Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Άρθρα – Μελέτες – Εισηγήσεις’ Category

Το Θερμήσι και το Κάστρο του στην Ιστορία, τις Παραδόσεις και τα Δημοτικά Τραγούδια – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Το Κάστρο της Θερμησίας στην Ερμιονίδα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μεσαιωνικά μνημεία της Ερμιονίδας και υπάγεται στην αρμοδιότητα της Εφορείας Αρχαιοτήτων Αργολίδας. Εμφανίζεται στις γραπτές πηγές το 1347 ως Trémis στη διαθήκη του Gautier II de Brienne κόμη του Lecce, de jure δούκα των Αθηνών και de facto κυρίου του Άργους και της Ναυπλίας.

Μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς το 1460, το Θερμήσι όπως και άλλες περιοχές, παρέμεινε σε ενετικά χέρια. Το Θερμήσι αναφέρεται σε πολλά έγγραφα των τελών του 15ου αιώνα μαζί με της αλυκές της περιοχής. Το 1537 το κάστρο παραδόθηκε στον Οθωμανό Κασίμ πασά.

 Η θέση του πάνω στον επιβλητικό βράχο ύψους 300 μέτρων του επέτρεπε να προστατεύει τις πολύτιμες αλυκές της περιοχής και να λειτουργεί ως παρατηρητήριο για επιδρομές. Το 1715, οι Ενετοί το ανατίναξαν πριν αποχωρήσουν, ώστε να μην πέσει στα χέρια των Οθωμανών…

 

Δύο παλαιότατες μαρτυρίες που αναφέρονται στο βιβλίο «Acta et Diplomata Craeca medii aevi sacra et profama collecta ediderunt» των Franciscus Miklosich και Josephus Muller με θέμα τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Βενετών και Τούρκων για την καλοτυχία του κάστρου, εμπλουτίζουν τα πενιχρά στοιχεία της ιστορίας της Θερμησίας εκείνων των χρόνων και μαρτυρούν την παραχώρηση του κάστρου από τους Τούρκους στους Βενετούς.[1]

 

Κάστρο Θερμησίας. Φωτογραφία από τον ιστότοπο, «Περιήγηση στα Μνημεία της Αργολίδας». Εφορεία Αρχαιοτήτων Αργολίδας.

 

Στην πρώτη, με ημερομηνία 17 Μαρτίου 1480, σελ. 3, σημειώνεται:

 

«Του… σουλτάν Μουχαμέτ προς τους ευγενεστάτους άρχωντας και προβεδούρα του Ναυπλίου και της Μωνεμβασία… όταν επηήσαμεν συμφονίαν μετά την εκλαμπροτάτην αυθεντίαν της Βενετήας ή από τον δεσπότην του Μωρέως και εις τον καιρόν τις μάχης ενάρθησαν πάλην εκ της αυθεντίας μου, όλα να στρέφονται προς ημάς. εστέρχθηγουν και από τα δύο μέρη η τιαύτη συμφωνία. Νυν δε τα κάστρι τα λεγώμενα Θερμίς και Βάτηκα και Αμπερτόκαστρο ήταν πρότα εις την εξουσίαν τις αυθεντίας μου, και εις τον καιρόν τις μάχις επάρθησαν αφημών.  καθώς ήνε γνόριμων και φανερόν εις τους πάντες και «ουδέν αντιστράφησαν προς την αυθεντίαν μου, το ληπόν οι χρεοφειλέτε και οι χαρατζάρι της αυθεντίας μου φεύγουν και έρχοντε και κατοικούν εις τα ιρημένα κάστρι και ευγένουσιν και ζημιόνουν τον τόπον μου. επηδίκαι φάλεα της αγάπης μας διαλαμβάνουσιν, ότι να στρέφουντε τα ιριμένα κάστρι προς την αυθεντίαν μου και επιδί ουδέν αντιστράφηκαν να χαλαστούσιν, να ένε χαλαζμένα παντελός δια να μιδέν φεύγουν οι άνθρωποι της αυθεντίας μου…». (περισσότερα…)

Read Full Post »

Το μερίδιο των  Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822 – Αντώνης Ξυπολιάς


 

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

Δημοσιεύουμε σήμερα στο «Ελεύθερο Βήμα» ανακοίνωση του κ.  Αντώνη Ξυπολιά,  σχετικά με το μερίδιο των  Λυγουριατών από τα Λάφυρα της κατάκτησης του Ναυπλίου 1822, την επέμβαση της Διοίκησης και τη διαμάχη για τα λάφυρα, η οποία δοκίμασε την αλληλεγγύη, την ενότητα και την αξιοπρέπεια της τοπικής κοινωνίας.

 

Ο Σταϊκόπουλος κυριεύει το Παλαμήδιον.

Μετά την άλωση του Ναυπλίου το 1822, τα λάφυρα της πολιορκίας κατανεμήθηκαν σε χίλια μερίδια. Από αυτά, τα εκατό αποδόθηκαν στο Εθνικό Ταμείο και τα υπόλοιπα διανεμήθηκαν στους αρχηγούς των στρατιωτικών σωμάτων, ανάλογα με τη δύναμη κάθε σώματος [1].

Μερίδιο έλαβαν και οι Λυγουριάτες, οι οποίοι, με αισθήματα υπερηφάνειας, τα μετέφεραν στο χωριό και τα εμπιστεύθηκαν για φύλαξη στον καπετάνιο τους, τον Δημήτρη Λιάτα [2].

«Ημείς όταν επήραμε τα λάφυρα του Αναπλιού δηλ. την αναλογία μας, τα φέραμε  εις το χωρίον όλη μας η συντροφιά ως είμεθα εις τον ιερόν Αγώνα της πατρίδος και τα βάλαμε εις του καπετάνιου το σπίτι, διά ναν τα μεράσωμεν, να πάρει την αναλογία του ο καθείς και σήμερον-αύριο να μας τα μεράση…»[3].

 

Για δύο και πλέον χρόνια, όσο ο Αγώνας συνεχιζόταν, τα λάφυρα αυτά συμβόλιζαν την κοινή προσπάθεια, την αλληλεγγύη και την ενότητα της τοπικής κοινωνίας, καθώς και τη συμμετοχή της σε μια περήφανη νίκη.

 

Η στρατιωτική κινητοποίηση του 1825 και το Μανιάκι

 

Τον Απρίλιο του 1825, εν μέσω της εισβολής του Ιμπραήμ πασά, η επαναστατική Διοίκηση ζήτησε από το Λυγουριό να συνεισφέρει 30 ενόπλους [4] – έναν εντυπωσιακό αριθμό για ένα χωριό μόλις 40 οικογενειών – υπό τον καπετάν Μητρολιάτα[5]. Η διαταγή όριζε ότι έπρεπε να ενσωματωθούν στην επαρχιακή δύναμη Ναυπλίου και να κινήσουν άμεσα με κατεύθυνση την  Μεσσηνία[6], όπου οι δυνάμεις του Ιμπραήμ πασά πολιορκούσαν το σημαντικό Νεόκαστρο[7].

Στις 20 Μαΐου 1825, στη μάχη του Μανιακίου, ο καπετάνιος και δώδεκα ακόμη Λυγουριάτες σκοτώθηκαν πολεμώντας υπό τον Παπαφλέσσα[8].

 

Η μάχη στο Μανιάκι

 

Η απώλεια συγκλόνισε την κοινότητα: η χήρα του καπετάνιου «εζουρλάθη διά  λύπην του άνδρός της», ένα παιδί της «εδαιμονίσθη» και τα άλλα δύο ασθένησαν[9].

Το χωριό βυθίστηκε σε συλλογικό πένθος. Όμως νέα διαταγή του Επαρχείου Ναυπλίου υπ.αρ. 495 /9 Ιουνίου 1825 διέταζε τη δημογεροντία Λυγουριού: «Κατά την Σ. Διαταγήν της Διοικήσεως όλοι οι φέροντες όπλα αναμεταξύ 24 ωρών να εισβάλωσι κατά του εχθρού του επαπειλούντος την Πατρίδα, χωρίς εξαίρεση πολιτικών και πολεμικών»[10].

Οικογένειες  βουτηγμένες στο πένθος για την πρόσφατη θυσία των παιδιών τους στα βουνά της Μεσσηνίας  έπρεπε, μέσα σε λίγες μόνο μέρες, να κατευοδώσουν και τ’ άλλα τους παιδιά, που έπαιρναν τον δρόμο προς το μέτωπο του πολέμου. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Οικογένεια Ζέρβα εκ Κρανιδίου (18ος– αρχές 20ου αιώνα) – Γιάννης Μ. Σπετσιώτης


 

Εισαγωγή – Ιωάννης Ζέρβας – Κωνσταντίνος Ζέρβας του Ιωάννη – Ιωάννης Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Αριστείδης Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Γεώργιος Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Νικόλαος Ζέρβας του Αριστείδη – Νικόλαος Ζέρβας του Γεωργίου – Ανδρέας ή Αναγνώστης Ζέρβας του Ιωάννη – Αναγνώστης ή Λογοθέτης Ζέρβας του Κωνσταντίνου – Βιβλιογραφία

 

Εισαγωγή

 

Το επίθετο Ζέρβας έχει αρβανίτικη ρίζα και σημαίνει αυτόν που έχει δυνατή φωνή, δηλαδή τον βροντόφωνο.[1] Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες η οικογένεια Ζέρβα έχει ηπειρώτικη καταγωγή. Κάποιοι θεωρούν ως γενέτειρά τους το Σούλι και άλλοι το χωριό Ζερβό της Πρέβεζας.[2]

Το 1456 οι Αρβανίτες Ζερβαίοι μαζί με άλλους Αρβανίτες, που είχαν εγκατασταθεί σε περιοχές της Δυτικής Αττικής, εκδιώχθηκαν και ήλθαν σε χωριά της Κυνουρίας. Γρήγορα, όμως, από τα ορεινά, άγονα και φτωχά μέρη της επαρχίας μετοίκησαν στο Κρανίδι, στην Ύδρα και τις Σπέτσες.

Στο Κρανίδι οι Ζερβαίοι «ρίζωσαν» και μια ολόκληρη περιοχή πήρε το όνομά τους. Στη βενετική απογραφή του 1700 έζησε ο παπα – Δήμας Ζέρβας, εφημέριος σ’ έναν από τους οκτώ συνοικισμούς που είχε χωριστεί το Κρανίδι, με δεκαεννέα οικογένειες στην εποπτεία του.[3] Κατά τον 19ο αιώνα η οικογένεια Ζέρβα αναδείχθηκε από τις διαπρεπέστερες του Κρανιδίου δίνοντας ηρωικούς αγωνιστές στον αγώνα υπέρ της ανεξαρτησίας της Πατρίδας και στη συνέχεια βουλευτές, δημάρχους, επιστήμονες και εκλεκτούς εργάτες της γης και της θάλασσας. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Μελετώντας της απαρχές του αντικομμουνισμού. Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920 στην Ελλάδα – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Μια συστηματική έρευνα περί αντικομμουνισμού είναι λογικό να απαιτεί, πριν απ’ όλα, μια λεξικογραφική-εννοιολογική προσέγγιση της λέξης, καθώς κάτω από τον όρο «αντικομμουνισμός» εντάχθηκαν κατά καιρούς τόσο οι πολιτικές ενός κράτους επιτιθέμενου στην κομμουνιστική ιδεολογία, οργάνωση ή πρακτική, όσο και οι αντεργατικές πολιτικές, οι φασιστικές και ακροδεξιές οργανώσεις αλλά και ο απλός λόγος των λαϊκών ανθρώπων εναντίον των κομμουνιστών.

Η αφίσα φέρει το μήνυμα «Έλληνες προσοχή!» και απεικονίζει την αντιομμουνιστική προπαγάνδα της εποχής, με την απειλή του κομμουνισμού (Κ.Κ.) να συνθλίβεται κάτω από τα παραδοσιακά τσαρούχια.

Η δική μας μικρή έρευνα σε ελληνικά και ξένα λεξικά και εγκυκλοπαίδειες, έδωσε τα εξής στοιχεία: Στα γαλλικά ετυμολογικά λεξικά όπως το MicroRobert και το Petit Robert δεν υπάρχουν παρά ορισμοί του τύπου «opposition au communisme» (Micro-Robert, 2006) ή «hostilité au communisme» (Petit Robert, 1997).

Στα ελληνικά λεξικά όπως το Νέο Ελληνικό Λεξικό, 1995, του Ε. Κριαρά ή το Μείζον Ελληνικό Λεξικό, 1997, του Φυτράκη υπάρχουν αντίστοιχοι ορισμοί του τύπου «θεωρία ή ενέργεια που αντιτίθεται στον κομμουνισμό» και «το σύνολο των θεωριών και ενεργειών που στρέφονται κατά του κομμουνισμού».[1] Στην Αγγλία δε, τα μεγάλα λεξικά όπως το Oxford Reference dictionary (Oxford 1986) και το Oxford Thesaurus (Oxford 2004) δεν αναφέρουν καν τη λέξη.

Στη συνέχεια κοιτάζοντας σε κοινωνιολογικού τύπου λεξικά όπως το Επίσημο εννοιολογικό λεξικό των επιστημών του ανθρώπου (Αθήνα 1992), το Dictionnaire historique de la vie politique francaise (Paris 2003), το Collins Dictionary of Sociology (London 2000) και το Oxford Dictionary of Sociology (Oxford 2005) διαπιστώθηκε ότι και σε αυτά απουσιάζει μια πλήρης εξήγηση του όρου, αφού ακόμη και στο γαλλικό λεξικό, το μοναδικό στο οποίο αναφερόταν η λέξη, δεν υπήρχε κάποιος σαφής ορισμός του τι είναι αντικομμουνισμός (αν και υπήρχε η σημαντική διευκρίνιση ότι ο όρος χρησιμοποιήθηκε κυρίως από τους κομμουνιστές για να χαρακτηρίσει την πολιτική του κράτους απέναντί τους, και όχι από αυτούς που τον «εξασκούσαν», και αυτό για να μην προσδώσουν ανεπιθύμητο ειδικό βάρος στους κομμουνιστές).

Έτσι, σχεδόν αναγκαστικά απέμειναν οι λεπτομερείς αναλύσεις της Συγκριτικής Εγκυκλοπαίδειας Μαρξισμός, Κομμουνισμός και Δυτική κοινωνία (Αθήνα 1976), της Μεγάλης Σοβιετικής Εγκυκλοπαίδειας (Αθήνα 1986), καθώς και του μοναδικού αναλυτικού βιβλίου περί αντικομμουνισμού που έχει γραφτεί στη Γαλλία, των Μπεκέρ και Μπερστάιν, Ιστορία του Αντικομμουνισμού στη Γαλλία.[2] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ο ελαιώνας του Λυγουριού και η εξέλιξή του από τον 14ο στον 19ο αιώνα – Αντώνης Ξυπολιάς


 

Ο ελαιώνας του Λυγουριού στην Αργολίδα, κοντά στην Αρχαία Επίδαυρο, καλύπτει μια απέραντη έκταση, αποτελώντας τη βάση για την παραγωγή του πιστοποιημένου ΠΟΠ (Προϊόν Ονομασίας Προέλευσης) ελαιολάδου «Λυγουριό Ασκληπιείου».

Στην περιοχή επικρατεί η ποικιλία «Μανάκι» ή «Αγουρομάνακο» σε ποσοστό 80%, ενώ η «Κορωνέϊκη» κατά 10% και η «Αθηνολιά» κατά 10%. Ο ελαιώνας αποτελεί σημαντικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας και πολιτιστικής κληρονομιάς της Επιδαύρου…

 

Τεκμήρια του 14ου αιώνα δείχνουν ότι, στα χρόνια της φεουδαρχίας, οι ακτήμονες κάτοικοι του Λυγουριού καλλιεργούσαν με ξύλινο αλέτρι τα χωράφια του γαιοκτήμονα και απέδιδαν μέρος της συνολικής παραγωγής, το λεγόμενο γεώμορο.

Το φθινόπωρο του 1365, ο διοικητής του κάστρου του Παλαιού Λυγουριού Michali Pandea, [1], και ο Theodoro [2] διαχειριστής του ηγεμόνα της Καστελλανίας της Κορίνθου, κατέγραφαν σε ειδικά κατάστιχα το γεώμορο συνολικού του χωριού σε μόδι (μονάδα μέτρησης σιτηρών και ελιών) και την αντίστοιχη αξία τους σε υπέρπυρα. Από τα κατάστιχα προκύπτει ότι το κρασί αποτελούσε το προϊόν με τη μεγαλύτερη αξία [3], ενώ κυριότερη ήταν η παραγωγή δημητριακών. Για τις ελιές, το γεώμορο συνολικά στο χωριό ανερχόταν σε 2 και ¼ μόδι (περίπου 1.155 κιλά), ενώ συγκριτικά για τα χαρούπια έφτανε τα 2.825 κιλά [4].

Στα κατάστιχα δεν αναφέρεται φορολογία λαδιού στο Λυγουριό, ενώ στην Καλαμάτα που επίσης ανήκε στον ίδιο ηγεμόνα (τον φιορεντίνο Νικόλα Ατζαγιόλι), προκύπτει φόρος χρήσης των πέτρινων ελαιοσπαστήρων [5], στα ελαιοτριβεία της εποχής.

Τέτοιοι ελαιοσπαστήρες [ρωμαϊκοί ταρπητές] εντοπίζονται και σε πολλές θέσεις στην αγροτική έκταση του Λυγουριού, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι συνθήκες ανασφάλειας που επικράτησαν κατά τους 12ο  και 13ο  αιώνες [6] φαίνεται πως οδήγησαν τον τοπικό, διασκορπισμένο πληθυσμό να εγκαταλείψει την ύπαιθρο και να συγκεντρωθεί κοντά και κάτω από το κάστρο, στην οχυρή θέση στους πρόποδες του Αραχναίου όρους.

 

Τμήμα χάρτη της Αργολιδοκορινθίας του Αντώνη Μηλιαράκη, 1886, με τη θέση του σημερινού Λυγουριού.

 

Κατά τα πρώτα χρόνια της Α’ Τουρκοκρατίας, ο Οθωμανός κατακτητής κατέστρεψε την οχυρή θέση της περιοχής του κάστρου και υποχρέωσε τον τοπικό πληθυσμό να μετακινηθεί κοντά στις πιο παραγωγικές εκτάσεις, όπου σταδιακά διαμορφώθηκε ο σημερινός οικισμός. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Από το μπακάλικο στο σούπερ μάρκετ: Αλλαγές στο λιανικό εμπόριο στην Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα – Ευφροσύνη Ρούπα και Ευάγγελος Χεκίμογλου


 

Στην έρευνα αυτή εξετάζουμε τη μετάβαση από το «παραδοσιακό παντοπωλείο» στις σύγχρονες μορφές πώλησης που βασίζονται στην αυτοεξυπηρέτηση του καταναλωτή σε μεγάλα, οργανωμένα σε διαμερίσματα, καταστήματα τύπου «σούπερ μάρκετ». Συγκεκριμένα, ορίζουμε τη μετάβαση αυτή ως τη διαδικασία επικράτησης των βασικών χαρακτηριστικών που διέπουν τα σούπερ μάρκετ σε ολόκληρο τον κλάδο του λιανικού εμπορίου τροφίμων, διαδικασία που είναι ταυτόσημη με την επικράτηση του καπιταλιστικού τρόπου οργάνωσης του κλάδου πάνω στη μικρή οικογενειακή επιχείρηση.

Για το «σούπερ μάρκετ», που εμφανίστηκε και εδραιώθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής στην περίοδο του Μεσοπολέμου, έχουν διατυπωθεί ποικίλοι ορισμοί, αλλά χάριν συντομίας θα αναφερθούμε στις κύριες συστατικές έννοιες:[1] (α) Μεγάλο μέγεθος καταστήματος. (β) Ενιαία ιδιοκτησία του καταστήματος. (γ) Μεγάλος όγκος πωλήσεων. (δ) Πώληση τυποποιημένων προϊόντων. (ε) Καταμερισμός των προϊόντων σε ξεχωριστά διαμερίσματα. (στ) Διευθέτηση των εμπορευμάτων κατά τρόπο που να επιτρέπει την πρόσβαση του πελάτη σε αυτά και την εκ μέρους του επιλογή. (ζ) Αυτοεξυπηρέτηση του πελάτη. (η) Μείωση του λειτουργικού κόστους λόγω της αυτοεξυπηρέτησης. (θ) Επιθετική πολιτική αγορών, δηλαδή εξαναγκασμός των προμηθευτών σε μεγάλες εκπτώσεις υπό την απειλή αποκλεισμού τους από τη λιανική αγορά. (ι) Προσπελασιμότητα αυτοκινήτων και συγκεκριμένα επαρκής χώρος στάθμευσης για μεγάλο αριθμό πελατών.

Όπως θα διαπιστωθεί στη συνέχεια, στην Ελλάδα αρκετά από τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά παρουσιάστηκαν, αν και αποσπασματικά, από τις αρχές του 20ού αιώνα, οπότε και λειτούργησαν σε κεντρική θέση στην Αθήνα μεγάλα παντοπωλεία ενιαίας ιδιοκτησίας, χωρισμένα σε διαμερίσματα, τα οποία εξυπηρετούσαν μεγάλο αριθμό πελατών.

Στην παρούσα μελέτη ως «παραδοσιακό παντοπωλείο» ορίζουμε το μικρό κατάστημα, συνήθως με έναν ή και περισσότερους πωλητές, που διαθέτει στο κοινό βασικά τρόφιμα, ποτά και είδη πρώτης ανάγκης. Η λέξη παντοπωλείο χρησιμοποιήθηκε στην ελληνική για να αντικαταστήσει την τουρκογενή λέξη «μπακάλικο» και η λέξη παντοπώλης για να αντικαταστήσει την αντίστοιχη λέξη «μπακάλης» (bakkal)[2] ̇ η τελευταία στην ελληνική απαντά συχνά ως «βακάλης» και «πακάλης», με την τροπή του «μπ» σε «β» ή «π».[3]

 

Κατάστημα Τροφίμων και Τυροκομικών προϊόντων, Αφοί Ν. Πετρόπουλοι, Άργος 1956.

 

Ελληνικές πηγές των μέσων του 19ου αιώνα δίνουν έμφαση στα παστά ψάρια, το λάδι και τις ελιές ως εμπορεύματα προσδιοριστικά του επαγγέλματος του μπακάλη. Ένα δημοτικό άσμα από την Αδριανούπολη λέει:[4] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Ιατρικές σκέψεις για τη νεκροψία του πτώματος του Προέδρου της Ελλάδας, τον Κόμη Ι. Καποδίστρια – Διδακτορική του διατριβή του Pierviviano Zecchini (1802-1882)


 

Pierviviano Zecchini (Πιερβιβιάνο Τζεκίνι, 1802-1882)

Ο Pierviviano Zecchini (Πιερβιβιάνο Τζεκίνι) ήταν Ιταλός γιατρός και συγγραφέας. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβα, όπως και ο Καποδίστριας. Όταν ο Zecchini ήρθε στην Ελλάδα, οι Έλληνες πολεμούσαν για να απελευθερωθούν από τους Τούρκους. Βίωσε από κοντά τις συνήθειες του ελληνικού λαού και απέκτησε φιλίες με ήρωες της Επανάστασης.

Ήταν στο Ναύπλιο, όταν οι Μαυρομιχαλαίοι δολοφόνησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια. Μετά από πρόσκληση της Ελληνικής Κυβέρνησης πραγματοποίησε τη νεκροψία του πτώματος του Έλληνα Προέδρου. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, κατέγραψε τις εμπειρίες και τις αναμνήσεις του από την Ελλάδα σε διάφορα έργα του.

Στο πρώτο έργο του με τίτλο, Riflessioni mediche nulla necroscopia del cadavere del Presidente della Grecia, il Conte G. Capodistria (Ιατρικές σκέψεις για τη νεκροψία του πτώματος του Προέδρου της Ελλάδας, τον Κόμη Ι. Καποδίστρια), το οποίο αποτέλεσε τη διδακτορική του διατριβή, αναφέρεται στις νέες ανακαλύψεις του σχετικά με τη λειτουργία της σπλήνας. Οι διαπιστώσεις του για την σπλήνα έλαβαν πολύ μεγάλη απήχηση και δημοσιεύτηκαν σε ιταλικά και διεθνή περιοδικά. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η συμμαχία Κανακάρη-Περρούκα-Χαραλάμπη στις συγκρούσεις Βουλευτικού-Εκτελεστικού κατά τα έτη 1823-1824 – Δημήτρης Μπαχάρας


 

Οι εμφύλιοι πόλεμοι των ετών 1823-1824 αποτελούν ένα θολό και σκοτεινό σημείο της Επανάστασης του 1821, ακατανόητο ακόμη στους περισσότερους, όχι τόσο λόγω μιας «στενοχώριας» που ξεκινάει ο Αγώνας με εμφυλίους, όσο λόγω της πολυπλοκότητας και της συνθετότητας των σχημάτων και των ομάδων που αντιτίθενται και συγκρούονται, τα οποία απέχουν πολύ από τα γενικά και απόλυτα διμερή σχήματα του τύπου «πρόκριτοι εναντίον οπλαρχηγών», «νησιώτες εναντίον προκρίτων» κ.ο.κ. που έχουν επικρατήσει. Έτσι, δεν είναι εύκολο να προσδιορίσει κανείς αν πρόκειται για έναν ή δύο εμφυλίους, ή πολλές συγκρούσεις μεταξύ περισσότερων στρατοπέδων, αν πρόκειται για μια σύγκρουση μεταξύ ετεροχθόνων, αυτοχθόνων, προκρίτων, νησιωτών, φαναριωτών, οπλαρχηγών ως κοινωνικές ή πολιτικές κατηγορίες, ή κάποιων συγκεκριμένων ανθρώπων με στοχευμένες φιλοδοξίες.

Ούτε καν σε επίπεδο καταγραφής των γεγονότων δεν καταφέραμε να ξεπεράσουμε την ιστοριογραφία των πρώτων χρόνων μετά τον Αγώνα, ώστε να σταματήσουμε να προσωποποιούμε το Βουλευτικό και το Εκτελεστικό και να τα δούμε ως αυτό που πραγματικά ήταν, δηλαδή, πολιτικές συμμαχίες συγκεκριμένων προσώπων μεταξύ τους στη δεδομένη χρονική συγκυρία.[1]

Θεωρούμε λοιπόν σημαντικό να ανιχνεύσει κανείς αυτά τα πρόσωπα, καθώς και την πρότερη αλλά και τη μεταγενέστερη πορεία τους στο πλαίσιο παλαιών και νέων συγκρούσεων, συμμαχιών, αλλά και ιδιαίτερων συμφερόντων. Γιατί οι σχέσεις μεταξύ τους και οι ομάδες κοινών συμφερόντων που διαμορφώνονταν εδράζονταν σε ένα οθωμανικό παρελθόν που όχι μόνο δεν είχε εξαφανιστεί με την έναρξη της Επανάστασης, αλλά αντιθέτως συνέχιζε να παίζει ενεργό ρόλο, ενώ ο τρόπος με τον οποίο οραματίζονταν τον εαυτό τους σε ένα μελλοντικό ελληνικό κράτος καθόριζε τις κινήσεις τους.

Στο επίκεντρο τίθεται σε αυτό το άρθρο η προϋπάρχουσα προεπαναστατικά δυνατή και ισχυρή συμμαχία των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη,[2] η οποία πρωταγωνιστεί στους εμφυλίους του 1823-1824, όχι μόνο λόγω της αφορμής της εκκίνησης των συγκρούσεων – η καθαίρεση του υπουργού Οικονομικών Χαράλαμπου Περρούκα[3] και του μέλους του Εκτελεστικού σώματος Σωτήρη Χαραλάμπη τον Νοέμβριο του 1823 σύμφωνα με αποφάσεις του Βουλευτικού σώματος -, αλλά και λόγω της βαθιάς εμπλοκής της στη διαδικασία σχηματισμού του νέου κράτους, ερχόμενη αντιμέτωπη με παλαιούς αλλά και νέους εχθρούς.

Πιο συγκεκριμένα, η συμμαχία των Περρούκα-Χαραλάμπη-Κανακάρη είχε αναδυθεί από το 1817 και εξής και βασικός της αντίπαλος ήταν η συμμαχία Λόντου-Ζαΐμη, με την οποία διαγκωνίζονταν με αφορμή συγκρουόμενα οικονομικά συμφέροντα, αλλά και τον διορισμό του εκάστοτε πασά, δραγομάνου, καδή ή άλλων θέσεων εξουσίας.[4] Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Επανάστασης είχαν ενταχθεί όλοι τους στη Φιλική Εταιρεία.

 

Η κατάληψη των Πατρών. Ο Αθανάσιος Κανακάρης καταλαμβάνει την Πάτρα.

 

Ο βεκίλης Δημήτριος Περρούκας είχε συμμετάσχει στον ηγετικό πυρήνα του σχεδιασμού της Επανάστασης,[5] ο ισχυρότερος πρόκριτος του Άργους Ιωάννης Περρούκας τροφοδοτούσε με όπλα κοντινές περιοχές κατά τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο 1821,[6] ο από τους ισχυρότερους πρόκριτους της Πάτρας και βεκίλης στην Κωνσταντινούπολη Αθανάσιος Κανακάρης είχε πολεμήσει στην πρώτη προσπάθεια κατάληψης της Πάτρας, ενώ ο ισχυρότερος πρόκριτος των Καλαβρύτων Σωτήρης Χαραλάμπης ήταν από τους πρώτους που είχαν ξεκινήσει τον ένοπλο αγώνα εναντίον των Τούρκων στις αρχές Μαρτίου 1821. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Τα Επτάνησα στην Τήνο. Έργα Επτανησίων καλλιτεχνών από τη συλλογή Παπαδόπουλου στο Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου – Νεβενία Παστάκα, Ιστορικός τέχνης


 

Το 1960 ο Αθανάσιος Παπαδόπουλος (εικ.1).  (1900-1971), επιχειρηματίας που δραστηριοποιούνταν στην Αθήνα με καταγωγή από το χωριό Πυργέλλα του Άργους, αποφάσισε να δωρίσει στο Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου τη συλλογή έργων τέχνης που είχε δημιουργήσει με τους γονείς του, μαζί με άλλα αντικείμενα αξίας που ανήκαν στην οικογένεια.[1]

 

Εικ.1. Προσωπογραφία Αθανασίου Παπαδόπουλου, έργο του Α. Γεωργιάδη, λάδι σε καμβά, 90×80 εκ., Πινακοθήκη Παπαδόπουλου, Πανελλήνιο Ιερό Ίδρυμα Ευαγγελιστρίας Τήνου.

 

Η μεταβίβαση της δωρεάς ολοκληρώθηκε το 1968 και αποτελείται από 161 έργα τέχνης, από διακοσμητικά, χρηστικά και προσωπικά αντικείμενα, έπιπλα και αντικείμενα ιστορικής σημασίας, τα οποία σήμερα εκτίθενται στην ομώνυμη Πινακοθήκη Παπαδόπουλου και στον χώρο του Δεσποτικού του Ιδρύματος της Ευαγγελιστρίας.[2] (εικ. 2).

 

Εικ.2. Άποψη της τοποθέτησης των έργων στην Πινακοθήκη Παπαδόπουλου.

 

Για τον Αθανάσιο Παπαδόπουλο καθώς και για τους γονείς του, Ανέστη και Πολυξένη Παπαδοπούλου, ελάχιστα έως μηδενικά πράγματα είναι γνωστά, εκτός της καταγωγής και της επαγγελματικής δραστηριότητάς τους, καθώς ήταν ιδιοκτήτες των λουτρών «Φοίνιξ» που βρίσκονταν στην Ομόνοια.[3]

 

Πορτρέτο της Πολυξένης Παπαδόπουλου. Έργο του Ιωάννη Σκαρλάτου (1907-1956). Λάδι σε καμβά, 85Χ103 εκ.

 

Πέρα από την πληροφορία αυτή όμως δεν έχουν βρεθεί άλλα στοιχεία για την οικογένεια. Στα Αρχεία του Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου και συγκεκριμένα στον Φάκελο της Πινακοθήκης Παπαδόπουλου, στον οποίο εμπεριέχονται τα έγγραφα της δωρεάς, δεν υπάρχουν αρχεία τα οποία να διασώζουν οποιαδήποτε πληροφορία για το πότε άρχισε να συστήνεται η συλλογή, αποδείξεις αγοράς, αλληλογραφία που να σχετίζεται με τις αγορές έργων τέχνης ή κατάλογοι εκθέσεων.[4] Τα μόνα στοιχεία είναι δύο χειρόγραφα πιστοποιητικά σημειώματα, τα οποία βρίσκονται επικολλημένα στο πίσω μέρος των έργων στα οποία αναφέρονται.[5] (περισσότερα…)

Read Full Post »

Η ελιά και το λάδι από την αρχαιότητα έως σήμερα – Γεώργιος Ζέρβας, π. Πρύτανης Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών


 

Εισαγωγή

Το θέμα του άρθρου είναι η ελιά και το λάδι. Λέξεις σε όλους μας γνωστές, καθημερινές και συχνές, ιδιαίτερα στην όμορφη Ερμιονίδα που έχει μακρά παράδοση στην ελαιοκαλλιέργεια και την παραγωγή του φημισμένου ποιοτικού της ελαιόλαδου.

 

Ελιά η ευλογημένη… στο Ηλιόκαστρο (Φωτογραφία: Ρίνας Λουμουσιώτη).

 

Η ελιά χαρακτηρίζεται ως δένδρο ιερό και τιμημένο, ταπεινό και ζωηφόρο, αιωνόβιο που από τα πολύ παλιά χρόνια τρέφει τους Έλληνες και όχι μόνο, στεφανώνει τους νικητές, ζεσταίνει τις κρύες ημέρες του χειμώνα, και συντηρώντας μια μικρή φλόγα με το λάδι των καρπών της στο καντήλι απευθύνει προσευχή και ευχαριστία, εκπέμποντας πνευματικότητα και δύναμη.

Η ελιά αποτελεί μια ξεχωριστή παρουσία στο τοπίο και τον πολιτισμό της Χώρας μας που χάνεται στα βάθη του χρόνου και του μύθου, που έχει αποτελέσει, μεταξύ άλλων, αγαπημένο θέμα για την τέχνη που καταγράφει παραστάσεις, έννοιες και βιώματα και εικαστικές αναφορές στον χώρο και τον χρόνο. Αποτέλεσε, και εξακολουθεί να αποτελεί, ανεξάντλητη πηγή καλλιτεχνικής έμπνευσης και δημιουργίας εικαστικής, ποιητικής, λογοτεχνικής, κ.ά. με τη μορφή της, το χρώμα της, το φως και την αίσθηση γαλήνης που αναδύει.

Η ελιά αγαπήθηκε, υμνήθηκε και τιμήθηκε σαν γυναίκα ή σαν η «ελιά η τρελή», η ιερή. Της αποδόθηκε θεϊκή προέλευση, ιερότητα και συμβολικό περιεχόμενο, ιδιαίτερα από τους Έλληνες, περισσότερο από κάθε άλλο Μεσογειακό πολιτισμό. Θεωρείται σύμβολο της αθανασίας, της καρποφορίας, της αφθονίας, της νίκης, της σοφίας και της συμφιλίωσης.

Από την Ελληνική και Αιγυπτιακή Μυθολογία, η ελιά παρουσιάζεται ως θεϊκό δώρο στους θνητούς και μέχρι σήμερα, τον αιώνα της παγκοσμιοποίησης, παραμένει ένα από τα ελάχιστα στοιχεία του Μεσογειακού πολιτισμού που δεν έχει αλλοιωθεί.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η ελιά κατάγεται από τις χώρες της Ν. Ασίας, ενώ κατ’ άλλους από τη Συρία. Δεν υπάρχουν σαφείς ενδείξεις για το πότε άρχισε η καλλιέργεια της ελιάς στη Μεσογειακή λεκάνη, ούτε για τον τρόπο διάδοσής της. Θεωρείται ότι στη Χώρα μας έφτασε ή με τα περιττώματα των αποδημητικών πτηνών ή με την ανάπτυξη της θαλάσσιας επικοινωνίας. Από σχετικές μελέτες προκύπτει ότι η ελιά, ως αγριελιά, καλλιεργούνταν από την παλαιολιθική και μεσολιθική περίοδο, ενώ ίχνη ελιάς, ως απολιθωμένα φύλλα, βρέθηκαν στην Καλδέρα της Σαντορίνης που χρονολογούνται πριν 50.000 με 60.000 χρόνια.

Ιστορικές πηγές αναφέρουν ότι η ελιά καλλιεργήθηκε αρχικά στην Κρήτη, στο τέλος της ενετοκρατίας και κυρίως επί τουρκοκρατίας, ενώ στη Μυθολογία αναφέρεται ότι το πρώτο δένδρο ελιάς φύτρωσε στην Ακρόπολη και το δεύτερο στον ελαιώνα της Ακαδημίας. Πινακίδες που βρέθηκαν στα ανάκτορα του Νέστορα στην Πύλο και την Κνωσσό, διέσωσαν τα ιδεογράμματα που χρησιμοποιήθηκαν από τους ανακτορικούς γραφείς για να δηλωθεί συντομογραφικά το ελαιόδεντρο, ο ελαιόκαρπος και το ελαιόλαδο. Σημαντικές πηγές πληροφόρησης για την ελαιοκαλλιέργεια στη Χώρα μας, αλλά και για την εξέλιξη της τεχνολογίας παραλαβής ελαιόλαδου από τον ελαιόκαρπο, αποτελούν κυρίως τα μοναστηριακά αρχεία.

 

Το μάζεμα της ελιάς. Μελανόμορφος αττικός αμφορέας που αποδίδεται στον ζωγράφο του Αντιμένη, περίπου 520 π.Χ. Βρέθηκε στο Vulci της Ιταλίας. Βρετανικό Μουσείο.

 

Στην περιοχή μας, στη θέση Μπουζέικα, δεξιά από το ξενοδοχείο ΝΙΚΙ BEACH στο Πορτοχέλι, υπάρχουν απομεινάρια της πόλης των Αλιέων η οποία τον 7ο π.Χ. αιώνα αριθμούσε περί τους 450 κατοίκους. Η πόλη αυτή έφθασε στην ακμή της τον 6ο  με 4ο αιώνα π.Χ. με 2.500 κατοίκους οι οποίοι είχαν αναπτύξει σημαντική εμπορική δραστηριότητα στηρίζοντας την οικονομία της πόλης στην εμπορική εκμετάλλευση του ελαιόλαδου. Στα ευρήματα της περιοχής αυτής έχει εντοπιστεί ένας αριθμός ελαιοπιεστηρίων (ελαιομύλων) της εποχής και μεγάλα πιθάρια αποθήκευσης ελαιόλαδου που αποδεικνύουν το μέγεθος της παραγωγής ελαιόλαδου την εποχή εκείνη. (περισσότερα…)

Read Full Post »

Older Posts »