Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Archive for the ‘Ναύπλιο’ Category

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου


 

Το Δικαστικό Μέγαρο, χορηγία του μεγάλου Έλληνα ευεργέτη Ανδρέα Συγγρού, περατώθηκε το 1911, σε σχέδια του Αναστάσιου Σταματιάδη. Στο κτίριο, που είναι δομημένο σύμφωνα με τον νεοκλασικό ρυθμό, στεγάζεται σήμερα και εφετείο.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Η είσοδος του Μεγάρου κοσμείται με τις προτομές του Αναστάσιου Πολυζωίδη και του Γεώργιου Τερτσέτη, δύο σπουδαίων μορφών που υπηρέτησαν την ελληνική δικαιοσύνη με υποδειγματική συνέπεια. Και οι δύο έμειναν γνωστοί για τη σθεναρή τους στάση στη Δίκη των οπλαρχηγών της Ελληνικής Επανάστασης, Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, Δημήτριου Πλαπούτα και άλλων, όταν, το 1834, οι τελευταίοι κατηγορήθηκαν για συνωμοσία κατά της Αντιβασιλείας. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο δικαστικός Γεώργιος Τερτσέτης αρνήθηκαν να υπογράψουν το πρακτικό της απόφασης για τη θανατική καταδίκη των οπλαρχηγών. Και οι δύο απολύθηκαν για αυτήν τους τη στάση, αλλά αργότερα αθωώθηκαν και αποκαταστάθηκαν στα δικαστικά τους καθήκοντα.

 

Δικαστικό Μέγαρο Ναυπλίου

 

Στο νότιο τμήμα της πλατείας Δικαστηρίων βρίσκεται το μνημείο του ήρωα της Ελληνικής Επανάστασης, που έμεινε γνωστός με την επωνυμία Νικηταράς. Ο Νικήτας Σταματελόπουλος, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, υπήρξε σπουδαίος πολεμιστής. Διετέλεσε μάλιστα για ορισμένο διάστημα αρχηγός της πολιορκίας του Ναυπλίου.

 

Το μνημείο του Νικηταρά.

 

Το μνημείο του Νικηταρά ανήγειρε το 1926 η Ασπασία Ποταμιάνου ύστερα από επιθυμία του συζύγου της Ναυπλιώτη πολιτικού, Ηλία Ποταμιάνου, και έχει τη μορφή αναθηματικής στήλης. Στη βάση της έχει αποδοθεί σε έξεργο ανάγλυφο σκηνή μάχης, με τον Νικηταρά να σκοτώνει με το μαχαίρι του έφιππο Τούρκο πολεμιστή.

Στην πρόσοψη του μνημείου είναι χαραγμένα τα παρακάτω λόγια:

 

ΝΙΚΗΤΑ ΝΙΚΗΤΑΡΑ

ΤΩ ΤΟΥΡΚΟΦΑΓΩ

ΗΛΙΑΣ ΠΟΤΑΜΙΑΝΟΣ

ΗΓΕΙΡΕ

 

Ο γλύπτης που σχεδίασε το μνημείο ήταν ο Αντώνιος Σώχος, ανιψιός του Λάζαρου Σώχου, του δημιουργού του ανδριάντα του Κολοκοτρώνη. Ο Σώχος φαίνεται ότι εμπνεύστηκε αυτή τη σκηνή από μία τοιχογραφία του Πέτερ φον Ες που απεικονίζει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων. Στην πίσω όψη της βάσης της στήλης έχουν χαραχτεί στίχοι του μεγάλου Έλληνα ποιητή Κωστή Παλαμά, αφιερωμένοι στον Νικηταρά.

 

«Εδώ στην πέτρα ασάλευτος ο στρατηγός Νικήτας

ο τουρκοφάγος αθλητής του Γένους νέος Ακρίτας

 Πάντ’ ανθισμένη ας την κρατά τη δάφνη των Ελλήνων

και στων πολέμων την ιερή φωτιά και στων κινδύνων».

 

Το μνημείο του Νικηταρά, η σκηνή από το έργο του Πέτερ φον Ες που απεικονίζει τον Νικηταρά στη μάχη των Δερβενακίων.

 

H θέση του μνημείου Νικηταρά παλιότερα ήταν στο κέντρο της πλατείας Δικαστηρίων – σήμερα πλατεία Νικηταρά – μπροστά από την δυτική είσοδο του Δικαστικού Μεγάρου, αλλά αργότερα μετακινήθηκε στη γωνία της ίδιας πλατείας. Οι κάτοικοι της περιοχής θεωρούν ότι το μνημείο υποβαθμίζεται στο σημείο που βρίσκεται, αφού μένει απαρατήρητο από τους επισκέπτες.

 

Πηγές


  • Νέλλη Χρονοπούλου – Μάρω Βουγιούκα – Βασίλης Μεγαρίδης, «Οδωνυμικά του Ναυπλίου», έκδοση Δήμου Ναυπλιέων, 1994.
  • Ιστότοπος: nafplio-tour

Read Full Post »

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)


 

Ο Ευστάθιος Γλυμενόπουλος (1833-1912) γεννήθηκε στο Ναύπλιο. Ήταν διπλωματικός υπάλληλος και χρημάτισε πρόξενος στην Ήπειρο, Θεσσαλονίκη, Κάιρο, Σουέζ και Ανδριανούπολη. Δώρισε πλούσια αρχαιολογική συλλογή στα Μουσεία Αλεξάνδρειας και Ναυπλίου. Εργάσθηκε ως δικηγόρος στην Αίγυπτο. (Νέα Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση, τόμ. 10,123).

 

Ο γνωστός στην Αργολίδα καθηγητής και ιστοριοδίφης Τόλης Κοΐνης, σημειώνει για το θέμα:

Γλυμενόπουλος: Ένας ξεχασμένος ευεργέτης του Ναυπλίου

 

Γλυμενόπουλος Ευστάθιος (1833-1912)

Η ίδρυση Αρχαιολογικού Μουσείου στο Ναύπλιο, οφείλεται σε έναν ευεργέτη, για τον οποίο ελάχιστα γνωρίζουμε.  Το όνομά του ήταν Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Πλήρες βιογραφικό του στο διαδίκτυο δεν βρήκα. Ανέτρεξα στην προπολεμική εγκυκλοπαίδεια του Δρανδάκη (αθάνατο σύγγραμμα) του αφιερώνει αρκετά μεγάλη αναφορά.

Από εκεί μαθαίνουμε πως γεννήθηκε στο Ναύπλιο το 1833, και έγινε διπλωματικός υπάλληλος, σε διάφορα Ελληνικά προξενεία που υπήρχαν στις επαρχίες (εκείνη την εποχή) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Το 1880 τον βρήκε στην Αίγυπτο. Σημαδιακή εκείνη η χρονιά για την χώρα του Νείλου. Οι εθνικιστές Αιγύπτιοι εξεγείρονται κατά των ΆγγλοΓάλλων επικυριάρχων.

Η Αίγυπτος μέχρι τότε ήταν τυπικά μεν επαρχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο βασιλιάς της είχε τον τίτλο του Χεδίβη (αντιβασιλέα) αλλά την ουσιαστική εξουσία την είχαν οι ξένοι, που έλεγχαν την ζώνη της Διώρυγας του Σουέζ. Ακολουθώντας την πολιτική των κανονιοφόρων οι ΑγγλοΓάλλοι (με επικουρία και Ελληνικού πολεμικού πλοίου!!!) συνέτριψαν την επανάσταση του Αραμπή Πασά.

Τα επόμενα είκοσι χρόνια ήταν εκείνα που επέτρεψαν την ανάπτυξη μιας κοσμοπολίτικης κοινωνίας στην Αλεξάνδρεια. Μέλος αυτής της κοινότητας και ο Ναυπλιώτης Ευστάθιος Γλυμενόπουλος. Παραιτήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο και άρχισε να δικηγορεύει στα «Μικτά» Δικαστήρια της Αλεξανδρείας. Έκανε μεγάλη περιουσία και απέκτησε μια τεράστια αρχαιολογική συλλογή. Τα «Αιγυπτιακά» τα δώρισε στο Εθνικό Μουσείο της Αιγύπτου, τα «Ελληνιστικά» στην Ελληνική Κοινότητα της Αλεξάνδρειας και μια συλλογή από 4.000 νομίσματα, αγαλματίδια, πινάκια κλπ. τα δώρισε στο Ναύπλιο για τη δημιουργία Αρχαιολογικού Μουσείου. Όταν πέθανε στην Αθήνα, το 1911, γράφτηκε στα περιοδικά της εποχής ότι άφηνε στο Μουσείο του Ναυπλίου και την προσωπική του συλλογή από Μαρμάρινες αρχαιότητες.

 

Επίσης στο διαδικτυακό τόπο Cityofnafplio, υπάρχουν δημοσιεύματα Εφημερίδων σχετικά με τη δημιουργία Μουσείου στο Ναύπλιο και τη δωρεά Γλυμενόπουλου, καθώς και το παρακάτω σημείωμα που δημοσιεύουμε.

 

Βρισκόμαστε στις αρχές του 1900. Ουσιαστικά Μουσείο στην πόλη του Ναυπλίου δεν υπάρχει. Τυπικά στεγάζεται σε ένα μικρό χώρο (πιθανόν ένα γραφείο) του τότε Γυμνασίου Ναυπλίου, σημερινού Δημαρχείου. Έχουν περάσει περίπου 50 χρόνια στασιμότητας και αλληλοκατηγοριών ανάμεσα στους τότε ιθύνοντες, και όλες οι προτάσεις για στέγαση του Μουσείου έχουν ναυαγήσει. Τον Ιούνιο του 1900  το θέμα του Μουσείου ανακινείται και ζητείται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης το κτίριο του Βουλευτικού. Στις αρχές Νοεμβρίου του 1900, παραχωρείται «εις φρικώδη κατάστασιν». Οι εργασίες αποκατάστασης ολοκληρώθηκαν το 1902 και στοίχισαν 10.000 δρχ. ποσό που διέθεσε η Αρχαιολογική Εταιρεία.

Το 1902, πραγματοποιείται η δωρεά του Ευστάθιου Γλυμενόπουλου. Δε γνωρίζουμε όμως εάν η δωρεά έχει σχέση με την αποπεράτωση των εργασιών και τη λειτουργία του αρχαιολογικού μουσείου στο Βουλευτικό ή εάν συνέπεσε χρονικά.

Ειδικότερα στις 12 Ιουνίου 1902 ο τότε Υπουργός των Εκκλησιαστικών και της Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Α. Μομφεράτος απέστειλε επιστολή προς το Δήμαρχο Ναυπλίου Δημήτριο Τερζάκη, με την οποία του ανακοίνωνε ότι «Ο εκ Ναυπλίου καταγόμενος συγγενής μου κ. Ευστάθιος Γλυμενόπουλος μοι δηλοί ότι προσφέρει ως δωρεάν εις το Ναύπλιον προς πλουτισμόν του αρχαιολογικού μουσείου αυτόθι σπουδαιοτάτην συλλογήν, ης σημείωσιν ευρίσκετε έγκλειστον ώδε». Η επιστολή τελείωνε με την ιδιόχειρη σημείωση του υπουργού: «Δεν θα ήτο άσκοπον αν ήρχεσθε ενταύθα ίνα και προσωπικώς συνενοηθώμεν».

Ο Δήμαρχος απάντησε αμέσως ότι αναμένει τον δωρητή και προτίθεται, μόλις αφιχθεί αυτός, να συγκαλέσει το Δημοτικό Συμβούλιο για να αποδεχθεί τη δωρεά και να εκδώσει αυτό «κατάλληλον ευχαριστήριον ψήφισμα».

Στο σημείωμα που συνόδευε την επιστολή του υπουργού καταγράφεται το περιεχόμενο της συλλογής ως εξής:

1) Πλήρης σχεδόν σειρά των Βυζαντινών νομισμάτων από Κωνσταντίνου του Μεγάλου μέχρι του τελευταίου Παλαιολόγου, χιλίων εκατόν τον αριθμόν, εξ ων διακόσια χρυσά.

2) Τριακόσια περίπου Πτολεμαίων, Αλεξάνδρων και Γραικό – Ρωμαϊκά Αλεξανδρείας.

3) Υπέρ τα χίλια Ελληνικά και Ρωμαϊκά νομίσματα, μη αποτελούντα μεν επιστημονικάς σειράς, αρκούντως όμως ενδιαφέροντα, ως παριστώντα τα χαρακτηριστικά πλείστων ελληνικών πόλεων και τας προτομάς πάντων των Αυτοκρατόρων.

4) Περί τα πεντακόσια Βενετικά και Φραγκικά μετάλλια και νομίσματα, εν οΐς τα κοπέντα αναμνηστικά διά την εκπόρθησιν Ναυπλίου και άλλων Πελοποννησιακών φρουρίων.

5) Τριακόσια μετάλλια και νομίσματα των νεωτέρων χρόνων της Ελλάδος, Τουρκίας και των πλείστων Ευρωπαϊκών Κρατών και τινα παλαιάς χρήσεως Τουρκικά και Αβυσινιακά όπλα.

6) Πάνθεον Αιγυπτιακόν εκ χαλκών και ορειχάλκινων ειδωλίων, πολλούς σκαραβαίους χάνδρας και διάφορα αντικείμενα της αρχαίας Αιγύπτου.

7) Διακόσια περίπου πήλινα ειδώλια, αγγεία, πινάκια κλπ. διαφόρων ελληνικών τόπων, χρόνων, σχημάτων και παραστάσεων.

8) Εν εκ των αποκτηθέντων εσχάτως δύο αγαλμάτων (τον Ασκληπιόν μάλλον ή τον Ηρακλή) εκ Μακεδονίας εισκομισθέντων και αναφερομένων εις την δήλωσιν της 15 Μαΐου».

Δυστυχώς, δεν έχουν σωθεί τα Πρακτικά του Δημοτικού Συμβουλίου γι’ αυτή την περίοδο και έτσι είναι δύσκολο να παρακολουθήσουμε την εξέλιξη της όλης υπόθεσης.

Από τις δύο τελευταίες δημοσιεύσεις (1905), που έχουμε καταγράψει, καταλαβαίνουμε ότι μέχρι τότε δεν είχε το μουσείο Ναυπλίου παραλάβει τη δωρεά του κ. Γλυμενόπουλου. Η μία είναι μια αναφορά του κ. Γλυμενόπουλου όπου επιρρίπτει ευθύνες στη Γενική Εφορία Αρχαιοτήτων ενώ προτείνει τον ευατό του ως «τόσον ως Έφορον και κλειδοκράτορα του Μουσείου, όσον και ως οδηγὸν των περιηγητών…».

Στην τελευταία δημοσίευση υπάρχει η απάντηση της Γενικής Εφορίας η οποία αντικρούει τα λεγόμενα του κ. Γλυμενόπουλου αναφέρει ότι στην προσπάθειά της να καταγράψει και παραλάβει τη δωρεά του, ο κ. Γλυμενόπουλος προέβαλλε επιπλέον όρους για τους οποίους η Γενική Εφορία δεν ήταν σε θέση να αποφασίσει…

 

Read Full Post »

Η πολιορκία του Ναυπλίου το 1686 κατά Thomas Gaudiello (1688) – Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος


 

Στη Μαδρίτη, στο μοναστήρι των Salesas του Αγίου Βερνάρδου, [1] φυλάσσεται ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επίθετα ειδώλια επιζωγρα­φισμένα (εικ. 1). Έχει ως θέμα του την πολιορκία του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου από τους Βενετούς το έτος 1686.[2]

 

Εικ.1: Απεικόνιση της πολιορκίας του Ναυπλίου από τους Βενετούς,1686. Ξύλινος πίνακας που συγκροτείται από ανάγλυφα επιζωγραφισμένα ειδώλια.

 

Ο πίνακας, τοποθετημένος σε ξυλόγλυπτη κορνίζα, είναι σε στιλ μπαρόκ και έχει διαστάσεις 43,5×110×13,8 εκ.

Τα πρώτα στοιχεία για τον πίνακα εντοπίστηκαν στην ιστοσελίδα του Ισπανικού Ινστιτούτου Πολιτιστικής Κληρονομιάς· [3] κι αυτό γιατί το έργο τέχνης συντηρήθηκε το 2005 με δαπάνες του ισπανικού δημοσίου. Συγκεκριμένα, αφαιρέθηκε το παχύ στρώμα από το κιτρινωπό γυαλιστερό βερνίκι που το κάλυπτε, και αντικαταστάθηκε από άλλο, άχρωμο και λιγότερο γυαλιστερό. Επίσης, κολλήθηκαν ορισμένα ειδώλια που είχαν αποκολληθεί (εικ. 2). Η όλη εργασία είχε ως αποτέλεσμα να αλλάξει η όψη του πίνακα. Θα λέγαμε ότι ο πίνακας φωτίστηκε.

 

Εικ. 2: Ξύλινο τμήμα του πίνακα. Διακρίνεται ολόγλυφη ανθρώπινη μορφή.

 

Ένα από τα σημαντικά στοιχεία αυτής της έρευνας ήταν ο εντοπισμός του φακέλου συντήρησης από την κυρία Eva Latorre Broto. [4] Στον φάκελο της συντήρησης υπάρχουν πληροφορίες σχετικά με τις εργασίες αλλά και φωτογραφικό υλικό της κατάστασης του πίνακα πριν από τη συντήρηση. Ένα ενδιαφέρον στοιχείο που υπάρχει στον φάκελο συντήρησης, είναι το πρωτόκολλο παραλαβής του πίνακα, στη διάρκεια του ισπανικού εμφύλιου (1936-1939). Συγκεκριμένα, το Κομμουνιστικό Κόμμα οργάνωσε επιτροπές για να κατασχέσουν τα έργα τέχνης που βρίσκονταν στα μοναστήρια και τις εκκλησίες, προκειμένου να τα στείλουν στα δημόσια μουσεία. Από το μοναστήρι των Salesas παρέλαβαν επτά έργα. Ένα από αυτά ήταν και το συγκεκριμένο που εξετάζουμε. Με τη λήξη του εμφυλίου και την επικράτηση των εθνικιστών, τα έργα επεστράφησαν στο μοναστήρι.[5]

Στο κάτω δεξιό μέρος του πίνακα υπάρχει η υπογραφή του καλλιτέχνη και η χρονολογία δημιουργίας του: THOMAS GAUDIELLO FECIT ANNO 1688 (εικ. 3). Τα βιογραφικά στοιχεία για τον καλλιτέχνη είναι ελάχιστα. Η βιβλιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε η κυρία Latorre στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Μαδρίτης και στη Βιβλιοθήκη του Μουσείου Prado, απέδωσε πενιχρά αποτελέσματα. Το μόνο που γνωρίζουμε, προς το παρόν, για τον καλλιτέχνη, είναι ότι πρόκειται για Ιταλό που εργάστηκε στη Νάπολη της Ιταλίας κατά τα έτη 1688-1727.[6]

 

Εικ. 3: Υπογραφή του καλλιτέχνη και χρονολογία δημιουργίας του έργου.

 

Ο καλλιτέχνης δημιούργησε δύο έργα με θέμα την πολιορκία του Ναυπλίου. Το άλλο έργο βρίσκεται στη Συλλογή Θεοδώρου.[7]

Ένα πρώτο ερώτημα που τίθεται, είναι αν ο καλλιτέχνης ήταν αυτόπτης στην πολιορκία ή έλαβε στοιχεία από έργα άλλων δημιουργών και στη συνέχεια εμπλούτισε το έργο του προσθέτοντας δικά του στοιχεία. Συγκρίνοντας το έργο του Gaudiello με χαλκογραφίες αυτής της εποχής καταλήγουμε στη δεύτερη εκδοχή. Ειδικότερα, ο πίνακας παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με έργα του Gio. Giacomo de Rossi. Ένα από αυτά είναι η επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687, από ιταλική έκδοση, που αποδίδεται στον de Rossi, σύμφωνα με τα γραφόμενα της πλέον ειδικού, της κυρίας Αφροδίτης Κούρια (εικ. 4). [8] Εάν παραβάλλουμε τα δύο έργα, θα παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν εξαιρετικές αντιστοιχίες. Είναι πολύ πιθανό ο Gaudiello να αντέγραψε την τοπογραφία της πόλης και της γύρω περιοχής.

 

Εικ. 4: Άποψη της πόλης του Ναυπλίου και της γύρω περιοχής. Επιχρωματισμένη χαλκογραφία του 1687 που αποδίδεται στον Gio. Giacomo de Rossi.

 

Υποβάλλοντας στη βάσανο της αξιοπιστίας το έργο του de Rossi, νομίζουμε ότι αποτελεί αξιόπιστη πηγή. Το έργο του διακρίνεται για την πιστότη­τά του και αυτό το διαπιστώνουμε από ένα σχεδιάγραμμα της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου, καθώς και της γύρω περιοχής, όπου αντιπαρατάσσονται οι δυνάμεις Βενετών και Οθωμανών (εικ. 5).[9]

 

Εικ. 5: Σχεδιάγραμμα και προοπτική άποψη της πόλης και του λιμανιού του Ναυπλίου. Αποτύπωση των στρατιωτικών δυνάμεων Βενετών και Οθωμανών. Χαλκογραφία του Gio. Giacomo de Rossi, 1687.

 

Η απεικόνιση συνοδεύεται από λεπτομερή υπομνηματισμό. Ενδεικτικό στοιχείο της ακρίβειας αποτελεί η περιγραφή των πυροβολαρχιών: όχι μόνο καταγράφεται ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων, αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν (εικ. 6).[10]

 

Εικ. 6: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5. Αποτυπώνεται η θέση των πυροβολαρχιών και καταγράφεται όχι μόνο ο αριθμός των κανονιών και των μορταρίων αλλά και η δύναμη πυρός που έχουν.

 

Είναι προφανές ότι ο Gaudiello δημιούργησε το έργο του στηριζόμενος σε έργο πιθανότατα του έτους 1687, που απεικόνιζε την πολιορκία. Η τοποθέτηση των μορταρίων περίπου στις θέσεις όπου τοποθετεί ο de Rossi τις πυροβολαρχίες (εικ. 7), καθώς και της εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη στη θέση όπου υπάρχει στην επιχρωματισμένη χαλκογραφία (εικ. 8) είναι οι ισχυρότερες ενδείξεις.

 

Εικ. 7α: Λεπτομέρεια από την εικόνα 5, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 7β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία των θέσεων των πυροβολαρχιών.

 

Εικ. 8α: Λεπτομέρειες από την εικόνα 1, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Εικ. 8β: Λεπτομέρεια από την εικόνα 4, όπου φαίνεται η αντιστοιχία της θέσης εκβολής του ρέματος Ραμαντάνη.

 

Τέλος, ο ζωγράφος πρόσθεσε, καλλιτεχνική αδεία, διάφορα πλοία μέσα στο λιμάνι, που φαίνεται να είναι χριστιανικά (εικ. 1), και διαχώρισε τις χριστιανικές από τις οθωμανικές δυνάμεις «ντύνοντας» τους χριστιανούς στα κόκκινα (εικ. 9) και τους Οθωμανούς στα γαλάζια (εικ. 10).

 

Εικ. 9: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται χριστιανοί στρατιώτες με στολές κόκκινου χρώματος.

 

Εικ. 10: Λεπτομέρεια από τον πίνακα 1, όπου απεικονίζονται Οθωμανοί στρατιώτες με στολές γαλάζιου χρώματος.

 

Βλέποντας το συνολικό έργο του καλλιτέχνη, αυτό που μέχρι σήμερα γνωρίζουμε, μπορούμε να πούμε ότι ο Gaudiello ήταν καλλιτέχνης λιμανιών.[11] Αν και στο σύνολό του το έργο του δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με ασφάλεια ως ιστορική πηγή, εντούτοις το συγκεκριμένο έργο έχει στοιχεία που εντυπωσιάζουν και καταξιώνουν τον καλλιτέχνη.

 

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Το μοναστήρι είναι «de clausura», δηλαδή οι καλόγριες που ακολουθούν τη διδασκαλία του αγίου Φραγκίσκου de Sales, δεν βγαίνουν ποτέ από το μοναστήρι και δεν επιτρέπεται η είσοδος σχεδόν σε κανέναν.

[2] Την ύπαρξη του πίνακα μου τη γνωστοποίησε ο κ. Γιώργος Ρασσιάς, φωτογράφος, τον οποίο ευχαριστώ πολύ.

[3] Βλ. http://www.spanish Cultural Heritage Institute. Interventions on Works of Art. Μodel of the Greek city of Napoli di Romania at the Salesas de San Bernardo (Madrid). Ημερομηνία επίσκεψης: 10/07/2015.

[4] Η κυρία Eva Latorre Broto είναι υποψήφια διδάκτωρ και έχει ως θέμα της τον φιλελληνισμό στην Ισπανία και τους Ισπανούς φιλέλληνες. Τον χειμώνα του 2014 είχε αλληλογραφήσει με τα Γ.Α.Κ. – Αρχεία Νομού Αργολίδας, και της είχαμε αποστείλει απογραφικά στοιχεία σχετικά με το θέμα της από το Αρχείο της Επαρχιακής Δημογεροντίας Ναυπλίου. Τώρα ως αντίδωρο μας βοηθάει στην έρευνά μας.

[5] Ο φάκελος συντήρησης βρίσκεται στο Ινστιτούτο Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ισπανίας. Βλ. IPCE, Archivo General, BM 161/2, Madrid, Monasterio de las Salesas. Maqueta Nápoles de Rumanía (sic) 1688, nº registro 22812. Informe realizado por Mª Ángeles Pérez Domingo

[6] Corporación Masaveu. Explorar y seguir avanzando. La internacionalización en Corporación Masaveu, Oviedo 2013, σ. 16.

[7] The Theodorou Collection: http://www.adairtoelgin.com/en/historical-items. Βλ. και στον παρόντα τόμο, Αφροδίτη Κούρια, «Οπτικές μαρτυρίες για το Ναύπλιο των Βενετών. Εικονογραφικά και μορφολογικά ζητήματα», σ. 320.

[8] Αφροδίτη Κούρια, Το Ναύπλιο των περιηγητών, Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., Αθήνα 2007, σ. 68-69. Το έργο περιέχεται στη Συλλογή του Δήμου Ναυπλιέων.

[9] Στο ίδιο, σ. 67.

[10] Εκείνο που προβληματίζει στο συγκεκριμένο έργο, είναι η απουσία του ρέματος Ραμαντάνη.

[11] Marialuigia Bugli, «Da Capodimonte a Palazzo Grande a Chiaia. La collezione d’ Avalos “torna” nella prestigiosa dimora», Ricerche sul 600 Napoletano. Saggi e documenti, 2003-2004, “Rubrica per Luca Giordano”, Νάπολη 2004, σ. 7-54. Στο άρθρο αυτό καταλογογραφούνται ένα έργο για την πόλη της Χαλκίδας (Negreponte) με α/α 252, ένα άλλο έργο με α/α 276 και τέλος ένα έργο για το Ναύπλιο με α/α 306.

 

Δημήτρης Χ. Γεωργόπουλος

Ιστορικός – Αρχειονόμος

 «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015 Πρακτικά. Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

 

Διαβάστε ακόμη:

 

 

Read Full Post »

Ναύπλιο 1841. Το χαρακτικό σχεδιάστηκε από το βρετανό,  William Henry Bartlett (Γουίλιαμ Χένρι Μπάρλετ 1809-1854) και χαράχθηκε από τον W. Floyd.

 

Ναύπλιο – Χαρακτικό σε σχέδιο του W. H. Bartlett, 1841.

 

Όπως γράφει η λεζάντα, το χαρακτικό σχεδιάστηκε από τον W. H. Bartlett και χαράχθηκε από τον W. Floyd. Το βρίσκουμε για πρώτη φορά στο βιβλίο «The shores and islands of the Mediterranean» (Οι ακτές και τα νησιά της Μεσογείου) του εκδοτικού οίκου Fisher, Son & Co (1841) με συνοδευτικό κείμενο του G. N. Wright.

Ο Wright αναφέρεται στο Ναύπλιο ως Napoli di Romania όπως ήταν το όνομά του υπό ενετική κυριαρχία. Στην εικόνα διακρίνονται τα ενετικά θαλάσσια τείχη της πόλης και τα δύο φρούρια, η Ακροναυπλιά και το Παλαμήδι.

 Τα θαλάσσια τείχη γκρεμίστηκαν το 1867 και τα υπόλοιπα τείχη της Κάτω Πόλης το 1894-1897 με εξαίρεση αρχικά την Πύλη της Ξηράς που είχε στην επίστεψη τον ενετικό λέοντα. Τελικά κατεδαφίστηκε κι αυτή ενώ σήμερα είναι ανακατασκευασμένη. Το Ναύπλιο ήταν πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους μέχρι το 1834. Ο Wright γράφει στο συνοδευτικό κείμενο ότι εκείνη την εποχή αριθμούσε 10000 κατοίκους.

 

 

Read Full Post »

Antonio Schranz (1801-1865) Ναύπλιο [π. 1832], λάδι σε μουσαμά.

Σχέδιο της σύνθεσης με μελάνι και μολύβι βρίσκεται στο Εθνικό Μουσείο Τέχνης της Μάλτας (MUŻA).

 

Antonio Schranz (1801-1865) Ναύπλιο [π. 1832], λάδι σε μουσαμά.

 

Ο Théodose ή Théodore Achille Louis Vicomte du Moncel (1821- 1884) στο λεύκωμα, Excursion par terre d’ Athènes à Nauplie… Παρίσι, [1845], το οποίο  περιλαμβάνει τοπία και αρχαιότητες της Μεγαρίδας, της Κορινθίας και της Αργολίδας, σημειώνει για το Ναύπλιο:

 

[…] Από όλους αυτούς τους δρόμους, τη μεγαλύτερη κίνηση έχει εκείνος του Ναυπλίου Άργους. Όλες τις ώρες αναχωρούν από τη μία και την άλλη πόλη διάφορες άμαξες, όπως στη Νάπολη, μέσα στις οποίες συνωστίζονται, αν όχι δεκαοκτώ άτομα, τουλάχιστον ένας μεγάλος αριθμός, ώστε να μην μένει κενό ακάλυπτο. Είναι μια παράξενη αντίθεση να βλέπεις αυτή την κίνηση σε μια χώρα όπου, σε όλα τα πέριξ, με δυσκολία συναντάς ανθρώπινη ύπαρξη. Ήταν ήδη αργά όταν είχα τελειώσει την εξερεύνηση της πόλης του βασιλέως των βασιλέων, και ο οδηγός μου με φόβισε πως δεν θα μπορούσαμε να μπούμε στο Ναύπλιο, γιατί οι πύλες αυτής της πόλης κλείνουν μόλις πέσει η νύχτα. 

Επιταχύναμε, λοιπόν, το βήμα και μετέθεσα για την επομένη την εξερεύνηση των ερειπίων της Τίρυνθας, μπροστά από τα οποία περάσαμε μετά από πορεία μιάμισης ώρας: μισή ώρα αργότερα μπήκαμε στο Ναύπλιο. Η πρώτη εικόνα του Ναυπλίου είναι απόλυτα ευνοϊκή. Καταρχήν η θέση του είναι υπερβολικά γραφική και επιπλέον προαναγγέλλει μια μεγάλη πόλη, πράγμα που πιθανώς το οφείλει στα φρούρια που το περιβάλλουν. Τα σπίτια του είναι επίσης ωραιότερα και πιο συμμετρικά από εκείνα της Αθήνας. Οι δρόμοι δεν είναι ούτε λαβυρινθώδεις ούτε ανώμαλοι, όπως στις πόλεις της Ανατολής.

Τέλος, κατανόησα πλήρως γιατί την είχαν αρχικά επιλέξει ως έδρα της ελληνικής κυβέρνησης, κατά προτίμηση από κάθε άλλη πόλη. Αυτή η πρώτη εικόνα με είχε, λοιπόν, γοητεύσει και νόμιζα ότι βρισκόμουνα σε μια από τις ευρωπαϊκές μας πόλεις· αλλά ήταν καιρός να πάω στο πανδοχείο όπου θα ξεπεζεύαμε, και να δω με τα μάτια μου το εσωτερικό αυτών των σπιτιών, για να απαλλαγώ από ψευδαισθήσεις. Μεγάλες αίθουσες ολόγυμνες, χωρίς άλλα έπιπλα από ένα άσχημο μικρό σιδερένιο κρεβάτι και μια καρέκλα μισοξεψαθιαμένη, μπροστά σε ένα τραπέζι χοντροπελεκημένο, χώροι ευκολίας μέσα στην κουζίνα, μια ξύλινη απότομη σκάλα, αρκετά κακά τοποθετημένη, αυτό ήταν το ωραιότερο πανδοχείο του Ναυπλίου.

Ωστόσο, μετά την προηγούμενη νύχτα, δεν είχα πλέον το δικαίωμα να είμαι, δύσκολος και, παρά την απογοήτευσή μου, έπρεπε να θεωρούμαι ευτυχής. Το πρωί της επομένης μέρας περιδιάβασα στην πόλη και αντιλήφτηκα ότι δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο αρχικά είχα πιστέψει. Αυτό που ιδιαίτερα τράβηξε την προσοχή μου, ήταν η περίεργη αρχιτεκτονική ορισμένων σπιτιών, κυρίως εκείνων που βρίσκονται στην πλατεία, και τα οποία διακοσμούν φεγγίτες κατά το τουρκικό στυλ του Μεσαίωνα…

 

 

Read Full Post »

Προσωπογραφικά του Ναυπλίου την εποχή της Βενετοκρατίας – Χρύσα Μαλτέζου, «Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).


 

Στη γνωστή μελέτη του Η Ναυπλία από των αρχαιότατων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς [1] ο ιστορικός του Ναυπλίου Μιχαήλ Λαμπρυνίδης αφιερώνει βραχύ κεφάλαιο στους Ναυπλιώτες που είχαν διακριθεί μεταξύ των συγχρόνων τους στα γράμματα και στο πολεμικό φρόνημα. Παρατίθενται, σύμφωνα με το σχήμα αυτό, από τη μια μεριά λόγιοι, όπως οι Ζυγομαλάδες και οι Μαλαξοί, και από την άλλη στρατιώτες, όπως ο Μποζίκης, ο Μπλέσης και άλλοι. Υπακούει δηλαδή ο Λαμπρυνίδης στην παλαιά ιστοριογραφική άποψη που θέλει την προσωπογραφία να ασχολείται με πρόσωπα που έχουν ξεχωρίσει με την προσφορά έργων τους είτε αυτά είναι προϊόντα λόγου και τέχνης είτε πράξεις ανδρείας και ηρωισμού. Τα πρόσωπα με τα όποια θα ασχοληθώ στην ανακοίνωσή μου δεν ανήκουν στην κατηγορία αυτή. Ακολουθώντας τη σύγχρονη ιστοριογραφική τάση, θα επιχειρήσω να εξετάσω την εικόνα που μας στέλνουν οι διαθέσιμες από την εποχή της βενετοκρατίας πηγές για πρόσωπα της ναυπλιακής κοινωνίας, τα όποια με την παρουσία τους σε συγκεκριμένες περιόδους της ναυπλιακής ιστορίας αναδεικνύουν αντιλήψεις, συμπεριφορές και ανησυχίες οργανωμένων σωμάτων του κοινωνικού συνόλου, μαζί με τον ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό περίγυρό τους.

 

Άποψη του Ναυπλίου, χαλκογραφία, από έκδοση του V. Coronelli (β’ μισό 17ου αιώνα)

 

Η πρώτη παραδειγματική περίπτωση που εισχώρησε στο στόχαστρο της ερευνητικής μου περιέργειας ανάγεται χρονολογικά στο έτος 1444 και αφορά τον Ιωάννη από το Ναύπλιο, δρουγγάριο, όπως λέει η πηγή μας, των Τσιγγάνων. Τη χρονιά εκείνη, σύμφωνα με έγγραφο των διοικητικών οργάνων της Βενετίας, η κεντρική βενετική διοίκηση ακύρωσε την απόφαση του Βένετου αξιωματούχου στο Ναύπλιο Matteo Barbarο, με την όποια ο Ιωάννης έπαυε πλέον να είναι δρουγγάριος των Τσιγγάνων.

Η απόφαση, σημειώνεται στο σχετικό έγγραφο, ήταν αντίθετη με τα προνόμια που είχαν παραχωρηθεί στους Τσιγγάνους τόσο από τις ίδιες τις αρχές της μητρόπολης όσο και από τον προκάτοχο του Barbarο, Ottaviano Bon. [2] To βενετικό έγγραφο με τη μνεία του Τσιγγάνου Ιωάννη από το Ναύπλιο (Johannes Cingano de Neapoli Romanie), γνωστό στον μεσαιωνοδίφη Karl Hopf από τα τέλη ήδη του 19ου αι., έχει εκδοθεί με εύστοχες παρατηρήσεις από τον Γεώργιο Σούλη, το 1961, σε μελέτη του με θέμα τους Τσιγγάνους στη βυζαντινή αύτοκρατορία. [3] Καθώς αποτελεί τη μοναδική μαρτυρία για την παρουσία Τσιγγάνων στο Ναύπλιο, η αρχειακή αυτή φωνή από τη μεσαιωνική πελοποννησιακή πόλη προκαλεί ερωτήματα και απαιτεί ευρύτερο σχολιασμό.

Σύμφωνα με το έγγραφο, τα προνόμια που οι Βενετοί είχαν παραχωρήσει στους Τσιγγάνους, χρονολογούνται από την εποχή του Ottaviano Bon, ο όποιος είχε διατελέσει podestà του Ναυπλίου δύο φορές, στα χρόνια 1397-1399 και 1403-1406. [4] Τα χρονολογικά στοιχεία οδηγούν άνετα στο συμπέρασμα ότι το ενδιαφέρον της Βενετίας για τους Τσιγγάνους είχε εκδηλωθεί την εποχή της κατάληψης του Άργους από τους Τούρκους (1397), η όποια είχε ως αποτέλεσμα την αιχμαλωσία πολλών χιλιάδων κατοίκων. [5] Η δημογραφική αποδυνάμωση της περιοχής είχε τότε αναγκάσει τη Βενετία να λάβει εποικιστικά μέτρα, καλώντας Αλβανούς να εγκατασταθούν στο Ναύπλιο και το Άργος. [6] Στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., ο podesta του Ναυπλίου Ottaviano Bon διατάχθηκε να παραχωρήσει γαίες σε «ξένους» (forinseci) εποίκους, με σκοπό την πύκνωση του πληθυσμού της περιοχής. [7] Καθώς μνεία Αλβανών έποικων απουσιάζει στο σχετικό έγγραφο, δεν αποκλείεται ανάμεσα στους «ξένους» να ήταν και Τσιγγάνοι. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγεί εμμέσως και το γεγονός ότι στο έγγραφο του 1470, που αφορά το φέουδο των Τσιγγάνων στην Κέρκυρα (feudum Cinganorum), η λέξη forensis απαντά σε συνάρτηση με τον όρο cinganus: cinganus forensis.[8]

Παρουσία Τσιγγάνων μαρτυρείται στη Μεθώνη ήδη από τα τέλη του 14ου αι., στην Κέρκυρα από την εποχή της ανδεγαυικής κυριαρχίας, στη Ζάκυνθο από τον 16ο αι. [9] και, τέλος, στην Κύπρο από την περίοδο της φραγκοκρατίας. [10] Οι Τσιγγάνοι των περιοχών αυτών ήταν συνήθως σιδηρουργοί η αγρότες. Δεν φαίνεται να είχαν την ίδια ασχολία με αυτούς οι Τσιγγάνοι του Ναυπλίου.

Ο Ιωάννης που μνημονεύεται στη βενετική απόφαση του 1444, είχε το αξίωμα του δρουγγαρίου, ήταν δηλαδή αρχηγός σώματος Τσιγγάνων, οι όποιοι παρείχαν, σε αντάλλαγμα διαφόρων προνομίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους Βενετούς, στρατιωτική υπηρεσία. Η προνομιακή μεταχείριση έποικων, με αντάλλαγμα την προσφορά από την πλευρά τους στρατιωτικής βοήθειας, υπήρξε διαδεδομένη βυζαντινή πρακτική, την όποια ακλούθησαν οι Βενετοί εφαρμόζοντάς την στις πελοποννησιακές κτήσεις τους.

Λίγες δεκαετίες νωρίτερα, ο δεσπότης του Μορέως Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί πληθώρα ξένων έποικων στην επικράτεια του, μεταξύ των όποιων πολυάριθμους Αλβανούς, αποσκοπώντας όχι μόνο στη δημογραφική ανάπτυξη της ερημωμένης από τις εχθρικές επιδρομές πελοποννησιακής γης, άλλα και στην ενίσχυση της στρατιωτικής οργάνωσης στην περιοχή, με την ένταξη εποίκων στον στρατό για την αντιμετώπιση εχθρικών έπιθέσεων. [11] Στον επιτάφιο που αφιέρωσε στον αδελφό του Θεόδωρο ο αυτοκράτορας Μανουήλ ο Β’, περιγράφει με πολλή ζωντάνια τον τρόπο με τον όποιο ο δεσπότης είχε αντιμετωπίσει τους εποίκους. Αθρόα ήταν, γράφει, τα έθνη που είχαν συρρεύσει στο Δεσποτάτο από κοντινά και μακρινά μέρη, από τη θάλασσα και από τη στεριά. Ο δεσπότης δεχόταν ασμένως τους πρέσβεις των εποίκων, με τους όποιους διαλεγόταν τους όρους εγκατάστασής τους στην Πελοπόννησο, ζητώντας τους μόνο να δώσουν όρκο πίστης στην εξουσία του (όρκοις ηρκέσθη τοις παρ’ αυτών).[12]

Την ίδια τακτική φαίνεται πως είχαν αντιγράψει οι Βενετοί, όταν χρειάστηκε να ασχοληθούν με τους Τσιγγάνους. Όπως παλαιότερα ο δεσπότης Θεόδωρος Παλαιολόγος είχε δεχθεί τους πρέσβεις των ξένων «εθνών» που είχαν έρθει στην Πελοπόννησο, έτσι και ο Βενετός αξιωματούχος του Ναυπλίου θα είχε δεχθεί τον αρχηγό των Τσιγγάνων, στον όποιο παραχώρησε στη συνέχεια διάφορα προνόμια. Ανάμεσα στα τελευταία ήταν η απονομή του βυζαντινής καταγωγής αξιώματος του δρουγγαρίου στον επικεφαλής των Τσιγγάνων. Συγκροτήθηκε με τον τρόπο αυτό στο Ναύπλιο ειδικό στρατιωτικό σώμα Τσιγγάνων (ο δρούγγος των Βυζαντινών), [13] έτοιμων να πολεμήσουν κάτω από τη σημαία του Αγίου Μάρκου τους εχθρούς της Βενετίας. Η ένταξη των Τσιγγάνων του Ναυπλίου στο βενετικό σύστημα αποτελεί καλό δείγμα της πολιτικής που εφάρμοσε, χρησιμοποιώντας βυζαντινά εργαλεία, η Βενετία, για να προφυλάξει τις πελοποννησιακές κτήσεις της από εχθρικές επιβουλές.

Η αρχειακή μαρτυρία για την παρουσία δρούγγου Τσιγγάνων στο Ναύπλιο είναι μεμονωμένη και δεν επαρκεί για τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την τσιγγάνικη δράση στην περιοχή. Δεν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, τι απέγινε ο Τσιγγάνος Ιωάννης που έφερε τον βυζαντινό τίτλο του δρουγγαρίου, πότε και που είχε πολεμήσει, αν παρέμεινε στο Ναύπλιο ή, το πιθανότερο, αν μετακινήθηκε μαζί με τους δικούς του σε άλλες περιοχές. Μισθοφορικά πάντως σώματα στην υπηρεσία των Βενετών που να καλούνται δρούγγοι η αρχηγοί πολεμιστών με το αξίωμα του δρουγγαρίου δεν μαρτυρούνται στις πηγές.

Λίγο αργότερα θα εμφανιστούν μισθοφορικά σώματα που τα απαρτίζουν Έλληνες, Αλβανοί και άλλοι πολεμιστές (όχι όμως Τσιγγάνοι), οι γνωστοί περίφημοι stradioti, που πολεμούν για τα συμφέροντα της Βενετίας σε στρατιωτικές επιχειρήσεις της εποχής. Τα πολυεθνικά, όπως θα τα αποκαλούσαμε σήμερα, πολεμικά αυτά σώματα ήταν οργανωμένα όχι πια σε δρούγγους άλλα σε στρατείες /στρατιές. Όμως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το Ναύπλιο, από όπου καταγόταν ο Τσιγγάνος Ιωάννης, ανήκει στις περιοχές με έντονη την παράδοση της μισθοφορικής στρατιωτικής υπηρεσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αντιπροσωπευτικοί τύποι των stradioti, όπως λ.χ. ο Μανώλης Μπλέσης (εάν όντως ήταν υπαρκτό πρόσωπο) και ο Μερκούριος Μπούας, είχαν γεννηθεί στο Ναύπλιο και ότι ο Τζάνες Κορωναίος, που συνέθεσε το γνωστό ποίημα με θέμα τα ανδραγαθήματα του Μπούα, είχε μεταβεί στο Ναύπλιο, για να συλλέξει από τους εκεί άρχοντες πληροφορίες για τη δράση της οικογένειας του stradioto.[14]

Μελετώντας, με συνεργό την προσωπογραφία, την ιστορία του Ναυπλίου κατά τις επόμενες δεκαετίες, ανασύρω από τις διαθέσιμες αρχειακές πηγές τις ακόλουθες πληροφορίες: το 1493, η βενετική Σύγκλητος αποφάσισε την κατάργηση της θέσης του Έλληνα γιατρού που έπαιρνε ως ετήσιο μισθό 50 δουκάτα. Στα επόμενα χρόνια, πάλι με απόφαση της Συγκλήτου, διορίζονται γιατροί της πόλης του Ναυπλίου, το 1503 ο maistro Panthαdeo (cyroico) με μισθό 48 δουκάτα τον χρόνο και το 1539, μετά από αίτηση των Ναυπλιέων, ο Giovanni Andrea Benivol από την Bologna (fisico) και ο Giovanni Battista από το Burano (ceroico).

Οι δύο τελευταίοι γιατροί όφειλαν να εξετάζουν δωρεάν πολίτες και στρατιώτες, οι όποιοι θα πλήρωναν μόνο τα φάρμακα. Όφειλαν επίσης, να αγοράσουν από τη Βενετία, με χρήματα που θα τους χορηγούσαν οι αρχές, ό,τι χρειάζονταν για να ασκήσουν την τέχνη τους στο Ναύπλιο. [15] Αν συσχετίσουμε τις πληροφορίες αυτές με όσες γνωρίζουμε για τον θεσμό του γιατρού στην Κρήτη τον 14ο αι.,[16] άλλα και τους κατοπινούς αιώνες, [17] μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η Βενετία διαχειρίστηκε στο Ναύπλιο το ζήτημα της δημόσιας υγείας όπως το είχε διαχειριστεί στην Κρήτη. Ο γιατρός τον 14ο αι. πληρωνόταν εκεί από το ταμείο των Βενετών φεουδαρχών και ήταν υποχρεωμένος να παρέχει τις υπηρεσίες του μόνο σ’ αυτούς που τον είχαν προσλάβει, δηλαδή στους Βενετούς. Στο Ναύπλιο, η κατάργηση από τη μία μεριά της θέσης του Έλληνα γιατρού και η πρόσληψη από την άλλη Ιταλών γιατρών που θα περιέθαλπαν τους στρατιώτες και τους cittadini δείχνουν ότι η ιατρική βοήθεια αφορούσε το σώμα των στρατιωτών και ένα μονάχα κοινωνικό στρώμα, αυτό των cittadini. Δείχνουν, συνεπώς, οι αποφάσεις αυτές ότι η περίθαλψη των ασθενών δεν ήταν κοινωνικό αγαθό προσιτό σε όλα τα στρώματα του πληθυσμού, αλλά ότι αφορούσε μόνο τους Βενετούς και τους στρατιώτες που υπηρετούσαν τη Γαληνότατη. Όσο για την υγεία του ντόπιου πληθυσμού, φαίνεται πως αυτή είχε αφεθεί στη φροντίδα Ελλήνων γιατρών, οι όποιοι αμείβονταν για τις υπηρεσίες τους από τους ίδιους τους ασθενείς.

Στις αρχειακές πηγές που ανέφερα δεν υπάρχει μνεία Νοσοκομείου για τη φροντίδα των αρρώστων. Νοσοκομείο για την περίθαλψη των φτωχών στο Ναύπλιο (un hospedal per li poveri) μνημονεύεται το 1397 στη διαθήκη του Nerio Acciaiuoli [Νέριο Α΄ Ατσαγιόλι], κύριου της Κορίνθου και των Αθηνών. Στη διαθήκη του ο Nerio είχε εκφράσει την επιθυμία να ιδρυθεί Νοσοκομείο φτωχών στο Ναύπλιο, αφήνοντας για την οικοδόμηση και συντήρησή του χρήματα και ακίνητα, και ορίζοντας ακόμη και τον τρόπο διοίκησής του. [18] Δεν γνωρίζουμε αν η επιθυμία του Φράγκου ηγεμόνα πραγματοποιήθηκε και αν τελικά ιδρύθηκε το Νοσοκομείο των φτωχών. [19] Αντίθετα, γνωρίζουμε με ασφάλεια ότι στη διάρκεια της δεύτερης βενετοκρατίας λειτουργούσε στο Ναύπλιο Νοσοκομείο, όπου υπηρετούσαν γιατροί, οι όποιοι πρόσφεραν μεγάλες υπηρεσίες, ειδικότερα στη διάρκεια της πανώλης που είχε πλήξει την Πελοπόννησο στα τέλη τού 17ου αί. [20]

Το Νοσοκομείο αυτό, που χαρακτηρίζεται στις πηγές ως ospital importantissimo, [21] ήταν στρατιωτικό, καθώς εξυπηρετούσε τις ανάγκες των ασθενών του στρατού (infermi dell’ armata). Τον καιρό της πανούκλας, στα χρόνια 1687-1688, υπηρετούσαν στο νοσοκομειακό ίδρυμα τέσσερεις γιατροί, ανάμεσά τους ο γνωστός medico fisico Alessandro Pini, ο όποιος συνέγραψε περιγραφή της Πελοποννήσου, [22] και ένας Έλληνας, ο Δημήτριος Πορφυρός, του όποιου οι ιατρικές γνώσεις είχαν εκτιμηθεί δεόντως από τους Βενετούς αξιωματούχους. [23] Η παρουσία του Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο του Ναυπλίου αγγίζει το πολυσυζητημένο ζήτημα των σχέσεων ντόπιου και ξένου στοιχείου. Αν η θέσπιση, στις αρχές του 16ου αι. στο Ναύπλιο, θέσης δημόσιου έμμισθου γιατρού για την περίθαλψη των στρατιωτών και των Βενετών υπηκόων και η κατάργηση της αντίστοιχης θέσης του Έλληνα γιατρού είναι δηλωτική του φόβου της Βενετίας να εμπιστευτεί την υγεία των Βενετών που ήταν εγκατεστημένοι στις κτήσεις της στα χέρια ντόπιων γιατρών, στην περίοδο της δεύτερης βενετοκρατίας φαίνεται πως η βενετική στάση είχε αλλάξει. [24] Σε εποχή έκτακτης ανάγκης, όταν με την εξάπλωση του λοιμού ο φόβος του θανάτου είχε καταλάβει ολόκληρο τον πληθυσμό, ντόπιους και Λατίνους, η Βενετία όχι μόνο είχε δεχθεί την προσφορά ενός Έλληνα γιατρού στο στρατιωτικό Νοσοκομείο της, άλλα ανενδοίαστα είχε εξάρει την όλη ιατρική του κατάρτιση.

Το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό δεν μας διαφωτίζει ως προς τα ζητήματα που η συμβίωση μεταξύ ντόπιου και ξένου στοιχείου είχε δημιουργήσει. Τα πρόσωπα που εμφανίζονται στην ιστορική σκηνή του Ναυπλίου κατά την πρώιμη βενετοκρατία είναι δύο: ο Giovanni Cavaza, καστελλάνος στα πρώτα χρόνια του 15ου αι., και ο Bartolomeo Minio, προνοητής στα τέλη του ίδιου αιώνα. Από την παραμονή τους στο Ναύπλιο ως εκπροσώπων της βενετικής εξουσίας σώθηκαν η διαθήκη του πρώτου και τα dispacci του δευτέρου, έγγραφα που μελετήθηκαν, όπως είναι γνωστό, από την Diana Wright.[25] Διαβάζοντας η μάλλον ξαναδιαβάζοντας τις πηγές αυτές, διαπιστώνουμε εύκολα ότι το ελληνικό στοιχείο απουσιάζει από τα κοινωνικά δρώμενα της εποχής. Οι Έλληνες με τους όποιους είχε σχέση ο καστελλάνος στη διάρκεια της θητείας του ήταν μονάχα μια υπηρέτρια, η Ζωή, και ο γιος ενός βιλλάνου, ο Σταμάτης, που πιθανότατα ήταν νόθο παιδί του Βενετού αξιωματούχου. Όσο για τις σχέσεις του Minio με τους ντόπιους, αυτές περιορίζονταν στις συναλλαγές που ως προνοητής είχε με διάφορους Έλληνες stradioti, στους όποιους, μάλιστα, σε αντάλλαγμα των υπηρεσιών που προσέφεραν στη Βενετία, τους χάριζε μεταξύ άλλων βελούδινα, χρυσοκέντητα ενδύματα μαύρα ή πορφυρά.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Σε αντίθεση με τους Βενετούς αξιωματούχους που επικέντρωναν την προσοχή τους μόνο στα ζητήματα διοίκησης και άμυνας της κτήσης, αδιαφορώντας για τους ντόπιους που ήταν αποκομμένοι από τους διοικητικούς μηχανισμούς, οι Βενετοί που είχαν εγκατασταθεί ως άποικοι στο Ναύπλιο, έχοντας επηρεαστεί από το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον, κατέληξαν προοδευτικά να θεωρούν την πελοποννησιακή πόλη ως γλυκεία πατρίδα τους.

Είναι η περίπτωση του Vincenzo Argiti που είχε αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, όταν καταλήφθηκε η πόλη, και είχε κατορθώσει να ελευθερωθεί και να φτάσει στη Βενετία. Εκεί απηύθυνε προς τις βενετικές αρχές αίτηση να του παραχωρηθεί δημόσια θέση, σύμφωνα με την απόφαση των αρχών, που αφορούσε την παροχή βοήθειας στους πρόσφυγες από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση. Στην αίτησή του ο Vincenzo αναφέρει μεταξύ άλλων ότι ο πατέρας του, Franco, ο παππούς του, Pierro, και ο αδελφός του παππού του, Giovanni, είχαν σκοτωθεί στη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης και ότι ο ίδιος είχε χάσει την περιουσία που είχε η οικογένειά του στο Ναύπλιο, και μαζί είχε στερηθεί την «αγαπημένη και γλυκεία πατρίδα του». [26]

Ανάλογες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια απηύθυναν στα διοικητικά όργανα της Βενετίας πολλοί Ναυπλιώτες που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι από τους Τούρκους μετά την κατάληψη της πόλης. Αναφέρω για παράδειγμα την αίτηση του Luca Mosua, ο όποιος διηγείται με γλαφυρότητα τις περιπέτειες της μητέρας του, που είχε υποκύψει αναγκαστικά στις ορέξεις ενός Τούρκου που την είχε αιχμαλωτίσει, είχε μείνει σκλάβα του για πολλά χρόνια, είχε κατορθώσει τελικά να διαφύγει με τα παιδιά της στην Κλαρέντζα κι από κει να προωθηθεί στην Κεφαλονιά, όπου σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ενός σεισμού. [27] Από τις άλλες αιτήσεις για οικονομική βοήθεια που απηύθυναν στο Collegio οι πρόσφυγες από το Ναύπλιο, αναφέρω ακόμη αυτές του Δημήτρη, της Φιλίππας, χήρας του Μανούσου Σπαθάρη, της Laura, χήρας του καστελλάνου Andrea Boldù, του Τζουάννε Γκιόλμα, του Στράτη, του ποτέ Δημήτρη Συμπρικού, του Δημήτρη Λιάτα (Gliata), της Ζαμπέτας (Isabetta) Σγουρομάλη, του Νικολό Γολέμη, του Τζώρτζη Βαλάκη (Zorzi Vcdacchi) και του Μιχάλη Ψαρά. Όλοι αυτοί χαρακτηρίζονται στα έγγραφα ως fedeli nostri ή ως Napoletani. [28] Για όλους, Έλληνες ή Βενετούς, το Ναύπλιο ήταν «η γλυκεία τους πατρίδα».

Όσα από τα πρόσωπα που έδρασαν κατά την περίοδο της βενετοκρατίας, ειδικά της πρώτης, έγιναν αντικείμενο της ανακοίνωσής μου προσφέρονται μαζί με πάμπολλα άλλα ως καλά δείγματα για τη διερεύνηση της συναισθηματικής συμπεριφοράς που είχαν επιδείξει στο πλαίσιο του κοινωνικού περιβάλλοντος τους. Αν εξετάσουμε το λεξιλόγιο των πηγών, που χρησιμοποιήθηκε για την έκφραση των συναισθημάτων τους, μπορούμε να διακρίνουμε τις ακόλουθες κοινωνικές στάσεις: τη δυσαρέσκεια μιας κοινωνικής ομάδας από τη μη τήρηση συμφωνιών, τον φόβο του θανάτου, του πολέμου και της πείνας, τη νοσταλγία, την ελπίδα, την αγάπη για την πατρίδα.

Η μνεία, σε ένα φαινομενικά τυπικό βενετικό γραφειοκρατικό έγγραφο, των προνομίων της τσιγγάνικης μειονότητας του Ναυπλίου, τα όποια είχαν παραβλεφθεί από τις αρχές, υποδηλώνει τη δυσαρέσκεια των Τσιγγάνων και την αντίδραση του αρχηγού τους. Στη διαθήκη, εξάλλου, που είχε συντάξει Εν τω Αναυπλίω της Ρωμανίας, το 1534, η Δούκαινα Φροσύναινα, σημειώνεται ότι, καθώς είχε προσβληθεί από την πανώλη (ευρισκαμένη κεντρωμένη υπό την αθέμιτον πίκραν συμφορά της λοιμικής νόσου), διακατεχόταν από τον φόβο (φοβηζάμενη) μήπως πεθάνει χωρίς να έχει τακτοποιήσει τα υπάρχοντά της.[29]

Ο φόβος, πάλι, που προκαλεί γενικά το φάσμα της πείνας και του πολέμου, εκφράζεται με ιδιαίτερα έντονο τρόπο στην αναφορά που είχαν στείλει οι κάτοικοι του Ναυπλίου, το 1539, διεκτραγωδώντας την τραγική θέση στην όποια είχε περιέλθει η πόλη. Οι Ναυπλιώτες, σύμφωνα με την αναφορά, δεν είχαν πλέον τρόφιμα και κινδύνευαν να πεθάνουν από την πείνα. Εάν οι Βενετοί δεν φρόντιζαν να τους στείλουν έγκαιρα σιτάρι, οι «poveri fidelissimi servitori» θα καταντούσαν να φάνε τα παιδιά τους, για να μην πεθάνουν από την πείνα. [30] Η αγάπη, από την άλλη μεριά, για την πατρίδα αποτυπώνεται στις φράσεις με τις όποιες οι πρόσφυγες που ζητούσαν βοήθεια από τη Βενετία χαρακτήριζαν το Ναύπλιο: mia cara et dolce patria κι ακόμη infelice città.[31]

Τέλος, το συναίσθημα της ελπίδας αναγνωρίζεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις των διαθηκών, στις όποιες οι διαθέτες διατύπωναν τις τελευταίες επιθυμίες τους. Έτσι, τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη τουρκική κατάκτηση του Ναυπλίου, το 1544, ο Τζουάν Καρβούρης (Zuan Carvuri) στη διαθήκη που είχε συντάξει στη Βενετία, όπου είχε προσφύγει μετά την άλωση της πατρίδας του, έγραφε ότι, εάν ποτέ ξαναγυρνούσε στα χέρια των χριστιανών η πόλη του Ναυπλίου, τότε άφηνε στον ναό του Σωτήρα στο Ναύπλιο δύο καμπάνες (et se venisse mai la città de Napoli in mano de Christiani io lasso alla predita giesa [San Salvador] due campane). [32] Η ελπίδα επιστροφής στα πάτρια διατηρήθηκε για μεγάλο ακόμη χρονικό διάστημα στον νου και τη σκέψη των Ναυπλιέων που είχαν εγκαταλείψει την πόλη. Αρκετά χρόνια μετά την παράδοση της πόλης στους Τούρκους, το 1559, όταν η Ελληνική Αδελφότητα Βενετίας πρότεινε να πουλήσει τις καμπάνες που είχαν μεταφερθεί από το Ναύπλιο μετά την τουρκική κατάκτηση, ο Νικόλαος Καλαβρός που τις είχε φέρει εγκαταλείποντας την πατρίδα του, αντιτάθηκε σθεναρά, υπενθυμίζοντας ότι οι καμπάνες είχαν παραδοθεί στην Αδελφότητα με τον όρο να επιστραφούν όταν το Ναύπλιο θα ελευθερωνόταν από τούς Τούρκους.[33]

Τα λίγα παραδείγματα που με τη βοήθεια του λεξιλογίου των πηγών παρέθεσα, σχετικά με τη συναισθηματική στάση ορισμένων προσώπων, αρκούν, νομίζω, για να καταδειχτεί ότι η μελέτη της ιστορίας των συναισθημάτων αποτελεί, σύμφωνα με τη διατύπωση της Tiziana Plebani, ένα κλειδί ανάγνωσης για να προσεγγίσουμε τις κοινωνίες του παρελθόντος άλλα και τού παρόντος. [34] Στην περίπτωσή μας επιχειρήθηκε, με τη χρήση αρχειακών τεκμηρίων, η διεύρυνση της οπτικής, μέσα από την όποια εξετάζεται η κοινωνία του βενετοκρατούμενου Ναυπλίου.

 

Chryssa Maltezou

Prosopographical Issues of Nafplio during the period of Venetian Domination

 

The study attempts to examine individual personalities of Nafplio during the venetocratia, in order to reconstruct on the basis of archival and published survivals various realities of life and also to understand sentimental tensions in the local society. In particular, it discusses the case of John the Gypsy, who bore the title of drungarius, known from a Venetian document of 1444, of the physicians exercising their profession in the town from the fifteenth to the seventeenth century, of the Venetian dignitaries during the fifteenth century, and of the inhabitants of Nafplio who sought refuge in Venice after the Turkish conquest of the town.

 

Υποσημειώσεις


 

[1] Μ. Γ. Λαμπρυνίδης, Η Ναυπλία από των αρχαιοτάτων χρόνων μέχρι των καθ’ ημάς. Ιστορική μελέτη, Αθήνα² 1950, σ. 86-92· για το βιβλίο και τον συγγραφέα του βλ. Ευτυχία Δ. Λιάτα, «Μιχαήλ Λαμπρυνίδης. Η ανέκδοτη β’ γραφή της “Ναυπλίας” και η ετοιμασία συναγωγής των μελετών του», Πρακτικά Β’ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Γ’, Αθήνα 1981-1982, σ. 127-132

[2] Από την Ινδία, από όπου προέρχονταν, οι Αθίγγανοι εξαπλώθηκαν, τον 9ο αι., μέσω της Περσίας, αρχικά στη βόρεια Συρία και Κιλικία και στη συνέχεια στη Βλαχία, φτάνοντας ως την Πελοπόννησο (βλ. πρόχειρα: A. Guillou, Ο βυζαντινός πολιτισμός, μτφρ. Ρ. Odorico, Σμαράγδα Τσοχανταρίδου, Αθήνα 1996, σ. 549). Στην ιστορία των Τσιγγάνων έχει αφιερώσει δύο εργασίες ο Κ. Η. Μπίρης, Οι Γύφτοι. Μελέτη λαογραφική και εθνολογική, Αθήνα 1942· του ίδιου, Οι Τσιγγάνοι (Ρωμ και Γύφτοι). ‘Εθνογραφία και ιστορία, Αθήνα 1954.

[3] G. Soulis, «The Gypsies in the Byzantine Empire and the Balkans in the Late Middle Ages», Γ. Σούλης 1927-1966. Ιστορικά μελετήματα βυζαντινά, βαλκανικά, νεοελληνικά, Αθήνα 1980, σ. 152-153, 164.

[4] Ρ. Topping, «Argos and Nauplia in the Rubrics of the Senato Misti (1389-1413)», Θησαυρίσματα 20 (1990), σ. 180, αρ. 36, και σ. 182, αρ. 47.

[5] Ρ. Topping, «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», Charanis Studies. Essays in Honor of Peter Charanis, επιμ. Αγγελική Λαΐου- Θωμαδάκη, New Brunswick Ν. J. 1980, σ. 261, υποσ. 2.

[6] Για την εγκατάσταση Αλβανών σε βενετικά εδάφη βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία – Λάλα, «Εγκαταστάσεις πληθυσμών στην ελληνοβενετική ανατολή (13ος-18ος αιώνας). Μία όψη του μεταναστευτικού φαινομένου», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρύσα Μαλτέζου, επιμ. Γωγώ Κ. Βαρζελιώτη – Κ. Γ. Τσικνάκης, Αθήνα 2013, σ. 624 κ.ε. (όπου συγκεντρωμένη βιβλιογραφία).

[7] Κ. Ν. Σάθας (εκδ.), Μνημεία Ελληνικής Ιστορίας. Documents inedits relatifs a l’ histoire de la Grèce an Moyen Âge, τ. Β’, Παρίσι 1881, σ. 123-124 (επιτομή έγγρ.: Fr. Thiriet, Régestes des délibérations dti Sénat de Venise concemant la Romanie, τ. B’, 1400-1430, Παρίσι – Χάγη 1959, σ. 49, αρ. 1172)· πρβλ. Topping, «Albanian Settlements», ό.π., σ. 261-262.

[8] Soulis, «The Gypsies», ό.π., σ. 165.

[9] Στο ίδιο, σ. 154 κ.ε.

[10] Κ. Π. Κύρρης, «Οι Ατσίγγανοι εν Κύπρω», ανάτυπο από το Παγκύπριον Εκπαιδευτικόν Περιοδικόν “Μόρφωσις» 25 (1969), αρ. 292-295, σ. 3-7.

[11] D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. B’, Vie et. institutions, édition revue et augmentée par Chryssa Maltézou, Παρίσι 1975, σ. 32.

[12] Σπ. Π. Λάμπρος, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τ. Γ’, Αθήνα 1926, σ. 40-41 (πρβλ. Zakythinos, Le despotat. grec, ό.π., σ. 32).

[13] Η Αγγελική Παπαγεωργίου, «Ο όρος δρούγγος κατά την υστεροβυζαντινή περίοδο (13ος-15ος ai.)», Aureus. Τόμος Αφιερωμένος στον καθηγητή Ευάγγελο Χρυσό, Αθήνα 2014, σ. 663-671, θεωρεί ότι μετά τον 12ο αι. ο όρος δρούγγος χρησιμοποιήθηκε πιθανότατα με την ευρύτερη έννοια της διοικητικής ή γεωγραφικής υποδιαίρεσης.

[14] Κ. Ν. Σάθας, Ελληνικά Ανέκδοτα περισυναχθέντα και εκδιδόμενα κατ’ έγκρισην της Βουλής εθνική δαπάνη, τ. Α’, Τζάνε Κορωναίου Μπούα Ανδραγαθήματα, Σουμάκη Ρέμπελων Ποπολάρων, Μάτεση Ημερολόγιον, εισαγωγική μελέτη – ευρετήρια Φάνη Μαυροειδή, Αθήνα 1867, φωτοτυπ. επανέκδ. 1982, σ. 28.

[15] Γ. Σ. Πλουμίδης, «Ειδήσεις δια το βενετοκρατούμενον Ναύπλιον (1440-1540)», Πελοποννησιακά 8 (1971), σ. 266, 267 και 272, αρ. 39, 58, 122 αντίστοιχα.

[16] Βλ. Χρύσα Μαλτέζου, «Η διαχείριση της υγείας στη βενετοκρατούμενη Κρήτη. Οι δημόσιοι γιατροί (14ος αι.)», Τιμητικός τόμος Στέφανου Γερουλάνου, υπό έκδοση.

[17] Βλ. Ιωάννα Α. Ραμουτσάκη, Σταθμοί της ιστορίας της ιατρικής στην Κρήτη κατά την περίοδο της βενετοκρατίας και τουρκοκρατίας στο νησί (δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα γιατρών), Ηράκλειο, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή (αναρτημένη στο διαδίκτυο: http://thesis.ekt.gr/thesisBookReader/id/10996#page/l/mode/2up).

[18] Βλ. Julian Chrysostomides, Monumenta Peloponnesiaca. Documents for the history of the Peloponnese in the 14th and 15th centuries, Αθήνα (Porphyrogenitus) 1995, σ. 314, αρ. 160, και Μαρίνα Κουμανούδη, «“Ή εποχή των εύλαβων ιδρύσεων”. Ευσέβεια, φιλανθρωπία και πατρωνία στο Αιγαίο κατά τον ύστερο Μεσαίωνα», Γαληνοτάτη. Τιμή στη Χρυσά Μαλτέζου, ό.π., σ. 394- 397.

[19] Σύμφωνα με τον Λαμπρυνίδη (Η Ναυπλία, ό.π., σ. 58, υποσ. 1) το Νοσοκομείο που ανακαίνισε ο Καποδίστριας είναι πιθανότατα αυτό που ιδρύθηκε με δωρεά του Acciaiuoli.

[20] Χρύσα Α. Μαλτέζου, «Στοιχεία για την πανώλη τού 1687/1688 στην Πελοπόννησο», Η εκστρατεία του Morosini και το Regno di Moreα, Μονεμβασιώτικος Όμιλος. Γ’ Συμπόσιο Ιστορίας και Τέχνης, 20- 22 Ιουλίου 1990, επιμ. Χάρις Καλλιγά, Αθήνα 1998, σ. 173.

[21] Α. Μ. Μαλλιαρής, Alessandro Pini: Ανέκδοτη Περιγραφή της Πελοποννήσου (1703), Βενετία 1997, σ. 80.

[22] Στο ίδιο, σ. 4, 77, 79-81

[23] Μαλτέζου, «Στοιχεία», ό.π., σ. 173.

[24] Για την πολιτική της Βενετίας στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας βλ. γενικά Αναστασία Παπαδία-Λάλα, Ευαγή και νοσοκομειακά Ιδρύματα στη βενετοκρατούμενη Κρήτη, Βενετία 1996, σ. 29 κ.έ.

[25] Diana G. Wright, Bartolomeo Minio Venetian Administration in 15th century Nauplion, Ουάσινγκτον 1999 (UMI Dissertation Services on line)· της ίδιας, «The wooden towns of the State Mar. Medieval construction in Nauplion», Studi Veneziani 40 (2000), σ. 169-177.

[26] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, 1 (1563-1565), έγγρ. μέ χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[27] Στο ίδιο, έγγρ. με χρονολογία 1564, Σεπτέμβριος.

[28] Βλ. A.S.V., Grazie. Maggior Consiglio, reg. 1540- 1543, φ. 73v, reg. 1571-1589, φ. 44v, 54v, 56, 58v, 61v, 64v, 65, 69v.

[29] Η διαθήκη έχει εκδοθεί από τον Μ. Ι. Μανούσακα, «Μια διαθήκη από το Ναύπλιο (1534) με πλούσιο γλωσσικό υλικό», Αντίχαρη. Αφιέρωμα στον καθηγητή Σταμάτη Καρατζά, Αθήνα 1984, σ. 257-269.

[30] Πλουμίδης, «Ειδήσεις», ό.π., σ. 273-274.

[31] A.S.V., Collegio, Suppliche di dentro, ό.π., έγγρ. με χρονολογία 1563 (β.έ.), 4 Φεβρουάριου.

[32] Ersie Burke, The Greek Neighbourhoods of Sixteenth Century Venice, 1498-1600. Daily Life of an Immigrant Community, αδημοσίευτη διδακτορική διατριβή, Monash University 2004, σ. 233.

[33] Για το ζήτημα σχετικά με τις καμπάνες βλ. Νίκη Γ. Τσελέντη, «Οι καμπάνες του τουρκοκρατούμενου Ναυπλίου στη Βενετία (1540-1693)», Θησαυρίσματα 15 (1978), σ. 228-245.

[34] Tiziana Plebani, Un secolo di sentimenti. Amori e conflitti generazionali nella Venezia del Settecento, Βενετία 2012, σ. XIX.

 

Χρύσα Μαλτέζου,

ιστορικός, τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών και τέως Διευθύντρια του Ελληνικού Ινστιτούτου Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών Σπουδών της Βενετίας. 

«Της Βενετιάς τ’ Ανάπλι – 300 χρόνια από το τέλος μιας εποχής 1715-2015». Επιστημονικό Συμπόσιο 9 -11 Οκτωβρίου 2015. Πρακτικά, Ναυπλιακά Ανάλεκτα ΙΧ (2017).

 

* Το κείμενο αποδόθηκε στο μονοτονικό, διατηρήθηκε όμως η ορθογραφία της συγγραφέως.

* Οι επισημάνσεις με έντονα γράμματα και οι εικόνες που παρατίθενται στο κείμενο, οφείλονται στην Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη.

 

Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – Napoli de Romanie, σχέδιο του François Dubuisson, 1698.

 

Ναύπλιο – François Dubuisson, 1699.

            

Το 1180 ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός διόρισε άρχοντα Ναυπλίου τον ντόπιο Θεόδωρο Σγουρό. Ο γιος του Λέων Σγουρός (1202-1208), έχοντας την πόλη ως πρωτεύουσα της ηγεμονίας του, επεξέτεινε την κυριαρχία του μέχρι την ανατολική Στερεά Ελλάδα και μέχρι τη Θεσσαλία. Ακολούθησε η Φραγκοκρατία μέχρι το 1388, οπότε το Ναύπλιο παραχωρείται στους Βενετούς, επί της εποχής των οποίων γνώρισε ιδιαίτερη ακμή. Ενισχύθηκε η οχύρωσή του και αυξήθηκε ο πληθυσμός του, γιατί συνέρρευσαν πολλοί άνθρωποι από πολλά μέρη, ιδίως μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Τούρκους.

Επί Ενετοκρατίας η πόλη έγινε εμπορικό κέντρο και το λιμάνι της παρουσίασε μεγάλη κίνηση.  Το 1540 έπεσε στους Τούρκους ύστερα από τριετή πολιορκία. Το 1686 οι Ενετοί ξανακέρδισαν την πόλη, όταν την κατέλαβε ο στρατηγός Φραγκίσκος Μοροζίνι, ο οποίος αμέσως οχύρωσε το Παλαμήδι και κατέστησε το Ναύπλιο πρωτεύουσα του Μορέως, της ΒΑ Πελοποννήσου. Τότε ήταν που ονομάστηκε Νάπολι ντι Ρομάνια.

Το 1715 το ξαναπήραν οι Τούρκοι και το κατείχαν μέχρι την άλωση του Παλαμηδιού από τον Στάικο Σταϊκόπουλο στις 30 Νοεμβρίου 1822, ύστερα από τρεις διαδοχικές πολιορκίες συνολικής διάρκειας σχεδόν είκοσι μηνών…

 

Read Full Post »

Αυτό το περιεχόμενο είναι προστατευμένο με κωδικό. Για να το δείτε εισάγετε τον κωδικό σας παρακάτω:

Read Full Post »

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855.

Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Το φρούριο Μπούρτζι στο Ναύπλιο, 1855. Έργο του βρετανού Joseph Thomas Tuite (Τζόζεφ Τόμας Τουίτ 1800 – 1875).

 

Μπούρτζι – Ο Θαλασσόπυργος του Ναυπλίου 

Ένα μικρό κάστρο στην αγκαλιά του Ναυπλίου. Σήμα και σύμβολο του.  Στα χρόνια της Ενετοκρατίας (1389-1540) και μάλιστα το 1473 ο μηχανικός Antonio Gambello έλαβε εντολή από τον Προβλεπτή της πόλης Pasqualigo, να οχυρώσει το νησί. Στον πύργο που έκτισαν τοποθέτησαν πυροβόλα. Η  πόλη αρματώθηκε καλά. Τα πυροβόλα του νησιού και τα κανόνια της περιοχής «πέντε αδέλφια» διασφάλιζαν την πόλη από επιδρομές ή επιθέσεις από την μεριά της θάλασσας. Το νησί πήρε το όνομα Μπούρτζι. Πρόκειται μάλλον για Τουρκοαραβική λέξη που σημαίνει φρούριο, κάστρο…

 

Read Full Post »

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος – Ναύπλιο


  

«Ελεύθερο Βήμα»

Από την Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού.

Η Αργολική Αρχειακή Βιβλιοθήκη Ιστορίας και Πολιτισμού, δημιούργησε ένα νέο χώρο, το «Ελεύθερο Βήμα», όπου οι αναγνώστες της θα έχουν την δυνατότητα να δημοσιοποιούν σκέψεις, απόψεις, θέσεις, επιστημονικά άρθρα ή εργασίες αλλά και σχολιασμούς επίκαιρων γεγονότων.

«Μικροϊστορία του Ναυπλίου» στο «Ελεύθερο Βήμα»  μέσα από ένα σημείωμα του Χαράλαμπου Αντωνιάδη με τίτλο:

 «Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος».

 

Απρίλιος 1897. Ξεκίνησε ο Ελληνοτουρκικός πόλεμος που κατέληξε το Μάιο του ίδιου χρόνου στην πρώτη μεγάλη ήττα της Ελλάδας από στους Τούρκους μετά το 1821. Τότε τα σύνορα της Ελλάδας ήταν η γραμμή από την Άρτα έως τις νοτιοανατολικές πλάγιες του Ολύμπου.  Στην εκστρατεία αυτή συμμετείχε και το 8ο Σύνταγμα πεζικού με έδρα το Ναύπλιο και συγκεκριμένα το ενετικό κτήριο (σημερινό αρχαιολογικό μουσείο) στην Πλατεία Συντάγματος.

Προς τιμήν των 23 πεσόντων του 8ου Συντάγματος του πολέμου του 1897 κατασκευάστηκε με χρήματα των στρατιωτών και των αξιωματικών πρωτοβουλία του διοικητή Δημητριάδη, αναθηματική στήλη των πεσόντων. Εγκαινιάστηκε έξι χρόνια αργότερα στις 24/4/1903 μπροστά από το ενετικό κτήριο στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων στην Πλατεία Συντάγματος.

 

Αργότερα, η 7η Ιανουαρίου καθιερώνετε ημέρα εορτής του 8ου Συντάγματος. Η ημερομηνία αυτή ταυτίζετε με την μάχη της Μανωλιάσσας του 8ου συντάγματος στις 7 Ιανουαρίου 1913. Η Μανωλιάσσα είναι χωριό του νομού Ιωαννίνων και βρίσκεται στο νότιο τμήμα του δήμου Μπιζανίου.

Στις ετήσιες εκδηλώσεις μπροστά από το μνημείο γινόταν αναφορά για τους πεσόντες του 8ου Συντάγματος σε όλες τις στρατιωτικές συμμέτοχες του. Συνολικά 511 ήταν οι οπλίτες και οι αξιωματικοί που έπεσαν υπέρ πατρίδος στις μάχες του 8ου Συντάγματος.

 

Πλατεία Συντάγματος, πίσω η αναθηματική στήλη των πεσόντων.

 

Η αναθηματική στήλη των πεσόντων μπροστά από το σημερινό Αρχαιολογικό μουσείο.

 

Η αναθηματική στήλη καταγράφει όλους τους νεκρούς από τους πολέμους του 1897, 1912 -1913 και 1918 -1922.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41.

 

Αναφορά για τους πεσόντες του Ελληνοϊταλικού πολέμου 40 – 41, γίνεται  στην πίσω πλευρά  της στήλης.

Μετά το τέλος της λειτουργίας του ενετικού κτηρίου σαν στρατιωτικό κτήριο και πριν γίνει αρχαιολογικό μουσείο η αναθηματική στήλη μεταφέρθηκε το 1933 στο νέο στρατόπεδο του Ναυπλίου στο Πολύγωνο.

 

Χαράλαμπος Αντωνιάδης

 

 Διαβάστε ακόμη:

 

Read Full Post »

Older Posts »