουλευτικού συστήματος με το Σύνταγμα του 1864/1911/1952. Η επιβίωση μοναρχικών «υπολειμμάτων» σε ένα δημοκρατικό πολίτευμα αποτέλεσε πηγή πολιτικών ανωμαλιών, που χαρακτήρισαν ολόκληρο της περίοδο της βασιλευόμενης δημοκρατίας μέχρι τα «κύκνειο άσμα» της, τη βασιλική εκτροπή του 1965–1967. Έναν αιώνα μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864, με αφορμή τα Ιουλιανά του 1965, ο Φαίδων Βεγλερής συνόψιζε τις βασικές αιτίες της κακοδαιμονίας που ταλάνιζε τη λειτουργία του πολιτεύματος:

 

«Το πολίτευμα που προσπαθεί, από το Σύνταγμα του 1864, να συναιρέση την αρχήν ότι «ο Βασιλεύς είναι ο ανώτατος άρχων του Κράτους» με την αρχήν ότι «άπασαι αι εξουσίαι πηγάζουν εκ του Έθνους» και που το ισχύον Σύνταγμα ονομάζει ‘Βασιλευομένην Δημοκρατίαν’, δεν έχει αφομοιωθη από τον Θρόνον, ούτε, καθώς φαίνεται, από μεγάλην μερίδα του πολιτικού κόσμου. Με σταθερότητα και επιμονή ο Θρόνος διεκδίκησε πάντοτε το δικαίωμα να διορίζη κυβερνήσεις και υπουργούς της προσωπικής εμπιστοσύνης του και να τους παύη όταν διαφωνή προς την πολιτική που ακολουθούν, την γενικήν ή την ειδικήν…» («Το Σύνταγμα, το ήθος και το έθνος», πρωτοσέλιδο άρθρο στην εφημερίδα ‘Το Βήμα’, 5.9.1965).

 

β) Παράλληλα με το στέμμα, στη νόθευση του πολιτεύματος συντέλεσαν, με την μικροπαραταξιακή τακτική τους, και οι κομματάρχες. Τα κόμματα της εποχής, χαλαρά οργανωμένα γύρω από ιδεολογικές αρχές και ηγέτες, λειτουργούσαν κατά βάση ως μηχανισμοί διαμεσολάβησης για την εξυπηρέτηση ατομικών συμφερόντων και συγκεκριμένων γεωγραφικών περιοχών. Σύμφωνα με τον Γ. Αναστασιάδη, «οι κομματικοί σχηματισμοί της περιόδου, ως συντονιστές των πελατειακών σχέσεων, ήταν ουσιαστικά οι οργανισμοί που αναλάμβαναν τον ρόλο του συλλογικού εκπροσώπου των εκλογικών συμφερόντων των βουλευτών και του συλλογικού αντιπροσώπου των προσωπικών συμφερόντων των ψηφοφόρων απέναντι στους ελεγχόμενους από τους βουλευτές και την κυβέρνηση κρατικούς μηχανισμούς». Εξάλλου, η πολιτική ολιγαρχία ταύτιζε κατά βάση τα συμφέροντά της με αυτά του κυρίαρχου κοινωνικο-πολιτικού συγκροτήματος, απ’ όπου και προέρχονταν σε μεγάλο βαθμό οι πολιτευόμενοι.

Στις συνθήκες αυτές – και στο πλαίσιο ενός δικτύου όπου συμμετέχουν πολιτικοί ηγέτες, οικονομικοί παράγοντες και τοπικοί κομματάρχες – βρήκαν πρόσφορο έδαφος οι πελατειακές σχέσεις, το ρουσφέτι, η διαφθορά και η κακοδιοίκηση. Η εφημερίδα «Εθνικόν Πνεύμα», ασκώντας σφοδρή κριτική στην κυβέρνηση Βούλγαρη, γράφει χαρακτηριστικά στο φύλλο της 26.2.1868:

 

«Μόλις η εξουσία περιήλθεν εις χείρας σας, επί των δημοσίων θέσεων επεπέσατε ως λύκων αγέλη, όπως τα πάντα διαρπάσητε, τα πάντα καταφάγητε και κατασπαράξητε… Τι έμεινε πλέον δι’ υμάς ιερόν και όσιον; Διακόσια πεντήκοντα διατάγματα προσωπικών διορισμών υπεγράφησαν εν μία μόνη ημέρα κατά την παρελθούσαν εβδομάδα, και τούτο όπως κορέσητε την ακόρεστον αδηφαγίαν των υπουργικών συνδυασμών».

 

Όπως ήταν αναμενόμενο, οι «παλαιοκομματικές» πρακτικές και οι «μικροπολιτικές» σκοπιμότητες οδηγούσαν σε απαξίωση το πολιτικό και κομματικό σύστημα και αναβάθμιζαν έτσι έμμεσα το ρόλο του βασιλιά. Όπως επισημαίνει ο Π. Πετρίδης, «οι κομματικοί αρχηγοί της εποχής, εμμένοντας στον παλαιοκομματισμό, ευνοούσαν, ακούσια μάλλον, τον αυξανόμενο πολιτικό ρόλο του στέμματος».

 

Οι μεταμφιέσεις του αντικοινοβουλευτικού λόγου

  

Ο μεταμφιεσμένος αντισυνταγματισμός – αντικοινοβουλευτισμός στα πρώτα χρόνια εφαρμογής του Συντάγματος του 1864.

 

«Ένα άρθρο της εφημερίδας ‘Παλιγγενεσία’ (27.3.1869) απέκρουε τις επιθέσεις εναντίον των κομμάτων και μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε γιατί οι περισσότεροι απ’ αυτούς που δεν ήθελαν να είναι το Κοινοβούλιο ο κυρίως παράγοντας της διακυβέρνησης της χώρας δεν παρουσιάζονταν ως αντισυνταγματικοί – αντικοινοβουλευτικοί. (…)

 

Η εφημερίδα υπενθύμιζε ότι κοινοβουλετικό πολίτευμα δίχως κόμματα δεν μπορούσε να υπάρξει και ότι το ζητούμενο ήταν η μετάβαση σ’ ένα δικομματικό σύστημα και η ηθικοποίηση των κομμάτων – όχι η εξάλειψή τους.

 

Ένας λόγος γι’ αυτήν ή και για άλλες μεταμφιέσεις του αντικοινοβουλευτικού λόγου ήταν ότι το αντιπροσωπευτικό πολίτευμα είχε τις ρίζες του στην Επανάσταση του 1821 με τον διπλό εθνικό και κοινωνικό της χαρακτήρα. Με άλλα λόγια, το συνταγματικό θεωρούνταν το μόνο εθνικό πολίτευμα, ενώ και η πολιτική εμπειρία των Ελλήνων ενίσχυε τη συνταγματική ιδεολογία, αφού όσοι ως τότε είχαν κυβερνήσει τη χώρα ‘δικτατορικά’ είτε ήταν ξένοι, όπως οι Βαυαροί, είτε ετερόχθονες, όπως ο Καποδίστριας. Επομένως, η διακήρυξη ενός καθαρού αντικοινοβουλευτισμού επέσυρε σχεδόν αυτόματα την κατηγορία του ανθελληνισμού (…). Η πολεμική κατά του κοινοβουλευτισμού από Έλληνες, ιδιαίτερα όταν συνδεόταν με την υλική και πολιτισμική υστέρηση του κράτους, μπορούσε εύκολα να θεωρηθεί ότι ταυτιζόταν με την ευρωπαϊκή ή ξενική ανθελληνική καταδίκη της Ελλάδας, καθώς και την υπονόμευση της πίστης της στην εκπλήρωση της εθνικής αποστολής…» (Αθ. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, 2003)

 

γ) Η ξενική επιρροή παραμένει ισχυρή. Τα παλιά ξενώνυμα κόμματα (αγγλικό, γαλλικό, ρωσικό) δεν υφίστανται πλέον, ωστόσο οι κύριοι κομματικοί σχηματισμοί και οι ηγέτες τους (Αλ. Κουμουνδούρος, Δ. Βούλγαρης, Επ. Δεληγεώργης, Θρ. Ζαΐμης) εξακολουθούν να εντάσσονται στο πεδίο επιρροής της μιας ή της άλλης μεγάλης δύναμης, επιλέγοντας ή αλλάζοντας «στρατόπεδα» ανάλογα με τη συγκυρία. Ιδίως στον ευαίσθητο τομέα της εξωτερικής πολιτικής, οι ξένες δυνάμεις ασκούν επιρροή τόσο μέσω των ηγετικών πολιτικών ομάδων όσο και μέσω του βασιλιά, ο οποίος, πέρα από το θεσμικό ρόλο που το Σύνταγμα του αναγνωρίζει σε θέματα διεθνών σχέσεων, επιδιώκει να ασκεί και προσωπική πολιτική. Η εξωτερική πολιτική του κράτους συνδιαμορφώνεται έτσι από δύο εν μέρει αντίρροπους στόχους: αφενός την ικανοποίηση του εθνικού φρονήματος, στο πλαίσιο της πάντοτε δημοφιλούς πολιτικής της Μεγάλης Ιδέας, και αφετέρου τη σύμπλευση με τους σχεδιασμούς και τις επιταγές των Μεγάλων Δυνάμεων.

δ) Ενόψει όλων των παραπάνω, ο λαός παραμένει στο περιθώριο, αδυνατώντας να ασκήσει αποτελεσματικά τις εξουσίες που το ίδιο το δημοκρατικό πολίτευμα τού αναγνωρίζει. Οι εκλογές, που αποτελούν την κύρια μορφή συμμετοχής του λαού στην άσκηση της εξουσίας, συχνά αμαυρώνονται από αθέμιτους επηρεασμούς των ψηφοφόρων και φαινόμενα βίας και καλπονοθείας. Παράλληλα, οι ατομικές (πελατειακές) εξαρτήσεις αποπροσανατολίζουν τους πολίτες από την εξυπηρέτηση των ευρύτερων κοινωνικών ή ταξικών τους συμφερόντων.

Σύμφωνα με τον Π. Πετρίδη,

 

«υπό αυτά τα δεδομένα, η συμμετοχή των πολιτών στη συγκρότηση της πολιτικής εξουσίας, ενώ φαινομενικά ήταν ευρεία, στην ουσία παρέμενε περιορισμένη, αφού εξαρτιώταν καθοριστικά από την πολιτική επιρροή, την κοινωνική επιβολή και την ιδεολογική ηγεμονία της άρχουσας τάξης, που εξασφάλιζε κατά κανόνα την ποθητή αντιπροσώπευσή της στο Κοινοβούλιο. Μοιραία, ο λαός, αποκλεισμένος από τα πρώτα κιόλας χρόνια της εθνικοαπελευθερωτικής επανάστασης από τις πολιτικές διαδικασίες, ήταν υποχρεωμένος ν’ ακολουθεί ή να ταυτίζεται με τον εκάστοτε αρχηγό του ισχυρότερου, κατά περίπτωση, κόμματος που κι αυτό ήταν εξαρτημένο από τοπικούς κομματικούς παράγοντες».

 

Τα παραπάνω φαινόμενα, ωστόσο, όσο αρνητικά κι αν είναι καθεαυτά, δεν αναιρούν μια γενικότερη τάση εξομάλυνσης του πολιτικού βίου της χώρας. Καταρχάς, την περίοδο αυτή λείπουν οι μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις και διχοτομήσεις. Όπως επισημαίνει ο Νίκος Αλιβιζάτος, παρά τις αναμφισβήτητες απόπειρες επηρεασμού του εκλογικού αποτελέσματος, σε τελευταία ανάλυση, «οι εκλογές αποτέλεσαν τον κανόνα του παιχνιδιού και, με την περιοδική διεξαγωγή τους, λειτούργησαν πάντοτε ως ασφαλιστική δικλείδα για την αποτροπή γενικευμένων συγκρούσεων». Περαιτέρω, οι σημαντικές πολιτικές κρίσεις και διενέξεις επιλύονται σχετικά ‘ανώδυνα’, καθώς η διευθέτησή τους παραμένει στα πλαίσια του συνταγματικού πολιτεύματος, και δεν εξελίσσονται σε συνταγματικές εκτροπές. Ως συνέπεια των παραπάνω, αναβαθμίζεται ο ρόλος της λαϊκής αντιπροσωπείας, σε βάρος μάλιστα των ‘προνομιών’ του στέμματος. Εξάλλου, η αντίφαση που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή, δηλαδή από τη μια η ενίσχυση του πολιτικού και θεσμικού βάρους της Βουλής και από την άλλη η εμμονή του θρόνου να παρεμβαίνει στην κοινοβουλευτική ζωή, υπήρξε η βαθύτερη αιτία για την εισαγωγή του κοινοβουλευτικού συστήματος στη χώρας μας.

«Εχθροί του πολιτεύματος»!

«Κηρύττομεν εχθρούς του πολιτεύματος όλους εκείνους οίτινες νοθεύουν και έναν μόνον όρον του Συντάγματος και μάλιστα τον αφορώντα την εκλγογήν του λαού, ήτις είναι η βάσις ολοκήρου του οικοδομήματος… Είναι λοιπόν εχθροί άσπονδοι της βασιλείας του Γεωργίου οι υπουργοί του Βούλγαρη, προεξάρχοντος αυτού, διότι νοθεύουν το Σύνταγμα.» (εφημ. «Εθνοφύλαξ», 13.8.1868)

«Ζήτω το Σύνταγμα»!

«Φοιτηταί κραυγάζοντες προ του Πανεπισημίου: ‘Ζήτω το Σύνταγμα’! Μετ’ ολίγον έφθασεν το πεζικόν, το ιππικόν, η χωροφυλακή, οι πυροσβέσται μετ’ αντλιών και διέλυσαν τους κραυγάζοντας» («Εφημερίς», 13.11.1873)

«Έκαυσαν εφημερίδες»

Φοιτητές «έκαυσαν δύο εφημερίδας της πρωτευούσης εις ένδειξιν αποδοκιμασίας του πικρού ύφους μεθ’ ου αύται επραγματεύθησαν και διέστρεψαν το ζήτημα των φοιτητών» («Εφημερίς», 17.11.1873)

(Πιθανώς η πρώτη φορά που καίγονται εφημερίδες σε συλλαλητήριο στην Αθήνα).

 

Σύνταγμα της Ελλάδας – της 17ης Νοεμβρίου 1864

 

Η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος (1875-1911)

 

Από το 1870 και μετά αρχίζει να τίθεται επιτακτικά το ζήτημα της επιλογής του κυβερνήσεων που υποδεικνύονται από την πλειοψηφία της Βουλής, δηλαδή το ζήτημα της εισαγωγής κοινοβουλευτικού συστήματος. Η πολιτική ανωμαλία που χρόνιζε, τουλάχιστον από το 1868, κορυφώθηκε με το πραξικόπημα του Δ. Βούλγαρη στις 19 Μαρτίου 1875. Η γενική κατακραυγή που η συνταγματική αυτή εκτροπή προκάλεσε είχε τελικά ως αποτέλεσμα την καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης», με τον λόγο του θρόνου που εκφώνησε ο Γεώργιος στην εναρκτήρια συνεδρίαση της Βουλής που προέκυψε από τις εκλογές της 18ης Ιουλίου 1875. Δικαιώθηκαν έτσι οι αγώνες του Χ. Τρικούπη, παρόλο που ο ίδιος υπέστη ήττα στις εκλογές εκείνες.

Η εξέλιξη αυτή, που συνεπάγεται την απαρχή της λειτουργίας του κοινοβουλευτικού συστήματος και ολοκληρώνει τη μετάβαση από τη μοναρχική στη δημοκρατική αρχή, είχε καταλυτικές συνέπειες για τη λειτουργία του πολιτεύματος και, πράγματι, άλλαξε τη φυσιογνωμία του. Η εξαγγελία της αρχής της δεδηλωμένης, παρόλο που δεν δέσμευε τον Γεώργιο τυπικά-νομικά, παρά ηθικοπολιτικά μόνο, συνιστά μιαν άτυπη, αλλά εξαιρετικά σημαντική μεταβολή του Συντάγματος. Πρόκειται ουσιαστικά για την επίσημη επαν-ερμηνεία της βασιλικής αρμοδιότητας διορισμού και παύσης των κυβερνήσεων – και συνακόλουθα της αρμοδιότητας διάλυσης της Βουλής – υπό το φως της δημοκρατικής – κοινοβουλευτικής αρχής. Η συνεπής εφαρμογή της αρχής αυτής θα σήμαινε ότι ο βασιλιάς δεν συμμετέχει παρά τυπικά μόνο στη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης: ότι δηλαδή περιορίζεται απλώς να διαπιστώσει ποιος πολιτικός αρχηγός διαθέτει την πλειοψηφία στη Βουλή, ώστε να του αναθέσει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης. Αυτό θα σήμαινε, με άλλα λόγια, ότι πραγματώνεται η αρχή «ο βασιλιάς βασιλεύει, αλλά δεν κυβερνά».

Στη συνταγματική πρακτική, η εφαρμογή της αρχής της δεδηλωμένης υπήρξε πιο περιορισμένη, καθώς επικράτησαν δύο ερμηνείες που τη σχετικοποιούσαν. Πρώτον, ο βασιλιάς ανέθετε εντολή σχηματισμού κυβέρνησης όχι αμέσως μετά την εκλογή της Βουλής, αλλά μετά την ψηφοφορία για την ανάδειξη του προεδρείου της, στην οποία θεωρούνταν ότι αποτυπώνεται ασφαλέστερα η κοινοβουλευτική δύναμη του κάθε κόμματος. Και δεύτερον, οι κυβερνήσεις εμφανίζονταν ενώπιον της Βουλής για να λάβουν ψήφο εμπιστοσύνης μετά το διορισμό τους από το βασιλιά. Η εμπιστοσύνη της Βουλής θεωρούνταν, ως εκ τούτου, αναγκαίο, αλλά όχι επαρκές προσόν για την παραμονή μιας κυβέρνησης στην εξουσία, ενώ δεν θεωρούνταν απαραίτητη για το διορισμό της. Ουσιαστικά δηλαδή υπήρχε διπλή εξάρτηση της κυβέρνησης, τόσο από τη Βουλή όσο και από τον Ανώτατο Άρχοντα. Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλιάς αποκτούσε ορισμένα, καθόλου ευκαταφρόνητα, περιθώρια διακριτικής ευχέρειας. Από την πλευρά του Γεωργίου δεν έλειψαν, έτσι, οι παρεμβάσεις, ακόμα μάλιστα και παύσεις κυβερνήσεων που είχαν την εμπιστοσύνη της Βουλής, όπως στην περίπτωση της κυβέρνησης Δηλιγιάννη τον Φεβρουάριο του 1892.

Πέρα από τη διαμάχη γύρω από τη δεδηλωμένη, δύο κυρίως στοιχεία χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή: η διαμόρφωση του πρώτου ελληνικού δικομματισμού και οι εκλογικές μεταρρυθμίσεις.

α) Στις νέες συνθήκες που δημιουργούσε η εφαρμογή της αρχή της δεδηλωμένης, κατέστη σαφές ότι η λειτουργία του κοινοβουλευτικού συστήματος προϋποθέτει οργανωμένα και σταθερά κόμματα, ούτως ώστε να είναι ευκρινής η κοινοβουλευτική δύναμη που στηρίζει τον κάθε αρχηγό. Εξάλλου, εφόσον πλέον η βασιλική εύνοια δεν είναι καθοριστικός παράγοντας για το διορισμό κυβερνήσεων, μοιραία αναβαθμίζεται η αντιπαράθεση πολιτικών επιλογών και προγραμμάτων. Αυτά είχαν ως συνέπεια την μετατροπή των κομμάτων από χαλαρούς προσωποπαγείς συνδέσμους σε πραγματικά κόμματα αρχών (έστω και συσπειρωμένα γύρω από έναν ισχυρό ηγέτη), τα οποία χαρακτηρίζονταν από συνεκτικούς κομματικούς δεσμούς και κομματική πειθαρχία. Παράλληλα, συνεπαγόταν και την εγκαθίδρυση συστήματος δικομματισμού, όπου δύο κυρίαρχα κόμματα μονοπωλούν την εξουσία εναλλασσόμενα σ’ αυτήν. Στον δικομματισμό συνέτεινε, εξάλλου, και η ενίσχυση του θεσμικού ρόλου της κυβέρνησης σε βάρος της Βουλής, την οποία επιδίωξε με διάφορα μέτρα ο Τρικούπης. Έτσι, ιδίως η περίοδος 1885-1895 συνδέθηκε με την αντιπαράθεση του Τρικουπικού – «νεωτεριστικού» κόμματος με το Δηλιγιαννικό – «εθνικόν» κόμμα.

Ο δικομματισμός, βέβαια, δεν επαρκούσε από μόνος του για να εγγυηθεί την πολιτική σταθερότητα. Τόσο οι παρεμβάσεις του βασιλιά όσο και οι καιροσκοπικές πρακτικές των πολιτικών δυνάμεων είχαν ως αποτέλεσμα ότι μέχρι το 1890, δηλαδή μέσα σε μία εικοσιπενταετία, άσκησαν εξουσία ούτε λίγο ούτε πολύ 25 κυβερνήσεις. Παρά ταύτα, καθόλου δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι όλο αυτό το διάστημα – σε μια άνευ προηγουμένου διάρκεια – ο κοινοβουλευτισμός λειτουργεί απρόσκοπτα και σε συνθήκες συνταγματικής ομαλότητας.

β) Με τον νέο εκλογικό νόμο, τον ν. ΧΜΗ’ της 17.9.1877, που ψηφίστηκε επί κυβέρνησης Κουμουνδούρου, η εκλογική διαδικασία εκσυγχρονίζεται. Προβλέπεται η συμμετοχή δικαστικών στην οργάνωση και διενέργεια των εκλογών, η παρουσία δικαστικών αντιπροσώπων στα εκλογικά τμήματα και η ολοκλήρωση των εκλογών σε μία ημέρα, που έπρεπε να είναι Κυριακή. Προβλέφθηκαν επίσης ποινικές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν την εκλογική νομοθεσία. Με τον ίδιο νόμο, εξάλλου, καταργούνται και οι τελευταίοι περιορισμοί του δικαιώματος της ψήφου (η προϋπόθεση του να έχει ο ψηφοφόρος κάποια ιδιοκτησία ή να μετέρχεται οποιοδήποτε επάγγελμα ή επιτήδευμα), έτσι ώστε η καθολικότητα της ψήφου επεκτείνεται πλέον στο σύνολο του ενήλικου ανδρικού πληθυσμού.

Κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα και ιδίως μετά την προσάρτηση των νέων εδαφών, τίθενται οι όροι για την οικονομική ανάπτυξη και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της χώρας. Η ανάπτυξη της γεωργίας και της βιομηχανίας, ο εκχρηματισμός της οικονομίας, η ανάπτυξη σιδηροδρομικού δικτύου, αλλά και ο μετασχηματισμός των κομμάτων και η αποδυνάμωση του πελατειακού συστήματος και των αθέμιτων σχέσεων μεταξύ πολιτικής και διοίκησης υπήρξαν οι κύριες επιδιώξεις των κυβερνήσεων Τρικούπη. Οι προσπάθειες αυτές ανακόπηκαν, ωστόσο, από δύο κυρίως παράγοντες. Ο πρώτος ήταν η συνεχιζόμενη εξάρτηση από τον εξωτερικό δανεισμό, που οδήγησε την Ελλάδα, όταν κατέστη αδύνατη η εξυπηρέτηση των δανείων, στην κήρυξη πτώχευσης τον Δεκέμβριο του 1893 και στην επιβολή Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου το 1898. Ο δεύτερος παράγοντας συνδέεται με την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, που οδήγησε σε έναν άφρονα ελληνοτουρκικό πόλεμο και στη στρατιωτική ήττα του 1897.

Κατά την περίοδο αυτή, την εξουσία διαχειρίζεται μια, σχετικά αυτόνομη από τα κυρίαρχα οικονομικά συμφέροντα, πολιτική ολιγαρχία, στην οποία ο βασιλιάς εξακολουθεί να κατέχει σημαντικό ρόλο. Ο βασιλιάς εκμεταλλευόταν, αν δεν υποδαύλιζε, τις κομματικές αντιπαραθέσεις, προκειμένου να παρουσιάζεται ως συνδετικός κρίκος των φυγόκεντρων τάσεων μέσα στο πλέγμα της εξουσίας, αλλά και ως σύμβολο ενότητας του έθνους. Ταυτόχρονα βέβαια λειτουργούσε και ως «εγγυητής» της εξάρτησης της χώρας από τις ξένες δυνάμεις. Ο ρόλος του αυτός, ωστόσο, δοκιμάστηκε κατά την κρίση του 1896-1897, οπότε το βασιλικό γόητρο υπέστη ρωγμές, μεταξύ άλλων και λόγω των ευθυνών του αρχιστράτηγου των ελληνικών δυνάμεων, διαδόχου Κωνσταντίνου, στην ήττα του 1897. Μόνο μετά την απόπειρα δολοφονίας κατά του Γεωργίου στις 14.2.1898 θα αρχίσει να μεταστρέφεται η κοινή γνώμη και η δυναστεία θα επανακτήσει μέρος της χαμένης δημοτικότητάς της.

Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, τα ανεπίλυτα προβλήματα συσσωρεύονται: στη Θεσσαλία το αγροτικό ζήτημα προξενεί ταραχές, η κακοδιοίκηση και η φαυλοκρατία εξακολουθούν να ταλανίζουν το κράτος, η αποχώρηση του Τρικούπη αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό ηγεσίας, ενώ οι νέες πολιτικές δυνάμεις υποχωρούν υπέρ του παλαιοκομματισμού. Διέξοδο από την κατάσταση αυτή αναλαμβάνει τελικά να δώσει ο στρατός: το στρατιωτικό κίνημα στο Γουδί το 1909, μολονότι ξεκίνησε με περιορισμένα αιτήματα, στην πορεία «στέγασε» ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές επιδιώξεις. Παράλληλα, κατέστη σαφές ότι ο αστικός εκσυγχρονισμός της χώρας προϋποθέτει μιαν ευρεία αναθεώρηση του Συντάγματος.

 

Η αναθεώρηση του Συντάγματος

Η ρύθμιση της αναθεώρησης στο Σύνταγμα

 

Σε αντίθεση με το Σύνταγμα του 1844, που ήταν από τα συντάγματα που χαρακτηρίζονται ως «απολύτως αυστηρά» (δεν προβλέπουν δηλαδή καμία δυνατότητα αναθεώρησης), το Σύνταγμα του 1864 ήταν «σχετικώς αυστηρό». Αυτό σημαίνει ότι το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει, στο άρθρο 107, τη δυνατότητα αναθεώρησής του, ωστόσο υπό δύο σοβαρούς περιορισμούς. Πρώτον, δεν μπορεί να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα στο σύνολό του, αλλά μόνον ορισμένες διατάξεις του, οι «μη θεμελιώδεις». Υπάρχει δηλαδή ένας «σκληρός και αναλλοίωτος πυρήνας της ελληνικής συνταγματικής τάξης», που τον συνθέτουν οι θεμελιώδεις διατάξεις του Συντάγματος που αναφέρονται στον αντιπροσωπευτικό, κοινοβουλευτικό, φιλελεύθερο και δικαιοκρατικό χαρακτήρα του πολιτεύματος (Αντ. Μανιτάκης). Και δεύτερον, η αναθεώρηση επιτρέπεται να διενεργηθεί μόνον εφόσον τηρηθούν ορισμένες αυστηρές διαδικαστικές προϋποθέσεις, που είναι οι εξής: πρέπει να έχουν παρέλθει τουλάχιστον δέκα έτη από τη δημοσίευσή του· η ανάγκη αναθεώρησης πρέπει να βεβαιωθεί από τη Βουλή σε δύο διαδοχικές βουλευτικές περιόδους· την αναθεώρηση πρέπει να ζητήσουν τουλάχιστον τα τρία τέταρτα του συνολικού αριθμού των βουλευτών· αφού ληφθεί η απόφαση περί αναθεώρησης πρέπει να διαλυθεί η Βουλή και να συγκληθεί, ύστερα από τη διενέργεια εκλογών, νέα, ειδική Αναθεωρητική Βουλή με διπλάσιο αριθμό βουλευτών.

Σχετικά με το περί αναθεώρησης άρθρο του Συντάγματος πρέπει να γίνουν δύο παρατηρήσεις. Πρώτον, οι διαδικαστικές προϋποθέσεις που προέβλεπε ήταν τόσο αυστηρές ώστε να καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι απαγορευτική την αναθεώρηση. Στην πράξη, άλλωστε, ουδέποτε εφαρμόστηκε η διαδικασία αυτή. Παρόλο που υπήρξαν επανειλημμένες απόπειρες να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης, το Σύνταγμα του 1864 αναθεωρήθηκε μόλις το 1911 και μάλιστα χωρίς να τηρηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου 107. Δεύτερον, φορέας της αναθεωρητικής λειτουργίας είναι ένα σύνθετο όργανο, το οποίο αποτελείται από δύο διαδοχικές Βουλές και από το εκλογικό σώμα, το οποίο παρεμβάλλεται για την εκλογή της Αναθεωρητικής Βουλής. Αποκλείεται οποιαδήποτε σύμπραξη άλλου οργάνου, και ιδίως του βασιλιά, είτε κατά τη διάρκεια της αναθεώρησης είτε εκ των υστέρων (πράγμα που σημαίνει ότι τα δικαστήρια δεν μπορούν να ελέγξουν εάν η συντελεσθείσα αναθεώρηση έγινε κατά παράβαση των προϋποθέσεων που θέτει το Σύνταγμα).

 

Οι (αποτυχημένες) απόπειρες να κινηθεί η διαδικασία αναθεώρησης

 

Ήδη από το 1874-1875, όσο δηλαδή πλησίαζε η συμπλήρωση της δεκαετίας που απαιτούνταν για την αναθεώρηση, υπήρξαν διάφορες απόπειρες για κίνηση της διαδικασίας αναθεώρησης. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει άλλωστε να γίνει αντιληπτή και η παρέμβαση του Χ. Τρικούπη με το «Τίς πταίει», παρόλο που δεν κατέληξε σε πρόταση αναθεώρησης. Αλλά και νωρίτερα υπήρξαν κάποιες παρασκηνιακές προτάσεις προς τον Γεώργιο να επιδιώξει αναθεώρηση του Συντάγματος «επί το μοναρχικώτερον» κατά παράβαση των όρων του άρθρου 107, που ισοδυναμούσαν βέβαια με προτάσεις πολιτειακής εκτροπής. Το 1874 μάλιστα κυκλοφορούσαν έντονες φήμες ότι επίκειται πραξικοπηματική μεταρρύθμιση – ή «βελτίωση», όπως κατ’ ευφημισμό ονομαζόταν – του Συντάγματος μετά από συνεννόηση της Αυλής με τον Δ. Βούλγαρη.

 

«‘Οι περισσότεροι άνθρωποι’ – γράφει σε αναφορά του ο βρετανός πρέσβης – ‘που δεν ανήκουν στην τάξη των από πεποίθηση πολιτικών’ (δηλαδή Αθηναίοι των διευθυντικών τάξεων και μέλη της ανώτατης κρατικής υπαλληλίας) τάσσονταν υπέρ της μεταρρύθμισης του Συντάγματος σε βάθος και σε αντιδημοκρατική κατεύθυνση. (…) Ο πρέσβης δεν σημείωνε τις διαθέσεις των λαϊκών μαζών, αν και γνωρίζουμε απ’ άλλες πηγές ότι υπήρχε αντίθεση του κόμματος του Κουμουνδούρου καθώς και μερίδας του Τύπου απέναντι σ’ ό,τι θεωρούσαν αντισυνταγματικές προθέσεις του στέμματος». (Αθ. Μποχώτης, Η ριζοσπαστική δεξιά. Αντικοινοβουλευτισμός, συντηρητισμός και ανολοκλήρωτος φασισμός στην Ελλάδα 1864-1911, 2003).

 

Μετά τη εξομάλυνση της πολιτικής κατάστασης (με την εισαγωγή της αρχής της δεδηλωμένης το 1875) οι προτάσεις αναθεώρησης πλήθυναν. Τον Φεβρουάριο του 1883 ο Ν. Ι. Σαρίπολος, σε επιστολή του προς τον Γεώργιο, διατύπωσε την άποψη ότι «το περί αναθεωρήσεως άρθρο 107 του Συντάγματος δεν ισχύει διότι αντίκειται εις την κυριαρχίαν του έθνους και τον ορθόν λόγον» και προέβη σε δύο (φιλομοναρχικές) προτάσεις αναθεώρησης: τη σύσταση δεύτερου νομοθετικού σώματος (Γερουσίας) και την επανασυγκρότηση του (καταργηθέντος από το 1865) Συμβουλίου της Επικρατείας. Επρόκειτο φυσικά για απροκάλυπτη πρόταση συνταγματικής εκτροπής. Η πρώτη «γνήσια», δηλαδή σύμφωνη με τους όρους του Συντάγματος, πρόταση αναθεώρησης κατατέθηκε από τον βουλευτή Ι. Μεσσηνέζη (παλαιό κοινοβουλευτικό, που είχε διατελέσει πρόεδρος της Β’ Εθνοσυνέλευσης) στη Βουλή στις 4.2.1884. Ο Μεσσηνέζης πρότεινε να συσταθεί από τον Πρόεδρο της Βουλής 15μελής Επιτροπή που θα μελετήσει τις διατάξεις που χρήζουν αναθεώρησης, προκειμένου να υποβάλλει σχετική πρόταση αναθεώρησης. Υποδείκνυε μάλιστα ως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις τη σύσταση Γερουσίας, τη διεύρυνση της εκλογικής περιφέρειας, τον περιορισμό της ανάμιξης του στρατού στην πολιτική, καθώς και την αναθεώρηση του ίδιου του άρθρου περί αναθεώρησης, προκειμένου να απλουστευθεί η διαδικασία. Ωστόσο, η ενδιαφέρουσα αυτή πρόταση δεν απασχόλησε τελικά τη Βουλή.

Το 1885 εκδίδεται η εφημερίδα «Χρόνος των Αθηνών», που αναδεικνύει την αναθεώρηση του Συντάγματος σε «προγραμματικό» της στόχο. Ιδίως μετά το 1890 η ιδέα της αναθεώρησης κερδίζει έδαφος σε όλο και μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης. Η ανάγκη συνταγματικών μεταρρυθμίσεων προβάλλεται από δημοσιογράφους, βουλευτές, ακόμα και πολιτικούς συλλόγους που ιδρύονται για το σκοπό αυτόν. Με την είσοδο στον 20ο αιώνα, αρχίζει να συνειδητοποιείται ευρύτερα η ανάγκη ριζικών κοινωνικών, οικονομικών και πολιτικών μεταρρυθμίσεων. Στην πρωτοπορία των σχετικών προτάσεων βρίσκεται μια νέα γενιά διανοουμένων, που δραστηριοποιούνται μέσα από πολιτικούς και επιστημονικούς συλλόγους (με πιο διακεκριμένο ίσως την «Κοινωνιολογική Εταιρία» που ιδρύθηκε το 1908 από τους Αλ. Παπαναστασίου, Αλ. Δελμούζο, Π. Αραβαντινό, Κ. Τριανταφυλλόπουλο κ.α.).

 

«Ούτε Σύνταγμα ούτε κοινοβουλευτισμός»

«Αυτό το σύστημα της πολιτικής και κυβερνητικής ρεμούλας δεν είναι ούτε Σύνταγμα ούτε κοινοβουλευτισμός, αλλά καθαρά λαφυραγωγία της χώρας, τας ευθύνας της οποίας θα ζητήσει ο λαός, όταν χάσει τελείως την υπομονήν του» (εφημ. «Χρόνος», 24.11.1908)

 

Τελικά, αναθεώρηση του Συντάγματος του 1864 δεν συντελέστηκε παρά μόνον αρκετά αργότερα, το 1911, ως αποτέλεσμα του κινήματος στο Γουδί (1909) και της δυναμικής εμφάνισης του Ελ. Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή.

 

Αποτίμηση

 

Η σημασία του Συντάγματος του 1864 ξεπερνά τα χρονικά πλαίσια της εποχής του. Υπήρξε το πιο μακρόβιο Σύνταγμα στην ελληνική πολιτική ιστορία. Με τις αναθεωρήσεις του 1911 και του 1952, και παρά τις εν μέρει σημαντικές τροποποιήσεις του, κατ’ ουσίαν αναβαπτίστηκε και συνέχισε την ύπαρξή του. Εξάλλου, πολλές διατάξεις του επιβιώνουν με την ίδια σχεδόν διατύπωση στο ισχύον Σύνταγμα του 1975. Η μεγάλη συνεισφορά του Συντάγματος του 1864 υπήρξε βέβαια η καθιέρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η διατήρηση, παράλληλα, του βασιλικού θεσμού (πολίτευμα της βασιλευόμενης δημοκρατίας) φαίνεται πως αποτέλεσε έναν ιστορικά αναγκαίο συμβιβασμό, ωστόσο η σχέση έντασης που δημιουργήθηκε με τη δημοκρατική αρχή υπήρξε πρόξενος ενός αιώνα πολιτειακών περιπετειών.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Διομήδης Κυριακός (Σπέτσες 1811 – Νεάπολη 1869 ). Νομομαθής και πολιτικός. Καθηγητής του Συνταγματικού και Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Εξελέγη πληρεξούσιος Σπετσών στην Α΄ και τη Β΄ Εθνοσυνέλευση (1844, 1864). Διετέλεσε πρόεδρος της Β΄ Εθνοσυνέλευσης (20  Μαΐου – 19 Ιουλίου 1863) και εξελέγη μέλος της Επιτροπής για τη σύνταξη του σχεδίου του Συντάγματος. Στις 29 Ιουλίου 1864 υπέβαλε «Παρατηρήσεις επί του συνταχθέντος υπό της επιτροπής της Συνελεύσεως σχεδίου του Συντάγματος». Πηγή: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).

[2] Ο Κανονισμός της Βουλής, που ψηφίστηκε το 1865 και τροποποιήθηκε αρκετές φορές έκτοτε, περιλαμβάνει διατάξεις σχετικά με: τον έλεγχο των διαφορών σχετικά με την εκλογή των βουλευτών, τη συγκρότηση Προεδρείου, τη διαδικασία των συνεδριάσεων και των συζητήσεων, τη διαδικασία κατάθεσης και συζήτησης προτάσεων νόμου, τη λειτουργία των κοινοβουλευτικών επιτροπών, τους κανόνες ψηφοφορίας, την τήρηση πρακτικών, την αντιπροσώπευση της Βουλής κ.α.

[3] Ν. Ν. Σαρίπολος (Λάρνακα 1817–Αθήνα 1887). Αναμφισβήτητος «γενάρχης» της ελληνικής συνταγματικής θεωρίας, ο Νικόλαος Ν. Σαρίπολος έμεινε γνωστός ως «Σαρίπολος πατήρ», προκειμένου να διακρίνεται από τον συνώνυμο γιο του, επίσης συνταγματολόγο.

Ο Ν. Ν. Σαρίπολος γεννήθηκε στη Λάρνακα της Κύπρου το 1817. Σε μικρή ηλικία βρέθηκε στην Τεργέστη, όπου κατέφυγε η οικογένειά του, προκειμένου να γλιτώσει από τους διωγμούς που είχαν εξαπολύσει η Τούρκοι στην Κύπρο μετά το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821. Το 1840 πήγε στο Παρίσι και άρχισε τις σπουδές του στη Νομική Σχολή. Η Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843 και η θέσπιση του Συντάγματος του 1844 τον ώθησαν να ειδικευτεί στην επιστήμη του Συνταγματικού Δικαίου, αφενός – όπως αναφέρει στα απομνημονεύματά του – «ως πολλώ τη πατρίδι χρησίμου μετά την νέαν των πραγμάτων τάξιν», αλλά και «ουδενός προς την τούτου διδασκαλίαν ειδικού Καθηγητού υπάρχοντος εν τω Πανεπιστημίω της Ελλάδος». Πράγματι, ο προστάτης του, Ι. Κωλέττης, πέτυχε την ίδρυση έδρας Συνταγματικού και Διεθνούς Δικαίου στο Πανεπιστήμιο, στην οποία ο Σαρίπολος διορίστηκε ως έκτακτος καθηγητής το 1846.

Το 1851 δημοσίευσε την πρώτη έκδοση του μνημειώδους έργου του Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου. Το 1852, αντιπολιτευόμενος τη βασίλισσα Αμαλία, παύθηκε από τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα και ασχολήθηκε με το δικηγορικό επάγγελμα. Το 1862 εξελέγη τακτικός καθηγητής του Πανεπιστημίου των Αθηνών στην έδρα του Συνταγματικού Δικαίου, την οποία διατήρησε μέχρι το 1875, όπου δίδαξε Ποινικό και Διεθνές Δίκαιο.

Πρωτοστάτησε στην εξέγερση του Οκτωβρίου 1862 και συμμετείχε στη Β΄ Εθνοσυνέλευση ως πληρεξούσιος του Πανεπιστημίου και των αποδήμων Κύπρου, Βηρυττού, Αδριανουπόλεως κ.α. Κατά τις εργασίες της Συνέλευσης εξελέγη μέλος «της επί της συντάξεως του πολιτεύματος Επιτροπής» και ορίστηκε εισηγητής του τελικού σχεδίου του Συντάγματος. Χρησιμοποιήθηκε από τον βασιλιά Γεώργιο Α΄ ως σύμβουλός του σε συνταγματικά ζητήματα. Η ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία έληξε άδοξα στη συγκυρία του 1875 (Στηλιτικά), όταν απομακρύνθηκε οριστικά ως υποστηρικτής του Δ. Βούλγαρη. Εκτός από τις μελέτες του που δημοσιεύθηκαν σε ελληνικά και ευρωπαϊκά νομικά περιοδικά, έγραψε και τα ‘Αυτοβιογραφικά Απομνημονεύματα’ (1889) που περιέχουν πολύτιμες μαρτυρίες για την πολιτική ζωή της χώρας.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Αλιβιζάτος, Νίκος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, τεύχος Α’ 1821­1941 (1981).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 1821-1941 (2001).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Κοινοβούλιο και μοναρχία στην Ελλάδα (1995).
  • Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).
  • Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ιστορικά κείμενα (1979).
  • Δρόσος, Γιάννης, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας (1996).
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Το Βελγικό Σύνταγμα του 1831 και τα Ελληνικά Συντάγματα του 1844 και 1864», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου 1844-1994 (2000).
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Ν.Ι. και Ν.Ν. Σαριπόλων βίος και θεωρία», σε: περιοδικό Το Σύνταγμα 1998, σ. 5-21.
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Η δημοκρατική αρχή εις το Σύνταγμα του 1864» [1966], σε: Συνταγματική θεωρία και πράξη (1980), σ. 65-117.
  • Μανιτάκης, Αντώνης, «Ιστορικά γνωρίσματα και λογικά προαπαιτούμενα του δικαστικού ελέγχου της συνταγματικότητας των νόμων στην Ελλάδα», σε: Τιμητικό Τόμο Κ. Μπέη (2003), σ. 3121-3154.
  • Πετρίδης, Παύλος, Σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, τ. Β’ 1862-1917 (1997).
  • Σβώλος, Αλέξανδρος, «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος» [1934], σε: Τα ελληνικά Συντάγματα 1822-1975/1986, επιμ. Λ. Αξελός – πρόλογος Ευ. Βενιζέλος (1998), σ. 55-104.
  • Σωτηρέλης, Γιώργος, Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864-1909 (2003).
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, «Το Σύνταγμα του 1864 και η εφαρμογή του μέχρι το 1909», σε: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004), σ. 67-72.

 

Ακρίτας Καϊδατζής

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ (εκλογή: Ιούλιος 2015). Διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία, Συνταγματικές Ελευθερίες. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Δικαστικός έλεγχος του νόμου, Ιστορία του συνταγματικού δικαίου, Σύνταγμα και πολιτική, Πολιτικός συνταγματισμός.

 

 *  Έχει δημοσιευθεί στο συλλογικό έργο: Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 13, Νεώτερος Ελληνισμός 1862- 1895 (επιμ. Γ.Αναστασιάδη), Εκδ. Δομή, 2η έκδ., σελ. 64-113. 

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

 

Read Full Post »

Η πόλη του Ναυπλίου κατά τη δεύτερη Βενετική περίοδο (1686-1715) – Αλέξης Μάλλιαρης, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015, πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Η Σέμνη Καρούζου στο λεπταίσθητα γραμμένο βιβλίο της για το Ναύπλιο, στο κεφάλαιο για τη δεύτερη βενετοκρατία σημειώνει: «Όταν, ύστερα από εκατό πενήντα χρόνια, ξαναπήραν οι Βενετσιάνοι το Ανάπλι βρήκαν την πόλη ερειπιασμένη, όμως τα κάστρα απείραχτα από τα περασμένα χρόνια, ενώ πάνω στις πύλες τους φοβέριζαν ακόμη ανάγλυφα «del gran leon le paventate insegne». Θα τους φάνηκαν μόνο τα κάστρα πολύ παλαιικά και παράξενα και τα λιοντάρια του Αγίου Μάρκου κάπως παραμυθένια. Ο κόσμος είχε στο μεταξύ τόσο αλλάξει! Και κυρίως για την ίδια τη Βενετιά». [1]

Ασφαλώς οι Βενετοί εισερχόμενοι ως νικητές στα 1686 στο «δικό τους» παλιό Ναύπλιο αντίκρισαν μιαν απολιθωμένη venezianità αλλοτινών εποχών, παράδοξη στα μάτια αυτών των ανθρώπων του τέλους του 17ου αι., καθηλωμένη στην οχυρωματική μορφή του ύστερου μεσαίωνα και της πρώιμης αναγέννησης, επικαλυμμένη δε με γενναία δόση ανατολίτικης οθωμανικής επένδυσης. Η μορφή των βενετικών πόλεων, και δη των οχυρώσεων είχε πια καθ’ ολοκληρίαν μεταβληθεί. Μαζί με αυτά και το σύμβολο του Αγίου Μάρ­κου, ο λέων, δεν είχε πια τη μορφή του λιονταρόγατου που έβλεπαν τώρα οι Βενετοί πάνω στα παλαιικά βενετικά τείχη του Ναυπλίου.

Η μορφή της πόλης συγκροτήθηκε ουσιαστικά κατά την περίοδο της πρώ­της βενετοκρατίας: η βυζαντινή και φραγκική πόλη, όταν παραλήφθηκε από τους Βενετούς στα τέλη του 14ου αι., περιοριζόταν στα υψώματα της Ακρο­ναυπλίας, χώρο αρχαιότατης κατοίκησης, και ελάχιστα εκτός αυτού· πιο κάτω, εδάφη υδατόμικτα κι η θάλασσα έφθανε πολύ κοντά. Σταδιακά, η ανάγκη εξεύρεσης χώρου και η βενετική επινοητικότητα, εφαρμόζουσα οικείες της πρακτικές απομάκρυνσης της θάλασσας και επιχωμάτωσης, δημιούργησαν το χαμηλό πλάτωμα, όπου και σήμερα επικάθεται η παλαιά πόλη και το οποίο εν συνεχεία περικυκλώθηκε τειχιζόμενο. Η τεχνική επιχωμάτωσης χρησιμοποι­ούσε πασσάλους, όπως και στην πόλη της Βενετίας: χαρακτηριστικό το αίτημα του Βενετού διοικητή Bartolomeo Minio στα 1479 προς τη μητρόπολη να του αποστείλουν πρωτομάστορα έμπειρο στην πήξη πασσάλων στα ύδατα, αφού στο Ναύπλιο δεν βρισκόταν γνώστης του πράγματος: «uno protomastro murer che bisogna far la fondamenta con palli in aqua […] in questa terra non se ne trova algun maestro che sapia far tal fondamenta come se fa a Venetia». [2]

Η παρούσα εργασία βασίζεται και εστιάζεται κυρίως στην εξέταση τριών τοπογραφικών σχεδίων, μεγάλων διαστάσεων, των πρώτων χρόνων της δεύ­τερης βενετικής κυριαρχίας, που συμπίπτουν με τα έτη διοικήσεως του πολύ γνωστού Βενετού αξιωματούχου Francesco Grimani (1698-1701), ανθρώπου οργανωτικότατου, δραστήριου, φίλεργου, με υψηλό αίσθημα ευθύνης για την αποστολή του έναντι της πατρίδας του, πνεύματος δε οξύτατου. Τα σχέδια φυλάσσονται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών Αθήνας, δημοσιεύθηκαν δε εν πρώτοις σε μικρό μέγεθος συνεπτυγ­μένα στο βιβλίο του Kevin Andrews, The Castles of the Morea, 1953. [3]

Τα σχέδια αποτυπώνουν τη μορφή της πόλεως – κατοικημένου χώρου, των φρουρίων της Ακροναυπλίας και των γύρω τειχών κατά τη χρονική συγκυρία της κατάκτησης – παραλαβής της πόλης από τους Βενετούς και τα πρώτα μικρής κλίμακας ενισχυτικά έργα· κυρίως καταγράφουν τις προτεινόμενες επεμβάσεις, μικρής και μεγάλης έκτασης, για τη μελλοντική οριστική και αποτελεσματική οχύρωση και προστασία της πρωτεύουσας της Πελοποννή­σου από εχθρική επιβουλή, δηλαδή από τουρκική επίθεση. Έμφαση δίδεται, όπως είναι αναμενόμενο, στα στρατιωτικά έργα. Κοντά όμως σε αυτά χαράσ­σονται και σημεία του κατοικημένου χώρου, εντός της πόλεως (città, piazza), σημειώνονται και δρόμοι, οικοδομικά τετράγωνα και κτήρια, δημόσια – διοι­κητικά, καθώς και ναοί. Η ποιότητα του σχεδίου προδίδει χέρια ικανότατα και επιδέξια στη σχεδίαση, όπως εξάλλου και το λεπτό, αιθέριο χρώμα της ακουαρέλας· και όσο κι αν η φωτογραφική λήψη απομειώνει τη δυνατότητα εκτίμησης των έργων αυτών, η διά ζώσης μελέτη τους τα προάγει, τα αναδεικνύει πράγματι σε τεχνουργήματα, μνημεία αξιοθέατα.

Τα σχέδια συνιστούν έξοχα δείγματα της τόσο γνωστής, πειθαρχημένης βενετικής γραφειοκρατίας και διοίκησης, τεκμήρια συγκροτημένης και ορθο­λογιστικής διοικητικής αντιλήψεως – τουλάχιστον στις προθέσεις· συναριθ­μούνται δε μαζί με ανάλογα των λοιπών πελοποννησιακών πόλεων της ίδιας περιόδου στις πρωιμότερες επιστημονικού τύπου καταγραφές των πόλεων αυτών στους νεώτερους αιώνες, πριν από εκείνες του 19ου αι. της Ανεξαρτησίας, καθώς έχουμε για πρώτη φορά πιστότατη απεικόνιση της δομής των πόλεων αυτών, η οποία φθάνει σε ύψιστο βαθμό τελείωσης στους σωζόμενους κτημα­τογραφικούς χάρτες, αποτυπώσεις και σχεδιαγράμματα των κτηματολογίων.

Στο πρώτο σχέδιο, (Σχέδιο αριθμός 1) το πρωιμότερο, [4] αποτυπώνεται η πόλη και οι οχυρώσεις της όπως παραλήφθηκαν από τους Βενετούς στα 1686. Καταγράφουμε την απόδοση των παλαιών μεσαιωνικών ονομασιών τής τριμερούς διαιρέσεως της Ακροναυπλίας: Castel de Greci, Castel de Franchi, Castel Torro. Δεν θα το ξαναδούμε στα επόμενα. Θα μετονομασθούν εκσυχγρονιζόμενα σε primo, secondo, terzo, quarto recinto (οχυρωμένος περίβολος). Το τοπογραφικό αυτό σχεδιάγραμμα βασίζεται σε εκείνο του κώδικα της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης με τίτλο «Carte topografiche e piante di città e fortezze per la guerra di Morea». Το τελευταίο αυτό σχέδιο παρουσιάστηκε από την Ιωάννα Στεριώτου σε τόμο του περιοδικού Θησαυρίσματα του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών Βενετίας το 2003. [5]

 

Σχέδιο αριθμός 1. Αποτυπώνεται η πόλη και οι οχυρώσεις της όπως παραλήφθηκαν από τους Βενετούς στα 1686.

 

Το σχέδιο της Μαρκιανής συ­ντάχθηκε, όπως καταγράφεται, από τον μηχανικό Giovanni Bassignani κατ’ εντολήν του Francesco Morosini μάλλον αμέσως μετά τη νίκη, το 1686. Εκείνο της Γενναδείου καταγράφει τον Bortolo Carmoy ως συντάκτη του σχεδίου και αντιγραφέα του πρωτοτύπου του Bassignani. Δεν διαθέτει το πλούσιο και αναλυτικό υπόμνημα του Bassignani ούτε τη δεύτερη ζώνη με την άποψη όλης της χερσονήσου του Ναυπλίου. Το νέο στοιχείο εδώ είναι η επίστεψη του σχεδίου με το οικόσημο του Francesco Grimani. Το σχέδιο έχει διαστά­σεις 70×46,5 εκ. και είναι φτιαγμένο με πένα σε ακουαρέλα. Η χρήση διαφο­ρετικού χρώματος δεν επεξηγείται στο σχέδιο· ισχύει προφανώς ό,τι και στο πρωτότυπο της Μαρκιανής: γαλάζιο για τη θάλασσα, ερυθρό για τις οχυρώ­σεις, ανοιχτόχρωμο ερυθρό εσωτερικώς για τη χάραξη οικιστικών συγκρο­τημάτων κατά μήκος των τειχών καθώς και για τον σχεδιασμό κτηρίων, και κίτρινο για τις διευθετήσεις, κατόπιν πρωτοβουλίας του Francesco Morosini.

Το δεύτερο σχέδιο, [6] (Σχέδιο αριθμός 2) διαστάσεων 103×53 εκ., ανώνυμο, χωρίς εμφανή στοιχεία χρονολόγησης, εκτός από την καταγραφή των υπαρχουσών οχυρωματι­κών δομών, προσφέρει και κάτι νέο: προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση και εξασφάλιση της πόλεως. Αναλυτικότερα, παρατηρούμε σχεδιασμένες πυκνές προτάσεις για την ενίσχυση του πάσχοντος ευάλωτου ανατολικού μετώπου: η διάνοιξη της τάφρου επεκτείνεται νοτιότερα, ώστε να αποκόψει τρόπον τινά ολόκληρη τη χερσόνησο επί της οποίας βρίσκεται η πόλη, την επίπεδη έκταση που οδηγεί στην είσοδο της πόλης κατά μήκος του βράχου του Παλαμηδιού, στον λαιμό δηλαδή σύνδεσης της χερσονήσου με την ξηρά, προτείνεται η δημιουργία χαμηλών τάφρων, ώστε να ελέγχεται και να εμποδίζεται η πρόσβαση, κάποια πρωταρχικά και στοιχειώδη έργα πάνω στο Παλαμήδι και οι αντίστοιχες κλίμακες ανάβασης, ευρείας έκτασης επιχωματώσεις ακριβώς έξω από τα θαλάσσια βορεινά τείχη, εκβάθυνση του λιμένος, ώστε να είναι δυνατή η προσάραξη των πλοίων και δημιουργία προμαχώνα στην βορειοανατολι­κή πλευρά των τειχών (πρόκειται για τον μεταγενέστερο προμαχώνα Dolfin).

 

Σχέδιο αριθμός 2. Ανώνυμο, χωρίς εμφανή στοιχεία χρονολόγησης, εκτός από την καταγραφή των υπαρχουσών οχυρωματι¬κών δομών, προσφέρει και κάτι νέο: προτάσεις για περαιτέρω ενίσχυση και εξασφάλιση της πόλεως.

 

Δοθέντος ότι το σχέδιο δεν απεικονίζει τα δύο βασικά έργα ενίσχυσης των ανατολικών τειχών, δηλαδή τον προμνημονευθέντα προμαχώνα Dolfin (διε­τέλεσε provveditor general da mar, 1700-1705) στη βορειοανατολική πλευρά (1704) [σήμερα καθηρημένο] και τον προμαχώνα Grimani στη νοτιοανατολι­κή πλευρά του Κάστρο del Torro (1706) [υφιστάμενο και σήμερα], συνάγουμε ότι σχεδιάστηκε τουλάχιστον πριν από το 1704 και κατά πάσα πιθανότητα στα χρόνια της διοίκησης του οργανωτικού Francesco Grimani (1698-1701). Με το σχέδιο αυτό βρισκόμαστε σε μια χρονική φάση μεταγενέστερη εκείνης του πρώτου σχεδίου και εντός του θερμού κλίματος προτάσεων, σκέψεων, προβληματισμού και έντονης διάσκεψης των βενετικών αρχών για την άκρως αναγκαία ενισχυτική επέμβαση στον οχυρωματικό οργανισμό της πόλης του Ναυπλίου, ώστε αυτή να κατασταθεί δυσάλωτη.

Το τρίτο σχέδιο, [7] (Σχέδιο αριθμός 3) διαστάσεων 71×41 εκ., πληρέστερο και μεταγενέστερο των δύο πρώτων, αποτυπώνει οχυρωματικές θέσεις και έργα συντελεσμένα (με αρχικά ερυθρό χρώμα), και προτείνει επιπλέον έργα (με πράσινο χρώμα) εντός και εκτός της πόλεως καθώς επίσης και πάνω στο Παλαμήδι. Πλην των στρατιωτικών θέσεων και των οχυρωματικών τόπων, καταγράφει τα κτήρια της βενετικής διοίκησης και δύο ναούς ρωμαιοκαθολικής λατρείας. Το πράγμα είναι όλως ιδιαιτέρως σημαντικό, διότι μας προσφέρει τη χωρική παράταξη της έδρας των βενετικών αρχών του Ναυπλίου και σύνολης της Πελοποννήσου. Παρατηρούμε ότι τα κτήρια των αρχών με διάταξη μορφής τόξου απλώνονται από ανατολάς προς δυσμάς, κατά μήκος των βορείων τειχών της θάλασσας [σήμερα εξαλειμμένα]. Εκκινούν ανατολικά από το ύψος του ναού του Αγί­ου Αντωνίου και φθάνουν δυτικά ώς τη νεότευκτη Δεξαμενή: D= Palazzo di S.E. Capitan General (μέγαρο του αρχιστρατήγου του στόλου), E= Palazzo di S.E. Provveditor General del Regno (μέγαρο του γενικού προνοητή της Πελο­ποννήσου), F= Palazzo del E.mo Rettore (μέγαρο του ρέκτορα), G= Palazzo del E.mo Provveditor (μέγαρο του προνοητή Ναυπλίου), H= Publici Magazini (Δημόσιες Αποθήκες), N= La nuova Cisterna (Η νέα δεξαμενή ύδατος). Ομι­λητικές σημάνσεις για εμάς σήμερα που μελετούμε το θέμα: οι πολιτικές, στρα­τιωτικές και εκκλησιαστικές αρχές των κυριάρχων Βενετών βρίσκονται συγκε­ντρωμένες, ασφαλισμένες στα τείχη, από τα οποία ουσιαστικά αγκαλιάζονται, σε εγγύτητα με το υγρό στοιχείο της θάλασσας, σχηματίζοντας μια νοητώς ανοιχτή προς τη θάλασσα πλατεία με διοικητικώς και εκκλησιαστικώς σεσημα­σμένα κτήρια, οικείο φαινόμενο από τη μακρινή μητρόπολη στην Αδριατική. Στο σχέδιο απουσιάζει η γνωστή μας Armeria (Οπλοστάσιο), αντιδιαμετρικά έναντι του ναού του Αγίου Αντωνίου, καθώς πρόκειται για μεταγενέστερο του παρόντος σχεδίου κτήριο. Η ανέγερση του κτηρίου αυτού στα χρόνια του αρ­χιστρατήγου του στόλου Agostino Sagredo (1712-1714) πύκνωσε περαιτέρω τον ήδη συμπαγή πυρήνα των βενετικών κτηρίων στον συγκεκριμένο χώρο.

 

Σχέδιο αριθμός 3. Πληρέστερο και μεταγενέστερο των δύο πρώτων, αποτυπώνει οχυρωματικές θέσεις και έργα συντελεσμένα (με αρχικά ερυθρό χρώμα), και προτείνει επιπλέον έργα (με πράσινο χρώμα) εντός και εκτός της πόλεως καθώς επίσης και πάνω στο Παλαμήδι.

 

Εντός του κεντρικού αστικού ιστού της πόλεως και στο πλέον επίκαιρο σημείο ανεγέρθη το 1713 με μέριμνα του αρχιστρατήγου του στόλου Agostino Sagredo το επιβλητικό κτήριο του Οπλοστασίου – Οπλαποθήκης του Στόλου (Armeria Classis): Promtuarium classis ad urbis utilitatem et ornamentum Augustinus Sagredo provisor classis maris magnifice edivicavit, μνημονεύει η λατινική επιγραφή πάνω από τη μεσαία αψίδα του προστώου. [8] Η θεραπεία πρακτικών αναγκών με τη λειτουργία ενός ευμεγέθους κτηρίου απόθεσης και διαφύλαξης του οπλισμού, κτηρίου δηλαδή χρηστικότατου για την πόλη και την άμυνά της (promtuarium classis ad urbis utilitatem) αποσκοπεί και στη διακόσμησή της, και μάλιστα κατά τρόπο μεγαλοπρεπή (ornamentum, magnifice edificavit). Ο συγκερασμός λειτουργικότητας και αισθητικής στα κτήρια συνιστά βεβαίως πολιτισμικό στοιχείο, πάγιο στη βενετική έκφραση, και πράξη με βαθύτατες ρίζες στο παρελθόν, κυρίως στις αναγεννησιακές αντιλήψεις, στην έννοια πολεοδομικής οργάνωσης, λειτουργίας και λειτουργικότητας του χώρου με την πολυεπίπεδη σήμανση των κτηρίων. Η ανέγερση της Armeria δημιουργεί αμέσως το δυτικό μέτωπο με το οποίο οριστικοποιείται εφάπαξ και κλείεται διά παντός το δυτικό μέτωπο της μεγάλης πλατείας, το οποίο κατά συνέπεια σχηματοποιείται. Ο ίδιος αξιωματούχος αναδεικνύεται σε μεί­ζονος σημασίας πρόσωπο για το πολεοδομικό σώμα του Ναυπλίου ετούτη την περίοδο, καθώς συνδέεται με σημαντικά έργα που διασώζονται μέχρι σήμερα στον τόπο (η κλίμακα ανάβασης και η Πύλη Sagredo στην Ακροναυπλία, η Armeria, επί του Παλαμηδίου και στον προμαχώνα Sagredo το Φρουραρχείο, ο στρατώνας και ο ναΐσκος του Αγίου Γεράρδου [μτγν. του Αγίου Ανδρέου] και, τέλος, ο ναός του Αγίου Νικολάου κοντά στη θάλασσα «extra muros»), συνοδευόμενα πάντοτε με εκθειαστικές μνείες στις επιτείχιες λατινικές επι­γραφές (a fundamentis erexit, fieri curavit, monti arcem imposuit, magnifice edificavit, construendam praecepit adivit). [9]

Το όνομα του Francesco Grimani συνδέθηκε με έργα οχυρώσεως στην Ακροναυπλία την περίοδο κατά την οποία ο τελευταίος υπηρέτησε ως γενικός προνοητής θαλάσσης, αρχιστράτηγος δηλαδή του στόλου, με έδρα το Ναύπλιο (1706-1708)· αναφερόμαστε κυρίως στον προμαχώνα Grimani στο νοτιοανα­τολικό άκρο των τειχών του Castel Torro, όπου η επικίνδυνα ευάλωτη πλευρά με τον πεπαλαιωμένο κυκλικό πύργο διορθώθηκε και εκσυγχρονίστηκε και σε έτερες, δευτερευούσης σημασίας ενισχυτικές επεμβάσεις-διορθώσεις, με σκοπό την επαύξηση της οχυρωματικής ικανότητας της πόλεως (1706).

Ο Κεφαλονίτης λόγιος αρχιμανδρίτης – ιεροκήρυκας και εν συνεχεία επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλίας Μηνιάτης, πολύ γνωστός στο Ναύπλιο από τη συχνή παρουσία του ως ιεροκήρυκα στον ναό της Παναγίας και αλλού, επι­φορτισμένος από το σώμα του Αστικού Συμβουλίου Ναυπλίου να κατευοδώ­σει τον Grimani απερχόμενο προς τη Βενετία μετά το πέρας της θητείας του, στον εγκωμιαστικό του λόγο, πλην των άλλων κολακευτικών, όπως απαιτούσε το πράγμα, μνημονεύει και τη συνεισφορά του αξιωματούχου στην οχυρωματική ενίσχυση των τειχών και σε άλλα οικοδομικά έργα εντός της πόλεως, ιδι­αιτέρως δε στο κτήριο του Συμβουλίου.

Παραθέτω το κείμενο σε μετάφραση, όχι πάντοτε πολύ ακριβή, από το ιταλικό πρωτότυπο του εκδότη, στα νεώτερα χρόνια, των λόγων του Μηνιάτη, εφημερίου του ναού του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων Βενετίας, αρχιμανδρίτη Ανθίμου Μαζαράκη (1848):

«Δεν δύναται να εννοήση οποίος είναι αυτός ο ζήλος σου, όστις δεν επαρίθμησε τα βήματά σου, δεν παρετήρησε τους ιδρώτας σου, δεν εισχώρησεν εις την ανησυχίαν σου εν καιρώ της κατασκευής τούτων των τειχών, τα οποία παρασταίνουν το μεγαλείον των ιδεών σου, εξασφαλίζουν τας νίκας μας, κλείνουν τας δια­βάσεις εις τας εχθρικάς προσπαθείας. Ανηγέρθησαν εις τοσούτον ύψος εντός ολίγου καιρού, με εργασίαν ολίγων χειρών και τόσων ολίγων εξόδων, διότι το εκτελείν εν ολίγω και δι’ ολίγου πράγματα μεγάλα είναι θαυμάσιον μυστι­κόν της υπέρ άνθρωπον ενεργητικότητός σου […]. Ημείς θέλομεν φέρει εγχα­ραγμένον το αθάνατο όνομά σου εις τας καρδίας μας, αίτινες θέλουν είσθαι μνημεία ευγενέστερα και των επιγραφών, εις τας οποίας είναι εγγεγραμμένον ως κόσμημα της αιθούσης του Συμβουλίου μας και του Καταστήματος (sala del nostro Consiglio e Fontigo), των ανεγερθεισών υπό της σης προνοήσεως, και ευγενέστερα των μαρμάρων των εκτός των οχυρωμάτων (e de’ sassi dell’ eterne fortificazioni) των όντων αιώνιοι θρίαμβοι δόξης διά σε, άσυλα ασφα­λείας των υπηκόων σου. Η Ναυπλία, το αντικείμενο των ερώτων σου και της σπουδαιότητός σου, ήτις εις την οχύρωσίν της έλαβεν εκ των χειρών σου τοι­αύτα νέα θέλγητρα κάλλους και ισχύος, ώστε μόλις γνωρίζεται υπό των ιδίων της πολιτών, θέλει είσθαι το θέατρον αιωνίων επαίνων των αρετών σου».[10]

Στο χωρίο, πλην των άλλων, εξαίρεται η συνεισφορά του Grimani στην ανέγερση του κτηρίου, εντός του οποίου – και πιο ειδικώς εντός της κεκοσμημένης με επιγραφές αίθουσας – συνερχόταν το σώμα του Αστικού Συμβουλίου της πόλεως καθώς και του Καταστήματος -Αποθήκης. Το κτήριο δε του Συμ­βουλίου η τοπική παράδοση το ταυτίζει με το λεγόμενο Διοικητήριο, ευρισκό­μενο όπισθεν του Βουλευτικού, υψηλότερα δηλαδή από την Armeria.

Αξίζει να προσεγγίσουμε, έστω και ακροθιγώς, το ζήτημα του πολιτικού νοήματος και μηνύματος που εκπέμπεται από την όψη και τη λειτουργία των οχυρωματικών έργων. Αναμφιβόλως, επί παραδείγματι, ο αναγιγνώσκων τη λατινική αναθηματική επιγραφή επί της μαρμάρινης πλάκας παραπλεύρως της Πύλης της Ξηράς, όπου μνημονεύεται ο εκπορθητής Morosini, τροφοδοτείται με σαφή στοιχεία πολιτικής ιδεολογίας. Η επιγραφή είναι πολύ ομιλητική ως προς τη βενετική ερμηνεία της κατάληψης ή πιο σωστά της επανακατάληψης του Ναυπλίου: ο Francesco Morosini με την ανδραγαθία του στις πολεμικές συγκρούσεις εναντίον των Τούρκων, «Hoc regnum patriae restituit», «απέδωσε στην πατρίδα τούτο το βασίλειο». Η έννοια του λατινικού ρήματος restituere είναι αυτή ακριβώς: αποδίδω, αποκαθιστώ στην εξ αρχής κατάσταση, παλινορθώνω. Σαφέστατη και ρητή διατύπωση-διακήρυξη της κατάκτησης του Ναυπλίου και σύνολης της Πελοποννήσου, ενός τόπου επί του οποίου οι Βενετοί δεν έπαυσαν ποτέ να εκτρέφουν στην πολιτική τους συνείδηση θεμελιωμένα απαράγραπτα δικαιώματα κατοχής.

Επανερχόμενοι στο προκείμενο θέμα μελέτης, παρατηρούμε πως και τα τρία τοπογραφικά σχεδιαγράμματα καταγράφουν μόνο τους βενετικού ενδιαφέροντος τόπους, σημεία και κτήρια. Είναι σχέδια πρωτίστως στρατιωτικά. Ενδιαφέρει κυρίως (και είναι αναμενόμενο) η αποτύπωση των οχυρώσεων, ώστε να ληφθούν μέτρα για περαιτέρω ενίσχυση, ιδιαιτέρως των αδύναμων σημείων. Ως προς τα λοιπά, ο κατοικημένος χώρος της πόλης, οι συνοικίες και οι κάτοικοι ή απουσιάζουν ή η παρουσία τους αποδίδεται αδρομερώς με τη χάραξη βασικών οδών, οι οποίες συνδέουν και πάλι τις στρατιωτικές πύλες των τειχών της πόλεως (Porta di Terra Ferma, Porta della Marina) ή της Ακρο­ναυπλίας (Porta della Fortezza). Μόνον εσωτερικώς, κατά μήκος των τειχών, στα δύο πρώτα σχέδια σχεδιάζεται η οικιστική χάραξη και οι απολήξεις στε­νών συνοικιακών οδών ή κενών μεταξύ των κτηρίων.

Παραμένοντας στο εσωτερικό της πόλεως, αναφορικά με τους ναούς, και στα τρία σχέδια καταγράφονται μόνο οι ναοί ρωμαιοκαθολικής λατρείας (στα δύο πρώτα σχέδια σημειώνεται και ένδειξη σταυρού σε αυτούς): ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας (Sant’ Antonio di Padova) στο κέντρο της πό­λεως (πρώην μουσουλμανικό τέμενος, όπως δηλώνεται ρητώς) με απλή ορθογωνική κάτοψη καλυμμένη με τρούλο, στη δυτική πλευρά κιονοστήρικτο προστώο καλυμμένο με τρεις τρουλίσκους· πρόκειται για υπερυψωμένο κτήριο, στο οποίο οδηγούσε κλίμακα, όπως δηλώνεται στο τρίτο σχέδιο, και βάση μιναρέ στη νότια πλευρά.

Επίσης, η Παναγία του Καρμήλου (Madonna del Carmine) στα βόρεια τείχη της πόλεως προς τη θάλασσα. Στα δύο πρώ­τα σχέδια σημειώνεται διά σταυρού και άλλος ένας ναός στην Ακροναυπλία, στο Castel dei Greci, στο ρωμέικο Κάστρο, μάλλον πρώην μουσουλμανικό τέμενος (στο σχέδιο δηλώνεται παραπλεύρως του κτηρίου η ύπαρξη εξωτερι­κού μικρού προσκολλημένου κτίσματος, προφανώς η βάση του μιναρέ). Επιπλέον, στα δύο πρώτα σχέδια αποτυπώνεται χωρίς καμία περαιτέρω σήμανση η ύπαρξη κτηρίου, και μάλιστα ευμεγέθους, προς την κατεύθυνση της Πύλης της Ξηράς, αρκετά κοντά της. Θα πρέπει να ταυτιστεί με τον σημερινό ναό του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος λειτουργούσε ως μουσουλμανικό τέμενος κατά την προηγούμενη περίοδο, όπως δηλώνει και η ύπαρξη εξωτερικού μικρού κτίσματος προσκολλημένου στη νότια πλευρά του κτηρίου. Στο τρίτο σχέδιο απουσιάζει εντελώς. Το κτήριο αυτό, στο σχέδιο της Μαρκιανής χαρακτηρί­ζεται ως «moschea serve per munitioni», δηλαδή «μουσουλμανικό τέμενος προς αποθήκευση πολεμοφοδίων». Στα παρόντα σχέδια δεν κατονομάζεται. Πιθανότατα λίγο αργότερα μετασκευάσθηκε στον λατινικό ναό του Αγίου Δομηνίκου (San Domenico), αποδoθέντα στους Δομηνικανούς.

Οι τελευταίοι, αρχικά τέσσερις στον αριθμό, έφθασαν στην Πελοπόννησο το 1686 και εγκαταστάθηκαν με παρέμβαση του Morosini στην Ακροναυπλία· [11] υποθέτουμε στο προμνημονευθέν τέμενος στο ρωμέικο Κάστρο και πιθανότητα λίγο μεταγενέστερα κατέβηκαν στην πόλη, στο κτήριο του σημερινού ναού του Αγίου Γεωργίου. Ο ναός του Αγίου Αντωνίου της Πάδο­βας, το πρώην μεγάλο τέμενος της πόλεως, παραχωρήθηκε από τον Morosini σε Φραγκισκανούς μοναχούς, αφού ανήκε πλέον στο βενετικό δημόσιο ως πρώην οθωμανικό κτήριο.

Σε αυτό το κτήριο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του προϊσταμένου του ναού, του Φραγκισκανού Giovanni Mattio Vodari, ο οποίος δηλώνει ότι παρείχε υπηρεσίες και στο Στρατιωτικό Νοσοκομείο, εψάλη ευ­χαριστήρια επινίκια δοξολογία, Te Deum, παρουσία του Morosini, αμέσως μετά την κατάληψη της πόλεως, κατά την πάγια βενετική πρακτική. [12] Ο Άγιος Αντώνιος εν συνεχεία ανυψώθηκε σε καθεδρικό ναό των Λατίνων και απο­δόθηκε από τις βενετικές αρχές στον πρώτο Λατίνο αρχιεπίσκοπο Κορίνθου, τον Leonardo Balsarini, ως έδρα του, ενώ ως κατοικία του χρησίμευε η μονή των Δομηνικανών, όπως βεβαιώνει σε αναφορά του ο F. Grimani το 1699. [13] Ο ίδιος, μάλιστα, καταγράφει και το εξής αξιοπρόσεκτο, ότι δηλαδή είχε εκπλαγεί από την ευσέβεια που έδειχναν οι ορθόδοξοι κάτοικοι της πόλεως έναντι του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας. [14]  Καθόσον ο λόγος περί λατινικών μοναχικών ταγμάτων και περαιτέρω περί εκκλησιαστικού και εκπαιδευτικού συγχρωτισμού Βενετών και ελληνικού πληθυσμού, αξίζει να αναφερθεί ότι στα 1707 απεφασίσθη να επιτραπεί η είσοδος Ιησουιτών στη βενετική Πελοπόννησο, με σκοπό την ίδρυση δύο κολλεγίων, ένα στο Ναύπλιο και ένα στη Μεθώνη, για την εκπαίδευση, όπως καταγράφεται, «παιδιών Λατίνων και Ελλήνων». [15] Λίγο πιο πριν, στα 1703, όπως σημειώνουν σε αναφορά τους οι σύνδικοι εξεταστές, και κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, κήρυξε με μεγάλη επιτυχία στον λατινικό ναό του Αγίου Αντωνίου Ναυπλίου ο εκ Τήνου Ιησουίτης Padre Foresti. Οι σύνδικοι κρίνουν ότι οι Ιησουίτες ιε­ροκήρυκες μπορούν να προσφέρουν πολύτιμο καρποφόρο έργο, ειδικά «στην εκπαίδευση των ορθοδόξων νέων». [16] Ακόμα ενωρίτερα, στα 1691, ο γενικός διοικητής Πελοποννήσου Antonio Zeno, σε αναφορά του στη βενετική Σύ­γκλητο, γράφει ότι τα κηρύγματα του Padre Mauritio Capuccino da Bassan παρακολούθησαν και πολλοί ορθόδοξοι κληρικοί. [17]

Με την ευκαιρία της μελέτης των σχεδίων προβαίνουμε και σε κάποιες διαπιστώσεις για άλλου είδους αποτυπώσεις της πόλεως, αναφορικά με τον βαθμό πιστότητας και αληθοφάνειας των απεικονιζομένων: στον πανοραμι­κό πίνακα από το χειρόγραφο ημερολόγιο κατάκτησης της Πελοποννήσου της Βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας,[18] (Σχέδιο αριθμός 4) το οποίο απεικονίζει τον κανονιοβολισμό του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τα βενετικά στρα­τεύματα του Morosini, καταγράφουμε ενδεικτικά ορισμένα στοιχεία πιστό­τητας και ρεαλισμού στην απεικόνιση: στα εικονιζόμενα μουσουλμανικά τε­μένη της πόλεως το πρόσκτισμα του μιναρέ εμφανίζεται πράγματι όπισθεν των κτηρίων, στη νότια δηλαδή πλευρά τους, όπως ακριβώς το αποτυπώνουν και τα δύο σχέδια της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Επιπλέον, η Πύλη της Ξηράς απεικονίζεται όντως νοτίως του μεσαιωνικού πολυώροφου με κατακόρυφους πύργους προστασίας της πάνω στην ευθεία γραμμή της cortina (μεταπρομα­χώνιο), η οποία ετούτη την περίοδο θα σχηματίσει πλέον αμβλεία γωνία. Ένα ακόμα στοιχείο πιστότητας θα διαπιστώσουμε στην υπερκείμενη Ακροναυ­πλία: όπως αμέσως διακρίνουμε, το φράγκικο Κάστρο δείχνει να βρίσκεται σε μεγαλύτερο βάθος και να καταλαμβάνει έτσι μικρότερη έκταση από ό,τι το ρωμέικο, αφού πράγματι στο πρώτο η γεωφυσική διαμόρφωση με την κρη­μνώδη κατωφέρεια επέβαλε την απόσυρση των τειχών προς το εσωτερικό του βράχου, όπως σταθερά δηλώνεται και στα τοπογραφικά σχέδια. Εντός του Κάστρου del Torro σημειωτέα η παρουσία στη στέγη κατοικίας ευμεγέθους καμινάδας βενετικού τύπου, δηλαδή μορφής αντεστραμμένης πυραμίδας.

 

Σχέδιο αριθμός 4. Πανοραμι¬κός πίνακας από το χειρόγραφο ημερολόγιο κατάκτησης της Πελοποννήσου της Βιβλιοθήκης Querini-Stampalia της Βενετίας.

 

Τα προαναφερθέντα συνηγορούν στη διαπίστωση ότι οι πανοραμικές αυτές εικόνες των πελοποννησιακών πόλεων, οι οποίες συνοδεύουν την εξιστόρηση των πολεμικών γεγονότων, ουδόλως είναι αυθαίρετες ή φανταστικές απεικονίσεις που διατηρούσαν μόνον κάποια πολύ χονδρικά στοιχεία πραγ­ματισμού ή αντέγραφαν δουλικώς παλαιότερα σχηματοποιημένα πρότυπα· πολύ περισσότερο πρόκειται περί μελετημένων σχεδίων με επί τόπου παρατήρηση, για τα οποία προφανώς και θα χρησιμοποιήθηκε εκ παραλλήλου και βοηθητικώς, όπως είναι αναμενόμενο, και η γνωστή στην ευρωπαϊκή εκδοτική παραγωγή παλαιότερη και τυποποιημένη απεικόνιση των πόλεων αυτών (εκκινώντας από τις χαλκογραφίες του Camocio και εξής).

Η χαρτογραφική παραγωγή για το Ναύπλιο είναι οπωσδήποτε ευρεία, με δεδομένη τη σημασία της πόλεως στο υπερπόντιο κράτος της Βενετίας (Stato da Mar), εκπορεύθηκε δε από την εναγώνια μέριμνα των Βενετών για την ενδυνάμωση του οχυρωματικού μηχανισμού της. Μια διαδικασία μακρά μέσα στον χρόνο, επίπονη, οδυνηρή, αιμάσσουσα για τους ανθρώπους που βιαίως και ανηλεώς εργάστηκαν για να ανεγερθούν τα οχυρώματα· κατέλιπε δε δυσε­ξίτηλα ίχνη πάνω στο ναυπλιακό τοπίο διαμορφώνοντας καθοριστικά το πρό­σωπο αυτής της γοητευτικής πλέον για εμάς σήμερα πελοποννησιακής πόλεως.

 

Υποσημειώσεις


[1] Σέμνη Καρούζου, Το Ναύπλιο, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος, Αθήνα 1979, σ. 41.

[2] Για το Ναύπλιο του 15ου αι. βλ. Diana Wright, «Late-fifteenth-century Nauplion. Topography, walls and boundaries», Θησαυρίσματα 30 (2000), σ. 163-187.

[3] Οι μελετητές μπορούν να χρησιμοποιούν πλέον την τελευταία επανέκδοση του έργου: Kevin Andrews, Castles of the Morea, revised edition with a Foreword by Glenn R. Bugh, The American School of Classical Studies at Athens, Princeton ‒ New Jersey 2006, σ. 90-105, σχέδια XXI, XXII και XXIII.

[4] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 1.

[5] Ιωάννα Στεριώτου, «Ο Πόλεμος του Μοριά (1684-1697) και ο Κώδικας της Μαρκιανής Βιβλιοθήκης της Βενετίας», Θησαυρίσματα 33 (2003), σ. 241-283.

[6] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 2.

[7] Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 3.

[8] Βλ. Καρούζου, ό.π., σ. 47, καθώς και Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς, επανέκδοση, Αθήνα 1950, σ. 126.

[9] Όλες οι επιγραφές στο Λαμπρυνίδης, ό.π., σ. 122-130.

[10] Ηλία Μηνιάτη, Διδαχαί και Λόγοι εις την Αγίαν και Μεγάλην Τεσσαρακοστήν και  εις άλλας Κυριακάς του ενιαυτού και επισήμους εορτάς, επανέκδοση, Θεσσαλονίκη 2006, σ. 497-498.

[11] Archivio di Stato di Venezia (στο εξής A.S.V.), Provveditori da Terra e da Mar (στο εξής P.T.M.), busta 849, dispacci Sindici Cattasticatori, αναφορά αριθμός 25, Καρύταινα, 24 Φεβρουαρίου 1690, συνημμένη αίτηση των Δομηνικανών μοναχών προς τους συνδίκους καταστιχωτές.

[12] Στο ίδιο, συνημμένη επιστολή του Φραγκισκανού G. Mattio Vodari προς τους συνδίκους καταστιχωτές.

[13] A.S.V., P.T.M., b. 849, dispacci Francesco Grimani, αναφορά αριθμός 61, Άργος, 12 Αυγούστου 1699, φ. 1r.

[14] Στο ίδιο, φ. 2v.

[15] A.S.V., Archivio Grimani dai Servi, b. 42, filza 106, φ. 20r.

[16] A.S.V., P.T.M., b. 869, dispacci Sindici Inquisitori, αναφορά αριθμός 19, Μονεμβασία, 13 Οκτωβρίου 1703, φ. 2r.

[17] A.S.V., P.T.M., b. 844, dispacci Antonio Zeno, αναφορά αριθμός 23, Ναύπλιο, 16 Απριλίου 1691.

[18] Με την Αρμάδα στο Μοριά, 1684-1687. Ανέκδοτο ημερολόγιο με σχέδια, εισαγωγή – επιμέλεια Ευτυχία Δ. Λιάτα, μεταγραφή κειμένου Κ. Γ. Τσικνάκης, Κέντρο Νεοελληνι­κών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, αρ. 66, Αθήνα 1998. Βλ. εδώ σχέδιο αριθμός 4.

 

Αλέξης Μάλλιαρης

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και τοπική κοινωνία. Προσεγγίζοντας τη δυναμική μιας σχέσης – Γεώργιος Η. Κόνδης [1]


 

Όταν το 1881 αρχίζουν οι ανασκαφές στην περιοχή του Ασκληπιείου στο Λυγουριό Αργολίδας, κανείς δεν φαντάζεται τις συνέπειες που θα έχουν στην τοπική κοινωνία. Κι όμως, μια καθαρά αγροτική κοινότητα ανθρώπων, που στη μεγάλη τους πλειοψηφία  ζουν σε οικονομικές συνθήκες ένδειας, θα αποτελέσει ξεχωριστό παράδειγμα μιας ιδιαίτερης σχέσης ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τον αρχαιολογικό χώρο. Συμμετέχει εθελοντικά στις ανασκαφές και προσφέρει την περιουσία της για να τις διευκολύνει και να αναδειχτεί ο χώρος που θα αποκτήσει παγκόσμια πολιτισμική ακτινοβολία.

Η έναρξη των «Επιδαυρίων» το 1954 και επισήμως ως «Φεστιβάλ Επιδαύρου» το 1955, θα επηρεάσει ακόμη βαθύτερα τη σχέση αυτή και θα οδηγήσει σε σημαντικές αλλαγές όχι μόνο στην περιοχή (π.χ. υποδομές), αλλά και στην ίδια την κοινωνία (νοοτροπίες, κουλτούρα, συμπεριφορές, στάσεις ζωής). Η σημερινή προσπάθεια ανανέωσης του φεστιβάλ με την διοργάνωση εκπαιδευτικών δομών παγκόσμιας αναφοράς, εμπλουτίζει, επίσης, τη σχέση της τοπικής κοινωνίας με τον κόσμο του Θεάτρου και επινοεί νέες πηγές γνώσεων και σχέσεων ενισχύοντας την διεθνή ακτινοβολία του χώρου.

  1. Μια ιστορία μέσα στην ιστορία

 …από το Ναύπλιο στην Επίδαυρο, το αυτοκίνητό μας ακολουθεί  ένα χαοτικό δρόμο, ένα χωματόδρομο όλο λακκούβες απ’τις βροχές. Πότε πότε, το αυτοκίνητο κάνει μια παράκαμψη μέσα από το χωράφι για να αποφύγει ένα λάκκο ή σταματάει για να αφήσει τη μηχανή να πάρει ανάσα. Χωριάτες που σπέρνουν, χωριάτισσες που περπατάνε στο δρόμο έρχονται προς το μέρος μας για ν’ ανταλλάξουμε μερικά λόγια, να μας προσφέρουνε σύκα ή κρύο νερό. Λίγο μακρύτερα, αγρότες θα μας σταματήσουν για να μας δώσουν τυρί και κρασί και για να μιλήσουν μ’ αυτούς τους Γάλλους που είναι οι πρώτοι ξένοι που βλέπουν μετά τον πόλεμο. Και η αργή πομπή ξαναβάζει εμπρός μεσ’ απ’ τ’ αμπέλια, τις ελιές, τα κυπαρίσσια και τις χαρουπιές. Κίτρινο και άσπρο τοπίο – μεγάλες πέτρες αστράφτουν σαν μάρμαρα μεσ’απ’τα χόρτα και τους αγρούς – με τα βουνά της Πελοποννήσου στον ορίζοντα και, πιο κοντά, ακριβώς πάνω από την Επίδαυρο, το όρος Αραχναίον. Έτσι το έλεγαν από τα χρόνια του Αισχύλου (και ασφαλώς από πολύ πριν) και για μένα είχε σταθεί το πρώτο από τ’ ατέλειωτα μυστήρια της Ελλάδας: αυτό το όνομα που είχε μείνει το ίδιο από τρεις χιλιάδες χρόνια. (…)

Το αυτοκίνητο σταμάτησε στην είσοδο του ιερού. Του κάκου ψάχνω το θέατρο με τα μάτια. Για την ώρα δε βλέπω άλλο από πεύκα. Απ’αυτά τα πεύκα έρχονται φωνές, κραυγές, τραγούδια ανακατεμένα με γκαρίσματα γαϊδάρων και χλιμιντρίσματα μουλαριών. Πλησιάζω στο λόφο που μας κρύβει το θέατρο, δεν πιστεύω τα μάτια μου: χιλιάδες χωριάτες κάθονται κάτω απ’τα δέντρα, μέσα στα μάρμαρα του ναού, πάνω στην πλατεία του Ασκληπιού φερμένοι απ’όλες τις γωνιές της Πελοποννήσου για να δούνε τους Πέρσες. Το έργο παίζεται στα γαλλικά και κανείς τους δεν θα πρέπει να καταλαβαίνει τη γλώσσα. Αλλά θα πρέπει να λεχθεί ότι με την εξαίρεση μιας παράστασης που είχε δώσει πριν τον πόλεμο, το 1936, το ίδιο αυτό Αρχαίο Θέατρο της Σορβόννης είναι η πρώτη φορά που λειτουργεί αυτό το θέατρο μετά από είκοσι πέντε αιώνες. Και για όλους, γι’ αυτούς, για μας, για τους λίγους Αθηναίους που έκαναν την προσπάθεια να ’ρθουν, είναι ένα σπουδαίο γεγονός. Είναι μεσημέρι. Οι πετσέτες με τα φαγιά είναι λίγο-πολύ παντού απλωμένες. Οι μουσικοί πιάνουν τα όργανα και το πανηγύρι αρχίζει. Είναι η πρώτη φορά που ακούω σημερινή ελληνική μουσική, τον ήχο του λαούτου, του αυλού, τις φιοριτούρες της λύρας. Έχω την εντύπωση ότι ξαναζεί μια αρχαία γιορτή: αυτή η ζωντανή αταξία, αυτά τα παρδαλά πλήθη, αυτή η ταραχή, που θα ’πρεπε να υπήρχε στα μεγάλα ιερά στις γιορτινές μέρες, ένα είδος πανηγυριού, θορυβώδους ευφροσύνης όπου τα άσματα του κόσμου και οι φωνές των ζώων ανακατεύονταν με τις οσμές των ψητών πάνω στη θράκα, του καμένου λίπους πάνω στους βωμούς, της ζεστής ρετσίνας, του ιδρώτα των ανθρώπων. Ναι, έτσι θα έπρεπε να ήταν η Επίδαυρος όταν οι χιλιάδες ασθενείς έτρεχαν στα θαυματουργά τέμπλα. Αυτό το χωριάτικο και τόσο ζωντανό πλήθος μου επέτρεψε εκείνη τη μέρα, με το θαύμα της αναπάντεχης παρουσίας του, να ξαναβρώ τη μεγάλη χαρά των παγανιστικών χρόνων.

 

Μεγάλο αλλά αναγκαίο το απόσπασμα αυτό από «Το Ελληνικό Καλοκαίρι» [2] του  Γάλλου ελληνιστή Ζακ Λακαριέρ (Jacques Lacarrière), καθώς αποτελεί μια από τις σπάνιες καταγραφές της πρώτης μεταπολεμικής παράστασης και αναβίωσης του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Ταυτόχρονα όμως, η μεγάλη αξία της καταγραφής οφείλεται στις λεπτομέρειες για τα πρόσωπα, τον καθημερινό βίο, τα πολιτισμικά στοιχεία και τη γενικότερη συγκρότηση του αγροτικού ελληνικού χώρου που περιλαμβάνονται στο κλασικό πια βιβλίο του Ζ. Λακαριέρ. Δεν είναι τυχαίος εξάλλου ο υπότιτλος «Μια καθημερινή Ελλάδα 4000 ετών», που υπογραμμίζει την ιστορική και πολιτισμική συνέχεια στον ελλαδικό γεωγραφικό χώρο, κάτι που ο Γάλλος ελληνιστής προσπάθησε να αναδείξει σε ολόκληρο το έργο του μαζί με άλλους διαπρεπείς ελληνιστές μεταξύ των οποίων, η Ζακλίν ντε Ρομιγί (Jacqueline de Romilly). Ας θυμηθούμε, αφού η εισαγωγή αφορά στο θέμα του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου, πως στην ίδια ακριβώς λογική της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας πρόσθεσε το δικό του ανεκτίμητο έργο ο Κάρολος Κουν. Στην ιστορική του ομιλία για το αρχαίο δράμα [3] είχε τονίσει:

 

Όσοι αιώνες κι αν έχουν περάσει, όσο κι αν παραδεχτούμε τις αλλοιώσεις που υπέστη η φυλή μας μέσα στο πέρασμα του χρόνου, δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως ζούμε κάτω από τον ίδιο ουρανό, πως μας φωτίζει ο ίδιος ήλιος, πως μας θρέφει το ίδιο χώμα. Ίδιες είναι οι γεωλογικές και καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν και διαμορφώνουν την καθημερινή ζωή και σκέψη. Ίδιες οι ακρογιαλιές και η μακρινή γραμμή του ορίζοντα όπου ενώνονται ο ουρανός και η θάλασσα, ίδιες οι πέτρες και τα ηλιοκαμένα βουνά, τα ατέλειωτα δειλινά, οι μέρες κι οι νύχτες, και πάνω από όλα πολύ ψηλά ο ουρανός, στέρεος και καθαρός.

Οι μορφές που πλάθει η σκέψη μας σήμερα και τα συναισθήματά μας, αναγκαστικά αντλούν σχήμα και χρώμα από την ίδια τη φύση που αγκάλιαζε και τους Αρχαίους προγόνους μας. Ο βοσκός, πριν ακόμη βγει ο ήλιος, τις ίδιες πέτρες και τα ίδια μονοπάτια θα ακολουθήσει για να οδηγήσει τα πρόβατά του στα βοσκοτόπια. Ο ψαράς στα ίδια βράχια θα χτυπήσει το χταπόδι. Οι μικροπωλητές με τα κοφίνια τους θα ψάξουν το ίδιο να βρούνε σκιά για να προστατέψουν τα ζώα και το εμπόρευμά τους από τον καυτερό ήλιο του μεσημεριού. Στο Ελληνικό χωριό, στο Ελληνικό νησί και γενικά στην ύπαιθρο όπου δεν έχει ακόμη εισχωρήσει ο μηχανικός πολιτισμός του αιώνα μας και όπου ο άνθρωπος ζει και μοχθεί σε άμεση επαφή με τη φύση, οι ρυθμοί της ζωής, τα σχήματα, ακόμη και οι ήχοι, πρέπει να παρουσιάζουν καταπληκτική ομοιότητα με τους ρυθμούς και τα σχήματα και τους ήχους που αποτύπωσε στην ιστορία η ζωή της Αρχαίας Ελλάδας.

 

Είναι αδύνατο να κατανοήσουμε την πολύπλευρη σημασία μιας αρχαιολογικής ανακάλυψης χωρίς να εντάξουμε μέσα στο πλαίσιο αυτό της ιστορικής και πολιτισμικής συνέχειας την ένταση των συνεπειών της όχι μόνο στο επιστημονικό πεδίο αλλά και σε εκείνο της καθημερινότητας των τοπικών κοινωνιών, όπως ακριβώς και στο σημαντικό εκείνο επίπεδο της συγκρότησης μιας πολιτισμικής ταυτότητας.

Η αρχαιολογική σκαπάνη αποκάλυψε έναν από τους σημαντικότερους αρχαιολογικούς χώρους του ελληνικού και παγκόσμιου πολιτισμού: το Ασκληπιείο και το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Όταν στις 15 Μαρτίου 1881 ο Παναγής Καββαδίας ξεκινά τις ανασκαφές στην περιοχή έξω από το Λυγουριό, [4] ακολουθεί με πίστη το όνειρο κάθε επιστήμονα για τη μεγάλη ανακάλυψη της καριέρας του. Παρ’ ότι ολοκληρωμένος και έμπειρος επιστήμονας, ίσως να μην είχε φανταστεί  τη στιγμή εκείνη το πόσο η ανακάλυψη αυτή, εκτός από το σημαντικό επιστημονικό ενδιαφέρον, θα γινόταν η αφορμή, επίσης, σημαντικών κοινωνικών αλλαγών και διαφοροποιήσεων. Ιδιαίτερα η ανακάλυψη, αποκάλυψη και αποκατάσταση του Αρχαίου Θεάτρου και η συνακόλουθη λειτουργία του από τη δεκαετία του ’50 στα πλαίσια της θεσμοθέτησης των «Επιδαυρίων», θα αποτελέσει το πεδίο μια βαθύτατης ποιοτικής μεταβολής στην καθημερινότητα και τις νοοτροπίες των τοπικών κοινωνιών της περιοχής. Εάν προσθέσουμε στο γεγονός αυτό και τις εργασίες καθαρισμού και αποκατάστασης του «Μικρού Θεάτρου της Επιδαύρου» (Π. Επίδαυρος), θα έχουμε μια συνολική εικόνα της  έντασης των πολιτισμικών αλλαγών που θα καθορίσουν τη μελλοντική οργάνωση των τοπικών κοινωνιών και ιδιαίτερα εκείνης του Λυγουριού, που αποτελεί το κέντρο, οικονομικά και δημογραφικά, της περιοχής. Βεβαίως το πρόβλημα της απουσίας κάθε συστηματικής έρευνας για τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνιστώσες στην διαμόρφωση και εξέλιξη των αργολικών τοπικών κοινωνιών, δημιουργεί σημαντικά κενά που δεν μπορούν να καλυφθούν στο πλαίσιο της παρούσης μελέτης. Πρόκειται για μια συμβολή στην παρουσίαση και ανάλυση των παραπάνω συνιστωσών η οποία προκρίνει την καταγραφή στοιχείων υλικο-τεχνικής, πολιτιστικής και θεατρικής θεματολογίας. [5]

 

Θέατρο Ασκληπιείου Επιδαύρου επιχρωματισμένη λιθογραφία, Rey Étienne, 1843.

 

Έχουμε πράγματι εδώ ένα ιδιαίτερο παράδειγμα τοπικής κοινωνίας η εξέλιξη της οποίας δεν οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομικούς παράγοντες, αλλά στην ανακάλυψη ενός αρχαιολογικού χώρου και ιδιαίτερα ενός ξεχωριστού Αρχαίου Θεάτρου. Με αυτό θα ζυμωθεί η συνείδηση μιας καθαρά αγροτικής κοινωνίας και θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις βαθύτατων εσωτερικών αλλαγών σε προσωπικό και συλλογικό επίπεδο. Η κοινωνικότητα του θεάτρου θα είναι, όπως τονίζει  και ο Β. Πούχνερ, [6] η βασική πηγή αλλαγών όχι μόνο για τις νοοτροπίες αλλά και για την υλική καθημερινότητα της κοινότητας. Η τοπική ιδιαιτερότητα όμως συνίσταται και στο γεγονός πως από την πρώτη ημέρα των ανασκαφών της δεκαετίας 1880, η τοπική κοινωνία, μια καθαρά αγροτική κοινωνία, ξεπερνώντας τις οικτρές οικονομικές συνθήκες επιβίωσης, σήκωσε εθελοντικά ολόκληρο το βάρος της διάσωσης και ανάδειξης ενός αρχαιολογικού χώρου και ενός αρχαίου θεάτρου που έμελλε να αποκτήσουν παγκόσμια ακτινοβολία στο επίκεντρο της οποίας θα βρεθεί ιδιαίτερα η τοπική κοινωνία του Λυγουριού. Η ιστορική εκκίνηση γι’ αυτό γίνεται, όπως σημειώνει η Δηώ Καγγελάρη στις 11 Σεπτεμβρίου 1938 με την «Ηλέκτρα» του Σοφοκλή από το Εθνικό Θέατρο. [7] Μερικά χρόνια μετά η «σαιζόν Επιδαύρου»  θα γίνει πραγματικότητα. Τα «Επιδαύρια» ξεκινούν το 1954 και μαζί τους ανανεώνεται και παίρνει έναν ξεχωριστό χαρακτήρα η σχέση μεταξύ της τοπικής κοινωνίας και του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου. Το Αρχαίο Θέατρο «ξεσηκώνει» και αλλάζει την κοινωνία. [8]

  1. Στοιχεία τοπικής ανθρωπογεωγραφίας

 

Ο σημερινός Δήμος Επιδαύρου αντιστοιχεί μερικώς στα όρια του παλαιού Δήμου Λήσσης όπως τον περιγράφει ο Αντ. Μηλιαράκης στη Γεωγραφία του. [9] Η οικονομία του Λυγουριού και των γύρω από αυτό χωριών είναι καθαρά αγροτική [10] με σημαντικό βαθμό αυτάρκειας, καθώς οι αποστάσεις, ιδιαίτερα από το Ναύπλιο, είναι μεγάλες. Εκτός από την κτηνοτροφία, η αγροτική παραγωγή σίτου, λαδιού, ρεβιθιών, οίνου και καπνού, απασχολεί το σύνολο του πληθυσμού της περιοχής. Στο επίπεδο των οικονομικών δοσοληψιών, οι παραδοσιακές μορφές δανεισμού και τοκογλυφίας κυριαρχούν. Δεκάδες είναι οι συμβολαιογραφικές πράξεις που έχουν δημοσιευτεί χάρη στην προσπάθεια της τοπικής έρευνας [11] και οι οποίες μας δίνουν μια σαφή εικόνα των οικονομικών συναλλαγών σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής (αγορές, δάνεια, προίκα, δωρεές, κλπ). Η αναφορά σχετικής πράξης από την οποία καθορίζεται πως «ο οφειλέτης δεσμεύεται ενυπόγραφα για την παράδοση της σοδειάς έναντι μετρητών που έλαβε ή έναντι οφειλών στο μαγαζί», [12] αποτελεί ουσιαστικά τον κανόνα του τοπικού οικονομικού συστήματος συναλλαγών και της απορρέουσας τοκογλυφίας. Περισσότερο αναλυτική για το σύστημα αυτό είναι η έρευνα των Γ. Σαρρή, Ν. Καλαματιανού και Β. Μπιμπή με την παράθεση πλήθους συμβολαιογραφικών πράξεων και περιπτώσεων τοκογλυφίας, ακόμη και από ιερείς! Ταυτόχρονα όμως, η κοινοτική συνοχή ενδυναμώνεται και από δωρεές (οικοπέδων, εσόδων από χρήση βοσκοτόπων, κλπ) που κατοχυρώνονται με ιδιωτικά ή ομαδικά συμφωνητικά και συμβολαιογραφικές πράξεις. Με τις δωρεές αυτές πραγματοποιούνται διάφορα έργα, μεταξύ των οποίων και η διαμόρφωση δημόσιων χώρων, σημαντικότεροι από τους οποίους είναι οι πλατείες και οι ναοί. Όπως θα δούμε και στη συνέχεια, χωρίς την έντονα αναπτυγμένη τοπική ταυτότητα και την κοινωνική συνοχή, θα ήταν ίσως πολύ δύσκολη έως αδύνατη η αποκάλυψη του αρχαιολογικού χώρου που οφείλεται πρωτίστως στις δωρεές σε γη και εθελοντική εργασία των κατοίκων του Λυγουριού.

Σταδιακά επίσης αναπτύσσεται το εμπόριο χάρη κυρίως στη λειτουργία του αρχαιολογικού χώρου και του θεάτρου.  Το οδικό δίκτυο που κατασκευάζεται στο τέλος του 19ου αιώνα βοηθά πολλαπλά την ανάπτυξη της περιοχής, αλλά παραμένει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωμάτινο. Για πάρα πολλά χρόνια οι δρόμοι του Λυγουριού είναι επίσης χωμάτινοι, με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένα αφόρητο περιβάλλον σκόνης τους καλοκαιρινούς μήνες και αντίστροφα αδιάβατης λάσπης το χειμώνα [13]. Ο κύριος δρόμος που ενώνει το Λυγουριό με το Ναύπλιο κατασκευάζεται χάρη στα σημαντικά αποτελέσματα των ανασκαφών [14] αλλά παραμένει χωματόδρομος, όπως συμπεραίνουμε από τις καταγραφές, μέχρι και την πρώτη μεταπολεμική περίοδο.

Όπως και σε πολλές άλλες αγροτικές κοινωνίες της περιόδου αυτής, η έλλειψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και βασικών υποδομών δημόσιας υγιεινής επιτείνει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πληθυσμός όπως η φυματίωση, η ελονοσία, η παιδική θνησιμότητα, κ.ά. [15] Δεν είναι τυχαίο πως η εμφάνιση και εγκατάσταση του πρώτου γιατρού στο Λυγουριό αποτελεί την σημαντικότερη αλλαγή που γνωρίζει η τοπική κοινωνία στην καθημερινότητά της. Ο Θεοδόσιος Καλαματιανός είναι ο πρώτος γιατρός που εγκαθίσταται στο Λυγουριό το 1928, ανακουφίζοντας και βοηθώντας τους κατοίκους σε σημαντικά ζητήματα ατομικής και δημόσιας υγιεινής. [16] Σταδιακά άλλοι γιατροί θα εγκατασταθούν στο Λυγουριό και θα συμβάλουν σημαντικά στην βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης και δημόσιας υγιεινής. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο γιατρό Κωνσταντίνο Δ. Καλαματιανό που εγκαταστάθηκε στο χωριό το 1932. [17]

Τα δημογραφικά αποτυπώματα στην εξέλιξη του Λυγουριού και της ευρύτερης περιοχής είναι επίσης ενδεικτικά των  αλλαγών που προκαλούνται με την εμφάνιση του κόσμου του θεάτρου και τις ανάγκες που δημιουργεί. Στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του αείμνηστου Γιώργου Αντωνίου με τίτλο Λυγουριό και Αρχαίο Θέατρο [18] προκύπτει από τις συνεντεύξεις, μεταξύ πολλών άλλων στοιχείων, και η «υποχρέωση» των κατοίκων που άρχιζαν να ενοικιάζουν δωμάτια σε ηθοποιούς, να προσθέτουν στις οικίες τους χώρους υγιεινής (W.C, ντουζιέρες, κλπ) παντελώς άγνωστους γι’ αυτούς μέχρι τότε. Από την άποψη αυτή, θα παρατηρηθεί μια ριζική μεταβολή στις συνήθειες από τα μέσα της δεκαετίας του ’50 και μετά, που θα την παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Η δημογραφική εξέλιξη αποτελεί, όπως σημείωσα, έναν από τους σημαντικότερους δείκτες των εξελίξεων αυτών. Ενδεικτικά αναφέρω πως από τα στοιχεία του Αντ, Μηλιαράκη το 1886 (1076 κάτοικοι συνολικά στο Δήμο Λήσσης με πρωτεύουσα το Λυγουριό), περνάμε στη μετονομασία του σε Δήμο Ασκληπιείου [19] και στην απογραφή του 1896 (1617 κάτοικοι). Στην απογραφή του 1920, 1.991 κάτοικοι απογράφονται στην κοινότητα Λυγουρίου και μέσα από αλλεπάλληλες διοικητικές αλλαγές στον χάρτη της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, [20] οι απογραφές καταγράφουν την αυξητική δημογραφική τάση στο Δήμο και στο Λυγουριό που αποτελεί πάντα την πρωτεύουσά του. [21]

Τελειώνοντας τη σύντομη αυτή αναφορά, πρέπει να σημειώσω τη σημασία δυο τεχνικών στοιχείων που συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξη της περιοχής: η κατασκευή / βελτίωση του οδικού δικτύου και η ηλεκτροδότηση. Δυο βασικές υποδομές που ξεκίνησαν να υλοποιούνται χάρη στα σπουδαία ανασκαφικά ευρήματα και τη θεσμοθέτηση των «Επιδαυρίων», που θα μετατρέψουν το αγροτικό Λυγουριό και ολόκληρη τη γύρω περιοχή σε πολιτιστικό κέντρο  παγκόσμιας ακτινοβολίας. Ήδη από την αρχή της δεκαετίας του 1990 γίνονται αναφορές στις ελλείψεις βασικών υποδομών (δρόμων, χώρων στάθμευσης, ξενοδοχείων, συνεδριακών χώρων, κλπ). [22]

Ανέφερα ήδη πως η κεντρική αρτηρία που συνδέει το Ναύπλιο με το Λυγουριό και τον αρχαιολογικό χώρο χαράχθηκε και κατασκευάστηκε προπολεμικά ώστε να διευκολυνθούν οι ανασκαφικές δραστηριότητες. Σ’ αυτό συνέβαλε και η απαίτηση των κατοίκων για την οδική σύνδεση της περιοχής με το Ναύπλιο, που περιλαμβάνεται στη συμβολαιογραφική πράξη της δωρεάς σε γη που πραγματοποιούν. [23] Θα επανέλθουμε στη σημασία της σημαντικής αυτής πράξης με την οποία δημιουργούνται και οι πρώτες βασικές υποδομές οδικού δικτύου στην περιοχή. Δεν υπάρχουν ποσοτικά στοιχεία δηλωτικά των μεταφορικών δυνατοτήτων σε συνάρτηση με το οδικό δίκτυο. Καταγράφουμε όμως τις μαρτυρίες των κατοίκων βάσει των οποίων παρατηρείται η σταδιακή μείωση χρήσης ζώων και η απαρχή εκτεταμένης χρήσης της αυτοκίνησης (ιδιαίτερα των «αγροτικών» αυτοκίνητων), μόλις από τη δεκαετία του 1970! [24]  Καταλυτική πρέπει να θεωρείται για τα έργα αυτά όπως επίσης και για την ηλεκτροδότηση των οδικών αξόνων, του αρχαιολογικού χώρου/θεάτρου και μετέπειτα του Λυγουριού, η έλευση της Μαρίας Κάλλας στο θέατρο το 1960 και το 1961 («Νόρμα» του Bellini και «Μήδεια» του Cherubini)[25] και η τεράστια επιτυχία που είχαν οι παραστάσεις για την εποχή εκείνη δεδομένων των δυσκολιών μετακίνησης. Ο Γ. Αντωνίου αναφέρει άρθρο της εφημερίδας «Καθημερινή» στο οποίο περιγράφεται το πρόβλημα της έλλειψης ηλεκτροδότησης:[26]

 

Χρειάζεται να ηλεκτροφωτιστεί ο δρόμος των 27 χιλιομέτρων από Ναυπλίου εις Επίδαυρον, διότι εις τον δρόμον αυτόν, στενόν και με πολλάς αποτόμους στροφάς, κινούνται ταυτοχρόνως κατά τας νυκτερινάς ώρας εκατοντάδες τροχοφόρα. Εξάλλου δεν πιστεύουμε ότι η εντύπωση που αποκομίζουν οι ξένοι κατά την διαδρομήν των προς το Ναύπλιον την νύκτα, όταν περνούν ανάμεσα από τόσα χωριά φωτισμένα με λάμπες πετρελαίου ή με λυχνάρια, ημπορεί να είναι κολακευτική δια τον πολιτισμόν των νεωτέρων Ελλήνων.

 

Μαρίας Κάλλας

 

Μαρία Κάλας (1923-1977), «Europa 1980», έκδοση 5 Μαΐου 1980. Το 1960 τραγουδά στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου «Νόρμα» και το επόμενο έτος «Μήδεια» σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή.

Η Αιμ. Αθανασίου σημειώνει πως για τις πρώτες παραστάσεις, προκειμένου να ξεπεραστούν οι τεχνικές δυσκολίες ιδιαίτερα του φωτισμού έγινε χρήση γεννήτριας του Ελληνικού Στρατού. [27] Θεωρεί δε πως η παρουσία της Μ. Κάλλας στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου θα λειτουργήσει καταλυτικά για την έναρξη μιας σειράς έργων υποδομής [28] όπως «την ύδρευση της περιοχής, την ηλεκτροδότηση του αρχαιολογικού χώρου, τη διαμόρφωση και τον ηλεκτροφωτισμό των χώρων στάθμευσης και των οδών προσπέλασης στο θέατρο, τη διαμόρφωση των προσβάσεων και των μονοπατιών, την κατασκευή των δημόσιων δρόμων Ναυπλίου-Επιδαύρου και Λυγουριού-Παλαιάς Επιδαύρου», [29] κ.α. Με την παρέμβαση και την εντολή του τότε Πρωθυπουργού Κων. Καραμανλή γίνονται σε χρόνο ρεκόρ τα έργα ηλεκτροδότησης από τον υποσταθμό της ΔΕΗ στη Δαλαμανάρα και στις 20 Ιουνίου 1961 [30] ένα μεγάλο έργο ανάπτυξης της περιοχής γίνεται πραγματικότητα  και δημιουργεί νέες συνθήκες που θα αλλάξουν ριζικά το αγροτικό τοπίο του Λυγουριού και την πρόσβαση στον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου.

Παρά τις βελτιώσεις αυτές υπήρχε πάντα η αγωνία μιας αναπάντεχης παρέμβασης κατά τη διάρκεια της παράστασης, όπως εκείνη της «ηχητικής παρενόχλησης από την ύπαρξη πολλών γαϊδουριών στη γύρω περιοχή». [31] Η ηχητική «παρενόχληση» από το φυσικό περιβάλλον του θεάτρου δεν έμενε απλός φόβος των διοργανωτών, αλλά ενίοτε γινόταν πραγματικότητα παρ’ ότι, μερικές φορές, έμοιαζε να αποτελεί μέρος της σκηνοθεσίας. Ο Διονύσιος Ρώμας, σε άρθρο του σχετικά με την παράσταση της 11ης Ιουλίου 1954 [32] αναφέρεται με γλαφυρότητα στα περιστατικά αυτά. [33]

Ταυτόχρονα, η τοπική κοινωνία θα ταυτίζει όλο και περισσότερο την ύπαρξή της με το Αρχαίο Θέατρο.

 

Αργολική Φωνή – 13 Αυγούστου 1961.

  1. Τοπική κοινωνία και Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου

3.1 Η ταύτιση

 

Η γειτνίαση με τον αρχαιολογικό χώρο του Θεάτρου κανένα δικαίωμα δεν παρέχει στους κατοίκους της περιοχής παρά μόνο ένα προνόμιο, ότι κατοικούν στην περιοχή. Προνόμιο το οποίο τους καθιστά οικοδεσπότες – φύλακες της περιοχής, υπόλογους στον υπόλοιπο κόσμο. Φύλακες υλικών πραγμάτων και πνευματικών αξιών, κυρίως όταν πρόκειται για τα Επιδαύρια. Και έχουν αποδείξει οι Λυγουριάτες, στο παρελθόν, ότι προστατεύουν επάξια και τιμούν τα Επιδαύρια και τον Πολιτισμό.

 

Με τα λόγια αυτά οριοθετείται σε άρθρο της Καρολίνας Αννίνου, [34] η συνείδηση της σχέσης που έχει αναπτυχθεί ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τον αρχαιολογικό χώρο του Ασκληπιείου, ιδιαίτερα δε του Αρχαίου Θεάτρου. Ήδη από τις πρώτες ανασκαφικές προσπάθειες οι κάτοικοι, γυναίκες και άντρες, συμμετέχουν εθελοντικά βοηθώντας στην ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου. Δεκάδες εργάστηκαν στις ανασκαφές και έζησαν όλα τα στάδια της αποκάλυψης του αρχαιολογικού χώρου και της αποκατάστασής του. Σταδιακά η τοπική κοινωνία διαμορφώνει συνείδηση της αξίας και του μεγαλείου αυτού του χώρου, που φέρνει στο φως της μέρας η αρχαιολογική σκαπάνη. Είναι η αρχή μιας διαδικασίας ταύτισης με το χώρο και την ιστορία του, η σκέψη πως η τοπική κοινωνία, «οι Λυγουριάτες», έχει έναν ιδιαίτερο ρόλο να διαδραματίσει στο νέο αυτό τοπίο. Η διαδικασία ταύτισης είναι τόσο ισχυρή, ώστε ήδη το 1879, προκειμένου να διευκολυνθεί η έναρξη των ανασκαφών, οι Λυγουριάτες παραχωρούν τα κτήματά τους στην περιοχή με συμβολαιογραφική πράξη! Είναι η πρώτη οικονομικά μεγάλη και συμβολικά ισχυρή συμμετοχή της τοπική κοινωνίας στη διάσωση και ανάδειξη των μνημείων της περιοχής τους. Στις 6 Αυγούστου 1879 οι κάτοικοι του Λυγουριού υπογράφουν την παρακάτω συμβολαιογραφική πράξη συμβολαίου με αριθμό 250.

 

Παραίτηση δικαιωμάτων υπέρ της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, κλπ

Εν Λυγουρίω σήμερον την έκτην Αυγούστου του χιλιοστού οκτακοσιοστού εβδομηκοστού ενάτου έτους και ημέραν δευτέραν μ. μεσημβρίαν, ενώπιον εμού εν τω ενταύθα Δημαρχείω μεταβάντος και ενεργούντος Συμβολαιογραφικήν υπηρεσίαν Συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Επιδαύρου Νικολάου Διονυσιάδου…(ακολουθούν ονόματα μαρτύρων)…εμφανισθέντες οι ωσαύτως μη εξαιρετέοι και ωσαύτως γνωστοί εις εμέ και τους μάρτυρας…(ακολουθούν ονόματα κατοίκων)…ομολόγησαν εκουσίως και εν γνώσει τάδε: ότι έχοντες εις την απεριόριστον κυριότητα και κατοχή των εις διαφόρους θέσεις, ένθα υπάρχει το ιερόν του Ασκληπιού κατά την περιφέρειαν της κωμοπόλεως Λυγουρίου του Δήμου Λήσσης, ως υπάρχει εκείσε και τα εξής αρχαία, αμφιθέατρον, στάδιον, δεξαμεναί, θεμέλια ναών και λοιπαί αρχαιότητες, διάφορα κτήματα, ελαιόδενδρα και αχλαδιές, συνορευόμενα μεταξύ των και θέλοντες να ευκολίνωσιν την εν Αθήναις Αρχαιολογικήν Εταιρίαν εις τας μελέτας και ερεύνας αυτής, χάριν της επιστήμης, παραχωρούν εις το Διοικητικόν Συμβούλιόν της εν λόγω αρχαιολογικής εταιρίας, το δικαίωμα όπως ενεργήση, οίας νομίση καλόν να κάμη έρευνας και ανασκαφάς επί των κτημάτων αυτών, κατασκευάσει οδούς δι’αυτών, παραπήγματα, οικήματα, και ό,τι άλλο προς εργασίαν χρήσιμον, παραιτούμενοι παντός δικαιώματος χορηγουμένου αυτοίς κατά τον περί αρχαιοτήτων νόμον επί των ανακαλυφθησομένων αρχαιοτήτων, άτινα παραχωρούντες εις την Αρχαιολογικήν Εταιρίαν, ως και πάσης αποζημιώσεως δια τας τυχόν γενομένας εδαφικάς μεταβολάς επί των κτημάτων ή κατάληψιν δι’ανέγερσιν παραπηγμάτων ή άλλην αιτίαν.(…)[35]

 

Παραίτηση δικαιωμάτων υπέρ της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας, κλπ… (Παράρτημα 1).

 

Η εθελοντική συμμετοχή στις ανασκαφές και η παραχώρηση περιουσίας από τα μέλη μιας αγροτικής κοινότητας σε μια δύσκολη εποχή, αποτελούν μια σημαντική πρώτη ένδειξη της σχέσης που δημιουργεί ο αρχαιολογικός χώρος με την τοπική κοινωνία. Δεν θα είναι εξάλλου η μοναδική φορά μιας τέτοιας παραχώρησης. Παρενθετικά σημειώνω πως έναν σχεδόν αιώνα αργότερα,  θα συμβεί το ίδιο με την αποκάλυψη και αποκατάσταση της «Μικρής Επιδαύρου», που ξεκινά με τον εντοπισμό της από την έφορο αρχαιοτήτων Αργολίδας κ. Ευαγγελία Δεϊλάκη-Πρωτονοταρίου, το 1970, και την αρχή των ανασκαφών στο «χωράφι του μπάρμπα-Χρήστου και της κυρα Ευμορφίας» που παραχώρησαν το χώρο για τις ανασκαφές. [36]

Φεστιβάλ Επιδαύρου, 1956. Αρχείο ΕΛΙΑ.

Σταδιακά, λοιπόν, η τοπική κοινωνία ταυτίζεται με τον αρχαιολογικό χώρο και η στιγμή των Επιδαυρίων μετατρέπεται σε μια από τις σημαντικότερες τοπικές της εορτές, που την παρακολουθεί μέσα στο χρόνο, την προετοιμάζει και τη βιώνει με ένταση και ευλάβεια. Σε ένα δεύτερο επίπεδο διαμορφώνονται ιδιαίτεροι δεσμοί μεταξύ των κατοίκων και του των ανθρώπων της Τέχνης. Οι περισσότεροι ηθοποιοί και καλλιτέχνες, οι σκηνοθέτες, όλοι οι άνθρωποι του θεάτρου θα δημιουργήσουν μια ιδιαίτερη σχέση με την τοπική κοινωνία. Η Κατίνα Παξινού θα «διδάξει» μαγειρική τέχνη [37] στην ταβέρνα του Λεωνίδα, που οι τοίχοι της με τις εκατοντάδες φωτογραφίες αποτελούν μικρό μουσείο ιστορίας των Επιδαυρίων. Η Άννα Συνοδινού με το «Λυγουριό αγάπη μου», [38] θα καταγράψει όλες εκείνες τις λεπτομέρειες που ένωσαν καλλιτέχνες και ντόπιους δημιουργώντας δεσμούς που ακόμη και σήμερα προσδιορίζουν την τοπική κοινωνία. Ο Τώνης Τσιρμπίνος [39] θα θυμηθεί, ανάμεσα σε πολλά άλλα, τις ολάνθιστες γλάστρες με τις οποίες στόλιζαν τα σπίτια τους και τους δρόμους του χωριού τα πρώτα χρόνια των «Επιδαυρίων» οι κάτοικοι του Λυγουριού. Ο Στέλιος Βόκοβιτς θα «πολιτογραφηθεί» Λυγουριάτης και θα ζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα στο Λυγουριό. [40] Ο Γιάννης Σαρρής, εκδότης της τοπικής εφημερίδας «Εδώ Λυγουριό», που αποτελεί μια εξαιρετική πηγή πληροφοριών, κάνοντας μια ιστορική αναδρομή για τα πενήντα χρόνια των «Επιδαυρίων» [41] περιγράφει με μοναδικό τρόπο τη σχέση αυτή και τις επιπτώσεις της στην τοπική κοινωνία:

 

Οι παραστάσεις έφεραν θιάσους και καλλιτέχνες ιδιαίτερου κύρους και μοναδικού πνευματικού αναστήματος. Αυτοί οι πνευματικοί άνθρωποι μας ημέρωσαν, μας μπόλιασαν την αγάπη για την τέχνη και τον πολιτισμό. Μέσα από τις δικαιολογημένες απαιτήσεις τους και συνήθειές τους, γνωρίσαμε την σωστή καθαριότητα και την υγιεινή. Συμμαζέψαμε τα σπίτια μας, “ασπρίσαμε” τις μάντρες μας, χτίσαμε καινούρια δωμάτια και λουτρά. Αυτοί οι σπουδαίοι καλλιτέχνες μπαινόβγαιναν στα σπίτια μας κουβέντιαζαν μαζί μας. Στους ίσκιους της κληματαριάς της αυλής μας, με τον καφέ και το παξιμάδι του πρωϊνού και το γλυκό του κουταλιού νωρίς το γιόμα ανοίξαμε μαζί τους πρωτάκουστες κουβέντες…Ακούσαμε για τέχνη, για τους ήρωες της ανθρώπινης αξίας, τα ιδανικά της ελευθερίας της δημοκρατίας, τη μαγεία των τραγικών και του ποιητικού λόγου. Αποστηθίσαμε ολάκερα χορικά…. Είθε αυτή η ευτυχισμένη συνεύρεση και συνύπαρξη να συνεχιστεί.

 

Ο Αντ. Καρκαγιάννης σε άρθρο του στην «Καθημερινή» [42] ενισχύει αυτή την άποψη και προσθέτει νέες λεπτομέρειες για το βίωμα και την ιδιαίτερη σχέση των κατοίκων με το θέατρο και τον αρχαιολογικό χώρο:

 

Το Λυγουριό και οι Λυγουριώτες θεωρούν το Θέατρο της Επιδαύρου δικό τους, και καλά κάνουν. Έμαθα μάλιστα ότι φέτος οργανώνουν το δικό τους «Φεστιβάλ Επιδαύρου» και ετοιμάζουν δυο δικές τους παραστάσεις μια με τον …Ζεράρ Ντεπαρντιέ στον «Οιδίποδα Τύραννο» του Ζακ Κοκτό και μια δεύτερη με την Ιζαμπέλα Ροσελίνι (κόρη, νομίζω, της αξέχαστης Ίνγκριντ Μπέρκμαν) στην «Περσεφόνη» του Αντρέ Ζιντ. Στο πενηντάχρονο Φεστιβάλ της Επιδαύρου (απ’όπου πέρασε η μια και μοναδική Μαρία Κάλλας) ποτέ δεν θυμάμαι τέτοια διεθνή μεγαλεία! Θυμάμαι τους κατοίκους του Λυγουριού και της γύρω περιοχής να καταφθάνουν με κάθε μέσο (ακόνη και με γαϊδουράκια), χαρούμενοι και στολισμένοι σαν πανηγυριώτες, για να «δουν θέατρο» στην Επίδαυρο. Ήταν από τις καλύτερες και αγνότερες στιγμές της Επιδαύρου. Γέμιζαν τα επάνω διαζώματα και παρακολουθούσαν την παράσταση με θρησκευτική ευλάβεια.

 

Ενάμιση αιώνα σχεδόν μετά τις πρώτες ανασκαφές στο Ασκληπιείο, έχει δημιουργηθεί ένας ισχυρός δεσμός ανάμεσα στην τοπική κοινωνία και τον κόσμο του Αρχαίου θεάτρου. Η σχέση αυτή είχε σημαντικές συνέπειες στην τοπική κοινωνία, στην εξέλιξη των νοοτροπιών και στην άνοδο ενός γενικότερου επιπέδου, υλικού και πνευματικού. Δεν ήταν μια σχέση ειδυλλιακή. [43] Αντίθετα, η εξέλιξή της μέσα στο χρόνο οδήγησε και σε συγκρούσεις, πάντα παροδικές, που εξέφραζαν από τη μια την τάση της τοπικής κοινωνίας να ταυτιστεί όλο και περισσότερο με το καλλιτεχνικό γεγονός και από την άλλη την τάση μιας αυτόνομης λειτουργίας και εξέλιξής του από τους εποπτεύοντες φορείς και τα πρόσωπα. Οι δυο αυτές τάσεις συνυπάρχουν αρμονικά 63 χρόνια μετά την πρώτη παράσταση των «Επιδαυρίων», υπήρξαν όμως και περιπτώσεις έντασης και σύγκρουσης στις οποίες θα αναφερθούμε με συντομία.

 

  • Αρχαίο Θέατρο : Κινητοποιώντας την τοπική κοινωνία

 

Υπήρχε πάντα ένα παράλληλο πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ της τοπικής κοινωνίας και των φορέων διαχείρισης του Αρχαίου Θεάτρου και του Φεστιβάλ Επιδαύρου. Η πρώτη θεωρώντας πως η φωνή της πρέπει να ακούγεται, αντιδρά κάθε φορά που οι δεύτεροι θέτουν ζητήματα μείωσης των παραστάσεων και αμφισβητούν «άγραφους νόμους και ηθικά δικαιώματα» της τοπικής κοινωνίας που απορρέουν από την υπερεκατονταετή συμμετοχή της στην ανάδειξη και διαφύλαξη των μνημείων και στην, με κάθε τρόπο, διευκόλυνση των «Επιδαυρίων».

Συχνές είναι οι αντιδράσεις στα σχέδια των φορέων για τη μείωση των παραστάσεων καθώς το ΥΠΠΟ επικαλείται την προστασία του Αρχαίου Θεάτρου. Είναι, βεβαίως, αρμοδιότητα του ΥΠΠΟ και των συνεργαζόμενων φορέων να λαμβάνουν μέτρα για την προστασία του μνημείου, όμως η μείωση των παραστάσεων κινητοποιεί την τοπική κοινωνία κατά των σχετικών αποφάσεων ή σχεδίων. Η αιτία των κινητοποιήσεων πηγάζει, κατά κύριο λόγο, από την ταύτιση της τοπικής κοινωνίας με το καλλιτεχνικό γεγονός των «Επιδαυρίων», που θεωρεί πως είναι η μεγαλύτερη και πλουσιότερη πολιτισμικά στιγμή στην ετήσια κοινωνική διαδρομή της. Οι οικονομικές απολαβές που απορρέουν από τα «Επιδαύρια», παρ’ ότι δεν είναι αμελητέες, δεν είναι εκείνες που την κινητοποιούν. Δεν έχει αμφισβητηθεί ποτέ, για παράδειγμα, η δυνατότητα των ντόπιων και ιδιαίτερα των νέων να εργάζονται σε διάφορες θέσεις κατά την περίοδο του Φεστιβάλ αλλά και την υπόλοιπη περίοδο (π.χ. φύλακες). Επικαλούνται όμως, μεταξύ άλλων, τις προτροπές του ΥΠΠΟ και των ανθρώπων του θεάτρου, για την οργάνωση υποδομών σίτισης σε περιόδους που δεν υπήρχαν, για να απαντήσει στον άδικο στιγματισμό της ως «κοινωνία των ταβερνιάρηδων». [44] Καλείται, επίσης, να αντιδράσει σε αποκλεισμούς ή σχέδια μείωσης των παραστάσεων. «…πιστεύουμε πως και πάλι πρέπει η Λυγουριάτικη κοινωνία να ευαισθητοποιηθεί και να αποδείξει πως και οι νέες απαγορεύσεις είναι ανεδαφικές και δεν αποβλέπουν στην προστασία του μνημείου…», σημειώνει ο συντάκτης  της τοπικής  Εδώ Λυγουριό Γ. Σαρρής, με αφορμή τη μεταφορά των συναυλιών των Μιτσλάβ Ροστροπόβιτς και Παβαρότι στο Ηρώδειο και όχι στην Επίδαυρο, όπως είχε προγραμματιστεί αρχικά, για λόγους προστασίας του μνημείου. [45]

Είναι αδύνατο να αναφερθούμε σε όλα τα περιστατικά. Κάθε φορά πάντως που τίθεται το ζήτημα αυτό γίνονται δημόσιες συνελεύσεις στο Λυγουριό με θέμα την αντίδραση των κατοίκων [46] και μάλιστα σε ορισμένες με τη συμμετοχή ανθρώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και βουλευτών του νομού. Προφανώς, η τοπική κοινωνία έχει αποκτήσει δυνατότητες παρέμβασης στην διοργάνωση του «Φεστιβάλ» οι οποίες, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξεπερνούν τον υποστηρικτικό της ρόλο – τον μόνο που μπορεί να της αναγνωριστεί –  στην καλλιτεχνική διοργάνωση. Σημειώνω πως, όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις παντού στη χώρα, οι πολιτικές διευθετήσεις ενισχύουν τον παρεμβατισμό του «λαϊκού παράγοντα» χωρίς να διευκολύνουν μια παράλληλη κατανόηση των θεμάτων που τίθενται και των λύσεων που απαιτούνται. [47]

 

Φωτογραφία από τις διαμαρτυρίες και τον αποκλεισμό του δρόμου προς το Αρχαίο Θέατρο το 1991 (πηγή : εφ. «Εδώ Λυγουριό», Μάρτιος 1991, φ. 36)

 

Το Φεβρουάριο του 1991 καταγράφεται η μεγαλύτερη σε ένταση σύγκρουση της τοπικής κοινωνίας με το ΥΠΠΟ όταν αποφασίζει να κάνει δεκτή την πρόταση του Κ.Α.Σ. και του Προέδρου του κ. Λαμπρινουδάκη να πραγματοποιούνται οι παραστάσεις ανά δεκαπενθήμερο ώστε να προστατευτεί το μνημείο. Στις 22 Φεβρουαρίου πραγματοποιείται συνέλευση των κατοίκων και στις 23 Φεβρουαρίου αποκλείεται από τους κατοίκους η πρόσβαση στο Θέατρο στη θέση «Στενό», με κατάληψη του δρόμου για οκτώ ημέρες. Στις 2 Μαρτίου τελειώνει συμβιβαστικά η διαμάχη και η τοπική κοινωνία πετυχαίνει τη μερική αναθεώρηση των περικοπών των παραστάσεων.

Η δεύτερη σε ένταση σύγκρουση αφορά στο «προνόμιο» των κατοίκων του Λυγουριού να παρακολουθούν δωρεάν τις παραστάσεις. Κάθε φορά τυπώνεται αριθμός προσκλήσεων (εισιτήρια ελευθέρας εισόδου) για το λόγο αυτό. Υπάρχουν φορές που το «προνόμιο» αυτό αμφισβητείται με αποτέλεσμα να δημιουργεί και πάλι τριβές με την τοπική κοινωνία, η οποία το θεωρεί ως την ελάχιστη επιβράβευση των παραχωρήσεων και της συμμετοχής της στην ανάδειξη και προστασία συνολικά του αρχαιολογικού χώρου. [48] Και ενώ το ζήτημα διευθετείται κάθε φορά χωρίς απρόοπτα, φαίνεται πως γενικότερα η σχέση της τοπικής κοινωνίας με το Εθνικό Θέατρο είναι ιδιαίτερα προβληματική διαχρονικά. Η μεγαλύτερη ένταση προκαλείται όταν Διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου είναι ο Ν. Κούρκουλος και στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου τον Ιούλιο 2004, αρνείται να προσφέρει τις προσκλήσεις που παραδοσιακά προσφέρονται από τους θιάσους, αφήνοντας μόνο μια πρόσκληση «για το Δήμαρχο Λυγουριού κάπου στο Θέατρο». [49] Προκαλείται μεγάλη ένταση καθώς τη συγκεκριμένη παράσταση θα παρακολουθήσει και το ζεύγος Καραμανλή. Το Δημοτικό Συμβούλιο αντιδρά και καταλήγει σε μια ακραία ανάρτηση πανό στο δρόμο που οδηγεί στο Θέατρο. Στη σύγκρουση παρεμβαίνει και το γραφείο του Πρωθυπουργού καθώς όχι μόνο έχει γίνει γνωστή, αλλά ο κ. Κ. Καραμανλής περνά μπροστά από το αναρτημένο πανό για να φτάσει στο Θέατρο. Τελικά, μερικές μέρες μετά με τη συνάντηση του Δημάρχου κ. Τσιλογιάννη και του κ. Κούρκουλου δίνεται τέλος στη σύγκρουση αυτή, που παρά την έντασή της δεν πρόκειται να σκιάσει τη γενικότερη καλή σχέση που διατηρεί η τοπική κοινωνία με τους φορείς διαχείρισης του Αρχαίου Θεάτρου.

 

Πάνο διαμαρτυρίας.

 

  • Οι Θεατές

 

Αν ήταν δυνατόν ν’ αφήση ο Ευριπίδης την χώραν των μακάρων και να παρακολουθήση τις δοκιμές και την παράσταση του «Ιππολύτου» στο θέατρο της Επιδαύρου, θα είχε ασφαλώς την μεγαλύτερη συγκίνησι της δοξασμένης του σταδιοδρομίας. Θα έβλεπε τους χωριάτες του Λυγουριού, όπως και της Παληάς Επιδαύρου και άλλων μακρινών χωριών, να φθάνουν με τις γυναίκες τους, τα παιδιά τους και μ’ επικεφαλής τον ιερέα τους, και ν’ αγρυπνούν, καρφωμένοι στις κερκίδες, για να απολαύσουν – ύστερα από δυόμιση χιλιάδες χρόνια! – το ακατάλυτο ποίημά του, ολοζώντανο και ολόδροσο σαν να εγράφη χθες…. Τέτοια ζωντανή και ακούσια προπαγάνδα είχαν κάμει όσοι παρακολούθησαν τις δοκιμές, ώστε τα χωριά ξεσηκώθηκαν. Και ήσαν οι χωριάτες ακριβώς εκείνοι που , πριν η παράστασις αρχίση, ώρμησαν από τα επάνω διαζώματα και κατέλαβαν τα πιο κάτω, για ν’ ακούσουν καλλίτερα. Μάλιστα, ν’ ακούσουν!… Το θερμό αυτό ενδιαφέρον, αυτή την δίψα, δεν την εδημιούργησε ούτε η…Περιηγητική Λέσχη, ούτε η Υπηρεσία Τουρισμού: Είναι εκδήλωσις του κληρονομημένου πολιτισμού ενός πληθυσμού, που μπορεί να καλλιεργή ντομάτες, αραποσίτια και καπνά, έχει όμως την ικανότητα να συναρπάζεται από ένα υψηλό ποιητικό κείμενο και από την άψογη θεατρική ερμηνεία του. Αυτό το κοινόν έδωσε, στην συγκέντρωση της Επιδαύρου, τον χαρακτήρα του πάνδημου λαϊκού πανηγυρισμού, ένα ζωηρό υπαινιγμό του τι θα ήταν αυτά τα πράγματα  στην αρχαιότητα και στον τρόπο με τον οποίο παρηκολούθησε η κόγχη την παράστασι, τον κατανυκτικό τόνο που ξέρει να δίνη μονάχα ένα αγνό, αδιάφθορο ακροατήριο. Φαντάζομαι, ότι αυτό θα ικανοποίησε πολύ βαθύτερα τον κ. Ροντήρη από τα παταγώδη χειροκροτήματα και την ιαχή των δέκα περίπου χιλιάδων θεατών, που τον ανεκάλεσαν στην σκηνή.

 

Με τα λόγια αυτά, ο Σπύρος Μελάς [50] αποδίδει το κλίμα που δημιουργήθηκε στην ιστορική πρώτη παράσταση των «Επιδαυρίων» με τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη. Η αρχική εικόνα προϊδεάζει για τις ποιοτικές αλλαγές που θα συντελεστούν στις νοοτροπίες και την καθημερινότητα της τοπικής κοινωνίας. Σταδιακά, τα μέλη της αποκτούν λόγο, εκφράζονται και κρίνουν τα έργα, τη σκηνοθεσία τους ηθοποιούς, μετατρέπονται σε θεατές με κριτική σκέψη για τα θεατρικά δρώμενα. Η ποιοτική αυτή εξέλιξη, όπως ήδη σημειώσαμε, τονίζεται από τους ίδιους τους κατοίκους οι οποίοι φέρνουν στις μνήμες τους τις «διδασκαλίες» των μεγάλων ηθοποιών προς αυτούς σε στιγμές ανάπαυσης. Η στήλη «Οι Θεατές» στη μηνιαία τοπική εφημερίδα Εδώ Λυγουριό εκφράζει κάθε φορά αυτή την ποιοτική μεταβολή στη σκέψη των πολιτών και είναι ενδεικτική της αγάπης με την οποία περιβάλλουν το καλλιτεχνικό γεγονός. Αρκετοί πολίτες συμμετέχουν με κείμενά τους στις κριτικές αποτυπώσεις των θεατρικών παραστάσεων που είδαν. [51]

 

Εθνικό θέατρο. «Θεσμοφοριάζουσες», Επιδαύρια 1978. Αρχείο ΕΛΙΑ.

 

Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για τις κριτικές αυτές παρουσιάσεις και τα οποία, μέσα στο χρόνο, φαίνεται να δέχονται μια όλο και μεγαλύτερη ποιοτική επεξεργασία αφορούν στο σύνολο των στοιχείων που συνθέτουν μια παράσταση. Ακόμη και αν θεωρηθεί από κάποιους πως πρόκειται για απλουστευτικές κριτικές, τα κείμενα των «θεατών» αποτελούν μια σημαντική προσπάθεια της τοπικής κοινωνίας να ανταποκριθεί στον κριτικό ρόλο του θεατή και να χρησιμοποιήσει με τον καλύτερο τρόπο τις παιδαγωγικές αρετές με τις οποίες την προσέγγισαν οι μεγάλες προσωπικότητες του θεατρικού κόσμου. Ίσως να είναι ζήτημα μιας γενιάς, δηλαδή εκείνης που βίωσε τα «Επιδαύρια» από την αρχή τους. Θα μπορούσε, επίσης, να αποτελέσει ένα ξεχωριστό θέμα μελέτης, παρ’ ότι η τοπική εφημερίδα σίγησε μετά από αρκετά χρόνια έκδοσης.

Εδώ θα μεταφέρουμε μόνο ορισμένα στοιχεία, για να υπογραμμίσουμε θετικά αυτή την προσπάθεια της τοπικής κοινωνίας.

Στις θετικές κριτικές αναφέρονται τα παραδείγματα:

  • 8-9 Σεπτεμβρίου 1989 «Ηλέκτρα» του Ευριπίδη. Η μουσική του Ν. Ξυδάκη παρά τα υπερβολικά δημοτικά-καραγκούνικα στοιχεία της, αρεστή. Η ερμηνεία όμως της κας Λυδίας Κονιόρδου, στον κεντρικό ρόλο, ήταν κάτι το συγκλονιστικό, καταπληκτική….Η κα Κονιόρδου πιστεύουμε πως θα είναι τα επόμενα χρόνια το πρόσωπο του τραγικού λόγου. (Σεπτ. 1989, φ.26).
  • 16-17 Ιουλίου «Νεφέλες» του Αριστοφάνη από το Εθνικό Θέατρο. Μια καλή παράσταση φερμένη από τα παλιά. Καταπληκτικό το δάπεδο του σκηνικού… Ο κ. Μιχαλακόπουλος κράτησε όλη την παράσταση και δικαίως καταχειροκροτήθηκε. Επίσης άρεσε πολύ ο χορός. Η μετάφραση του Παύλου Μάτεση ευρηματική. Η σκηνοθεσία του Ντουφεξή καλή….. (Αύγουστος 1994, φ.69)
  • 4-5-Αυγούστου, «Αντιγόνη» του Αισχύλου από τη «Νέα Σκηνή» του Λευτέρη Βογιατζή… Ο ανδρικός χορός ένα υπέροχο σύνολο, με θαυμάσια φωνητικά ακούσματα, υποκατέστησε τη μουσική επένδυση της παράστασης. Επίσης τροφοδότησε και τους επιμέρους ρόλους με απόλυτη πειθαρχία και εξαίρετη απόδοση. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης, ο Λευτέρης Βογιατζής, κράτησε και το ρόλο του Κρέοντα. Κι εδώ η σκηνοθεσία ήταν ευρηματική, αριστουργηματική και «ψαγμένη», η ερμηνεία δυστυχώς «έπεσε κάτω από τη βάση». Γιατί σαν σκηνοθέτης ξεχάστηκε να παρακολουθεί την απόδοση των άλλων και όχι να προσέχει τη δική του ερμηνεία. (Σεπτ. 2006, φ. 168).

Στις αρνητικές κριτικές αναφέρονται τα παραδείγματα:

  • 30-31 Ιουλίου «Ορέστεια» του Αισχύλου από το Ακαδημαϊκό θέατρο του Ρωσικού Στρατού. … Στην κυριολεξία οι Ρώσοι καλλιτέχνες έδωσαν μαθήματα ερμηνείας και συλλογικής δουλειάς, τέτοιες σωστές φωνές δεν είναι εύκολο να ξανακούσουμε. Η σκηνοθεσία του Γερμανού Πίτερ Στάιν απαράδεκτη για Επίδαυρο και για αρχαία Ελληνική Τραγωδία. Κοστούμια, ράγες του τρένου, σκηνικό, πορτατίφ, όλα για πέταμα… (Αύγουστος 1994, φ.69).
  • 26 και 27 Ιουλίου «Αίας» του Σοφοκλή από το Κ.Θ.Β.Ε.…. και μη χειρότερα. Για να μην επαναλάβουμε το οργισμένο «αίσχος» που ακούστηκε και τις δυο βραδιές των παραστάσεων. Αυτό δεν ήταν παράσταση       αρχαίου δράματος – και από κρατική σκηνή μάλιστα – αλλά ιδιοτροπίες       ατάλαντων      «δημιουργών». (Σεπτ. 1996. φ.90)
  • 11 και 12 Αυγούστου, «Βάτραχοι» του Αριστοφάνη από την «Αττική Σκηνή».   Μια παράσταση που μας απογοήτευσε, γιατί βασικά είχαμε να κάνουμε με μια «δουλειά του ποδαριού» χωρίς τέμπο και συνοχή. Το δυστύχημα συμπληρώθηκε με την πρωταγωνιστική αποτυχία του τηλεοπτικού Χάρη Ρώμα, στο ρόλο του  Διονύσου… Η παρουσία της κας Άννας Συνοδινού, στο ρόλο της Ιέρειας, δεν ήταν δυνατόν να σώσει την κατάσταση…., (Σεπτ. 2006, φ. 168).

Το Φεστιβάλ Επιδαύρου συνεχίζει να συναρπάζει την τοπική κοινωνία, να την τροφοδοτεί με ευαισθησίες, νεωτερισμούς, να σημαδεύει ακόμη τον κύκλο του χρόνου της και της καθημερινότητάς της. Παρ’ ότι πολλά πράγματα άλλαξαν στη σχέση τοπικής κοινωνίας και Αρχαίου Θεάτρου, κάτι που νεότερες μελέτες θα μπορούσαν να μας το δείξουν, η τοπική κοινωνία συνεχίζει να συμμετέχει στα θεατρικά δρώμενα με την ίδια πάντα αγάπη και τόλμη. Η υλοποίηση εξάλλου μιας εκπαιδευτικής δομής για το θέατρο αποτελεί και θα αποτελέσει και στο μέλλον, ένα ιδιαίτερο πεδίο με μεγάλη ποιοτική συμβολή στην κοινοτική εξέλιξη.

 

Αντί επιλόγου

Λύκειον Επιδαύρου : μια διαχρονική ιδέα σε πορεία ολοκλήρωσης

 

Η ταύτιση της τοπικής κοινωνίας με τους ρυθμούς των «Επιδαυρίων» και την ύπαρξη του αρχαιολογικού χώρου διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο πλαίσιο αναφοράς μέσα στο οποίο  κοινότητα, πολίτες και κοινοτικοί άρχοντες αντιλαμβάνονταν τη σχέση με όρους πολιτισμικής και οικονομικής κοινοτικής ανάπτυξης. Με την αντίληψη αυτή οργανώθηκαν μέχρι σήμερα, δεκάδες εκδηλώσεις αθλητικές, μουσικές, θεατρικές, η δημοσιοποίηση των οποίων γινόταν και γίνεται σχεδόν πάντα με τίτλους που αντλούν το περιεχόμενό τους από το Ασκληπιείο και το Αρχαίο Θέατρο (π.χ. Επιδαύριος δρόμος, Διεθνές Δίκτυο Αρχαίων Ασκληπιείων, κ.α). Βεβαίως δεν έλειψαν οι διαφωνίες, οι συγκρούσεις και κυρίως τα οργανωτικά προβλήματα που πήγαζαν κυρίως από τις αδυναμίες χρηματοδότησης. Όμως η ιδέα για τη δημιουργία ενός εκπαιδευτικού οργανισμού αντάξιου της σημασίας και του ρόλου του Αρχαίου Θεάτρου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την τοπική κοινωνία και ωριμάζει ως αποτέλεσμα της πολύχρονης σχέσης της με την Τέχνη του Θεάτρου και τον κόσμο της. Στην τοπική κοινωνία έχει γίνει συνείδηση πλέον η ύπαρξη αυτής της εκπαιδευτικής δομής, αναζητά την υλοποίησή της και δεν είναι τυχαίες οι διαβεβαιώσεις του τότε Δημάρχου Χρ. Τσακαλιάρη κατά την έναρξη ορισμένων σεμιναρίων, πως ο Δήμος θα συμβάλει στη δημιουργία «στέγης» για τα θερινά σεμινάρια. [52]

Ήδη από τη δεκαετία του 1990 εμφανίζεται όλο και πιο συχνά το αίτημα για τη δημιουργία  μια σχολής διεθνούς απήχησης για το αρχαίο δράμα η οποία, με κέντρο το Λυγουριό, να προσφέρει εξειδικευμένες γνώσεις και να εισάγει και να ερευνά στον κόσμο του αρχαίου θεάτρου κατά την περίοδο των θερινών εκδηλώσεων των «Επιδαυρίων». Το Φεβρουάριο του 1997, σε συζήτηση στο Δημοτικό Συμβούλιο του τότε Δήμου Ασκληπιείου γίνεται ήδη αναφορά [53] στο θέμα σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία Ινστιτούτου Αρχαίου Δράματος, μια ιδέα και ένα πρόγραμμα που κυοφορείται αρκετό καιρό και αναζητά τρόπους υλοποίησής του. Πράγματι, η ιδέα αρχίζει να υλοποιείται και έτσι η συνεργασία του Δήμου Ασκληπιείου με το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του ΕΚΠΑ και επικεφαλής τον καθηγητή κ. Πλάτωνα Μαυρομούστακο καταλήγει στην ίδρυση του Ινστιτούτου Θεατρικών Σπουδών με έδρα το Δήμο Ασκληπιείου και δημοσιοποιείται το 1994 το πρώτο καταστατικό λειτουργίας του (παράρτημα 2).

 

Το πρώτο καταστατικό λειτουργίας του Ινστιτούτου Θεατρικών Σπουδών με έδρα το Δήμο Ασκληπιείου, δημοσιοποιείται το 1994. (Παράρτημα 2)

 

Η δημοσιοποίηση του καταστατικού του νέου ινστιτούτου δεν σημαίνει, όμως, και την έναρξη λειτουργίας του. Θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα συζητήσεων, πιέσεων, αναζήτησης πόρων, κλπ, μέχρι τον Ιούλιο 2002, οπότε και θα πραγματοποιηθεί ο πρώτος κύκλος σεμιναρίων. Το νέο εκπαιδευτικό πρόγραμμα εντάσσεται στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων του Ευρωπαϊκού Δικτύου Έρευνας και Τεκμηρίωσης παραστάσεων Αρχαίου Ελληνικού Δράματος (European Network of Research and Documentation of Performances of Ancient Greek Drama). Συμμετέχουν σ’ αυτό διακεκριμένες προσωπικότητες του θεατρικού χώρου (αρχαιολόγοι, σκηνοθέτες, μουσικοί, σκηνογράφοι, ηθοποιοί, κ.ά) [54] και μέχρι το 2013 που λειτούργησε απευθυνόταν σε μεταπτυχιακούς φοιτητές από τον ευρωπαϊκό χώρο. Το Πνευματικό Κέντρο του Αγίου Βασιλείου χρησιμοποιήθηκε για τα περισσότερα σεμινάρια, ενώ πολλά άλλα πραγματοποιήθηκαν σε υπαίθριους χώρους του Λυγουριού, της Π. Επιδαύρου και του Αρχαίου Θεάτρου. Στο πρόγραμμα εντασσόταν και η παρακολούθηση παραστάσεων. Μεταξύ των μεγάλων σκηνοθετών που πήραν μέρος στο πρόγραμμα σημειώνουμε τους Πέτερ Στάιν (Peter Stein) και Λι Μπρούερ (Lee Breuer). Για την παρουσίαση της προγραμματισμένης «Πενθεσίλειας» του πρώτου δημιουργήθηκε σοβαρότατη εμπλοκή μεταξύ Δήμου και «Αττικής Πολιτιστικής» και χρειάστηκε η παρέμβαση του ΥΠΠΟ, για να παραχωρηθεί το Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου τελικά στις 21/22 Ιουνίου 2002, ώστε να πραγματοποιηθούν οι παραστάσεις. [55] Ο Λι Μπρούερ, ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες και καλλιτεχνικός διευθυντής την περίοδο εκείνη του Θιάσου Μάμπου Μάινς (Mabou Mines Theater Company) της Ν. Υόρκης, πήρε μέρος στα σεμινάρια το 2008 και μίλησε στις 13 Ιουλίου στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου.

Πρέπει να σημειώσουμε εδώ πως παράλληλες δράσεις και προγραμματισμοί υλοποιούνται ή απλά δημοσιοποιούνται σχετικά με την ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου και του Αρχαίου Θεάτρου. Η τοπική κοινωνία δέχεται με χαρά κάθε προγραμματισμό που αναδεικνύει τη σημασία της πολιτισμικής κληρονομιάς και την θέτει στο επίκεντρο του παγκόσμιου πλέον ενδιαφέροντος. Μεταξύ αυτών υλοποιήθηκε το 2001 με απόφαση του Ελληνικού Φεστιβάλ, το «Μουσείο των Επιδαυρίων» που στεγάστηκε σε αίθουσα πλησίον του ξενοδοχείου «Ξενία». Τα εγκαίνια του Μουσείου έγιναν στις 20 Ιουλίου 2001 από τον τότε Πρόεδρο του Ε.Φ. Περικλή Κούκκο και την εικαστική επιμέλεια είχε ο ενδυματολόγος Γιάννης Μετζικώφ. [56]

Το 2002 δημοσιοποιείται η πρόταση για την οργάνωση ενός «Πολιτιστικού Ολυμπιακού Χωριού» στο Δήμο Ασκληπιείου, πρόταση που κατατίθεται και στο Δημοτικό Συμβούλιο στις 22 Μαρτίου 2002. [57] Ο Δήμος μάλιστα, μετά από σχετικές ενέργειες, προτείνει τη δέσμευση δυο περιοχών νότια και ανατολικά της τοποθεσίας Κορώνι, ώστε να διευκολυνθεί το πρόγραμμα. Δεν υπήρξε, όμως, συνέχεια στην πρόταση αυτή.

Η προηγούμενη εμπειρία από τα θερινά σεμινάρια δίνει τη δυνατότητα αναθέρμανσης της ιδέας για την οργάνωση και λειτουργία μιας εκπαιδευτικής δομής για το θέατρο, που να χρησιμοποιεί και ταυτόχρονα να ενισχύει τη διεθνή ακτινοβολία του αρχαιολογικού χώρου και της περιοχής. Η παγκόσμια ακτινοβολία του χώρου δεν ευνοεί μόνο τη λειτουργία του Αρχαίου Θεάτρου και του αρχαιολογικού χώρου. Ευνοεί κυρίως τη δημιουργική καλλιτεχνική συνάντηση, την ανταλλαγή, υλοποίηση και εξέλιξη ιδεών για την ανάδειξη και ορθή διαχείριση της παγκόσμιας πολιτισμικής κληρονομιάς μέρος της οποίας αποτελεί η Επίδαυρος. Η νέα πρόταση λοιπόν, με την ονομασία «Λύκειον Επιδαύρου», κατατέθηκε και παρουσιάστηκε στο Λυγουριό (Ξενία στο χώρο του Αρχ. Θεάτρου) και στο Ναύπλιο [58] και υλοποιήθηκε, όπως προγραμματίστηκε, τον Ιούλιο 2017 για πρώτη φορά. Η κινητοποίηση ανθρώπων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης για να συμβάλουν με διάφορους τρόπους στην υλοποίησή της φάνηκε να δίνει τα πρώτα αποτελέσματα με την δέσμευση του αλσυλλίου που βρίσκεται πίσω από το Κέντρο Υγείας στο Λυγουριό, ώστε να δημιουργηθεί η θεατρική κατασκήνωση. Όμως από τις υποσχέσεις στην υλοποίηση υπάρχει ένας τεράστιος ελληνικός δρόμος να διανυθεί και συχνά οδηγεί στη λήθη!

 

Παρουσίαση «Λυκείου Επιδαύρου», Ναύπλιο.

 

Παρουσίαση «Λυκείου Επιδαύρου», Ναύπλιο.

 

Το «Λύκειον Επιδαύρου» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του Φεστιβάλ Αθηνών-Επιδαύρου, Βαγγέλη Θεοδωρόπουλο το Σάββατο 30 Ιουλίου 2016, στο συνεδριακό χώρο (Ξενία) του Αρχαίου Θεάτρου και την παρακολούθησε ένα πολυπληθές κοινό και οι άνθρωποι της Τοπική Αυτοδιοίκησης, όπως και οι βουλευτές του Νομού.

«Η Επίδαυρος είναι σημαντική για μας», τόνισε στην εισαγωγική παρουσίαση ο κ. Θεοδωρόπουλος, «όχι μόνο λόγω του Αρχαίου Θεάτρου που διαθέτει, αλλά ως τόπος: με τη γεωγραφική θέση, την ενέργεια και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, που ευνόησαν ακριβώς τη δημιουργία αυτού του εμβληματικού θεάτρου. Τοποθετώντας το Σχολείο μας στην περιοχή της Επιδαύρου απεγκλωβίζουμε την εκπαίδευση του ηθοποιού από τη συνήθη πρακτική της δουλειάς σε κλειστό χώρο και επιτρέπουμε στους σπουδαστές να αντιληφθούν πολύ καλύτερα και να βιώσουν την ανάπτυξη δυναμικών ανοικτού χώρου, που συντέλεσαν στη γένεση και την ανάπτυξη του αρχαίου δράματος».[59]

Επομένως επρόκειτο, αρχικά, για μια εκπαιδευτική διαδικασία η δυναμική της οποίας αναμενόταν να προσδώσει νέα χαρακτηριστικά και αναπτυξιακή ώθηση τόσο στο θεσμό του Φεστιβάλ όσο και γενικότερα της θεατρικής παιδείας, καθώς επίσης και στις τοπικές κοινωνίες για τις οποίες θα ήταν πολλαπλά ωφέλιμο. Εξάλλου βασικός συντελεστής και συνεργάτης στο εγχείρημα είναι το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου με έδρα το Ναύπλιο. Μια άλλη καινοτομία που εφαρμόζεται από το 2017 είναι η θεματική οργάνωση των θεατρικών παραστάσεων που θα συνδυάζεται και με το περιεχόμενο των μαθημάτων του Λυκείου. Για το 2017 είχε προκριθεί ως θεματική  «Η έλευση του ξένου», ζήτημα που συνδέεται με τα σημερινά διλήμματα και θέτει μια εκ νέου συζήτηση για την πρόσληψη του πολιτικού θεάτρου της αρχαιότητας στη σημερινή εν βρασμώ παγκόσμια κατάσταση, όπως τόνισε στην αρχική συνάντηση ο κ. Θεοδωρόπουλος.[60] Το 2018 η θεματική «Πολιτεία και Πολίτης» ενισχύει ακόμη περισσότερο την παιδαγωγική διάσταση των δράσεων του «Λυκείου» με την  «Εκπαίδευση του κοινού στο Αρχαίο Δράμα» να αγκαλιάζει πλέον και τους ενήλικες.[61]

Τον Ιούλιο του 2019 έκλεισαν τρία χρόνια λειτουργίας του «Λυκείου Επιδαύρου» με την παρουσίαση θεατρικών εργαστηρίων και μέσα σε μια γενικότερη ευφορία για το μέλλον του προγράμματος. Ουσιαστικά το εγχείρημα στηρίχτηκε στο πάθος των διοργανωτών του και στην βοήθεια που παρείχε η τοπική κοινωνία και η Δημοτική Αρχή. Τρία χρόνια μετά την πανηγυρική πρώτη συνάντηση, οι μεν υποσχέσεις πολιτικών και περιφερειακών παραγόντων είχαν εντελώς ξεχαστεί, το δε πρόγραμμα μετρούσε τρία χρόνια διεθνών συμμετοχών και εκπαιδευτικών επιτυχιών. Ευχή όλων η συνέχεια του «Λυκείου Επιδαύρου».

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το πρώτο κείμενο για το θέμα αυτό δημοσιεύτηκε με τον τίτλο, Κόνδης, Η.Γ. (2017-2018). Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου και τοπική κοινωνία: ρόλος και σημασία μιας σχέσης, Θεάτρου Πόλις, Διεπιστημονικό περιοδικό για το θέατρο και τις τέχνες, Σχολή Καλών Τεχνών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Ναύπλιο, 3-4, σ.σ.119-142. Διαθέσιμο στο: http://ts.uop.gr/gr/theatrou-polis  Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

[2] J.Lacarrière, Το Ελληνικό Καλοκαίρι. Μια καθημερινή Ελλάδα 4000 ετών, μετάφραση Ιωάννας Δ. Χατζηνικολή, εκδ. Ι.Χατζηνικολή, Αθήνα, 1980, σ. 125-127.Η πρώτη έκδοση έγινε το 1975 από τον γαλλικό εκδοτικό οίκο Plon.

[3] Ομιλία στη Διεθνή Διάσκεψη Θεάτρου στο Ηρώδειο, 4.7.1957, [http://www.theatro-technis.gr/o-karolos-koun-gia-to arxaio-drama/, (20-5-2015)].

[4] Οι εκθέσεις για την πρόοδο των ανασκαφών που συντάσσει ο Π. Καββαδίας ιδιαίτερα της καθοριστικής τριετίας 1881-1883 φυλάσσονται από την Αρχαιολογική Υπηρεσία (Γενική Διεύθυνση Αρχαιοτήτων και Πολιτισμικής Κληρονομιάς) του Υπουργείου Πολιτισμού. Το συνολικό έργο του περιέχεται σε διάφορες εκδόσεις μέχρι και το 1906, τελευταία έκδοση για τα ευρήματα των ανασκαφών της Επιδαύρου. Παρ’ότι είχε απομακρυνθεί το 1909 από την Αρχαιολογική Εταιρία λόγω του υπέρμετρα αυταρχικού χαρακτήρα του και της πολυετούς σύγκρουσής του με τον Δ/ντή του Νομισματικού Μουσείου Ιω. Σβορώνο, ο Π. Καββαδίας άφησε ένα σπουδαίο ανασκαφικό έργο (ιδιαίτερα στην Ακρόπολη και την Επίδαυρο), ενώ η οργάνωση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Μουσείου της Ακρόπολης, είναι έργο δικό του.  Πέθανε στις 20 Ιουλίου 1928.

[5] Η παρούσα έρευνα φιλοδοξεί να συμβάλει στη μελέτη και ανάλυση των ποιοτικών κοινωνικών αλλαγών και διαφοροποιήσεων που προκαλούνται από φαινόμενα και ανακαλύψεις μεγάλης πολιτισμικής εμβέλειας, όπως αυτό του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου. Έχοντας συνείδηση των ορίων που επιβάλει στην έρευνα  η τοπική αρχειακή πραγματικότητα (ανυπαρξία οργανωμένου δημοτικού αρχείου, κανένα άλλο οργανωμένο αρχείο σχετικά με τη λειτουργία του Αρχαίου Θεάτρου, κ.ά) , θα προσπαθήσω να συμβάλω στη συστηματοποίηση των πληροφοριών που διαθέτουμε  από τις τοπικές πηγές (μελέτες, συναντήσεις, έντυπα), να χρησιμοποιήσω όσες προφορικές καταγραφές μπορούν να διασταυρωθούν ως προς την εγκυρότητα των λεγομένων και να θέσω ερωτήματα σχετικά με τη μελλοντική ανάπτυξη της έρευνας αυτής ή παρόμοιων άλλων ερευνών.

[6] «Από όλες τις τέχνες, το θέατρο είναι η πιο κοινωνική τέχνη, η πιο άμεση και αποτελεσματική, η πιο προκλητική για τις αντιδράσεις των ανθρώπων, γιατί το υλικό με το οποίο δημιουργεί είναι έμψυχο, και ο άνθρωπος είναι ο πιο πειστικός φορέας νοημάτων, Ιστορικά νεοελληνικού θεάτρου. Έξι μελετήματα, εκδ. Παϊρίδης, Αθήνα, 1984, σ.15.

[7] «Το απόγευμα της Κυριακής, 11 Σεπτεμβρίου 1938, στις “5 και 20΄ακριβώς”, το Εθνικό Θέατρο εγκαινίαζε τη σύγχρονη θεατρική ιστορία του αρχαίου θεάτρου της Επιδαύρου: “Ανέζησε η Σοφόκλειος τραγωδία, ανέζησε η Ηλέκτρα εμπρός εις το πολυάριθμον κοινόν που εξεκίνησε όχι μόνον από τας Αθήνας δια να παρακολουθήσει την υψηλήν αυτήν μυσταγωγίαν αλλά και από πολλάς, γειτονικάς της Επιδαύρου, γωνιάς της Πελοποννήσου”. Τη διοργάνωση είχε αναλάβει η Περιηγητική Λέσχη με απώτερο στόχο την καθιέρωση σαιζόν Επιδαύρου», Ελληνική Σκηνή και Θέατρο της Ιστορίας 1936-1944, Διδακτορική Διατριβή, τ.Α΄, Α.Π.Θ, Φιλοσοφική Σχολή, Τμήμα Φιλολογίας, Θεσσαλονίκη, 2003, σ. 97.

[8] Θα ήταν εξαιρετικού ενδιαφέροντος μια συγκριτική μελέτη των στοιχείων που διαμορφώνουν τη σχέση αυτή και σε άλλες περιπτώσεις σε παγκόσμιο επίπεδο. Ενδεικτικά αναφέρω το άρθρο του Pierre-Etienne Heymann με τίτλο «Quand le théâtre fait bouger la société», που αναφέρεται στον κοινωνικό ρόλο του θεάτρου στο Μαλί και δημοσιεύτηκε στην Monde Diplomatique  τον Σεπτέμβριο 1998 (σ.35).

[9] «Ο δήμος Λήσσης είναι Γ΄τάξεως· συνέστη τω 1869. Έχει κατοίκους 1076 και δημότας 971. Σύγκειται δ’εκ τριών χωρίων του Λυγουριού, του Αδαμίου και του Κορωνίου. (…) Πρωτεύουσα του δήμου είνε το Λυγουριό, αρχαίον χωρίον, οικούμενον υπό 170 οικογενειών, κείμενον επί υψώματος βορειοανατολικώς της ομωνύμου πεδιάδος· το χωρίον υδρεύεται εκ φρεάτων. Απέχει του Ναυπλίου 5 ώρας», Γεωγραφία Πολιτική, Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολίδος και Κορινθίας, εκδ. Εστίας, Αθήνα, 1886, σ. 86-89

[10] Στην πληρέστερη τοπική έρευνα που έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα των Γιάννη Γ. Σαρρή, Νίκου Ι. Καλαματιανού και Βασιλείου Γ. Μπιμπή με τίτλο Λυγουριού Ενορίες 1701-2013, Λυγουριό, 2014, καταγράφονται αρκετές λεπτομέρειες για την αγροτο-κτηνοτροφική συγκρότηση της τοπικής οικονομίας και τις μεταβολές που γνώρισε σταδιακά, οι οποίες όμως δεν άλλαξαν ριζικά τον οικονομικό καμβά της περιοχής. (σ.37-45)

[11] Πρέπει να σημειώσω την εξαιρετική προσπάθεια που έχει γίνει από τους Γ. Σαρρή, Ν. Καλαματιανό και Β. Μπιμπή, στις δυο βασικές δημοσιευμένες έρευνες τοπικής ιστορίας που αναφέρονται στην παρούσα μελέτη: Λυγουριού Ενορίες, ό.π. και Το τεφτέρι του παππού, Λυγουριό, 2015.

[12] Ν. Ι. Καλαματιανός,,  Το τεφτέρι του παππού, ό.π.,  σ.98.

[13] Ο Στ. Κρανιώτης παραθέτει σε άρθρο του στην εφημερίδα Έθνος («Το Φεστιβάλ Επιδαύρου είχε χθες πολύν κόσμον», 12 Ιουλίου 1954), μεταξύ άλλων, και το ζήτημα των χωματόδρομων με αφορμή την πρώτη και ιστορική παράσταση των «Επιδαυρίων» το 1954: …δεν καταβρέχθησαν επαρκώς οι εσωτερικοί δρόμοι με αποτέλεσμα η σκόνη να είναι πολλές φορές αφόρητη, τα πρόχειρα από πλαίσια ξύλινα και τοιχώματα πάνινα αποχωρητήρια ήσαν πολύ προχειροφτιαγμένα και οπωσδήποτε ακατάλληλα για κυρίες… Το άρθρο περιλαμβάνεται μαζί με άλλα σε επετειακή έκδοση της τοπικής εφημ. Εδώ Λυγουριό με τίτλο : «11 Ιουλίου 1954:πριν από σαράντα χρόνια ξεκίνησε ο θεσμός των Επιδαυρίων», Ιούλιος 1994, σ. 4-5.

[14] «Προς ευκολίαν της μεταβάσεως των φιλαρχαίων εις το Ιερόν μετά τας γενομένας ανασκαφάς, και χάριν της συγκοινωνίας  του αποκέντρου τούτου μεσογείου δήμου, κατεσκευάσθη αμαξιτός οδός από Ναυπλίου μέχρι Ιερού, διερχομένη και δια του Λιγουριού μήκους 24,740 μέτρων· εχαράχθη δε, αλλ’ούπω κατεσκευάσθη και προέκτασις ταύτης μέχρι παλαιάς Επιδαύρου.», ό.π., σ.87.

[15] Στο βιβλίο του για την οικογενειακή γενεαλογία που περιέχει αρκετά στοιχεία για το Λυγουριό του 19ου και 20ου αιώνα, ο Νικ. Ι. Καλαματιανός αναφέρει τις καταγραφές που κάνει η ενορία της Αγ. Τριάδας Λυγουριού σχετικά με τις αιτίες θανάτου μέχρι και το 1939. Ως προς τη μεγαλύτερη συχνότητα αναφέρονται η ελονοσία, οι εντερίτιδες/δυσεντερίες, αθρεψία, ατροφία, καχεξία, ιδίως για νεογνά και ηλικιωμένους, κ.ά. (ό.π., σ.156).

[16] Ο Γιάννης Καρολόγος αναφέρει σχετικά πως η εμφάνιση του γιατρού έδωσε «ελπίδα και ανακούφιση σε όλους… ένας γιατρός που θα ’δινε καθημερινά τη μάχη για τη γιατρειά, χωρίς ωράριο, χωρίς αργίες, χωρίς ν’ απλώνει το χέρι του για αμοιβή, αφού συναντούσε παντού την ανέχεια και τη δυστυχία… στον Τυρό, στα Σαπουνέικα, στα Μέλανα… εκεί και ο Καλαματιανός με το κόκκινο άλογό του. Ένας γιατρός χωρίς σύνορα.». Πρόκειται για άρθρο που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημ. Εδώ Λυγουριό τον Σεπτέμβριο 1997 (φ. 93) και περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Νικ. Ι. Καλαματιανού, ό.π., σ.159.

[17] Νικ. Ι. Καλαματιανός, ό.π., σ. 157.

[18] Πρόκειται για ένα μοναδικό ντοκιμαντέρ σχετικά με τις εξελίξεις που γνωρίζει η τοπική κοινωνία χάρη στις ανασκαφές και τη θεσμοθέτηση των «Επιδαυρίων», στηριζόμενο κυρίως σε συνεντεύξεις κατοίκων που βίωσαν τις εξελίξεις αυτές. Το ντοκιμαντέρ παρουσιάστηκε στο 9ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης στις 18 Μαρτίου 2007 και απέσπασε θετικές κριτικές.

[19] Β.Δ 25ης  Αυγούστου 1893/ΦΕΚ 204.

[20] Οι δυο μεγαλύτερες σημαντικές και πρόσφατες αλλαγές είναι εκείνη του 1997 πιο γνωστή ως μεταρρύθμιση «Ι.Καποδίστριας» με τη διεύρυνση σε νέο δήμο Ασκληπιείου με έδρα το Λυγουριό (Ν. 2539/1997/ΦΕΚ 244/τ.Α΄/4-12-1997) και η μεταρρύθμιση του 2010 γνωστή ως «Πρόγραμμα Καλλικράτης» με τον οποίο συγχωνεύονται οι πρώην δήμοι Ασκληπιείου και Επιδαύρου στο νέο σχήμα «Δήμος Επιδαύρου» με έδρα το Ασκληπιείο (Λυγουριό – Ν.3852/2010/ΦΕΚ 87/τ.Α΄/7-6-2010).

[21] Μια σύντομη αναφορά στους αριθμούς των απογραφών για το Λυγουριό: 1961:1.621 κάτοικοι, 1991:2.182 κάτοικοι, 2001:2.678 κάτοικοι, 2011:2.504 κάτοικοι. Τα στοιχεία από την έρευνα των  Γιάννη Γ.Σαρρή, Νίκου Ι.Καλαματιανού και Βασιλείου Γ.Μπιμπή, Λυγουριού Ενορίες…, ό.π., σ. 48-54.

[22] «Στροφή», εφημ. Εδώ Λυγουριό, Σεπτ. 1993, φ.59.

[23] «Εδήλωσαν δε οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι, ως αντάλλαγμα της προσφοράς των κτημάτων αυτών, εύχονται ίνα το Διοικητικόν Συμβούλιον της ειρημένης εταιρίας ενεργήσει……προς δε να κατασκευάσει αμαξωτήν οδόν εκ Ναυπλίου εις το Ιερόν Ασκληπιού». Πρόκειται για την σημαντική «Παραίτηση δικαιωμάτων υπέρ της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρίας» (συμβόλαιο 250/6-8-1879), με την οποία οι κάτοικοι του Λυγουριού παραχωρούν τα κτήματά τους για τις ανασκαφικές ανάγκες. Ολόκληρο το συμβόλαιο παρατίθεται  στην έρευνα των Γ. Σαρρή, Ν. Καλαματιανού και Β. Μπιμπή, Λυγουριού Ενορίες, ό.π., σ. 138-143.

[24] Το πρώτο «αγροτικό» αυτοκίνητο κυκλοφόρησε στο Λυγουριό το 1972. Βεβαίως, υπάρχουν και τα λίγα μέσα μαζικής μεταφοράς (λεωφορεία, κ.ά) ήδη από την προπολεμική περίοδο. Οι πληροφορίες αντλούνται από προσωπικές συνεντεύξεις με κατοίκους του Λυγουριού και τη διασταύρωσή τους με τις μαρτυρίες του ντοκιμαντέρ του Γιώργου Αντωνίου για τη σχέση του Αρχαίου θεάτρου με την τοπική κοινωνία, ό.π. Πληροφορίες επίσης αντλούνται, για τα θέματα αυτά, από το λογοτεχνικό έργο του Γιάννη Ι. Σαρρή με τίτλο Στ’Ανάπλι και στο Λυγουριό, εκδ. Η ΘΟΛΟΣ, Λυγουριό, 2007.  Είναι πάντως χαρακτηριστικές οι κριτικές που γίνονται αργότερα για την ασφαλτόστρωση των δρόμων ιδιαίτερα εκείνων που οδηγούν στο Θέατρο και χαρακτηρίζουν τη λογική των δημόσιων έργων στη χώρα μας. «Έπρεπε να φτάσει η μέρα της Συναυλίας Καρέρας-Καμπαγιέ», σημειώνεται σε σχόλιο της τοπικής εφημερίδας, «ο Πρωθυπουργός της χώρας και 18 Ευρωπαίοι Υπουργοί και 40 Δήμαρχοι για να στρωθούν με πίσσα οι  δυο ξεχαρβαλωμένοι δρόμοι που διασχίζουν τον αρχαιολογικό χώρο και καταλήγουν στο θέατρο», «Προχειρότητες», Εδώ Λυγουριό, Σεπτ. 1993, φ.59.

[25] Λεπτομέρειες μιας άγνωστης πλευράς της παρουσίας της Μ. Κάλλας στην Επίδαυρο και του παρ’ ολίγον ναυαγίου της παρουσίας αυτής στο: Georgia Kondyli, Callas: the conflict about Epidaurus, Hellenic Journal of Music, Education and Culture, Vol. 3, N.1, art.2, 1-13, [http://hejmec.eu/journal/index.php/HeJMEC/article/view/38, (18-6-2015)], pdf.

[26] «Το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου και το Λυγουριό. Μια θεατρική αναδρομή στο πρόσφατο παρελθόν», Αναγέννηση, Άργος, 331(1995) 4-5.

[27] «Το αρχαιολογικό τοπίο της Επιδαύρου: Φορέας νοήματος και όχημα εκμοντερνισμού, στο: Τοπία Τουρισμού. Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα», σ. 247,  [https://eclass.upatras.gr/modules/document /file. php/ARCH389.pdf., (23-10-2016)].

[28] Η ίδια κατάσταση χαρακτηρίζει και το επίπεδο των επικοινωνιών. Εκτός από το λεγόμενο «κοινοτικό τηλέφωνο» δεν υπήρχε άλλη σύνδεση μέχρι τη δεκαετία του 1960. Είναι χαρακτηριστική η επισήμανση ενός γνωστού στο Λυγουριό εστιάτορα, του Λεωνίδα Λιακόπουλου που ανοίγει το πρώτο εστιατόριο για τις ανάγκες σίτισης των ανθρώπων του θεάτρου : «Το ’60 υπήρχε μόνο ένα τηλέφωνο εδώ, του μαγαζιού, το 115, και όταν σχόλαγαν οι ηθοποιοί γινόταν ουρά για να μιλήσουν κι έτσι ακούγαμε όλη τους τη ζωή», δημοσιευμένη συνέντευξη 30-7-2016, [http://www.lifo.gr/articles/travel_articles/109254, (6-8-2016)].

[29] Ό.π., σ.248.

[30] Η εφημ. Αργοναυπλία σημειώνει για την ημέρα εκείνη: «… την κεκανονισμένην ώραν ο Πρόεδρος της Κοινότητος επίεσεν τον διακόπτην και άπλετον φως εδόθη εις την δημοσίαν οδόν και τα καταστήματα, άτινα είχον κάμει εγκαταστάσεις και συνδέσεις, και ούτω ικανοποιήθη εις πόθος του Λυγουρίου», 22 Ιουνίου 1961, φ. 918.

[31] Αιμ. Αθανασίου, ό.π., σ.249.

[32] Ιππόλυτος του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημ. Ροντήρη, με τον Αλέκο Αλεξανδράκη. Θεωρείται η ιδρυτική παράσταση των «Επιδαυρίων».

[33] Εφημ. Ελευθερία, «Αστάθμητοι παράγοντες», 13 Ιουλίου 1954. «Κάθε φορά που ένοιωσα μια άφατη καλλιτεχνική χαρά μέσα στο ελληνικό ύπαιθρο, ο Μεγάλος Σκηνοθέτης την είχε συμπληρώσει με τον τρόπο του. Ποιός ξέχασε ποτέ τους αετούς που πετούσανε πάνω από τον αλυσοδεμένο Προμηθέα στις Δελφικές εορτές του Σικελιανού! Αναρίθμητες οι περιπτώσεις και η χθεσινή παράσταση του «Ιππολύτου» δεν ξέφυγε από τον κανόνα: το ομαδικό παράπονο του χορού και τον πόνο της παντέρμης ερωτευμένης Φαίδρας, συνώδευε κάπου μακρυά η μονότονη, τυραννική στην επανάληψή της, φωνή μιας θλιμμένης κουκουβάγιας! Αχ! Αυτοί οι αστάθμητοι παράγοντες!»

Αναφέρεται στο «Χρονικό των Επιδαυρίων 1954-1975. Χρονικό ζωής και τέχνης ενός θεάτρου», περιοδικό «Θεατρικά», Αφιέρωμα, τ.Β΄& Γ΄, Αθήνα, 1975, με την γενική εποπτεία του Αλέξη Σολωμού.

[34] «Το αυτονόητο», εφημ. Εδώ Λυγουριό, Απρίλιος 1997, φ. 90.

[35] βλ. Γ. Σαρρής, Ν. Καλαματιανός, Β. Μπιμπής, Λυγουριού Ενορίες…., ό.π., σ. 139. Δες παράρτημα 1.

[36] Η Άννα Συνοδινού παραθέτει πολλές λεπτομέρειες για το ιστορικό των «Επιδαυρίων» και γενικότερα του Θεάτρου και της σχέσης του με την τοπική κοινωνία σε άρθρο της που δημοσιεύεται στην εφημ. Το Βήμα με τίτλο «Το Θέατρο της πόλεως της Επιδαύρου. Ένα αρχαίο Θέατρο ξυπνάει μετά από λήθαργο 2.300 ετών!» (14 Ιουλίου 1999). Μερικές από τις αναφορές της, όπως αυτή για το ζεύγος των χωρικών που παραχώρησαν το οικόπεδο και το σπίτι τους για τις ανασκαφές, είναι συγκινητικές και αναδεικνύουν τη σχέση που δημιουργούσαν οι ντόπιοι με τους καλλιτέχνες: «Η κυρα Ευμορφία – υπέροχη μορφή Ελληνίδας αγρότισσας, μας άφησε χρόνους πριν 2 μήνες σε ηλικία 107 ετών! Είχε ζητήσει να μην κατεδαφιστεί το σπιτικό της πριν πεθάνει». Σημειώνω πως το οίκημα δεν έχει κατεδαφιστεί και σήμερα εντάσσεται στο λειτουργικό των θεατρικών παραστάσεων και χρησιμοποιείται για τις ανάγκες τους.

[37] Όλγα Σελλά, «Θεσμός δίπλα στην Επίδαυρο», εφ. Καθημερινή, 29 Ιουνίου 2013. Για το ίδιο θέμα στο «Μετά την Επίδαυρο όλοι στο Λεωνίδα», 30-7-2016, [http://www.lifo.gr/articles/travel_articles/109254, (4-8-2016)].

[38] Στο συγκινητικό αυτοβιογραφικό της κείμενο περιγράφει μια ξεχωριστή καθημερινότητα στο Λυγουριό από το ποτιστήρι που χρησιμοποιούσαν αρχικά ως ντουζιέρα, μέχρι τις πιο μοντέρνες ξενοδοχειακές ανέσεις της χρονικής εξέλιξης. «Όταν γύριζα σπίτι, η μάνα μου έλεγε : “Παιδάκι μου τι σου κάνουνε εκεί πέρα κι έρχεσαι ξαναγεννημένη;”, «Πρόσωπα & Προσωπεία, Αυτοβιογραφικό Χρονικό. Λυγουριό Αγάπη μου», εφημ. Εδώ Λυγουριό, Ιαν. 1999, φ. 105.

[39] Ό.π., Ιούλιος 1987, φ.4.

[40] «Αντίο στο Βόκοβιτς», ό.π., Μάιος 1990, φ. 30.

[41] 1954-2004: πενήντα χρόνια «Επιδαύρια», Ιούνιος 2004, φ.150. Με την ευκαιρία των 39 χρόνων, ο ίδιος αρθρογράφος αφού παραθέτει τα θετικά από την οργάνωση των «Επιδαυρίων» για το Λυγουριό και την καθημερινότητα των κατοίκων του, σημειώνει : «Τριάντα εννέα καλοκαίρια από τότε και όλα άλλαξαν στο χωριό μας, στο μυαλό μας, στην προοπτική μας», Ιούλιος 1993, φ. 57.

[42] Αναδημοσίευση του άρθρου στην τοπική  εφ. «Εδώ Λυγουριό», 19 Αυγούστου 2001.

[43] Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις  μεγάλων προσωπικοτήτων που κατέγραψαν αρνητικές εικόνες,  παρ’ ότι δεν αφορούσαν ούτε ενοχοποιούσαν πάντα την τοπική κοινωνία. Ξεκινήσαμε την παρουσίαση με το ταξίδι του Ζακ Λακαριέρ, ως μέλος του Groupe de Théâtre Antique de la Sorbonne  στην παράσταση της τραγωδίας Πέρσες του Αισχύλου που παρουσιάστηκε στην Επίδαυρο το 1947 και την εξαιρετική εικόνα που μας μεταφέρει.  Οκτώ χρόνια μετά, το 1955 όταν επανέρχεται με το Πανεπιστήμιο της Σορβόννης για μια νέα παράσταση η εικόνα που μας περιγράφει είναι διαφορετική : το τοπίο έχει μεταμορφωθεί και αντί για τους χωριάτες με τα ζώα και τα φαγητά τους μέσα στα πεύκα, τώρα παρατηρούσε πούλμαν και ξένους τουρίστες. Την ίδια χρονιά, ο  Αλέξης Μινωτής, αποδίδοντας την ατμόσφαιρα των παραστάσεων του 1955 σε συνέντευξη που δίνει το 1979 περιγράφει  μια εικόνα που εκπλήσσει. Χιλιάδες άνθρωποι που έτρωγαν «τα κεφτεδάκια τους κάτω από τα δένδρα ενώ κουβαλούσαν μέσα στο θέατρο κι από ένα τρανζίστορ…  Τις Κυριακές μαζί με το ματς κι ενώ εμείς παριστάναμε την Εκάβη και τον Οιδίποδα αυτοί άκουγαν τα γκολ!» (Καθημερινή 24 Ιουλίου 2005, αναδημοσίευση της συνέντευξης στον Σπ. Παγιατάκη).

Θα ήταν δύσκολο πάντως να μην υπάρξει καμία αλλαγή καθώς οι νέες μεταπολεμικές πολιτικές που εφαρμόζονται έχουν ως στόχο τον γρήγορο τουριστικό εκσυγχρονισμό της χώρας.  «Ο μαζικός μεταπολεμικός τουρισμός», γράφει ο Γιάννης Αίσωπος , «θα στηριχτεί στο δίπολο “ιστορία-τοπίο”, τον συνδυασμό αρχαιολογικών μνημείων του (κλασικού) παρελθόντος και τοπίων ιδιαίτερου φυσικού κάλλους – ιστορία και τοπίο θα συγκροτήσουν από κοινού το μύθο της σύγχρονης Ελλάδας…. Ο τουρισμός γίνεται συνώνυμο του εκμοντερνισμού, τα τοπία τουρισμού είναι τοπία εκμοντερνισμού»,  («Τοπία τουρισμού: Ανακατασκευάζοντας την Ελλάδα» στο: [https://eclass.gunet.gr/modules/ document/file.php/ARTGU163/PLANTZOS%20ETEROTOPIA.pdf, 1-259 (107), (2-2-2015)].

[44] Στα «Επιδαύρια» του 1993 και στην παράσταση της «Λυσιστράτης» με τον Θ. Καρακατσάνη, δημιουργούνται επεισόδια λόγω της κοσμοσυρροής που παρατηρείται. Ο κ. Καρακατσάνης θεωρεί υπεύθυνη για το θόρυβο την τοπική κοινωνία «ένα απέραντο ψητοπωλείο» όπως την αποκαλεί. Οι αντιδράσεις είναι άμεσες. Στην εφημ. Εδώ Λυγουριό δημοσιεύεται σχόλιο με τίτλο «… και προς τον κ. Καρακατσάνη», στο οποίο σημειώνονται μεταξύ άλλων: «Ο ίδιος μάλιστα ο αγαπητός πρωταγωνιστής του έργου κ. Καρακατσάνης σε μια κατοπινή συνέντευξή του από ραδιοφώνου λοιδορώντας το Λυγουριό, που είναι κατά τη γνώμη του ένα απέραντο ψητοπωλείο αναφέρθηκε και στην ταλαιπωρία που του προξένησαν οι αρχαιοφύλακες. Δηλαδή κύριε Θύμιο μας επειδή είχατε την απαίτηση να… καταβρέχετε όποτε δη ακριβώς δίπλα από την ορχήστρα του Αρχαίου Θεάτρου είναι κακοί οι αρχαιοφύλακες και οι Λυγουριάτες;», (Ιούλιος 1993, φ. 57). Επίσης σε άρθρο με τίτλο «Από τους ταβερνιάρηδες του Λυγουριού», καταγράφονται όλα τα στοιχεία που επικαλείται η τοπική κοινωνία για να αντικρούσει τις κατηγορίες πως δεν συναινεί στην προστασία του μνημείου προκειμένου να έχει οικονομικά κέρδη, (Μάρτιος 1991, φ. 36).

Η ίδια εφημερίδα δεν φοβάται να κατακρίνει την τοπική κοινωνία όταν η συμπεριφορά της δηλώνει απρέπεια προς τον αρχαιολογικό χώρο. Έτσι, κατακρίνει την εικόνα που παρουσιάζεται την πρωτομαγιά 1994 και με τίτλο «Θέατρο-Ψητοπωλείο» γράφει: «…Όταν όμως φιλοξενείται στον περιβάλλοντα αρχαιολογικό χώρο του θεάτρου εορτάζοντας την “εργατική” πρωτομαγιά έχει υποχρέωση και το χώρο να σεβαστεί και να μην υπερβάλλει. Αντικρύσαμε υπαίθριες ψησταριές και “τρακάδες” ολόκληρες καυσόξυλων να καίγονται μέσα στις πλατείες του θεάτρου χωρίς κανένας να ντρέπεται και να ενοχλείται… Είδαμε ανυποψίαστους τουρίστες να μένουν με ανοιχτό το στόμα αντικρύζοντας το τραγελαφικό θέαμα. Και το χειρότερο, να πρωτοστατούν Λυγουριάτες. Μάλιστα Λυγουριάτες!… Ο ΕΟΤ, ο Δήμος και κάθε αρμόδιος ας προστατεύσει με συγκεκριμένα μέτρα τον ιερό αρχαιολογικό χώρο», (Μάιος, 1994, φ.67).

[45] «Τα Επιδαύρια και πάλι στο στόχαστρο της προστασίας», Ιαν. 1994, φ.63.

[46] Δεν έχουν πάντα την ίδια ικανοποιητική συμμετοχή όπως φαίνεται από το ρεπορτάζ για τη συνέλευση της 24ης Απριλίου 1991 με το ίδιο πάντα θέμα, («Προστασία κατά το δοκούν», Εδώ Λυγουριό, Μάιος 1991, φ. 37).

[47] Συχνές είναι οι παρεμβάσεις των βουλευτών της Αργολίδας και της πρώην Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης σχετικά με τα αιτήματα των κατοίκων του Λυγουριού για την διατήρηση ή αύξηση του αριθμού των παραστάσεων. Χαρακτηριστική της τάσης αυτής, είναι η συνάντηση των κατοίκων με τον Γεώργιο Α. Παπανδρέου στις 20-2-2006, στην ταβέρνα του Λεωνίδα όπου, μετά από συζήτηση, δόθηκε η διαβεβαίωση πολιτικής παρέμβασης προς το ΥΠΠΟ για το παραπάνω ζήτημα (αναλυτικό ρεπορτάζ δημοσιεύεται στην εφημ. Εδώ Λυγουριό, φ. 164, Μάρτιος 2006).

[48] «Ο ΕΟΤ έχει υποχρέωση να μεταχειρίζεται διαφορετικά μια κοινωνία που 43 χρόνια τώρα στηρίζει και υπηρετεί το φεστιβάλ. Το Κράτος έχει υποχρέωση  να συνειδητοποιήσει ότι Λυγουριάτες ήταν εκείνοι που πριν από έναν αιώνα, δια συμβολαιογραφικής πράξης χάρισαν τα χτίσματά τους προκειμένου να αποκαλυφθεί το θέατρο και ο αρχαιολογικός χώρος. Η κοινωνία έχει υποχρέωση να πληροφορηθεί ότι οι Λυγουριάτες είναι εκείνοι που χωρίς αποζημίωση αποδέχτηκαν τη δέσμευση 15.000 στρεμμάτων από κάθε μορφής εκμετάλλευσης, προκειμένου να σχηματιστεί ένας κύκλος προστασίας του ευρύτερου αρχαιολογικού χώρου. Αυτή η κοινωνία λοιπόν δεν δικαιούται για κάθε παράσταση 400-500 προσκλήσεις (δεν χρειάζονται περισσότερες) παρακάμπτοντας την μεσολάβηση κάποιων, που με το σημερινό καθεστώς καλλιεργούν δημόσιες σχέσεις;», («Οι προσκλήσεις των παραστάσεων», ό.π., Σεπτ. 1997, φ.90).

[49] Πρόκειται για το έργο «Ιππόλυτος» σε σκηνοθεσία Β.Νικολαΐδη. Το σχετικό ρεπορτάζ δημοσιεύεται από την τοπική εφημ. Εδώ Λυγουριό, Αύγουστος 2004, φ. 151.

[50] Εφημ. Εστία, 14 Ιουλίου 1954.  Αναδημοσίευση, εφημ. Εδώ Λυγουριό, Ιούλιος 1994, φ.68.

[51] Ο συντάκτης της εφημερίδας Γ. Σαρρής σημειώνει σε ένα κείμενο των «Θεατών»: «Όπως συνηθίζουμε, χρόνια τώρα, εμείς οι απλοί Λυγουριάτες θεατές των παραστάσεων των Επιδαυρίων, έτσι και φέτος σας παρουσιάζουμε την «κριτική» μας χωρίς να απαιτούμε και τη συναίνεσή σας… Νομίζουμε όμως ότι ο μέσος Λυγουριάτης θεατής, όπως είχε κατ’ επανάληψη δηλώσει η αξέχαστη Κατίνα Παξινού, έχει ανεπτυγμένο  και αντικειμενικό κριτήριο… που πάντοτε μετά από κάθε παράσταση αναζητούσε»,  «Επιδαύρια 2003», Σεπτ. 2003, φ.143.

[52] Εναρκτήριοι χαιρετισμοί ετών 2008, 2009. Ήδη το 2001, η τοπική εφημερίδα Εδώ Λυγουριό δημοσιεύει με τίτλο «Στο Λυγουριό το Μάρτη του 2002, ξεκινάει το Ινστιτούτο Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών», τον προγραμματισμό για την στέγαση των σεμιναρίων. Μεταξύ άλλων αναφέρει και τα ακόλουθα : «Η μόνιμη εγκατάσταση του Ινστιτούτου θα γίνει στο κτίριο των παλαιών σφαγείων (Κορώνι) και στον περιβάλλοντα χώρο που θα διαμορφωθεί κατάλληλα. Μέχρι να ολοκληρωθούν οι εργασίες διαμόρφωσης των «Σφαγείων» το Ινστιτούτο θα στεγαστεί σε αίθουσα 200τ.μ. στο υπό αποπεράτωση κτίριο του Μουσείου της Ελιάς», (Οκτώβριος 2001, φ. 127).

[53] Ουσιαστικά πρόκειται για μια έντονη συζήτηση που προκαλείται στο Δημοτικό Συμβούλιο στις 17-2-1997 κατά την οποία ο Δήμαρχος εισηγείται τη διοργάνωση «Έκθεσης Τοπικών Προϊόντων» στον κόμβο του Κέντρου Υγείας ,  σήμερα γνωστή ως Έκθεση Αγροτοτουρισμού στην Π. Επίδαυρο, που συναντά αντιδράσεις. Στο άρθρο της με τίτλο «Το αυτονόητο» (ό.π), η Καρολίνα Αννίνου περιλαμβάνει την αντίθετη με την διοργάνωση έκθεσης τοπικών προϊόντων επιχειρηματολογία και αναφέρει τις θέσεις πολιτών και δημοτικών συμβούλων  για τη χρησιμοποίηση πιθανών χορηγιών, ώστε να επιτευχθεί η ίδρυση του Ινστιτούτου Αρχαίου Δράματος (πρόταση Γ. Σαρρή) ή την ανέγερση Πνευματικού Κέντρου (πρόταση Β. Μπιμπή). Η αρθρογράφος θεωρεί την ιδέα της έκθεσης «ύβρη» και σημειώνει: « Τις πόρτες για την προβολή του τόπου στην περιοχή τις έχουν ανοίξει διάπλατα όχι μόνο τα Επιδαύρια αλλά και η γνωστή και άγνωστη ιστορία του Λυγουριού και της Επιδαυρίας. Αλλοίμονο αν περιμέναμε να τις ανοίξουν οι «χορηγοί» με εμπορικές συναλλαγές στη μέση του δρόμου, εκατέρωθεν του οδικού κόμβου μπροστά στο Κέντρο Υγείας! Οι πρόγονοί μας μια τέτοια απόφαση θα την θεωρούσαν ύβρη. Και είναι ύβρη που βαραίνει όχι μόνο το Δημοτικό Συμβούλιο αλλά όλους τους δημότες και τους πολίτες της χώρας.».

[54] Στον ιστότοπο του ΕΚΠΑ αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Έως σήμερα συμμετείχαν οι εξής ενδεικτικά: ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνος των ανασκαφών στον αρχαιολογικό χώρο της Επιδαύρου, κος Βασίλης Λαμπρινουδάκης. Ο καθηγητής Oliver Taplin, Magdalen College, University of Oxford, Μεγάλη Βρεττανία. Ο Herman Altena, Universiteit Utrecht, Ολλανδία. Ο καθηγητής Freddy Decreus, Universiteit Gent, Βέλγιο. O καθηγητής Bernd Seidensticker, Freie Universitat Berlin, Γερμανία. Η καθηγήτρια Evelyn Ertel, Universite de la Sorbonne Nouvelle, Paris III, Γαλλία. Η Δρ. Mary Hart, J. Paul Getty Museum, Los Angeles, ΗΠΑ. Ο καθηγητής Henri Schoenmakers, Universiteit Erlangen, Γερμανία. Η καθηγήτρια Erika Fischer- Lichte. H καθηγήτρια Maria de Fatima Silva, Coimbra, Πορτογαλία. Η καθηγήτρια Lorna Hardwick, Open University, Αγγλία. Η καθηγήτρια Eva Stehlikova,Mazaryk University of Prague, Τσεχία. Ο καθηγητής Απόστολος Βέττας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Η επίκουρη καθηγήτρια Ελένη Παπάζογλου, Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. O επίκουρος καθηγητής Μηνάς Αλεξιάδης, Πανεπιστήμιο Αθηνών. O λέκτορας Γρηγόρης Ιωαννίδης, Πανεπιστήμιο Αθηνών.», [http://www.theatre.uoa.gr/ereyna/ergastirio-arxaioy-dramatos.html, (22-2-2017)].

[55] Εκτός από τις αθηναϊκές εφημερίδες που αναφέρθηκαν διεξοδικά στην εμπλοκή (π.χ. Ελευθεροτυπία, 30-5-2002), εκτενείς αναφορές και κριτικές γίνονται για το θέμα στην τοπική εφημ. Εδώ Λυγουριό (Μάιος 2002, φ.132).

[56] Σε σχετική δημοσιεύση της εφημ. Εδώ Λυγουριό σημειώνονται για τη διαμόρφωση του χώρου και της έκθεσης οι συμμετοχές της θεατρολόγου Δηώ Καγγελάρη (επιλογή κοστουμιών), Ελευθερίας Ντεκώ (φωτισμός/ οπτικοακουστικός σχεδιασμός) και Αντώνη Λιγνού (βιτρίνες), ενώ την ευθύνη των εργασιών είχε η Μαργαρίτα Παναγιωτοπούλου. Η εφημερίδα δεν αμελεί να σημειώσει πως τις εργασίες αποκατάστασης της πετρόκτιστης αίθουσας που ήταν παλιά αποθήκη και του εξωτερικού περιβάλλοντος χώρου, είχε ο «συμπατριώτης Πολ. Μηχανικός» Ευάγγελος Καζολιάς. (Ιούλιος 2001, φ.125).

[57] Η εφημερίδα Εδώ Λυγουριό που παρακολουθεί τις συνεδριάσεις του Δ.Σ και δημοσιοποιεί τα υπό συζήτηση θέματα σημειώνει (Απρίλιος 2002, φ.132), πως η πρόταση γίνεται από την ΚΕΑΔΕΑ (Κίνηση για την Ειρήνη, τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, την Επικοινωνία και την Ανάπτυξη) με τη συμμετοχή του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Στρατηγικού Σχεδιασμού, του Ευρωπαϊκού και Ελληνικού Δικτύου Πόλεων και την Εταιρεία Ανάπτυξης Κοινωνικού Κεφαλαίου. Προφανώς πρόκειται για «προ-ολυμπιακές» προτάσεις (Ολυμπιακοί αγώνες 2004) στις οποίες δε δόθηκε συνέχεια και γι’αυτό δεν έχει γνωστοποιηθεί καμία άλλη λεπτομέρεια. Παρ’όλα αυτά, η τοπική κοινωνία κινητοποιήθηκε στην ιδέα και μόνο της υλοποίησης ενός τέτοιου προγράμματος.

[58] Γιώργος Κόνδης, «Λύκειον Επιδαύρου: μια ιδέα υλοποιείται», ηλ. έκδοση Argolika Nea, 3-8-2016 και «Λύκειον Επιδαύρου: εκκίνηση το 2017», εφ. Αργολίδα, 3-4 Δεκεμβρίου 2016.

[59] Ομιλία καταγεγραμμένη από τον συγγραφέα του παρόντος άρθρου Γ. Κόνδη.

[60] Παρουσίαση του «Λυκείου Επιδαύρου», Ξενία, Χώρος Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, 30 Ιουλίου 2016.

[61] Τα σχολεία ενηλίκων (Σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας Ναυπλίου και Κρανιδίου) συμμετείχαν ενεργά στο πρόγραμμα, ενώ ενήλικοι πολίτες από διάφορα σημεία της Αργολίδας πήραν μέρος σε ομάδες εκπαίδευσης κοινού.

 

Γεώργιος Η. Κόνδης

Ο Γεώργιος Η. Κόνδης είναι Κοινωνιολόγος, διδάσκων στο Τμήμα Παραστατικών και Ψηφιακών Τεχνών της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

H Napoli Di Romania των Stradioti (15ος-16ος Αι.): Πως ο αγώνας για την κατοχή του χώρου μετασχηματίζεται σε πατρίδα – Κατερίνα Β. Κορρέ, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

«Το παρελθόν, είναι αυτή η μάζα μικρών περιστατικών, άλλων λαμπρών, άλ­λων σκοτεινών […]. Αλλά αυτή η μάζα δεν αποτελεί όλη την πραγματικότητα, όλο το βάθος της ιστορίας που πάνω του μπορεί άνετα να δουλέψει η επιστημονική σκέψη», έγραψε ο Braudel, o κατεξοχήν ιστορικός της μακράς διάρ­κειας. Η συγκέντρωση και η επεξεργασία στοιχείων που ανήκουν στο παρελθόν και συνιστούν την ιστορία, περνά μέσα από ερμηνευτικές ατραπούς, στις οποίες οι κάθε είδους διανοητικοί καταναγκασμοί είναι δύσκολο – αν όχι ακα­τόρθωτο – να αποφευχθούν. Ένα τέτοιο δύσκολο παρελθόν είναι το παρελθόν των μισθοφορικών ομάδων του 15ου-16ου αι., που είναι γνωστές ως stradioti. Θα μοιραστώ μαζί σας τη δική μου συγκομιδή, βάσει των αρχειακών πάντα τεκμηρίων, στην οποία κατέληξα μετά από τη μεγάλη ή μικρή διανοητική περιπέτεια που επιτρέπει κανείς στον εαυτό του, προκειμένου να απαντήσει στο ερώτημα πώς – και κυρίως γιατί – είναι δυνατό να υιοθετεί κανείς μια πατρίδα.

Έφιππος stradioti του 16ου αιώνα.

Η στενή σύνδεση του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου με τις τύχες του Δεσποτάτου του Μοριά αντανακλάται και στην ονομασία των stradioti, που, αντίθετα από ό,τι έχει υποστηριχθεί ως προς την ετυμολογία της (ότι προέρχεται από τη λέξη strada), αποτελεί προφανές γλωσσικό δάνειο της ελληνικής (στρατιώτης) στη βενετική. Ο θεσμός των μισθοφόρων στρατιωτών του είδους που οι stradioti αναδείχθηκαν αργότερα, σχετίζεται με τις πολιτικές εποικισμού των τελευταίων δεσποτών του Μοριά και κατ’ επέκταση των βυζαντινών αυτοκρατόρων των τελευταίων δύο αιώνων: στην usanza greca αναζητούν οι βενετικές πηγές το πρότυπο δημιουργίας αυτών των πολεμικών σωμάτων ατάκτων. Η βυζαντινή στρατεία, η υποχρέωση δηλαδή για πολεμική υπηρε­σία – που εντοπίζεται στις βυζαντινές, νομικές κυρίως, πηγές –, αποσκοπούσε εξαρχής στη δημιουργία στρατευμένων, πολεμιστών δηλαδή σε εφεδρεία. Οι πολεμιστές αυτοί προέρχονταν πρωτίστως από ντόπιους. Ιδίως όμως στην υστεροβυζαντινή περίοδο, στρατολογούνταν και άλλες εθνοτικές ομάδες που ενδεχομένως ήταν σε θέση να απειλήσουν την εσωτερική τάξη και ασφάλεια, αν δεν ενσωματώνονταν με κάποιο τρόπο στη βυζαντινή στρατιωτική μηχα­νή. Η προβληματική των στρατιωτικών προνοιών συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με τις εν λόγω πραγματικότητες.

Οι σημαντικότερες κινήσεις εγκατάστασης πληθυσμών, που προέρχονταν από τη σημερινή γεωγραφική περιοχή της νότιας Αλβανίας (το παλιό Θέμα Δυρραχίου), στο Δεσποτάτο πρέπει να έγιναν από τον Ιωάννη ΣΤ΄ Καντακουζηνό γύρω στο 1340 και από τον Θεόδωρο Α΄ Παλαιολόγο μεταξύ 1395 και 1396. Τα κριτήρια ήταν τόσο οικονομικά όσο και πολιτικοστρατιωτικά. Ενώ για την πρώτη περίπτωση ο αριθμός των εποίκων δεν είναι γνωστός, στη δεύ­τερη εικάζεται ότι πάνω από 10.000 άνθρωποι με τα κοπάδια τους πέρασαν μέσω Ισθμού στην Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκαν σε ακαλλιέργητες εκτά­σεις του Δεσποτάτου και αποτέλεσαν τους – αρχικά τουλάχιστον – «προθύ­μους και αγαθούς στρατιώτας» του. Αρκετοί όμως εξ αυτών κατέληξαν και σε ιδιωτικές γαίες των δυνατών, αποτελώντας, σε πολλές περιπτώσεις, τους ιδιωτικούς τους στρατούς.

Το πρώτο κύμα των εποικισμών για το βενετικό Ναύπλιο έγινε στα μέσα του 15ου αι. και οι έποικοι προερχόταν από τις περιοχές του Δεσποτάτου. Επρόκειτο για δυσαρεστημένους Αλβανούς μετανάστες που ανήκαν στη φάρα των Μπούα, επειδή στα πράγματα του Δεσποτάτου είχαν προκριθεί οι άσπον­δοι εχθροί τους, οι Μπόχαλη. Ο Μπούας Κούκης ήταν από τους πρώτους που προσφέρθηκαν, το 1423-1425, να έλθει στην υπηρεσία των Βενετών από την Αρκαδία, όντας σε ρήξη με τον Θεόδωρο Παλαιολόγο. Οι άνδρες του, μαζί με τις οικογένειές τους, εγκαταστάθηκαν ανάμεσα στο Άργος και το Ναύπλιο, στους πρόποδες του Προφήτη Ηλία. Καθώς οι εμφύλιοι πόλεμοι για την εξουσία του Δεσποτάτου εντείνονταν, το κύμα των αποσκιρτήσεων προς τις ασφαλέστερες βενετικές κτήσεις της Πελοποννήσου, ενώπιον της τουρκικής μάλιστα απειλής, γινόταν μεγαλύτερο.

Η πλειονότητα εκείνων των ανθρώπων, που περιπλανούνταν στην κεντρι­κή και νοτιοανατολική Πελοπόννησο, εγκαταστάθηκε στο Άργος, περιοχή που είχε αποψιλωθεί πληθυσμιακά μετά από τη μεγάλη τουρκική επίθεση του 1397. Το 1451 η βενετική διοίκηση είχε προσκαλέσει επισήμως όσους επιθυμούσαν να εγκατασταθούν εκεί, με συγκεκριμένα ανταλλάγματα: 40 στρέμματα γης, 4 στρέμματα αμπέλια για κάθε οικογένεια, μαζί με οικοδομικό υλικό για να ξαναφτιαχτούν οι κατεστραμμένες οικίες ή να χτιστούν νέες. Ανάμεσα στους άλλους, στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν και 115 ελληνικές οικογένειες από τον Μοριά.

 

Λεπτομέρεια της εικόνας της Δέησης (1546) που βρίσκεται στον Άγιο Γεώργιο των Ελλήνων στη Βενετία. Απεικονίζεται ο στρατιώτης Ιωάννης Μάνεσης. Τη γνωστή εικόνα της Δέησης, αφιέρωσαν τα αδέλφια stradioti Ιωάννης και Γεώργιος Μάνεσης, οι γιοι του Κομίνη, ελληνοαλβανικής καταγωγής, στον ναό του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων στη Βενετία, ανήμερα της εορτής του προστάτη των στρατιωτών αγίου Γεωργίου (21 Απριλίου 1546). Στο βάθος της αφιερωματικής παράστασης εικονίζεται ένα χαρακτηριστικό τοπίο, το οποίο όμως έχει διαφύγει της προσοχής στη βιβλιογραφία. Πρόκειται ασφαλώς για το Ναύπλιο, όπως θα φαινόταν από την πλευρά της ακτής, εκεί από όπου περνά η σημερινή λεωφόρος Ναυπλίου – Νέας Κίου: διακρίνεται καθαρά το Μπούρτζι και οι τρεις πύργοι της πόλης, πίσω από τη φιγούρα του στρατιώτη στην αριστερή γωνία.

 

Η εικόνα της Δέησης με του αφιερωτές Ιωάννη και Γεώργιο Μάνεση. Πιθανότατα έργο του Κρητικού ζωγράφου Στρελίτζα Μπαθά.

 

Το δεύτερο κύμα εποικισμών προς το Ναύπλιο, στα τέλη του 15ου αι., αφο­ρούσε – εκτός από παλιούς – και σε νέους μετανάστες. Στους παλιούς συγκαταλέγονταν ομάδες Αλβανών που είχαν από δεκαετίες εγκατασταθεί στη Μάνη, στην περιφέρεια της Μεθώνης και της Κορώνης, καθώς και πολυάριθμων Ελλήνων προσφύγων που αναζητούσαν ένα χριστιανικό καταφύγιο μπροστά στην οθωμανική προέλαση. Ο Μανουήλ Μπόχαλης, που ήταν στην πρώτη γραμμή της άμυνας του Δεσποτάτου και συγγένευε με τους Παλαιολόγους, εντάχθηκε με τους άνδρες του στις μισθοφορικές δυνάμεις του Ναυπλίου το 1461.

Στην Αργοναυπλία εγκαθίσταντο όμως και άλλες ομάδες, προερχόμενες από τον δυτικό βορρά, οι οποίες έφταναν μέσω της Αιτωλοακαρνανίας στον Ισθμό. Προς τα τέλη όμως του 15ου αι., η πορεία ολοένα και δυσκόλευε και οι ομάδες απορροφούνταν λιγότερο από τις βενετικές κτήσεις. Έτσι, η κίνηση προς τον νότο σταδιακά ανακόπηκε. Η Βενετία ήταν πολύ επιφυλακτική με αυτή την κατηγορία εποίκων, που δεν είχαν δηλαδή προηγούμενη εμπειρία ελληνικών διοικήσεων. Προτιμούσε φανερά τους εξελληνισμένους Αλβανούς του Δε­σποτάτου, που είχαν αποδεδειγμένα συνεργατικές συμπεριφορές, θεωρώντας ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί περισσότερο. Αυτούς αποκαλούσε συχνά στα έγγραφα albanesi greci, δηλαδή Ελληνοαλβανούς, τοποθετώντας τους δί­πλα στους greci, στους Έλληνες μισθοφόρους της, ντόπιους και μετοίκους…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: H Napoli di Romania των Stradioti (15ος-16ος αι.)

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Η υπηρεσία της δημόσιας σιταποθήκης στο Βενετικό Ναύπλιο (τέλη 17ου αρχές 18ου αι.) – Σπύρος Θ. Τακτικός, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015».  Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Φραντσέσκο Μοροζίνι (Francesco Morosini, 1619- 1694). Χαρακτικό του 18 αιώνα, P. Coronelli.

Την επαύριον της κατάκτησης του Ναυπλίου από τα βενετικά στρατεύματα, οι 68 εκπρόσωποι των κατοίκων της πόλης, με επικεφαλής τον επίσκοπο Σίλβε­στρο, προσέγγισαν τον γενικό καπιτάνο της θάλασσας Francesco Morosini και του ενεχείρισαν υπόμνημα με τα αιτήματά τους (capitoli) για τη σύσταση αστικής κοινότητας. Με απόφαση του Morosini, της 4ης Απριλίου 1687, τα αιτήματα εγκρίθηκαν κι έτσι ιδρύθηκε η κοινότητα της Ρωμανίας (comunità di Romania), ως θεσμικά αναγνωρισμένη πολιτική συσσωμάτωση των κατοίκων και καθορίσθηκαν σε καταστατική πράξη οι κύριοι όροι και οι κανόνες λειτουργίας της.

Η ιδρυτική απόφαση της κοινότητας περιελάμβανε, μεταξύ άλλων, δια­τάξεις που αφορούσαν στη σύσταση των υπηρεσιακών μονάδων της, όπως του Υγειονομείου (ufficio di sanità) και της Σιταποθήκης της πόλης (fontico). Στις διατάξεις αυτές αναφέρεται ότι η κοινότητα έπρεπε να προχωρήσει στην ίδρυση Σιταποθήκης χρησιμοποιώντας μέρος του κεφαλαίου της κοινοτικής περιουσίας προς όφελος των απόρων και ενδεών κατοίκων, για τη διασφάλιση της δημόσιας ηρεμίας και σταθερότητας, ακολουθώντας mutatis mutandis σε κανονιστικό επίπεδο την εμπειρία της Κέρκυρας.

Γενικά, κατά την οργάνωση της Πελοποννήσου οι Βενετοί ακολούθησαν ως πρότυπο, τηρουμένων των αναλογιών, τη διοίκηση της Κρήτης και των ιόνιων νησιών. Αυτό φάνηκε, επίσης, από την οργάνωση των οικονομικών υπηρεσιών (camere fiscali) και από τις προσπάθειες σύνταξης εγχώριας νομοθεσίας (statuto και leggi municipali). Την ίδρυση σιταποθηκών ενέκρινε ο Morosini και στις αστικές κοινότητες Κορώνης, Μεθώνης και Ναβαρίνου, ενώ οι διάδοχοί του ενέκριναν αντίστοιχα αιτήματα στα Καλάβρυτα, τον Μυ­στρά, την Τριπολιτσά και την Καρύταινα.

Για να αναλάβει κάποιος τα καθήκοντα του σιτοφύλακα (fonticaro) του Ναυ­πλίου – σύμφωνα πάντα με την απόφαση του Morosini – όφειλε πρώτα να παρουσιάσει εγγυήσεις χρηστής διαχείρισης (pieggiarie) και να εκλεγεί σε συνεδρίαση της κοινότητας με αυξημένη απαρτία ¾ των μελών της. Όπως και για τις υπόλοιπες υπηρεσίες της κοινότητας, έτσι και για τον πολίτη που θα εκλεγόταν στη θέση του υπαλλήλου της Σιταποθήκης, οριζόταν θητεία ενός έτους, την οποία ακλουθούσε ισάριθμος χρόνος αποχής από το λειτούργημα για τη διενέργεια λογι­στικού ελέγχου (contumacia). Εκτός από τον διορισμό σιτοφύλακα, η απόφαση του Morosini έδινε στην κοινότητα τη δυνατότητα να διορίζει δύο αρτοποιούς (fornari), οι οποίοι θα προμηθεύονταν ως πρώτη ύλη για την παρασκευή άρτου σιτάρι αποκλειστικά από την αποθήκη της κοινότητας στην οποία υπάγονταν.

Το ίδιο έτος η Σύγκλητος της Βενετίας ανέθεσε στο τριμελές όργανο των συνδίκων καταστιχωτών του Βασιλείου του Μορέως την οικονομική και διοικητική αναδιοργάνωση της Πελοποννήσου. Οι τρεις καταστιχωτές, Domenico Gritti, Marino Michiel και Gerolamo Renier, επιφορτίστηκαν με το να καταγράψουν τα εγκαταλελειμμένα από τους Τούρκους ακίνητα της κτήσης και να προτείνουν τα κατάλληλα για δημόσια και κοινωφελή χρήση κτήρια, ώστε να μετατραπούν σε σιταποθήκες, αποθήκες προμηθειών πυρομαχικών και τροφίμων κ.ά. Ο καταστιχωτής Gritti, στην τελική Έκθεσή του προς το Κολλέγιο της Βενετίας (τον Ιανουάριο 1692) πρότεινε αόριστα την ίδρυση σιταποθηκών στην ύπαιθρο, ιδιαίτερα στις πιο γόνιμες περιοχές, όπου οι χωρικοί θα διευκολύνονταν να πωλούν μέρος της παραγωγής τους. Ωστόσο, τόσο ο Gritti όσο και ο έτερος καταστιχωτής Michiel δεν έκαναν καμία μνεία στις Εκθέσεις τους για ίδρυση σιταποθηκών στα αστικά κέντρα.

Τον Μάιο του 1693 ο έκτακτος προνοητής του Μοριά Alessandro Bon, έχοντας κληθεί για να αντιμετωπίσει την κρίση σιτοδείας που επί δύο μήνες έπληττε τη Μεσσηνία, παρατήρησε ότι, ενώ ο Morosini είχε αποφασίσει την ίδρυση Σιταποθήκης στην Κορώνη μια επταετία νωρίτερα – το 1686 –, η από­φασή του αυτή δεν είχε υλοποιηθεί, με αποτέλεσμα την ανεπάρκεια σιτηρών και την εμφάνιση του λιμού. Αφού οι βάσιμες αιτιάσεις περί διασπάθισης των κονδυλίων που είχαν διατεθεί, καταλάγιασαν με την περάτωση της κατασκευής της Σιταποθήκης, εξασφαλίστηκε η ορθή διαχείρισή της, εφόσον τέ­θηκε υπό την κοινή εποπτεία του έκτακτου προνοητή Pietro Duodo και του τοπικού προνοητή Κορώνης Giovanni Michele Pizzamano.

Με αυτή την αφορμή ο Michiel ασχολήθηκε με τον εξορθολογισμό των διατάξεων που αφορούσαν εν γένει στις σιταποθήκες της Πελοποννήσου. Στις 23 Ιανουαρίου 1695 ο γενικός προνοητής εξέδωσε εγκύκλιο διαταγή με την οποία τροποποιούσε και συμπλήρωνε τις ισχύουσες διατάξεις που αφορούσαν στις κοινοτικές σιταποθήκες του Μοριά: καθόριζε τις καθ’ ύλην αρμοδιότητες των σιτοφυλάκων και τις υποχρεώσεις τους για τη διαχείριση των σιτηρών· ανέθετε την εποπτεία και επιστασία των σιταποθηκών σε επιτροπές που αποτελούνταν από τους συνδίκους των κοινοτήτων και τους τοπικούς προνοητές· τέ­λος, ρύθμιζε τη διαδικασία για τη διανομή του σίτου στους ενδιαφερόμενους.

Επειδή οι σιταποθήκες ήταν υπηρεσιακές μονάδες που υπάγονταν στις κατά τόπους αστικές κοινότητες, ο ρόλος των συνδίκων και των κοινοτικών συμβουλίων ήταν καταλυτικός. Ο πρεσβύτερος σύνδικος είχε ex officio αρμοδιότητα επί του ταμείου της Σιταποθήκης και συνεπικουρείτο από τον δεύτερο σε ηλικία σύνδικο. Το Συμβούλιο θα εξέλεγε τους σιτοφύλακες εκ των μελών του. Τόσο όμως οι κοινότητες όσο και οι υπηρεσίες τους εποπτεύονταν από τις βενετικές αρχές, δηλαδή από τους τοπικούς προνοητές των διαμερισμάτων ή των επαρχιών και, σε ανώτερο επίπεδο, από τον γενικό προνοητή του Μοριά.

Ο Michiel συμπλήρωσε τις διατάξεις του Morosini περί εκλογής σιτοφυ­λάκων, τα σχετικά με τον χρόνο της θητείας τους και την απαραίτητη καταβο­λή εγγυήσεων, μείωσε όμως τον αριθμό των δημόσιων αρτοποιών από δύο σε έναν. Ο σιτοφύλακας θα έπρεπε να εκλέγεται αυστηρά για ένα ημερολογιακό έτος, μετά από το οποίο θα απείχε από άλλα λειτουργήματα για ισάριθμο χρόνο. Τέσσερις μήνες προτού λήξει η θητεία του, η κοινότητα θα εξέλεγε τον διάδοχό του. Συνεπώς, με το νέο σύστημα που εισήγαγε ο Michiel, ένας σιτοφύλακας θα συνέπιπτε με τον προκάτοχό του κατά το πρώτο τρίτο της θητείας του, κατά το δεύτερο τρίτο θα υπηρετούσε στη Σιταποθήκη μόνος του και, κατά το τελευταίο τρίτο, θα συνυπηρετούσε με τον διάδοχό του. Το διά­στημα αυτό, κατά το οποίο συνέπιπτε η θητεία δύο σιτοφυλάκων, θα γινόταν ο λογιστικός έλεγχος (δηλαδή το κλείσιμο ταμείου και η εξόφληση των λογα­ριασμών), ώστε να ακολουθήσει έπειτα η διαδικασία παράδοσης-παραλαβής της υπηρεσίας. Το πρόσωπο που θα επέλεγε το Συμβούλιο, δεν μπορούσε να αρνηθεί να αναλάβει τη θέση του σιτοφύλακα, ειδάλλως θα επιβαρυνόταν με πρόστιμο 500 ρεαλίων υπέρ της Σιταποθήκης και με αναστολή της ιδιότη­τας του μέλους του Συμβουλίου για την επόμενη δεκαετία. Ο fonticaro και ο σύνδικος-ταμίας της κοινότητας, εφόσον εμπλέκονταν στη διαχείριση του κεφαλαίου της Σιταποθήκης, υποχρεούνταν να προκαταβάλουν ένα ποσό ως εγγύηση, το οποίο θα οριζόταν από τον προνοητή…

Για την ανάγνωση ολόκληρης της ανακοίνωσης πατήστε διπλό κλικ στον σύνδεσμο: Η υπηρεσία της δημόσιας σιταποθήκης στο Βενετικό Ναύπλιο (τέλη 17ου-αρχές 18ου αι.)

Διαβάστε ακόμη:

Read Full Post »

Το Σύνταγμα του 1844 – Ακρίτας Καϊδατζής


 

Το Σύνταγμα του 1844* αποτελείται από 107 άρθρα κατανεμημένα στα εξής δώδεκα μέρη: «Περί Θρησκείας», «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων», «Περί συντάξεως της πολιτείας», «Περί του Βασιλέως», «Περί διαδοχής και αντιβασιλείας», «Περί της Βουλής και της Γερουσίας», «Περί της Βουλής», «Περί της Γερουσίας», «Περί των Υπουργών», «Περί δικαστικής εξουσίας», «Γενικαί διατάξεις» και «Ειδικαί διατάξεις». Εκτός από το κείμενο του Συντάγματος, η Εθνοσυνέλευση υιοθέτησε επίσης 18 Ψηφίσματα, που ρυθμίζουν διάφορα θέματα και τα οποία έχουν τυπική ισχύ ίδια με αυτή του Συντάγματος. Εξάλλου, στις 18 Μαρτίου 1844, την ίδια ημέρα που δημοσιεύθηκε το Σύνταγμα, η Εθνοσυνέλευση ψήφισε τον, πρωτοποριακό για την εποχή του, εκλογικό νόμο.

Με τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος ξεκινάει για την Ελλάδα η περίοδος της συνταγματικής μοναρχίας. Στο πολίτευμα αυτό ο βασιλιάς εξακολουθεί να κατέχει τις περισσότερες κρατικές εξουσίες, σε αντίθεση όμως με την απόλυτη μοναρχία βασιλεύει εντός των ορίων που θέτει το Σύνταγμα. Βέβαια, ο Όθωνας δεν σεβάστηκε πάντοτε τα όρια αυτά. Ανεξάρτητα από τις παραβιάσεις του Συντάγματος, που και συχνές και σοβαρές υπήρξαν, η περίοδος της απολυταρχίας είχε πάντως παρέλθει ανεπιστρεπτί.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844). Δημοσιεύεται το σύνταγμα που ψήφισε η Εθνοσυνέλευση, που προέκυψε μετά την επανάσταση της Γ΄ Σεπτεμβρίου και με το οποίο καθιερώθηκε η συνταγματική μοναρχία στο ελληνικό κράτος.

 

Η νομική φύση και τα κύρια χαρακτηριστικά του Συντάγματος

 

Όσον αφορά τη νομική φύση του, το Σύνταγμα του 1844 αποτελεί «σύνταγμα–συνάλλαγμα». Έτσι χαρακτηρίζονται τα συντάγματα τα οποία δεν θεσπίζονται από μια κυρίαρχη και αδέσμευτη συντακτική συνέλευση, αλλά αποτελούν προϊόν συμφωνίας του βασιλιά με το έθνος, οι οποίοι έτσι θεωρείται ότι συνάπτουν μεταξύ τους ένα είδος «συμβολαίου».

Φορέας της συντακτικής εξουσίας στην περίπτωση αυτή θεωρείται ο μονάρχης, ο οποίος απλώς δέχεται να αυτοπεριοριστεί και να αυτοδεσμευτεί με Σύνταγμα. Από νομική άποψη, λοιπόν, το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε έργο του βασιλιά, με τον οποίον η Εθνική Συνέλευση απλώς συνέπραξε. Αυτό φαίνεται και από το προοίμιο του Συντάγματος, που αρχίζει με τη φράση: «Όθων, ελέω Θεού Βασιλεύς της Ελλάδος» και διακηρύσσει ότι «συνωμολογήθη μεταξύ Ημών και των πληρεξουσίων του Έθνους».

Βέβαια, από πολιτική άποψη, τον κύριο ρόλο στην παραγωγή του Συντάγματος τον είχε η Εθνοσυνέλευση, η οποία προσδιόρισε αυτοτελώς σημαντικά στοιχεία του πολιτεύματος. Εξάλλου, ο μονάρχης δεν παραχώρησε το Σύνταγμα αυτοβούλως, αλλά αναγκάστηκε να ενδώσει στη θέσπισή του μετά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, οι πολιτικές συνθήκες που οδήγησαν στην κατάρτιση του Συντάγματος δεν αναιρούν τον νομικό χαρακτήρα του ως «συντάγματος–συναλλάγματος». Ο χαρακτήρας αυτός αποτυπώνεται άλλωστε και στο περιεχόμενό του, κυρίως με την καθιέρωση της μοναρχικής αρχής.

Πράγματι, η νομική φύση ενός συντάγματος δεν απορρέει μόνο από τον τρόπο παραγωγής του, αλλά εξίσου και από τα κύρια χαρακτηριστικά του πολιτεύματος που αυτό εγκαθιδρύει.

Τα χαρακτηριστικά του Συντάγματος του 1844 μπορούν να συνοψιστούν στα εξής:

α) Καθιερώνει – κι αυτό αποτελεί ίσως το πιο θεμελιώδες χαρακτηριστικό του – τη μοναρχική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο μονάρχης είναι ο ανώτατος άρχοντας και το κυρίαρχο όργανο του κράτους. Η αρχή αυτή καθορίζει και το χαρακτήρα του πολιτεύματος ως συνταγματικής μοναρχίας.

β) Δεν προβλέπει διαδικασία αναθεώρησης, ανήκει δηλαδή στα λεγόμενα «απολύτως αυστηρά» Συντάγματα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει καμία άλλη δυνατότητα κατάργησης, τροποποίησης ή προσθήκης διατάξεων στο Σύνταγμα, παρεκτός εάν ο μονάρχης παραχωρήσει ένα νέο «σύνταγμα-συνάλλαγμα».

γ) Καθιερώνει την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, αν και σε αρκετά ατελή μορφή. Η νομοθετική εξουσία «ενεργείται συνάμα» από το Βασιλιά, τη Βουλή και τη Γερουσία. Η εκτελεστική εξουσία «ανήκει» στο Βασιλιά, αλλά ενεργείται από τους υπουργούς που αυτός διορίζει. Η δικαστική εξουσία πηγάζει από το βασιλιά, αλλά «ενεργείται» δια των δικαστηρίων.

δ) Θεσπίζει, δίπλα στην αιρετή Βουλή, ένα δεύτερο – μη αιρετό – νομοθετικό σώμα, τη Γερουσία.

ε) Αναγνωρίζει ευρύτατες εξουσίες στο Βασιλιά, ο οποίος, εκτός από την εκτελεστική εξουσία, έχει ουσιώδη συμμετοχή και στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας. Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι υπουργοί ευθύνονται για τις πράξεις του Βασιλιά.

στ) Τέλος, το Σύνταγμα του 1844 ακολουθεί την παράδοση των πρώτων συνταγμάτων της Επανάστασης του 1821 και προστατεύει τις ατομικές ελευθερίες, εμπλουτίζοντας μάλιστα το σχετικό κατάλογο με νέα δικαιώματα, όπως το απόρρητο των επιστολών και το άσυλο της κατοικίας. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να μνημονευθεί και το άρθρο 107 του Συντάγματος, που αφιερώνει την τήρηση του Συντάγματος στον «πατριωτισμό των Ελλήνων».

Συνολικά, και παρά τα φιλελεύθερα στοιχεία του, πρόκειται για ένα σύνταγμα μοναρχικό και συντηρητικό. Ιστορικά πρότυπά του υπήρξαν κυρίως το γαλλικό μοναρχικό σύνταγμα του 1830 και, λιγότερο, το δημοκρατικό βελγικό σύνταγμα του 1831. Σε αρκετά σημεία μάλιστα οι διατάξεις του Συντάγματος του 1844 αποτελούν αντιγραφή των αντίστοιχων διατάξεων των συνταγμάτων αυτών.

 

Οι ρυθμίσεις για τη θρησκεία και τις σχέσεις Κράτους – Εκκλησίας

 

 Στην προμετωπίδα του Συντάγματος του 1844 τέθηκε η επίκληση: «Εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Στο σημείο αυτό, η Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου ακολούθησε το πρότυπο των Συνταγμάτων του Αγώνα. Δημιουργήθηκε έτσι μια παράδοση την οποίαν έμελλε να ακολουθήσουν όλα τα κατοπινά συντάγματα της Ελλάδας, με την εξαίρεση του δημοκρατικού Συντάγματος του 1927. Η αναφορά αυτή έχει βέβαια έναν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα: ισοδυναμεί με επίσημη διαβεβαίωση, εν είδει όρκου, ότι όσα συμφωνήθηκαν και αποφασίσθηκαν στο Σύνταγμα είναι θεμελιώδη για την υπόσταση του έθνους και θα τηρηθούν ως τέτοια.

Επίσης κατά το πρότυπο των συνταγμάτων της Παλιγγενεσίας, προτάχθηκε στο συνταγματικό κείμενο το περί θρησκείας κεφάλαιο, που το συνθέτουν δύο άρθρα. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Συντάγματος, επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η ανατολική ορθόδοξη Εκκλησία, ενώ κάθε άλλη γνωστή θρησκεία είναι ανεκτή και η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα. Ωστόσο, απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά της επικρατούσας θρησκείας. Σύμφωνα με το άρθρο 2, η ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδας είναι δογματικά ενωμένη με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, αλλά διοικητικά αυτοκέφαλη και ανεξάρτητη και διοικείται από Ιερά Σύνοδο Αρχιερέων.

Στις συνταγματικές αυτές διατάξεις αποτυπώνεται η βούληση για αποκατάσταση των σχέσεων κράτους και εκκλησίας, οι οποίες είχαν διαταραχθεί επί αντιβασιλείας, όταν η Εκκλησία της Ελλάδας ανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» και ο βασιλιάς αναγορεύθηκε σε «αρχηγό της Εκκλησίας» (σύμφωνα με το σύστημα του «καισαροπαπισμού»). Το εκκλησιαστικό ζήτημα είχε αποτελέσει μια από τις κύριες πηγές διαμαρτυρίας κατά της αντιβασιλείας. Με το Σύνταγμα του 1844 καθίσταται εφικτή η επανασύνδεση της Εκκλησίας της Ελλάδας με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης, ενώ ο βασιλιάς παύει να αποκαλείται «αρχηγός» της. Προς την κατεύθυνση αυτή, το άρθρο 2 του Συντάγματος περιέχει δύο σημαντικές διευθετήσεις. Πρώτον, η Εκκλησία της Ελλάδας διατηρεί διοικητικά το αυτοκέφαλο, παράλληλα όμως διατηρεί και τη δογματική της εξάρτηση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Δεύτερον, η Εκκλησία της Ελλάδας διοικείται από σύνοδο αρχιερέων, καθιερώνεται δηλαδή ένα σημαντικό στοιχείο ανεξαρτησίας της από το κράτος.

Ωστόσο, οι διευθετήσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο που θέτει η επιδίωξη δημιουργίας μιας «εθνικής» εκκλησίας του ελληνικού κράτους. Αυτό το νόημα έχει και ο πανηγυρικός χαρακτηρισμός, στην πρώτη κιόλας φράση του Συντάγματος, της ορθόδοξης Εκκλησίας ως επικρατούσας θρησκείας. Η («επίσημη») Εκκλησία της Επικρατείας εντάσσεται στους θεσμούς του κράτους και υποτάσσεται έτσι στο Σύνταγμα και την πολιτική εξουσία. Το στοιχείο αυτό επιβεβαιώνεται από ένα τρίτο – και πολύ σημαντικό για τις σχέσεις κράτους και εκκλησίας – άρθρο του Συντάγματος του 1844. Πρόκειται για το άρθρο 105, το οποίο δεν βρίσκεται στο «περί θρησκείας» πρώτο κεφάλαιο του Συντάγματος, αλλά στο τελευταίο κεφάλαιο («Ειδικαί διατάξεις»). Εκεί προβλέπεται η έκδοση ειδικών νόμων, προκειμένου να ρυθμιστούν, μεταξύ άλλων, τα «περί του αριθμού των Επισκόπων του Κράτους, της εξασφαλίσεως των προς συντήρησιν των κληρικών… και περί των ιερών καταστημάτων και των εν αυτοίς λειτουργούντων ή μοναζόντων», όπως επίσης και «περί των εκκλησιαστικών κτημάτων». Με την αναγνώριση της εξουσίας του νομοθέτη να παρεμβαίνει στα διοικητικά ζητήματα της Εκκλησίας θεσμοποιείται η στενή σύνδεση του κράτους με την Εκκλησία. Πάντως, οι ειδικοί αυτοί νόμοι, παρά τη ρητή συνταγματική επιταγή για έκδοσή τους «όσον ένεστι ταχύτερον», εκδόθηκαν με αρκετή καθυστέρηση και κάλυψαν εν μέρει μόνο τα προς ρύθμιση αντικείμενα. Έτσι, μόλις το 1852 δημοσιεύθηκαν οι νόμοι Σ΄ «Περί Επισκοπών και Επισκόπων και περί του υπό τους Επισκόπους τελούντος κλήρου», και ΣΑ΄ «Νόμος Καταστατικός της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας τη Ελλάδος».

Το Σύνταγμα του 1844, όσον αφορά το εκκλησιαστικό ζήτημα, εμπεριέχει έναν θεμελιώδη συμβιβασμό, ο οποίος άλλωστε αποτυπώνεται και στον δυισμό των κανόνων που ρυθμίζουν τα της Εκκλησίας: Ως προς τα δογματικά και πνευματικά ζητήματα, η Εκκλησία της Ελλάδας είναι ενωμένη με τις άλλες ομόδοξες εκκλησίες και ιδίως με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και διέπεται από τους ιερούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Από την άλλη, ως προς τα διοικητικά ζητήματα, θεωρείται Εκκλησία της Επικρατείας, δηλαδή του ελληνικού κράτους, και διέπεται από τους νόμους του. Ο συμβιβασμός αυτός παγιώθηκε με τον «Πατριαρχικό Τόμο» του 1850, με τον οποίον το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδας και αποκαταστάθηκαν οι μεταξύ τους σχέσεις. Η ιδιαίτερη σημασία της διευθέτησης του εκκλησιαστικού στο Σύνταγμα του 1844 έγκειται στο ότι οι σχετικές συνταγματικές διατάξεις σφράγισαν ανεξίτηλα την ελληνική συνταγματική ιστορία και έμελλε να επαναληφθούν, με επουσιώδεις τροποποιήσεις, σε όλα τα Συντάγματα που ακολούθησαν, όπως άλλωστε και στο ισχύον Σύνταγμα του 1975/1986/2001.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας

 

Το πολίτευμα της συνταγματικής μοναρχίας, που καθιερώνει ο Καταστατικός Χάρτης του 1844, αντιδιαστέλλεται τόσο προς την βαυαρική και οθωνική απολυταρχία (1832-1843), που ήταν μια απεριόριστη μοναρχία, όσο και προς τη βασιλευόμενη δημοκρατία, η οποία καθιερώθηκε με το Σύνταγμα του 1864 και διήρκεσε, με μικρά διαλείμματα, μέχρι το 1967.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Η μοναρχική αρχή και ο θεσμικός ρόλος του βασιλιά

 

Το πολίτευμα χαρακτηρίζεται από την ισχύ της μοναρχικής αρχής. Σύμφωνα μ’ αυτήν η κυριαρχία ανήκει στον μονάρχη, που αναγνωρίζεται ως φορέας και πηγή της κρατικής εξουσίας. Ο μονάρχης είναι «ιερός» και «απαραβίαστος», δεν είναι απλώς ο ανώτατος άρχοντας (δηλαδή ο αρχηγός του κράτους), αλλά το κυρίαρχο όργανο του κράτους. Υπέρ του μονάρχη συντρέχει το «τεκμήριο της αρμοδιότητας». Αυτό σημαίνει ότι είναι αρμόδιος για κάθε ζήτημα που δεν ανήκει ρητώς στην αρμοδιότητα άλλου κρατικού οργάνου. Ως το ανώτατο όργανο του κράτους, αποδέχεται εκείνους μόνο τους περιορισμούς της εξουσίας του που είναι ρητά διατυπωμένοι στο Σύνταγμα.

Το Σύνταγμα, άλλωστε, απονέμει ευρύτατες και σημαντικότατες εξουσίες στον βασιλιά, ο οποίος συμμετέχει και στις τρεις λειτουργίες της κρατικής εξουσίας: νομοθετική, εκτελεστική και δικαστική. Καταρχάς, αποτελεί τον κύριο παράγοντα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, του «ανήκει». Ο βασιλιάς διορίζει και παύει χωρίς κανένα περιορισμό τους υπουργούς «του». Επίσης, διορίζει και παύει τους δημοσίους υπαλλήλους, ενώ εκδίδει και τα αναγκαία διατάγματα για την εκτέλεση των νόμων. Εξάλλου, ο βασιλιάς χαρακτηρίζεται ως ο «ανώτατος Άρχων του Κράτους», αποτελεί δηλαδή συμβολικά την κεφαλή του κρατικού μηχανισμού. Είναι αυτός που άρχει των ενόπλων δυνάμεων, κηρύσσει πόλεμο και συνομολογεί διεθνείς συνθήκες.

Παράλληλα, ο βασιλιάς αποτελεί σημαντικό παράγοντα της νομοθετικής λειτουργίας. Έχει, μαζί με τη Βουλή και τη Γερουσία, την αρμοδιότητα της νομοθετικής πρωτοβουλίας, μπορεί δηλαδή να συντάσσει και να υποβάλλει στη Βουλή προτάσεις νόμου προς συζήτηση και ψήφιση. Έχει ακόμη, επίσης μαζί με τη Βουλή και τη Γερουσία, δικαίωμα αναβλητικής αρνησικυρίας, μπορεί δηλαδή να απορρίψει μια πρόταση νόμου, οπότε αυτή δεν μπορεί να υποβληθεί ξανά στην ίδια βουλευτική σύνοδο, αλλά σε κάποια επόμενη. Η βασική νομοθετική αρμοδιότητα του βασιλιά είναι να κυρώνει και να δημοσιεύει τους νόμους μετά την ψήφισή τους από τη Βουλή. Έμμεσα, εξάλλου, ο βασιλιάς συμμετέχει στην άσκηση της νομοθετικής εξουσίας με το να διορίζει χωρίς περιορισμό τα μέλη της Γερουσίας, ενώ διαθέτει και την αρμοδιότητα διάλυσης της Βουλής.

Τέλος, ο βασιλιάς είναι παράγοντας και της δικαστικής εξουσίας. Πέρα από την, συμβολικής κυρίως σημασίας, διακήρυξη ότι η δικαιοσύνη «πηγάζει» απ’ αυτόν και ότι οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται «εν ονόματί του», έχει και ορισμένες ουσιαστικές δικαστικές αρμοδιότητες. Πρόκειται βασικά για την αρμοδιότητα απονομής χάριτος, δηλαδή το προνόμιο να χαρίζει, να μεταβάλλει ή να ελαττώνει ποινές που έχουν επιβληθεί από τα δικαστήρια. Εξάλλου, ο βασιλιάς διορίζει και τους δικαστές.

Παράλληλα με τις παραπάνω τρεις λειτουργίες, έχει και μια τέταρτη λειτουργία, ως ρυθμιστής του πολιτεύματος (ρυθμιστική λειτουργία). Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλιάς εκδίδει τα διατάγματα για το διορισμό και την παύση της κυβέρνησης, για την τακτική ή έκτακτη σύγκληση της Βουλής και της Γερουσίας, καθώς και για τη διάλυση της Βουλής και την προκήρυξη εκλογών.

Βέβαια, οι παραπάνω εξουσίες του βασιλιά είναι πλέον εξουσίες συνταγματικά ρυθμισμένες. Η άσκησή τους οριοθετείται από την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή του «ανεύθυνου» του βασιλιά και της αρχής που απαιτεί την προσυπογραφή των πράξεών του. Ο βασιλιάς, ως πρόσωπο ιερό και απαραβίαστο, θεωρείται ότι δεν φέρει ευθύνη για τις πράξεις του. Την (πολιτική) ευθύνη την αναλαμβάνουν οι υπουργοί «του». Για τον λόγο αυτό, καμία πράξη του βασιλιά δεν ισχύει και δεν εκτελείται, αν δεν προσυπογράφεται από τον αρμόδιο (και υπεύθυνο) υπουργό. Έτσι, δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση να «λογοδοτήσει» ή να δικαστεί ο βασιλιάς για οποιαδήποτε πράξη του. Αντ’ αυτού την ευθύνη φέρουν οι υπουργοί του: η Βουλή μπορεί να τους κατηγορήσει και τότε δικάζονται από τη Γερουσία (που, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί κατ’ εξαίρεση ως «δικαστήριο»). Για τη ρύθμιση της σχετικής διαδικασίας, μάλιστα, το Σύνταγμα προβλέπει την έκδοση ειδικού νόμου «περί ευθύνης των Υπουργών».

Με τις αρχές του ανεύθυνου και της προσυπογραφής συντελείται μια στοιχειώδης μετατόπιση από τις εξουσίες του μονάρχη στις αρμοδιότητες του υπουργικού συμβουλίου. Παράλληλα, με τη θέσπιση ποινικής ευθύνης των υπουργών εισάγεται έμμεσα και εν τοις πράγμασι ένας στοιχειώδης έστω «κοινοβουλευτικός έλεγχος» της κυβέρνησης. Οι θεσμοί αυτοί επέτρεψαν στη Βουλή να διεκδικήσει έναν ουσιαστικότερο πολιτικό ρόλο και δημιούργησαν ένα πρώιμο κοινοβουλευτικό «κλίμα». Βέβαια, η απόσταση από ένα πραγματικό κοινοβουλευτικό σύστημα (όπου η κυβέρνηση και οι υπουργοί εξαρτώνται από την εμπιστοσύνη της Βουλής) είναι ακόμη μεγάλη, όσο οι προσυπογράφοντες και υπεύθυνοι υπουργοί παραμένουν πρόσωπα της απόλυτης επιλογής του βασιλιά.

 

Τα δύο σώματα του κοινοβουλίου: Βουλή και Γερουσία

 

Στην Ελλάδα κοινοβούλιο συγκροτείται ουσιαστικά για πρώτη φορά το 1844, παρόλο που «Βουλευτικόν», δηλαδή ένα συλλογικό αντιπροσωπευτικό σώμα που «βούλεται» και «νομοθετεί», προβλεπόταν ήδη από το Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822. Το Σύνταγμα του 1844 θεσπίζει σύστημα δύο νομοθετικών σωμάτων, Βουλή και Γερουσία. Τέτοιο σύστημα είχε για πρώτη φορά προβλεφθεί, χωρίς βέβαια να εφαρμοστεί, στο λεγόμενο «ηγεμονικό» Σύνταγμα του 1832.

Η Βουλή είναι αιρετό σώμα. Τα μέλη της, που δεν μπορούν να είναι λιγότερα από 80, εκλέγονται για τρία χρόνια από τους πολίτες που έχουν το δικαίωμα του εκλέγειν σύμφωνα με τον εκλογικό νόμο. Η εκλογή της Βουλής αποτελεί την πιο σημαντική μορφή συμμετοχής του λαού στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και, για τον λόγο αυτό, κορυφαίο δημοκρατικό στοιχείο του Συντάγματος. Το Σύνταγμα μάλιστα προβλέπει, σε μια διάταξη που επαναλαμβάνεται μέχρι σήμερα, ότι «οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος» και όχι μόνο την επαρχία στην οποίαν εκλέγονται. Για να εκλεγεί κάποιος βουλευτής πρέπει να είναι έλληνας πολίτης εγκατεστημένος στην Ελλάδα και να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ηλικίας του. Οι ιδιότητες του βουλευτή και του γερουσιαστή είναι μεταξύ τους ασυμβίβαστες. Ασυμβίβαστη με τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης η οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία στο δημόσιο. Αν κάποιος διοριστεί σε τέτοια θέση, χάνει τη βουλευτική του ιδιότητα.

Η Γερουσία, ως δεύτερο νομοθετικό σώμα, δεν είναι αιρετή και τα μέλη της, που δεν μπορούν να είναι λιγότερα από 27, διορίζονται από τον βασιλιά και είναι ισόβια. Ο βασιλιάς μπορεί μάλιστα να αυξήσει τον αριθμό των γερουσιαστών, εάν κρίνει ότι συντρέχει ανάγκη, μέχρι το 1/2 του όλου αριθμού των βουλευτών. Η Γερουσία αποτελεί ένα αριστοκρατικό στοιχείο του πολιτεύματος και, λόγω της απόλυτης εξάρτησής της από τον μονάρχη, λειτουργεί ως αντίβαρο στο ρόλο της λαϊκής αντιπροσωπίας, αποδυναμώνοντας τον δημοκρατικό χαρακτήρα της τελευταίας. Εξάλλου, καλύπτει το κενό που άφησε η κατάργηση των δυο συμβουλευτικών του βασιλιά θεσμών της απόλυτης μοναρχίας, δηλαδή του ανακτοβουλίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας. Για να διοριστεί κάποιος γερουσιαστής πρέπει να είναι έλληνας πολίτης εγκατεστημένος στην Ελλάδα, να έχει συμπληρώσει το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και να έχει προηγουμένως ασκήσει κάποιο από τα πολιτικά, δικαστικά ή στρατιωτικά αξιώματα που απαριθμούνται αναλυτικά στο Σύνταγμα. Χαρακτηριστικό της εξάρτησης της Γερουσίας είναι και το ότι ο πρόεδρος του σώματος διορίζεται από τον βασιλιά (σε αντίθεση με τον πρόεδρο της Βουλής που εκλέγεται από το ίδιο το σώμα).

Από την άλλη, το Σύνταγμα προβλέπει δυο σημαντικές εγγυήσεις υπέρ της ανεξαρτησίας των βουλευτών και γερουσιαστών και υπέρ της «αυτονομίας» των κοινοβουλευτικών σωμάτων.

Συγκεκριμένα, οι βουλευτές και γερουσιαστές δεν καταδιώκονται ούτε με οποιονδήποτε τρόπο εξετάζονται για γνώμη ή ψήφο που έδωσαν κατά την άσκηση των βουλευτικών τους καθηκόντων· εξάλλου, όσο διαρκεί η βουλευτική σύνοδος (και με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων), δεν διώκονται ούτε συλλαμβάνονται ούτε φυλακίζονται χωρίς άδεια του σώματος στο οποίο ανήκουν. Επίσης, η Βουλή και η Γερουσία ορίζουν οι ίδιες τον τρόπο λειτουργίας τους με κανονισμούς που ψηφίζουν. Η σημασία των εγγυήσεων αυτών καταδεικνύεται από το γεγονός ότι επαναλαμβάνονται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα.

Η Βουλή και η Γερουσία αποτελούν παράγοντες της νομοθετικής εξουσίας, την οποίαν ασκούν από κοινού με τον βασιλιά. Οι αρμοδιότητές τους είναι βασικά νομοθετικές και συνίστανται στην υποβολή προτάσεων νόμου, τη συζήτηση και την ψήφισή τους. Επίσης, κάθε έτος ψηφίζουν τον προϋπολογισμό του κράτους και αποφασίζουν για τον απολογισμό. Περαιτέρω, η Βουλή και η Γερουσία έχουν κάποιες περιορισμένες αρμοδιότητες κοινοβουλευτικού ελέγχου. Μπορούν να απαιτήσουν την εμφάνιση των υπουργών στις συνεδριάσεις τους και να ζητήσουν απ’ τους υπουργούς διασαφήσεις σε σχέση με υποβληθείσες αναφορές. Η πιο σημαντική, βέβαια, αρμοδιότητα του κοινοβουλίου, όσον αφορά τις σχέσεις της με την εκτελεστική εξουσία, είναι ότι μπορεί να κατηγορήσει (η Βουλή) και να δικάσει (η Γερουσία) τους υπουργούς, ενεργοποιώντας την ποινική ευθύνη τους για εγκλήματα εσχάτης προδοσίας, κατάχρησης δημόσιας περιουσίας και γενικά για κάθε παραβίαση του Συντάγματος. Το κοινοβούλιο λειτουργεί έτσι ως «ποινικό δικαστήριο» για τους υπουργούς. Δικαστικός είναι και ο χαρακτήρας της αποκλειστικής αρμοδιότητας της Βουλής να κρίνει τις διαφορές σχετικά με την εκλογή των βουλευτών, οπότε λειτουργεί ως «εκλογοδικείο».

Κατά τα λοιπά, το κοινοβούλιο είναι αποστερημένο από τις βασικές αρμοδιότητες που ένα τέτοιο όργανο έχει σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα. Συγκεκριμένα, ο διορισμός των κυβερνήσεων δεν εξαρτάται από την εμπιστοσύνη του κοινοβουλίου, το οποίο δεν μπορεί επίσης να προκαλέσει την παραίτηση υπουργών ή κυβερνήσεων αποσύροντας την προς αυτούς εμπιστοσύνη του. Έτσι, παρά τη συγκρότηση και λειτουργία Κοινοβουλίου (Βουλή–Γερουσία), κοινοβουλευτικό σύστημα δεν λειτουργεί στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας και ούτε θα μπορούσε, άλλωστε, διότι μια τέτοια εκδοχή πολιτεύματος την αποκλείει το Σύνταγμα. Η συνταγματική διαρρύθμιση των πολιτειακών θεσμών και η διευθέτηση των σχέσεων μεταξύ των οργάνων του κράτους είναι τέτοια που, ενόψει και του δεδομένου συσχετισμού δυνάμεων, καθιστά θεσμικά και πολιτικά αδύνατο το συγκερασμό της συνταγματικής μοναρχίας με το κοινοβουλευτικό σύστημα. Για την εισαγωγή του τελευταίου θα πρέπει να περιμένουμε το Σύνταγμα του 1864 και την αντικατάσταση της μοναρχικής από τη δημοκρατική αρχή, η οποία καθιστά δυνατή την κοινοβουλευτική εκδοχή του πολιτεύματος – που όντως εισάγεται το 1875.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Δυνατότητα εισαγωγής κοινοβουλευτικού συστήματος υπό το Σύνταγμα του 1844

 

Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του Συντάγματος του 1844 φαίνεται να αποκλείεται η λειτουργία κοινοβουλευτικού συστήματος στο πλαίσιο του πολιτεύματος της συνταγματικής μοναρχίας.

Αντίθετη άποψη έχει διατυπώσει ο Ηλίας Κυριακόπουλος στο έργο του Ο κοινοβουλευτισμός εν Ελλάδι ως πολιτικός και νομικός κανών (1929). Υποστήριξε εκεί (σ. 46 επ.) ότι η μη ανάπτυξη του κοινοβουλευτικού συστήματος στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας δεν οφειλόταν σε πλημμέλειες των συνταγματικών διατάξεων ούτε στην έλλειψη κανόνων που διευκόλυναν την καθιέρωση σταθερών κοινοβουλευτικών αρχών, αλλά στη μη εφαρμογή του Συντάγματος από τον Όθωνα και στις εσκεμμένες παραβιάσεις του.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Οι υπουργοί του στέμματος

 

Υπό τις παραπάνω συνθήκες (υπερεξουσίες του μονάρχη και ατροφική λειτουργία του κοινοβουλίου), δεν είναι παράδοξο ότι ο θεσμικός ρόλος της κυβέρνησης παραμένει υποβαθμισμένος. Καθώς η εκτελεστική λειτουργία συγκεντρώνεται στα χέρια του μονάρχη, η κυβέρνηση αδυνατεί να λειτουργήσει ως αυτοτελής παράγοντάς της. Εξάλλου, όσο πιο ασθενής είναι ο έλεγχος της κυβέρνησης από το κοινοβούλιο, τόσο ισχυρότερη είναι η εξάρτησή της από το μονάρχη. Κατ’ ακριβολογία μάλιστα, «κυβέρνηση» ως συλλογικό άμεσο όργανο του κράτους δεν υφίσταται: ο όρος δεν απαντάται πουθενά στο Σύνταγμα. Συνταγματικά όργανα είναι μόνον οι υπουργοί, δια των οποίων ο βασιλιάς ασκεί την εκτελεστική εξουσία. Το «Υπουργείον» (υπουργικό συμβούλιο) είναι απλώς το συλλογικό σώμα των υπουργών, ο δε «Πρόεδρος του Υπουργείου» (οι όροι αναφέρονται στο άρθρο 24 του Συντάγματος) καταχρηστικά μόνο μπορεί να χαρακτηριστεί ως πρωθυπουργός.

Πράγματι, οι «πρωθυπουργοί» της συνταγματικής μοναρχίας δεν έχουν θεσμική εξουσία εντός της κυβέρνησης και βέβαια δεν επιλέγουν τους υπουργούς της. Ο μονάρχης είναι αυτός που επιλέγει εξίσου τόσο τον πρωθυπουργό όσο και τους υπουργούς, κατά την απόλυτη και ανέλεγκτη κρίση του. Είναι ενδεικτικό ότι το Σύνταγμα προβλέπει ότι στην περίπτωση παύσης ολόκληρου του υπουργικού συμβουλίου από τον βασιλιά, προκειμένου να μην αρθεί ο κανόνας της προσυπογραφής, το σχετικό διάταγμα αρκεί να το προσυπογράφει ένας οποιοσδήποτε από τους παυθέντες υπουργούς. Αν πάλι αυτοί αρνηθούν να προσυπογράψουν το διάταγμα της παύσης τους, τότε αυτό υπογράφεται από τον πρόεδρο του νέου υπουργικού συμβουλίου που θα διορίσει ο βασιλιάς.

 

Η κατάργηση του Συμβουλίου της Επικρατείας

 

Σύμφωνα με το άρθρο 102 του Συντάγματος, το Συμβούλιο της Επικρατείας διαλύεται αυτοδικαίως με τη συγκρότηση της πρώτης βουλευτικής συνόδου και πάντως το αργότερο μέσα σε τρεις μήνες από την ορκωμοσία του βασιλιά.

Το Συμβούλιο της Επικρατείας είχε ιδρυθεί από την αντιβασιλεία και λειτουργούσε από το 1835 (σύμφωνα με το «Οργανικόν Διάταγμα περί συστάσεως Συμβουλίου της Επικρατείας» της 18 Σεπτεμβρίου 1835 και το «Διάταγμα περί της καθιδρύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας» της 12 Οκτωβρίου 1835). Όπως προέβλεπε και το Διάταγμα της 6 Απριλίου 1833 «περί της διαιρέσεως του Βασιλείου και της διοικήσεώς του», το όργανο αυτό συστάθηκε «προς συζήτησιν των σπουδαιοτέρων του Κράτους υποθέσεων και λύσιν διοικητικών αμφισβητήσεων», είχε δηλαδή διττή λειτουργία, αφενός ως συμβουλευτικό όργανο της διοίκησης – συγκεκριμένα ως σύμβουλος του Στέμματος – και αφετέρου ως δικαστήριο. Αν και κατά βάση υπήρξε συντηρητικό, το Συμβούλιο της Επικρατείας επέδειξε έναν αξιoσημείωτα θετικό ρόλο μεσολαβητή μεταξύ λαού και βασιλιά κατά την εξέγερση της 3ης Σεπτεμβρίου. Ωστόσο, στη συνείδηση του λαού φαίνεται πως είχε συνδεθεί αμετάκλητα με τη βαυαρική και την οθωνική απολυταρχία, γι’ αυτό και η Εθνική Συνέλευση αποφάσισε την κατάργησή του.

Η διάλυση του Συμβουλίου της Επικρατείας συντελέστηκε, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 102 του Συντάγματος, με διάταγμα που εκδόθηκε στις 18 Ιουνίου 1844, την τελευταία μέρα της προβλεπόμενης στο άρθρο αυτό τρίμηνης προθεσμίας.

 

ΔΙΑΤΑΓΜΑ

Περί διαλύσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας

ΟΘΩΝ

ΕΛΕΩ ΘΕΟΥ

ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Λαβόντες υπ’ όψιν το άρθρον 102 του Συντάγματος κηρύττομεν από την σήμερον διαλελυμένον το Συμβούλιον της Επικρατείας. Κατά την περίστασιν δε ταύτην ευδοκούμεν να εκφράσωμεν εις το Σώμα τούτο την Ημετέραν ευαρέσκειαν δια την μετά ζήλου πολυετή υπηρεσίαν του.

Ο Ημέτερος επί του Β. Οίκου Υπουργός θέλει εκτελέσει και δημοσιεύσει το παρόν Διάταγμα.

Εν Αθήναις, την 18 Ιουνίου 1844

ΟΘΩΝ

Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ

 

Η θέση του λαού στο πολίτευμα: διείσδυση φιλελεύθερων και δημοκρατικών στοιχείων

 

Ο συντηρητικός και μοναρχικός χαρακτήρας του πολιτεύματος και η ατροφία του κοινοβουλευτισμού θέτουν, όπως είναι εύλογο, τον λαό στο περιθώριο του συστήματος διακυβέρνησης. Σε αντίθεση, ωστόσο, με την περίοδο της απολυταρχίας, τα φιλελεύθερα και δημοκρατικά στοιχεία που εισάγονται με το Σύνταγμα του 1844 καθιστούν δυνατή τη συμμετοχή του λαού στην άσκηση της κρατικής εξουσίας και τον έλεγχό της. Όπως επισημαίνει ο Αριστόβουλος Μάνεσης: «Το Σύνταγμα του 1844 έδινε μια θέση στο λαό εντός του κρατικού οργανισμού δια της αναγνωρίσεως εις αυτόν πολιτικών και ατομικών δικαιωμάτων, καθώς στο κείμενό του δεν κατάφερε να αποφύγει την διείσδυση των φιλελεύθερων και δημοκρατικών αρχών». Έτσι, η κατοχύρωση ατομικών ελευθεριών επιτρέπει τη συμμετοχή των πολιτών στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου. Παράλληλα, η επέκταση του εκλογικού δικαιώματος στο σύνολο σχεδόν του ανδρικού πληθυσμού συμβάλλει σταδιακά στην πολιτική χειραφέτηση του λαού. Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα, διακηρύσσοντας ότι η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, αναγνωρίζει ότι τελικά ο λαός, αν και δεν είναι φορέας της κρατικής εξουσίας, μπορεί να προσδιορίσει την άσκησή της στο πλαίσιο του ισχύοντος Καταστατικού Χάρτη.

 

Φιλελεύθερα στοιχεία του πολιτεύματος: η κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών

 

Αν και γενικά συντηρητικό, κρίνοντας από τη σκοπιά των ατομικών ελευθεριών, το Σύνταγμα του 1844 έχει έναν σαφέστατα φιλελεύθερο προσανατολισμό. Θα ήταν, άλλωστε, πολύ δύσκολο για την Α΄ Εθνική Συνέλευση να αποστεί από τη σημαντική φιλελεύθερη παράδοση των Συνταγμάτων του Αγώνα. Έτσι, οι περί ατομικών ελευθεριών διατάξεις του Συντάγματος του 1844 επαναλαμβάνουν κατά βάση τα αντίστοιχα άρθρα εκείνων των Συνταγμάτων –βασικά δηλαδή του Συντάγματος της Τροιζήνας του 1827, που έχει χαρακτηρισθεί από τον Αλ. Σβώλο ως «το τελειότερον και ωραιότερον εκ των Συνταγμάτων της Επαναστάσεως».

Περαιτέρω, στο νέο Σύνταγμα υπάρχουν και μερικές ενδιαφέρουσες καινοτομίες.

Το Σύνταγμα κατοχυρώνει τις ατομικές ελευθερίες στο δεύτερο κεφάλαιό του (άρθρα 3-14), που επιγράφεται «Περί του δημοσίου δικαίου των Ελλήνων». Σε άλλες διατάξεις, εκτός του κεφαλαίου αυτού, κατοχυρώνονται η θρησκευτική ελευθερία και η ελευθερία της λατρείας (στο άρθρο 1), καθώς επίσης και ορισμένα διαδικαστικού χαρακτήρα δικαιώματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης (στο κεφάλαιο περί δικαστικής εξουσίας).

 

Ο «κλασικός» κατάλογος των ελευθεριών και ο εμπλουτισμός του

 

Είναι σημαντικό ότι ο «κλασικός κατάλογος», όπως είχε διαμορφωθεί στο Σύνταγμα της Τροιζήνας, εμπλουτίζεται στο νέο Σύνταγμα με νέα δικαιώματα. Έτσι, για πρώτη φορά ορίζεται ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απαραβίαστο», ενώ επίσης ρητά κατοχυρώνεται και το άσυλο της κατοικίας (το οποίο πάντως προβλεπόταν και στο μηδέποτε ισχύσαν ηγεμονικό Σύνταγμα του 1832). Πρόκειται για δυο σημαντικές εγγυήσεις κατά της αυθαιρεσίας των μηχανισμών του νεότευκτου κράτους. Η σημασία τους επιβεβαιώθηκε, αν και με αρνητικό τρόπο, κατά την εφαρμογή του Συντάγματος: οι παραβιάσεις του απορρήτου των επιστολών στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας ήταν τόσο σοβαρές, που η Β΄ Εθνοσυνέλευση αναγκάστηκε να διακηρύξει στο Σύνταγμα του 1864 ότι «το απόρρητο των επιστολών είναι απολύτως απαραβίαστο».

Καινούργιες είναι επίσης οι διατάξεις που κατοχυρώνουν την αρχή του «φυσικού δικαστή» και την εγγύηση του «ορκωτού συστήματος». Σύμφωνα με την αρχή του φυσικού δικαστή, ο καθένας έχει δικαίωμα να δικαστεί από τον δικαστή που προβλέπει γενικά και εκ των προτέρων ο νόμος. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να συσταθούν έκτακτα δικαστήρια, για να δικάσουν συγκεκριμένα πρόσωπα ή συγκεκριμένες πράξεις. Εξάλλου, η κατοχύρωση του ορκωτού συστήματος αποτελεί όχι μόνον εγγύηση ατομικής ελευθερίας, αλλά και πολιτικό δικαίωμα. Το ορκωτό σύστημα αποτελεί μέσο συμμετοχής των πολιτών (ενόρκων) στην άσκηση της δικαστικής εξουσίας και, ως εκ τούτου, εγγύηση δημοκρατικής νομιμοποίησής της. Για το λόγο αυτόν, προβλέφθηκε ότι τα πολιτικά εγκλήματα, καθώς και τα εγκλήματα που τελούνται δια του τύπου δικάζονται από ορκωτά δικαστήρια.

Περαιτέρω, στα θετικά του Συντάγματος συγκαταλέγονται και οι διατάξεις του που ενισχύουν την προστασία των ατομικών ελευθεριών σε σχέση με την κατοχύρωσή τους στα Συντάγματα του Αγώνα. Η προσωπική ελευθερία, για παράδειγμα, κατοχυρώνεται πληρέστερα. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται ότι όχι μόνον η φυλάκιση, αλλά και κάθε άλλος περιορισμός της ελευθερίας κίνησης επιτρέπονται μόνο στις περιπτώσεις που ορίζει ο νόμος. Εξάλλου, όπως σαφώς προκύπτει από τις εργασίες της Συνέλευσης, η διάταξη αυτή έχει την έννοια ότι απαγορεύονται η εξορία και η εκτόπιση. Προβλέφθηκε ακόμη ότι, με την εξαίρεση των αυτόφωρων εγκλημάτων, κανείς δεν συλλαμβάνεται ούτε φυλακίζεται, εάν δεν του κοινοποιηθεί αιτιολογημένο δικαστικό ένταλμα.

Ιδιαίτερη σημασία στο Σύνταγμα του 1844 έχει το άρθρο για την ελευθερία της έκφρασης και ιδίως οι διατάξεις για την ελευθερία του τύπου. Σύμφωνα με την αντίληψη που επικρατούσε μεταξύ των μελών της Συνέλευσης, πρωταρχική λειτουργία του τύπου είναι να ελέγχει την άσκηση της κρατικής εξουσίας και να θέτει φραγμούς στην ανάπτυξη απολυταρχικών τάσεων. Ως εκ τούτου, επίκεντρο των συζητήσεων ήταν η προστασία του τύπου απέναντι σε κρατικές επεμβάσεις. Το ενδεχόμενο ότι ο τύπος μπορεί να λειτουργεί και ο ίδιος ως εξουσία ήταν τόσο απομακρυσμένο την εποχή εκείνη, ώστε το ζήτημα της προστασίας των πολιτών απέναντι στον ίδιο τον τύπο να μην απασχολεί τον συντακτικό νομοθέτη. Για τον λόγο αυτόν, οι διατάξεις που τέθηκαν στο Σύνταγμα διαπνέονται από πνεύμα φιλελεύθερο και ενισχύουν την προστασία του τύπου σε σχέση με τα Συντάγματα του Αγώνα. Ορίζεται έτσι, καταρχάς, ότι ο καθένας μπορεί να διαδίδει τους στοχασμούς του δια του τύπου ή με άλλον τρόπο, χωρίς να υπόκειται σε άλλους όρους, παρά μόνο στους νόμους του κράτους. Περαιτέρω, τίθενται δυο ειδικές εγγυήσεις υπέρ του τύπου. Πρώτον, η λογοκρισία απαγορεύεται ρητά και απερίφραστα. Δεύτερον, στους φορείς του τύπου (συντάκτες, εκδότες και τυπογράφους εφημερίδων) απαγορεύεται να επιβάλλεται χρηματική προκαταβολή λόγω εγγύησης, κάτι που, μέσα στη γενική πενία της εποχής, θα μπορούσε να λειτουργήσει εν τοις πράγμασι ως ισχυρότατος περιορισμός της ελευθεροτυπίας. Ως περιορισμός του τύπου τίθεται πάντως η απαίτηση, οι εκδότες εφημερίδων να είναι έλληνες πολίτες.

Πολύ σημαντική επίσης είναι, όπως φαίνεται και από το γεγονός ότι ο κατάλογος των ελευθεριών ξεκινάει μ’ αυτή, και η διακήρυξη της γενικής αρχής της ισότητας: «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του Νόμου». Η διάταξη αυτή είναι τόσο θεμελιώδης, που θεωρήθηκε περίπου ως αυτονόητη και έγινε δεκτή με χαρακτηριστική ευκολία από την Συνέλευση. Η γενική αρχή συνοδεύεται από την κατοχύρωση δύο ειδικότερων εκφάνσεών της, την ισότητα στα δημόσια βάρη και την ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις. Ισότητα στα δημόσια βάρη (δηλαδή φορολογική ισότητα) σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες αδιακρίτως συνεισφέρουν με παροχές προς το κράτος, ο καθένας ανάλογα με την περιουσία του. Από την άλλη, ισότητα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις (δημόσια επαγγέλματα) σημαίνει ότι όλοι οι Έλληνες πολίτες – και μόνον αυτοί – μπορούν, ανάλογα με την αξία τους, να διοριστούν ως δημόσιοι υπάλληλοι ή να καταλάβουν άλλες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό. Η σχετική διάταξη υπήρξε αντικείμενο ζωηρής αντιπαράθεσης στη Συνέλευση, καθότι συνδέεται με το ακανθώδες ζήτημα του προσδιορισμού της ιδιότητας του έλληνα πολίτη. Από την άποψη αυτή, άλλωστε, το δικαίωμα πρόσβασης στις δημόσιες θέσεις αποτελεί όχι μόνον έκφανση της αρχής της ισότητας, αλλά και πολιτικό δικαίωμα, δηλαδή δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της κρατικής εξουσίας.

Ενδιαφέρον έχει, εξάλλου, η ρύθμιση του δικαιώματος της ιδιοκτησίας στο Σύνταγμα του 1844. Σύμφωνα με τη σχετική διάταξη, κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του παρά μόνο για δημόσια ανάγκη που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί αποζημίωση. Με επουσιώδεις τροποποιήσεις, η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται έκτοτε σε όλα τα ελληνικά Συντάγματα. Πέρα από τον εγγυητικό για την ατομική ιδιοκτησία χαρακτήρα της, η διάταξη είναι σημαντική και για έναν ακόμη λόγο: ότι ρυθμίζει συνταγματικά και άρα παγιώνει το θεσμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης.

Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο άρθρο του Συντάγματος που αναφέρεται στην εκπαίδευση. Στις διατάξεις του κατοχυρώνεται καταρχάς το δικαίωμα του καθενός να ιδρύει εκπαιδευτικά καταστήματα, δηλαδή ένα κλασικό ατομικό δικαίωμα. Παράλληλα, όμως, ορίζεται ότι η ανώτερη εκπαίδευση παρέχεται με δαπάνες του κράτους, ενώ το κράτος συνδράμει τους δήμους για την παροχή της δημοτικής εκπαίδευσης. Τη ρύθμιση αυτή μπορούμε να την αντιληφθούμε και ως ένα πρόδρομο κοινωνικό δικαίωμα.

Πράγματι, το Σύνταγμα επιβάλλει μιαν υποχρέωση στο κράτος, τη χρηματοδότηση της ανώτερης και (από κοινού με τους δήμους) της δημοτικής εκπαίδευσης, προκειμένου να διασφαλιστεί η παροχή παιδείας προς τους πολίτες. Σε εγχειρίδιο συνταγματικού δικαίου της εποχής, ο Νικόλαος Παππαδούκας σχολίαζε μάλιστα, προσφυώς, ότι «καθώς οι πολίται, αντί των φόρων και λοιπών αυτών υποχρεώσεων, δικαιούνται να έχωσι πρόχειρον τον εφημέριον και τον ειρηνοδίκην, ούτω δικαιούνται να έχωσι και τον δημοδιδάσκαλον». Παρόλο που οι σχετικές συζητήσεις στην Συνέλευση επικεντρώθηκαν κυρίως στο βαθμό της αυτονομίας των δήμων και, αντίστοιχα, της παρέμβασης του κράτους στη δημοτική εκπαίδευση, υπήρχε πάντως συνείδηση της σημασίας της εκπαίδευσης ως δημόσιου αγαθού. Όπως θα επισημάνει κατά τις συζητήσεις και ο πληρεξούσιος Ι. Περίδης, «η εκπαίδευσις είναι μέγα έργον, και καθ’ ό τοιούτον, πρέπει να απόκηται εις την πολιτείαν».

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το Σύνταγμα του 1844 επαναλαμβάνει τη διάταξη για την απαγόρευση της δουλείας, μια από τις πιο φιλελεύθερες και προοδευτικές διατάξεις που είχαν εισαχθεί από τα Συντάγματα του Αγώνα. Το σχετικό άρθρο όχι μόνο διακηρύσσει ότι στην Ελλάδα ούτε πωλείται ούτε αγοράζεται άνθρωπος, αλλά ορίζει επιπλέον ότι κάποιος που ήταν δούλος στη χώρα του καθίσταται ελεύθερος μόλις πατήσει σε ελληνικό έδαφος. Τέλος, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση έγιναν δεκτές από τη Συνέλευση οι διατάξεις του Συντάγματος που προβλέπουν την αρχή της νομιμότητας των ποινών (δηλαδή, για να επιβληθεί ποινή, πρέπει αυτή να έχει προηγουμένως οριστεί σε νόμο), το δικαίωμα του καθενός να υποβάλλει εγγράφως αναφορές στις αρχές, καθώς επίσης την απαγόρευση των βασανιστηρίων και της γενικής δήμευσης.

 

Εφημερίς της Κυβερνήσεως του Βασιλείου της Ελλάδος, αρ. 5 (Αθήνα, 18 Μαρτίου 1844).

 

Η ελλειμματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας και η μη κατοχύρωση δικαιωμάτων συλλογικής δράσης

 

Στα αρνητικά του Συντάγματος του 1844 πρέπει πάντως να καταλογίσουμε την ελλειμματική προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, η οποία βρίσκεται σε σχέση έντασης με την αναγνώριση της ορθόδοξης Εκκλησίας ως «επικρατούσας» θρησκείας. Στο άρθρο 1 ορίζεται, βέβαια, ότι κάθε άλλη – πέρα από την επικρατούσα – γνωστή θρησκεία «είναι ανεκτή», ενώ η λατρεία της τελείται ανεμπόδιστα και υπό την προστασία των νόμων. Ωστόσο, η απλή ανοχή των διαφορετικών θρησκειών με παράλληλη αναγνώριση μιας επίσης θρησκευτικής ιδεολογίας συνιστά απλώς ανεξιθρησκεία και όχι πραγματική θρησκευτική ελευθερία. Η τελευταία προϋποθέτει, αφενός, τη θρησκευτική ουδετερότητα του κράτους και, αφετέρου, τη διασφάλιση της θρησκευτικής ισότητας. Το Σύνταγμα του 1844, όμως, επιφυλάσσει σαφέστατα προνομιακή θέση στην επικρατούσα θρησκεία, καθώς μάλιστα ορίζει ότι απαγορεύεται ο προσηλυτισμός και κάθε άλλη επέμβαση κατά αυτής. Ο Ποινικός Νόμος προέβλεπε αυστηρή τιμωρία (φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους) για τον προσηλυτισμό. Η ανεπάρκεια των συνταγματικών εγγυήσεων για την άσκηση της θρησκευτικής ελευθερίας φάνηκε σε αρκετές περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστική τη δίωξη και καταδίκη του Θεόφιλου Καΐρη για τις λεγόμενες «κακοδοξίες» του.

Εξάλλου, μία σημαντική παράλειψη του Συντάγματος του 1844 εντοπίζεται στο ότι δεν κατοχυρώνει δύο βασικά δικαιώματα συλλογικής δράσης: την ελευθερία της συνάθροισης ή, αλλιώς, «ελευθερία του συνέρχεσθαι», δηλαδή το δικαίωμα διοργάνωσης και συμμετοχής σε συγκεντρώσεις, διαδηλώσεις κλπ., και ιδίως την ελευθερία της συνένωσης ή «ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι», δηλαδή το δικαίωμα σύστασης ενώσεων και σωματείων. Κοινό χαρακτηριστικό των δυο αυτών δικαιωμάτων είναι μπορούν να ασκηθούν μόνον από περισσότερους μαζί. Τα δικαιώματα αυτά έχουν μιαν ιδιαίτερη πολιτική σημασία, αφού η συμμετοχή στην πολιτική ζωή προϋποθέτει εν πολλοίς την άσκησή τους: αρκεί να σκεφτεί κανείς ότι και τα ίδια τα κόμματα δεν είναι παρά πολιτικές ενώσεις. Η παράλειψη της κατοχύρωσης των δικαιωμάτων του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι μπορεί να θεωρηθεί ως μια συντηρητική παραφωνία σε έναν, κατά τα λοιπά, φιλελεύθερο κατάλογο ατομικών ελευθεριών. Η συντηρητική αυτή επιλογή πρέπει να αποδοθεί ακριβώς στον έντονα πολιτικό και δυνάμει επικίνδυνο για τους κρατούντες χαρακτήρα των δικαιωμάτων αυτών. Το έλλειμμα προστασίας που συνεπάγεται η μη κατοχύρωσή τους είναι εντονότερο όσον αφορά το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, δεδομένου ότι ο Ποινικός Νόμος προέβλεπε κεφάλαιο «περί αθεμίτων ενώσεων και εταιρειών», σύμφωνα με το οποίο τιμωρούνταν η σύσταση ενώσεων που αφορούν τις εξωτερικές ή εσωτερικές σχέσεις της επικράτειας και θρησκευτικούς ή άλλους σκοπούς.

 

Ελλειμματική προστασία των ατομικών δικαιωμάτων στην πράξη

  

Αν η αναγνώριση και κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο συνταγματικό κείμενο είναι σε γενικές γραμμές – και με τις επιφυλάξεις που προαναφέρθηκαν – επαρκής, ωστόσο, στη συνταγματική πραγματικότητα, το επίπεδο προστασίας των ελευθεριών κατά την εφαρμογή του Συντάγματος, δηλαδή στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας, είναι ιδιαίτερα χαμηλό. Αυτό το έλλειμμα αποτελεσματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών στην πράξη μπορεί να αποδοθεί σε δύο βασικούς λόγους: έναν θεσμικό και έναν πραγματικό.

Ο πρώτος λόγος απορρέει από την παράλειψη έκδοσης των αναγκαίων νόμων ή την παράλειψη κατάργησης προγενέστερων νόμων που ήταν αντίθετοι με το Σύνταγμα. Πράγματι, για την αποτελεσματική προστασία των ατομικών ελευθεριών συνήθως δεν αρκεί η συνταγματική κατοχύρωση, αλλά απαιτείται και η έκδοση ειδικών νόμων που ρυθμίζουν την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή διασφαλίζουν τις υλικές ή νομικές προϋποθέσεις τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις η έκδοση τέτοιων νόμων προβλέπεται ρητά στο ίδιο το Σύνταγμα: σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 105, το συντομότερο δυνατόν πρέπει να εκδοθούν ειδικοί νόμοι για μια σειρά θεμάτων, όπως, για παράδειγμα, «περί τύπου», «περί της δημοσίας εκπαιδεύσεως», «περί της διαθέσεως και διανομής της εθνικής γης». Εξάλλου, αναφορά στο νόμο γίνεται και σε πολλά σημεία του καταλόγου των ατομικών ελευθεριών, με διατυπώσεις του τύπου: «όπως ο νόμος ορίζει», «όπως ο νόμος διατάσσει» κλπ. Πρόκειται για τη λεγόμενη «επιφύλαξη υπέρ του νόμου», που σημαίνει ότι η συνταγματική διάταξη περιορίζεται στη γενική αναγνώριση της ελευθερίας και κατά τα λοιπά παραπέμπει στον κοινό νόμο για την ειδικότερη ρύθμισή της. Το γεγονός, επομένως, ότι ορισμένοι απαραίτητοι για την προστασία και τη ρύθμιση των ατομικών ελευθεριών νόμοι είτε δεν εκδόθηκαν καθόλου είτε εκδόθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση επέδρασε ασφαλώς αρνητικά στη λειτουργία των ατομικών ελευθεριών.

Πολύ πιο αρνητικό όμως ήταν το γεγονός ότι διατηρήθηκαν σε ισχύ συγκεκριμένοι νόμοι της Βαυαροκρατίας, οι οποίοι μετά τη θέσπιση του Συντάγματος θα έπρεπε να θεωρηθούν αντισυνταγματικοί. Και τούτο μάλιστα, παρόλο που στο άρθρο 103 του νέου Συντάγματος ρητά προβλέπεται ότι όλοι οι νόμοι και τα διατάγματα που αντιβαίνουν στο παρόν Σύνταγμα καταργούνται. Κορυφαίο παράδειγμα αποτελεί ο ανελεύθερος και «τυποκτόνος» Νόμος «περί εξυβρίσεως εν γένει και περί του τύπου» του 1837, ο οποίος όχι μόνο δεν καταργήθηκε, αλλά παρέμεινε, με τροποποιήσεις, σε ισχύ για πολλές δεκαετίες, αναιρώντας ουσιαστικά τη συνταγματική προστασία του τύπου.

 

Η αντίθεση των «τυποκτόνων» νόμων προς το Σύνταγμα

 

Μισόν αιώνα μετά τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844 και ενώ αυτό είχε ήδη αντικατασταθεί από το Σύνταγμα του 1864, ο διαπρεπής συνταγματολόγος Θεόδωρος Φλογαΐτης διαπίστωνε καταστρατήγηση του Συντάγματος στην οποίαν οδηγούσε η αντίθεση των κοινών νόμων προς τον Καταστατικό Χάρτη, επισημαίνοντας, όσον αφορά ειδικά την ελευθερία του τύπου, τα ακόλουθα:

«Και αληθεύει μεν, ότι αμφότερα τα Συντάγματα [του 1844 και του 1864] επέταξαν την προσεχή έκδοσιν νόμου περί τύπου ασφαλίζοντας την εν αυτοίς ρήτραν, ότι ‘ο τύπος είναι ελεύθερος’. Αλλά δεν εξεπληρώθη το επίτευγμα τούτο των Συνταγμάτων. Και δύναται μεν τις να ισχυρισθή, ότι ο περί εξυβρίσεως και περί τύπου νόμος του 1837, διατελών εν τελεία αντιφάσει και εναντιότητι προς το επελθόν Σύνταγμα, δεν δύναται να έχη νυν ισχύν, αλλ’ η δικαστική ημών νομολογία, υπεράγαν ούσα τυπική, εθεώρησε και θεωρεί τούτον ισχύοντα».

Ο δεύτερος λόγος αναποτελεσματικής προστασίας των ατομικών ελευθεριών πρέπει να αποδοθεί στον Όθωνα και στον συγκεκριμένο τρόπο διακυβέρνησης. Πράγματι, η διακυβέρνηση του Όθωνα και μετά τη θέσπιση του Συντάγματος συνέχισε να χαρακτηρίζεται από συγκεντρωτισμό και αυταρχισμό. Στην περίοδο της συνταγματικής μοναρχίας ήταν συχνές και σοβαρές οι παραβιάσεις των ατομικών ελευθεριών, όπως της προσωπικής ελευθερίας και του απορρήτου των επιστολών, ενώ και ο τύπος υπέστη διάφορους διωγμούς.

Η κατοχύρωση των ατομικών ελευθεριών στο Σύνταγμα του 1844 συνιστά γενικά έκφραση του πολιτικού φιλελευθερισμού και, σε μεγάλο βαθμό, απηχεί τις επιδιώξεις αστικών κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Παράλληλα, βέβαια, επιβιώνουν και κάποιες αποκλίσεις από τη φιλελεύθερη παράδοση (π.χ. η ρύθμιση της θρησκευτικής ελευθερίας, η διατήρηση αυταρχικών νόμων περί τύπου κλπ.), οι οποίες πάντως δεν αναιρούν την παραπάνω εκτίμηση. Ωστόσο, η κατοχύρωση των ελευθεριών στο επίπεδο του Συντάγματος υποσκάπτεται – αν δεν αναιρείται – από την αναποτελεσματικότητα της προστασίας τους στο επίπεδο του κοινού νομοθέτη και της διοίκησης και, κυρίως, από τις συχνές παραβιάσεις τους στην πράξη από το οθωνικό καθεστώς.

 

Δημοκρατικά στοιχεία του πολιτεύματος

 

Το Σύνταγμα του 1844 δεν είναι ένα δημοκρατικό σύνταγμα. Κορυφαία και υποδειγματική έκφραση της δημοκρατικής αρχής υπήρξε η διακήρυξη στο Σύνταγμα της Τροιζήνας του 1827 ότι «η Κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος∙ πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Το Σύνταγμα του 1844 κατοχυρώνει, όμως, τη μοναρχική αρχή, αναγνωρίζει δηλαδή ως κυρίαρχο όργανο του κράτους τον μονάρχη. Η θέσπισή του, επομένως, όσο κι αν αποτελεί σημαντική πρόοδο σε σχέση με τη βαυαρική και οθωνική απολυταρχία, συνιστά πάντως και μια συντηρητική οπισθοδρόμηση σε σχέση με τη δημοκρατική παράδοση που είχαν διαμορφώσει τα συντάγματα του Αγώνα.

 

Πολιτικά δικαιώματα και ιδιότητα του πολίτη στο Σύνταγμα του 1844

 

Παρόλα αυτά, η ισχυρή δημοκρατική παράδοση του ελληνικού λαού δεν μπορούσε παρά να βρει έκφραση στις εργασίες της Εθνοσυνέλευσης, έτσι ώστε, ακόμα και στα ασφυκτικά πλαίσια του μοναρχικού πολιτεύματος, ορισμένα δημοκρατικά στοιχεία να διεισδύσουν στο Σύνταγμα του 1844. Τέτοια στοιχεία αποτελούν ιδίως η αναγνώριση πολιτικών δικαιωμάτων, με κορυφαίο το εκλογικό δικαίωμα, τόσο στην «ενεργητική» μορφή του, δηλαδή το δικαίωμα της ψήφου ή ‘δικαίωμα του εκλέγειν’, όσο και στην ‘παθητική’ μορφή του, δηλαδή το δικαίωμα να εκλεγεί κάποιος σε δημόσιες θέσεις ή, αλλιώς, το δικαίωμα του «εκλέγεσθαι». Το εκλογικό δικαίωμα κατοχυρώνεται ρητά στο Σύνταγμα μόνον όσον αφορά τις εκλογές για την ανάδειξη της Βουλής, εκλογές ωστόσο διενεργούνταν και σε τοπικό επίπεδο, για την ανάδειξη των δημοτικών και   κοινοτικών αρχών. Η αναγνώριση του εκλογικού δικαιώματος εισφέρει βέβαια στο πολίτευμα ένα περιορισμένης εμβέλειας δημοκρατικό στοιχείο, δεδομένου ότι το ένα από τα δύο νομοθετικά σώματα, η Γερουσία, δεν αναδεικνύεται από εκλογές, αλλά από τον μονάρχη.

Δημοκρατικό χαρακτήρα, καθότι συνεπάγονται συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της κρατικής εξουσίας, έχουν επίσης δύο ακόμη θεσμοί που κατοχυρώνονται στο Σύνταγμα. Ο πρώτος είναι το δικαίωμα των πολιτών για πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις, ιδίως ως υπάλληλοι της διοίκησης. Ο δεύτερος είναι η εγγύηση του ορκωτού ή «ορκωτικού» συστήματος, δηλαδή η συμμετοχή πολιτών ως ενόρκων στη σύνθεση των δικαστηρίων.

Πάντως, τα πολιτικά δικαιώματα κάθε αυτά δεν απασχόλησαν ιδιαίτερα τις εργασίες της Α΄ Εθνικής Συνέλευσης ούτε άλλωστε αποτέλεσαν πεδία τριβής κατά την εφαρμογή του Συντάγματος. Είναι κι αυτό μια ένδειξη της περιορισμένης σημασίας του δημοκρατικού στοιχείου στη λειτουργία του πολιτεύματος. Άλλωστε, το Σύνταγμα δεν αναγνώριζε τα ατομικά δικαιώματα με την κατεξοχήν πολιτική λειτουργία, δηλαδή τα δικαιώματα συλλογικής δράσης (δικαιώματα «του συνέρχεσθαι» και «του συνεταιρίζεσθαι»), η άσκηση των οποίων αποτελεί προϋπόθεση για τη διαμόρφωση της πολιτικής βούλησης του λαού.

Πολύ περισσότερο επίμαχο υπήρξε το ζήτημα του προσδιορισμού των φορέων των πολιτικών δικαιωμάτων, δηλαδή του καθορισμού της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη. Υπήρξε σημαντική αντιπαράθεση σχετικά με το αν τα πολιτικά δικαιώματα πρέπει να κατοχυρώνονται ισότιμα τόσο για τους «αυτόχθονες» όσο και για τους «ετερόχθονες». Πρόκειται για τη διάκριση – που δεν απασχόλησε μόνο τη Συνέλευση, αλλά αποτέλεσε ένα οξύτατο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής – μεταξύ των γηγενών Ελλήνων από τις ελεύθερες επαρχίες του ελληνικού κράτους (Μωριάς, Ρούμελη κλπ.) και των Ελλήνων που εγκαταστάθηκαν στο ελληνικό κράτος προερχόμενοι από τις επαρχίες που παρέμεναν στην οθωμανική αυτοκρατορία (Κωνσταντινούπολη, παραδουνάβιες ηγεμονίες, Ήπειρος, Θεσσαλία, Μακεδονία, Κρήτη, νησιά). Σχετικά με την νομική κατάσταση των «ετεροχθόνων», ετίθεντο κυρίως δύο ζητήματα: το αν θα έχουν πρόσβαση στις δημόσιες θέσεις και αν θα έχουν το δικαίωμα του εκλέγεσθαι.

Στα ζητήματα αυτά δόθηκε τελικά μια συμβιβαστική λύση. Έτσι, το ζήτημα της πρόσβασης σε δημόσιες θέσεις ρυθμίστηκε με ψήφισμα που επισυνάφθηκε στο Σύνταγμα και έχει την ίδια μ’ αυτό τυπική ισχύ. Σ’ αυτό προβλέφθηκε ότι σε δημόσιες θέσεις μπορούν να διοριστούν όσοι ετερόχθονες αγωνίστηκαν στην Επανάσταση, καθώς και όσοι εγκαταστάθηκαν οικογενειακώς στην Ελλάδα μέχρι το 1837. Για τους υπόλοιπους τέθηκαν ορισμένοι χρονικοί περιορισμοί (δύο μέχρι τεσσάρων ετών), προτού μπορέσουν να διοριστούν. Πάντως, οι περιορισμοί αυτοί δεν αφορούσαν θέσεις στο στρατό και το ναυτικό, καθώς και θέσεις καθηγητών, δασκάλων, προξένων και διερμηνέων. Αυστηρότερες ήταν οι προϋποθέσεις για το δικαίωμα του εκλέγεσθαι, οι οποίες προβλέφθηκαν σε μια περίπλοκη ρύθμιση του εκλογικού νόμου της 18ης Μαρτίου 1844, προφανής στόχος της οποίας ήταν να περιορίσει την εκλογή των ετεροχθόνων τουλάχιστον κατά τις πρώτες εκλογικές αναμετρήσεις. Σύμφωνα με τη ρύθμιση αυτή, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι έχουν κατά βάση όσοι ετερόχθονες εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα ή έλαβαν μέρος στις μάχες κατά τη διάρκεια του Αγώνα, ενώ οι υπόλοιποι έπρεπε να έχουν κατοικήσει έξι χρόνια στην Ελλάδα και να έχουν αποκτήσει ακίνητη περιουσία στην επαρχία όπου είναι υποψήφιοι.

 

Ο εκλογικός νόμος της 18ης Μαρτίου 1844: καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας

 

Η Α΄ Εθνική Συνέλευση απέφυγε να ρυθμίσει την έκταση του δικαιώματος της ψήφου απευθείας στο Σύνταγμα και παρέπεμψε στον εκλογικό νόμο που ψήφισε η ίδια και μάλιστα δημοσιεύθηκε την ίδια μέρα με το Σύνταγμα, στις 18 Μαρτίου 1844. Ο εκλογικός νόμος του 1844 χαρακτηρίστηκε «σταθμός στην ιστορία του εκλογικού μας δικαίου» και «επαναστατικός για την εποχή του», καθότι πρωτοπορεί σε σχέση με τα ισχύοντα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες. Πράγματι, ο εκλογικός νόμος καθιερώνει την άμεση, σχεδόν καθολική και μυστική ψηφοφορία για την ανάδειξη της Βουλής. Συγκεκριμένα, αναγνωρίζεται το δικαίωμα της ψήφου σε «όλους τους εντός του βασιλείου γεννηθέντας Έλληνας», που έχουν συμπληρώσει το 25ο έτος της ηλικίας τους και έχουν «ιδιοκτησίαν τινά εντός της επαρχίας» ή εξασκούν «οιονδήποτε επάγγελμα ή ανεξάρτητον επιτήδευμα». Κάθε πολίτης διαθέτει μία ψήφο και οφείλει να ασκεί το δικαίωμά του αυτοπροσώπως. Εξάλλου, η εκλογή διεξάγεται με πλειοψηφικό σύστημα δύο γύρων.

Ελάχιστοι ενήλικοι Έλληνες (εννοείται βέβαια ότι η «καθολικότητα» αναφέρεται ακόμα αποκλειστικά στον ανδρικό πληθυσμό) αποκλείονται από το δικαίωμα της ψήφου, πρακτικά μόνον οι οικόσιτοι υπηρέτες και οι μαθητευόμενοι τεχνίτες, που δεν έχουν ακίνητη ή προσοδοφόρα κινητή ιδιοκτησία.

Για να γίνει κατανοητό το ριζοσπαστικό περιεχόμενο του νόμου, αρκεί μια σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες της εποχής: στη Βρετανία δικαίωμα ψήφου είχε τότε μόνον ένας στους 12 πολίτες, ενώ στη Γαλλία μόλις 170.000 πολίτες σε σύνολο 32 εκατομμυρίων κατοίκων. Αποτελεί σίγουρα ένα παράδοξο η εισαγωγή ενός τόσο προοδευτικού θεσμού, της άμεσης και καθολικής ψηφοφορίας, σε ένα πολίτευμα κατά βάση συντηρητικό. Αναμφίβολα συνιστά έκφραση της ελληνικής δημοκρατικής παράδοσης. Πρέπει, ωστόσο, να συνυπολογιστεί ότι το δικαίωμα της ψήφου αποτελεί όχι μόνο τον κύριο μηχανισμό συμμετοχής του λαού στην πολιτική εξουσία, αλλά επίσης και τον βασικό παράγοντα νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα. Χωρίς να παραβλέπεται ότι η καθολική ψηφοφορία σταδιακά προώθησε τη χειραφέτηση των λαϊκών στρωμάτων και συνέβαλε στη διάπλαση μιας δημοκρατικής ιδεολογίας, πάντως παράλληλα εξασφάλισε και ένα minimum λαϊκής συγκατάθεσης στους εκάστοτε κρατούντες.

Ενώ η διεύρυνση του δικαιώματος της ψήφου (ή του εκλέγειν) συνάντησε καθολική αποδοχή στη Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου, ωστόσο το εύρος του δικαιώματος του εκλέγεσθαι υπήρξε αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, καθότι συνδέθηκε, όπως είδαμε, με τον προσδιορισμό της ιδιότητας του Έλληνα πολίτη και τη διάκριση μεταξύ αυτοχθόνων και ετεροχθόνων. Έτσι, σε αντίθεση με το δικαίωμα του εκλέγειν, η ρύθμιση του δικαιώματος του εκλέγεσθαι στον εκλογικό νόμο περιλαμβάνει περιορισμούς ως προς τους ετερόχθονες.

Παρά τις όποιες ατέλειές του, ο εκλογικός νόμος δεν παύει να αποτελεί έκφραση προοδευτικών και δημοκρατικών τάσεων. Η εφαρμογή του, ωστόσο, κάθε άλλο παρά δικαίωσε τις επιδιώξεις των συντακτών του. Όπως επισημαίνει και ο Γ. Σωτηρέλης, «οι εκλογές της περιόδου 1844-1862 υπήρξαν κατά βάση παρωδία εκλογών». Οι απροκάλυπτες παρεμβάσεις του Όθωνα και των κυβερνήσεών του με χρήση των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους (που ενίοτε κατέληγαν σε αιματηρές ένοπλες συρράξεις), ο αθέμιτος επηρεασμός της βούλησης των εκλογέων από τοπικούς κομματάρχες, η εκτεταμένη βία και νοθεία ουσιαστικά αναίρεσαν τη δημοκρατική κατάκτηση της καθολικής και άμεσης ψηφοφορίας. Εξάλλου, η εκ του Συντάγματος ανάθεση στην ίδια τη Βουλή της αρμοδιότητας να ελέγχει το κύρος των εκλογών επισφράγισε τον παρωδιακό χαρακτήρα τους, καθότι, κατά κανόνα, η Βουλή ακύρωνε ή επικύρωνε την εκλογή βουλευτών όχι με κριτήρια νομιμότητας, αλλά βάσει καθαρά πολιτικών σκοπιμοτήτων.

Χαρακτηριστικά είναι όσα ομολογεί, στην προκήρυξη που απηύθυνε προς τον ελληνικό λαό, η προσωρινή κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά την κατάλυση της βασιλείας του Όθωνα το 1862:

«…ο περί εκλογής Βουλευτών Νόμος της 18ης Μαρτίου 1844, ει και επί βάσεων, και πράγματι και κατά την κρίσιν της Εθνικής Συνελεύσεως της Γ΄ Σεπτεμβρίου, ορθών και αληθών εστηριγμένος, είναι όμως αναντιρρήτως ατελής, ένεκα δε των ατελειών αυτού ενοθεύθη κατά το παρελθόν η εθνική θέλησις δι’ ακατανοήτου τόλμης περί την παράβασιν των διατάξεων αυτού» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φύλλο αριθμ. 9 της 25 Νοεμβρίου 1862).

 

Το ανολοκλήρωτο της καθολικής ψηφοφορίας

 

Πρωτοποριακή ήταν η καθιέρωση της καθολικής ψηφοφορίας με τον εκλογικό νόμο του 1844, ωστόσο αυτή παρέμενε ανολοκλήρωτη κατά την περίοδο ισχύος του Συντάγματος του 1844.

Όπως επισημαίνει ο Γ. Σωτηρέλης:

«Στην πραγματικότητα η καθολική ψηφοφορία, όπως ίσχυε στην περίοδο 1844-1862, ήταν ελλιπής, μονομερής και ανολοκλήρωτη. Δεν πρόκειται εδώ για τους μικρούς περιορισμούς του εκλογικού δικαιώματος, που ήταν άλλωστε αμελητέοι, ούτε βέβαια για την κακή εφαρμογή της καθολικής ψηφοφορίας. Αναφερόμαστε κυρίως στην παράλληλη ύπαρξη δύο θεσμών που αποδυνάμωναν σημαντικά την ισχύ της καθολικής ψηφοφορίας. Ο πρώτος ήταν η Γερουσία, με μέλη διορισμένα από τον μονάρχη, η οποία αποτελούσε το αντίβαρο και συχνά την τροχοπέδη της αντιπροσωπείας της καθολικής ψήφου, σχετικοποιώντας σημαντικά την σημασία της. Ο δεύτερος, και σπουδαιότερος, ήταν η διατήρηση, και κατά την περίοδο ισχύος του Συντάγματος του 1844, του αυστηρά τιμηματικού συστήματος των Βαυαρών για τις δημοτικές εκλογές. Ήταν πράγματι μία τραγελαφική κατάσταση, καθώς πολλοί πολίτες θεωρούνταν ενεργητικοί και ικανοί μεν για την εκλογή των βουλευτών, παθητικοί δε και ανίκανοι, ως προς την – υποδεέστερη – εκλογή των δημοτικών αρχών. Η κατάσταση αυτή οδηγούσε σε μία διαρκή – de jure και de facto – αμφισβήτηση της καθολικής ψήφου, με αποτέλεσμα να διαιωνίζονται πλουτοκρατικές και οιονεί αριστοκρατικές αντιλήψεις και πρακτικές» (Σύνταγμα και εκλογές στην Ελλάδα 1864–1909 (2003), σ. 74–75).

 

«Η τήρησις του παρόντος Συντάγματος αφιερούται εις τον πατριωτισμό των Ελλήνων»

 

Το άρθρο 107, η ακροτελεύτια διάταξη του Συντάγματος, αφιερώνει την τήρησή του στον πατριωτισμό των Ελλήνων. Η διάταξη αυτή έμελλε να αποδειχτεί ιδιαίτερα ανθεκτική στον χρόνο. Επαναλήφθηκε σε όλα τα μεταγενέστερα ελληνικά συντάγματα, ενώ τη δεκαετία του 1960 (ως άρθρο 114 του Συντάγματος του 1952) έγινε πολιτικό σύνθημα και έμβλημα λαϊκών κινητοποιήσεων.

Η ρήτρα του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844, με το ειδικό ηθικο-πολιτικό βάρος της, έχει ένα βαθύτατα δημοκρατικό περιεχόμενο. Αποτελεί το τυπικό θεμέλιο της αντίστασης των πολιτών σε απόπειρες κατάλυσης του Συντάγματος, ανάγοντας τον λαό σε εγγυητή της ομαλής εφαρμογής του. Εξάλλου, σε συνδυασμό με τον απόλυτα αυστηρό χαρακτήρα του Συντάγματος (δηλαδή με το γεγονός ότι δεν προβλέπεται διαδικασία αναθεώρησής του), η ρήτρα του άρθρου 107 καθιστά τον λαό εν δυνάμει παράγοντα της συνταγματικής διαδικασίας. Ως «Σύνταγμα-συνάλλαγμα» μεταξύ του μονάρχη και του έθνους, το Σύνταγμα του 1844 καταρχήν δεν μπορεί να αντικατασταθεί παρά μόνον από ένα νέο Καταστατικό Χάρτη που θα συνομολογήσει ο μονάρχης. Όμως, απέναντι ακόμα και σ’ αυτόν τον μονάρχη, οι Έλληνες μπορούν να διατρανώσουν εμπράκτως τον πατριωτισμό τους, όταν απειλείται κατάλυση του Συντάγματος. Αυτό, άλλωστε, έγινε με το κίνημα του 1862 που οδήγησε στην έξωση του Όθωνα και τη θέσπιση του Συντάγματος του 1864.

 

Η θεσμική και πολιτική σημασία του άρθρου 107 του Συντάγματος

 

Η θεσμική και πολιτική σημασία του άρθρου 107 του Συντάγματος του 1844 επισημαίνεται με εύγλωττο τρόπο στη σχετική εισήγηση της συντακτικής επιτροπής στην Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου:

«Ήδη εφθάσαμεν εις το τελευταίον μεν, αλλά κυριώτατον άρθρον του Συντάγματος. Πάντα τ’ άλλα, όσα εψηφίσατε μέχρι τούδε είναι η έκφρασις των ευχών σας και των του έθνους ευχών, το δε 107 άρθρον ο τρόπος, δι ού αι ευχαί υμών θέλουσι πραγματοποιηθή· εκείνα αποτελούσι το σώμα του πολιτεύματος, την δε ζώσαν και ενεργόν ψυχήν δίδει το 107 άρθρον. Τα πρώτα άνευ του τελευταίου τούτου καταντώσι νεκρά… Ο πατριωτισμός έδωκε το μεγαλείον του ονόματος εις τον Έλληνα,… ο πατριωτισμός ανέδειξεν αυτόν εκ δούλου ελεύθερον, ο πατριωτισμός απήλλαξεν αυτόν της ξενικής καχεξίας, εις τον πατριωτισμόν επομένως του Έλληνος έκρινεν εύλογον η επιτροπή ν’ αναθέση το τιμαλφέστερον χρήμα του Συντάγματος, το οποίον ήδη διαπράξατε».

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος κατά τη λειτουργία του πολιτεύματος

 

Οι πολιτικοί και συνταγματικοί θεσμοί εκφράζουν και συμπυκνώνουν κοινωνικές σχέσεις και δυνάμεις. Η δομή και η λειτουργία τους δεν διαμορφώνεται μόνο από τις σχετικές διατάξεις στο συνταγματικό κείμενο, αλλά και από την πολιτική και συνταγματική πραγματικότητα, όπως αυτή προσδιορίζεται από την εξέλιξη των κοινωνικών σχέσεων και δυνάμεων όχι μόνο στην ελληνική κοινωνία, αλλά και στον ευρύτερο ιστορικό χώρο. Για την κατανόηση της συνταγματικής πραγματικότητας που διαμορφώθηκε στο ελληνικό κράτος μεταξύ 1844 και 1862, δηλαδή στα χρόνια της συνταγματικής μοναρχίας, πρέπει ιδίως να συνεκτιμηθούν τρεις παράγοντες: α) η επιρροή του λεγόμενου ξένου παράγοντα και της διεθνούς συγκυρίας, β) η περιφρόνηση που επέδειξε προς το Σύνταγμα ο Όθωνας, με την άρνησή του να συμμορφωθεί προς το γράμμα και κυρίως προς το πνεύμα του, και γ) οι επανειλημμένες και ενίοτε σοβαρές παραβιάσεις του Συντάγματος, ιδίως των ατομικών και πολιτικών δικαιωμάτων, από τα όργανα της οθωνικής εξουσίας.

 

Ο «ξένος παράγων» και η διεθνής συγκυρία

 

Όπως ήταν επόμενο, λόγω της πολυδιάστατης εξάρτησης του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ο λεγόμενος ξένος παράγοντας έπαιξε κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της εσωτερικής πολιτικής κατάστασης. Η εξωτερική επιρροή υπήρξε τόσο άμεση, με τις κατά καιρούς απροκάλυπτες επεμβάσεις των προστάτιδων δυνάμεων (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) και των εγχώριων πολιτικών σχηματισμών (αγγλικό, γαλλικό και ρωσικό κόμμα), όσο και έμμεση, μέσα από τον αγωγό της βασιλείας. Εξάλλου, η διεθνής συγκυρία χαρακτηριζόταν από έντονη κινητικότητα και από κρίσιμες εξελίξεις και διεργασίες, που μετέβαλλαν τα δεδομένα του ανατολικού ζητήματος και καθιστούσαν την Ελλάδα πεδίο ανταγωνισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων. Την εποχή εκείνη παρατηρούνται τρεις παράλληλες τάσεις στη διεθνή πολιτική, οι οποίες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο επηρεάζουν τη θέση της Ελλάδος. Πρώτον, η άνοδος της ισχύος της Ρωσίας, που, ιδίως μετά τη νίκη της στον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828-1829, εδραιώνει την επιρροή της στο χώρο της ανατολικής Μεσογείου. Δεύτερον, η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία, με ορόσημο την ήττα της από τον Μωχάμετ Άλυ στην Αίγυπτο το 1839, βρίσκεται πλέον σε στάδιο αποσύνθεσης. Και τρίτον, η διατάραξη της – ούτως ή άλλως εύθραυστης – ισορροπίας που είχε διαμορφωθεί με το συνέδριο της Βιέννης και την Ιερά Συμμαχία: πλέον οι δυτικές δυνάμεις, στις οποίες έχει πια προστεθεί και η Γαλλία, επιδίδονται σε έναν οξύτατο ανταγωνισμό για την κατάκτηση χώρων επιρροής. Σε συνδυασμό με τις παραπάνω εξελίξεις, καταλυτική υπήρξε η πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, η οποία υπήρξε αναπόσπαστο στοιχείο και κορυφαίο λάβαρο των εθνικών στόχων και προσδοκιών.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να τοποθετηθούν οι ποικίλες εξωθεσμικές παρεμβάσεις ξένων παραγόντων, οι οποίες όχι μόνο κατέλυαν την εθνική ανεξαρτησία, αλλά και νόθευαν τη λειτουργία του πολιτεύματος. Υπό ομαλές συνθήκες, οι παρεμβάσεις αυτές συνίσταντο στην, αποικιοκρατικού τύπου, απροκάλυπτη συμμετοχή των ξένων πρεσβειών στην πολιτική ζωή του τόπου, ενώ σε στιγμές κρίσεις έφτασαν μέχρι και στη χρήση στρατιωτικών μέσων.

Οι πρέσβεις των μεγάλων δυνάμεων – για παράδειγμα ο Πρόκες Όστεν της Αυστρίας, ο Λάυονς της Αγγλίας ή ο Πισκατόρυ της Γαλλίας – συμπεριφέρονταν ως «πολιτειακοί» παράγοντες: είχαν λόγο στην επιλογή των κυβερνήσεων και τη διαμόρφωση της κυβερνητικής πολιτικής. Η επιρροή τους φάνηκε από τους πρώτους κόλας μήνες λειτουργίας του συνταγματικού πολιτεύματος, όταν η αντιπαράθεση μεταξύ Κωλέττη και Μαυροκορδάτου για το σχηματισμό κυβέρνησης έγινε αντιληπτή, ούτε λίγο ούτε πολύ, ως αντιπαράθεση μεταξύ της γαλλικής και της αγγλικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ήταν η αδιαφορία των ξένων παραγόντων για τους συνταγματικούς θεσμούς, ώστε ενίοτε απαξιούσαν να τηρούν ακόμα και τα προσχήματα, μη διστάζοντας να παρεμβαίνουν φανερά στη λειτουργία των οργάνων του κράτους, ακόμη και να υπαγορεύουν ή να συντάσσουν δημόσια έγγραφα. Καταγγέλλοντας το 1847 ενώπιον της Βουλής την (γαλλόφιλη) κυβέρνηση Κωλέττη για τις παρεμβάσεις της γαλλικής αντιπροσωπείας στην εσωτερική πολιτική ζωή, διερωτάται ο Μιχ. Σχινάς: «τίς δε γιγνώσκει ότι ο πρέσβυς, οι πράκτορες, ο πρόξενος της Γαλλίας λαμβάνουσι μέρος εις την εσωτερικήν ημών διοίκησιν και συντάσσουσι πολλάκις και αυτά τα δημόσια έγγραφα;».

Οι παρεμβάσεις κορυφώθηκαν με δραματικό τρόπο το 1850, όταν στα «παρκερικά» ο αγγλικός στόλος απέκλεισε τα ελληνικά λιμάνια, και ιδίως κατά τη διάρκεια του Κριμαϊκού Πολέμου (1854–1857), οπότε οι αγγλογαλλικές δυνάμεις έφτασαν στο σημείο να καταλάβουν και να επιβάλλουν κατοχή σε εδάφη της ελληνικής επικράτειας. Υπό τις συνθήκες αυτές, είναι φανερό ότι η διάταξη του άρθρου 98 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία «άνευ Νόμου στρατός ξένος ούτε είναι δεκτός εις την Ελληνικήν υπηρεσίαν, ούτε δύναται να διαμείνη εις το Κράτος, ή να διέλθη δι’ αυτού», είχε απολέσει κάθε ισχύ.

Πέρα απ’ τις άμεσες επεμβάσεις τους, οι προστάτιδες δυνάμεις (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) είχαν κατορθώσει να υφάνουν ένα πυκνό πλέγμα εξάρτησης, το οποίο κάλυψε ολόκληρη την περίοδο της οθωνικής βασιλείας. Κύριος μηχανισμός διαμεσολάβησης της εξάρτησης αυτής ήταν οι πολιτικοί σχηματισμοί της εποχής, δηλαδή το αγγλικό, το γαλλικό και το ρωσικό κόμμα. Στην πραγματικότητα, είναι ακόμη πρόωρο να μιλάμε για κόμματα – πρόκειτο μάλλον για χαλαρούς μηχανισμούς προώθησης προσωπικών συμφερόντων, γύρω από τους οποίους συσπειρώνονταν επαγγελματικές ομάδες και τοπικοί κομματάρχες. Προκειμένου να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους, τα τρία κόμματα προσδέθηκαν στο άρμα των αντίστοιχων ξένων δυνάμεων, οι οποίες τούς προσέφεραν μέσα και επιρροή. Ταυτόχρονα, βέβαια, οι ξένες δυνάμεις χρησιμοποιούσαν με αδίστακτο τρόπο τα κόμματα ως οχήματα για την προώθηση των θέσεων τους στην ελληνική πολιτική σκηνή. Αυτές οι σχέσεις συνδιαλλαγής προκαλούσαν τη δυσαρέσκεια της κοινής γνώμης και τελικά λειτουργούσαν υπέρ του Όθωνα, ο οποίος κατόρθωνε να παρουσιάζεται υπεράνω των κομματικών ανταγωνισμών και, με τον τρόπο αυτό, να αυξάνει το προσωπικό γόητρό του.

Ένας άλλος μηχανισμός εξάρτησης υπήρξε το επαχθές δάνειο των εξήντα εκατομμυρίων, το οποίο εγγυήθηκαν οι τρεις προστάτιδες δυνάμεις υπέρ της Ελλάδας. Η καταβολή των τοκοχρεολυσίων του δανείου υπήρξε ένας μόνιμος βραχνάς για τις ελληνικές κυβερνήσεις και, φυσικά, ολοκλήρωνε την εξάρτησή τους και στο οικονομικό (πέρα από το πολιτικό και στρατιωτικό) επίπεδο.

 

Η «πολιτεία» του Όθωνα και η «αλλεργία» του για το Σύνταγμα

 

Το γεγονός ότι ο Όθωνας δεν είχε παραχωρήσει το Σύνταγμα οικειοθελώς αποδείχθηκε καταλυτικό για τη λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος. Έχοντας εξαναγκαστεί να αποδεχτεί το Σύνταγμα, ο Όθωνας δεν ένιωθε ότι δεσμεύεται πραγματικά απ’ αυτό και δεν θεωρούσε υποχρέωσή του να το σέβεται και να το εφαρμόζει. Η «πολιτεία» του ως συνταγματικού μονάρχη χαρακτηρίζεται από την αδιαφορία του απέναντι στις – ούτως ή άλλως περιορισμένες – συνταγματικές δεσμεύσεις του και γενικότερα από την περιφρόνησή του προς το Σύνταγμα και τους θεσμούς. Η στάση του αυτή διαμορφώθηκε τόσο από το ότι δεν αποδέχθηκε ποτέ το πολιτικό μήνυμα της 3ης Σεπτεμβρίου όσο και από το γενικότερο αίσθημα ανασφάλειας που τον διακατείχε, τη χαρακτηριστική καχυποψία του (αλλεργία) απέναντι στο πολιτικό σύστημα και ιδίως τους πολιτικές ηγέτες, αλλά και την ενδοτικότητά του απέναντι στους διάφορους αυλοκόλακες.

Στην άσκηση των βασιλικών του καθηκόντων, ο Όθωνας έρρεπε προς τον συγκεντρωτισμό. Δεν περιορίστηκε στις ήδη εκτεταμένες αρμοδιότητες που του αναγνώριζε το Σύνταγμα, αλλά επιδίωξε να συγκεντρώσει κάθε εξουσία στα χέρια του, μετερχόμενος κάθε πρόσφορο μέσο προκειμένου να πετύχει το σκοπό του. Υπερβαίνοντας τις αρμοδιότητές του, ο Όθωνας παρενέβαινε συστηματικά στο έργο της Διοίκησης και της Δικαιοσύνης και ασκούσε αθέμιτες πιέσεις στους προσωπικούς φορείς τους. Δεν δίσταζε μάλιστα, καταχρώμενος τη σχετική αρμοδιότητά του, να παύει τους «απειθείς» δημοσίους υπαλλήλους και δικαστές. Εξάλλου, ο Όθωνας δεν αρκούνταν στην επιλογή υπουργών της απόλυτης αρέσκειάς του, αλλά παρενέβαινε και ο ίδιος άμεσα στο κυβερνητικό έργο, επιχειρώντας να χαράξει και να ασκήσει προσωπικά ιδίως την εξωτερική πολιτική. Κυρίως, όμως, ο Όθωνας ενέχεται για την παραχάραξη της λαϊκής βούλησης, όντας υπεύθυνος για τη συστηματική νόθευση των εκλογικών διαδικασιών, τόσο για την ανάδειξη Βουλής όσο και σε τοπικό επίπεδο.

Συνολικά, ο Όθωνας επέδειξε πλήρη περιφρόνηση προς το Σύνταγμα, παραβιάζοντας το γράμμα του και διαστρέφοντας το πνεύμα του. Παρά ταύτα, κατόρθωσε να διατηρήσει την εξουσία του και να αναβάλει την εναντίον του εξέγερση επί μια σχεδόν εικοσαετία –μέχρι τον Οκτώβριο του 1862.

Δύο ήταν κυρίως οι λόγοι που συντέλεσαν στην παραμονή του στην εξουσία. Ο πρώτος ήταν η σοβαρή απαξίωση του πολιτικού – κομματικού συστήματος – των κόμματων και των ηγετικών στελεχών τους που επάνδρωναν τις κυβερνήσεις. Το πολιτικό προσωπικό της χώρας, στο οποίο αποδίδονταν ποικίλα δεινά (φαυλοκρατία, διαφθορά, πελατειακές σχέσεις κλπ.), απορροφούσε μεγάλο μέρος της λαϊκής δυσαρέσκειας, επιτρέποντας στον Όθωνα να εμφανίζεται υπεράνω των (μικρο)κομματικών αντιπαραθέσεων, δήθεν ως εκφραστής της «ενότητας του Έθνους». Ο δεύτερος και ίσως σημαντικότερος λόγος ήταν ότι ο Όθωνας ενστερνίστηκε με ενθουσιασμό την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας. Κατά τη διάρκεια ιδίως του Κριμαϊκού Πολέμου, ενθάρρυνε την εξέγερση του υπόδουλου ελληνισμού της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας και προέβαλλε σαφώς αντιτουρκικές θέσεις, προκαλώντας τη μήνιν των Αγγλογάλλων. Ως σύμβολο των μεγάλων εθνικών πόθων και προσδοκιών, κατόρθωσε να συσπειρώσει τον ελληνισμό και να διασώσει το εθνικό γόητρο απέναντι στην πολιτική των μεγάλων δυνάμεων, κερδίζοντας μεγάλη λαϊκή υποστήριξη και δημοτικότητα. Παράλληλα, με τον τρόπο αυτό πέτυχε να εξασφαλίσει ένα minimum λαϊκής συναίνεσης για τη βασιλική εξουσία, αποσπώντας το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης από τα σοβαρά πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που χρόνιζαν.

Ο ίδιος αυτός λόγος που επέτρεψε στον Όθωνα να παρατείνει τη βασιλεία του υπήρξε και αυτός που τελικά συνέτεινε στην πτώση του. Ο Όθωνας επαναπαύθηκε στην υψηλή (αλλά πρόσκαιρη) δημοτικότητα που απέκτησε στα εθνικά θέματα και αρνήθηκε να τη συνδυάσει με την αδιάβλητη εφαρμογή του Συντάγματος και το σεβασμό των θεσμών. Έτσι όμως έχασε την ευκαιρία να παγιώσει τη λαϊκή συναίνεση και να εδραιώσει τη βασιλεία του. Οι συνέπειες φάνηκαν, όταν η πολιτική που ακολουθούσε τον οδήγησε σε ρήξη με τις μεγάλες δυνάμεις, που μέχρι τότε αποτελούσαν το κύριο – και «φυσικό», θα λέγαμε – στήριγμά του. Η ξενική στρατιωτική επέμβαση και κατοχή, εξ αφορμής της στάσης που τήρησε η Ελλάδα στον Κριμαϊκό Πόλεμο, υπήρξε βαρύτατο πλήγμα για το εθνικό γόητρο και επανέφερε στο προσκήνιο τη λαϊκή δυσαρέσκεια για την πολιτική καταπίεση, αλλά και τα ανεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα. Όταν οι εθνικές αποτυχίες απογύμνωσαν τον Όθωνα από την αίγλη του «σημαιοφόρου» της Μεγάλης Ιδέας, αυτό που έμεινε ήταν η εμμονή του στην παραβίαση του Συντάγματος και τη νόθευση της λειτουργίας του πολιτεύματος. Όπως ήταν επόμενο, σύσσωμη σχεδόν η αντιπολίτευση στράφηκε κατά του Όθωνα, συμπαρασύροντας αυτή τη φορά και την παραδοσιακή πολιτική ολιγαρχία.

Κατά την τριετία 1859–1862, όταν πλέον ο κριμαϊκός πόλεμος είχε τελειώσει και τα στρατεύματα κατοχής είχαν αποχωρήσει, το αντιδυναστικό ρεύμα γενικεύθηκε. Φιλελεύθεροι διανοούμενοι, η φοιτητική νεολαία, προσωπικότητες από την πολιτική και το στρατό, αλλά και πολλά παλαιοκομματικά στοιχεία διαμόρφωσαν, για διαφορετικούς λόγους, μιαν ευρύτατη αντι-οθωνική συσπείρωση, θέτοντας μάλιστα ζήτημα αποπομπής της δυναστείας. Ο Όθωνας επέλεξε την ρήξη με τις αντιπολιτευόμενες πολιτικές δυνάμεις, εντείνοντας την πολιτική καταπίεση. Τα τελευταία χρόνια της βασιλείας του είναι ένα ιστορικό συνεχών παραβιάσεων του Συντάγματος: περιορισμός των ελευθεριών και ιδίως του τύπου, εκλογές βίας και νοθείας, αυθαίρετη διάλυση των Βουλών και εγκατάσταση αμιγώς αυλικών κυβερνήσεων.

 

Καταγγελίες για παραβιάσεις του Συντάγματος

 

Στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του Όθωνα πληθαίνουν οι καταγγελίες για τις συνεχείς παραβιάσεις του Συντάγματος. Χαρακτηριστική είναι η αγόρευση του Δ. Χρηστίδη στη Βουλή στα μέσα του 1861:

«Η ελευθερία του Τύπου ανεστάλη. Αλλεπάλληλοι κατασχέσεις κατέπαυσαν σχεδόν την κυκλοφορίαν των εφημερίδων∙ εντός τεσσάρων ή πέντε μηνών, εις οκτώ μόνον εφημερίδας γνωρίζω ότι έγιναν εβδομήκοντα περίπου κατασχέσεις, μόνον είκοσι υπεύθυνοι ανεκρίθησαν και δύο παρεπέμφθησαν εις δίκην. Εν τούτω, τέλος, το διαστήματι έλαβε χώραν μεγάλη και όλως αδικαιολόγητος πράξις. Διελύθη η Βουλή. Και ποία Βουλή; Η Βουλή, ήτις και ως εκ των στοιχείων, εξ ων συνέκειτο, και ως εκ της εθνικής οδού, εις την οποίαν εβάδιζεν, εφάνη ότι είχεν υψηλήν αποστολήν. (…) Η διαγωγή αύτη ή καταστιγματίζει το συνταγματικόν πολίτευμα και το καθιστά μισητόν και αποτρόπαιον εις τους λαούς και τούτο είναι έγκλημα ή αποδεικνύει την Ελλάδα μόνην αναξίαν Συντάγματος. Εκεί όπου εφθάσαμεν σήμερον, η Κυβέρνησίς μας δεν είναι συνταγματική. Παρεβιάσθησαν συνειδήσεις, κατεπατήθησαν δικαιώματα, ενοθεύθησαν κάλπαι, εξετοπίσθησαν επίσημοι άνδρες, ελογχεύθησαν συμπολίται, έγιναν κακά πρωτοφανή, ανήκουστα, με έναν λόγον ο νόμος έχασε πάσαν ισχύν, παν σέβας και ανέλαβε το κράτος αυτού η αυθαιρεσία» (πηγή: Δ. Πετρακάκος, Κοινοβουλευτική ιστορία της Ελλάδος, τόμ. Β΄ (1946), σ. 188–189).

Τέτοια ήταν η απαξίωση του Συντάγματος, που ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο θρυλικός μπουρλοτιέρης ήρωας του Αγώνα, έφτασε στο σημείο να αναρωτιέται ενώπιον της Βουλής:

«Τα πράγματα της πολιτείας μας δεν στέκονται διόλου καλά, αφού κατηντήσαμεν να ερωτώμεν ο είς τον άλλον – Έχομεν Σύνταγμα, ναι ή όχι; Διότι αν δεν έχωμεν, οι θέσεις τας οποίας κατέχομεν είναι περιτταί∙ και αν έχωμεν, ό,τι γίνεται προ πολλού εις την πολιτείαν από μέρους της εξουσίας μάς λέγει ότι το Σύνταγμα τούτο παραβιάζεται».

Τη νύχτα της 10ης Οκτωβρίου 1862, όταν πια η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο, λαός και στρατός εξεγέρθηκαν και κατέλυσαν τη δυναστεία του Όθωνα. Αν και εν θερμώ, η «αποτίμηση» της βασιλείας του Όθωνα από το καθεστώς της 10ης Οκτωβρίου είναι ενδεικτική για το μέγεθος των παραβιάσεων του Συντάγματος στις οποίες αυτός ενέχεται – ενός Συντάγματος που, κατά τον Θεόδωρο Δηλιγιάννη, «ουδαμώς ετηρήθη».

Για την προσωρινή κυβέρνηση, «η θλιβερά εποχή της παρελθούσης τριακονταετίας» υπήρξε «εποχή ασεβείας προς τους νόμους, επιβουλής των δικαιωμάτων και της ηθικής του λαού». Οι συνθήκες αυτές ισοδυναμούν με μία «κατάστασιν απάδουσαν προς τον πολιτισμόν και την ηθικήν και υλικήν πρόοδον των εθνών, πολιτικήν οπισθοδρομικήν και της ηθικής πολεμίαν» (Εφημερίς της Κυβερνήσεως, φύλλο αριθμ. 9 της 25ης Νοεμβρίου 1862).

Η προσωρινή μεταβατική κυβέρνηση δεν δίστασε να διακηρύξει ότι:

«Η καταλυθείσα εξουσία [του Όθωνος] κατέφυγεν εις την βαθμιαίαν καταπάτησιν του Συντάγματος, εις την νόθευσιν του αντιπροσωπευτικού πολιτεύματος και των δημοτικών θεσμών, εις την εξόγκωσιν των δαπανών του κράτους, εις την καταπίεσιν του λαού και την διαίρεσιν όλων των τάξεων της κοινωνίας» (Πρακτικά Β΄ Εθνικής Συνελεύσεως, Συνεδρ. ΚΘ΄, 21 Ιανουαρίου 1863).

Το χρονικό των παραβιάσεων του Συντάγματος από τον Όθωνα συνοψίζει η εφημερίδα «Αιών», στο κύριο άρθρο του φύλλου της 12ης Οκτωβρίου 1862, με τίτλο «Κατάλυσις της βασιλείας και της δυναστείας του Όθωνος»:

«[Η] από της εγκαταστάσεως του Συντάγματος πολιτική του βασιλέως Όθωνος υπήρξεν απαισία και αξιοθρήνητος. Ορκισθείς να τηρήσει τούτο, απεδέχθη εις την εφαρμογήν αυτού σύστημα αντίθετον και, τηρήσας το γράμμα, επεβουλεύθη το πνεύμα των συνταγματικών θεσμών. Περιττόν να αναμνήσωμεν την ολεθρίαν εκείνην τάσιν προς απορρόφησιν πάντων των δικαιωμάτων του πολίτου, προς συγκέντρωσιν πάσης εξουσίας εις ένα και μόνον και την επίμονον εργασίαν προς εκδολίευσιν των νόμων. Αντί η πρωτοβουλία να υπάρχη εις το Έθνος και τα υπουργεία να ώσιν υπέυθυνα, ως απαιτεί το Σύνταγμα, πάσαν την δύναμιν απερρόφησεν ο βασιλεύς Όθων εις εαυτόν, δεν ηθέλησε ποτέ ν’ αναγνωρίση το δικαίωμα των αντιπροσώπων του Λαού, τον εκλογικόν νόμον κατέστησε νεκρόν γράμμα ή όργανον εικονικότητος, την Γερουσίαν μετεποίησεν εις πτώμα, τους Δήμους κατεστήσατο όργανον πολιτικής ραδιουργίας και πιέσεως των πολιτών, εν γένει δε αντεθνικήν πολιτικήν ηκολούθησεν εσωτερικώς τε και εξωτερικώς…».

 

Πληρεξούσιοι Άργους: Χρήστος Βλάσσης – Δημήτριος Περρούκας.

 

 Παραβιάσεις του Συντάγματος από τα όργανα της κρατικής εξουσίας

 

Αν και ο Όθωνας είχε την κύρια ευθύνη για τις παραβιάσεις του Συντάγματος και τη μη ομαλή λειτουργία του συνταγματικού πολιτεύματος, δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι πρόθυμοι υποστηρικτές του, που συνέπρατταν μαζί του σε αντισυνταγματικές ενέργειες και πρακτικές, υπήρξαν πολλά μέλη της πολιτικής ολιγαρχίας της εποχής. Στη διάθεση του Όθωνα, για να εξυπηρετούν τις βλέψεις του, βρίσκονταν κατά κανόνα ορισμένοι γερουσιαστές, νομάρχες και βουλευτές. Πειθήνια όργανα και εκτελεστές των επιδιώξεων του Όθωνα υπήρξαν βέβαια κατεξοχήν οι υπουργοί των κυβερνήσεών του και, μέσω αυτών, τα κατώτερα όργανα της διοίκησης. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στην εφημερίδα «Ο Συνταγματικός Έλλην» (21.2.1862): «Το Σύνταγμα, αυτή η ασπίς των ελευθεριών, εις την τήρησιν του οποίου ο ηγεμών και σύμπαν το έθνος ωρκίσθη, κατέστη κατά την εφαρμογήν του το παίγνιον των υπουργών».

Ο Νικόλαος Δραγούμης καταγράφει τις μεθόδους που μετέρχονταν οι κυβερνήσεις – τα μέλη των οποίων, σημειωτέον, προέρχονταν από όλο σχεδόν το φάσμα των πολιτικών δυνάμεων της εποχής –, ενθαρρύνοντας τον Όθωνα προς «το σύστημα της συγκεντρώσεως»:

«Η καταστολή της ελευθερίας των δημοκρατικών Αρχών, η καταδίωξις του τύπου, η επέμβασις εις τας εκλογάς τας τε βουλευτικάς και τας των δήμων, η αποβολή πάντων των οπωσούν ανεξάρτητον εχόντων το φρόνημα δημοσίων λειτουργών, και ιδίως των της Θέμιδος,… η δια παντός τρόπου πίεσις της συνειδήσεως των δικαστών, η διαστροφή των νόμων, ταύτα και άλλα εις έν μόνον απέβλεπον, εις την σύμπτυξιν πάσης δυνάμεως εις χείρας της εξουσίας και την δι’ αυτής παγίωσιν κυβερνήσεως πανισχύρου και διαρκούς» (Ιστορικαί αναμνήσεις, τόμ. Β΄, 3η έκδ., 1973, σ. 122 επ.)

Σοβαρή ευθύνη για τις παραβιάσεις του Συντάγματος έχει, επομένως, και μέρος του πολιτικού και διοικητικού προσωπικού, το οποίο δεν λειτουργούσε βέβαια απλώς ως υποχείριο του Όθωνα, αλλά παράλληλα εκμεταλλευόταν τη θέση του εντός του συστήματος εξουσίας, προκειμένου να εξυπηρετήσει προσωπικές ή ιδιοτελείς επιδιώξεις. Πολλά κρατικά όργανα, ιδίως μάλιστα σε τοπικό επίπεδο, κατάφερναν να αναπτύξουν μια σχετική αυτονομία από την κεντρική εξουσία του Όθωνα. Με τον τρόπο αυτό διαμορφώνονταν ποικίλα πλέγματα παραεξουσίας και σ’ αυτό συνέβαλε το ότι κάθε άλλο παρά ήταν εγγυημένη η εφαρμογή και τήρηση της τάξης στο νεοσύστατο και ανοργάνωτο ακόμα κράτος. Ένα χαρακτηριστικό τέτοιο πλέγμα αποτελεί η ληστεία, η οποία ανθούσε την εποχή εκείνη και την οποία δεν δίσταζαν να υποθάλπουν και να χρησιμοποιούν (και όχι μόνον ως μηχανισμό εκλογικής βίας) συγκεκριμένοι τοπικοί παράγοντες.

Εύγλωττο είναι το παρακάτω απόσπασμα από το «κλασικό» έργο του Εδ. Αμπού «Ο βασιλεύς των ορέων»:

«Τον Απρίλη του 1856 η έξοδος από την πόλη της Αθήνας ήταν επικίνδυνη. (…) Δυο ληστές με τα πιστόλια στα χέρια εσταμάτησαν τον Χάρρις και τον Λόμπστερ. Εκύτταζαν ολόγυρα και είδαν κάτω σε μια φάραγγα δώδεκα ληστές, οπλισμένους σαν αστακούς, που εφύλαγαν πενήντα ή εξήντα αιχμαλώτους. Όσοι επέρασαν εκείθε από το πρωί εληστεύθησαν και έπειτα  εδέθηκαν για να μη προδώσουν τους ληστές. (…)

Ο ήρως των Αθηνών ήταν ακριβώς η μάστιξ της Αττικής. Στα σαλόνια και στα καφενεία, στα κουρεία όπου μαζεύεται ο κάτω λαός και στα φαρμακεία, όπου πηγαίνουν οι αστοί, στους λασπόδρομους της αγοράς, στο κονιορτοβριθές σταυροδρόμι της ‘Ωραίας Ελλάδος’, στο θέατρο της μουσικής της Κυριακής και στην οδό Πατησίων για άλλο τίποτε δεν μιλούσαν παρά μόνο περί του μεγάλου Χατζησταύρου που ωρκίζονταν στο όνομά του, του ακατάβλητου, του τρόμου των χωροφυλάκων, του ‘βασιλέως των ορέων» (…)

Το πολιτικόν του τάλαντον τον κατέστησε γνωστότατον και όλα τα κόμματα ακολουθούσαν τις συμβουλές του προκειμένου να γίνουν εκλογές. Κατ’ αυτόν τον τρόπο και αντιθέτως προς την αρχή περί αντιπροσωπευτικών πολιτευμάτων κατά την οποίαν ένας άνθρωπος αντιπροσωπεύει πολλούς, μόνον ο Χατζησταύρος είχε καμμιά τριανταριά βουλευτές για να τον αντιπροσωπεύουν…».

Ο οθωνικός συγκεντρωτισμός και οι καταχρήσεις των φορέων της κρατικής εξουσίας οδήγησαν σε αθρόες προσβολές των δικαιωμάτων των πολιτών. Καθώς μάλιστα άμεσα υπεύθυνα γι’ αυτές ήταν κατά κανόνα τα κατώτερα κρατικά όργανα, ο λαός ανέπτυξε καχυποψία απέναντι στη διοίκηση του κράτους και αποστροφή απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς του.

Στο μυθιστόρημά του «Τζένη Θεοτόκη. Αι Αθήναι του Όθωνος» ο Πολύβιος Δημητρακόπουλος παραθέτει μια χαρακτηριστική περιγραφή ενός αντιπροσώπου της εκτελεστικής εξουσίας στην Αθήνα του 1845:

«Ο φουστανελοφόρος εύσωμος αστυνομικός κλητήρ ενεφανίσθη. Παραπλεύρως της φουστανέλας κατά μήκος του αριστερού μηρού του εκρέμετο ένα ρόπαλον, μήκους πενήντα εκατοστών και πάχους τριών δακτύλων, του οποίου το ζυγόν εκαλύπτετο από ταινίας κυανάς και λευκάς αυστηρώς εναλλασσομένας και συμβολίζουσας τα δύο χρώματα της ελληνικής σημαίας. Το ρόπαλον εκείνον έφερε κατά μήκος με κεφαλαία γράμματα την φράσιν «ΙΣΧΥΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ». Αλλ’ ο εξοπλισμός του αντιπροσώπου τούτου της εκτελεστικής εξουσίας δεν περιωρίζετο μέχρι του δια ροπάλου συμβολισμού της ισχύος του νόμου∙ σελλάχιον τεραστίων διαστάσεων άφηνε να διαφαίνωνται δύο κεφαλάς μαύρας πιστολιών, επί των οποίων ο νόμος είχε θεωρήσει περιττόν το ιδιαίτερον επίγραμμα…»

Οι συστηματικές παραβιάσεις των δικαιωμάτων, η εξαιρετικά χαμηλή συνείδηση της νομιμότητας και ένα γενικότερο κλίμα ανομίας στην κοινωνία είχαν ως αποτέλεσμα την απαξίωση του Συντάγματος στη λαϊκή συνείδηση. Αδυνατώντας να ασκήσουν ανεμπόδιστα τα δικαιώματα που το Σύνταγμα τυπικά τους αναγνώριζε, οι πολίτες έτειναν να τα βλέπουν ως νεκρό γράμμα ή μόνον ως σύνολο «κενών λέξεων». Έτσι όμως ακυρώνονταν στην πράξη τα πολιτικά αιτήματα και οι αξίες της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.

 

Πληρεξούσιος Ναυπλίας: Μιχαήλ Ιατρός.

 

«Κενές λέξεις» τα συνταγματικά δικαιώματα

 

Γράφει χαρακτηριστικά, με αφορμή την επέτειο του κινήματος του 1843, η εφημερίδα «Ευαγγελισμός» στο κύριο άρθρο του φύλλου της 3ης Σεπτεμβρίου 1862:

 

«Βαρυπενθής ανατέλλει σήμερον η εθνική αύτη ημέρα∙ διότι, αν ρίψωμεν τους οφθαλμούς μας προς τα οπίσω, θέλομεν ίδει ότι πάντα τα δικαιώματα του Έλληνος, τα εν τω πολιτικώ τούτω Ευαγγελίω γεγραμμένα, λέξεις μόνον υπήρξαν κεναί και ουδέν πλέον∙ καθ’ όλα τα παρελθόντα έτη ο Έλλην εδιοικήθη κατά το θείον δίκαιον, το δίκαιον του ισχυροτέρου…».

 

Στο ίδιο πνεύμα και το κύριο άρθρο του φύλλου της 7ης Φεβρουαρίου 1862 της εφημερίδας «Ο Συνταγματικός Έλλην» υποστηρίζει:

 

«Αλλά την Ελληνικήν Κυβέρνησιν τί εχαρακτήρισεν ανέκαθεν; Καταπάτησις αναιδής του Συντάγματος και της ελευθερίας των εκλογών δια διορισμού βουλευτών, καταδίωξις του πατριωτικού τύπου, εξύβρισις του ιερού ημών Αγώνος και των αγωνιστών, περιφρόνησις και εξευτελισμός της θρησκείας και του κλήρου, προσβολαί αδιάκοποι κατά του ηρωϊκού στρατού της Ελλάδος και∙ και…»

 

Η εφαρμογή του Συντάγματος από τα δικαστήρια (το Σύνταγμα ως θεμελιώδης νόμος του κράτους)

 

Η περίοδος κατά την οποία ίσχυσε ο Καταστατικός Χάρτης του 1844 είναι η πρώτη στην ελληνική συνταγματική ιστορία όπου ένα Σύνταγμα τίθεται σε εφαρμογή σε συνθήκες οργανωμένου κράτους με σχετικά σταθερούς θεσμούς. Στις συνθήκες αυτές αρχίζει πλέον να αναδεικνύεται η διπλή φύση του Συντάγματος, το οποίο περιέχει τόσο κανόνες πολιτικούς όσο και κανόνες νομικούς. Μέχρι τότε, το Σύνταγμα γινόταν αντιληπτό καταρχάς ως σύμβολο και έκφραση της εθνικής ανεξαρτησίας, και κυρίως ως ένα πλέγμα κανόνων και διαδικασιών σχετικά με τη συγκρότηση των κρατικών οργάνων και την άσκηση των αρμοδιοτήτων τους, δηλαδή ως καταστατικός χάρτης του πολιτεύματος. Με άλλα λόγια, το σύνταγμα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως πολιτικό και όχι τόσο ως νομικό κείμενο. Κατά την εφαρμογή του Συντάγματος του 1844, όμως, αρχίζει σιγά σιγά να συνειδητοποιείται ότι το Σύνταγμα αποτελεί επίσης νόμο και μάλιστα τον θεμελιώδη νόμο του κράτους∙ και, ως εκ τούτου, ότι οι διατάξεις του μπορούν να ερμηνευτούν με τις μεθόδους της νομικής ερμηνείας, να καταστούν αντικείμενο νομικής αντιπαράθεσης και ενδεχομένως να αποτελέσουν κανόνες βάσει των οποίων θα κριθούν υποθέσεις ενώπιον των δικαστηρίων.

Οι υποθέσεις όπου είναι περισσότερο πιθανό να τεθεί ζήτημα εφαρμογής μιας συνταγματικής διάταξης από τα δικαστήρια αφορούν, κατά κανόνα, αντιδικίες ιδιωτών με το κράτος. Σε μια τέτοια δίκη ο ιδιώτης ενδέχεται να επικαλεστεί ότι μια συγκεκριμένη πράξη ενός κρατικού οργάνου είναι αντίθετη προς το Σύνταγμα, δηλαδή τον θεμελιώδη και υπέρτατο νόμο του κράτους, και για τον λόγο αυτό δεν πρέπει να εφαρμοστεί σε βάρος του. Η εξέταση του αν η κρατική αυτή πράξη συμφωνεί ή δεν συμφωνεί με το Σύνταγμα καλείται Έλεγχος Συνταγματικότητας. Γενικά, ο δικαστικός έλεγχος της συνταγματικότητας μπορεί να πάρει διάφορες μορφές, ανάλογα με την κρατική πράξη που εξετάζεται. Μπορεί έτσι να εξεταστεί η συνταγματικότητα μιας πράξης της νομοθετικής εξουσίας, δηλαδή ενός νόμου, ή μιας πράξης της εκτελεστικής εξουσίας, δηλαδή μιας διοικητικής πράξης, ή ακόμα και μιας πράξης της δικαστικής εξουσίας, μιας δικαστικής απόφασης, όταν αυτή εξετάζεται σε δεύτερο βαθμό από ένα ανώτερο δικαστήριο.

Είναι αλήθεια ότι, κατά την περίοδο αυτή, ελάχιστες ήταν οι υποθέσεις όπου τα δικαστήρια επικαλέστηκαν και εφάρμοσαν κάποιον κανόνα του Συντάγματος. Και πάντως, όλοι συμφωνούσαν ότι ειδικά τη συνταγματικότητα των νόμων τα δικαστήρια δεν μπορούν να την ελέγχουν, διότι αυτό θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας στο χώρο της νομοθετικής εξουσίας. Πράγματι, ο Άρειος Πάγος, το ανώτατο δικαστήριο της χώρας, ήδη από το 1847, με την απόφαση 198/1847, ρητά ασπάσθηκε την άποψη αυτή και αρνήθηκε να προβεί σε έλεγχο της συνταγματικότητας ενός νόμου που τέθηκε ενώπιόν του.

Παρόλα αυτά, με την ίδια απόφαση συντελέστηκε έμμεσα μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη: ανεξάρτητα από το συμπέρασμα του συλλογισμού (ότι δηλαδή δεν ελέγχεται η συνταγματικότητα ενός νόμου), ωστόσο αναγκαία προϋπόθεση αυτού του συλλογισμού είναι ότι πάντως οι κανόνες του Συντάγματος έχουν νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα. Εξάλλου, και η ίδια η κατάληξη της υπόθεσης ήταν ότι τελικά δικαιώθηκε ένας πολίτης στην αντιδικία που είχε με το Ελληνικό Δημόσιο. Το κρίσιμο ζήτημα στην υπόθεση ήταν εάν ο ιδιώτης αυτός είχε ή δεν είχε την κυριότητα ορισμένης έκτασης. Ο ίδιος υποστήριζε ότι η κυριότητά του είχε αναγνωριστεί με πράξη της Βουλής, δηλαδή με νόμο. Το Δημόσιο αντέτεινε ότι ο σχετικός νόμος είχε εκδοθεί καθ’ υπέρβαση της συνταγματικής εξουσίας της Βουλής. Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι τα δικαστήρια δεν έχουν την εξουσία να ελέγχουν το περιεχόμενο των νόμων και ότι, εφόσον η πράξη που επικαλείται ο ιδιώτης φέρει τα εξωτερικά γνωρίσματα του νόμου, τα δικαστήρια υποχρεούνται να την εφαρμόζουν∙ κατά συνέπεια, η επίδικη έκταση ανήκε πράγματι σ’ αυτόν.

Η σημασία της παραπάνω απόφασης δεν έγκειται τόσο στα νομικά ζητήματα που πραγματεύεται, όσο μάλλον στη διαφαινόμενη ανάδειξη ενός εγγυητικού ρόλου των δικαστηρίων υπέρ των πολιτών. Ο Άρειος Πάγος φαίνεται να στέλνει ένα μήνυμα: Σε μια συντεταγμένη πολιτεία, η εκτελεστική εξουσία δεσμεύεται, όσον αφορά τις σχέσεις της με τους πολίτες, από κανόνες, τύπους και διαδικασίες∙ και ότι τα δικαστήρια δεν θα διστάσουν να εφαρμόσουν τις εγγυήσεις αυτές στις αντιδικίες των ιδιωτών με το Δημόσιο. Ο ρόλος που φαίνεται να αναλαμβάνουν τα δικαστήρια αποκτά ακόμη πιο ουσιαστική αξία, εάν τον αντιπαραβάλουμε με τη θλιβερή πρακτική των αυθαιρεσιών και των καταχρήσεων της Διοίκησης. Υπό την έννοια αυτή, μπορούμε να διαβλέψουμε μια τάση εισαγωγής δικαιοκρατικών στοιχείων στη λειτουργία του πολιτεύματος.

Τη σημασία των τυπικών εγγυήσεων που τα δικαστήρια εφαρμόζουν υπέρ των πολιτών μπορούμε να τη δούμε και σε μια μεταγενέστερη απόφαση του Αρείου Πάγου: Η απόφαση 141/1864 δημοσιεύθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1864, λίγες μόλις ημέρες μετά τη θέση σε ισχύ του Συντάγματος του 1864, ωστόσο τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης αναφέρονται σε προγενέστερο χρόνο. Επρόκειτο για μια πολύ ιδιαίτερη υπόθεση. Κάποιος ονόματι Χατζή Σπύρου βρισκόταν στη φυλακή για φόνο. Τη νύχτα της 10ης προς την 11η Οκτωβρίου, δηλαδή τη νύχτα που ξέσπασε η εξέγερση κατά του Όθωνα, ο εξεγερμένος λαός άνοιξε τις φυλακές και απελευθέρωσε όλους τους κρατούμενους. Ο Χατζή Σπύρου θεώρησε ότι η πράξη αυτή ισοδυναμεί με γενική αμνηστεία, η οποία φυσικά περιλαμβάνει και το έγκλημά του. Ο Άρειος Πάγος δέχτηκε την άποψή του και έκρινε ότι πράγματι η απελευθέρωση των κρατουμένων από το «επαναστατικό καθεστώς» της 10ης Οκτωβρίου 1862 συνιστούσε απονομή αμνηστείας, όπως άλλωστε αργότερα επιβεβαίωσε και η Β΄ Εθνική Συνέλευση∙ ως εκ τούτου, έκρινε ότι ο Χατζή Σπύρου δεν υπέχει πλέον ποινική ευθύνη για το φόνο.

Βέβαια, υπό την ισχύ του Συντάγματος του 1844, η εφαρμογή του Συντάγματος από τα δικαστήρια είναι όχι μόνο σπάνια, αλλά και εξαιρετικά περιορισμένη: Τα δικαστήρια δεν φτάνουν μέχρι το σημείο να ελέγξουν την ουσιαστική συνταγματικότητα των κρατικών πράξεων (πολλώ δε μάλλον, των νόμων), δεν ελέγχουν δηλαδή εάν το περιεχόμενό τους συμφωνεί με τις διατάξεις του Συντάγματος και κυρίως μ’ αυτές που ρυθμίζουν τα ατομικά δικαιώματα. Περιορίζονται μόνο σε τυπικά ζητήματα, π.χ. εάν μια πράξη της Βουλής φέρει τα τυπικά στοιχεία του νόμου ή εάν μια πράξη του εξεγερμένου λαού μπορεί από τυπική άποψη να θεωρηθεί ως απονομή αμνηστείας. Για την καθιέρωση του δικαστικού ελέγχου της ουσιαστικής συνταγματικότητας, και μάλιστα των νόμων, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, στο ευνοϊκότερο πλαίσιο που έθεσε το Σύνταγμα του 1864. Ωστόσο, τα θεμέλια για την εξέλιξη αυτή τίθενται ήδη από την περίοδο αυτή, με την αναγνώριση εκ μέρους των δικαστηρίων της εγγυητικής υπέρ των πολιτών αποστολής τους και με την εφαρμογή της, τυπικής έστω, νομιμότητας ακόμα και σε βάρος του κράτους.

 

Αποτίμηση

 

Το Σύνταγμα είχε γίνει ανέκαθεν αντιληπτό από τους Έλληνες ως σύμβολο της εθνικής ανεξαρτησίας και παράλληλα ως εγγύηση της ατομικής και πολιτικής τους ελευθερίας. Το αίτημα για τη θέσπιση Συντάγματος δεσπόζει στους αγώνες του ελληνικού λαού. Η εγκαθίδρυση, εκ των έξω και εκ των άνω, της αυταρχικής μοναρχίας του Όθωνα το 1833 υπήρξε, για τον λόγο αυτό, ένα βαρύτατο πλήγμα στη συνταγματική συνείδηση του λαού και μια σημαντική οπισθοδρόμηση σε σχέση με το – εκπληκτικό, για την εποχή του και όχι μόνο – δημοκρατικό και φιλελεύθερο «κεκτημένο» των συνταγμάτων της Επανάστασης. Από την άποψη αυτή, η επάνοδος, με τη θέσπιση του Συντάγματος του 1844, σε καθεστώς συνταγματικό αποτελεί μια θετική εξέλιξη.

Ωστόσο, το συγκεκριμένο Σύνταγμα υπολείπεται κατά πολύ από το επίπεδο συνταγματισμού στο οποίο είχαν κατορθώσει να φτάσουν οι επαναστατημένοι Έλληνες. Είναι ένα Σύνταγμα συντηρητικό, γιατί καθιερώνει τη μοναρχική αντί της δημοκρατικής αρχής. Κυρίως όμως, είναι συντηρητικό στην ιστορική θεώρησή του, αν συγκριθεί με τα προηγηθέντα Συντάγματα του Αγώνα. Από την άλλη, πρόκειται για ένα Σύνταγμα μετριοπαθές. Απ’ αυτό δεν λείπουν τα φιλελεύθερα στοιχεία (όπως ο σχετικά πλήρης κατάλογος των ατομικών ελευθεριών), καθώς επίσης και ορισμένα δημοκρατικά στοιχεία, ιδίως μάλιστα αν συνδυαστεί με τον πρωτοποριακό εκλογικό νόμο και την καθιέρωση σχεδόν καθολικού δικαιώματος ψήφου. Και σίγουρα αξίζει ιδιαίτερη αναφορά η περίφημη διάταξη του άρθρου 107, που αφιερώνει την τήρηση του Συντάγματος στον πατριωτισμό των Ελλήνων, μια διάταξη που κοσμεί όλα τα ελληνικά συντάγματα μέχρι σήμερα. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Σύνταγμα του 1844 δεν παραχωρήθηκε μονομερώς από τον μονάρχη, αλλά ψηφίστηκε από μια Εθνική Συνέλευση, που μπορεί να μην είχε κυρίαρχη εξουσία, υπήρξε ωστόσο απόρροια μιας κορυφαίας ιστορικο–πολιτειακής στιγμής, της εξέγερσης της 3ης Σεπτεμβρίου 1862.

Η κύρια και μεγάλη αδυναμία της συνταγματικής μοναρχίας δεν ήταν, ωστόσο, το Σύνταγμα του 1844 καθεαυτό, δηλαδή το συνταγματικό κείμενο, αλλά η αποτυχία εφαρμογής του στην πράξη. Όπως επισημαίνει ο Γ. Αναστασιάδης, «το Σύνταγμα του 1844 έμεινε στην ιστορία όχι βέβαια για τις θεσμικές του προβλέψεις αλλά για τις συνεχείς παραβιάσεις του». Η μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό ανήκει βέβαια στον Όθωνα, ο οποίος ποτέ δεν αντιλήφθηκε τη σημασία της «3ης Σεπτεμβρίου» και συνέχισε να «πολιτεύεται» σαν απόλυτος μονάρχης. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παραβλέπουμε και τις βαρύτατες ευθύνες της ελληνικής πολιτικής ολιγαρχίας, η οποία έβλεπε το Σύνταγμα ως ένα «εργαλείο» για την εδραίωση της εξουσίας της. Όπως αναφέρει και ο Νεοκλής Καζάζης, το Σύνταγμα του 1844 «ως επί το πλείστον έμεινε χάρτης άγραφος, μηδενός τηρήσαντος τας διατάξεις αυτού: μήτε των ολιγαρχικών οίτινες προυκάλεσαν την πολιτικήν εκείνην μεταβολήν, μήτε του Όθωνος, όστις το απεστρέφετο».

Τέλος, το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε το πρώτο Σύνταγμα του ελληνικού κράτους το οποίο εφαρμόστηκε – όσο εφαρμόστηκε – σε συνθήκες σχετικής σταθερότητας και με μια κάποια διάρκεια. Από την άποψη αυτή, μπορεί να θεωρηθεί ως ορόσημο της ελληνικής συνταγματικής ιστορίας και απαρχή των μετέπειτα εξελίξεων: μέσα από την εφαρμογή του, μέσα ακόμα από τις αδυναμίες και τις παραβιάσεις του, προετοίμασε το έδαφος για το Σύνταγμα του 1864.

Συμπερασματικά, και κάπως σχηματικά, μπορούμε να πούμε ότι το Σύνταγμα του 1844 υπήρξε μια τομή, όχι όμως και μια ρήξη (όπως θα ανέμενε κανείς από κάθε νέο Σύνταγμα). Τομή υπήρξε, διότι έβαλε τέλος στην απολυταρχία. Στην προσπάθειά του, όμως, να συμβιβαστεί με τα κεκτημένα της μοναρχίας, απέτυχε να επιφέρει τη ρήξη. Δημιούργησε, ωστόσο, τις συνθήκες και τις προϋποθέσεις για να εγκαθιδρυθεί η δημοκρατική αρχή με το συνταγματικό πολίτευμα του 1864.

 

Βιβλιογραφία


 

  • Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις Εθνική Συνέλευσις – Πρακτικά [1844], Ανατύπωση – ευρετήρια – δημοσιεύματα τύπου, Έκδοση της Βουλής των Ελλήνων, επιμ. Γ. Σωτηρέλης (1995).
  • Αλιβιζάτος, Νίκος, Εισαγωγή στην ελληνική συνταγματική ιστορία, τεύχος Α΄ 1821–1941 (1981).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, Πολιτική και συνταγματική ιστορία της Ελλάδας 1821–1941 (2001).
  • Αναστασιάδης, Γιώργος, ‘Η της Τρίτης Σεπτεμβρίου εν Αθήναις’ Εθνική Συνέλευση (1843–1844). Η ιστορική φυσιογνωμία της και οι διαδικασίες δημιουργίας του Συντάγματος του 1844 (1992).
  • Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004).
  • Δημάκης, Ιωάννης, Η πολιτειακή μεταβολή του 1843 και το ζήτημα των αυτοχθόνων και ετεροχθόνων (1991).
  • Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης, Το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ιστορικά κείμενα (1979)
  • Δρόσος, Γιάννης, Δοκίμιο ελληνικής συνταγματικής θεωρίας (1996).
  • Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999).
  • Κονιδάρης, Ιωάννης, «Κράτος και Εκκλησία το 1843», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 90–98.
  • Μάνεσης, Αριστόβουλος, «Το Βελγικό Σύνταγμα του 1831 και τα Ελληνικά Συντάγματα του 1844 και 1864», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, 150 χρόνια ελληνικού κοινοβουλευτικού βίου 1844–1994 (2000).
  • Μανιτάκης, Αντώνης, Οι σχέσεις της Εκκλησίας με το Κράτος-Έθνος στη σκιά των ταυτοτήτων (2000).
  • Μπιλής, Δημήτρης, «Ο εκλογικός νόμος του 1844: Θεσμική χειραφέτηση και πολιτικές υστεροβουλίες», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 137-150.
  • Παππαδούκας, Νικόλαος, Ιππόδαμος. Αρχαί Συνταγματικού δικαίου ή το Ελληνικόν Σύνταγμα σχολιασμένον (1848).
  • Πετρίδης, Παύλος, Σύγχρονη ελληνική πολιτική ιστορία, τ. Α΄ 1821–1862 (1994), τ. Β΄ 1862–1917 (1997).
  • Σαρίπολος, Νικόλαος Ι., Πραγματεία του Συνταγματικού Δικαίου (1851).
  • Σβώλος, Αλέξανδρος, «Η συνταγματική ιστορία της Ελλάδος» [1934], σε: Τα ελληνικά Συντάγματα 1822–1975/1986, επιμ. Λ. Αξελός – πρόλογος Ευ. Βενιζέλος (1998), σ. 55–104.
  • Φ. Σπυρόπουλος, Το δικαίωμα αντίστασης κατά το άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος (1987).
  • Τασόπουλος, Γιάννης, «Οι ατομικές ελευθερίες στο Σύνταγμα του 1844: Πολιτική τομή ή νομική εγγύηση;», σε: Ινστιτούτο Συνταγματικών Ερευνών, Η 3η Σεπτεμβρίου 1843 και το Σύνταγμά της. Αποτιμήσεις 150 χρόνια μετά (1999), σ. 99–110.
  • Τάχος, Αναστάσιος, Σκιαγραφία του πρώτου Ελληνικού Συμβουλίου της Επικρατείας (1835–1844) (1971).
  • Τρωϊάνος, Σπύρος / Δημακοπούλου Χαρίκλεια, Εκκλησία και Πολιτεία. Οι σχέσεις τους κατά τον 19ο αιώνα (1999).
  • Τσαπόγας, Μιχάλης, «Η Συνταγματική Μοναρχία: Περιεχόμενο και εφαρμογή του Συντάγματος του 1844», σε: Βουλή των Ελλήνων, 30 χρόνια από το Σύνταγμα του 1975. Τα ελληνικά Συντάγματα από το Ρήγα έως σήμερα (2004), σ. 55-58.
  • Φλογαΐτης, Θεόδωρος, Εγχειρίδιον Συνταγματικού Δικαίου, 2η έκδ. (1895).

 

Ακρίτας Καϊδατζής

Ο Ακρίτας Καϊδατζής είναι Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ (εκλογή: Ιούλιος 2015). Διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο, Πολιτική και Συνταγματική Ιστορία, Συνταγματικές Ελευθερίες. Ερευνητικά ενδιαφέροντα: Δικαστικός έλεγχος του νόμου, Ιστορία του συνταγματικού δικαίου, Σύνταγμα και πολιτική, Πολιτικός συνταγματισμός.

 

 *  Έχει δημοσιευθεί στο συλλογικό έργο: Ιστορία των Ελλήνων, τόμ. 12, Νεώτερος Ελληνισμός 1827- 1862 (επιμ. Γ.Αναστασιάδη), Εκδ. Δομή, 2η έκδ., σελ. 318-369. 

 * Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα  έγιναν από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Read Full Post »

Older Posts »