Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Μοναστήρια’ Category

Η Ιερά Μονή της Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)


 

Βρίσκεται ανάμεσα στα απότομα βράχια της νότιας πλευράς του βουνού Φαρμακά σε υψόμετρο 1110 μέτρων και απέχει 12 χλμ. από τα ερείπια του Παλαιού Γυμνού, 13 χλμ, από το σημερινό Γυμνό, 27 χλμ. από τη Νεμέα και 40 χλμ, από το Άργος διαμέσου του χωριού Στέρνας, μέσα σε μικρό σπήλαιο και επονομάζεται «Η Κοίμησις της Θεοτόκου». Πήρε το όνομα από το βουνό Φαρμακάς, που έχει ύψος 1615 μέτρα, στο οποίο φυτρώνουν φαρμακευτικά βότανα. Το Γυμνό είναι κτισμένο σε πλαγιά με θαυμάσια αμφιθεατρική διάταξη και είχε κατά την απογραφή του 2001 κατοίκους 470. Από το 1834 – 1840 αποτελούσε το δήμο Γυμνού με 61 οικογένειες, 330 κατοίκους και Δήμαρχο τον Κ. Σταματέλο. Από το 1840 – 1912 άνηκε στον τέως δήμο Αλέας. Από το 1912 – 1998 αποτελούσε μαζί με την Τσιρίστρα την Κοινότητα Γυμνού, από 1999-2010 άνηκε στο δήμο Λυρκείας και σήμερα ανήκει στον υπερδήμο Άργους – Μυκηνών.

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ο Ναός προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο μεγαλύτερο μέρος του βρίσκεται χωμένος μέσα στο βουνό, σε φυσικό σπήλαιο και είναι χωρισμένος σε τρία μέρη: τον Πρόναο, τον κυρίως ναό και το Ιερό Βήμα. Η Αγία Τράπεζα δεν είναι χωριστή, αλλά σκαλιστή μέσα στο βράχο, σαν κατακόμβη. Το τέμπλο είναι παλαιό και μαυρισμένο από τους καπνούς, αλλά οι γύρω τοίχοι ασβεστωμένοι.

Μια ντόπια παράδοση τοποθετεί την ίδρυση της μονής στα μέσα του 13ου αιώνα (το έτος 1246) χωρίς να μπορούμε να τη δεχτούμε σαν αληθινή, αλλά ούτε και να την απορρίψουμε.

Όσοι μέχρι σήμερα ασχολήθηκαν με την Μονή:

  1. Ο μακαριστός Χρυσόστομος ο Β’ Μητροπολίτης Αργολίδας (Αι Ιεραί Μοναί Αργολίδας, Χριστιανική Εστία Άργους, 1961).
  2. Γ. Παπασταύρου: (Οδοιπορικό στους Ιερούς χώρους της Αργολίδας, Πάτρα 1984).
  3. Εμμανουήλ Δ, Παυλίδης: (Σπήλαια και βυζαντινές αρχαιότητες, Πελοποννησιακά, Παράρτημα 23. Πρακτικά Γ’ Τοπικού Συνεδρίου Κο­ρινθιακών Ερευνών. Αθήναι 1999 σ. 420).
  4. Παναγιώτα Κωνσταντοπούλου-Δωρή: (Η Πολυώνυμος Δέσποινα και τα επώνυμα προσκυνήματά της, Προσωνυμίαι, Τόμος 4ος Πελοπόννησος , Αθήναι 2002 σ. 93-94), και
  5. Ο αείμνηστος συνάδελφος και λογοτέχνης (Ορνεάτης) από το Γυμνό Γιάννης Καραργύρης: Το μοναστήρι της Παναγίας του Φαρμακά, Αθήνα 1995, αναφέρουν, ότι καμμία πηγή δε βρέθηκε και όσα δημοσίευσαν τα στηρίζουν στην παράδοση.

Από έρευνά μας όμως στα Γ.Α.Κ. βρήκαμε τις παρακάτω πηγές σχετικά μ’ αυτή, τις οποίες για πρώτη φορά ανακοινώνουμε.

Κάποιος Ιερομόναχος Ιωακείμ με άλλους επτά μοναχούς κατέφυγαν το 1821 στο χωριό Γυμνό, για να γλυτώσουν την οργή των Τούρκων από την I. Μ. Ξενοφώντος του Αγίου Όρους μεταφέροντες όσα πράγματα μπορούσαν. Επειδή ο Ιωακείμ πέθανε πριν ένα χρόνο (το έτος 1823) και ξένοι άνθρωποι εσφετερίστηκαν τα πράγματά του, ζήτησαν στις 31.8.1824 από το Υπουργείο της Θρησκείας να τους αποσταλεί όλη η περιουσία του μακαρίτη.

 Προς το Σεβαστόν Υπουργείον της θρησκείας.

Ιωακείμ τις ιερομόναχος εκ του Ιερού Κοινοβίου της εν Αγίω Όρει Μονής Ξενοφώντος επί της ελεεινής αναδουλώσεως του Αγιωνύμου Όρους καταφυγών ενθάδε μ’ όσα εδυνήθη να συμπαραλάβη πράγματα του Μοναστηρίου και κατοικήσας εις χωρίον Κορίνθου Γυμνόν, εμακαρίσθη προ έτους. Ημείς οι συγκοινοβιάται του εν όσω έζη ο μακαρίτης, δεν τον εζητήσαμεν τίποτε, αφ’ όσα είχον, ως κοινά, σεβόμενοι την ηλικίαν και τον χαρακτήρα του. Τώρα δε επειδή επληροφορήθημεν, ότι απέθανε και ότι άνθρωποι ξένοι και κοσμικοί εσφεστερίσθησαν τα πράγματά του. Άλλα μεν ο Άγιος Κορίνθου, άλλα δε οι Γύμνιοι και ημείς ευρισκόμεθα επί ξύλου κρεμάμενοι, ένθα κακείσε περιφερόμενοι ενδεείς, ανάπηροι και του επιου­σίου άρτου υστερημένοι, τινές δε και ασθενείς, παρακαλούμεν θερμώς και μετά δακρύων το Σ. τούτο υπουργείον, να στείλη έντονον και δραστήριον Διαταγήν εις τους ειρημένους, άμα δε και επίτιμον εκκλησιαστικόν κατ’ εκείνων, οίτινες ήθελον εθελοκακήσωσι, να αποστείλωσιν ενθάδε την περιουσίαν όλην του μακαρίτου, της οποίας, καθόσον ενεθυμήθημεν και όσον επληροφορήθημεν εμπερικλείομεν κατάστιχον δια να παρηγορηθή η ακαμάχητος ανάγκη και αφόρητος ένδειά μας. Όντες δε βέβαιοι δια τας φιλοδικαίους φιλάνθρωπους πράξεις και θερμουργούς ενεργείας του υπουργείου, μένομεν μόλον το ανήκον σέβας[1].

Τη 31 Αυγούστου 1824 εν Ναυπλίω

Οι πρώην κοινοβιάται εν τη Μονή Ξενοφώντος του εν τω Αγιωνύμω Όρει και πατριώται: Ιγνάτιος Συμειών Κεσαρεύς, Διονύσιος μοναχός Βούλγαρης, Τρύφων μοναχός Ρουμελγιότης, Αγάπιος Γιοργόπουλος Κουτσοποδιότις, Δαμιανός Κριτηκός, Δαμασκηνός Πελοπονήσιος και Γριγόριος Ζαγουρέος.

 

Ο Ιερομόναχος Κύριλλος Τρεχάκης από τη Χίο για να αποφύγει τη σφαγή των Τούρκων αναχώρησε από τη Χίο και ήρθε το 1822 με τον εικοσαετή αδελφό του Νικόλαο στον ιερό χώρο της Μονής Φαρμακά. Στις 27.9.1828 απέστειλε στον Έκτακτο Επίτροπο Αργολίδας τον παρακάτω κατάλογο καταγραφής της περιουσίας της μονής. [2]

Προς τον Σ. Έκτακτον Επίτροπον της Αργολίδος

Έλαβον την υπ’ αριθ.1741 διαταγήν της Επιτροπείας ταύτης. Λαμβάνω την τιμήν του να εξιστορήσω την αλήθειαν. Εγώ είμαι Χίος. Μετά την καταστροφήν της Χίου κατέφυγον εις Πελοπόννησον καθώς και Χίων πολλοί, μετά και τίνος αυταδελφού μου εικοσαετούς. Ευρέθη το μονήδριον τούτο εις το οποίο καθησύχασα μετά του αδελφού μου, μετά του οποίου και ενός οναρίου ζώμεν περιφερόμενοι καθημέραν από τα ελέη. Εκείνα όσα του μονηδρίου τούτου, ιδού τα κατέγραψα εις ιδιαίτερα όσα γνωρίζω έως ώδε. Αν είναι και περισσότερα ή και γράμματα οι κάτοικοι Γυμνού έπεται να τα γνωρίζωσιν. Εγώ δε παρακαλώ, αν ορίζη η Κυβέρνησις να μ’ αφήση να τρέφωμαι ως καταδεδιωγμένος εκ της Χίου και πάροικον εδώ, έως ου οικονομήση ο Κύριος την αποικίαν μου εις την πατρίδα μου. Μένω μ’ όλον το σέβας ή να με οδήγηση που να τρέφωμαι.

Τη 27 Σεπτ: 1828 εκ Γυμνού. Ο Ευπειθής ( Τ. Υ.) Κύριλλος Ιερομόναχος.

 

Κατά την υπ’ αριθ. 1741 καταγράψω την κατάστασιν του ιερού καταστηματίου του κατά το χωρίον Γυμνόν.

Έχει γην στρεμμάτων δέκα 10 περί το μοναστήριον. Αφιέρωμα παλαιόν του ποτέ Γερομήτρου Γυμνοΐτου και άλλων. Έχει γην στρεμμάτων δύο 2 εις την Χιλιομοδούν πλησίον του μοναστηρίου, αφιέρωμα περσινόν της Αικατερίνης Γυμνοϊτίσσης.

Είχεν γήν δύο ζενγαρίων μ’ αχούρι και εκκλησίαν. Τα κατεκυρίευσαν οι Οθωμανοί. Μετά την Επανάστασιν τα έλαβεν ο Νικόλαος Αγγελοκαστρίτης υπό την εξουσίαν του και έκτοτε τα σπείρει λέγων ότι τα ηγόρασεν από το Έθνος. Έχει σφακτά τριάκοντα και οκτώ αυθεντικά εις υπό την εξουσίαν των εγχωρίων και λαμβάνει το μοναστήρι κατ’ έτος δεκαεννέα και ήμισυ σφακτά. Είναι όμως τα σφακτά πενήντα οκτώ. Έχει ελαίας ρίζας εξ 6 εις τον Ζαμπύργον. Είναι όμως οκτώ αφιέρωμα του Γερομήτρου Γυμνοΐτου.

Ιερά σκεύη: Έχει άγια λείψανα τμήματα τέσσερα εκ των του Αγίου Όρους, άπερ έμειναν αφιέρωμα εκ τίνος Ιωακείμ αποθανόντος εδώ. Κανδήλας έμπροσθεν των αγίων εικόνων ασημένιας δύο, το μεν ως δράμια τριάκοντα, το δε ως είκοσι.

Οι έν αυτώ συνασκούμενοι: Ιερομόναχος Κύριλλος μετά του αδελφού του ως είκοσι χρόνων και μετά ενός οναρίου, οίτινες περιφερόμενοι συνάζουσι τα αναγκαία εξ ελέους των χριστιανών.

Τη 27 Σεπτ. 1828 εκ μονής Γυμνον. Ο ευπειθής (Τ.Υ.) Κύριλλος Ιερομόναχος.

Στο Κατάστιχο των μοναστηριών της Πελοποννήσου με ημερομηνία 1η Φεβρουαρίου 1829 που συνέταξε η Εκκλησιαστική Επιτροπή (Μητροπο­λίτης Τριπόλεως Δανιήλ και οι Επίσκοποι Ταλαντίου Νεόφυτος και Ανδρούσης Ιωσήφ) το τρίμηνο Φεβρουαρίου – Απριλίου 1829 αναγράφεται: [3]

 …4. Μονήδριον τον Γυμνού έπ’ ονόματι της Θεοτόκου, κατά του Αγίου Γεωργίου.

Ιερά σκεύη: 1 ευαγγέλιον – 1 δισκοπότηρον αργυρούν και τα αναγκαία βιβλία. Κτήματα:

Χωράφια ξερικά στρέμ. 10 – ελαιόδενδρα 7. Ζώα: 45 αιγίδια και ουδέν άλλο. Ευρίσκεται χωρίς καλογήρους.

Ο Κύριλλος Τρεχάκης με τον αδελφό του έφυγαν, γιατί διορίστηκε εφημέριος Μαλανδρενίου – Στέρνας Άργους. Το 1840 επέστρεψε στη Χίο, όπου απεβίωσε στις 22.3.1863. [4]

Σήμερα στο ανώφλι της εισόδου του μοναστηριού υπάρχει επιγραφή, που γράφει με κεφαλαία γράμματα 1827 ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ Κ. Ρ. Κατά τον Καραργύρη τα αρχικά K.P. σήμαιναν το όνομα Κύριλλος.

Επίσης ήταν έρημο στις 9.4.1834, όπως αναφέρεται σε ονομαστικό κατάλογο των μοναχών της Επισκοπής Κορίνθου. [5] Στην απογραφή του έτους 1907 αναφέρεται ότι η μονή είχε έναν μοναχό.

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ι. Μονή Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο του Ιερού Ναού «Αγία Τριάς» Γυμνού (Παν. Κ. Βαρελάς Πρόεδρος, Σπυρίδων Ιερεύς Φιλιππόπουλος, Θεόδωρος Καραργύρης, Αθαν. Γρόσιος και Κων/νος Δημάκης μέλη) με το 8/14.9.1912 πρακτικό του αποφάσισε, ότι το ενοίκιο των ενοικιασθέντων για μια τετραετία αγρών στις θέσεις: Αγίου Γεωργίου, Κοδέλας, Κουργιαλού, Τετελέκου, Καμάρας, Συκόριζας καθώς και το οίκημα του ελαιοτριβείου Αγίου Ιωάννου θα περιέλθει στο ταμείο του Ιερού Ναού, το δε ενοίκιο των αγρών στη θέση Χιλιομοδού «να δοθή εις τον μοναχόν Κωνσταντίνον Ασημακόπουλον, όστις διαμένει εν τω μονηδρίω. Η Κοίμησις της Θεοτόκου εις το οποίον και οι αγροί της θέσεως Χιλιομοδού ανήκουσιν πρός συντήρησιν αυτού». [6]

Όπως φαίνεται σε έγγραφο της I. Μητρόπολης Αργολίδος ο Ενοριακός Ναός Γυμνού κατείχε μεταξύ των άλλων ακινήτων το έτος 1920 αγρούς 100 στρεμμάτων στη θέση Χιλιομοδού, τους οποίους νοίκιαζε και με το ενοίκιό τους φρόντιζε για τη συντήρηση του μοναχού Κων/νου Ασημακόπουλου, ο οποίος, όπως θυμούνται οι ηλικιωμένοι του χωριού μόναζε μέχρι το έτος 1940.

Κυρίως Ναός Ι. Μονής Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Κυρίως Ναός Ι. Μονής Παναγίας Γυμνού (Φαρμακά)

Ο Καραργύρης αναφέρει, ότι κατά την παράδοση στα χρόνια της Τουρκοκρατίας το μοναστήρι ήταν το ασφαλές καταφύγιο των κυνηγημένων ραγιάδων της περιοχής, όπου έβρισκαν στέγη, τροφή και προπάντων ασφάλεια, λόγω του δυσπρόσιτου του εδάφους και του φόβου των Τούρκων να φθάσουν ως τα λημέρια των Κλεφτών. Κατά τις περιόδους αυτές η μικρή εκκλησία μεταβάλλονταν σε σχολείο, όπου τα κυνηγημένα Ελληνόπουλα διδάσκονταν ανάγνωση και γραφή, κάτω από τη σκέπη της Παναγίας.

Κατά την περίοδο της Επανάστασης του 1821, ήταν το ορμητήριο των Κλεφτών και αρματωλών εναντίον των Τούρκων.

Στα χρόνια της Ιταλογερμανικής Κατοχής χρησιμοποιήθηκε από αντιστασιακή ομάδα Άγγλων σαμποτέρ υπό το λοχαγό Φρέυζερ (FRAZER), ως κρησφύγετο και αποθήκη πυρομαχικών και έπαιξε σπουδαίο ρόλο στην οργάνωση και συγκρότηση των δυνάμεων του λαού μας κατά του εχθρού.

Σήμερα το μοναστήρι συνδέεται με αμαξιτό χωματόδρομο μήκους 13 χλμ. από το Γυμνό, ο οποίος διατηρείται σε καλή κατάσταση λόγω των πολλών επισκεπτών του ορεινού συγκροτήματος και των Παιδικών Κατασκηνώσεων του δήμου Άργους στη θέση «Άγια Παρασκευή», που λειτουργούσαν προ ετών.

Το μοναστήρι φροντίζει το Εκκλησιαστικό Συμβούλιο Γυμνού, το οποίο στις 23 Αυγούστου τελεί ιερή πανήγυρη, όπου προσέρχεται πλήθος πιστών από τα γειτονικά χωριά, για να προσκυνήσει τη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Αυτή είναι μικρών διαστάσεων (20 περίπου εκατοστών) αργυρεπένδυτος. Φυλάσσεται καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους στον Ενοριακό Ναό του Γυμνού και μεταφέρεται στη μονή μόνον κατά την ημέρα της εορτής. Σ’ αυτή η Θεοτόκος εικονίζεται αριστεροκρατούσα τον Χριστό, το περίγραμμα του προσώπου της είναι λεπτότατης τέχνης.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] ΓΑΚ Υπουργείο Θρησκείας Φ.5 έγγρ. 260

[2] ΓΑΚ Γενική Γραμματεία Φ 132 έγγρ. 6 και 7.

[3] ΓΑΚ ΥΕΔΕ Φ 19 Κατάστιχον 031.

[4] Χρυσόστομος Β. Μητροπολίτης Αργολίδος «Εκκλησία Άργους και Ναυπλίου από της συστάσεως μέχρι σήμερα», τεύχος Β’. Αι ιεραί Μοναί, Χριστιανική Εστία Άργους, 1961.

[5] Α.Ι.Σ. Κορίνθου Φ Γενικά Μοναστηριακά 1834 – 1915.

[6] ΓΑΚ Υπουργείο Παιδείας Φ 439.

 

Ζωή Ξεν. Ηλία

Δασκάλα

Πρακτικά 2ου Συνεδρίου Κορινθιακών Σπουδών, «Ιστορικά Κορινθιακά Μοναστήρια», Κόρινθος 7-9 Οκτωβρίου 2011.  Κέντρο Ιστορικών και Λαογραφικών Σπουδών, Ανάτυπον, Κόρινθος, 2014.

 

Read Full Post »

Μονή Αγίου Μερκουρίου Λυγουριού


 

Η Μονή του Αγίου Μερκουρίου. Φωτογραφία: Σαραντάκης Πέτρος. Δημοσιεύεται στο «Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Αθήνα, 2007.

Η Μονή του Αγίου Μερκουρίου. Φωτογραφία: Σαραντάκης Πέτρος. Δημοσιεύεται στο «Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Αθήνα, 2007.

Στα νότια του Λυγουριού, σε μια γαλήνια ρεματιά τριγυρισμένη από βουνά με πολλές σπηλιές, ψηλά δέντρα, ξυλοκερατιές, ελιές, μια γέρικη ψηλή βαλανιδιά, άσημη και λησμονημένη βρίσκε­ται η βασιλική του Αγίου Μερκουρίου, απομεινάρι παλιάς και μεγά­λης ανδρικής μονής που είναι έρημη από το 1835.

Αυτό που έχει διασωθεί σήμερα είναι το καθολικό της μονής, ερει­πωμένα κελιά και ένα νεότερο μι­κρό ισόγειο κτίσμα.

Το καθολικό είναι ένα μικρό εκ­κλησάκι στον τύπο της απλής βα­σιλικής με δίριχτη κεραμοσκέπαστη στέγη. Η τοιχοποιία του είναι η αργολιθοδομή. Ανατολικά υπάρχει η ημικυκλική αψίδα του ιερού μ’ ένα μικρό παράθυρο. Όλοι οι τοίχοι είναι ασβεστωμένοι. Ένα μικρό παράθυρο υπάρχει και στη Ν. πλευρά. Η τοξωτή θύρα εισόδου είναι στη Β. πλευρά.

Εσωτερικά ο ναός είναι ουσιαστι­κά μονόχωρος, αλλά ένα μεγάλο τόξο που στηρίζει τη στέγη του, ξεκινώντας από το δάπεδο και διαγράφοντας ημικύκλιο, φαίνε­ται να τον χωρίζει σε δύο ίσα μέ­ρη. Οι απολήξεις του τόξου είναι σύμφυτοι πεσσοί. Ολόκληρος ο ναός είναι εικονογραφημένος.

Καλύτερα διατηρημένες είναι οι τοιχογραφίες του ανατολικού τμήματος, κοντά στο ιερό. Όλες οι παραστάσεις περικλείονται σε τετράγωνα ή παραλληλόγραμμα πλαίσια κόκκινης και άσπρης ται­νίας. Διακρίνονται μορφές αγίων και χριστολογικές σκηνές, ενώ στην οροφή, πολύ αμυδρά, άλλες μορφές. Στην οροφή του δυτικού τμήματος, μέσα σε μεγάλο δίσκο, φαίνεται πως υπήρχε, ο Παντο­κράτορας με αγγέλους. Στο Δ. τμήμα οι τοίχοι από τη μέση και κάτω έχουν ασβεστωθεί.

Το δάπεδο στο Α. τμήμα δημιουρ­γεί δυο χαμηλά πεζούλια εκατέ­ρωθέν του. Το ιερό είναι εντελώς αποκομμένο από τον υπόλοιπο ναό, εξαιτίας του κτιστού τέ­μπλου που έχει δύο ημικυκλικές θύρες ασύμμετρα τοποθετημέ­νες. Μεταξύ αυτών των θυρών υπάρχει παράσταση της Παναγίας Βρεφοκρατούσας και δεξιά του Χριστού. Στις γωνίες άγγελοι και στο κάτω τμήμα του τέμπλου πτυ­­χωτά υφάσματα που κρέμονται.

Ανθέμια και κλαράκια βρίσκονται στο εσωτερικό τμήμα των παραστάδων των θυρών. Και στο πάνω τμήμα του τέμπλου οι δώδεκα απόστολοι, που ανάμεσά τους έχουν τον Χριστό και την Παναγιά. Κάποια υπολείμματα τοιχο­γραφιών (συλλειτουργούντες ιε­ράρχες κλπ.) διακρίνονται και στο χώρο του ιερού.

Η κτητορική επιγραφή δεν έχει διασωθεί. Έτσι ο ναός θα μπο­ρούσε να χρονολογηθεί περίπου στις αρχές της Τουρκοκρατίας.

Σε μικρή απόσταση ΒΔ. από το καθολικό υπάρχει ισόγειο σπιτάκι νεότερης κατασκευής Δίπλα υψώνονται τα ερείπια των κελιών της μονής από αργολιθοδομή, και πιο χαμηλά, κοντά στη ρεματιά, μια παλιά λιθόχτιστη κρήνη. Ο ιερομόναχος Φλαβιανός από την Άρτα υπήρξε το 1781 ηγού­μενος στον Άγ. Μερκούριο.

Ο ναός φαίνεται πως έχει λησμο­νηθεί απ’ όλους, με αποτέλεσμα να φθείρεται επικίνδυνα με το πέ­ρασμα του χρόνου. Οι θαυμάσιες τοιχογραφίες είναι σε άθλια κατά­σταση, μουχλιασμένες από την υγρασία και μαυρισμένες, αν δεν έχουν ήδη αποκολληθεί. Σε πολ­λά σημεία, όπως στο Δ. τμήμα, στο ιερό και στην οροφή του Α. τμή­ματος, μόλις διακρίνονται. Φυσι­κά η συντήρησή τους είναι μια κατεπείγουσα εργασία και οπωσ­δήποτε αναγκαία είναι μια γενικό­τερη συντήρηση και προστασία ολόκληρου του καθολικού, που κινδυνεύει να γκρεμιστεί. [ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Τη δεκαετία του 1990 ο ναός ανακαινίστηκε και στερεώθηκε κυρίως στην τοιχοποιία και την κεραμοσκεπή].

Στο Λυγουριό έχουν διασωθεί πολλές παραδόσεις συνδεδεμέ­νες με το μοναστήρι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Σ’ αυτά τα χρόνια αναφέρεται πως ο Τούρ­κος μπέης του χωριού με τους υποτακτικούς του πήγαινε πολύ συχνά στο μοναστήρι που ήταν στα όρια της κυριαρχίας του κι έπαιρνε τα τρόφιμα και ειδικά τα άλογα των καλογέρων, τα οποία κακομεταχειριζόταν πολύ. Οι κα­λόγεροι είχαν αγανακτήσει απ’ αυτή την καταλήστευση και κατα­πίεση, κι επειδή μάλιστα ο Άγιος δεν ανταποκρινόταν στις παρα­κλήσεις τους, τον απείλησαν ότι θα τον θυμιατήσουν με ρετσίνι και γκαβαλίνα γαϊδουρινή, αντί για λιβάνι.

Ο μπέης είχε μεγάλο πάθος με μια όμορφη Ελληνίδα από το γειτονι­κό χωριό Αδάμι, την Ατζιέλω, ή κατ’ άλλους Μάρω, και κάθε βρά­δυ έπαιρνε τ’ άλογό του κι έτρεχε μέσα στη νύχτα να πάει να τη βρει. Η επιρροή της Ατζιέλως πά­νω στον μπέη ήταν τόσο μεγάλη, που πέρασε σε μια τοπική παροι­μία. Όταν ήθελε κάποιος να πει πως έπρεπε σώνει και καλά να γί­νει κάτι έλεγε: «Εμ βέβαια, το ΄πε η Ατζιέλω από τ’ Αδάμι».

Οι καλόγεροι απαλλάχτηκαν ορι­στικά από τον κακό μπέη, όταν τον σκότωσε, με τη βοήθεια του Αγίου, το άλογό του ένα βράδυ, ενώ γύριζε από το Αδάμι στο Λυ­γουριό. Άλλοι βέβαια λένε πως ο Άγιος εμφανίστηκε στον ύπνο του μπέη, μέσα στο σπίτι της φί­λης του, και τον αποκεφάλισε με το σπαθί του.

 

Σοφία Σαρρή

Φιλόλογος – Αρχαιολόγος

 Περιοδικό «Αρχαιολογία», τεύχος 35, Ιούνιος, 1990.  

 

Ενδεικτική Βιβλιογραφία από την Αργολική Βιβλιοθήκη

  • Γιάννης Σαρρής – Νίκος Καλαματιανός – Βασίλης Μπιμπής, «Λυγουριού Ενορίες 1701-2013», Λυγουριό, 2014.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007

 

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας Άργους


 

 

Τη νότια πλευρά του κάστρου του Άργους, στολίζει το κατάλευκο μοναστήρι της Αγίας Μαρίνας. Ένα σχετικά μικρό συγκρότημα, που κυριολεκτικά κρέμεται στην άκρη του βουνού της Λάρισας. Πάνω του στέκεται αγέρωχο το ιστορικό κάστρο του Άργους.

« Εις την κορυφήν, εκεί πλησίον όπου σήμερον υπάρχει το εκκλησίδιον της Αγ. Μαρίνης, υπήρχεν ο ναός του Λαρισαίου Διός, άνευ ορόφου και άγαλμα ξύλινον λατρευόμενον σχεδόν μέχρι του Παυσανίου». (Ιωάννης Ζεγκίνης. Το Άργος δια μέσου των αιώνων. Αθήναι 1996).

 

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Το 1965, δύο μοναχές, οι αδελφές Σαμιώτη, μετά τον θάνατο της μητέρας τους, αποσπάστηκαν από τη συνοδεία του αδελφού τους Θεόκλητου, Ηγούμενου της γειτονικής Μονής, της αφιερωμένης στη Γέννηση του Ιησού Χριστού, και εγκαταστάθηκαν στην Αγία Μαρίνα. 

Εκεί έχτισαν  τα πρώτα μικρά οικήματα. Ο ναός και ο γύρω χώρος τους παραχωρήθηκε από το Σύλλογο των Παπουτσήδων του Άργους. ( Εκ παραδρομής αναφέρεται σε πολλά σημειώματα ότι την αγόρασαν απ’ αυτούς. Ποτέ δεν ήταν ιδιοκτησία τους αλλά τους είχε παραχωρηθεί με απόφαση του Εκκλησιαστικού Συμβουλίου του Τιμίου Προδρόμου, όπως θα δούμε παρακάτω.) Αρωγός στις προσπάθειές τους στάθηκε ο Μητροπολίτης Αργολίδος κυρός Χρυσόστομος ο Β΄ Δεληγιανόπουλος. Γυναικεία Μονή έγινε το 1972 με επίσημο διάταγμα.

 

Ιερά Μονή Αγίας Μαρίνας – Κάστρο του Άργους. Αεροφωτογραφία, Σαράντος Καχριμάνης.

 

Ο ναός είναι μια μικρή κεραμοσκέπαστη βασιλική, με εσωτερικό θόλο και με διαστάσεις 6,5 x8,5 μέτρα. Το τέμπλο της είναι απλό και ξύλινο. Έχει μόνο φορητές εικόνες λαϊκής τεχνοτροπίας που είναι έργα του 1830- 1870. Ο δυτικός τοίχος του ναού είναι μεσότοιχος ενός άλλου κτιρίου, που προστέθηκε αργότερα και το οποίο χρησιμεύει ως αρχονταρίκι. Στη θέση του παλιότερα υπήρχε στέρνα για την αποθήκευση νερού. Νοτιοδυτικά του ναού έχει κτισθεί το νέο κτίριο των κελιών. 

Στο προαύλιο της Μονής, ένας εξώστης – σχεδόν μετέωρος- πάνω από το Άργος και τον Αργολικό κάμπο, ανάμεσα σε όμορφα λουλούδια και ψηλά κυπαρίσσια, ο επισκέπτης μπορεί να ξεκουραστεί κάτω από την πλατύφυλλη κληματαριά.

Στο ανατολικό τμήμα της πεντακάθαρης και ολάνθιστης αυλής, που με πολλή αγάπη φροντίζει η μικρή αδελφότητα, μετά από έγκριση της Αρχαιολογίας, το 1970 κτίσθηκε ένας μικρός ναός, αφιερωμένος στην Παναγία τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και στην Αγία Μαρία την Αιγυπτία. Αυτός ο ναός κτίστηκε κυρίως, ως πράξη ευλάβειας και τιμής στην Παναγία (Θεοτόκο) του κάστρου, η οποία είχε κτισθεί από τον επίσκοπο Άργους Νικήτα, το 1174.

 

Ο νέος Ναός αφιερωμένος στην Παναγία τη Γιάτρισσα, στην Αγία Ειρήνη Χρυσοβαλάντου και στην Αγία Μαρία την Αιγυπτία.

 

Πρώτη αναφορά για την ύπαρξη της εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας στη θέση αυτή γίνεται από τον Γάλλο κληρικό Michel Fourmont, ο οποίος μαζί με τον ανεψιό του Claude-Louis Fourmont, έφτασε στο Άργος το 1729. Ο Michel Seve στο βιβλίο του « Οι Γάλλοι ταξιδιώτες στο Άργος» γράφει ότι ο Fourmont  έδωσε 20 παράδες « σ’ αυτόν που μας οδήγησε στην εκκλησία της Αγίας Μαρίνας, όπου υπάρχουν επιγραφές». Ακόμη, ο ίδιος συγγραφέας μας πληροφορεί ότι και ο Γάλλος ταξιδιώτης Dominique Papety, αναφέρει: « Πάνω στην κορυφογραμμή της Λάρισας διαγράφεται η εκκλησία της Αγίας Μαρίνας».

Ο Αναστάσιος Τσακόπουλος γράφει ότι: «…εις τον ναΐσκον ήτο εντετοιχισμένη πλαξ με γράμματα. Πράγματι ευρέθη πλαξ (0.50x 0.30) όπισθεν του ιερού, την οποίαν κατά την προ ετών επίσκεψίν μου δεν είδον, διότι ήτο κεκαλυμμένη με την κατηραμένην την άσβεστον. Αλλ’ ο φίλος μου ο Γ. Θεωνάς, ον ευχαριστώ, εις ον οι επίτροποι έχουν αναθέσει την όλην επιμέλειαν και φροντίδα των του ναού, μετά κόπου κατώρθωσε να καθαρίση την πλάκα και να φέρη εις φως τα εξής: « Εν έτει 1859- και κάτωθι γράμματα- Ι.Χ….» και ούτω ελύθη το ζήτημα της ανεγέρσεως του ιερού ναού της αγίας Μαρίνης». ( Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Ε΄ Αθήναι 1955, σ.29).

Προφανώς ο αείμνηστος δάσκαλος και συγγραφέας, θεώρησε ως χρονολογία κτίσεως το 1859 ενώ μάλλον πρόκειται για ημερομηνία ανακαίνισης του ναού.

Από τον Αναστάσιο Τσακόπουλο– και πάλι- αντιγράφουμε: « η αγία Μαρίνα, ως παρεκκλήσιον, δια πράξεως του Δημοτικού Συμβουλίου και δια του περί « ενοριακών ναών και περιουσίας κ.τ.λ.» νόμου 6/9 Μαρτίου 1910, υπήγετο εις τον ναόν του Τιμίου Προδρόμου, ως επίτροπος όμως με τον μακαρίτην τον Μ. Τσαμπάσην (+ Αύγ.1930) βλέποντες εκτός του οικονομικού, ότι τα έσοδα ουδόλως αντεπεκρίνοντο εις τα έσοδα, αλλά και δι’ άλλον σοβαρώτερον λόγον, γνωρίζοντες ότι τον ναΐσκο τούτον προ πολλών ετών επέβλεπε και επεμελείτο η συντεχνία των Παπουτσήδων, ένεκα τούτου δια πράξεως μας τον Μάρτιον του 1913, παρά τας μεμψιμοιρίας και διαμαρτυρίας, ενίων ενοριτών, τον παρεχωρήσαμεν εις τους παπουτσήδες». ( Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος, τεύχος Ε΄ Αθήναι 1955, σ.25).

Πράγματι, η Αγία Μαρίνα ήταν η προστάτρια των παπουτσήδων. Την παραμονή της γιορτής της -17 Ιουλίου – οι παπουτσήδες του Άργους, με πρώτη τη σημαία τους, με νταούλια και πίπιζες ανέβαιναν στην Αγία Μαρίνα, ακολουθούμενοι από πλήθος Αργείων προσκυνητών. Αφού – με κατάνυξη –  παρακολουθούσαν τον εσπερινό, ξεκίναγαν το γλέντι.

« Με τις περίφημες γκιόσες (βραστή γίδα) και τα κρασιά τους θεράπευαν τις πίκρες και τους καημούς της μικροζωής τους μέσα στη ζεστή καλοκαιριάτικη νύχτα». (Ντιάνα Αντωνακάτου-Τάκης Μαύρος «Ελληνικά Μοναστήρια. Πελοπόννησος», τόμος Α’).  

Ανήμερα, ξαναγύριζαν ντυμένοι στα γιορτινά τους για την θεία Λειτουργία. Όταν τέλειωναν, πήγαιναν στην Παναγία την Κατακεκρυμμένη, την πορτοκαλούσα, και άναβαν κι εκεί ένα κεράκι. Μερικοί- όσοι είχαν σούστες- πήγαιναν στους Μύλους και συνέχιζαν το γλέντι μέχρι αργά το βράδι. Εκεί, κάτω από τους ίσκιους των πλατανιών, δόξαζαν το Θεό και την Αγία τους, για την υγεία και τη ζωή που τους χάρισαν.

 

Κελιά της Ιεράς Μονής

 

Τώρα πια, ούτε γιορτή των παπουτσήδων, ούτε μουσικές και τραγούδια. Ήρεμα κυλάει η γιορτή της αγίας Μαρίνας, με ευλαβικούς  προσκυνητές, οικογένειες με τα παιδιά τους, απλούς ανθρώπους με ξάστερα μάτια.

Η φιλοξενία και η αγάπη των καλογραιών- πάντα πρόθυμες να εξυπηρετήσουν και να περιποιηθούν τους προσκυνητές – μετέτρεψαν την μικρή Μονή της Αγίας Μαρίνας σε μια πνευματική κυψέλη της πόλης του Άργους, όπου ο καθένας μπορεί να προσευχηθεί, μέσα σε απόλυτη ησυχία και γαλήνη, που την διακόπτουν μόνο τα κελαϊδίσματα των πουλιών, που χαμηλοπετούν στα κλαδιά της ρίγανης, των θυμαριών και του ύσσωπου. Κυρίως όμως μπορεί να αισθανθεί την ψυχική ανάταση που απορρέει από την ιερότητα του χώρου και την θεία χάρη που σκεπάζει το ιερό αυτό ασκητήριο. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Μακαρία Δήμα και Μοναχές η Χρυσοστόμη, η Χριστοδούλη και η Μαριάμ.

 

Πηγές


 

  • Michel Seve,  « Οι Γάλλοι Ταξιδιώτες στο Άργος », Ecole Francaise D’ Athenes, 1993
  • Αναστάσιος Τσακόπουλος, «Συμβολαί εις την Ιστορίαν της Αποστολικής Εκκλησίας Αργολίδος », Έκδοσις ¨Χρονικών του Μοριά¨, Αθήναι, 1955.
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Σαραντάκης Πέτρος, « Αργολίδα – Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις Οιάτης, Αθήνα, 2007.

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου

 

 

Στην περιοχή της Επιδαύρου, Παλιάς και Νέας, ανήκουν τρία μοναστήρια, που η ιδρυτική τους ιστορία είναι συνδεμένη σε κοινή μοίρα: της Παναγίας της Πολεμάρχας, της Παναγίας στο Καλάμι και των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Σε διάστημα μισού αιώνα, από την αρχή του 15ου, ο ίδιος μοναστικός πυρήνας δημιούργησε τα τρία αυτά μοναστηριακά κέντρα.

Από την Πολεμάρχα, που βρίσκεται σε πευκόφυτη ερημική ακρογιαλιά βόρια της Π. Επιδαύρου, κυνηγημένοι οι πρώτοι μοναχοί – ιδρυτές της από τους πειρατές, εγκατάλειψαν τη μισοτελειωμένη μονή τους και ζήτησαν καταφύγιο στο «Καλάμι», τόπο που βρίσκεται κοντά στο σημερινό χωριό Αδάμι της Ναυπλίας. Εκεί έχτισαν τη νέα μονή. Αργότερα ξαναγύρισαν στην περιοχή της Νέας Επι­δαύρου. Με παράκληση των κατοίκων και σε χτήματα χαρισμένα από τους ντόπιους, θεμελιώνουν νοτιοδυτικά από την κωμόπολη την τρίτη τους μονή, γύρω στο 1450: ένα μικρό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και τα κελλιά τους. Η Μονή συνεχίζει τη ζωή της, αν και ως το 1814 δεν έχουμε για την ιστορία της γραφτά γνωστά στοιχεία. Μόνο σ’ ένα σιγίλλιο του 1593 (του Ιερεμία Β’), όπου ανανεώνεται το σταυροπήγιο της Μονής Ταξιαρχών, συναντούμε το όνομά της. [1]



 

Ιερά Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών Νέας Επιδαύρου

 

Στα 1814, έτος που σημαδεύει την αρχή μιας σοβαρής περιπέτειας στη λειτουργική ζωή της, η Μονή έχει πολλά κελλιά και μεγάλη περιουσία: μια απόδειξη για την ανάπτυ­ξή της και στα προηγούμενα χρόνια.

Ωστόσο, ένα χρέος της Μονής από 11.000 γρόσια, προς έναν ιδιώτη Αναστάσιο Κιζάνη από τον Πόρο, δημιουργεί την αρχή μιας διαμάχης που κράτησε από το 1814 ως το 1878.  Αργότερα και με την παράκληση των μοναχών, ένας προεστός Κορίνθιος, ο Θεοχάρης, δέχεται να πληρώσει αυτός το χρέος, με την βεβαίωση ότι θα του δοθεί πίσω από την ίδια τη Μονή. Και τότε, ένας ιερομόναχος Αμβρόσιος, από το Λιγουριό, που ανήκε στη Μονή Σινά, επιτήδειος και κακόβουλος, καταφέρνει να πείσει τον Θεοχάρη, να του μετρήσει ο ίδιος – ο Αμβρόσιος – τα λεφτά του μοναστηριακού χρέους, και με τον όρο να συντάξει ο Κορίνθιος προεστός αναφορά προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Μιαν αναφορά όπου όλοι οι κάτοικοι της περιοχής των Ταξιαρχών θα ζητούσαν την υπαγωγή της Μονής – σταυ­ροπηγιακής ως τότε – στη Μονή Σινά, με την ψεύτικη δικαιολογία ότι ένας μόνο και ανάπηρος μοναχός ζούσε εκεί, ενώ μόναζαν τότε δώδεκα καλόγεροι στην Ταξιαρχών.

Έτσι ο πονηρός Αμβρόσιος κατάφερε, με σιγιλλιώδες γράμμα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, να σκορπίσει τους ανίσχυρους μοναχούς και να διαφεντέψει την περιουσία της Μονής Ταξιαρχών, ξεπουλώντας πολλά από τα ζώα της, χωράφια, αμπέλια και οικόπεδα στην Π. Επίδαυρο. Και το 1817, ύστερα από τρία χρόνια, αφού έκλεψε ό,τι πολύτιμο υπήρχε, και τους τίτλους ιδιοκτησίας, παράτησε νύχτα το μοναστήρι μ’ ολάνοιχτες τις πόρτες του.

Από τότε αρχίζουν οι αγώνες διαφόρων ιεραρχών με έγγραφα προς την Ιερά Σύνοδο για να ξαναεπανέλθει η Μονή στην Αρχιεπισκοπή Αργολίδος. Η Μονή Σινά ωστόσο διεκδίκησε με πληρεξούσιο τα δικαιώματά της πάνω στη Μονή Ταξιαρχών, ως το 1878. Μέχρις ότου, το θέμα που ταλαιπώρησε τόσο το Μοναστήρι των Ταξιαρχών, έληξε με έγγραφο της Ι.Σ. (17.5.1878): «…ουδεμία ενέργεια ως λαβούσης πέρας της υποθέσεως». [2]



 

Προς τη Μονή των Παμμεγίστων Ταξιαρχών - Ντιάνα Αντωνακάτου



 

Όμως στο μεταξύ έχει αρχίσει η παρακμή. Με Β.Δ. στις 18.3.1874 έχει υπαχθεί – μαζί μ’ όλη την κτηματική της περιουσία – στη γειτονική Μονή Αγνούντος, όπου μένει για 12 χρόνια.

Πάλι με Β.Δ. στις 13.7.1886 οι μοναχοί μετοικούν από την Αγνούντος στην Ταξιαρχών. Όμως η Μονή φθίνει ολοένα. Το 1904, οι καλόγεροι είναι μόνο τέσσερις. Από το 1913 ως το 1917, είχε την τύχη η Μονή να αποκτήσει ηγούμενο το διάκονο Αθανάσιο Μπίκο, θεολόγο — αργότερα καθηγητή στο Άργος. Ο Μπίκος προσπάθησε να συγκρατήσει τη διάλυση. Σ’ αυτόν χρωστάει η Μονή Ταξιαρχών τον Κώδικά της. Τον συγκρότησε από τα έγγραφα και τις σημειώσεις, που υπήρχαν στα αρχεία της.

Η παρακμή ωστόσο συνεχίζεται και στην Ταξιαρχών και στην Αγνούντος. Το 1936 συγχωνεύεται με τη Μονή Καρακαλά και Ταλαντίου – έδρα στη Μονή Καρακαλά. Το 1939 αλλάζει πάλι η έδρα και επιστρέφει στην Ταξιαρχών, που έχει μεγαλύτερη περιουσία. Το 1940 γίνεται αυτοτελής: Ταξιαρχών- Αγνούντος. Τέλος το 1945, στις 22 Σεπτεμβρίου με Β.Δ. μετατρέπεται σε γυναικεία. Οι μοναχοί πηγαίνουν στου Καρακαλά.

Στη Μονή Παμμεγίστων Ταξιαρχών έχουν εγκατασταθεί τέσσερις μοναχές, με ηγουμένη την Ειρήνη Σαμιώτου. Γενικός επόπτης και εφημέριος της Μονής, ο αδελφός της ηγουμένης, Θεόκλητος Σαμιώτης. Μείναν τρία χρόνια. Ύστερα έφυγαν για να ιδρύσουν στη Λάρισα του Άργους δικό τους μοναστικό κέντρο.

Στη Μονή Ταξιαρχών έρχεται ηγουμένη η μοναχή Χριστονύμφη Παναγιωτοπούλου. Από τότε, με την υποστήριξη του Μητροπολίτη Αργολίδος Χρυσοστόμου και με τη δραστηριότητα του γυναικείου μοναχισμού, αρχίζει μια νέα περίοδος της Μονής. Μπορεί να πει κανείς ότι μια νέα εντελώς μονή χτίζεται, νέα κτιριακά συγκροτήματα διαμορφώνονται. Το κακό, όπως πάντα, που χτίζονται πάνω στα παλιά. Έτσι η σημερινή μορφή του Μοναστηριού δεν έχει καμμιά σχέση με την πρώτη εκείνη του 15ου αιώνα. Η νέα μονή έχει καλύψει την παλιά. Μόνο το φυσικό περιβάλλον μένει, αλλά κι’ αυτό αλλαγμένο. Κήποι, περιβόλια, νέα δέντρα, και προπαντός η άσφαλτος, έχουν μεταβάλει το τοπίο. Από τις πλημμύρες του 1947, είχε καταρρεύσει ο παλιός ναός.

Για να χτισθεί ο νέος, να γίνουν επιδιορθώσεις και προσθήκες, εκποιήθηκαν δυο κτήματα. Σήμερα μόνο τα κελλιά της νοτιοδυτικής πλευράς, επιδιορθωμένα κι’ αυτά, έχουν κάποια σχέση με τα παλιότερα. Λίγα μέτρα απόσταση από τον περίβολο της Μονής και ΒΔ, πρόσφατα επιδιορθωμένος, διατηρείται ο μικρός ναός του Αγίου Γεωργίου, ταφικό παρεκκλήσι των Ταξιαρχών και το αρχαιότερο σήμερα χτίσμα του.

Σε επιγραφή, που βρίσκεται στο εσωτερικό του ναού, πάνω στο δυτικό τοίχο του, σε ύψος περίπου 2μ. και δεξιά από τη θύρα εισόδου, υπάρχει η χρονολογία της ανακαί­νισής του: 1597. Από την αγιογράφησή του, σώζεται μόνο η τοιχογρα­φία της κόγχης του ιερού: η Πλατυτέρα και κάτω οι Ιεράρχες. Όλες οι άλλες επιφάνειες των τοίχων είναι ασβεστωμένες με επιμέλεια.

 

Οι Άγιοι Γρηγόριος ο θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος 16ος αιώνας.

 

Ο Δημ. Καρακατσάνης, θεολόγος, με ανακοίνωσή του σχετικά με την ακριβή χρονολόγηση του ναϋδρίου στο Διεθνές Συνέδριο Αγνούντος, Α’ Ημερίς Βυζαντινού Πο­λιτισμού, 12.10.1975, διατυπώνει την άποψη, ότι η ανέγερ­σή του πρέπει να τοποθετηθεί μεταξύ 1420-1430. Τα πορίσματα της έρευνας του Καρακατσάνη στηρίζονται στη μορφή του ναού, στην επιγραφή αλλά και στην αποκάλυψη, κατά τον καθαρισμό της επιγραφής και την απόξεση του τοίχου, δευτέρου στρώματος τοιχογράφησης.

Δεν έχει ακόμη  εξακριβωθεί αν υπάρχει και κάτω από την Πλατυτέρα, αυτή η πρώτη, το πιθανότερο, αγιογράφηση του ναού. Η επιγραφή μετά τον καθαρισμό, έχει έτσι:

ανεκαινίσθη κ[αι] ιστορήθη

ο θείος και πάνσεπτος ναός

ούτος του αγίου ενδόξου μεγαλομάρτυρος

γεωργίου του τροπεοφόρου δια συνδρομής

κ[αι] εξόδου του τιμηοτάτου άρχοντος

κυρ γι  (Πλάγγι

ανάκι  αμα συμβίας ος κ[αι] των τέκτων αυτών

ης ψυχηκήν αυτών σωτηρίαν κ[αι] των αυτών γονέων – έτος …

Ινδικτιώνος Οκτωβρίου 25

Μέσα στα οπωροφόρα και τις ελιές, πάνω από την εθνική οδό Κορίνθου – Επιδαύρου, 2 χλμ. από το χωριό Δήμαινα, βρίσκεται χτισμένη σ’ ένα ευχάριστο φυσικό πλαίσιο, 34 χλμ. από το Ναύπλιο και κοντά στη Ν. Επίδαυρο. Μικρές ρεματιές, πλατάνια, ελιές, πεύκα, σ’ όλη την περιοχή της Επιδαύρου, συνθέτουν ένα πολυποίκιλο πράσινο, αληθινή ξεκούραση του ταξιδιώτη που έρχεται μέσα από το Λιγουριό. Η Μονή Ταξιαρχών, όπως και η Αγνούντος, έγιναν με τη νέα εθνική οδό από τα πιο πολυσύχναστα μοναστήρια της Αργολίδας.

Το αίθριο της Μονής Ταξιαρχών μας υποδέχεται πάντα γεμάτο επισκέπτες. Αυτό το αίθριο βρίσκεται μέσα σε παραλληλόγραμμο (40X50), δημιουργημένο από διώροφα κελλιά. Μόνο στην ανατολική πλευρά του τα χτίρια είναι ισόγεια. Εκεί βρίσκονται οι αίθουσες υποδοχής, το Ηγουμενείο, οι βιβλιοθήκες. Στην προέκταση αυτής της πλευράς τελευταία έχει χτισθεί επίμηκες και διώροφο το ζωγραφείο, με εννιά παράθυρα προς το δρόμο.

Στο κέντρο του αίθριου το νέο καθολικό, φρεσκοβαμμένο ως τα κεραμίδια του, έχει σχήμα ελεύθερου σταυρού με τρούλλο και διαστάσεις 8,50X8 μ. περίπου. Τα τρία σκέλη του σταυρού έχουν επιφάνειες επίπεδες και μόνο το τέταρτο (του ιερού) είναι ημικυκλικό. Η είσοδός του στη δυτική πλευρά προφυλάσσεται από ένα μικρό προστώο, στηριγμένο σε δυο κολόνες μαρμάρινες. Πάνω από την είσοδο υψώνεται το δίλοβο κωδωνοστάσιο. Ο τρούλλος, μεγάλος σε διάμετρο με μικρό ύψος το τύμπανό του, μοιάζει να είναι βυθισμένος μέσα στο σταυρό: μόλις και εξέχουν με αγωνία τα δεκάξη τοξωτά παράθυρά του. Εσωτερικά ο τρούλλος στηρίζεται σε τέσσερις αψίδες. Ο φωτισμός του ναού εξασφαλίζεται από επιμήκη τοξωτά παράθυρα, τρία σε κάθε πλευρά: στη βόρια, στη νότια και στην ανατολική (του ιερού). Ακόμη και από τα 16 επίσης τοξωτά, του τρούλλου. Το φως περνάει από τα μικρά, στρογγυλά τους ανοίγματα.

Ο ναός, αγιογραφημένος το 1952, από τους αδελφούς Κάτσωνα και τον Ιερομόναχο Μάξιμο, με τεχνική δυτικών επιδράσεων, χωρίς προσωπική δύναμη έκφρασης. Στη βιβλιοθήκη υπάρχουν πολλά χειρόγραφα, βιβλία με θρησκευτικά κείμενα, παλιά βιβλία βυζαντινής μουσικής, όπως κι’ ένα τρίπτυχο 17ου—18ου αιώνα.

Η μεγάλη κτηματική περιουσία, η προστασία της εκκλησίας και ο γυναικείος ζήλος, όχι μόνο ζωντάνεψαν, αλλά έδωσαν λάμψη στη Μονή. Ο δρόμος πρόστεσε την εύκολη μεταφορά του προσκυνητή ή του απλού επισκέπτη, αφαιρώντας τη γαλήνη. Η Μονή Ταξιαρχών έγινε ένα πολυσύχναστο πέρασμα. Οι αδελφές είναι είκοσι δυο, με ηγουμένη τη Χριστονύμφη.

Τις πρωτοείδαμε μια καυτή μέρα του Αλωνάρη, του 1969, να παλεύουν σαν αγρότισσες στο μέγα αγώνα του ψωμιού, με τις αλωνιστικές μηχανές και τους εργάτες. Με τη γκρίζα στολή της δουλειάς, τις ανοιχτόχρωμες ποδιές και ψάθινα καπέλλα, στο χέρι το δικριάνι, αγωνίζονταν ισοδύναμα με τούς άντρες – ευκίνητες, ακαταπόνητες: Μακρίνα, Ξένη, Θεοδότη, Ταξιαρχία, Σαλώμη, Χριστονύμφη, Χριστοδούλη, Φιλοθέη, Νεκταρία, Παρθενία, Αγνή, Μελάνη, Φεβρονία, Μαγδαληνή, Τιμοθέα, Θεοκτίστη, Ευπραξία, Μακαρία, Αικατερίνη, Μαριάμ, Συγκλητική.

 

Οι μοναχές συγκεντρωμένες στο μικρό ζωγραφείο - Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Ξαναείδαμε τις μοναχές συγκεντρωμένες στο μικρό ζωγραφείο – δεν είχαν ακόμη μεταφερθεί στο μεγαλεπήβολο νέο. Στο φωτεινό και οργανωμένο εκείνο πρώτο εργαστήριο, καθιστές ή όρθιες εμπρός στα καβαλέτα τους, οι περισσότε­ρες νέες κοπέλλες κι’ όμορφες. Στα χαρακτηριστικά τους η προσοχή και η προσήλωση στο έργο. Στο βλέμμα εκείνη η αναγάλλια, που δίνει η δημιουργική εργασία. Η αδελφή Φεβρονία καθοδηγούσε, η ηγουμένη επέβλεπε. Η αγιογράφησή τους δεν είχε έξαρση, είχε όμως επιμέλεια. Κάποιος μοναχός Αγιορείτης τους είχε δώσει μαθήματα.

Ο Αντώνιος Οικονόμου  [3], Υδραίος πλοίαρχος και φιλικός, αρχηγός της επανάστασης στην Ύδρα, φυλακίσθηκε στις αρχές του Εικοσιένα, στο Μοναστήρι των Παμμεγίστων Ταξιαρχών. Με ψήφισμα της 9.5.1822, η προσωρινή διοίκησις της Ελλάδος απαλλάσσει το Μοναστήρι της αποδεκατώσεως. Η περιοχή ονομάζεται «Νέα Επίδαυρος».  [4] 

«Το βουλευτικόν εθεσπίσατο και το εκτελεστικόν επεκήρυσε τάδε:

Α! Η Πεδιάς να ονομασθή Νέα Επίδαυρος.

Β! Η Ν. Επίδαυρος να ονομασθή πόλις και εις τον αριθμόν των πόλεων να καταριθμηθή.

Γ! Οι πολίτες Επιδαύριοι να μην υπόκεινται εις την αποδεκάτωσιν· η δε εξαίρεσις αύτη να περιορίζεται εις όσους μόνον ευρέθησαν έχοντες κτήματα κατά τον Μάρτιον μήνα του αωηβ έτους».

Ανάμεσα στα έγγραφα του φακέλλου του Μοναστηριού Ταξιάρχες (έγγραφα 476) υπάρχει αναγραφόμενη συχνά η ιδιότητά του: «Μετόχιον του θεοσεβάστου όρους Σινά των Ασωμάτων της Πιάδος… Και η υπογραφή των πατέρων π.χ. Γεράσιμος Σιναΐτης…» Το Μοναστήρι Ταξιαρχών σημειώνεται «διατηρούμενον».

Για Β’ Δέκατο του 1833 καταγράφονται δρχ. 640,76. Για Β’ δέκατο του 1834 δρχ. 1800. Δηλαδή ποσό μεγαλύτερο από κάθε άλλο μοναστήρι της Αργολίδας και της Κορινθίας. [5] Το 1834/27.12 (Νόμος περί Συστάσεως Δήμων) αναφέρεται ότι έχει 37 κατοίκους. Το 1859 σε κατάσταση της Ι.Σ. προς το Υπουργείο, η Μονή εμφανίζεται «ωργανισμένη» [6].

  

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

  

Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

 

Υποσημειώσεις


  

[1] Δ. Α. Ζακυθηνού, Ανέκδοτα Πατριαρχικά έγγραφα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, «Ελληνικά» 1-3, σ. 131.

 [2] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η Εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, 1961, σσ. 51—74.

 [3]  Ν. Σπηλιάδου, Απομνημονεύ­ματα, Αθήναι 1857.

 [4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, Φακ. 224, Άγιοι Ταξιάρχαι εν Επιδαύρω.

 [5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά-Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 4.

[6] Α. Μάμουκα, Τα Μο­ναστηριακά, Αθήναι 1859.

 

 

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Αυγού Αργολίδας


  

Η παλαιοτάτη αυτή Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου , έχει ανοικοδομηθεί σε απότομη πλευρά της οροσειράς των Διδύμων και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το χωριό Δίδυμα της Ερμιονίδας. Σήμερα η Μονή δεν έχει μοναχούς, λειτουργείται μερικές φορές το χρόνο εκτός από την εορτή του (Αγίου Δημητρίου) στις 26 Οκτωβρίου και την εορτή των Αγίων Θεοδώρων το Σάββατο της Α΄ Εβδομάδος των Νηστειών (φυλάσσεται ιερά εικόνα των Αγίων στη μονή) , από τον εφημέριο της ενορίας των Διδύμων και ιερείς των γύρω περιοχών. Η μονή δεν φαίνεται από τον κεντρικό δρόμο που πηγαίνει για τα Δίδυμα.  Από τη διασταύρωση που υπάρχει η πινακίδα, η μονή απέχει περίπου 8 χιλιόμετρα. Ανήκει στην Ιερά Μητρόπολη Ύδρας – Σπετσών –  Αιγίνης – Ερμιονίδος & Τροιζηνίας.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού, λεπτομέρεια, Ντιάνα Αντωνακάτου

«Βράχια» λένε οι ντόπιοι τη θέση που είναι χτισμένη η Μονή Αυγού. Και ίσως είναι η απρόσιτη αυτή θέση, που έχει κρατήσει την αρχαιότατη Μονή του Αγίου Δημητρίου άγνωστη για τους πολλούς και έχει διαφυλάξει τη μορφή της του 11ου αιώνα. Πάνω από τη χαράδρα του Ράδου (Μπεντενιού), στις βορινές πλαγιές του όρους Αυγού (853 μ.), σε απόκρημνους και θεόρατους βράχους σφηνωμένη, καθηλώνει τη ματιά, καθώς την πρωτοαντικρίζει κανείς μέσα στη σιωπή και στην εγκατάλειψη, να φθείρεται με το βάρος εννιά αιώνων πάνω της.

Ανήκει στις μεσαιωνικές αρχαιότητες του τόπου και βρίσκεται στα χέρια της απλής και ανεύθυνης ευλάβειας των χωριών, που την διαφεντεύουν και την διεκδικούν (Ιρια, Καρνεζαίικα, Δίδυμα) και στην άγνοια των πιστών τους. Ούτε καν «διατηρητέον μνημείον». (Επίσημα άγνωστη, πριν τη δώσει σε μελέτη του το 1935 ο Γ. Σωτηρίου). Ωστόσο έχει αγιογραφίες στους ναούς της, καθώς και στοιχεία αρχιτεκτονικά του 11ου αι. και γενικά η δομή της Μονής Αυγού παραμένει ένα κλασσικό σύνολο μονής των βράχων, που συγκροτήθηκε από μικρότερες και αρχαιότε­ρες σκήτες.

Μια ευχάριστη, ίσως και η πιο ξεκούραστη, διαδρομή, για το Αυγό, είναι μέσα από τα Ίρια Ναυπλίας. Σε μια απόσταση 2 χλμ. από το χωριό Καρνεζαίικα, αρχίζει ένας καρόδρομος κοντά στο ποτάμι, το Ράδο, και οδηγεί προς τη Μονή. Οκτώ χλμ. περίπου απόσταση. Ανά­μεσα σ’ ελιές και περιβόλια, πάντα δίπλα στο ποτάμι, ενώ στα νότια της διαδρομής ογκώνεται η μεγάλη οροσειρά που σχηματίζεται από τα Ίρια: φυσικό όριο της Ναυπλίας με την Ερμιονίδα. Σιγά σιγά το μαλακό τοπίο, που αφήσαμε στην πεδιάδα των Ιρίων, γίνεται αδρό και επιβλητικό με την ορεινή χαραδρωμένη του σύσταση.

Η Μονή ξεχωρίζει από μακριά, μέσα στον ίσκιο του βορινού προσανατολισμού της. Μια ώρα πορεία μας φέρνει κοντά της. Δέκα χλμ. περίπου από την Τραχειά, ένας άλλος δρομος είναι πιο εύχρηστος για τον επισκέπτη, που ταξιδεύ­ει την επαρχιακή οδό Ναύπλιο Κρανίδι. Αυτός ο δρομάκος ο αγροτικός διακλαδώνεται στα δεξιά πάνω στο οροπέδιο της Μαρίτσας – κοντά στη διασταύρωση για το χωριό Ράδο – και οδηγεί σε κατοικίες κτηνοτρόφων της περιοχής.

Στη διαδρομή του, μια χαριτωμένη χαρούμενη φύση ξεδιπλώνεται ανάμεσα σε εύφορους καλλιεργημένους λοφί­σκους, πάνω από τη χαράδρα του Μπεντενιού. (Είκοσι χιλιόμετρα ο μεγάλος χείμαρρος, που εκβάλλει στα Ίρια, ξεκινάει από το χωριό Μπεντένι – ακατοίκητο πια — μεταφερμένο ανατολικότερα με την ονομασία Μπάφι – χτισμένο στα πόδια της ομώνυμης ακρόπολης. (Το Μπεντένι – τούρκικο φρούριο – περιβάλλεται από πελασγικά τείχη κι’ άγνωστο έμεινε το αρχαίο του όνομα).

Το μονοπάτι, γι’ αυτόν που δεν θα το ακολουθήσει σωστά, γίνεται πολύωρο κι’ επίπονο, καθώς συνεχίζει όλο προς τη δύση. (Γι’ αυτό πρέπει να ζητηθεί κοντά στου Σαράντου του Ανάργυρου το μαντρί). Στο φυσιολάτρη πεζοπόρο, αν βοηθάει μαζί μια ωραία ανοιξιάτικη ήμερα, θ’ αποκαλυφθεί ένα μοναδικό πανόρα­μα. Μια φύση που αλλάζει λίγο λίγο μορφή κι’ από ήμερη και πεδινή, μεταβάλλεται σε άγρια, περήφανη, βουνίσια έξαρση, πάνω από τα χείλη των βράχων της χαράδρας.

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή περίπου το 1969 ] .

Κάτω βαθειά μαζί του συμπορεύονται βιαστικά τ’ αφρισμέ­να νερά. Φως διάφανο, αέρας ανάλαφρος και ευωδιαστός, χρώμα πασίχαρο, της άγριας βουνίσιας βλάστησης η άνθηση κι’ ανάμεσα η μορφή των βράχων σε σχήματα εναλλασσόμε­να, ανθρωπομορφικά, ποικίλλουν τις εντυπώσεις και βοη­θούν το σκαρφάλωμα πάνω σε ρουμανιασμένα μονοπάτια, δυσκολοπέραστα για τον ξένο και τον αμάθητο. Στο τέλος σχεδόν της παραστρατημένης πορείας, σ’ ένα αναπάντεχο ξάνοιγμα – οροπέδιο λουλουδιασμένο, καταμεσίς ένα κομ­μάτι βράχου σ’ ανθρώπινο ανάστημα, μ’ ανθρώπινη λαξευ­μένη μορφή, δημιούργημα φυσικό, απολιθωμένη σύσπαση γεωλογική, στερεώνει τα κουρασμένα από την τρίωρη ανά­βαση βήματα: μοιάζει σαν τοποθετημένο σε πάρκο γλυπτό σύγχρονου καλλιτέχνη… (Κοντά στη Μονή Αυγού ένα άλλο εύρημα, ένα μήνυμα χιλιετιών στο πέρασμά μας: ένα απολι­θωμένο κέρατο ελαφιού… Αν σύμφωνα με του Ησίοδου το μέτρημα, υπολογίσουμε ότι η έλαφος ζει χίλια και πλέον χρόνια, το ελάφι εκείνο του Αυγού ήταν ένα μήνυμα από το βάθος τριών ή τεσσάρων χιλιάδων χρόνων, το λιγότερο).

 

Η Μονή του Αγίου Δημητρίου Αυγού

 

Σ’ αυτή τη δεύτερη διαδρομή, το Μοναστήρι μένει αθέατο ως το τέλος της, κι’ η αναμονή σκαρφαλώνει κι’ αυτή μαζί με τον επισκέπτη ένα ανέβασμα ανυπομονησίας. Μπορεί να είναι μια τρίτη διαδρομή το μονοπάτι που πήρε το 1935 ο Γ. Σωτηρίου, όπως μας το δίνει η ίδια του η περιγραφή: «Από του γραφικού παρά το Κρανίδιον χωρίου της Αργολίδος Δίδυμοι (κ. Δίδυμα), μετά τρίωρον δύσβατον πορείαν δια μέσου των τραχέων και ανύδρων βουνών του Αυγού, φθάνει τις εις την διαλελυμένην και όλως έρημον σήμερον αρχαιοτάτην Μονήν.. [1] 

Το πρώτο σημάδι της Μονής, από όποιο δρόμο και να βρει κανείς, είναι μια μισογκρεμισμένη στέρνα. Κοντά, πάνωθέ της, τα ερείπια ενός χτιρίου, άγνωστης χρήσης – ίσως βοσκών κατοικία. Στον κατηφορικό δρόμο προς τη Μονή, έξω από τον κύριο χώρο και αντίκρυ της, δεύτερο χτίσμα, διώροφο λιθόχτιστο, ακέραιο και νεότερης κατασκευής. Η μακριά πλευρά του προς τη Μονή, με τρία τοξωτά άνισα παράθυρα πάνω, και στο ισόγειο ένα άλλο μικρό άνοιγμα και μια μεγάλη τοξωτή πόρτα. Στη θύρα εισόδου από τη στενή ΒΑ πλευρά και στο ανώφλι της, χαραγμένη σε πωρόλιθο η χρονολογία: 1875. Ξενώνας μοιάζουν τα δυο δωμάτιά του και το ισόγειό του στάβλοι.

Πριν από τον περίβολο της Μονής χτίσματα ερειπωμένα δεξιά και αριστερά μας. Απέναντι ο τοίχος του περίβολου κάθετος στο πέρασμα και στερεωμένος στα βράχια, έχει ένα άνοιγμα, μια μεγάλη θύρα εισόδου – με θυρόφυλλα μέχρι λίγα χρόνια πριν – με κόγχη πάνω από το ανώφλι της. Μέσα το αίθριο (προαύλιο): άνετο, σχηματισμένο από τη γωνία που διαρθρώνει το σύνθετο και περίπλοκο οικοδόμημα της Μονής, στηριγμένο πάνω στην ανάλογη γωνιώδη υποδοχή των βράχων.

Εντυπωσιακή με τη στοιχειωμένη δραματική της όψη φανερώνεται η Μονή. Γκρίζο, ώχρα και κόκκινο σκουριάς το χρώμα της λιθοδομής της, προστατεύεται από τους άγριους ομοιόχρωμους βράχους, με τις κοσμογονικές συσπάσεις τους απολιθωμένες, όπως έμειναν σε κάποια στιγμή πτώσης, χαμένη στην αιωνιότητα των γεωλογικών μεταβολών. Και μοιάζει φωτοστεφανωμένη από το ασημένιο φως της ανατολής, που περιτρέχει τις κορφές ψηλά των βράχων της: οι πλευρές τους, κάθετες, σκοτεινές κατέρχονται ως τα βάθη της χαράδρας -γιγάντιες αρθρώσεις της δημιουργίας. Το σχήμα και οι όγκοι της Μονής καθαρογραμμένοι μέσα στον ίσκιο του βορινού της προσανατολισμού, ένας συγκινητικός χαιρετισμός αιώνων. Προς τη δύση της το μεγαλόπρεπο ξάνοιγμα κατά τα Ίρια, τη θάλασσα και τα αχνογάλαζα βουνά του Ναυπλίου.

 

Ιερά Μονή Αυγού

 

Στ’ ανατολικά της αυλής ένα ανυψωμένο επίπεδο, μια πρόσβαση με βαθμίδες, οδηγεί στη μικρή θύρα εισόδου της Μονής. Δεύτερη πόρτα της, στο χαμηλότερο προς Δ επίπεδο, οδηγούσε σε χώρους βοηθητικούς. Μια σκάλα με εννέα σκαλοπάτια ανεβάζει στον πρώτο όροφο, που τον χωρίζει κατά μήκος ένας διάδρομος: τα τέσσερα κελλιά της βόριας πλευράς έχουν διατηρηθεί, της νότιας έχουν ερειπωθεί.

Μια δεύτερη σκάλα με δέκα τρία σκαλοπάτια οδηγεί στο δεύτερο όροφο με τον ίδιο διαχωριστικό διάδρομο, τα τέσσερα κελλιά προς την αυλή και προς το βράχο μερικά ερειπωμένα. Σ’ αυτό τον όροφο σώζεται το καθολικό της Μονής.

επιστημονική περιγραφή του Γ. Σωτηρίου θα βοηθήσει στην αρχαιολογική εξέταση του μνημείου, στην αναγνώριση των αρχιτεκτονικών του στοιχείων. Και η μελέτη τους όπως και τα συμπεράσματά της, στη χρονολογική τοποθέτηση των ναών της Μονής Αυγού, αφού γραπτή μαρτυρία δεν υπάρχει. Θα χρησιμεύσει κατά ένα μεγάλο μέρος και στη δική μας περιγραφή).

Στο τέλος του διαδρόμου λίγα σκαλιά φέρνουν στο δισυπόστατο ναό, που κατέχει μικρό ακανόνιστο τετράγωνο χώρο, ύψους τριών περίπου μέτρων. Ο ναός αυτός αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο και στην Αγία Θεοδώρα, είναι λαξεμένος κατά τις τρεις πλευρές του μέσα στο βράχο. Μόνον η βόρια και λίγο από τη δυτική είναι χτισμένη έξω το σπήλαιο. Ο χτιστός αυτός τοίχος αποτελεί και την πρόσοψη του ναού και έχει μία μόνον είσοδο, όπως αναφέραμε, στην άκρη του διαδρόμου δεξιά.

Εσωτερικά τα τοιχώματα του βράχου, που στερεώνουν τις άλλες τρεις πλευρές του ναού, ήταν ντυμένα με τοιχοδομία και κονίαμα, και αγιογραφημένα σύγχρονα με το ναό. Όμως μια πυρκαγιά – ίσως όταν εγκαταλείφθηκε η Μονή – κατάστρεψε το ξυλόγλυπτο επίχρυσο τέμπλο (ακόμη το θυμόνταν μισοκαμένο οι γέροντες Διδυμιώτες γύρω στο 1935), μαύρισε τις τοιχογραφίες και έρριξε τα κονιάματα: έτσι φάνηκε και η τοιχοδομία ολόκληρη από πλίνθους καλοκαμωμένους. Τώρα οι τοίχοι είναι σοβαντισμένοι, υπάρχουν μόνο φορητές εικόνες και το τέμπλο είναι από σανίδες.

Από το αρχαίο πρώτο μαρμάρινο τέμπλο, ένα τμήμα (το μισό) θωρακίου με διάκοσμο σταυρό «εκ πλέγματος» και «ακάνθους», που θυμίζει ανάλογα του Όσιου Λουκά, και που το θέμα του σταυρού κάτω από τόξο είναι σύνηθες σ’ όλες τις περιόδους της βυζαντινής τέχνης, χρησιμεύει για σκαλοπάτι στη σκάλα του ναού.

Ο μεγαλύτερος ναός, που κατέχει το εσωτερικό της σπηλιάς, αποτελείται από τετράγωνο χώρο, τον κυρίως ναό, στεγασμένο με μεγάλο βυζαντινό σταυροθόλιο. Οι διασταυ­ρωμένες ακμές του χαμηλώνουν ως το 1,30 μ. από το δάπεδο.

Αυτός ο κυρίως ναός επικοινωνεί με το έξω από τη σπηλιά τμήμα του ναού, μέσα από ένα δίλοβο άνοιγμα, στηριγμένο πάνω σ’ ένα κίονα ιωνικό – μέλος αρχαίου χτιρίου. Στην όψη των τόξων του ανοίγματος, μαυρισμένες τοιχογραφίες – στηθάρια αγίων – βεβαιώνουν ότι ιστορήθηκαν μαζί με το χτίσιμο του ναού.

Το Ιερό Βήμα αυτού του ναού καλύπτεται με ωοειδή θόλο και είναι τρίκογχο κατά τούτη τη διάταξη: το Διακονι­κό δεξιά το αντικαθιστά απλή κόγχη, προς Α στο μέσον η μεγάλη κόγχη και αριστερά η Πρόθεση έχει δικό της διαμέρισμα, σαν μικρό παρεκκλήσι με τοξωτή πυλίδα για είσοδο. Έχει ακόμη δυο κόγχες και στεγάζεται με ημισφαι­ρικό θολίσκο, στηριγμένο σε τέσσερα τρίγωνα πλίνθινα. Τα τόξα στις κόγχες είναι οξυκόρυφα. Ο δεύτερος μικρός ναός της Αγίας Θεοδώρας, προς Β και κοντά στο διάδρομο του δευτέρου ορόφου, είναι χωρι­σμένος σε τρεις τετράγωνους χώρους: το Ιερό του Βήμα, αγιογραφημένο με τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, χωρίζεται με χτιστό τέμπλο και στεγάζεται με καμάρα που φέρεται από νότο προς βορά, ενώ ο κυρίως ναός με καμάρα εγκάρσια από ανατολή προς δύση. Ο τρίτος χώρος στεγάζεται με οκτάγωνο τρούλλο. Είναι αυτός που προβάλλει από το όλο οικοδόμημα της Μονής έξω, με οκτώ παράθυρα, τα φωτιστι­κά ανοίγματα του ναού. Με ακόμη ένα κοντά στη σκάλα ανόδου προς Δ.

Έντεκα σκαλιά στην ανατολική γωνία του διαδρόμου φέρνουν πάνω από το δισυπόστατο ναό ένα είδος ταράτσας η σκεπή του γύρω από τον τρούλλο και εμπρός του προς Β υψώνεται η στέγη της καμάρας του μικρού ναού της Αγ. Θεοδώρας, δίρρυτη οξυκόρυφη. Στην πρόσοψη, μια κόγχη με εικόνα του Αγίου Δημητρίου στο κοίλωμά της, και ένα μικρό δίλοβο παράθυρο στο κάτω μέρος. Ανάμεσα κόγχη και παράθυρο μια πλάκα εντοιχισμένη (0,40X0,40) με ανάγλυφο σταυρό. Ο τρούλλος και το τύμπανο της καμάρας είναι σοβαντισμένα: τα μόνα λευκά τμήματα στο συγκρότημα της Μονής.

 

Τοιχογραφία - Άγιος Πέτρος Ιερομάρτυρας, Αρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας.

 

Μια σκάλα λαξεμένη στο βράχο, στο ανατολικό πάλι άκρο του διαδρόμου, οδηγεί σ’ ένα άλλο σπήλαιο χωρισμένο σε δυο τμήματα, αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση Σωτήρος (αργότερα οστεοθήκη). Στο πρώτο τμήμα υπάρχουν δεξιά πάνω στο βράχο τοιχογραφίες: η Παναγία, η Αγία Άννα, η Αγία Κυριακή, ολόσωμες, τέχνης του 11ου αιώνα. Στη ΒΑ γωνία, από το κελλί εισέρχεται κανείς σε άλλο σπήλαιο με «ηχεία», πιθανό παρεκκλήσι κι’ αυτό. Αυτά τα σπήλαια υπήρξαν ασκητήρια, που συγκρότησαν φαίνεται τον 11ο αιώνα τη Μονή.

Οι θόλοι των ναών της Μονής με την πλινθοκατασκευή τους βεβαιώνουν για την ίδρυση των ναών τον 12ο αιώνα. Γιατί μόνο ναοί του 11ου και ίσως μέρους του 12ου αι. έχουν τους θόλους πλινθόκτιστους (Δαφνί). Στην Ελλάδα μετά επικρατούν οι λιθόκτιστοι. Επίσης τα σταυροθόλια και οι θολίσκοι είναι, σαν χρήση, χαρακτηριστική του 11ου αιώνα μόνο στην Ελλάδα. Το τρίκογχο του ιερού απαντά σε ναούς του 11ου αιώνα. Τέλος οι τοιχογραφίες της Μεταμορφώσεως είναι του 11ου αιώνα.

 

 

Η Μονή Αυγού φαίνεται να λειτουργούσε κατά το μεσαίω­να. Ο Βενετός μηχανικός Φ. Βαντέϋκ στο Catastico του (1700) αναφέρει ότι η Μονή είχε: 16 καλογήρους και ισαρίθμους υπηρέτες, 127 άλογα, 3000 πρόβατα, 800 γίδια κλπ.

Ο ηγούμενος της Μονής του Αυγού, που πολέμησε στην πολιορκία του Ναυπλίου, [2] σκοτώθηκε στις 10.4.1821 όταν βγήκαν οι Τούρκοι από το κάστρο ξαφνικά και αιφνιδίασαν τους Έλληνες πολιορκητές που γλεντούσαν το Πάσχα τους. [3]

[ Σημείωση Βιβλιοθήκης: Η Μονή θα συμμετάσχει στην ελληνική επανάσταση και οι μοναχοί της θα στρατεύθουν στο πλευρό του Παπαρσένη. Ο Κρανιδιώτης ηγούμενος της Μονής Διονύσιος Βούρ(λ)γαρης θα πολεμήσει στην πολιορκία του Ναυπλίου και ανήμερα το Πάσχα (10 Απριλίου 1821) θα αιχμαλωτισθεί από του Τούρκους και θα κρεμαστεί στο Παλαμήδι. Σε έγγραφο της δημογεροντίας Ναυπλίου (1824), προς το στρατηγό Δημήτριο Τσώκρη, υπογράφει και ο «ηγούμενος του Αυγού Ανανίας», ενώ ένα χρόνο αργότερα (1825) το μοναστήρι θα πυρποληθεί από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ. Το έτος 1833, στη Μονή κατοικεί ένας μόνο μοναχός και η περιούσια της έχει παραμεληθεί. Τον επόμενο χρόνο με το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα η μονή θα διαλυθεί (Πέτρος Σαραντάκης, «Αργολίδα / Οι Εκκλησίες και τα Μοναστήρια της», Εκδόσεις ΟΙΑΤΗΣ, 2007) ].  

Δυστυχώς τα αρχεία της Μονής Αυγού καταστράφηκαν μετά τη διάλυσή της, το 1834. Κατά προφορική μαρτυρία του ηγουμένου της Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου Μακαρίου, ο τελευταίος μοναχός της Μονής Αυγού πέθανε στο νησάκι Παραπόλα.

Στοιχεία που έχουμε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους μας δίνουν μιαν εικόνα του Μοναστηριού. Μέσα σε πίνακα το 1833 σημειώνεται ότι έχει: Πατέρες 1, υπηρέτες 3, καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 330, ακαλλιέργητη στρ. 1700, αμπελώνες στρ. 40, ελαιόδενδρα 5660, περιβόλια 1, ελαιοτριβείον 1, Μύλους 1,1/2, αιγιδοπρόβατα 300, νομαδικά 43, ζώα φορτηγά 4, Μετόχια 2, χαλκός οκ. 70. Κι’ ενώ έχει ετήσιο εισόδημα δρχ. 5000, έχει ένα χρέος 500 δρχ.  [4]

Από την ίδια κατάσταση διαπιστώνουμε ότι: Η οικοδο­μή, περιέχουσα είκοσι δωμάτια, είναι στερεά… Το περιβόλι περιέχει στρέμματα δέκα αλλά όλα χέρσα. Οι αμπελώνες αν καλλιεργηθώσι, αντί 250 μπότζαις, τας οποίας δίδουν σήμερον, μπορούν να δώσουν 2500. Ο δε ελαιών αντί 2000 ημπορεί να δώση 4000. Από εκποιήσεις κτημάτων καταγράφεται το ποσό των 6485 δρχ. και από ενοικιάσεις δρχ. 1160, της διαλυμένης Μονής. [5] Υπάρχουν πολλά έγγραφα γύρω από ενοικιάσεις κτη­μάτων της Μονής, χρέη ενοικιαστών, χρέη μοναχών, διενέξεις μακροχρόνιες κ.ά.  [6] Έγγραφα 109, 1834-1842, που αφορούν και παλιότερες υποθέσεις.

 

Παραδόσεις για τη Μονή

 

Είναι ο μύθος γνωστός και κοινός γύρω από την επικύρωση του τόπου που διαλέχτηκε για την ίδρυση κάθε μονής. Είναι πάντα τα εργαλεία των μαστόρων που μετατο­πίζονται κάθε βράδι και βρίσκονται το πρωί σ’ άλλο μέρος: αυτό που δεν το διαλέγει η ανθρώπινη, αλλά η θεία βουλή. Το ίδιο έγινε κατά την παράδοση και για τη Μονή Αυγού. Άλλον τόπο είχαν διαλέξει οι ιδρυτές, τούτον που στέριωσε το μοναστήρι προτιμούσαν τα εργαλεία και ο Άγιος Δημήτριος. Για να βεβαιωθούν οι χριστιανοί έρριξαν ένα αυγό πάνω από τα βράχια: αυτό έπεσε στη θέση της Μονής, άθικτο. Γι’ αυτό, λένε, και την ονόμασαν Αυγό.

 

Το Μοναστήρι του Αυγού

 

Τον Άγιο Δημήτριο όλα τα χωριά γύρω τον θεωρούν πολύ θαυματουργό και στοργικό, έτοιμο να σκύψει πάνω στις αγροτικές τους αγωνίες. Τον φροντίζουν: έχουν καθα­ρή την εκκλησιά του κι’ αναμμένα τα καντήλια του. Ωστόσο, μας είπαν οι Διδυμιώτες, μεγάλη γιορτή κάνουν της Αγίας Θεοδώρας. Είναι κι’ αυτή θαυματουργή. Στην εικόνα της κολλάνε νομίσματα, βάζοντας στο νου μιαν ευχή. Αν κολλήσει το νόμισμα, η ευχή θα πραγματοποιηθεί… Γιορτάζουν ακόμη στη Μονή Αυγού κάθε Σεπτέμβρη, τον Άγιο Ιωάννη το Θεολόγο. Κι’ έρχονται με ταξίματα πολλά από την Ασίνη, το Τολό, το Δρέπανο.

 

Η ονομασία της

 

Όσο όμορφη κι’ αν είναι η παράδοση για της πίστης το άθραυστο αυγό, που έδωσε το όνομα στο μοναστήρι, δεν εμποδίζει την αναζήτηση για μια άλλη προέλευση, λιγότερο ρομαντική.

Είναι πιο εύκολο ίσως να αποδοθεί στην ονομασία του όρους Αυγού. Και μπορεί να δόθηκε πολύ αργότερα από την ίδρυση της Μονής. Η ονομασία «Αυγό» απαντιέται συχνά στο Μωριά και βαφτίζει βουνό γυμνό. Στη Βόριο Ήπειρο έλεγαν τη γυμνή κορφή «Βέ» (αυγό). Μάλε αρβανίτικα σημαίνει κορυφή. Μαλεβέ = βουνοκορφή γυμνή (σαν αυγό).

Έτσι έχουμε στην Κυνουρία, τον Πάρνωνα που ακόμα οι ντόπιοι τον ονομάζουν Μαλεβέ η Μαλεβό, όπως και το Μαλεβό στο Αρτεμίσιο. Στη Μάνη το γυμνό χωράφι το έλεγαν «μαλεβό». Η ίδια έννοια στην ελληνική ονομασία αυγό είναι επίσης συχνά δοσμένη. Όπως: το Αυγό = βουνό της Ασίνης Ναυ­πλίας, το Αυγό, λόφος Κορινθίας και το ομώνυμο χωριό κοντά. Ακόμη το γυμνό οξυκόρυφο νησάκι των Κυθήρων, Αυγό. Και το δικό μας όρος Αυγό της Αργολίδας, που ανήκει στην οροσειρά των Διδύμων.

Όση κι’ αν είναι η ευλάβεια των περιοίκων για τη Μονή Αυγού, δεν είναι αρκετή. Ούτε εκείνη η κατάλληλη, που έχει ανάγκη ένα βυζαντινό μνημείο κι’ ο ναός του. Ένας ανάμεσα στους ελάχιστους που έχουμε του 11ου αιώνα ναούς: σε μια περιοχή κοντά, Ίρια και Τραχειά, σημαντική και στην αρχαιότητα και στο μεσαίωνα, σύμφωνα με τα λείψανα αρχαίων κάστρων και μικρών βυζαντινών ναών. Η ωραία Μονή του Αυγού, που μοιραία πηγαίνει στον αφανισμό της, αξίζει μιας ιδιαίτερης φροντίδας αρχαιολογι­κής, τη συντήρηση, σαν πολύτιμο διατηρητέο μνημείο. Και ίσως ανάμεσα σε τόσες ψυχές που αναζητούν τη λύτρωση στη μοναξιά και στην αυτοσυγκέντρωση – ακόμη και στην εποχή μας – μπορούσαν να βρεθούν κάποιοι να χρησιμέψουν κάτοικοι – φὐλακές της.

 

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  



Πηγή

 
  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.

 

Υποσημειώσεις

 

[1] Γ. Σωτηρίου, Μονή Αυγού παρά τους Διδύμους της Αργολίδος, «Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος», (1935), σσ. 457-464.

 [2] Η Μονή είχε κι΄ άλλον ηγούμενο αγωνιστή, τον Αρχιμανδρίτη Διονύσιο  από την Καλλίπολη. Στην κατάληψη του Παλαμηδίου 29.11.1822, πάνω από στη Μπεζεριάν τάπια, έσπασε το πόδι του, μένοντας για πάντα χωλός.  

 [3] Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σσ. 198-199.

 [4] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 1.

[5] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, φακ. 213. Πίναξ συναχθέντων χρημάτων, [1835], αύξων αριθμός 2.

[6] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά, φακ. 220, Νομός Αργολίδος και Κορινθίας, Επαρχία Ναυπλίας, Άγιος Δημήτριος Αυγού.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά


  

Το παρελθόν της Μονής Καρακαλά, σημαδεμένο πολλές φορές από τη μοίρα της κακοτυχίας, αγωνιστικό, σκοτεινό και ανήσυχο, φωτίζεται μόνο τους δυο τελευταίους αιώνες. Άγνωστος ο χρόνος της ίδρυσής της και αναποκάλυπτα τα συμβάντα της ζωής της Μονής ως το τέλος της 18ης εκατονταετίας. Η σύγχρονη ανοιχτόκαρδη θωριά της, ως φανερώνεται τώρα ειρηνική, δεν ευκολύνει τη φαντασία να γυρίσει πίσω, σε φοβισμένους χρόνους, σε δύσκολους καιρούς του τόπου.

Η Μονή, στη λησμονιά της μικρής της ρεματιάς, κρατάει ωστόσο μια συνομιλία με το μακρινό αμνημόνευτο χρόνο, καθώς αθώρητη κι’ από συνεχόμενους λόφους κυκλωμένη ζει μέσα στη μοναχιασμένη της γαλήνη. Έτσι που δεν παραδόθηκε στην επικοινωνία του παρόντος, κοντά σε κάποια «εθνική οδό» και μπορεί ακόμη ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή.

 

Το Μοναστήρι του Καρακαλά – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Δεκατρία χιλιόμετρα μακριά από το Ναύπλιο, έξη από το πιο κοντινό χωριό, τον Άγιο Αδριανό, στα πρόβουνα του Αραχναίου, η Μονή Καρακαλά έχει ακόμη το προνόμιο της περισυλλογής όσο καμμιά άλλη σε λειτουργία μονή στην Αργολίδα. Κλεισμένη η ζωή μέσα στον περίγυρό της, οι έξοδοι στο αγροτικό περιβάλλον γύρω αδιατάραχτες, ο δρόμος που φέρνει τα μηνύματα απ’ έξω ένας: τελειώνει εμπρός στα παράθυρα του δεσποτικού, στην κύρια είσοδό της. Τα μάτια των κελλιών του βορρά και του νότου, ανοιγμένα πάνω στα γειτονικά υψώματα και στις φυλλωσιές της ρεματιάς, δεν έχουν φυγή.

Μόνο προς τη δύση αναδιπλώνονται χαρωπά σαν κεντημένες ποδιές τα μικρά λοφάκια, ως κάτω στο άνοιγμα του κάμπου – στο φόντο τ’ Ανάπλι και η θάλασσα. Όσες μορφές κι’ αν πήρε η Μονή, το ίδιο τούτο άνοιγμα θα έδινε η θύρα στην ψυχή κι’ ανάλλαχτος ο πίνακας του ερημικού τοπίου θα γέμιζε γαλήνη τη ματιά του μοναχού – ποιος ξέρει από πόσους αιώνες πίσω. Ο απόμονος τόπος στηρίζει την παράδοση, που τοποθετεί σε αρχαιότατη εποχή την ίδρυση του Μοναστηριού.

Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά. Μονή Ξεροκαστέλι. Η δεύτερη ονομασία, μόνο στα γραφτά, ξεχάστηκε ίσως. Οι ντόπιοι από χρόνια λένε: «πάμε μέχρι του Καρακαλά», εννοώντας μόνο το Μοναστήρι. «Καρακαλάς» είναι όνομα περιοχής, τοπωνύμιο που προϋπήρχε και προστέθηκε δίπλα στον Άγιο Δημήτριο; Ή μήπως είναι όνομα ουσιαστικό, που έχει σχέση με την κτήση και την ίδρυσή της; Ή πάλι είναι όνομα κάποιου άρχοντα της Ναυπλίας, Βυζαντινού ή Φράγκου;

Η πιο παραδεκτή από τους παλιότερους ιστορικούς ερμηνεία συνδέεται λογικά με τη δεύτερη ονομασία «Ξηροκαστέλιον», όπως διαβάζεται σε σιγίλλια. Ξεροκαστέλι λέγαν φαίνεται οι ντόπιοι κάποιο φράγκικο πύργο κοντά στη Μονή. Στα τούρκικα η λέξη μεταφρασμένη είναι «Κουρουκαλέ». Η παραφθορά της τούρκικης ονομασίας, λένε, έδωσε το «Καρακαλά». [i]  Υπάρχει βέβαια και η Μονή Καρακάλου στον Άθω. Αλλά και βυζαντινό επίθετο Καράκαλος – από το λατινικό Caracallum-i ή Caracalla-ae που σημαίνει είδος χλαίνης, ποδήρης εσθήτα με χειρίδες, αλλά και μαύρο κάλυμμα κεφαλής, κουκούλα. [ii]

Υπάρχει ακόμη στην περιοχή Ναυπλίας οικογένεια Καρακάλου (κλάδος ομώνυμης οικογένειας από τη Δημητσάνα), που βγήκαν πατριάρχες από τους κόλπους της. Υποστηρίζεται ότι το όνομα της οικογένειας αυτής έχει σχέση και με τις δυο μονές Άθω και Ναυπλίας. [iii]

Δεν πρέπει, να παραληφθεί και κάτι άλλο σημαντικό: σ’ ενετικό έγγραφο του 1542 9ης Νοέμβρη, καταγράφονται τα ονόματα: της D. Caracala και της Katherina Caracala – αρχόντισσες, πιθανόν και οι δυο στην περιοχή Ναυπλίου. Πιστεύουμε ότι το όνομά τους είναι αμεσότερα συγγενικό με τη Μονή. [iv] Πιθανόν να υπάρχουν κι’ άλλες πηγές ερμηνείας, που δεν συναντήσαμε.

Όσα γνωρίζουμε για τη Μονή Καρακαλά με ιστορικά στοιχεία αρχίζουν από το 1710, ημερομηνία ανακαίνισης της Μονής. Το 1798 στο σιγίλλιο του Γρηγορίου του Ε’ αναγράφεται:[v]

 

«Εν τη μονή του Αγ. Δημητρίου τη επιλεγόμενη Καρακαλά της επαρχίας Αργολίδος υπάρχει έγγραφον επί μεμβράνης εν ω αναγρά­φονται πάντα τα της μονής προνόμια, περιγράφεται δε υπό της εν Ναυπλίω «Ανεξαρτησίας» (φύλλον 9 Μαρτίου 1878). Η μεμβράνη αύτη, μήκους 0,75 και πλάτους 0,52 φέρει κάτωθεν δια κυανών κλωστών εκ μετάξης ανηρτημένον το μολυβδόβουλον αφ’ ενός μεν εικονίζον την Θεοτόκον φέρουσαν εις τας εγκάλας της τον Ιησούν Χριστόν βρέφος, φέρον δ’ αφ’ ετέρου την επιγραφήν – Γρηγόριος ελέω Θεού Αρχιεπίσκοπος Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρ­χης. Το έγγραφον έχει τον αυτόν τίτλον επί κεφαλής, αναφέρει δε ότι πατριαρχικόν σιγιλλιώδες γράμμα του αοιδίμου εν πατριάρχαις Γαβριήλ, πιστοποιεί ότι το μοναστήριον τούτο, όπερ Ξεροκαστέλι επωνομάσθη, προ αμνημονεύτων χρόνων σταυροπηγιακή αξία… και ότι τα αρχαία αυτού σιγιλλιώδη γράμματα απόλω…… επί τη επισυμβάση τότε εκεί ανωμαλία… χαρακτηρίζει δε το μοναστήριον τούτο ο πατριάρχης – ημέτερον, σταυροπηγιακόν, αδιάλυτον, ακαταπάτητον και όλως ανενόχλητον διότι το δικαίωμα του μνημονεύειν του πατριαρχικού ονόματος: τον δε ηγούμενον φέρειν μανδύαν και πατερίτσαν κατά τας εορτασίμους ημέρας επ’ εκκλησίας, κηρύσ­σει αυτό απηλλαγμένον πάσης εξαρχικής έξω…»[vi]

 

[ Κοινή αντίληψη όλων, όσων ασχολήθηκαν με τη μονή, είναι ότι δεν υπάρχουν στοιχεία, διότι η μονή « κατεστράφη επί Τουρκοκρατίας και επί Γερμανών» στηρίζοντας προφανώς την άποψή τους σε αχρονολόγητο χειρόγραφο των Αρχείων της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, σύμφωνα με το οποίο « ουδέν στοιχείον υπάρχει περί της μονής Αγίου Δημητρίου Καρακαλά» για τους λόγους που προαναφέρθηκαν.

…Η μονογραφία του Ανδρέα Μιχαλόπουλου για τη μονή έχει τη μορφή λογοτεχνικής περιγραφής, χωρίς επιστημονική κατοχύρωση, διότι εγράφη, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αναφέρει « σε μια περίπου εβδομάδα». Η πληροφορία επίσης των Ντιάνας Αντωνακάτου- Τάκη Μαύρου, ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για τη μονή πριν από το 1710, είναι αστήρικτη. Προφανώς δεν είχαν την ευκαιρία οι εν λόγω συγγραφείς να ερευνήσουν τις βενετικές καθώς επίσης τις μεταγενέστερες ελληνικές πηγές που αναφέρονται στην παλαιότητα και στο ιστορικό της μονής. Γι΄ αυτούς τους παραπάνω  λόγους που μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι μέχρι τώρα δεν είχε γραφεί κάποια ολοκληρωμένη και με ιστορικές απαιτήσεις μονογραφία για τη μονή, θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε βαθύτερα με το θέμα αυτό, εκμεταλλευόμενοι όλο το υπάρχον δημοσιευμένο και το ανέκδοτο υλικό.  Από την εισαγωγή της Μαρίας- Ελευθερίας Γ. Γιατράκου, στην διατριβή της επί διδακτορία και υπό τον τίτλο: Η Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου Καρακαλά ή Ξηροκαστελλίου, 1998.]

Η μορφή η αρχιτεκτονική, που διατήρησε η Μονή ως το τέλος του 18ου αιώνα, χάθηκε κατά μέγα μέρος στις αρχές του 19ου, όταν καταστράφηκε από πυρκαγιά. Μέρος από τα διασωμένα υλικά της χρησιμοποιήθηκαν την ίδια περίπου εποχή, στην ανέγερση τεμένους οθωμανικού – τεκέ: το Βουλευτικόν κατόπιν του Ναυπλίου. Το καθολικό ξαναχτίστηκε το 1871 και τμηματικά έγινε η ανέγερση και η επιδιόρθωση των άλλων τμημάτων του σημερινού συγκροτήματος της Μονής, γύρω και πάνω σε ό,τι είχε απομείνει από τα αρχαιότερα.

Το παλιό τμήμα, που είχε πολεμίστρες στο βορινό εξωτερικό περίβολο και είχε γλυτώσει όλες τις καταστροφές ως κι’ αυτή την ανατίναξη των Γερμανών το 1943, εξαφανίστηκε με την ανύψωση των νέων βορινών κελλιών. Ενώ τα νότια χτίρια, με τη γραφική μορφή τους, τις καμάρες, τα χαγιάτια τους τα χαμηλά, ακόμη κρατούν μια ισορροπία με το ναό, που μοιάζει να μην αναπνέει καλά, περισφιγμένος από κελλιά, σκάλες και τοίχους.

 

Παραθύρι.

 

Γιατί χαρακτηριστικό του Καρακαλά είναι αυτή η συμπύκνωση εσωτερικά των χτισμάτων, που κλείνουν σε στενό παραλληλόγραμμο το αίθριο. Έτσι στη μέση ο ναός, σα να αγωνίζεται να ελευθερωθεί, σε χαμηλότερο επίπεδο θεμελιωμένος, ανυψώνοντας έναν τρούλλο ογκώδη και βαρύ. Γνωρίζουμε ότι ο αρχιτεκτονικός χαρακτήρας του Κα­ρακαλά είταν φρουριακός. Αναφέρεται σε κατάσταση των Γ.Α.Κ. του 1833 ότι η «Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρή». Ένα μεγάλο συγκρότημα, αν προστεθούν και οι βοηθητικοί χώροι, σε μορφή οχυρού, που μπορούσε να αμυνθεί, αν χρειαζόταν.

Περνώντας το διαβατικό (5μ. μήκος), έχουμε αριστερά μας αίθουσες υποδοχής και δεξιά τα πρώτα παρεκκλήσια: της Παναγίας της Πορταΐτισσας, του Αγ. Νεκταρίου. (Η Μονή έχει πέντε: της Αγίας Παρασκευής, της Αγ. Ειρήνης Χρυσοβαλάντου, του Οσίου Εφραίμ, της Παναγίας της Πορταΐτισσας και του Αγίου Νεκταρίου). Στην έξοδο το αίθριο με τα πολλά του επίπεδα και την κλειστή του όψη. Φροντισμένο, χωρίς φορτώματα διακοσμητικά, μαρτυρεί ωστόσο τη γυναικεία παρουσία κι’ επιμέλεια.

 

Ανάσταση στη Μονή Καρακαλά (λεπτομέρεια) – Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Αριστερά και σ’ όλο το μήκος της βόριας πλευράς διώροφο το νέο συγκρότημα ξενώνων και κελλιών (του 1972), προβάλλεται ξαφνικά με έμφαση, σε κοντινό σημείο φυγής και με αναγκαστικά μεγάλη προοπτική κλίση. Πολυά­ριθμα τοξωτά ανοίγματα του «ηλιακού» κάτω, και τοξωτές τζαμαρίες πάνω, συγκλίνουν με τις οριζόντιές τους απότομα, λόγω του περιορισμένου χώρου που έχει το μάτι να κοιτάξει. Έτσι τονίζεται μια αρχιτεκτονική – μίμηση χτιρίων μεγάλων μοναστηριακών συγκροτημάτων.

Απέναντι στη νότια πλευρά του αίθριου τα παλιότερα χτίρια που αναφέραμε. Μια διώροφη σειρά κελλιά, που συνεχίζουν ως τη ΝΔ γωνία της Μονής κι’ έρχονται και ενώνονται με το δεσποτικό στη δύση. Προς την ανατολή πλησιάζουν μια σειρά βοηθητικών χώρων και μαγειρείων. Εκεί και το παρεκκλήσι της Αγ. Παρασκευής, καθώς και ή ανατολική έξοδος της Μονής, που φέρνει προς τη ρεματιά. Απ’ έξω από την ανατολική πλευρά, οι αγροτικές εγκαταστάσεις (κοτέτσια κ.ά.)

Στο κέντρο του αίθριου το καθολικό, δεκατρία σκαλιά πιο χαμηλά από το επίπεδο του διαβατικού, έχει διαστάσεις 19X8 μ. περίπου μαζί με το νάρθηκα. Το σχήμα του είναι εγγεγραμμένου σταυρού με οκτάπλευρο τρούλλο. Ο νάρθη­κάς του προς Δυτικά ανοιχτός, πλαισιώνει με τις διπλές του τοξωτές τζαμένιες πόρτες την είσοδο του ναού. Κεραμικός διάκοσμος περιτρέχει την καμπύλη των τόξων και ψηλά, πάνω από τις πόρτες, ένα κυκλικό άνοιγμα κι’ αυτό διακοσμητικό, κατευθύνει τη ματιά σε προέκταση προς το τρίλοβο βουβό καμπαναριό. (Οι καμπάνες τρεις, είναι κρεμασμένες, μαζί με το σήμαντρο, στον τοίχο του νάρθηκα, στο ύψος του χεριού που θα τις σημάνει). Κάτω από το κυκλικό άνοιγμα και τη διακοσμητική ευθεία, εντοιχισμένες δυο πλάκες σε διαδοχή: στην επάνω (0,60X1,20) αναγράφεται:

 

Ο ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ

ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ ΤΟΥ

ΠΑΝΟΣΙΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΜΠΕΒΑΡΔΟΥ

ΑΒΔΙΜΠΕΪΤΟΥ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ ΟΝΤΩΝ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΤΖΑΜΙΛΑ ΚΑΙ ANANIA ΒΕΝΕΤΗ ΧΕΛΙΩΤΩΝ

ΕΠΙ ΤΗΣ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΟΥ ΠΑΝΙΕΡΩΤΑΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΔΑΝΙΗΛ ΠΕΤΡΟΥΛΑ

ΕΝ ΜΗΝΙ ΜΑΪΩ ΑΩΟΑ (=1871)

Στην κάτω (0,15X0,20) σημειώνεται:

Ο ΝΑΟΣ ΩΔΕ ΔΙΑ ΓΡΑΜ

ΜΑΤΙ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΔΡΟΣΙΝΟΥ ΟΙΚΟΔΟΜΕΙΤΑΙ

 

Στο εσωτερικό του νάρθηκα εικόνες του Αγ. Δημητρίου. Ο οκτάπλευρος τρούλλος στρογγυλός στο εσωτερικό, στηρίζεται σε τέσσερα τόξα. Οι οκτώ φωτιστικές του θυρίδες προσθέτουν στον καλό φωτισμό του ναού, που του προσφέρουν δυο παράθυρα: στο βόριο και στο νότιο τύμπανο των τόξων καθένα. Και η θύρα εισόδου με το τοξωτό ανακουφιστικό της άνοιγμα στο υπέρθυρο.

 

Τμήμα του καθολικού και η εντοιχισμένη πλάκα.

 

Ο ναός έχει αγιογραφηθεί από τον Χ. Βούλγαρη. Έχει ακόμη μερικές φορητές εικόνες του Αγίου Δημητρίου – 18ου – 19ου αι. Μια του 1828 εικόνα της Παναγίας, που είναι αφιερωμένη στη Μονή από τον ηγούμενο «Πεβάρδο». Το καλοδουλεμένο ξυλόγλυπτο τέμπλο βοηθεί στη διακόσμηση του ναού.

Στη γιορτή του Αγίου, στις μεγάλες γιορτές των Χριστουγέννων, το Πάσχα, στις παρακλήσεις του Δεκαπενταύγουστου, η εκκλησία αυτή αναδίνει μια συγκρατημένη κατανυκτικότητα, μια ευωδιά τρυφερής φροντίδας μαζί με το άρωμα των λουλουδιών, του λιβανιού, του ασβέστη.

Κι’ εκείνη η μικρή εστία θερμότητας γύρω από το Ψαλτήρι, οι καλόγριες της Μονής με τις συγκινημένες απλές φωνές τους, σαν ενωμένη ικεσία ενός αδύναμου παθητικού συνόλου, κεντρώνει τα ψυχρά σχήματα, τις άχαρες γραμμές της αρχιτεκτονικής, σ’ ένα κύκλο επικοινωνίας.

Στην ίδια θέση υπήρχε ο παλιός ναός, που κάηκε. Τίποτε δεν έμεινε να θυμίζει τη μορφή του. Τον φέρνει ωστόσο ο νους, με τη βυζαντινή λιτότητά του, χωρίς ηλεκτρικό, χωρίς στολίδια, αυστηρό. Ξωμάχοι οι καλόγεροί του. Άλλων καιρών καταφύγιο. Άλλη η ζωή, οι φόβοι της… στο φως του κεριού οι ελπίδες της.

Πίσω πολύ δεν μας φωτίζει η ιστορία. Πριν από το 1710, τίποτε. Μόνο πως υπήρχε «αρχαιότατη», λέει η παράδοση. Ύστερα κάηκε. Τις πέτρες της πήρε ένας πασάς να ομορφήνει μ’ αυτές το μεγαλόπρεπο τεκέ του – πράξη που μαρτυράει την αξία της μορφής του παλιού μοναστηριού.

Είκοσι χρόνια κατόπιν, αν και πρόσφατα καμένο, το Μοναστήρι ξαναζωντανεύει: έχει 80 μοναχούς κι’ άλλες το ζώνουν πυρκαγιές. Ο ηγούμενός του, Διονύσιος Σουρίλος, το 1821, ξεσηκώνει τα χωριά γύρω, ψυχώνει το Χέλι, το Κοφίνι, βάζει φωτιά στην καρδιά των ανθρώπων τους και ο ίδιος δίνεται περισσότερο στον πόλεμο και λιγότερο στην ειρήνη της ψυχής του.

Όσοι σώθηκαν από τη μάχη του Πέτα, μας πληροφορεί ο Φωτάκος [vii] και έγιναν ο πυρήνας του τακτικού στρατού, τοποθετήθηκαν στη Μονή Αγίου Δημητρίου για να πάρουν μέρος στην πολιορκία του Ναυπλίου. Μαζί τους και ο ηγούμενος Σουρίλος ή Σουρίλας με τους καλογέρους του. Στο περιοδικό Λακωνικά[viii] αναγράφονται τούτα: «Πολλοί των μοναχών ήσαν πρώην κλέφται ή αντήλασσαν κατά τας περιστάσεις τα δύο επαγγέλματα..

 Νά ρίχνη μες’ στο θυμιατό μπαρούτι για λιβάνι

να του θυμάη τον πόλεμο, τα περασμένα νειάτα…»

Άλλα και στα νεότερα χρόνια πάλι φωτιές ζώνουν το Μοναστήρι. Βοήθαγε και η απόμονή του θέση, βοήθαγε και το ψυχωμένο φρόνημα των «κατοίκων» του. Κατηγορήθηκε από τους Γερμανούς πως «εχθρευόταν» τον εχθρό και συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Για τιμωρία του καίνε και ανατινάζουν, από τη βόρια πλευρά του, εννέα κελλιά. Μαζί του παίρνουν ό,τι είχε και δεν είχε. Αυτά το 1943. Και στις φοβερές αυτές ώρες της γερμανικής κατοχής και στου εμφύλιου πόλεμου τα πάθη, βασανίζεται ο ηγούμενος του Καρακαλά. Να αποκαλύψει τι ξέρει για τους αντάρτες της περιοχής: δεμένο σε μια συκιά τον δέρνουν μέχρι αίματος. Για το μαρτύριο τούτο βεβαίωσε αυτόπτης μάρτυρας, στρατιώτης των ταγμάτων ασφαλείας. Η συκιά έξω από την ανατολική θύρα υπήρχε, ως λίγα χρόνια πριν.

 

Εσωτερικό της Μονής

 

Η Μονή, από το βασιλικό διάταγμα του Όθωνα δηλαδή από το 1834, αλλάζει πολλές φορές μορφή. Πότε αυτοδιοίκητη, πότε συγχωνευμένη. Οι μοναχοί της όλο και λιγοστεύουν. Το 1834 αριθμούνται πέντε. Το 1855, το 1860, το 1877 έχει σταθερά οκτώ. Το 1882 της μένουν πέντε, ενώ το 1919 μόνο τέσσερις, αριθμός που αναγκάζει τον ηγούμενο Θεόφιλο Ιωάννου να παραιτηθεί και η Καρακαλά να διευθύνεται από την Ταλαντίου.

Διαδοχικά: το 1934/10.12, έχοντας πέντε μοναχούς γίνεται έδρα, μετά τη συγχώνευσή της με την Ταλαντίου. Σ’ αυτές τις δυο συγχωνεύονται το 1936/7.12 οι Μονές Αγνούντος και Ταξιαρχών, με έδρα πάλι του Καρακαλά. Ενώ το 1939, η έδρα μετατοπίσθηκε στην Ταξιαρχών, όπου και άνηκε η Μονή Αγ. Δημητρίου. Έτσι κι’ έπεσε στην παρακμή. Το 1942/15.12 όμως γίνεται ανασύστασή της και μετόχι της η Μονή Ταλαντίου. Το τελειωτικό κτύπημα, που δέχτηκε σαν ανδρώα μονή, είταν τα επεισόδια με τη γερμανική κατοχή.

Από το 1955 εποπτεύουν το Μοναστήρι τέσσερις μοναχές και από το 1962 γίνεται γυναικείο. Με ηγουμένη τώρα τη Συγκλητική και τις μοναχές: Νεκταρία, Μακαρία, Παρασκευή, Χριστοφόρα, Ακακία, Μαριάμ, Διονυσία, Συγκλητική, Παταπία και Μαρία, βρίσκεται σε άνθηση και διαρκή ανοικοδόμηση.

Σημείωση Βιβλιοθήκης: Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή το 1974. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Ακακία Χειλαδάκη. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις εννέα  (9).

Κι’ εδώ, όπως σε κάθε γυναικεία μονή, το φαινόμενο της «ανοικοδομήσεως» – με τα καλά και τα κακά γνωρίσματά του – οφείλεται στη δημιουργική διάθεση των γυναικών, στην επιμονή και στην αντοχή τους, ως να φτάσουν στο συντελεσμένο έργο: τη σύγχρονη μορφή του μοναστηριού τους, όπως αυτές τη θέλουν.

Το 1834, σύμφωνα με έγγραφο του Μητροπολίτου Αργο­λίδος Κυρίλλου Δεληγιαννοπούλου, το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου εις Ξηροκαστέλι έχει: 3500 στρέμματα γης, 25 στρεμ. αμπέλια, 10000 στρεμ. ακαλλιέργητη γη, 2000 ελαιόδεντρα, 423 αιγοπρόβατα, 150 κυψέλες μελισσιών, 37 χοντρά ζώα, 8 ασημένια και 34 χάλκινα σκεύη, 2,5 οκ. ασήμι, 15 υπηρέτες και 7 ορφανά.

Στον ίδιο περίπου χρόνο διαφορετική είναι η καταγραφή των περιουσιακών του σε κατάσταση του Δημοσίου:[ix] Πατέρες 5, υπηρέτες 6, Καλλιεργήσιμη γη στρεμ. 800, Αμπελώνες στρεμ. 16, ελαιόδεντρα 1000, Κήποι 1, Ελαιοτριβεία 1, Μύλοι 1, Αιγοπρόβατα 400, Νομαδικά 65, Βόες Γεωργικοί 8, Ζώα φορτηγά 6, Μελίσσια 100, Μετόχια 2, Χαλκός 50 οκ. Ετήσιον εισόδημα 8000 δρχ. Η Οικοδομή περιέχουσα εικοσιπέντε δωμάτια είναι οχυρά, ο κήπος περιέχει έως 30 δένδρα κάρπιμα.

Φαίνεται ότι έχει μεγάλη περιουσία. Το πιο ανεβασμένο εισόδημα και τα περισσότερα δωμάτια απ’ όλα τα μοναστήρια της Αργολίδας. Τα σύνορα των κτημάτων της απλώνονται σε μεγάλη ακτίνα.[x] Μέσα σε σχετικό έγγραφο (υπάρχουν 282 έγγραφα στο φάκελλό της) τα σύνορά της ορίζονται έτσι:

 

« Οι κάτοικοι των πέριξ της μονής προσκληθέντες υπό του καθηγουμένου Κου Διονυσίου Μπεβάρδου μαρτυρούμεν ότι η όλη περιφέρεια της μονής περατούται από μεν Δυσμών εκ του μέρους της Τιρυνθίδος υπό του μακρού λιθαρίου υπό του δημοσίου δρόμου, υπό του χαρακώματος του Θεοδωροπούλου τα καταλύματα, το όρος του προφήτου ηλιού και του αγίου Ιωάννου και τον μελισσάν. από δε της μεσημβρίας από το μέρος της Ασύνης, υπό του κεφαλαρίου εις το Γκωλινάρι και μαυροβουνές. από δε ανατολικών εκ του μέρους της λύσσης υπό των κορών, υπό της Γέφυρας της Καλογραίας υπό του χαλκοκάστρου, του μπρούτζου τα καλύβια και το όρος του φωνίσκου και των ερήμων. από δε βορρά εκ του μέρους αραχναίου υπό της εύμορφης σπυλιάς υπό του αραχναίου όρους της ασφακαράχνης του πετριτού και της Θαστζας. εκ μέρους της Μηδρίας υπό του αραχναίου σταυροδρομίου του μαριανού δημοσίου δρόμου ερχόμενοι εκ του μακρολιθαρίου.   Μάρτιος 1836 Υπογραφές ».

 

Το 1974 οι μοναχές έχουν ένα μικρό υφαντήριο, λίγα κεντήματα, ασήμαντη κτηματική περιουσία, κανένα υπηρέτη και κανένα ορφανό στην πλάτη τους. Με λίγα δέντρα και οικιακά ζώα ενός μικρού νοικοκυριού, ζουν με πολύ φροντισμένο το Μοναστήρι τους και ένα μεγάλο νέο χτίριο – κελλιά, ξενώνες, εργαστήρια – στο ενεργητικό τους. Έξω από τον περίβολο – 30X90 οι διαστάσεις του – η ερημιά της ακατοίκητης εξοχής. Την ταράζει μόνο το ανέβασμα από καιρό σε καιρό των προσκυνητών του Αγίου Δημητρίου – ξεχωριστά τον αγαπούν Ναυπλιείς και Αργείοι. Στα δυτικά, πάνω σ’ ένα λόφο, το Κοιμητήρι της Μονής χωρίς εκκλησιά, δίχως έμφαση, χωρίς ανυπομονησία, σα να κυττάζει κατά το καχεκτικό κυπαρισσάκι της εισόδου του Καρακαλά.

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

Υποσημειώσεις


[i]   Μιχαήλ Γ. Λαμπρυνίδου, Η Ναυπλία, Αθήναι 1950, σ. 27.

[ii] Φαίδωνος Ι.Φ. Κουκουλέ, Βυζαν­τινά τινα παρωνύμια, «Επιστημονική Επετηρίδα» (1953-1954), σ. 89) και του ίδιου, Διορθωτικά και Ερμηνευτικά εις Βασίλειον Τάξιν, ΕΕΒΣ 18, (1949), σ. 113.

[iii] Σπυρ. Π. Λάμπρου, Σύμμικτα, «Νέος Ελληνομνήμων», 8, [1911], σ. 236 και Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Η Αρχιεπισκοπή Δημητσάνης και Αργυροκάστρου, Ε Ε Β Σ», έτος Κ’, σ. 228.

[iv] Κ. Ν. Σάθα, Documenta Stratiotas Illustrantia, «Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας», 8, Paris 1886, σ. 366.

[v] Τάσου Αθ. Γριτσοπούλου, Γρηγόριος ο Ε’, ο Πατρι­άρχης του Έθνους, ΔΙΕΕ, 14, (1960), σ. 216.

[vi] Ανέκδοτον μολυ­βδόβουλον του Γρηγορίου του Ε’ (Μάρτιος 1798) Παρνασσός τομ. Β, 1878, σελ. 237—240.

[vii] Φ. Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήναι 1899, τομ. 1ος, σ. 430.

[viii] Φιλ. Ζαννέτου, Ο Ζαχαρί­ας Μπαρμπιτσιώτης, «Λακωνικά», (1932), σ. 124.

[ix]  Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Κατάστιχος Πίναξ [1833], Ναυπλία 2.

Read Full Post »

Ιερά Μονή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου (Παναρίτη Αργολίδας)


 

 

Η Μονή του Οσίου ή Αγίου Θεοδοσίου του Νέου κατέχει για την τοπική ευλάβεια μια ιδιαίτερη θέση. Η ίδρυσή της δεν αποδίδεται σε κοινό θνητό ή απλό ιερωμένο, αλλά σ’ ένα άσημο ως τότε μοναχό, που ήρθε νέος από την Αθήνα, γύρω στο 880, άγιασε και πέθανε σ’ αυτόν τον τόπο, αφήνοντας κατά την παράδοση, τη μνήμη της χριστιανικής του ζωής και των θαυμάτων του.

 Μαζί με το σύγχρονό του Άγιο Πέτρο – Επίσκοπο του Άργους – ο Όσιος Θεοδόσιος διασφαλίζει για τους ντόπιους την προσέγγιση προς ένα δικό τους μεσολαβητή: τη σιγουριά που προσφέρει στην πίστη ο τοπικός Άγιος. Προνομιούχα από θέση και θέα η Μονή, προβάλλεται στον επισκέπτη στο τέρμα ενός βατού χωματόδρομου, τέσσερα μόνο χλμ. από το χωριό Παναρίτη – 14 περίπου χλμ. τόσο από το Άργος όσο και από το Ναύπλιο.

  

 

Προς τη Μονή του Αγίου Θεοδοσίου - Ντιάνα Αντωνακάτου

 

Εντυπω­σιακό – με τις νεότερες προσθήκες – το χτιριακό της συγκρότημα φανερώνεται φωτεινό μέσα από ένα σκιερό σύδεντρο και δεσπόζει πάνω από μαλακούς καλλίγραμμους λόφους στ’ ανατολικά του Αργολικού κάμπου. Έχοντας ανεμπόδιστα εμπρός όλη την πεδινή έκταση με την καλλιεργημένη της συμμετρία, μέχρι το Άργος και ως τις οροσειρές της δύσης, που φράζουν το τοπίο και το Νομό, το Μοναστήρι ζυγιάζεται μετωπικά: μια πλούσια αρχιτεκτονική σύνθεση από τρεις ναούς, κελλιά και ξενώνες.

Πρόλογος του Αγίου Θεοδοσίου, ένα μικρό κάτασπρο εκκλησάκι, χτισμένο σε ύψωμα, στ’ αριστερά της ανόδου του επισκέπτη και 500 περίπου μέτρα πριν από το προαύλιο της Μονής, είναι η «Συνάντησις». Αφιέρωμα στη μνήμη της πρώτης συνάντησης του Επισκόπου του Άργους Πέτρου και του Οσίου Θεοδοσίου – στον ίδιο τόπο που κατά την παράδοση πραγματοποιήθηκε. Εδώ, προϋπάντησε τον Άγιο ο Όσιος, κρατώντας για θυμιατό στα χέρια το σκούφο του με κάρβουνα αναμμένα χωρίς να καίγεται – πάντα σύμφωνα με την τοπική παράδοση. Η μνήμη του συμβάντος γιορτάζεται από το 1956, την πρώτη Κυριακή ύστερα από τις 3 του Μάη – γιορτή του Αγίου Πέτρου. Μερικά πέτρινα σκαλοπάτια οδηγούν στο μικρό ναό. Στη βάση τους ένα προσκυνητάρι. Όλος ο λόφος, με σκάλες, τοίχους, κολονάκια, αψίδες, προσκυνητάρια και ναό, μοιάζει παραφορτωμένος, δίχως βάρος καλαισθησίας.

 

Η Συνάντησις – Άγιος Πέτρος Επίσκοπος Άργους – Όσιος Θεοδόσιος ο Νέος. Αγιογράφοι: Βασίλης Δήμας – Γιώργος Αγγελής. Τοιχογραφία. Ιερός Ναός Αγίου Βασιλείου Άργους.

 

Εμπρός από την κεντρική είσοδο της Μονής, μια φυσική πλατεία προστατευμένη βορειοδυτικά από λόφους, ισκιασμένη από ψηλόκορμη λεύκα και πυκνόφυλλες χαρουπιές, δροσερό καλωσόρισμα το καλοκαίρι, απάγγιο ζεστό το χειμώνα, προδιαθέτει εγκάρδια και εξουδετερώνει την ψυχρότητα, που αναδίνουν πάντα τα νεόχτιστα και τα επιδιορθωμένα χτίρια. Έτσι κάτω από τα φυλλώματα πρωτοπαρουσιάζεται σαν καλλιγραφημένη ζωγραφιά το παρεκκλήσι του Τιμίου Προδρόμου – δεξιά και πριν από την πύλη.

Πρώτος πυρήνας της Μονής, λέγεται πως χτίστηκε από τον Όσιο Θεοδόσιο: απ’ αυτό το εκκλησάκι εκπορεύτηκε η ακτινοβολία και η επιρροή, που άσκησε στους ντόπιους σαν άγιος «θαυματουργός και ιαματικός». Οι διαστάσεις του τώρα είναι 3,15 Χ 2,90 μ. και οι διάφορες ανακαινίσεις έχουν καλύψει τη μορφή, που θα είχε στις αρχές του 10ου αιώνα. Ανθισμένο προαύλιο και τοίχοι γύρω το απομονώνουν, μέσα στο χαμηλότερο επίπεδό του. Κοντά του μαστορεμένη επί Τουρκοκρατίας μια κρήνη γραφική, στερεμένη, μαρτυράει την ύπαρξη νερού – πρωταρχικό στοιχείο για την ίδρυση μοναστηριού. (Εδώ αξίζει να σημειωθεί πως το 1946 εργάτες, σκάβοντας, βρήκαν έξω από τον περίβολο της Μονής και προς Ν χτιστό πηγάδι με θαυμάσιο νερό πηγής: απ’ αυτό υδρεύεται η Μονή τώρα).

Πάνω από τον Τίμιο Πρόδρομο και στο πέρασμα πάντα προς την κεντρική είσοδο, δεξιά, είναι ο τάφος του Μητροπολίτου Αργολίδος Ιωάννου Παπασαράντη (1874-1942) ευεργέτη και ανακαινιστή της Μονής, που βοήθησε στη μετατροπή της το 1942, σε ανεξάρτητη γυναικεία. Έμμετρη επιγραφή σε πλάκα μαρμάρινη (0,50×0,90) είναι εντοιχισμένη αριστερά από την πύλη.

 

ΤΗΝ ΕΝΔΟΞΟΝ ΠΟΤΕ ΜΟΝΗΝ ΘΕΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

ΕΝ ΤΗ ΠΑΡΟΔΩ ΤΟΥ ΚΑΙΡΟΥ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΜΗΝ ΕΛΘΟΥΣΑΝ

ΒΛΕΠΕ ΚΑΙ ΑΥΘΙΣ ΘΑΛΛΟΥΣΑΝ Ω ΞΕΝΕ ΚΑΙ ΑΝΘΟΥΣΑΝ

ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗΝ ΜΕΜΝΗΣΩ ΕΠΙΣΚΟΠΟΝ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

ΤΗΝ Δ’ ΟΥΤΟΣ ΕΠΑΝΙΔΡΥΣΕΝ ΕΙΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΙΝΑ ΠΑΝΤΙ ΕΥΚΛΕΗΣ Η ΧΑΡΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ

ΕΤΕΙ ΧΙΛΙΟΣΤΩ ΕΝΝΕΑΚΟΣΤΩ (sic) 

ΤΕΣΣΕΡΑΚΟΣΤΩ ΜΗΝΙ ΤΟΥ ΙΟΥΝΙΟΥ

 

(Η συγκινητική αφέλεια των απλοϊκών στίχων της επιγραφής θα πρέπει ίσως να τοποθετηθεί στην κρίση του μέλλοντος χρόνου, για τους επισκέπτες που θάρθουν να την διαβάσουν π.χ. ύστερα από δυο αιώνες. Γιατί όσο ο ιστορικός προβολέας φωτίζει μακρινότερες αποστάσεις, τόσο η αλήθεια των συμβάντων έρχεται και μεγεθύνεται σαν σημασία. Πόσες ανορθόγραφες κτιτορικές επιγραφές στέκονται πολύτιμες περγαμηνές και φωτίζουν με την ταπεινή ιστόρη­σή τους την αναζήτησή μας, μέσα σε σκοτεινές πτυχές του φευγάτου χρόνου).

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Στον ίδιο χώρο, βρίσκεται και ο τάφος του Μακαριστού Μητροπολίτη Αργολίδας Χρυσοστόμου Β΄( Δεληγιαννόπουλου), μετά από δική του επιθυμία. Εις μνήμή του υπάρχει και η προτομή του.  Ο Χρυσόστομος Β΄απεδήμησε εις Κύριον στις 4 Ιουλίου του 1985, μετά από οξύ έμφραγμα.



Υφαντήριο - Ντιάνα Αντωνακάτου

Πριν διαβούμε την κεντρική θύρα και τα έντεκα σκαλοπάτια της, δεξιά μέσα στο προαύλιο, μια μικρή πόρτα μας φέρνει στο εργαστήριο (υφαντήριο) των καλογραιών: εκεί και οι εργαλειοί τους, μια από τις πιο λειτουργικές απασχολήσεις της γυναικείας μοναστικής ζωής.

Το αίθριο ενός μοναστηριού, ο περιφραγμένος εσωτερικός υπαίθριος χώρος, αυτός που δημιουργείται γύρω από το καθολικό του, τον κύριο ναό του δηλαδή, και από τα χτίρια που τον περιβάλλουν, αυτή η ίδια του η αυλή, κλείνει την εσωτερική του μορφή: την καρδιά του μοναστικού χώρου. Σε πολλά μοναστήρια αναδίνει μια βαθιά ψυχικότητα – στα γερασμένα χαρακτηριστικά της αυτή η μορφή κρατάει τα χνάρια του καιρού που πέρασε.

Η αυλή του Αγίου Θεοδοσίου παλιά είταν πλακόστρω­τη. Το 1970, με όλο το τσιμεντάρισμά της, βαστούσε ακόμη τις νοικοκυρεμένες της διαστάσεις. Απλωνόταν ηλιόλουστη και ανθισμένη μπροστά απ’ το παλιό χτίριο των κελλιών, από τους βοηθητικούς χώρους, στο ίδιο επίπεδο με τις πόρτες τους και ερχόταν και αγκάλιαζε το καθολικό (δισυπόστατος εδώ ο ναός), στολίζοντάς το μ’ ένα φροντισμένο κηπάκι. Από το 1973 το ανατολικό μέρος της αυλής, που είχε φυσικό τείχος το βουναλάκι πίσω, σκάφτηκε βαθειά και εκεί σ’ όλο το μήκος υψώθηκαν τα νέα κελλιά. Η μορφή του αίθριου άλλαξε, οι διαστάσεις διευρύνθηκαν, το νέο χτίριο με το μέγεθος και το ανυψωμένο του επίπεδο δεσπόζει: ισόγειο ταπεινό απέναντί του το παλιό, των πρώτων 11-12 κελλιών. Κι’ ανάμεσά τους, οι δυο μικροί ναοί μ’ όλη την ανακαίνισή τους, διατηρούν τις μετρημένες αναλογίες της βυζαντινής καταγωγής τους.

Ο πρώτος προς Β είναι αφιερωμένος στη Μεταμόρφωση, ο δεύτερος, κύριος και μεγαλύτερος, στον Άγιο Θεοδόσιο. Οι δυο ναοί, ενωμένοι, στέκονται σε ψηλότερο από την αυλή επίπεδο – αριστερά στον εισερχόμενο. Στον κοινό τους πρόναο οδηγούν τέσσερα σκαλιά. Από εκεί, άλλα τέσσερα σκαλοπάτια φέρνουν εμπρός στις ομοιόμορφες ξυλόθυρές τους (1,20×2,50). Πάνω από τη θύρα του Αγίου Θεοδοσί­ου, μια εντοιχισμένη πλάκα (0,40X0,60) έχει ανάγλυφο σταυρό. Και οι δυο ναοί, κεραμοσκέπαστοι με τρούλλους, παρουσιάζουν διαφορές αρχιτεκτονικές. Ο οκτάγωνος τρούλλος του Αγίου Θεοδοσίου – με τα οκτώ του φωτιστικά ανοίγματα – ανέρχεται μέσα από την τετράγωνη σε σχήμα σκεπή του, σαν τύμβος. Ενώ ο τρούλλος της Μεταμορφώσε­ως, με τέσσερα φωτιστικά ανοίγματα, είναι χαμηλότερος και κυκλικός.

Όσιος Θεοδόσιος Ο νέος ( Τοιχογραφία παλαιότερης περιόδου)

Εσωτερικά ο ναός του Αγίου Θεοδοσίου έχει μήκος 5 μέτρα και πλάτος 2,80. Ο τρούλλος του στηρίζεται σε δυο πεσσούς: αυτοί χωρίζουν τον κυρίως ναό από το Ιερό Βήμα. Και σε μια αψίδα που διαχωρίζει τον ναό από τον νάρθηκα. Η κεντρική προς Δ θύρα, μια άλλη προς τη νότια πλευρά και τα παραθυράκια του τρούλλου φωτίζουν το μικρό χώρο. Ακόμη και τα ανοίγματα του ναού της Μεταμορφώσεως προσθέτουν φως. Γιατί ο κοινός τοίχος των δυο ναών σχηματίζεται με δίλοβο τοξωτό άνοιγμα. Τα δυο του τόξα (το ένα 1,90, το άλλο 1,05μ.) επιτρέπουν όχι μόνον την επικοινωνία αλλά και τον αλληλοφωτισμό, δίνοντάς τους συγχρόνως και όψη δισυπόστατου ναού.

Του Αγίου Θεοδοσίου έχει σύγχρονη αγιογράφηση. Ό,τι είχε απομείνει από την παλιότερη, είταν ο Παντοκράτορας που κατάπεσε με την τελευταία ανακαίνιση. Αγιογραφημένος πολύ αργότερα από το χτίσμα (και πιθανόν πάνω σε προγενέστερη εικόνα), εικονιζόταν μέσα σε νέφη, με την επιγραφή «ο Κύριος Πάντων» και με ανοιχτό ευαγγέλιο, όπου υπήρχε με μικρογράμματη γραφή γραμμένο, ένα ιερό κείμενο. [i]

Από γραφτές μαρτυρίες [ii] φαίνεται ότι και οι δυο ναοί είταν αγιογραφημένοι. Αλλά χρόνος και εγκατάλειψη, ευπρεπισμός και άσπρισμα, επιδιόρθωση και ανακαίνιση, είναι μερικοί από τους κινδύνους, που έχουν καταστρέψει και απειλούν τις παλιές αγιογραφίες. Τώρα από το 1968, ο Άγιος Θεοδόσιος και η Μεταμόρφωση είναι αγιογραφημένοι από δυο σύγχρονους ζωγράφους, κατά τη βυζαντινή αντίληψη που τη διαχωρίζει η προσωπικότητα του καθενός. Η κτιτορική επιγραφή (1,10 X 0,35 μ) «εφ’ υγροίς» στο υπέρθυρο, διαβάζεται:

 

Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΟΥΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ

 ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ

 ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ Β’ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΑΡΓΟΛΙΔΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΤΗΣ

 ΜΟΝΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΜΟΝΑΧΗΣ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΓΡΑΦΩΝ

 ΤΑΚΗ Β. ΠΑΡΛΑΒΑΝΤΖΑ ΚΑΙ ΜΑ­ΡΙΑΣ Γ. ΑΓΓΕΛΙΔΟΥ

 ΕΝ ΕΤΕΙ ΣΩΤΗΡΙΩ 1966

 ΠΡΕΣΒΕΙΑΙΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΟΥ ΒΟΗΘΗΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΟΥΣ ΔΟΥΛΟΥΣ

 

Ο ναός της Μεταμορφώσεως έχει εσωτερικές διαστάσεις 2,80 X 5μ. Έχει μαρμάρινο τέμπλο. Μέχρι το ύψος 1,40 στους τοίχους, φέρει ορθομαρμαρώσεις. Από κει και πάνω είναι κατάγραφος. Στο υπέρθυρο επιγραφή (0,12 Χ 0,40) αναγράφει το δωρητή των διακοσμήσεων:

ΔΩΡΕΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ

ΘΕΟΔΩΡΟΥ  ΧΛΙΑΠΑ

Η θύρα, το τοξωτό παράθυρο της βόριας πλευράς και τα τέσσερα του τρούλλου, φωτίζουν το ναό.

Στην αντικατάσταση του δαπέδου των δυο ναών – το 1964 – βρέθηκε τάφος παλιός, με οστά. Θεωρήθηκαν από τις Αδελφές της Μονής σαν τα οστά του Αγίου Θεοδοσίου, καθώς υπήρχε παράδοση, ότι ευλαβείς χριστιανοί τα είχαν μεταφέρει και κρύψει εκεί. Τώρα φυλάγονται σε αργυρόγλυπτη θήκη – τάμα Ναυπλιώτισας – μέσα στο ναό του Αγίου Θεοδοσίου. Σ’ ένα άλλο τάφο βρέθηκε επίσης ένας σκελετός μ’ ένα ζωνάρι καλά διατηρημένο. Θεωρήθηκε, ζωνάρι του Αγίου, μεταφέρθηκε στην Αγία Μονή Ναυπλί­ου κι’ από εκεί χάθηκαν τα ίχνη του.

Πάνω από τη σκεπή του κοινού πρόναου, μεγάλη εικόνα του Οσίου. Στη ΝΔ γωνία, ένα μικρό μονόλοβο κωδωνοστάσιο. Οι δυο αυτοί ναοί της Μονής χαρακτηρίζονται αρχαιότεροι από τους άλλους του 12ου αιώνα της Αργολί­δος: Χώνικα, Μέρμπακα και Αγίας Μονής.

Νότια και έξω από τον περίβολο, υπάρχουν διάφοροι βοηθητικοί χώροι και ένας φούρνος. Τριγύρω πεταμένα εδώ και κει διάφορα μέλη αρχιτεκτονικά αρχαίου χτίσμα­τος – ίσως ιερού – θωράκια, κιονίσκοι κ.ά. Τα μονοπάτια είναι ακόμη, σπαρμένα με λείψανα θαλάσσιας ζωής – αχιβάδες, πεταλίδες, όστρακα. Είναι γνωστό ότι εκατομμύρια χρόνια πίσω, στις κοσμογονικές διαμορφώσεις του ελληνικού χώρου, η θάλασσα είχε καλύψει ολόκληρη την πεδιάδα του Άργους. Τα υψώματα της Τίρυνθος, του Ναυπλί­ου αποτελούσαν νήσους… Αργότερα οι ποταμοί εσχημάτισαν την Αργολική πεδιάδα, χώρα ποταμογενή.

Το μονοπάτι μας κατευθύνει, μαλακό κι’ ευκολοπερπάτητο πάντα κατά τα νότια της Μονής, όπου η Σκήτη: το πρώτο καταφύγιο του μοναχού Θεοδοσίου στην Αργολίδα. Το μέρος και τώρα, ύστερα από 1100 χρόνια, είναι μοναχιασμένο, κρυφό κι’ απάνεμο. Τα δέντρα του, πορτοκαλιές κι’ άλλα καρποφόρα, καρπίζουν πρώιμα. Και το κυπαρίσσι του, μοναδικό στην πυκνότητά του, υψώνεται σα δέηση ευχαριστίας στο γαλάζιο και σημαδεύει τούτη την ευλογημένη μικρή ρεματιά. Μέσα σ’ ένα φυσικό κοίλωμα της πλαγιάς της, είναι η Σκήτη: 7×2,50 οι πλευρές και το ύψος 2,40 μέτρα. Η απλότητα και η φυσικότητα της κρύπτης εκείνου του φτωχού ερημίτη έχουν καλυφθεί από τους μετασχηματισμούς, που η ευλάβεια έδωσε κατά καιρούς. Μαρμαρένιος τώρα ναΐσκος με επιδεικτική διακόσμηση και ψυχρή τεχνική σύγχρονων υλικών, αφιερωμένος στο όνομα του Τιμίου Σταυρού – δαπάνη του Μητροπολίτου Χρυσόστομου Β’ Αργολίδος – τιμά την ευλαβική μνήμη, αλλά δεν ενθαρρύνει καθόλου την φαντασία σ’ ένα ταξίδι ταπεινής κατάνυξης.

Η Μονή είναι κοινοβιακή. Το πώς είναι γυναικεία, το μαρτυράει στην πρώτη ματιά, η φροντισμένη όψη, η καθαριότητα, η φιλανθία, η ανακαινιστική και η διακοσμητική διάθεση και προπαντός το δημιουργικό πάθος με τις μεγα­λόσχημες επιτεύξεις.

Για τη θεμελίωση και αποπεράτωση των νέων μεγαλόπρεπων κελλιών χρειάστηκε φυσικά ο υλικός πρώτος πυρήνας: το κληροδότημα της αδελφής Τιμοθέας Μπενιά, που άφησε στη Μονή πεθαίνοντας το πατρικό της σπίτι στον Πειραιά. (Ένα εκατομμύριο δραχμές σε αντιπαροχή και δυο καταστήματα πήρε ή Μονή). Χρειάστηκαν ακόμη και 750.000 δραχμές: τις απέδωσε ένας έρανος γεμάτος ζήλο, που οργάνωσε η Μητρόπολη Αργολίδος.

Χρειάστηκε, ακόμη περισσότερο, εκείνη η γεμάτη έξαρση προσφορά των καλογραιών, η επίπονη σωματική εργασία – τις παρακολουθήσαμε να κουβαλούν τα μπάζα ακαταπόνητες – η πεισματική επιμονή που ξεπερνάει κάθε γυναικεία αντοχή, φτάνει να φέρει σε πέρας το έργο. (Αξιοθαύμαστη όσο και καταλυτική δύναμη του γυναικείου μοναχισμού – πολλές φορές εξαφανίστηκε το παλιό, άξιο να μείνει «διατηρητέο», σχήμα των χτισμάτων για να θαφτεί κάτω από το αδόκιμο η και ακαλαίσθητο καινούριο. Αυτή η δύναμη θα μας απασχολήσει κι’ αλλού και ως προς τη λειτουργική ωφελιμότητα ή όχι των δημιουργημάτων της και σαν ψυχολογικό φαινόμενο).

Στο φούρνο, για τον άρτο τον επιούσιο - Ντιάνα Αντωνακάτου

Ηγουμένη της Μονής Αγίου Θεοδοσίου είναι η Θεοδώ­ρα Χαμπάκη [1970] από την Αθήνα, με μόρφωση και συγγραφική ικανότητα. Την αδελφότητα αποτελούν οι μοναχές: Ολυμπιάς, Θεοδοσία, Ειρήνη, Φρειδερίκη.

Σημείωση Βιβλιοθήκης. Ο Τάκης Μαύρος και η Ντιάνα Αντωνακάτου, επισκέφτηκαν την Ιερά Μονή στα τέλη του 1969. Σήμερα, Ηγουμένη της Μονής είναι η Φοίβη Κωνσταντινίδου. Ο αριθμός των γυναικών – μοναχών ανέρχεται στις δέκα επτά (17).

Μικρή περιουσία κτηματική, ο οβολός των πιστών, συμπληρώνουν με το κληροδότημα εκείνο τα έσοδα της Μονής. Τα πανηγύρια επίσης βοηθούν. Γιορτάζουν του Σωτήρος, τις 6 και 7 Αυγούστου. (Περιουσία φαίνεται να μην είχε ή τουλάχιστον να μην της είχε απομείνει γύρω στο 1835. Σε επίσημη κατάσταση καταγράφεται στα διαλυμένα μοναστήρια. Το ποσόν που εισπράχθηκε από τις ενοικιάσεις των κτημάτων του είναι μικρότερο απ’ όλων των άλλων μοναστηριών: 144 δρχ. Τα ελαιόδενδρά του είχαν «συνενοικιασθεί» από τον ηγούμενο). [iii] Σε άλλη κατάσταση καταγράφεται: το Μοναστήριον Αγίου Θεοδοσίου του χωρίου Παναρίτι της Επαρχίας Ναυπλίας έχει: Πατέρες 1, Καλλιεργημένη γη κατά στρέμματα 350, ακαλλιέργητος 350, ελαιόδενδρα 80, Κήποι 1, ετήσιον κύριον εισόδημα εις δραχμάς 200.

Αλλά και ακόμη νωρίτερα φαίνεται ότι είναι φτωχό και ρημαγμένο: «Επιστολή από α’ Μαΐου αωιγ (1817) του Ναυπλίου (Μητροπολίτου) Γρηγορίου προς τον Δ. Περούκαν εις Κ/πολιν, δι’ ής γράφει, ότι…

 

«Το μοναστηράκι του Αγίου Θεοδοσίου εις το Ανάπλι και εις χωρίον Κατσίγκρι έκπαλαι ευρίσκεται υπό την εξουσίαν των κατά καιρόν αρχιερέων… και έμεινεν ανεπιμέλητον και απροστάτευτον τοσαύτα έτη και κατεπατήθη υπό των γειτνιαζόντων εκεί ολίγον κατ’ ολίγον… ήδη εσηκώθη ένας επικατάρατος μεϊμέταγας Κακουτάκης λεγόμενος και ζητεί να καταπάτηση τον ήμισυν τόπον του μοναστηρίου ήμερον και άγριον… και (τω γρά­φει) να ερευνήσει εις τον Βασιλικόν χασνέ τα πρώτα συναίτια όπου έγινε φέτι ο Μωρέας, όπου είναι καταγραμ­μένα όλα τα σύνορα του κάθε τόπου και εκεί να εύρη τω μοναστήριον του Αγίου Θεοδοσίου, καζάς Ναυπλίου πλησί­ον του χωρίου Κατσίγκρι και από αυτό το μέρος να μας ευγάλη ένα σουρέτι δευτέρι να φανερώνη καταλεπτώς τα σύνορα του μοναστηρίου καθώς είναι και παλαιόθεν κατα­γραμμένα και να φροντίση (μετά τούτο) να έκδοθή και ο βασιλικός προσκυνητικός ορισμός περί τούτου…. και αναπαρακαλώ γίνουν αυτά όσον τάχος.. Γράφω περί τούτου και προς τον έφορόν μου άγιον Εφέσου, όπως φροντίση και η σεβασμιότης του… Ευχέτης διάπυρος και όλος πρόθυμος, Ο Ναυπλίου Γρηγόριος».[iv]

 

Το μοναστήρι συνέχισε τη ζωή του, πιθανόν με διακοπές λειτουργίας. Γιατί το 1833 – σύμφωνα με το Νόμο περί Δήμων 27/12/1833 – η Μονή είχε 12 οικογένειες και 50 κατοίκους. Από αναφορά του μητροπολίτου Αργολίδος Κυρίλλου προς την Ι. Σ. (13.3.1834), φαίνεται πως της έχει μείνει ένας μόνο μοναχός «εκ Πριέλας» (Πυργέλλας) και ότι είχε περιουσία 200 στρέμματα καλλιεργήσιμα, 80 ελιές και 1500 στρέμματα βοσκότοπους.

Το 1835 η περιουσία της εκποιείται και περιέρχεται στο κράτος. Το 1885 ο Μηλιαράκης την βρίσκει ερειπωμένη. [v] Το 1904 εξακολουθεί να είναι «διαλελυμένη», όπως αναφέρεται σε έγγραφο του Μητροπολίτου Αργολίδος Νικάνδρου. Το 1952 (Απόφασις Υπ. παιδείας 23243/6.2.1952), η Μονή χαρακτηρίζε­ται «διατηρητέον μνημείον».

Για τη ζωή και τα θαύματα του Οσίου Θεοδοσίου έχει γράψει ο Νικόλαος Μαλαξός, που στάθηκε Πρωτοπαππάς στην τελευταία τριετία της Α’ Ενετικής Κυριαρχίας στο Ναύπλιο, 1538-1540. Γιος του ιερέα Σταυράκη, παντρεμέ­νος με κόρη ιερέα, ευγενής, πλούσιος και μορφωμένος, προικισμένος με δυνατό συγγραφικό ταλέντο και ρητορία – ιεροκήρυκας – γεννημένος στο Ναύπλιο, φίλος των Ενετών, έζησε στη Βενετία, Κρήτη και Ζάκυνθο όπου και πέθανε πριν το 1594. Συνέθεσε ακολουθίες, μεγαλυνάρια, τροπάρια, βίους αγίων. Έγραψε: «Βίος και θαύματα του Οσίου και Θεοφόρου πατρός ημών και Ιαματικού Θεοδοσίου, γεννηθέντος κατά το ΩΞΒ’ – 862 – έτος από Χριστού, συγγραφείς παρά του ιερού Νικολάου Μαλαξού και πρωτοπαπά της πόλεως Ναυπλίου».

Το κείμενο αυτό υπάρχει [vi] σε έκδοση του 1803 του Ελληνικού Τυπογραφείου της Βενετίας, Νέον Εκλόγιον με βίους 36 Αγίων και Οσίων από το 66 μ.Χ. μέχρι το 1686 και στις σελίδες 183-192. Σ’ αυτό το κείμενο του Μαλαξού εξαίρονται τα πολλά θαύματα του Οσίου, μερικά τα έζησε ο ίδιος και η οικογένειά του. Έναν αιώνα σχεδόν πριν από το κείμενο του Μαλαξού, το 1480, η Μονή αναφέρεται σε ενετικό έγγραφο. [vii]

Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος

Διατηρήθηκε η ορθογραφία των συγγραφέων.  

 

 

Υποσημειώσεις

 [i] Αρχιμ. Χρυσοστόμου Δεληγιαννοπούλου, Η εκκλησία Άργους και Ναυπλίας, Τομ. Β’, Άργος 1961, σ. 17.

 [ii] Αναστασίου Π. Τσακοπούλου, Ιστορικά και Λαογραφικά Σημειώματα, Αθήναι 1953, σ. 161.

 [iii] Γ.Α.Κ., Μοναστηριακά – Σύμμικτα, Φακ. 213, Πίναξ συναχθέντων χρημάτων 1835, αύξων αριθμός 5.

[iv] Γ.Α.Κ. Μοναστηριακά, φακ. 227, Μονή Αγ. Θεοδοσίου.

[v] Αντωνίου Μηλιαράκη, Γεωγραφία Πολιτική Νέα και Αρχαία του Νομού Αργολί­δος και Κορινθίας, εν Αθήναις 1886.

[vi] Διον. Κ. Στραβολέμου: Ο θεοφόρος και ιαματικός Θεοδόσιος, Αθήναι 1974, σ. 27.

[vii] Κ. Ν. Σάθα – Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας, τόμ. Δ, Paris 1883, σ. 144.

 

 

 

Πηγές

 

  • Ντιάνα Αντωνακάτου – Τάκης Μαύρος, «Ελληνικά Μοναστήρια / Πελοπόννησος», τόμος 1ος, Αθήνα, 1976.
  • Διονύσιος Χ. Στραβόλεμος, «Ο Αργολίδος Χρυσόστομος ο Β’  Δεληγιαννόπουλος / Βίος και προσφορές του », Έκδοσις Χριστιανικής Αδελφότητος Άργους «Η ΑΓΙΑ ΜΑΚΡΙΝΑ», Θεσσαλονίκη, 1985.  
  • Ιστότοπος Ιεράς Μητροπόλεως Αργολίδος.

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 


Read Full Post »

Older Posts »